Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for the ‘Μπρασένς στα ελληνικά Ι’ Category

Τα δέκα πρώτα τραγούδια του Μπρασένς που προσπάθησα να προσαρμόσω ώστε να μπορούν να τραγουδηθούν στα ελληνικά: Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est con) Όταν είναι κανείς Βλαξ (Το χάσμα των γενεών) * Au Bois De Mon Cœur (Στο δάσος της καρδιάς μου, παρέες παλιές) * Les Amoureux Des Bancs Publics (Οι ερωτευμένοι στα δημόσια παγκάκια) * Misogynie a part (Μισογυνισμού εξαιρουμένου) * Saturne (Ο Κρόνος) * L’orage (Η καταιγίδα) * J’ai rendez-vous avec vous (Έχω απόψε ραντεβού μαζί σας) * Fernande (Η Φερνάνδα!) * Trompe la morte (Ξεγελώντας τον μπάρμπα-Χάρο) *Les passantes (Οι Περαστικές -ποίημα του Paul Fort)

Όταν είναι κανείς Βλαξ (Το χάσμα των γενεών)

Posted by vnottas στο 19 Αύγουστος, 2011

Περί βλακείας έχουν γραφτεί πολλές εξυπνάδες. Και βλακείες επίσης. Θα αποτολμούσα, ίσως, να πω ότι η βλακεία αποτελεί προνομιούχο πεδίο για τη διατύπωση «εξυπνακισμών», δηλαδή μιας εννοιολογικής κατηγορίας που ακροβατεί ανάμεσα στο μέτριο/κακό χιούμορ και την αμιγή βλακεία. Δεν το λέω όμως γιατί διαισθάνομαι ότι το πεδίο είναι ναρκοθετημένο από την ίδια τη ζωή. Ο μπάρμπα Φιοντόρ (Ντοστογιέφσκι) εμπλούτισε τη λογοτεχνία με την περιγραφή ενός υπέροχου ηλίθιου, ενώ, αντίστροφα,  αν επιχειρήσετε μια (ας πούμε κοινωνιολογική) διερεύνηση γύρω από το  ποια είναι η μέση εικόνα του ¨μη βλάκα¨ [ξύπνιου, καπάτσου, καταφερτζή, σπίρτου, γατονίου, σαϊνίου, ανοικτομάτη, αετονύχη, ευέλικτου, πονηρού-με-την–καλή(!)-έννοια],  στη σημερινή κοινωνία, θα εκπλαγείτε από την τάση για αυτοχειριασμό της εν λόγω κοινωνίας, η οποία προκρίνει ως πιο ¨έξυπνα¨ (άρα έγκριτα)  τα αντικοινωνικότερα από τα στοιχεία (στοιχειά) που διαθέτει.

Ας περάσουμε όμως στην γελοιογραφική μεγέθυνση της βλακείας, που, σε μία από της ελληνικές της εκδοχές έχει τις (ονοματοποιητικές) ρίζες στο αρχαιοελληνικό ρήμα ¨μαλάσσω¨.  Επί του προκειμένου θα πρότεινα το εξής πείραμα: πληκτρολογήστε στον Γκούγκλη (ή άλλη ανιχνεύουσα μηχανή) την πιο παγκοσμιοποιημένη από τις λέξεις του νεοελληνικού ρεπερτορίου  [¨μαλάκας¨(*)], περιδιαβείτε τα ευρήματα και θαυμάστε το πλήθος και την ποικιλία των καλλιτεχνικών και μη επιτευγμάτων που έχουν κατασκευαστεί/στηριχτεί  απάνω της.  Είναι περισσότερα από όσα φαντάζεστε.

Θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι εντέλει απολύτως αναμενόμενο μια που η λέξη, στην εξελισσόμενη νεοελληνική, δεν σημαίνει απαραιτήτως ¨βλάκας¨, αλλά (ενίοτε) και ¨δικός μου¨, ¨έμπιστος¨, ¨δικαιολογημένος¨, ¨έντιμος¨, φορολογικώς εν τάξει¨, ¨φιλότιμος¨  και πιθανώς και άλλα, υπό διαμόρφωση. Συμφωνώ. Γι’ αυτό εξ άλλου η περιήγηση στην αυτοκρατορία Του  έχει ενδιαφέρον.

Ας σημειώσουμε επίσης ότι μερικά από τα βασισμένα στον περί ου ο λόγος όρο (¨μαλάκας¨) πονήματα διαθέτουν το σωσίβιο του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού, επομένως αξίζουν επισήμανση και αναπροβολή.

Σε αυτό το σημείο οι πιο υποψιασμένοι από τους επισκέπτες του ιστολογοφόρου(**) θα έχουν ήδη ψυλλιαστεί ότι επίκειται η παρουσίαση ακόμη ενός τραγουδιού του Μπρασένς (ενός από τα κάμποσα επί του θέματος). Και έχουν δίκιο. Πρόκειται για το γνωστό ¨Quand on est  con¨ (1961), όπου ο όρος ¨con¨ έχει μεν διαφορετική ετυμολογία, αλλά ανάλογο εννοιολογικό περιεχόμενο.

Πρώτα όμως μερικές διευκρινιστικές σημειώσεις

  1. Ο Μπρασένς έχει μελοποιήσει  τμήμα δικού του ποιήματος δημοσιευμένου με τίτλο Le temps ne fait rien à l’affaire  Το ποίημα, όπως και το μελοποιημένο απόσπασμα αναφέρεται κυρίως στη βλακεία των ηλικιακών άκρων (νέοι, γέροι), στην αναμεταξύ τους ¨αντιπαράθεση¨  και τη δημιουργία του περιβόητου ¨χάσματος των γενεών¨.
  2. Το ποίημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον ποιητή Γ. Βαρβέρη   (Georges Brassens «Ο Γορίλας και άλλα ποιήματα», εκδόσεις “Ύψιλον”, 1983) και προσαρμοστεί για της ανάγκες της (δικής του) μελοποίησης από τον  τραγουδοποιό Θόδωρο Αναστασίου ( δίσκος “Μικρή ζωή”, 1997). Το βιβλίο δεν κατάφερα να το βρω στα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης, το παράγγειλα και ελπίζω να βρεθεί. Το τραγούδι και το κείμενο το παραθέτω όπως το βρήκα στο διαδίκτυο.

(*)Ο αυτόματος διορθωτής του word (κάνει ότι) αγνοεί τη λέξη ¨μαλάκας¨, σου τη βγάζει λάθος και σε προσκαλεί να την προσθέσεις στη λίστα με δική σου πρωτοβουλία και ευθύνη, πράγμα που σημαίνει ή ότι προέρχεται από άλλο πλανήτη (μια που η λέξη προκύπτει παγκοσμίως γνωστή) ή ότι είναι ένας ανεπανορθώτως σεμνότυφος ηλεκτροδιορθωτής.

(**) Χαίρομαι που η λέξη ¨ιστολογοφόρο¨ άρχισε να υιοθετείται και από άλλα ιστολόγια. Η λέξη πλάστηκε για να δηλώνει την προτεραιότητα του λόγου ακόμα κι όταν αυτός συνοδεύεται από εικόνες και ήχους

Ακολουθούν 1. Σε ήχο:

1. Το τραγούδι Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est  con) από τον δημιουργό  του (1961)

2.  Quand on est eletrocon (διασκευή)

3. Σε διασκευή Τζαζ (κουαρτέτο Plein Jazz)

4. Ανάγνωση της απόδοσης των στίχων στα ελληνικά που σας έφτιαξα

5. Το τραγούδι ¨Οι μαλάκες¨  (Brassens, Γ.Βαρβέρης, Θόδωρος Αναστασίου ¨Μικρή Ζωή¨ 1997).  (Ο Γ. Βαρβέρης -χάθηκε πρόσφατα- είναι εξαιρετικός ποιητής, και ο Αναστασίου ευαίσθητος τραγουδοποιός, επομένως αργά ή γρήγορα θα επανέλθουμε).

 

Και σε κείμενο:

  1. Οι στίχοι του τραγουδιού (δεν βρήκα το συνολικό ποίημα στα γαλλικά)
  2. Η απόδοση των στίχων στα ελληνικά
  3. Οι στίχοι (Μπρασένς, Βαρβέρης) προσαρμοσμένοι από τον Αναστασίου.

Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est  con)

Quand ils sont tous neufs,

Qu’ils sortent de l’œuf,

du cocon.

Tous les jeunes blancs becs

prennent les vieux mecs

pour des cons.

Quand ils sont venus les têtes chenues,

les grisons.

Tous les vieux fourneaux prennent les jeunots

pour des cons.

Moi qui balance entre deux âges Je leur adresse à tous un message.

Le temps ne fait rien à l’affaire.

Quand on est con, on est con!

Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père

Quand on est con, on est con!

Entre vous plus de controverses,

Cons caduques ou cons débutants.

Petits cons de la dernière averse

Vieux cons des neiges d’antan

Vous les cons naissant, les cons innocents,

les jeunes cons,

Qui, ne le niez pas, prenez les papas pour des cons.

Vous les cons âgés, les cons usagés,

les vieux cons.

Qui, confessez-le, prenez les p’tits bleus pour des cons.

Méditez l’impartial message d’un qui balance entre deux âges.

Le temps ne fait rien à l’affaire.

Quand on est con, on est con!

Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père

Quand on est con, on est con!

Entre vous plus de controverses,

Cons caduques ou cons débutants.

Petits cons de la dernière averse

Vieux cons des neiges d’antan

Όταν είναι κανείς βλαξ (Το χάσμα των γενεών)

Πριν βγουν απ’ τ’ αυγό, το είδα και εγώ,

κάτι μικροί

λεν πως όλοι οι μεγάλοι έχουνε χάλι

κι είναι χαζοί.

Μα όταν θα ωριμάσουν, στάση θα αλλάξουν

κάποια στιγμή

θα λένε οι μπουνταλάδες: οι πιτσιρικάδες

πως ειν’ οι χαζοί

Μα εμένα ακούστε με ηρεμία, που είμαι στη μέση ηλικία

Το χάσμα των γενεών δεν φταίει

κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ

είτε ξεκούτες είτε νέοι

ο βλάκας μένει πάντα βλαξ.

Μαλάκες νέας εσοδείας, μαλάκες της παλιάς γενιάς

κάντε μια νέα συμμαχία, γιατί ο καυγάς είναι μπελάς

κάντε μια νέα συμμαχία, κακός μπελάς  ο καυγάς.

Βλάκες περιωπής, βλάκες της στιγμής

νέοι ζαβοί

που να πουν για πλάκα, τον μπαμπά μαλάκα

ζητούν αφορμή.

Ηλικιωμένοι, ελαφρά φθαρμένοι

γέρο στραβοί

που δεν υποχωρείτε και για όλα θαρρείτε

πως φταιν’ οι μικροί.

Εγώ, της μέσης ηλικίας, σας στέλνω μήνυμα ομονοίας:

Αδέλφια κόψτε τις αηδίες,

βλάκες παλιοί ή του κουτιού,

μαλάκες  νέας εσοδείας,

μαλάκες του παλιού καιρού

Το χάσμα των γενεών δεν φταίει

κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ

είτε ξεκούτες είτε νέοι

ο βλάκας μένει πάντα βλαξ

είτε ξεκούτες είτε νέοι

ο βλάκας θα μένει βλαξ

Οι Μαλάκες

Σαν είναι νέοι και σκάνε μύτη, από τις φάκες, από το σπίτι
βρίζουν, καπνίζουν και βλαστημάνε, στα καφενεία κωλοβαράνε

Φρέσκοι μαλάκες, νέοι κι ωραίοι, ζητάνε δόξα, γυρεύουν κλέη
γέροι μαλάκες, ανοίξτε δρόμο , τώρα οι νέοι, έχουν το λόγο

Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα λίγο σκληρό, που δεν θ’ αρέσει:

Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας είναι μαλάκας

Νέοι αθώοι, γέροι με πείρα, μ’ άδειο κεφάλι, με σκέψη στείρα
μη μου τσακώνεστε, μη μου λυπάστε , όλοι με βούλα, μαλάκες θα ‘στε

Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα πιο θετικό, θα σας αρέσει:

Πάρτε τα πλοία, τ’ αεροπλάνα, διακοπές κάντε για πάντα
τσάμπα κρασί, φαΐ και ξάπλες, τσάμπα γυναίκες που θέλουν βλάκες

Πληρώνω εγώ και κάτι φίλοι, μ’ ό,τι λεφτά μας έχουν μείνει
κι αν δεν μας βγαίνουν τα έξοδά μας , θα δανειστούμε για τη χαρά μας

Μόνοι στην πόλη, δίχως μαλάκες θα είναι ωραία
καλό κρασί, πέντ’-έξι φίλοι και λίγη θέα

Μα η χαρά μας, δεν πιάνει τόπο, γιατί οι μαλάκες έχουν τον τρόπο
Από τη στάχτη ξαναγεννιούνται κι όλους εμάς δεν μας λυπούνται

Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο,
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας, είναι μαλάκας

Λίγο κι εγώ ανησυχώ μήπως τους μοιάσω
αν το τραγούδι μου το συνεχίσω και σας κουράσω

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Στο δάσος της καρδιάς μου, παρέες παλιές

Posted by vnottas στο 11 Αύγουστος, 2011

«Στο δάσος του Clamart υπάρχουν αγριολούλουδα, στο δάσος της καρδιάς μου υπάρχουν οι παλιοί φίλοι». Έτσι τραγουδούσε ο Brassens στην ταινία του René Clair  «Porte des Lilas» (1957) στην οποία, εκτός από το ότι είχε γράψει τη μουσική, υποδυόταν έναν αναρχικό πλανόδιο τραγουδιστή. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν οι Pierre Brasseur,  Henri Vidal κα. Είναι πιθανό ότι τα τραγούδια του «Porte des Lilas» τον πρωτοέκαναν γνωστό και στην Ελλάδα, όταν η ταινία προβλήθηκε εδώ.

 Το «Au Bois De Mon Cœur» έχει μια εξαιρετικά απλή και εύηχη μελωδία και λόγια που μιλούν για νεανικές παρέες και παλιούς φίλους. Η προσπάθεια προσαρμογής των στίχων στα ελληνικά έχει εστιαστεί κυρίως στη θεματολογία (φίλοι, νεανικές παρέες), αλλάζοντας (προσαρμόζοντας) ως και το ευρύτερο σκηνικό: όχι τα περιαστικά δάση του Παρισιού, αλλά τοποθεσίες της μιας κάποιας Αθήνας (de mon cœur).

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Au Bois De Mon Cœur. Σε ήχο:

Ο Georges Brassens:

Τα κείμενα

  1. Οι στίχοι του Μπρασένς
  2. Η προσαρμογή στα ελληνικά                                                               

Au Bois De Mon Cœur

Au bois d’Clamart y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Au fond de ma cour j’suis renommé
J’suis renommé
Pour avoir le cœur mal famé
Le cœur mal famé

Au bois d’Vincenn’s y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Quand y a plus d’vin dans mon tonneau
Dans mon tonneau
Ils n’ont pas peur de boir’ mon eau
De boire mon eau

Au bois d’Meudon y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Ils m’accompagn’nt à la mairie
A la mairie
Chaque fois que je me marie
Que je me marie

Au bois d’Saint-Cloud y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Chaqu’ fois qu’je meurs fidèlement
Fidèlement
Ils suivent mon enterrement
Mon enterrement

…des petites fleurs…
Au, au bois d’mon cœur…

Παρέες Παλιές  

Στης Πλά/κας τις/ ανη/φοριές,

θύμηση παλιά, θύμηση παλιά

Αγά/πες, ζή/λιες, ζα/βολιές,

με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά

Στης γειτονιάς μου τα στενά

με ξέρουν είμαι ονομαστός,

ονομαστός,

διαβόητος μ’ αγαπητός,

στους φίλους μου πιστός

 

Στου Φιλοπάππου τις γωνιές,

θύμηση παλιά, θύμηση παλιά

κορίτσια, χάδια, κι αγκαλιές,

με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά

Και στα καλά και στα στραβά,

οι φίλοι μου θα ‘ναι  κοντά,

πάντα κοντά,

για γλέντι, για παρηγοριά,

παρέα, συντροφιά


Στο δάσος της Καισαριανής

θύμηση παλιά, θύμηση παλιά,

έρως για πάντα ή της στιγμής,

με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά

Όσες φορές κι αν παντρευτώ

κι όσες κι αν νοικοκυρευτώ,

πάντα πιστοί,

με συνοδεύουνε γαμπρό,

στου γάμου το χορό

 

Στα ταβερνάκια της ακτής

θύμηση παλιά, θύμηση παλιά

παρέες μιας άλλης εποχής,

με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά

Κάθε φορά που αποδημώ,

που μετοικώ στον ουρανό,

νάτοι, όλοι εδώ,

τον ύστατο χαιρετισμό

μου δίνουν με καημό

 

…θύμηση παλιά..

Με τ’ άλλα τα παιδιά…

Ο Joël Favreau

Ο Charlelie (ηλεκτρική κιθάρα)

Ο Roland Dyens (κλασική κιθάρα)

Και τέλος μια εκδοχή Plein Jazz

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Οι ερωτευμένοι στα δημόσια παγκάκια

Posted by vnottas στο 30 Ιουλίου, 2011

Ακόμη ένα κλασικό, τρυφερό τραγουδάκι, για τους ερωτευμένους που αγκαλιάζονται στα δημόσια παγκάκια, από το άλμπουμ  Les Amoureux Des Bancs Publics (Brassens 1954). Ακούστε επίσης την εξαιρετική διασκευή του Daniele Sepe, μια εκτέλεση στα ρώσικα και την Πατασού. Ακολουθεί η προσαρμογή στην ελληνική γλώσσα που σας έφτιαξα.

Ο Brassens ζωντανά, σε τηλεοπτική εκπομπή, συνοδεία ορχήστρας

Η προσαρμογή/διασκευή του Daniele Sepe (βάζει κι άλλες νότες στη χύτρα)

Επίσης μια ρώσικη εκδοχή

…και η Πατασού

Η απόδοση στα Ελληνικά: 

Και τα σχετικά κείμενα:

Les Amoureux Des Bancs Publics

Les gens qui voient de travers
Pensent que les bancs verts
Qu’on voit sur les trottoirs
Sont faits pour les impotents
Ou les ventripotents
Mais c’est une absurdité
Car à la vérité
Ils sont là, c’est notoire
Pour accueillir quelque temps
Les amours débutants

Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques

Ils se tiennent par la main
Parlent du lendemain
Du papier bleu d’azur
Que revêtiront les murs
De leur chambre à coucher
Ils se voient déjà, doucement
Elle cousant, lui fumant
Dans un bien-être sûr
Et choisissent les prénoms
De leur premier bébé

Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques

Quand la sainte famille machin
Croise sur son chemin
Deux de ces malappris
Elle leur décoche hardiment
Des propos venimeux
N’empêche que toute la famille
Le père, la mère, la fille,
Le fils, le Saint-Esprit
Voudrait bien, de temps en temps
Pouvoir s’conduire comme eux

Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques

Quand les mois auront passé
Quand seront apaisés
Leurs beaux rêves flambants
Quand leur ciel se couvrira
De gros nuages lourds
Ils s’apercevront, émus,
Qu’c’est au hasard des rues
Sur un d’ces fameux bancs
Qu’ils ont vécu le meilleur
Morceau de leur amour

Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques

Οι ερωτευμένοι στα δημόσια παγκάκια

Τα παγκάκια μερικοί, λένε πως είναι εκεί, σε πάρκα και πρασιές

μόνο για τους κουρασμένους, και καν’ά χοντρό

Μα η αλήθεια είναι αυτή, οι πάγκοι είναι εκεί, στις πόλης τις γωνιές

για να στηρίζουν των ερώτων κάθε νέο ανθό

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί

που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί

για αγάπες σα μιλούν παντοτινές, τι φάτσες συμπαθητικές!

Δες πως πιάνονται απ’ το χέρι και με πόση χάρη για τ’ αύριο μιλού

ν

τι κουρτίνες θα ταιριάξουν, ριγέ ή με καρό

κι έτσι τακτοποιημένοι, στ’ όνειρο δεμένοι, στα ψηλά πετούν

κι αποφασίζουν πως θα λεν’ το πρώτο τους μωρό.

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί

που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί

για αγάπες σα μιλούν παντοτινές, τι φάτσες συμπαθητικές!

Κι όλοι εκείνοι οι δίχως πάθος, την αγάπη λάθος, που νομίζουνε

και που στους ερωτευμένους ρίχνουνε χολή

είναι γιατί τους ζηλεύουν κι ίσως κατά βάθος να ελπίζουνε

πως μια μέρα κάτι τέτοιο θα ζήσουν κι αυτοί.

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί

που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί

για αγάπες σα μιλούν παντοτινές, τι φάτσες συμπαθητικές!

Κι όταν ο καιρός γυρίσει κι έχουν πια ξεφτίσει οι πρώτες προσμονές

και χοντρά και μαύρα νέφη θα ‘χει ο ουρανός

Τότε θα αναπολήσουν κι ίσως ξαναζήσουν ‘κείνες τις στιγμές

Στο παγκάκι να ανάβει πόθος φλογερός

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί

που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί

για αγάπες να μιλούν παντοτινές, φατσούλες συμπαθητικές!

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Misogynie a part / Μισογυνισμού εξαιρουμένου (Παλιοί καλλιτέχνες κατά της άνοιας της ¨πολιτικής ορθότητας¨).

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2011

Κατά τη διάρκεια του περασμένου (20ου ) αιώνα, ορισμένοι Ευρωπαίοι λαϊκοί καλλιτέχνες, συχνά σε αντιπαράθεση με τη ραγδαία αναπτυσσόμενη πολιτισμική βιομηχανία, κατάφεραν να αναδειχτούν σε σημεία αναφοράς για μεγάλες κοινωνικές ομάδες, ξεπερνώντας τα συνήθη πολιτισμικά όρια και τις ήδη υπάρχουσες ¨ετικέτες¨.

Ιδιαίτερα στην (αυτονόητα) λαϊκή τέχνη του τραγουδιού (που αποτελεί και το συνηθέστερο φορέα της λαϊκής ποίησης), μερικοί από αυτούς τους καλλιτέχνες αναδείχτηκαν σε ενοποιητικά κοινωνικά σύμβολα με τεράστια απήχηση, παρά την συνήθως αρνητική ή αδιάφορη στάση, τόσο της καθεστωτικής, όσο και της εμπορευματικής επικοινωνιακής εξουσίας (η απόλυτη ταύτιση αυτών των δύο μορφών επικοινωνιακής εξουσίας είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο -στο παρελθόν κρατούσαν μια αμοιβαία απόσταση, έστω για τα ¨μάτια του κόσμου¨).
Ένας τέτοιος καλλιτέχνης υπήρξε πχ για τον ελληνόφωνο χώρο ο Στέλιος Καζαντζίδης ή ο Βασίλης Τσιτσάνης, για τον γαλλόφωνο ο Ζωρζ Μπρασένς και άλλοι, στην Ιταλία μπορούσες (και μπορείς ακόμη) να συναντήσεις αποκόμματα περιοδικών με την εικόνα του Αντριάνο Τσελεντάνο κολλημένα σε παρμπρίζ φορτηγών, σε ενοριακές λέσχες, σε κομμωτήρια και συνεργεία, ενώ τις λίγες φορές που παρουσιάζεται, θυμοσοφώντας, στα μεγάλα μέσα γίνεται χαμός θεαματικοτήτων.
Πέρα από την διαχρονικότητα, την εμβέλεια και την γνήσια λαϊκή τους καταγωγή, ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσα σε τέτοιου είδους καλλιτέχνες είναι ο μη ¨πολιτικά ορθός ¨ (συχνά σατυρικός ή σαρκαστικός, ενίοτε μελοδραματικός) τρόπος με τον οποίο χειρίζονται τα θέματά τους.
Θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο, ότι η πολιτική ορθότητα είναι ένα ξενέρωτο, αλλά όχι για αυτό το λόγο λιγότερο ιδιοτελές κίνημα της εποχής της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντερνισμού, επινοημένο για να προφυλάξει από την επιδιωκόμενη γενική αποδόμηση, κάποιους τομείς γενικότερης χρήσεως, όπως κάποιες -ακόμα χρήσιμες για τις νέες εξουσίες- ανθρώπινες ευαισθησίες, πριν τις διοχετεύσει σε (ελεγχόμενες) ¨μη κυβερνητικές¨ οργανώσεις ή ¨Αρχές¨.


Πράγματι, άλλα ήταν τα ζόρια τον καιρό που στην Ευρώπη ανθούσαν, έξω από τα εμπορικά κυκλώματα, οι παραπάνω καλλιτέχνες. Ωστόσο παρατηρώ ότι, αν όχι αυτά καθαυτά (όχι όλα) τα μηνύματα και οι προβληματισμοί του καιρού εκείνου, τουλάχιστον ο αυθόρμητος και μη υποκριτικός, μη κυνικός, μη πραγματιστικός, λόγος τους, λειτουργεί ακόμη.
Σήμερα, βέβαια, η¨ γενική αναγνώριση¨ μερικών από αυτούς έχει τρόπον τινά επέλθει. Έτσι κι αλλιώς, τέτοιους καλλιτέχνες κουβάλησε μαζί της μια γενιά που αναρριχήθηκε στην εξουσία τραγουδώντας τους, για να τους εγκαταλείψει αμέσως μετά, με δύο τρόπους: είτε προσπαθώντας να τους μετατρέψει σε αποστειρωμένους θεσμούς είτε επιλέγοντας αυστηρά και προωθώντας μόνο τμήματα της δουλειάς τους.
Γι αυτό, λέω, εδώ να εξακολουθήσουμε να ψάχνουμε για πηγαία λόγια και νότες, παλιών ή πρόσφατων καιρών (έστω για παρηγοριά στον άρρωστο…) και για σήμερα bien sûr
έχουμε Μπρασένς και Misogynie a part (Μισογυνισμού εξαιρουμένου).


Σημείωση 1. Ο Μπρασένς αρχίζει ορμώμενος από μία ρήση του Πολ Βαλερί ¨Il y a trois sortes de femmes: les emmerdantes, les emmerdeuses et les emmerderesses¨.
Σημείωση 2. Στη θέση του Claudel, ίσως όχι επαρκώς γνωστού στην Ελλάδα ως εκπρόσωπου του ακαδημαϊκού ύφους, προτίμησα τους αρχαίους τραγικούς. Ενίοτε έχουν κι αυτοί τα θύματά τους.
Σημείωση 3. Το ανέβασμα στο ιστολογοφόρο, οι ηχογραφήσεις και το ραπ ψάλσιμο, έγιναν σε συνθήκες εκδρομής, κάπως (πολύ) άτσαλα. Ανεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη θα τα συμμαζέψω κατά το δυνατόν.

Σημείωση 4. Στην ελληνική απόδοση έβαλα τελευταία την 6η στροφή, γιατί καταλήγει πιο αποφατικά από την 8η.

Οπότε, ακούστε και διαβάστε:

Σε ήχο:

1. O Brassens στο Misogynie apart
2. Την απόδοση που σας έφτιαξα: Μισογυνισμού εξαιρουμένου
3. Την απόδοση στα ιταλικά του Nanni Svampa : Lei mi rompe
4. Κάτι το ανάλογο, χιουμοριστικό και ελληνικό της ιδίας περιόδου Σερσέ λα φαμ (1948 Βασίλης Τσιτσάνης και Ε. Λαμπίρη)

5. Επίσης: των Παπαδόπουλου, Γιαννακόπουλου, Σακελλάριου

Η Γυναίκα είναι ζημιά (Φ. Πολυμέρης 1953)

Και τα κείμενα
1. Του Βρασένς: Misogynie a part
2. Η απόδοση στα ελληνικά: Μισογυνισμού εξαιρουμένου
3. Σερσέ λα φαμ
4. Η γυναίκα είναι ζημιά

Misogynie a part
Misogynie à part, le sage avait raison
Il y a les emmerdant’s, on en trouve à foison
En foule elles se pressent
Il y a les emmerdeus’s, un peu plus raffinées
Et puis, très nettement au-dessus du panier
Y a les emmerderesses

La mienne, à elle seul’, sur tout’s surenchérit
Ell’ relève à la fois des trois catégories
Véritable prodige
Emmerdante, emmerdeuse, emmerderesse itou
Elle passe, ell’ dépasse, elle surpasse tout
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Mon Dieu, pardonnez-moi ces propos bien amers
Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmer-
de, elle abuse, elle attige
Ell’ m’emmerde et j’regrett’ mes bell’s amours avec
La p’tite enfant d’Marie que m’a soufflée l’évêque
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, et m’oblige à me cu-
rer les ongles avant de confirmer son cul
Or, c’est pas callipyge
Et la charité seul’ pouss’ ma main résignée
Vers ce cul rabat-joie, conique, renfrogné
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, je le répète et quand

Ell’ me tape sur le ventre, elle garde ses gants
Et ça me désoblige
Outre que ça dénote un grand manque de tact
Ça n’favorise pas tellement le contact
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde , quand je tombe à genoux
Pour cetain’s dévotions qui sont bien de chez nous
Et qui donn’nt le vertige
Croyant l’heure venue de chanter le credo
Elle m’ouvre tout grand son missel sur le dos
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, à la fornication
Ell’ s’emmerde, ell’ s’emmerde avec ostentation
Ell’ s’emmerde, vous dis-je
Au lieu de s’écrier: » Encor ! Hardi ! Hardi ! «
Ell’ déclam’ du Claudel, du Claudel, j’ai bien dit
Alors ça, ça me fige

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, j’admets que ce Claudel
Soit un homm’ de génie, un poète immortel
J’reconnais son prestige
Mais qu’on aille chercher dedans son œuvre pie
Un aphrodisiaque, non, ça, c’est d’l’utopie
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Μισογυνισμού εξαιρουμένου

Μισογύνης αν είμαι, δεν το ξέρω αδέλφια
Μα υπάρχουν, στριμμένες που διαλύουν τα κέφια
Μάτσα υπάρχουν, δεσμίδες
Είναι οι σπαστικές, που είν’ γεμάτος ο τόπος
Οι προβληματικές, δες και στρίβε όπως, όπως
Είναι και οι σπαζαρχίδες

Η δική μου από μόνη της τα καταφέρνει
Ναν ’ προβληματική, σπαστική και στριμμένη
Αλλά και σπαζαρχίδω
Πρόκειται για ένα θαύμα, τέτοιο δεν έγιν’ άλλο
Πως αντέχω δεν ξέρω, -και ποσώς υπερβάλω-
Μα δε μπορώ να ξεφύγω

Θεέ μου συγχώρεσε με, η υπομονή μου ξεφτάει
Μου τα πήζει, τα διαλύει, τα γκαστρώνει, τα σπάει
Και μου τα θρυμματίζει
Και η θύμηση εκείνη, με την Χριστιανοπούλα
Που μου έκλεψε ο επίσκοπος και δεν την ξαναείδα
Πίσω ξαναγυρίζει

Για να της πιάσω τον κώλο, πάντα με υποχρεώνει
Νύχια, κάλους να κόβω κι έτσι με ξενερώνει
Και δεν είναι κι η Αφροδίτη!
Κι αν εν τέλει τον πιάνω, είν’ γιατί βάζω ζόρι
Αν και θα ‘θελα να ‘μουν στα βουνά και τα όρη
Κι όχι σ’ αυτό το σπίτι

Μ’ ενοχλεί σαν αγγίζει τη γυμνή μου κοιλιά

Μα φορώντας τα γάντια ¨έτσι είναι πιο υγιεινά¨

Και μου φέρνει φαγούρα

Αυτό  σημαίνει επίσης, ότι η αγωγή

Λείπει πια απ’ τους ανθρώπους κι όπως λένε πολλοί

Εδώ θέλει μαγκούρα  


Με ενοχλεί, με ενοχλεί, ως και στην συνουσία
Που ενοχλείται κι αυτή, σκέτη ψυχρολουσία
Και μου φέρνει ναυτία
¨Κι άλλο!¨, αντί να φωνάζει, ¨δωσ’ τα, θέλω πολύ!¨
Στίχους μου απαγγέλει, Αισχύλο και Σοφοκλή
Θεέ μου τι τραγωδία


Και εντάξει, δε λέω, είναι ωραίοι οι αρχαίοι
Καλλιτέχνες μεγάλοι, συγγραφείς κορυφαίοι
Και αξίζουνε μνεία
αλλά πως λειτουργεί ο αρχαίος τους στίχος
γι αφροδισιακό, μάλλον είναι ένας μύθος
είναι μια ουτοπία

Κι όταν για χάρη της πέφτω, ως και στα γόνατα πια
Τιμές για να αποτίσω στης ηδονής τη σπηλιά
(Αυτό σε μας ειν’ συνήθεια)
Αυτή πως της προσευχής  ήρθε η ώρα νομίζει
Και το προσευχητάρι, στην πλάτη μου στηρίζει
Πες μου αν δεν είναι ηλίθια

Σερσέ λα φαμ (Αναζητήστε τη γυναίκα)

Χασάπικο.
Μουσική και στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη ηχογράφηση: 1948
Πρώτη εκτέλεση: Ελένη Λαμπίρη και Βασίλης Τσιτσάνης

Κι αν γυρίζουμε ξενύχτηδες τα βράδια
Κι αν ρομάντζες τραγουδάμε στα σκοτάδια
Κι αν τα νιάτα μας τα κάναμε ρημάδια
Και με πόνο τα ποτήρια μας ρουφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Κι αν δεν πάμε στη δουλειά μας και στο σπίτι
Κι αν ο Έρως μας τραβάει σαν το μαγνήτη
Κι αν γουστάρουμε τον βίο τον αλήτη
Και δεν έχουμε το σήμερα να φάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Κι αν η μοίρα μας ταράζει στα χαστούκια
Κι αν στα μάγουλα το δάκρυ κάνει λούκια
Κι αν τα τρώμε μέχρι φράγκο στα μπουζούκια
Και στην ψάθα κακομοίρηδες ψοφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Η γυναίκα είναι ζημιά

Μουσική: Θόδωρος Παπαδόπουλος
Στίχοι: Χρήστος Γιαννακόπουλος & Αλέκος Σακελλάριος
Πρώτη εκτέλεση: Φώτης Πολυμέρης

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Γιά κάποια Μπέττυ, πρωτοβγήκα πιτσιρίκος στο κουρμπέτι,
γιά κάποια Νίνα, ένα βράδυ πήρα είκοσι κινίνα,
γιά κάποια Ρόζα, ξευτελίστηκα Σταδίου Σανταρόζα
και γιά μιά Νίκη, περπατούσα τρεις χρονιές στη Σαλονίκη.

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Για κάποια Στέλλα, μου τη στήσανε μια νύχτα στη Καστέλα,
για κάποια Ρίνα, την εδάγκωσα τρελά τη λαμαρίνα,
για μια Μιράντα, εξηλώθηκα, παιδιά, μέχρι τιράντα
και για μια Ρέα, φεύγω τώρα εθελοντής για την Κορέα.

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Γιά κάποια Σόνια, με τραβάγανε δέκα οκτώ γκαρσόνια,
γιά κάποια Μπίλλυ, με ρημάξανε δυό μάγκες στο σκαμπίλι,
για μι’ Αντιγόνη, μού στραβώσανε τρεις πόντους το σαγόνι
και για μια Μόνια, με ταράξανε στα σάπια τα λεμόνια.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Ο Κρόνος και ο Χρόνος

Posted by vnottas στο 19 Ιουλίου, 2011


Το γεγονός ότι από τα λατινογενή αλφάβητα λείπει ο φθόγγος χι, δημιούργησε στην Δύση, ήδη από την εποχή του κλασικισμού και της λατρείας για τους ελληνικούς μύθους, μια μικρή παρεξήγηση.
Μπέρδεψαν (όχι μόνο το πλατύ κοινό, αλλά και μερικοί λόγιοι), τον Κρόνο (ταυτισμένο με τον ρωμαϊκό Saturnus) με τον Χρόνο (Chronos). Έτσι στον Κρόνο/Σατούρνο αποδόθηκε η αρμοδιότητα να ελέγχει, ως ο αρμόδιος θεός, τα της ροής των καιρών που αλλάζουν, εξοπλισμένος με κλεψύδρα και δρεπάνι.
Αυτή η ιστορία, που κρατάει τώρα πια μερικούς αιώνες, έχει επηρεάσει διάφορα καλλιτεχνήματα. Ένα από αυτά και ο ¨Σατούρνος¨ του Μπρασένς, ο μεγαλοπρεπής και αδυσώπητος θεός-Χρόνος, του οποίου σας έφτιαξα (ακόμη μία) ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά.
Σημείωση 1. Επειδή η ελληνική γλώσσα είναι περισσότερο περιφραστική από τη γαλλική, επωφελήθηκα από την επανάληψη του δεύτερου δίστιχου της κάθε στροφής, διαφοροποιώντας τo στην απόδοση, έτσι ώστε να προσθέσω κάποιες αποχρώσεις που αλλιώς δεν θα χώραγαν.
Σημείωση 2. Η γιορτή του Άγιου Μαρτίνου -11 Νοεμβρίου συμπίπτει (για τους ιθαγενείς) με ένα μετεωρολογικό «μικρό καλοκαιράκι», κάτι ανάλογο με τις αλκυονίδες ημέρες των δικών μας τόπων.
Σημείωση 3. Το «κατουρλού» είναι αρκετά πιστό στο «pisseuse», αν και οι Γάλλοι φαίνεται ότι το χρησιμοποιούν γενικότερα για την μικρή άγουρη γυναίκα, (πιτσιρίκα, πιπίνι; γκομενάκι;)

Αλλά πρώτα ο ήχος:
Με τον Μπρασένς

Με την Chloe Lacan

Σε εκδοχή ταγκό (Ζωντανή ηχογράφηση)

Στα ιταλικά από τον Nanni Svampa

Η απόδοση στα Ελληνικά

και αμέσως μετά:

1.Οι στίχοι του Μπρασένς

2. Το κείμενο της απόδοσης

Saturne

Il est morne, il est taciturne
Il préside aux choses du temps
Il porte un joli nom, Saturne
Mais c’est Dieu fort inquiétant
Il porte un joli nom, Saturne
Mais c’est Dieu fort inquiétant

En allant son chemin, morose
Pour se désennuyer un peu
Il joue à bousculer les roses
Le temps tue le temps comme il peut
Il joue à bousculer les roses
Le temps tue le temps comme il peut

Cette saison, c’est toi, ma belle
Qui a fait les frais de son jeu
Toi qui a dû payer la gabelle
Un grain de sel dans tes cheveux
Toi qui a dû payer la gabelle
Un grain de sel dans tes cheveux

C’est pas vilain, les fleurs d’automne
Et tous les poètes l’ont dit
Je regarde et je donne
Mon billet qu’ils n’ont pas menti
Je regarde et je donne
Mon billet qu’ils n’ont pas menti

Viens encore, viens ma favorite
Descendons ensemble au jardin
Viens effeuiller la marguerite
De l’été de la Saint-Martin
Viens effeuiller la marguerite
De l’été de la Saint-Martin

Je sais par cœur toutes tes grâces
Et pour me les faire oublier
Il faudra que Saturne en fasse
Des tours d’horloge, de sablier
Et la petite pisseuse d’en face
Peut bien aller se rhabiller…

Ο Κρόνος
Όσοι ξέρουν τον φωνάζουνε Κρόνο,
είναι αδιάφορος, φαιός, σιωπηλός.
Θεός αλλόκοτος που ελέγχει το Χρόνο,
για ό, τι αλλάζει, η αιτία είναι αυτός.
Θεός παράξενος, τον λένε Κρόνο
σιωπηλός προχωρεί μοναχός.

Βλοσυρός στο στραβό του τιμόνι,
παίρνει σβάρνα ό,τι βρει, δυστυχώς,
τα τριαντάφυλλα τι κι αν σαρώνει,
κατά βάθος ίσως πλήττει κι αυτός.
Να που ο Κρόνος τον Χρόνο σκοτώνει
και φεύγει μακριά μοναχός.

Όμορφή μου κι εσύ πρέπει τώρα
σε παγίδα παλιά να μπλεχτείς,
να επιστρέψεις ζητάει τα δώρα
κι όχι δεν θα μπορέσεις να πεις,
να πληρώσεις κι εσύ ήρθε η ώρα
μια άσπρη τούφα, και μη τ’ αρνηθείς.

Κι όμως

Του φθινόπωρου τ’ άνθη ειν’ ωραία,
το βεβαίωσαν κι οι ποιητές
κι εγώ στοίχημα πάω, μα την Ρέα
οι ποιητές πως δεν λένε ψευτιές
κι ίσως να ’ναι που το θέλησε η Ρέα
το φθινόπωρο να έχει γητειές.

Έλα πάμε στον κήπο καλή μου
έχει κι άλλες χαρές η ζωή
και στου χειμώνα ακόμα τα χιόνια
οι Αλκυονίδες θα ’ρθουν μιαν αυγή
έλα μύρισε τα άνθη μαζί μου
κι οι ρυτίδες της ζωής είν’ ναοί.

Τις κρυφές χάρες σου ξέρω απ’ έξω
κι αποκλείεται να τις αρνηθώ.
Κι αν ο Κρόνος ειν’ Θεός, θα τ’ αντέξω
τις κλεψύδρες του δε θα φοβηθώ.
Κι η μικρή κατουρλού εκεί έξω
παρντόν μα δε θα συγκινηθώ.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η καταιγίδα

Posted by vnottas στο 15 Ιουλίου, 2011

Η ¨Καταιγίδα¨ ηχογραφήθηκε στις 4 Μαρτίου 1960 στις 10 το πρωί (τι μπορείς να βρεις άμα ψάξεις!) από το ίδιο τον συνθέτη, στιχουργό και εκτελεστή, αυτοπροσώπως.

Αν και κατάγεται από το νότο (η μητέρα του ήταν Ιταλίδα) ή ακριβώς γι αυτόν το λόγο, ο Μπρασένς, αντιπαθεί  τον πολύ ήλιο. Εδώ μας δίνει έναν επί πλέον λόγο για να προτιμά κανείς την καταιγίδα.

Παρακάτω, έχουμε και λέμε:

 Ηχος:

1.  Η αρχική εκτέλεση  

2.  Στα ισπανικά

 3. Στα Γεωργιανά (άμα ψάξεις, είπαμε, βρίσκεις)

 4.  Ανάγνωση εκδοχής στα ελληνικά (Θάνος και Σόφη) 

 

και σε κείμενο

 1. Η καταιγίδα στα γαλλικά

 2. Η απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα

 

L’orage
Parlez-moi de la pluie et non pas du beau temps,
Le beau temps me dégoûte et me fait grincer les dents,
Le bel azur me met en rage,
Car le plus grand amour qui me fut donné sur terre
Je le dois au mauvais temps, je le dois à Jupiter,
Il me tomba d’un ciel d’orage.

Par un soir de novembre, à cheval sur les toits,
Un vrai tonnerre de Brest, avec des cris de putois,
Allumait ses feux d’artifice.
Bondissant de sa couche en costume de nuit,
Ma voisine affolée vint cogner à mon huis
En réclamant mes bons offices.

«Je suis seule et j’ai peur, ouvrez-moi, par pitié,
Mon époux vient de partir faire son dur métier,
Pauvre malheureux mercenaire,
Contraint de coucher dehors quand il fait mauvais temps,
Pour la bonne raison qu’il est représentant
D’une maison de paratonnerre.»

En bénissant le nom de Benjamin Franklin,
Je l’ai mise en lieu sûr entre mes bras câlins,
Et puis l’amour a fait le reste!

Toi qui sèmes des paratonnerres à foison,

Que n’en as-tu planté sur ta propre maison?
Erreur
on ne peut plus funeste.

Quand Jupiter alla se faire entendre ailleurs,
La belle, ayant enfin conjuré sa frayeur
Et recouvré tout son courage,
Rentra dans ses foyers faire sécher son mari
En me donnant rendez-vous les jours d’intempérie,
Rendez-vous au prochain orage.

A partir de ce jour je n’ai plus baissé les yeux,
J’ai consacré mon temps à contempler les cieux,
A regarder passer les nues,
A guetter les stratus, à lorgner les nimbus,
A faire les yeux doux aux moindres cumulus,
Mais elle n’est pas revenue.

Son bonhomme de mari avait tant fait d’affaires,
Tant vendu ce soir-là de petits bouts de fer,
Qu’il était devenu millionnaire
Et l’avait emmenée vers des cieux toujours bleus,
Des pays imbéciles où jamais il ne pleut,
Où l’on ne sait rien du tonnerre.

Dieu fasse que ma complainte aille, tambour battant,
Lui parler de la pluie, lui parler du gros temps
Auxquels on a tenu tête ensemble,
Lui conter qu’un certain coup de foudre assassin
Dans le mille de mon coeur a laissé le dessin
D’une petite fleur qui lui ressemble.

 

 

Η καταιγίδα

 

Μίλα μου για βροχή κι όχι για ξαστεριά

τη λιακάδα μισώ και την καλοκαιριά

Δεν πέφτω στου ήλιου την παγίδα.

Τη μεγάλη αγάπη που ζητούσα στη γη

μου την έφερε η αντάρα, μα και του Δία η οργή

την έφερε μια καταιγίδα.

 

 

Μια βραδιά του Νοέμβρη, μαύρος ο ουρανός

μες τις στέγες ξεσπάει λάμψη και κεραυνός,

 χρυσός της νύχτας φωτοδότης

Τότε ήταν που εκείνη, η πλαϊνή μου, η μικρή,

στο κατώφλι μου ήρθε, φόβος, μα και συστολή,

σκιές στ’ ωραίο πρόσωπό της.

¨Έξω αστράφτει, τρομάζω, ανοίξτε παρακαλώ

και ο άντρας μου λείπει, -κι είμαι μόνη εδώ-

για τη δουλειά έξω γυρνάει,

αντιπρόσωπος είναι και στα γύρω χωριά,

μ’ όποιο να ’ναι καιρό, και με νοτιά και με βοριά,

αλεξικέραυνα πουλάει».

 

Ευλογώντας τον μπάρμπα Βενιαμίν Φραγκλίνο

της ανοίγω την πόρτα, στα μπράτσα μου την κλείνω

κεραυνοβόλος ήταν  έρως!

Πως στο σπίτι σου, φίλε, έπρεπε να ’χεις βάλει

τ’ αλεξίκεραυνά σου, κι ας είσαι  και τσακάλι,

αυτό δε το ’μαθες εγκαίρως.

 

Άλλα όταν ο Δίας κι οι κεραυνοί του μαζί

την εκάναν για αλλού,  η όμορφη μικρή

-πολύ πιο ήρεμη πια τώρα-

ετοιμάστηκε σπίτι της να ξάναγυρίσει

το σύζυγο να στεγνώσει, μα πριν εμένα να μ’ αφήσει

είπε:

θα ξαναρθώ στην άλλη μπόρα!

 

Από εκείνη τη μέρα μου εκόλλησε ο νους,

με τα μάτια ψηλά ψάχνω τους ουρανούς,

μεσ’ του καιρού είμαι τη δίνη,

μελανίες, σωρείτες και τα σύννεφα τα άλλα,

τα ικετεύω να ρθούνε, χοντρά και μαύρα και μεγάλα,

μα δεν εφάνηκε εκείνη.

 

Πούλησε ο  δικός της, τότε  τόσα κομμάτια,

απ’ τα αλεξίκεραυνά του σ’ όλη την έπι-κράτεια

που έγιν’ εκατομμυριούχος

και την πήρε και πήγαν στις ηλίθιες τις χώρες,

που ποτέ δεν αστράφτει,  και τώρα γεύεται τις ώρες

ως της ωραίας ο δικαιούχος.

 

Κάνε Θεέ μου να πάει, ο καημός μου ως εκεί

να της πει πως η αντάρα, η βροντή κι η βροχή

κι η καταιγίδα μας ταιριάζει,

να της πει πως τα’ αγέρι η καταχνιά κι η άγρια φύση

ανεξίτηλα πλέον, μέσα μου έχουνε σκαλίσει

ένα λουλούδι που της μοιάζει. 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Έχω απόψε ραντεβού μαζί σας

Posted by vnottas στο 9 Ιουλίου, 2011

Δεν είπα πως κλείνω (προσωρινά) τον κύκλο Μπρασένς; Είπα. Κι όταν το  είπα, δεν εννοούσα τόσο προσωρινά. Αλλά λέω να υπαναχωρήσω. Το ¨Εχω ραντεβού μαζί σας¨, απλή και εύηχη  μελωδία με τέσσερεις μόνο στροφές (μετά ανακάλυψα πως υπάρχει και πέμπτη), με έκαναν στην αρχή να κοντοσταθώ, μετά να πω: α, μπορεί και να πάει κάπως έτσι, μετά να τυπώσω τους γαλλικούς στίχους, να πάρω μολύβι και να αρχίσω να σημειώνω στο λευκό περιθώριο φράσεις που να μπορούν να καθίσουν στις νότες χωρίς να προδίδουν τελείως την (όμορφη) αίσθηση που προκαλεί το πρωτότυπο κείμενο. Βέβαια, έστω κι αν όλα γίνονται χάριν παιδιάς, θα πρέπει να πω ότι είμαι εν γνώσει του ότι άλλο ¨j’m’en fous¨ και άλλο ¨αδιαφορώ¨, άλλο ταβερνιάρισσα και άλλο ταβερνιάρης, και τα λοιπά, και τα λοιπά, αλλά τι  να κάνουμε, αν μείνουμε πιστοί στις λέξεις δύσκολα θα προκύψει κάτι που να τραγουδιέται. Άσε που μπορεί να χάσουμε και σε ατμόσφαιρα.

Αυτά.

Α ναι. Η παραπανίσια στροφή, η πέμπτη, δεν υπάρχει στην ηχογράφηση του Μπρασένς, αλλά σε εκείνη της Πατασού. Ετσι τουλάχιστον προέκυψε από τη σχετική έρευνα στο διαδίκτυο.

Εδώ έχουμε:

Σε ήχο:

1. Τον Ζορζ Μπρασένς να τραγουδά  J’ai rendez-vous avec vous.

 

2. Την ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά

Και σε κείμενο: 1.Την πλήρη (5 στροφές) εκδοχή του τραγουδιού και 2. Την απόδοση στα ελληνικά 

 

 J’ai rendez-vous avec vous

Monseigneur l’astre solaire
Comm’ je n’l’admir’ pas beaucoup
M’enlèv’ son feu, oui mais, d’son feu, moi j’m’en fous
J’ai rendez-vous avec vous
La lumièr’ que je préfère
C’est cell’ de vos yeux jaloux
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

Monsieur mon propriétaire
Comm’ je lui dévaste tout
M’chass’ de son toit, oui mais, d’son toit, moi j’m’en fous
J’ai rendez-vous avec vous
La demeur’ que je préfère
C’est votre robe à froufrous
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

Madame ma gargotière
Comm’ je lui dois trop de sous
M’chass’ de sa tabl’, oui mais, d’sa tabl’, moi j’m’en fous
J’ai rendez-vous avec vous
Le menu que je préfère
C’est la chair de votre cou
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

Sa Majesté financière
Comm’ je n’fais rien à son goût
Garde son or, or, de son or, moi j’m’en fous
J’ai rendez-vous avec vous
La fortun’ que je préfère
C’est votre cœur d’amadou
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

 Mon patron, le vieux notaire,
Comme je n’en fiche pas un clou,
M’vire du bureau, mais du bureau, moi, j’m’en fous,
J’ai rendez-vous avec vous,
Le travail que je préfère,
C’est chanter rien que pour vous,
Tout le restant m’indiffère,
J’ai rendez-vous avec vous.

Έχω ραντεβού μαζί σας

Ο Ήλιος ο κατεργάρης

που ακτίνες μου στέλνει καυτές,

με σιγοψήνει, [ναι,] μα εγώ αδιαφορώ,

με σας απόψε θα βγω.

Η αύρα που μου ταιριάζει; Το πρόσωπό σας το αβρό.

Για τα λοιπά δεν με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω

 

Μα κι ο σπιτό-νοικοκύρης

που όλα του τα χαλώ,

έξωση μου ’κανε, μα εγώ αδιαφορώ,

με εσάς απόψε θα βγω.

Το σπίτι που μου ταιριάζει; Η φούστα σας, το φουρό.

Για τα λοιπά δεν με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω.

 

Ακόμα κι ο ταβερνιάρης

που κάμποσα του χρωστώ,

το τζάμπα μου ’κοψε, μα εγώ αδιαφορώ

με σας απόψε θα βγω.

Το γεύμα που μου ταιριάζει; Είν’ στον λευκό σας λαιμό.

Για τα λοιπά δε με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω.

 

Να κι ο λεφτάς παρταόλας

που του ’κατσα στο λαιμό,

δε με χωνεύει, ναι, μα εγώ αδιαφορώ

με σας απόψε θα βγω.

Ο πλούτος που μου ταιριάζει; Πάθος για σας φλογερό.

Για τα λοιπά δεν με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω.

 

Ως και το αφεντικό μου

-που δεν πεθαίνω για αυτό-

χτες με απόλυσε, μα εγώ αδιαφορώ,

με σας απόψε θα βγω.

Το έργο που μου ταιριάζει; Για σας είν’ να τραγουδώ.

Για τα λοιπά δεν  με νοιάζει

με σας απόψε θα βγω.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Και τώρα η Φερνάνδα!

Posted by vnottas στο 24 Ιουνίου, 2011

Μετά το νοσταλγικό/ρομαντικό Les passantes και το σαρκαστικό/αυτοειρωνικό Trompe la mort, λέω να κλείσω (προς το παρόν) τον κύκλο των (ερασιτεχνικών) αποπειρών απόδοσης τραγουδιών του Μπρασένς στα ελληνικά, με την περίφημη Fernande

H Fernande είναι ένα από τα χαρακτηριστικά ελευθερόστομα τραγούδια του Γάλλου συνθέτη – ποιητή, πολυμεταφρασμένο και πολυτραγουδισμένο. Για τις ελληνικές αποδόσεις/μεταφράσεις και τους σχετικούς προβληματισμούς σας παραπέμπω στο πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου,  Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία  και συγκεκριμένα εδώ από όπου και δανείστηκα (διαδικτυακή αδεία, μα ούτως ή άλλως ευχαριστώ) και τη ¨ζωντανή¨ ηχογράφηση του τραγουδιού από τον Δημήτρη Μπόγδη.

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω μόνο μια επί μέρους παρατήρηση:

Όπως ξέρουν όσοι ασχολούνται με θέματα επικοινωνίας, η αποτελεσματικότητα (εμβέλεια, διεισδυτικότητα, πειστικότητα) των μηνυμάτων (και εκείνων από αυτά που διεκδικούν καλλιτεχνική υπόσταση), δεν εξαρτάται μόνον από το περιεχόμενό τους (το οποίο είναι ως ένα σημείο σταθερό και δεδομένο στην αρχική του μορφολογική καταγραφή, αλλά αρχίζει ήδη να αλλοιώνεται με την πρώτη προσπάθεια μετάφρασης/απόδοσης που θα του τύχει), αλλά εξαρτάται και από μια σειρά άλλων (ρευστών) παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους σημαντικός είναι η ευαισθησία και ο τύπος προσληπτικότητας του εκάστοτε ακροατηρίου.

Έτσι η προσέγγιση/επέμβαση σε οποιοδήποτε μήνυμα (και οπωσδήποτε στο καλλιτεχνικό) δεν μπορεί να αποφύγει κάποιους προβληματισμούς ιστορικού/διαχρονικού χαρακτήρα.

Τα λέω αυτά γιατί θέλω να υπογραμμίσω ότι αλλιώς δρούσε, επηρέαζε, συγκινούσε η ελευθεροστομία (του Μπρασένς και πολλών άλλων καλλιτεχνών) στις δεκαετίες του 40, του 50, άντε και των αρχών του 60 και αλλιώς σήμερα.

Τότε, ο κατεστημένος καθωσπρεπισμός (αμήχανος, έκθετος, ένοχος  για την απραξία και τις αντιφάσεις του, τόσο κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης, όσο και μετά), ήταν ένας πρόσφορος στόχος της απελευθερωμένης  γλώσσας των (νέων συνήθως) λογοτεχνών. Και αυτή η ¨επίθεση¨ απέδιδε απελευθερωμένες ανάσες.

Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, το αντίστοιχο του τότε ¨καθωσπρεπισμού¨ αποτελείται από ένα υβριδικό κατασκεύασμα  όπου αναμειγνύονται η καθεστωτική ¨πολιτική ορθότητα¨ και μια ¨εντυπωσιακή¨ (αποβλέπουσα στον εντυπωσιασμό) μιντιακή βωμολοχία, συν ολίγη από υποτιθέμενη εξοικείωση με ό,τι έχει να κάνει με την εμπορευματική εκδοχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Αυτό το (μεταμοντέρνο) συνονθύλευμα δεν μπορεί να θιχτεί από τα χοντρά λόγια που στο παρελθόν λειτουργούσαν απελευθερωτικά.

Έχω την εντύπωση ότι ο σημερινός (μεταμοντέρνος και ¨πολιτικώς ορθός¨) καθωσπρεπισμός δυσανασχετεί (και βάλλεται) περισσότερο από τον διάχυτο ρομαντισμό και την ενδόμυχη ευγένεια του Μπρασένς παρά από τις (σήμερα: τζάμπα μαγκιά) τυχόν προκλητικές του λέξεις.

Εδώ παρακάτω σας έχω:

  1. Το κείμενο της ¨Φερνάνδας¨ στα γαλλικά
  2. την απόδοση που έφτιαξα προσπαθώντας κυρίως να χωράνε οι λέξεις στις νότες (χωρίς πολύ ζόρι, είπαμε)

και σε ήχο:

Τον Μπρασένς: Ανεπίσημη ηχογράφηση με παρέα 

Την ηχογράφηση του Δ. Μπόγδη που πήρα από τον Σαραντάκο 
Την ηχογράφηση της Κυρίας Σαρκοζί

Ακόμη μία με τον Μαξίμ λε Φορεστιέ

FERNANDE

Une mani’ de vieux garçon,

Moi. j’ai pris l’habitude

D’agrémenter ma solitude

Aux accents de cette chanson:

[Refrain]

Quand je pense à Fernande,

Je bande, je bande,

Quand j’ pense à Felici’,

Je bande aussi.

Quand je pense à Léonore,

Mon Dieu, je bande encore,

Mais quand pense à Lulu,

Là, je ne bande plus!

La bandaison, papa,

Ça n’ se commande pas.

C’est cette mâle ritournelle,

Cette antienne virile,

Qui retentit dans la guérite

De la vaillante sentinelle:

[Au refrain]

Afin de tromper son cafard,

De voir la vi’ moins terne,

Tout en veillant sur la lanterne

Chante ainsi le gardien de phar’:

[Au refrain]

Après la prière du soir,

Comme il est un peu triste,

Chante ainsi le séminariste

A genoux sur son reposoir:

[Au refrain]

A l’Étoile, où j’étais venu

Pour ranimer la flamme,

J’entendis, ému jusqu’aux larmes,

La voix du Soldat inconnu:

[Au refrain]

Et je vais mettre un point final

A ce chant salutaire,

En suggérant aux solitaires

D’en faire un hymne national:

Quand je pense à Fernande,

Je bande, je bande,

Quand j’ pense à Felici’,

Je bande aussi.

Quand je pense à Léonore,

Mon Dieu, je bande encore,

Mais quand pense à Lulu,

Là, je ne bande plus!

La bandaison, papa,

Ça n’ se commande pas.

Η Φερνάρδα  (Το ανασήκωμα)    

Κάθε φορά που μού ’ρχεται

βαριά μελαγχολία

τη μοναξιά μου ξεγελώ

κι αυτές τις στροφές τραγουδώ:

Σα σκέφτομαι τη Μένη

ετούτος σκληραίνει

κι η σκέψη μου αν πάει στην Λιλή

φουσκώνει πολύ

κι αν πάει τυχόν στην Ελένη

αυτός πιο πολύ ανεβαίνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Και στης σκοπιάς τη μοναξιά

απ’ το κουβούκλιο μέσα

ο φανταράκος τραγουδά

αντρίκιες στροφές φωναχτά:

Αναπολώ την Νόνη

κι ετούτος τυλώνει

κι αν σκέπτομαι την Αθηνά

σκληραίνει ξανά

κι ο νους μου αν πάει στην Υβόνη

αυτός πιο πολύ μεγαλώνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Κι ο φαροφύλακας, που λες,

εκεί πάνω στο φανάρι

ρεφάρει τους παλιούς καημούς

τραγουδώντας στους ωκεανούς:

Σα σκέφτομαι τη Εύη

φουσκώνει, θεριεύει

κι ο νους μου αν πάει στη Λιλή

σκληραίνει πολύ

κι αν φτάσει ως τη Μελπόμενη

αυτός πιο πολύ ανεβαίνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά

Μα κι ο υποψήφιος μοναχός

δε θα τα καταφέρει

αν του καρφώσει ο Εξ’ αποδώ

στο μυαλό το τροπάρι αυτό:

Ο νους μου σαν πάει στην Ρωξάνη

φαγούρα με πιάνει

και την Ευτέρπη αν σκεφτώ

με τέρπει κι αυτό

κι αν σκέπτομαι τον Ιορδάνη

αυτή η φαγούρα επαυξάνει

μα αν φτάσω στη Γαρουφαλλιά

η φαγούρα ξαφνικά σταματά   [δεν την αισθάνομαι πια}

Η έκσταση, αδελφοί, δεν είναι εφικτή.

Ακόμη και στον  Άγνωστο

σαν βρέθηκα Στρατιώτη

τον άκουσα σε μια στιγμή

να λέει με φωνή σιγανή:

Σα σκέφτομαι τη Μένη

φουσκώνει, σκληραίνει

κι η σκέψη μου αν πάει στην Νανά

τυλώνει ξανά

κι αν φτάσει τυχόν ως την Ζέτα

φουσκώνει δικέ μου αβέρτα

μα αν πάει στη Γαρουφαλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Και το τραγούδι μου αυτό

εδώ ολοκληρώνω

μια που ύμνους σκάρωσα εθνικούς

για εργένηδες μοναχικούς

Σα σκέφτομαι τη Μένη

ετούτος σκληραίνει

κι η σκέψη μου αν πάει στην Λιλή

φουσκώνει πολύ

κι αν πάει τυχόν στην Ελένη

αυτός πιο πολύ ανεβαίνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 2 Σχόλια »

Ξεγελώντας τον μπάρμπα-Χάρο

Posted by vnottas στο 21 Ιουνίου, 2011

Είχα ένα θείο που τον έλεγαν Γιάκη.

Θόδωρο τον έλεγαν, αλλά όλοι εμείς οι κοντινοί κι οι συγγενείς τον φωνάζαμε Γιάκη.

Γιάκης Σταματόπουλος, αδελφός της μητέρας μου. Ήταν ο πιο εύστροφος και διασκεδαστικός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Ήταν ωραίο να έχεις έναν τέτοιο θείο. Ιδιαιτέρα εκείνο τον παλιό καιρό που οι σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά και τους ¨μεγάλους¨, κατά κανόνα, δεν ήταν και τόσο  φιλικές.

Τον θυμάμαι συχνά τον Γιάκη. Σήμερα τον θυμήθηκα ενώ σκάλιζα το βιογραφικό του Μπρασένς, μια που σκόπευα να ανεβάσω στο ιστολογοφόρο ακόμα ένα τραγούδι του τροβαδούρου. Στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τον Μπρασένς, όπως και τον Γιάκη, τον είχαν στείλει στη Γερμανία, σε στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας.

Ο Γιάκης με πολύ πιο ζόρικες συνθήκες, μια που τον είχαν συλλάβει στην Αθήνα το Μάρτη του ’43 -παιδί γύρω στα είκοσι θα έπρεπε να ήταν τότε, στη διαδήλωση κατά της πολιτικής επιστράτευσης που επιχείρησαν οι Γερμανοί. Του είχαν βρει κι ένα πιστόλι πάνω του  και θα μπορούσε να του είχαν συμβεί και χειρότερα πράγματα. Έτσι τουλάχιστον υποθέτω ότι θα σκεφτόταν η γιαγιά μου η Μαριγώ, για να παρηγοριέται.

Ο Μπρασένς κατάφερε να γυρίσει στη Γαλλία και να μείνει κρυμμένος ωσπου να τελειώσει η σύγκρουση. Ο Γιάκης έμεινε ως το τέλος εκεί και τα κατάφερε να μείνει ζωντανός.

 Όχι μόνο. Γύρισε στο τέλος του πολέμου κουβαλώντας μαζί του δύο Γερμανίδες, μάνα και κόρη, που δε ξέρω πόσο τις είχε γοητεύσει, υποθέτω πολύ, που τον είχαν βοηθήσει και, τρομοκρατημένες όταν μπήκαν οι σύμμαχοι, θέλησαν να φύγουν από την ηττημένη χώρα.

Και όχι μόνο. Γύρισε έχοντας καταλάβει κάτι από το νόημα της ζωής. Κάτι ας πούμε, σαν την ικανότητα να ανιχνεύεις και να γεύεσαι τη  χαρά της ζωής της ίδιας.

 Είμαι σίγουρος πως εάν ο Μπρασένς είχε γνωρίσει το Γιάκη θα είχε γράψει κι ένα τραγούδι γι αυτόν.

Το τραγούδι που ακολουθεί τιτλοφορείται Trompe la morte, κάτι σαν ¨Ο Χαρομαχητής¨ και δεν έχει άμεση σχέση με τους συνειρμούς που παρατίθενται παραπάνω. Η απόπειρα απόδοσης των στίχων στα ελληνικά είναι απολύτως ερασιτεχνική, την έκανα με τη βοήθεια διαδικτυακών λεξικών και με κύρια φροντίδα να μπορεί να ταιριάξει (χωρίς πολύ ζόρι) με τη μουσική.

Ακολουθούν:

Σε κείμενο:

1. Οι στίχοι του Μπρασένς στα γαλλικά

2. Η προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά  

Σε ήχο:

1. Ο ίδιος ο τροβαδούρος (Συμπεριλαμβάνεται στο τελευταίο άλμπουμ του Μπρασένς, που κυκλοφόρησε το 1976)

2. Μια ανάγνωση της απόδοσης που σκάρωσα

3. Μία πιο πρόσφατη εκτέλεση από τις πολλές που οι φίλοι του Μπρασένς ανεβάζουν στο διαδίκτυο (Gustave Nadaud)


TROMPE LA MORT

Avec cette neige à foison
Qui coiffe, coiffe ma toison
On peut me croire à vue de nez
Blanchi sous le harnais
Eh bien, Mesdames et Messieurs
C’est rien que de la poudre aux yeux
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie

C’est pour tenter de couper court
A l’avance du temps qui court
De persuader ce vieux goujat
Que tout le mal est fait déjà
Mais dessous la perruque j’ai
Mes vrais cheveux couleur de jais
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

Et si j’ai l’air moins guilleret
Moins solide sur mes jarrets
Si je chemine avec lenteur
D’un train de sénateur
N’allez pas dire «Il est perclus»
N’allez pas dire «Il n’en peut plus»
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie

Histoire d’endormir le temps
Calculateur impénitent
De tout brouiller, tout embrouiller
Dans le fatidique sablier
En fait, à l’envers du décor
Comme à vingt ans, je trotte encore
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

Et si mon coeur bat moins souvent
Et moins vite qu’auparavant
Si je chasse avec moins de zèle
Les gentes demoiselles
Pensez pas que je sois blasé
De leurs caresses, leurs baisers
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie

Pour convaincre le temps berné
Qu’mes fêtes galantes sont terminées
Que je me retire en coulisse
Que je n’entrerai plus en lice
Mais je reste un sacré gaillard
Toujours actif, toujours paillard
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

Et si jamais au cimetière
Un de ces quatre, on porte en terre
Me ressemblant à s’y tromper
Un genre de macchabée
N’allez pas noyer le souffleur
En lâchant la bonde à vos pleurs
Ce sera rien que comédie
Rien que fausse sortie

Et puis, coup de théâtre, quand
Le temps aura levé le camp
Estimant que la farce est jouée
Moi tout heureux, tout enjoué
J’m’exhumerai du caveau
Pour saluer sous les bravos
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

 

ΞΕΓΕΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΧΑΡΟ

(Ο Χαρομαχητής)

Με τις νιφάδες του χιονιά

να  μου σκεπάζουν τα μαλλιά

μπορεί να μοιάζω στην αρχή

χωρίς πυγμή, χωρίς ορμή.

Κι όμως, κυρίες, κύριοι,

πρόκειται για παραλλαγή.

Θέατρο είναι, κωμωδία

Μόνο μια παρωδία

 Να μη σας τα πολυλογώ,

μου  λεν’ πως πρέπει να πειστώ,

εγώ, το γέρικο κωθώνι,

το μέλλον πια να μη μ’ αγχώνει.

 Μα στην περούκα μου αποκάτω

μαλλί έχω μαύρο κορακάτο

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ!

Τι  κι αν δεν είμαι ζωηρός

και στα κανιά μου σταθερός

τι κι αν κινούμαι πιο αργά

κι απ’ Άγιο σε περιφορά,

μη πείτε ¨έμεινε ξερός¨

μη πείτε ¨τέλειωσε αυτός¨

Θέατρο θα ναι, κωμωδία

Μόνο μια παρωδία.

Τον Χρόνο θα τον  ξεγελώ

τον λογιστή, τον πονηρό,

π’ ανακατεύει και θολώνει,

π’ ούτε κι η Μοίρα τού γλυτώνει.

Θα τ’ αποδείξω:  τον αντέχω!

Σαν εικοσάρης θα τον τρέχω.

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ!

Τι που η καρδιά μου δε χτυπά

το ίδιο συχνά και δυνατά,

Τι που τις νιες δεν κυνηγώ

σαν τον παλιό καλό καιρό,

μη πείτε πως αδιαφορώ,

φιλιά και χάδια πως ξεχνώ.

Θέατρο θα ‘ναι, κωμωδία

Μόνο μια παρωδία

Κι αν ο προδότης ο Καιρός

κρίνει πως τέλειωσε ο Χορός,

πως πρέπει πια ν’ αποσυρθώ

τον έρωτα να απαρνηθώ,

εγώ θα μείνω ζωντανός,

ασίκης, μάγκας, τολμηρός.

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ!

Κι αν κάποτε στα μνήματα

μια νεκροφόρα κουβαλά

κάποιον με μένανε φτυστό,

πείτε, δεν είμαι εγώ.

Μη σας κοπεί η αναπνοή,

μη σας ξεφύγει μια κραυγή…

Θέατρο θα ‘ναι, κωμωδία.

Μόνο μια παρωδία.

Κι όταν ο Χρόνος βαρεθεί

κι η φάρσα ολοκληρωθεί,

ιδού η μεγάλη Ανατροπή:

Εγώ με όψη ευτυχή

από τη γη θα ξεθαφτώ

και σ’ όλους θα υποκλιθώ!

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Νοσταλγικό Ιντερμέτζο: Οι στίχοι ενός τραγουδιού

Posted by vnottas στο 5 Ιουνίου, 2011

Το τραγούδι έχει τίτλο Les passantes, το έχει μελοποιήσει ο Ζόρζ Μπρασένς, και οι περισσότεροι, ακόμη και η φίλη μου η Μισέλ, νομίζουν ότι και οι στίχοι είναι δικοί του. Πράγματι ο Μπρασένς έχει γράψει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια του. Σε αυτό όμως όχι. Αυτό το ποίημα το βρήκε το  1942 σε ένα βιβλιαράκι στον πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπώλη, στο «ψειροπάζαρο» (που λένε οι Γάλλοι -και οι Ιταλοί) της Πορτ ντε Βανβ. Θα του αρέσει, θα μελοποιήσει σιγά σιγά τις επτά από τις εννέα στροφές, και δεν θα το τραγουδήσει δημόσια παρά πολλά χρόνια μετά. Ήταν γραμμένο από τον άγνωστο τότε ερασιτέχνη ποιητή Αντουάν Πολ.

Εδώ παρακάτω σας έχω:

 1. Γραπτά:

α) Το κείμενο των εννέα αρχικών στροφών του Αντουάν Πολ,

β) Το κείμενο όπως το απέδωσε στα Ιταλικά ο Φαμπρίτσιο,

γ) Την απόδοση στα ελληνικά που σκάρωσα αυτές τις μέρες,

δ) Το ομώνυμο ποίημα του Κώστα Ουράνη, προφανώς εμπνευσμένο από τους στίχους του Πολ.

και

2. Σε ήχο:

α) Το τραγούδι ¨Οι Περαστικές¨ του Μπρασένς (πρώτη εκτέλεση το 1972),

β) Το ίδιο στην εκτέλεση του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, στο άλμπουμ ¨Καντσόνι¨ του 1974,

γ) Την ανάγνωση της προσπάθειας να το αποδώσω στα ελληνικά


… και λίγος ρομαντισμός σε μεταλλικές αποχρώσεις

 

Les passantes

(το ποίημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή  Emotions poétiques το1918. Οι στροφές που δεν περιλαμβάνονται στη μελοποίηση του Brassens είναι η 4η και η 6η)

 Je veux dédier ce poème
A toutes les femmes qu’on aime
Pendant quelques instants secrets
A celles qu’on connaît à peine
Qu’un destin différent entraîne
Et qu’on ne retrouve jamais

A celle qu’on voit apparaître
Une seconde à sa fenêtre
Et qui, preste, s’évanouit
Mais dont la svelte silhouette
Est si gracieuse et fluette
Qu’on en demeure épanoui

A la compagne de voyage
Dont les yeux, charmant paysage
Font paraître court le chemin
Qu’on est seul, peut-être, à comprendre
Et qu’on laisse pourtant descendre
Sans avoir effleuré sa main

A la fine et souple valseuse
Qui vous sembla triste et nerveuse
Par une nuit de carnaval
Qui voulut rester inconnue
Et qui n’est jamais revenue
Tournoyer dans un autre bal

A celles qui sont déjà prises
Et qui, vivant des heures grises
Près d’un être trop différent
Vous ont, inutile folie,
Laissé voir la mélancolie
D’un avenir désespérant

A ces timides amoureuses
Qui restèrent silencieuses
Et portent encor votre deuil
A celles qui s’en sont allées
Loin de vous, tristes esseulées
Victimes d’un stupide orgueil.

Chères images aperçues
Espérances d’un jour déçues
Vous serez dans l’oubli demain
Pour peu que le bonheur survienne
Il est rare qu’on se souvienne
Des épisodes du chemin

Mais si l’on a manqué sa vie
On songe avec un peu d’envie
A tous ces bonheurs entrevus
Aux baisers qu’on n’osa pas prendre
Aux coeurs qui doivent vous attendre
Aux yeux qu’on n’a jamais revus

Alors, aux soirs de lassitude
Tout en peuplant sa solitude
Des fantômes du souvenir
On pleure les lèvres absentes
De toutes ces belles passantes
Que l’on n’a pas su retenir

Le passanti

(Η απόδοση του Fabrizio de Andre)

Io dedico questa canzone
ad ogni donna pensata come amore
in un attimo di libertà
a quella conosciuta appena
non c’era tempo e valeva la pena
di perderci un secolo in più.

A quella quasi da immaginare
tanto di fretta l’hai vista passare
dal balcone a un segreto più in là
e ti piace ricordarne il sorriso
che non ti ha fatto e che tu le hai deciso
in un vuoto di felicità.

Alla compagna di viaggio
i suoi occhi il più bel paesaggio
fan sembrare più corto il cammino
e magari sei l’unico a capirla
e la fai scendere senza seguirla
senza averle sfiorato la mano.

A quelle che sono già prese
e che vivendo delle ore deluse
con un uomo ormai troppo cambiato
ti hanno lasciato, inutile pazzia,
vedere il fondo della malinconia
di un avvenire disperato.

Immagini care per qualche istante
sarete presto una folla distante
scavalcate da un ricordo più vicino
per poco che la felicità ritorni
è molto raro che ci si ricordi
degli episodi del cammino.

Ma se la vita smette di aiutarti
è più difficile dimenticarti
di quelle felicità intraviste
dei baci che non si è osato dare
delle occasioni lasciate ad aspettare
degli occhi mai più rivisti.

Allora nei momenti di solitudine
quando il rimpianto diventa abitudine,
una maniera di viversi insieme,
si piangono le labbra assenti
di tutte le belle passanti
che non siamo riusciti a trattenere.

Οι περαστικές

(Το κείμενο της  απόδοσης των ¨περαστικών¨   που σας διαβάζω παραπάνω)

Αφιερώνω αυτό το τραγούδι

στις γυναίκες που αγαπήσαμε όλοι

έστω κάποια στιγμή, στα κρυφά,

στη ζωή μας μια σπίθα που ανάψαν

που στη μνήμη κάτι άσβηστο γράψαν

και που δεν τις ξανάδαμε πια.

*

Σε εκείνη, των ονείρων ουσία

στο μπαλκόνι της αιθέρια οπτασία

 αχνή εικόνα – που φεύγει μακριά,

μένει μόνο το χαμόγελό της

μες της θύμησης τα απωθημένα

που, αλίμονο, δεν ήταν για σένα

*

Σε εκείνη, συντροφιά στο ταξίδι

που η ματιά της σαν θείο τοπίο

πιο κοντά φέρνει τα ξένα τα μέρη

που την νοιώθεις… κι η ζωή είναι λίγη…

κι όμως, θα την αφήσεις να φύγει

δίχως καν να της πιάσεις το χέρι

*

Και σ’ εκείνη που μαζί σου χορεύει

ενώ σφύζει το τρελό καρναβάλι

που σου φάνηκε λίγο θλιμμένη

και τη μάσκα δεν θέλει να βγάλει

και ποτέ δε θα ξαναγυρίσει

να χορέψει μαζί σου και πάλι

*

Σε εκείνες, που έχεις πια χάσει

και που άδειες περνούνε τις ώρες

πλάι σε κάποιον που ’χει πλέον αλλάξει

και σ’ αφήνουν -τι πικρή ειρωνεία-

να διακρίνεις τη μελαγχολία

των στιγμών που δεν είχες αδράξει

*

Και στις ντροπαλές εκείνες

σιωπηλές, ίσως ερωτευμένες

που για σένα μπορεί να πονέσαν

αλλά ’φύγαν στο τέλος μακριά,

ίσως μόνο για ένα γινάτι

και που δεν ξαναφάνηκαν πια.

*

Φευγαλέες γλυκές αναμνήσεις

που σε λίγο στο πλάι θα αφήσω

να μην γίνουν στο ¨τώρα¨ εμπόδια

την χαρά κι αν μου φέρανε πίσω

είναι δύσκολο πια να αναστήσω

περασμένης ζωής επεισόδια.

*

Όμως αν στη ζωή σου αστοχήσεις

με περισσή γυρνάς επιθυμία

στην παλιά φευγαλέα ευτυχία,

στα φιλιά που δεν είχες κουράγιο να δώσεις

-της χαράς λιγοστές ευκαιρίες-

και στα μάτια που δεν ξαναείδες

*

Κι έτσι στης μοναξιάς τα βράδια

μέσα απ’ της λησμονιάς τα πηγάδια

θα ειν’ φαντάσματα, σκιές,  αναμνήσεις

που θα ζωντανεύουν σα να ’τανε χτες

κι όλες οι όμορφες περαστικές

που δεν κατάφερες κοντά σου να κρατήσεις

Κώστας Ουράνης: Περαστικές

 (Από τη συλλογή Νοσταλγίες -1920)

 Γυναίκες που σας είδα σ’ ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη’
γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο’
γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ’ τη ζωή μου μέσα -και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »