Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Κύλικες και δόρατα. Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο τέταρτο: Εμείς οι περιπατητικοί

Posted by vnottas στο 2 Νοέμβριος, 2017

144

Εμείς οι περιπατητικοί…

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

Περπατάμε πέρα δώθε στους δρόμους του Άστεως και ψιλοκουβεντιάζουμε (γιατί είπαμε να υιοθετήσουμε κι εμείς την τρέχουσα αθηναϊκή μανία) εγώ, ο Χοντρόης και ο παλιός μου φίλος από τις Συρακούσες, ο Φιλήμονας. Είμαστε στην Αγορά και κατευθυνόμαστε προς την Πνύκα για να δει και ο φιλομαθής ασιάτης το χώρο όπου  παίρνονται οι βασικές αποφάσεις εδώ στην Αθήνα. Από ‘κει λέω να τον ανεβάσω στον Παρθενώνα, να δει και κάτι που προέρχεται από την πατρίδα του: τις ασπίδες-λάφυρα που ο Αλέξανδρος ως εκπρόσωπος των Ελλήνων (πλην Λακεδαιμονίων, όπως αρέσκονται να τονίζουν συχνά οι Αθηναίοι) αφιέρωσε στην Παρθένο.

Με τον Φιλήμονα λέμε γι αυτά που συνέβησαν την μέρα της τελετής, όταν χάθηκαν (και ξαναβρέθηκαν -χάρη σε ‘μας) τα περίφημα αγάλματα των ¨τυραννοκτόνων¨. Που και που μας διακόπτει προς στιγμήν με κάποιο επιφώνημα  ή κάποιο σχόλιο σχετικό με αυτά που βλέπει γύρω του -και του κάνουν εντύπωση- ο  στρογγυλός  Πέρσης, σε άπταιστο ¨Χοντροη-ειδές¨ ιδίωμα.

Εδώ που τα λέμε, στην Αγορά υπάρχουν αρκετές  αφορμές για σχόλια: Υπάρχουν σημαντικά δημόσια κτίρια, εμπορικές στοές, αγάλματα που απεικονίζουν αθάνατους θεούς, πεθαμένους ήρωες, αλλά και  άξιους μνείας θνητούς που ζουν ακόμη. Ωστόσο τίποτα δε θυμίζει τα υπέρογκα, υπερβολικά μνημεία που εντυπωσιάζουν συνήθως τους ανατολίτες, αλλά και εμάς όταν επισκεπτόμαστε τα μέρη τους.

«Τι απέγιναν τελικά οι αυθεντικές προτομές», με ρωτάει ο Φιλήμονας. «Το πρόσεξες κι εσύ ότι δεν βρίσκονται πια μπροστά στο Λεωκόριο;»   

«Τις άφησαν εδώ περιφρουρούμενες για ένα διάστημα», τον πληροφορώ, «αλλά μετά τις απέσυραν μέχρις ότου αποφασίσουν εάν θα τοποθετηθούν τελικά σε ανοιχτό ή σε κλειστό χώρο όπως πρότειναν κάποιοι. Είπαν ότι μέσα σε μια στοά, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να επιτηρηθούν καλύτερα και δεν θα υπάρχει φόβος να ξανακλαπούν.

Αλλά δεν νομίζω ότι πρόκειται μόνο για θέμα ασφαλείας. Βλέπεις, μπροστά στο Λεωκόριο υπάρχουν πάντα  αυτά τα υπέροχα μπρούτζινα αγάλματα που φιλοτέχνησαν ο Κριτίας και ο Νησιώτης για να  αντικαταστήσουν τα αρχικά, μετά την υφαρπαγή τους από τον Ξέρξη. Το αποτέλεσμα είναι ότι συγκρινόμενα με αυτά, τα γνήσια χάνουν σε αίγλη και καταλήγουν να μοιάζουν άσχημα.

Όχι ότι ο Αντίνορας δεν ήταν καλός γλύπτης. Αντίθετα, πρέπει να προσπάθησε να είναι πιστός στην πραγματικότητα∙ άλλωστε μπορούσε να το κάνει γιατί είχε ζήσει τα γεγονότα και είχε γνωρίσει προσωπικά τους πρωταγωνιστές. Είναι που οι δύο μεταγενέστεροι γλύπτες εικονογράφησαν έναν μύθο που δημιουργήθηκε εκ των υστέρων, καμιά σαρανταριά χρόνια ύστερα από τα γεγονότα και μάλιστα μέσα στην ευφορία της νίκης στη Σαλαμίνα. Αυτή είναι η άποψη και του δικού μου, του Εύελπι, που του αρέσει να ψάχνει αυτά τα θέματα και που συνήθως είναι καλά ενημερωμένος.

αρχείο λήψης (1)

Τι να κάνουμε Φιλήμονα, εσύ που είσαι συγγραφέας ξέρεις καλά ότι οι μύθοι είναι πάντοτε πιο όμορφοι, πιο στολισμένοι και πιο ελκυστικοί από την πραγματικότητα… αλλιώς θα χρησίμευαν πολύ λιγότερο… ίσως και να μη χρησίμευαν καθόλου».

Μας διακόπτει ο Χοντρόης: «Τις ο λόγος δι’ όντινα  οι στρατιώται ούτοι κρατώσι  σχοινίον τοσούτω μακρύ, χρώματος δε ερυθρού;» απορεί.

«Και εγώ είχα προβληματιστεί όταν τους πρωτοείδα», λέει ο Φιλήμονας.

«Και εγώ επίσης», συμφωνώ. «Πάντως είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της Αθήνας, Χοντρόη. Αυτοί που βλέπεις είναι οι Σκύθες τοξότες που φροντίζουν για την τήρηση της τάξης στο κέντρο και για τους οποίους σου έχω ήδη μιλήσει νομίζω. Κοίταξέ τους, είναι όλοι ξανθοί και γεροδεμένοι. Τυπικά δεν είναι παρά δημόσιοι δούλοι, αλλά στην ουσία έχουν ένα σωρό προνόμια. Μερικές φορές συμπεριφέρονται σαν ψαράδες, και αυτό το μεμιλτωμένο[1] σκοινί δεν είναι παρά το δίχτυ τους…

«Τουτέστιν; Τι ούτω θέλουσι αλιεύσει;», ξαναρωτάει ο φιλομαθής.

«Θα σου πω. Όταν στην συνέλευση των πολιτών, εδώ παραπάνω στην Πνύκα -θα πάμε σε λίγο- πρέπει να παρθεί μια σοβαρή απόφαση και δεν υπάρχει η απαιτούμενη απαρτία, τότε οι Σκύθες είναι εξουσιοδοτημένοι να μεταφέρουν τους πολίτες εκεί ¨εκόντες ή άκοντες¨, που γράφει και ο σχετικός κανονισμός. Άμα θες μπορείς να τον δεις τον κανονισμό: είναι αναρτημένος μαζί με άλλες χρήσιμες ανακοινώσεις εκεί πέρα, μπροστά στο Βουλευτήριο, κάτω από τα αγάλματα των επωνύμων ηρώων».

«Έσονται ουν άπαντες αναγιγνώσκειν δυνάμενοι;» απορεί ξανά με μια δόση θαυμασμού ο Ασιάτης.

«Όχι ακριβώς όλοι, αλλά πολλοί.  Δεν ξέρεις ότι σε αυτή την πόλη υπάρχουν οι πιο πολλοί εγγράμματοι από οποιαδήποτε άλλη στον κόσμο; Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονται διάσημοι και αξιόπιστοι περιηγητές. Εδώ που τα λέμε, δύσκολα θα κατόρθωναν οι Αθηναίοι να αυτοδιοικηθούν αν δεν ήξεραν γράμματα. Πάντως, επειδή δεν είναι ακριβώς όλοι-όλοι που τα καταφέρνουν, τους βλέπεις εκείνους στο τραπέζι κάτω από τον πίνακα των ανακοινώσεων; Είναι γραφείς και αναγνώστες. Με ένα μικρό αντίτιμο σου γράφουν ό, τι θελήσεις, ακόμη και σε άλλες διαλέκτους ή γλώσσες  -εάν τυχόν αλληλογραφείς με τόπους μακρινούς, ενώ η ανάγνωση νόμων και κανονισμών είναι συνήθως δωρεάν».  

«Χρήσιμον γιγνώσκειν!» λέει ο δικός μου. «Και προς τι το ερυθρόν του σχοινίου χρώμα;» εξακολουθεί να απορεί.

Οπότε τον Φιλήμονα τον πιάνει το καλλιτεχνικό του, σταματάει και αρχίζει να απαγγέλει, συνοδεύοντας τον ποιητικό λόγο με τις απαραίτητες θεατρικές χειρονομίες:

«…και να που έρμη, απ’ το πρωί, η Πνύκα παραμένει

κι ας είν’ να γίνει η τακτική η σύναξη του Δήμου,

να που οι πολλοί στην Αγορά μένουν και φλυαρούνε

κι ενώ οι Αρχές με κόκκινο σκοινί τους περιζώνουν

αυτοί πασχίζουν από εκεί στη ζούλα να ξεφύγουν.

Μήτε φανήκαν έγκαιρα στην Πνύκα οι Αρχόντοι,

μα  καταφτάνουν ύστερα και σαν λωλό κοπάδι

ο ένας τον άλλον σπρώχνουνε θέση μπροστά να πιάσουν.

Κανείς όμως δε νοιάζεται, τη δόλια την Ειρήνη

Αχ τι τραβάς και δεν μιλάς, κακόμοιρη πατρίδα…»

Υποκλίνεται.

Arciere-e-Partenone-_3

Τον χειροκροτώ. «Αριστοφάνης;» τον ρωτάω.

«Ναι, αθάνατος Αριστοφάνης, από τους ¨Αχαρνής¨. Έχω παίξει τον ρόλο του Δικαιόπολη παλιά, στην πατρίδα», μου απαντά.

Στρέφομαι προς τον Ασιάτη. «Κατάλαβες Χοντρόη; Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα των πολλών, αλλά πολλοί απ’ τους πολλούς, πολλές φορές δεν συμπεριφέρονται σαν πολίτες αλλά σαν ανόητοι ευθυνόφοβοι ιδιώτες. Τότε η Πολιτεία αναγκάζεται να τους τσουβαλιάσει. Το σκοινί με το οποίο τους σπρώχνουν από την Αγορά στην Πνύκα είναι βουτηγμένο σε κόκκινη μπογιά για να μένουν τα κόκκινα ίχνη στις πλάτες των κοπανατζήδων και να τους στιγματίζουν, έστω προσωρινά».

«Οι Αγορές και οι Δημοκρατίες, φαίνεται πως δεν τα πάνε πάντοτε καλά μεταξύ τους», θυμοσοφεί ο Φιλήμονας. Μετά σταματάει ξανά και παρατηρεί: «Αλλά για να κυκλοφορούν οι Σκύθες με το σκοινί ανά χείρας, σημαίνει ότι στην Πνύκα έχει σήμερα συνέλευση και μάλιστα με σοβαρά θέματα. Αν είναι έτσι, εμείς οι μη αθηναίοι δύσκολα θα πλησιάσουμε. Πράγματι βλέπω ότι ανηφορίζει προς το λόφο πολύς κόσμος. Άρα οι τοξότες μάλλον δεν θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν το μεμιλτωμένο, αλλά και εμείς μάλλον πρέπει να τροποποιήσουμε τη διαδρομή μας και να φέρουμε τον Πέρση να δει την Πνύκα μια άλλη μέρα».

«Γαμώτο! Έχεις δίκιο!», διαπιστώνω. «Το ήξερα αλλά το ξέχασα. Ανάμεσα μάλιστα στα θέματα της σημερινής ημερήσιας διάταξης είναι και η έναρξη της εκδίκασης της ¨Γραφής παρανόμων¨ που υπέβαλε παλιά ο Αισχίνης κατά του Κτησιφώντα. Η προδικασία τελείωσε επιτέλους και σήμερα θα ορίσουν τον τόπο και τις άλλες λεπτομέρειες της τελικής φάσης. Άρα, απ’ ό, τι ξέρω για τις δικαστικές πρακτικές των Αθηναίων, η κυρίως δίκη πρέπει να αρχίσει αύριο ή μεθαύριο. Ο Εύελπις θέλει να την παρακολουθήσει, αλλά κι εγώ δε θα ήθελα να τη χάσω. Ελπίζω μόνο να ισχύει ακόμη η συνήθεια των Αθηναίων να διεξάγουν τις δίκες με τις θύρες ανοιχτές για όλους».

«Απ’ ό, τι άκουσα από τους φίλους μου στου Κυνοσάργους» λέει ο Φιλήμονας, «υπάρχουν επισκέπτες που έχουν καταφτάσει από τις γειτονικές πόλεις, πριν από την έναρξη των Παναθηναίων, μόνο και μόνο για να έχουν μια ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη δίκη».

«Ωραία». Αλλάζω θέμα: «Φιλήμονα, έχεις λοιπόν φίλους στο Κυνόσαργες, έτσι δεν είναι; Τους βλέπεις ακόμη τους ¨Κυνοσαργίτες;¨ Ή να τους λέμε καλύτερα ¨κυνικούς¨ που είναι και πιο σύντομο;»

«Μπορείς να τους λες και απλώς ¨σκύλους¨, τους αρέσει. Ναι τους βλέπω. Είναι μια ομάδα που ενδιαφέρεται, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και για τις τέχνες και ιδιαίτερα για την τέχνη του θεάτρου…»

«Θέλω να κουβεντιάσουμε λίγο γι αυτό Φιλήμονα. Αλλά αφού δεν θα πάμε στη Πνύκα, ας στρίψουμε και ας κάνουμε το γύρο της Ακρόπολης πριν ανεβούμε στον Παρθενώνα, και τα λέμε καθ’ οδόν», προτείνω εγώ.

images (13)

Αντί λοιπόν να πάρουμε τον ¨περίπατο¨ που γυροφέρνει την Ακρόπολη και που στη βορειοδυτική πλευρά είναι κολλημένος στους πρόποδες του βράχου, στρίβουμε πιο μπροστά αριστερά και παίρνουμε το δημοφιλή δρόμο με τους τρίποδες, που ξεκινώντας από την Αγορά παρακάμπτει κυκλικά την Ακρόπολη και φτάνει ως το θέατρο του Διονύσου. Τις προάλλες, όταν ήρθα στο κέντρο της πόλης μαζί με τον Εύελπι, πήραμε αυτό τον δρόμο από την άλλη άκρη του, αλλά σκαλώσαμε σε ένα κυλικείο και δεν πρόλαβα να δω τι το καινούργιο έχει τοποθετηθεί εδώ τα τελευταία χρόνια. Σήμερα είναι μια καλή ευκαιρία να ρίξω μια ματιά.

Αυτόν τον δρόμο θα μπορούσαμε και να τον πούμε ¨η οδός των φιλοτίμων¨, με την  έννοια της οδού της αφιερωμένης στους ¨φίλους των τιμών¨. Εντάξει, όλοι οι διαμένοντες εν Αθήναις αγαπάμε τις τιμές, ιδιαίτερα όταν τις απονέμουν οι άλλοι σε εμάς, αλλά μόνο εδώ ο τιμώμενος έχει δικαίωμα να αυτοτιμηθεί επιπρόσθετα και συμπληρωματικά. Πράγματι, όσοι είχαν την τύχη ή την ικανότητα να αξιωθούν κάποιο βραβείο, είτε ως καλλιτέχνες είτε και ως χορηγοί δημόσιων εκδηλώσεων, δικαιούνται όχι μόνο να εκθέσουν εδώ τα βραβεία τους (συνήθως πρόκειται για χάλκινους τρίποδες) αλλά και να τα τοποθετήσουν (για να φαίνονται καλύτερα) πάνω σε περίτεχνες μόνιμες κατασκευές, όπως διακοσμημένα  βάθρα, κολόνες και βωμοί. Έτσι κατά μήκος της οδού φτιάχτηκε ένα πολύπλοκο και πολυφορτωμένο σκηνικό, το οποίο βέβαια  αποτελεί σταθερό στόχο των περιηγητών που θαυμάζουν της αθηναϊκές ιδιορρυθμίες.

Προσπαθώ να τα εξηγήσω όλα αυτά στον Χοντρόη, ο οποίος όμως δυσκολεύεται να καταλάβει πώς είναι δυνατό να επιτρέπεται σε τόσους πολλούς αθηναίους να αυτοεκτιμώνται και να αυτοθαυμάζονται. Εγκαταλείπω την προσπάθεια και στρέφομαι προς τον Φιλήμονα.

«Φιλήμονα», του λέω, «οι φίλοι σου στο Κυνόσαργες δε θύμωσαν μαζί σου που κατά κάποιο τρόπο ανακατεύτηκες στην έρευνα για τα αγάλματα;»

«Όχι» μου λέει. «Κατά βάθος είναι καλά παιδιά. Και απ’ όσο είμαι σε θέση να υποθέσω, πρόθεσή τους δεν είναι να ανατρέψουν το δημοκρατικό καθεστώς, κάθε άλλο. Μάλλον να το βελτιώσουν επιθυμούν».

«Ήθελα να σε ρωτήσω αν τελικά έμαθαν ότι στη Θόλο και στην κρυψώνα μας οδήγησε, άθελά της, η νόστιμη ξανθούλα που συμμετείχε στα συμβάντα, αλλά δεν κατάλαβε ότι την παρακολουθούσα».

«Λες την Ιππαρχία. Το υποθέτουν, γιατί ήταν η μόνη που μετά την ¨παρέμβαση¨ ήρθε  κατευθείαν εκεί, αλλά δεν νομίζω ότι γνωρίζουν πώς ακριβώς συνέβησαν τα πράγματα. Πάντως έχω την εντύπωση ότι εκείνο για το οποίο παραξενεύονται και τους προβληματίζει περισσότερο, είναι που δεν έχει γίνει ακόμη καμιά κίνηση εναντίον τους. Νομίζω ότι περίμεναν να έχουν ήδη συλληφθεί την επόμενη μέρα, αν όχι το ίδιο το βράδυ της επεισοδιακής τελετής.  Πράγματι και για μένα αυτό είναι ένα από τα μυστήρια αυτής της υπόθεσης».

«Εγώ πάλι νομίζω ότι η ηγεσία της πόλης δε θέλει να μεγαλοποιήσει τα συμβάντα, γιατί υποπτεύεται ότι έτσι θα κάνει το παιχνίδι αυτής της αόρατης εξωβουλευτικής αντιπολίτευσης. Η οποία όμως, εκείνο που ίσως επιθυμεί, είναι ακριβώς το να γίνει γνωστή στο Δήμο και να αποκτήσει έτσι περισσότερους οπαδούς. Απ’ ότι έμαθα μόνο ο Δημοσθένης γκρίνιαξε, και ζήτησε άμεσο εντοπισμό και τιμωρία των υπαίτιων, αλλά και αυτός τελικά δεν επέμενε πολύ».

«Δεν συμφωνώ», μου λέει ο Φιλήμονας.  «Αν μιλάμε για τα παιδιά του Κυνοσάργους, δεν πρόκειται για οργανωμένη αντιπολίτευση. Ούτε κατ’ ελάχιστον! Άλλωστε αρκετοί από αυτούς κατάγονται από τις παλιές ισχυρές αθηναϊκές οικογένειες».

«Μια που το ανάφερες Φιλήμονα, δε μου λες, ο Φώκος, ο γιος του άρχοντα Φωκίωνα, ο οποίος το βράδυ που έγινε η ανταλλαγή των αγαλμάτων ήταν υπεύθυνος για τη φρουρά στη Θόλο, παρακολουθεί κι αυτός τις συγκεντρώσεις των κυνικών;»

«Δεν ξέρω αν ανήκει στο στενό πυρήνα, αλλά στην αριστερή  όχθη του Ιλισού τον έχει πάρει το μάτι μου κάμποσες φορές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Στου Κυνοσάργους δε συχνάζουν μόνο οι φιλοσοφούντες ¨σκύλοι¨, συχνάζουν κι άλλοι πολλοί, αρχίζοντας από εκείνους που τους αρέσει απλώς το πνεύμα, η ευθυμία κι η καλή καρδιά. Αλλά, απ’ ότι λένε, ακόμη και ο Σωκράτης εκεί σύχναζε κάποτε!»

«Και είδες που κατέληξε τελικά», γελάω εγώ.

«Έτερον εκάτερον» μου κάνει.

«Εν πάση περιπτώσει, θέλω μια ακόμη χάρη Φιλήμονα».

«Αν περνάει από το χέρι μου, ευχαρίστως».

«Θα ήθελα να τους μεταφέρεις ένα μήνυμα από μένα. Μπορείς να τους πεις ποιος ακριβώς είμαι, δηλαδή ένας βοηθός του επικεφαλής της ομάδας που μετέφερε τα αγάλματα από την Ασία. Μην τους κρύψεις ότι συνέβαλα να ξαναβρεθούν οι προτομές∙ αυτό έτσι κι αλλιώς θα μαθευτεί. Πες τους όμως ότι με ενδιαφέρει η φιλοσοφία, ότι έχω μερικές γνώσεις σχετικές με τα όσα δίδαξε ο μακαρίτης ο Αντισθένης και ο μαθητής του ο Διογένης, και θα ήθελα να αποκτήσω περισσότερες. Ζητώ λοιπόν να  μου επιτρέψουν να συμμετάσχω σε κάποιες από τις συγκεντρώσεις τους στου Κυνοσάργους».

Ο Φιλήμονας με κοιτάζει παραξενεμένος.

«Θέλεις να τους κατασκοπεύσεις;»

«Θέλω κυρίως να τους καταλάβω. Πιστεύω κι εγώ σ’ αυτά που μου είπες, δηλαδή ότι δεν είναι επικίνδυνοι ούτε για τη δημοκρατία της Αθήνας, αλλά ούτε για την κοινή προσπάθεια που καταβάλουν σήμερα οι Έλληνες. Και δεν είναι ψέμα ότι με ενδιαφέρει η φιλοσοφία τους. Δεν ξέρω πόσο θα μείνουμε τελικά στην Αθήνα, γι αυτό θα ήθελα να επωφεληθώ και όσο θα είμαστε εδώ να μάθω μερικά πράγματα παραπάνω. Δυστυχώς μου είπαν ότι ο Διογένης, που θα ήθελα πολύ να τον συναντήσω πριν διαβεί των Αχέροντα, τα καλοκαίρια τα βγάζει στην Κόρινθο και έτσι μάλλον δεν θα προλάβω τον δω.

 Εάν πάλι κάνουμε λάθος και οι δύο και οι τύποι είναι όντως επίφοβοι συνωμότες και διαφθορείς, τότε καλό είναι να έχουμε κάπως το νου μας και να τους έχουμε από κοντά».

Μένει για λίγο σκεφτικός και μετά μου λέει:

«Κοίτα, θα μεταφέρω το μήνυμά σου, αλλά δε θα εγγυηθώ προσωπικά για τίποτα». 

 «Το βρίσκω σωστό», του απαντώ.

Εν τω μεταξύ ο Χοντρόης έχει σταματήσει μπροστά σε ένα μνημείο που του μοιάζει κάπως, δεδομένου ότι αν και έχει τετράγωνη βάση, το κύριο μέρος του είναι κυκλοτερές σαν κι αυτόν.

Lysicraties

«Τι ο κύλινδρος ούτος εστί;» με ρωτάει απτόητος.

«Μα το Δία δεν έχω ιδέα. Δεν νομίζω ότι υπήρχε πριν φύγω. Αλλά έχει μια επιγραφή σκαλισμένη εκεί πέρα. Μπορείς να τη διαβάσεις ή θες να σου τη διαβάσω εγώ;»

Ο Χοντρόης πάει κοντά κι αρχίζει να συλλαβίζει.

«Λυ-σι-κρά-της Λυ-σι-θεί-δου Κι-κυ-νεύς…»

«Εντάξει», παρεμβαίνει ο Φιλήμων. «Μη ζορίζεσαι, θα σου πω εγώ περί τίνος πρόκειται. Λίγο προτού φτάσω στην Αθήνα, ήμασταν δηλαδή ακόμη στην 111η Ολυμπιάδα, σε έναν διαγωνισμό θεατρικών έργων ερμηνευμένων από τους νέους της κάθε αθηναϊκής φυλής, νίκησαν τα παιδιά της Ακαμαντίδας φυλής, παίζοντας έναν διθύραμβο. Ο χορηγός αυτής της καλλιτεχνικής προσπάθειας ήταν κάποιος που τον λένε Λυσικράτη. Σημειώστε πως για έναν καθώς πρέπει διθύραμβο, ακόμη κι αν οι ερμηνευτές είναι παιδιά, χρειάζονται τουλάχιστον πενήντα τραγοντυμένοι χορευτές, ένας τουλάχιστον καλός αυλητής κι ένας ταλαντούχος ερμηνευτής που να συνδιαλέγεται με τον χορό και να διηγείται τις περιπέτειες του γιου της Σεμέλης. Χρειάζεται επίσης κάποιος που να εμπνευστεί και να διδάξει το έργο. Ο Λυσικράτης λοιπόν κατάφερε να τα οργανώσει και να τα χρηματοδοτήσει όλα αυτά και κέρδισε έτσι το δικαίωμα να φτιάξει αυτόν εδώ τον ναΐσκο, που όπως βλέπετε από τα ανάγλυφα  που κοσμούν την ζωφόρο, είναι αφιερωμένος στο Διόνυσο, θεό που αγαπάει το θέατρο. Ο Διόνυσος κατά πως ισχυρίζονται οι Αθηναίοι τους αγαπάει κι αυτούς, για αυτό κι αυτοί με τη σειρά τους τον αγαπούν λατρεύοντας το θέατρο. Στην κορυφή βλέπετε τον χάλκινο τρίποδα, δηλαδή το βραβείο αυτό καθ’ αυτό».

images (12)

«Κατάλαβες Χοντρόη;» ρωτάω.

«Ουχί» μου λέει «Πλην όμως πεπεπεισμένος ειμί ως κατανοήσειν θέλει εν χρόνω βραχυτάτω!»

……

[1] Μεμιλτωμένον: εμβαπτισμένο σε ερυθρό μόλυβδο, μίλτος: κόκκινη χρωστική ουσία.

(συνεχίζεται)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: