Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Αντώνης Κακαράς’

Ένας αλλιώτικος παπάς (ή μάλλον δύο)

Posted by vnottas στο 27 Ιουνίου, 2013

Είναι και οι δύο ήρωες αφηγήσεων. Ο ένας, ο Παπακότσυφας,  πρωταγωνιστεί μαζί με την Χαρίκλεια, γυναίκα του λαού, ελευθερόστομη, μαγκίτισσα και χορευταρού στο αφήγημα του Αντώνη Κακαρά ¨Η Χαρίκλεια των Πατησίων¨.

Ο άλλος ιερουργεί στους στίχους του τραγουδιού του Μπρασένς ¨Η λειτουργία για τον κρεμασμένο¨.

Larissa_1

(Η φωτογραφία είναι παρμένη από εδώ)

Σας τους προσφέρω στη σημερινή ανάρτηση και τους δύο μαζί, σε ενιαία συσκευασία, καθώς με παρέπεμψαν συνειρμικά ο ένας στον άλλο, ενώ και οι δύο μαζί μου προκάλεσαν κάποιες σκέψεις για τον ¨εκσυγχρονιστικό¨ μεταμοντέρνο αντικληρικισμό που μοιάζει να είναι της μόδας, αλλά αυτές τις σκέψεις θα σας τις εξομολογηθώ μια άλλη φορά.

Σημείωση: Για να είμαι όσο γίνεται ειλικρινής, δεν έχω επαρκές δείγμα, ούτε προσωπική βιωματική επαφή με τον χώρο της οργανωμένης πίστης, για να αποφανθώ με σιγουριά ότι οι δύο εν λόγω ιερείς είναι όντως αλλιώτικοι. Μπορεί και να υπάρχουν -και όχι μόνο αφηγηματικά- περισσότεροι παπάδες τόσο ανθρώπινοι όσο ετούτοι οι δύο. Το εύχομαι.

Ας αρχίσουμε με τον Παπά του Κακαρά, καθώς εξομολογεί την Χαρίκλεια και μετά θα περάσουμε στον παπά του Μπρασένς

images (5)

Αντώνης Κακαράς Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ

(Η λαϊκή σοφία στην υπηρεσία του αντικαπιταλισμού)

Σύντρεχε τους αδυνάτους ως και τους μη έχοντες… υπηρετούσε αγογγύστως τους κατά μόνας ζώντες υπερήλικες, καθύβριζε τους πολλά έχοντες κακούς νυν και τέως άρχοντες και τους αφεντάδες τους ως συντελεστές των δεινών της κρίσης και του καπιταλισμού και μια φορά το χρόνο τραβούσε να εξομολογηθεί στον παιδικό της φίλο!
Δε γίνεται επομένως να ξεφύγουμε απ’ τη συγκεκριμένη φιλενάδα της Μενεμένης, χωρίς να μνημονεύσουμε τουλάχιστον ένα από τα καθημερινά επεισόδια μπρος στα οποία ωχριούν οι λάτρεις του είδους και οι κυρίες που ασμένως πλην ματαίως προσπαθούν ν’ αποκτήσουν προφίλ ανάλογο της Χαρίκλειας, καθόσον έχει πέραση βεβαίως βεβαίως, ιδίως εις την υψηλήν αποκαλούμενη κοινωνία!
Πού πας πάλι βρε κερατά, φασίστα, έκραξε το γιο της σαν της μοστράρισε γκόμενα για πρώτη φορά, πού πας να μη χέσω τον πατέρα της άλλης που σε ξεμυάλισε, ακόμα δεν άρχισες να την παίζεις βρε ξεκαπίστρωτε και μου θες γυναίκα, έλα δω γαμώ τη μάννα της πουτάνας της φιλενάδας σου, φάε βρε πρώτα το ρυζόγαλο να ψηλώσεις, ακόμα δε σου σηκώνεται και μου θέλεις τσιβιτζιλίκια βρε τζουτζέ, και πήγες, αντίχριστε, και βρήκες την κόρη του χαφιέ, δε μπορούσες να πηδάς βρε μούλε τη θυγατέρα του Παπακότσυφα, να με σχωρνάει τζάμπα ο γονιός της τουλάχιστον, που ‘ναι και χαμηλοβλεπούσα του κατηχητικού θηλυκό, αμαρτωλέ, ρουφιάνε!!
Η Χαρίκλεια είναι αυτή, η χορευταρού και γλεντζού άμα λάχει, να σηκώνει τέτοιο κέφι δηλαδής που οι μαγαζάτορες της κράταγαν τραπέζι έτσι κι αλλιώς μη τυχόν εμφανιστεί και δε διαθέτουν εύκαιρο. Έδωσε τελευταία χαρούμενη νότα και πυρπόλησε τους χαροκόπους στο γάμο του κανακάρη της Καριωτίνας, αυτουνού ντε που ‘κανε το σταυρό του ανάποδα ενώπιον της αγίας τραπέζης, του τέμπλου, του ιερέως, του δισκοποτηρίου, του ευαγγελίου… τόσο θρησκευόμενο είναι το παιδί, ο δε ιερουργών (ευτυχώς ή δυστυχώς) δεν πήρε χαμπάρι τίποτε, αλλιώς θα τον πέταγε το γαμπρό έξω, εκεί που λέτε στο επακολουθείσαν δείπνο έριξε η καλή σου μια ζεϊμπεκιά όλη δικιά της, καλά να ‘ναι η φιλενάδα ν’ αγωνίζεται ποικιλοτρόπως, όπως πάντα να πούμε, το καλό να λέγεται!
Εν τούτοις παμπατησιακώς είναι γνωστή ως ακροθιγώς θεοσεβούμενη, καθόσον κράταγε και την πισινή εξομολογούμενη ώστε μεταλαβαίνει πότε πότε, αλλά κατ’ αυτάς ήταν που την περίμενε στη γωνία ο αρμόδιος ιερεύς, συμμαθητής της απ’ το Δημοτικό ο δόλιος, και της τα ‘ψαλλε κανονικά, Εκατό μετάνοιες, καθόρισε την ποινή τελειώνοντας τις αυστηρές συστάσεις σε πλάγιο δεύτερο, τρεις λειτουργιές για την ψυχή της μάνας σου κι ένα τραπέζι με βετούλ απ’ το χωριό, συμπλήρωσε μάλλον γρήγορα, το νου σου όμως, ολόκληρο κι όχι μισό σαν πέρσι, πρόσεξε Χαρίκλεια, Μα είσαι καλά Τσότρα, εκατό μετάνοιες για δυο μαλακίες που πέταξα στο βλαστάρι μου, ξέχνα τις, εδώ δεν τη νοιάζει την Παναγία για τους δικούς Της μπελάδες, τόνισε σταυροκοπούμενη, θ’ ασχολείται με τον κανακάρη μου τον άχρηστο, αν ήθελε ας τον έφτιαχνε καλύτερο, τι Παναγία είναι και μάλιστα Θεομήτορα, ξέχασες βρε πρόπερσι που με χρέωσες πάλι ολόκληρο ζυγούρι για το γιό της το Χριστό, και δε μου λες Πάτερ….
Πάτερο στην γκράνα σου Χαρίκλεια, δεν κάνω πίσω με τίποτα, αλήθεια μωρή, τι πέταξες του πουτσαρά σου για τη Μαριγούλα μου, φιλιότσα σου κιόλας κολασμένη, έ κολασμένη, πηδιούνται βρε τα πνευματικά αδέρφια, έ, πηδιούνται, θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, πώς με παρασέρνεις και κολάζομαι, άθλια, δαιμονισμένη! Παπά να μη χάνω ώρα τζάμπα, φταίω γω που ‘ρθα να ξομολογηθώ, κατάλαβες και με περνάνε για μόρτισσα τη μαλάκω και κάθομαι και στα λέω χαρτί κα καλαμάρι το όρνιο, Δε χρειάζεται το μυστήριο για να μαθαίνω τα καθέκαστα στην ενορία μου, πέταξε ο ιερεύς κι έδειχνε ελαφρώς θιγμένος, αν το πας έτσι… Ααα, σου τα σφύριξε κείνη η σκρόφα του χαφιέ έ, αυτή σου τα ‘πε και συ καθόσουνα τ’ άκουγες και μου παριστάνεις το φίλο, δόλιε ρασοφόρε, θα σε μάθω γω υποκριτή, Εξομολόγηση ήταν αναιδεστάτη, και ποιος σου ‘πε μωρή να βρίζεις το βλαστάρι σου κι από κοντά και το δικό μου έτσι, πες μου ποιος, Γιατί να μην τον βρίζω το μαλάκα, εγώ κοιλοπόναγα, αν του κοτάει αλλουνού ας τον βρίσει, άκου «αναιδεστάτη» ο γραμματιζούμενος, μπράβο εξέλιξη, όσο για το κορίτσι ξέρω γω τι λέω!!
Και βρήκες βρε γλωσσοκοπάνα την ευκαιρία να τα λες να σ’ ακούσει ο γείτονάς σου ο κόπανος και δω μέσα ένα σωρό όσιοι, Καλό έ, με παραδέχεσαι, δε με παραδέχεσαι, σε ρωτάω, καλέ οι δυο μας είμαστε χαζούλη, πες μου…
Χαρίκλεια κόφτο, είπα και ελάλησα εκατό μετάνοιες… Μη με πρήζεις μεγάλε γιατί θα σε βάλω να λαλήσεις κανονικά, θα κάμω δέκα κι άμα με πονέσουν τα γόνατα σταματάω, Ά έτσι έ, παζάρια με το Θεό, στ’ άλλο όμως δε σε πονάν τα γόνατα, Άλλατις εκδηλώθηκε, βρε άντε από δω που θα πεις τώρα πως εκπροσωπείτε Θεό, μη χέσω, και καλά σένανε σε παραδέχομαι, έκανες και το γλυκό μου το βαφτιστήρι κι ας το παίδεψες στο κατηχητικό, ευτυχώς το πουλάκι μου τις κάψες του τις έχει, πέταξες πονηρούλη και πέντε έξη μούλικα δεξιά αριστερά…
Χαρίκλεια, σταμάτα λέω, Γιατί βρε μπούφο, άσχημα έκανες, και δε μου λες, δε μου λες Τσοτράκη μου, στα γόνατα τις είχες κι αυτές για μετάνοιες έ, Σύνελθε σου λέω βρομόστομα, ακούνε κι οι άγιοι, Άστους ν’ ακούνε, ξέρουν πολλά κι αυτοί, αμ δε, εσύ βρε χαζέ γιατί τσαντίζεσαι με τα παιδιά που φυτεύεις, κακό είναι, άσε που βοηθάς στο πρόβλημα λαϊκής ανάπτυξης, Σιγά μη βοηθάω στο πρόβλημα λαϊκής πολιτοφυλακής, πληθυσμιακό λέγεται αγράμματη, Μη με λες εμένα αγράμματη Παπακότσυφα, γιατί θα σε περιλάβω να μη σε πλένει ο Κουραδάς στα Χάνια χειμωνιάτικα, πρόσεχε, Χαρίκλεια έλεος, σ’ εξομολόγηση είμαστε, όχι στο σπίτι σου και κόφτο αυτό το Παπακότσυφα, Χαϊδευτικά καλέ το λέω, γιατί ψέλνεις και τραγουδάς ωραία, όσο για τ’ άλλο που πέταξες τι πάει να πει δηλαδής, το σπίτι μου είναι εκκλησία για μένα και μην το συγκρίνεις με το κουβούκλιό σου της αμαρτίας, στην εξομολόγηση ακούγονται τα αίσχη του κόσμου, δε βλέπω κάνα μυστήριο πουθενά έξω απ’ το μαύρο σκοτάδι εδώ μέσα, ενώ στο κονάκι μου είν’ όλα καλά, ανθρώπινα και φωτεινά, λοιπόν να τελειώνουμε, έχω να πάω και για ούζα στου Καραβά, το χρονιάρικο που ‘πες εν τάξει αλλά μισό και θα το φάμε μσακό, για χάρη σου βρε θα το κάμω φρικασέ, θα δεις, κι οι μετάνοιες δέκα όπως συμφώνησες και πολλές σου ‘ναι, τελεία και παύλα μην τις κόψω κι αυτές.
Έλα μωρέ φιλενάδα, εγώ που σ’ αγαπάω, γιατί μαθαίνουν που σου κάνω σκόντο και μου ζητάνε τα ίδια, στο τέλος δε θα με υπολογίζει κανένας, και δε μου λες ποιος είν’ αυτός με τα ούζα, πώς τον είπες, μπας κι είν’ ενορίτης μου και δεν τον ξέρω, Κόψε το ψαλτήρι μεγάλε, αυτός είν’ άθεος κι έχει την ησυχία του μ’ όλους τους υπεράκτιους αγίους σου αν θες να ξέρεις… κοίτα δω και μην ξινίζεις, όσο για τ’ άλλο που φοβάσαι μη μαθαίνουν οι θεούσες το σκόντο που μου κάνεις, τι σε νοιάζει βρε, παπάς δεν είσαι, καλέ στ’ αρχίδια σου, σχώρα με Παναγία μου, Άααα Χαρίκλεια λέω, Λοιπόν τέρμα, με παρασέρνεις με τις κλάψες και … αμαρτάνω, έφυγα, τέλος είπα και σε καρτεράω με τη δικιά σου στη Χάρη της … δεκαπέντε κιλά βρε κολασμένε φαγά, πώς θα το καταφέρουμε;
Τυχεροί οι ωτακουστές τέτοιας εξομολόγησης της μαγκίτισσας των Πατησίων, άπαξ ετησίως παίζεται η παράσταση και με κάθε σοβαρότητα, σας το υπογράφουμε πως συνωστίζονται υψηλόβαθμοι παρατρεχάμενοι του Υψίστου κάθε κατηγορίας και Τάξεως, όσο πυκνές κι αν είναι οι απολαύσεις τους από ακούσματα και θεάματα παντός είδους, αόρατοι που ‘ναι οι τσαχπίνηδες παρέα με ερμαφρόδιτα αγγελάκια, το γλεντάνε με τη Χαρίκλεια, ακούστε που σας λέω!
Είναι γλεντοκόπος, πιστός φίλος, ακέραιος και συνειδητός ιερέας, με κατανόηση χωρίς τέλος καθόσον γνωρίζει από κόσμο ο Παπακότσυφας, είναι άνθρωπος και για τον κοσμάκη μοχθεί, κρατάει τις ισορροπίες με τους ουρανούς και τις συνειδήσεις όχι τόσο των αμαρτωλών όσο των αγίων, καθώς έτσι που τους έχουν πλάσει οι μεγαλοσχήμονες της επίσημης εκκλησίας και κάθε εκκλησίας, δεν είναι όλοι τους άξιοι για να δεις προκοπή μαζί τους, ενώ εκείνοι του καλού ιερέα μας και των ομοίων του μάλιστα, είναι ανθρώπινοι, είναι τρυφεροί, είναι καλοί και σχωρνάνε! Το ξέρει αυτό η Χαρίκλεια και τα ‘χει καλά μαζί τους και με τον μεσάζοντα το δικό της παπά ακόμα καλύτερα, κι έτσι κρατάει καθαρό το μίγμα θρησκείας και λαού, αλλιώτικα τίποτα δε θα ‘χε σωθεί σε τούτον τον τόπο. Καθόσον τέλος δεν έχουν τα ρωμαϊκά φαγοπότια με τα Βατοπαίδια και τα μεγαλοπιάσματα των ρασοφόρων εξωχώριων αρχικαλόγερων μετά των ομοτράπεζων υπουργών λαμόγιων… και λοιπά;
Συμμετέχει λοιπόν ο καλός μας ποιμένας στα τραπεζώματα της Χαρίκλειας αλλά και άλλων που τα περιλαμβάνει στις τιμωρίες ανάλογα με το εύρος των αμαρτιών και άντε να τα βγάλεις πέρα εκατέρωθεν. Πάντως η εν λόγω, και ως γνήσια δημοκράτισσα από τα γεννοφάσκια, μεγάλωνε τα παιδιά της μάλλον υποδειγματικά, ανεξάρτητα απ’ το βρισίδι που στόχευε πολλαπλώς κι όχι μονάχα τα βλαστάρια της, όπου η μόνη επίπτωση ήταν να προσπαθούν να την αντιγράψουν όπως η θυγατέρα της Φροσάρας της γειτόνισσας κι άλλοι πολλοί ακόμα!.
Συνεχίζει η αδάμαστη Κυρία την εκφορά λόγου με την εξέλιξη της γλώσσας εμπλουτιζόμενης με νέες λέξεις και έννοιες που αποδίδουν τα δρώμενα και των ανθρώπων τα καμώματα ως και όσα καινοφανή συμβαίνουν και προκύπτουν, ου μην αλλά και της τρισκατάρατου κρίσεως και δη των προκαλούντων ταύτην, αμήν.

*

images (8)

Η λειτουργία για τον κρεμασμένο

Στίχοι του Ζορζ Μπρασένς, (1976) που σας μεταφράζω προσπαθώντας να κρατήσω την ομοιοκαταληκτική μορφή (ως κάποιο σημείο).

Φανατικέ αντικληρικέ

Παπαδοφάγε βουλιμικέ

Η ομολογία αυτή μου στοιχίζει,

αλλά θα σου πω πως οι παπάδες

δεν είναι όλοι κενοί φαφλατάδες

και ο δικός μας, θα δεις, ξεχωρίζει.

*

Όταν ο έξαλλος όχλος με μία τριχιά,

χωρίς τύψεις, χωρίς να δικάσει,

κρέμασε κάποιον στην βελανιδιά,

τότε ο παπάς μας,  χωρίς να διστάσει,

φώναξε πως του θανάτου η ποινή

σε θάνατο πρέπει να καταδικαστεί.

*

Μετά,  παράξενη τελετουργία,

πρόσφερε πρόσφορα και  Ευχαριστία

στης εκκλησιάς  τους μικρούς σπουργίτες 

και με της αγιαστούρας το άγιο νερό

να διώξει πήγε τον οξαποδώ

του αγρού βαφτίζοντας τις μαργαρίτες.

*

Τα μανίκια μετά ανασηκώνει,

το καλό θυμιατήρι υψώνει

και γεμάτος με άγια οργή,

την εξόδιο λειτουργία τελεί,

για εκείνον που τώρα αιωρείται

πέντε μέτρα επάνω απ’ τη γη.

*
Το μυστήριο αυτή τη φορά

ετελέσθη για χάρη ενός φουκαρά

και στο ρόλο του Ιησού Χρηστού,

οι τουρίστες μπορέσαν να δουν κρεμασμένο,

το κορμί ενός αμαρτωλού

από τον δικό μας παπά, ευλογημένο.

*

Όταν γκρινιάζουμε στο χωριό,

σαν λέμε ¨κάτω το καλυμμαύχι¨

που μας εκάθησε στο λαιμό,

οι συγχωριανοί μου οι άλλοι κι εγώ,

δεν είναι μ’ αυτόν που έχουμε άχτι,

δεν είν’ αυτόν που ’χουμε στο μυαλό.

*

Αντικληρικοί φανατικοί

Παπαδοφάγοι βουλιμικοί

Σαν καταβροχθίζετε αχνιστούς

παπάδες, διάκους κοκκινιστούς,

κανείς ας μην είναι  -βρείτε τον τρόπο-

από τον δικό μου τόπο.

12 - le pendu

Το τραγούδι 

Η απόδοση στα ελληνικά

La messe au pendu

Anticlérical fanatique
Gros mangeur d’écclésiastiques,
Cet aveu me coûte beaucoup,
Mais ces hommes d’Eglise, hélas !
Ne sont pas tous des dégueulasses,
Témoin le curé de chez nous.

Quand la foule qui se déchaîne
Pendit un homme au bout d’un chêne
Sans forme aucune de remords,
Ce ratichon fit scandale
Et rugit à travers les stalles,
«Mort à toute peine de mort!»

Puis, on le vit, étrange rite,
Qui baptisait les marguerites
Avec l’eau de son bénitier
Et qui prodiguait les hosties,
Le pain bénit, l’Eucharistie,
Aux petits oiseaux du moutier.

Ensuite, il retroussa ses manches,
Prit son goupillon des dimanches
Et, plein d’une sainte colère,
Il partit comme à l’offensive
Dire une grand’ messe exclusive
A celui qui dansait en l’air.

C’est à du gibier de potence
Qu’en cette triste circonstance
L’Hommage sacré fut rendu.
Ce jour là, le rôle du Christ(e),
Bonne aubaine pour le touriste,
Eté joué par un pendu.

Et maintenant quand on croasse,
Nous, les païens de sa paroisse,
C’est pas lui qu’on veut dépriser.
Quand on crie «A bas la calotte»
A s’en faire péter la glotte,
La sienne n’est jamais visée.

Anticléricaux fanatiques
Gros mangeur d’écclésiastiques,
Quand vous vous goinfrerez un plat
De cureton, je vous exhorte,
Camarades, à faire en sorte
Que ce ne soit pas celui-là.

images (7)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Αντώνης Κακαράς ¨Η Νιέλλα που δεν τρώει τα χόρτα¨

Posted by vnottas στο 22 Μαΐου, 2013

Τον Αντώνη Κακαρά δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Ανακάλυψε το Ιστολογοφόρο ψάχνοντας για ποιητικό έργο του κοινού φίλου Νίκου Μοσχοβάκου και μου έστειλε το κείμενο που αναδημοσιεύω παρακάτω μαζί με καλά λόγια για τη Θεσσαλονίκη.

Ο Αντώνης Κακαράς είναι πρώην Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού που γράφει: κείμενα ιστορικά, επικεντρωμένα στην περίοδο της δικτατορίας και την αντιστασιακή δράση του ναυτικού, αλλά όχι μόνο. Στο παγκόσμιο χωριό του διαδίκτυου  έχει δικό του επώνυμο στέκι,  ενώ αφηγήματά του έχουν εκδοθεί από τον Παπαζήση

(Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία εδώ)

 Με χαρά αναρτώ ένα από τα λογοτεχνικά του κείμενα.

61784

Η Νιέλλα που δεν τρώει τα χόρτα

Είναι δεν είναι σαράντα κιλά, μάτια σκούρα, όλο θαμπάδα, μυωπικά, γλυκά, πίσω από κάτι φακούς που τα γιγαντώνουν κι έτσι σαν σε κοιτάζει κατ’ ευθείαν (πάντα ευθεία σε κοιτάζει η Νιέλλα),  οπότε τα χάνεις, πόδια χέρια τσάκνα, βυζιά ανύπαρκτα, κάτι ρογίτσες μόλις ραμφίζουν τη μπλούζα ορίζοντας απλά τις θέσεις τους.

Φάε Νιέλλα να μεγαλώσουν τα βυζιά σου, Όκι, Γιατί Νιέλλα όκι, Ντεν τέλει, τι να κάνω τα μπυζιά, να τα τραβάει ο κατένας, Φάε Νιέλλα τη μπριτζόλα γαμώ το κέρατό μου γαμώ, θα τα βάλει με μένα η μάνα σου, Όκι, Φάε τυρί, Ντεν τέλει τυρί, Φάε γαμώ την κοινωνία μου ότι θες, ορίστε φάε αρνάκι, χορτάρια, Όκι κορτάρια όκι αρνάκι, Δεν έχετε Νιέλλα στη Βουλγαρία χορτάρια, γιατί δεν τα τρως, Έκουμε απ’ όλα και φέντα καλύντερη από την ντική σας και αυτό το αρνί είναι μπουλγάρικο, όλα είναι μπουλγάρικα, εσείς ντεν μποσκάτε πια, Θα είσαι άρρωστη, άκου η βουλγάρικη φέτα καλύτερη απ’ την ελληνική, δε σφάξανε Νιέλλα , Ναι καλύτερη και σφάξανε όλο μπουλγάρικα, το λένε οι ντικές σας ειντήσεις, Τι κάνεις στην μπριτζόλα Νιέλλα , γιατί κόβεις όλα αυτά τα κομμάτια γαμώ το κέρατό σου, Όλο κέρατα γκαμάς, αν έκεις κέρατο  ντεν μπορείς να το γκαμήσεις και στο πιάτο μου κάνω εγκώ κουμάντο και μη με μπρήζεις, ντεν τα ξανάρτω…

Ρε κορίτσι μου εγώ στα λέω αυτά για να κάνεις κάποια πιασίματα επιτέλους, κορίτσι παντρειάς που ‘σαι, να στρογγυλέψει λιγάκι ο κώλος σου ρε Νιέλλα που ‘ναι πιο επίπεδος κι απ’ τον δικό μου που μου πέφτουν τα παντελόνια, Εμένα ντεν μου πέφτουν τα παντελόνια κι ο γκώλος μου είναι και πολύ ωραίος και στη ντέση του, και άκου, εγκώ ντεν είμαι κορίτσι μπαντρειάς, είμαι απλά γκορίτσι, Μα πώς θα βρεις έστω γκόμενο, Γκόμενο είχα και μου τράμπαγε τα μπυζιά μου να μεγκαλώσουν ο ντρόμπας, μαγείρευα, έπλενα, σκούπιζα και συνέκεια κρεμπάτι, έ Νιέλλα αρέσει έρωτας αλλά ντεν μπορεί συνέκεια κρεμπάτι, μαγείρεμα, πλύσιμο και αφέντη να κάνει παραντηρήσεις, Νιέλλα ντεν τέλει άλλο μαλάκα γκόμενο, ντεν τέλει χόρτα, ούτε αρνί, ούτε άλλο γκώλο τέλει, όκι ξύγκια στην μπριτζόλα ούτε στον γκώλο, μ’ έμπρηξες κατάλαμπες;

Η Βουλγάρα είχε πλήρη επίγνωση του ηθικού βάρους της δυσανάλογου με το αντίστοιχο σε κιλά του ισχνού σώματός της, έτσι δεν ξεμυτούσε στο δρόμο αν τυχόν ο αέρας δεν ήταν συγκεκριμένης έντασης και κάτω, καθόσον σε κάποια περίπτωση την είχε σηκώσει κυριολεκτικά και την έμπλασε – ευτυχώς με τρυφερότητα – λίγα μέτρα πιο πέρα στη βιτρίνα παρακείμενου καταστήματος ξηρών καρπών. Είδαν κι έπαθαν να την ξεχωρίσουν μέσα από σωρούς πασατέμπο, φιστικιών Αιγίνης και παρομοίων εν πάσει περιπτώσει ειδών, που ζεύτηκε να τακτοποιήσει δουλεύοντας με τις ώρες και χάνοντας το μεροκάματο. Εκεί γνώρισε και το μαλάκα που τελικά και σύντομα πέταξε απ’ το κρεβάτι της, προτιμώντας να υπηρετεί μόνο τον εαυτό της.

Το κορίτσι είχε έρθει από την Πατρίδα του και αρχικά εκπαιδεύτηκε από την απαράμιλλη μάνα της, μια γυναίκα μ’ όλα τα θετικά του κόσμου πάνω της και μια ερμηνεύσιμη αντιπάθεια για κείνους από τους Έλληνες ρασοφόρους που αυθωρεί ξεχώριζε ως υποκριτές. Τους συγκεκριμένους δεν τους πήγαινε, δεν τους πήγαινε να πούμε αφού το πρώτο της ρόγιασμα κάπου στην Πελοπόννησο, καθώς η ίδια αφηγείται, ήταν στο σπίτι ιερέα χωριού του οποίου η παπαδιά γνώριζε να μαγειρεύει εβδομαδιαίως φακές και τίποτ’ άλλο, επιμένοντας μάλιστα να το κάνει η ίδια καθόσον, Εσείς εκεί πάνω αποκλείεται να γνωρίζετε να μαγειρεύετε!

Έτσι, η μάνα της Νιέλλας δεν ξαναπάτησε σε ελληνική εκκλησία, σε σπίτι ιερωμένου Έλληνα (ούτε στων Βούλγαρων έμπαινε αλλά αυτό δεν μας αφορά) και σε καμία απολύτως τελετή όπου παρίστατο ρασοφορεμένος τις. Προτιμούσε να διαβάζει ένα ελληνοβουλγάρικο λεξικό, ακριβώς αυτό έκανε τους πρώτους μήνες, πιστέψτε με παρακαλώ, ύστερα ανακαλύπτοντας μια καταχωνιασμένη σειρά του πεθερού μου από ρούσικη λογοτεχνία στο πρωτότυπο, την ξεκοκάλισε ώσπου να πεις κύμινο, μάλιστα κύριε!

Αφού λοιπόν δασκάλεψε καλά τη Νιέλλα  στα καθήκοντα της εξωτερικής οικιακής βοηθού, τη συνόδευσε από μια φορά  σ’ όλους τους δικούς της πελάτες, που αμέσως αγκάλιασαν την σαραντάκιλη νέα με μη κρυπτόμενη επιθυμία να την παχύνουν, πλην φευ. Η ελληνική περί την φιλοξενία αποφασιστικότητα σκόνταψε στο πείσμα βουλγάρικου βερνικωμένου κέρατου, όπως αποδείχτηκε η εν λόγω ντεσποινίδα.

Πάντως το κορίτσι βολεύτηκε σ’ ένα διαμέρισμα, του οποίου οι ιδιοκτήτες απουσίαζαν αορίστως άγνωστο πού, με μόνη υποχρέωση να το προσέχει, να το καθαρίζει και να πληρώνει το ρεύμα, το νερό και τα κοινόχρηστα. Τα τελευταία δεν απαιτήθηκε ποτέ να καταβληθούν αφού στην πολυκατοικία όπου κατοικούσαν μόνον οικονομικοί μετανάστες, όπως αποδείχτηκε συντόμως, το ασανσέρ δεν λειτουργούσε διότι δεν πληρώθηκαν τα έξοδα συντήρησής του, το ρεύμα στις σκάλες κόπηκε διότι δεν πληρώθηκε ο λογαριασμός ΔΕΗ του κτηρίου, η κεντρική θέρμανση αγνοείτο διότι πετρέλαιο δεν αγοραζόταν. Με λίγα λόγια, ζούσαν όλοι σε αγαστή σύμπνοια ηρέμως και ισόρροπα στο φιλόξενο οίκημα το πολυεθνικό, όπου η μέση ηλικία των κατοίκων του δεν ήταν άνω των τριάντα πέντε, όπως επ΄πεμεινε η δικιά μας που αρέσκεται στα στατιστικά.

Μόνο οι από πάνω μου κάνανε τόρυβο, ειντικά σαν κάποιος έσερνε την Γκινεζούλα από τα μαλλιά έξω από την πόρντα, Ποιος έσερνε ποιον ρε Νιέλλα από τα μαλλιά, Η συγκάτοικος Γκινεζούλα την έσερνε και παίζανε ξύλο αλλά μεντά όλα καλά, Πόσες φορές έγινε αυτό Νιέλλα, Γκίνεται κάτε Κυριακή μπράντυ, μένουνε μαζί, μετάνε και παίζουν ξύλο, μετά αγκαπάνε, Πόσοι μένουν στο διαμέρισμα αυτό είπες, Ντεν είπα αλλά στο ένα ντομάτιο οι ντύο φίλες και στο άλλο επτά αλλά ντεν κάνουν τόρυβο, Ρε Νιέλλα με βγάζεις απ’ τα ρούχα μου, πες καθαρά το θήτα και το δέλτα, Καταρά το λέω τήτα και ντέλτα, ορίστε να το πώ πάλι, τήτα …

Καλά, καλά μ’ έπεισες, για λέγε στην υπόλοιπη πολυκατοικία πόσοι μένουν, Ντεν ξέρει γκανείς, πάνω από εγκαντό μεντανάστες μένουν, μάμπροι, γκαντάμαμπροι, μισογκίντρινοι, γκαφέ, περίπου είγκοσι σε κάτε όροφο γκενικά ήσυγκοι, όμως μόνο ένας μπλάγκας Μπούλγκαρος ολομόνακος στο ντίπλα από πάνω ντιαμέρισμα, Και γιατί τον λες έτσι κούκλα μου, πες μου μένα, Ντιότι με γκερνάει καφέ, μου σέρμπιρε και το ντραπέζι, Έ και λοιπόν, καλά έκανε, μήπως σου ‘βαλε χέρι, Όκι ντεν μου έμπαλε γκέρι ο Μπούλγκαρος, αφού είπα πως είναι μπλάγκας, Νιέλλα  είσαι ερωτευμένη, Εγώ ντεν είμαι ερωντευμένη και ντεν σου ξαναμιλάω και αυντός είναι μαλάγκας, μαλάγκας είναι, και ντεν τέλω να γκάνω μπυζιά και γκώλο, τόνισε το κορίτσι από τη Βουλγαρία που δεν τρώγει τα χόρτα και κοίταζε στα ίσια με τα πελώρια κείνα τα μάτια δακρυσμένα!

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »