Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Απόδοση’

Χιουμοριστικό τραγουδάκι: Αν ήταν λίγο χαριτωμένη (Si seulement elle était jolie)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2016

(Απελπισμένα!) χιουμοριστικό  τραγουδάκι που ο Ζωρζ Μπρασένς δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει και που κυκλοφόρησε αργότερα, όταν ο Γιώργης είχε φύγει , από τον Jean Bertola (1985), εδώ σε μια ερασιτεχνική προσπάθεια ελεύθερης απόδοσης στα ελληνικά. Σας θυμίζω και το παραπλήσιο ¨Μισογυνισμού εξαιρουμένου¨ που σας είχα, εξ ίσου ερασιτεχνικά, μεταφράσει/αποδώσει παλιότερα (εδώ).

i-antzelina-tzoli-ensarkonei-tin-pio-diasimi-magissa

To κείμενο στα γαλλικά

Si seulement elle était jolie

Si seulement elle était jolie
Je dirais: «tout n’est pas perdu.
Elle est folle, c’est entendu,
Mais quelle beauté accomplie!»
Hélas elle est plus laide bientôt
Que les sept péchés capitaux
Que les sept péchés capitaux

*

Si seulement elle avait des formes,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est moche c’est entendu,
Mais c’est Venus copie conforme.»
Malheureusement, c’est désolant,
C’est le vrai squelette ambulant
C’est le vrai squelette ambulant.

*

Si seulement elle était gentille,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est plate c’est entendu,
mais c’est la meilleure des filles.»
Malheureusement c’est un chameau,
Un succube, tranchons le mot
Un succube, tranchons le mot.

*

Si elle était intelligente,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est vache, c’est entendu,

Mais c’est une femme savante.»
Malheureusement elle est très bête
Et tout à fait analphabète
Et tout à fait analphabète.

*

Si seulement l’était cuisinière,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est sotte, c’est entendu,
Mais quelle artiste culinaire!»
Malheureusement sa chère m’a
Pour toujours gâté l’estomac
Pour toujours gâté l’estomac.

*

Si seulement elle était fidèle,
Je dirais :»tout n’est pas perdu,
Elle m’empoisonne, c’est entendu,
Mais c’est une épouse modèle.»
Malheureusement elle est, papa,
Folle d’un cul qu’elle n’a pas!
Folle d’un cul qu’elle n’a pas!

*

Si seulement l’était moribonde,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle me trompe c’est entendu,
Mais elle va quitter le monde.»
Malheureusement jamais elle tousse:
Elle nous enterrera tous
Elle nous enterrera tous.

images (2)

Αν ήταν λίγο χαριτωμένη

magisa-650x250

Ας ήτανε χαριτωμένη

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας φέρνει κάπως σε γαρίδα

κι ας είναι πάντα γουρλωμένη.

Μα, ωιμέ, αυτό που φέρνει σοκ

είναι που μοιάζει με μπουλντόγκ

είναι που μοιάζει με μπουλντόγκ.

μπουλντόγκ2

                   Αν είχε και καμιά  καμπύλη                     

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα,

μπορεί να φέρνει σε πανίδα,

μα ‘χει για ¨πιάσιμο¨ την ύλη.

Μα, αλί, η εν λόγω δεσποινίδα

είναι σαν στέκα, σαν σανίδα

είναι σαν στέκα, σαν σανίδα!

άσχημη-πα-αιά-μάγισσα-κινούμενων-σχε-ίων-με-τη-σκεπτόμενη-φυσα-ί-α-52881602

Ας ήταν μόνο ευγενική

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας φέρνει σ’ οδοντογλυφίδα,

είναι τουλάχιστον σωστή.

Μα , ωιμέ, σε φτύνει σα γκαμήλα,

έχει μια μόνιμη ξινίλα

κι έχει το τακτ ενός γορίλα!

paper.2

Μόνο να ήταν έξυπνη

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα,

ας σου θυμίζει τον Αττίλα,

είναι τουλάχιστον σοφή.

Μα, ωιμέ, από γράμματα μηδέν

και από πνεύμα γκαζοζέν

και από πνεύμα γκαζοζέν!

20060924_223207_Atilla

Ας ήξερε να μαγειρεύει

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας είναι ξύπνια σαν οβίδα,

στην κατσαρόλα σε μαγεύει.

Μα, ωιμέ, με λίπη και με πάχη

μου καταστρέφει το στομάχι

μου ‘χει διαλύσει το στομάχι!

images (3)

Να ‘ταν τουλάχιστον πιστή

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα,

ας με φλομώνει στη θερμίδα

δεν είναι καμιά κουνιστή.

Μα αλίμονο: σ’ όποιον αντέχει

κουνάει τον κώλο που δεν έχει

κουνάει τον κώλο που δεν έχει!

αρχείο λήψης

Στον τάφο αν είχε το να πόδι,

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα

κι ας μ’ απατάει σαν βακχίδα

με κάθε Πάνα τραγοπόδη

Ωιμέ, μα όλους του διαβόλους,

αυτή θε να μας θάψει όλους

αυτή θε να μας θάψει όλους!

54-cebf-ceb3ceb9ceb1cf84cf81cf8ccf82-cf84ceb7cf82-cf80ceb1cebdcf8ecebbceb7cf82-cf87ceb1cf81ceb1cebacf84ceb9cebacf8c-cf84cebfcf85-cf80

*

Με τον Bertola

Μία ανάγνωση

Κι επειδή οι αρσενικές κακίες υποκρύπτουν συνήθως αγάπη ή ζήλεια, ιδού και ένα ελληνικό (παλιότερο) τραγουδάκι του Γιώργου Οικονομίδη: ¨Ζήλεια¨ ( Οικονομίδης Γ. , Ανύσιος Μ. 1946 – εισβολή του σουίνγκ στην Ευρώπη)

Ο Οικονομίδης 

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας…

Posted by vnottas στο 22 Μαΐου, 2016

images

Για τα πολιτικά, σώνει και καλά, αν μουρμουράτε

αν και, πώς να το πω, την όρεξη μου  χαλάτε…

αντε, μιλήστε και γι αυτά, δεν βγάζω το κουμπούρι.

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

ΚΑΤΩ! της μούσας του έρωτα κάθε κομπογιαννίτης

κι όσοι  τον κώλο γλύφουνε της Θείας Αφροδίτης

και κάτι αρτίστες που κολλάν σαν να τανε τσιμπούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Ήμουν ως χτες ειρηνιστής σε όλη τη ζωή μου.

Δεν ήμουν διόλου τσαμπουκάς, μα  έτυχε η δική μου

ναναι καργιόλα ολίγον τι και όχι κελεπούρι.

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

stoli_71024-600x600Ήτανε λέει ορφανό και κόκκινα φορούσε,

είπε θα πάει στη γιαγιά,  που μοναχή της ζούσε,

με τόση δα κοντή ποδιά, στο στόμα γλειφιτζούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Περίμενα τη νύχτα κι όλη την άλλη μέρα,

περίμενα ένα χρόνο και ακόμη παραπέρα,

κανένα λύκο αντάμωσε, μου φαίνεται, λιγούρη…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

B 36489

Αυτό το μούτρο, ο Έρωτας, τρελαίνεται για πλάκες

τα βέλη φαρμακώνει ευθύς και ψάχνει να βρει βλάκες

κι είναι φαρμάκι ζόρικο, δεν ειναι κανναβούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Κι όπως συμβαίνει που και που κάτω απ’  τα πέταλά της

η μαργαρίτα έχει σκορπιούς κι αράχνες της απάτης·

λάγνα οχιά απαίσια και ατίθασο μαμούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Ο έβδομος ο ουρανός στην κεφαλή μου αν πέσει 

και η απελπισία μου στον τάφο αν θα βρει θέση  

Ένα μονάχα θα σας πω πριν  το αιώνιο χουζούρι:

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

***

0

Εδώ από τον Μπρασένς

Εδώ στα Ρωσικά

…και μία ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας έφτιαξα…

Sauf le respect que je vous dois 

Si vous y tenez tant parlez-moi des affaires publiques 
Encor que ce sujet me rende un peu mélancolique 
Parlez-m’en toujours je n’vous en tiendrai pas rigueur 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Fi des chantres bêlant qui taquine la muse érotique 
Des poètes galants qui lèchent le cul d’Aphrodite 
Des auteurs courtois qui vont en se frappant le c?ur 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Naguère mes idées reposaient sur la non-violence 
Mon agressivité je l’avait réduite au silence 
Mais tout tourne court ma compagne était une gueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Ancienne enfant trouvée n’ayant connu père ni mère 
Coiffée d’un chap’ron rouge ell’ s’en fut ironie amère 
Porter soi-disant une galette à son aïeule 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Je l’attendis un soir je l’attendis jusqu’à l’aurore 
Je l’attendis un an pour peu je l’attendrais encore 
Un loup de rencontre aura séduite cette fugueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Cupidon ce salaud geste qui chez lui n’est pas rare 
Avait trempé sa flèche dans le curare 
Le philtre magique avait tout du bouillon d’onze heures 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Ainsi qu’il est fréquent sous la blancheur de ses pétales 
La marguerite cachait une tarentule un crotale 
Une vraie vipère à la fois lubrique et visqueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Que le septième ciel sur ma pauvre tête retombe 
Lorsque le désespoir m’aura mis au bord de la tombe 
Cet ultime discours s’exhalera de mon linceul 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois

redridinghood2-ipop.gr_-600x600

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Άνοιξιάτικο ΙΙ

Posted by vnottas στο 17 Μαΐου, 2016

DSCN0918

Άνοιξη, Άνοιξη,

της ζωής και των ε-

ρωτευμένων γιορτή

Άνοιξη, Άνοιξη,

κι οι καρδιές παίρνουν χρώμα

απ’ άσπρο κρασί

Άνοιξη πλουμιστή,  

για έναν όρκο  ή μία

ματιά τρυφερή

θα γελάνε οι νιες

και παντού θα σκορπάνε

φιλιά κι αγκαλιές

.

Κι όταν οι νύμφες

θα μοιράζουν φιλιά

σαν αγκινάρα

θ’ ανοίγει κάθε καρδιά

Κι όταν τα αγόρια

σα σπίρτα θα παίρνουν φωτιά

      να που οι ελπίδες      

        θα ζωντανέψουν ξανά      

*

Άνοιξη Άνοιξη

λουλουδιών, εραστών,

ποιητών, άφιξη

Άνοιξη Άνοιξη

της καρδιάς, της χαράς,

της γητειάς έκρηξη

Άνοιξη λιμπιστή,  

για έναν όρκο ή μία

ματιά τρυφερή

θα μεταμορφωθεί

 όλη η Πόλη σε μία

 μεγάλη γιορτή

.

Κοίτα την  Πόλη

μοιάζει  λιβάδι χλωρό

μ’  ένα αγάπης κοπάδι

κι αλλοπαρμένο βοσκό

Κοίτα την Πόλη

μοιάζει χωριό σε χαρά,

που στον ήλιο γιορτάζει

του έρωτα τη σπορά

*

Ανοιξιά- τικη  αυγή

κι η καρδιά στης χαράς

τα περβόλια θα βγεί,

μ’ ανοιξιά- τικη ορμή

      της   αγάπης το άσπρο         

 κρασί  να γευτεί

  Άνοιξη πλουμιστή,  

για έναν όρκο ή μία

ματιά τρυφερή

θα μετάμορφωθεί

σε  Ελπίδας γιορτή,  

με τη μια, όλη η Γη

.

Δες αυτό το θαύμα

ειν’  το μοναδικό

π’ ακόμη κάποιος προσφέρει

χωρίς παρακαλετό

Δες αυτό το θαύμα

θαύμα εαρινό

ζησ’ το όσο κρατάει

για φέτος θα  ‘ν το στερνό

*

Άνοιξη Άνοιξη

τη ζωή ξαναβάφουμε ΄

μ’ άσπρο κρασί

Άνοιξη, Άνοιξη

των θεών και των ε-

ρωτευμένων, γιορτή…

Άνοιξη, Άνοιξη, Άνοιξη…

Ζακ Μπρελ  Au printemps

κι

*

Ανάγνωση

*

17 του Μάη. Είναι ακόμη (για λίγο) Άνοιξη και έτυχε να πέσω πάνω στο (ομώνυμο) τραγούδι του Ζακ Μπρελ (Au printemps) και είπα να κάνω μια ακόμη απόπειρα (από τις γνωστές: απόδοση στα ελληνικά κατά το δυνατό τραγουδίσιμη).

Βέβαια ¨printemps¨ είναι μια λέξη δισύλλαβη και τονίζεται στη λήγουσα, ενώ η ωραία Άνοιξη, ως γνωστόν, όχι μόνον πλειοδοτεί σε συλλαβές αλλά και προτιμά να οξύνει την προπαραλήγουσα. Έτσι η απόπειρα ήταν ευθύς εξ αρχής κάπως ζόρικη. Ευτυχώς οι τραγουδιστικές (μελοποιημένες) εκδοχές δεν αποστρέφονται εντελώς τις τονικές διαστροφές και ανακαινίσεις και έτσι δεν  ¨ανασχέθηκα¨ παρά για πολύ λίγο. Παραπάνω, το προϊόν της μη ανάσχεσης στα ελληνικά, παρακάτω το original, στη γαλλική.

Σημείωση  1. Όταν στο γνήσιο κείμενο υπάρχουν επαναλαμβανόμενες στροφές, ο αποδίδων έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές και ο τραγουδών-ούσα μπορεί να διαλέξει (απορρίψει) κατά βούληση.

Σημείωση 2. Σχετικά με στίχους για την Άνοιξη, σας θυμίζω και το παλιότερο ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου (εδώ)

DSCN0926

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant

Toutes les filles
Vous donneront leurs baisers
Puis tous leurs espoirs
Vois tous ces coeurs
Comme des artichauts
Qui s’effeuillent en battant
Pour s’offrir aux badauds
Vois tous ces coeurs
Comme de gentils mégots
Qui s’enflamment en riant
Pour les filles du métro
*
Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant

Tout Paris
Se changera en baisers
Parfois même en grand soir
Vois tout Paris
Se change en pâturage
Pour troupeaux d’amoureux
Aux bergères peu sages

Vois tout Paris
Joue la fête au village
Pour bénir au soleil
Ces nouveaux mariages

*

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant
Toute la Terre
Se changera en baisers
Qui parleront d’espoir
Vois ce miracle
Car c’est bien le dernier
Qui s’offre encore à nous
Sans avoir à l’appeler
Vois ce miracle
Qui devait arriver
C’est la première chance
La seule de l’année

*

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps

Au printemps
Au printemps
DSCN0927

 

 

Posted in Μπρελ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μελαγχολικό φεγγάρι

Posted by vnottas στο 15 Μαΐου, 2016

13-fascinantes-curiosidades-sobre-la-Luna-llena-que-debes-conocer-ya-mismo

Μικρό διάλειμμα αφιερωμένο σ’ ένα παλιό τραγουδάκι (γραμμένο από τους Richard Rodgers και Lorenz Hart, Ν.Υ., 1934).

Οι στίχοι του λίγοι, απλοί και η μελωδία του από εκείνες που δεν ξεχνιούνται.

Τη δεκαετία του εξήντα, ανανεωμένο από τους The Marcels, δεν έλειπε σχεδόν από κανένα αθηναϊκό εφηβικό πάρτι (στα σπίτια με τα μωσαϊκά δεν είχε μόνο λαϊκά…)

490e77d6239e7fc7b2267d2a3dd2d810

Blue moon

Blue moon you saw me standing alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own
*

Blue moon, you knew just what I was there for
You heard me saying a prayer for
Someone I really could care for
*

And then there suddenly appeared before me
The only one my arms will ever hold
I heard somebody whisper «Please adore me»
And when I looked, the moon had turned to gold!

*
Blue moon!
Now I’m no longer alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own

***

Με τον Nat King Cole

nat-king-cole-wallpaper_158187-1280x800

*

Με τους  The Marcels

61abZNRg+TL

*

Πρώτη εκτέλεση το 1936 από τον Al Bowlly

images (6)

***

Μελαγχολικό φεγγάρι (προσαρμογή στα ελληνικά)

 Ξανά

 στους άδειους δρόμους γυρνώ

μ’ ένα φεγγάρι χλωμό

παρέα στον ουρανό

*

Ξανά

μονάχος μου περπατώ

κι  απ’ το φεγγάρι ζητώ

στη μοναξιά γιατρικό

*

και τότε ξάφνου προβάλλει μπροστά μου

             η οπτασία που χρόνια ποθώ               

μου ψιθυρίζει πως θα μείνει κοντά μου

και το φεγγάρι γυρνά πάλι χρυσό

*

Ποτέ

δε θα ‘μαι πια μονάχος

με τα όνειρά μου θαμπά

και την καρδιά δίχως φως

***

Ανάγνωση

Alla-luna

Posted in ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Όταν ο μικρός Έρως μας γράφει κανονικά και την κάνει γι αλλού με μικρά πηδηματάκια (Cupidon s’en fout)

Posted by vnottas στο 5 Μαΐου, 2016

τλο

Αγάπη, αν θες, η σχέση μας να γίνει

στ’ αλήθεια δε χρειάζονται πολλά

φτάνει η Αφροδίτη να εγκρίνει

κι αρκεί ο Έρως να μη μας ξεχνά

να φεύγει και αλλού να τριγυρνά

*

Μα είναι μέρες που ο Έρως άλλα θέλει

και άλλες που τις μύγες κυνηγά

που στομωμένα τού ‘μειναν τα βέλη

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

κι αδιάφορος το δρόμο του τραβά.

*

Τώρα σ’ άλλους χαζούς ψάχνει τη λεία

άλλους στοχεύει σώνει και καλά

με τις σαΐτες και τα άλλα του εργαλεία

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

μας γράφει, μοναχούς μας παρατά.

*

Χωρίς αυτόν ν’ αρχίσω με τη μία

-είπα- εκεί στης χλόης την δροσιά

Χάνεις την αρετή εσύ -όχι την ψυχραιμία,

είναι φορές που ο Έρως προσπερνά

χωρίς να αφήσει ίχνη πουθενά.

*

Μου επέτρεψες να σου τα κάνω όλα,

μα ήταν τα φυλλοκάρδια σου κλειστά

δεν λάμψανε φωτιές  στα φλογοβόλα

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

καημούς ν’ ανάψει σ’ άλλους προτιμά.

*

Ξεφύλλισα ξανά τη μαργαρίτα

ήρθε δέκα φορές ¨δε μ’ αγαπά¨

το ειδύλλιό μας γνώρισε την ήττα

είναι φορές που ο Έρως ξεγελά 

φουρκίζεται και μας παραπλανά.

*

Στο δρόμο αν τη βρείτε, επιτυχία

σας εύχομαι αδέλφια και χαρά

κι αν έχασα εγώ την ευκαιρία,

ο άστοχος ο Έρως να ‘ν καλά

που φεύγει και που μας περιγελά.

Χωρίς τίτλο

Μία ανάγνωση

Εδώ παραπάνω μια προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του τραγουδιού για τον μικρό θεό Έρωτα, όπως τον περιγράφει ο Μπρασένς στο ¨Cupidon s’en fout¨. Με τον ¨μικρό Έρωτα¨ φτάνουμε στα 39 τραγούδια του τροβαδούρου που ως τώρα προσπάθησα να προσαρμόσω στη γλώσσα μας με τρόπο ώστε να μπορούν λίγο πολύ να τραγουδηθούν (στο μπάνιο -για τα υπόλοιπα τραγούδια κλικ στις ¨κατηγορίες¨, εδώ δεξιά). Οι ¨αναγνώσεις¨ γίνονται πάντα με επίκληση στο ¨συμπάθιο¨  και μόνο για να επαληθευθεί αν όντως οι συλλαβές της απόδοσης χωράνε στη μελωδία.

Εδώ με τον Georges Brassens

Εδώ στα Ρωσικά

Cupidon s’en fout

Pour changer en amour notre amourette,
Il s’en serait pas fallu de beaucoup,
Mais, ce jour là, Vénus était distraite,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Des jours où il joue les mouches du coche.
Où elles sont émoussées dans le bout,
Les flèches courtoises qu’il nous décoche,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Se consacrant à d’autres imbéciles,
Il n’eu pas l’heur de s’occuper de nous,
Avec son arc et tous ses ustensiles,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

On a tenté sans lui d’ouvrir la fête,
Sur l’herbe tendre, on s’est roulés, mais vous
Avez perdu la vertu, pas la tête,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Si vous m’avez donné toute licence,
Le coeur, hélas, n’était pas dans le coup;
Le feu sacré brillait par son absence,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

On effeuilla vingt fois la marguerite,
Elle tomba vingt fois sur «pas du tout».
Et notre pauvre idylle a fait faillite,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Quand vous irez au bois conter fleurette,
Jeunes galants, le ciel soit avec vous.
Je n’eus pas cette chance et le regrette,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

brassens99

Μία ακόμη ανάγνωση 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Από τους ¨πρόθυμους¨, να με αφήσετε εκτός

Posted by vnottas στο 23 Μαρτίου, 2016

WOLFS

Πλουραλιστικό

Όταν  αρνήθηκα ξανά να ενταχτώ

μου παν’: ¨Αγαπητέ, είστε με τους ΄αλλιώς΄¨.

Ναι καλά, μα εγώ δε μπορώ ¨οπαδός¨  

παρωπίδες και γκέμια ξανά να ζευτώ.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

απ’ τους  εθελοντές, 

να μ’ αφήσετε εκτός.

*

Θεέ μου τι λιτανείες και τι διαδρομές

διαδηλώσεις πορείες μα και συμπλοκές

τι ομάδες, τι καυγάδες, κλίκες και μεταλλαγές

σέχτες, φράξιες παρασυναγωγές!

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

από τους  ζηλωτές, 

να μ’ αφήσετε εκτός.

*

Ήταν μια καλή Ιδέα και ωραία και σπουδαία

έρωτας κεραυνοβόλος – δε χωρά αναβολή

όλοι μας ευτυχισμένοι, την νομίζαμ’ αναγκαία

πέσαμ’ έξω γιατί ήμασταν ίσως πολλοί.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

από τους πρόθυμους,

να μ’ αφήσετε εκτός.

*

Καθαρά θα το πω, δε μπορώ τις φαμφάρες

σιγανό, προτιμώ, τραγουδάκι να πω

θορυβείτε εσείς φωναχτά, άρες μάρες

ήχο έχω εγώ επαναστατικό.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

από τους χορωδούς,

να μ’ αφήσετε εκτός.

*

Αν για μια αγκαλιά πρέπει να ‘μαστε δέκα

προτιμώ μοναχός να παρηγορηθώ

τις παρτούζες σνομπάρω προτιμώ μια γυναίκα

-κι ο οβελίσκος  κοντάρι ειν’ μονολιθικό-.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

από των φαλλών το μάτσο 

να μ’ αφήσετε εκτός.

*

Τους νεκρούς σ’ εκατόμβες δε ζηλεύω σας λέω

και να φύγω μονάχος ειλικρινά προτιμώ 

για μια βόλτα στον Άδη από μόνος μου πλέω

και το φέρετρο θέλω μοντέλο μονό.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

από των οστών τη στοίβα ,

να μ’ αφήσετε εκτός.

demonstration

Το ¨πλουραλιστικό¨από τον Ζορζ Μπρασένς

Μία ανάγνωση

Έχουμε καιρό να ταξιδέψουμε με τον καπετάν Γιώργη (Μπρασένς), αλλά να που σήμερα θα τον ακούσουμε, μαζί με μια ακόμη προσπάθεια απόδοσης των στίχων του στα ελληνικά που σας ετοίμασα. Αυτή τη φορά πρόκειται για το Le pluriel.

mod_article24789717_1

Μικρές σχετικές σημειώσεις:

 α. άφησα εκτός απόδοσης την αναφορά στον Prévert (στο τέλος της τρίτης στροφής), βασικά  για να αποφύγω να ¨φορτώσω¨ το κείμενο με υποσημείωση.

β. για λόγους καθαρά μετρικούς (και για να μειώσω τις χρειαζούμενες συλλαβές ώστε το κείμενο να χωράει στη μουσική) μείωσα τον αριθμό των (κατά τον Μπρασένς) ελαχίστων για να μην έχουμε ¨αγέλη¨,  από τέσσερεις σε τρεις (κέρδισα 2 συλλαβές),  και τον αριθμό  των μελών της αναφερόμενης ¨παρτούζας¨ από δώδεκα σε δέκα (κέρδισα μία).

γ. Η δεύτερη στροφή χρησιμεύει ως ρεφρέν και τραγουδιέται (με ελάχιστες αλλαγές στον τέταρτο στίχο) μετά από κάθε μία απ’ τις άλλες.

δ. Η απόδοση είναι «ελεύθερη» και δε φιλοδοξεί άλλο από το να δώσει μια εκδοχή αυτών που μπορεί να προσλάβει κανείς ακούγοντας Μπρασένς

Le pluriel

«Cher monsieur, m’ont-ils dit, vous en êtes un autre»,
Lorsque je refusai de monter dans leur train.
Oui, sans doute, mais moi, je fais pas le bon apôtre,
Moi, je n’ai besoin de personne pour en être un.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Dans les noms des partants on ne verra pas le mien.

Dieu! que de processions, de monômes, de groupes,
Que de rassemblements, de cortèges divers, –
Que de ligues, que de cliques, que de meutes, que de troupes!
Pour un tel inventaire il faudrait un Prévert.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Parmi les cris des loups on n’entend pas le mien.

Oui, la cause était noble, était bonne, était belle!
Nous étions amoureux, nous l’avons épousée.
Nous souhaitions être heureux tous ensemble avec elle,
Nous étions trop nombreux, nous l’avons défrisée.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Parmi les noms d’élus on ne verra pas le mien.

Je suis celui qui passe à côté des fanfares
Et qui chante en sourdine un petit air frondeur.
Je dis, à ces messieurs que mes notes effarent:
«Tout aussi musicien que vous, tas de bruiteurs!»

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Dans les rangs des pupitres on ne verra pas le mien.

Pour embrasser la dame, s’il faut se mettre à douze,
J’aime mieux m’amuser tout seul, cré nom de nom!
Je suis celui qui reste à l’écart des partouzes.
L’obélisque est-il monolithe, oui ou non?

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Au faisceau des phallus on ne verra pas le mien.

Pas jaloux pour un sou des morts des hécatombes,
J’espère être assez grand pour m’en aller tout seul.
Je ne veux pas qu’on m’aide à descendre à la tombe,
Je partage n’importe quoi, pas mon linceul.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Au faisceau des tibias on ne verra pas les miens.

122122-273915

 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δωδέκατο. Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2016

Κεφάλαιο δωδέκατο

Όπου η ημέρα τελειώνει, ο Εύελπις επιστρέφει στο κατάλυμά του και ο Οινοκράτης ταξιδεύει στο βασίλειο της Λήθης

MEANDOS-Ηρακλής

Δεν έχω χρόνο να σημειώσω λεπτομερώς τα όσα συνέβησαν σήμερα. Ας πω μόνον ότι αισθάνομαι ικανοποιημένος, γιατί έγιναν αποφασιστικά βήματα για να διαλευκανθεί η υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο. Και όχι μόνο. Έχουν προκύψει κι άλλα πράγματα, άλλες πληροφορίες, τη σημασία των οποίων πρέπει να κρίνει ο προϊστάμενός μου.

Υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία κι εγώ πρέπει τώρα να τα καταγράψω μαζί με τα βασικά συμπεράσματα. Αύριο, αφού πάρω την έγκριση του Καλλισθένη, πρέπει να στείλω συνεκτική αλλά σαφή έκθεση των γεγονότων προς το συμβούλιο των εταίρων στην Περσέπολη,  μέσω του Ευμένη. Αυτού του τύπου οι αναφορές καλό είναι να γίνονται  χωρίς χρονοτριβή. Αλλιώς ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να κατηγορηθείς ότι καθυστερείς εσκεμμένα και άντε μετά να ξεμπλέξεις… (είναι πια επιβεβαιωμένο ότι οι καλοθελητές δεν λείπουν).

Έδωσα ήδη εντολή στον Ευρυμέδοντα να είναι έτοιμος για αναχώρηση αύριο κιόλας, νωρίς το πρωί.

Όμως δε μπορώ να εμποδίσω μια συνεπαγόμενη σκέψη που αναδύεται και με αναστατώνει: αυτό σημαίνει ότι θα επιστρέψει στη Περσέπολη και η μικρή ακόλουθος. Όχι πως με ενδιαφέρει το διασκεδαστικό Πουλχερίδιον, αλλά η εσπευσμένη επιστροφή της σημαίνει ότι πρέπει να γράψω με διαύγεια, με πειστικότητα, με αγάπη, αλλά και με ευγνωμοσύνη στην Θαΐδα. Απόψε.

Θα ‘θελα να είμαι πιο ξεκούραστος. Θα ‘θελα να μπορώ να έχω χρόνο για να εκφράσω πειστικά ένα σωρό συναισθήματα και αποχρώσεις που ακόμη δεν έχω βάλει σε αρκετή τάξη ώστε να μπορώ να τις εξωτερικεύσω με λίγες γραπτές φράσεις. Θα ‘θελα να μπορώ να της μιλήσω από κοντά, θα ‘θελα να της μιλώ και να παρακολουθώ το  ωραίο της πρόσωπο, να διαβάζω εκεί όσα τα δικά της λόγια δεν θα μου πουν. Θα ‘θελα  να την κάνω να καταλάβει ότι για μένα ήταν, είναι και θα είναι σημαντική.

Ίσως θα έπρεπε όλα αυτά, απλώς, να τα έχω ήδη κάνει, καιρό πριν.

Έστω, αλλά απόψε πρέπει να της γράψω. Αμέσως μετά τη σύνταξη του σκελετού της αναφοράς.

Παρά τη κούραση, με περιμένει ξενύχτι και διαισθάνομαι ότι μόνο ο Οινοκράτης με τα θαυματουργά του αφεψήματα μπορεί να με βοηθήσει.

Ας πω με την ευκαιρία ότι σήμερα ο Οινοκράτης με εξέπληξε ακόμη μια φορά. Θετικά. Όχι, βέβαια γιατί ξεπετάχτηκε μπροστά μου μαζί με τον αστείο φίλο του μέσα στο θησαυροφυλάκιο, εκεί που δεν τον περίμενα και παρά λίγο να τον τρυπήσω με το σπαθί μου, αλλά γιατί ακόμη μια φορά αυτοσχεδίασε και πήρε πρωτοβουλίες που έφεραν αποτελέσματα. Και εδώ που τα λέμε δεν δίστασε να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Αν τον έπιαναν οι ένοπλοι του τεμένους, το λιγότερο θα τον έσπαζαν στο ξύλο, για να μη πω τι θα μπορούσε να του συμβεί αν οι σωματοφύλακες του Άρπαλου έπαιρναν χαμπάρι ότι τους παρακολουθεί.  Ήταν γενναίος και κατά συνέπεια τυχερός: όχι μόνο βρήκε διέξοδο από τη φωλιά των συνωμοτών, αλλά και ανακάλυψε το σημείο από το οποίο εισέβαλαν στο θησαυροφυλάκιο οι μαυροφόροι και απ’ όπου, στη συνέχεια, απέδρασαν οι επιζήσαντες.

Greek-Persian_duel

Τον Οινοκράτη πρέπει να τον αξιοποιήσουμε καλύτερα.  Μετά το δείπνο, που ζήτησα κατ’ εξαίρεση να κάνουμε απόψε όλοι μαζί, (εγώ, οι δύο φιλοξενούμενοι, ο Οινοκράτης και ο χοντρουλός ντόπιος φίλος του) του έδωσα τα συγχαρητήριά μου για τις πληροφορίες, καθώς και για την ανακάλυψη της υπόγειας σύνδεσης του Θησαυροφυλακίου με τον λαβύρινθο του υπεδάφους. Μου απάντησε ότι στεναχωρήθηκε που δε μπόρεσε ν’ ακούσει (¨γαμώ το¨ είπε, ¨είχα και τον φίλο μου για τη μετάφραση μαζί!¨) τι έλεγαν στην περίφημη αυτή ¨συγκέντρωση¨.

Του είπα ότι αυτά που κατάφερε ήταν υπεραρκετά και τον ρώτησα πώς αλλιώς θα μπορούσα να τον ανταμείψω. Μου απάντησε πως  αυτού του είδους τα καθήκοντα τα ευχαριστιέται και ότι του αρκεί να είναι μου χρήσιμος.

Ανεξάρτητα από το τι θα κάνω γι αυτόν στο μέλλον, ευτυχώς θυμήθηκα ότι υπάρχει κάτι που του αρέσει και που θα μπορούσα να του το προσφέρω άμεσα. Πήρα από το συρτάρι με τη γραφική ύλη το κλειδί που είχα κρύψει εκεί, ξεκλείδωσα το κατάλληλο φοριαμό, βρήκα τον αμφορίσκο με το προσφιλές του ντόπιο ποτό και του το επέστρεψα.

Χαμογέλασε μέχρι τ’ αυτιά και με ρώτησε αν θα ήθελα να κάνουμε μαζί μια πρόποση. Του υπενθύμισα ότι αν θέλει να τσουγκρίσουμε τους κύλικές μας, είναι προτιμότερο να μου φτιάξει κάτι που να με κρατήσει ξύπνιο. Απευθύνθηκε στους άλλους παρόντες, αλλά ατύχησε. Ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον εν όψει και της αυριανής τους αναχώρησης είχαν άλλα σχέδια για το υπόλοιπο της βραδιάς, ενώ ο στρουμπουλός φίλος του είχε ήδη αρχίσει να ροχαλίζει στραβοβολεμένος στην κόγχη ενός γωνιακού πάγκου.

Ο Οινοκράτης τράβηξε μια γερή γουλιά στην υγειά μου και εξαφανίστηκε στον χώρο παρασκευής εδεσμάτων για να μου ετοιμάσει  το θαυματουργό του ενεργειακό ελιξίριο.

***

aee9b-_

Εκείνο το βράδυ ο πολυπράγμονας (μεταξύ άλλων χαχομοπαραγωγός και χαχομοκαταναλωτής) Οινοκράτης ονειρεύτηκε. Ήταν κι αυτό ένα ενύπνιο κάπως περίεργο. Ιδού πως το διηγήθηκε στο Πουλχερίδιο, μόνο σ’ αυτό, όταν το ξεμονάχιασε για λίγο το επόμενο ξημέρωμα, λίγο πριν την αναχώρησή της για την Περσέπολη.

Είδα που λες Πουλχερίδιον, ότι ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου και δε θυμόμουνα ούτε ποιος είμαι, ούτε πού είμαι, ούτε γιατί είμαι. Καλά, αυτό το τελευταίο δε το ξέρω ούτε τώρα, αλλά που θα πάει, με τόσους φιλόσοφους που συναναστρέφεται ο αφέντης μου, αργά η γρήγορα θα καταφέρω να το μάθω.

Ήμουνα που λες σ’ έναν παράξενο τόπο, ούτε θαμπό, ούτε ομιχλώδη όπως συμβαίνει συνήθως στα όνειρά μου, αλλά κατά κάποιο τρόπο υπερβολικά διαυγή, χρωματιστό και συγκεκριμένο. Κάπως σαν η πραγματικότητα να ήταν ένα τεράστιο ψηφιδωτό και να την είχε σχεδιάσει, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, ένας υπερβολικά επιμελής ζωγράφος με δισεκατομμύρια λαμπερές ψηφίδες.

Ήμουν σε κάτι σαν μεγάλη πλατεία. Είχε και λίγα δέντρα εδώ κι εκεί με μια πινακίδα φυτεμένη μπροστά σε καθένα απ’ αυτά πρέπει να αναγραφόταν εκεί το όνομά τους, κάτι σαν επιτάφια επιγραφή, σαν να ήταν τα τελευταία του είδους τους.

αρχείο λήψης

Σ’ αυτόν τον κόσμο συνέβαιναν πράγματα απίθανα.

Γύρω μου κυκλοφορούσαν άνθρωποι πολλοί… ο καθένας μόνος του.

 Άνθρωποι; Τι λέω; Εγώ δεν καταλάβαινα τι ήταν. Σου είπα, δε θυμόμουνα τίποτα, κενό! Η μνήμη μου ήταν σαν άμμος. Άμμος ακίνητη, όπου όσο κι αν έσκαβα δεν έβρισκα  τίποτα!

Τους κοίταξα πιο προσεκτικά και μου φάνηκε πως είναι θεοί. Μόνο που δε φανταζόμουνα πως οι θεοί είναι τόσοι πολλοί! Τους είχα για λιγότερους.

Μη γελάς Πουλχερίδιον, έχω ξαναδεί θεούς στον ύπνο μου. Κάπως αλλιώτικους.

Κοίτα, αυτοί εδώ φορούσαν ρούχα πολυτελή και πολύχρωμα άνδρες και γυναίκες -δύσκολο να τους ξεχωρίσεις- όλοι πάνω κάτω τα ίδια. Κι έπειτα είχαν άρματα τετράτροχα, που πήγαιναν μόνα τους, χωρίς άλογα ή άλλα ζώα… Και, άκου να δεις:  αντί για άλογα μερικοί ίππευαν δύο ενωμένους τροχούς, όχι δίπλα δίπλα, όπως στα δικά μας κάρα, αλλά ο ένας τροχός μπροστά και ο άλλος πίσω! Κι όμως, μ’ ένα μαγικό τρόπο αυτές οι δίτροχες κατασκευές έστεκαν όρθιες και είχαν κι αναβάτες… Και μάλιστα έτρεχαν!

mobile

Ένα άλλο πράγμα που μου φάνηκε αλλόκοτο ήταν πως σχεδόν όλοι κρατούσαν στα χέρια τους μικρά πλατιά κυτία. Σ’ αυτά τα μικρά κυτία απευθύνονταν και μιλούσαν. Ναι, τους μιλούσαν με όλων των ειδών τις εκφράσεις: αδιάφορα, έντονα, χαμογελαστά, άγρια, εμπιστευτικά, μελιστάλαχτα, απειλητικά, κρύα, ένθερμα, με υπονοούμενα, με ζέση, με καημό, με…Τέλος πάντων μου φάνηκε ότι, αν και αυτά τα όντα μισούσαν τις συντροφιές και τις παρέες και ο ένας άφηνε τον άλλο παγερά αδιάφορο, με το κουτάκι είχαν σχέσεις συναισθηματικές!

¨Τι υποκατάστατο!¨,  είπε μια φωνή μέσα μου και μετά εγώ είπα: ¨Ας είναι ο, τι θέλουν. Θα τους μιλήσω¨.

Προσπάθησα.

Δεν πήρα καμία απάντηση. Μερικοί με αντιμετώπισαν σαν να μην άξιζα καμία προσοχή, καμία σημασία. Μερικοί δε με πρόσεξαν καν. Καναδύο μου επέδειξαν το κουτάκι τους πάνω στο οποίο φωσφόριζαν κάτι διασταυρούμενες γραμμές, λες κι αυτό θα μπορούσε να απαντήσει στην απορία μου: πού είμαι; Μετά αδιαφόρησαν κι αυτοί.

Δεν ήξερα τι να κάνω Πουλχερίδιον, αλλά όπως (αν δεν ξέρεις) θα μάθεις, ο Οινοκράτης διαθέτει υπομονή και επιμονή αρκετή για να βγάζει πέρα όταν είναι ξύπνιος σκέψου τι μπορεί να κάνει όταν ονειρεύεται!

Σκέφτηκα ότι αυτοί εδώ οι τύποι δε μιλάνε μεταξύ τους, γιατί τους απαντάει σε όλα το κουτί! Ίσως πιο έγκυρα! Ίσως πιο έγκαιρα!

Ίσως θα μπορούσε να απαντήσει και σε μένα!  Οπότε… picture-001

Οπότε, το έκλεψα!

Ποιο; Μα το κουτάκι. Ήταν ένας που καθόταν λίγο παρακεί σ’ ένα δημόσιο κάθισμα, στην πλατεία. Τον πήρε ο ύπνος μετά το τέλος μιας ατέλειωτης συνομιλίας με το κυτίο. Πλησίασα ανάλαφρος και το έβγαλα απαλά από το θυλάκιο του αμπέχονού του.

Μετά το ‘βαλα στα πόδια και χώθηκα σ’ ένα άλσος με ανώνυμους ασθενικούς θάμνους, δίπλα στην πλατεία. Σταμάτησα μόνον όταν μου φάνηκε πως είμαι αρκετά απαρατήρητος, αν όχι μόνος.

 

Το κυτίο ήταν μια σπιθαμή μικρό και είχε πάνω του παράξενα χρωματιστά σχέδια. ¨Πού είμαι;¨ του λέω. Τίποτα αυτό. ¨Τι κάνω εδώ πέρα; Γιατί αυτοί εδώ μιλάνε μόνο με σένα; Γιατί δε μου μιλάς;  Το ξέρω πως μπορείς να μιλάς, σε πήρε τ’ αυτί μου προηγουμένως που μίλαγες…¨

Πήρα να πασπατεύω τις δύο πλατιές του επιφάνειες. Η μία ήτανε λεία. Η άλλη πάνω της είχε μικρές ανεπαίσθητες ανωμαλίες. Ξαφνικά, αυτό το ορθογώνιο πλακίδιο, ας το πούμε έτσι, άρχισε να ηχεί και να χοροπηδάει μεσ’ στα χέρια μου. Μού ήρθε κόλπος και δε ξέρω πώς και δεν ξύπνησα!

Θα ξυπνούσα σίγουρα, αν δεν αισθανόμουν κάτι το απαλό, το καθησυχαστικό, να αγγίζει το χέρι μου! Σήκωσα τα μάτια από το αναθεματισμένο κουτί.

250px-Mnemosyne_(color)_Rossetti

Μια γυναίκα, μια θεά, στεκότανε δίπλα μου! Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Ήταν όμορφη σαν κι εσένα! Σου έμοιαζε.

¨Ποια είσαι;¨ της λέω.

¨Η Λήθη¨ μου λέει. ¨Και αυτό εδώ είναι το βασίλειό μου¨.

Κατάλαβες Πουλχερίδιον; Ήταν η θεά Λήθη. Και σου έμοιαζε! Ξέρω γιατί, και θα σου το πω κι ας είναι πρωί, άρα ώρα ακατάλληλη. Γιατί κι εσύ, όπως και εκείνη, μπορείς να κάνεις τους άντρες να ξεχνάνε. Τα πάντα! Μη γελάς, αυτό θα σου το εξηγήσω μια άλλη στιγμή.

Την κοιτάζω, που λες  παραξενεμένος… και γοητευμένος!

¨Ναι¨,  μου λέει, ¨τα βρήκα επιτέλους μαζί της!¨

¨Με ποια;¨ ρωτάω, γιατί τώρα που έχω κάποιον να απαντάει θέλω να τα μάθω όλα.

¨Με την ξαδέλφη μου, με ποια άλλη. Την Μνημοσύνη! -την φωνάζουν και Μνήμη, αλλά εγώ τη λέω Μιμή. Δεν είναι πραγματική εξαδέλφη μου αλλά, τι τα θες, όλοι εμείς οι θεοί είμαστε λίγο πολύ συγγενείς… μακρινά ξαδέλφια¨.

¨Ήσασταν τσακωμένες;¨

¨Κοίτα, κολλημένη εκείνη – ανάλαφρη εγώ, αδυσώπητη εκείνη – επιεικής εγώ, σχολαστική εκείνη – ανέμελη εγώ… ήταν φυσικό να έχουμε διαφορές.

Εκείνη βέβαια μεγαλοπιάνεται. Ισχυρίζεται πως κατάγεται κατευθείαν από τον γεννήτορα των Θεών, τον Ουρανό και ότι τις κόρες της (κάτι κοσμικές καλλιτεχνίζουσες) τις έχει κάνει με το Δία. Έτσι λένε όλες! Έτσι διαδίδει κι αυτή, μόνο που ετούτη, έτσι και σφηνώσει κάτι στο μυαλό των θνητών, δεν μπορώ να το ξεβιδώσω ούτε καν εγώ. Τέλος πάντων, δυσκολεύομαι¨. 

¨Και τώρα τα βρήκατε; συμφιλιωθήκατε;¨

¨Έβαλε ένα χέρι κι ο Ήφαιστος¨

¨Ο σιδηρουργός;¨

¨Ο μέγας τεχνουργός και τεχνοκράτης! Επινόησε έναν νέο χώρο, όπου η μνήμη μπορεί να βασιλέψει από μόνη της όσο θέλει, μ’ όποιο τρόπο της αρέσει, να αποθηκεύει ο, τι θέλει, όσα θέλει, σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Και εγώ συμφώνησα: ας πάει εκεί κι ας κάνει ό, τι της κατεβεί. Αρκεί τελικά να μου αφήσει τους θνητούς απερίσπαστους, στη διάθεσή μου¨. 

¨Και εκείνη δέχτηκε;¨

¨Έβαλε έναν όρο. Για ένα διάστημα να ελέγχει τη μνήμη του καθενός από μακριά, πράγμα που έγινε δυνατό χάρη σ’ αυτή την επινόηση του Ήφαιστου που κρατάς στο χέρι σου¨.

hfaistos

Ανασήκωσα το κυτίο και το παρατήρησα με περισσότερο ενδιαφέρον.

¨Κι εσύ;¨ τη ρώτησα.

¨Α, μα αυτό το κουτί με βολεύει! Οι δικοί μου ξεχνάνε πιο εύκολα τώρα. Είναι καθησυχασμένοι. Πιστεύουν ότι μπορούν να ‘χουν εμπιστοσύνη στις τέχνες του Ήφαιστου. Χα! Τον τελευταίο καιρό ο Χωλός ο Κερασφόρος (λέμε τώρα) παράγει άφθονα τεχνο-μπιχλιμπίδια κι έχει μεγάλη πέραση¨.

¨Σε βρίσκω πολύ γοητευτική¨ της λέω Πουλχερίδιον, γιατί σου έμοιαζε.

¨Α, όπως και να το κάνουμε είμαι πολύ πιο σαγηνευτική από την κολλημένη την Ξαδέλφη. Έτσι είμαστε όλοι στο σόι μου¨.

¨Το σόι σου; ποιο είναι το σόι σου;¨

¨Τι; Δε το ξέρεις;

Η μητέρα μου είναι η Έριδα, εκείνη με το μήλο. Αδελφός μου είναι ο Ύπνος στην αγκαλιά του οποίου βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή, γι αυτό μπορώ κι επικοινωνώ μαζί σου με άνεση… και τον άλλο μου αδελφό δεν τον γνώρισες ακόμη, αλλά που θα πάει… θα τον γνωρίσεις. Είναι ο Θάνατος¨.

Άφησε ένα κρυστάλλινο γέλιο που σιγά σιγά έγινε απόμακρος ανησυχαστικός απόηχος και εξαφανίστηκε.

danteinriverlethe

Ένα μικρό κρυστάλλινο γελάκι εξέπεμψε και το Πουλχερίδιον και εξαφανίστηκε κι αυτό, προκείμενου να ολοκληρώσει τις τελευταίες λεπτομέρειες της προετοιμασίας των αποσκευών της για το ταξίδι.

(Τέλος του τρίτου μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Οι αγορές είναι ο Διάβολος, οι αγορές είναι ο Θεός (Το τραγούδι των αγορών)

Posted by vnottas στο 4 Αυγούστου, 2015

xrimatistirio-anodos-general

 Το τραγούδι/πεζό που προσάρμοσα αυτή τη φορά στα ελληνικά είναι ¨Il mercato¨ του Giorgio Gaber  και του Sandro Luporini. Η ¨Αγορά¨ τραγουδήθηκε σε διαφορετικές παραπλήσιες εκδοχές ανάμεσα στο 1997 και το 2000 και συμπεριλαμβανόταν στα τραγούδια του άλμπουμ με τίτλο ¨Un’Idiozia Conquistata a Fatica¨ (Μία βλακεία που αποκτήθηκε με κόπο). Στο ίδιο άλμπουμ υπάρχει και το τραγούδι ¨Il Conformista¨ που σας έχω ήδη μεταφράσει/προσαρμόσει εδώ

*

Το τραγούδι των αγορών

 

Χορός:

Οι αγορές είναι το δαιμόνιο,

οι αγορές είναι θεός

οι αγορές είναι ο Διάβολος

οι αγορές είναι ο Θεός

*

Οι αγορές είναι / κάτι παράξενα ζώα

μα καθόλου αθώα / π’ ολοένα παχαίνουν

κι ολοένα γεμίζουν / και με άμετρο τρόπο

μια γυναίκα θυμίζουν / με κοιλιά φουσκωμένη

συνεχώς γκαστρωμένη, /  από μόνη της όμως!

*

Οι αγορές είναι / σα μωρά χαϊδεμένα

παχουλά και θρεμμένα  / πλαστικο-εγχειρισμένα

που χωρίς παραμάνα / τις δίπλες τους τρέφουν

χωρίς όνειρα αντέχουν / και εν τέλει υπερέχουν

αφού έχουν για  ε / κκολαπτήρα εσένα!

Τραγουδιστής:

Η κιθάρα ηχούσε

την ψυχή και το σώμα κάθε νότα τρυπούσε

σαν οργής ουρλιαχτό,

…αλλά και σαν αγάπης τραγούδι κρυφό.

Ο ρυθμός της, ονειρικός,

ανεβαίνει στη σάρκα, στη ψυχή, πυρετός.

Ειν’ γεμάτη ευθυμία και κόσμο η σάλα

κι είμαι ’γω βασιλιάς μοναχός!

*

Η κιθάρα αντηχούσε

-μαγική συνουσία-

απ’ τις σπάνιες στιγμές που νομίζεις πως ξέρεις

ποια ειν’ η ουσία

ποια ειν’ η ουσία

ποια ειν’ η ουσία.

images (7)

Η κιθάρα αντηχούσε

συνεχώς, δίχως τέλος,

κι όλοι ‘νοιώθανε λευτερωμένοι

κι όμως, στων αγορών τις κρυφές αλυσίδες

(χέρια πόδια) ήταν όλοι δεμένοι

Χορός:

Οι αγορές είναι δαιμόνιο

οι αγορές είναι θεός

οι αγορές είναι ο διάβολος

οι αγορές είναι ο Θεός

*

Οι αγορές μοιάζουν

με καρχαρίες που αδέσποτοι αλωνίζουν

κι ανήλεοι, χωρίς ενδοιασμούς

αφού κατασπαράξουν τους εχθρούς

ο ένας τον άλλον τελικά καταβροχθίζουν

*

Φούσκες κατάληξαν οι αγορές

με πυροκροτητή συνδεδεμένες

πάνω σε λόμπι και κυκλώματα στημένες

Βόμβες στα χέρια των πιο ¨μυημένων¨

είτε με ¨νόμους¨ είτε μ’ αρπαγή

τελειώνουν με σφαγή των ηττημένων

*

Τραγουδιστής:

Πετούσε η μηχανή

στον άνεμο το σώμα μου παλλόταν

μια αίσθηση ζωής με διαπερνούσε,

τον πόνο, την φθορά, το σώμα μου ξεχνούσε

και η Αθανασία

κάπου εκεί στο πλάι μου βρισκόταν

images (46)

Μεγάλη η έξαρση… πώς να την περιγράψεις;

στην άσφαλτο να ρέει η μηχανή, εγώ στα ηνία,

μια ασύλληπτη διέγραφα πορεία

και ζούσα μια απερίγραπτη ευφορία

*

Έτρεχε η μηχανή με ‘μένα στο τιμόνι

κι όμως εγώ ακόμη δεν κατανοούσα

πως ήμουνα μονάχα ένα πιόνι

σ’ ένα παιχνίδι ασφαλώς στημένο

στου Κέρδους το βωμό αφιερωμένο

*

Χορός:

Οι αγορές είναι δαιμόνιο

οι αγορές είναι θεός

οι αγορές είναι ο διάβολος

οι αγορές είναι ο Θεός

 

Αφηγητής:

Αυτές. Οι αγορές. Είναι παντού. Τίποτα δεν τους διαφεύγει. Είναι άπληστες και αχόρταγες. Καθορίζουν τα πάντα καθημερινά. Οι πολιτικές διαμάχες έχουν γίνει μια πολυτέλεια, ένα παιχνίδι για τα σαλόνια, δεν υπάρχει κανείς, άτομο ή πολιτικός σχηματισμός που να μπορεί να αντισταθεί στη λογική αυτού του μεγάλου αόρατου καραγκιοζοπαίχτη που κινεί τον κόσμο μας.

Αλλά, εάν μια μέρα στα ξαφνικά οι αγορές εξαφανίζονταν; Εάν ξαφνικά βρισκόμασταν αποκλεισμένοι από αυτόν τον τέλειο μηχανισμό που βρίσκεται τόσο έξω από οποιαδήποτε ηθική; Κατά βάθος είναι Αυτές που πραγματοποίησαν τα όνειρα των πατεράδων μας και μας προμήθευσαν ευμάρεια και πλούτο. Πώς να το κάνουμε, στις μέρες μας μια χώρα που απορρίπτει την λογική τους, κινδυνεύει να γίνει μια φτωχή χώρα. Απ’ την άλλη, μια χώρα που την αποδέχεται με ανεμελιά, όχι μόνο κινδυνεύει την αύξηση της ανισορροπίας στη διανομή του πλούτου, αλλά, ακόμη χειρότερα, διακινδυνεύει την ολική εξαφάνιση των συνειδήσεων∙ σήμερα δε μπορούμε καν να ταχθούμε αποφασιστικά υπέρ ή κατά των αγορών! Απίστευτο!

Ίσως, μόνο αν γνωρίζουμε αυτό το αδιέξοδο, αν το έχουμε συνειδητοποιήσει, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα δίχως να απαιτούμε  να λύσουμε το πρόβλημα  με ένα ναι ή ένα όχι. Ιδού η μεγάλη πρόκληση∙ να μάθουμε να ζούμε χωρίς βεβαιότητες, αλλά όντας σίγουροι ότι κάτι μπορεί να γεννηθεί από την αντίφασή μας αυτή.

Τότε ίσως, πιθανώς ύστερα από μεγάλη προσπάθεια, θα βρούμε άλλες πηγές, άλλους πόρους, ίσως τότε θα μπορέσουμε ξανά να ονειρευτούμε, να στοχαστούμε, γιατί ο καθένας από μας δεν εξαφανίζεται, αντέχει στον σαματά και στην επικοινωνιακή καταιγίδα και μπορεί να αντέξει και να κινηθεί μέσα στην αμφιβολία που, εδώ που τα λέμε, ήταν ανέκαθεν το πεπρωμένο του ανθρώπου.

Τραγουδιστής:

Σιγά σιγά

ζωντανός επιστρέφεις

ενεργός, δυνατός πιο πολύ

κι είσαι έτοιμος πια να χαράξεις

μία άλλη, αλλιώτικη

διαδρομή

*

Γιατί

ο ¨καθένας από μας¨ δεν πεθαίνει

παρά νέες ιδέες γεννά

και μια μνήμη αρχαία

πίσω φέρνει ξανά:

πως έχει φτερά

πως έχει φτερά

πως έχει φτερά!

 *

Χορός:

Οι αγορές είναι δαιμόνιο

οι αγορές είναι θεός

οι αγορές είναι ο διάβολος

οι αγορές είναι ο Θεός

…Πως έχει φτερά

πως έχει φτερά

πως έχει φτερά…

***

*

Il Mercato

Il mercato è un mammifero strano
senza niente di umano è una cosa che cresce
che ogni giorno diventa più grosso
una crescita abnorme smisurata tutta forme
come una donna sempre incinta di se stessa.

Il mercato è un neonato opulento
ossequiato dal mondo è un bamboccio gonfiato
che ingrassa anche senza nutrice
non ha alcun bisogno né di cibo né di sogno
siamo noi tutti la sua grande incubatrice.

La chitarra suonava
ogni nota passava straziante dal petto e dal cuore
era un urlo di rabbia
però stranamente era anche un canto d’amore

Era un ritmo così sconvolgente
per il corpo per la mente
e la sala scoppiava di gente e di grande allegria
quella notte era mia.

La chitarra suonava
senza smettere mai
ed ognuno di noi si sentiva così liberato
senza rendersi conto
che anche lì si imponeva la follia del mercato

  1. coro: il mercato è il demonio il mercato è Dio.
    G. coro: il mercato è il demonio il mercato è Dio.

Il mercato è uno squalo gigante
sempre più onnipotente
così bieco e spietato non ha impedimenti morali
ha travolto il nemico nella furia del suo gioco
uno alla volta si è sbranato gli altri squali.

Il mercato è un ordigno innescato
un circuito completo
è la grande invenzione è l’atomica dei più potenti
è una competizione tra le più disumane
senza pietà per il massacro dei perdenti.
La mia moto correva
il mio corpo vibrava felice più forte del vento
è una grande emozione
sentirsi immortali anche fosse in un solo momento

Era un senso di grande furore che è difficile da spiegare
io volevo mordevo l’asfalto ero come in balia
di una grande euforia.

La mia moto correva ero solo al comando
mi sentivo fuori dal mondo così realizzato
senza rendermi conto che anche in me stravinceva
la follia del mercato.

  1. coro: il mercato è il demonio il mercato è Dio.
    G. coro: il mercato è il demonio il mercato è Dio.

Lui. Lui il mercato, è dovunque. Niente gli sfugge. È avido e insaziabile, non si accontenta mai. È Lui, che determina tutto con la sua quotidiana  presenza. Gli scontri politici sono diventati un lusso, un gioco da salotto, non c’è individuo né formazione politica che possa opporsi alla logica di questo grande invisibile burattinaio, che tira le fila del nostro mondo.
Ma se un giorno Lui di colpo sparisse? Se di colpo ci trovassimo esclusi da questo meccanismo perfetto così al da fuori di qualsiasi morale? In fondo è Lui, che ha realizzato i sogni dei nostri padri procurandoci benessere e ricchezza. Non c’é niente da fare, oggi come oggi un paese che rifiuta la sua logica, rischia di diventare un paese povero.
Un paese che l’accetta con allegria, non solo rischia l’aumento dello squilibrio nella distribuzione della ricchezza, ma peggio ancora, l’annientamento totale delle coscienze.
Insomma, un uomo oggi non ha neanche la possibilità di schierarsi decisamente a favore, o contro di Lui. Incredibile!
Forse, forse se lo si sa, se ne si è consapevoli, si può praticare questa realtà, senza pretendere di risolvere le cose con un sì o con un no. Ecco la grande sfida; allenarsi a vivere senza certezze, con la certezza che qualche cosa possa nascere da questa nostra contraddizione.
Allora forse, magari a fatica, troveremo altre risorse, allora forse si ritorna a sognare, a pensare, perché l’individuo non muore,
resiste fra tanto frastuono
e si muove nel dubbio
che in fondo è da sempre
il destino dell’uomo.

E pian piano ritorni a esser vivo
più presente più reattivo
la tua mente rivede affiorare in un mondo sommerso
un percorso diverso.

L’individuo non muore
cerca nuovi ideali
e riprova l’antica emozione
di avere le ali di avere le ali

coro: il mercato è il demonio
il mercato è Dio. (continua in sottofondo)

Di avere le ali
di avere la ali
di avere la ali

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

ΜΠΟΡΕΙΣ!  (όπως ανέκραζε, ενθουσιασμένος, ο νεοφιλελεύθερος ήδη από την εποχή της Θάτσερ και του Μπλερ)

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2015

Σας έφτιαξα μια ελεύθερη (εννοείται!) προσαρμογή στα ελληνικά του ¨Si può¨ των Giorgio Gaber και Sandro Luporini, που πρωτογράφτηκε το μακρινό 1976 και συμπεριλήφθηκε -ανανεωμένο σε ενθουσιασμό και επιχειρήματα- το 2001 στο άλμπουμ La mia generazione ha perso (Η γενιά μου έχασε).

 

 

ΜΠΟΡΕΙΣ!

 

Μπορείς, να ‘σαι λεύτερος σα τον αέρα, μπορείς

Μπορείς, η Ιστορία δεν πάει παραπέρα, μπορείς

*

ΕΓΩ;

Ό, τι θέλω επάνω μου βάζω

τα ταμπού με τη μία τα σπάζω

το ριζικό μου μόνο εγώ  τo ελέγχω

 το κινητό το πιο κουλ μόνο εγώ

το κατέχω

*

Μπορείς,

στον αγροτουρισμό, αμα θέλεις, ν’ ασχοληθείς

Μπορείς,

και στο βουδισμό (άμα λάχει) να προσηλυτιστείς

Μπορείς,

σε ριάλιτι παιχνίδι να μπλέξεις

Μπορείς,

και σαν άστρο -για λίγο-  να φέξεις

*

Ένα κάτι τι μοναχά θα σου φτάσει

και κανείς δε θα μπορεί να σε πιάσει

αρκεί ένα τοκ σόου σε άγριο ρυθμό

για να  ζωντανέψει ξανά μεσ’ στο ξεφωνητό

κάτι απ’ αυτό που εσύ ονομάζεις κουλτούρα

ή και

πολιτισμό

*

Άμα θες λεφτά, σου φτιάξαμε το Λόττο

Για σένα θα ‘χει πάντα και μπαστούνι 

και καρότο

Κάτι βομβαρδισμούς (καθώς πρέπει) φτάνει μόνο ν’ ανεχτείς

και θα μπορείς μετά να λες πως είσαι Μέγας

Ειρηνιστής

*

Μπορείς,

τον κάθε μύθο πια να ξεπεράσεις

Μπορείς,

τον κάθε τραβεστί ¨αισθητικά¨ να απολαύσεις

Μπορείς,

Τζιόβενο στα εξήντα να το παίξεις

Μπορείς,

σε πορνοστάρ τη γιαγιά σου να μετατρέψεις

*

Κάποτε είχαμε και Ιστορία

αγώνες λαϊκούς, τέχνη, παιδεία

ποιος άλλος θα μπορούσε επομένως

όλα να τ’ αλλάξει με το δικό μας μένος;

(άρκεσε να πνίξουμε την Ουτοπία!)

*

Μπορείς, να ‘σαι λεύτερος σα τον αέρα, μπορείς

Μπορείς, η Ιστορία δε πάει παραπέρα, μπορείς

*

Λευτεριά, λευτεριά, λευτεριά

Λευτεριά με το ζόρι…

*

Άλλαξες, δεν έχεις πια προκαταλήψεις

δεν έχεις πια θεό, αναστολή καμία…

Μα, να σου ο φόβος, να κι οι Αποκαλύψεις

(του Ιωάννη)

να σου κι ο Ίλιγγος που γδέρνει τις αισθήσεις

να σου κι η ¨παρά φύσει¨ επιθυμία

μια κάποια Ηθική να επινοήσεις!

*

Ουτοπία, ουτοπία, ουτοπία, πία, πία, πία…

*

Μπορείς τη μύτη (κι ό, τι άλλο) να τρυπήσεις

Μπορείς πολιτική να κάνεις με δημοσκοπήσεις

Μπορείς βυζιά και κώλους να ανανεώσεις

Μπορείς ν’ αλλάξεις φύλο, με μιας ή και με δόσεις

*

Σε κάθε ταραχή της κοινωνίας

καθένας λέει το μακρύ και το κοντό του

όλοι μας μέλη της μεγάλης Χορωδίας

κι αυτό θα γίνεται τουλάχιστον ως ότου

θα ξεπουλάμε ως ¨συρμό¨ τη δυστυχία

*

Μπορείς

στα γυμναστήρια να χτυπιέσαι κάθε μέρα

Μπορεί

των πορνοσάιτ να ‘χεις πάρει τον αέρα

Μπορεί

 πριν απ’ τις εκλογές,

-μία απ’ τα ίδια-,

να ανταλλάσουμε βρισιές σαν γνήσια αρχίδια

*

Μπορείς

 να στέλνεις λόγια τώρα πέρα ως πέρα

Μπορεί

του διανοούμενου να ‘κλεψες τη μανιέρα

κι αν άλλοι, άλλοτε, ζωγράφιζαν εικόνες

εσύ μπορείς τον Πανικό

να σπέρνεις στις οθόνες

***

Εν κατακλείδει…

Ενάντια στις ιδεολογίες όλες

-που ‘ναι κατάλοιπα παλιότερων καιρών-

η επινόηση που τώρα έχει ¨δέσει¨

(και μας αρέσει),

είναι η Χούντα αυτή εδώ των Αγορών

*

Μπορείς, να ‘σαι λεύτερος σα τον αέρα, μπορείς!

Η Ιστορία στοπ∙ δε πάει παραπέρα, μπορείς!

***

Αλλά… Πού ακούστηκε…;

Με όλες αυτές τις ελευθερίες που έχετε

να θέλετε να σκέφτεστε κι ελεύθερα;;;!!!

***

*

*

Si può

Si può siamo liberi come l’aria, si può.

Si può siamo noi che facciam la storia, si può.

 

Si può io mi vesto come mi pare

Si può sono libero di creare

Si può son padrone del mio destino

Si può ho già il nuovo telefonino, si può.

 

Si può occuparsi di agriturismo

Si può fare il tifo per il buddismo

Si può con un gioco televisivo

Si può inventare ogni giorno un divo, si può.

 

Basta uno spunto qualunque

E la nostra fantasia non ha confini.

Basta un talk-show un po’ scadente

E noi perpetuiamo allegramente

La creatività dei popoli latini.

 

Si può far miliardi con l’Enalotto

Si può esser vittima di un complotto

Si può far la guerra per scopi giusti

Si può siamo autentici pacifisti, si può.

Si può trasgredire qualsiasi mito

Si può invaghirsi di un travestito

Si può fare i giovani a sessant’anni

Si può far riesplodere il sesso ai nonni, si può.

 

Con alle spalle una storia esaltante

Di invenzioni e di coraggio

È naturale che poi siamo noi

Che possiamo cambiar tutto

A patto che ogni cosa vada sempre peggio.

 

Si può siamo liberi come l’aria, si può

Si può siamo noi che facciam la storia, si può.

Libertà, libertà, libertà

Liberta obbligatoria.

 

Sono assai cambiato sono così spregiudicato

Sono infedele sono matto posso far tutto.

Viene la paura di una vertigine totale

Viene la voglia un po’ anormale

Di inventare una morale.

 

Utopia… Utopia… Utopia…pia…pia…

 

Si può ricoprirsi di gran tatuaggi

Si può far politica coi sondaggi

Si può liberarsi e cambiare ruolo

Si può rinnovarsi le tette e il culo, si può.

Per ogni assillo o rovello sociale

Sembra che la gente goda.

Tutti che dicon la loro facciamo un bel coro

Di opinioni fino a quando

Il fatto non è più di moda.

 

Si può far ginnastica un’ora al giorno

Si può collegarsi coi siti porno

Si può a ridosso delle elezioni

Si può insultarsi come coglioni, si può.

 

Si può far discorsi convenzionali

Si può con il tono da intellettuali

Si può dare al mondo un messaggio giusto

Si può a livello di Gesù Cristo si può.

 

Contro il gran numero di ideologie

Che noi abbiamo rifiutato

L’unica grande invenzione davvero efficace

E che ci piace è

Questa dittatura imposta dal mercato.

 

Si può siamo liberi come l’aria, si può

Si può siamo noi che facciam la storia, si può.

 

…ma come, con tutte le libertà che avete

Volete anche la libertà di pensare?.

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Όταν ο Γιώργος Γκάμπερ ονειρεύτηκε τον Μαρξ

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2015

Το κείμενο γράφτηκε από τον Τζόρτζιο Γκάμπερ το μακρινό 1975 και είναι τμήμα του άλμπουμ «Ελευθερία υποχρεωτική». Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τότε, ήδη, ήταν κάπως προφητικό, αλλά και σήμερα, όπως και να το κάνουμε, διατηρεί μια γοητευτική επικαιρότητα.

Η μετάφραση είναι, ως επί το πλείστον, πιστή. Άλλαξα μόνο τον τόπο του ονείρου για την πιο εύκολη εξοικείωση του έλληνα αναγνώστη: αντί για Μιλάνο, Αθήνα.

cebcceb1cf81cebe_cf86cf89cf84cebfceb3cf81ceaccf86cebfceb9_cf83cebaceafcf84cf83cebf_301112

Il Sogno Di Marx

Όταν είναι κανείς φιλόσοφος δεν ονειρεύεται ποτέ στην τύχη.

Ήμουνα, λέει, ένα είδος Διογένη, με ένα φανάρι δυο χιλιάδες βατ, μια φωτογραφική μηχανή, και κάτι έψαχνα σε μια πόλη που, αν δεν είχε ομίχλη, θα μπορούσε να ‘ναι κι η Αθήνα. Ακούω μια φωνή από την καταχνιά, που μου λέει:

«Έτσι δεν πρόκειται να φωτογραφίσεις τίποτα, ποτέ!»

«Ποιος είστε κύριε;»

Εκείνος: «Ένας Γερμανός, περαστικός».

Σκέφτομαι εγώ: ¨Ο συνηθισμένος απαισιόδοξος της Σχολής της Φρανκφούρτης!¨. Αλλά, μπα!

Βγαίνει απ’ την ομίχλη ένας καλοβαλμένος κύριος με γένια και παρουσιάζεται: «Χαίρω πολύ, Κάρολος Μάρξ».

Ωωωω!… (έκπληξη)

«Βλέπεις παιδί μου…»

Πώς ¨παιδί μου;¨… Όλοι με φωνάζουνε σύντροφο κι έρχεται αυτός… κι αλλάζει ακόμη μια φορά το λεξιλόγιο;

«…δεν φτάνει μια φωτογραφική μηχανή και ο σωστός φακός… Κάνεις λάθος τους χρόνους, πίστεψέ με. Εγώ έχω κάποια εμπειρία με ό, τι κινείται!»

Κι εδώ που τα λέμε, αυτό είναι αλήθεια.

«Λοιπόν, να πως εκινείτο το όλον την εποχή μου: Κοίτα, εδώ ήταν το κεφάλαιο, εδώ οι τάξεις, η μπουρζουαζία, και τα λοιπά και τα λοιπά». Κι εγώ: φλάς!

Έχει γούστο ο Μαρξ όταν ζεσταίνεται… ε;  Μοιάζει με παπαράτσο! Όμως παίρνω κουράγιο και του λέω: «Κι εμείς, κι εμείς τα ίδια, κεφάλαιο, τάξεις, μπουρζουάδες… φλας!»

«Ωραίοι!»

«Ευχαριστώ!»

Ύστερα κατάλαβα ότι με το ¨ωραίοι¨ ήθελε να πει ¨μαλάκες¨… Με τρυφερότητα, εννοείται.

¨Είστε ωραίοι. Η μπουρζουαζία… δεν υπάρχει πια. Ή μάλλον, δε μετράει, θρυμματίστηκε!»

Α, όχι…, εδώ τσαντίζομαι… Ω θεέ μου, εξαφανίστηκαν οι αστοίκαι δεν το πήρα πρέφα;!… Και μάλιστα ειπωμένο απ’ αυτόν εδώ σε εξοργίζει, γιατί λέει ο άλλος: μας δούλευε ψιλό γαζί τόσα χρόνια τώρα.

Κι εγώ: «Συγγνώμη Μαρξ… Και τα αφεντικά, οι καπιταλιστές;»

Εκείνος με κοιτάζει, ωραίος, μ’ εκείνα τα μάτια που τα βλέπουν όλα: «Τα αφεντικά, τους καπιταλιστές… δεν τους βλέπω… με την έννοια ότι… γίνονται όλο και πιο πολύ απρόσωποι.»

«Φτου σου γκίνια! Μα εγώ έχω ανάγκη να πιαστώ από κάτι, έχω ανάγκη από σταθερά σημεία αναφοράς!»

«Μα τότε έπρεπε να ονειρευτείς τον Ιησού!»

«Δώσαμε, δώσαμε, ευχαριστώ… Μα πες μου δάσκαλε… η πάλη των τάξεων; … άσε μου τουλάχιστον την ταξική πάλη!»

Εκείνος, ατάραχος: «Η πάλη των τάξεων…»

«Πιο γρήγορα δάσκαλε!…»

«Η πάλη των τάξεων θα μπορούσε να είναι ακόμη σωστή…»

«¨Ωωω!»

«…εάν ήταν ξεκάθαρες οι τάξεις!»

«Μα πώς, δεν είναι ξεκάθαρες οι τάξεις;… Τότε δεν είσαι μαρξιστής! Συγνώμη που τ’ άρπαξα, Μαρξ, μου φαίνεσαι λιγάκι πολτός. Και ο ιμπεριαλισμός, ο ιμπεριαλισμός;»

«Τέλος πάντων…»

Πολύ ατάραχος το παίζει ο Μαρξ!

«Πες μου, ο ιμπεριαλισμός;»

«Άκου να δεις, το συζητούσα με τον Λένιν, τις προάλλες. Είναι εκεί πάνω και τον παρατηρεί… Είναι κάπως κολλημένος! Λέει πως η εικόνα είναι λίγο ασαφής και θέλει καλύτερη εστίαση. Μιλάει για Pax… για  Pax Americana… Λέει ότι η Ειρήνη κατάντησε χειρότερη από τον πόλεμο».

«Ναι, αυτό το είπε κι ο τρελός του χωριού. Κι έπειτα;, κι ύστερα;… δεν βλέπετε τίποτα άλλο; Τι κοιτάζεις τώρα; τι κοιτάζεις, αφού δεν υπάρχει πια τίποτα;»

«Δεν είναι αλήθεια, ο αγώνας υπάρχει ακόμα. Και μάλιστα οι εχθροί είναι πιο πολλοί από πριν. Αλλά παρουσιάζονται με άλλο τρόπο. Όλα είναι πιο… Τη βλέπεις την παραγωγή; Ήταν τόση δα… ένα κοριτσάκι. Πώς μεγάλωσε! Τι υγεία! Την θυμάμαι, εγώ… ένα κοριτσάκι, κι οι γονιοί της… κάνε αυτό, κάνε εκείνο!… Να τρελαίνεσαι.  Μία γυναίκα, αυτόνομη!, εννοείται, εννοείται. Πρέπει κάτι να κάνουμε…» Βγάζει έξω τη Λέϊκα… «…να κάνουμε κάτι, φλάς! Είναι όλα πιο… φλας!… ναι, σίγουρα… φλας! Ενδιαφέρον…φλας! κατάλαβα… Είναι όλα πιο…»

Και ο γέρος απομακρύνεται σεινάμενος  κουνάμενος αφήνοντάς με στη πιο μαύρη απελπισία.

«Το φιλμ, το φιλμ!… Μη φεύγεις!… Το φιλμ… να μου το στείλεις!»

Καταραμένος ξεροκέφαλος, κολλημένος,  με την αρτηριοσκλήρωσή του, να μου έρχεται εδώ να δει άν όλα κινούνται, να τραβάει στο ένα πεντηκοστό… πρόκειται για μανία, για μανία! Κι εγώ, που είχα καθαρές ιδέες, ακριβείς…

«Γράψε μου! Ναι, γράψε μου κάτι!»

*

Τι να πω, μπορεί να γίνει κι αυτό, μετά από δέκα χρόνια να πούμε, κάποιος να σηκώνεται το πρωί και, χωρίς να το πάρει χαμπάρι, να βρίσκεται στ’ αλήθεια χωρίς μπουρζουαζία, χωρίς τάξεις, χωρίς αφεντικά… αλλά μέσα στα σκατά πιο πολύ από πριν!

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Επιθυμία

Posted by vnottas στο 23 Ιουλίου, 2015

122330322-4767c83d-1d52-42fd-ba2a-3e8468faac30

Σας έφτιαξα μια απόδοση στα ελληνικά του τραγουδιού του Τζόρτζιο Γκάμπερ ¨Il desiderio¨. Οι στίχοι είναι γραμμένοι μαζί με τον Σάντρο Λουπορίνι.

Η Επιθυμία

Αγάπη,

δεν έχει νόημα με κάποιους να τα βάζεις

να τους κατηγορείς

για τούτο ή για κείνο

ή για άλλα πράγματα που δεν αξίζουν μία.

Αγάπη

όλα αυτά δεν έχουνε καμία σημασία

εκείνο που μας λείπει

το λένε ¨επιθυμία¨.

*

Η επιθυμία

απ’ όλα τ’ άλλα ειν’ πιο πάνω

είναι η αίσθηση του τώρα

είναι να ζεις μέσα σ’ αυτά που κάνεις, όλα,

κι όχι μονάχα στην αγάπη.

Επιθυμία είναι τις στιγμές να πλάθεις,

όταν το γέλιο κι η κουβέντα είναι χαρά∙

είναι η αίσθηση-ασπίδα στην ανία

και στη φθορά.

*

Η επιθυμία είναι, ναι,

το πιο σπουδαίο πράγμα

μια αναστάτωση που αδιόρατα γεννιέται

απ’ του ενστίκτου το μυστήριο βάθος.

Η πρώτη ώθηση να μάθεις, να γνωρίζεις.

Ενός ευαίσθητου φυτού η ρίζα

που αν ξέρεις να φροντίζεις

με τη ζωή σε δένει και το πάθος.

*

Αγάπη

για την φθορά μας, νόημα δεν έχει

νέα ονόματα να φτιάχνεις

οι λέξεις από μόνες δεν αρκούν

όσο κι αν ψάχνεις.

Αγάπη

ανάγκη δεν υπάρχει πια καμία

αφού εκείνο που μας λείπει

το λεν’ επιθυμία.

*

Η επιθυμία είναι

το πιο σπουδαίο πράγμα

μία φωνή περίεργη, ξαφνική

μια έλξη που χαμπάρι δεν την παίρνεις

μία γητειά  π’ ανέτοιμο σε βρίσκει,

να την ελέγξεις δεν τα καταφέρνεις

 δε ξέρεις τι ενέργεια αναλώνει

μα ήδη,  πριν το νοιώσεις, μεγαλώνει.

*

 Η επιθυμία είναι η ώθηση που έρχεται απ’ τα μέσα

φτιάχνει το αύριο σαν το τώρα έχει χαλάσει

είναι η μόνη μηχανή που στα τυφλά

κινεί την πλάση.

***

(Μία ανάγνωση)

*

Il Desiderio

Amore
non ha senso incolpare qualcuno
calcare la mano
su questo o quel difetto
o su altre cose che non contano affatto.

Amore
non ti prendo sul serio
quello che ci manca
si chiama desiderio.

Il desiderio
è la cosa più importante
è l’emozione del presente
è l’esser vivi in tutto ciò che si può fare
non solo nell’amore
il desiderio è quando inventi ogni momento
è quando ridere e parlare è una gran gioia
e questo sentimento
ti salva dalla noia.
Il desiderio
è la cosa più importante
che nasce misteriosamente
è il vago crescere di un turbamento
che viene dall’istinto
è il primo impulso per conoscere e capire
è la radice di una pianta delicata
che se sai coltivare
ti tiene in vita.

Amore
non ha senso elencare problemi
e inventar nuovi nomi
al nostro regredire
che non si ferma continuando a parlare.

Amore,
non è più necessario
se quello che ci manca
si chiama desiderio.

Il desiderio
è la cosa più importante
è un’attrazione un po’ incosciente
è l’affiorare di una strana voce
che all’improvviso ti seduce
è una tensione che non riesci a controllare
ti viene addosso non sai bene come e quando
e prima di capire
sta già crescendo.
Il desiderio è il vero stimolo interiore
è già un futuro che in silenzio stai sognando
è l’unico motore
che muove il mondo.

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά, VIDEO | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2015

αρχείο λήψης

Τίποτα για τον Άνθρωπο δεν ειν’ οριστικό:

Αδυναμία, δύναμη, ή καρδιά. Κι όταν ακόμη σ’ αγκαλιά

Τα χέρια ανοίγει, σταυρό θα σχηματίζει η σκιά.

Κι όταν την ευτυχία αγγίζει, την μαδά.

Να ’ναι η ζωή του πονεμένος χωρισμός, το ριζικό.

 [Γι αυτό θα πω]

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει.

 

Μοιάζει η ζωή του στους αφοπλισμένους μαχητές

Που γι άλλο πεπρωμένο είχαν ταχτεί

Τι κι αν ωραίοι ξεκινούν την άγουρη αυγή

Το βράδυ αβέβαιοι θα βρεθούνε, μοναχοί.

Αυτά τα λόγια πες Ζωή  μου και μη κλαις

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει

 

Όμορφη κι ακριβή μου αγάπη, πληγή μου και ουλή

Μαζί μου σ’ έχω σαν πουλί τραυματισμένο

Κι αυτοί τριγύρω να κοιτούν με βλέμμα αλλοπαρμένο

Ψελλίζοντας ξανά   ό, τι έχω  εγώ για σένα υφασμένο

Κι όσοι για των ματιών σου σκοτωθήκαν το μελί

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει

 

Είναι αργά να μάθεις πώς να ζεις χωρίς καημούς

Κι ας κλαίν’ τη νύχτα οι καρδιές μας μ’ αρμονία

Κι ας τραγουδούν μ’ όση τους πρέπει δυστυχία

Και μ’ όση κρύβει ένα ρίγος νοσταλγία

Κι όσους χωράει μια κιθάρα στεναγμούς.

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει.

*

*

Σας έφτιαξα μια ακόμη απόδοση στα ελληνικά ενός τραγουδιού του Μπρασένς, μόνο που αυτή τη φορά οι στίχοι αποτελούν τμήμα ενός ποιήματος του Λουί Αραγκόν. Ακολουθεί το κείμενο του τραγουδιού στα γαλλικά. Περισσότερα προσεχώς.

aragon_image_1

Il n’y a pas d’amour heureux

Rien n’est jamais acquis à l’homme ni sa force
Ni sa faiblesse ni son coeur .Et quand il croit
Ouvrir ses bras son ombre est celle d’une croix
Et quand il croit serrer son bonheur il le broie
Sa vie est un étrange et douloureux divorce

Il n’y a pas d’amour heureux

Sa vie Elle ressemble à ces soldats sans armes
Qu’on avait habillés pour un autre destin
A quoi peut leur servir de se lever matin
Eux qu’on retrouve au soir désoeuvrés incertains
Dites ces mots Ma vie Et retenez vos larmes

Il n’y a pas d’amour heureux

Mon bel amour mon cher amour ma déchirure
Je te porte dans moi comme un oiseau blessé
Et ceux-là sans savoir nous regardent passer
Répétant après moi les mots que j’ai tressés
Et qui pour tes grands yeux tout aussitôt moururent

Il n’y a pas d’amour heureux

Le temps d’apprendre à vivre il est déjà trop tard
Que pleurent dans la nuit nos coeurs à l’unisson
Ce qu’il faut de malheur pour la moindre chanson
Ce qu’il faut de regrets pour payer un frisson
Ce qu’il faut de sanglots pour un air de guitare

Il n’y a pas d’amour heureux

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Παραγγελιά (La chiamavano Bocca di Rosa)

Posted by vnottas στο 7 Οκτωβρίου, 2014

Με το που τέλειωσαν οι καλοκαιρινές διαλείψεις, ασυνέχειες και διακοπές με παίρνει ο Θάνος τηλέφωνο, κι ανάμεσα σε άλλα (τέλους σεζόν) μου λέει:

– Μπαμπά, άκουσα ένα ωραίο τραγούδι του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ.

– Ποιο; τον ρωτάω.

-Το Bocca di Rosa, μου λέει.

– Ωραίο πράγματι, συμφωνώ.

– Πώς και δε το μετάφρασες με τα άλλα;

– Να σου πω την αλήθεια μια φορά το είχα αρχίσει, αλλά έχει πολλές μικρές στροφές και κάπου το άφησα ή με άφησε.

– Παραγγελιές δέχεσαι;

– Από σένα, άμα λάχει, ναι (το έχω ξανακάνει).

Κάπως έτσι, ανάμεσα στους αρχαίους με τους οποίους κάνω παρέα τον τελευταίο καιρό, εμφανίστηκε πάλι ο Φαμπρίτσιο.

Η προσπάθεια είναι προφανώς αφιερωμένη στο Θάνο.

images (25)

Η Ροδόστομη

Την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

τον έρωτα είχε πιο πάνω απ’ όλα!

την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

πολλοί από μας τη θυμούνται ακόμα.

*

Με το που φτάνει στη μικρή μας πόλη

από το τρένο σαν κατεβαίνει,

με μια ματιά καταλάβαμε όλοι

ότι δεν ήταν καμιά ιερωμένη!

*

Άλλη αγαπάει γιατί βαριέται,

άλλη για χρήμα μόνο αγαπιέται,

μα η Ροδόστομη, αν δεν κάνω λάθος,

ερωτευόταν  μόνο από πάθος!

*

Αλλά το  πάθος, μας παρασύρει

να ερωτευόμαστε πάντα με μένος

και δεν ρωτάμε ο αγαπημένος

αν είναι ελεύθερος ή παντρεμένος.

 *

Κι έτσι της πόλης μας οι κυράτσες

-εδώ που τα λέμε, πολύ δε θέλει-

στο «ρόδινο στόμα» ορμήσανε  όλες

γιατί τους στέρησε το μέλι.

*

Αλλά της πόλης μας οι σουσουράδες,

οι καρακάξες και τ’ άλλα είδη,

μια που δεν έχουν πολλή φαντασία

περιοριστήκανε στο βρισίδι.

 *

Σ’ όλους αρέσει να συμβουλεύουν

κι όλο μαθήματα να παραδίνουν

κι όλοι στη λένε για το καλό σου

κακό παράδειγμα σα δεν σου δίνουν.

 *

Έτσι μια γέρικη πια καλιακούδα

χωρίς παιδιά, δίχως επιθυμίες,

πήρε με κέφι την πρωτοβουλία

σωστές να δώσει οδηγίες.

 *

κι είπε σταράτα στις κερατωμένες

με φράσεις κοφτές και με λέξεις ψαγμένες:

¨Να πώς θα διορθώσουμε την αδικία:

Θα ειδοποιήσουμε την Εξουσία!¨

 *

Κι εκείνες πήγανε στον αστυνόμο

και του τα είπαν με λίγα  λόγια:

«Πιότερους έχει η τσούλα  πελάτες

κι απ’ της κυβέρνησης τα λαμόγια!»

 *

Και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι,

με τα γαλόνια, με τα γαλόνια

και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι

με τα γαλόνια και τα κορδόνια.

 *

Η τρυφερότητα δεν είναι μια αξία

που έχουν οι μπάτσοι αδυναμία,

μα εκείνη τη μέρα να πάρει το τρένο

τη συνοδέψαν  μ’ απροθυμία.

 *

Στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν όλοι,

από τον διάκο ως τον γεωπόνο,

στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν κι είχαν

στη φάτσα θλίψη, στα μάτια πόνο.

 *

Για να χαιρετίσουν αυτήν που για λίγο,

χωρίς ιστορίες, χωρίς απαιτήσεις,

για να χαιρετίσουν αυτή που για λίγο

χάρισε του έρωτα τις συγκινήσεις.

 *

Και μία φράση είχαν γραμμένη

με γράμματα μαύρα σε μια πινακίδα:

«Γλυκιά Ροδόστομη σε χαιρετάμε

μαζί σου  φεύγει η ανοιξιάτικη ελπίδα».

 *

Αλλά μια φήμη λίγο σκαμπρόζα

δεν έχει ανάγκη του τύπου την πρόζα

κι από σαΐτα ταχύτερη ακόμα

να που εξαπλώνεται στόμα με στόμα.

 *

Και να που στον άλλο σταθμό του τρένου

κόσμος πολύς από όλη τη χώρα

να  στέλνει φιλιά,  να στέλνει λουλούδια

να την καπαρώνει για λίγη ώρα

 *

Ως κι ο εφημέριος που δεν αρνιέται,

-μετά απ’ ένα γάμο ή μία κηδεία-

της ομορφιάς την εφήμερη δόξα,

την θέλει δίπλα του στη λιτανεία!

 *

Και με την Παρθένο στην πρώτη αράδα

και τη Ροδόστομη στη μέση του δρόμου

 στη μικρή πόλη γυρίζουν αντάμα

η Αγία Αγάπη κι η αγάπη εκτός νόμου.

***

images (24)

Εδώ με τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ

*

Κι εδώ με την Ορνέλα Βανόνι

…και μια ανάγνωση

images (28)

Bocca di Rosa

La chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore, metteva l’amore,
la chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore sopra ogni cosa.
*
Appena scese alla stazione
nel paesino di Sant’Ilario
tutti si accorsero con uno sguardo
che non si trattava di un missionario.
*
C’è chi l’amore lo fa per noia
chi se lo sceglie per professione
bocca di rosa né l’uno né l’altro
lei lo faceva per passione.
*
Ma la passione spesso conduce
a soddisfare le proprie voglie
senza indagare se il concupito
ha il cuore libero oppure ha moglie.
*
E fu così che da un giorno all’altro
bocca di rosa si tirò addosso
l’ira funesta delle cagnette
a cui aveva sottratto l’osso.
*
Ma le comari di un paesino
non brillano certo in iniziativa
le contromisure fino a quel punto
si limitavano all’invettiva.
*
Si sa che la gente dà buoni consigli
sentendosi come Gesù nel tempio,
si sa che la gente dà buoni consigli
se non può più dare cattivo esempio.
*
Così una vecchia mai stata moglie
senza mai figli, senza più voglie,
si prese la briga e di certo il gusto
di dare a tutte il consiglio giusto.
*
E rivolgendosi alle cornute
le apostrofò con parole argute:
«il furto d’amore sarà punito-
disse- dall’ordine costituito».
*

E quelle andarono dal commissario

e dissero senza parafrasare:
«quella schifosa ha già troppi clienti
più di un consorzio alimentare».
*

E arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi con i pennacchi
e arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi e con le armi.
*
Il cuore tenero non è una dote
di cui sian colmi i carabinieri
ma quella volta a prendere il treno
l’accompagnarono malvolentieri.
*
Alla stazione c’erano tutti
dal commissario al sagrestano
alla stazione c’erano tutti
con gli occhi rossi e il cappello in mano,
*
a salutare chi per un poco
senza pretese, senza pretese,
a salutare chi per un poco
portò l’amore nel paese.
*
C’era un cartello giallo
con una scritta nera
diceva «Addio bocca di rosa
con te se ne parte la primavera».
*
Ma una notizia un po’ originale
non ha bisogno di alcun giornale
come una freccia dall’arco scocca
vola veloce di bocca in bocca.
*
E alla stazione successiva
molta più gente di quando partiva
chi mandò un bacio, chi gettò un fiore
chi si prenota per due ore.
*
Persino il parroco che non disprezza
fra un miserere e un’estrema unzione
il bene effimero della bellezza
la vuole accanto in processione.
*

E con la Vergine in prima fila
e bocca di rosa poco lontano
si porta a spasso per il paese

l’amore sacro e l’amor profano.
***

images (27)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Σχετικά με την Ωραία Κοιμωμένη και το κακό πουλί

Posted by vnottas στο 19 Ιουνίου, 2014

¨Στη σκιά της καρδιάς της καλής μου»  Αυτός είναι, σε πιστή μετάφραση, ο τίτλος ενός ακόμη τραγουδιού του άφταστου μπάρμπα (tonton) Γιώργη: Σε ατμόσφαιρα βουκολική και μελωδία μεσαιωνικής μπαλάντας τραγουδάει το εγερτήριο φιλί προς την ωραία κοιμωμένη του δάσους. Φιλί που όμως δε αρκεί πάντοτε για να δημιουργηθούν τα ποθητά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα όταν  ανακατεύονται ξένα γκαντέμικα πουλιά που χαλάνε τη μαγεία.

Στις έξη τετράστιχες στροφές του τραγουδιού ο Μπρασένς επαναλαμβάνει, τραγουδώντας, τους δύο πρώτους στίχους. Στην απόδοση, επειδή χρειαζόμουν χώρο για τις πολυσύλλαβες ελληνικές λέξεις, ¨γέμισα¨ τις επαναλήψεις έτσι ώστε να χωρέσουν κάποιες νοηματικές αποχρώσεις που αλλιώς θα περίσσευαν και θα τις έκοβα. (Η βασική επιδίωξη παραμένει οι αποδόσεις να προσαρμόζονται – χωράνε- στη μελωδία)

sleeping-beauty-gustafson_jpg

Μες της καλής μου την καρδιά
Ξένο πουλί φτιάχνει φωλιά
Σαν καμωνόταν μια φορά
Πως ειν’ του δάσους η Κυρά
Πως είχε τάχα κοιμηθεί
Και στα σκοτάδια είχε χαθεί

Τότε κι εγώ γονατιστός
Στη γοητεία της πιστός
Φιλί αγάπης και γητειάς
Δίνω στο μέρος της καρδιάς
Νεράιδες σας παρακαλώ
Το νου σας να ’χετε κι εδώ

Μα το πανάθλιο το πουλί
Έκραξε με στριγκιά φωνή
¨Πιάστε τον κλέφτη, το φονιά¨
Κι ακούστηκε η στριγκλιά μακριά
Ποτέ, σα να ’ταν δυνατό,
Να θέλω Εκείνης το κακό

images (55)

Σάλος, αχός και σαματάς
Κι έφτασε κόσμος και ντουνιάς
Φτάσανε κι οι συγχωριανοί
Και ο πατέρας της μαζί
Την όμορφη να σώσουν νια
Από τον κλέφτη, το φονιά…

Τόση βοή και φασαρία
Διώχνει, σκορπίζει τη μαγεία
Το ξόρκι πια δε λειτουργεί
Τ’ ονείρου χάνεται η πνοή
Κι η όμορφη δεν αντιδρά
Στα χάδια μου και στα φιλιά

Είναι από τότε που ξανά
Πήρα τα δάση τα βουνά
Η λαβωμένη μου καρδιά
Σ’ έρωτες δεν πιστεύει πια
Το τόξο μου γερά κρατώ
Σ’ άγνωστους τόπους κυνηγώ

*

Η ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά

images (58)

A l’ombre du cœur de ma mie (bis)
Un oiseau s’était endormi (bis)
Un jour qu’elle faisait semblant
D’être la Belle au bois dormant

Et moi, me mettant à genoux (bis)
Bonnes fées, sauvegardez-nous (bis)
Sur ce cœur j’ai voulu poser
Une manière de baiser

Alors cet oiseau de malheur (bis)
Se mit à crier » Au voleur » (bis)
» Au voleur » et » A l’assassin »
Comm’ si j’en voulais à son sein

Aux appels de cet étourneau (bis)
Grand branle-bas dans Landerneau (bis)
Tout le monde et son père accourt
Aussitôt lui porter secours

Tant de rumeurs, de grondements (bis)
Ont fait peur aux enchantements (bis)
Et la belle désabusée
Ferma son cœur à mon baiser

Et c’est depuis ce temps, ma sœur (bis)
Que je suis devenu chasseur (bis)
Que mon arbalète à la main
Je cours les bois et les chemins

images (54)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Εγώ, αν ήμουνα Θεός…

Posted by vnottas στο 22 Απριλίου, 2014

(Οι πρώτες στροφές)

images (30)

Εγώ, αν ήμουνα Θεός

-και θα μπορούσα να ’μουν.

Αν όχι,

άλλος ποιος;

Εγώ, αν ήμουνα Θεός

δε θα με ’ρίχναν οι ελιγμοί των πονηρών

ερασιτέχνης δε θα  ήμουν αγαθός

μα θα ‘μουν πανταχού  παρών!

Θα ’μουν παντού τα πάντα να εποπτεύω,

να κριτικάρω, να κατασκοπεύω

τι κάνει ο κόσμος ο μικρός.

Ας πούμε, ο μπουρζουάς, ο βαρετός,

που μουρμουρίζει ό, τι κι αν του δώσεις

και αμαρταίνει,

πάντοτε με δόσεις.

Που ’ν μίζερος πολύ ο φουκαράς

τι κι αν το ξέρει πως:

έχει ο Θεός την έξη

να ‘ναι ακριβής σαν Σουηδός-

κι όμως ο αστός, ο μασκαράς,

θαρρεί ότι μπορεί να μετατρέψει

τα Κρίματα σε λάθη της σειράς

και ότι έτσι, εν τέλει, ο Θεός

θα παραβλέψει.

Γι αυτό κι εγώ,

αν ήμουνα Θεός,

παλιότερη θα διάλεγα εποχή.

Θεός αν ήμουν

θα προτιμούσα το αρχαίο πάθος, την αρχαία ορμή,

όπου είχε μίσος

κι έπειτα αγάπη

και το εχθρό ξεπλήρωνες μ’ οργή.

 *

Αλλά,

δεν έχω ακόμη ξεκινήσει

για την ουράνια γύρα,

καθώς μαζί σας με τραβάτε συνεχώς

στην κατρακύλα.

 * 

Και βέβαια, αν ήμουνα Θεός

σίγουρα δε θα ήμουν σφιχτοχέρης

σπαγκοραμμένος κι εξηνταβελόνης

στα υλικά να κάνω οικονομία,

να ’ν δεύτερης ποιότητας η λάσπη

κι οι ανθρώποι να μου βγαίνουν

κάπως σκάρτοι.

Κι όμως, αλίμονο, αυτό συχνά συμβαίνει

κι έτσι ο Θεός -Εγώ- πρέπει να στέλνει

κάποιον με οδηγίες κάθε τόσο,

αλλά καθώς σε σας αρέσουν οι ερμηνείες,

οι διαστρεβλώσεις κι οι δικολαβίες,

θα μ’ αναιρείτε

ό, τι κι αν σας δώσω.

 *

Αν ήμουνα εγώ Θεός

του γιου μου δε θα έκανα τα λάθη

και προπαντός,

αν ήτανε να μίλαγα γι Αγάπη

θα τα ’λεγα όλα λίγο πιο σαφώς.

Γιατί σ’ εσάς είναι γνωστό ότι αρέσει

να φλυαρείτε για Αγάπη διαρκώς

κι Αλληλεγγύη και Βοήθεια και άλλα…

κάπως σα γέροι από καιρό ξεμωραμένοι,

μα πίσω από τα λόγια τα μεγάλα

λίγη είναι η ουσία που απομένει.

 *

Τώρα, εσείς καμώνεστε

τη Γη πως αγαπάτε

κι ό, τι βυζαίνει απ’ αυτήν:

απ’ τ’ άγρια ζώα έως τα δελφίνια

-χώρια σκύλους και γάτες,

και καναρίνια-

Μα σαν κάποιος διαθέτει

τέτοιο απόθεμα αγάπης στο μανίκι,

η απορία  είναι λογική:

μα πώς στο διάβολο μπορεί

μόνο με τους ομοίους του

να ‘ναι τόσο καθίκι;

 * 

Εγώ, αν ήμουνα Θεός

θα ‘χα βγει απ’ τα ρούχα μου

και θα ’νιωθα αηδία

πιότερο απ’ όλα τ’ άλλα,

με την υποκρισία,

όταν για τους ανάπηρους και τους αδικημένους

μοστράρετε μια ψεύτικη, δήθεν ανησυχία.

Τα ’χω μ’ εκείνους

που για να δείξουν ότι είν’ ανθρωπιστές

και να κερδίσουνε στο Δήμο μια θητεία

φτιάχνουν διαβάσεις στις γωνιές και στις στροφές

Αλλά,

μέσα στης πόλης τα σκατά

μέσα στο χάος, μέσα στη βαβούρα,

τα έργα αυτά, κενά, μοναχικά 

ανακαλούν  μόνο νοθεία και φιγούρα.

Κι όμως, ύπουλοι σύμβουλοι,

εγώ ξέρω καλά,

πως όλους στην αράδα

τους δυστυχείς θα ρίχνατε ευχαρίστως

σ’ απύθμενο Καιάδα

giorgio-gaber (1) 

*

Αλλά,

δεν έχω ακόμη ξεκινήσει

για την ουράνια γύρα,

καθώς μαζί σας με τραβάτε συνεχώς

στην κατρακύλα.

*

Ο μουσικός μονόλογος Io se fossi Dio (Τζόρτζιο Γκάμπερ και Σάντρο Λουπορίνι), κυκλοφόρησε  το 1980 και λογοκρίθηκε αμέσως από όλα τα τότε ιταλικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Οι στίχοι θίγουν πολλά από τα κακώς κείμενα της εποχής και  είναι εμπνευσμένοι από το S’i’ fosse foco,  γνωστό αναγεννησιακό σονέτο του Cecco Angiolieri (το έχουμε ήδη παρουσιάσει στο ιστολογοφόρο μελοποιημένο από τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ –εδώ). Υπάρχουν περισσότερες της μιας εκδοχές του μονόλογου, καθώς ο Γκάμπερ στις θεατρικές μουσικές του περιοδείες προσάρμοζε το κείμενο, σχολιάζοντας τις τρέχουσες κάθε φορά πολιτικο-κοινωνικές καταστάσεις  Εδώ έχουμε βασικά την τελευταία εκδοχή (1991) που θίγει γενικότερες πληγές και προβλήματα της ιταλικής κοινωνίας, ενώ η πρώτη εκδοχή είναι στενότερα δεμένη με συγκεκριμένα γεγονότα της εποχής, όπως η δολοφονία του Άλντο Μόρο και άλλα. Σήμερα ανάρτώ μια προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά των πρώτων στροφών του μονόλογου. Για το υπόλοιπο, καθώς και για ορισμένα ενδιαφέροντα τμήματα του αρχικού κείμενου επιφυλάσσομαι να σας φτιάξω μια μετάφραση/προσαρμογή στο προσεχές μέλλον.

Ακολουθούν:

α. Μια ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά που σας έφτιαξα

και

β. Το πλήρες ιταλικό κείμενο

images (32)

Io
se fossi Dio
e io potrei anche esserlo
se no non vedo chi…
Io se fossi Dio non mi farei fregare dai modi furbetti della gente
non sarei mica un dilettante
sarei sempre presente
sarei davvero in ogni luogo a spiare
o meglio ancora a criticare, appunto
cosa fa la gente.

Per esempio il piccolo borghese
com’è noioso
non commette mai peccati grossi
non è mai intensamente peccaminoso.
Del resto poverino è troppo misero e meschino
e pur sapendo che Dio è il computer più perfetto
lui pensa che l’errore piccolino
non lo veda
o non lo conti affatto.Per questo io se fossi Dio
preferirei il secolo passato
se fossi Dio rimpiangerei il furore antico
dove si amava, e poi si odiava
e si ammazzava il nemico.

Ma io non sono ancora nel regno dei cieli
Sono troppo invischiato nei vostri sfaceli.

Io se fossi Dio
non sarei mica stato a risparmiare
avrei fatto un uomo migliore.
Sì, vabbè, lo ammetto
non mi è venuto tanto bene
ed è per questo, per predicare il giusto
che io ogni tanto mando giù qualcuno
ma poi alla gente piace interpretare
e fa ancora più casino.

Io se fossi Dio
non avrei fatto gli errori di mio figlio
e specialmente sull’amore
mi sarei spiegato un po’ meglio.
Infatti voi uomini mortali per le cose banali
per le cazzate tipo compassione e finti aiuti
ci avete proprio una bontà
da vecchi un po’ rincoglioniti.

Ma come siete buoni voi che il mondo lo abbracciate
e tutti che ostentate la vostra carità.
Per le foreste, per i delfini e i cani
per le piantine e per i canarini
un uomo oggi ha tanto amore di riserva
che neanche se lo sogna
che vien da dire:
ma poi coi suoi simili come fa ad essere così carogna…
k3936833
Io se fossi Dio
direi che la mia rabbia più bestiale
che mi fa male e che mi porta alla pazzia
è il vostro finto impegno
è la vostra ipocrisia.
Ce l’ho con quelli che per salvare la faccia
per darsi un tono da cittadini giusti e umani
fanno passaggi pedonali e poi servizi strani
e tante altre attenzioni
per handicappati sordomuti e nani.
E in queste grandi città
che scoppiano nel caos e nella merda
fa molto effetto un pezzettino d’erba
e tanto spazio per tutti i figli degli dèi minori.
Cari assessori, cari furbastri subdoli altruisti
che usate gli infelici con gran prosopopea
ma io so che dentro il vostro cuore li vorreste buttare
dalla rupe Tarpea.

Ma io non sono ancora nel regno dei cieli
sono troppo invischiato nei vostri sfaceli.

Io se fossi Dio
maledirei per primi i giornalisti e specialmente tutti
che certamente non sono brave persone
e dove cogli, cogli sempre bene.
Signori giornalisti, avete troppa sete
e non sapete approfittare della libertà che avete
avete ancora la libertà di pensare, ma quello non lo fate
e in cambio pretendete
la libertà di scrivere
e di fotografare.

Immagini geniali e interessanti
di presidenti solidali e di mamme piangenti
e in questo mondo pieno di sgomento
come siete coraggiosi, voi che vi buttate senza tremare un momento:
cannibali, necrofili, deamicisiani, astuti
e si direbbe proprio compiaciuti
voi vi buttate sul disastro umano
col gusto della lacrima
in primo piano.

Sì, vabbè, lo ammetto
la scomparsa totale della stampa sarebbe forse una follia
ma io se fossi Dio di fronte a tanta deficienza
non avrei certo la superstizione
della democrazia.

Ma io non sono ancora nel regno dei cieli
sono troppo invischiato nei vostri sfaceli.

Io se fossi Dio
naturalmente io chiuderei la bocca a tanta gente.
Nel regno dei cieli non vorrei ministri
né gente di partito tra le palle
perché la politica è schifosa e fa male alla pelle.
E tutti quelli che fanno questo gioco
che poi è un gioco di forze ributtante e contagioso
come la febbre e il tifo
e tutti quelli che fanno questo gioco
c’hanno certe facce
che a vederle fanno schifo.

Io se fossi Dio dall‚alto del mio trono
direi che la politica è un mestiere osceno
e vorrei dire, mi pare a Platone
che il politico è sempre meno filosofo
e sempre più coglione.
E’ un uomo a tutto tondo
che senza mai guardarci dentro scivola sul mondo
che scivola sulle parole
e poi se le rigira come lui vuole.

Signori dei partiti
o altri gregari imparentati
non ho nessuna voglia di parlarvi
con toni risentiti.
Ormai le indignazioni son cose da tromboni
da guitti un po’ stonati.
Quello che dite e fate
quello che veramente siete
non merita commenti, non se ne può parlare
non riesce più nemmeno a farmi incazzare.
Sarebbe come fare inutili duelli con gli imbecilli
sarebbe come scendere ai vostri livelli
un gioco così basso, così atroce
per cui il silenzio sarebbe la risposta più efficace.

Ma io sono un Dio emotivo, un Dio imperfetto
e mi dispiace ma non son proprio capace
di tacere del tutto.
Ci son delle cose
così tremende, luride e schifose
che non è affatto strano
che anche un Dio
si lasci prendere la mano.

Io se fossi Dio preferirei essere truffato
e derubato, e poi deriso e poi sodomizzato
preferirei la più tragica disgrazia
piuttosto che cadere nelle mani della giustizia.
Signori magistrati
un tempo così schivi e riservati
ed ora con la smania di essere popolari
come cantanti come calciatori.
Vi vedo così audaci che siete anche capaci
di metter persino la mamma in galera
per la vostra carriera.

Io se fossi Dio
direi che è anche abbastanza normale
che la giustizia si amministri male
ma non si tratta solo
di corruzioni vecchie e nuove
È proprio un elefante che non si muove
che giustamente nasce
sotto un segno zodiacale un po‚ pesante
e la bilancia non l’ha neanche come ascendente.
Io se fossi Dio
direi che la giustizia è una macchina infernale
E’ la follia, la perversione più totale
a meno che non si tratti di poveri ma brutti
allora sì che la giustizia è proprio uguale per tutti.

Io se fossi Dio
io direi come si fa a non essere incazzati
che in ospedale si fa morir la gente
accatastata tra gli sputi.
E intanto nel palazzo comunale
c’è una bella mostra sui costumi dei Sanniti
in modo tale che in questa messa in scena
tutto si addolcisca, tutto si confonda
in modo tale che se io fossi Dio direi che il sociale
è una schifosa facciata immonda.

Ma io non sono ancora nel regno dei cieli
sono troppo invischiato nei vostri sfaceli.

Io se fossi Dio
avrei una gran paura del futuro.
C’è un’aria di sgomento che coinvolge il mondo intero
una minaccia un tragico fermento
di popoli e di razze in via di assestamento.
Io come Dio logicamente
li vedo tutti da lontano
ma a dirla onestamente più che altro
io sono un Dio italiano
col gusto un po’ indiscreto di frugare
negli antri più segreti, più nascosti
del potere.

Se fossi Dio
vedrei dall’alto come una macchia nera
una specie di paura che forse è peggio della guerra
sono i soprusi, le estorsioni i rapimenti
è la camorra.
E’ l’impero degli invisibili avvoltoi
dei pescecani che non si sazian mai
sempre presenti, sempre più potenti, sempre più schifosi
è l’impero dei mafiosi.

Io se fossi Dio
io griderei che in questo momento
son proprio loro il nostro sgomento.
Uomini seri e rispettati
così normali e al tempo stesso spudorati
così sicuri dentro i loro imperi
una carezza ai figli, una carezza al cane
che se non guardi bene ti sembrano persone
persone buone che quotidianamente
ammazzano la gente con una tal freddezza
che Hitler al confronto mi fa tenerezza.

Io se fossi Dio
urlerei che questi terribili bubboni
ormai son dentro le nostre istituzioni
e anzi, il marciume che ho citato
è maturato tra i consiglieri, i magistrati, i ministeri
alla Camera e allo Senato.

Io se fossi Dio
direi che siamo masochisti e un po’ dementi
che i nostri governanti non li mandiamo via.
E ormai ci possono fare qualsiasi porcheria
possono rubare e ricattare, possono ammazzare
e vomitarci addosso
che tanto noi
li votiamo lo stesso.

Io se fossi Dio
direi che siamo complici oppure deficienti
che questi delinquenti, queste ignobili carogne
non nascondono neanche le loro vergogne
e sono tutti i giorni sui nostri teleschermi
e mostrano sorridenti le maschere di cera
e sembrano tutti contro la sporca macchia nera.
Non ce n‚è neanche uno che non ci sia invischiato
perché la macchia nera
è lo Stato.

E allora io
se fossi Dio
direi che ci son tutte le premesse
per anticipare il giorno
dell’Apocalisse.
Con una deliziosa indifferenza
e la mia solita distanza
vorrei vedere il mondo e tutta la sua gente
sprofondare lentamente nel niente.
Forse io come Dio, come Creatore
queste cose non le dovrei nemmeno dire
io come Padreterno non mi dovrei occupare
né di violenza né di orrori, né di guerra
né di tutta l’idiozia di questa terra
e cose simili.
Peccato che anche Dio
ha il proprio inferno
che è questo amore eterno
per gli uomini.

 

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μα πού πήγαν οι κηδείες οι παλιές;

Posted by vnottas στο 9 Ιανουαρίου, 2014

dia_de_los_muertos_esqueleto-28440


Είμαι της
άποψης που υποστηρίζει ότι γελάμε με ό,τι κατά βάθος φοβόμαστε: σε συλλογικό επίπεδο, για παράδειγμα, με τους τρελούς, τους γιατρούς, τις κακές πεθερές, τους βλάκες, και με τις κάθε λογής εξουσίες. Σε ατομικό επίπεδο τίποτα δεν εξορκίζει καλύτερα τον πόνο και το θάνατο, όσο το γέλιο. Αλλά και σε στοιχειωδέστερες καθημερινές καταστάσεις ισχύει το ίδιο: Ας πούμε πως βλέπεις κάποιον να σκουντουφλάει και να πέφτει. Το ¨μήνυμα¨ θα περάσει άμεσα από τους περίφημους νευρώνες ¨καθρέφτες¨ (εκείνους που αποτελούν τη βιολογική βάση της ταύτισης με τους άλλους, άρα και κάθε αλτρουισμού και κάθε κοινωνικής ή αισθητικής ¨συμμετοχής¨) που θα σε ταυτίσουν μαζί του και θα σε βάλουν αυτόματα σε κατάσταση στιγμιαίου συναγερμού (η γλίστρα μπορεί να απειλεί κι εσένα). Αλλά αμέσως μετά, όταν ο υπόλοιπος εγκέφαλος σε ειδοποιήσει ότι δεν κινδυνεύεις,  τότε το  γέλιο εκδηλώνεται ανακουφιστικά ιαματικό, βοηθώντας στην αποκατάσταση της ψυχραιμίας. Ίσως έτσι μπορέσεις να συντρέξεις αποτελεσματικότερα αυτόν που έπεσε.. Καταλήγω: το γέλιο κάνει καλό και το μαύρο είναι το πιο ιαματικό χιούμορ.

Ωραία. Τώρα, μετά απ’ αυτή την μικρή θεωρητική παρένθεση,  ας δούμε τι λέει ο Μπρασένς για τις κηδείες του παλιού καλού καιρού.

Σημείωση: Την ¨μακαρία¨ ομολογώ ότι δεν την ήξερα. Την βρήκα στο λεξικό. Υπάρχει, ως επιθανάτιο γεύμα (ρίξτε μια ματιά στον Μπαμπινιώτη).

[Μετά την απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα, ακολουθούν τα βίντεο με τον Μπρασένς, με τον  Le Père Valdu (παπάς στην ενορία Notre Dame de Montcuq) το πρωτότυπο κείμενο στα γαλλικά και, για να μείνουμε στο πνεύμα, Θεοδωράκης και Μποστ από  Χιώτη και Μπιθικώτση: Η Νήσος των Αζορών]

441745

Μα πού πήγαν οι κηδείες οι παλιές;

Παλιά  οι συγγενείς του κάθε τυχόν μακαρίτη

τους φίλους καλούσαν να κλάψουν παρέα στο σπίτι

«Αν θέλετε αντίο να πείτε στον πεθαμένο,

στη μνήμη του θα ‘χουμε απόψε τραπέζι στρωμένο».

Μα χάσανε πια οι ζωντανοί τη γενναιοδωρία

κι οι νεκροί του ξεπροβοδίσματος την ευκαιρία

Εδώ που τα λέμε αυτή βασικά ειν’ η αιτία

που για καιρό δεν πάτε / σε μια καθώς πρέπει κηδεία

και που δεν φάγατε εσχάτως  / καμία καλή ¨μακαρία¨

 *

Μα πού ‘ναι οι κηδείες οι παλιές;

Με (τις καρο- τις καρο- τις καρό-) τις καροτσες τους τις στολισμένες,

που ‘χαν λούσα, που ‘χαν μουσικές

και (μακαρί-) μακαρίτες με φάτσες ροζέ και καλοθρεμμένες.

Με τους κληρονόμους να κερνάν:

τεθλιμμένους, παπάδες,  σκαφτιάδες,  ακόμη και τα κοράκια…

Πια δεν υπάρχουν, παν’,

πια ξεπεράστηκαν,

τελετές με πομπές, μ’ εμβατήρια και παπαδάκια…

Φύγαν για τα καλά,

δε θα γυρίσουν πια,

της νιότης τα μυστήρια

τα θεα-μα-τικά!

*

Όλες οι νεκροφόρες διαθέτουνε πια μηχανές

και τους μακαρίτες μπορούν να τους παν όπου θες,

αυτοί όμως τώρα δε βλέπουν, δεν χασκογελούν

με τους κληρονόμους στις λάσπες να παραπατούν…

Πατώντας τέρμα το γκάζι προχτές κάτι τύποι,

αντί τον δικό τους να παν στο στερνό του το σπίτι,

με φόρα στη θάλασσα βούτηξαν απ’ την προκυμαία

και στα θυμαράκια πήγαν / όλοι μαζί παρέα

και στα θυμαράκια έτσι / κατάληξαν όλοι παρέα

*

Μα πού ‘ναι οι κηδείες οι παλιές;

Με (τις καρο- τις καρο- τις καρό-) τις καροτσες τους τις στολισμένες,

που ‘χαν λούσα, που ‘χαν μουσικές

και (μακαρί-) μακαρίτες με φάτσες ροζέ και καλοθρεμμένες.

Με τους κληρονόμους να κερνάν:

τεθλιμμένους, παπάδες,  σκαφτιάδες, μ’ ακόμη και τα κοράκια…

Πια δεν υπάρχουν, παν’,

πια ξεπεράστηκαν,

τελετές με πομπές, μ’ εμβατήρια και με παπαδάκια…

Φύγαν για τα καλά,

δε θα γυρίσουν πια,

της νιότης τα μυστήρια

τα θεα-μα-τικά!

*

Αν είναι να με ξαποστείλουν χωρίς τσιριμόνιες

και χωρίς τελετές να βρεθώ στις μονές τις αιώνιες

τότε δεν ξέρω και τη ταφή, μου, τι να την κάνω

ας πνιγώ, ας καώ, ή, άμα λάχει, ας μην πεθάνω…

Ω, ας γυρίζανε οι καιροί των καλοπεθαμένων

των μακαρίων και των κατά-ευχαριστημένων

τότε που σκέπτονταν όλοι «αν είν’ εδώ να πεθάνω»

τουλάχιστον ας πάω / κάπου παραπάνω

τουλάχιστον ας πάω / κάπου από εδώ παραπάνω

*

Μα πού ‘ναι οι κηδείες οι παλιές;

Με (τις καρο- τις καρο- τις καρό-) τις καροτσες τους τις στολισμένες,

που ‘χαν λούσα, που ‘χαν μουσικές

και (μακαρί-) μακαρίτες με φάτσες ροζέ και καλοθρεμμένες.

Με τους κληρονόμους να κερνάν:

τεθλιμμένους, παπάδες,  σκαφτιάδες, μα ακόμη και τα κοράκια…

Πια δεν υπάρχουν, παν’,

πια ξεπεράστηκαν,

τελετές με πομπές, μ’ εμβατήρια και με παπαδάκια…

Φύγαν για τα καλά,

δε θα γυρίσουν πια,

της νιότης τα μυστήρια

τα θεα-μα-τικά!

funerale-t64791

Georges Brassens – Les funérailles d’antan

Le Père Valdu – Les funérailles d’antan

Les funérailles d’antan

Jadis, les parents des morts vous mettaient dans le bain,

De bonne grâce ils en faisaient profiter les copains:

«Y a un mort à la maison, si le cœur vous en dit,

Venez le pleurer avec nous sur le coup de midi…»

Mais les vivants d’aujourd’hui ne sont plus si généreux,

Quand ils possèdent un mort ils le gardent pour eux.

C’est la raison pour laquelle, depuis quelques années,

Des tas d’enterrements vous passent sous le nez.

Des tas d’enterrements vous passent sous le nez.

*

Mais où sont les funérailles d’antan?

Les petits corbillards, corbillards, corbillards, corbillards,

De nos grands-pères,

qui suivaient la route en cahotant,

Les petits macchabées, macchabées, macchabées, macchabées,

Ronds et prospères…

Quand les héritiers étaient contents,

Au fossoyeur, au croque-mort, au curé, aux chevaux même,

Ils payaient un verre.

Elles sont révolues,

elles ont fait leur temps,

Les belles pom, pom, pom, pom, pom, pompes funèbres,

On ne les reverra plus,

et c’est bien attristant,

Les belles pompes funèbres de nos vingt ans.

*

Maintenant les corbillards à tombeau grand ouvert

Emportent les trépassés jusqu’au diable Vauvert,

Les malheureux n’ont même plus le plaisir enfantin

De voir leurs héritiers marron marcher dans le crottin.

L’autre semaine, des salauds, à cent quarante à l’heure,

Vers un cimetière minable emportaient un des leurs…

Quand sur un arbre en bois dur, ils se sont aplatis

On s’aperçut que le mort avait fait des petits.

On s’aperçut que le mort avait fait des petits.

*

Plutôt que d’avoir des obsèques manquant de fioritures,

J’aimerais mieux, tout compte fait, me passer de sépulture,

J’aimerais mieux mourir dans l’eau, dans le feu, n’importe où,

Et même à la grande rigueur, ne pas mourir du tout.

O, que renaisse le temps des morts bouffis d’orgueil,

L’époque des mas-tu-vu-dans-mon-joli-cercueil,

Où, quitte à tout dépenser jusqu’au dernier écu,

Les gens avaient le cœur de mourir plus haut que leur cul.

858534000

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μα φτάνει ξαφνικά ορδή τεχνοκρατών…

Posted by vnottas στο 29 Δεκεμβρίου, 2013

images (9)

 Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΑΝ

Όταν στ’ απάνω ήταν ο Παν

ως κι οι θεοί ήταν μερακλήδες

που ’ξέραν να γλεντοκοπάν’

και αγαπούσαν τους μπεκρήδες.

Κι αν κάποιος ήθελε να πιεί

για νά βγει απ’ των θνητών το νόμο

θεοί του φώτιζαν το δρόμο

για να απογειωθεί.

*

Το κάθε ξύδι ήταν / τότε ευλογητό

το κάθε κατακάθι / είχε τον θεό του

και κάθε φουκαρά / που έπιν’ απ’ αυτό

τον μέτραγε ο Βάκχος, / για παιδί δικό του.

*

Μα φτάνει ξαφνικά ορδή τεχνοκρατών

μαζί κι η κομπανία των εκσυγχρονιστών,

θέλουν να βάλουν τάξη  σ’ όλους τους ουρανούς

να κυνηγήσουν τους θεούς

***

Ακόμη κάποιοι πίνουν  / κι ας πέρασε καιρός

μα πλέον οι θεοί / δεν απαντούν στους πότες

άλλοι  στη σύνταξη είναι / και άλλοι πεπτωκότες

αλκοολικός  ο Βάκχος / κι ο Μέγας Παν νεκρός.

 images (3)

Κι αν κάποιοι παίζαν τα παιχνίδια

του έρωτα του κατεργάρη,

να σου τα Ξωτικά, αιφνίδια,

να τους κρατάνε το φανάρι!

Μόλις ακούγανε για αγάπες

φιλιά,  καημούς και αγκαλιές

έτρεχαν για να κάνουν πλάτες

στις ερωτοδουλειές.

*

Κάθε αγάπη ήταν / τότε ευλογητή,

επέβλεπε τα πάντα / η Θεία Αφροδίτη,

οι ερωτευμένοι ήταν / της γης οι εκλεκτοί

κι ο Έρως ευτυχής / όργωνε τον πλανήτη.

*

Μα φτάνει ξαφνικά ορδή τεχνοκρατών

μαζί κι η κομπανία των εκσυγχρονιστών,

θέλουν να βάλουν τάξη  σ’ όλους τους ουρανούς

να κυνηγήσουν τους θεούς.

***

Κάποιοι αγαπούν ακόμη  / κι ας πέρασε καιρός

κι ισχύει που και που / του έρωτα ο νόμος

μα δεν υπάρχει πια / επάξιος κληρονόμος

του Έρωτα π’ αργεί, / του Πάνα που ’ν νεκρός

nymphandsa

 Κι όταν η ώρα η μοιραία

έφτανε για να αποδημήσεις,

θεοί σού κάνανε παρέα

στις τελευταίες συγκινήσεις.

Το τέλος έμοιαζε  μ’ αρχή

κι όταν ερχόταν το βαρκάκι,

σου φάνταζε σαν παιχνιδάκι

η Ύστατη Πνοή.

*

Ήταν κάθε σορός / τότε ευλογητή

και σφράγιζε ο Χάρων / το κάθε πασαπόρτι,

ο κάθε φουκαράς / δικαιούταν μια ψυχή

και βίζα διαρκή / απ’ τον Μέγα Φωτοδότη

 *

Μα φτάνει ξαφνικά ορδή τεχνοκρατών

μαζί κι η κομπανία των εκσυγχρονιστών,

θέλουν να βάλουν τάξη  σ’ όλους τους ουρανούς,

να κυνηγήσουν τους θεούς.

***

Κάποιοι φεύγουν ακόμη / κι ας πέρασε ο καιρός

μα τώρα ο τάφος είναι / τ’ αδυσώπητο τέλος,

στου πνεύματος τη λέσχη / δεν γίνεσαι πια μέλος

ο Χάρος; φυσικός / κι ο Μέγας Παν: νεκρός!

anekshghta

*

Κι ένας απ τους στερνούς, ο μέγιστος Μεγάλος

πολύ καλά δεν νοιώθει, όπως και κάθε άλλος…

Και όπως το παρατραβούμε,

να φεύγει απ’ τον Γολγοθά, σύντομα, θα τον δούμε:

¨Γαμώτο, αυτούς εδώ άλλο δεν τους αντέχω,

στα έντομα ας δω τι άλλες λύσεις έχω!¨

 

images (29)

Τον καιρό που έγραφε ο μεγάλος Γιώργης, οι κίνδυνοι από μια επιστήμη αποκομμένη από τη κοινωνία και αγκιστρωμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών, δεν ήταν τόσο ορατοί όσο σήμερα. Ωστόσο, ο Μπρασένς, όπως βλέπετε, είχε ήδη δει προς τα που πάει το πράγμα.

Βέβαια, στην εποχή του, ο ¨εξορθολογισμός¨ και η τεχνοκρατία έμοιαζαν να εκπροσωπούνται καλύτερα από έναν ελαφρά γελοίο τρελό επιστήμονα των κόμιξ, τον δόκτορα Νιμπούς, (που αναφωνεί κάθε τόσο στο πρωτότυπο ρεφρέν: εύρηκα, εύρηκα), παρά από κάτι που να μοιάζει με τα σημερινά επιθετικά στίφη των εκσυγχρονιστών. Έτσι, στην προσαρμογή στα ελληνικά που σας έφτιαξα, έβγαλα τον γραφικό Νιμπούς και έβαλα στη θέση του ολίγη από επέλαση think tanks με τα τεχνοκρατικά τους λάβαρα ανυψωμένα!

[ακολουθεί σε σύνδεση με το you tube ο Brassens, καθώς και (προσοχή: δεν είναι το αδελφάκι του Ηλία) ο Yves Uzureau. Στο τέλος το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο]

*

Le Grand Pan:

Du temps que régnait le Grand Pan,
Les dieux protégaient les ivrognes
Des tas de génies titubants
Au nez rouge, à la rouge trogne.
Dès qu’un homme vidait les cruchons,
Qu’un sac à vin faisait carousse
Ils venaient en bande à ses trousses
Compter les bouchons.
La plus humble piquette était alors bénie,
Distillée par Noé, Silène, et compagnie.
Le vin donnait un lustre au pire des minus,
Et le moindre pochard avait tout de Bacchus.

{Refrain:}
Mais en se touchant le crâne, en criant » J’ai trouvé »
La bande au professeur Nimbus est arrivée
Qui s’est mise à frapper les cieux d’alignement,
Chasser les Dieux du Firmament.

Aujourd’hui ça et là, les gens boivent encore,
Et le feu du nectar fait toujours luire les trognes.
Mais les dieux ne répondent plus pour les ivrognes.
Bacchus est alcoolique, et le grand Pan est mort.

Quand deux imbéciles heureux
S’amusaient à des bagatelles,
Un tas de génies amoureux
Venaient leur tenir la chandelle.

Du fin fond du champs élysées
Dès qu’ils entendaient un » Je t’aime «,
Ils accouraient à l’instant même
Compter les baisers.
La plus humble amourette
Etait alors bénie
Sacrée par Aphrodite, Eros, et compagnie.
L’amour donnait un lustre au pire des minus,
Et la moindre amoureuse avait tout de Vénus.

{Refrain}

Aujourd’hui ça et là, les cœurs battent encore,
Et la règle du jeu de l’amour est la même.
Mais les dieux ne répondent plus de ceux qui s’aiment.
Vénus s’est faite femme, et le grand Pan est mort.

Et quand fatale sonnait l’heure
De prendre un linceul pour costume
Un tas de génies l’œil en pleurs
Vous offraient des honneurs posthumes.
Et pour aller au céleste empire,
Dans leur barque ils venaient vous prendre.
C’était presque un plaisir de rendre
Le dernier soupir.
La plus humble dépouille était alors bénie,
Embarquée par Caron, Pluton et compagnie.
Au pire des minus, l’âme était accordée,
Et le moindre mortel avait l’éternité.

{Refrain}

Aujourd’hui ça et là, les gens passent encore,
Mais la tombe est hélas la dernière demeure
Les dieux ne répondent plus de ceux qui meurent.
La mort est naturelle, et le grand Pan est mort.

Et l’un des dernier dieux, l’un des derniers suprêmes,
Ne doit plus se sentir tellement bien lui-même
Un beau jour on va voir le Christ
Descendre du calvaire en disant dans sa lippe
» Merde je ne joue plus pour tous ces pauvres types.
J’ai bien peur que la fin du monde soit bien triste. »

images (4)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

(Και όμως…) υπήρξαν και ευτυχισμένοι (?) τραπεζιτικοί

Posted by vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2013

Το τραγούδι των (πάλαι ποτέ) ευδαιμόνων τραπεζιτικών υπαλλήλων

images (3) 

Δε μ’ αρέσει να παίζω κοντραμπάσο

 ούτε τη δόξα στο τζάμπα να γυρεύω

δε μ’ αρέσει να τριγυρνάω με το πουλόβερ

ούτε,  βέβαια, να τραγουδώ στα νάιτ κλαμπ.

*

Στην Τράπεζα πάω,

ο μισθός μου να τρέχει,

                 έτσι μ’ αρέσω                  

και δε θέλω κουβέντα πια.

Τ’ αυτοκινητάκι

τ’ αγοράζω με δόσεις

και το καλοκαίρι

μου ράβω μπλε κουστουμιά.

*

Θέλω να ’μαι  στη Λούτσα κάθε Κυριακή

και στις διακοπές μου πάντα  πάω στη Μύκονο,

το προπό μου συμπληρώνω κάθε Σάββατο

κι έτσι τη Δευτέρα έχω κάτι να πω.

*

Στην Τράπεζα πάω,

ο μισθός μου να πέφτει,

                   έτσι μ’ αρέσω                      

και δε θέλω κουβέντα πια.

Τ’ αυτοκινητάκι,

τ’ αγοράζω με δόσεις

και το καλοκαίρι

μου ράβω μπλε κουστουμιά.

images (1)

Το μουσικό συγκρότημα ¨Οι Γκούφι¨ (Roberto Brivio,  Gianni Magni,  Lino Patruno και  Nanni Svampa) υπήρξε πολύ δημοφιλές στο Μιλάνο της δεκαετίας του ’60. Το τραγούδι ¨Io vado in banca¨είναι γραμμένο από τον Nanni Svampa το 1964. Σας έφτιαξα μια ακόμη προσαρμογή στα ελληνικά.

Io vado in banca

Non mi piace suonare il contrabbasso

né cercare un po’ di gloria nel successo

non mi piace girare col maglione

tanto meno cantare nei night club

*

Io vado in banca                                     

stipendio fisso 

così mi piaccie non se ne parla più.

L’utilitaria

la compro a rate

e per l’estate

mi faccio un vestito blu.

*

Voglio andare a Como ogni domenica

le mie ferie le passo tutte a Rimini

giocherò al Totocalcio tutti i sabati

per parlarne coi colleghi al lunedì.

*

Io vado in banca

stipendio fisso

così mi piaccio

e non se ne parla più.

L’utilitaria

la compro a rate

e per l’estate

mi faccio un vestito blu.

images

Posted in Έντσο Γιαννάτσι, Ντάριο Φο και άλλοι στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Όταν ήμουν κομουνιστής – μονόλογος

Posted by vnottas στο 16 Σεπτεμβρίου, 2013

images (3)

Όχι, δεν είναι αλήθεια, εγώ, δεν έχω τίποτα για να απολογηθώ, εγώ, δεν νομίζω ότι έκανα τίποτα το σοβαρό…

Η ζωή μου; Φυσιολογική, θέλω να πω δεν έκλεψα κανένα, δε σκότωσα κανένα, δουλεύω, έχω οικογένεια, πληρώνω τους φόρους,  δεν έχω φταιξίματα, δεν ήμουν καν δημοτικός σύμβουλος, σκεφτείτε…

Πώς;

Α, μιλούσατε για πριν, για πρώτα… Πριν…

Πριν συμπεριφέρθηκα όπως όλοι, δεν ξέρω…

Πώς ντυνόμουν; Ντυνόμουν όπως σήμερα, ίσως όχι ακριβώς όπως τώρα, λίγο πιο… τζινς, ένα πουλόβερ, μπουφάν…

Πώς ήταν; Ήταν άνετο…

Τι; πώς; Τι τραγουδούσα; Θέλετε να μάθετε τι τραγουδούσα; Μα ναι, βέβαια και λαϊκά τραγούδια… ¨Τσα-μπε –τσά¨.

Τι; Πιο δυνατά; ¨Τσάο μπέλα τσάο¨, …ακόμη και την ¨Διεθνή¨, όμως σε χορωδία ε,

Ε ναι, και στη γιορτή της ¨Ουνιτά¨ πήγα, το παραδέχομαι. Τους είδα κι εγώ τους Ιντιλιμάνι… Όμως δεν έκλαψα!

Πως; αν έχω φωτογραφίες; πως, έχω: των γονιών μου, της γυναίκας μου…

Αφίσες; Ίσως μία… μικρή

Μα τι τρέχει; Κάνουμε δίκη εδώ;

Οοοόχι, Αυτό όχι, λυπάμαι αλλά τη ¨γροθιά¨ εγώ δεν την σήκωσα. Την γροθιά όχι… μμμμ… Ίσως μια φορά, μόνον λιγάκι…

Τι άλλο; Αν ήμουν κομουνιστής; Σας αρέσουν οι άμεσες ερωτήσεις ε; Θέλετε να μάθετε αν ήμουν… Δεν έχω να κρύψω τίποτα από κανέναν. Όλοι κάνουν ότι δεν τρέχει τίποτα… Όμως, πρέπει να τα ξεκαθαρίζουμε ορισμένα πράγματα, σύμφωνοι…

Ε, λοιπόν ήμουν κομουνιστής… (το ξανασκέφτεται) Με ποια έννοια;

Θέλω να πω….

 images (2)

Κάποιοι ήταν κομουνιστές

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί γεννήθηκαν στην Εμίλια.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ο παππούς, ο θείος, ο μπαμπάς… η μαμά όχι.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί έβλεπαν την Ρωσία σαν μια υπόσχεση, την Κίνα σαν ένα ποίημα, τον κομουνισμό σαν τον επίγειο παράδεισο.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ένοιωθαν μόνοι.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί τους είχαν αναθρέψει υπέρ το δέον χριστιανικά.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ο κινηματογράφος το απαιτούσε, το θέατρο το απαιτούσε, η ζωγραφική το απαιτούσε, η λογοτεχνία επίσης… το απαιτούσαν όλοι.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί έτσι τους είχαν πει.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί δεν τους τα είχαν πει όλα.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί παλιά, παλιά, πολύ παλιά, ήταν φασίστες.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί είχαν καταλάβει ότι η Ρωσία πήγαινε αργά, αλλά θα έφθανε μακριά.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ο Μπερλινγκουέρ ήταν καλός άνθρωπος.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ο Αντρεότι δεν ήταν καλός άνθρωπος

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ήταν μεν πλούσιοι, αλλά αγαπούσαν τον λαό.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί έπιναν κρασί και τους συγκινούσαν οι λαϊκές γιορτές.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ήταν τόσο άθεοι που χρειάζονταν έναν νέο Θεό.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί είχαν τόσο γοητευτεί από τους εργάτες που θα ήθελαν να είναι σαν αυτούς.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί δεν άντεχαν άλλο να είναι εργάτες.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ήθελαν μεγαλύτερο μισθό.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί η επανάσταση σήμερα όχι, αύριο ίσως, αλλά μεθαύριο σίγουρα.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί η μπουρζουαζία, το προλεταριάτο, ο ταξικός αγώνας…

Κάποιοι ήταν κομουνιστές για να οργίσουν τον πατέρα τους.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί έβλεπαν μόνο RΑΙ3.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ήταν της μόδας, κάποιοι για λόγους αρχής, κάποιοι λόγω σύγχυσης.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ήθελαν να κρατικοποιήσουν τα πάντα.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί δεν γνώριζαν από κρατικούς, παρακρατικούς και λοιπούς υπαλλήλους.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί είχαν μπερδέψει τον διαλεκτικό υλισμό με το κατά Λένιν Ευαγγέλιο.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ήταν πεισμένοι ότι τους ακολουθούσε η

εργατική τάξη.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ήταν πιο κομουνιστές από τους άλλους.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί υπήρχε το μεγάλο κομουνιστικό κόμμα.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές παρά το ότι υπήρχε το μεγάλο κομουνιστικό κόμμα.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί είχαμε το χειρότερο σοσιαλιστικό κόμμα της Ευρώπης.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί χειρότερα από εδώ, μόνον στην Ουγκάντα.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί δεν άντεχαν άλλο σαράντα χρόνια στη κυβέρνηση τους ανίκανους και μαφιόζους χριστιανοδημοκράτες.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί θυμόντουσαν τη Πιάτσα Φοντάνα, την Μπρέσια, τον Σταθμό της Μπολόνια, το Ιτάλικους, την Ούστικα, κλπ, κλπ, κλπ… (*)

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί όσοι αντιστέκονταν ήταν κομουνιστές.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί δεν άντεχαν εκείνο το βρώμικο πράγμα που επιμένουμε να ονομάζουμε δημοκρατία.

Κάποιοι νόμιζαν ότι ήταν κομουνιστές, και ίσως ήταν κάτι άλλο.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί ονειρεύονταν μια ελευθερία διαφορετική από την αμερικάνικη.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί πίστευαν ότι θα μπορέσουν να είναι ζωντανοί κι ευτυχισμένοι μόνον αν ήταν ζωντανοί κι ευτυχισμένοι και οι άλλοι.

Κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί χρειάζονταν μια ώθηση για κάτι καινούργιο. Γιατί αισθάνονταν την ανάγκη για μια διαφορετική ηθική.

Γιατί ήταν ίσως μόνο μια δύναμη, ένα πέταγμα, ένα όνειρο, μια ελπίδα, μια επιθυμία να αλλάξουν τα πράγματα, να αλλάξει η ζωή.

Ναι, κάποιοι ήταν κομουνιστές γιατί με αυτήν την ώθηση καθένας ήταν… παραπάνω από τον εαυτό του. Ήταν σαν… δυο πρόσωπα σε ένα. Από την μια μεριά ο προσωπικός καθημερινός μόχθος και από την άλλη η αίσθηση ότι ανήκεις σε μια ράτσα που ήθελε να απογειωθεί για να αλλάξει πραγματικά τη ζωή.

Όχι. Καμιά μετάνοια.

Ίσως ακόμη και τότε πολλοί είχαν ανοίξει τα φτερά τους χωρίς να είναι ικανοί να πετάξουν… σαν γλάροι υποθετικοί.

Και τώρα;

Τώρα αισθανόμαστε το ίδιο σπασμένοι στα δύο.

Από την μια μεριά οι προσαρμοσμένοι που διάγουμε δουλοπρεπώς την ευτέλεια της καθημερινής επιβίωσής μας

και από την άλλη οι γλάροι, χωρίς καν πια την πρόθεση να πετάξουμε, γιατί τώρα πια το όνειρο έχει μουδιάσει.

Δύο μιζέριες σε ένα μόνο σώμα.

(*) Σφαγές, προβοκάτσιες και άλλα τραγικά επεισόδια της πρόσφατης ιταλικής ιστορίας, πολλά από τα οποία παραμένουν ακόμη ανεξιχνίαστα.

Το 1991-92 ο Τζόρτζιο Γκάμπερ ανεβάζει μια μουσικοθεατρική παράσταση βασισμένη σε κείμενα που έχει γράψει μαζί με τον Σάντρο Λουπορίνι. Εκεί, μαζί με παλιότερα τραγούδια του Γκάμπερ, θα συμπεριληφθεί και ο μονόλογος ¨Κάποιος ήταν κομουνιστής¨ που σας μετέφρασα εδώ παραπάνω.

Η αλήθεια είναι ότι προς στιγμήν είπα να προσαρμόσω το κείμενο του Γκάμπερ όχι μόνο στην ελληνική γλώσσα αλλά και στην ελληνική περιρρέουσα κατάσταση, αλλά σχεδόν αμέσως το ξανασκέφτηκα και κατέληξα ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Ναι, βέβαια, υπάρχουν κοινά σημεία στους δύο γειτονικούς λαούς σε ό, τι αφορά στην έννοια που αποδίδουν στην ¨επανάσταση¨, την ¨πρόοδο¨, την ¨ταξική πάλη¨, κλπ, αυτά τέλος πάντων που φτιάχνουν τον φέροντα σκελετό του κλασικού κομουνισμού και υπάρχουν ανάμεσά τους συνεχείς ανταλλαγές και αλληλοεπηρεασμοί, υπάρχουν  όμως και σημαντικές διαφορές που οφείλονται σε διαφορετικές κοινωνικές δομές και σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες.

Η Ιταλία υπήρξε μια βιομηχανική χώρα, η Ιταλία δεν έζησε μετά τον πόλεμο την τραγωδία ενός εμφυλίου ούτε μιας στρατιωτικής δικτατορίας, το ΚΚΙ (PCI) μεταπολεμικά μπόρεσε να οργανωθεί, να διοικήσει σε τοπικό επίπεδο (όχι μόνο στην περιοχή της Εμίλια που αναφέρεται στο κείμενο του Γκάμπερ), να ακμάσει και να παρακμάσει έως την κατάρρευση και την αυτο-μετονομασία του σε ¨Δημοκρατικό Κόμμα¨, πράγμα που επέτρεψε, αν όχι τίποτα άλλο, σε ορισμένα στελέχη του να καταλήξουν στην αντιπέρα όχθη σε νεοφιλελεύθερους ρόλους και στην μικροαστική μερίδα της βάσης του να ¨καταναλώσει¨ (όσο μπόρεσε), χωρίς το (ηθικό) βάρος των παλιότερων αριστερών ετικετών.

Έτσι εν τέλει περιορίστηκα σε μια κατά το δυνατό ακριβή μετάφραση του κειμένου, και το αναρτώ θεωρώντας ότι αποτελεί μια ενδιαφέρουσα και χρήσιμη μαρτυρία (με καλλιτεχνική διατύπωση), για το πώς βιώθηκε ο κομουνισμός μεταπολεμικά στην γειτονική χώρα.

Πέρα από τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες θα πρέπει επίσης να λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι το ¨Κάποιος ήταν κομουνιστής¨ γράφτηκε το ’92, με ζωντανό ακόμη τον απόηχο από την κατάρρευση της Μεγάλης Αρκούδας, γεγονός που επηρέασε αναπόφευκτα την παγκόσμια αριστερά συνολικά.

Qualcuno era comunista

Qualcuno era comunista perché era nato in Emilia.
Qualcuno era comunista perché il nonno, lo zio, il papà. .. la mamma no. Qualcuno era comunista perché vedeva la Russia come una
promessa, la Cina come una poesia, il comunismo come il paradiso terrestre.
Qualcuno era comunista perché si sentiva solo.
Qualcuno era comunista perché aveva avuto una educazione troppo cattolica.
Qualcuno era comunista perché il cinema lo esigeva,
il teatro lo esigeva, la pittura lo esigeva, la letteratura anche. . . lo esigevano tutti.
Qualcuno era comunista perché glielo avevano detto.
Qualcuno era comunista perché non gli avevano detto tutto.
Qualcuno era comunista perché prima… prima…prima… era fascista. Qualcuno era comunista perché aveva capito che la Russia andava piano, ma lontano.
Qualcuno era comunista perché Berlinguer era una brava persona.
Qualcuno era comunista perché Andreotti non era una brava persona. Qualcuno era comunista perché era ricco ma amava il popolo.
Qualcuno era comunista perché beveva il vino e si commuoveva alle feste popolari.
Qualcuno era comunista perché era così ateo che aveva bisogno di un altro Dio.
Qualcuno era comunista perché era talmente affascinato dagli operai che voleva essere uno di loro.
Qualcuno era comunista perché non ne poteva più di fare l’operaio. Qualcuno era comunista perché voleva l’aumento di stipendio.
Qualcuno era comunista perché la rivoluzione oggi no, domani forse, ma dopodomani sicuramente.
Qualcuno era comunista perché la borghesia, il proletariato, la lotta di classe…
Qualcuno era comunista per fare rabbia a suo padre.
Qualcuno era comunista perché guardava solo RAI TRE.
Qualcuno era comunista per moda, qualcuno per principio, qualcuno per frustrazione.
Qualcuno era comunista perché voleva statalizzare tutto.
Qualcuno era comunista perché non conosceva gli impiegati statali, parastatali e affini.
Qualcuno era comunista perché aveva scambiato il materialismo dialettico per il Vangelo secondo Lenin.
Qualcuno era comunista perché era convinto di avere dietro di sé la classe operaia.
Qualcuno era comunista perché era più comunista degli altri.
Qualcuno era comunista perché c’era il grande partito comunista.
Qualcuno era comunista malgrado ci fosse il grande partito comunista. Qualcuno era comunista perché non c’era niente di meglio.
Qualcuno era comunista perché abbiamo avuto il peggior partito socialista d’Europa.
Qualcuno era comunista perché lo Stato peggio che da noi, solo in Uganda. Qualcuno era comunista perché non ne poteva più di quarant’anni di governi democristiani incapaci e mafiosi.
Qualcuno era comunista perché Piazza Fontana, Brescia, la stazione di Bologna, l’Italicus, Ustica eccetera, eccetera, eccetera…
Qualcuno era comunista perché chi era contro era comunista.
Qualcuno era comunista perché non sopportava più quella cosa sporca che ci ostiniamo a chiamare democrazia.
Qualcuno credeva di essere comunista, e forse era qualcos’altro.
Qualcuno era comunista perché sognava una libertà diversa da quella americana.
Qualcuno era comunista perché credeva di poter essere vivo e felice solo se lo erano anche gli altri.
Qualcuno era comunista perché aveva bisogno di una spinta verso qualcosa di nuovo.
Perché sentiva la necessità di una morale diversa.
Perché forse era solo una forza, un volo, un sogno era solo uno slancio, un desiderio di cambiare le cose, di cambiare la vita.
Sì, qualcuno era comunista perché, con accanto questo slancio, ognuno era come… più di sé stesso.
Era come… due persone in una.
Da una parte la personale fatica quotidiana e dall’altra il senso di appartenenza a una razza che voleva spiccare il volo per cambiare veramente la vita.
No. Niente rimpianti.
Forse anche allora molti avevano aperto le ali senza essere capaci di volare…come dei gabbiani ipotetici.
E ora? Anche ora ci si sente come in due.
Da una parte l’uomo inserito che attraversa ossequiosamente
lo squallore della propria sopravvivenza quotidiana e dall’altra il gabbiano senza più neanche l’intenzione del volo perché ormai il sogno si è rattrappito.
Due miserie in un corpo solo.

adesivo Charly

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Το τραγούδι για την επίπεδη χώρα

Posted by vnottas στο 6 Σεπτεμβρίου, 2013

belgique_9

Με του Βορρά τη Θάλασσα ως έσχατη πεδιάδα

Μ’ αμμόλοφους κυματιστούς που στέκουν στην αράδα

Και σταματούν τα κύματα, με βράχια μικρά, γκρίζα,

Που αγαπούν την άμπωτη, μόνη γι αυτά κορνίζα.

Μ’ ομίχλη και με καταχνιά που δώθε κείθε τρέχει,

Μ’ άνεμο της ανατολής, άκου τον πως αντέχει.

Είναι η ίσια χώρα,  η πατρίδα μου.

 

Με τους καθεδρικούς της, μοναδικά βουνά,

Με μαύρα όρθια κατάρτια, τα καμπαναριά,

Όπου πέτρινοι δαίμονες τα νέφη προκαλούν.

Με μέρες που στου χρόνου τον ρου κατρακυλούν

Και στης βροχής τους δρόμους, υγρά να πέφτουν βέλη.

Με άνεμο της δύσης, άκου τον πως τα θέλει.

Είναι η ίσια χώρα,  η πατρίδα μου.

 

Τόσο βαρύς ο ουρανός που ένα κανάλι χάθηκε,

Τόσο βαρύς ο ουρανός σαν τη μελαγχολία,

Τόσο χλωμός ο ουρανός που ένα κανάλι πνίγηκε,

Τόσο χλωμός ο ουρανός που παίρνει αμνηστία,

Να κι ο αγέρας του βοριά, παίρνει να ξεχειλώνει,

Να κι ο αγέρας του βοριά, άκου τον πως φουσκώνει.

Είναι η ίσια χώρα,  η πατρίδα μου.

 

Μ’ άρωμα από Ιταλία να ‘ρχεται απ’ τον ποταμό,

Με τη ξανθιά την Φρίντα να γίνεται Μαργκώ,

Σαν του Νοέμβρη η σπορά φυτρώνει μήνα Μάη,

Με το φως να τρεμοπαίζει, σαν ο Ιούλης ξεμυτάει.

Να κι ο άνεμος τα στάχια  που χαϊδεύει και γελάει,

Να κι ο άνεμος του νότου, άκου τον πως τραγουδάει.

Είναι η ίσια χώρα,  η πατρίδα μου.

Brel

Πρόκειται για την απόδοση  στα ελληνικά ενός τραγουδιού του Ζακ Μπρέλ που είναι αφιερωμένο στην πατρίδα του (Βέλγιο). Ο Μπρελ εμπνεύστηκε από ένα ποίημα του Ελβετού  Jean Villard όπου εξυμνούνται οι χάρες ενός ποταμού (La Venoge) στο ελβετικό καντόνι Vaud.

Σημείωση:Στην απόδοση προτίμησα το ¨ίσια¨ γιατί το ¨επίπεδη¨ μου φάνηκε κάπως γεωμετρικό

 Jacques Brel

Le plat pays

Avec la mer du Nord pour dernier terrain vague
Et des vagues de dunes pour arrêter les vagues
Et de vagues rochers que les marées dépassent
Et qui ont à jamais le cœur à marée basse
Avec infiniment de brumes à venir
Avec le vent de l´est écoutez-le tenir
Le plat pays qui est le mien

Avec des cathédrales pour uniques montagnes
Et de noirs clochers comme mâts de cocagne
Où des diables en pierre décrochent les nuages
Avec le fil des jours pour unique voyage
Et des chemins de pluie pour unique bonsoir
Avec le vent d´ouest écoutez-le vouloir
Le plat pays qui est le mien

Avec un ciel si bas qu´un canal s´est perdu
Avec un ciel si bas qu´il fait l´humilité
Avec un ciel si gris qu´un canal s´est pendu
Avec un ciel si gris qu´il faut lui pardonner
Avec le vent du nord qui vient s´écarteler
Avec le vent du nord écoutez-le craquer
Le plat pays qui est le mien

Avec de l´Italie qui descendrait l´Escaut
Avec Frida la Blonde quand elle devient Margot
Quand les fils de novembre nous reviennent en mai
Quand la plaine est fumante et tremble sous juillet
Quand le vent est au rire, quand le vent est au blé
Quand le vent est au sud, écoutez-le chanter
Le plat pays qui est le mien.

cocagne3

Posted in Μπρελ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Τι είπε ο Πέτρος Κορνήλιος στην Μαρκησία (που εγώ προήγαγα σε Δούκισσα) και τι του απάντησε εκείνη

Posted by vnottas στο 24 Αυγούστου, 2013

Mlle-Du-Parc

Μας πήρε το ποτάμι και μας πάει προς τα πίσω, γι αυτό είναι ίσως χρήσιμες κάποιες διευκρινίσεις:

* Πέτρος Κορνήλιος είναι η ελληνική εκδοχή του ονόματος του κλασσικού γάλλου συγγραφέα του 17ου αιώνα Pierre CORNEILLE   (1606-1684)

* Το ποίημά του Stances à Marquise γράφτηκε όταν ο Κορνήλιος ήταν πενηντάρης για την (ωραία και προφανώς νέα)  ηθοποιό  Marquise- Thérèse de Gorle, αποκαλούμενη και Mlle Du Parc. Το ποίημα έχει οκτώ στροφές. 

* Ο Μπρασένς μελοποίησε τις τρεις πρώτες μαζί με μια τέταρτη που είχε προσθέσει χιουμοριστικά,  με δική του πρωτοβουλία, ο  Tristan Bernard, ανατρέποντας τον ειρμό και το πνεύμα των στίχων.

*    Μια που στο συγκεκριμένο πόνημα η λέξη ¨Μαρκησία¨ είναι όνομα και όχι τίτλος, την αντικατέστησα στην προσαρμογή στα ελληνικά με το όσο γίνεται παραπλήσιο ¨Δούκισσα¨, που είναι στα καθ’ ημάς υπαρκτό γυναικείο όνομα.

* Τις πρώτες στροφές που στο τραγούδι επαναλαμβάνονται αυτούσιες, τις τροποποίησα ελαφρά στην επανάληψη.

corneille

Τραγουδά ο Μπρασένς

Η ανάγνωση της προσαρμογής

Η όψη μου ω Δούκισσα αν πείτε

πως είναι πια μια στάλα γερασμένη,

στα χρόνια μου σα φτάσετε, θα βρείτε

πως είναι αρκετά καλοφτιαγμένη

Το πρόσωπό μου, Δούκισσα, αν βρείτε

στις άκρες ίσως λίγο χαραγμένο

στα χρόνια μου σαν φτάσετε, πειστείτε,

θα λέτε πως ωραία ειν’ καμωμένο

Γιατί ο χρόνος ξέρει να βασκάνει,

τις ομορφιές του κόσμου συνεχώς,

τα ρόδα σας μπορεί και να μαράνει

όπως το μέτωπό μου, δυστυχώς.

Στον Χρόνο αλί αρέσει να βασκάνει

τις ομορφιές του κόσμου διαρκώς,

τα ρόδα σας μπορεί και να μαράνει

το μέτωπό μου επίσης, δυστυχώς.

*

         Ίδια τροχιά χαράζουν οι πλανήτες,

     τις μέρες  που ρυθμίζουν και τις νύχτες,

        όμοιο μ’ εσάς μ’ είδαν στα περασμένα

        κι εσάς θα δουν στο μέλλον σαν εμένα.

      Γιατί στους ίδιους δρόμους οι πλανήτες

οδεύουνε τις μέρες και τις νύχτες

όμοιος με σας εγώ στα περασμένα

     και σεις θα ’στε στο μέλλον σαν εμένα.

Μα έχει η Δούκισσα την τελευταία λέξη:

¨Κορνήλιε μπορεί και να γεράσω

μα τώρα είμαι μόνο είκοσι έξι:

θα σε παιδεύω, ώσπου να σε φτάσω!¨

9782354171506

Marquise, si mon visage a quelques traits un peu vieux
Souvenez-vous qu’à mon âge, vous ne vaudrez guère mieux
Marquise, si mon visage a quelques traits un peu vieux
Souvenez-vous qu’à mon âge, vous ne vaudrez guère mieux

Le temps aux plus belles choses se plaît à faire un affront
Et saura faner vos roses, comme il a ridé mon front
Le temps aux plus belles choses se plaît à faire un affront
Et saura faner vos roses, comme il a ridé mon front

Le même cours des planètes règle nos jours et nos nuits
On m’a vu ce que vous êtes, vous serez ce que je suis
Le même cours des planètes règle nos jours et nos nuits
On m’a vu ce que vous êtes, vous serez ce que je suis

Peut-être que je serai vieille, répond Marquise, cependant
J’ai vingt-six ans, mon vieux Corneille, et je t’emmerde en attendant


07

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Οι μέρες φεύγουν, εγώ μένω

Posted by vnottas στο 20 Αυγούστου, 2013

3192751181_1c1778c341

Η γέφυρα

 Ρέει το ποτάμι κάτω απ’ το γεφύρι

Τους έρωτές  μας

 Λήθη ας μη φθείρει

Χαρά μετά τον πόνο πανηγύρι

Σκοτάδι κλωθογυρισμένο

Οι μέρες πάν’ εγώ μένω

 

Αντικριστά οι δυο μας χέρι χέρι

Κάτω απ’ τα χέρια

Ο ρους θα μεταφέρει

Ερώτων υποσχέσεις σ’ άλλα μέρη

Ηλιοβασίλεμα κυνηγημένο

Οι μέρες παν’  εγώ μένω

 

Φεύγει η αγάπη σα νερό που τρέχει

Φεύγει αργά

Η ζωή που δεν αντέχει

Απαντοχή μόνον η Ελπίδα έχει

Φεύγει το φως λαχανιασμένο

Οι μέρες παν’ εγώ μένω

 

Ουδείς μπορεί το χρόνο να προκάμει

Καιροί κι αγάπες

Δε γυρνάνε στο λιμάνι

Κάτω απ’ τα τόξα ρέει το ποτάμι

Σέλας του Σκότους μαγεμένο

Οι μέρες παν’

 εγώ μένω

Σας έφτιαξα μια ενδεχόμενη ανάγνωση στα ελληνικά του κλασικού ποιήματος του Απολινέρ «Le pont Mirabeau» (άστικτη και τεμαχισμένη περίπου όπως το πρωτότυπο, που ακολουθεί).

*

Le pont Mirabeau

Sous le pont Mirabeau coule la Seine

Et nos amours

Faut-il qu’il m’en souvienne

La joie venait toujours après la peine

Vienne la nuit sonne l’heure

Les jours s’en vont je demeure

*

Les mains dans les mains restons face à face

Tandis que sous

Le pont de nos bras passe

Des éternels regards l’onde si lasse

Vienne la nuit sonne l’heure

Les jours s’en vont je demeure

*

L’amour s’en va comme cette eau courante

L’amour s’en va

Comme la vie est lente

Et comme l’Espérance est violente

Vienne la nuit sonne l’heure

Les jours s’en vont je demeure

*

Passent les jous et passent les semaines

Ni temps passé

Ni les amours reviennent

Sous le pont Mirabeau coule la Seine

Vienne la nuit sonne l’heure

Les jours s’en vont je demeure

*

Ο ίδιος ο ποιητής απαγγέλει εδώ

Και μια πολυσύλλαβη εκδοχή (εκτός αρχικού μέτρου)

Προσπαθώντας προέκυψαν κι αυτά…

Κάτω   απ το γεφύρι ο ποταμός  κυλά

Κι οι έρωτές μας

Δεν πρέπει να ξεχάσω μοναχά

Μετά το πόνο πάντα έφτανε  η χαρά

Έρχεται η νύχτα, η ώρα της χτυπά

Φεύγουν οι μέρες, εγώ μένω εδωνά

…………………………………………….

Ρέει το ποτάμι κάτω απ’ το γιοφύρι

Τους έρωτές  μας

Λησμονιά ας μη φθείρει

Ήταν χαρά  μετά τον πόνο πανηγύρι

Σκοτάδι κλωθογυρισμένο

Φεύγουν οι μέρες εγώ μένω

 

Αντικριστά οι δυο μας χέρι χέρι

Κάτω απ’ το τόξο

Των χεριών ο ρους θα μεταφέρει

Ερώτων υποσχέσεις σ’ άλλα μέρη

Ηλιοβασίλεμα κυνηγημένο

Οι μέρες φεύγουν εγώ μένω

 

Φεύγει η αγάπη σα νερό που τρέχει

Φεύγει αργά

Η ζωή που δεν αντέχει

Απαντοχή η Ελπίδα μόνον έχει

Φεύγει το φως λαχανιασμένο

Φεύγουν οι μέρες εγώ μένω

 

Ουδείς μπορεί το χρόνο να προκάμει

Καιροί κι αγάπες

Δε γυρνάνε στο λιμάνι

Κάτω απ’ τα τόξα ρέει το ποτάμι

Σέλας του Σκότους μαγεμένο

Οι μέρες φεύγουν εγώ μένω

mirabeau-679169

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Οι πέτρες που αναπηδούν στο νερό – παγκόσμιο παρόχθιο παιχνίδι

Posted by vnottas στο 13 Αυγούστου, 2013

(αλλά και αυτοβιογραφικό τραγουδάκι του Ζορζ Μπρασένς)

images (7)

Εισαγωγικές παρατηρήσεις:

*  Το γεφύρι του Σηκουάνα που πήρε το όνομα του επαναστάτη κόμη  Μιραμπό (pont Mirabeau) κατασκευάστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα (1893 -1896) και είναι φτιαγμένο από ατσάλι

*  Πον Μιραμπό είναι ο τίτλος ενός γνωστού ποιήματος του Απολινέρ. Γράφτηκε το 1913 κατά τη διάρκεια της γαλλικής Μπελ Επόκ, μιας περιόδου ευφορίας ανάμεσα στον γαλλοπρωσικό (1870-1871) και τον πρώτο παγκόσμιο πολέμο. Μία πινακίδα με στίχους του ποιήματος έχει εντοιχιστεί στη γέφυρα Μιραμπό.

*  Ο Ραστινιάκ είναι ένας μυθιστορηματικός χαρακτήρας του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, (εμφανίζεται σε περισσότερα του ενός έργα του) και αντιπροσωπεύει τον αριβίστα επαρχιώτη που προσπαθεί να επιπλεύσει στο Παρίσι κάνοντας γνωριμίες και γοητεύοντας κυρίως τις γυναίκες ισχυρών πρωτευουσιάνων. Στο τραγούδι ο Μπρασένς καλεί τον Ραστινιάκ να μην ανησυχήσει από την άφιξη του νεαρού καλλιτέχνη, γιατί αδέξιος και σεμνός όπως είναι δεν πρόκειται να τον ανταγωνιστεί.

*  Το τραγούδι του Μπρασένς LES RICOCHETS  κυκλοφόρησε το 1976 στο άλμπουμ  DON JUAN.

*  Σας έφτιαξα μια ακόμη απόδοση στα ελληνικά στίχων του  Μπρασένς, προσπαθώντας οι λέξεις να χωράνε στην μελωδία. Παρουσίαση με προφορικό λόγο μόλις επιστρέψω στη βάση μου στη Θεσσαλονίκη.

Το ποίημα που  αφιέρωσε στο γεφύρι ο Απολινέρ  θα το δούμε (ίσως) χώρια.

 αρχείο λήψης

Εδώ ο Μπρασένς τραγουδά τα ¨Αναπηδήματα¨

Εδώ η απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα (σε προφορικό λόγο – προσθήκη)

ΑΝΑΠΗΔΗΜΑΤΑ

 

Πρώτη μου φορά

βρισκόμουν μακριά 

απ’ τη γενέτειρά μου.

Εύελπις νεαρός

της γραφής πιστός

και του πενταγράμμου.

Στην Πόλη του Φωτός

αδέξιος, σεμνός,

ειχ’ αγκυροβολήσει.

Κι έτσι ο Ραστινιάκ

(ο ήρωάς σου ω Μπαλζάκ)

ας μην ανησυχήσει,

ας μην ανησυχήσει.

*

Ντόπιοι ηρεμία

για συναγερμό

δεν υπάρχει αιτία

Μην σκέφτεστε στραβά

της σκηνής με τραβά

            μοναχά η μαγεία.              

Μα πριν εκτεθώ

ως το πον Μιραμπό

λέω να κατηφορίσω

                στον Απολινέρ                   

των Μουσών εξπέρ

τιμή ν’ αποτίσω,   

τιμή ν’ αποτίσω.   

* 

           Άμαθος, ζαβός             

αγνοούσα εντελώς

για τι σόι φασαρία

η βόλτα μου αυτή 

-όπως θ’ αποδειχθεί-

θα ’ναι αφετηρία,

καθώς στην καρδιά

ήρθε στα ξαφνικά

            και με πέτυχε διάνα           

αγάπης σαϊτιά

-με την πρώτη ματιά-

για μια Παριζιάνα,

για μια Παριζιάνα.

 *

Μην τα πολυλογώ

στου ποταμού το νερό

με κομψές  πιρουέτες

προσπαθούσε η μικρή

να εξασκηθεί

εκτοξεύοντας πέτρες.   

Μα ας μη το παινευτώ

στο παιχνίδι αυτό

τον καιρό εκείνο

ήμουν πρωταθλητής,

                  αλλά και εκπαιδευτής                    

                   λέω για κείνη να γίνω,                    

λέω για κείνη να γίνω.

 *

Για ένα σου φιλί

                                δίνω τη συνταγή,                                  

στου νερού τον καθρέφτη

η πέτρα πως πετά

και πώς αναπηδά

δίχως κάτω να πέφτει.

Λέει πως συμφωνεί

και δε παίρνει πολύ

όλα της τα μαθαίνω

κι έτσι να που εγώ

των φιλιών τον χυμό

απ’ τα χείλη της παίρνω,

απ’ τα χείλη της παίρνω.

 * 

Κι όπως οι παλιοί

στο παιχνίδι  οι ειδικοί

θα καταμαρτυρήσουν,

                        αν ξυπνάς νωρίς                          

              πλατιές πέτρες θα βρεις             

που θ’ αναπηδήσουν,

έτσι κι εμείς, αν θες,

ίσιες πέτρες πλατιές

ψάχνοντας στην αράδα,

                       σχεδιάσαμε ξανά                            

                           νέους χάρτες με ά-                             

-ξονα την τρυφεράδα, 

-ξονα την τρυφεράδα.

          *             

                          Μα δεν φτουράει το καλό                            

και στο πον Μιραμπό     

θα πέσει η αυλαία,

μ’ ένα αναπήδημα

θα μου φύγει μακριά

η άστατη νέα.

Για έναν σιτεμένο

στα αζήτητα μένω

εγώ κι όλοι μου οι μόχθοι,

έναν Κροίσο ζωντανό

και εκτός απ’ αυτό: (κι επιβαρυντικό)

απ’ τη δεξιά όχθη,

απ’ τη δεξιά όχθη.

Στου γεφυριού την άκρη ΄

                    μαύρο έριχνα δάκρυ                    

θύμα αγάπης οξείας.

Και να που ο ποταμός

ανεβαίνει διαρκώς        

ως τη στάθμη ασφαλείας.

Και αν δεν έδωσα μια

να βρεθώ στα βαθειά

                                          -άλμα απεγνωσμένο-                                         

είναι γιατί το νερό

               στο σημείο αυτό               

είν’ πολύ μολυσμένο,

είν’ πολύ μολυσμένο.

Από τις συμφορές,

υπάρχουν φορές,

που κερδίζεις σε γνώση,

μια που δεν ειν’ γραφτό

στον κόσμο αυτό

κανείς να σε σώσει.

Μα ας μη το παρατραβώ

κι ως το πον Μιραμπό

ας κατηφορίσω

τον Απολινέρ

των Μουσών εξπέρ

για να χαιρετίσω,

για να χαιρετίσω.

2nlteyr 

LES RICOCHETS

J’avais dix-huit ans
Tout juste et quittant
Ma ville natale
Un beau jour, o gué!
Je vins débarquer
dans la capitale
J’entrai pas aux cris
D’ »À nous deux Paris »
En Île-de-France
Que ton Rastignac
N’ait cure, ô Balzac!
De ma concurrence
De ma concurrence

Gens en place, dormez
Sans vous alarmer,
Rien ne vous menace
Ce n’est qu’un jeune sot
Qui monte a l’assaut
Du petit Montparnasse
On s’étonnera pas
Si mes premiers pas
Tout droit me menèrent
Au pont Mirabeau
Pour un coup de chapeau
A l’Apollinaire
A l’Apollinaire

Bec enfariné
Pouvais-je deviner
Le remue-ménage
Que dans mon destin
Causerait soudain
Ce pèlerinage?
Que circonvenu
Mon coeur ingénu
Allait faire des siennes
Tomber amoureux
De sa toute pre-
miere Parisienne.
miere Parisienne.

N’anticipons pas,
Sur la berge en bas
Tout contre une pile,
La belle tâchait
D’faire des ricochets
D’une main malhabile
Moi, dans ce temps-la
Je ne dis pas cela
En bombant le torse,
L’air avantageux
J’étais a ce jeu
De première force.
De première force.

Tu m’donnes un baiser,
Ai-je propose
À la demoiselle;
Et moi, sans retard
Je t’apprends de cet art
Toutes les ficelles.
Affaire conclue,
En une heure elle eut,
L’adresse requise.
En change, moi
Je cueillis plein d’émoi
Ses lèvres exquises.
Ses lèvres exquises.

Et durant un temps
Les journaux d’antan
D’ailleurs le relatent
Fallait se lever
Matin pour trouver
Une pierre plate.
On redessina
Du pont d’Iéna
Au pont Alexandre
Jusque Saint-Michel,
Mais à notre échelle,
La carte du tendre.
La carte du tendre.

Mais c’était trop beau:
Au pont Mirabeau
La belle volage
Un jour se perchait
Sur un ricochet
Et gagnait le large.
Elle me fit faux-bond
Pour un vieux barbon,
La petite ingrate,
Un Crésus vivant
Détail aggravant
Sur la rive droite.
Sur la rive droite.

J’en pleurai pas mal,
Le flux lacrymal
Me fit la quinzaine.
Au viaduc d’Auteuil
Parait qu’a vue d’oeil
Grossissait la Seine.
Et si, pont de l’Alma,
J’ai pas noyé ma
Détresse ineffable,
C’est que l’eau coulant sous
Les pieds du zouzou
Était imbuvable.
Était imbuvable.

Et que j’avais acquis
Cette conviction qui
Du reste me navre
Que mort ou vivant
Ce n’est pas souvent
Qu’on arrive au havre.
Nous attristons pas,
Allons de ce pas
Donner, débonnaires,
Au pont Mirabeau
Un coup de chapeau
A l’Apollinaire.
A l’Apollinaire.

πινακίδα

Μία ακόμη ενδιαφέρουσα εκτέλεση 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , | 2 Σχόλια »

Λευκό τριαντάφυλλο

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2013

Ένα όμορφο λαικό τραγουδάκι της Λουζιτανίας από την έξοχη Μαρίζα, και μια προσπάθεια να το πλησιάσουμε χρησιμοποιώντας την  ελληνική γλώσσα

Τριαντάφυλλο στο στήθος

και μ’ όλους χόρευα με πάθος

Τριαντάφυλλο στο στήθος

M’ όλους χόρευα με πάθος

Τόσες ήταν οι στροφές μου

Πού ‘φυγε μακριά μου τ’ άνθος

Τόσες οι γυροβολιές μου

Πού μακριά έφυγε τ’ άνθος

*

Όποιος αντέχει

Του έρωτα τη ζάλη

Το ρόδο  μου ας βρει

Στο πέτο ας το βάλει

*

Ω ευωδιαστό μου ρόδο

Ω λευκό τριανταφυλλάκι

Ω ευωδιαστό μου ρόδο

Ω λευκό τριανταφυλλάκι

Αν τα ρόδα αγαπάει

Ας αγαπά κι εμέ λιγάκι

Αν τα ρόδα αγαπάει

Ας αγαπά κι εμέ λιγάκι

*

Όποιος αντέχει

Του έρωτα τη ζάλη

Το ρόδο μου ας βρει

Στο στήθος ας το βάλει

.

 

*

811082563

Rosa branca

De rosa ao peito na roda 
Eu bailei com quem calhou
Tantas voltas dei bailando
Que a rosa se desfolhou

Quem tem, quem tem
Amor a seu jeito
Colha a rosa branca
Ponha a rosa ao peito

Ó roseira, roseirinha
Roseira do meu jardim
Se de rosas gostas tanto
Porque não gostas de mim?

images (2)

Rosa biancha

Rosa al petto in cerchio

ballavo con chi capitava,

girai talmente tante volte

e la rosa si sfogliava…

*

Chi sente, chi sente

di esser nato per l’amore

Colga la rosa bianca se la ponga al petto

 *

Oh roseto, rosetino,

roseto del mio giardino

se le rose ti piaccion tanto

perché non ti piaccio anch’io?

ρόντα

Posted in Fados στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Ανακοίνωσις: κατόπιν απαιτήσεως των Αυτών Μεγελοιοτήτων των Αγορών, εις το βασίλειον της Μοχθηρής Βλακείας επικρατεί (όχι μόνον λιτότης, αλλά και) αταλάντευτος σταθερότης,

Posted by vnottas στο 23 Ιουλίου, 2013

(άλλως: Le roi des cons)

images (28)

ΧΟΡΙΚΟΝ

 

Φωνή: Η δυναστεία έχει κτιστεί

Χορός: Η δυναστεία του έχει κτιστεί

Φωνή: Με στούρνους, τούβλα, λάσπη πολλή

Χορός: Με τούβλα, στούρνους, λάσπη πολλή

Όλοι:  Δεν μπορείς να ρίξεις λοιπόν

            τον Βασιλιά των Αρχιδιών

 

Φωνή: Χωρίς άγχος, ναι και μπορεί

Χορός: Χωρίς άγχος, ναι και μπορεί

Φωνή: Στα σεντόνια του να κοιμηθεί

Χορός: Στα μαξιλάρια του να κοιμηθεί

Όλοι: Τύψεις, δεν τον πιάνουν αυτόν

            τον Άνακτα των Καθικιών

 

Φωνή: Κι εγώ κι εσύ κι αυτός και αυτή

Χορός: Κι εγώ κι εσύ κι αυτός και αυτή

Φωνή: Τον ακολουθούμε σκυφτοί

Χορός: Στα αχνάρια του πάμε σκυφτοί

Όλοι: Δύσκολο να τον χάσεις αυτόν

           τον Άρχοντα των Τομαριών

 

Φωνή: Μπορεί ο Καντάφι να ’χει χαθεί

Χορός: Μπορεί ο Καντάφι να ’χει χαθεί

Φωνή: Να ‘ταν κι άλλος κι ο Σαρκοζί

Χορός: Και να ‘ταν κι άλλος κι ο Σαρκοζί

Όλοι:  Μα Αυτός παραμένει παρών

          ο Αυτοκράτωρ των Βλακών

         

Φωνή: Δεν φτουράνε στην Αφρική

Χορός: Στην Αφρική δεν φτουράνε πολύ

Φωνή: Γιατί τους κρύβει τη συνταγή

Χορός: Γιατί τους κρύβει τη συνταγή

Όλοι:  Μύστης όλων των εποχών

           ο Σουλτάνος των Πορδών

 

aladdin-le-portrait-du-roi

Φωνή: Μπορεί ακόμη και οι Ισπανοί

Χορός: Μπορεί ακόμη κι οι Ισπανοί

Φωνή: Τον Χουάν να πείσουν ν’ αποσυρθεί

Χορός: Τον Χουάν να πείσουν ν’ αποσυρθεί

Όλοι:  Μένει όμως αναφανδόν

           ο Μονάρχης των  Ζαβών

 

Φωνή: Και το στέμμα των Βρετανών

Χορός: Ως και το στέμμα των Βρετανών

Φωνή: Kάποια μέρα θα ‘ν’ παρελθόν

Χορός: Kάποια μέρα θα ‘ν’ παρελθόν

Όλοι:  Μα αυτός θ’ αντέχει μπετόν

Ο Πρίγκιπας των Κωθωνιών

arton572

Φωνή: Στη Γαλλία έχει ξανασυμβεί

Χορός: Και στη Γαλλία ακόμη μπορεί

Φωνή: Ως κι η ¨Μαριάνα¨ να ανατραπεί

Χορός: Κι η ¨Μαριάνα¨ ν’ αποδομηθεί

Όλοι:  Μα ουδείς θ’ ανατρέψει αυτόν

          τον Ταγό των Μαλακών

 

Φωνή: Η δυναστεία έχει κτιστεί

Χορός: Η δυναστεία του έχει κτιστεί

Φωνή: Με στούρνους, τούβλα, λάσπη πολλή

Χορός: Με τούβλα, στούρνους, λάσπη πολλή

Όλοι:  Δύσκολο να ρίξεις λοιπόν

            τον Βασιλιά των Αρχιδιών

ω

Εντάξει, πρόκειται για μια παρα-παρωδία, με βάση τον ¨Βασιλέα των Con¨ του Μπρασένς. Είναι καλοκαιράκι, τι να κάνουμε…

Tραγουδά ο Μπρασένς 

Η προσαρμογή

Le Roi

Non certe’,elle n’est pas bâtie,
Non certe’,elle n’est pas bâtie
Sur du sable,sa dynastie,
Sur du sable,sa dynastie.
Il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Il peut dormir,ce souverain,
Il peut dormir,ce souverain,
Sur ses deux oreilles,serein,
Sur ses deux oreilles,serein.
Il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Je,tu,il,elle,nous,vous,ils,
Je,tu,il,elle,nous,vous,ils,
Tout le monde le suit,docil’,
Tout le monde le suit,docil’.
Il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Il est possible,au demeurant,
Il est possible,au demeurant,
Qu’on déloge le shah d’Iran,
Qu’on déloge le shah d’Iran,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Qu’un jour on dise:»C’est fini»,
Qu’un jour on dise:»C’est fini»
Au petit roi de Jordani’,
Au petit roi de Jordani’,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Qu’en Abyssinie on récus’,
Qu’en Abyssinie on récus’,
Le roi des rois,le bon Négus,
Le roi des rois,le bon Négus,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

images (35)

Que,sur un air de fandango,
Que,sur un air de fandango,
On congédi’ le vieux Franco,
On congédi’ le vieux Franco,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons

Que la couronne d’Angleterre,
Que la couronne d’Angleterre,
Ce soir,demain,roule par terre,
Ce soir,demain,roule par terre,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Que, ça c’est vu dans le passé,
Que,ça c’est vu dans le passé,
Marianne soit renversé’
Marianne soit renversé’
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

images (30)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Αφροδίτη η καλλίπυγος

Posted by vnottas στο 21 Ιουλίου, 2013

Αφρω

Τι να μας πει κι η Τέχνη, η αφαιρετική;

μπρος την έλξη που ασκούν / οι γλυπτοί σας γλουτοί.

Αν οι κώλοι οι φτιαχτοί, / είναι πια οι πιο πολλοί,

σ’ έναν γνήσιο χρωστάμε /εύγε, δόξα, τιμή!

*

 Η πλάτη σας εκεί / καταλήγει με χάρη

κι ένας ποιητής σωστός / όχι δεν θα  αρνηθεί

Να αφιερώσει σ’ αυτό / το γιομάτο φεγγάρι

Λόγο επαινετικό / που δεν θα ξεχαστεί.

*

Δίπλα μου σαν βρεθεί, / πάντα ανατριχιάζω

Λέω τι θα συμβεί / -στραβός ειν’ ο ντουνιάς-

φεγγάρια αλλονών /αν βρεθώ να αγκαλιάζω;

Μα… τα μάτια θα σφαλνώ / και θα σκέπτομαι εσάς!

*

Για να ’χετε, μαντάμ, / τέτοια επιτυχία

παιδέψατε θαρρώ, /εστέτ ένα σωρό

κόφτρες και ράφτρες που, / κομψότατη κυρία

φτιάξαν για σας εικόνα, / περίγραμμα λαμπρό!

*

Ο Δούκας του Μπορντό, / λέει το τραγουδάκι (*)

στον πισινό μου μοιάζει, / γι αυτό και πάει σκυφτός,

μα θα ‘ταν πιο σωστό / αν έμοιαζε λιγάκι

με τον δικό σας, που / ειν’ πιο καμαρωτός!

καλλίπυγος

Στους φθονερούς να μη / δίνετε σημασία

πως βάλατε, που λεν, / σε μέρη χαμηλά

την πρώτη, ίσως και / την μόνη σας αξία…

Μα όρθια σαν σταθείτε / την δείχνετε καλά !

*

…Τι είδανε, ας πουν, / σαν βγαίνατε απ’ τ’ αμάξι

κι ο άνεμος τραβά / τη φούστα ως τα ’δω:

και βέλος και καρδιά / είχατ’ εκεί χαράξει

και δήλωση ρητή: ¨Νώντα για σένα ζω¨!

*

… Κι όταν η ρεβερέντζα / προς βασιλείς βαρβάρους

πίσω σας είχε ρίξει / και τότε ξαπλωτή

είδατε τα μυστήρια / που ‘χει το κέντρο βάρους

γιατ’ η βαρύτης έχει / τους νόμους της κι αυτή!

*

Τη Νάπολη κανείς, προτού αποδημήσει

λένε πρέπει να δει: έδρα  πολιτισμού!

Μα εγώ ο ολιγαρκής, η μοίρα αν το θελήσει

την έδρα σας  ας δω, πριν βάλω μπρος γι αλλού…

*

Τι να μας πει κι η Τέχνη, η αφαιρετική;

μπρος την έλξη που ασκούν / οι γλυπτοί σας γλουτοί.

Αν οι κώλοι οι φτιαχτοί, / είναι πια οι πιο πολλοί,

σ’ έναν γνήσιο χρωστάμε / μνεία, δόξα, τιμή!

images (22)

 (*)Λαϊκό γαλλικό προεπαναστατικό τραγουδάκι:

Le duc de Bordeaux ressemble à son frère, 
Son frère à son père et son père à mon cul ;
De là je conclus qu’ le duc de Bordeaux 
Ressemble à mon cul comme deux gouttes d’eau. 

…που σε πρόχειρη (πλειοδοτούσα)  μετάφραση θα μπορούσε ίσως να είναι κάπως έτσι:

Μοιάζει στον αδελφό του, ο Δούκας του Μπορντό

εκείνος στον πατέρα του, κι αυτός στον πισινό μου

Έτσι μπορώ κι εγώ να  πω και να το παινευτώ

και οι τρεις φτυστοί προκύπτουνε στον κώλο τον δικό μου

130px-Bouguereau_venus_detail

Η ¨καλλίπυγος Αφροδίτη¨ είναι ένα σκωπτικό τραγουδάκι του μπάρμπα Γιώργη (Μπρασένς) γραμμένο το 1964. Η μεταφορά των στίχων στα ελληνικά με παίδεψε κάπως για τους γνωστούς λόγους, δηλαδή βασικά έναν: οι (ωραιότατες) λέξεις της γλώσσας μας απαρτίζονται από πολύ περισσότερες συλλαβές απ’ ότι οι αντίστοιχες λοιπές ευρωπαϊκές. Αν τις χρησιμοποιήσεις, η μελωδίκή επένδυση πάει περίπατο. Εν πάση περιπτώσει, έκοψα, έραψα, και το παραπάνω είναι το μέχρι στιγμής σκαρίφημα.

Η Καλλίπυγος από τον Μπρασένς

Η προσαρμογή

Vénus Callipyge 

Que jamais l’art abstrait, qui sévit maintenant
N’enlève à vos attraits ce volume étonnant
Au temps où les faux culs sont la majorité
Gloire à celui qui dit toute la vérité

Votre dos perd son nom avec si bonne grâce
Qu’on ne peut s’empêcher de lui donner raison
Que ne suis-je, madame, un poète de race
Pour dire à sa louange un immortel blason

En le voyant passer, j’en eus la chair de poule
Enfin, je vins au monde et, depuis, je lui voue
Un culte véritable et, quand je perds aux boules
En embrassant Fanny, je ne pense qu’à vous

Pour obtenir, madame, un galbe de cet ordre
Vous devez torturer les gens de votre entour
Donner aux couturiers bien du fil à retordre
Et vous devez crever votre dame d’atour

C’est le duc de Bordeaux qui s’en va, tête basse
Car il ressemble au mien comme deux gouttes d’eau
S’il ressemblait au vôtre, on dirait, quand il passe
» C’est un joli garçon que le duc de Bordeaux ! «

Ne faites aucun cas des jaloux qui professent
Que vous avez placé votre orgueil un peu bas
Que vous présumez trop, en somme de vos fesses
Et surtout, par faveur, ne vous asseyez pas

Laissez-les raconter qu’en sortant de calèche
La brise a fait voler votre robe et qu’on vit
Ecrite dans un cœur transpercé d’une flèche
Cette expression triviale : «  A Julot pour la vie «

Laissez-les dire encor qu’à la cour d’Angleterre
Faisant la révérence aux souverains anglois
Vous êtes, patatras ! tombée assise à terre
La loi d’la pesanteur est dur’, mais c’est la loi

Nul ne peut aujourd’hui trépasser sans voir Naples
A l’assaut des chefs-d’œuvre ils veulent tous courir
Mes ambitions à moi sont bien plus raisonnables:
Voir votre académie, madame, et puis mourir

Que jamais l’art abstrait, qui sévit maintenant
N’enlève à vos attraits ce volume étonnant
Au temps où les faux culs sont la majorité
Gloire à celui qui dit toute la vérité

Venus-Callipyge

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η βροχή και το ψιλόβροχο

Posted by vnottas στο 7 Ιουλίου, 2013

DSCN0997

Στην προηγούμενη ανάρτηση χρησιμοποίησα ως μουσική υπόκρουση για τo ¨τραγούδι της Σιγκουάπα¨, ένα όμορφο πορτογαλικό τραγούδι με τίτλο Chuva (Βροχή)

Τώρα λέω να σας το αναρτήσω  (μέσω παραπομπής στο youtube), τραγουδισμένο τόσο από τον συνθέτη και στιχουργό  Jorge Fernando, όσο και από την εκπληκτική Mariza. Επίσης, ψάχνοντας, ανακάλυψα όχι μόνο τους στίχους, αλλά και μια μετάφραση στην ιταλική γλώσσα την οποία σας παραθέτω πιο κάτω μαζί με μια απόπειρα προσαρμογής στα ελληνικά (ως συνήθως). Τέλος, μαζί με την πορτογαλική ¨Βροχή¨ σας θυμίζω ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του Μητσάκη που μιλάει επίσης για  βροχή (Ψιλοβρέχει).

O Jorge Fernando

Jorge_Fernando

Η προσαρμογή στα ελληνικά

Βροχή

Περνούν της ζωής οι ιστορίες / χωρίς ίχνη να αφήνουν

παρά μόνον αυτές που χαράξανε / πόνο ή κάποια χαρά

Ναι, υπάρχουν  εκείνοι που, εν τέλει, / στις ιστορίες θα μείνουν

μα κι άλλοι που μηδέ τ’ όνομά τους / θα ακούσεις ξανά

*

Υπάρχουν καημοί που ζωή / στη ζωή ξαναδίνουν

το νόστο που κρύβω ξυπνούν / και με εσένα με σμίγουν, σαν χτες

Ναι, μέρες υπάρχουνε  που / τη ψυχή μας σφραγίζουν

κι εκείνη που με άφησες μόνο / ήταν μια απ’ αυτές

*

Στους δρόμους της πόλης γυρνώ / έρμoς  κι απελπισμένoς

την όψη μου τώρα χαράζει / η βροχή του Νοτιά

Στην πόλη με δάκρυα φωνάζω / η βροχή πως θα σβήσει

όση του έρωτά μου έχει πια / απομείνει φωτιά

¨

…μ’ ακούει η βροχή, και στην πόλη

το μυστικό μου δεν λέει,

μόνο να, που στα τζάμια χτυπά

νότες νοσταλγικές…

Chuva

As coisas vulgares que há na vida

Não deixam saudade
Só as lembranças que doem
Ou fazem sorrir

Há gente que fica na história
Da história da gente
E outras de quem nem o nome
Lembramos ouvir

São emoções que dão vida
À saudade que trago
Aquelas que tive contigo
E acabei por perder

Há dias que marcam a alma
E a vida da gente
E aquele em que tu me deixaste
Não posso esquecer

A chuva molhava – me o rosto
Gelado e cansado
As ruas que a cidade tinha
Já eu percorrera
Ai, meu choro de moça perdida
Gritava à cidade
Que o fogo do amor sob a chuva
Há instantes morrera

A chuva ouviu e calou
Meu segredo à cidade e eis que ela bate no vidro
Trazendo a saudade

rio_de_janeiro_com_chuva[1]

H μετάφραση στα Ιταλικά εδώ

Pioggia

Le cose ordinarie della vita
non ti lasciano la nostalgia
solo i ricordi che fanno male
o quelli che fanno sorridere

C’è gente che resta nella storia
della nostra storia
e altri di cui neanche il nome
ricordiamo di aver sentito

Sono le emozioni che danno vita
alla nostalgia che sento
quelle che ho vissute con te
e che alla fine ho perduto

Ci sono giorni che segnano l’anima
e la nostra vita
e quello in cui tu mi hai lasciato
non posso dimenticarlo

La pioggia inzuppava il mio viso
infreddolito e stanco
e tutte le strade della città
avevo già percorso

Ahi…il mio pianto di ragazza sperduta
gridava alla città
che il fuoco d’amore sotto la pioggia
si era spento solo un attimo fa

La pioggia ascoltò e tacque
il mio segreto alla città
ed ecco ora batte sul vetro
e mi riporta la nostalgia

images (20)

Ψιλοβρέχει

Στίχοι και μουσική Γιώργος Μητσάκης. Εδώ με τον Μπάμπη Τσέρτο

Απόψε άρχισε και ψιλοβρέχει
κι ο νους μου πάλι σε σένα τρέχει
στην αγκαλιά του, αχ, ποιος να σ’ έχει
αυτό το βράδυ που ψιλοβρέχει;

Η νύχτα σκέπασε όλη τη χώρα.
Σε συλλογιέμαι, πού να ’σαι τώρα
Ποιος σ’ αγκαλιάζει αυτή την ώρα
που ψιλοβρέχει σ’ όλη τη χώρα;

Στο δρόμο δεν περνά διαβάτης άλλος
κι η μοναξιά μου καημός μεγάλος
κι η μοναξιά μου καημός μεγάλος.
Εγώ πονάω, κανένας άλλος.

Αυτό το βράδυ που ψιλοβρέχει
στην αγκαλιά του, αχ, ποιος να σ’ έχει;

IMG_1358

Posted in Fados στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένας αλλιώτικος παπάς (ή μάλλον δύο)

Posted by vnottas στο 27 Ιουνίου, 2013

Είναι και οι δύο ήρωες αφηγήσεων. Ο ένας, ο Παπακότσυφας,  πρωταγωνιστεί μαζί με την Χαρίκλεια, γυναίκα του λαού, ελευθερόστομη, μαγκίτισσα και χορευταρού στο αφήγημα του Αντώνη Κακαρά ¨Η Χαρίκλεια των Πατησίων¨.

Ο άλλος ιερουργεί στους στίχους του τραγουδιού του Μπρασένς ¨Η λειτουργία για τον κρεμασμένο¨.

Larissa_1

(Η φωτογραφία είναι παρμένη από εδώ)

Σας τους προσφέρω στη σημερινή ανάρτηση και τους δύο μαζί, σε ενιαία συσκευασία, καθώς με παρέπεμψαν συνειρμικά ο ένας στον άλλο, ενώ και οι δύο μαζί μου προκάλεσαν κάποιες σκέψεις για τον ¨εκσυγχρονιστικό¨ μεταμοντέρνο αντικληρικισμό που μοιάζει να είναι της μόδας, αλλά αυτές τις σκέψεις θα σας τις εξομολογηθώ μια άλλη φορά.

Σημείωση: Για να είμαι όσο γίνεται ειλικρινής, δεν έχω επαρκές δείγμα, ούτε προσωπική βιωματική επαφή με τον χώρο της οργανωμένης πίστης, για να αποφανθώ με σιγουριά ότι οι δύο εν λόγω ιερείς είναι όντως αλλιώτικοι. Μπορεί και να υπάρχουν -και όχι μόνο αφηγηματικά- περισσότεροι παπάδες τόσο ανθρώπινοι όσο ετούτοι οι δύο. Το εύχομαι.

Ας αρχίσουμε με τον Παπά του Κακαρά, καθώς εξομολογεί την Χαρίκλεια και μετά θα περάσουμε στον παπά του Μπρασένς

images (5)

Αντώνης Κακαράς Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ

(Η λαϊκή σοφία στην υπηρεσία του αντικαπιταλισμού)

Σύντρεχε τους αδυνάτους ως και τους μη έχοντες… υπηρετούσε αγογγύστως τους κατά μόνας ζώντες υπερήλικες, καθύβριζε τους πολλά έχοντες κακούς νυν και τέως άρχοντες και τους αφεντάδες τους ως συντελεστές των δεινών της κρίσης και του καπιταλισμού και μια φορά το χρόνο τραβούσε να εξομολογηθεί στον παιδικό της φίλο!
Δε γίνεται επομένως να ξεφύγουμε απ’ τη συγκεκριμένη φιλενάδα της Μενεμένης, χωρίς να μνημονεύσουμε τουλάχιστον ένα από τα καθημερινά επεισόδια μπρος στα οποία ωχριούν οι λάτρεις του είδους και οι κυρίες που ασμένως πλην ματαίως προσπαθούν ν’ αποκτήσουν προφίλ ανάλογο της Χαρίκλειας, καθόσον έχει πέραση βεβαίως βεβαίως, ιδίως εις την υψηλήν αποκαλούμενη κοινωνία!
Πού πας πάλι βρε κερατά, φασίστα, έκραξε το γιο της σαν της μοστράρισε γκόμενα για πρώτη φορά, πού πας να μη χέσω τον πατέρα της άλλης που σε ξεμυάλισε, ακόμα δεν άρχισες να την παίζεις βρε ξεκαπίστρωτε και μου θες γυναίκα, έλα δω γαμώ τη μάννα της πουτάνας της φιλενάδας σου, φάε βρε πρώτα το ρυζόγαλο να ψηλώσεις, ακόμα δε σου σηκώνεται και μου θέλεις τσιβιτζιλίκια βρε τζουτζέ, και πήγες, αντίχριστε, και βρήκες την κόρη του χαφιέ, δε μπορούσες να πηδάς βρε μούλε τη θυγατέρα του Παπακότσυφα, να με σχωρνάει τζάμπα ο γονιός της τουλάχιστον, που ‘ναι και χαμηλοβλεπούσα του κατηχητικού θηλυκό, αμαρτωλέ, ρουφιάνε!!
Η Χαρίκλεια είναι αυτή, η χορευταρού και γλεντζού άμα λάχει, να σηκώνει τέτοιο κέφι δηλαδής που οι μαγαζάτορες της κράταγαν τραπέζι έτσι κι αλλιώς μη τυχόν εμφανιστεί και δε διαθέτουν εύκαιρο. Έδωσε τελευταία χαρούμενη νότα και πυρπόλησε τους χαροκόπους στο γάμο του κανακάρη της Καριωτίνας, αυτουνού ντε που ‘κανε το σταυρό του ανάποδα ενώπιον της αγίας τραπέζης, του τέμπλου, του ιερέως, του δισκοποτηρίου, του ευαγγελίου… τόσο θρησκευόμενο είναι το παιδί, ο δε ιερουργών (ευτυχώς ή δυστυχώς) δεν πήρε χαμπάρι τίποτε, αλλιώς θα τον πέταγε το γαμπρό έξω, εκεί που λέτε στο επακολουθείσαν δείπνο έριξε η καλή σου μια ζεϊμπεκιά όλη δικιά της, καλά να ‘ναι η φιλενάδα ν’ αγωνίζεται ποικιλοτρόπως, όπως πάντα να πούμε, το καλό να λέγεται!
Εν τούτοις παμπατησιακώς είναι γνωστή ως ακροθιγώς θεοσεβούμενη, καθόσον κράταγε και την πισινή εξομολογούμενη ώστε μεταλαβαίνει πότε πότε, αλλά κατ’ αυτάς ήταν που την περίμενε στη γωνία ο αρμόδιος ιερεύς, συμμαθητής της απ’ το Δημοτικό ο δόλιος, και της τα ‘ψαλλε κανονικά, Εκατό μετάνοιες, καθόρισε την ποινή τελειώνοντας τις αυστηρές συστάσεις σε πλάγιο δεύτερο, τρεις λειτουργιές για την ψυχή της μάνας σου κι ένα τραπέζι με βετούλ απ’ το χωριό, συμπλήρωσε μάλλον γρήγορα, το νου σου όμως, ολόκληρο κι όχι μισό σαν πέρσι, πρόσεξε Χαρίκλεια, Μα είσαι καλά Τσότρα, εκατό μετάνοιες για δυο μαλακίες που πέταξα στο βλαστάρι μου, ξέχνα τις, εδώ δεν τη νοιάζει την Παναγία για τους δικούς Της μπελάδες, τόνισε σταυροκοπούμενη, θ’ ασχολείται με τον κανακάρη μου τον άχρηστο, αν ήθελε ας τον έφτιαχνε καλύτερο, τι Παναγία είναι και μάλιστα Θεομήτορα, ξέχασες βρε πρόπερσι που με χρέωσες πάλι ολόκληρο ζυγούρι για το γιό της το Χριστό, και δε μου λες Πάτερ….
Πάτερο στην γκράνα σου Χαρίκλεια, δεν κάνω πίσω με τίποτα, αλήθεια μωρή, τι πέταξες του πουτσαρά σου για τη Μαριγούλα μου, φιλιότσα σου κιόλας κολασμένη, έ κολασμένη, πηδιούνται βρε τα πνευματικά αδέρφια, έ, πηδιούνται, θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, πώς με παρασέρνεις και κολάζομαι, άθλια, δαιμονισμένη! Παπά να μη χάνω ώρα τζάμπα, φταίω γω που ‘ρθα να ξομολογηθώ, κατάλαβες και με περνάνε για μόρτισσα τη μαλάκω και κάθομαι και στα λέω χαρτί κα καλαμάρι το όρνιο, Δε χρειάζεται το μυστήριο για να μαθαίνω τα καθέκαστα στην ενορία μου, πέταξε ο ιερεύς κι έδειχνε ελαφρώς θιγμένος, αν το πας έτσι… Ααα, σου τα σφύριξε κείνη η σκρόφα του χαφιέ έ, αυτή σου τα ‘πε και συ καθόσουνα τ’ άκουγες και μου παριστάνεις το φίλο, δόλιε ρασοφόρε, θα σε μάθω γω υποκριτή, Εξομολόγηση ήταν αναιδεστάτη, και ποιος σου ‘πε μωρή να βρίζεις το βλαστάρι σου κι από κοντά και το δικό μου έτσι, πες μου ποιος, Γιατί να μην τον βρίζω το μαλάκα, εγώ κοιλοπόναγα, αν του κοτάει αλλουνού ας τον βρίσει, άκου «αναιδεστάτη» ο γραμματιζούμενος, μπράβο εξέλιξη, όσο για το κορίτσι ξέρω γω τι λέω!!
Και βρήκες βρε γλωσσοκοπάνα την ευκαιρία να τα λες να σ’ ακούσει ο γείτονάς σου ο κόπανος και δω μέσα ένα σωρό όσιοι, Καλό έ, με παραδέχεσαι, δε με παραδέχεσαι, σε ρωτάω, καλέ οι δυο μας είμαστε χαζούλη, πες μου…
Χαρίκλεια κόφτο, είπα και ελάλησα εκατό μετάνοιες… Μη με πρήζεις μεγάλε γιατί θα σε βάλω να λαλήσεις κανονικά, θα κάμω δέκα κι άμα με πονέσουν τα γόνατα σταματάω, Ά έτσι έ, παζάρια με το Θεό, στ’ άλλο όμως δε σε πονάν τα γόνατα, Άλλατις εκδηλώθηκε, βρε άντε από δω που θα πεις τώρα πως εκπροσωπείτε Θεό, μη χέσω, και καλά σένανε σε παραδέχομαι, έκανες και το γλυκό μου το βαφτιστήρι κι ας το παίδεψες στο κατηχητικό, ευτυχώς το πουλάκι μου τις κάψες του τις έχει, πέταξες πονηρούλη και πέντε έξη μούλικα δεξιά αριστερά…
Χαρίκλεια, σταμάτα λέω, Γιατί βρε μπούφο, άσχημα έκανες, και δε μου λες, δε μου λες Τσοτράκη μου, στα γόνατα τις είχες κι αυτές για μετάνοιες έ, Σύνελθε σου λέω βρομόστομα, ακούνε κι οι άγιοι, Άστους ν’ ακούνε, ξέρουν πολλά κι αυτοί, αμ δε, εσύ βρε χαζέ γιατί τσαντίζεσαι με τα παιδιά που φυτεύεις, κακό είναι, άσε που βοηθάς στο πρόβλημα λαϊκής ανάπτυξης, Σιγά μη βοηθάω στο πρόβλημα λαϊκής πολιτοφυλακής, πληθυσμιακό λέγεται αγράμματη, Μη με λες εμένα αγράμματη Παπακότσυφα, γιατί θα σε περιλάβω να μη σε πλένει ο Κουραδάς στα Χάνια χειμωνιάτικα, πρόσεχε, Χαρίκλεια έλεος, σ’ εξομολόγηση είμαστε, όχι στο σπίτι σου και κόφτο αυτό το Παπακότσυφα, Χαϊδευτικά καλέ το λέω, γιατί ψέλνεις και τραγουδάς ωραία, όσο για τ’ άλλο που πέταξες τι πάει να πει δηλαδής, το σπίτι μου είναι εκκλησία για μένα και μην το συγκρίνεις με το κουβούκλιό σου της αμαρτίας, στην εξομολόγηση ακούγονται τα αίσχη του κόσμου, δε βλέπω κάνα μυστήριο πουθενά έξω απ’ το μαύρο σκοτάδι εδώ μέσα, ενώ στο κονάκι μου είν’ όλα καλά, ανθρώπινα και φωτεινά, λοιπόν να τελειώνουμε, έχω να πάω και για ούζα στου Καραβά, το χρονιάρικο που ‘πες εν τάξει αλλά μισό και θα το φάμε μσακό, για χάρη σου βρε θα το κάμω φρικασέ, θα δεις, κι οι μετάνοιες δέκα όπως συμφώνησες και πολλές σου ‘ναι, τελεία και παύλα μην τις κόψω κι αυτές.
Έλα μωρέ φιλενάδα, εγώ που σ’ αγαπάω, γιατί μαθαίνουν που σου κάνω σκόντο και μου ζητάνε τα ίδια, στο τέλος δε θα με υπολογίζει κανένας, και δε μου λες ποιος είν’ αυτός με τα ούζα, πώς τον είπες, μπας κι είν’ ενορίτης μου και δεν τον ξέρω, Κόψε το ψαλτήρι μεγάλε, αυτός είν’ άθεος κι έχει την ησυχία του μ’ όλους τους υπεράκτιους αγίους σου αν θες να ξέρεις… κοίτα δω και μην ξινίζεις, όσο για τ’ άλλο που φοβάσαι μη μαθαίνουν οι θεούσες το σκόντο που μου κάνεις, τι σε νοιάζει βρε, παπάς δεν είσαι, καλέ στ’ αρχίδια σου, σχώρα με Παναγία μου, Άααα Χαρίκλεια λέω, Λοιπόν τέρμα, με παρασέρνεις με τις κλάψες και … αμαρτάνω, έφυγα, τέλος είπα και σε καρτεράω με τη δικιά σου στη Χάρη της … δεκαπέντε κιλά βρε κολασμένε φαγά, πώς θα το καταφέρουμε;
Τυχεροί οι ωτακουστές τέτοιας εξομολόγησης της μαγκίτισσας των Πατησίων, άπαξ ετησίως παίζεται η παράσταση και με κάθε σοβαρότητα, σας το υπογράφουμε πως συνωστίζονται υψηλόβαθμοι παρατρεχάμενοι του Υψίστου κάθε κατηγορίας και Τάξεως, όσο πυκνές κι αν είναι οι απολαύσεις τους από ακούσματα και θεάματα παντός είδους, αόρατοι που ‘ναι οι τσαχπίνηδες παρέα με ερμαφρόδιτα αγγελάκια, το γλεντάνε με τη Χαρίκλεια, ακούστε που σας λέω!
Είναι γλεντοκόπος, πιστός φίλος, ακέραιος και συνειδητός ιερέας, με κατανόηση χωρίς τέλος καθόσον γνωρίζει από κόσμο ο Παπακότσυφας, είναι άνθρωπος και για τον κοσμάκη μοχθεί, κρατάει τις ισορροπίες με τους ουρανούς και τις συνειδήσεις όχι τόσο των αμαρτωλών όσο των αγίων, καθώς έτσι που τους έχουν πλάσει οι μεγαλοσχήμονες της επίσημης εκκλησίας και κάθε εκκλησίας, δεν είναι όλοι τους άξιοι για να δεις προκοπή μαζί τους, ενώ εκείνοι του καλού ιερέα μας και των ομοίων του μάλιστα, είναι ανθρώπινοι, είναι τρυφεροί, είναι καλοί και σχωρνάνε! Το ξέρει αυτό η Χαρίκλεια και τα ‘χει καλά μαζί τους και με τον μεσάζοντα το δικό της παπά ακόμα καλύτερα, κι έτσι κρατάει καθαρό το μίγμα θρησκείας και λαού, αλλιώτικα τίποτα δε θα ‘χε σωθεί σε τούτον τον τόπο. Καθόσον τέλος δεν έχουν τα ρωμαϊκά φαγοπότια με τα Βατοπαίδια και τα μεγαλοπιάσματα των ρασοφόρων εξωχώριων αρχικαλόγερων μετά των ομοτράπεζων υπουργών λαμόγιων… και λοιπά;
Συμμετέχει λοιπόν ο καλός μας ποιμένας στα τραπεζώματα της Χαρίκλειας αλλά και άλλων που τα περιλαμβάνει στις τιμωρίες ανάλογα με το εύρος των αμαρτιών και άντε να τα βγάλεις πέρα εκατέρωθεν. Πάντως η εν λόγω, και ως γνήσια δημοκράτισσα από τα γεννοφάσκια, μεγάλωνε τα παιδιά της μάλλον υποδειγματικά, ανεξάρτητα απ’ το βρισίδι που στόχευε πολλαπλώς κι όχι μονάχα τα βλαστάρια της, όπου η μόνη επίπτωση ήταν να προσπαθούν να την αντιγράψουν όπως η θυγατέρα της Φροσάρας της γειτόνισσας κι άλλοι πολλοί ακόμα!.
Συνεχίζει η αδάμαστη Κυρία την εκφορά λόγου με την εξέλιξη της γλώσσας εμπλουτιζόμενης με νέες λέξεις και έννοιες που αποδίδουν τα δρώμενα και των ανθρώπων τα καμώματα ως και όσα καινοφανή συμβαίνουν και προκύπτουν, ου μην αλλά και της τρισκατάρατου κρίσεως και δη των προκαλούντων ταύτην, αμήν.

*

images (8)

Η λειτουργία για τον κρεμασμένο

Στίχοι του Ζορζ Μπρασένς, (1976) που σας μεταφράζω προσπαθώντας να κρατήσω την ομοιοκαταληκτική μορφή (ως κάποιο σημείο).

Φανατικέ αντικληρικέ

Παπαδοφάγε βουλιμικέ

Η ομολογία αυτή μου στοιχίζει,

αλλά θα σου πω πως οι παπάδες

δεν είναι όλοι κενοί φαφλατάδες

και ο δικός μας, θα δεις, ξεχωρίζει.

*

Όταν ο έξαλλος όχλος με μία τριχιά,

χωρίς τύψεις, χωρίς να δικάσει,

κρέμασε κάποιον στην βελανιδιά,

τότε ο παπάς μας,  χωρίς να διστάσει,

φώναξε πως του θανάτου η ποινή

σε θάνατο πρέπει να καταδικαστεί.

*

Μετά,  παράξενη τελετουργία,

πρόσφερε πρόσφορα και  Ευχαριστία

στης εκκλησιάς  τους μικρούς σπουργίτες 

και με της αγιαστούρας το άγιο νερό

να διώξει πήγε τον οξαποδώ

του αγρού βαφτίζοντας τις μαργαρίτες.

*

Τα μανίκια μετά ανασηκώνει,

το καλό θυμιατήρι υψώνει

και γεμάτος με άγια οργή,

την εξόδιο λειτουργία τελεί,

για εκείνον που τώρα αιωρείται

πέντε μέτρα επάνω απ’ τη γη.

*
Το μυστήριο αυτή τη φορά

ετελέσθη για χάρη ενός φουκαρά

και στο ρόλο του Ιησού Χρηστού,

οι τουρίστες μπορέσαν να δουν κρεμασμένο,

το κορμί ενός αμαρτωλού

από τον δικό μας παπά, ευλογημένο.

*

Όταν γκρινιάζουμε στο χωριό,

σαν λέμε ¨κάτω το καλυμμαύχι¨

που μας εκάθησε στο λαιμό,

οι συγχωριανοί μου οι άλλοι κι εγώ,

δεν είναι μ’ αυτόν που έχουμε άχτι,

δεν είν’ αυτόν που ’χουμε στο μυαλό.

*

Αντικληρικοί φανατικοί

Παπαδοφάγοι βουλιμικοί

Σαν καταβροχθίζετε αχνιστούς

παπάδες, διάκους κοκκινιστούς,

κανείς ας μην είναι  -βρείτε τον τρόπο-

από τον δικό μου τόπο.

12 - le pendu

Το τραγούδι 

Η απόδοση στα ελληνικά

La messe au pendu

Anticlérical fanatique
Gros mangeur d’écclésiastiques,
Cet aveu me coûte beaucoup,
Mais ces hommes d’Eglise, hélas !
Ne sont pas tous des dégueulasses,
Témoin le curé de chez nous.

Quand la foule qui se déchaîne
Pendit un homme au bout d’un chêne
Sans forme aucune de remords,
Ce ratichon fit scandale
Et rugit à travers les stalles,
«Mort à toute peine de mort!»

Puis, on le vit, étrange rite,
Qui baptisait les marguerites
Avec l’eau de son bénitier
Et qui prodiguait les hosties,
Le pain bénit, l’Eucharistie,
Aux petits oiseaux du moutier.

Ensuite, il retroussa ses manches,
Prit son goupillon des dimanches
Et, plein d’une sainte colère,
Il partit comme à l’offensive
Dire une grand’ messe exclusive
A celui qui dansait en l’air.

C’est à du gibier de potence
Qu’en cette triste circonstance
L’Hommage sacré fut rendu.
Ce jour là, le rôle du Christ(e),
Bonne aubaine pour le touriste,
Eté joué par un pendu.

Et maintenant quand on croasse,
Nous, les païens de sa paroisse,
C’est pas lui qu’on veut dépriser.
Quand on crie «A bas la calotte»
A s’en faire péter la glotte,
La sienne n’est jamais visée.

Anticléricaux fanatiques
Gros mangeur d’écclésiastiques,
Quand vous vous goinfrerez un plat
De cureton, je vous exhorte,
Camarades, à faire en sorte
Que ce ne soit pas celui-là.

images (7)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μια που ο Μάης εξακολουθεί να έρχεται…

Posted by vnottas στο 25 Απριλίου, 2013

 ¨Κάποιο βράδυ του Μάη¨:  Μια ακόμη παλιά (1937) ναπολιτάνικη καντσονέτα, αυτή τη φορά με μουσική του Giuseppe Cioffi πάνω σε στίχους του Egidio Pisano.

Εδώ η εκδοχή στα ελληνικά που σας έφτιαξα. Παρακάτω το πρωτότυπο κείμενο στη διάλεκτο της Νεάπολης.

παγκάκι2

 Όταν βρίσκεσαι κοντά μου

σου μιλώ, δε με προσέχεις…

Πού κοιτάς αφηρημένη

κι ούτε που μου απαντάς;

Εγώ σ’ έχω στην καρδιά μου

είμαι πάντα  ερωτευμένος,

μ’ άλλον στο μυαλό σου έχεις

και εμένα με ξεχνάς

 

Κάποτε μου πες  ¨ναι¨…

Δεν το θυμάσαι;

Όποιον για σε πεθαίνει, μην σκοτώνεις…

Μου είπες ναι, του Μάη κάποιο βράδυ

και τώρα έχεις κουράγιο

να μη με θες;

 

Πλάνη κρύβει η ματιά σου

όπως σαν με πρωτοείδες

όπως σαν μου πρωτοείπες:

¨Μόνο εσένα θ’ αγαπώ¨.

Κι όρκο μου ’δωσες ριγώντας

από μας να μείνει κάτι

¨Δε ξεχνιέται η πρώτη αγάπη¨,

μα δεν έμεινε ούτε αυτό.

 

Κάποτε μου πες ¨ναι¨…

Δεν το θυμάσαι;

Όποιον για σε πεθαίνει μην σκοτώνεις…

Μου είπες ναι, του Μάη κάποιο βράδυ

Και τώρα έχεις κουράγιο

να μη με θες;

Με τον Ρέντσο Άρμπορε

Η απόδοση στα ελληνικά (από κάτω η ορχήστρα του Τζενάρο Βεντίτο)

Με τον Ρομπέρτο Μούρολο


Με τη Μίνα

Με τον Μάριο ντελ Μόνακο

Νόττας βάρκες

Na Sera E Maggio 

Quanno vien’a ‘appuntamento
guarde ‘o mare, guard»e ffronne,
si te parlo nun rispunne,
staje distratta comm’a che.
Io te tengo dint»o core,
sóngo sempe ‘nnammurato
ma tu, invece, pienze a n’ato
e te staje scurdanno ‘e me…

Quanno se dice: «Sí!»
tiènelo a mente…
Nun s’ha da fá murí
nu core amante…
Tu mme diciste: «Sí!» na sera ‘e maggio…
e mo tiene ‘o curaggio ‘e mme lassá?!

St’uocchie tuoje nun só’ sincere
comm’a quanno mme ‘ncuntraste,
comm’a quanno mme diciste:
«Voglio bene sulo a te…»
E tremmanno mme giuraste,
cu na mano ‘ncopp»o core:
«Nun se scorda ‘o primmo ammore!…»
Mo te staje scurdanno ‘e me…

Quanno se dice: «Sí!»
tiènelo a mente…
Nun s’ha da fá murí
nu core amante…
Tu mme diciste: «Sí!» na sera ‘e maggio…
e mo tiene ‘o curaggio ‘e mme lassá?!

Posted in Τραγούδια της Νάπολης (Moύρολο) και άλλα, στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Εκείνοι που… (Όου γιες)

Posted by vnottas στο 8 Απριλίου, 2013

a

Εκείνοι που θέλουν να γίνουν αστέρια της πίστας γιατί έχουν παιδιά να αναθρέψουν, Όου γιές!

Εκείνοι που  όταν κάνουν ομαδική δουλειά νομίζουν ότι προσλήφθηκαν από άλλη εταιρεία,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  τα κάνουν όλα γιατί τυγχάνουν επαγγελματίες,  Όου γιές!  

Εκείνοι που ανάβουν ένα κερί στην Παναγία, γιατί έχουν ένα ανηψούδι ετοιμοθάνατο,  Όου γιές!

Εκείνοι που  σου σβήνουν το κερί εξ επαγγέλματος,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   ένας Παπαδόπουλος είναι κρυμμένος πάντα μέσα μας,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  ψηφίζουν δεξιά επειδή οι δεξιοί βρίζουν καλύτερα στην καθαρεύουσα,  Όου γιές!

Εκείνοι που   ψηφίζουν δεξιά γιατί φοβούνται τους κλέφτες, Όου γιές!  

Εκείνοι που  ψηφίζουν λευκό για να μην λερώσουν,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   δεν ανακατεύονται με τα πολιτικά, πα πα πα πα,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   ξερνάνε, Όου γιές!  

Εκείνοι που   αντέχουν να υποστηρίζουν ακόμη τον βασιλιά,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   αντέχουν να υποστηρίζουν τους βάζελους,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   δεν αντέχουν το κρασί,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   δεν μας προκύπτουν,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   πιστεύουν ότι το Θείο Βρέφος είναι ο Άγιος Βασίλης μωρό, Όου γιές!

 Εκείνοι που   τη νύχτα της πρωτοχρονιάς την κάνουν με την ερωμένη τους, αφού πρώτα κλέψουν την βασιλόπιτα των παιδιών,  Όου γιές! Των δικών τους παιδιών, Όου γιές!  

Εκείνοι που κάνουν έρωτα στα όρθια γιατί νομίζουν ότι έτσι πρέπει να γίνεται στα πιεντ-α-τερ,   Όου γιές!  

Εκείνοι που  βρίσκονται μέσ’ τα σκατά μέχρι εδώ,  Όου γιές! Όου γιές!  

Εκείνοι που   με έναν καλό ύπνο όλα περνούν, ως κι ο καρκίνος,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  δεν μπορούν, ούτε τώρα, να πιστέψουν ότι η γη είναι στρογγυλή,  Όου γιές!

Εκείνοι που  δε θέλησαν ποτέ να γυρίσουν από το ανατολικό μπλοκ και το παίξανε αγνοούμενοι,  Όου γιές!  

Εκείνοι που δεν τους συνέβη ποτέ θανάσιμο ατύχημα,   Όου γιές!  

Εκείνοι που δεν θέλουν να καταταγούν στα ες ες,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   επιμένουν να σου εξηγούν τις ιδέες σου, χωρίς όμως να σε βοηθήσουν να τις καταλάβεις, Όου γιές!  

Εκείνοι που  λένε η υπηρέτριά μας,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  οργανώνουν πορείες πολέμου,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  οργανώνουν τα πάντα,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   χάνουν τον πόλεμο παρά τρίχα,  Όου γιές!  

Εκείνοι που   θέλουν να σε πάνε να φας βατράχια (ή σούσι),  Όου γιές!  

Εκείνοι που   είναι ακόμη μόλις δύο την νύχτα,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  έχουν σύστημα για να χάνουν στη ρουλέτα,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  να μην χαθούμε,   Όου γιές!  

Εκείνοι που  προκύπτουν αλλιώτικοι από τους άλλους,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  προκύπτουν γενικώς,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  γαμώ την ατυχία μου,  Όου γιές!  

Εκείνοι που όταν χάνει η ομάδα τους λένε ότι κατά βάθος δεν είναι παρά ένα παιχνίδι και μετά γυρίζουν σπίτι και χτυπάνε τα παιδιά τους,   Όου γιές!  

Εκείνοι που λένε ότι το χρήμα δεν είναι το παν στη ζωή,   Όου γιές!  

Εκείνοι που εδώ έχουν γίνει όλα μπουρδέλο,   Όου γιές!  

Εκείνοι που  για  λόγους αρχής και όχι χρημάτων,  Όου γιές!  

Εκείνοι που το είπε η τηλεόραση,   Όου γιές!  

Εκείνοι που  το στάτους κβό, υπό την προοπτική ότι, στο βαθμό που,  Όου γιές!

Εκείνοι που  δεν έχουν μια αποστολή να εκτελέσουν,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  είναι τίμιοι, αλλά ως ένα ορισμένο σημείο,  Όου γιές!  

Εκείνοι που περιμένουν το τραμ γελώντας και λέγοντας αστεία, Όου γιές!  

Εκείνοι που  περιμένουν να φανεί η αρραβωνιαστικιά για να το παίξουν σοβαροί,   Όου γιές!

Εκείνοι που η μαφία δεν υπάρχει,   Όου γιές!  

Εκείνοι που τους τρομοκρατούν τα γραμμάτια,   Όου γιές!  

Εκείνοι που  δουλεύουμε όλοι για το κεφάλαιο,  Όου γιές!  

Εκείνοι που, αναμάρτητοι, εκτοξεύουν την πρώτη πέτρα, και τη δεύτερη, και την τρίτη… και μετά;   Το μετά το ξέρουμε… Όου γιές!  

Εκείνοι που  σηκώνονται στις έξη, φρέσκοι σαν τριαντάφυλλο, για να δουν την χαραυγή που πέρασε ήδη.  Όου γιές!  

Εκείνοι που μοιάζουν με το γιό μου,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  δεν διασκεδάζουν, ακόμη κι όταν γελάνε,   Όου γιές!  

Εκείνοι που  στο θέατρο για να μην ενοχλήσουν πάνε και κάθονται στις τελευταίες σειρές,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  παραμένουν στην πρωτεύουσα,  Όου γιές!  

Εκείνοι που  δεν ήταν εκεί,  Όου γιές!  

Εκείνοι που άρχισαν να δουλεύουν από μικροί, συνεχίζουν ακόμη, αλλά δεν ξέρουν γιατί διάβολο το κάνουν, Όου γιές!  

Εκείνοι εκεί…  

  images (1)

Quelli che (1975)

Ο Έντσο Γιαννάτσι, (γιατρός καρδιολόγος και τραγουδοποιός που έφυγε πρόσφατα, Μιλάνο, 3 Ιουνίου 1935 – Μιλάνο, 29 Μαρτίου 2013), πάνω σε μουσική βάση μπλουζ και με τη συνοδεία ενός σαξόφωνου, σχολιάζει με σουρεαλιστικό τρόπο κοινούς τόπους, βίτσια, αλλά και συμπαθέστερα χαρακτηριστικά του μέσου Ιταλού της δεκαετίας του εβδομήντα (όλα μαζί χύμα).

Επειδή οι καιροί αλλάζουν, ο Έντζο, στις μεταγενέστερες συναυλίες του, τροποποίησε πολλές φορές τα λόγια αυτά (γραμμένα αρχικά μαζί με τον Μπέπε Βιόλα).

Εδώ σας έχω μια απόπειρα μετάφρασης στα ελληνικά, αρκετά πιστή στο πρωτότυπο (αρχική εκδοχή), και επιφυλάσσομαι για καμιά πιο επίκαιρη προσαρμογή, του τύπου:

* εκείνοι που πήγαν τα λεφτά τους έξω επειδή νόμισαν ότι πρέπει που και που να τα αερίζουν, Όου γιές!, ή

* εκείνοι που έβαλαν τα λεφτά τους την τράπεζα για να μη τους τα πάρουν οι κλέφτες, Όου γιές!, ή

* εκείνοι που νόμισαν ότι το μνημόνιο είναι ατζέντα, το υπόγραψαν, αλλά ξέχασαν να πάνε στην κηδεία, Όου γιές!, ή

* εκείνοι που δηλώνουν νεοφιλελεύθεροι για να μη τους πάρουν τα σπίτια οι κομουνιστές, Όου γιές!, ή

* εκείνοι που συνωμοσίες δεν υπάρχουν, Μόνο οι συνομωσιολογίες, Όου γιές!

και ούτω καθ’ εξής! (Όου γιές)

Quelli che cantano dentro nei dischi perche’ ci hanno i figli da mantenere, oh yes!

Quelli che da tre anni fanno un lavoro d’equipe convinti d’essere stati assunti da un’altra ditta, oh yes!

Quelli che fanno un mestiere come un altro.

Quelli che accendono un cero alla Madonna perche’ hanno il nipote che sta morendo, oh yes!

Quelli che di mestiere ti spengono il cero, oh yes!

Quelli che Mussolini e’ dentro di noi, oh yes!

Quelli che votano a destra perche’ Almirante sparla bene, oh yes!

Quelli che votano a destra perche’ hanno paura dei ladri, oh yes!

Quelli che votano scheda bianca per non sporcare, oh yes!

Quelli che non si sono mai occupati di politica, oh yes!

Quelli che vomitano, oh yes! Quelli che tengono al re.

Quelli che tengono al Milan, oh yes!

Quelli che non tengono il vino, oh yes!

Quelli che non ci risultano, oh yes!

Quelli che credono che Gesu’ Bambino sia Babbo Natale da giovane, oh yes!

Quelli che la notte di Natale scappano con l’amante dopo aver rubato il panettone ai bambini, oh yes! Intesi come figli, oh yes!

Quelli che fanno l’amore in piedi convinti di essere in un pied-a-ter, oh yes!

Quelli, quelli che sono dentro nella merda fin qui, oh yes! Oh yes!

Quelli che con una bella dormita passa tutto, anche il cancro, oh yes!

Quelli che, quelli che non possono crederci neanche adesso che la terra e’ rotonda, oh yes!

Quelli che non vogliono tornare dalla Russia e continuano a fingersi dispersi, oh yes!

Quelli che non hanno mai avuto un incidente mortale, oh yes!

Quelli che non vogliono arruolarsi nelle SS.

Quelli che ti spiegano le tue idee senza fartele capire, oh yes!

Quelli che dicono «la mia serva», oh yes!

Oh yes! Quelli che organizzano la marcia per la guerra, oh yes!

Quelli che organizzano tutto, oh yes!

Quelli che perdono la guerra… per un pelo, oh yes! Oh yes!

Quelli che ti vogliono portare a mangiare le rane, oh yes!

Quelli che sono soltanto le due di notte, oh yes!

Quelli che hanno un sistema per perdere alla roulette, oh yes!

Quelli che non hanno mai avuto un incidente mortale, oh yes!

Quelli che non ci sentiamo, oh yes!

Quelli diversi dagli altri, oh yes!

Quelli che puttana miseria, oh yes!

Quelli che quando perde l’Inter o il Milan dicono che in fondo e’ una partita di calcio e poi vanno a casa e picchiano i figli, oh yes!

Quelli che dicono che i soldi non sono tutto nella vita, oh yes!

Quelli che qui e’ tutto un casino, oh yes!

Quelli che per principio non per i soldi, oh yes! Oh yes!

Quelli che l’ha detto il telegiornale, oh yes!

Quelli che lo statu quo che nella misura in cui che nell’ottica, oh yes!

Quelli che non hanno una missione da compiere, oh yes!

Quelli che sono onesti fino a un certo punto, oh yes!

Quelli che fanno un mestiere come un altro.

Quelli che aspettando il tram e ridendo e scherzando, oh yes!

Quelli che aspettano la fidanzata per darsi un contegno, oh yes!

Quelli che la mafia non ci risulta, oh yes!

Quelli che ci hanno paura delle cambiali, oh yes!

Quelli che lavoriamo tutti per Agnelli, oh yes!

Quelli che tirano la prima pietra, ma che anche la seconda,la terza, la quarta e dopu? E dopu se sa no…

Quelli che alla mattina alle sei freschi come una rosa si svegliano per vedere l’alba che e’ gia’ passata.

Quelli che assomigliano a mio figlio, oh yes!

Quelli che non si divertono mai neanche quando ridono, oh yes!

Quelli che a teatro vanno nelle ultime file per non disturbare, oh yes!

Quelli, quelli di Roma.

Quelli che non c’erano.

Quelli che hanno cominciato a lavorare da piccoli, non hanno ancora finito e non sanno che cavolo fanno, oh yes!

Quelli li’…

Posted in Έντσο Γιαννάτσι, Ντάριο Φο και άλλοι στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »