Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for the ‘ΣΧΟΛΙΑ’ Category

Σχετικά με το μυθιστόρημα που συνεχίζεται…

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2016

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-4

Αυτό το καλοκαίρι, με την ιδιότητα του συλλέκτη ιστορικού υλικού για το μυθιστόρημα, ήμουν εγκατεστημένος στην (αρχαία) Αθήνα και μπορώ να πω ότι δεν πέρναγα άσχημα, κάθε άλλο.

Εντάξει, παραδέχομαι ότι μερικές αναπόφευκτες συγκρίσεις ήταν επώδυνες για κάποιον που προερχόταν από το δηλητηριασμένο παρόν, μια που τότε το λεκανοπέδιο ήταν ακόμη πυκνά δασωμένο, υπήρχαν ποτάμια, μικρά μεν, αλλά γάργαρα, και η ¨θεά¨ Φρύνη μπορούσε να αναδυθεί από τα νερά του Φαλήρου χωρίς να αλειφτεί  με κηλίδες πετρελαίου που θα προβλημάτιζαν τον Απελλή και ίσως να τον οδηγούσαν στο να εισαγάγει ένα πρώιμο εικαστικό αντικλασικισμό που μόνον λίγοι (προφήτες) θα κατανοούσαν (τότε).

Τότε, που για τους Αθηναίους του Άστεως ο Λυκαβηττός ήταν μια κοντινή εξοχή, που ο Κεραμικός ήταν το ωραιότερο προάστιο της πόλης και που η ατίθαση νεολαία σύχναζε στις όχθες του Ιλισσού, στην περιοχή του Κυνοσάργους, για να αμφισβητήσει (τους πάντες) και να κάνει  τους απαραίτητους κατά πάντων αστεϊσμούς (πλάκες).

Ωστόσο, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω (και να συγκρίνω) και  άλλα πράγματα των οποίων η γεύση (μία από τα ίδια, τα σημερινά) ήταν μάλλον παρηγορητική, με την έννοια ότι διαπίστωνα πως ακόμη και τότε, σε εποχές που αναγνωρίστηκαν ως κλασικές, ξεχωριστές, δημιουργικές, σημεία αναφοράς για τους μεταγενέστερους, οι άνθρωποι  εδώ, κάτω από τον διαυγή αττικό ουρανό, διέθεταν τις ρίζες όχι μόνον των ¨καλών¨, αλλά και των ¨κακών¨ χαρακτηριστικών που θα μας παίδευαν και θα μας έσωζαν διαχρονικά. Αυτά που θα εξακολουθούσαν για αιώνες να οδηγούν σε εξάρσεις και καταπτώσεις, σε συλλογικούς ενθουσιασμούς και ομαδικές καταθλίψεις, σε ηρωισμούς και προδοσίες, σε αυτοπεποίθηση και αυτολύπηση.

Το ταξίδι, όπως ξέρετε ήδη, αφορά στην Αθήνα του 4ου αιώνα πΧ, την οποία είπα να συμπεριλάβω στη μυθιστορία που σκαρώνω, έστω κι αν αυτή (η μυθιστορία) παρακολουθεί μέχρι τώρα την εκστρατεία του Αλέξανδρου και  (ως εκ τούτου) διαδραματίζεται στην εξωτική Ανατολή.

Από σήμερα λοιπόν αρχίζω την ανάρτηση των πρώτων κεφαλαίων του 5ου μέρους, δηλαδή εκείνων (των λίγων) των οποίων η πρώτη εκδοχή είναι ήδη έτοιμη. Φυσικά πρόκειται για πρωτόλεια κείμενα που κατά πάσα πιθανότητα θα διορθωθούν εν καιρώ, ενδεχομένως και με τις συμβουλές-συμβολές των διαδικτυακών αναγνωστών. Τα σημερινό αφορά στην προετοιμασία της ¨Αποστολής στην Αθήνα¨ του Εύελπι, ο οποίος δεν είναι μόνο επιφορτισμένος να παραδώσει στους Αθηναίους τα αγάλματα των ¨τυραννοκτόνων¨, αλλά που του έχουν ανατεθεί και άλλα, λιγότερο ¨επίσημα¨ καθήκοντα.

images-6

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ολίγα (επεξηγηματικά) για την πορεία του υπό εκπόνηση μυθιστορήματος

Posted by vnottas στο 9 Αύγουστος, 2016

images (4)

Με το κεφάλαιο που αναρτώ σήμερα ολοκληρώνεται το τέταρτο μέρος του ιστορικού, υπό εκπόνηση, μυθιστορήματος με τον (πάντα προσωρινό -τυχόν υποδείξεις αποδεκτές) τίτλο ¨Κύλικες και Δόρατα¨.

Θα ακολουθήσει ένα ακόμη ιντερμέδιο, πιθανώς η επιστολή του Ευμένη προς τον Καλλισθένη, όπου και θα γίνεται μια ανασκόπηση των έως τώρα πεπραγμένων, βοήθεια προς τους πιο αφηρημένους από τους ενδεχόμενους αναγνώστες, και μετά το πέμπτο, πιθανότατα προτελευταίο μέρος.

Θεωρώ ότι το μυθιστόρημα πήρε ήδη τον ¨κατήφορο¨ (οι βασικοί ήρωες έχουν σκιαγραφηθεί, η επιθυμητή ατμόσφαιρα έχει διαγραφεί, μια σειρά ¨αναμονές¨ έχουν παρατεθεί, πράγμα που διευκολύνει την εκπόνηση του εναπομείναντος τμήματος) προς την λήξη.

Ωστόσο νομίζω ότι δεν θα αποφύγω τον πειρασμό να εντάξω ένα μέρος της (υπόλοιπης) πλοκής, στην πιο γοητευτική πόλη της εποχής, την πόλη που στο δεύτερο μισό του τέταρτου π.Χ. αιώνα διάγει την (πρώιμη) belle époque της, την πόλη που σφύζει από πνευματικές και άλλες ανησυχίες, την πόλη όπου συχνάζουν οι πιο αξιόλογοι φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, αλλά και κατάσκοποι και τυχοδιώκτες του αιώνα εκείνου. Φυσικά μιλάω για την Αθήνα, που αυτή την περίοδο, παρά την πολιτική παρακμή, ζει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους της ιστορίας της. 

Έτσι, αυτό το καλοκαίρι του (μεταμνημονιακού) 2016 αποδρώ έχοντας βυθιστεί για τα καλά στον τέταρτο π.Χ. αιώνα, όπου συλλέγω στοιχεία για τους ήρωες της εποχής (τους ιστορικούς -τους μυθιστορηματικούς ως γνωστόν τους κάνω ό, τι θέλω) που πρέπει να μπουν στο μυθιστόρημά μου έχοντας τη σωστή ηλικία και (στο μέτρο του δυνατού) αυθεντικά τα λοιπά χαρακτηριστικά.

Βέβαια, η εποχή είναι αρκετά παρωχημένη και πολλοί μύθοι έχουν έκτοτε παρεμβληθεί παρενοχλώντας τις ακριβείς ¨ιστορικές¨ χρονολογήσεις. 

Ένα μικρό παράδειγμα: υπάρχουν ήδη στους αρχαίους ιστορικούς αναφορές στο ειδύλλιο του κωμικού δραματουργού Μένανδρου με την εταίρα Θαίδα. Όμως η Θαίδα φεύγει από την Αθήνα το 334 πΧ, ακολουθεί την εκστρατεία μέχρι τέλους και, στη συνέχεια, τον Πτολεμαίο στην Αίγυπτο, ενώ απ’ ότι φαίνεται ο Μένανδρος το 334 είναι μόλις   οκτώ χρονών. Από την άλλη ¨λέγεται¨ ότι ο Μένανδρος, ακόμη και όταν του το ζήτησε ο ίδιος ο Πτολεμαίος, αρνήθηκε να μετεγκατασταθεί στην Αίγυπτο. Επομένως το πού και πώς αυτοί οι δύο συναντήθηκαν,  νομίζω ότι μπορεί μεν να αντιμετωπιστεί μυθιστορηματικά, αλλά σίγουρα, εάν η συνεύρεση συνέβη, πρέπει να έγινε αργότερα, άρα (για να μην τα πολυλογώ)   πρέπει να ξαναδώ (και να τροποποιήσω) ορισμένες στραβές νύξεις που έχω  ήδη κάνει σχετικά με αυτό το θέμα.

Κατά τα άλλα, σας στέλνω τις ευχές μου για έναν αίσιο και δροσερό υπόλοιπο Αύγουστο.

writing-quill-with-ink-blot_small

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Προς τους συμπάσχοντες ¨ναυτιλλομένους¨ στον ωκεανό της ερασιτεχνικής συγγραφής: Λίγα λόγια για το μυθιστόρημα που δημοσιεύεται στο Ιστολογοφόρο, ενώ εκπονείται.

Posted by vnottas στο 28 Φεβρουαρίου, 2016

 

 images (1)

Με το δωδέκατο κεφάλαιο, που ήδη ανάρτησα με τίτλο ¨Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!¨, καθώς και το τρίτο ιντερμέδιο, που θα βρείτε εδώ παρακάτω, συμπληρώνεται το τρίτο μέρος του (υπό εκπόνηση) ιστορικού μυθιστορήματος. [Προσωρινός τίτλος: ¨Κύλικες και δόρατα¨, προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λογίου, στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα] .

Σημειώνω για τους φίλους που παρακολουθούν τις σχετικές αναρτήσεις ότι μπορούν τώρα να βρουν και το Γ΄ μέρος, δημοσιευμένο σε μια ενιαία σελίδα, όλο μαζί με τη σειρά, κάνοντας ¨κλικ¨ είτε στις οριζόντιες γραμμές των συνδέσμων κάτω από τον τίτλο του ιστολογίου είτε αριστερά στην κάθετη στήλη των ¨σελίδων¨. (Η συγγραφή του τέταρτου μέρους προχωρεί, υπολογίζω ότι πρέπει να βρισκόμαστε κάπου στη μέση).

Εδώ θα περιοριστώ σε μερικές γενικές παρατηρήσεις-εξομολογήσεις σχετικές με τα πιο ενδιαφέροντα αφενός, και τα πιο ζόρικα αφετέρου, σημεία ενός ¨συγγραφικού παιχνιδιού¨ αυτού του είδους.

corsi_di_scrittura

α. Γενικότερη απορία: Είναι άραγε ¨καλό πράγμα¨ να ασχοληθεί κανείς (ερασιτεχνικά πάντα) με τη συγγραφή ενός ¨ιστορικού¨ μυθιστορήματος;

Απάντηση: Δε ξέρω ποια μπορεί να είναι η γενικότερη απόφανση για την ποιοτική στάθμη του τελικού αποτελέσματος, αλλά μπορώ να αναφερθώ σε δύο πράγματα που τα θεωρώ ως εκ των προτέρων θετικά:

Το ένα είναι το πάγιο κέρδος για όποιον φτιάχνει μύθους είτε τους εντάσσει σε κάποια συγκεκριμένη εποχή είτε όχι: Ταξιδεύει, συμπάσχοντας με τους ήρωές του, σε αταξινόμητους τόπους της μνήμης και της φαντασίας, όπου μπορεί (ενδεχομένως) να ανακαλύψει ¨πράγματα¨, αλλά και να δημιουργήσει ¨θαύματα¨ ( Μήπως κάθε συγγραφέας δεν είναι ένας μικρός ερασιτέχνης θεός, που ξέρει τα πάντα και μπορεί να κάνει τα πάντα για τους ήρωές του;)

Το άλλο καλό αφορά ειδικά στις περιπτώσεις που ο μύθος εντάσσεται σε ιστορικά πλαίσια: Σε προτρέπει να εντρυφήσεις  με τρόπο ζωντανό (έως συναρπαστικό) σε μια άλλη εποχή. Που πάει να πει ότι μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα. Ομολογώ ότι ξέρω πια για την εποχή κατά την οποία δρουν οι ήρωές μου πολύ περισσότερα από όσα γνώριζα όταν άρχισα τη συγγραφή.

Βέβαια σε αυτή την περίπτωση δεν μπορείς να κάνεις ό, τι θέλεις με τους ήρωές σου, τουλάχιστον με εκείνους για τους οποίους μιλάει η Ιστορία. Γι αυτό είσαι υποχρεωμένος να μάθεις καλά όσα έχουν ήδη ειπωθεί γι αυτούς, έτσι ώστε να μη πέσεις σε απαράδεκτες αντιφάσεις. Μπορείς όμως πάντα να  τους πλαισιώσεις με φανταστικούς, καθαρά μυθιστορηματικούς ήρωες, για τους οποίους ισχύει και πάλι η κοπτοραπτική σου δυνατότητα.

435275-book

β. Πώς (και γιατί) έγινε η επιλογή της συγκεκριμένης εποχής;

Απάντηση: Στο παλιότερο σύγγραμμά μου ¨Από τον βωμό και τον άμβωνα στην οθόνη¨ είχα υποστηρίξει ότι σε κάθε επικοινωνιακά καθορισμένη ιστορική περίοδο, υπάρχει και μία κυρίαρχη ομάδα επικοινωνητών οι οποίοι ασκούν εξουσία (πειθούς) μαζί (ή ενάντια) με εκείνους που εκφράζουν συνασπισμούς εξουσίας βασισμένους σε άλλες σημαντικές ανθρώπινες δραστηριότητες (πολιτική, οικονομία, κλπ).

Έτσι, πριν επινοηθεί η γραφή, την εποχή του προφορικού λόγου, την επικοινωνιακή ηγεσία διατηρούν επί χιλιετίες οι ¨μάγοι¨, ενώ η ¨οργάνωση των αναγκαίων αφηγήσεων¨ που εξασφαλίζει η γραφή, επέτρεψε την αντικατάστασή τους από τους ¨ιερείς¨.  Με τον ίδιο τρόπο η τυπογραφία θα δώσει την επικοινωνιακή εξουσία στους διανοούμενους, ενώ τα ΜΜΕ θα την μεταφέρουν (εν τέλει)  στους ¨ανθρώπους της εικόνας¨, τους διαφημιστές και τους δημοσιοσχετίστες.  Με άλλα λόγια, όσο ο άνθρωπος, για να βρει απαντήσεις στα πάγια υπαρξιακά ερωτήματά του, θα καταφεύγει στη σφαίρα της μεταφυσικής (αρχαϊκή περίοδος), η επικοινωνιακή εξουσία θα καταλήγει στα χέρια μάγων και ιερέων, όταν (με αρκετή δόση οίησης) αποφασίζει να χειραφετηθεί,  την επικοινωνιακή εξουσία την αναλαμβάνουν διανοούμενοι και επιστήμονες (περίοδος νεοτερικού ανθρωπισμού-μοντερνισμού).  Και όταν ο Άνθρωπος παύει να πιστεύει τόσο στο θεό όσο και στον εαυτό του, τότε έρχεται η ώρα των σχετικιστών, αυτοϊκανοποιούμενων πραγματιστών, των ¨μεταμοντέρνων¨.

Σε αυτή την γενικότατη διάκριση εποχών και κυρίαρχων επικοινωνιακών ομάδων, υπάρχει μια σημαντική εξαίρεση που αφορά σε μια περίοδο (ανολοκλήρωτου) ανθρωπισμού που αναφύεται μέσα σε ένα περιβάλλον πλήρους αρχαϊκότητας. Πρόκειται για την ελληνική και ρωμαϊκή περίοδο, κατά τις οποίες αναπτύσσεται ένας πρώιμος ¨μοντερνισμός¨, που όμως δεν πρόκειται να εδραιωθεί αν και συνοδεύτηκε από ηχηρές καινοτομίες, κυρίως στο πολιτικό και το επικοινωνιακό πεδίο (επινόηση του πολιτεύματος της Δημοκρατίας, έξοδος της Γνώσης από ανάκτορα και ναούς και διάδοσή της). 

Οι φιλόσοφοι, οι ποιητές, οι επιστήμονες (δηλαδή οι ¨επικοινωνητές¨ αυτής της περιόδου) θα βάλουν τα θεμέλια που θα διευκολύνουν την πολύ μεταγενέστερη Αναγέννηση, που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε δραστικές αλλαγές, στη γαλλική επανάσταση και στον (σύγχρονο) κόσμο που, μέχρι πρόσφατα, νομίζαμε γνωστό και οικείο.

4543847_6d44229b73_m

Με βάση λίγο πολύ τα παραπάνω, μου είχε δημιουργηθεί η σκέψη: Τι θα συνέβαινε εάν κάποιος από τους ¨επικοινωνητές¨ της κλασικής αρχαιότητας συνειδητοποιούσε έστω μερικά, σε τι κοσμογονικές εποχές ζούσε και εάν αποφάσιζε να επινοήσει και να προτείνει μια πολιτική για την ολοκλήρωσή των επωαζόμενων αλλαγών;

Θα μου πείτε πως ο Πλάτωνας, για παράδειγμα, αλλά και ο Αριστοτέλης, ίσως και ο Ισοκράτης και άλλοι γνωστοί διανοητές θα μπορούσαν να ιδωθούν κάτω από αυτό το πρίσμα. Σύμφωνοι, αλλά θα χρειαζόταν μια (επώδυνη, αλλά και ούτως ή άλλως πολύ δύσκολη) τομή πάνω στο πολυσχολιασμένο και πολυσχιδές έργο τους, που θα δυσκόλευε τη μυθοπλαστική επέμβαση.

Τελικά θεώρησα ότι ένα κατάλληλο τέτοιο πρόσωπο θα μπορούσε να είναι ο μαθητής του Αριστοτέλη και ιστορικός της επεκτατικής φάσης του αρχαίου ελληνογενούς νεοτερισμού, ο Καλλισθένης.

images (4)

Ξεκίνησα λοιπόν για να μιλήσω περί μιας (ενδιαφέρουσας κατά τη γνώμη μου) εποχής, εστιάζοντας σε κάποιον που μπορεί να αναλάβει τον δραματικό  ρόλο του έντιμου αλλά και ενεργού διανοητή, σκαπανέα μιας νέας αντίληψης μέσα σε ουσιαστικά ανώριμες συνθήκες.  Τον Καλλισθένη που  δρα πλάι στον Αλέξανδρο (κατά κάποιο τρόπο πρώιμο Ναπολέοντα) και τον στηρίζει έως ότου τα γεγονότα τον υποχρεώσουν να προσγειωθεί και να αμφισβητήσει τον βασιλιά και τις επιλογές του.

Βέβαια, όπως είδατε, κατά την εκπόνηση, με γοήτευσαν και άλλοι χαρακτήρες που εκκολάφτηκαν καθ’ οδόν για να εξυπηρετήσουν τις μυθοπλαστικές ανάγκες, όπως ο βασικός συν-αφηγητής Εύελπις, ο δούλος-¨προλετάριος¨ Οινοκράτης, το Πουλχερίδιον και άλλοι.

Αλλά για να επανέλθω στο ερώτημα περί της επιλογής της συγκεκριμένης εποχής, ας πω ότι, ό, τι κι αν ισχυρίζονται οι πιο φαντασμένοι από τους ενσωματωμένους ιστορικούς, καμιά επιλογή πάνω στο ¨άμοιρο¨ (κακόμοιρο) σώμα της Ιστορίας δεν είναι άμοιρο των τρεχουσών (σημερινών) καταστάσεων και αναγκών.

Υπενθυμίζω ότι όταν η ανερχόμενη αστική τάξη στην Ευρώπη είχε ανάγκη από σημεία αναφοράς για να δείξει ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς την κηδεμονία του μεσαιωνικού ιεραρχείου και των ευγενών, έφτιαξε ένα ολόκληρο πολιτιστικό ρεύμα (κλασικισμός) γεμάτο αναφορές στην αρχαία ελληνική δημοκρατία, ενώ όταν, σχετικά πρόσφατα,  ο εγκατεστημένος πλέον καπιταλισμός αποφάσισε να γίνει ¨οικουμενικός¨, να που οι αναφορές αυτές αντικαταστάθηκαν από άλλες που μιλάνε (περισσότερο και θαυμαστικά) για τις αυτοκρατορίες του Αλέξανδρου ή των Ρωμαίων.

Άρα είναι αναμενόμενο πως, κατά βάθος, είναι οι αυτοκρατορικές τάσεις που μπορεί να διαγνώσει κανείς (χωρίς πολύ κόπο) στην εποχή μας, που διαγείρουν το ενδιαφέρον (προς αποφυγή ή προς μίμηση) για τις ¨αυτοκρατορικές¨ περιόδους της ιστορίας.

Επί πλέον, ο τέταρτος πΧ αιώνας παρουσιάζει μία ακόμα ενδιαφέρουσα ιδιομορφία. Ενώ διάφοροι παράγοντες (όπως η δουλοκτησία που καθιστά μη αναγκαίες τις μηχανές) εμποδίζει τις εκδηλωμένες νεοτερικές τάσεις να ¨ωριμάσουν¨, και ενώ η Δημοκρατία, όπου ακόμη υπάρχει, βρίσκεται σε κρίση, εκδηλώνονται εν τη γενέσει και φαινόμενα με χαρακτήρα σχετικιστικό και ¨μεταμοντέρνο¨∙ μιλάω κυρίως για τον ατομικισμό που εμπεριέχεται στις απόψεις αρκετών από τους ¨σοφιστές¨, όπως εκ των υστέρων ονομάστηκαν. (Τόσο που είναι να απορεί κανείς που οι μεγάλες σημερινές εταιρίες διαφήμισης και δημοσίων σχέσεων, δεν χρησιμοποιούν στην επωνυμία τους το όνομα των διασήμων αυτών προδρόμων!)

Alessandro

γ. Ερώτηση: Σε γενικότερο επίπεδο, σε τι διαφέρει και σε τι μοιάζει μια τέτοια αρχαία εποχή με τη δική μας; Για ποια θέματα έχουμε λίγο πολύ κοινά σημεία αναφοράς με τους ¨τότε¨ και για ποια είναι αναγκαίο (όταν συγγράφεις ιστορικό μυθιστόρημα) να δίνεις στον αναγνώστη εξειδικευμένες διευκρινίσεις;

Απάντηση: Όπως έλεγε ένας (ενδιαφέρων) τύπος, του οποίου τα συγγράμματα είχα χρησιμοποιήσει όταν δίδασκα (ο Ρεζίς Ντεμπρέ), ο άνθρωπος όντως προοδεύει (και ως εκ τούτου αλλάζει), εάν ως πρόοδο θεωρήσουμε το γεγονός ότι καταφέρνει να σωρεύει, όλο και ταχύτερα, γνώσεις για τον υλικό κόσμο, δηλαδή για τα ¨πράγματα¨ γύρω του, ενώ  όσον αφορά στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους (ατομικές ή συλλογικές), η πρόοδος είναι πολύ πιο αργή και συζητήσιμη. Γι αυτό και καταφέρνουμε να συμπάσχουμε με τα πάθη ανθρώπων/λογοτεχνικών ηρώων που έζησαν σε πολύ προγενέστερες εποχές, όπως ας πούμε ο Οιδίποδας ή ο Μάκβεθ, έστω κι αν στις εποχές εκείνες η γνώση επί των ¨πραγμάτων¨ ήταν πολύ διαφορετική από την σημερινή: άλλη η τότε τεχνογνωσία, άλλες οι τεχνολογικές εφαρμογές, πλην όμως εμείς και εκείνοι μοιάζουμε επαρκώς.  Αν δεν υπήρχε αυτό το (συναισθηματικό) κοινό πεδίο αναφοράς ανάμεσα στο σήμερα και το χτες, αν όχι τίποτα άλλο, το ιστορικό μυθιστόρημα θα ήταν ανέφικτο ή ακριβέστερα  ξενέρωτο.

Ωστόσο υπάρχουν μερικά σημεία που πρέπει κανείς να προσέξει ιδιαίτερα. Για την περίπτωση της συγκεκριμένης συγγραφικής προσπάθειας θα αναφερθώ σε δύο από αυτά. 

Το πρώτο είναι η δουλοκτησία. Νομίζω ότι ο σημερινός αναγνώστης δύσκολα μπορεί να εξοικειωθεί με τις (ιδιάζουσες σε σχέση με τις σημερινές) ανθρώπινες σχέσεις που πρέπει να αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα δουλοκτητικό περιβάλλον, και μάλιστα σε μια εποχή που το φαινόμενο θεωρείται αποδεκτό, αν όχι αυτονόητο, χωρίς κάποια βοήθεια από τον αφηγητή. Αλλά αυτός ο τελευταίος όχι μόνο πρέπει να ενημερωθεί (όσο μπορέσει) αλλά και να υποθέσει και να επινοήσει.

Το δεύτερο είναι ο πόλεμος. Εικάζω ότι στις προ της ατομικής βόμβας εποχές, και ακόμη περισσότερο στις προ της πυρίτιδας, ο πόλεμος (που δεν μπορούσε -τότε- να θεωρηθεί μια επίφοβη αιτία συλλογικής αυτοκτονίας) ήταν πολύ περισσότερο μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Την εποχή για την οποία συγγράφω, ο πόλεμος, (ως πατήρ πάντων) αποτελούσε μια σχεδόν διαρκή ενασχόληση ατόμων και κοινωνιών και, αν όχι άλλο τι, είχε ακόμη το θεό του!

fotolia_61399889_med_hr

δ. Πώς είναι να γράφεις και να αναρτάς κομμάτι-κομμάτι τα γραφόμενα στο διαδίκτυο;

Απάντηση: Το να δημοσιεύεις ενώ ακόμη γράφεις δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο. Το έκαναν οι μεγάλοι πρόδρομοι (με τα ένθετα στις εφημερίδες Feuilleton) ήδη τον 19ο αιώνα με μεγάλη επιτυχία, το κάνουν οι σεναριογράφοι των τηλεοπτικών σειρών ακόμη και σήμερα. Εκείνο που είναι νέο, είναι η δυνατότητα άμεσης ¨επικοινωνιακής ανάδρασης¨ που επιτρέπει  το διαδίκτυο. Εάν δεν επωφελούνται οι επαγγελματίες, είναι γιατί το προϊόν στο μανταλάκι του ιστού δεν είναι εμπορεύσιμο. Αντίθετα, το διαδίκτυο είναι η χαρά και η ευκαιρία των ¨εραστών της τέχνης¨ της γραφής.  Έλαβα ήδη χρήσιμες παρατηρήσεις από αναγνώστες των αναρτήσεων και τους ευχαριστώ.

Υπάρχει ακόμα κάτι που είναι καινούργιο και ευχάριστο: Μειώνεται ο συχνά αυθαίρετος ρόλος του έκδοτη, καθώς και εκείνων, των υποτίθεται ειδημόνων (ή συχνά εγκάθετων) ¨αναγνωστών¨ που επιλέγουν για λογαριασμό του, τι πρέπει να εκδοθεί και τι όχι.   

scrivere-s

 ε. Τι γράφεται με βάση έναν αρχικό σκελετό πλοκής και τι επινοείται καθ’ οδόν;

Απάντηση: Στην περίπτωσή μου, πέρα από την ¨αρχική υπόθεση¨ που συμπεριλαμβάνει τον εντοπισμό της ιστορικής περιόδου  και υποδεικνύει τον βασικό ¨ιστορικά υπαρκτό¨ ήρωα, τα άλλα επινοούνται καθώς ο μύθος παίρνει γραπτή μορφή. Το ίδιο συνέβη και με τα άλλα δύο μυθιστορήματά μου, που ήταν αποκλειστικώς προϊόντα φαντασίας. Αν περίμενα να ολοκληρωθεί πλήρως η ιστορία σε μια συνεπή προκατασκευή, μάλλον δε θα άρχιζα ποτέ να γράφω.

assets_large_t_420_54035522

ζ. Ποιος είναι ο γλωσσικός τύπος που ενδείκνυται σε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην κλασική αρχαιότητα;

Απάντηση: Δεν ξέρω. Μάλλον όχι τα αρχαία ελληνικά. Διαισθάνομαι όμως ότι το θέμα και η εποχή όπου εξελίσσεται η πλοκή, δε μπορεί παρά να επηρεάσει τον γλωσσικό τύπο που υιοθετείται. Όσο και αν επιλέγεις (τη δική σου) δημοτική, αποκλείεται να αποφύγεις την λόγια λέξη, την ασυνήθη σύνταξη, που όμως δίνει στην αφήγησή σου το απαραίτητο χρώμα.

Νομίζω ότι, εν τέλει, πρέπει να βρεις ένα συνδυασμό ανάμεσα στις απαιτήσεις της τρέχουσας γραμματικής και σύνταξης, της εσωτερικής γλωσσικής συνέπειας της διήγησης, και -ακόμη περισσότερο -των δύο βασικών γλωσσικών αισθημάτων: του δικού σου και εκείνου που υποθέτεις ότι διαθέτουν οι αναγνώστες σου. Ο συνδυασμός αυτός εμπεριέχει (μοιραία) αντιφάσεις. Πολύ περισσότερο όταν βάζεις τους διάφορους ήρωές σου να διηγούνται σε πρώτο πρόσωπο. Αλλά και όταν μιλάς εσύ. Οπότε συμβαίνει, άλλοτε να σου φαίνεται αποδεκτή η γενική ¨του Αλέξανδρου¨ και άλλοτε πάλι να μπορείς να γράψεις μόνον ¨του Αλεξάνδρου¨,   άλλοτε ¨του λογίου¨ και άλλοτε ¨του λόγιου¨, άλλοτε ¨απαραδέκτως¨ και άλλοτε ¨απαράδεκτα¨. Υπομονή! Πες ότι η ήδη πλούσια ελληνική γλώσσα, διαθέτει και αποχρώσεις κρυμμένες μέσα στους διαφορετικούς τονισμούς.(Έτσι μου ‘ρχεται να αναγράφω μερικές τέτοιες λέξεις άτονα και να διαλέγει τονισμό ο αναγνώστης!)

[ Βέβαια ίσως θα παρατηρήσατε ότι μου έχει προκύψει και ένας ¨ήρωας¨ (ο πέρσης Χοντρόης)  που προσπαθεί να μιλήσει  αρχαία ελληνικά (είναι ο μόνος) , αλλά που -ευτυχώς- δεν τα καταφέρνει].

passal1

η. Τι γίνεται με τις (αντιπαθητικές) υποσημειώσεις.

Απάντηση: Έχω ήδη γράψει σχετικά σε προηγούμενο σημείωμα. Οι υποσημειώσεις ενδείκνυνται στα συγγράμματα, αλλά στα μυθιστορήματα ενοχλούν. Εάν εμένα μου προκύπτουν αυθορμήτως, λόγω πανεπιστημιακής διαστροφής, οι αναγνώστες μου δε μου φταίνε σε τίποτα, να τους διακόπτω κάθε τόσο για να τους στείλω στο τέλος της σελίδας, όπου να τους κάνω τον έξυπνο με κειμενάκια που μπορεί να είναι και πλεοναστικά.  (Επαναλαμβάνω ότι, αν τις έχω χρησιμοποιήσει και στα άλλα μυθιστορήματά μου, το έκανα χάρη αστεϊσμού, για να σατιρίσω την συχνά αδόκιμη χρήση τους κυρίως στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, όπου εξάλλου διαδραματίζονταν εκείνες οι ιστορίες).

 Έλα όμως που στη περίπτωση του ιστορικού αφηγήματος, βοηθούν αποτελεσματικά για να εντάξεις το φανταστικό στο ιστορικό μέρος, και σίγουρα βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση αυτών που θέλεις να πεις.  Σκέφτομαι τελικά να τις μαζέψω, μαζί με κάποιες από τις σκέψεις που σας εκμυστηρεύομαι εδώ, σε ένα είδος παραρτήματος-επιμυθίου στο τέλος του μυθιστορήματος, όταν βέβαια αυτό ολοκληρωθεί.

scrittura-creativa

θ. Είναι απαραίτητη η εικονογράφηση;

Απάντηση: Δεν θα έλεγα. Υποτίθεται ότι η μυθιστορηματική αφήγηση είναι αυτάρκης. Όμως δεν μπορώ να μην εξομολογηθώ την νοσταλγία (μου, αλλά την έχει αποδεχθεί και ο Έκο), για εκείνα τα πρώτα ιστορήματα της (πάλαι ποτέ) παιδικής ηλικίας, όπου ο πρώτος σαγηνευτής των αναγνωσμάτων ήταν η εικόνα. Πολύ θα ήθελα αν και όταν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γίνει βιβλίο, να υπάρχουν εικονογραφικοί υπαινιγμοί που να παραπέμπουν στα αναγνώσματα εκείνης της εποχής. Για την ώρα εκμεταλλεύομαι τη δυνατότητα, που μου δίνει το διαδίκτυο, να ψάχνω και να δανείζομαι  τις ζωγραφιές που βρίσκω προσιδιάζουσες στο  κείμενο

shutterstocktypewriter2

ι. Θα γίνουν αλλαγές στα κομμάτια που έχουν ήδη αναρτηθεί;

Εννοείται. Αλλά όχι πολλές. Εκτός κι αν ανακαλύψω στο τέλος ότι υπάρχουν μεγάλα πλεοναστικά τμήματα, οπότε θα είμαι υποχρεωμένος να τα κόψω. Όμως εάν κρίνω από προηγούμενες συγγραφές τα περισσότερα κομμάτια διορθώνονται μεν, αλλά παραμένουν εν πολλοίς στην αρχική τους διατύπωση. Υπάρχουν, βέβαια, οι εκ των υστέρων αλλαγές που οφείλονται σε μικρές καθ’ οδόν τροποποιήσεις του μύθου. Για παράδειγμα ίσως χρειαστεί να προσθέσω ορισμένα κεφάλαια με πρωταγωνίστρια την Θαϊδα (ένα στο δεύτερο και ένα στο τρίτο μέρος) ή να αλλάξω την προέλευση του αλόγου του Εύελπι, γιατί τώρα το θέλω αραβικό και όχι θεσσαλικό.

Αυτά για την ώρα, ευχαριστώ για την παρέα, γεια χαρά.

Il-Focusing-e-la-scrittura

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | 1 Comment »

¨να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω…¨

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2014

Βιβλία στη κάψα του καλοκαιριού

Προτάσεις του Ηλία Κουτσούκου

 

1.  ‘να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω’

της Μαργκερίτε Χουμς

images (10)

 Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-ποταμό, 814 σελίδων, όπου η γερμανοτραφής συγγραφέας κάτω από φοβερή ψυχολογική πίεση στοιχειώνει τον μύθο της.

Μια γεροντοκόρη δασκάλα πιάνου που ζει πέντε δεκαετίες με τους γονείς της έξω από το Μόναχο, αποφασίζει να τους σκοτώσει και να τους θάψει στον κήπο με τη συμπαράσταση του εξηντάχρονου Αλγερίνου κηπουρού Μπεν-Αλί. Καταστρώνει το σχέδιο της με κάθε λεπτομέρεια πλην όμως την τελευταία στιγμή ο μελλοντικός εραστής της μετανιώνει γιατί αντιμετωπίζει πρόβλημα στον προστάτη κι αυτή του αποκόπτει μ ένα κλαδευτήρι τα γεννητικά του όργανα –ενώ αυτός κοιμάται- τα  οποία  και στέλνει με κούριερ στην πρεσβεία της Αλγερίας στο Βερολίνο..

 

2. ‘τι  θα σου μαγειρέψω απόψε αγαπημένη’

Του Νορβηγού συγγραφέα Ματέους Σλουγκεμπόργκ

αρχείο λήψης (1)

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται  στη σύγχρονη Νορβηγία όπου ένα ζευγάρι απ το Μπέργκεν που διατηρεί εστιατόριο σολομών, αποφασίζει να περάσει τις διακοπές του σε διαφορετικά φιόρδ της πανέμορφης χώρας. Ο Κερτ -μάγειρας στο επάγγελμα, 32 χρόνων- σ’ αυτές τις διακοπές έχει πάμπολλες εκπλήξεις για τη γυναίκα του Χανελόρε και μαγειρεύει για αυτή διαφορετικές σάλτσες με κρέατα που προέρχονται από κομμάτια δασοφυλάκων και μοναχικών ψαράδων των φιόρδ. Η Χανερόλε ζει το πιο όμορφο  καλοκαίρι της, το οποίο και καταγράφει κάθε βράδυ στο ημερολόγιο της…

 

‘Το ταχυδρομείο δεν πρόκειται να ανοίξει’

Εκπληκτική νουβέλα του άνεργου συγγραφέα Φρανσουά Εκπεσώ

images (11)

Ο πενηντάχρονος Γκιγιώμ Λιμιέρ παίρνει ένα επίσημο γράμμα απ τη Γενική Διεύθυνση των Ταχυδρομείων της Γαλλίας, όπου του ανακοινώνεται η απόλυσή του στα πλαίσια των περικοπών. Τότε βάζει μπρος στο σχέδιο του και με δυο τεράστια μπετόνια βενζίνης περιλούει μέρα-μεσημέρι το ταχυδρομείο της κωμόπολής του στο Αντρε-νου της Βρετάνης και καίει τρεις  υπαλλήλους, τέσσερις πελάτες και τον Διευθυντή…

Στη δίκη που ακολουθεί, ο εμπρηστής Γκιγιώμ βρίζει ασύστολα τον Δικαστή της έδρας, αποκαλύπτωντας
πως η γυναίκα του είναι λεσβία κι έχει πολύχρονη σχέση με τη γυναίκα του Διευθυντή του ταχυδρομείου.

 

‘Θαρχόμαστε  συνέχεια στο σπίτι σας’

 του Σομαλού συγγραφέα Αχμέτ αλ-μπεν- Λίλι

images (13)

Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα 617 σελίδων, όπου ο άγνωστος στο Ευρωπαικό κοινό Αχμέτ  αλ-μπεν  Λίλι από το Μογκαντίσου της Σομαλίας, εξηγεί με απίστευτο μίσος γιατί οι ισλαμιστές θα ταξιδεύουν συνεχώς και αενάως ως λαθρομετανάστες σε χώρες της Μεσογείου με στόχο να νοθεύσουν γεννητικά τον πληθυσμό της γηραιάς ηπείρου, ώστε οι ‘δυτικοί’ ν’ αποφασίσουν ν’ αλλάξουν πολιτική απέναντι στο Ισλάμ και να πάψουν να είναι τα γκαρσόνια  ή οι μπάτλερ των ΗΠΑ.

 

ΥΓ.  Αν βρείτε τα παραπάνω βιβλία για το καλοκαίρι, ας με πάρετε τηλέφωνο..

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Η μελαγχολική δημοκρατία

Posted by vnottas στο 18 Ιουνίου, 2013

σαββιδης

Η εκπομπή «Ανιχνεύσεις» του Παντελή Σαββίδη με τίτλο: «Η μελαγχολική δημοκρατία. Ποιο είναι το μέλλον της κυβέρνησης και του τόπου;» μεταδόθηκε ζωντανά μέσω του Livemedia.gr τη Δευτέρα 17 Ιουνίου,  ώρα 10 μμ. από το THE ΜΕΤ HOTEL, στην Θεσσαλονίκη.

Στο πάνελ της εκπομπής συμμετείχαν οι

Κώστας Μπλιάτκας – Γενικός Διευθυντής ΕΤ3
Δημήτρης Τσάμης – Πρόεδρος Ιατρικού Συλλόγου Θεσ/νίκης και πρώην Πρόεδρος ΕΤ3
Βασίλης Νόττας – Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ ΑΠΘ.

Παράλληλα, έγιναν παρεμβάσεις προσωπικοτήτων μέσω skype από Αθήνα.

Η εκπομπή υπάρχει εδώ

http://www.livemedia.gr/video/46121

και εδώ

http://www.anixneuseis.gr/?p=69265

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, VIDEO | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η βδελυγμία και οι μηνοούμενοι (μια που οι διανοούμενοι μας τελείωσαν)

Posted by vnottas στο 4 Ιανουαρίου, 2013

Εντάξει, ενδέχεται να μοιάζει κάπως ανορθόδοξο στους χαλεπούς καιρούς που περνάμε, το ιστολογοφόρο να αναρτά κείμενα με τίτλο ¨Αφήστε με να είμαι ευτυχισμένος¨ (έστω κι αν είναι στίχοι Νερούδα) ή  ένα ¨τραγούδι για τους παλιούς εραστές¨ (απόδοση στα ελληνικά ενός μελοποιημένου ποιήματος αγάπης του Μπρελ), ή άλλα παρόμοια, συγκινησιακά και συναισθηματικά.

Πολύ περισσότερο, που προσωπικά πιστεύω ότι για να ξεμπλέξουμε τους κόμπους και να λύσουμε τα κοινωνικά προβλήματα που μας πνίγουν, χρειάζεται συλλογικότητα και όχι υπερτονισμός των ατομικοτήτων, όσο κι αν έχουν και τα άτομα άγχη, προβλήματα και κόμπους συμπεπλεγμένους και οδυνηρούς.

Θα μπορούσα, βέβαια, να ισχυριστώ ότι το ιστολογοφόρο δεν είναι κατ’ ανάγκην χώρος μανιφέστων και προκηρύξεων, αλλά ότι διεκδικεί ελεύθερη ρότα στις μπουνάτσες και τις φουρτούνες της διαδικτυακής θάλασσας.

 Όμως δεν το λέω, γιατί ξέρω καλά πως κάθε επικοινωνιακή πράξη, όποια μορφή κι αν έχει και όποιου είδους περιεχόμενο κι αν δηλώνει, εν δυνάμει προκαλεί κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις, προεκτάσεις και παρενέργειες.

Και είναι αλήθεια ότι η εξύψωση σε πρωταρχική αξία της ατομικής ευτυχίας και κάποιας αγάπης ξεκομμένης από τα συλλογικά ιδεώδη και το συλλογικό μέτρο, έχει συχνά χρησιμοποιηθεί από την κατεστημένη κουλτούρα στην αντιπαράθεσή της με τις κοινωνικές διεκδικήσεις των  αδικημένων.

Έχει χρησιμοποιηθεί σε εκκλήσεις και προτροπές εικονογραφημένες με καταναλωτικά μπιχλιμπίδια, όπου η ατομική ευτυχία και η αγάπη προτείνονται σε ειδικές προσφορές και σε ενιαία συσκευασία μαζί με χρήσιμα και άχρηστα προϊόντα και εμπορεύματα.

Κάτι τέτοιο έχει συχνά συμβεί στο παρελθόν. Και το σχετικά πρόσφατο. Αλλά όχι πλέον τώρα.

Τώρα που η μεγάλη φούσκα έσκασε και το απόστημα πυορροεί, δεν τους ενδιαφέρει τόσο να μας υπενθυμίσουν ότι η ευτυχία είναι καλό και θεμιτό πράγμα. Τώρα μάλλον συμφέρει να είμαστε φοβισμένοι, περιδεείς, τρομοκρατημένοι. Και στο συλλογικό και στο ατομικό επίπεδο. Και να συμπεριφερόμαστε κατ’ ακολουθία.

Ό, τι παλιότερα θεωρούταν σιχαμερό, αγχώδες, άσχημο, βδελυρό, λανσάρεται τώρα με επίταση, όχι μόνο από τις ασώματες κεφαλές των εμπορικών μέσων, αλλά και από τους καλτ-αρισμένους (και κλαταρισμένους) εκσυγχρονιστές  μηνοούμενους. Οι διανοούμενοι ως γνωστόν, δεν υπάρχουν πια! Τους καταπλάκωσε το τρένο της κατανάλωσης και τους αποτελείωσαν οι απανωτές εκρήξεις των πραγματιστικών κυστο-φουσκών. Όσοι λίγοι έχουν απομείνει, δίνουν μάχες οπισθοφυλακής καθώς απομακρύνονται εσπευσμένα από τις φυσικές τους εστίες, στις οποίες έχουν αναρτηθεί πλέον τα (διαφημιστικά) λάβαρα των νικητών  Ιδιωτών, δημοσιοσχετιστών και εικονοπλαστών.

Μόνο που αυτοί οι τελευταίοι δεν επιμένουν πια στο να προτείνουν τις παλιές προσφιλείς τους ευτυχίες (πακεταρισμένες σε οικονομικά ή πολυτελή πακέτα), αλλά, αλλάζοντας βιολί, προσπαθούν να μας εθίσουν στην (ανομολόγητη) γοητεία της καταστροφής. Η παγωμένη χαμογελαστή ευεξία του καταναλωτή πάει πια, ζήτω τα βαμπίρ, τα ζόμπι, οι λογής λογής μάγοι, [που ως γνωστόν λύνουν τα προβλήματα ως δια μαγείας(!) και βρίσκονται πέραν των ελέγχων και των κανονισμών].

Ζήτω  οι κακοί γενικότερα! Είναι οι μόνοι που εξουδετερώνουν την εγκληματικότητα! Νομιμοποιώντας την!

Απέναντι σ’ αυτό το κύμα πολιτισμικής τρομοκρατίας ευτυχώς υπάρχουν αντίδοτα, έστω κι αν  πρέπει, καμιά φορά, να τα ανασύρεις από το υπέδαφος του παρελθόντος, όπου οι σπόροι/φορείς της ομορφιάς του συναισθήματος, επιβιώνουν των βδελυρών εποχών.

 (Και βέβαια υπάρχει η παράμετρος ζόρι, που εν τέλει επιφέρει την συνειδητοποίηση των λαών περισσότερο από οποιαδήποτε ριζοσπαστικά συνθήματα και λόγια).

Posted in Άπόψεις - Άρθρα, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Παρένθεση στον Μονόλογο

Posted by vnottas στο 19 Δεκέμβριος, 2012

images (17)

Ολίγη από θεωρητικολογία: Περί άλγους και νόστου

 Ας μιλήσουμε περί άλγους, αλλά ας μην υπερβάλλουμε.

Ας ξαναπούμε μερικά αυτονόητα, που όμως έχουμε την τάση να ξεχνάμε: Αυτή η, από ενοχλητικά έως απελπιστικά, δυσάρεστη αίσθηση που ονομάζουμε ¨πόνο¨, βασικά δεν είναι άλλο παρά ένα κουδουνάκι (εντάξει, μπορεί να φτάσει ως εκκωφαντική καμπάνα) συναγερμού. Έχει τοποθετηθεί από τη (μάνα) Φύση σε ζωτικά και επίκαιρα σημεία, προκειμένου να προειδοποιεί για επερχόμενες κρίσιμες καταστάσεις και για υπαρκτούς κινδύνους. Ή για να υπονοεί ότι διαβρωτικές, αποδομητικές εστίες έχουν ήδη εγκατασταθεί στον οργανισμό και πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Το άλγος είναι απαραίτητο εξάρτημα ενός συστήματος ασφαλείας και επιβίωσης. Λέει με τρόπο, άλλοτε απλώς υπαινικτικό και άλλοτε οδυνηρά αιχμηρό, άλλοτε συμβουλευτικό και άλλοτε εξαιρετικά επιτακτικό: πάρτε τα κατάλληλα (ιαματικά) μέτρα.

Ο πόνος δεν είναι το ¨κακό¨ καθεαυτό, ούτε η τιμωρία για το ¨κακό¨, παρά μόνο η ένδειξη ότι το κακό βρίσκεται κάπου εκεί γύρω, κρυμμένο ή εσκεμμένα αγνοημένο, και ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Χωρίς πόνο, ένα ζωικό είδος σαν τον ημέτερο αυτό-αποκαλούμενο Σάπιενς Σάπιενς, θα είχε εκλείψει, προτού καλά καλά συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει. Κι αυτό γιατί, προικισμένος όπως είναι με την ικανότητα να φτιάχνει σχεδόν αδιαφανή φαντασιακά πέπλα, καταφέρνει να καλύπτει την φθορά (όσο κι αν αυτή επικαλείται εξασφαλιστικό συμβόλαιο στην αδυσώπητη Θερμοδυναμική ΑΕ).

Μην ενίστασθε. Σύμφωνοι, μπορεί τα παραπάνω να αφορούν κυρίως τον σωματικό πόνο, αλλά και ο ψυχικός λειτουργεί ανάλογα:  

Το άλγος της ενοχής προτρέπει προς την κάθαρση, το άλγος της τύψης προς την εξιλέωση, οι Ερινύες μπορεί να προκύπτουν κακάσχημες, αλλά είναι περισσότερο θεές της αποκατάστασης παρά του μίσους (ή, καλύτερα, του μισητού Τέλους).

Οι παραπάνω σκέψεις γεννιούνται (εν παρενθέσει) στα παρακλάδια της μονόλογης αφήγησης που άρχισα στο ιστολογοφόρο, αφήγηση που εστιάζεται στα παλιά.

Και εμπεριέχει, αναπόφευκτα, άλγος νόστους.

Οπότε εδώ (επιτέλους) η ένσταση είναι θεμιτή: Τι σόι άλγος προκαλεί ο κατά κανόνα νόστιμος Νόστος (είτε για το ¨κάπου¨ είτε για το ¨κάποτε¨);

      Άλγος που, με κάπως διαφορετικό τρόπο, επαληθεύει τον κανόνα, επομένως προειδοποιεί, ή μήπως πάλι πρόκειται για άλγος εξαιρούμενο (με κίνδυνο να προκύψει ολίγον φιλο-μαζοχικό και ανισόρροπο), που θα μπορούσε, βέβαια, να επιβεβαιώνει τον κανόνα και ως εξαίρεση;

Ας μη ξεχνάμε ότι το ¨άλλοτε¨ και το ¨αλλού¨, προς τα οποία ο Νόστος-Επιστροφή ρέπει, είναι εξ ορισμού οντότητες αφηγηματικές, περιγραφόμενες και μεσολαβημένες. Οντότητες που στηρίζονται στις επιλεκτικές μας μνήμες και  υποστηρίζονται από τις ενδόμυχες  επιθυμίες μας, άρα είναι απαλλαγμένες από τα ζόρια και τους καταναγκασμούς του ¨εδώ¨ και του ¨τώρα¨.

Κατά συνέπεια διαθέτουν μια αδιαμφισβήτητη ¨έμφυτη¨ γοητεία.

Επί πλέον, υπάρχουν ή έχουν υπάρξει, αντιστεκόμενες επιτυχώς στις χρονικές και χωρικές ροές. Το ¨αλλού¨ και το ¨άλλοτε¨ είναι πεδία νίκης επί του χωροχρόνου. Άλλωστε, πάνω τους μπορείς να στήσεις ουτοπίες που όχι μόνο υπόσχονται, αλλά και παρηγορούν, διαθέτοντας πολύ πιο συγκεκριμένες αναφορές από τις μελλοντολογικές τους εξαδέλφες.

Επομένως τί; Η νοσταλγία περιέχει μόνο γλυκύ άλγος ικανό να τρέφει τους (απαραίτητους) ρομαντισμούς μας και δεν περιλαμβάνει οδυνηρές προειδοποιήσεις;

Δεν νομίζω.

Αντίθετα νομίζω ότι, ιδιαίτερα όταν η επιστροφή στο παρελθόν εκδηλώνεται με μορφή ευρέος κοινωνικού φαινομένου, όπως μοιάζει να συμβαίνει σήμερα, αυτό κυρίως σημαίνει ότι κάτι δε πάει καλά στο παρόν.

Το άλγος του Νόστου προειδοποιεί για σημερινή λάθος ρότα στην αναζήτηση του μέλλοντος.

 rema2

Υστερόγραφο. Τώρα, αφού προσπάθησα να ξεμπερδέψω με μερικές  θεωρητικές ενστάσεις, και να αφήσω να εννοηθεί  ότι δεν αγνοώ τους κινδύνους του ταξιδιού, λέω να επιστρέψω (οσονούπω) στην χώρα του ¨κάποτε¨.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Με αφορμή τις φέις-μπουκικές ευγένειες και κοινωνικότητες

Posted by vnottas στο 3 Σεπτεμβρίου, 2012

Σημείωση: Γράφτηκα στο προσω-πιδο-βιβλίο (όπου παρελαύνουν πρόσωπα και προσωπίδες, όπως παντού άλλωστε), γιατί όταν έψαχνα να βρω την προέλευση κάποιων αναφορών στο Ιστολογοφόρο που προέρχονταν από εκεί, μου έβγαινε μια επιγραφή που έλεγε: ¨Πρώτα γράψου, και βλέπουμε¨ ή κάπως έτσι. Γράφτηκα λοιπόν, αλλά μην περιμένετε έντονη παρουσία μου σ’ αυτό. Με βολεύει πολύ καλύτερα το ιστολόγιο, όπου εξάλλου τα σχόλια είναι ανοιχτά και όποιος θέλει μιλάει, όποιος  θέλει σωπαίνει.

Μπαίνοντας πάντως, παρατήρησα μια οργανωμένη και ρυθμισμένη ετικέτα, έναν διαφημιστικά στηριζόμενο συμπεριφορικό τσελεμεντέ και μου δημιουργήθηκαν κάποιες σκέψεις που σας εξομολογούμαι εδώ παρακάτω.

Κάποτε, όχι και πολύ παλιά, ήμασταν μια κοινωνία ως επί το πλείστον αγροτική, με οδυνηρή παράδοση ταξικής καταπίεσης και εθνικής υποτέλειας, άρα μια κοινωνία φοβισμένη και επιφυλακτική, με αποτέλεσμα να συμπεριφερόμαστε άγαρμπα, αμυντικά και να είμαστε άμαθοι από κοινωνικότητες και γαλαντομίες.

Βέβαια διαθέταμε, όπως όλες οι κοινωνίες, αρκετά συγκεκριμένους κανόνες επικοινωνίας, με τους οποίους ρυθμίζαμε τις συμπεριφορές, τόσο ανάμεσά μας, όσο και με τους άλλους. Αυτοί οι κανόνες, διαμορφωμένοι ιστορικά, εμπεριείχαν (πέρα από τις ζόρικες προσαρμογές στις ανάγκες επιβίωσης των εκάστοτε καιρών), μια πάγια δόση ελληνο-ορθόδοξων επιταγών, καθώς και κάποιες μνήμες αρχαίων κλεών.  

Για τις πρώτες φρόντιζε ένα ιερατείο που κατάφερνε να επιβιώνει ελισσόμενο και που παρέμενε δεμένο εικονογραφικά και τελετουργικά με την αυτοκρατορική βυζαντινή παράδοση. Οι δεύτερες, από ένα σημείο και μετά, αναζωπυρώθηκαν με πολιτισμικά αντιδάνεια απ’ τη Δύση, όπου (εν πολλοίς ερήμην των νεοελλήνων) ο αρχαιοελληνισμός χρησίμεψε ως κυρίαρχο φαντασιακό πολιτισμικό υπόστρωμα του νεωτερισμού, καθώς αυτός ανερχόταν.

Κατά τα άλλα, το δικό μας ευρύτερο πολιτισμικό σκηνικό υπήρξε για αιώνες εκείνο της περίφημης ¨καθ ημάς¨ ανατολής μέσα στο οποίο για να διατηρήσουμε στοιχεία αξιοπρέπειας και αυτοεκτίμησης έπρεπε να φαινόμαστε και να ¨φερόμαστε ως¨: ντόμπροι, κατ’ ανάγκην λιτοί, ανιδιοτελείς, αρρενοπρεπείς και χωρίς πολλούς (περιττούς) επικοινωνιακούς φραμπαλάδες.

 

Η αλήθεια είναι ότι, ενώ κάτι ξέραμε από ανατολίτικα ¨σαλαμαλέκουμ¨ που επιβίωναν εδώ κι εκεί, σε εμποροπανηγύρεις και λοιπές προβιομηχανικές δοσοληψίες, ξέραμε λίγα ή τίποτα για τους κώδικες που, στο μεταξύ, αναπτύσσονταν στη δύση και που καθόριζαν τους αποκαλούμενους τρόπους ¨καλής¨ συμπεριφοράς. Εκεί, οι νέο- αναρριχηθείσες νεόπλουτες τάξεις, αφού για μια πρώτη περίοδο απόρριψαν και καταδίκασαν τις παλιές δουλοπρεπείς συμπεριφορές προς τους άρχοντες, μετά προτίμησαν να τις ¨εκδημοκρατίσουν¨, να τις κωδικοποιήσουν και να τις επιβάλλουν ως εκλεπτυσμένους ¨τρόπους ζωής¨ (savoir vivre) και τρόπους τακτοποίησης και αναγνώρισης των νέων ιεραρχιών.

Εμείς (ως λαός, όχι ως κυρίαρχες μειονότητες), μαθημένοι αλλιώς, και χωρίς τις ανάλογες κοινωνικο-πολιτισμικές προϋποθέσεις, φανήκαμε αρχικά μάλλον σκεπτικιστές απέναντι στον δυτικό ευρωπαϊκό καθωσπρεπισμό. Και, εδώ που τα λέμε, το γεγονός ότι οι σχέσεις μας με τους δυτικούς υπήρξαν συχνά προβληματικές και ότι συνέβαινε να παρατηρούμε τους Φράγκους ή τα ¨Αμερικανάκια¨ να καταφέρνουν να σου τη φέρουν (καίρια), ενώ παράλληλα σου μιλούσαν με το σεις και με το σας, έκανε την υιοθέτηση των στημένων  δυτικότροπων συμπεριφορών να μοιάζει συχνά περισσότερο με ένα είδος πολιτισμικού δοσιλογισμού, παρά με ένδειξη κοινωνικής δημοκρατικότητας, όπου, ας πούμε,  όλοι μιλούν σε όλους στον πληθυντικό(!).

 Όμως, να που κάποτε (σχετικά πρόσφατα, πριν από δεκαετίες που μετριούνται στα δάκτυλα), με τρόπο κάπως ανορθόδοξο και προβληματικό και χάρη σε μια σειρά πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες, μπήκαμε (για ένα διάστημα) κουτσά στραβά, καλώς ή κακώς, στην κλειστή λέσχη των δυτικών καταναλωτικών κοινωνιών.

Ο καταναλωτικός μας παράδεισος, βέβαια, δεν είχε τίποτα να κάνει με αυξημένες παραγωγικές διαδικασίες -δεν καταναλώναμε επειδή πρώτα είχαμε παράξει οτιδήποτε- ούτε από την συνεργατική κουλτούρα που γεννιέται με αυτές,  αντίθετα η παραγωγή μειώθηκε εσκεμμένα και συναποφασισμένα.

Η καταναλωτική μας παρένθεση είχε κατά τα φαινόμενα σχέση με τη νομιμοποίηση μέσω δανεισμού (λέγεται και πλύσιμο) υπερτροφικών διεθνών πλεονασμάτων κεφαλαίου με όχι διαυγή (ευφημισμός) προέλευση. Όπως και να ’χουν τα πράγματα, νέες συνθήκες, νέα πρότυπα, νέα προτάγματα, νέες συμπεριφορές.

Εν τω μεταξύ όμως, και η δυτική ¨ευγένεια¨ είχε τροποποιηθεί αισθητά. Καθώς ο προηγούμενος 20ος αιώνας (αυτός των δύο παγκοσμίων πολέμων) βάδιζε προς το τέλος του, συγκυρίες, συσχετισμοί δυνάμεων, αλληλεπιδράσεις και λοιπές εξελίξεις έφεραν στο προσκήνιο νέες συνταγές και νέους καθωσπρεπισμούς, στα πλαίσια μιας γενικότερης πολιτισμικής αναταραχής που αποκλήθηκε μετανεωτερισμός.

Είδαμε λοιπόν να παίρνει τ’ απάνω της μια νέα (αγοραία) συσκευασία παλιών ατομικισμών, πραγματισμών, σχετικισμών, και εικονολατριών,  με ανασκευές του παρελθόντος, λατρεία του παρόντος, αδιαφορία για το μέλλον, περιχυμένη με μια κουταλιά σάλτσα ασύδοτης αγοράς και με, στην κορυφή, ένα κβαντικό κερασάκι.

Καθώς οι παλιές εκκλησιαστικές κανονιστικές επικοινωνιακές αρμοδιότητες παραχωρούνταν σε ¨Μη¨ Κυβερνητικές Οργανώσεις, ¨Ανεξάρτητες¨ Αρχές και Ιδιωτικούς Οργανισμούς Μαζικής Επικοινωνίας, αναρτήθηκε ένας νέος Index, με προτροπές και απαγορεύσεις στο όνομα της Νέας Ιεράς Πολιτικής Ορθότητας.

Όλα αυτά υπήρξαν επαρκώς εξόφθαλμα και θα μπορούσαμε να τα έχουμε παρατηρήσει, αν όχι μελετήσει, έτσι ώστε να ξέρουμε τι μας γίνεται και τι μας περιμένει, αλλά εμείς ήμασταν απασχολημένοι με τον ¨εκσυγχρονισμό¨ και την κατασκευή του πλαστικού μας κόσμου, δηλαδή με την τελευταία τραυματική μας μετάλλαξη: αστικοποίηση σε αντιπαροχυμένες τσιμεντουπόλεις, μηχανοκίνηση επί (λακουβο)δρόμων και (λακουβο)πεζοδρομίων, σεξουαλικές χειραφετήσεις μέσω τουριστικών προτύπων και επαφών και τέλος, αυτοχειριακή κατάποση της (διεθνοποιημένης) βιομηχανοποιημένης κουλτούρας.

Και προς στιγμήν φάνηκε ότι κάτι καταφέραμε! 

Αν και, πλαστός ή όχι, ο ευκαιριακός μας παράδεισός παράμενε καταναλωτικός και για να λειτουργήσει δεν είχε ανάγκη μόνο από εισαγωγές, από κατάφωτα υπερμάρκετ κι από αρμάδες καροτσάκια, αλλά και από διαφημιστικές εκστρατείες, προωθητικές καμπάνιες, δημόσιες σχέσεις, και ένα νέο γενικότερο εμπεριέχον σκηνικό φτιαγμένο από την ¨μη μου άπτου¨ τοπική εκδοχή της ¨πολιτικής ορθότητας¨, έτσι ώστε να μη χαλάει η σούπα, να μην κινδυνεύουν οι εντυπώσεις και να μην ενοχλείται η περίφημη ευ-δαιμονία!  

Έτσι καταλήξαμε, όχι βέβαια ¨ευγενείς¨, (ευτυχώς ο οδοστρωτήρας της τοπικής ιστορίας, μας είχε απαλλάξει από τα κατάλοιπα αυτού του παρασιτικού πλέον στρώματος), αλλά κάπως με το ζόρι ευγενικοί του είδους ¨πολύ κάπως¨ και ¨πολύ δήθεν¨.

 Μέσα σ’ αυτό το κουβάρι των αντιφατικών εξελίξεων, ακόμη μία: η διάδοση νέων μέσων επικοινωνίας. Διαδίκτυο, ιστολόγια, προσωποβιβλία, κι ένα σωρό άλλες επικοινωνιακές μορφές και ευκαιρίες. Με φιλοδοξίες επικοινωνιακής ανάδρασης και με κύριους χρήστες (για πρώτη φορά) τους πολύ νέους! Με νέες απρόσμενες δυνατότητες, αλλά και με σκοτεινές, ανεξερεύνητες ακόμη κοινωνικές επιπτώσεις…

(συνεχίζεται)

Posted in Άπόψεις - Άρθρα, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Καλοκαίρι στην πόλη

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2012

Ο Στέφανο Μπένι είναι, κατά τη γνώμη μου,  ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους Ιταλούς συγγραφείς, αρκετά έργα του οποίου έχουν  μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Χτες ξεφύλλιζα το Dottor New, μια παλιότερη (αμετάφραστη –αν δεν κάνω λάθος) συλλογή με σχόλια του Μπένι, τα περισσότερα σχετικά με τον εκ των άνω ισοπεδωτικό ¨εκσυγχρονισμό¨ των τελευταίων καιρών. Είπα λοιπόν να σας μεταφράσω ένα – δυο απ’ αυτά.  Σήμερα, ένα γραμμένο με καλοκαιρινή διάθεση (2001) 

  Καλοκαίρι στην πόλη

 Ζέστη, κλειστά μαγαζιά, νέφος, δεν είναι οι χειρότεροι εχθροί του καλοκαιριού στην πόλη. Παραμονεύουν κι άλλες απειλές από τις οποίες είναι δύσκολο να αμυνθεί κανείς. Ιδού μερικές απ’ αυτές.

 Ο κρυομανής.

 Πρόκειται για ένα ον εξαρτημένο από το ερκοντίσιον, τόσο που φοβάται ότι μια μόνο στιγμή αν εκτεθεί στη ζέστη, θα αποτεφρωθεί.

Στο γραφείο, υποχρεώνει τους συναδέλφους του να ζουν σε θερμοκρασίες υπό το μηδέν και να φοράνε παλτά.

 Μετά τη δουλειά πηδάει απ’ ευθείας στο αυτοκίνητό του, που μπορείτε να το αναγνωρίσετε από τους παγο-σταλακτίτες στο τιμόνι.

Μόλις μπει στο σπίτι του ανάβει μια θύελλα από κλιματιστικά, που θα καταπλάκωνε ως και τους Εσκιμώους.

Δεν πάει σε εστιατόριο αν δεν σιγουρευτεί ότι θα καθίσει ακριβώς κάτω από το σημείο όπου εκτινάσσεται ο κρύος αέρας, τρώει τη μοτσαρέλα αμέσως μόλις τη βγάλει από την κατάψυξη, κόβοντάς την με την αξίνα. Καμιά φορά μπορεί, να τον συναντήσεις κουλουριασμένο γύρω από το ψυγείο με τα παγωτά.

Τη νύχτα υποχρεώνει τη γυναίκα του να κοιμάται στον υπνόσακο, κάτω από ένα κανόνι που ρίχνει τεχνητό χιόνι. Δεν τον τσιμπάν τα κουνούπια, αλλά μερικές φορές τον ψιλοδαγκώνει καμιά φώκια.

Η αγαπημένη του φράση είναι: ¨Τι σκατοκαλόκαιρο, σαράντα βαθμοί και εγώ είμαι πάντα συναχωμένος¨.  

Ο αυτοκινητοκαθαριστής

Σωβρακοφόρος που, καταμεσής στο δρόμο, κάθε νύχτα, πλένει το αυτοκίνητό του μέσα σε μια λούμπα από αφρό και απορρυπαντικό ως και διακόσια μέτρα μήκος.

Ανώφελο να του πείτε ότι το αυτοκίνητο είναι κάτι παραπάνω από καθαρό. Θα σας αφιερώσει ένα θλιμένο χαμόγελο και θα επιστρέψει στην εμμονή του.

Εάν θέλετε να τον κάνετε ευτυχισμένο, ρίξτε του έναν γερό εμετό στο παρμπρίζ. 

Ο μπούμπουρας της νύχτας

Κατά τις τρεις τη νύχτα, πάνω που, ύστερα από πολλές προσπάθειες, καταφέρατε να κοιμηθείτε, κάτω από το παράθυρό σας περνάει αυτό το κακόβουλο ον, καβάλα σε όχημα που εκπέμπει έναν θόρυβο απαράμιλλο στην κλίμακα της οικουμενικής κακοφωνίας.

Είναι κάτι ανάμεσα στο ηλεκτρικό πριόνι, το γιγάντιο κουνούπι και τον κολικό μιας ¨φόρμουλα ένα¨.

Ο θόρυβος αρχίζει από μερικά χιλιόμετρα απόσταση και σβήνει το πρωί.

Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να δει ποιος είναι ο τρομερός μπούμπουρας της νύχτας. Κάτι ψιθυρίζεται για ένα γεροντάκο πάνω σ’ ένα μικροσκοπικό μηχανάκι.

Μπλόκα και ενέδρες δεν έδωσαν κανένα αποτέλεσμα. 

Η επίδειξη (μόδας)

Το καλοκαίρι, η πόλη καταλαμβάνεται από πλήθος εκδηλώσεων. Στις λεωφόρους θα έχει μαραθώνιους, στην παραλία θα έχει φεστιβάλ τραγουδιού, στο αναγεννησιακό περίπτερο θα έχει μια συζήτηση για το (λογοτεχνικό) βραβείο Strega, κατά τη διάρκεια της οποίας χασμουριούνται ως και οι σαρκοφάγοι.

Αλλά το χειρότερο είναι να ανακαλύψετε ότι ο περίπατός σας μπλοκαρίστηκε από μία επίδειξη μόδας. Λικνιζόμενα μοντέλα και ραμπο-ειδή με βερμούδες να έχουν προχωρήσει σε  στρατιωτική κατάληψη της πλατείας, μπροστά σε ένα παρτέρι με ενθρονισμένους VIP.

Μην πλησιάσετε γιατί κινδυνεύετε να υποστείτε το άγριο ρεσάλτο των Ντόλτσιδων και των Καμπάνηδων, που είναι πιο αδιάκριτοι κι από τους πλανόδιους μικροπωλητές. Δεν τους φτάνει που έχουν καταλάβει τα τηλεοπτικά στούντιο, επιδεικνύονται τώρα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, μνημειακές σκάλες, ταρσανάδες, νεκροτομεία, πουλώντας την επανάληπτικότητα για Σχολή, τις ανοιχτές φούστες για παραβατικότητα,  τις ¨υπογραφές¨ σε αρώματα και αναπτήρες για δημιουργικότητα.

Καμιά γωνιά της πόλης δεν ξεφεύγει απ’ αυτούς τους περιπλανώμενους εκατομμυριούχους,  που, επί πλέον, εκπροσωπούνται εικαστικά από εφημερεύοντες τηλε-φαμφαρόνους/όνες σε ένα ακατάπαυστο δουλοπρεπές σποτ.

Πρόκειται για στρατιωτικές παρελάσεις της κοινοτοπίας ανυψωμένης στη νιοστή, ξανα-πλασαρισμένα κακέκτυπα παλιών πινάκων και εθίμων,  γουνοφορεμένες και επί-ζαχαρωμένες εκδοχές του χωριάτικου πανηγυριού και της περιφοράς του Αγίου, χωρίς όμως το θαύμα μίας έστω αυθόρμητης στιγμής, και με αισθησιακό φορτίο όσο διαθέτει και ένα πτηνοτροφείο.

Αν και η Ναομί καταβροχθίζει πιο πολλά χιλιόμετρα από ρωσίδα δρομέα, ενώ οι στιλίστες ξοδεύουν δισεκατομμύρια σε διαφήμιση και διοργανώνουν λουσάτες γιορτές για να εξασφαλίσουν νέους συνένοχους, η αποθήκη των ιδεών είναι άδεια. Αν περάσετε κοντά από μια επίδειξη μόδας, πάρτε, καλύτερα, δρόμο. 

Ο κουφός με την Τηλεόραση

Αυτός ο κύριος έχει το παράθυρο ανοιχτό και τον ήχο της τηλεόρασης σε ένταση ροκ συναυλίας. Όλη η γειτονιά ξυπνάει στις επτά το πρωί από το σήμα των χελωνονιντζακίων. Υποχρεώνει όλους τους γείτονες να βλέπουν το ίδιο δελτίο ειδήσεων, γιατί ο δικός του ήχος εκμηδενίζει τους άλλους.

Βλέπει τα πάντα, συμπεριλαμβανόμενης της εκπαιδευτικής τηλεόρασης στις τέσσερεις τη νύχτα, και εάν μένετε κοντά του μπορείτε να γίνετε υπομηχανικοί σε ένα μήνα. Μερικές φορές προσθέτει στους τηλεοπτικούς θορύβους, μουσική από δίσκους στη διαπασών. Από τα γειτονικά παράθυρα καταφτάνουν ρίψεις από κατσαρόλες,  βέλη και βλαστήμιες, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Δεν μπορείτε να τηλεφωνήσετε στην αστυνομία γιατί θα σας απαντήσουν: ¨Λυπάμαι κυρία μου, αλλά αν δεν χαμηλώσετε την τηλεόραση δεν καταλαβαίνω λέξη¨. Δεν μπορείτε να του χτυπήσετε το κουδούνι ούτε να του τηλεφωνήσετε, γιατί δεν ακούει το κουδούνισμα.

Ο μόνος τρόπος για να τον σταματήσετε είναι να αναρριχηθείτε στον εξωτερικό τοίχο και να μπείτε από το παράθυρο.

Θα τον βρείτε κοιμισμένο, και θα σας εξομολογηθεί, αθώα, ότι αυτός την τηλεόραση δεν την κοιτάζει ποτέ, την έχει αναμμένη  μόνο έτσι, για να του κρατάει συντροφιά. 

Ο Καταβρέχτης

Ανώτερη οντότητα, που από μυστηριώδη ύψη ρίχνει συνεχώς ποσότητες νερού στους διερχόμενους. Μέρα νύχτα, ο θόρυβος απ’ τους καταρράκτες του αντηχεί στη σιγή του δρόμου. Είναι άγνωστο ποιο είδος τροπικού δάσους ή ακόρεστου Μπαομπάμπ πρέπει να καταβρέχει συνεχώς.

Εάν σας πετύχει το μπουγέλο, είναι ανώφελο να κοιτάξετε επάνω, ο μυστηριώδης καταβρέχτης είναι αόρατος, το πολύ να δείτε να ψιλοκουνιέται κανένα γεράνι.

Εάν του φωνάξετε να προσέχει, σταματάει για καναδυό λεπτά, και μετά η καταρροή συνεχίζεται. Εάν τον βρίσετε παίρνει να καταιονίζει ποτιστήρια, βολβούς και, σε ορισμένες περιπτώσεις κανα τόνο γλάστρες με πικροδάφνες. 

Η περιπλανώμενη σφαίρα

Συμβαίνει, όλο και πιο συχνά, όταν ανταλλάσσονται πυροβολισμοί ανάμεσα σε συμμορίες, να χτυπιέται και κανένας πολίτης. Πρόκειται για ένα εγκάρδιο far west με όλο και περισσότερους, όλο και θρασύτερους, αλλήθωρους πιστολέρος, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι αυτές οι ομάδες επανακτούν τον έλεγχο των πόλεων.

Γι αυτό, σε όποιον επιμένει να κόβει βόλτες, με δικό του ρίσκο,, συμβουλεύουμε τις πιο ¨ιν¨ αμφιέσεις του καλοκαιριού. Για εκείνη, αλεξίσφαιρη στολή, σε στιλ πυροσβέστη, κάπως σαν την   Sigourney Weaver στο Alien. Για εκείνον, φανελάκι σε λαμαρίνα και πράσινο θωρακισμένο μπουφάν αλά Bossi, με Bluetooth για να συνεννοείται κατά τις  ψηφοφορίες με τον Silvio. Για τους νέους, T-shirt με την επιγραφή ¨I remember mafia¨, μια συναυλία σε πλατεία και τη διαβεβαίωση ότι η επιστροφή της Καμόρας εντάσσεται στο γενικότερο revival  της δεκαετίας του ΄60.

Το μόνο πραγματικό πρόβλημα είναι οι εξακόσιες χιλιάδες Καλάσνικωφ της Καμόρας. Μα καλά βρε παιδιά, γιατί άραγε αυτή η κρίση στα τουφέκια made in Italy;

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Το Φετίχ, το Ευρώ και η σημασία των λέξεων… (φετιχιστές όλου του κόσμου ενωθείτε!)

Posted by vnottas στο 15 Ιουνίου, 2012

[Ο Αλέξης Τσίπρας είπε ότι το Ευρώ δεν είναι φετίχ – Ο κ. Μιχελάκης και άλλοι εξανέστησαν… υπονοώντας προφανώς ότι -γι αυτούς- είναι…!]

 Αν και ο φίλος Σαραντάκος (των λέξεων με τη δική τους ιστορία) είναι επί του προκειμένου, αρμοδιότερος εμού, δεν αντιστάθηκα στο πειρασμό να μεταφέρω στο παρόν σημείωμα (για να ξέρουμε όλοι για πoιο πράγμα μιλάμε) τον ορισμό της λέξης Φετίχ.

Έχουμε και λέμε λοιπόν,

-από τον  τελευταίο Μπαμπινιώτη:

 

-από το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας των εκδόσεων Πελεκάνος:

  

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο ¨κόκκινος Ντάνι¨ και ο Αδέσποτος Σκύλος

Posted by vnottas στο 24 Μαΐου, 2012

Τώρα που ο κάποτε αποκαλούμενος και ¨κόκκινος¨ Ντάνι έβγαλε και πάλι γλώσσα, θυμήθηκα ότι για αυτόν τον τύπο είχα διαβάσει σχετικά πρόσφατα ένα ενδιαφέρον σημείωμα στο ιστολόγιο του Αδέσποτου Σκύλου.  Ήταν νομίζω στα τέλη του Μάρτη, όταν ο Κον Μπεντίτ είχε επισκεφτεί τους ¨πράσινους¨ έλληνες ομοϊδεάτες του. Δεν συμμερίζομαι όλα όσα γράφει ο Αντώνης με το απαράμιλλο προσωπικό του ύφος, αλλά μου αρέσει η κεντρική ιδέα -γι αυτό και αναδημοσιεύω το πλήρες κείμενο.

Ρέκβιεμ για τον κόκκινο Ντάνι

by antonis

Ο  κόκκινος Ντάνι έχει τιμητική θέση στην τροφική αλυσίδα του καπιταλισμού. Πέρασε νύχτες σε καφενεία και οριακές τελετές. Δοκίμασε με την άκρη της γλώσσας μούστο πατημένο, ύμνησε το μεσογειακό ταπεραμέντο και την οικολογία, έγινε ο ένας και μοναδικός ανάμεσα σε πολλούς που ξεκίνησαν να δώσουν μιαν απάντηση στο θάνατο και την ανυπαρξία. Ο κόκκινος Ντάνι φυτεύτηκε από μια παμπόνηρη αστική τάξη που είχε βρει τρόπο νʼ ανοίγει τα παράθυρα για να ξεβρομίζει το σύστημα. Μια αστική τάξη που πουλούσε αριστερισμό και επανάσταση με το τσουβάλι. Ο κόκκινος Ντάνι τα κινήματα της πατάτας και της διαχείρισης των κρίσεων τα σπούδασε στη Σορβόννη ακούγοντας γαλλοελληνικά της Αρβελέρ και φλύκταινες του Ζουράρι. Ο κόκκινος Ντάνι κρύβει ένα βαθύτατο εθνικισμό για τη μητέρα πατρίδα και την ακμή της αφού ως άλκιμη οδαλίσκη της διανόησης μάζεψε τις φίρμες και τα λαμπρά αστέρια της ψωροκώσταινας που ξεψυχούσαν γαλλιστί στην Μονμάρτη. Ο κόκκινος Ντάνι που ξέβαψε είναι η κουράδα της γαλλικής επανάστασης. Καλωσόρισε πρώτος τις παγωμένες ριπές του πολέμου στο Σαράγιεβο. Δεκαετίες τώρα σαπουνίζει τʼ αρχίδια των αξιωματούχων των Βρυξελών. Οραματιστής και φιλάνθρωπος της Ευρώπης της παρακμής που δεν στέγνωσε στα χέρια της ακόμα το αίμα απʼ τις αποικίες. Είναι η φίρμα που βγαίνει μπροστά στα δύσκολα. Χειροτονεί χρηματιστές και μάνατζερ εκπαιδευμένους να στεγνώσουν τα ζουλάπια που διεκδίκησαν κάποτε ψιχία καλοζωίας αλλά εισέπραξαν φάπες και ενοχές. Ο κόκκινος Ντάνι έγινε ο Ντεγκόλ του ευρωπαϊκού έρωτα για τις αγορές. Από ΣΥΡΙΖΑ του Μάη του 68 έγινε χρυσαυγίτης της περεστρόικα του κεφαλαίου. Με το άλλοθι του μοναχικού καβαλάρη και του πολυμήχανου πράττει τα δέοντα για τη μπουρζουαζία που έγραψε ύμνους για τους εργάτες κάποτε αλλά λυσσάει σήμερα όταν ο εργάτης μορφώνεται και διεκδικεί. Ο κόκκινος Ντάνι εξαργυρώνει τη λάμψη της χθεσινής μέρας. Συγκινεί ακόμα τους μαλάκες που τον πίστεψαν. Μικροαστούς, γεροντοκόρες, εκθεσάδες της γειτονιάς και τσουραπάτες φίρμες της δημοσιογραφίας. Ο κόκκινος Ντάνι πέρασε κι αυτός να ρίξει ένα γερό χέσιμο στο Μέγαρο Μαξίμου. Να περάσει ένα χεράκι πράσινη μπογιά απʼ αυτή που σκεπάζει τη μπόχα μιας χώρας με μισό εκατομμύριο πεινασμένους. Της χώρας του εθελοντισμού που το γύρισε στα συσσίτια και τις ελεημοσύνες. Της χώρας, τού Ελλάς ελλήνων χριστιανών που επαναστατεί με τη μούντζα και το κωλοδάχτυλο. Της χώρας, τού πατρίς θρησκεία οικογένεια που έβαλε τον παπά στο κρεβάτι της φορώντας τη χλαμύδα του αρχαίου μεγαλείου επιδιδόμενη σʼ ένα νέο-ανθρωποφαγικό κίτς όργιο. Ο κόκκινος Ντάνι θα φάει μουζάκα κάτω απʼ την ακρόπολη, θα φιλήσει τον ιερό βράχο και θα δώσει συνέντευξη τύπου για τις μπιγκόνιες, τα φωτοβολταϊκά και την ανάπτυξη. Ο κόκκινος Ντάνι θα ρεκάξει κι αυτός με τη σειρά του την καταστροφή που θα συμβεί έξω απʼ το ευρώ. Με ολίγον μελιστάλακτο ύφος θα μαλώσει πατρικά την αριστερά και τους άλλους ντόπιους αγριάνθρωπους και το κακό συναπάντημα, αγράμματους, πλιατσικολόγους και τοπικιστές που δεν αφήνουν τη φωτισμένη τρόικα που ήρθε απʼ έξω να μας σώσει μαζί με τον Μαυροκορδάτο-Παπαδήμο και την παρέα του. Ο κόκκινος Ντάνι που θα χειροκροτήσει τα νατοϊκά βομβαρδιστικά ακόμα και αν κατευθυνθούν αύριο στους Δελφούς είναι ένας απʼ τους πράσινους πρωθιερείς της ιστορικής αποδόμησης, που κουνάει πατερναλιστικά το δάχτυλο μέσα στον ευρωπαϊκό ιστορικό αχταρμά. Λαοί αλλάξτε συνείδηση, νοοτροπία και συμπεριφορές. Η αγορά δε σηκώνει καψόνια. Μονάχα τα πράσινα άλογα της πράσινης ανάπτυξης. Ο κόκκινος Ντάνι με τους δικούς μας φεντεραλιστές παραπέμπουν στην περίπτωση της Φρειδερίκης που παρακαλούσε τον Μάρσαλ νʼ αρχίσει τον τρίτο παγκόσμιο απʼ την Ελλάδα.

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μέρες που είναι… (ημερολογιακός μονόλογος)

Posted by vnottas στο 23 Μαΐου, 2012

Αυτές τις μέρες είμαι κι εγώ κολλημένος στην πλαστική διαφάνεια της τηλεόρασης και την εξ ίσου πλαστικοποιημένη διαφάνεια του ανυστερόβουλου υπολογιστή μου – ανυστερόβουλος; μάλλον πρόκειται για ευφημισμό… πιο πολύ προκύπτει πολύβουλος, εξ ου και πολύφωνος και για να τον κάνεις ζάφτι πρέπει να τον μάθεις καλά και, βέβαια, να του πάρεις τον αέρα!

Στήνομαι λοιπόν στην δέουσα απόσταση από την φωσφορίζουσα εστία και παρακολουθώ τις εξελίξεις, τις ζυμώσεις, τις δηλώσεις, τις ανακοινώσεις, τις αποσχίσεις, τις ενώσεις, τις εκκενώσεις, τα κενά, τις κινήσεις, τις μετακινήσεις (από ιδέες και ιδεολογίες), τις μετατοπίσεις (από χώρους, παρέες και κλίκες), τις μετακομίσεις (από κόμμα σε κώμα), τα ολισθήματα, τις τούμπες, τις κωλοτούμπες, τις ζαβολιές, τις αλλαξοκωλιές, τα ξέφυγ’ς, τα ντεμπά, τις αλληλοδιακοπές, τις αλληλοεπικαλύψεις,  τις ανατροπές, τα τραλαλά, τα ζαβά και τα σοβαρά που διανθίζουν την ανανεωμένη (χάρη στην λαϊκή βούληση) πολιτική σκηνή της χώρας.

Γιατί η χώρα, χρόνια τώρα γκαστρωμένη από αδηφάγους νεοφιλελευθερισμούς, στραβοχυμένους μετανεωτερισμούς, αυτοκρατορικές παγκοσμιοποιήσεις, κι όποιος βγάλει το μάτι του αλλουνού είναι κύριος, και πραγματιστής, και επαρκώς εικονολάτρης, η χώρα λοιπόν η γκαστρωμένη, σφίχτηκε, πίεσε και ξεγέννησε με οδύνη και ζόρι, νέες προδιαγραφές και οδηγίες, κι έτσι τώρα οι παλιές καραβάνες της ιδιοτελούς πολιτικής και της χειραγωγούσας δημοσιογραφίας ζορίζονται κι αυτές για να φτιάξουν καινούργια προσωπεία, αλλά δεν τα καταφέρνουν, κι έτσι εν τέλει, από μέσα, πίσω από τις μάσκες, διακρίνονται τα γνήσια σουβλερά δόντια και τα γνωστά διαβολικά (διαβάλλοντα) κεραιόσχημα κέρατα.

Είμαι λοιπόν, που λέτε, κολλημένος στις αχνογάλανες φωσφορίζουσες οθόνες και νοιώθω κάποιες ενοχές γιατί, να σας το ομολογήσω, ίσως να ’μουν καλύτερα στους δρόμους και στις πλατείες, να συμμετέχω στα τεκταινόμενα με τον παλιό καλό τρόπο, αλλά βλέπεις οι καιροί άλλαξαν, κι έτσι κι αλλιώς τώρα πρέπει (πάλι) να σκάψουμε τα χαλάσματα αναζητώντας νέους ορίζοντες κι επειδή τα παθήματα απαιτούν μαθήματα χρειαζόμαστε πιο πολύ σκέψη από τρέξιμο, κι η σκέψη για να δουλέψει και να φτιάξει γνώση έχει ανάγκη από πληροφορίες, και αφού ο παλιός άσπονδος φίλος, ο Τύπος, έχει λακίσει σχεδόν ολοσούμπιτος (συμπούρμπουλος) στην μνημειώδη μνημονιακή μονομέρεια των ¨νοικοκυραίων¨, τον έκοψα μαχαίρι, και να ’μαι τώρα να πλέω (και που και που να πνίγομαι) ανεβάζοντας ιστία σε διαδικτυακούς ιστούς και να βαράω ανηλεώς μαύρα πλήκτρα: Με ενδιαφέρον (αυτονόητο), με περιέργεια (δικαιολογημένη), με ανησυχία (αναμενόμενη, αλλά προς το παρόν ελεγχόμενη) και με ελπίδα, εκείνη που αποδημεί τελευταία κι έτσι είναι ακόμη εκεί, να σου σκάει μισό χαμόγελο…  

 ΥΓ. Να πω όμως ακόμη, ότι στις 6 του Μάη πήρα μια ανάσα, βαθειά, ζωογόνο, γιατί (πέρα από ποιος κέρδισε και ποιος έχασε στις εκλογές) η μακριά γλίστρα πάνω στην μπανανόφλουδα των τοκογλυφικών δανείων, της επίπλαστης ευημερίας και των νομιμοποιημένων εθνικών και ιδιωτικών αρπαχτών, μοιάζει να τέλειωσε. Οι κλινικές εξετάσεις δείχνουν ότι τα σύνδρομα εξάρτησης μάλλον υποχωρούν, πως οι πανικοί των δοσομανών μάλλον ξεπερνιούνται σιγά σιγά και πως η αξιοπρέπεια γίνεται και πάλι αξία με ένα ελάχιστο κοινής αναγνώρισης…

(κι εδώ βάζω αποσιωπητικά, γιατί έχει κι άλλο, η ζωή και η αφήγηση συνεχίζονται –ευτυχώς, και εάν στην κατηφόρα πιάσαμε πάτο, η ζωή, λέει ο ποιητής, ξέρει να τραβάει την ανηφόρα).

 Β. Νόττας

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Αγανακτισμένο 3 (του Σεπτέμβρη)

Posted by vnottas στο 3 Σεπτεμβρίου, 2011

Δε ξέρω με ποιους συνειρμούς, αλλά η 3η του Σεπτέμβρη μου προκάλεσε και αυτές τις σκέψεις…

Ας υποθέσουμε ότι σε κάποια στιγμή του απώτερου μέλλοντος κάποιοι ερευνητές της Ιστορίας των Κοινωνιών θα ενδιαφερθούν για τα όσα βιώνουμε εμείς τώρα. Ας είμαστε αισιόδοξοι και ας πούμε ότι οι ερευνητές αυτοί δεν θα είναι ούτε προκατειλημμένοι ούτε προχειρολόγοι (μια που τις υποθέσεις τις κάνουμε εμείς, ας διαλέξουμε μια καλή εκδοχή του μέλλοντος, δε στοιχίζει τίποτα). Έτσι, ψάχνοντας για το  τι συνέβη στις αρχές του 21ου θα αναζητήσουν πηγές και τεκμήρια που θα τους επιτρέψουν να φτιάξουν μια γενική εικόνα, έτσι ώστε  να στηρίξουν πάνω της, τις ερμηνευτικές τους υποθέσεις και θεωρίες.

 Όπως είναι φυσικό, θα αρχίσουν αναζητώντας τα ισχύοντα σήμερα ποσοτικά μεγέθη και τους λυπάμαι που θα πρέπει να επιλύσουν τους γρίφους της ¨δημιουργικής¨ μας  λογιστικής (έτσι τη λέμε σήμερα, ως καθώς πρέπει πολιτικώς όρθιοι –σε στάση προσοχής –μετανεωτεριστές).

Ας ελπίσουμε ότι ως τότε θα έχουν  επινοήσει κάποια φόρμουλα που να απομονώνει το ¨εικονικό¨ από το ¨πραγματικό¨ και έτσι να μπορέσουν να βρουν κάποια άκρη.

Εκτός πια κι αν το εικονικό έχει θριαμβεύσει στην εποχή τους, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν θα έχουν ούτε ιστορικούς ερευνητές ούτε καν Ιστορία,  άσε που και η αρίθμηση του χρόνου θα έχει αλλάξει αφετηρία,  και θα διαιρεί πιθανόν σε Προ και Μετά Αποδόμησιν εποχή.

Στη συνέχεια, αφού καταγράψουν τα¨αντικειμενικά¨ στοιχεία, καθώς και εκθέσεις, προγραμματισμούς, δηλώσεις καλών προθέσεων, απολογισμούς και λοιπά , θα θελήσουν, υποθέτω,  να ψάξουν και την άποψη αυτής της πολυπροβεβλημένης Θεάς της Νεωτερικής και Μετανεωτερικής Εποχής που ονομάζεται ¨Κοινή Γνώμη¨

Και εδώ είναι που η λύπησή μου γίνεται οίκτος. Γιατί θα πρέπει (οι φουκαράδες) να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να βγάλουν άκρη, κολυμπώντας στην κινούμενη άμμο (που  συχνά γίνεται  λάσπη) των έργων και των παρεμβάσεων των σημερινών καθοδηγητών, εκφραστών, αναλυτών της περίφημης περί ης ο λόγος Κοινής.

Αρχίζοντας από όσους από τους  εντεταλμένους δημοσκόπους αναλαμβάνουν την αναμόχλευση και τον χειρισμό της Κοινής Γνώμης μέσω ασαφών, κατά παραγγελίαν και προς δημοσίευση δημοσκοπήσεων, περνώντας στους  ¨έγκριτους¨ (μετανεωτερικούς, δηλαδή, για να καταλαβαινόμαστε: σχετικιστές, πραγματιστές, ατομικιστές, λάτρεις της επιφάνειας και της εικόνας, αποδομούντες κατά παραγγελία) μεγαλοδημοσιογράφους και αναλυτές των σημερινών ΜΜΕ και φτάνοντας ως την ανάλυση της αποδοχής των προϊόντων και των (κρυφών και φανερών) μηνυμάτων της πολιτισμικής βιομηχανίας. Χαμός!

Αδέλφια (ή μάλλον δισεγγόνια) κοινωνικοί ερευνητές του μέλλοντος: Έχετε την απόλυτη κατανόηση και νοερή συμπαράστασή μου. Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι για σας. Εάν εσείς, οι  δεόντως αποστασιοποιημένοι, μπερδεύεστε, πόσο μάλλον εμείς εδώ. Πάντως αντί για καρτ ποστάλ  σας στέλνω μερικά στιχάκια μόλις αλιευμένα στο διαδίκτυο, που όμως τραγουδιούνται ήδη στους δρόμους. Μου φαίνονται γνήσιας λαϊκής προέλευσης, βάλτε τα κάπου, έστω σε υποσημείωση, εκεί που ίσως αναφέρεστε στην δυσκολία της ανίχνευσης του συλλογικού θυμικού, ή, αλλιώς, απολαύστε σύγχρονο/παλιό μπουζούκι.

Σημείωση: Το τραγουδάκι Οι αγανακτισμένοι (η λύση) το βρήκα στο πολύ καλό ιστολόγιο Ρεμπέτικο Φόρουμ.   Οι δημιουργοί του (μπράβο παιδιά) είναι οι

Μουσική Γ. Σπηλιόπουλος
Τραγούδι: Αγγελική Λιούκα, Γ Σπηλιόπουλος και η ορχήστρα
Μπουζούκι: Γ. Σπηλιόπουλος
Κιθάρα: Π. Δουρδουμπάκης.
Μπάσο: Κ. Λιούκας
Κρουστά: Γ. Μαντρέκας

Δεν κατάφερα να τους βρω για να πάρω ρητή άδεια για την ανακαταχώρηση, (αν και επικοινώνησα με το Φόρουμ) για αυτό και αναρτώ την απαραίτητη δήλωση που βρήκα αυτούσια στο επίσης  πολύ καλό (για όποιον ενδιαφέρεται όχι μόνον για την ποίηση αλλά και για καλή, δυσεύρετη μουσική) ιστολόγιο   ¨Αλωνάκι της Ποίησης¨, την οποία συμμερίζομαι, αντιγράφω κατά λέξη και συνυπογράφω.

ΔΗΛΩΣΗ

ΓΙΑ ΟΣΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟΦΙΛΜ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΤΟΥΣ ΚΥΡΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΜΠΛΟΓΚΑΡΧΗ. ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΛΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΧΡΗΣΗ. 

Ιδού λοιπόν η μουσική

Ιδού και οι στίχοι:

Τζιτζιφιόγκοι και ντιντήδες, ψεύτες, παραμυθατζήδες,
παπατζήδες και λαμόγια, μας φλομώσανε στα λόγια.
Υπουργοί και βουλευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Όταν τέλειωσαν τα φράγκα
ήρθαν και σε βρήκαν μάγκα
και σου είπανε να δώσεις
την πατρίδα σου να σώσεις.
Μα θα στήσεις τις κρεμάλες
θα τους πάρεις τις κουτάλες
κι όταν θα ‘χεις καθαρίσει
ίσως να βρεις και τη λυση.

Πονηροί καταφερτζήδες, κλέφτες, στοιχηματατζήδες,
πόρνες και κλεφτοκοτάδες,της ζωής μας οι νταβαδες.
σύμβουλοι, πραματευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Και μια που είμαστε στο ρεμπέτικο κλίμα ιδού ακόμη μερικά στιχάκια δημοσιευμένα από το μέλος του Φόρουμ irodion

Φαγητό με το δελτίο v3 (ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ)

Οι τραπεζίτες σφράγισαν, για χρέη τα σπιτάκια
Με δήθεν κυβερνήτες μας, τα κάνανε πλακάκια
Τα φάγανε και τα έκρυψαν μεγαλοκαρχαρίες
Κι όλος ο κόσμος άρχισε να κάνει λιτανείες

Φαγητό με το δελτίο
φουκαρά θ’ αρπάξεις κρύο
Το πετρέλαιο δε φτάνει
την καρδιά σου να ζεστάνει

Μας βάλανε στο ΔουΝουΤού, όλα να μας τα φάνε
Με κόλπα και στατιστικά, το αίμα μας ρουφάνε
Μας ρίχνουν στο μνημόνιο και σ άλλη θεωρία
Τα νούμερα δε βγαίνουνε γιατί είναι κοροϊδία

Αχ του Έλληνα η φάρα
δεν αντέχει μάγκα άλλα
Η ζωή μας δεν τους φτάνει
και η πατρίδα όλο χάνει

Μα ο λαός τους την φυλά και πια δεν περιμένει
πλατείες συγκεντρώνονται οι Αγανακτισμένοι
Φωνάζουν στους πολιτικούς και κάνουν φασαρία
Δεν θέλουν άλλο ψέματα ζητούν Δημοκρατία

Έλληνες και Ευρωπαίοι
νιώθουνε όλοι ωραίοι
δεν θα δίνουν στους λεφτάδες
τέρμα πια οι φουκαράδες

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Misogynie a part / Μισογυνισμού εξαιρουμένου (Παλιοί καλλιτέχνες κατά της άνοιας της ¨πολιτικής ορθότητας¨).

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2011

Κατά τη διάρκεια του περασμένου (20ου ) αιώνα, ορισμένοι Ευρωπαίοι λαϊκοί καλλιτέχνες, συχνά σε αντιπαράθεση με τη ραγδαία αναπτυσσόμενη πολιτισμική βιομηχανία, κατάφεραν να αναδειχτούν σε σημεία αναφοράς για μεγάλες κοινωνικές ομάδες, ξεπερνώντας τα συνήθη πολιτισμικά όρια και τις ήδη υπάρχουσες ¨ετικέτες¨.

Ιδιαίτερα στην (αυτονόητα) λαϊκή τέχνη του τραγουδιού (που αποτελεί και το συνηθέστερο φορέα της λαϊκής ποίησης), μερικοί από αυτούς τους καλλιτέχνες αναδείχτηκαν σε ενοποιητικά κοινωνικά σύμβολα με τεράστια απήχηση, παρά την συνήθως αρνητική ή αδιάφορη στάση, τόσο της καθεστωτικής, όσο και της εμπορευματικής επικοινωνιακής εξουσίας (η απόλυτη ταύτιση αυτών των δύο μορφών επικοινωνιακής εξουσίας είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο -στο παρελθόν κρατούσαν μια αμοιβαία απόσταση, έστω για τα ¨μάτια του κόσμου¨).
Ένας τέτοιος καλλιτέχνης υπήρξε πχ για τον ελληνόφωνο χώρο ο Στέλιος Καζαντζίδης ή ο Βασίλης Τσιτσάνης, για τον γαλλόφωνο ο Ζωρζ Μπρασένς και άλλοι, στην Ιταλία μπορούσες (και μπορείς ακόμη) να συναντήσεις αποκόμματα περιοδικών με την εικόνα του Αντριάνο Τσελεντάνο κολλημένα σε παρμπρίζ φορτηγών, σε ενοριακές λέσχες, σε κομμωτήρια και συνεργεία, ενώ τις λίγες φορές που παρουσιάζεται, θυμοσοφώντας, στα μεγάλα μέσα γίνεται χαμός θεαματικοτήτων.
Πέρα από την διαχρονικότητα, την εμβέλεια και την γνήσια λαϊκή τους καταγωγή, ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσα σε τέτοιου είδους καλλιτέχνες είναι ο μη ¨πολιτικά ορθός ¨ (συχνά σατυρικός ή σαρκαστικός, ενίοτε μελοδραματικός) τρόπος με τον οποίο χειρίζονται τα θέματά τους.
Θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο, ότι η πολιτική ορθότητα είναι ένα ξενέρωτο, αλλά όχι για αυτό το λόγο λιγότερο ιδιοτελές κίνημα της εποχής της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντερνισμού, επινοημένο για να προφυλάξει από την επιδιωκόμενη γενική αποδόμηση, κάποιους τομείς γενικότερης χρήσεως, όπως κάποιες -ακόμα χρήσιμες για τις νέες εξουσίες- ανθρώπινες ευαισθησίες, πριν τις διοχετεύσει σε (ελεγχόμενες) ¨μη κυβερνητικές¨ οργανώσεις ή ¨Αρχές¨.


Πράγματι, άλλα ήταν τα ζόρια τον καιρό που στην Ευρώπη ανθούσαν, έξω από τα εμπορικά κυκλώματα, οι παραπάνω καλλιτέχνες. Ωστόσο παρατηρώ ότι, αν όχι αυτά καθαυτά (όχι όλα) τα μηνύματα και οι προβληματισμοί του καιρού εκείνου, τουλάχιστον ο αυθόρμητος και μη υποκριτικός, μη κυνικός, μη πραγματιστικός, λόγος τους, λειτουργεί ακόμη.
Σήμερα, βέβαια, η¨ γενική αναγνώριση¨ μερικών από αυτούς έχει τρόπον τινά επέλθει. Έτσι κι αλλιώς, τέτοιους καλλιτέχνες κουβάλησε μαζί της μια γενιά που αναρριχήθηκε στην εξουσία τραγουδώντας τους, για να τους εγκαταλείψει αμέσως μετά, με δύο τρόπους: είτε προσπαθώντας να τους μετατρέψει σε αποστειρωμένους θεσμούς είτε επιλέγοντας αυστηρά και προωθώντας μόνο τμήματα της δουλειάς τους.
Γι αυτό, λέω, εδώ να εξακολουθήσουμε να ψάχνουμε για πηγαία λόγια και νότες, παλιών ή πρόσφατων καιρών (έστω για παρηγοριά στον άρρωστο…) και για σήμερα bien sûr
έχουμε Μπρασένς και Misogynie a part (Μισογυνισμού εξαιρουμένου).


Σημείωση 1. Ο Μπρασένς αρχίζει ορμώμενος από μία ρήση του Πολ Βαλερί ¨Il y a trois sortes de femmes: les emmerdantes, les emmerdeuses et les emmerderesses¨.
Σημείωση 2. Στη θέση του Claudel, ίσως όχι επαρκώς γνωστού στην Ελλάδα ως εκπρόσωπου του ακαδημαϊκού ύφους, προτίμησα τους αρχαίους τραγικούς. Ενίοτε έχουν κι αυτοί τα θύματά τους.
Σημείωση 3. Το ανέβασμα στο ιστολογοφόρο, οι ηχογραφήσεις και το ραπ ψάλσιμο, έγιναν σε συνθήκες εκδρομής, κάπως (πολύ) άτσαλα. Ανεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη θα τα συμμαζέψω κατά το δυνατόν.

Σημείωση 4. Στην ελληνική απόδοση έβαλα τελευταία την 6η στροφή, γιατί καταλήγει πιο αποφατικά από την 8η.

Οπότε, ακούστε και διαβάστε:

Σε ήχο:

1. O Brassens στο Misogynie apart
2. Την απόδοση που σας έφτιαξα: Μισογυνισμού εξαιρουμένου
3. Την απόδοση στα ιταλικά του Nanni Svampa : Lei mi rompe
4. Κάτι το ανάλογο, χιουμοριστικό και ελληνικό της ιδίας περιόδου Σερσέ λα φαμ (1948 Βασίλης Τσιτσάνης και Ε. Λαμπίρη)

5. Επίσης: των Παπαδόπουλου, Γιαννακόπουλου, Σακελλάριου

Η Γυναίκα είναι ζημιά (Φ. Πολυμέρης 1953)

Και τα κείμενα
1. Του Βρασένς: Misogynie a part
2. Η απόδοση στα ελληνικά: Μισογυνισμού εξαιρουμένου
3. Σερσέ λα φαμ
4. Η γυναίκα είναι ζημιά

Misogynie a part
Misogynie à part, le sage avait raison
Il y a les emmerdant’s, on en trouve à foison
En foule elles se pressent
Il y a les emmerdeus’s, un peu plus raffinées
Et puis, très nettement au-dessus du panier
Y a les emmerderesses

La mienne, à elle seul’, sur tout’s surenchérit
Ell’ relève à la fois des trois catégories
Véritable prodige
Emmerdante, emmerdeuse, emmerderesse itou
Elle passe, ell’ dépasse, elle surpasse tout
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Mon Dieu, pardonnez-moi ces propos bien amers
Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmer-
de, elle abuse, elle attige
Ell’ m’emmerde et j’regrett’ mes bell’s amours avec
La p’tite enfant d’Marie que m’a soufflée l’évêque
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, et m’oblige à me cu-
rer les ongles avant de confirmer son cul
Or, c’est pas callipyge
Et la charité seul’ pouss’ ma main résignée
Vers ce cul rabat-joie, conique, renfrogné
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, je le répète et quand

Ell’ me tape sur le ventre, elle garde ses gants
Et ça me désoblige
Outre que ça dénote un grand manque de tact
Ça n’favorise pas tellement le contact
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde , quand je tombe à genoux
Pour cetain’s dévotions qui sont bien de chez nous
Et qui donn’nt le vertige
Croyant l’heure venue de chanter le credo
Elle m’ouvre tout grand son missel sur le dos
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, à la fornication
Ell’ s’emmerde, ell’ s’emmerde avec ostentation
Ell’ s’emmerde, vous dis-je
Au lieu de s’écrier: » Encor ! Hardi ! Hardi ! «
Ell’ déclam’ du Claudel, du Claudel, j’ai bien dit
Alors ça, ça me fige

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, j’admets que ce Claudel
Soit un homm’ de génie, un poète immortel
J’reconnais son prestige
Mais qu’on aille chercher dedans son œuvre pie
Un aphrodisiaque, non, ça, c’est d’l’utopie
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Μισογυνισμού εξαιρουμένου

Μισογύνης αν είμαι, δεν το ξέρω αδέλφια
Μα υπάρχουν, στριμμένες που διαλύουν τα κέφια
Μάτσα υπάρχουν, δεσμίδες
Είναι οι σπαστικές, που είν’ γεμάτος ο τόπος
Οι προβληματικές, δες και στρίβε όπως, όπως
Είναι και οι σπαζαρχίδες

Η δική μου από μόνη της τα καταφέρνει
Ναν ’ προβληματική, σπαστική και στριμμένη
Αλλά και σπαζαρχίδω
Πρόκειται για ένα θαύμα, τέτοιο δεν έγιν’ άλλο
Πως αντέχω δεν ξέρω, -και ποσώς υπερβάλω-
Μα δε μπορώ να ξεφύγω

Θεέ μου συγχώρεσε με, η υπομονή μου ξεφτάει
Μου τα πήζει, τα διαλύει, τα γκαστρώνει, τα σπάει
Και μου τα θρυμματίζει
Και η θύμηση εκείνη, με την Χριστιανοπούλα
Που μου έκλεψε ο επίσκοπος και δεν την ξαναείδα
Πίσω ξαναγυρίζει

Για να της πιάσω τον κώλο, πάντα με υποχρεώνει
Νύχια, κάλους να κόβω κι έτσι με ξενερώνει
Και δεν είναι κι η Αφροδίτη!
Κι αν εν τέλει τον πιάνω, είν’ γιατί βάζω ζόρι
Αν και θα ‘θελα να ‘μουν στα βουνά και τα όρη
Κι όχι σ’ αυτό το σπίτι

Μ’ ενοχλεί σαν αγγίζει τη γυμνή μου κοιλιά

Μα φορώντας τα γάντια ¨έτσι είναι πιο υγιεινά¨

Και μου φέρνει φαγούρα

Αυτό  σημαίνει επίσης, ότι η αγωγή

Λείπει πια απ’ τους ανθρώπους κι όπως λένε πολλοί

Εδώ θέλει μαγκούρα  


Με ενοχλεί, με ενοχλεί, ως και στην συνουσία
Που ενοχλείται κι αυτή, σκέτη ψυχρολουσία
Και μου φέρνει ναυτία
¨Κι άλλο!¨, αντί να φωνάζει, ¨δωσ’ τα, θέλω πολύ!¨
Στίχους μου απαγγέλει, Αισχύλο και Σοφοκλή
Θεέ μου τι τραγωδία


Και εντάξει, δε λέω, είναι ωραίοι οι αρχαίοι
Καλλιτέχνες μεγάλοι, συγγραφείς κορυφαίοι
Και αξίζουνε μνεία
αλλά πως λειτουργεί ο αρχαίος τους στίχος
γι αφροδισιακό, μάλλον είναι ένας μύθος
είναι μια ουτοπία

Κι όταν για χάρη της πέφτω, ως και στα γόνατα πια
Τιμές για να αποτίσω στης ηδονής τη σπηλιά
(Αυτό σε μας ειν’ συνήθεια)
Αυτή πως της προσευχής  ήρθε η ώρα νομίζει
Και το προσευχητάρι, στην πλάτη μου στηρίζει
Πες μου αν δεν είναι ηλίθια

Σερσέ λα φαμ (Αναζητήστε τη γυναίκα)

Χασάπικο.
Μουσική και στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη ηχογράφηση: 1948
Πρώτη εκτέλεση: Ελένη Λαμπίρη και Βασίλης Τσιτσάνης

Κι αν γυρίζουμε ξενύχτηδες τα βράδια
Κι αν ρομάντζες τραγουδάμε στα σκοτάδια
Κι αν τα νιάτα μας τα κάναμε ρημάδια
Και με πόνο τα ποτήρια μας ρουφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Κι αν δεν πάμε στη δουλειά μας και στο σπίτι
Κι αν ο Έρως μας τραβάει σαν το μαγνήτη
Κι αν γουστάρουμε τον βίο τον αλήτη
Και δεν έχουμε το σήμερα να φάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Κι αν η μοίρα μας ταράζει στα χαστούκια
Κι αν στα μάγουλα το δάκρυ κάνει λούκια
Κι αν τα τρώμε μέχρι φράγκο στα μπουζούκια
Και στην ψάθα κακομοίρηδες ψοφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Η γυναίκα είναι ζημιά

Μουσική: Θόδωρος Παπαδόπουλος
Στίχοι: Χρήστος Γιαννακόπουλος & Αλέκος Σακελλάριος
Πρώτη εκτέλεση: Φώτης Πολυμέρης

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Γιά κάποια Μπέττυ, πρωτοβγήκα πιτσιρίκος στο κουρμπέτι,
γιά κάποια Νίνα, ένα βράδυ πήρα είκοσι κινίνα,
γιά κάποια Ρόζα, ξευτελίστηκα Σταδίου Σανταρόζα
και γιά μιά Νίκη, περπατούσα τρεις χρονιές στη Σαλονίκη.

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Για κάποια Στέλλα, μου τη στήσανε μια νύχτα στη Καστέλα,
για κάποια Ρίνα, την εδάγκωσα τρελά τη λαμαρίνα,
για μια Μιράντα, εξηλώθηκα, παιδιά, μέχρι τιράντα
και για μια Ρέα, φεύγω τώρα εθελοντής για την Κορέα.

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Γιά κάποια Σόνια, με τραβάγανε δέκα οκτώ γκαρσόνια,
γιά κάποια Μπίλλυ, με ρημάξανε δυό μάγκες στο σκαμπίλι,
για μι’ Αντιγόνη, μού στραβώσανε τρεις πόντους το σαγόνι
και για μια Μόνια, με ταράξανε στα σάπια τα λεμόνια.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

Posted by vnottas στο 26 Ιουνίου, 2011

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

(ή …και οι Μάγκλ έχουν ψυχή) (1)

 

 «Η πρώτη αιρετική αρχή της κυβέρνησης του Τρίτου Κύματος είναι η αρχή της δύναμης της μειοψηφίας. Σύμφωνα μ’ αυτή, η αντίληψη πως η πλειοψηφία κυβερνά, βασική νομοθετική αρχή της περιόδου του Δευτέρου Κύματος, είναι πια ξεπερασμένη, Δεν είναι οι πλειοψηφίες εκείνες που έχουν σημασία αλλά οι μειοψηφίες. Και τα πολιτικά μας συστήματα πρέπει να αρχίσουν ν’ αντανακλούν αυτό το γεγονός».

Αλβιν Τόφφλερ (¨Το Τρίτο Κύμα¨, εκδ. Κάκτος 1982, σελ 490)

 

Κατ’ αρχήν να σας εκμυστηρευτώ ότι τον ήρωα της κας Ρόουλινγκ  τον διάβασα. Τις τέσσερεις πρώτες του περιπέτειες. (Ο γιος μου, ρεαλιστικότερος εμού, μάλλον όχι).

Για να αυτοαιτιολογηθώ δεν θα επικαλεστώ το επιστημονικό (επικοινωνιακό) ενδιαφέρον για την οργανωμένη προβολή και την εκπληκτική παγκόσμια διάδοση ενός ακόμη προϊόντος της πολιτισμικής βιομηχανίας. Απλά θα ομολογήσω ότι εμένα τα παραμύθια μ’ αρέσουν: ενεργοποιούν εκείνη τη θαυματουργή φαντασιακή ικανότητα που ενυπάρχει σε όλους μας και  που, όχι μόνο ξεπερνάει εγκαίρως την (έτσι κι αλλιώς προσωρινή) δικτατορία των νομοτελειών (πριν αργά ή γρήγορα αναιρεθούν από μόνες τους), όχι μόνο αναπληρώνει τις αναπόφευκτες απώλειες από τη φθείρουσα τριβή με την πραγματικότητα, αλλά και καταφέρνει να ζωντανεύει ανεπαίσθητες απουσίες και άλλα πράγματα φευγαλέα, απροσδιόριστα και πολύτιμα, όπως οι παιδικές αναμνήσεις.

Τα παραμύθια μ’ αρέσουν επίσης γιατί σπάνια είναι ανιαρώς μονοσήμαντα και αθώα με πληκτικό τρόπο. Αντίθετα, έτσι και τα σκαλίσεις λίγο, ανακαλύπτεις εναλλακτικές εκδοχές, καμιά φορά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες…

Κατανάλωσα λοιπόν μια ικανή δόση Χάρι Πότερ και μετά, έχοντας σχηματίσει μια πρώτη άποψη, παρακολούθησα τα πολλά και διάφορα που γράφτηκαν γι αυτόν.

Τα περισσότερα, εδώ που τα λέμε, δεν ήταν παρά ματσάκια από τον κλασικό μαϊντανό που συνοδεύει τις προωθητικές εκστρατείες όλων των βιομηχανικών πολιτισμικών προϊόντων: πώς οι απανταχού πιτσιρικάδες (και κάμποσοι μεγαλύτεροι) ξετρελάθηκαν, πώς κάποιοι θρησκευόμενοι αντέδρασαν συμβάλλοντας στον διαφημιστικό σαματά, πόσα λεφτά έβγαλε η συγγραφέας, πώς για μία ακόμη φορά επιβεβαιώνεται ότι σήμερα πλέον ό,τι πουλάει αυτοδικαιώνεται (και καλλιτεχνικά)… και δώσ’ του σωροί από νούμερα να τεκμηριώνουν πόσο εξαιρετική υπήρξε η επιτυχία της κας Ρόουλινγκ και του πνευματικού της τέκνου Χάρι Πότερ…

Παράλληλα γράφτηκαν και μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Όπως, λόγου χάρη, για κάτι που άφησε άναυδους τους μάνατζερ της καθοδηγούμενης κατανάλωσης: το γεγονός πώς το τελευταίο καιρό οι πιτσιρίκοι το ’χαν ρίξει αποκλειστικά στην κατανάλωση παραμυθιών και παιχνιδιών με εικόνες, δεν ήταν η μοιραία και αναπότρεπτη συνέπεια του ¨εικονικού¨ πολιτισμού των νέων μέσων, αλλά μάλλον οφειλόταν στο ότι τέτοια ήταν η προσφορά. Εικόνες τους έδιναν, εικόνες κατανάλωναν. Όταν υπήρξε και πάλι διαθέσιμο το κλασσικό περιπετειώδες γραπτό παραμύθι, οι μικροί το πρόσεξαν και το αγάπησαν πάλι.

Ή, ακόμη, η (σωστή) παρατήρηση ότι η εκστρατεία προώθησης ήταν πλανητικά διαρθρωμένη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με εκείνον που χρησιμοποιούν οι πολυεθνικές για οποιοδήποτε εμπόρευμα και όμοια, ας πούμε, με τις τραγουδιστικές εκστρατείες της Μαντόνα ή της Γκάγκα: δίπλα στην οικουμενική αλαφράδα της ποπ,  ιδού και το πρώτο παγκοσμιοποιητικά προωθούμενο παραμύθι. (Θυμηθείτε: ο Χάρυ προηγήθηκε του Μπραούν-ειου Κώδικα).

Αυτά ειπώθηκαν και ξαναειπώθηκαν σε κάθε νέα έκδοση των βιβλίων με τις περιπέτειες του νεαρού μάγου, προκειμένου να ενισχύσουν ή να εξηγήσουν την επιτυχία του.

Τι άλλο θα μπορούσε να προσθέσει κανείς;

Ίσως ένα πράγμα. Μια ακόμη μικρή συμπληρωματική ερμηνευτική υπόθεση…

Μήπως, άραγε, ο Χάρυ εντάσσεται σε ένα νέο είδος ήρωα (ή εν πάση περιπτώσει ένα είδος που είχαμε πάρα πολύ καιρό να δούμε) που δεν εκπροσωπεί τα κλασικά κοινωνικά σύνολά ή ομάδες (αδικημένες κοινωνικές τάξεις, ανερχόμενα ή καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα διαμορφούμενες εθνότητες), αλλά ταυτίζεται με μια νέα κατηγορία κοινωνικών μορφωμάτων, μειονοτικών και ισχυρών μαζί, που ταυτόχρονα ενδιαφέρονται να επηρεάσουν (να ¨σώσουν¨) το κοινωνικό σύνολο, με άλλα λόγια μ’ αυτά που το τελευταίο καιρό αρχίσαμε να αποκαλούμε «λόμπυ» ή οργανωμένες παραθεσμικές (ή και εξωθεσμικές) ομάδες πίεσης;

Σας θυμίζω εν συντομία τον βασικό μύθο.

Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει και δρα ο Χάρυ Πότερ είναι μανιχαϊκά μοιρασμένος στα δύο.

Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι πολλοί, η πλειονότητα (άπαντες πλην των μάγων): αποτελείται από τύπους αντιπαθητικούς, κοντόθωρους, άσχημους, βλάκες, ζηλιάρηδες, ανεπαρκείς γενικώς, σαδιστικών τάσεων, ανίκανους να αυτοδιοικηθούν (τυπικό δείγμα  οι Ντάρσλι, η οικογένεια που φιλοξενεί τον Πότερ πριν αρχίσει τις μαγικές του σπουδές). Υποτίθεται ότι δεν  κατέχουν από μαγεία, ίσως να έχουν λίγη επιστήμη, αλλά τίποτα δεν αποκλείει σε μια μελλοντική εξέλιξη η ιστορία να ξαναγραφτεί και να αποκαλυφτεί ότι και την επιστήμη την χρωστάνε στους μάγους! Στο βιβλίο η ανίκανη και καταδικαστέα αυτή πλειονότητα έχει όνομα (έτσι τουλάχιστον τους αποκαλούν περιφρονητικά οι μάγοι): είναι οι Μαγκλ! Οι Μάγκλ διέπονται από με μια βασική και αδικαιολόγητη (σχεδόν μεταφυσική) εμμονή: αντιπαθούνε τους μάγους!

Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι μάγοι. Αυτοί φυσικά είναι λίγοι και εκλεκτοί. Ζουν σε ένα κόσμο παράλληλο και ημίκρυπτο, που ωστόσο τέμνεται με εκείνον της ¨κακής και ηλίθιας¨ πλειονότητας.

Οι μάγοι κρύβονται, γιατί οι Μαγκλ τους αντιπαθούν τόσο, που δεν τους επιτρέπουν να αναλάβουν τα ηνία της διακυβέρνησης (και να ¨σώζουν¨ όποτε κρίνουν ότι κάτι τέτοιο χρειάζεται τους φουκαράδες πλειονοτικούς Μαγκλ). Ωστόσο οι μάγοι είναι καλά οργανωμένοι, διαθέτουν παράλληλες μυστικές δομές εξουσίας, και όλα δείχνουν πως σκοπεύουν να σώσουν τους Μαγκλ, θέλουν δε θέλουν.

Στο κόσμο του Πότερ η δημοκρατία (το πολιτικό σύστημα που δίνει δίκιο στους περισσότερους) είναι μια ξεπερασμένη, ύποπτη ή και επικίνδυνη υπόθεση. Οι πλειοψηφούντες ζηλόφθονοι Μαγκλ δε χρειάζονται την δημοκρατία (κατά βάθος, ούτε καν την πολιτική): χρειάζονται εποπτεία.

Αντίθετα οι μάγοι διαθέτουν την πολυτέλεια της πολιτικής και, κατά συνέπεια, της εσωτερικής διαφωνίας. Πράγματι, είναι διαιρεμένοι σε δύο φράξιες. Με άξονα το επίμαχο θέμα των σχέσεων με τους Μαγκλ είναι χωρισμένοι στους Διαλλακτικούς και τους Φονταμενταλιστές. Οι πρώτοι θέλουν λίγο-πολύ καλές σχέσεις με τους βλάκες της πλειονότητας και φτάνουν στο σημείο να είναι ανεκτικοί ακόμη και σε περιπτώσεις μικτών γάμων, οι δεύτεροι είναι τόσο ρατσιστές που καταδικάζουν κάθε περίπτωση επιμιξίας με τους Μαγκλ ενώ αποστρέφονται (μετά βδελυγμίας) τους τυχόν ¨ημίαιμους¨.

Ο Πότερ ανήκει στην πρώτη φράξια, άλλωστε η κολλητή του, η Ερμιόνη, είναι μεν ταλαντούχος μαθητευόμενη μάγισσα, αλλά είναι και ημίαιμη. Οι εχθροί του Πότερ ανήκουν στους μάγους φονταμενταλιστές. Αυτοί είναι που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν τον κόσμο στο λαιμό τους. Οι Μάγκλ (ούτε καλοί ούτε κακοί, αλλά πανηγυρικώς ανίκανοι), σε αυτό το παιχνίδι απλώς δεν παίζουν.

Εάν θα επέμενε κανείς να απαριθμήσει συνοπτικά τα παραπάνω ως υπαινισσόμενες αξίες, θα μπορούσε να σημειώσει ότι:

α. επιβεβαιώνεται η παλιά γνωστή (αντιδημοκρατική) ρήση ότι όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα. Εδώ όμως συμβαίνει και κάτι άλλο: ναι μεν τα μικρά  δάχτυλα περιγράφονται ως πολλά και ανίκανα, τα μεγάλα όμως δεν είναι πια κάποιες ηρωικές μονάδες που αντιπαραθέτουν την ατομική τους ιδιοφυία στην καταπίεση του πλήθους (όπως στην κλασική εκδοχή), αλλά ανήκουν σε μια οργανωμένη μειοψηφία. Έμμεση παρότρυνση προς τους μικρούς αναγνώστες: αν θέλετε να ξεφύγετε από την τυραννία της μαζικής κοινωνίας φροντίστε να ενταχθείτε σε μια προνομιούχα μειονότητα. Μην δυσπιστείτε, γιατί αυτή κατά βάθος μπορεί να είναι καλή και χρήσιμη. Αν δεν σας κάνουν εύκολα μέλος, αρκεστείτε να τα έχετε καλά μαζί της. Είναι οι προνομιούχες μειονότητες που κάνουν πλέον παιχνίδι.

β. Οι εν λόγω μειονότητες είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μη χρειάζεται πλέον να αιτιολογούν την παρουσία, τη δράση και την εξουσία τους με ορθολογικό τρόπο. Το κενό καλύπτεται από μια υπερφυσική-μαγική εκδοχή περί καλού και κακού.

γ. Οι εν λόγω μειονότητες δεν είναι (όλες/ακόμη) αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να απαιτούν προνόμια στα φανερά. Αν το έκαναν θα αντιμετώπιζαν ακόμη πιο έντονα τη δυσαρέσκεια που ήδη υφέρπει ανάμεσα στη μάζα/τέως λαό (Μαγκλ). Γι αυτό δικαιούνται (για την ώρα) να δρουν εν κρυπτώ.

Αυτό είναι το βασικό σκηνικό. Μέσα του πλέκονται οι επιμέρους μύθοι που έχουν απ’ όλα! Και δράκους, και τέρατα, και κακούς που είναι κακοί ως το κόκαλο και καλούς που είναι επιτήδειοι και ωραίοι. (Η Ρόουλινγκ δεν χρησιμοποιεί τις υποδείξεις της πολιτικής ορθότητας -που όλα τα δικαιολογεί / όλα τα εξωραΐζει- και αυτός είναι ίσως ένας από τους βασικούς λόγους της πλατιάς επιτυχίας του πονήματος).

Τα παραπάνω δεν είναι παρά μερικές παρατηρήσεις που ξεκινούν από μια μικρή συμπληρωματική υπόθεση και οδηγούν σε ένα είδος ¨ανάγνωσης¨. Όμως, όπως συμβαίνει με κάθε μήνυμα με ευρεία διάδοση και αποδοχή, είναι δυνατές και αρκετές άλλες διαφορετικές ¨αναγνώσεις¨.

Στην προφανέστερη έχουμε να κάνουμε με μία καλοδιαμορφωμένη φανταστική ιστορία με  πλοκή, περιπέτεια και  ανατροπές, στην οποία ¨παίζουν¨ αρκετές ευρέως αναγνωρισμένες αξίες, όπως η οικογένεια, η φιλία, η γενναιοφροσύνη απέναντι στους εχθρούς, η αλληλεγγύη (μεταξύ ομοίων) και άλλες.

Τι θα μείνει από τον Χάρυ Πότερ;

Είναι νωρίς για να αποφανθεί κανείς με σιγουριά. Ας μη ξεχνάμε ότι το κοινό έχει τους δικούς του μηχανισμούς αποδοχής και αφομοίωσης των όσων του προσφέρονται (μπουχτιστικά) από  τους μηχανισμούς της απόδρασης και της (έμμεσης) πειθούς.

Ο Μίκυ Μάους κυριάρχησε και παράμεινε στο συλλογικό ασυνείδητο, μάλλον ως ένα συμπαθητικό ποντίκι παρά ως ένας εθελοντής συνεργάτης των  απανταχού σερίφηδων.

Ο Σούπερμαν πήρε θέση στις παιδικές αναμνήσεις μάλλον σαν ένας ακόμη καλόβολος γίγαντας, παρά ως ο ιδανικός υπάλληλος αμερικανού εργοδότη, πρόθυμος να κάνει θελήματα χωρίς να ανακατεύεται σε οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει κοινωνικό ή πολιτικό περιεχόμενο.

Ακόμη και ο Ράμπο πλασαρίστηκε στις χώρες της Μέσης Ανατολής  απογυμνωμένος από όλες τις ψυχροπολεμικές και αντι-ισλαμικές του αποχρώσεις για να ¨πιάσει¨ και να πουλήσει ως παραμύθι ακόμη και εκεί.

Επιμύθιο: οι ήρωες (και οι σκοπιμότητες) αλλάζουν, η περιπέτεια μένει.

Και στο κάτω κάτω, όπως λέει και η (διαλλακτική) μάγισσα – καθηγήτρια κα Μακ Γκόναγκλ στο πρώτο βιβλίο της Ρόουλινγκ, ¨Ο Χάρυ Πότερ και η φιλοσοφική λίθος¨ (σελίδα 21): «ας μη ξεχνάμε πως οι Μαγκλ δεν είναι και εντελώς ηλίθιοι…»

——-

(1) Κείμενο που έγραψα πριν δυο-τρία χρόνια, όταν γινόταν και πάλι ντόρος με αφορμή την προώθηση κάποιας από τις ταινίες του διοπτροφόρου μάγου. Είχα μάλιστα την (ατυχήσασα) έμπνευση να το στείλω προς δημοσίευση σε μεγάλη αθηναϊκή εφημερίδα. Εκεί, κατ’ αρχήν άρεσε, μετά άρεσε λιγότερο και όταν πάρθηκε η -αρνητική- τελική απόφαση, το θέμα δεν ήταν πια στην επικαιρότητα και έτσι έμεινε στα αρχεία μου μέχρι σήμερα.Σήμερα Κυριακή ξεφυλλίζοντας την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία έπεσα πάνω στο νιοστό αφιέρωμα (προβολή νέας ταινίας του Χάρι) στον ήρωα της Ρόουλινγκ και θυμήθηκα ότι κάτι έχω γράψει σχετικά.


Posted in Άπόψεις - Άρθρα, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένα σημείωμα στον ¨Αγγελιοφόρο¨

Posted by vnottas στο 3 Ιουνίου, 2011

Μου ζήτησαν, από την εφημερίδα ¨Αγγελιοφόρος¨, ένα σημείωμα για τους νέους στις πλατείες. Τους έστειλα πριν λίγο τις παρακάτω αράδες.

Οι νέοι στις πλατείες

Δεν έχω το χώρο (μου ζητήθηκαν πάνω κάτω διακόσιες λέξεις) ούτε, αυτήν τη στιγμή, το κέφι να αναλύσω επιστημονικά το θέμα, έστω κι αν οι αναλύσεις πάνω στις κοινωνικές τάσεις και συμπεριφορές είναι κομμάτι της δουλειάς μου.

Για αυτό, αν και ξέρω ότι οι αυθόρμητες διατυπώσεις προσφέρονται σε παρερμηνείες, παρανοήσεις, διαστρεβλώσεις και παρεξηγήσεις θα πάρω το ρίσκο:

Εγώ για τα παιδιά στις πλατείες αισθάνομαι θαυμασμό, μαζί με μια ιδέα ζήλια και μαζί με μια παρέα ολόκληρη από εγνωσμένους φόβους.

Τους θαυμάζω και λίγο τους ζηλεύω. Όχι γιατί ανήκουν σε μια γενιά που θα ’χει την τύχη να λέει αργότερα ήμουν κι εγώ εκεί, όχι γιατί ζουν την ανάσα και το ρίγος της συλλογικότητας που ανασταίνει την Ιστορία, όχι γιατί έδωσαν φωνή στις πλατείες -και δεν μιλάνε συχνά οι πλατείες με την γλώσσα των πολλών, αλλά ακριβώς για αυτήν την καινούργια γλώσσα που χρησιμοποιούν, μήτε ξύλινη, μήτε καρφωμένη, μήτε μελοδραματική, αλλά  γεμάτη με ζωογόνο χιούμορ. Τους ζηλεύω γιατί η γλώσσα τους μαρτυρά μια γενιά χωρίς τα δικά μας συμπλέγματα, και έτσι, ίσως, τεκμηριώνουν την ελπίδα ότι δε θα επαναλάβουν τα δικά μας λάθη.

Και παράλληλα είμαι δάσκαλος και πατέρας και φοβάμαι. Τους προβοκάτορες, τους βαλτούς, τους διαστρεβλωτές των καλών προθέσεων, τους μίζερους κομπλεξικούς κακομοίρηδες, που δεν συμμετέχουν στη μέθεξη,

καθώς και τους φανατικούς  ¨ανεμόμυλους¨ ίδιους  με εκείνους της γενιάς μου, για τους οποίους έγραψε ο Αναγνωστάκης:

 «Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας ¨δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό¨».

Και τούτη η γενιά θα κάνει λάθη. Είναι ανθρώπινο, αναπόφευκτο, κατανοητό. Ας μη κάνει μόνο τα ίδια, τα δικά μας.  

 Βασίλης Νόττας

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ | 1 Comment »

Συνάντηση με τους φοιτητές και «αντιμάθημα» στα πλαίσια των εκδηλώσεων της κατάληψης της Σχολής Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ

Posted by vnottas στο 16 Δεκέμβριος, 2010

 

Φέτος τα πράγματα διαδραματίστηκαν ως εξής:

Η πρόσκληση

Έλαβα από φοιτητές μου, εκείνους που συμμετέχουν στην κατάληψη της Σχολής Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτέλειου, το ακόλουθο ηλεκτρονικό  μήνυμα.

 Καλησπέρα κ. Νόττα,

   Εκ μέρους της επιτροπής κατάληψης του Σ.Φ. Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ θα θέλαμε να σας καλέσουμε σαν ομιλητή, σε ανοιχτό αντιμάθημα στην πλατεία Αριστοτέλους, την  Τρίτη στις 12:00 το πρωί. Το θέμα του αντιμαθήματος θα είναι «Πως η οικονομική κρίση και η καταστολή επηρεάζουν την ψυχολογία και την καθημερινότητα των πολιτών».
Σε περίπτωση αφόρητου κρύου η βροχής το αντιμάθημα θα πραγματοποιηθεί
σε διπλανή στοά στην Αριστοτέλους. Θεωρούμε πως μια τέτοια διαδικασία σε ανοιχτό χώρο θα δώσει την δυνατότητα σε πολύ περισσότερο κόσμο να παρέμβει και να την παρακολουθήσει.
   Παρακαλούμε να μας απαντήσετε όσο το δυνατόν συντομότερο για να κανονίσουμε τους ομιλητές.
Ευχαριστούμε εκ των προτέρων,

(όνομα)  μέλος της συντονιστικής επιτροπής κατάληψης.

 Η αποδοχή

Δεν εξεπλάγην. Πριν δυο χρόνια, όταν έβραζαν τα γεγονότα του Δεκέμβρη του ’08, με είχαν καλέσει και πάλι και, όπως και τώρα, θεώρησα την αποδοχή της πρόσκλησης πλήρως συμβατή με την ιδιότητά μου ως ακαδημαϊκού δάσκαλου και συγκεκριμένα δικού τους  δάσκαλου, με ό, τι αυτό συνεπάγεται. (Βλέπε σχετικές παλιότερες καταχωρήσεις στο παρόν ιστολόγιο)

Όπως  και τότε σκέφτηκα ότι εάν δεν αρνήθηκα ποτέ να εκφράσω δημόσια τις απόψεις μου (και έτσι μου έχει συμβεί να λέω τα ίδια πράγματα σε πολύ διαφορετικά ακροατήρια – με μόνη πάγια προϋπόθεση να έχω απόλυτη ελευθερία έκφρασης), έτσι και τώρα δεν θα αρνιόμουν την πρόταση των παιδιών να μιλήσω μαζί τους δημόσια για τα τρέχοντα, έστω υπό καθεστώς κατάληψης, έστω στο δρόμο.

Όπως και τότε έκανε πολύ κρύο.

Το θέμα που μου ζήτησαν να αναπτύξω δεν ήταν έξω από τη θεματολογία της Κοινωνικής Επιστήμης που διδάσκω, οι δε εμπεριεχόμενες έννοιες, η οικονομική κρίση και οι κοινωνικές της επιπτώσεις, καθώς και οι επιπτώσεις στο συλλογικό ¨ηθικό¨ και στην καθημερινότητα των πολιτών των σημερινών μορφών καταστολής, εμπίπτουν πλήρως στα επιστημονικά μου ενδιαφέροντά. Επί πλέον, μια που λόγω ηλικίας πρόλαβα να ζήσω κάποιες ανάλογες καταστάσεις διεκδίκησης και αγώνα, θεώρησα ότι θα μπορούσα να βρω τη σωστή συχνότητα που θα μου επέτρεπε να επικοινωνήσω με τα παιδιά, ακόμη και χωρίς το σύνηθες διδακτικό ¨καλούπι¨ των κλασικών μαθημάτων.

Έτσι τους είπα εντάξει και το μεσημέρι της Τρίτης βρεθήκαμε στην είσοδο του (νοικιασμένου) κτιρίου της Σχολής,  στο 46 της Εγνατίας Οδού.

 Η συνάντηση

  Δεν βγήκαμε τελικά στην πλατεία και αιτία δεν ήταν μόνο το τσουχτερό κρύο. Υπήρχε και η απεργία των αστικών λεωφορείων (το κοινό στις στάσεις των οποίων ήταν σημαντικό τμήμα του ¨κοινού¨ της προπερυσινής αντίστοιχης εκδήλωσης), υπήρξε και το γεγονός ότι ο αρχικός αριθμός  των παρόντων, έστω και αν μεγαλύτερος από εκείνον πολλών ¨κανονικών¨ μαθημάτων, δεν θεωρήθηκε ικανός να δημιουργήσει σε ανοιχτό υπαίθριο χώρο την απαραίτητη εντύπωση ¨μαζικότητας¨ που τα παιδιά -δίκαια- θεωρούν βασικό δείκτη αποδοχής των προσπαθειών τους. 

  Ίσως ευθύνομαι και εγώ που τους είπα ότι το να δείξουν πως το Πανεπιστήμιο επικοινωνεί με την Πόλη και την Κοινωνία δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην τους φοιτητές στο δρόμο, αλλά ίσως και το (συμβολικό και ουσιαστικό) άνοιγμα του ίδιου του Πανεπιστήμιου στην Πόλη και την Κοινωνία. (ας διευκρινίσω στους αναγνώστες του παρόντος σημειώματος ότι ως Κοινωνία δεν εννοώ, όπως μερικοί άλλοι, τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που ετοιμάζουν την εισβολή τους στον ακαδημαϊκό χώρο)

Το γεγονός είναι ότι τις επόμενες δύο ώρες μείναμε μαζεμένοι (όλο και περισσότεροι) στην είσοδο του κτιρίου, σε μια μορφή διαλογικού μαθήματος.

 Τι είπα στα παιδιά.

Είχα προετοιμάσει τις βασικές γραμμές της παρέμβασής μου (ένα ανοιχτό μάθημα θέλει προσεκτικότερη προετοιμασία από ένα κλασικό) γύρω από τις βασικές έννοιες που εμπεριέχονταν στο θέμα που μου προτάθηκε.

Όπως συχνά επαναλαμβάνω και στα ¨κανονικά¨ μαθήματα, τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο σε όποιον επιχειρεί σήμερα μια αξιόπιστη κοινωνική/επικοινωνιακή ανάλυση. Πολύ περισσότερο αν πρόκειται για όρους όπως ¨οικονομική κρίση¨, ¨ψυχολογική κρίση¨, ¨καθημερινότητα¨, ¨καταστολή¨, και τέλος ¨πολίτης¨, ακόμη περισσότερο όταν το λειτουργικό τους περιεχόμενο καθορίζεται όχι πλέον από κάποιους αρμόδιους ακαδημαϊκούς, αλλά από την χρήση  που τους γίνεται στα παντοδύναμα ΜΜΕ. Οι όροι, όσο κι αν μοιάζουν γνωστοί χρειάζονται ξεφλούδισμα και αναζήτηση του ¨λειτουργικού¨ τους πυρήνα μέσα στο εκάστοτε θεωρούμενο περιβάλλον.

Για παράδειγμα:  Ποια οικονομική κρίση; για ποιόν; Ποια ψυχολογική ανασφάλεια; Ποιος την προκαλεί; Ποιον απειλεί; Ποιος επωφελείται; Υπάρχει υποδόρια καταστολή ή ό,τι το υποδόριο είναι ¨προληπτικό¨; Ποιος είναι ο  ¨πολίτης¨ και ποια η σχέση του με τον ¨καταναλωτή¨ (και τον ¨συνδρομητή¨) σε περιόδους ¨οικονομικών κρίσεων¨ σημερινού τύπου; Αυτά και άλλα αντίστοιχα υπήρχαν στις σημειώσεις μου.

 Όμως αρχικά θα όφειλα να πω στα παιδιά όχι μόνο γιατί ήμουν εκεί και με ποια ακριβώς ιδιότητα (τι σημαίνει για μένα να είσαι δάσκαλος) αλλά και τις αρχικές σκέψεις μου για τις κινητοποιήσεις τους,  καθώς και για τους συνεπαγόμενους κινδύνους.

Τους είπα λοιπόν ότι κατά την άποψή μου_

* οι φοιτητές (το πιο ευαίσθητο τμήμα των σκεπτόμενων ανθρώπων) όταν αγωνίζονται για τα κοινά (σύμφωνα με τις θεωρήσεις και τις απόψεις που τους εκφράζουν) ασκούν ένα πάγιο και κερδισμένο με αγώνες δικαίωμά τους.

* σήμερα υπάρχει και κρίση και σύγχυση και κανένας δεν δικαιούται να υποτιμήσει ή να περιορίσει τον λόγο κανενός. Οι φοιτητές πρέπει να έχουν άποψη για την κρίση, τις αιτίες της, τους υπεύθυνους για αυτήν. Άλλωστε θα κληθούν -καλούνται ήδη- να πληρώσουν.

* οι κινητοποιήσεις τους αποτελούν απάντηση στην (επιθυμητή από πολλούς) αδιαφορία, καταπλάκωση, αδράνεια της αιφνιδιασμένης κοινωνίας μας.

* τα κινήματα μπορούν και πρέπει να ανανεώνουν τους τρόπους της Δημοκρατικής Πάλης.

Ωστόσο

-Θα είναι λάθος και επανάληψη παλιών λαθών αν οι φοιτητές αγνοήσουν το διάλογο και οχυρωθούν πίσω από μια οποιαδήποτε ¨μεσσιανική¨ αντίληψη

-Θα είναι λάθος αν στις κινητοποιήσεις τους κυριαρχήσουν οι μικροπολιτικές/κομματικές αντιπαραθέσεις (συχνά ετερο-υποδαυλιζόμενες) και τα παιχνίδια (μικρής) εξουσίας

-Θα είναι λάθος αν σταθούν σε ό, τι τους χωρίζει και τους απομονώνει αντί σε ό, τι τους ενώνει

-Θα είναι λάθος αν δεν λάβουν υπόψη τους την ευρύτερη κοινωνία, ότι ανήκουν σε αυτήν και ότι η δράση τους νομιμοποιείται από αυτήν.

 Η γενιά μου έκανε τα περισσότερα από τα παραπάνω λάθη και  η Ιστορία δεν αρκείται στις τυχόν καλές προθέσεις. Βάλτε τα μαζί μας, αλλά μην κάνετε τα ίδια λάθη.

 Οι απόψεις αυτές εκφρασμένες όχι με τον ιεραρχημένο τρόπο που παρουσιάζονται εδώ, αλλά με τον αυθόρμητο τρόπο μιας διαλογικής κουβέντας έδωσαν λαβή σε συζήτηση που έφερε στην επιφάνεια τους προβληματισμούς, τις δυσφορίες, αλλά και τις ελπίδες, την διάθεση για υπέρβαση και τον καλώς νοούμενο ρομαντισμό των φοιτητών μου. Ή εμένα έτσι μου φάνηκε.

Έφυγα δυο ώρες μετά χαμογελώντας, ευχαριστημένος. Δεν τα είχαμε πει όλα, αλλά θα ξαναμιλούσαμε, στις αίθουσες ή αλλού.

 

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ανταπόκριση από τ’ αμπάρι (συνέχεια)

Posted by vnottas στο 31 Μαΐου, 2010

(Ψάχνοντας  επετειακό υλικό για τα τρίτα γενέθλια)

 Μια φορά κι έναν καιρό  και για να είμαστε πιο ακριβείς την Πρωταπριλιά του 1997, έγινε στη Θεσσαλονίκη το 1ο Συνέδριο Φανταστικής Λογοτεχνίας στα πλαίσια των εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.

Το εάν, στα πολλά χρόνια που πέρασαν από τότε, έγινε και κάποιο δεύτερο ή κάποιο τρίτο ανάλογο συνέδριο, είναι κάτι που αγνοώ. Τότε, πάντως, το συνέδριο –ημερίδα (το είπανε και νυχτερίδα) βασίστηκε  στη διεξαγωγή ενός λογοτεχνικού παιχνιδιού. 

Δηλαδή η οργανωτική επιτροπή ( την είπανε και Τομέα Γραμμάτων του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας -Θεσσαλονίκη 1997) επινόησε έναν φανταστικό συγγραφέα και συνέθεσε το εξ ίσου φανταστικό βιογραφικό του. Ύστερα το παρέδωσε στους προσκεκλημένους συγγραφείς, οι οποίοι θα έπρεπε αντλώντας από εκεί τα απαραίτητα στοιχεία, να συντάξουν μια δεκαπεντάλεπτη εισήγηση-αφήγημα.

Αν θυμάμαι καλά η εκδήλωση έγινε στην αίθουσα τελετών της Παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής και είχε επιτυχία.

Διαφορετικές (φανταστικές) ευαισθησίες, διαφορετικές οπτικές και διαφορετικά συγγραφικά στιλ αγκιστρωμένα γύρω από ένα ενιαίο ¨βιογραφικό¨, αρθρώθηκαν σε διαφορετικά σημεία του χωροχρόνου και διαβάστηκαν από τους συμμετέχοντες συγγραφείς στο κοινό, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα (φαντασιακή) ατμόσφαιρα

Επρόκειτο μάλιστα τα αφηγήματα –εισηγήσεις να εκδοθούν σε ειδικό τόμο, αλλά ξέρετε πως είναι αυτά τα πράγματα, τα λεφτά δεν έφτασαν και οι επί της μυθοπλασίας (έστω ότι) μυθοπλασίες (άρα κάπως έτσι) δεν εκδόθηκαν ποτέ όλες μαζί.

Τώρα, ψάχνοντας στο αμπάρι του ιστολογοφόρου, στις γωνιές με τα παλιά πονήματα του Ανωνύμου Ενός, ανακάλυψα τη δική του συμμετοχή (εκδόθηκε στο περιοδικό «Απαγορευμένος Πλανήτης» των εκδόσεων Παραπέντε τον Ιούλιο του 1997) και σας την παραθέτω αφού πρώτα σας δώσω τις προδιαγραφές των οργανωτών.

 

 

Και πρώτα απ’ όλα το βιογραφικό του συγγραφέα που δεν υπήρξε, σύμφωνα με την περιγραφή της οργανωτικής επιτροπής της Νυχτερίδας.

 

Τον έλεγαν: Άρθουρ Τζοφ Άρενς

Γεννήθηκε στο Λέομπεν της Γαλικίας (Αυστρία) από Ιρλανδό πατέρα και Αυστριακή μητέρα το 1867.

Ο πατέρας του (από τους μισθοφόρους του Κριμαϊκού πολέμου) ερωτεύθηκε και παντρεύτηκε τη μητέρα του που γνώρισε στο πανδοχείο ως κόρη του ιδιοκτήτη, την Εριέτα Λόνγκεφελ (στοιχεία του ίδιου από τα χαριτωμένα διηγήματα «Ιστορίες του Πανδοχείου)

Όνομα πατρός: Τζαφ Μακήνλεϋ.

Οι γονείς του συγγραφέα πέθαναν νωρίς και έτσι τον Άρενς μεγάλωσε ένας μακρινός συγγενής της μητέρας του και προς τιμήν του πήρε το όνομα Άρενς (Πήτερ Άρενς).

Αποφοίτησε από το θρησκευτικό Λύκειο «Ορφέους» του Κλάνγκενφαλ το 1879 κι ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Λύκειο Ελευθεροτεκτόνων της πόλης Λιούμπεκ (Άνω Σαξωνία) απ’ όπου αποφοίτησε το 1884.

Την ίδια χρονιά γράφτηκε στην ελεύθερη Φιλολογική Σχολής του Τίμπιγκεν και διέκοψε τις σπουδές του το 1886 (όταν έκλεισε τη σχολή ο Βίσμαρκ).

Τα φοιτητικά του χρόνια περιγράφονται από τη συλλογή διηγημάτων του «Ο τρελός της Βαϊμάρης».

Αποδέχτηκε πρόσκληση του φίλου του –συμμαθητή του- από το Ιταλικό Τυρόλο Τζιανκάρλο Σποντίνι, για την Βενετία όπου και έζησε τη ξέγνοιαστη ζωή του μποέμ και Δον Ζουάν.

Ο Άρενς εξαιρετικής ομορφιάς άντρας και πολύγλωσσος, αποτέλεσε τον ήρωα των τριών επιστολών του Νίτσε, ο αμερικανός πολυεκατομμυριούχος Καρνέγκι του αφιέρωσε το πρώτο του βιβλίο. Για ένα διάστημα υπηρέτησε ως Γραμματέας στον Ιταλό πολιτικό Τζιολίτι.

Το 1905 σε ηλικία 35 ετών ερωτεύεται την ανιψιά του στρατάρχη Μόλτκε που είχε γνωρίσει στα Ιεροσόλυμα.

Από το 1905 σταματάει να γράφει σα Ιταλικά ή στο τοπικό ιδίωμα της Σουδητίας και γίνεται οπαδός του Παγγερμανισμού. Γίνεται υπάλληλος του Κάϊζερ και φέρεται ως οργανωτής της μυστικής διπλωματίας του Αγαδίρ. (1910)

Από το 1910-15 είναι στο Λέομπεν όπου γράφει το σπουδαίο έργο του σε 4 τόμους με γενικό τίτλο «Η πυγμαία συνείδηση».

Ο Άρενς υπήρξε ο βασικός εμπνευστής της αποστολής του Λένιν με το σιδερένιο βαγόνι στη Ρωσία.

Τιμήθηκε με το ανώτατο γερμανικό παράσημο «Βέρθερος», αλλά στην ιστορία της Γερμανικής Λογοτεχνίας έμεινε μεταφράζοντας στη δημοτική τα «Κάρμινα Μπουράνα» και την τολμηρή συλλογή διηγημάτων του «Διασκεδάζοντας τη Χίλντα».

Έγραψε τους στίχους του Ολυμπιακού ύμνου του Χίτλερ το 1936 και πέθανε το 1937.

Ο αρχιτέκτονας του Χίτλερ Φον Σπέερ του έχτισε υπερμέγεθες κενοτάφιο που βρίσκεται στην πλατεία Άρενς Πλάτσε και σήμερα στεγάζει τη μεγαλύτερη πινακοθήκη του Βερολίνου.

Οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις του, από τις οποίες έγινε γνωστός, χωρίζονται σε 3 κατηγορίες:

α ) «Χρονικό της Καρχηδόνας» (πρόκειται για ταξίδια του στην Τύνιδα, τη Λιβύη, το Μαρόκο κ.α. 1890-96)

β ) «Ο ερημίτης της Στέπας» (Ουκρανία- Σαμαρκάνδη – Οδησσός, Βάρνα, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη)

γ ) Το συνθετικό του ποίημα «Ο μικρός Αργοναύτης» (1896-19020

Από το 1902 ταξιδεύει στους Άγιους Τόπους κι ανακαλύπτει την πέτρα των Αβαταίων.

Αδιευκρίνιστα παραμένουν τα έργα:

Άρενς – «Οι Ημέρες της Βενετίας»

Άρενς – «Ντ’ Ανουίζιο παράλληλοι» καθώς και η τέταρτη ανέκδοτη επιστολή του Νίτσε προς τον Άρενς.

 Ο Ανώνυμος Ένας τα ανέπλασε/φαντάστηκε/αφηγήθηκε  ως εξής:

 

ΣXETIKA ME TO ΠΩΣ (και εάν) ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΑΡΘΟΥΡΟ 

ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ

 
 
 
 
 Οφείλω να ομολογήσω ότι τον Άρθουρ Τζοφ δεν τον ήξερα.

Δεν τον είχα καν ακουστά. 

Και αυτό θα έπρεπε ίσως να  μου προκαλέσει ανησυχία και προβληματισμό, μια που έδειχνε πόσο περιορισμένη και ελλιπής ήταν η  κουλτούρα μου.

Τουλάχιστον η λογοτεχνική. 

Αλλά – φευ!- δεν μου καιγότανε ούτε καρφί ούτε λυχνία, καθώς εκείνο το ηλεκτροφορτισμένο απόγευμα, αρμένιζα ανέμελα εδώ και κει στην πληροφορική λιμνοθάλασσα.

Είχα μόλις καταφέρει να δανειστώ από τον φίλο μου, τον Σοφοκλή, έναν παθιασμένο  μοναχικό μπιτ-θαλασσοπόρο, ένα καινούργιο πρόγραμμα πληροφορικής πλεύσης -δικής του επινόησης και κατασκευής – που υποσχόταν ξανοίγματα σε ωκεανούς ανεξερεύνητους και προσβάσεις σε πραγματικότητες εξωτικές, αυθεντικά προσομοιασμένες και  με εγγυημένη την χαλκομανιώδη αναπαράσταση των αισθημάτων και των συγκινήσεων. 

Ο Σοφ, βέβαια, μου είχε επιστήσει την προσοχή ότι το πρόγραμμα δεν ήταν ακόμη επαρκώς δοκιμασμένο και ότι δεν θα έπρεπε να βγω ντουγρού στ΄ ανοιχτά, όπου μπορούσαν να παραμονεύουν διαλεκτικές θύελλες, κβαντικές ανωμαλίες και δογματικές εκκενώσεις, αλλά πως θα  ήταν καλύτερα, στην αρχή, να περιπλεύσω κοντά σε διαβεβαιώσεις γνωστές  και σε ρήσεις καταφατικές μη ευθέως αμφισβητούμενες.

Εγώ ωστόσο ό,τι μου έλειπε σε κουλτούρα (λογοτεχνική)  το διέθετα σε ενθουσιασμό και ταξιδιωτική διάθεση.  Έτσι, μετά από λίγο, άφηνα την ασφαλή λιμνοθάλασσα (με τα διαφημιστικά διαλύματα και τις υπνοφόρες αναθυμιάσεις) και ξανοιγόμουν στα βαθιά και τα απάτητα.

 Ήμουν λίγο σφιγμένος, το παραδέχομαι, καθώς  παρατηρούσα με τεντωμένη προσοχή γύρω τριγύρω τις διασταυρωνόμενες πληροφορίες να σκάνε στη καρίνα του motherboard με ένα ηχηρό πλαφ, τις πολυδιάστατες συντεταγμένες να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν αφρίζοντας εδώ κι εκεί  και τα διερχόμενα αξιώματα, να ανακατεύονται με τα  θεωρήματα και τα πορίσματα και να αλληλοεπενεργούν δημιουργώντας ρουφήχτρες και δίνες.

Όμως, η ανησυχία μου ήταν, φαίνεται, μάλλον υπερβολική γιατί όλα αυτά, εν τέλει, το μόνο που προκαλούσαν στο σκάφος (ένα τρίμπριζο Υπέρ πεντόλιτρουμ ΙΙΙ, αυτό-διευρυμένων καλωδιώσεων και  πολλών ούλτρα /τζίγκα / μπάυ/ μπάιτ), ήταν ένα απαλό περαδώθε και δεν αλλοίωναν την ελλειπτική πορεία που είχα χαράξει στο πρόγραμμα του Σοφ.

 Είχα πάρει  πια την απόφαση να γυρίσω πίσω. 

Ήθελα να προλάβω απόψε να δοκιμάσω και ένα καινούργιο  Γκέιμ (Σούπερ Μάριος Βούρτσας εναντίον Κάρμεν Σαντιέγκο),   όταν πρόσεξα μια αναταραχή στην οθόνη πλοήγησης. 

Στο κέντρο της, η γραμμή του ορίζοντα των γεγονότων είχε αλλοιωθεί και στη θέση της είχε αρχίσει να σχηματίζεται και να περιστρέφεται κάτι που έμοιαζε όλο και περισσότερο με … μπουκάλι. 

Ένα μπουκάλι πράσινο, βουλωμένο με φελλό,  από κείνα που χρησιμοποιούσαν στις αρχές του αιώνα, τότε που οι φελλοί δεν είχαν ακόμη πλαστικοποιηθεί και είχαν περιορισμένες φιλοδοξίες, αρκούμενοι στο να βουλώνουν μπουκάλια.

Μέσα στη φιάλη λαμπύριζαν περίεργα  σήματα…και εικόνες αποσπασματικές.

Μετά, η μπουκάλα έπαψε να στριφογυρίζει.  Ο λαιμός της έδειχνε αποφασιστικά εμένα!

Έριξα την απόχη με την αυτόματη διερευνητική κεφαλή και την  έπιασα.

 Όταν έβγαλα το πώμα, από μέσα βγήκαν κάτι επαναλαμβανόμενοι ψίθυροι που άρχισαν να κόβουν βόλτες στη καμπίνα, επίμονα και ενοχλητικά.

Τους κατέγραψα.

Στην οθόνη τρεμοέπαιζαν τώρα νέες απόπειρες εικόνας …

Ζαλίστηκα.

Είπα στην αρχή ότι δεν άξιζε το κόπο να τα ψειρίζω τα πράγματα και ότι μερικά πράσινα μπουκάλια και μερικά παραπανίσια μπιτ- μουρμουρητά  δεν ήταν παρά το φυσικό υπόβαθρο ή και  οι φυσιολογικές παρενέργειες μιας καθώς πρέπει πελαγοδρομικής εξερεύνησης στα βαθιά.

Αλλά, ύστερα, τα «μουρμουρητά» άρχισαν να παίρνουν υποβλητικές αποχρώσεις που έφερναν κάπως σε υπερβατικούς ψαλμούς και αποπλανητικές ωδές σειρήνων, ενώ στις κεραίες του σκάφους πήραν να λαμπυρίζουν αλλεπάλληλες χωροχρονικές εκλάμψεις. Η οθόνη προσπαθούσε τώρα να συνθέσει κάτι που έμοιαζε όλο και πιο πολύ με φυσιογνωμία.

Θυμήθηκα τότε, ότι ο Σοφ είχε προσθέσει πρόσφατα σε όλα τα εξερευνητικά του προγράμματα, ειδικό παράθυρο με μεταφραστικές μακροεντολές και επικοινωνιακές παραμέτρους αυτοπροσαρμοζόμενες.

Είπα λοιπόν στον εξυπηρετικό Αρουραίο που εκτελούσε χρέη ναυτομυός να ανακαλέσει στην επιφάνεια και να ενεργοποιήσει τον επικοινωνιακό μετατροπέα.

 

Έτσι, για να μη σας τα πολυλογώ, είχα σε λίγο στην οθόνη μου ένα  πρόσωπο.

Ένα πρόσωπο ασκητικό, ηλικίας απροσδιόριστης, με βλέμμα βαθύ γκρίζο, ταυτόχρονα ονειροπόλο και διερευνητικό, και  ένα επίσης γκρίζο γενάκι που πλαισίωνε ένα χαμόγελο κατά τεκμήριο αινιγματικό, αλλά ποτέ κανείς δε ξέρει…

Τον Αρθούρο αυτοπροσώπως.

 

Χαίρε μου είπε ο Αρθούρος

Χρησιμοποιώ αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας για να είμαι σίγουρος ότι όταν το μήνυμά μου προσληφθεί, τα πράγματα θα έχουν επαρκώς ωριμάσει ώστε να γίνω πιστευτός και να μη θεωρηθώ πρωταπριλιάτικη φιλολογική πλάκα (από τις πιο κρύες).

Θα μπορούσα, ξέρεις, αυτά που θα σου πω να τα αφήσω γραμμένα σε τετράδιο ή βιβλίο, ή και να τα γυρίσω σε ταινία, ή και να τα γράψω σε δίσκο: όλες αυτές οι δυνατότητες υπάρχουν ήδη  στις αρχές του 20ου αιώνα, απ’ όπου σου μιλάω. 

Φοβάμαι όμως, ότι αν χρησιμοποιήσω τα μέσα επικοινωνίας που είναι ήδη γνωστά, υπάρχει κίνδυνος αυτά που θα σου πω να  ανακαλυφτούν πριν της ώρας τους, όταν ακόμη η δυνατότητα κατανόησης των χωροχρονικών παραδόξων είναι περιορισμένη.  Έτσι μπορεί τελικά να καταλήξουν, παρανοημένα, σε κανένα μουσείο «παρανοημένης τέχνης», αφιερωμένο στις παρανοημένες και ως εκ τούτου ακατανόητες πρωτοπορίες.

Άσε που υπάρχει η περίπτωση να μη με πάρουν, ούτε για πλάκα, ούτε για υψηλή τέχνη, αλλά να θεωρηθώ προφήτης και έτσι, αντί να ασχοληθούν μαζί μου σοβαροί άνθρωποι και έγκυροι μελετητές να καταλήξω να με αναλύουν τα μέντιουμ και οι χαρτορίχτρες, στα μέντια.

 Ευτυχώς όμως που πριν ξεκινήσω για αυτήν εδώ την εποχή, είχα πάρει μαζί μου έναν μπιτ -μικρό-καταγραφέα  και έτσι μπορώ να σου στείλω το παρόν μήνυμα,  που αφού κατάφερες να το λάβεις, σημαίνει ότι άρχισαν πλέον οι πλεύσεις  στα ανοιχτά του πληροφορικού πόντου.

Και έτσι μπορώ να σου διευκρινίσω ότι δεν είμαι πλακατζής πεζογράφος , μηδέ μάντης, μηδέ παρανοημένη καλλιτεχνική πρωτοπορία.

Εγώ, αγαπητέ πελαγοδρόμε, είμαι ο πρώτος συνεπής οπισθοδρομικός επαναστάτης του μέλλοντος.

 Α! είπα εγώ.

 Δε ξέρω φίλτατε -συνέχισε η φυσιογνωμία- σε ποια ακριβώς φάση σε βρίσκω ή μάλλον σε ποια φάση της δικιάς σου χωροχρονικής συνέχειας με βρήκες εσύ, αλλά, για να κατανοηθούμε, νομίζω ότι πρέπει ευθύς εξ αρχής να σου διευκρινίσω (και ελπίζω να έχεις ωριμάσει αρκετά για να με καταλάβεις) ότι είμαι ένας από τους πρώτους που αποτόλμησαν πειραματικό διερευνητικό ταξίδι στο παρελθόν!

 Ξεκινώντας, μάλιστα, από μια χρονοδιάσταση που για σένα πρέπει να είναι ακόμη μελλοντική: Τα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα.

Και λέω να αρχίσω την αφήγησή μου από εκεί, αν και δεν είναι εύκολο να διαλέξεις αφετηρία άμα μπλέξεις στους φαύλους στροβίλους του χωροχρόνου.

 Αρχίζω:

Είμαστε στα μισά του εικοστού πρώτου. 

Είμαι επίσημα καταχωρημένος με τα στοιχεία 76543Β αλλά ο Σπόνσοράς μου, μου είχε αγοράσει, από τον Εγκεκριμένο Κατάλογο των Ιστορικών Προσωνυμιών, το δημοφιλές όνομα «Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα».

Εργάζομαι παρτ τάιμ θυρωρός στο Μουσείο Παρωχημένων Επικοινωνιακών Μέσων. Στον τομέα Βιβλίων και λοιπών Χαρτομνημείων. 

Η δουλειά είναι λίγη. Ελάχιστοι περνούν από ΄δω.

Πλήττω. 

Αλλά μετά, ανακαλύπτω τυχαία τα κλειδιά από ορισμένους παλιούς κώδικες -λεξικά και άνευ διδασκάλου- και αρχίζω να περιτρέχω τα  χάρτινα φύλλα που γεμίζουν τα ράφια. 

Ανακαλύπτω ότι οι σκονισμένες σελίδες δίνουν μια άλλη, καινούργια και ανέλπιστα συναρπαστική  δυνατότητα για ταξίδια. 

Τον καιρό μου τα ταξίδια είναι μια προσομοιασμένη υπόθεση.  Τα αυθεντικά αποκλείονται για λόγους μόλυνσης και επικινδυνότητας από τις ραδιενεργές ακτινοβολίες, μια που η ατμόσφαιρα είναι προς το παρόν εξασθενημένη. 

Αλλά και οι προσομοιασμένες περιηγήσεις ελέγχονται με προσοχή από την ΚΟP&P/UC  (Correct Politics  and Pulp / United Companies) που έχει την σχετική υπεργολαβική εξουσιοδότηση, από την Ομοσπονδία των Εταιρικών Διοικητικών Συμβουλίων που  διοικεί την προστατευμένη  περιοχή μου.

Αλλά εμένα τα βιβλία μου επιτρέπουν  να ταξιδεύω.

Μετά, ανακαλύπτω ότι τα χαρτομνημεία έχουν απάνω μου και μια άλλη περίεργη επίδραση:  Αρχίζω να ανακαλύπτω την ύπαρξη δομών και νοηματικών σχημάτων που χωράνε μέσα τους περίεργα πράγματα που έως τότε τα αισθανόμουν μόνο συγκεχυμένα, ενώ τώρα αποκτούν καλούπι.

Πρέπει να εκκολάπτεται μέσα μου αυτό που άλλοτε ονόμαζαν αμφισβήτηση ή κάπως έτσι.

 Πάντως είναι πιθανό ότι, αμφισβήτηση ή όχι, τελικά θα αρκούμουν στις συναρπαστικές χαρτοκαταδύσεις, αν, εκείνη την εποχή, δεν είχα συνάψει μία εντελώς προφυλακτική σχέση με την 00345Υ (που είχε αγοράσει  από μόνη της μια πιο προωθημένη προσωνυμία, πάντα από τον επίσημο κατάλογο : Την φώναζαν «Το Λάγνο Άρωμα της Παραβατικότητας») και η οποία δούλευε στους υπολογιστές του Εργαστηρίου Χωροχρονικών Αποπειρών και Πειραμάτων μιας από τις Μεγάλες Μητρικές Πολυμεσιανικές Εταιρίες. 

Ήταν το «Λάγνο Άρωμα» που μου έδωσε μια πληροφορία που αποτελούσε την απάντηση στις πιο μύχιες από τις καινούργιες επιθυμίες μου: μου είπε ότι ζητούσαν εθελοντές πειραματανθρώπους για οπισθοδρομικά   χρονικά πειράματα.

Να σου πω εδώ, ότι τα πειραματόζωα είχαν καταργηθεί από το ισχυρό λόμπι των πολιτικώς ορθίων στα τέλη του εικοστού αιώνα.  Τις αρμοδιότητές τους, στα πλαίσια ενός επαναστατικού προγράμματος καταπολέμησης της ανεργίας , είχαν αναλάβει οι «πειραματάνθρωποι», οι οποίοι σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα έπρεπε να είναι εθελοντές και να διαθέτουν ισχυρά κίνητρα.  Αλλιώς χρησιμοποιούσαν ή κλώνους ή ανήκοντες στον κλάδο των τριτοκοσμικών  κλονισμένης υγείας, ή αυτόχειρες εθελοντές με κλονισμένη πίστη στον άνθρωπο και το πεπρωμένο του.

Έτσι έκανα την πρώτη μου αίτηση. 

Που απορρίφτηκε πανηγυρικά.

Από τα τεστ στα οποία με είχαν υποβάλει είχε προκύψει ότι η επιθυμία μου να φύγω προς άλλους καιρούς, δεν είχε -αλίμονο- σαν κίνητρο, ούτε την προσωπική φιλοδοξία ,ούτε την αναμονή νόμιμου κέρδους.

Και αυτό δημιουργούσε αξεπέραστα προβλήματα.

Γιατί την εποχή εκείνη δεν μπορούσες να πας μπροστά (ούτε και πίσω όπως ήθελα εγώ), αν δε διέθετες αρκετή ποσότητα  κινήτρων  που να ανάγεται στις δύο αυτές βασικές αρετές.

Ή, ακόμη καλύτερα, στον συνδυασμό τους: Την προσωπική φιλοδοξία για νόμιμο κέρδος.

Το νόμιμο κέρδος, θα πρέπει να  σου πω ότι τότε ήταν απροσδιορίστως υψηλό, Γιατί το μη νόμιμο είχε καταργηθεί δια διατάγματος, με θαυματουργό αποτέλεσμα τη δραστική μείωση της οικονομικής εγκληματικότητας. 

Ήταν τότε που αποδείχτηκε, ακόμη μία φορά, πόσες απλές και ευφυείς λύσεις, εκτός από το αυγό του Κολόμβου, είχαν αγνοηθεί κατά την Περασμένη Εποχή.

Η δραστική μείωση τόσο των οικονομικών ατασθαλιών, όπως η κερδοσκοπία και η προμήθεια, όσο και των περισσότερων ποινικών παραβάσεων ήταν κάτι το εξαιρετικά απλό και ίσως γι αυτό στο παρελθόν δεν το είχαν προσέξει: Η λύση για την εξυγίανση της δημόσιας ζωής, η λύση που καταργούσε τα έξοδα που απαιτούσαν οι παλιές μέθοδοι της καταστολής και της πρόληψης (αστυνομίες και παιδείες ήταν πράγματα εξόχως δαπανηρά) λεγόταν Νομιμοποίηση και  καθάριζε τις κακές στατιστικές ατάκα και επί τόπου.

 Βέβαια, για να υπάρχουν αποτελέσματα ακόμη πιο ικανοποιητικά, έπρεπε να διεξαχθεί παράλληλα και μία επιμελημένη προωθητική καμπάνια στα πολυμέσα, για την Κοινωνική Αναγνώριση και Καθαγίαση της τέως παρανομίας. 

Η τελική κάθαρση και διαλεύκανση της δημόσιας ζωής ολοκληρωνόταν όταν, χάρη σε ορισμένα  εντυπωσιακά προγράμματα υψηλής ακροαματικότητας, εξαφανιζόταν κάθε όρεξη του ποιμνίου για δημόσια ζωή.

Ήταν η εποχή που, παρά το ότι ο Λόγος βρισκόταν σε παρακμή (όπως έλεγαν και μερικοί άλλοι αμφισβητίες με τους οποίους είχα αρχίσει να κάνω παρέα), η Λέξη, αντίθετα, είχε αποκτήσει εξουσία και βρισκόταν σε δόξες μεγαλύτερες και από την εποχή της Άμπρας Κατάμπρας. 

Με μια σχετικά απλή λεκτική επιχείρηση, η Ονοματοποιητική Εξουσία έλυνε προβλήματα που μέχρι τότε είχαν πονοκεφαλιάσει γενιές και γενιές αλτρουιστών και φιλανθρώπων. 

Η πείνα και οι πεινασμένοι, για παράδειγμα .

Δεν υπήρχαν πια. 

Στη θέση τους υπήρχαν μόνο μερικοί «Χωρίς προβλήματα δίαιτας» και μερικοί «Διαθέτοντες Περιορισμένες Θερμίδες» που δεν ενοχλούσαν κανέναν.  Πολύ περισσότερο όταν, αργότερα, με μία συμπληρωματική επιχείρηση μετονομάστηκαν σε «Διαθέτοντες Περιορισμένες Θερμίδες και τους Αξίζει!»

Τον τελευταίο καιρό, λίγο πριν καταφέρω να φύγω,  είχε προταθεί η επαναφορά μερικών παλιών όρων που είχε ξεχαστεί η ετυμολογία τους και που πια δεν προκαλούσαν κανέναν θετικό ή αρνητικό συνειρμό: Λιμάρηδες ή Λιγούρηδες.

 Συγγνώμη για τους πλεονασμούς και τις περιφράσεις, είναι η επιρροή της σχεδόν προεικονικής εποχής στην οποία τελικά βρέθηκα.

 Τι σου έλεγα; Α, ναι.

Με απέρριπταν λόγω μη επαρκών  και πειστικών κινήτρων, αλλά εγώ δεν το έβαζα κάτω.

Ξαναυπόβαλα αίτηση υποκρινόμενος ότι ήμουν απαισιόδοξος- υποψήφιος- αυτόχειρ, αλλά εξακολουθούσα  να την πατάω στα τεστ που συνέτασσε η ισχυρότατη και πανέξυπνη ομάδα των Κλινικών Ψυχοβγαλτών.

Αυτά επέμεναν να διαπιστώνουν ότι δεν είμαι ούτε υγιής κερδοσκόπος, ούτε ανυστερόβουλος  ναρκισιστής, αλλά ούτε και ξεθεωμένος πεσιμιστής . Έτσι οι αιτήσεις μου εξακολουθούσαν να γυρίζουν πίσω καλυμμένες με την διαγώνιο απορριπτική σφραγίδα που με συμβούλευε: «κάτσε στα αυγά και τα ωάριά σου»  ή «μην ενοχλείς τον καθοδηγό  όταν σε καθοδηγεί για το καλό σου».

Αλλά εγώ δεν το ΄βαζα κάτω.

Συζήτησα  το πρόβλημα με μερικούς από τους νέους αμφισβητίες φίλους μου.  Χρειάστηκε να τους κάνω κάποιες νύξεις απέξω απέξω για τις πραγματικές μου προθέσεις και τελικά κούνησαν με συγκατάβαση τα κεφάλια τους και δέχτηκαν  να με βοηθήσουν.  Το σχέδιο που καταστρώσαμε ήταν σχετικά απλό:

Έπρεπε να ληφθεί μία Δημοκρατική Απόφαση που να επιτρέπει την κατ΄ εξαίρεση  συμμετοχή μου στο πείραμα. 

Η εποχή μου είχε και ορισμένα πλεονεκτήματα. 

Η Δημοκρατία είχε ιδιωτικοποιηθεί και για να επηρεάσεις τις αποφάσεις που σε ενδιέφεραν δεν είχες παρά να αγοράσεις τα απαραίτητα δημοκρατόλογα ή συμμετοχόλογα που θα σου εξασφάλιζαν την αναγκαία πλειοψηφία, στις κεντρικές ή τις περιφερειακές εστίες λήψης αποφάσεων. 

Ένα τηλεματικό δελτίο που ενημερωνόταν καθημερινά σε πληροφορούσε για τις δημόκ- μονάδες που απαιτούσε η κάθε απόφαση.

Τα ομόλογα τα εξέδιδε το Γενικό Ομοσπονδιακό Διοικητικό Συμβούλιο και η παροχή γινόταν με αυτοματοποιημένο μηχανογραφικό τρόπο.  Αρκεί να είχες την απαιτούμενη τραπεζική πίστη και τη σχετική δημοκάρτα.

  Ένα σύστημα αλάθητο. Ακόμα κι αν κατάφερνες προς στιγμήν να το ξεγελάσεις, δεν υπήρχε περίπτωση να τη βγάλεις καθαρή. Αργά ή γρήγορα θα σε τσιμπούσαν. Γρήγορα όσο αφορούσε τους υπολογιστές, αλλά όχι και τόσο όταν έπρεπε να κινηθούν οι υπάλληλοι.

Παρόλα αυτά, δεν είχαν λάβει υπ΄ όψιν την περίπτωσή μου.  Δηλαδή την περίπτωση ενός που δεν ενδιαφερόταν αν θα τον ανακαλύψουν ή όχι, γιατί -αν όλα πήγαιναν καλά – θα ήταν πολύ μακριά για να υποστεί τις συνέπειες.

 Έδωσα στο  «Λάγνο Άρωμα» την κλασσική υπόσχεση: αν με βοηθούσε, θα γύριζα να την πάρω μαζί μου σε ένα κόσμο αυθεντικό και μη περιορισμένο από ασφαλιστικές ρήτρες (που σου έβαζαν δεσμεύσεις και  όρια σε όλα,  ακόμη και στο έρωτα, πράγμα που το Λ.Α. δύσκολα ανεχόταν)  και, στο τέλος, συμφώνησε. 

Το «Λάγνο Άρωμα» είχε πρόσβαση στα κομπιούτερ και είχε και έναν μικρό αδελφό -χάκερ του κερατά, ο αθεόφοβος, στον ελεύθερο χρόνο του.

Δεν ξέρω αν ξέρεις από χακερισμό κι από τέτοια, ούτε εγώ τα καταλαβαίνω εντελώς. Στην εποχή μου, πάντως, είναι πράγματα ιδιαίτερα επικίνδυνα. Αλλά είναι ο μόνος πρακτικός και αρκετά διαδεδομένος τρόπος ανώφελης αντίστασης . Δε σου λέω άλλο.

Δε θα επεκταθώ πάνω στο πώς τα καταφέραμε και βγάλαμε την καταφατική απόφαση. Ο πιτσιρικάς μπήκε στο Κεντρικό Ταμείο από το παράθυρο -γουίντοου  2/51.1- της αδελφής του, ενώ οι φίλοι εκτελούσαν χάπενιγκ αντιπερισπασμού κυκλοφορώντας ντυμένοι στις τέσσερεις γωνίες του δίκτυου.  Ο μικρός μου άνοιξε λογαριασμό, μου έβγαλε δημοκάρτα υψηλής αποφασιστικότητας και, στο τέλος, κατάφερε και πήρε την έγκριση «για λόγους αντικρατικής ασφαλείας». (Ήταν μια από τις πιο ισχυρές φόρμουλες, γιατί το Μεγάλο Διοικητικό Συμβούλιο εξακολουθούσε να έχει αλλεργία  σε οτιδήποτε το κρατικό, αν και τα κράτη είχαν καταργηθεί πριν από τον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο των Εταιριών στις αρχές του αιώνα).

Βέβαια, θα με ανακάλυπταν στον επόμενο έλεγχο, αλλά εγώ θα είχα ήδη κάνει φτερά…

 Με την έγκριση που μόλις είχε ξεφουρνίσει ο εκτυπωτής στη τσέπη, παρουσιάστηκα στον επικεφαλής της ομάδας των  ερευνητών καθηγητή κ. Πολυ-Χρόνη Παράκαιρο.

Ο καθηγητής χάρηκε γιατί, όπως μου είπε, οι προετοιμασίες για το επόμενο πείραμα, που θα είχε αποφασιστική σημασία για την πορεία της έρευνας, είχαν ήδη ολοκληρωθεί.

Δεν έμενε παρά ο προσδιορισμός του εθελοντή και θα μπορούσε να ξεκινήσει.    

Πριν με αφήσει στις φροντίδες της επιστημονικής ομάδας που  θα μου έδινε τις τελικές λεπτομερείς οδηγίες, θεώρησε σωστό να με ενημερώσει ο ίδιος πάνω στις βασικές παραμέτρους του πειράματος.

Τον άκουσα με όση προσοχή διέθετα.

Και έμεινα άναυδος για να μη σου πω ξερός!

Γιατί; 

Άκου και πες μου αν είχα δίκιο.

Τα προηγούμενα πειράματα μπορεί να είχαν γίνει μόνο με ανόργανη ύλη, ήταν όμως αρκετά για να αποδείξουν ότι είναι αδύνατο να προστεθεί ύλη ή ενέργεια σε οποιαδήποτε χωροχρονική φάση του παρελθόντος.

Ο καθηγητής Παράκαιρος είχε δοκιμάσει επανειλημμένα. 

Στην αρχή είχε επιχειρήσει να στείλει μια μεταλλική σφαίρα δυο ώρες πίσω.  Και είχε διαπιστώσει: Α) Ότι πριν δυο ώρες δεν είχε παρατηρήσει την είσοδο καμιάς σφαίρας στα περίχωρά του (πράγμα που κανονικά θα έπρεπε να τον είχε αποτρέψει και από αυτή καθεαυτή τη διεξαγωγή του πειράματος, και  Β) Ότι σχεδόν αμέσως μετά την αποστολή, η σφαίρα γύρισε πίσω.

Με φόρα.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι του δημιουργήθηκε καρουμπαλοειδής προεξοχή στο φαρδύ μέτωπο.

Ξαναδοκίμασε με πιο μαλακά υλικά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.

Κατάλαβε ότι ο νόμος της διατήρησης του αθροίσματος «ύλη -ενέργεια » σε κάθε χωροχρονικό σύνολο απέκλειε την αποστολή πρόσθετων οντοτήτων προς τα πίσω.  Το παρελθόν την απέρριπτε, την αρνιόταν, την απόκρουε, την εκσφενδόνιζε συστημένη πίσω στον αποστολέα.

Και ο Π-Χρόνης Παράκαιρος έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και προβληματισμό.

 Όμως, ύστερα από ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και μία περιπεπλεγμένη αλυσίδα συνειρμών που μου τους είπε μεν, αλλά δεν έχω καιρό να σου τους μεταφέρω, ανέκραξε

» Αυτό είναι!!!»

Και πήρε να αναθέτει στον υπολογιστή περίπλοκους υπολογισμούς.

Ο υπολογιστής αγκομάχησε για λίγο, αλλά εν τέλει συμφώνησε. Η έμπνευση του καθηγητή ήταν σωστή: 

Υπήρχε κάτι που δεν ήταν επαρκώς ύλη, ούτε σαφώς ενέργεια και -ως εκ τούτου- μπορούσε να αποσταλεί στο παρελθόν και να μείνει.

Και αυτό το κάτι δεν ήταν άλλο παρά : ένα Αυτοδιοικούμενο Σύστημα Πληροφοριών. 

Με άλλα λόγια ένα πρόγραμμα!

Θα μπορούσε λοιπόν να φτιάξει και να στείλει πίσω ένα πρόγραμμα. 

Μόνο, που για  να λειτουργήσει το πρόγραμμα εκεί, χρειαζόταν ένα απαραίτητο χαρντγουέρ, έναν υλικό εξοπλισμό που να το αναγνώσει και να το ενεργοποιήσει.

Και ιδού πάλι το αδιέξοδο. Γιατί βέβαια, τότε, τέτοια πράγματα δεν υπήρχαν ακόμη.

 Φάση περισυλλογής δεύτερη.

Και ο επιμένων νικά!

Εξοπλισμοί ικανοί να διαβάζουν προγράμματα πληροφοριών και μάλιστα σύνθετα, υπήρχαν και στο παρελθόν.  Όπως και στο παρόν. 

Δεν ήταν άλλο από τα ανθρώπινα σώματα, δηλαδή τους φορείς των πληροφορικών συστημάτων που ονομάζονται ανθρώπινες προσωπικότητες. 

Το πρόβλημα λοιπόν άλλαζε όψη.  Έπρεπε, επεμβαίνοντας σε ένα σημερινό «σώμα- σύνολο», να απομονωθεί το πληροφοριακό σύστημα που αποκαλείται «προσωπικότητα»  από τα λοιπά υλικά και στη συνέχεια να αποσταλεί στο παρελθόν.

Όταν έφτανε, θα έπρεπε να οικειοποιηθεί έναν άλλον φορέα, να εξουδετερώσει το ήδη υπάρχον απαρχαιωμένο πρόγραμμα που θα έβρισκε εκεί και να εδραιώσει το καινούργιο. 

Η διυλισμένη και αποσαρκωμένη προσωπικότητα που θα έφτανε στο παρελθόν θα διατηρούσε όλες τις μνήμες της εποχής προέλευσης και θα μπορούσε να επιχειρήσει να έλθει σε επαφή με το μέλλον και να μεταφέρει τις εμπειρίες της. 

 Ο καθηγητής είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. 

Ύστερα από αξιέπαινες και κουραστικές προσπάθειες κατάφερε να επιλύσει τα παρελκυόμενα προβλήματα της ανακάλυψής του: Την αφαίρεση του πληροφοριακού συνόλου από μία ανθρώπινη οντότητα και την επανασύνδεσή του σε μια άλλη.

Ήταν πια έτοιμος. Του έλειπε μόνο το τελικό επαληθευτικό πείραμα και….

Ο πειραματάνθρωπος ήμουν εγώ! 

Μόνο που θα έπρεπε να απαλλαγώ από το σημερινό μου υλικό υπόβαθρο-σώμα, να απομείνω σκέτο σύστημα πληροφοριών και μετά να με στείλουν να καταλάβω κάποιον τύπο του παρελθόντος και να ενεργήσω «από μέσα του» και «δια μέσου του».

Αρκετές και επικίνδυνες αλλαγές.

Θα έπρεπε να εγκαταλείψω και την όψη μου, πάνω πού ΄χα καταφέρει να συμφιλιωθώ μαζί της, ύστερα από αγώνα ετών.

Αλλά τι μ΄ ένοιαζε εμένα πια για μια τέτοια μικρή αλλαγή; 

Εγώ θα πήγαινα επιτέλους στο παρελθόν. Και δεν θα πήγαινα, βέβαια,  για να στείλω μηνύματα στον καθηγητή Παράκαιρο για το τι καιρό κάνει εκεί. 

Εγώ είχα αποφασίσει να πάω πίσω για να αλλάξω την πορεία του Κόσμου!

 Για να με καταλάβεις πρέπει να σου πω ότι στον καιρό μου κυριαρχούσε η Μονή, Μόνη και Μονότονη Σκέψη.

Η Νέα Μονή Τάξη είχε εδραιωθεί με τρόπο που απέκλειε κάθε προσπάθεια αλλαγής. 

Το επικοινωνιακό ιερατείο έλεγχε καθημερινά το επίπεδο προσαρμογής των μαζών και όταν διαπίστωνε και την παραμικρή παρέκκλιση προγραμμάτιζε νέες συναρπαστικές υπνοφόρες εκπομπές κυμάτων που επανέφεραν τις εξάρσεις σε κατάσταση ηρεμίας και προσαρμοστικότητας, τουλάχιστον στην προστατευμένη περιοχή.

Ωστόσο, διάβολε, εγώ πάντα σκεφτόμουν ότι αν η θεωρία του χάους είχε δίκιο όταν επέμενε ότι απρόβλεπτες αλλαγές είναι  δυνατές ακόμη και όταν η εναρκτήρια ενέργεια δεν είναι παρά είναι το κτύπημα  των  φτερών μιας κινέζας πεταλούδας, τότε κάποιος δρόμος που θα ταρακουνούσε την Ιστορία που λίμναζε, θα έπρεπε να υπάρχει.

Στο μουσείο των βιβλίων και των λοιπόν χαρτομνημείων είχα καταλήξει στην απόφαση ότι για την αγκύλωση του παρόντος φταίει το παρελθόν,

Εκεί στο μουσείο , θύμα της νεύρωσης που προκαλεί η νεκροφάνεια της Ιστορίας, είχα αρχίσει να βασανίζομαι από  τα Εάν κι από τα Άμα.  

Τι θα γινόταν εάν, τότε, ο τέτοιος δεν είχε κάνει αυτήν την ενέργεια και άμα ο άλλος, την άλλη φορά, δεν είχε κάνει  εκείνη τη γκάφα;  Τώρα άραγε τα πράγματα δεν θα ήταν καλύτερα;

  Αυτά σκεφτόμουν, γιατί άμα δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα στο παρόν ούτε να δεις ορατές δυνατότητες αλλαγής στο μέλλον, στρέφεσαι αναπόφευκτα στο παρελθόν. Και τώρα είχα την ευκαιρία μου:

Θα πήγαινα πίσω και θα τα έκανα λίμπα.

Θα ξεβραχυκύκλωνα την Ιστορία!

Θα απορρύθμιζα την απορρύθμιση!

Όπου την πονάει και όπου τη σφάζει!

Στην πολιτική και στη διανόηση!

Στην Τέχνη και στην Εξουσία!

Δύσκολα θα προέκυπτε μέλλον λιγότερο αντιπαθητικό από το παρόν μου.

 

«Σε στέλνω όσο πιο πίσω γίνεται. Έτσι θα δοκιμάσουμε την εμβέλεια του μηχανήματος. Υπολογίζω ότι θα πέσεις περίπου στην πρώιμη αναγέννηση», μου είπε ο καθηγητής με δικαιολογημένη συγκίνηση.

«Μου πάει περίφημα. Θα πιάσω πολλά πράγματα από την αρχή και θα χαράξω καινούργιες πορείες εγκαίρως» σκέφτηκα εγώ με δικαιολογημένη ασυνειδησία.

«Και κοίτα να τηρήσεις πιστά τις οδηγίες», επανέλαβε για νιοστή φορά ο Χρόνης Παράκαιρος. «Είναι βασικό». 

Μετά μου πρόσφερε ένα είδος αποχαιρετιστήριου ενθαρρυντικού χαμόγελου: «Καλή επιτυχία και να μας γράφεις» είπε, και μου ενεχείρησε τον μπιτ- μικρο-καταγραφέα.

Του επέστρεψα τον μορφασμό, έστειλα ένα φιλί στο Λάγνο Άρωμα που με κοιτούσε παραπονεμένο από το βάθος καθισμένο στο τερματικό ελέγχου, και φόρεσα την κάσκα.

Ο καθηγητής βγήκε από το κουβούκλιο και κατέβασε τον μοχλό.

 

Σε λίγο αισθανόμουν τόσο ελαφρύς όσο ποτέ. 

Πρώτα ήταν ένας απαλός άνεμος παλιμπαιδισμού που μ΄ έσπρωξε προς τα πίσω.  Μετά βρέθηκα σ΄ έναν ανεμοστρόβιλο ανάκτησης, έναν σίφουνα επιστροφής έναν χαμό νόστου. 

Αφέθηκα…

  Ναυάγησα ενάμιση αιώνα πίσω από τη χρονολογία εκκίνησης.

Στην αρχή σκέφτηκα ότι έφταιγε κάποια πληροφορική σκορβουτική ίωση.

Μετά κατάλαβα ότι η αιτία ήταν διαφορετική. 

Σε κάποια στροφή της οπισθοδρομικής μου πορείας  και καθώς το χωροχρονικό βαλς με είχε σπρώξει κοντά σε εκείνη την υποβρύχια πόλη, που τότε όμως ξεμύτιζε ακόμη πάνω από την επιφάνεια των νερών, την Βενέτσια,  έλαχε να περάσω πολύ κοντά από έναν νεαρό τύπο, με ανέλπιστα  ισχυρές ικανότητες μέντιουμ και ταυτόχρονα ανέλπιστα δεκτικό σε παντός είδους αλλαγές, προσαρμογές και αναπλάσεις.

Με τράβηξε σαν μαγνήτης και τον κατέλαβα αμέσως. 

Τον έλεγαν Αρθούρο Τζόφ Άρενς.

Αποφάσισα ότι εν τέλει μου έκανε και τον κράτησα.

Πρέπει να προσθέσω ότι δεν δυσκολεύτηκα να εξουδετερώσω την μέχρι τότε προσωπικότητά του. Δεν παρουσίασε μεγάλες αντιστάσεις Την παραμέρισα στην μία άκρη του εγκεφάλου του που ήταν τελείως άδεια και εγκαταστάθηκα άνετα στον υπόλοιπο χώρο.

 

Εγώ, ο 76543Β, ο μελλοντικά αποκαλούμενος χαϊδευτικά και Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα, και τώρα-τότε, πλέον, διαθέτων τα χαρακτηριστικά και τα στοιχεία του Άρθουρ Τζοφ Άρενς, δηλώνω ότι έμεινα πιστός στις επαναστατικές οπισθοδρομικές μου προθέσεις. 

Πλησίασα και επηρέασα όσο μου ήταν δυνατόν τους δυνατούς και τα ρεύματα της εποχής όπου ξέπεσα.

Βούτηξα στη δίνη των διαμορφωτικών γεγονότων και κυλίστηκα στη λάσπη της ιστορίας. 

Μπήκα στις στοές της εξουσίας και στα τρένα της επανάστασης.

Έγινα σημαία και μνημείο.

Έγραψα θέσεις και άφησα μηνύματα. 

Κάποιο αποτέλεσμα, διάβολε, θα έχω καταφέρει!,

Κάποιο ίχνος θα έχω αφήσει. 

Κάποια αλλαγή θα έχω προκαλέσει.

 

Μόνο που δεν το ξέρω.

Και με τρώει η ανησυχία και μ΄ έχει πιάσει κι ένα άγχος αλλιώτικο απ’ το παλιό, ένα άγχος περίεργο, εσχατολογικό.

Γι αυτό αφήνω αυτό το μήνυμα στο μπουκάλι.

Σου είπα πώς, πάνω κάτω, ήταν (θα είναι) το μελλούμενο χωρίς τη δικιά μου παρέμβαση.

Πες μου σε παρακαλώ αν εξακολουθεί να είναι έτσι ή αν κατάφερα κάτι τι.

Αν πάλι, παρ΄ ελπίδα, τα ΄χω θαλασσώσει και η κατάσταση προέκυψε ακόμη χειρότερη, σου αφήνω τις χωροχρονικές συντεταγμένες όπου έμπλεξα. Φρόντισε να πας ή δώσε παραγγελία να με εξουδετερώσουν εγκαίρως.

Αν όμως τα κατάφερα, αν τα αυθεντικά που έψαχνα ξαναπαρουσιάστηκαν, αν η Ιστορία ξανά πήρε να τσουλάει και να αλέθει, αν όλα πήγαν καλά, άσε μου ένα σημείωμα κάτω από την φωνή Αρθούρος Τζοφ στην λογοτεχνική ανθολογία του καιρού σου. 

Μπορεί και να επιβιώσει ίσα με εμένα.  Αν θα υπάρχω στη νέα εκδοχή μπορεί να το βρω και να ησυχάσω – Να πάρω μια ιδέα ικανοποίηση.

 Όμως, για να είμαι ειλικρινής, με τρώει και άλλη μια ανησυχία..

Έχω την παράλογη ίσως, άλλα έμμονη ιδέα, ότι στην πραγματική πραγματικότητα δεν υπάρχω. 

Ότι όλα αυτά που κάνω δεν θα τα θυμάται κανείς και δεν θα επηρεάσουν τίποτα.

Ότι η ιστορική πραγματικότητα θα με απορρίψει όπως τις μπάλες που έστελνε τότε πίσω ο καθηγητής Χρόνης Παράκαιρος. 

Ότι το πείραμα πέτυχε μόνο μερικά:   έφτασα πίσω και έκανα πράγματα, αλλά αυτά σβήνονται μόλις γίνουν. Ότι ενεργοποιούνται μόνο όταν εγώ είμαι κοντά τους, ενώ εξαφανίζονται όταν απομακρύνομαι.

Μπορεί να είναι μια ακόμη νεύρωση μου, μπορεί να είναι μια υποκειμενική παρενέργεια του πειράματος και να τα βλέπω μόνον εγώ έτσι.

Δεν ξέρω!

Εσύ ξέρεις.

Πες μου με ξέρεις;

Σαν Αρθούρο εννοώ.

Σαν τέτοιος φρόντισα να τα κάνω λαμπόγιαλο. 

Είμαι γνωστός;

Είμαι στις εγκυκλοπαίδειες;

Με αναφέρουν στα σχολικά βιβλία ;

Μιλάνε για την επίδραση μου στη διαμόρφωση του κάτι τι ή του οποιουδήποτε;

Ανεξάρτητα αν τα πήγα καλά ή κακά, τουλάχιστον τα πήγα;

Άσε μου μήνυμα

Για σου δικέ μου

Η Ιστορία ζει!!!

Αρθούρος Τζοφ Αρενς

(Αλλά εσύ μπορείς να με λες  Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα)

Υ.Γ.  Αν μπορείς δώσε φιλιά από μένα στο Λάγνο Άρωμα. Την άλλη φορά θα….

βουρ-βουρ-βουρ (παράσιτα)…

 Η εικόνα τρεμόπαιξε και έσβησε

 

Είχα μείνει ελαφρά αποσβολωμένος.

Κούνησα το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά και μετά το σταμάτησα με μια μικρή ερωτηματική απόκλιση στο πλάι.

Ύστερα είπα στον Ναυτοπόντικα να δει εάν η μνήμη του σκάφους είχε κρατήσει το μήνυμα του μπουκαλιού. Μου είπε ότι θα το φροντίσει αλλά να μη βιάζομαι και του τη σπάω.

Βιράρισα και έκανα ρότα για τη βάση μου.

Φτάνω.

Βγάζω τη πελαγοδρομική πολυμεσιανική προσομοιωτική μάσκα και βγαίνω απ΄ το σκάφος.

Ξεχνάω και την Κάρμεν Σαντιέγκο και τον Σούπερ Μάριο Βούρτσα και ζητάω να μπω στη πιο εύκαιρη εγκυκλοπαίδεια του δικτύου. 

Μετά από λίγο είμαι μέσα. 

Ψάχνω.

Δεν  βρίσκω ίχνος από τον Αρθούρο, με ζόφο ή χωρίς…

Μπαίνω σε άλλη εγκυκλοπαίδεια, και σε άλλη…

Ψάχνω με αλφαβητική σειρά, με χρονολογική σειρά, με εννοιολογική αγκίστρωση…

  Τίποτα….

 

Απελπίζομαι…

Τι συμβαίνει; 

Είχα μια παραισθητική εμπειρία ή ήταν μια φάση άλλου τύπου, άγνωστου , όπως όλα δείχνουν;

 Κλείνω τον υπολογιστή και δένω τον ναυτοπόντικα στη θήκη του.  Επιστρέφω στον κόσμο των διαπροσωπικών επικοινωνιών .  

Ο γιος μου μπαίνει στο γραφείο κουβαλώντας ένα φαξ.

Βλέπει ότι είμαι κάπως  αλλοπρόσαλλος στη φάτσα και μια που δεν ξέρει το λόγο, κάνει τη σωστή κίνηση: Αφήνει το λαδερό χαρτί στο γραφείο μου,  κάνει μεταβολή και έξοδο χωρίς σχόλια.

Ανοίγω αφηρημένα το μήνυμα.

Γράφει:

Αγαπητέ κύριε Ανώνυμε Ένα

Την πρώτη Απριλίου, ο Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας «Θεσσαλονίκη 1997», σε συνεργασία με ξένα Ινστιτούτα, οργανώνει το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φαντασιακής λογοτεχνίας  Το θέμα της Ημερίδας- Νυχτερίδας για το οποίο καλείστε να ετοιμάσετε δεκαπεντάλεπτη εισήγηση είναι:

» Άρθουρ Τζόφ Αρενς, ο προκλητικός διανοητής του 19ου αιώνα»

Σας αποστέλλουμε τα στοιχεία που ήδη καταφέραμε να συγκεντρώσουμε:

 

Άρθουρ Τζοφ Άρενς:

Γεννήθηκε στο Λεόμπεν της Γαλικίας……..

 

                                                                                                     (ανακυκλώνεται)

 

  

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Επετειακό (προσφωνεί ο Ανώνυμος Ένας)

Posted by vnottas στο 29 Μαΐου, 2010

 Αγαπητοί συνταξιδιώτες στις επιστημονικές/μαγικές ατραπούς της διαδικτυακής επικοινωνίας

Κυρίες και κύριοι,

Και εσείς ω αξιαγάπητοι φοιτητές προπτυχιακοί, μεταπτυχιακοί, αιώνιοι, πρόσκαιροι, εις αναζήτησιν πτυχίων, πτυχών, πιετών και διπλωμάτων

Και εσείς ω συμπλέοντες, ή παραπλέοντες ή και πλέοντες γενικώς κόντρα (το ’χω ξαναπεί, μα μ’ αρέσει)

Και εσείς ω επιβάτες επί τούτου ή κατά σύμπτωσιν ή κατά λάθος του παρόντος ιστολογοφόρου

Αλλά και εσείς ω φίλοι παλαιάς κοπής, γνώριμοι νέας εσοδείας, συνάδελφοι, φιλάδελφοι ή και ανάδελφοι (οι καλύτεροι)

Και ας μην παραλείψουμε τους εξ υμών διαδικτυακούς περιηγητές, τους αναζητητές (Κούγκληδες, Γιαχούκους, Αλταβίστες, Καιτουσάλλους),

 καθώς και τους αμφισβητίες, τους σκεπτικιστές, τους φιλικούς, τους κριτικούς, τους αδιάφορους, τους σχολιάζοντες γραπτώς, τους σχολιάζοντες ενδομύχως, τους εμβριθείς, τους βαθείς, τους αβαθείς, τους της διαγωνίου αναγνώσεως, τους (τας χείρας) νίψαντας, τους (εντούτοις) ανανήψαντας και τους (εδώ) επανασκύψαντας επίσης.

Ω εσείς όλοι,

το ιστολογοφόρο στο οποίο μόλις επιβιβαστήκατε, αυτές τις μέρες (ο Μάης τελειώνει και το καλοκαίρι καταφθάνει ακάθεκτο όσο και απρόβλεπτο) έχει γενέθλια!

(έκλεισε τα  τρία, μπαίνει στα τέσσερα, μπουσουλάει!)

Γιαυτό λέω να κατέβω στ’ αμπάρι να δω τι έχει για κέρασμα…

 

Ο εκ των κυβερνητών

Ανώνυμος Ένας

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ανταπόκριση από τ’ αμπάρι

Posted by vnottas στο 29 Μαΐου, 2010

 Ημίφως. Θαλασσόσκονη. Αλμύρα. Μέχρι να βρω κάτι πιο φρέσκο, ανασύρω ακόμη ένα κομμάτι ¨ΜΠΑ!!!¨…  Κι ένα κομμάτι από ¨Το Πολυτεχνείο¨ (που κάποτε απλώς έτρεμε!)

Θα τα κουβαλήσω στο κατάστρωμα, θα τα αφήσω να λιαστούν λίγο, θα τα ξεσκονίσω (έχω τα κείμενα όπως γράφτηκαν, χωρίς την επιμέλεια των εκδοτών, επομένως ίσως θέλουν λίγο συγύρισμα) και θα σας τα αναρτήσω εδώ δίπλα στις σελίδες.

Ας δούμε που είμαστε.

ΜΠΑ!!! Μέρος τέταρτο: Το Κτίσμα.

Τι τρέχει;  Πάνω κάτω τα εξής: Οι τρεις φοιτητές προσπαθούν να λύσουν το αίνιγμα τρυπώνοντας στην κοιλιά του Κεκραγμένου Λόφου. Εκεί θα συναντηθούν μεταξύ άλλων με τον Ψηφάρπαγα (ποντικό με πληροφορικές ικανότητες) και την Μαρίκα (γοητευτικό ανδροειδές θηλυκών προδιαγραφών). Το μαντζούνι που τους έχει προμηθεύσει ο Αέναος θα δημιουργήσει απρόσμενες συναισθηματικές περιπλοκές…

Ένα δείγμα (το πρώτο κεφάλαιο του τέταρτου μέρους) εδώ παρακάτω …

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΦΟΒΕΡΟ

Ο φόβος

 

Είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι της Πό­λης έχουν αλλάξει.

Δεν είναι πια οι φτωχοί, ωραίοι και ευθαρσείς τύποι που υπήρξαν κάποτε.

Η συμπεριφορά τους, εδώ και καιρό, έχει γίνει κάπως αλλόκοτη, αλλά αυτό δε μπορεί να το διακρίνει παρά μόνο όποιος έχει λείψει για πολύ καιρό από την Πόλη και γυρίζει και την ξαναβλέπει χωρίς να είναι προετοιμασμένος για τις αλλαγές που θα συναντήσει.

Ένα από τα καινούργια χαρακτηρι­στικά της Πόλης είναι ο φόβος.

Ο φόβος που κόβει βόλτες πάνω από τις ταράτσες με τις αγκαθωτές κεραίες και τα δορυφορικά πιάτα.

Ο φόβος που πλανιέται στους δρό­μους, ανάμεσα στις διαφημιστικές γιγα­ντοαφίσες και τους σκουπιδοτενεκέδες του Δήμου. 

Ο φόβος που μπαίνει από τα παρά­θυρα στις κρεβατοκάμαρες των ερωτευ­μένων και τους κόβει στα δύο το τελευ­ταίο εκτονωτικό ¨βαχ¨. 

Ο φόβος που την στήνει στα φανάρια του δρόμου και εμποδίζει τους αυτοκι­νούμενους να απογειωθούν με την επιτά­χυνση των τροχών τους.

Ο φόβος που τρυπώνει απ’ τις τρύπες του κλιματισμού στα γραφεία των επιχει­ρήσεων και εμποδίζει τα στελέχη να χα­ρούν τα πριμ παραγωγικότητας που τους χαρίζει κάθε τόσο η ευαρέσκεια της Εταιρείας.

Ο φόβος που τρυπώνει στα πορτοφό­λια των καταναλωτών και τους ελαττώνει την τέρψη από τις τελευταίες πανηγυρι­κές προσφορές της δωροκάρτας τους.

Κι όμως, εκ πρώτης όψεως, η Πόλη δεν θα έπρεπε να φοβάται.

Όσο και αν την περιβάλλει ο φτωχός, βάρβαρος  και ανασφαλής ¨Άλλος Κό­σμος¨, η ίδια ανήκει πια στην Προστα­τευμένη Περιοχή.

Εξάλλου η Πόλη δεν δείχνει να πο­λυενδιαφέρεται για τα πάθη των  Άλλων ή, γενικότερα, για την απώτερη τύχη του Κόσμου.

Η Πόλη, βασικά, έχει κολλήσει ¨γηρατειά¨ και φοβάται μήπως αρρωστή­σει βαριά και πεθάνει.

Και αυτός είναι ένας φόβος που οι νέο-προστατευμένοι κάτοικοι της Πόλης τον αποδέχονται με μαζοχιστική ικανο­ποίηση, δεδομένου ότι είναι ένας φόβος ευγενούς προέλευσης, ο οποίος συνήθως χαρακτηρίζει την αξιότιμη κατηγορία των καλοπερασάκηδων και τις κοινωνίες των προνομιούχων.

Όμως, τον τελευταίο καιρό, αν και κα­νείς δεν έδωσε στο γεγονός ιδιαίτερη προσοχή, τα κύματα του φόβου πάνω από την Πόλη έχουν ξαφνικά οξυνθεί και πληθύ­νει.

Και μάλιστα, αν και όχι αμέσως, κά­ποιοι φοβοειδήμονες αντιλήφθηκαν την ασυνήθιστη κάθετη άνοδο του φοβοδεί­κτη.

Αυτοί οι φοβοειδικοί δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, οι συνήθεις θεράπο­ντες της Οριζόντιας Ψυχοβγαλτικής, παρά  είναι κάτι οξύνοες ασφαλιστικοί πράκτορες, οι οποίοι μάλιστα, στην αρχή, κράτησαν την ανακάλυψη για τον εαυτό τους και τους εργοδότες τους.

Ο πρώτος πρώτος, μάλιστα, που κατάφερε να εντο­πίσει ότι η εστία του φαινομένου βρισκό­ταν στην άκρη της Πόλης γύρω από τον Κεκραμένο Λόφο, είχε τη δέουσα ανα­γνώριση από την Εταιρεία του και εισέ­πραξε ειδικό βραβείο για την ανακάλυψή του κατά τη διάρκεια μυστικής πανηγυ­ρικής τελετής.

Αυτός εδώ ο νέος φόβος δεν είναι τόσο υπονοούμενος και διαχεόμενος όσο ο φόβος που έχει συνηθίσει η Πόλη, παρά είναι πιο άμεσος, πιο όξινος και πιο διεισδυτικός.

Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι εμπεριέχει όλα τα γνωστά είδη του φόβου: ένα φόβο ανακατεμένο με πε­ριέργεια, έναν φόβο ρίγος και ανατριχίλα, έναν φόβο φυσιολογικό, έναν φόβο δια­κοσμημένο με νυχιές τρόμου,  έναν φόβο ανακατεμένο με μεταφυσικό δέος, έναν φόβο ενστικτώδη, έναν φόβο υποχόνδριο, έναν φόβο που προσπαθεί να εκλογικευ­τεί, έναν φόβο από κείνους που βαράνε στο στομάχι, έναν φόβο που παραλύει τα άκρα και τα μέσα, έναν φόβο που ενερ­γοποιεί, έναν φόβο που δημιουργεί θύ­ματα κι έναν φόβο που δημιουργεί ήρωες, μια που, όπως είναι γνωστό, ο ηρωισμός είναι ένας θεμιτός και κοινω­νικά χρήσιμος τρόπος για να καταπολε­μήσεις τον φόβο σου.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει περάσει καιρός πολύς από τότε που εντοπίστηκε η πηγή του νέου φόβου, και να που ξεφύ­τρωσαν παντού σειρές από διαφημιστικές γιγαντοαφίσες των ασφαλιστικών εται­ρειών που, αν τις ακολουθήσει κανείς,  θα καταλήξει απαρεγκλίτως εκεί: στους πρόποδες του Κεκραμένου Λόφου.

Πίσω λοιπόν από κάμποσους αυθόρ­μητους περίλυπους ψιθυριστές που έχουν έρθει αυτοβούλως στο λόφο και σιγο­ψέλνουν συγκεντρωμένοι σε ομάδες έξω από το σημείο όπου ανακαλύφτηκε το Κτίσμα, μπορεί  κανείς να διακρίνει πά­γκους και περίπτερα με τα εμβλήματα των γνωστότερων εξασφαλιστικών πολυ-εταιριών.

Οι φοβοπράκτορες που έχουν σπεύσει εδώ, προσπαθούν με διάφορες προφάσεις να παρασύρουν την πελατεία τους προς τους πάγκους των εγγραφών και των συμβολαίων στην ενισχυμένη  φοβοφόρο ζώνη.

Και, πράγματι, φαίνεται ότι ο φόβος ως εμπορεύσιμο προϊόν, θα μπορούσε να αποφέρει εκπληκτικά κέρδη, στους επι­νοητικούς πωλητές, αν δεν πλήττονταν και οι ίδιοι από τα διαχεόμενα φοβοκύ­ματα και έτσι μπερδεύονται  και δεν μπορούν να αρθρώσουν πειστικά το αι­σιόδοξο και το υποσχετικό μέρος των επιχειρημάτων τους.

Έτσι, εν τέλει, πέρα από το φόβο, γύρω από τον Κεκραμένο υπάρχει και κάμποσο άγχος και κάμποσα φορητά φαρμακεία  και κάμποσοι περιφερόμενοι οριζόντιοι ψυχοβγάλτες, πτυχιούχοι και πρακτικοί.

Α ναι, υπάρχουν επίσης και κάμποσοι περιπλανώμενοι μικροπωλητές φτηνών αρωμάτων και αντι-οσμητικών σπρέι γιατί στον τόπο αυτό, εκτός απ’ το φόβο δια­χέεται και μια απροσδιόριστη αλλά πά­ντως υπαρκτή δυσωδία.

 

 

 

Ένα κομμάτι από το ΜΠΑ!!! (περισσότερα εδώ αριστερά στις ¨σελίδες¨) γραμμένο πριν καμιά δεκαριά χρόνια.

Το ΜΠΑ!!! εκδόθηκε τον Οκτώβρη του  2002

Αν. Εν.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Θα προτιμούσα να είχα διαψευστεί (εξομολογητικό)

Posted by vnottas στο 15 Μαΐου, 2010

Και πράγματι, προς στιγμήν το νόμισα…

Είπα, είναι τόσα τα στραβά σ’ αυτόν τον τόπο, που μια ριζική αλλαγή, όποια κι αν είναι, όλο και θα λειτουργήσει ιαματικά για μερικά από αυτά.  Και έτσι, θεληματικά (όσο και σώνει και καλά) αισιόδοξος, δεν αναφώνησα αμέσως: εγώ αυτά τα έλεγα, προφορικά και γραπτά, παραδοξολογώντας και στα σοβαρά (με τις δέουσες υποσημειώσεις και αναφορές).

Έτσι, μια που κάμποσα από τα όσα ήδη συμβαίνουν τα είχα προεικονίσει ως την πιθανότερη κατάληξη μιας στραβής πορείας, και το είπα, δεν δικαιούμαι να το παίξω τώρα ¨μωρή παρθένα¨ που ξαφνιάζεται και λιποθυμά μπροστά στους απαιτητικούς επελαύνοντες Ιδιώτες της στραβής μας μοίρας.

Όμως θα προτιμούσα να είχα διαψευστεί.

Τώρα, αφού πλέον οι θεωρίες και οι υποθέσεις ξεπεράστηκαν από την πιο ανήλεη πραγματικότητα, προσπαθώ να καταλάβω καλύτερα ποιες είναι οι πραγματικές διαστάσεις και οι (εν τοις πράγμασι) αποχρώσεις του κακού (μπελά που μας βρήκε).

Και ψάχνω να βρω τα σημεία αναφοράς (τωρινά ή από το σακούλι της Ιστορίας) που θα μπορούσαν να δείξουν, αν όχι λύσεις, τουλάχιστον κατευθύνσεις προς την εξώπορτα. Δύσκολο. Κι ας υπάρχει στο γύρο μια πληθώρα από εύκολες λύσεις κι ένα σωρό ανασηκωμένα δάχτυλα εμφατικά στραμμένα προς τους (ήδη διαμορφωμένους για αυτόν το ρόλο από τις επικοινωνιακές αλχημείες) αποδιοπομπαίους τράγους .

Ο σάκος του μποξ, ο ορατός εύκολος στόχος, οι κατηγορούμενοι ως ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί του κακού, φαίνεται να είναι οι πολιτικοί, έστω κι αν αυτοί, υποκείμενοι σε οποιαδήποτε στοιχειώδη κοινωνικοπολιτική ανάλυση προκύπτουν πιο ανίσχυροι και πιο ετεροκατευθυνόμενοι από ποτέ.

…Όμως κάποιος ανίσχυρος και ετεροκατευθυνόμενος, μπορεί να είναι το πολύ ο εκτελεστής, ο φυσικός αυτουργός, και ποτέ εκείνος που κινεί τα νήματα, ο εμπνευστής, ο πραγματικά επωφελούμενος. (Γι αυτόν, τσιμουδιά!)

Και ίσως αυτό να είναι ακριβώς το πρόβλημα. Οι μόνοι νόμιμοι εκπρόσωποι του λαϊκού στοιχείου (του θεωρητικά σημαντικότερου στις Δημοκρατίες) είναι κολλημένοι στον τοίχο και αυτοχειριάζονται με ευθυμία.

Δε χρειάζεται να είναι κανένας διπλωματούχος ιστοριοδίφης για να διαπιστώσει ότι κάθε φορά που μια άλλη μορφή εξουσίας (ας πούμε η στρατιωτική ή η οικονομική) διεκδικούσε τα ηνία, η επιχειρηματολογία κατά της πολιτικής (εξουσίας) είχε πάντοτε την ίδια πορεία:

Σκάνδαλα, καινούργια ή παλιά, που ως τώρα, όχι μόνο περνούσαν απαρατήρητα, αλλά και εθεωρούντο κατά συνθήκην αποδεκτά, επανέρχονται παταγωδώς στην επιφάνεια, πολλές φορές από τους ίδιους τους διαφθείροντες και, συμπληρωμένα με εμφαντικά καλλολογικά στοιχεία από τους επιδέξιους τεχνικούς/επικοινωνητές, δημιουργούν την απαιτούμενη απέχθεια για τα ¨πρόσωπα¨.

Στο επόμενο βήμα τη θέση των προσώπων θα πάρει η γενικότερη ¨ιδέα¨ περί πολιτικής, και αφού το ψευδώνυμο αντικαταστήσει την ουσία, έρχεται η σειρά των θεσμών.

Η αλλαγή μπορεί να γίνει ¨επαναστατικά¨, ¨πραξικοπηματικά¨ η με τη βοήθεια του μοχλού της επικοινωνιακής επιρροής (και εξουσίας) με αυτοκτονική ¨δημοκρατική¨ αυτοκατάργηση.

Αλλά τα παραπάνω είναι λίγο πολύ γνωστά, κι ας μην πολύσυζητούνται.

Ανάμεσα σε εκείνα που δεν είναι ακόμη επαρκώς γνωστά είναι το σημερινό «προφίλ» των επωφελούμενων. Είναι πιθανό, σε αυτό το σημείο, κάποιος παραδοσιακός να διατυπώσει ενστάσεις και να μου υποδείξει ότι αυτούς τους ¨επικεφαλής¨ της οικονομικής εξουσίας τους ξέρουμε από καιρό, και ότι τίποτα το καινούργιο δεν έχει προστεθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Δεν συμφωνώ. Κατά τη γνώμη μου ο σημερινός Ιδιώτης μοιάζει λιγότερο με τον περιπετειώδη τύπο της πρώτης εμπορευματικής περιόδου του καπιταλισμού ή με τον σωρευτή κεφαλαίων της πρώτης βιομηχανικής περιόδου και περισσότερο με τον κουρσάρο της Καραϊβικής που ανεξαρτητοποιείται από τα (κρατικά) αφεντικά του και αισθάνεται ώριμος όχι απλώς να αυτονομηθεί από αυτά αλλά και να τα καταργήσει.

Εάν όμως σήμερα όχι μόνο δε στοιχίζει, αλλά μπορείς να κάνεις λεφτά ή καριέρα βάζοντάς τα με τους πολιτικούς ή ακόμη καλύτερα με το κράτος, δεν είναι καθόλου επικερδές να τα βάζει κανείς με τα εκσυγχρονισμένα αφεντικά.

Γι αυτό: Τσιμουδιά!

(επ’ αυτού θα τα ξαναπούμε)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Το νέο βιβλίο της Βούλας Δαμιανάκου

Posted by vnottas στο 3 Απρίλιος, 2010

Είχα την τύχη να γνωρίσω την Βούλα Δαμιανάκου πρόπερυσι το καλοκαίρι, όντας ένας από εκείνους που παρουσίασαν το προηγούμενο βιβλίο της «Οδοιπορώ στην πατρίδα», στη Θεσσαλονίκη. Πρέπει να ομολογήσω ότι έμεινα και εξακολουθώ να είμαι γοητευμένος.

Η Βούλα από τότε έγραψε ένα ακόμη δίτομο βιβλίο το οποίο παρουσιάζεται την επόμενη εβδομάδα στην Αθήνα. Αναδημοσιεύω την πρόσκληση για όσους φίλους θα είναι εκείνες τις μέρες στην πρωτεύουσα.  

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Leave a Comment »

Ο καπνός και ο φόβος

Posted by vnottas στο 19 Νοέμβριος, 2009

Ο Βασίλης Νόττας γράφει για τις (έστω καλών προθέσεων)
εκφοβιστικές εκστρατείες
(Δημοσιεύτηκε στην  «Μακεδονία»)

  Ο Καπνός και ο φόβος

  Είδα έναν πνεύμονα ξαπλωτό πάνω σε ένα χειρουργικό τραπέζι, να τον
πασαλείβουν μ’ ένα κουβά πίσσα.
Είδα σπηλαιώδεις γιγαντογραφίες σωθικών να κιτρινίζουν και να σαπίζουν.
Είδα αρτηρίες  φραγμένες και αγγεία βουλωμένα.
Είδα εξογκώματα γεμάτα κακία να διεκδικούν ζωτικό (γι αυτά) χώρο στο
αναπνευστικό σύστημα ενός φουκαρά.
Είδα, όπως ίσως και  εσείς, το περίφημο τηλεοπτικό μήνυμα που
απευθύνεται στους καπνιστές και τους προτρέπει να το κόψουν…
Και παραλίγο να ανάψω τσιγάρο, παρότι έχω χρόνια να καπνίσω.

  Όταν ύστερα από λίγο ξεπέρασα τη κρίση ξαναθυμήθηκα πώς έκοψα το
τσιγάρο.
Κάπνιζα είκοσι δύο συναπτά έτη. Από φοιτητής. Πολύ.
Πήρε να μ’ ενοχλεί. Το αγνόησα.
Είχα βρει ακόμη κι ένα (φτιαχτό) άλλοθι. Η έναρξη του καπνίσματος ήταν μία από τις αναμνήσεις μιας νεανικής και (όταν την βλέπεις από μακριά) ηρωικής εποχής.

  Αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα. Ιταλία. Μικρά δωματιάκια
παραχωρημένα από την Κάζα ντελ Πόπολο για να συνεδριάζουν οι έλληνες αντιφρονούντες. Γεμάτα καπνό από άφιλτρα Νατσιονάλι Σέμπλιτσι, άντε και κανένα Εμε-Έσε του ιταλικού μονοπωλίου ή και, το πολύ, κανένα Μάλμπορο.

  Στην αρχή βήχεις, μετά αντιστέκεσαι για λίγο, ύστερα ζητάς τσιγάρο. Εκεί γνώρισα και τη γυναίκα μου. Κάπνιζε ήδη.

  Μεταπολίτευση, επιστροφή στην Ελλάδα, στρατός (τσιγάρο και νές) Αθήνα, Θεσσαλονίκη, και το τσιγάρο, τσιγάρο.
Ώσπου, όσο κι αν θες να τ’ αγνοήσεις  και να κάνεις ότι δε τρέχει τίποτα, σε θυμάται αυτό. Κάτι ψιλοζαλάδες στις ανηφόρες, κάτι ψιλομουδιάσματα στο κρεβάτι, κάτι η ανάσα στο στήθος να κάνει νερά…

  Έκανα μόνο κάποιες προσπάθειες να το μειώσω. Όλες ανεπιτυχείς!

  Έκανα και μερικές προσπάθειες να θεωρητικοποιήσω το πράγμα. Το κάπνισμα ως ένδειξη ακραίας αυτοδιάθεσης. Δε μου φτούρησε.

  Κι έπειτα φτάνεις στην ηλικία των τσεκ απ.
Εγώ το παράβλεπα και το ανέβαλα. Όσο μπορούσα.
Μετά ήρθε η μέρα που με τις ακτινογραφίες υπό μάλης βρέθηκα μπροστά στο γιατρό.

 Σύστημα Υγείας. Τάκης Τσόλκας, παθολόγος, τότε δε τον ήξερα, μετά γίναμε φίλοι.

  Κοίταξε τη μαυρίλα της ακτινογραφίας και μετά εμένα.

  «Πόσο καπνίζεις;» με ρώτησε.

  Του είπα. Το χέρι μου στη τσέπη είχε ήδη, αυτόματα, βγάλει τσιγάρο από το πακέτο.
Αν ο Τσόλκας μου έλεγε τα συνηθισμένα, αν μου εκφωνούσε τις γνωστές απειλές, είχα έτοιμο το άλλοθι για το επόμενο τσιγάρο. Και το επόμενο τσιγάρο, ήταν ήδη έξω από το κουτί, στη τσέπη μου, έτοιμο για άναμμα.

Μπορεί του Τάκη να μη του άρεσαν οι εκφοβισμοί. Μπορεί να ήταν καλός ψυχολόγος. Σίγουρα ήταν καλός γιατρός. Με κοίταξε ήρεμα και μου είπε:

  «Για τόσα τσιγάρα, εντάξει. Μάλλον την έχεις σκαπουλάρει για την ώρα».

  Τον κοίταξα απορημένος. Άλλα περίμενα. Το χέρι μου στη τσέπη
τσαλάκωσε το τσιγάρο.

  Ήταν το πρώτο που δεν κάπνισα.

  Πέρασε αρκετός καιρός από τότε. Τώρα θεωρώ το κάπνισμα ένα βίτσιο ηττημένο. Του βγάζω τη γλώσσα (που ξανακοκκίνισε). Αλλά όντας παθών ξέρω πόσο λίγο μετράν οι απειλές σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Ξέρω επίσης ότι για εκείνους που δεν γνωρίζουν τα πράγματα από τα μέσα, οι απειλές είναι η εύκολη λύση. Που πολλές φορές επιφέρει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα
από το ζητούμενο.

  Εκτός πια κι αν το ξέρουν. Και το ζητούμενο είναι άλλο.
Όπως για παράδειγμα σε κάποιες διαφημίσεις. Που σου μιλάν για τα (υπαρκτά) δεινά του τρίτου κόσμου.

Αλλά κατά βάθος δε θέλουν άλλο παρά να σου πουλήσουν.

  Ρούχα!

  ******

Posted in Άπόψεις - Άρθρα, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Αριστερά; Δεξιά;

Posted by vnottas στο 26 Οκτώβριος, 2009

Σαν ήμουν φοιτητής στην Ιταλία, μιλάμε για τον παλιό εκείνο τον καιρό, άκουγα Jannacci, Fabrizio de Antrè, Giorgio Gaber, Murolo, εκτός από Brassens, Νέο Kύμα και Θεοδωράκη που είχα κουβαλήσει μαζί μου σε βινύλιο. Πρόσφατα κάνοντας μια βόλτα στο ¨you tube¨ ανακάλυψα κάποιες απίθανες παλιές μαγνητοσκοπήσεις και ξανάκουσα τον,  συγχωρεμένο πια (το Γενάρη του ’03, -63 χρονών)  Gaber, να τραγουδάει προβληματισμένος «Δεξιά; Αριστερά;» Ερώτημα που υπό ορισμένες προϋποθέσεις (δηλαδή διατυπωμένο σε μια εποχή που ακόμη και τα πιο ¨καθώς πρέπει¨ κόμματα την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια, πότε προς τα εδώ, πότε προς τα εκεί), μου φαίνεται απόλυτα θεμιτό.

Είπα λοιπόν να κάνω μια προσπάθεια απόδοσης των στίχων στα ελληνικά. Και επειδή πρόκειται περί ελεύθερης απόδοσης σας παραθέτω από κάτω και το originale.

 Giorgio_Gaber

 http://www.youtube.com/watch?v=SzUoAfcyPsk&feature=related

http://www.youtube.com/watch?v=JXTVAtDNgww

http://www.youtube.com/watch?v=Ii45hsywiuY&feature=related

Αριστερά; δεξιά;

 Τα βάζουμε με τη δόλια Ιστορία

μα, λέω εγώ, πώς είναι προφανές

ότι στο βάθος-βάθος εμείς φταίμε

και ότι η σοβαρότητα μας λείπει

σαν θέλουμε να ορίσουμε ακριβώς

τι είναι αριστερός, τι δεξιός!

 

Μα τι είναι αριστερά; Τι δεξιά;

Το μπάνιο στη μπανιέρα είναι δεξιά,

το ντους σε καταβρέχει αριστερά;

Το Μάλμπορο φουμάρεις στο δεξί,

και για λαθραίο απλώνεις το ζερβό;

Μη με ρωτάς, δε ξέρω να σου πω

τι είναι αριστερό, τι δεξιό!

 

Τo κονσομέ δεξί, αλλά η σούπα

αριστερή συνήθως θα προκύψει

Και όλες οι ταινίες οι σημερινές

είναι δεξιές,

εκτός από εκείνες που βαριέσαι

που είναι εγγυημένα αριστερές.

 

Μη με ρωτάς, δε ξέρω να σου πω

τι είναι αριστερό τι δεξιό!

 

Τ’ αθλητικά παπούτσια για το τένις

έχουνε σίγουρα μια γεύση δεξιά,

αν όμως τα φοράς λυτά

και βρωμισμένα,

λέω πως ταιριάζουν μάλλον για χαζούς

παρά γι αθλητικούς αριστερούς.

 

Τα τζιν για αριστερούς είναι σημάδι,

αλλά, αν τα φορέσεις με σακάκι,

αλλάζουν και ψηφίζουν δεξιά.

Κι οι συναυλίες, ακόμα, οι λαϊκές,

που πάντα ήταν ντιπ αριστερές,

τέτοιες τους βάζουνε τιμές εισιτηρίων

που παίρνουνε ανάποδες στροφές

και γίνονται αμέσως δεξιές.

 

Και τα κολάν αριστερά δηλώνουν

-σχεδόν πάντα-

ενώ οι ζαρτιέρες είναι πάντα δεξιές.

Και το κατούρημα, όταν είναι με παρέα

περνιέται πιο συχνά για αριστερά,

ενώ το ουρητήριο είναι πάντα

στο βάθος του διαδρόμου δεξιά.

 

Η γαλανόλευκη και διαφανής πισίνα

είναι σαφές πως γέρνει δεξιά,

ενώ οι θάλασσες, οι λίμνες, τα ποτάμια,

θα έλεγα πως είναι από σκατά,

περισσότερο, παρά αριστερά.

 

Αχ η ιδεολογία, η ιδεολογία,

που θα έλεγα (παρ’ όλα αυτά)

πως θεμιτό  είναι πάθος,

πού να πήγε;

Την έκανε κι αυτή σιγά σιγά

Κι ουδείς γνωρίζει τώρα που γυρνά…

 

Κι αν είναι το προσιούτο δεξιό

θα είναι το σαλάμι αριστερό;

Δεξιά η ελβετική η σοκολάτα

και κόκκινη η ρώσικη σαλάτα;

 

Και εάν τα φιλελεύθερα τα κόλπα

είναι δεξιά,

είναι η Αριστερά που τα ’κανε σαλάτα,

και μπέρδεψε τα μπούτια μια σταλιά.

 

Κι αν είν’ στο κάτω κάτω η ρέντα δεξιά,

το φάρδος και το γούρι, και  ο κώλος,

μπας κι έφτασε ο καιρός, ο κόσμος όλος,

να πει πως είναι η γκίνια αριστερά;

 

Η σηκωμένη η γροθιά δεν είναι

αρχαίος αριστερός χαιρετισμός;

Αρχαίο, (όμως για καθίκια),

δεν είναι και το χέρι να σηκώνεις

ρωμαϊκά, όπως ζητούσε ο φασισμός;

 

 Αχ η ιδεολογία, η ιδεολογία

(που θα έλεγα -παρ’ όλα αυτά- υπάρχει)

Κάπως σαν: λες και ξαναλές μια σκέψη 

απάνω σε μια αντίθεση φτιαγμένη,

που είναι όμως πια εξαφανισμένη

και μόνο ένας θεός,

κι εκείνος άμα λάχει,

ξέρει που έχει πάει και που είναι χωμένη

 

 

Όλόκληρη η παλιά ηθικολογία

αριστερή φαντάζει,

καθώς η (νέα) δεξιά μπορεί,

ακόμα και χωρίς την ηθική

ανέξοδα στη ζούλα να τη βγάζει.

 

Τον τελευταίο τον καιρό ως κι ο Πάπας

το παίζει μια ιδέα αριστερός,

ενώ όλοι οι δαίμονες,

αλλάξανε κι αυτοί

και προς τα δεξιά επήγαν καρφωτοί.

 

Και οι μάζες απαντούν: αριστερά,

αν και γέρνουνε λιγάκι δεξιά

Κι εάν  οι μπάσταρδοι το παίζουνε ζερβά,

στη δεξιά θα παραμείνουνε πιστοί

σύσσωμοι  της πουτάνας όλοι οι γιοί.

 

Αριστερές οι χειραφετημένες;

Δεξιές οι κάπως πιο συμμαζεμένες;

Αλλά κανένας τελικά δε διαφωνεί

πως όλα τα μανούλια μας ¨τραβάνε¨

είτε είμαστε από εδώ, είτε από εκεί.

 

Μη με ρωτάς, δε ξέρω να σου πω

Τι είναι αριστερό τι δεξιό!

Μα, λέω εγώ, πώς είναι προφανές

ότι στο βάθος-βάθος εμείς φταίμε

Και ότι η σοβαρότητα μας λείπει

σαν θέλουμε να ορίσουμε ακριβώς

Τι είναι αριστερός, τι δεξιός!

 

Destra-sinistra

Destra-sinistra

Destra-sinistra

Destra-sinistra

Destra-sinistra

 

Basta!

 

Destra Sinistra

di Giorgio Gaber

 

Tutti noi ce la prendiamo con la storia

ma io dico che la colpa è nostra

è evidente che la gente è poco seria

quando parla di sinistra o destra.

 

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

Fare il bagno nella vasca è di destra

far la doccia invece è di sinistra

un pacchetto di Marlboro è di destra

di contrabbando è di sinistra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

Una bella minestrina è di destra

il minestrone è sempre di sinistra

tutti i films che fanno oggi son di destra

se annoiano son di sinistra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

Le scarpette da ginnastica o da tennis

hanno ancora un gusto un po’ di destra

ma portarle tutte sporche e un po’ slacciate

è da scemi più che di sinistra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

I blue-jeans che sono un segno di sinistra

con la giacca vanno verso destra

il concerto nello stadio è di sinistra

i prezzi sono un po’ di destra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

I collant son quasi sempre di sinistra

il reggicalze è più che mai di destra

la pisciata in compagnia è di sinistra

il cesso è sempre in fondo a destra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

La piscina bella azzurra e trasparente

è evidente che sia un po’ di destra

mentre i fiumi, tutti i laghi e anche il mare

sono di merda più che sinistra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

L’ideologia, l’ideologia malgrado tutto

credo ancora che ci sia è la passione,

l’ossessione della tua diversità

che al momento dove è andata non si sa

dove non si sa, dove non si sa.

 

Io direi che il culatello è di destra

la mortadella è di sinistra

se la cioccolata svizzera è di destra

la Nutella è ancora di sinistra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

Il pensiero liberale è di destra

ora è buono anche per la sinistra

non si sa se la fortuna sia di destra

la sfiga è sempre di sinistra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

Il saluto vigoroso a pugno chiuso

è un antico gesto di sinistra

quello un po’ degli anni ’20, un po’ romano

è da stronzi oltre che di destra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

L’ideologia, l’ideologia malgrado tutto

credo ancora che ci sia

è il continuare ad affermare un pensiero

e il suo perché

con la scusa di un contrasto che non c’è

se c’è chissà dov’è, se c’é chissà dov’é.

 

Tutto il vecchio moralismo è di sinistra

la mancanza di morale è a destra

anche il Papa ultimamente è un po’ a sinistra

è il demonio che ora è andato a destra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

La risposta delle masse è di sinistra

con un lieve cedimento a destra

son sicuro che il bastardo è di sinistra

il figlio di puttana è di destra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

Una donna emancipata è di sinistra

riservata è già un po’ più di destra

ma un figone resta sempre un’attrazione

che va bene per sinistra e destra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

 

Tutti noi ce la prendiamo con la storia

ma io dico che la colpa è nostra

è evidente che la gente è poco seria

quando parla di sinistra o destra.

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

Ma cos’è la destra cos’è la sinistra…

Destra-sinistra

Destra-sinistra

Destra-sinistra

Destra-sinistra

Destra-sinistra

 

Basta!

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ, Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ό,τι η φαντασία δε φτάνει…

Posted by vnottas στο 18 Οκτώβριος, 2009

 

Δε ξέρω αν εντοπίσατε την είδηση ανάμεσα στα μουγκανητά των τηλεοπτικών μοσχαροκεφαλών των δελτίων ειδήσεων, αλλά λέει πολλά.

Ανακεφαλαιώνω:

Η   France Telecom    είναι κρατική ως το 1997, οπότε μετατρέπεται σε ανώνυμο εταιρεία, για να ιδιωτικοποιηθεί εντελώς το 2004.  Από τότε αρχίζουν να εφαρμόζονται οι γνωστές ¨παραγωγικές¨ μέθοδοι εκμαίευσης αποτελεσματικότητας και κερδών.  Πιθανώς θα είναι κάποιος δόκτωρ Κεκλιμένος που θα μας πει εάν οι 25 αυτοκτονίες εργαζόμενων (ως και μεσαίων στελεχών) που σημειώθηκαν κατά τους τελευταίους 18 μήνες, οφείλονται στην πίεση που ασκούν οι ¨εκσυγχρονισμένοι¨ και ¨παραγωγικοί¨ νέοι διευθύνοντες, ή σε κάποιο  νέο ιό, για τον οποίο υποθέτω ότι ήδη θα ετοιμάζεται το ¨εμβόλιο¨(;), ή σε άλλα τυχόν αίτια που θα μας τα περιγράψει συντόμως το αρμόδιο γραφείο δημοσίων σχέσεων της εταιρείας…

(Το τελευταίο θύμα είναι ένας μηχανικός 48 ετών)

Εγώ έχω μόνο να πω:  Πόσο φτωχή η φαντασία ημών, των συγγραφόντων, μπροστά στην η επελαύνουσα ασύδοτη μετα-πραγματικότητα…!

 

Posted in ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ευλογίες και Γένια

Posted by vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

 

Γένια έχω εδώ και πολλά χρόνια –ιερατικές ιδιότητες όχι, αλλά την ευλογία, θα την επιχειρήσω το ίδιο.

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρη το βιβλίο «Από τον Βωμό και τον Άμβωνα στην Οθόνη» (ένα τμήμα του, σε μια πρώτη εκδοχή, υπάρχει στο ιστολογοφόρο, εδώ αριστερά στις ¨σελίδες¨).

Το βιβλίο ασχολείται με τις (διαχρονικές) σχέσεις ανάμεσα στην Κοινωνία, την Επικοινωνία και την Εξουσία. (Μεταξύ άλλων: Πώς και γιατί ο προϊστορικός μάγος προκύπτει ο κοινός πρόγονος ιερέων, διανοουμένων, δημοσιογράφων, καθώς και των μεταμοντέρνων ¨εικονολατρών¨ επικοινωνητών ).

Βιβλίο εξωφ 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Συνδρομητισμός, το ανώτατο στάδιο του Καταναλωτισμού

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2009

Μήπως άραγε οι διαφημιστές και οι λοιπές καταναλωτικές δυνάμεις (νεοφιλελεύθεροι, ηδονιστές, ιδιωτικοποιούντες Ιδιώτες, σαρκικοί μεταμοντέρνοι ατομικιστές, πραγματιστές του ¨ό, τι πουλάει έχει δίκιο¨, καταπιεσμένοι πνευματικοί επαρχιώτες -έκθαμβοι μπροστά στη βιτρίνα με τα φαντασμαγορικά φαντάσματα της ιδιωτικής ευημερίας) άρχισαν να προβληματίζονται από τις καιρικές αλλαγές ή από τα προβλήματα της ρύπανσης (υλικής και ηθικής) που προκαλεί η παραγωγή και η κατανάλωση του περιττού που προπαγανδίζουν;

Μάλλον όχι.

Αντίθετα το βαρέλι έχει κι άλλους πάτους και τα όνειρά τους διαθέτουν κι άλλες υψηλές κορυφές.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ιδανικό κάθε παμπόνηρου κουτοπόνηρου παν-ξύπνιου πωλητή (όταν τα επιχειρήματα περί ελεύθερου ανταγωνισμού και περί υγειών ¨νόμων της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς¨  ξεφτίζουν, ή ζορίζονται από την εμφάνιση ¨απρόοπτων κρίσεων¨ και δεν πείθουν πια κανέναν) εξαντλείται στη δημιουργία ολιγοπωλίων, άντε και ιδιωτικών μονοπωλίων, αλλά προφανώς κάτι τέτοιο δε φτάνει πια.

Το ιδανικό που έχει αρχίσει ήδη να ανατέλλει στα επιτελεία των πανίσχυρων Ιδιωτών (το κράτος είμαι εγώ) είναι η ιδιωτικοποίηση της ιδέας της ¨συνδρομής¨:

Να πληρώνεις είτε καταναλώνεις είτε όχι!

Με αυτή την προϋπόθεση θα μπορούσαν ίσως να αρχίζουν κάτι να ψελλίζουν και περί ¨πράσινου καπιταλισμού¨.

Και αυτό (σκέφτονται να;) κάνουν.

 Σημείωση: Βλέπε πχ την επερχόμενη ιδιωτική ψηφιακή τηλεόραση (που προορίζεται να αντικαταστήσει την υπάρχουσα αναλογική -που  θα καταργηθεί) για την οποία προβλέπεται συνδρομή. Βλέπε ακόμη την πρόσφατη επιβάρυνση της καρτοκινητής τηλεφωνίας που σπρώχνει προς την συνδρομητική, κ.α.

Βασίλης Νόττας

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εν ονόματι του Βασιλέως – Η Βασίλισσα (ή απεφασίσαμεν και διατάττομεν)

Posted by vnottas στο 26 Ιουνίου, 2009

 

Ή: περί της χρήσεως του καπνίζειν (από Μισέλ)

Ή: είμαστε και οι πρώτοι (χρονολογικώς) να πούμε!

(Βλέπε και το κείμενο ¨Ο Καπνός και ο Φόβος¨ στις Σελίδες, εδώ αριστερά, προς τα κάτω)

To kapnizein2

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

7 Ιουνίου – Ανήμερα εκλογές – Θεσσαλονίκη

Posted by vnottas στο 7 Ιουνίου, 2009

 

Λιακάδα. Ο Καύσωνας την κάνει γυριστή στους καταστροφολόγους και δηλώνει  απών. Αντίθετα, στην Πάνω Πόλη τουλάχιστον, έχει πρωινή δροσούλα.

Οι τηλεοράσεις αναμμένες εδώ κι εκεί μουρμουρίζουν τα δικά τους. Ετοιμάζομαι να κατηφορίσω προς το εκλογικό κέντρο.

Σήμερα ψηφίζω. Ακόμη κι αν πρόκειται για ένα κοινοβούλιο όπως το ευρωπαϊκό, με περιορισμένα δικαιώματα και πνιγμένο στα λόμπι, αποκλείεται ν’ απαρνηθώ αυτοβούλως το δικαίωμα της ψήφου. Ίσως γιατί ανήκω σε μια γενιά που έζησε και ξέρει τι θα πει στέρηση της λαϊκής πολιτικής έκφρασης. Ίσως γιατί δε θέλω, πέφτοντας στην παγίδα της «αποχής», το μήνυμα της «μη ψήφου» μου να ανακατευτεί με το «μη μήνυμα» του κάθε βαρεμένου που δε ξέρει καν γιατί δε ψηφίζει. Ίσως γιατί δε θέλω να τεντώνομαι και να εκνευρίζομαι το βράδυ, ακούγοντας να ερμηνεύουν τη «μη ψήφο» μου διάφοροι άσχετοι, πλάθοντας το χυλό της αποχής κατά τα πως τους βολεύει.

Ψηφίζω, αρνούμενος τις άμεσες και έμμεσες παροτρύνσεις για ¨ξεπέρασμα¨ της αυθεντικής Δημοκρατίας και αντικατάσταση της ψήφου από υποβολιμαίες ψευτοεπιστημονικές δημοσκοπήσεις.

Ωστόσο δε δίνω εξουσιοδότηση εν λευκώ σε κανέναν. Όποιος  πάρει τη ψήφο μου ας ξέρει ότι δεν πρόκειται για συγκατάβαση αόμματου οπαδού. Η επιλογή μέσω της ψήφου δεν είναι δογματική συναίνεση ούτε ποδοσφαιρικό κόλλημα. Θα προσπαθήσω να αρθρώσω τα μηνύματά μου. Υπάρχει ακόμη η ψήφος που πονάει.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Η απάντηση είναι κατηγορηματική:Ίσως!

Posted by vnottas στο 18 Ιανουαρίου, 2009

 

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε πριν μερικά χρόνια, την περίοδο που σύμφωνα με τις  δημοσκοπήσεις που μας ταλαιπωρούσαν  τότε, άλλο κόμμα θέλαμε στη κυβέρνηση και άλλου κόμματος τον αρχηγό προτιμούσαμε για πρωθυπουργό.  (Τότε μας έλεγαν ότι θέλουμε Πρωθυπουργό Σημίτη με κυβέρνηση Ν.Δ.)  

Το θυμήθηκα καθώς ο κατακλυσμός των ετερογενών και δυσερμήνευτων δημοσκοπήσεων ξανάρχισε (τώρα υποτίθεται ότι προτιμάμε Καραμανλή με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ!). 

 

Έγραφα τότε…

 

Θα σας έχει συμβεί, πιστεύω, να διαβάσετε κείμενα απορημένων ή και εμβρόντητων  σχολιαστών που προβληματίζονται γιατί οι απαντήσεις των Ελλήνων στα ερωτήματα των δημοσκόπων μοιάζουν αλλοπρόσαλλες, αν όχι εντελώς παράλογες. Και γιατί, άραγε, οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις διαψεύδονται τόσο συχνά από τα εκλογικά αποτελέσματα.

Παραδείγματος χάρη, εκπλήσσονται και γράφουν:

Μα είναι δυνατόν; Οι Έλληνες προτιμούν πρωθυπουργό από ένα κόμμα και κυβέρνηση από άλλο!

Και συνήθως καταλήγουν στο να τα βάζουν με το ασυνεπές όσο και αμετροεπές (πιθανότατα βαλκάνιας προέλευσης) στοιχείο που κατοικοεδρεύει στα μύχια υποστρώματα του νεοελληνικού χαρακτήρα. Στοιχείο απρόβλεπτο, που δε χάνει ευκαιρία να έρθει στην επιφάνεια μόνο και μόνο για να μπερδέψει ανύποπτους δημοσκόπους και καλοπροαίρετους σχολιαστές.

 

Ωστόσο, αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι πιθανό τα ενδεχόμενα αίτια αυτής της αξιοπερίεργης συμπεριφοράς να είναι περισσότερα του ενός.

Σας απαριθμώ μερικά με δημοσκοπική επιμέλεια:

α) Οι Έλληνες τρελάθηκαν

β) Οι Έλληνες έχουν απλώς δίκιο και πρέπει να ξαναδούμε τους βασικούς όρους του Συστήματος

γ) Οι δημοσκοπήσεις είναι στραβές

δ) Οι Έλληνες έχουν χιούμορ

ε) Άλλο

Και επειδή, κατά κανόνα, ψήγματα αλήθειας βρίσκονται σε πολλές και διαφορετικές όψεις ενός ζητήματος, ας αποπειραθούμε να ψάξουμε λίγο αυτά τα ενδεχόμενα.

 

α) Είναι τρελοί αυτοί οι Έλληνες!

Θα μπορούσε να είναι και έτσι. Θα μπορούσε το πρόσφατο όσο και γρήγορο πέρασμα της χώρας στην εποχή του παγκοσμιοποιούντος νεοφιλελευθερισμού να έχει δημιουργήσει επικίνδυνα σοκ στη συλλογική ψυχική ισορροπία.

Ίσως να μην είμαστε ακόμη σε θέση να καταλάβουμε πως, για παράδειγμα, είναι δυνατό να εκσυγχρονίζεις το έρμο το κράτος απορυθμίζοντάς το εντελώς. (Και σιγά-σιγά, έστω και αν κανείς δε μας το εξηγεί με ακρίβεια, υποψιαζόμαστε πια τι πάει να πει -και τι θέλει να κάνει- αυτός ο πολιτικο-οικονομικός νεολογισμός –απορρύθμιση– που μπήκε τόσο έντονα, όσο και στη ζούλα, στη ζωή μας).

Ή πάλι, πώς είναι δυνατό, για να περιορίσεις τις εγκληματικές συμπεριφορές (ως εάν επρόκειτο για το γνωστό αυγό του Κολόμβου και κανένας να μη το είχε σκεφτεί ως τα τώρα), να πρέπει απλώς να νομιμοποιήσεις μερικές!

Μπροστά σε κάτι τέτοιες αντιφάσεις το να γίνεις ένας (ωραίος) τρελός ίσως να μην είναι το μεγαλύτερο κακό. Έστω κι αν θα υποφέρουν μια στάλα κάποιοι αναλυτές, σχολιαστές και δημοσκόποι.

β) Οι Έλληνες έχουν δίκιο, αλλά ο γιαλός είναι στραβός (ή ο βασιλιάς ξεβράκωτος).

Εδώ θα πρέπει να δει κανείς το θέμα ανά περίπτωση.

Ίσως, ας πούμε, πίσω από την εκ πρώτης όψεως σχιζοφρενική επιλογή ετερόχρωμων και ετεροκομματικών συνδυασμών διακυβέρνησης να κρύβεται μια απλή διαπίστωση που δύσκολα διαψεύδεται:

Κύριοι άρχοντες της δημόσιας ζωής,  τα κόμματά σας έχουν χάσει την ικανότητα σαφών και μονοσήμαντων απαντήσεων πάνω στα βασικά και τα καίρια προβλήματα των καιρών. Τα λόμπι και οι ομάδες πίεσης έχουν πλέον διακομματική σύσταση και ανταπόκριση. Έτσι και εγώ, ο απλός πολίτης, σας πήρα χαμπάρι και διεκδικώ να κάνω διακομματικές επιλογές, έως ότου το Σύστημα ή οι συγκυρίες να μου επιτρέψουν να κάνω κάτι αποτελεσματικότερο.

Ή, ακόμη:

Κύριοι, αφού έχω επανειλημμένα διαπιστώσει ότι αλλάζετε εύκολα και απροειδοποίητα άποψη και θέση  για σημαντικά θέματα, διεκδικώ και εγώ, ο απλός πολίτης, να κάνω το ίδιο σε σχέση με τις εκλογικές μου προτιμήσεις. Ήγουν, να σας εμπιστεύομαι την παραμονή και να σας μαυρίζω ανήμερα των εκλογών!

Βέβαια, όλα αυτά, καθώς και άλλα αντίστοιχα, θα μπορούσαν εύκολα να υποστηριχτούν, αρκεί οι δημοσκοπήσεις να μπορούσαν να θεωρηθούν εκ προοιμίου σωστές.

Όμως, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ενδέχεται εμείς, κατά τα άλλα ψυχικά υγιείς, να αρμενίζουμε κατά το δοκούν, πλην όμως …

γ ) Οι δημοσκοπήσεις είναι στραβές

Κάποιος ειδήμων είπε κάποτε ότι οι στατιστικές είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να πει κανείς ψέματα. Αν αυτό ισχύει για τη Στατιστική έρευνα (που στο κάτω-κάτω όλους τους ρωτάει, όλους τους αποτυπώνει), σκεφτείτε πόσο περισσότερο ταιριάζει στη  δειγματοληπτική ανίχνευση των απόψεων μεγάλων πληθυσμών (που ρωτάει μόνον μερικούς, επί τούτου επιλεγμένους).

Δεν είναι πια μόνον οι ειδήμονες που ξέρουν ότι οι απαντήσεις των ερωτώμενων είναι δυνατό να επηρεαστούν από ένα σωρό παράγοντες, αλλά αρχίζει πλέον να το υποπτεύεται και ο απλός πολίτης. Το πώς θα επιλεγεί το δείγμα, το πώς θα διατυπωθούν οι ερωτήσεις, το πώς θα γίνει η περίφημη στάθμιση των καταγεγραμμένων στοιχείων και πολλά άλλα, μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά (και διαστρεβλωτικά) τη διαμόρφωση ενός αποτελέσματος που εκ πρώτης όψεως ενδέχεται να μοιάζει αντικειμενικό και άψογο.

Επί πλέον, ήταν ανέκαθεν γνωστό ότι στις μαζικές κοινωνίες η δημοσίευση μιας δημοσκόπησης μπορεί να επηρεάσει την υπάρχουσα κατάσταση, την οποία υποτίθεται ότι θέλει απλώς να ανιχνεύσει.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι αποκλείεται να διερευνηθούν δειγματοληπτικά και με επιτυχία οι τάσεις που εκάστοτε επικρατούν στην ευρύτερη κοινωνία. Σημαίνουν μόνον ότι (τουλάχιστον σήμερα) συμβαίνει οι αληθέστερες και αντικειμενικότερες δειγματοληπτικές διερευνήσεις να είναι εκείνες που δεν γίνονται για να δημοσιευτούν, αλλά, αντίθετα, εκείνες που οι εντολείς και οι διεξαγωγείς τους τις κρατούν επιμελώς κρυφές, μια που αποτελούν στοιχεία για την κατάστρωση επιτελικών σχεδίων και πολιτικών (και έχουν ακριβοπληρωθεί ακριβώς για να είναι αποκλειστικής χρήσεως).

Και μια που οι δημοσκοπήσεις σπάνια διεξάγονται από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα με αποκλειστικό στόχο το καλό της επιστήμης και της γνώσης γενικότερα, παρά αποτελούν τα προϊόντα ιδιωτικών εταιρειών που λειτουργούν σύμφωνα με τους αδυσώπητους νόμους της Αγοράς, καλό θα ήταν να υπήρχε κάποιος έλεγχος που να προστατεύει τον πολίτη από τις παραποιημένες διερευνήσεις της κοινής γνώμης, σε αναλογία με εκείνον που επιχειρεί να προστατεύσει όσους καταναλώνουν τα λοιπά εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.

Έως ότου όμως κάποιος μας προστατεύσει, το μόνο που ίσως μας απομένει (και μας σώζει) είναι να… 

δ) Οι Έλληνες έχουν χιούμορ.

Και να απαντούν στις δημοσκοπήσεις όχι μόνο όπως τους κατέβει τη στιγμή (ακριβώς) εκείνη, αλλά και με μια εσκεμμένη χιουμοριστική και ανατρεπτική διάθεση, που θα τους επιτρέψει, καθώς θα διαβάζουν τους προβληματισμούς και τις ιερεμιάδες των απεγνωσμένων αναλυτών, να διασκεδάζουν όσο περίπου ο κούνελος που πιάνει τον Αλέκο ανενημέρωτο για τις τιμές της αγοράς ηλεκτρονικών. (save Alekos!) Πάντως, στους σχετικιστικούς και μεταμοντέρνους καιρούς που διάγουμε κανείς δεν αποκλείει η απάντηση στους παραπάνω προβληματισμούς να μην είναι παρά )… 

 ε)  Άλλο! (ή άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε…)

                                         Β. Ν.

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »