Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Απόδοση’

Άσμα βουκολικόν

Posted by vnottas στο 18 Μαρτίου, 2013

images (31)

(Εδώ σας διαβάζω την προσαρμογή στα ελληνικά που σας έφτιαξα)

Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΡΙΓΩ

Η Μαριγώ, η μικρή βοσκοπούλα,

καθώς τριγυρνούσε στην εξοχή,

βρήκε μια τόση δα γατούλα

ορφανή.

Τον γιακά της ευθύς ξελασκάρει,

στο στήθος της μέσα την τοποθετεί,

ήταν το μόνο απαλό μαξιλάρι

που ’χε σκεφτεί.

Η γάτα, περνώντας την για την μαμά της,

να την βυζαίνει αρχίζει ευθύς

κι η Μαριγώ, με την καλή καρδιά της,

είναι ευτυχής.

Μα ένας χωριάτης που απ’ εκεί περνάει,

βρίσκει το θέαμα  συναρπαστικό,

στο χωριό όλα τα μαρτυράει,

και γι αυτό…

mqdefault (1)

Σαν το μπούστο η Μαρ’γώ ξεκουμπώνει,

για να δώσει στη γάτα τροφή,

κάθε μάγκας στο χωριό ξεσαλώνει

κι είναι εκεί και κεί κατασκηνώνει

κι ειν’ εκεί, και θα μείνει εκεί.

Κι η Μαρ’γώ, απλή και μυαλωμένη,

υποθέτει πως κοιτούν το γατί,

καθώς οι αρσενικοί μαζεμένοι

είναι εκεί , όλοι συγκεντρωμένοι,

είναι εκεί  και θα μείνουν εκεί.

*

l_2411edb3

Ως κι  οι δάσκαλοι  κι οι μαθητές τους

και του δήμου το προσωπικό

εγκατέλειψαν τις δουλειές τους

για να δουν αυτό.

Και ας πούμε πως κι ο ταχυδρόμος

δεν εμοίραζε γράμματα πια,

δεν νοιαζότανε κανένας, όμως,

για όλα αυτά.

Κι ο Θεός ας τα συγχωρέσει,

τα παπαδάκια, που προσευχή

και κατήχηση αφήναν στη μέση

για να πάνε εκεί.

Και ακόμη κι οι χωροφυλάκοι,

συμμαζεμένοι συνήθως πολύ,

κρυφοκοίταζαν με το ένα μάτι

της Μαριγώς το γατί.

g_7588

Σαν το μπούστο η Μαρ’γώ ξεκουμπώνει

για να δώσει στη γάτα τροφή,

κάθε μάγκας στο χωριό ξεσαλώνει

κι είναι εκεί ρίκι κίκι ρίκι,

κι ειν’ εκεί κίκι ρίκι κί.

Κι η Μαρ’γώ, απλή και μυαλωμένη,

υποθέτει πως κοιτούν το γατί,

καθώς οι αρσενικοί μαζεμένοι

είναι εκεί, ρίκι κίκι ρίκι,

είναι εκεί  κίκι ρίκι κί.

 *

61263482

Μα του χωριού οι γυναίκες οι άλλες,

χωρίς άντρα, χωρίς εραστή,

συσσωρεύανε ως τις προάλλες,

την οργή.

Και στη μέθη, μετά, της μανίας,

με μπαστούνια και φούρκα πολλή,

θυσιάσανε στο βωμό της ζήλιας,

το γατί.

Η βοσκοπούλα, είναι αλήθεια,

αφού έκλαψε πρώτα πολύ,

σε έναν σύζυγο από δω και πέρα,

θα αφιερωθεί.

Από τότε πέρασαν χρόνια,

πολλά απ’ αυτά  έχουν πια ξεχαστεί…

Μόνο κάποιος παππούς στα εγγόνια

ίσως εξιστορεί:

Brave_Margot

Σαν το μπούστο η Μαρ’γώ ξεκουμπώνει

για να δώσει στη γάτα τροφή,

κάθε μάγκας στο χωριό ξεσαλώνει,

κι είναι εκεί και κεί κατασκηνώνει

κι ειν’ εκεί και θα μείνει εκεί.

Κι η Μαρ’γώ απλή και μυαλωμένη,

υποθέτει πως κοιτούν το γατί,

καθώς οι αρσενικοί μαζεμένοι,

είναι εκεί , όλοι συγκεντρωμένοι

είναι εκεί  και θα μείνουν εκεί,

είναι εκεί μαζεμένοι και θα μείνουν ακόμη εκεί!


mosaico 

Σήμερα, Καθαρή Δευτέρα, μια έμμετρη, χαριτωμένη, βουκολική, χιλιοτραγουδισμένη ιστοριούλα  του Μπρασένς που σας μετέφρασα / απέδωσα / προσάρμοσα / άλλο ….(διαλέγετε).

 Πρώτα με τον τροβαδούρο

 Εδώ μια «δημοτική» ανάγνωση  στα ελληνικά

Μια αφρικανική εκδοχή

Στα ρωσικά

Από τους ¨Ο Μπρασένς ποτέ δεν πεθαίνει¨

images (22)

Brav’ Margot

Margonton la jeune bergère
Trouvant dans l’herbe un petit chat
Qui venait de perdre sa mère
L’adopta
Elle entrouvre sa collerette
Et le couche contre son sein
C’était tout c’quelle avait pauvrette
Comm’ coussin
Le chat la prenant pour sa mère
Se mit à téter tout de go
Emue, Margot le laissa faire
Brav’ Margot
Un croquant passant à la ronde
Trouvant le tableau peu commun
S’en alla le dire à tout l’monde
Et le lendemain

[Refrain] :
Quand Margot dégrafait son corsage
Pour donner la gougoutte à son chat
Tous les gars, tous les gars du village
Etaient là, la la la la la la
Etaient là, la la la la la
Et Margot qu’était simple et très sage
Présumait qu’c’était pour voir son chat
Qu’tous les gars, tous les gars du village
Etaient là, la la la la la la
Etaient là, la la la la la

L’maître d’école et ses potaches
Le mair’, le bedeau, le bougnat
Négligeaient carrément leur tâche
Pour voir ça
Le facteur d’ordinair’ si preste
Pour voir ça, n’distribuait plus
Les lettres que personne au reste
N’aurait lues
Pour voir ça, Dieu le leur pardonne
Les enfants de cœur au milieu
Du Saint Sacrifice abandonnent
Le saint lieu
Les gendarmes, mêm’ les gendarmes
Qui sont par natur’ si ballots
Se laissaient toucher par les charmes

Du joli tableau
[Refrain]

Mais les autr’s femmes de la commune
Privées d’leurs époux, d’leurs galants
Accumulèrent la rancune
Patiemment
Puis un jour ivres de colère
Elles s’armèrent de bâtons
Et farouches elles immolèrent
Le chaton
La bergère après bien des larmes
Pour s’consoler prit un mari
Et ne dévoila plus ses charmes
Que pour lui
Le temps passa sur les mémoires
On oublia l’évènement
Seul des vieux racontent encore
A leurs p’tits enfants

[Refrain]

images (23)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 1 Comment »

Ρήγισσά μου

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2013

Να κι ένα κλασσικό ναπολιτάνικο τραγούδι. Από τα πιο όμορφα. Η Reginella (νεαρή βασίλισσα). Γράφτηκε στη ναπολιτάνικη διάλεκτο από τον Libero Bovio και μελοποιήθηκε από τον Gaetano Lama το 1917. Σε αντίθεση με την μεταγενέστερη Reginella Campagnola (που μεταφράστηκε και τραγουδήθηκε στα ελληνικά, τόσο ως ¨Χωριατοπούλα Ρετζινέλα¨, όσο και παραφρασμένη ως ¨Κορόιδο Μουσολίνι¨), η ναπολιτάνικη Ρετζινέλα δεν μου προκύπτει μεταφρασμένη ή προσαρμοσμένη στα ελληνικά. Τουλάχιστον από μια πρώτη διαδικτυακή έρευνα. Σας έφτιαξα  λοιπόν μια προσαρμογή  (υπό τις συνήθεις προϋποθέσεις)…

imaχges

Αλλά πρώτα οι μουσικές εκτελέσεις:

Από τον Roberto Murolo

Από την Gabriela Ferri

Από τον Diego Moreno

Με ακορντεόν

Η εκδοχή στα ελληνικά που σας ετοίμασα

ν

Ρήγισσά μου

Ανοιχτό ήταν το ντεκολτέ σου

και καπέλο με άνθη φορούσες

με αρτίστες παρέα γυρνούσες

και μιλούσες, θαρρώ, γαλλικά.

Μόλις χτες

κατά τύχη σε είδα,

μόλις χτες

σ’ είδα, στα ξαφνικά…

Τι κι αν σ’ αγάπησα πολύ

Τι κι αν μ’ αγάπησες κι εσύ.

Αφηρημένα πια,

καμιά φορά,

σ’ εμένα η σκέψη σου γυρνά.

imageβs

Τότε, ήσουνα η ρήγισσά μου,

συ μου χάριζες γέλιο και δάκρυ

τα φιλιά μας δεν είχανε άκρη,

τ’ άλλα ήταν για μας περιττά.

Κι η καρδερίνα

μ’ εσέ κελαηδούσε,

πως η ρήγισσα

τον ρήγα αγαπά!

Τι κι αν σ’ αγάπησα πολύ

Τι κι αν μ’ αγάπησες κι εσύ.

Αφηρημένα πια,

σποραδικά,

σ’ εμένα η σκέψη σου γυρνά…

imνages

Καρδερίνα, σαν τι περιμένεις;

του κλουβιού σου την πόρτα έχω ανοίξει

πέτρα πίσω έχει η ρήγισσα  ρίξει

φύγε, πέταξε τώρα και συ.

Μια κυρά ψάξε

να βρεις καινούργια

απ’ την  άλλην

να ’ναι πιο αληθινή.

Τι κι αν σ’ αγάπησα πολύ

Τι κι αν μ’ αγάπησες κι εσύ.

Αφηρημένα πια,

καμιά φορά,

σ’ εμένα η σκέψη σου γυρνά…

αρχείο λήψης (1)

Reginella

Te si’ fatta na vesta scullata,
nu cappiello cu ‘e nastre e cu ‘e rrose…
stive ‘mmiez’a tre o quatto sciantose
e parlave francese…è accussí?

Fuje ll’autriere ca t’aggio ‘ncuntrata
fuje ll’autriere a Tuleto, ‘gnorsí…

T’aggio vuluto bene a te!
Tu mm’hê vuluto bene a me!
Mo nun ce amammo cchiù,
ma ê vvote tu,
distrattamente,
pienze a me!…

Reginè’, quanno stive cu mico,
nun magnave ca pane e cerase…
Nuje campávamo ‘e vase, e che vase!
Tu cantave e chiagnive pe’ me!

E ‘o cardillo cantava cu tico:
«Reginella ‘o vò’ bene a stu rre!»

T’aggio vuluto bene a te!
Tu mm’hê vuluto bene a me!
Mo nun ce amammo cchiù,
ma ê vvote tu,
distrattamente,
pienze a me!…

Oje cardillo, a chi aspiette stasera?
nun ‘o vvide? aggio aperta ‘a cajóla!
Reginella è vulata? e tu vola!
vola e canta…nun chiagnere ccá:

T’hê ‘a truvá na padrona sincera
ch’è cchiù degna ‘e sentirte ‘e cantá…

T’aggio vuluto bene a te!
Tu mm’hê vuluto bene a me!
Mo nun ce amammo cchiù,
ma ê vvote tu,
distrattamente,
pienze a me!…

imχages

Posted in Τραγούδια της Νάπολης (Moύρολο) και άλλα, στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μια φορά και έναν καιρό…

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2013

La-Chasse-aux-papillons

Ένας φτωχοδιάβολος στο άνθος της ηλικίας του, αλαφροπόδης και πονηρομάτης, με το στόμα γεμάτο χαρωπά κελαηδήματα, ξεκινούσε για το κυνήγι της πεταλούδας.

Καθώς έφτασε στην άκρη του χωριού είδε μια σταχτοπούτα να γνέθει το κουβάρι της. Της λέει: Γεια σου. Ο θεός να σε έχει καλά. Πάμε να πιάσουμε πεταλούδες;  

Η σταχτοπούτα ενθουσιασμένη που θα άφηνε το καλύβι της, βάζει το καινούργιο φουστάνι και τα μποτάκια της, τον πιάνει αγκαζέ και πάνε στα δροσερά λιβάδια να κυνηγήσουν πεταλούδες.

 Δεν ήξεραν πως στις σκιές κρυβόταν ο έρωτας με τη βουκέντρα του και ότι διαπερνούσε τις νεανικές καρδιές όσων τις πεταλούδες κυνηγούν…

 prairiepapillonsuv3

Κάπως έτσι, εάν θέλουμε να είμαστε (κατά το δυνατό) πιστοί στο αρχικό κείμενο, αρχίζει ¨Το κυνήγι των πεταλούδων¨ (ένα από τα πιο γνωστά τραγουδάκια του Μπρασένς). Αλλά δεν θέλουμε. Προτιμάμε να το προσαρμόσουμε με τρόπο που να ¨χωράει¨ στις νότες του τραγουδοποιού. Με (ομολογημένο) στόχο να μπορούμε να το ψιλο-τραγουδήσουμε στα ελληνικά (στο μπάνιο). Και επειδή Μπρασένς ίσον ρίμα, θα πρέπει να έχει και τις απαραίτητες ομοιοκαταληξίες.

Το βάζουμε λοιπόν στον τόρνο και αρχίζει η επεξεργασία.

Ιδού το αποτέλεσμα:

Κυνηγώντας Πεταλούδες

Σφύριζε γλυκά / καθώς ξεκινούσε,

κάποιος σαν και εμάς, / τον παλιό καιρό,

τάχα πεταλούδες / θα κυνηγούσε,

πόδι αλαφρύ, / μάτι πονηρό.

*

Μόλις που ‘χε φτάσει / στου χωριού την άκρη,

σαν την είδε να / γνέθει σιωπηλά,

ίδια σταχτοπούτα, / δούλευε τ’ αδράχτι.

Γεια, της λέει, / όμορφη κυρά.

*

Μαζί μου θες να ‘ρθεις; / πάω για πεταλούδες…

Έρχομαι κι εγώ, / εκείνη του απαντά.

Τις μπότες της φορά, / φτιάχνει τις  πλεξούδες,

να ‘τοι ξεκινούν / αγκαλιαστά.

*

Δεν ήξερε πως στις / σκιές παραμονεύει,

οπλισμένος ο / έρως στα κρυφά,

νεαρές καρδιές / πάντα σαϊτεύει

κι όποιον πεταλούδες / κυνηγά.

*

Σαν για τα βαθειά / βάζει εκείνος πλώρη,

λέει εκείνη ψι- / θυριστά  στο αυτί:

Στο στήθος μου δεν ειν’, / μήτε στο μεσοφόρι,

που οι πεταλούδες / έχουνε κρυφτεί.

*

Φίμωτρο- φιλί / τα χείλη του απιθώνουν

στο στόμα της που να / προσέχει τον καλεί

και όσο οι πεταλού / δες θα επιβιώνουν

τέτοια [ηχηρή] χαρά δε θα  / ματακουστεί!

*

Είναι πυρκαγιά, / και στη φλόγα πάνω,

θα ορκιστούνε μ’ ό- / λη τους την ψυχή,

χίλιες φορές ξανά / και ίσως παραπάνω,

για πεταλούδες / να πάνε μαζί.

*

Μα όσο θα αγαπιούνται / κι όσο τη μοίρα

δε θα έχουν λόγο / να κατηγορούν,

στις εξοχές θα ακούν / του έρωτα τη λύρα,

πεταλούδες δεν θα κυνηγούν…

πεταλούδες δεν θα κυνηγούν!

Σε ήχο από τον  Brassens

και από την Christine Labail

H προσαρμογή στα ελληνικά που σας έφτιαξα 

6bnpvp74

[εικόνες (και) από το

http://petitemimine.centerblog.net/rub-gifs-papillons-2.html]

La Chasse Aux Papillons:

Un bon petit diable à la fleur de l’âge
La jambe légère et l’oeil polisson
Et la bouche pleine de joyeux ramages
Allait à la chasse aux papillons

Comme il atteignait l’orée du village
Filant sa quenouille, il vit Cendrillon
Il lui dit : «Bonjour, que Dieu te ménage
J’t’emmène à la chasse aux papillons»

Cendrillon ravie de quitter sa cage
Met sa robe neuve et ses botillons
Et bras d’ssus bras d’ssous vers les frais bocages
Ils vont à la chasse aux papillons

Il ne savait pas que sous les ombrages
Se cachait l’amour et son aiguillon
Et qu’il transperçait les coeurs de leur âge
Les coeurs des chasseurs de papillons

Quand il se fit tendre, elle lui dit : «J’présage
Qu’c’est pas dans les plis de mon cotillon
Ni dans l’échancrure de mon corsage
Qu’on va à la chasse aux papillons»

Sur sa bouche en feu qui criait : «Sois sage !»
Il posa sa bouche en guise de bâillon
Et c’fut l’plus charmant des remue-ménage
Qu’on ait vu d’mémoir’ de papillon

Un volcan dans l’âme, ils r’vinrent au village
En se promettant d’aller des millions
Des milliards de fois, et mêm’ davantage
Ensemble à la chasse aux papillons

Mais tant qu’ils s’aim’ront, tant que les nuages
Porteurs de chagrins, les épargneront
Il f’ra bon voler dans les frais bocages
Ils f’ront pas la chasse aux papillons

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ένα τραγουδάκι χωρίς όνομα

Posted by vnottas στο 4 Φεβρουαρίου, 2013

Αυτό είναι ένα τραγουδάκι χωρίς όνομα, έτσι για να τραγουδάμε, για να κάνουμε κάτι. Τίποτα το εξαιρετικό, είναι ένα τραγουδάκι ντόπιο που μπορείς να το πεις ακόμη κι αν δεν έχεις φωνή.

Φτάνει η υγεία.

Άμα έχεις υγεία τα έχεις όλα.

Φτάνει η υγεία κι ένα ζευγάρι γερά παπούτσια και μπορείς να γυρίσεις όλο τον κόσμο.

Και με συνοδεύω από μόνος μου.

images (4)

Για να ιδώ την ζωή ωραία

κιθάρα πήρα για παρέα

κι όταν η μέρα φεύγει, πάει

να που η καρδιά μου τραγουδάει.

Μπορεί η φωνή μου να ‘ναι λίγη,

μα αρκεί τα βάσανα να πνίγει

κι αν για την όπερα δεν κάνει

για να ονειρεύομαι μου φτάνει.

 Έτσι… τραγουδώ

μα απ’ την καρδιά το κάθε μου τραγούδι.

Στο όνειρό μου ζω

και να που ξεφυτρώνει ένα λουλούδι.

Λουλούδι πασχαλιάς

που με γυρνά στην πρώτη μου αγάπη,

που τα τραγούδια μου τα αγαπούσε,

αλλά εμένα με περιγελούσε.

αρχείο λήψης

Τραγούδια όμορφα, με πάθος

και νοσταλγία κατά βάθος,

που από εσένα έχουν κάτι

σου τραγουδάω με γινάτι.

Σου τραγουδώ, δεν σου φωνάζω

και τ’ άχτι μου καταλαγιάζω,

μα ο ουρανός σαν σκοτεινιάζει

καμιά, για μένα, δε την νοιάζει…

Κι έτσι… τραγουδώ

Κι  απ’ την καρδιά το κάθε μου τραγούδι

Τα όνειρά μου ζω

και να που ξεφυτρώνει ένα λουλούδι

Λουλούδι πασχαλιάς

που με γυρνά στην πρώτη μου αγάπη

που τα τραγούδια μου τα αγαπούσε

αλλά εμένα με περιγελούσε.

Πρόκειται για το Tanto per cantare,   ένα παλιό (1932) λαϊκό τραγουδάκι της Ρώμης γραμμένο από τους Ettore Petrolini και Alberto Simeoni  εν μέρει στην τοπική διάλεκτο.

Εδώ παρακάτω θα το ακούσετε από

τον Νίνο Μανφρέντι

images (7)

την Γκαμπριέλα Φέρι

images (8)

και τους Ρέντζο Αρμπορε και Λουίτζι Προϊέτι σε ζωντανή ηχογράφηση

images (5)

Εδώ η απόπειρα απόδοσης στα ελληνικά

images (1)

Tanto per cantare…

È una canzone senza titolo,
tanto per cantare, per fare qualcosa.
Non è niente di straordinario,
è roba del paese nostro,
che si può cantare pure senza voce.

Basta la salute,
quando c’è la salute c’è tutto.
Basta la salute e un paio di scarpe nuove
puoi girare tutto il mondo,
e mi accompagno da solo.

images (2)

Per fare la vita meno amara
mi sono comprato questa chitarra,
e quando il sole scende e muore
mi sento un cuore cantatore.

La voce è poca ma intonata,
non serve per fare una serenata,
ma solamente a fare in maniera
di farmi un sogno a prima sera.

Tanto per cantare,
perchè mi sento un formicolio nel cuore,
tanto per sognare,
perchè nel petto mi nasca un fiore.

Fiore di lillà
che mi riporti verso il primo amore,
che sospirava le canzoni mie,
e mi intontiva di bugie.

images (3)

Canzoni belle e appassionate
che Roma mia mi ricordate,
cantate solo per dispetto,
ma con una smania dentro il petto.

Io non vi canto a voce piena,
ma tutta l’anima è serena,
e quando il cielo se scolora
di me nessuna si innamora.

Tanto per cantare,
perchè mi sento un formicolio nel cuore,
tanto per sognare,
perchè nel petto mi nasca un fiore.

Fiore di lillà
che mi riporti verso il primo amore,
che sospirava le canzoni mie,
e mi intontiva di bugie.

Posted in Τραγούδια της Νάπολης (Moύρολο) και άλλα, στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο πραγματιστής [το τελευταίο από τα (πολλά) προσωπεία των κομφορμιστών]

Posted by vnottas στο 27 Ιανουαρίου, 2013

025-Bertolucci-conformista

Λέω πως είμαι

άνθρωπος νέος 

(μα τόσο νέος, που επέρασε καιρός,

που πια δεν είμαι,

καν χουντικός).

Είμαι ευαίσθητος, τυγχάνω ανθρωπιστής,

πιάνω τα σήματα δύσης κι ανατολής,

στο παρελθόν μπορεί  να υπήρξα

μαοϊστής,

μα του πρασίνου είμαι τώρα ακραιφνής

υπερασπιστής.

Πριν λίγα χρόνια,  μεσ’  τον ρου της εποχής,

όπως κι οι άλλοι, ήμουν κι εγώ

σοσιαλιστής.

 

Εγώ είμαι

άνθρωπος νέος

και της προόδου οπαδός και υμνητής

και ταυτοχρόνως

και φιλελεύθερος και αντιρατσιστής.

Είμαι καλός,

των ζώων φίλος,

του κράτους είμαι συνεπής επικριτής

και παραδόξως, εδώ και λίγο,

νιώθω αισίως, και ασμένως να ‘χω γίνει

ευρωπαϊστής.

 

Πραγματιστής

ειν’ όποιος ξέρει ποια πλευρά έχει το δίκιο,

είναι όποιος έχει τις ιδέες καθαρές

μες στο κεφάλι,

που απ’ τις θεωρίες το ζουμί

ξέρει να βγάλει,

δυο τρεις φυλλάδες που έχει πάντα

στη μασχάλη

κι έτσι γνωρίζει,

λέει,

τι σκέπτονται κι οι άλλοι,

μα ίσως, ως καλός κομφορμιστής

απλώς τυχαίνει να  είναι λάτρης

της εύκαμπτης (και έγκαιρης)

προσαρμογής!

 

Πραγματιστής

είναι ένας τύπος μαλακός, χωρίς ουσία,

που κολυμπά κι ελίσσεται μες την πλειοψηφία.

Πραγματιστής

ειν’ ένα ζώο που παντού επιβιώνει,

που απ’ των ιδεών την εισβολή

ξέρει να  επιζεί,

στα λόγια, δεν κωλώνει!  

Τη νύχτα  ζει με όνειρα άλλων ονειροπόλων,

τη μέρα πάλι προσπαθεί στο ενδιάμεσο των πόλων

να αρπαχτεί, να κρατηθεί κι έτσι

να επιπλεύσει

(και τη χειρότερη εκδοχή,

πάντα

έχει προβλέψει).

  

Εγώ είμαι

άνθρωπος νέος,

με τις γυναίκες πάντα εξαίρετη έχω σχέση, θα ‘λεγα είμαι

φεμινιστής,

είμαι αισιόδοξος και πάντα προσηνής,

μεταμοντέρνος και μεταρρυθμιστής.

Δεν είμαι διόλου φωνακλάς, μα

ειρηνιστής,

κάποτε ήμουν μαρξιστής λενινιστής

και με τους θρήσκους μού ’τυχε,

-μα ελάχιστες φορές-

να χω επαφές.

 

Ο Πραγματιστής

θα έπρεπε, χωρίς

τα πόδια να στυλώνει,

να ξέρει πως αναπηδά σα να ‘τανε μπαλόνι,

σαν αερόστατο χοντρό φίσκα πληροφορίες

που σέρνεται στα χαμηλά, μα όσο κι αν απλώνει

και προσπαθεί να έχει επαφή με την πραγματική τη γη,

αυτό που κατορθώνει,

δεν είναι να πραγματωθεί,  

μα μόνο  να φυτοζωεί, χωρίς ειρμό και προορισμό,

αν και θα πρέπει εδώ, να πω

και να υπογραμμίσω:

πολλοί του μοιάζουμε σε αυτό.

 

Εγώ είμαι

ο άνθρωπος ο νέος,

μα τόσο νέος που το βλέπεις εξ αρχής,

πως είμαι ο σύγχρονος πραγματιστής!

 

Giorgio-Gaber-656x537

Πρόκειται για ένα τραγούδι του Τζόρτζιο Γκάμπερ με τίτλο ¨Ο κομφορμιστής¨, εδώ σε μια απόπειρα ελεύθερης μεταφοράς στα ελληνικά. Αυτή τη φορά (δεν είναι η πρώτη) ίσως το παράκανα, μια που άλλαξα ως και τον τίτλο. Ο βασικός λόγος είναι αυτός που υπονοείται στον υπότιτλο που πρόσθεσα: Ο σημερινός κομφορμιστής (κατά τη δική μου πάντοτε προσέγγιση και ερμηνεία) πλασάρεται διεθνώς ως ¨πραγματιστής¨. Επί πλέον εξελλήνισα κάποιους στίχους με αναφορές που αλλιώς θα ¨έπιαναν¨ μόνο οι εξοικειωμένοι με τα ιταλικά πράγματα. Έτσι ο φεντεραλισμός (ρεύμα υπέρ μιας ομόσπονδης Ιταλίας) έγινε ευρωπαϊσμός (έννοια που έτσι κι αλλιώς αναφέρεται παρακάτω), οι νεαροί επαναστάτες της δεκαετίας του 60 από 68άρηδες(?) αποδόθηκαν ως μαοϊκοί (θα μπορούσα να τους πω και τροτσκιστές, εργατιστές, κλπ) και οι καθο(λικοί)-κομμουνιστές ως απλώς θρήσκοι. Αυτά.

Στο τραγούδι αυτό ο Γκάμπερ παίρνει στο ψιλό τους παλιούς «επαναστάτες» που κατάντησαν νεοφιλελεύθεροι πραγματιστές παίρνοντας μαζί τους (και ξεφτιλίζοντας) μερικές από τις κλασσικές λέξεις της αριστεράς, όπως η ίδια η λέξη επανάσταση, η πρόοδος, ο ανθρωπισμός και άλλες.

Εδώ ο ¨κομφορμιστής¨ από τον ίδο τον Γκάμπερ

Εδώ με τον Τσελεντάνο

Εδώ η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά

images (1)

Il Conformista :

Io sono
un uomo nuovo talmente nuovo che

è da tempo che non sono neanche più fascista
sono sensibile e altruista
orientalista
ed in passato sono stato
un po’ sessantottista
da un po’ di tempo ambientalista
qualche anno fa nell’euforia mi son sentito
come un po’ tutti socialista.
Io sono
un uomo nuovo
per carità lo dico in senso letterale sono progressista
al tempo stesso liberista
antirazzista
e sono molto buono
sono animalista
non sono più assistenzialista
ultimamente sono un po’ controcorrente
son federalista.

Il conformista
è uno che di solito sta sempre dalla parte giusta,
il conformista ha tutte le risposte belle chiare dentro la sua testa
è un concentrato di opinioni
che tiene sotto il braccio due o tre quotidiani
e quando ha voglia di pensare pensa per sentito dire
forse da buon opportunista
si adegua senza farci caso e vive nel suo paradiso.

Il conformista
è un uomo a tutto tondo che si muove senza consistenza,
il conformista s’allena a scivolare dentro il mare della maggioranza
è un animale assai comune
che vive di parole da conversazione
di notte sogna e vengon fuori i sogni di altri sognatori
il giorno esplode la sua festa
che è stare in pace con il mondo
e farsi largo galleggiando
il conformista
il conformista.

Io sono
un uomo nuovo
e con le donne c’ho un rapporto straordinario sono femminista
son disponibile e ottimista
europeista
non alzo mai la voce
sono pacifista
ero marxista-leninista
e dopo un po’ non so perché mi son trovato
cattocomunista.

Il conformista
non ha capito bene che rimbalza meglio di un pallone
il conformista aerostato evoluto
che è gonfiato dall’informazione
è il risultato di una specie
che vola sempre a bassa quota in superficie
poi sfiora il mondo con un dito e si sente realizzato,
vive e questo già gli basta
e devo dire che oramai
somiglia molto a tutti noi
il conformista
il conformista.

Io sono
un uomo nuovo
talmente nuovo che si vede a prima vista

sono il nuovo conformista.

trojan-horse

Posted in ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ, Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ

Posted by vnottas στο 28 Δεκεμβρίου, 2012

x-paradiso-italian

Πατέρα

που βρίσκεσαι στους ουρανούς

μείνε εκεί

Εμείς λέμε να μείνουμε εδώ

στη Γη δεμένοι

που μερικές φορές

απρόσμενα

τυχαίνει να ’ναι ελκυστική

χαριτωμένη

 

Με της Νέας Υόρκης τα αινίγματα

Με τη σαγήνη που εκπέμπει το Παρίσι

-Μυστήρια που με τα δικά σου ειν’  ισάξια –

Με τα κανάλια τα μικρά, με τα μεγάλα τείχη

τους ποταμούς ζωή να σπέρνουν στον πλανήτη

Με τον Ειρηνικό Ωκεανό τον Μέγα,

τις  καραμέλες να ‘χουν άρωμα από μέντα,

με τις λιμνούλες, τις πηγές, τα σιντριβάνια

 

Με τα καλά παιδιά

και τους φτωχοδιαβόλους

Όλα τα θαύματα της οικουμένης

Να είναι εδώ

Απλά

Στη Γη απλωμένα

Σ’ όλους δοσμένα 

Σκόρπια

Έκθαμβα με το ίδιο τους το θάμβος

Να ντρέπονται

Σα τη γυμνή κοπέλα που

την ομορφιά της

ακόμη δεν αποτολμά να δείξει

 

Και με τις φοβερές του κόσμου δυστυχίες

που είν’  λεγεώνες

Με τους λεγεωνάριους

και τους βασανιστές

Με τα αφεντικά αυτής της γης

πίσω από σιδερόφραχτους στρατιώτες

Άρχοντες και αρχιερείς

και καταδότες,

Καθώς οι εποχές περνούν

Περνούν οι χρόνοι κι έρχονται άλλοι…

Με τα όμορφα κορίτσια, εκεί,

τους γέρο-μπάσταρδους μαζί

Και με τη ψάθα της ανέχειας 

να σαπίζει

στων κανονιών τ’ ατσάλι.

Σας έφτιαξα  μία (ενδεχόμενη) ¨ανάγνωση¨ του ¨Πάτερ Νόστερ¨ του  Jacques Prévert, εδώ παρακάτω διαβασμένη πάνω σε μουσική Μποκερίνι _2710101915468627

Paris-City-of-Lights

Jacques Prévert

PATER NOSTER (1945)

Notre Père qui êtes aux cieux Restez-y

Et nous nous resterons sur la terre

Qui est quelquefois si jolie

Avec ses mystères de New York

Et puis ses mystères de Paris

Qui valent bien celui de la Trinité

Avec son petit canal de l´Ourcq

Sa grande muraille de Chine

Sa rivière de Morlaix

Ses bêtises de Cambrai

Avec son océan Pacifique

Et ses deux bassins aux Tuileries

Avec ses bons enfants et ses mauvais sujets

Avec toutes les merveilles du monde

Qui sont là

Simplement sur la terre

Offertes à tout le monde

Éparpillés

Émerveillés elles-mêmes

d´être de telles merveilles

Et qui n´osent se l´avouer

Comme une jolie fille nue

qui n´ose se montrer

Avec les épouvantables malheurs du monde

Qui sont légion

Avec leurs légionnaires

Avec leurs tortionnaires

Avec les maîtres de ce monde

Les maîtres avec leurs prêtres

leurs traîtres et leurs reîtres

Avec les saisons

Avec les années

Avec les jolies filles

et avec les vieux cons

Avec la paille de la misère pourrissant

dans l´acier des canons.

Jardin des Tuileries

37C1

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Όταν θα πάρω αέρα στο κρανίο

Posted by vnottas στο 20 Δεκεμβρίου, 2012

Πατέρα που βρίσκεσαι στους ουρανούς,

μείνε εκεί.

Eμείς θα μείνουμε εδώ, στη Γη

που μερικές φορές είναι τόσο χαριτωμένη…

images (16)

Όταν θα πάρω αέρα στο κρανίο

και τα οστά μου θα χουν πρασινίσει,

αν πουν ότι χασκογελώ για κάποιο αστείο

θα’ν’ ένα ψέμα (…που

δεν θα με αναστήσει!).

images (11)

Διότι δεν θα ’ν’ εκεί

του σώματός μου η σάρκα,

που ευθύς, στο τάκα τάκα,

κάτι αχρείοι λιμασμένοι ποντικοί

θα ’χουν καταβροχθίσει.

αρχείο λήψης (1)

Κι εγώ δηλώνω πως, χωρίς, δεν κάνω:

Τα αμελέτητά μου,

τα πόδια, τα κανιά, τα γόνατά μου,

τα μπούτια μου, και βέβαια τον κώλο,

όπου καθόμουν πάνω.

Τα έντερα, τ’ αγγεία, τα μαλλιά μου

τα μάτια τα γλαρά μου

τη γλώσσα, τα σαγόνια που μασούσα

και σας περιγελούσα

images (2)

Τη μύτη μου την κομπορρημονούσα,

τη ράχη, τη καρδιά μου, το συκώτι.

Όλα φθαρτά, μα θαυμαστά!

Κι ας μην ξεχνάμε ότι

χάρη σ’ αυτά μπορούσα

να εκτιμώ δεόντως:

αρχείο λήψης (2)

Τις δούκισσες, τους δούκες,

κάτι τζιτζιφιόγκους με περούκες,

τις πάπισσες, τους πάπες, τους αβάδες, τις αγίες

και προ όλων αυτών,

ας μη ξεχνώ,

τους (συναδέλφους) επαγγελματίες

αρχείο λήψης

Κι έπειτα πια μυαλό δε θα ’χω,

ούτε σταλιά απ’ τη φαιά ουσία,

με φώσφορο επαρκή για να προβλέπω

τι μπορεί να ’χει πλέον σημασία,

καθώς τα κόκαλά μου

θα ’ν’ πια πρασινισμένα

και του κρανίου τα οστά

καλά αερισμένα…

images (36)

Αχ πως μισώ, τα γηρατειά,

να τυραγνούν κι εμένα!

Πρόκειται για ένα τραγούδι του Μπορίς Βιάν, εδώ ερμηνευμένο από τον Σερζ Ρεζιανί. Στην αρχή εν είδη προμετωπίδας ο Βιάν έχει παρεμβάλει τις πρώτες αράδες από το ποίημα του Πρεβέρ ¨

PATER NOSTER

¨ (ένα όμορφο ποίημα που θα το δούμε χώρια). Αυτή τη φορά είπα να μη ζορίσω πολύ την προσαρμογή και έτσι προέκυψαν μερικοί παραπανίσιοι στίχοι. Ελπίζω ότι το πνεύμα παραμένει, όσο το δυνατό, κοντά στο πρωτότυπο.

Εδώ το τραγούδι του Μπορίς Βιάν

Εδώ η προσαρμογή στην ελληνική γλώσσα που σας έφτιαξα

αρχείο λήψης (4)

Quand j’aurai du vent dans mon crâne

Quand j’aurai du vent dans mon crâne
Quand j’aurai du vert sur mes osses
P’tet qu’on croira que je ricane
Mais ça sera une impression fosse
Car il me manquera
Mon élément plastique
Plastique tique tique
Qu’auront bouffé les rats
Ma paire de bidules
Mes mollets mes rotules
Mes cuisses et mon cule
Sur quoi je m’asseyois
Mes cheveux mes fistules
Mes jolis yeux cérules
Mes couvre-mandibules
Dont je vous pourléchois
Mon nez considérable
Mon coeur mon foie mon râble
Tous ces riens admirables
Qui m’ont fait apprécier
Des ducs et des duchesses
Des papes des papesses
Des abbés des ânesses
Et des gens du métier

Et puis je n’aurai plus
Ce phosphore un peu mou
Cerveau qui me servit
A me prévoir sans vie
Les osses tout verts, le crâne venteux
Ah comme j’ai mal de devenir vieux.

images (18)

Posted in Μπορίς Βιάν στα ελληνικά, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Τραγούδι νουάρ

Posted by vnottas στο 6 Δεκεμβρίου, 2012

Εδώ θέλει ατμόσφαιρα.
Νουάρ.
Σκοτάδι χαραγμένο από χιαστί νεφελωμένους προβολείς.
Μπουκάλια με μονές και διπλές καμπυλότητες.
Τραπεζάκι γωνιακό, γκαρσόνι με κατανόηση εξομολογητή.
Ρεπούμπλικα κατεβασμένη ως τα φρύδια, γιακά ανασηκωμένο, πουκάμισο ξεκούμπωτο.
Μάτια λίγο κοκκινισμένα, φωνή λίγο σπασμένη…
και…

images (19)

Ναι, πίνω,
συστηματικά,
για να ξεχνώ,
πώς μου κάνεις νερά
Ναι, πίνω,
συστηματικά,
για να ξεχνώ,
όσα μου παν’ στραβά.

Ναι, πίνω
ό, τι κι αν βρω μπροστά
φτάνει να ‘χει αλκοόλ
σε γερά ποσοστά
Ναι, πίνω
κάθε κατακάθι:
της ζήλιας βοηθά
να ξαγκιστρώνω τ’ αγκάθι.

Ειν’ η ζωή διασκεδαστική;
είναι η ζωή πολύτιμη;
έχω μια δυο απορίες.
Αξίζει την ζωή να ζεις;
αξίζει να απατηθείς;
Είναι ερωτηματικά
όπου κανείς δεν απαντά …

Για αυτό
πίνω,
συστηματικά,
για να ξεχνώ
πως η λήξη ειν’ κοντά.
Ναι, πίνω
συστηματικά
και ξεχνώ πως
δεν ειμ΄ έφηβος πια

Ναι, πίνω
κι ας μην το διασκεδάζω
να είμαι πίτα,
να μη με λογαριάζω.
Και, πίνω
μα χωρίς να ξεδίνω
αφού δεν τολμώ,
ένα τέλος να δίνω.

images (88)

Είναι ο Μπορίς Βιάν
Εδώ μόνος του

Και εδώ επικαλυμμένος εν μέρει από την απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα

winebannerone

Το τραγούδι στα γαλλικά

 Je bois

Je bois
Systématiquement
Pour oublier

les amis de ma femme
Je bois
Systématiquement
Pour oublier

tous mes emmerdements

Je bois
N’importe quel jaja
Pourvu qu’il fasse

ses douze degrés cinque
Je bois
La pire des vinasses
C’est dégueulasse,

mais ça fait passer l’temps

La vie est-elle tell’ment marrante
La vie est-elle tell’ment vivante
Je pose ces deux questions
La vie vaut-elle d’être vécue
L’amour vaut-il qu’on soit cocu
Je pose ces deux questions
Auxquelles personne ne répond… et

Je bois
Systématiquement
Pour oublier

le prochain jour du terme
Je bois
Systématiquement
Pour oublier

que je n’ai plus vingt ans

Je bois
Dès que j’ai des loisirs
Pour être saoul,

pour ne plus voir ma gueule
Je bois
Sans y prendre plaisir
Pour pas me dire

qu’il faudrait en finir…

images (21)

Posted in Μπορίς Βιάν στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Το τραγούδι των ναυτικών (La Marine)

Posted by vnottas στο 2 Δεκεμβρίου, 2012

images (13)

Η χαρά, η ανησυχία,

που οι αιώνιες αγάπες βιώνουν,

σε μια μέρα, σε μικρογραφία,

στα λιμάνια,  συχνά ξεφυτρώνουν. 

Ειν’ γραφτό για τον ναυτικό

να ζει έρωτα βιαστικό,

με την μικρή του ερωμένη,

αγάπη συμπυκνωμένη. 

hugo-pratt

Χαρά, θλίψη, νάζι, οργή,

όλη τ’ έρωτα η παρτιτούρα,

στο λιμάνι, είναι εκεί,

σχεδιασμένη σε μινιατούρα.

Έχει γέλια, έχει ασπασμούς,

σε ροζ ρώγες, λευκούς λαιμούς,

καταπνίγοντας  τους καημούς,

σε πάθους ωκεανούς.

hugo-pratt-acquerello

 Σε μια μέρα μαζί όλα αυτά

και ο χρόνος ας ξεχειλώνει,

τρεις φορές απανωτά,

μια σωστά, μια στραβά, μια σωστά…

Νωπή γύρω η μυρωδιά

από έρωτα κι από κατράμι, 

χαρά, πόνος μαζί στην καρδιά

κι όλα πηγαίνουν καλά.

fiorini-barche-in-porto

Για κουβέντες δεν ειν’ καιρός,

μα οι σκέψεις τρυπώνουν παντού,

τ’ αύριο ξέχνα εάν δεν θες

να σκαρώσεις καταστροφές.

Το ’χει η μοίρα των ναυτικών,

πλησιάζουν, πλευρίζουνε, δένουν,

αλλά πρέπει να ’χουν στο νου,

η Εδέμ μπορεί να ’ναι αλλού. 

images (9)

Σε μια μέρα, σε λίγο χρόνο,

στο λιμάνι να που ξεφυτρώνουν, 

χαρά, πόθος, πάθος, που μόνο

οι μεγάλες αγάπες βιώνουν.

Είμαστε έτσι, οι ναυτικοί,

είναι πάντα ο καιρός που μας φταίει,

στα λιμάνια, βιαστικοί,

κάτι μέσα μας πάντα να καίει.

images (10)

La Marine είναι ένα ποίημα του Paul Fort, από το οποίο ο Μπρασένς μελοποίησε ορισμένες στροφές. Έφτιαξα την παραπάνω προσαρμογή στα ελληνικά στριμώχνοντας, ως συνήθως, τα νοήματα στις πιο ολιγοσύλλαβες (κατά το δυνατό) ελληνικές λέξεις, έτσι ώστε η μελωδία να εξακολουθήσει να λειτουργεί.

Εδώ ο τροβαδούρος και η κιθάρα του:

Εδώ από (ναυτική) χορωδία

…και εδώ η ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα

images (5)

 La Marine (Poème de Paul Fort)

On les r’trouve en raccourci
Dans nos p’tits amours d’un jour
Toutes les joies, tous les soucis
Des amours qui durent toujours
C’est là l’sort de la marine
Et de toutes nos p’tites chéries
On accoste. Vite ! un bec
Pour nos baisers, l’corps avec
Et les joies et les bouderies
Les fâcheries, les bons retours
Il y a tout, en raccourci
Des grandes amours dans nos p’tits
On a ri, on s’est baisés
Sur les neunœils, les nénés
Dans les ch’veux à plein bécots
Pondus comme des œufs tout chauds
fumetto
Tout c’qu’on fait dans un seul jour!
Et comme on allonge le temps!
Plus d’trois fois, dans un seul jour
Content, pas content, content
Y a dans la chambre une odeur
D’amour tendre et de goudron
Ça vous met la joie au cœur
La peine aussi, et c’est bon

On n’est pas là pour causer
Mais on pense, même dans l’amour
On pense que d’main il fera jour
Et qu’c’est une calamité
C’est là l’sort de la marine
Et de toutes nos p’tites chéries
On s’accoste. Mais on devine
Qu’ça n’sera pas le paradis

On aura beau s’dépêcher
Faire, bon Dieu ! la pige au temps
Et l’bourrer de tous nos péchés
Ça n’sera pas ça ; et pourtant
Toutes les joies, tous les soucis
Des amours qui durent toujours !
On les r’trouve en raccourci
Dans nos p’tits amours d’un jour…

bacio-marinaio-infermiera-

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπαλάντα στο Φεγγάρι

Posted by vnottas στο 25 Νοεμβρίου, 2012

 

 

Το καμπαναριό; Παλιός οβελίσκος

Η νύχτα; Μελαγχολική.

Της σελήνης ο δίσκος;

Σαν κουκκίδα στην κορφή ενός i.

 Ποιο ξωτικό καρτερεί στο σκοτάδι,

σε αόρατο νήμα σε δένει,

Φεγγάρι, το βράδυ

και στων άστρων τους δρόμους σε σέρνει;

Του στραβού ουρανού είσαι το μάτι;

Αλλά ποιο πονηρό αερικό

έχεις για αναβάτη,

που σαρδόνια κοιτά προς τα ’δω;

Ειν’ μαγεία αυτό που σε ζώνει

κι οι μορφές σου άλλες μορφές ξεγεννάν;

Κάτι σε ξεφουσκώνει…

Πότε δίσκος  και πότε κρουασάν…

 Υποπτεύομαι είσαι ρολόι

που σιδερένιο, χλωμό, σκουριασμένο,

τον καιρό κατατρώει,

για τον κάθε καταδικασμένο…

 Στο κούτελό σου που ταξιδεύει

κι οι κολασμένοι μπορούν να διακρίνουν

ποιος τον χρόνο αφεντεύει

και οι ώρες στο ¨πάντα¨ τι νόημα δίνουν.

 Ποιος σε κλάδεψε τις προάλλες;

Συ δεν ήσουνα σκαρφαλωμένο

σ’ ενός δέντρου τις κλάρες

και σε βρήκα εκεί δα σκαλωμένο;

Και ’γω σου ’πα: ¨Φεγγάρι σηκώσου¨!
Μα παραλίγο να μου χώσεις στο μάτι

το κυρτό κέρατό σου…

Με ποιον έχεις, Φεγγάρι, γινάτι;

Φεγγαράκι,

στα κατάστιχα του έρωτα θά ’μπεις

χίλιες, φώτισες, αγάπης  σκηνές

γι αυτό λάμπεις

με του αύριο τα όνειρα, μαζί και του χτες.

 

Θα σ’ υμνούν τα σκυλιά, θα σε θέλουν οι γάτοι

και θα είσαι ες αεί ευλογημένο

από κάθε διαβάτη,

Φεγγαράκι χλωμό, πάντα ξανανιωμένο!

 

Μα κι αν βρέχει, φυσάει ή χιονίζει

εγώ θα ’ρχομαι εδώ κάθε βράδυ,

η ψυχή μου θ’ ανθίζει,

και θα ρίχνω στο λυχνάρι σου λάδι.

Στο καμπαναριό, που ’ναι σαν οβελίσκος

μες την νύχτα που ’ν’ φαιά, σκοτεινή,

της σελήνης ο δίσκος:

Μια κουκκίδα σ’ ενός i την κορφή.

Η ηχογράφηση του Μπρασένς 

 Ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα (*)

 

Ο   Alfred Louis Charles de Musset-Pathay   (Παρίσι, 11 Δεκεμβρίου 1810 – Παρίσι, 2 Μαΐου 1857)  έγραψε το ποίημα  ‘’La ballade à la lune’’ το 1829.

Ο Μπρασένς πρόσθεσε μουσική και τραγούδησε μερικές από τις στροφές του (ζωντανή ηχογράφηση, που εκδόθηκε σε δίσκο το 1983).

Προσπαθώντας να τις προσαρμόσω στα ελληνικά τους πρόσθεσα κάμποσες συλλαβές και άλλα τινά.

(*) Αφιερώνω αυτή την προσπάθεια στους τρεις Μοσχοβάκους φίλους μου, τον Νίκο την Ιωάννα και  την Ναυσικά. 

Alfred de MUSSET  

Ballade à la lune  (Το πλήρες κείμενο)

1. C’était, dans la nuit brune,
Sur le clocher jauni,
La lune
Comme un point sur un i.

2. Lune, quel esprit sombre
Promène au bout d’un fil,
Dans l’ombre,
Ta face et ton profil ?

3. Es-tu l’oeil du ciel borgne ?
Quel chérubin cafard
Nous lorgne
Sous ton masque blafard ?

N’es-tu rien qu’une boule,
Qu’un grand faucheux bien gras
Qui roule
Sans pattes et sans bras ?

5. Es-tu, je t’en soupçonne,
Le vieux cadran de fer
Qui sonne
L’heure aux damnés d’enfer ?

6. Sur ton front qui voyage.
Ce soir ont-ils compté
Quel âge
A leur éternité ?

4*. Est-ce un ver qui te ronge
Quand ton disque noirci
S’allonge
En croissant rétréci ?

7. Qui t’avait éborgnée,
L’autre nuit ? T’étais-tu
Cognée
A quelque arbre pointu ?

8. Car tu vins, pâle et morne
Coller sur mes carreaux
Ta corne
À travers les barreaux.

Va, lune moribonde,
Le beau corps de Phébé
La blonde
Dans la mer est tombé.

Tu n’en es que la face
Et déjà, tout ridé,
S’efface
Ton front dépossédé.

Rends-nous la chasseresse,
Blanche, au sein virginal,
Qui presse
Quelque cerf matinal !

Oh ! sous le vert platane
Sous les frais coudriers,
Diane,
Et ses grands lévriers !

Le chevreau noir qui doute,
Pendu sur un rocher,
L’écoute,
L’écoute s’approcher.

Et, suivant leurs curées,
Par les vaux, par les blés,
Les prées,
Ses chiens s’en sont allés.

Oh ! le soir, dans la brise,
Phoebé, soeur d’Apollo,
Surprise
A l’ombre, un pied dans l’eau !

Phoebé qui, la nuit close,
Aux lèvres d’un berger
Se pose,
Comme un oiseau léger.

9. Lune, en notre mémoire,
De tes belles amours
L’histoire
T’embellira toujours.

10. Et toujours rajeunie,
Tu seras du passant
Bénie,
Pleine lune ou croissant.

T’aimera le vieux pâtre,
Seul, tandis qu’à ton front
D’albâtre
Ses dogues aboieront.

T’aimera le pilote
Dans son grand bâtiment,
Qui flotte,
Sous le clair firmament !

Et la fillette preste
Qui passe le buisson,
Pied leste,
En chantant sa chanson.

Comme un ours à la chaîne,
Toujours sous tes yeux bleus
Se traîne
L’océan montueux.

11. Et qu’il vente ou qu’il neige
Moi-même, chaque soir,
Que fais-je,
Venant ici m’asseoir ?

12. Je viens voir à la brune,
Sur le clocher jauni,
La lune
Comme un point sur un i.

Peut-être quand déchante
Quelque pauvre mari,
Méchante,
De loin tu lui souris.

Dans sa douleur amère,
Quand au gendre béni
La mère
Livre la clef du nid,

Le pied dans sa pantoufle,
Voilà l’époux tout prêt
Qui souffle
Le bougeoir indiscret.

Au pudique hyménée
La vierge qui se croit
Menée,
Grelotte en son lit froid,

Mais monsieur tout en flamme
Commence à rudoyer
Madame,
Qui commence à crier.

» Ouf ! dit-il, je travaille,
Ma bonne, et ne fais rien
Qui vaille;
Tu ne te tiens pas bien. «

Et vite il se dépêche.
Mais quel démon caché
L’empêche
De commettre un péché ?

» Ah ! dit-il, prenons garde.
Quel témoin curieux
Regarde
Avec ces deux grands yeux ? «

Et c’est, dans la nuit brune,
Sur son clocher jauni,
La lune
Comme un point sur un i.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Το τραγούδι των παλιών εραστών

Posted by vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2012

Ναι, ζήσαμε και καταιγίδες,

χρόνια μαζί,  δεν σ’ αδικώ.

Χίλιες φορές είπες θα φύγεις,

χίλιες φορές το είπα εγώ.

Και κάθε τι σ’ αυτόν τον χώρο,

τον δίχως κούνια παιδική,

θυμίζει θύελλες κι εκρήξεις…

 Εσύ να έχεις πλέον χάσει        

την γεύση των  απλών πραγμάτων,      

του κυνηγού εγώ τις εκπλήξεις…

Όμως αγάπη μου

Υπέροχη γλυκιά αγάπη μου

Στην λάμψη, στα σκοτάδια τ’ ουρανού

Ακόμη σ’ αγαπώ

και συ το ξέρεις

 

Ναι, ξέρω τα τεχνάσματά σου,

τα ξόρκια μου ξέρεις καλά.

Με κράτησες και με παγίδες,

σ’ έχασα, μα προσωρινά.

Σίγουρα είχες κι εραστές,

θα ‘ναι το σώμα που ξεσπά,

θα είν’ ο χρόνος που περνάει…

Μα εμείς ξέραμε τον τρόπο

πως να γερνάμε, μέσα μας όμως  

η νιότη ακόμη να σκιρτάει…

Ναι, αγάπη μου

Υπέροχη και τρυφερή αγάπη μου

Στο λυκαυγές και στο λυκόφως τ’ ουρανού

Εγώ θα σ’ αγαπώ

και συ το ξέρεις…

 

Μα όσο κι αν ο καιρός παιδεύει,

όσο κι αν ο καιρός περνά,

                                         είν’  για τους εραστές παγίδα                                        

 να ζουν χωρίς βεγγαλικά   

Ναι, δεν ξεσπώ πια στα τυφλά

Ναι, πια δεν κλαις τόσο συχνά,

πια το μυστήριο δεν μετράει

Πλέον στις συμπτώσεις δυσπιστούμε,

λίγα αφήνουμε στην τύχη,

μα η τρυφερή μάχη… κρατάει…

Ναι Αγάπη μου

Όμορφη, αβρή, γλυκιά, αγάπη μου

Στο χάραμα και στο σκοτάδι τ’ ουρανού

Ακόμη σ’ αγαπώ

και συ το ξέρεις

Αυτήν τη μεταφορά στα ελληνικά του τραγουδιού του Μπρελ για τους ¨παλιούς εραστές¨ την αφιερώνω στους παλιούς μου συμμαθητές που θα συναντηθούν αυτήν τη βδομάδα στους παλιούς τόπους. Ιδιαίτερα στους πολλούς που τότε ήταν ερωτευμένοι, και ακόμη πιο πολύ, σε όσους τα κατάφεραν να παλιώσουν τον έρωτά τους.

Εδώ, σε ήχο, ο Ζακ Μπρελ

εδώ η ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα

από τον Χοσέ Καρέρας

σε ήχο fados
…και σε τανγκό

Οι στίχοι στα γαλλικά:

 La Chanson des Vieux Amants

Bien sûr, nous eûmes des orages
Vingt ans d´amour, c´est l´amour fol
Mille fois tu pris ton bagage
Mille fois je pris mon envol
Et chaque meuble se souvient
Dans cette chambre sans berceau
Des éclats des vieilles tempêtes
Plus rien ne ressemblait à rien
Tu avais perdu le goût de l´eau
Et moi celui de la conquête
Mais mon amour
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l´aube claire jusqu´à la fin du jour
Je t´aime encore, tu sais, je t´aime

Moi, je sais tous tes sortilèges
Tu sais tous mes envoûtements
Tu m´as gardé de pièges en pièges
Je t´ai perdue de temps en temps
Bien sûr tu pris quelques amants
Il fallait bien passer le temps
Il faut bien que le corps exulte
Finalement, finalement
Il nous fallut bien du talent
Pour être vieux sans être adultes
Oh, mon amour
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l´aube claire jusqu´à la fin du jour
Je t´aime encore, tu sais, je t´aime

Et plus le temps nous fait cortège
Et plus le temps nous fait tourment
Mais n´est-ce pas le pire piège
Que vivre en paix pour des amants
Bien sûr tu pleures un peu moins tôt
Je me déchire un peu plus tard
Nous protégeons moins nos mystères
On laisse moins faire le hasard
On se méfie du fil de l´eau
Mais c´est toujours la tendre guerre
Oh, mon amour…
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l´aube claire jusqu´à la fin du jour
Je t´aime encore, tu sais, je t´aime.

Posted in Μπρελ στα ελληνικά, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η κακή φήμη

Posted by vnottas στο 14 Οκτωβρίου, 2012

[Στο χωριό μου, χωρίς αιτία,

έχω φήμη απαισία

είτε κινούμαι είτε  ηρεμώ

για ποιον με παίρνουν, δεν ξέρω ούτε ’γω]

Είπα να σας φτιάξω μια προσαρμογή στα ελληνικά της ¨Κακής Φήμης¨ του Μπρασένς και οι παραπάνω είναι οι πρώτες αυθόρμητες αράδες. Μετά το επεξεργάστηκα λίγο περισσότερο [πάντα με στόχο: Μπρασένς στα ελληνικά που να μπορείτε να τον τραγουδήσετε (στο μπάνιο)] και ιδού τι προέκυψε…

Η Κακή φήμη

Δεν το λέω για να παινευτώ,

μα με σχολιάζουν στο χωριό,

ό, τι κι αν κάνω, μα κι αν αδρανώ…

για ποιον με παίρνουν, αγνοώ!

Τι κι αν δεν αδίκησα ποτέ κανένα

τους αρέσει να τα βάζουνε με μένα.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

ξέρουν η ¨ορθότητα¨ τι λέει.

Θα ’ναι  που οι νοικοκυραίοι

είναι μια στάλα Φαρισαίοι.

Κουτσομπολεύουν όλοι εκτός…

 τους δίχως γλώσσα,

προφανώς!

 

Καλύτερη μου μουσική

δεν είναι η Φιλαρμονική,

αντί για τα επετειακά

προτιμώ να ’μαι στα ζεστά.

Όμως δεν επείραξα ποτέ κανένα

τι κι αν το τρομπόνι δεν είναι για μένα.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

ξέρουνε τι αγέρας πνέει.

Θα ’ναι  που οι νοικοκυραίοι

είναι μια στάλα Φαρισαίοι.

Εμένα δείχνουν όλοι εκτός…

 τους δίχως χέρια,

προφανώς!

 

Αν συναντήσω κανά φουκαρά

               με το δραγάτη από κοντά,                 

απλώνω πόδι και παρευθύς

να σου ο δραγάτης κατά γης.

Κι όμως δεν επείραξε ποτέ κανένα

λίγα μήλα αν προκύψανε κλεμμένα.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

ξέρουνε πάντοτε ποιος φταίει.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

είναι λιγάκι Φαρισαίοι.

Πάνω μου ορμάνε όλοι εκτός…

 όσους κουτσαίνουν,

προφανώς!

 

Για να μαντέψω τι θα συμβεί,

προφήτης δε θα χρειαστεί,

σαν θα βρούνε σκοινί γερό

θα μου το βάλουν στο λαιμό.

Κι όμως δεν τους πείραξα, αν και, ακόμη,

δεν βρήκα το δρόμο που οδηγεί στη Ρώμη.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

ξέρουν πως η αλήθεια καίει.

Φταίει που οι νοικοκυραίοι

είναι μια στάλα Φαρισαίοι.

Θα ’ν’ στην κρεμάλα μου όλοι εκτός…

 όσους δεν βλέπουν,

προφανώς!

Η ¨Κακή Φήμη¨ σε ήχο:

Τραγουδά ο Μπρασένς  

Η απόδοση/προσαρμογή στα ελληνικά  

…και μερικές ακόμη εκτελέσεις  Από τους Les-Wriggles

Με κλαρινέτο και ακορντεόν  (Lemaire et Waegeman)
Στα ισπανικά από τον Paco Ibañez 
Στα πορτογαλικά
Από τις 2-moiselles

Στα (ηλεκτρο)παιχνιδιάρικα
…και από τους sinsemilia

LA MAUVAISE REPUTATION

Au village, sans prétention,
J’ai mauvaise réputation.
Qu’je m’démène ou qu’je reste coi
Je pass’ pour un je-ne-sais-quoi!
Je ne fait pourtant de tort à personne
En suivant mon chemin de petit bonhomme.
Mais les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Non les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Tout le monde médit de moi,
Sauf les muets, ça va de soi.

Le jour du Quatorze Juillet
Je reste dans mon lit douillet.
La musique qui marche au pas,
Cela ne me regarde pas.
Je ne fais pourtant de tort à personne,
En n’écoutant pas le clairon qui sonne.
Mais les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Non les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Tout le monde me montre du doigt
Sauf les manchots, ça va de soi.

Quand j’croise un voleur malchanceux,
Poursuivi par un cul-terreux;
J’lance la patte et pourquoi le taire,
Le cul-terreux s’retrouv’ par terre
Je ne fait pourtant de tort à personne,
En laissant courir les voleurs de pommes.
Mais les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Non les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Tout le monde se rue sur moi,
Sauf les culs-de-jatte, ça va de soi.

Pas besoin d’être Jérémie,
Pour d’viner l’sort qui m’est promis,
S’ils trouv’nt une corde à leur goût,
Ils me la passeront au cou,
Je ne fait pourtant de tort à personne,
En suivant les ch’mins qui n’mènent pas à Rome,
Mais les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Non les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Tout l’mond’ viendra me voir pendu,
Sauf les aveugles, bien entendu.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Του Βάκχου…

Posted by vnottas στο 9 Οκτωβρίου, 2012

Σημείωση προαιρετική (θεωρητικολογούσα)

Κάθε πολιτισμός για να τα βγάλει πέρα με τις αντιφάσεις, τις ατέλειες, και τις εκκρεμότητες της πραγματικότητας (όση από δαύτη μας επιτρέπουν να παρατηρήσουμε οι αισθήσεις και η όποια νόηση/τεχνολογία έχουμε διαθέσιμη), για να τις αντέξει και να τις ξεπεράσει, ενεργοποιεί την φαντασιακή διάσταση της ανθρώπινης υπόστασης και εντέλλεται, εξουσιοδοτεί ή απλώς ανέχεται την παρέμβαση ομάδων επικοινωνητών, ικανών να χειριστούν το φαντασιακό με ποικίλους τρόπους, ανάλογα με την εποχή και τις συγκυρίες. Προϊστορικοί μάγοι, ιερείς, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, ως και οι μεταμοντέρνοι χειριστές του εικονικού, έκαναν και κάνουν (και) αυτή τη δουλειά. Φτιάχνουν και χειρίζονται λειτουργικούς μύθους που εμπεριέχουν (αναπόδεικτες αλλά έντονα παρακινητικές και αναπληρούσες) απαντήσεις για το νόημα της ζωής (και των πάντων).

Όμως, σ’ αυτήν τη συχνά απεγνωσμένη αναζήτηση νοήματος και ισορροπίας (την φτιαγμένη από αρχαϊκούς λειτουργικούς μύθους, νεωτερικές ουτοπίες και -πρόσφατα- προσπάθειες δημιουργίας ηλεκτρονικών εικονικών πραγματικοτήτων), οι πολιτισμοί δεν είχαν ποτέ πρόβλημα στο να ανεχθούν, να χρησιμοποιήσουν και συχνά να θεσμοποιήσουν ψυχοτρόπα βοηθήματα.

Ο καθείς και τα παράπλευρα όπλα του, ο καθένας και το ¨ενισχυτικό¨ το  πλησιέστερο στην καλλιέργεια, το κλίμα, την παράδοσή, την ιστορία και τους εκάστοτε πολιτιστικούς συσχετισμούς ισχύος:  παπαρούνα, κάνναβη, καπνός, κόκα, και άλλα.  Για εμάς, γύρω από την μεσόγειο λεκάνη: η Άμπελος.

Στις πολιτισμικές αντιπαραθέσεις δεν μετράει μόνο το ποια γλώσσα, ποια μόδα, ποια τεχνοτροπία θα επικρατήσει, αλλά και πιο ψυχοτρόπο (με τις νοοτροπίες, τις τέχνες, ενίοτε τους θεούς  και όλα τα λοιπά πολιτισμικά προϊόντα που το περιβάλλουν) θα υποσκελίσει το άλλο.

Υπάρχουν απόψεις που υποστηρίζουν ότι το ψυχοτρόπο βοήθημα που υποστηρίζεται από την γηγενή κουλτούρα, είναι εκ των πραγμάτων, λιγότερο ψυχοφθόρο από εκείνα που η επιρροή τους ενισχύεται από αλλότριες επεκτάσεις και επεμβάσεις.

Υποσημείωση 2, εξ ίσου προαιρετική (μνήμη).

Θυμάμαι μια ομάδα συμφοιτητών μου (πολιτικοποιημένη και με επαναστατικά όνειρα) να διοργανώνει στα σκαλοπάτια του καθεδρικού της πόλης όπου σπουδάζαμε, ολονύκτια οινοποσία (μετά ασμάτων και ύμνων) αφιερωμένη στη καταπολέμηση των ξενόφερτων εθιστικών.

 

Και τώρα ΤΟ ΚΡΑΣΙ του Brassens

από τον ίδιο:

από τους Brassens not dead 

...και από τον Julien Petitejean

Η προσπάθεια προσαρμογής στην Ελληνική, σε ήχο

…και σε λέξεις

[στις διακοπτόμενες λέξεις μπορείτε να προσθέσετε ένα χικ! (προαιρετικά πάντα)]

Προτού τραγουδή-

σω για της ζωής

τα κόλπα

τη γλώσσα μου φρό-

ντισα να δαγκώ-

σω πρώτα.

Γεννήθηκα από

γενιά που ήξερ’ απ’

αμπέλι

και στο μπιμπερό

μου μούστος και κο-

κ-κινέλι

Οι γονιοί μου με βρή-

καν δίπλα σε κλη-

ματσίδι

-κι όχι σαν μερικούς

σε μάπα και κου-

νουπίδι.

Στις φλέβες μου αν μπεις

και σταθείς να δεις

λιγάκι

για αίμα αντί

θα κυκλοφορεί

κρασάκι

Μα εφ΄ όσον μπορούν

και δίψες να ’ρθουν

μεγάλες

να κρατάς, είν’ σωστό,

κοντά κανα δυο

μπουκάλες.

Μπουκάλες σιμά,

μα μ’ όγκο ενός α-

μφορέα,

να παίρν’ η ζωή

και γεύση κι οσμή

ωραία

Γνωστό ειν’ παντού

το πάθημα του

Ταντάλου.

-Μήτ’ ίχνος νερού-

και θύμα εμπαιγμού

μεγάλου.

Χωρίς το νερό

μικρό το κακό

-ας πούμε!-

Μα δίχως κρασί

εμείς οι σωστοί

δεν ζούμε.

Ας ρίξει, παιδιά

μια μπόρα και για

τους πότες,

με κρασί καλό

ν’ αρμέξω κι εγώ

τις κότες.

Αλλά ας μη λέ-

τε εγκαίρως πως δε

το είπα

θα ’ρθούνε  καιροί

που ως κι οι ποταμοί

θα ’ν σκνίπα.

LE VIN 

Avant de chanter
Ma vie, de fair´ des
Harangues
Dans ma gueul´ de bois
J´ai tourné sept fois
Ma langue
J´suis issu de gens
Qui étaient pas du gen-
re sobre
On conte que j´eus
La tétée au jus
D´octobre…

Mes parents on dû
M´trouver au pied d´u-
ne souche
Et non dans un chou
Comm´ ces gens plus ou
Moins louches
En guise de sang
( O noblesse sans
Pareille! )
Il coule en mon cœur
La chaude liqueur
D´la treille…

Quand on est un sa-
ge, et qu´on a du sa-
voir-boire
On se garde à vue
En cas de soif, u-
ne poire
Une poire ou deux
Mais en forme de
Bonbonne
Au ventre replet
Rempli du bon lait
D´l´automne…

Jadis, aux Enfers
Cert´s, il a souffert
Tantale
Quand l´eau refusa
D´arroser ses a-
mygdales
Etre assoiffé d´eau
C´est triste, mais faut
Bien dire
Que, l´être de vin
C´est encore vingt
Fois pire…

Hélas! il ne pleut
Jamais du gros bleu
Qui tache
Qu´ell´s donnent du vin
J´irai traire enfin
Les vaches
Que vienne le temps
Du vin coulant dans
La Seine!
Les gens, par milliers
Courront y noyer
Leur peine…

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Mα το κρεβάτι, μα το κρεβάτι δε το περνάει κανείς…

Posted by vnottas στο 7 Ιουλίου, 2012

Καλή είναι η καρέκλα,

 αν νοιώθεις κουρασμένος και θέλεις

να καθίσεις

Σωστή κι η πολυθρόνα

στο σαλόνι αν θες να στήσεις

συζητήσεις

Βολεύει κι η αιώρα,

του αέρα αν θέσ’  να νοιώσεις

τις δονήσεις

κι ο καναπές καλός, αν θέλεις

τηλεόραση

να δεις.

 

Μα το κρεβάτι, μα το κρεβάτι,

μα το κρεβάτι δε το περνάει κανείς

μα το  κρεβάτι, μα το  κρεβάτι, στην ευτυχία,

είναι ο πρωταθλητής!

 

Όμορφο το λιβάδι,

τον ουρανό να βλέπεις και όνειρα

να σκαρώνεις

Κι η αμμουδιά ωραία,

στης θάλασσας την άκρη άνετος

να ξαπλώνεις

Καλό το μαξιλάρι,

στα μαλακά αν θέλεις το κεφάλι

ν’ απιθώνεις

Και έρχονται στιγμές,

που στρωματσάδα θες

να κοιμηθείς.

 

Μα το κρεβάτι, μα το κρεβάτι,

μα το κρεβάτι δε το περνάει κανείς

μα το  κρεβάτι, μα το  κρεβάτι,

στην ευτυχία,

είναι ο πρωταθλητής

Il materasso, επιθεωρησιακό τραγουδάκι του Renzo Arbore από την τηλεοπτική  εκπομπή της RAI Quelli della notte 1987

La sedia è l’ideale per chi è molto stanco e vuole riposare,

è giusta la poltrona per chi vuole far salotto e chiacchierare.

E’ comoda l’amaca per restare all’aria aperta a dondolare,

fantastico è il divano per star lì sdraiati avanti alla tivù…

Ma il materasso, il materasso, il materasso è il massimo che c’è ma il materasso, il materasso, il materasso è la felicità.

Meraviglioso è il prato per guardare il cielo e mettersi a sognare,

è bella anche la spiaggia per potersi addormentare in riva al mare.

E’ ottimo il cuscino se sul morbido la testa vuoi posare,

e vengono i momenti che ti va di sprofondare sul sofà.

Ma il materasso….

…και

Κοίτα τι Φεγγάρι !!!

(Μαρίνο Μαρίνι, Παβαρότι, Καροτόνε)


Posted in Ρέντζο Άρμπορε στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Kάποιες παλιές καλές αξίες: Η Φιλία

Posted by vnottas στο 14 Ιουνίου, 2012

 

Μετά τη λαίλαπα και τον πανικό των τελευταίων καιρών με τους  μετανεωτερικούς να επιτίθενται με μανία ενάντια σε οποιαδήποτε συλλογική αξία,

και αφού τους είδαμε να πορεύονται με αχαλίνωτες ορέξεις κατά πάντων (παρέα με τους αδηφάγους νεοφιλελεύθερους και τους αυτοκρατορικούς παγκοσμιοποιητές),

και αφού καταλάβαμε στο πετσί μας τι σημαίνει το ασφυκτικό, ¨αποδομημένο¨ κενό που τους ακολουθεί,

να που στο ρείθρο του δρόμου πήραν να ξαναφυτρώνουν κάποια αγριολούλουδα, αμετάλλακτα, με το παλιό  τους δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ  και το παλιό τους άρωμα συλλογικότητας.

Αυτά σκεφτόμουν, πάνω κάτω, καθώς σας ετοίμαζα την προσαρμογή στα ελληνικά, μιας ακόμη δημιουργίας του Γιώργη Μπρούτζινου (George Brassens -ετυμολόγηση αυθαίρετη, αλλά με καλές προθέσεις), ενός τραγουδιού αφιερωμένου στους παλιούς φίλους.

Πρόκειται για  ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Γιώργη, λίγο πιο ζόρικο στη μεταφορά του στη γλώσσα μας από τα άλλα, μια που πέρα από τις πάγιες δυσκολίες που οφείλονται στην ελληνική περιφραστικότητα και το μεγάλο μέγεθος των ελληνικών λέξεων, έχει και d’la littérature (που λέει κι ο George!)  Δηλαδή λογοτεχνικές και ιστορικές αναφορές και νύξεις, έως και φράσεις σε αμιγή λατινική! (βλέπε παρακάτω το πρωτότυπο κείμενο) που θα έπρεπε ή να αγνοηθούν ή να αποτελέσουν αφορμές για ειδικά σχόλια και σημειώσεις φιλολογικού χαρακτήρα.

Επειδή όμως εδώ απλώς μεταφέρουμε τη δική μας εκδοχή για το πνεύμα των τραγουδιών και η κύρια ανησυχία μας είναι να μπορούν να τραγουδηθούν στο μπάνιο και από τους μη γνώστες της γλώσσας του Ρακίνα, προτιμήσαμε την πρώτη ¨λύση¨.

Εν πάση περιπτώσει, σας το παρουσιάζω ανοικτό σε τυχόν προτάσεις για καλυτέρεμα, μαζί με μερικές από τις πάμπολλες εκτελέσεις και μια απόπειρα ανάγνωσης στην ελληνική –ως συνήθως, και με το συμπάθιο.

Αρχίζουμε με μια ζωντανή εκτέλεση από τον Μπρασένς

Εδώ, ο Αλέν Ναρντινό και χορωδία

Εδώ, από τον Aldebert

Σε Τζαζ

…και λίγο ακορντεόν
και, τέλος, η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά

Το καΐκι με τους παλιούς φίλους… (Les copains d’abord). 

…Ό, τι κι αν λένε στα λιμάνια

κάποιοι που σπέρνουνε ζιζάνια

δεν ήταν δα ¨ψαροκασέλα¨

για τα πήγαιν’ έλα…

Έπλεε σαν γέρο γλεντζές:

ίσια μπροστά, μα με στροφές,

και τ’ όνομά του ξακουστό:

¨Είμαστε όλοι εδώ¨.

 

Τι κι αν ο άνεμος φορτσάρει

μπορεί να γέρνει, δεν φουντάρει

κι ας βγει το μάτι όποιου γρουσούζη

βασκανίες σκούζει…

Κι ο καπετάνιος, τα ναυτάκια

δεν ήτανε καθαρματάκια

μα φιλαράκια από καιρό

κι ¨Όλοι τους εδώ¨!

 

Μόνος δεσμός τους η φιλία

με Σόδομα σχέση καμία

δεσμός αντρίκιος δυνατός

αδελφοποιητός,

δεν ήταν φίλοι ¨ευκαιρίας¨

ούτε άσωτοι πολυτελείας

ήταν αδέλφια, κολλητοί

και ¨άπαντες εκεί!¨

 

Δεν ήταν του γλυκού νερού

μήτε του κατηχητικού

κι αρμένιζαν με την καρδιά,

μ’ όρτσα τα πανιά…

Ο Λιας ο Νίκος, κι όλοι οι άλλοι

σήκωναν στης ζωής την πάλη

λάβαρο, σύνθημα, ρητό:

¨Όλοι μας εδώ¨.

 

Κι αν έρχονταν αναποδιές

μπουρίνια, φουσκοθαλασσιές,

                          με την φιλία για πυξίδα                         

σώζαν την ελπίδα

κι αν τους εζώναν οι ακεφιές

δεν ψάχναν ψυχαναλυτές,

στέλναν στους φίλους ες-ο-ες,

κι ήταν επαρκές.  

 

Στις θερινές μας εξορμήσεις

ήταν – δεν ήταν, καιροί κρίσης

 αν έλειπε κάποιος κοπρίτης

θα ‘ταν μακαρίτης…

Μα θα ήτανε άκων, εκών,

πάντα στη σκέψη μας παρών

και -πείσμα σου ζωή μπαμπέσα-,

στη καρδιά μας μέσα

 

Μπήκα και σ’ άλλα τρεχαντήρια

μα μόνο τούτο στα ταξίδια

ποτέ δεν έχανε τη ρότα

κι  άμα θέλεις ρώτα…

Έπλεε σαν γέρο γλεντζές:

ίσια μπροστά, μα με στροφές,

και τ’ όνομά του ξακουστό:

¨Είμαστε όλοι εδώ!¨

 Les Copains D’abord

Non, ce n’était pas le radeau
De la Méduse, ce bateau
Qu’on se le dise au fond des ports
Dise au fond des ports
Il naviguait en père’ peinard
Sur la grand-mare des canards
Et s’app’lait les Copains d’abord
Les Copains d’abord

Ses fluctuat nec mergitur
C’était pas d’la litterature
N’en déplaise aux jeteurs de sort
Aux jeteurs de sort
Son capitaine et ses mat’lots
N’étaient pas des enfants d’salauds
Mais des amis franco de port
Des copains d’abord

C’étaient pas des amis de luxe
Des petits Castor et Pollux
Des gens de Sodome et Gomorrhe
Sodome et Gomorrhe
C’étaient pas des amis choisis
Par Montaigne et La Boetie
Sur le ventre ils se tapaient fort
Les copains d’abord

C’étaient pas des anges non plus
L’Évangile, ils l’avaient pas lu
Mais ils s’aimaient tout’s voil’s dehors
Tout’s voil’s dehors
Jean, Pierre, Paul et compagnie
C’était leur seule litanie
Leur Credo, leur Confiteor
Aux copains d’abord

Au moindre coup de Trafalgar
C’est l’amitié qui prenait l’quart
C’est elle qui leur montrait le nord
Leur montrait le nord
Et quand ils étaient en détresse
Qu’leurs bras lancaient des S.O.S.
On aurait dit les sémaphores
Les copains d’abord

Au rendez-vous des bons copains
Y avait pas souvent de lapins
Quand l’un d’entre eux manquait a bord
C’est qu’il était mort
Oui, mais jamais, au grand jamais
Son trou dans l’eau n’se refermait
Cent ans après, coquin de sort
Il manquait encore

Des bateaux j’en ai pris beaucoup
Mais le seul qu’ait tenu le coup
Qui n’ai jamais viré de bord
Mais viré de bord
Naviguait en père peinard
Sur la grand-mare des canards
Et s’app’lait les Copains d’abord
Les Copains d’abord

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ρίχνει βροχή στη λεωφόρο (Η ομπρέλα)

Posted by vnottas στο 24 Μαΐου, 2012

Η ¨ομπρέλα¨ είναι η αφορμή, αλλά έχει και λίγο ¨σιγανοψιχάλισμα¨ και μια ιδέα ¨ανοιξιάτικη βροχούλα¨… 


Η ¨Ομπρέλα¨ από τον δημιουργό

…και στα ρώσικα (για τη Σίλια)

από το quartet-plein-jazz

από το trio-dolce-vita

 Σημείωση: Στην πρόσφατη εκδήλωση για τη γαλλική ποίηση στο Βαφοπούλειο, ανακάλυψα ότι οι ντόπιοι φίλοι του Ζορζ Μπρασένς είναι περισσότεροι από όσους νόμιζα (υποθέτω ότι το πρόσεξαν κι εκείνοι). Αφιερώνω το σημερινό τραγουδάκι στους δυο, με τους οποίους πιάσαμε κουβέντα στο τέλος.

Η ομπρέλα

Ρίχνει βροχή στη λεωφόρο,

χωρίς ομπρέλα η μικρή,

μα στη δική μου που έχει χώρο

χωράνε όλοι οι καλοί.

Στρίβω με μιας,  κοντά της τρέχω:

¨Έχω για σας θέση στεγνή¨

Χαμογελά, το ¨ναι¨ της έχω,

να ’μαστε οι δυο αγκαλιαστοί…

*

Μια ομπρέλα για σένα,

μια ματιά σου για μένα,

θα ’ναι  του Έρωτα, πες, προσταγή…

Μια ματιά σου για μένα,

μια ομπρέλα για σένα…

Ναι! κερδίζω στην ανταλλαγή!

*

Σε εκείνη πλάι, κι έπαιζε η μπόρα

μ’ ήχους κρουστούς, τζαζ μουσική

κι όλη η πλάση έμοιαζε τώρα

για μας τους δυο να ‘χει φτιαχτεί…

Στον έβδομο ουρανό βρισκόμουν

και ευλογούσα το νερό

και δίχως να το πω ευχόμουν

ατέλειωτο κατακλυσμό

*

Μια άκρη του Παραδείσου

για μια ομπρέλα μαζί σου

των αγγέλων σκορπάς τη σαγήνη…

Μια ομπρέλα μαζί σου

για μια γωνιά Παραδείσου

Μόνο κέρδος για μένα θα μείνει!

*

Μα τι κι αν βρέχει, πάντα οι δρόμοι

φτάνουν σε κάποια γειτονιά…

Να κι η δική της και ¨Συγνώμη¨

λέει, ¨εγώ στρίβω εδώ να!¨

Προτού καλά το καταλάβω

να τη που φεύγει λικνιστή

στη λήθη πια τα όνειρα θάβω

…και την ομπρέλα μου μαζί!

*

Μια ομπρέλα για σένα,

μια ματιά σου για μένα,

θα ’ναι του Έρωτα, πες, προσταγή…

Μια ματιά σου για μένα,

μια ομπρέλα για σένα…

Ναι! κερδίζω στην ανταλλαγή!

Le  parapluie

Il pleuvait fort sur la grand-route,
Elle cheminait sans parapluie,
J’en avait un, volé sans doute
Le matin même à un ami.
Courant alors à sa rescousse,

Je lui propose un peu d’abri
En séchant l’eau de sa frimousse,
D’un air très doux elle m’a dit oui.
REFRAIN
Un petit coin de parapluie,
Contre un coin de Paradis.
Elle avait quelque chose d’un ange,
Un petit coin de Paradis,
Contre un coin de parapluie.
Je ne perdait pas au change,
Pardi!
Chemin faisant que se fut tendre
D’ouïr à deux le chant joli
Que l’eau du ciel faisait entendre
Sur le toit de mon parapluie.
J’aurais voulu comme au déluge,
voir sans arrêt tomber la pluie,
Pour la garder sous mon refuge,
Quarante jours, Quarante nuits.
REFRAIN
Mais bêtement, même en orage,
Les routes vont vers des pays.
Bientôt le sien fit un barrage
A l’horizon de ma folie.
Il a fallut qu’elle me quitte,
Après m’avoir dit grand merci.
Et je l’ai vue toute petite
Partir gaiement vers mon oubli.
REFRAIN

 Στράτος Παγιουμτζής

 Σιγανοψιχάλισμα

Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης, Τσάντας

Μουσική: Πάνος Γαβαλάς, Πίτουρας

Σιγανοψιχάλισμα

δάκρυ δάκρυ πέφτουνε της βροχής οι στάλες
Πού να είσαι χάθηκες, να με σκάσεις βάλθηκες
έχω λίγες συμφορές, θα μου φέρεις κι άλλες
με χτυπούν στο πρόσωπο σιγανοψιχάλες

Η βροχή δυνάμωσε,
για ποιο λόγο άργησες δεν καταλαβαίνω
μήπως ξελογιάστηκες μ’ άλλη αγάπη πιάστηκες
έχω σου τ’ ομολογώ το μυαλό χαμένο
άρχισα ν’ ανησυχώ και σε περιμένω

Ειν’ η ώρα εννιάμισι,
αν και πέφτει η βροχή, περιμένω ακόμα
πού να λησμονήθηκες και δε με λυπήθηκες
η αγωνία μου ‘φερε την ψυχή στο στόμα
ειν’ η ώρα εννιάμισι μα περιμένω ακόμα

Ανοιξιάτικη βροχούλα

Στίχοι: Βαγγέλης Γερμανός
Μουσική: Βαγγέλης Γερμανός

Με τις τσέπες αδειανές κι ένα φόβο στην καρδιά
απ’ του κόσμου τις φωνές μες στη γιορτινή βραδιά
σε περίμενα κι απόψε σαν το μάννα τ’ ουρανού
μα ξημέρωσα μονάχος με το φως του αυγερινού.

Ανοιξιάτικη βροχούλα η αγάπη μου η παλιά
στην αγάπη την καινούργια δώρα στέλνει και φιλιά
με το ίδιο το τραγούδι που γυρίζει σιγανά
και ξυπόλητη χορεύει στα σοκάκια τα στενά.

Ανοιξιάτικη βροχούλα μου ψιθύρισε στ’ αυτί
για έναν κόσμο καμωμένο με σοφία κι αρετή
τ’ ουρανού το περιβόλι μοναχά για μας τους δυο
περιμένει φυλαγμένο στου μυαλού σου το βυθό.

Μα οι κουβέντες του κοσμάκη, οι ελπίδες του κοινού
με ποτίσανε φαρμάκι, μου θολώσανε το νου
πλάσμα του Θεού χαμένο, στο πλευρό σου περπατώ
στέκομαι στο περιβόλι και σε γλυκοχαιρετώ.

Ανοιξιάτικη βροχούλα, ανοιξιάτικη βροχή
διάλεξε μαζί μου αν θα ‘ρθεις, ή αν θα μείνεις μοναχή
φαγητό, κρασί, κρεβάτι και τα ρούχα μας κοινά
μα γι’ αυτούς που μένουν μόνοι, δεν υπάρχει γιατρειά.

Πέφτουν της βροχής οι στάλες

Στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης

Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης

Πέφτουν της βροχής οι στάλες

και εγώ κάθομαι στις σκάλες
Θα ‘θελα να μπω, σαν πρώτα
μα κρατάς κλειστή την πόρτα

Τι την θέλεις και την κλείνεις;
να ‘μπω μέσα δε μ’ αφήνεις
είναι συννεφιά και μπόρα
και τι θ’ απογίνω τώρα

Απορώ τι σου χω φταίξει
άνοιξε, άνοιξε θα βρέξει
πέφτουν της βροχής οι στάλες
και ‘γω κάθομαι στις σκάλες

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Η ομπρέλα ΙΙ

Posted by vnottas στο 24 Μαΐου, 2012

Η ομπρέλα

Ρίχνει βροχή στη λεωφόρο,

χωρίς ομπρέλα η μικρή,

μα στη δική μου που έχει χώρο

χωράνε όλοι οι καλοί.

Στρίβω με μιας,  κοντά της τρέχω:

¨Έχω για σας θέση στεγνή¨

Χαμογελά, το ¨ναι¨ της έχω,

να ’μαστε οι δυο αγκαλιαστοί…

*

Μια ομπρέλα για σένα,

μια ματιά σου για μένα,

θα ’ναι  του Έρωτα, πες, προσταγή…

Μια ματιά σου για μένα,

μια ομπρέλα για σένα…

Ναι! κερδίζω στην ανταλλαγή!

*

Σε εκείνη πλάι, κι έπαιζε η μπόρα

μ’ ήχους κρουστούς, τζαζ μουσική

κι όλη η πλάση έμοιαζε τώρα

για μας τους δυο να ‘χει φτιαχτεί…

Στον έβδομο ουρανό βρισκόμουν

και ευλογούσα το νερό

και δίχως να το πω ευχόμουν

ατέλειωτο κατακλυσμό

*

Μια άκρη του Παραδείσου

για μια ομπρέλα μαζί σου

των αγγέλων σκορπάς τη σαγήνη…

Μια ομπρέλα μαζί σου

για μια γωνιά Παραδείσου

Μόνο κέρδος για μένα θα μείνει!

*

Μα τι κι αν βρέχει, πάντα οι δρόμοι

φτάνουν σε κάποια γειτονιά…

Να κι η δική της και ¨Συγνώμη¨

λέει, ¨εγώ στρίβω εδώ να!¨

Προτού καλά το καταλάβω

να τη που φεύγει λικνιστή

στη λήθη πια τα όνειρα θάβω

…και την ομπρέλα μου μαζί!

*

Μια ομπρέλα για σένα,

μια ματιά σου για μένα,

θα ’ναι του Έρωτα, πες, προσταγή…

Μια ματιά σου για μένα,

μια ομπρέλα για σένα…

Ναι! κερδίζω στην ανταλλαγή!

*

(από τον Μπρασένς)

(Η προσαρμογή στα ελληνικά)

Le  parapluie

Il pleuvait fort sur la grand-route,
Elle cheminait sans parapluie,
J’en avait un, volé sans doute
Le matin même à un ami.
Courant alors à sa rescousse,

Je lui propose un peu d’abri
En séchant l’eau de sa frimousse,
D’un air très doux elle m’a dit oui.
REFRAIN
Un petit coin de parapluie,
Contre un coin de Paradis.
Elle avait quelque chose d’un ange,
Un petit coin de Paradis,
Contre un coin de parapluie.
Je ne perdait pas au change,
Pardi!
Chemin faisant que se fut tendre
D’ouïr à deux le chant joli
Que l’eau du ciel faisait entendre
Sur le toit de mon parapluie.
J’aurais voulu comme au déluge,
voir sans arrêt tomber la pluie,
Pour la garder sous mon refuge,
Quarante jours, Quarante nuits.
REFRAIN
Mais bêtement, même en orage,
Les routes vont vers des pays.
Bientôt le sien fit un barrage
A l’horizon de ma folie.
Il a fallut qu’elle me quitte,
Après m’avoir dit grand merci.
Et je l’ai vue toute petite
Partir gaiement vers mon oubli.
REFRAIN

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Είδα ένα βασιλιά! (Ho visto un re!)

Posted by vnottas στο 8 Μαρτίου, 2012

Παρατηρήσεις πάνω στο λάιφ στάιλ και τα βάσανα των εκάστοτε ισχυρών (VIPs) τραγουδισμένες από ένα χορό αγροτών, όπως τις κατέγραψε ο Ντάριο Φο και τις τραγούδησε ο Έντζο Γιαννάτσι. Εδώ και μία χειροποίητη απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα.

 

 ΕΙΔΑ ΕΝΑ ΒΑΣΙΛΙΑ!

 

-Καλά… αϊντέ… καλά…

-Για πες… Τι ’δες;  Για πες…

-Είδα ’να βασιλιά

-Τι είδες είπες;

-Ένα βασιλιά!

Καλά, αϊντέ, καλά…

– Ήταν καβάλα

 στη σέλα πάνω,

 κι έριχνε κι ένα κλάμα…

που μέχρι τ’ άλογό  του…

Ήτανε τι;

Ήταν καταμουσκεμένο!

-Α τον καημένο!

– Καημένο και το ζώο!

-Καλά… αϊντέ… καλά… 

-Φταίει ο Αυτοκράτωρ, που πίσω του είχε πάρει

Ένα καστέλο

-Α το τομάρι!

– Όμως του μέ-νου-ν τριά-ντα δυο!

-Α τον  καημένο!

– Καημένο και το πουλάρι…

-Καλά… αϊντέ… καλά…

-Για πες… Τι ’δες;  Για πες…

-Είδα ’να ’Πισκ…

-Τι είδες είπες;

-Είδα να ’Πίσκοπο.

-Καλά… άιντέ… καλά…

-Κι αυτός, κι αυτός  επίσης, έριχνε μαύρο κλάμα

κι ως και το χέρι, εδάγκωνε με άχτι

-Το χερ’ ποιανού;

-Το χερ’ του καντηλανάφτη!

-Καημένε ’Πίσ-κοπέ…

-Καημένος και ο ’ανάφτης

-Καλά… αϊντέ… καλά…

 

 -Φταίει ο Καρδινάλιος, που του είχε βουτήξει:

’να μοναστήρι

-Του κακομοίρη!

– Όμως του μέ-νουν τριάντα δυο…

-Καημένος  Πίσκ-οπός

-Καημένος κι ο ’ανάφτης

-Καλά… άϊντέ… καλά…

-Για πες… Τι ’δες;  Για πες…

-Ειίδα ένα πλούς…

-Τι είδες είπ’ς;

-Είδα ένα πλούσιο, έναν λεφτά…

-Καλά.., άιντέ… καλά…

-Ο κακομοίρης, μαύρο δάκρυ,

Έριχνε στάλα στάλα…

Μες τη μπουκάλα

-Μες το κρασί τ’;

– …και το ξενέρωνε  στα γερά.

-Φτωχέ λεφτά!

-Φτωχό και το κρασί του!

-Καλά,.. άιντέ… καλά…

 

– Ο Βασιλιάς, ο ’Πισκοπος, ο Αυτοκράτωρ,

Τον μισοκαταστρέψαν

Τρία σπίτια του κλέψαν.

Μαζί τον αχυρώνα

Όμως του μείναν  τριάντα δυο.

-Φτωχέ λεφτά!

-Φτωχό και το κρασί του!

-Καλά,.. άιντέ… καλά… 

-Για πες… Τι ’δες;  Για πες…

-Είδα ένα χωριάτη

-Τι είδες είπς;

-Έναν χωρικό

-Καλά,.. άιντέ… καλά…

-Ο ’Πίσκοπος, ο Βασιλιάς, ο Πλούσιος,

ο Αυτοκράτωρ

Ως και ο Καρδινάλιος,

τον μισοκαταστρέψαν!

Με μια χεριά του κλέψαν:

Το σπίτι

Τον αχερώνα

Την αγελάδα

Το κλαρίνο

Το τάβλι

Το τρανζιστοράκι

Τους δίσκους με τα τσάμικα

Τη γυναίκα τ’…

-Τι άλλου;

-Το γιο του στους φαντάρους

Του σφάξαν και τους χοίρους

-Φτωχά γουρούνια!

-Φτωχός κι ο ζωντοχήρους

-Καλά,.. άιντέ… καλά…

 

-Μα εκείνος όχι, 

Όχι, δεν έκλαιγε καθόλου. 

Αντίθετα χασκογελούσε: Χα χα χα

 

-Τρελάθ’κε;

 

-Όχι.

 

Η αλήθεια είναι

 πως εμείς οι χωριάτες…

 

– Εμείς οι χωριάτες…

 

Να μαστε πρέπει πάντα κεφάτοι

Γιατί οι κλάψες μας τους ενοχλούν

Χούι το έχουν οι πρωτοκλασάτοι:

Στις στεναχώριες να μελαγχολούν

 

Κεφάτοι πάντοτε οι κερατάδες

Οι στεναχώριες μας τους ενοχλούν

Γιατί οι πλούσιοι κι οι βασιλιάδες

Πάντα στις κλάψες μας μελαγχολούν

 

 Σε ήχο: Οι στίχοι του Ντάριο Φο από τον Έντζο Γιαννάτσι

Εδώ γύρω από ένα τραπέζι με ένα μπουκάλι Μπαρμπέρα στη μέση, τραγουδάνε παρέα οι Ντάριο Φο, Αντριάνο Τσελεντάνο, Τζόρτζιο Γκάμπερ, Αλμπανέζε, ενώ τραγουδάει και παίζει κιθάρα ο Γιαννάτσι.

  Εδώ η ανάγνωση της απόπειρας για μια απόδοση στα Ελληνικά 

  

Ho visto un re 

 

-Dai dai, conta su…ah be, sì be….
– Ho visto un re.
– Sa l’ha vist cus’e‘?
– Ha visto un re!
– Ah, beh; si‘, beh.
– Un re che piangeva

 seduto sulla sella
piangeva tante lacrime,

 ma tante che
bagnava anche il cavallo!
– Povero re!
– E povero anche il cavallo!
– Ah, beh; si‘, beh.
– è l’imperatore che gli ha portato via
un bel castello…
– Ohi che baloss!
– …di trentadue che lui ne ha.
– Povero re!
– E povero anche il cavallo!
– Ah, beh; sì, beh.

– Ho visto un vesc…
– Sa l’ha vist cus’e‘?
– Ha visto un vescovo!
– Ah, beh; si‘, beh.
– Anche lui, lui, piangeva, faceva
un gran baccano, mordeva anche una mano.
– La mano di chi?
– La mano del sacrestano!
– Povero vescovo!
– E povero anche il sacrista!
– Ah, beh; si‘, beh.
– e‘ il cardinale che gli ha portato via
un’abbazia…
– Oh poer crist!
– …di trentadue che lui ce ne ha.
– Povero vescovo!
– E povero anche il sacrista!
– Ah, beh; si‘, beh.

– Ho visto un ric…
– Sa l’ha vist cus’e‘?
– Ha visto un ricco! Un sciur!
– S’…Ah, beh; si‘, beh.
– Il tapino lacrimava su un calice di vino
ed ogni go, ed ogni goccia andava…
– Deren’t al vin?
– Si‘, che tutto l’annacquava!
– Pover tapin!
– E povero anche il vin!
– Ah, beh; si‘, beh.
– Il vescovo, il re, l’imperatore
l’han mezzo rovinato
gli han portato via
tre case e un caseggiato
di trentadue che lui ce ne ha.
– Pover tapin!
– E povero anche il vin!
– Ah, beh; si‘, beh.

– Ho vist un villan.
– Sa l’ha vist cus’e‘?
– Un contadino!
– Ah, beh; si‘, beh.
– Il vescovo, il re, il ricco, l’imperatore,
persino il cardinale, l’han mezzo rovinato
gli han portato via:
la casa
il cascinale
la mucca
il violino
la scatola di kaki
la radio a transistor
i dischi di Little Tony
la moglie!
– E po‘, cus’e‘?
– Un figlio militare
gli hanno ammazzato anche il maiale…
– Pover purscel!
– Nel senso del maiale…
– Ah, beh; si‘, beh.

– Ma lui no, lui non piangeva, anzi: ridacchiava!
Ah! Ah! Ah!
– Ma sa l’e‘, matt?
– No!
– Il fatto e‘ che noi villan…

Noi villan…

E sempre allegri bisogna stare
che il nostro piangere fa male al re
fa male al ricco e al cardinale
diventan tristi se noi piangiam,
e sempre allegri bisogna stare
che il nostro piangere fa male al re
fa male al ricco e al cardinale
diventan tristi se noi piangiam!

Posted in Έντσο Γιαννάτσι, Ντάριο Φο και άλλοι στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Τόσος δα μικρός…

Posted by vnottas στο 23 Ιανουαρίου, 2012

Ρεβερέντζες δεν έκανα ποτέ

Μπρος σε κανένα

Μα τώρα σέρνομαι και ακολουθώ

Μονάχα εσένα

Σκύλος ήμουν άγριος, αλλά πια για σε

Είμαι σκυλάκι

Δόντι είχα λύκου, αλλά πια μωρού

Έχω δοντάκι

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που σαν το γέρνεις να κοιμάται μοιάζει 

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που σαν τ’ αγγίζεις τη  μαμά φωνάζει

Με άλλαξες πολύ και ας ήμουν ως τα χτες

Σκληρό καρύδι

Της καρδιάς μου σκάρωσες και πια κρατάς

Το Αντικλείδι

Με το γλυκό σου πρόσωπο όταν γελάς

Ή λες τραγούδια

Και με μια μάσκα μέγαιρας σαν με πετάς

Με τα σκουπίδια

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που αν το γείρεις να κοιμάται μοιάζει 

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που αν τ’ αγγίξεις τη  μαμά φωνάζει

Τους νόμους σου πιστά πάντα ακολουθώ

Σατράπισσά μου

Κι ας λες πως δε πιστεύεις ούτε τα μισά

Καμώματά μου

Κι αν μια γαλανομάτα μια φορά

Μου ’χε γυαλίσει

Με την ομπρέλα σου βαρώντας δυνατά

Έδωσες λύση

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που σαν το γέρνεις να κοιμάται μοιάζει 

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που σαν τ’ αγγίζεις τη  μαμά φωνάζει

Οι χαρτορίχτρες  μου το είπαν καθαρά

κι οι  καλογέροι

Πως από σένα ειν’ να πάθω τελικά   

Άγριο χουνέρι

Υπάρχουν πιο καλές υπάρχουν πιο  κακές

Στο κάτω κάτω

Το ίδιο κάνει αν εδώ θα κρεμαστώ

Ή παρακάτω

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που αν το γείρεις να κοιμάται μοιάζει 

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που αν τ’ αγγίξεις τη  μαμά φωνάζει 

Ο Μπρασένς τραγουδάει: Je Me Suis Fait Tout Petit

Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας έφτιαξα

Από την κιθάρα του Ροδόλφου Ραφαλί
Με αραβικό λαούτο από τον Καμολέμπ

Με τη Μάγια Βιντάλ

Aπό τον Μπααζίζ

Με κλαρινέτο
Στα ισπανικά από τον Πάκο Ιμπάνεζ
Με φυσαρμόνικα

Je Me Suis Fait Tout Petit

 

 Je n’avais jamais ôté mon chapeau
Devant personne
Maintenant je rampe et je fait le beau
Quand ell’ me sonne
J’étais chien méchant, ell’ me fait manger
Dans sa menotte
J’avais des dents d’loup, je les ai changées
Pour des quenottes

[Refrain] :
Je m’suis fait tout p’tit devant un’ poupée
Qui ferm’ les yeux quand on la couche
Je m’suis fait tout p’tit devant un’ poupée
Qui fait Maman quand on la touche

J’était dur à cuire, ell’ m’a converti
La fine mouche
Et je suis tombé tout chaud, tout rôti
Contre sa bouche
Qui a des dents de lait quand elle sourit
Quand elle chante
Et des dents de loup quand elle est furie
Qu’elle est méchante

[Refrain]

Je subis sa loi, je file tout doux
Sous son empire
Bien qu’ell’ soit jalouse au-delà de tout
Et même pire
Un’ jolie pervenche qui m’avait paru
Plus jolie qu’elle
Un’ jolie pervenche un jour en mourut
A coup d’ombrelle

[Refrain]

Tous les somnambules, tous les mages m’ont
Dit sans malice
Qu’en ses bras en croix, je subirais mon
Dernier supplice
Il en est de pir’s il en est d’meilleures
Mais à tout prendre
Qu’on se pende ici, qu’on se pende ailleurs
S’il faut se pendre

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Posted by vnottas στο 15 Ιανουαρίου, 2012

Δόξα σ’ όποιον φρενάρει, / γλιστράει, μα δεν πατάει

τ’ ανέμελο βατράχι / το δρόμο που περνάει.

Και δόξα στον μουρντάρη / πού  έκλεισε το μάτι

σε εκείνη που οι άλλοι / αφήνανε αμανάτι .

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Δόξα στον μπάτσο που / κόβει τις λιμουζίνες,

το δρόμο σαν διασχίζουν / οι αδέσποτες ψιψίνες.

Μα και  στον ερωτύλο / που τα έριξε με πάθος

σε εκείνη που οι άλλοι / της φύσης ’λέγαν λάθος.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Δόξα σ’ εκείνον που / περνάει και δε μιλάει,

σαν σκούζουν, αλυχτούνε / ¨τσακάλια¨,  ¨παπαγάλοι¨.

Μα και στον Καζανόβα / που απτόητος φλερτάρει

με εκείνη που οι άλλοι / νομίζουν δίχως χάρη.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Δόξα στον ιερέα / που άπιστους συγχωράει,

τη μισαλλοδοξία / με αγάπη ξεπερνάει.

Μα και στον ερωτιάρη / που γέμισε φιλιά

εκείνη που οι άλλοι / κρατούσαν μακριά.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Δόξα στον στρατιώτη / που αμάχους να σκοτώσει

αρνήθηκε με πείσμα / και τώρα θα πληρώσει

Και δόξα στον μπερμπάντη / που άλλαξε τα γούστα

σ’ αυτήν που αμπαρωμένη / εκραταγε τη φούστα

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!.

Δόξα σε εσέ Αδελφή / πού αισθάνθηκες το χρέος

Και ζέστανες στο χέρι  / ενός κουλού το πέος.

Μα και στον Δον Ζουάν / που έκανε να ανθίσουν

οπίσθια λες φτιαγμένα / μόνον για να καθίσουν.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Και Δόξα…

Σ’ όσους, αφού δεν έχουν / πλέον ιδανικά

να μη τα σπάν’ στους άλλους / φροντίζουν τώρα πια.

Μα και στον εραστή / -σε πείσμα του καθένα-

που φρόντισε γι αυτή / που αλλιώς θα ‘ταν παρθένα.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

(Ελεύθερη απόδοση του  Δον Ζουάν του Μπρασένς)
Το τραγούδι με τον Ζόρζ Μπρασένς

Με τους «Ο Μπρασένς ποτέ δεν πεθαίνει»

Georges Brassens, 1976.
DON JUAN

Gloire à qui freine a mort, de peur d’ecrabouiller

Le hérisson perdu, le crapaud fourvoyé!
Et gloire à don Juan, d’avoir un jour souri
A celle à qui les autres n’attachaient aucun prix!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.

Gloire au flic qui barrait le passage aux autos
Pour laisser traverser les chats de Léautaud!
Et gloire à don Juan d’avoir pris rendez-vous,
Avec la délaissée, que l’amour désavoue!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.

Gloire au premier venu qui passe et qui se tait
Quand la canaille crie « haro sur le baudet »!
Et gloire à don Juan pour ses galants discours
À celle à qui les autres faisaient jamais la cour!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.

Et gloire à ce curé sauvant son ennemi
Lors du massacre de la Saint-Barthélémy!
Et gloire à don Juan qui couvrit de baisers
La fille que les autres refusaient d’embrasser!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.

Et gloire à ce soldat qui jeta son fusil
Plutôt que d’achever l’otage à sa merci!
Et gloire à don Juan d’avoir osé trousser
Celle dont le jupon restait toujours baissé!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut

Gloire à la bonne soeur qui, par temps pas très chaud
Dégela dans sa main le pénis du manchot
Et gloire à don Juan qui fit reluire un soir
Ce cul déshérité ne sachant que s’asseoir
Cette fille est trop vilaine, il me la faut

Gloire à qui n’ayant pas d’idéal sacro-saint
Se borne à ne pas trop emmerder ses voisins!
Et gloire à don Juan qui rendit femme celle
Qui, sans lui, quelle horreur! serait morte pucelle!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Έρωτας εικονικός

Posted by vnottas στο 10 Δεκεμβρίου, 2011

Εάν το ότι οι Εσκιμώοι έχουν πολλές λέξεις για τα πράγματα που γνωρίζουν καλά, όπως το χιόνι, σημαίνει κάτι, τι να σημαίνει άραγε ότι εμείς εδώ (στην κάτω δεξιά άκρη της Ευρώπης) για να αποδώσουμε το μή αληθινό έχουμε (και λέμε): ψεύτικο, απατηλό, πλαστό, κίβδηλο, κάλπικο, δήθεν,τάχα, φτιαχτό, σικέ, κι άλλα που δε μού ‘ρχονται αυτή τη στιγμή;

(από τις συνειρμικές σκέψεις, καθώς προσπαθούσα να ταιριάξω λέξεις για να σας φτιάξω μια απόδοση στα Εληνικά της «ψεύτικης ιστορίας»  του Μπρασένς)

Μια ψεύτικη

ιστορία

Πάνω σε φόντο γαλανό,

κουκλόσπιτο εξοχικό,

είχε και κεραμοσκεπή

αυθεντικά συνθετική.

Δίπλα σε θάμνο πλαστικό

είχε πηγάδι ψεύτικο,

που τίποτα τ’ αληθινό

ποτέ δε θα ’βγαινε απ’ αυτό.

Να κι η σπιτονοικοκυρά,

στο περιβάλλον μια χαρά

που δένει -σαν σε κωμωδία,

σε μένα, να, έρχεται η κυρία.

Κι  εγώ κρατώ λίγα λουλούδια,

που τώρα μοιάζουν μαραμένα,

πλάι στου κήπου της τα άνθη

που ζωηρά είναι βαμμένα.

Το ψεύτικο γκαζόν περνώ,

στο σπίτι την ακολουθώ,

εδώ φωτιά έχει αναμμένη

που καίει δίχως να ζεσταίνει.

Να κι ο μπουφές –θεόρατος,

στιλ Φούφουτος ενδέκατος!

Να και βιβλία αραδιασμένα

με το κιλό αγορασμένα.

Σικέ χαλιά και πανοπλίες,

ψεύτικες  οι τοιχογραφίες,

φτιαχτή στο μάγουλο η ελιά

και για στολίδια: χαϊμαλιά…

Ψεύτικα νύχια και γκριμάτσες,

πιάνο που παίζει νότες φάλτσες,

με πλήκτρα γνήσια πλαστικά,

-με ελέφαντα σχέση καμιά!

Στων ψεύτικων κεριών το φως

σήκωσε τις δαντέλες της

και μου είπε ¨αν δεν κάνω λάθος,

είσαι το πρώτο μου το πάθος!¨

Δήθεν ντροπή και συστολή,

τάχατες έρωτα εμπλοκή,

νόθο, που ξέπεσε ως εδώ,

ουρί απ’ τον έβδομο ουρανό.

Το μόνο λίγο αληθινό

σ’ αυτή την ψεύτικη ιστορία,

είν’ πως για τούτη την κυρία

πραγματική είχα αδυναμία.

Κι ήταν αληθινή η σουβλιά

που ένοιωσα μέσα στην καρδιά

σαν πήγε να ερωτευτεί

μ’ αληθινό Ψευτο-Ποιητή.

Η Αφροδίτη είχε θελήσει

για μας να ψευδομαρτυρήσει

κι ο Έρως αντί να πάρει θέση,

είχε αρνηθεί να καταθέσει.

Παρά όλα αυτά, ομολογώ

-και δεν παραδοξολογώ-

ότι χρωστάω στην κυρία

μια ώρα γνήσια ευτυχία!

Σε ήχο:

1. Ο Μπρασένς αυτοπροσώπως

2. Σε τσίγκινο ήχο από τον Gobodobro.

3. Από την contreband-jazz-band 

4. Η ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα

Histoire de faussaire

Se découpant sur champ d’azur

La ferme était fausse bien sûr,

Et le chaume servant de toit

Synthétique comme il se doit.

Au bout d’une allée de faux buis,

On apercevait un faux puits

Du fond duquel la vérité

N’avait jamais dû remonter.

Et la maîtresse de céans

Dans un habit, ma foi, seyant

De fermière de comédie

A ma rencontre descendit,

Et mon petit bouquet, soudain,

Parut terne dans ce jardin

Près des massifs de fausses fleurs

Offrant les plus vives couleurs.

Ayant foulé le faux gazon,

Je la suivis dans la maison

Où brillait sans se consumer

Un genre de feu sans fumée.

Face au faux buffet Henri deux,

Alignés sur les rayons de

La bibliothèque en faux bois,

Faux bouquins achetés au poids.

Faux Aubusson, fausses armures,

Faux tableaux de maîtres au mur,

Fausses perles et faux bijoux

Faux grains de beauté sur les joues,

Faux ongles au bout des menottes,

Piano jouant des fausses notes

Avec des touches ne devant

Pas leur ivoire aux éléphants.

Aux lueurs des fausses chandelles

Enlevant ses fausses dentelles,

Elle a dit, mais ce n’était pas

Sûr, tu es mon premier faux pas.

Fausse vierge, fausse pudeur,

Fausse fièvre, simulateurs,

Ces anges artificiels

Venus d’un faux septième ciel.

La seule chose un peu sincère

Dans cette histoire de faussaire

Et contre laquelle il ne faut

Peut-être pas s’inscrire en faux,

C’est mon penchant pour elle et mon

Gros point du côté du poumon

Quand amoureuse elle tomba

D’un vrai marquis de Carabas.

En l’occurrence Cupidon

Se conduisit en faux-jeton,

En véritable faux témoin,

Et Vénus aussi, néanmoins

Ce serait sans doute mentir

Par omission de ne pas dire

Que je leur dois quand même une heure

Authentique de vrai bonheur.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Aνθός κρυμμένος (σε πετσί αγελάδας)

Posted by vnottas στο 19 Νοεμβρίου, 2011

Εδώ παρακάτω σας έχω ένα  ερωτικά αγανακτισμένο, τυραννιστικά σαγηνεμένο και σίγουρα  πολυτραγουδισμένο, δημιούργημα του Μπρασένς, με μουσική σε δύο εκδοχές:  η πρώτη απλή κι απελπισμένη (αλά Μπρασένς φυσικά), η δεύτερη απλή και στριφογυριστή. Στη πρώτη το ρεφρέν είναι μια φράση μόνο:

Με τραβολόγαγε από την καρδιά

…από της καρδιάς μου την άκρη

Στη δεύτερη η επωδός αποτελεί μια παρομοίωση που εμπεριέχει ανθό, αγελαδίτσα και, βέβαια, σούρσιμο/τραβολόγημα και εγώ, για να βγει παραστατικότερα η απόδοση, πρόσθεσα και μια σουσουράδα, παραμένοντας, ελπίζω, στο κλίμα.

Λουλουδάκι (κρυμμένο σε πετσί αγελάδας)

Ερωτευμένος δεν υπήρξε στη Γη

όσο εγώ, πιασμένος στην παγίδα,

μα μοναχός μου άνοιξα την πληγή

τα δυο της στήθη από κοντά σαν είδα

Ανθός κρυμμένος σε πετσί αγελάδας,

αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,

χάρη και νάζι πού ‘χει σουσουράδας

και πίσω της σε σέρνει ολοταχώς.

*

Η Φύση της χάρισε θέλγητρα χίλια

φωτιά σ’ ανάβουν μόλις την αγγίξεις

κι εγώ που με έτρωγε λιγάκι κι η ζήλια

διαρκώς ζητούσα αγάπης αποδείξεις.

Ανθός κρυμμένος μέσα σε αγελάδα,

αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,

που σου κουνιέται σα τη σουσουράδα

και πίσω της σε σέρνει, δυστυχώς!

Όχι πως είχε κουκούτσι μυαλό

πνεύμα δεν είχε, μοναχά καπρίτσια

μα, είπα, στον έρωτα δεν είναι λογικό

σοφίες να απαιτείς από τα κορίτσια.

Ανθός κρυμμένος σε πετσί αγελάδας,

αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,

χάρη και νάζι πού ‘χει σουσουράδας

και πίσω της σε σέρνει ολοταχώς.

*

Ως που μια μέρα άνοιξε τα φτερά,

μακριά μου εχάθη αφήνοντάς με μόνο

κι όλα τα βότανα και τα γιατρικά

δεν φτάνουν να μου γιάνουνε τον πόνο.

Πολύ την αγάπησα, αλλά τώρα πια

τη συγχωρώ, δεν της κρατώ κακία,

που έχει διαλύσει τη φτωχή μου καρδιά

κι άλλη αγάπη δε χωράει καμία.

Ανθός κρυμμένος μέσα σε αγελάδα,

αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,

που σου κουνιέται σα τη σουσουράδα

και πίσω της σε σέρνει, δυστυχώς!

Σε ήχο: O Brassens στην πρώτη εκδοχή:

*

Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι η Αγελαδίτσα

*

Εδώ η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας έφτιαξα

Η ¨αγελαδίτσα¨ (όμορφο λουλουδάκι) στα αραβικά:

*

…και στη γλώσσα των Κρεολών στης Καραϊβικής

*

Στη διάλεκτο των Λομβαρδών (Μιλανέζικα) από τον Νάννι Σβάμπα

*

…και στα ιταλικά από τον Σάλβο Λο Γκάλμπο

*

ή, αν προτιμάτε, στα ισπανικά:

*

ή από υπαίθρια χορωδία:

Une jolie fleur dans une peau de vache

Jamais sur terre il n’y eut d’amoureux

Plus aveugle que moi dans tous les âges
Mais faut dire que je m’était creuvé les yeux
En regardant de trop près son corsage.

Une jolie fleur dans une peau de vache

Une jolie vache déguisée en fleur

Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.

Le ciel l’avait pourvue des mille appas
Qui vous font prendre feu dès qu’on y touche
L’en avait tant que je ne savais pas
Ne savais plus où donner de la bouche.

Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.

Elle n’avait pas de tête, elle n’avait pas
L’esprit beaucoup plus grand qu’un dé à coudre
Mais pour l’amour on ne demande pas
Aux fille d’avoir inventé la poudre.

Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.

Puis un jour elle a pris la clef des champs
En me laissant à l’âme un mal funeste
Et toutes les herbes de la Saint-Jean
N’ont pas pu me guérir de cette peste.

Je lui en ai bien voulu mais à présent
J’ai plus de rancune et mon coeur lui pardonne
D’avoir mis mon coeur à feu et à sang
Pour qu’il ne puisse plus servir à personne.

Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 1 Comment »

Η διαθήκη

Posted by vnottas στο 16 Νοεμβρίου, 2011

Όταν ο Χάρος θα με καλέσει

ίσως σε κάποιους να μην αρέσει

τι στη διαθήκη μου έχω προβλέψει

να τους αφήσω για κληρονομιά.

Μη μου φωνάζετε, δε χρησιμεύει,

εγώ στην κόλαση θα είμαι πια!       

[Μη ξεφωνίζετε δε χρησιμεύει,

θα ‘μαι στην κόλαση για τα καλά!]

Λέω να αφήσω στους νταβατζήδες

ένα πτυχίο στην Οικονομία,

για να μπορέσουν αυτές οι ατσίδες,

τα ηνία αφού πάρουνε στην κοινωνία,

να λύσουν το πρόβλημα της κουραμάνας

απ’ το εισόδημα της κάθε πουτάνας

[Θέαμα κι άρτος εξασφαλισμένος.

κι ο γάιδαρός μας γερά δεμένος]

Μία  βεβαίωση ¨κοσμιοτάτη¨

θέλω να αφήσω στην Μελπομένη,

που την κοσμιότητα έχει γραμμένη

και με φαντασία ιερουργεί στο κρεβάτι.

Έτσι ένα σύζυγο θα βρει, τυχεράκια

-Τι ειν’ λίγο κέρατο μπροστά στα χαδάκια!

[Θα βρει έναν σύζυγο! Τον τυχεράκια!

Με λίγο κέρατο, πολλά χαδάκια!]

Αδελφέ Χάρε δώσε μου χρόνο

και τη διαθήκη όπου να ‘ναι τελειώνω…

Δώσε μου χρόνο να χαιρετήσω,

να ευχαριστήσω, να ευγνωμονήσω,

ένα προς ένα τον κάθε παρόντα,

και απ’ ευθείας και από σπόντα…

Εσύ νεκροθάφτη, για άκου με λίγο,

αν κι η δουλειά σου δεν πολυαρέσει

κι όταν σε βλέπουνε χτυπάνε ξύλο

κι όλοι σε λένε μεγάλο μπαμπέση,

εγώ λέω, αντίθετα, βρε κατεργάρη,

να σου απονείμω το Χρυσό Φτυάρι!

[Εγώ λέω, σίγουρα, βρε κατεργάρη

Φτυάρι Χρυσό, θα σου γουστάρει!]

Κι όσο γι αυτήν τη γριά καρακάξα,

που απ’ το κρεβάτι μου δεν το κουνάει,

προγνωστικά να της στείλω ζητάει

με το που θα φτάσω στην άλλη την όχθη…

Εγώ, μόλις φτάσω στα καταραμένα,

θα της τα στείλω, αλλά λαθεμένα…

[Στα μέρη άμα φτάσω τα κολασμένα,

όλα θα τα ‘χει, αλλά μπερδεμένα].

Όταν ο Χάρος θα απαιτήσει

να την αφήσω μονάχη στη ζήση

μόνο ένα δάκρυ, μονάχα ένα

πάνω στον τάφο μου θα ξοδευτεί

κι ένα χαμόγελο, μονάχα ένα,

στη θύμησή μου θα γεννηθεί.

Κι αν το κορμί μου ενωθεί με τη Φύση

κι  εκεί που ήταν, μια φορά, η καρδιά μου,

έξαφνα,  σπάνιο ρόδο ανθίσει,

σ’  αυτήν που μου ‘δωσε δάκρυα το δίνω:

Για κάθε έναν παλμό της καρδιάς της,

Δίνω ένα κόκκινο πέταλο αγάπης.

[Για έναν προς έναν παλμό της καρδιάς της,

Θα ‘χει ένα κόκκινο πέταλο αγάπης]

Σε σένα, αρχόντισσα, που γι όλους δεν ήσουν,

και να ‘σαι τώρα αναγκασμένη,

στης εκκλησιάς την γωνιά στριμωγμένη,

να πουλάς εικόνες στον κάθε διαβάτη…

σε σένα αφήνω αυτό το τραγούδι

που λέει για όνειρα που γίνανε στάχτη

Σε σένα που για να τα βγάλεις πέρα

Χριστούς και Αγίους πουλάς κάθε μέρα

Όταν ο Χάρος θα με καλέσει,

κανείς στην Πλάση δε θα προσέξει.

πως κάποιος πέθανε χωρίς να μιλήσει,

χωρίς να γνωρίσει τα αληθινά.

Πως κάποιος πέθανε χωρίς να ικετέψει

ούτε την λύπηση να αποζητά.

Της άλλης όχθης εσείς αδέλφια

μαζί αγαπάμε, μαζί τραγουδάμε,

παρέες φτιάχνουμε, φτιάχνουμε κέφια

και για τον πόλεμο μαζί ξεκινάμε…

Μα αυτή η σκέψη μη σας εγκαρδιώνει:

Όταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε μόνοι.

[Αυτή η σκέψη ας μη σας τονώνει,

σαν είν’ να φύγουμε, θα φύγουμε μόνοι.]

Προσαρμογή στα ελληνικά του τραγουδιού του Fabrizio de Andre «Il testamento». (Την αφιερώνω στους παλιούς μου συμφοιτητές)



Εδώ το τραγούδι από τον Fabrizio

…και η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας σκάρωσα (επαλήθευση ότι παρά τις παραπανίσιες συλλαβές ¨χωράει¨ στη μουσική)



Το κείμενο στα Ιταλικά

Quando la morte mi chiamerà
forse qualcuno protesterà
dopo aver letto nel testamento
quel che gli lascio in eredità
non maleditemi non serve a niente
tanto all’inferno ci sarò già

ai protettori delle battone
lascio un impiego da ragioniere
perché provetti nel loro mestiere
rendano edotta la popolazione

ad ogni fine di settimana
sopra la rendita di una puttana
ad ogni fine di settimana
sopra la rendita di una puttana

voglio lasciare a Bianca Maria
che se ne frega della decenza
un attestato di benemerenza
che al matrimonio le spiani la via

con tanti auguri per chi c’è caduto
di conservarsi felice e cornuto
con tanti auguri per chi c’è caduto
di conservarsi felice e cornuto

sorella morte lasciami il tempo
di terminare il mio testamento
lasciami il tempo di salutare
di riverire di ringraziare
tutti gli artefici del girotondo
intorno al letto di un moribondo

signor becchino mi ascolti un poco
il suo lavoro a tutti non piace
non lo consideran tanto un bel gioco
coprir di terra chi riposa in pace

ed è per questo che io mi onoro
nel consegnarle la vanga d’oro
ed è per questo che io mi onoro
nel consegnarle la vanga d’oro

per quella candida vecchia contessa
che non si muove più dal mio letto

per estirparmi l’insana promessa
di riservarle i miei numeri al lotto

non vedo l’ora di andar fra i dannati
per rivelarglieli tutti sbagliati
non vedo l’ora di andar fra i dannati
per rivelarglieli tutti sbagliati

quando la morte mi chiederà
di restituirle la libertà
forse una lacrima forse una sola
sulla mia tomba si spenderà
forse un sorriso forse uno solo
dal mio ricordo germoglierà

se dalla carne mia già corrosa
dove il mio cuore ha battuto un tempo
dovesse nascere un giorno una rosa
la do alla donna che mi offrì il suo pianto

per ogni palpito del suo cuore
le rendo un petalo rosso d’amore
per ogni palpito del suo cuore
le rendo un petalo rosso d’amore

a te che fosti la più contesa
la cortigiana che non si dà a tutti
ed ora all’angolo di quella chiesa
offri le immagini ai belli ed ai brutti

lascio le note di questa canzone
canto il dolore della tua illusione
a te che sei costretta per tirare avanti
costretta a vendere Cristo e i santi

quando la morte mi chiamerà
nessuno al mondo si accorgerà
che un uomo è morto senza parlare
senza sapere la verità
che un uomo è morto senza pregare
fuggendo il peso della pietà

cari fratelli dell’altra sponda
cantammo in coro già sulla terra
amammo tutti l’identica donna
partimmo in mille per la stessa guerra
questo ricordo non vi consoli
quando si muore si muore si muore soli
questo ricordo non vi consoli
quando si muore si muore soli.

…και κάτι δικό μας

Οι ¨νεκροθάπται» του Μποστ, με μουσική Γ. Μαρκόπουλου, τραγουδάει ο Γ. Ζωγράφος

Εις το φέρετρο θα έμπω

και στο μνήμα της θα μπω

να με θάψουν νεκροθάφται

με αυτήν

με αυτήν που αγαπώ

Η κακούργος κοινωνία

που μας χώρισε σκληρά

να χαρεί και ν’ απολαύσει

δυο πτω-

δυο πτώματα νεκρά

Φέρτε κόλυβα, λαμπάδες

και να έρθεις να με βρεις

να με κλάψεις ξαπλωμένον

παραπλεύρως της νεκρής

να με κλάψεις ξαπλωμένον

παραπλεύρως της νεκρής

Ετοιμάσατε πλερέζες

βάλτε μαύρον ρουχισμόν

ήρθαν σκοτειναί δυνάμεις

και διακό-

και διακόψαν τον δεσμόν

Μαύρα, φίλοι μου, να βάλτε

τρέξατε να βρείτε ψάλται

ευρίσκομαι νεκρός

πεθαμένος και νεκρός

ευρίσκομαι νεκρός

πεθαμένος και νεκρός

Ψάλται και κανδηλανάφται

το κορμί μου αναπαύτε

κλαύσατε πικρώς

κλαύσατε πικρώς

κλαύσατε πικρώς

κλαύσατε πικρώς

Posted in ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν

Posted by vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2011


Θα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι εγώ προσωπικά τις κυρίες αυτές δεν τις γνωρίζω. Ούτε εκείνες της εποχής του Μπρελ, ούτε τις μεταγενέστερες. Κι έτσι, όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι, τις φαντάστηκα κάτι σαν αγκαζαρισμένες ηπειρώτισσες να χορεύουν γύρω γύρω την ¨καραγκούνα¨. Προφανώς τα πράγματα (οι εν λόγω κυρίες) είναι κάπως αλλιώς, αλλά εγώ μία φορά όλη κι όλη έχω πάει στις Βρυξέλλες και σας διαβεβαιώνω ότι ουδεμία μου προέκυψε επαφή με Φλαμανδή χορεύτρια (ούτε με Βαλλώνα –για να τα λέμε όλα).

Ξέρω πάντως ότι ο Ζακ Μπρέλ ήταν, από τη μεριά του πατέρα του, φλαμανδικής καταγωγής και, όσο να ‘ναι, κάτι θα ήξερε σχετικά. Μεταφέρω εδώ την (λιγο πολύ χιουμοριστική) εκδοχή για τις βορειοβελγίδες συμπατριώτισσές του,  έτσι, για να γνωριζόμαστε λίγο καλύτερα μεταξύ ευρωπαίων (και το αυτοσαρκαστικό χιούμορ είναι καλός οδηγός για κάτι τετοιο).

Προσθέτω ότι,  μια που όλοι έχουμε μπλέξει σε μια συλλογική περιπέτεια, (ευρωπαϊκοί λαοί εναντίον καταβροχθιστικών τεράτων με ταμεία γαμψά) καλό θα είναι να γνωριστούμε καλύτερα γιατί μόνο συντονισμένα θα μπορέσουμε ίσως να τη βγάλουμε καθαρή…

… έχουμε λοιπόν σε ήχο


1. Τον ίδιο τον Ζακ Μπρελ

.

2. Την Μπαρμπαρά

.

3. Piêro, les flamandes

.

4. Την απόδοση στα ελληνικά που σας ετοίμασα

Και σε κείμενο

1. Την απόδοση (αφιερωμένη στους φίλους που με διαβάζουν στις Κάτω Χώρες)

2.Τους στίχους στα γαλλικά  

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν

Μιλιά, τις μετρημένες Κυριακές

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν

Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σιωπηλές

Χορεύουν γιατί είναι είκοσι χρονών

Κι οι εικοσάρες πρέπει να λογοδοθούν

Για να μπορέσουνε μετά να παντρευτούν

Και μάνες να γινούν γερών παιδιών

Αυτός, τους είπαν οι γονιοί, είναι ο σκοπός

Τόπε κι ο ηγούμενος και το ‘πε αυστηρά

Το ‘πε ο παπάς, και των παπάδων ο αρχηγός

Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα – οι  Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν

Δεν έχει πάθος στον χορό της Κυριακής

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν

Οι Φλαμανδές προκύπτουν αξιοπρεπείς

Χορεύουν γιατί είναι στα τριάντα πια

Πως  όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει

Το ζυθοβότανο,  το στάρι, τα παιδιά

Όλα σε τάξη, αν ο Θεός το επιτρέπει

οι Φλαμανδές ειν’  των γονιών τους το καμάρι

Kαι του Ηγούμενου που ψέλνει δυνατά

Kαι του παπά που του Θεού δίνει τη χάρη

Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα – οι  Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν χαμογελούν

Χωρίς χαμόγελα ο χορός τις Κυριακές

Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν γελούν

Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σοβαρές

Χορεύουν γιατί πιάσαν τα εβδομήντα χρόνια

Πως  όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει

Το ζυθοβότανο,  το στάρι, τα εγγόνια

Όλα σε τάξη, ο Θεός αν το επιτρέπει

Σαν τις μανάδες τους τα μαύρα εφορέσαν

Σαν τον ηγούμενο που αναμασάει ρητά

Σαν τον παπά, που τα κηρύγματα τ’ αρέσαν

Κληροδοτούν, γι αυτό χορεύουν στη σειρά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα – οι  Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες

Χωρίς χαλάρωμα ο χορός τις Κυριακές

Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες

Δεν χαλαρώνουνε ποτέ οι Φλαμανδές

Χορεύουν γιατί φτάσαν στα εκατό

Και στα εκατό σωστό να δείξουν κρίνουν

Πως  έχουνε καλό ποδαρικό

Στάρι και ζυθοβότανο άφθονα  θα  απομείνουν

Κι αυτές θα πάνε τους γονιούς ν’ αναζητήσουν

Και τον παπά που κείται εκεί κοντά

Και τον ηγούμενο εκεί θα  συναντήσουν

Γι αυτό χορεύουνε… για τελευταία φορά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα – οι  Φλαμανδές

Les Flamandes :

Les Flamandes dansent sans rien dire

Sans rien dire aux dimanches sonnants

Les Flamandes dansent sans rien dire

Les Flamandes ça n’est pas causant

Si elles dansent c’est parce qu’elles ont vingt ans

Et qu’à vingt ans il faut se fiancer

Se fiancer pour pouvoir se marier

Et se marier pour avoir des enfants

C’est ce que leur ont dit leurs parents

Le bedeau et même Son Eminence

L’Archiprêtre qui prêche au couvent

Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent

Les Flamandes

Les Flamandes

Les Fla – Les Fla – Les Flamandes

Les Flamandes dansent sans frémir

Sans frémir aux dimanches sonnants

Les Flamandes dansent sans frémir

Les Flamandes ça n’est pas frémissant

Si elles dansent c’est parce qu’elles ont trente ans

Et qu’à trente ans il est bon de montrer

Que tout va bien que poussent les enfants

Et le houblon et le blé dans le pré

Elles font la fierté de leurs parents

Et du bedeau et de Son Eminence

L’Archiprêtre qui prêche au couvent

Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent

Les Flamandes

Les Flamandes

Les Fla – Les Fla – Les Flamandes

Les Flamandes dansent sans sourire

Sans sourire aux dimanches sonnants

Les Flamandes dansent sans sourire

Les Flamandes ça n’est pas souriant

Si elles dansent c’est qu’elles ont septante ans

Qu’à septante ans il est bon de montrer

Que tout va bien que poussent les petits-enfants

Et le houblon et le blé dans le pré

Toutes vêtues de noir comme leurs parents

Comme le bedeau et comme Son Eminence

L’Archiprêtre qui radote au couvent

Elles héritent et c’est pour ça qu’elles dansent

Les Flamandes

Les Flamandes

Les Fla – Les Fla – Les Flamandes

Les Flamandes dansent sans mollir

Sans mollir aux dimanches sonnants

Les Flamandes dansent sans mollir

Les Flamandes ça n’est pas mollissant

Si elles dansent c’est parce qu’elles ont cent ans

Et qu’à cent ans il est bon de montrer

Que tout va bien qu’on a toujours bon pied

Et bon houblon et bon blé dans le pré

Elles s’en vont retrouver leurs parents

Et le bedeau et même Son Eminence

L’Archiprêtre qui repose au couvent

Et c’est pour ça qu’une dernière fois elles dansent

Les Flamandes

Les Flamandes

Les Fla – Les Fla -Les Flamandes

Posted in Μπρελ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Τέτοια μέρα, από τότε, πάντα ψυχοπλακώνω τη φτωχή μου καρδιά

Posted by vnottas στο 28 Σεπτεμβρίου, 2011

Έτυχε να βρω αυτό το ρομαντικό (λίγο ειρωνικό, λίγο σπαραξικάρδιο) τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς  πριν από την ισημερία και είπα να σας το προσφέρω ¨επί τη ευκαιρία¨, στις 22 του Σεπτέμβρη ανήμερα, καθώς θα έμπαινε μετεωρολογικά  το Φθινόπωρο.

Όμως στις 22 ήμουν σε οργισμένες ακεφιές, όχι μόνο για τα όσα συμβαίνουνε γύρω μας (ακόμη ένα πακέτο ¨μέτρων¨, ακόμη μια παραβίαση των κανόνων συμβίωσης και της κοινής λογικής), αλλά πιο πολύ για το πως μας τα διοχετεύουν  οι παπαγάλοι των Μέσων (αντιφατικά, υποβολιμαία, με ασάφειες, με υπαινιγμούς, με πατερναλισμό, με μητερναλισμό(*), με υστεροβουλία, με μεροληψία, με μεμψιμοιρία, με άφθονη κακογουστιά, κακομοιριά και μιζέρια).

Τώρα, όσοι από εσάς παρακολουθείτε το Ιστολογοφόρο, (και ιδιαίτερα τις ¨σελίδες¨ αριστερά) ξέρετε την άποψή μου: Τα περισσότερα από τα δεινά που μας μαστίζουν οφείλονται στην έξαρση της ανισορροπίας ανάμεσα στις βασικές ¨εξουσίες¨:   την πολιτική, την επικοινωνιακή και την οικονομική. Συγκεκριμένα, η οικονομική εξουσία κατάφερε να οικειοποιηθεί  την επικοινωνιακή (ιδιοποιούμενη τα ΜΜΕ και εκμισθώνοντας/δημιουργώντας  ¨μεταμοντέρνους¨ επικοινωνητές) και να εξαγοράσει σημαντικό τμήμα των φορέων της πολιτικής εξουσίας.

Βέβαια,  θα μου πείτε ότι εάν έχουν έτσι τα πράγματα, πρέπει κανείς να είναι έτοιμος για τα χειρότερα και να μη πτοείται  από τα εκάστοτε ¨πακέτα¨ και τις συνημμένες απειλές και τρομοκρατίες. Έχετε, ως συνήθως, δίκιο. Η ακεφιά και η κατάθλιψη είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι, οι χειρότεροι σύντροφοι.

Γι αυτό σταματάω την γκρίνια και επιστρέφω, όσο ακόμα αυτό είναι εφικτό, στα απλά πράγματα της ζωής (που ξορκισμένα από το απαράμιλλο ραβδί της τέχνης μπορούν να γίνουν ως και λοστοί έξαρσης, ως και συνοδοί αγώνα).

Ας πούμε, για παράδειγμα, στο (παλιό) τραγούδι του ερωτευμένου που, στις 22 του Σεπτέμβρη, ανήμερα, προσπαθεί να αναρρώσει από τις χαρακιές μιας εγκατάλειψης.(**)

………………

(*) Υβριδική/¨εκσυγχρονισμένη¨ εκδοχή του κλασικού πατερναλισμού με ¨θηλυκό¨ πρόσημο, ιδιαίτερα του συρμού τελευταία.

(**)Για να σας τα πω όλα, έπεσα πάνω στο τραγούδι ¨22 του Σεπτέμβρη¨ καθώς μανουβράριζα τον Γκούγκλη ψάχνοντας υλικό για τις ¨3 του Σεπτέμβρη¨. Εκείνο που προσπαθούσα να βρω ήταν στοιχεία και τεκμήρια για το πώς σε εγκαταλείπει/προδίδει  ξαφνικά, όχι ένας έρωτας, αλλά ένας ριζοσπαστικός συμβολισμός, ένα κοινωνικοπολιτικό όραμα…

……………..

Σημείωση 1. Στο τραγούδι αυτό, όπως συνηθίζεται στη γαλλική γλώσσα, ο ερωτευμένος απευθύνεται και ¨τα σέρνει¨ στην καλή του σε άπταιστο πληθυντικό αριθμό. Στην απόδοση διατήρησα αυτόν τον γλωσσικό τύπο, αλλά θα ήθελα να κάνω ορισμένες διευκρινίσεις:

Προσωπικά συμφωνώ με εκείνους που υποστηρίζουν πως η χρήση του πληθυντικού, όταν κανείς απευθύνεται σε ένα πρόσωπο, είναι έξω από το πνεύμα της ελληνικής γλώσσας, που στην ιστορική της διάσταση υπήρξε πολύ δημοκρατικότερος τρόπος έκφρασης. Ωστόσο, μετά την εισαγωγή του πληθυντικού (ευγενείας;) στα νέα ελληνικά, δημιουργήθηκαν τουλάχιστον δύο εκδοχές: μιλάς (ή σου μιλούν) σαν να απευθύνεσαι σε πολλαπλούς, για να επιβεβαιώσεις κοινωνική (οικονομική, μορφωτική) απόσταση, ή πάλι, χρησιμοποιείς αυτόν τον τύπο ομιλίας για να υποδηλώσεις καλή διάθεση και αποδοχή κάποιων τύπων συμβίωσης. Ο ενικός αντίστοιχα μπορεί, με  πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις, να υποδηλώνει από παθολογική αυταρχικότητα ως τρυφερή οικειότητα. (μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ κάποια από τα ιλαροτραγικά που μου συνέβησαν όταν, ύστερα από πολύχρονη συνεχή διαμονή στο εξωτερικό, επέστρεψα στην Ελλάδα, με το γλωσσικό μου κριτήριο αναπόφευκτα αλλοιωμένο).

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, γεγονός είναι ότι στην ελληνική γλώσσα δεν χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό αριθμό για να τα ψάλουμε στην ¨σκορδόπιστη¨ που μας εγκατέλειψε. Εδώ όμως διατήρησα αυτόν τον τύπο, γιατί μου φάνηκε ότι ενισχύει την ποιητική ατμόσφαιρα του μονόλογου. Και εδώ που τα λέμε δίνει στο ρομαντισμό του κειμένου μια εξωτική νότα, απ’ αυτές που, καμιά φορά, προσδίδουν  πρόσθετη γοητεία στην καλλιτεχνική παραγωγή της Μέσης Δύσης.

Σημείωση 2. Όπως θα δείτε στο γαλλικό κείμενο ο Μπρασένς αναφέρεται στον Πρεβέρ και τα σαλιγκάρια του. Επειδή αυτά τα τελευταία δε χώρεσαν στην απόδοση, σας υπενθυμίζω ότι σας τα έχω ήδη παρουσιάσει αυτονόμως σε προηγούμενη ανάρτηση.

Και τώρα οι ήχοι:

1. Το τραγούδι από τον δημιουργό

Στα Ιταλικά (Salvo lo Galbo)
Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη σαν με αφήσατε μόνο.

Τέτοια μέρα από τότε πάντα ψυχοπλακώνω

τη φτωχή μου καρδιά, καθώς σκέφτομαι εσάς.

Όμως λέω, αρκετά, από σήμερα αλλάζω.

Όχι δάκρυα πια, κι απ’ το νου μου σας βγάζω.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς!

Δε θα τριγυρνά πια στου φθινοπώρου τα φύλλα

αερικό που μου μοιάζει, στη ψυχή του η μαυρίλα

κάθε φύλου νεκρού, και με εσάς στην καρδιά…

Κι ο Πρεβέρ, ο ποιητής του φθινοπώρου των φύλλων,

ας με βγάλει απ’ τη λίστα των οπαδών και των φίλων

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Κάθε φορά, ως τα χτες, που άνοιγα τα φτερά μου,

χελιδόνι κι εγώ, χελιδόνια σιμά μου,

γκρεμιζόμουν ξανά, σαν σκεπτόμουν εσάς…

Του Ικάρου οι μανίες πια στο διάβολο πήγαν,

δε θα ‘ρθει η χειμωνιά, τα χελιδόνια κι ας φύγαν…

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς

Στο μπαλκόνι για Σας μία γλάστρα έχω βάλει

Που με δάκρυα ποτίζω, κι ως τα τώρα χαλάλι.

Τα’ άνθη πού ‘χανε πάρει, από σας ευωδιά

Θα τα δώσω, αν περάσει, κανένας μακαρίτης

Εγώ παύω να κλαίω, παύω να ‘μαι ισοβίτης

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Τώρα πια απ’ την καρδιά μου ό, τι λίγο έχει μείνει,

δεν περνάει της ισημερίας τη δίνη,

τυλιγμένο σε φλόγα, αναμμένη από Σας.

Η μεγάλη φωτιά, πάει πια, έχει σβήσει…

Κανά κάστανο μόνο ίσως φτάνει να ψήσει.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, μέρα της λησμονιάς

….

…Και τι θλίψη χωρίς νοσταλγία για σας!

LE VINGT-DEUX SEPTEMBRE (Georges Brassens, 1964).

Un vingt-et-deux septembre au diable vous partîtes,
Et, depuis, chaque année, à la date susdite,
Je mouillais mon mouchoir en souvenir de vous…
Or, nous y revoilà, mais je reste de pierre,
Plus une seule larme à me mettre aux paupières:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

On ne reverra plus, au temps des feuilles mortes,
Cette âme en peine qui me ressemble et qui porte
Le deuil de chaque feuille en souvenir de vous…
Que le brave Prévert et ses escargots veuillent
Bien se passer de moi pour enterrer les feuilles:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Jadis, ouvrant mes bras comme une paire d’ailes,
Je montais jusqu’au ciel pour suivre l’hirondelle
Et me rompais les os en souvenir de vous…
Le complexe d’Icare à présent m’abandonne,
L’hirondelle en partant ne fera plus l’automne:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Pieusement noué d’un bout de vos dentelles,
J’avais, sur ma fenêtre, un bouquet d’immortelles
Que j’arrosais de pleurs en souvenir de vous…
Je m’en vais les offrir au premier mort qui passe,
Les regrets éternels à présent me dépassent:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Désormais, le petit bout de coeur qui me reste
Ne traversera plus l’équinoxe funeste
En battant la breloque en souvenir de vous…
Il a craché sa flamme et ses cendres s’éteignent,
A peine y pourrait-on rôtir quatre châtaignes:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

……

Et c’est triste de n’être plus triste sans vous.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Είμαι σνομπ… (φτου μου!)

Posted by vnottas στο 17 Σεπτεμβρίου, 2011

Υπάρχουν οι πτωχοί τω πνεύματι.
Ή για να είμαστε ακριβέστεροι οι πτωχότεροι τω πνεύματι από σένα.
Έχουν τρόπους σκέψης και συμπεριφορές που δεν καταλαβαίνεις και σου φαίνονται παράλογες. Δεν πρέπει ωστόσο να τους χλευάζεις. Οι καιροί είναι απρόβλεπτοι και κανείς δε ξέρει αν τελικά, σε μια στροφή της ιστορίας, δικαιωθούν. Άσε που απ’ ό,τι λέγεται τους ανήκει η βασιλεία των Ουρανών.
Υπάρχουν οι πτωχοί τοις χρήμασι
Ή για να είμαστε ακριβέστεροι οι πτωχότεροι τοις χρήμασι από σένα.
Δεν έχει κανένα νόημα να τους χλευάσεις. Είναι κατάφορα άδικο. Στο τρέχον κοινωνικό σύστημα οι πτωχότεροι αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για να είσαι εσύ λιγότερο πτωχός. Άσε που αύριο μπορεί να είσαι και εσύ κατοχυρωμένα νεόπτωχος που είναι και της μόδας!
Θέλεις οπωσδήποτε να χλευάσεις κάποιον; Δε μπορείς να κάνεις αλλιώς; Σε βαραίνει η αριστοφάνεια κληρονομιά και δε ξέρεις που να την βάλεις;
Υπάρχει μια κατηγορία, που όπως και να το κάνουμε τα θέλει ο ευεπίφορός της: Οι σνομπ (sine nobilitatis).
Αυτά (που θα μπορούσαν και να συντμηθούν ως: ¨σνομπάρετε τους σνομπ, τους κάνει καλό¨) εν είδει εισαγωγής για ένα τραγουδάκι του Μπορίς Βιάν (ναι, εκείνου του ¨Αφρού των ημερών¨, ο οποίος εκτός από συγγραφέας στη σύντομη ζωή του υπήρξε και συνθέτης, ηθοποιός, τραγουδιστής, εφευρέτης και άλλα). Το τραγούδι J’suis snob είναι της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, αλλά μια που ο σνομπισμός είναι διαχρονικό φαινόμενο, αποπειράθηκα να το προσαρμόσω στα ελληνικά και, λιγάκι, στα τρέχοντα. Άλλωστε θα παρατηρήσατε ενδεχομένως ότι έως λίγο πριν από την Κρίση είχαμε πήξει στους sine nobilitatis που, μεταξύ άλλων, νόμιζαν και διακήρυτταν – άνευ αιδούς – ότι ¨σνόμπ, είναι καλό¨!


Πρώτα η μουσική:
Από τον Μπορίς Βιάν αυτοπροσώπως…
Από ένα συγκρότημα (που υποψιάζομαι ότι το πιστεύει…)
Ακολουθεί η προσαρμογή στα ελληνικά
Και ακόμη μία εκτέλεση (από όπου δανείστηκα τη μουσικούλα της ανάγνωσης)

Και τα κείμενα…

(J. Walter – B. Vian) Είμαι σνομπ…
Είμαι σνομπ… βέρι σνομπ
Το μόνο χάντικαπ π’ ομολογώ
Κι η καλογερική… βαριά!
Και απαιτεί μήνες δουλειά
μα όταν βγαίνω στο σεργιάνι
Κανένας ας μη με βασκάνει [φτου μου!]
Είμαι σνομπ… φακ σνομπ
Κι οι κολλητοί μου το αυτό / Σνομπ!!! είναι καλό!

Κομμένα τα νεύρα / το παπούτσι ζέβρα
Σινιέ το βρακί / κι η γραβάτα απαράβατα ιταλική
Δακτυλιδάκι / στο μικρό δακτυλάκι
Αλλά μόνο στο πόδι / είναι απ’ τα δικαιώματα τα θεμελιώδη
Να πονάς στο συκώτι / σαν τον κάθε επαρχιώτη
Δεν είναι στη μόδα / προτιμώ έλκος, μα πήρα ρεζέρβα έναν δότη
Οι πρασινοφρουρές / είναι πια ανιαρές
Για αυτό από προχτές / δίνω δίκιο μονάχα στις διεθνείς αγορές

Είμαι σνομπ, τγε σνομπ
Με λεν’ Βάγγο, με φωνάζουνε Μπομπ
Nα ιππεύσω πάω στην Κηφισιά

Εκεί μ’ αρέσει ως κι η κοπριά

Οι φίλοι μου είναι όλοι από τζάκια
Με αίμα μπλε ως τα μπατζάκια
Είμαι σνομπ, γαμάτος σνομπ
Και για αγάπη oμιλώ / Γυμνός στο φωταγωγό!

Σνομπ – πάρτι στο σπίτι / Κάνω κάθε Τρίτη
Καφέ μόνο μόκα,/ μα διαθέτουμε κόκα και κόλα και ρόκα
Το καμαμπεράκι / με το κουταλάκι
Έχει και χαβιάρι / κανείς δεν θα μπορέσει να μας το πάρει
Το διαμέρισμα μου / τ’ αριστούργημα μου
Μονάχα στο χολ / έχω κρεμάσει πέντε έξι Γουορχόλ
Είχα και μια τι βι / μ’ ενοχλούσε πολύ
Της έδωσα μια / και τώρα κοιτάει απ’ την άλλη μεριά

Είμαι σνομπ, καρά-σνομπ
Με εξουθενώνει το χούι αυτό
Στης Ρολς ταξιδεύω την ένδοξη ράχη
Τον Αύγουστο θάλασσα παν μόνον οι βλάχοι
Και είναι κάτι τέτοια μικρά
Που στον Σνομπ κάνουν την διαφορά
Είμαι σνομπ, πιο πολύ κι από πριν…
Και σαν θα ‘μαι νεκρός, το ντεκόρ, / Απαιτώ να ‘ναι Ντιορρρ!

J’suis snob (J. Walter – B. Vian)
J’suis snob… J’suis snob
C’est vraiment l’seul défaut que j’gobe
Ça demande des mois d’turbin
C’est une vie de galérien
Mais lorsque je sors à son bras
Je suis fier du résultat
J’suis snob… Foutrement snob
Tous mes amis le sont
On est snobs et c’est bon

Chemises d’organdi, chaussures de zébu
Cravate d’Italie et méchant complet vermoulu
Un rubis au doigt… de pied, pas çui-là
Les ongles tout noirs et un tres joli p’tit mouchoir
J’vais au cinéma voir des films suédois
Et j’entre au bistro pour boire du whisky à gogo
J’ai pas mal au foie, personne fait plus ça
J’ai un ulcère, c’est moins banal et plus cher

J’suis snob… J’suis snob
J’m’appelle Patrick, mais on dit Bob
Je fais du ch’val tous les matins
Car j’ador’ l’odeur du crottin
Je ne fréquente que des baronnes
Aux noms comme des trombones
J’suis snob… Excessivement snob
Et quand j’parle d’amour
C’est tout nu dans la cour

On se réunit avec les amis
Tous les vendredis, pour faire des snobisme-parties
Il y a du coca, on deteste ça
Et du camembert qu’on mange à la petite cuiller
Mon appartement est vraiment charmant
J’me chauffe au diamant, on n’peut rien rêver d’plus fumant
J’avais la télé, mais ça m’ennuyait
Je l’ai r’tournée… d’l’aut’ côté c’est passionnant

J’suis snob… J’suis snob
J’suis ravagé par ce microbe
J’ai des accidents en Jaguar
Je passe le mois d’août au plumard
C’est dans les p’tits détails comme ça
Que l’on est snob ou pas
J’suis snob… Encor plus snob que tout à l’heure
Et quand je serai mort
J’veux un suaire de chez Dior!

Posted in Μπορίς Βιάν στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Είμαι μάγκας και μπερμπάντης

Posted by vnottas στο 13 Σεπτεμβρίου, 2011

Είμαστε ακόμη στον αστερισμό Μπρασένς και σήμερα το μενού περιλαμβάνει τραγουδάκι βουκολικό. Πρωταγωνιστούν: ο ποιητής, η χωριατοπούλα και ο Έρωτας. Την χωριατοπούλα την λένε Μαργκώ, (όνομα που μου θυμίζει την πιο αγαπημένη από τις γιαγιάδες μου, την Μαριγώ, που είχε γεννηθεί στην ορεινή Αρκαδία. Άσχετο).
Το τραγούδι το λένε Je suis un voyou (είμαι ένας κατεργάρης, μάγκας, αγύρτης, μόρτης). Εδώ ο ποιητής, για να περιγράψει την αμοιβαία έλξη του λαϊκού με το αγροτικό, μπαίνει στα ρούχα ενός ερωτευμένου, άρα συμπαθούς, κατεργάρη που γοητεύεται από μια όμορφη ¨Θεά με τσόκαρα ¨.
Ακολουθούν μουσικές και στίχοι.
Πρώτα ο Brassens
Στα ιταλικά
Στα ρώσικα
Ο Μπρασένς ποτέ δεν πεθαίνει (Brassens not dead)

Προσαρμογή στα ελληνικά με δημοτικό χαλί 

Προσαρμογή στα ελληνικά με λαϊκό χαλί
 

Οι στίχοι του Μπρασένς
Ci-gît au fond de mon coeur une histoire ancienne,
Un fantôme, un souvenir d’une que j’aimais…
Le temps, à grands coups de faux, peut faire des siennes,
Mon bel amour dure encore, et c’est à jamais…

J’ai perdu la tramontane
En trouvant Margot,
Princesse vêtue de laine,
Déesse en sabots…
Si les fleurs, le long des routes,
Se mettaient à marcher,
C’est à la Margot, sans doute,
Qu’elles feraient songer…
Je lui ai dit: «De la Madone,
Tu es le portrait!»
Le Bon Dieu me le pardonne,
C’était un peu vrai…
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.

La mignonne allait aux vêpres
Se mettre à genoux,
Alors j’ai mordu ses lèvres
Pour savoir leur goût…
Elle m’a dit, d’un ton sévère:
«Qu’est-ce que tu fais là?»
Mais elle m’a laissé faire,
Les filles, c’est comme ça…
Je lui ai dit: «Par la Madone,
Reste auprès de moi!»
Le Bon Dieu me le pardonne,
Mais chacun pour soi…
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.

C’était une fille sage,
A «bouche, que veux-tu?»
J’ai croqué dans son corsage
Les fruits défendus…
Elle m’a dit d’un ton sévère:
«Qu’est-ce que tu fais là?»
Mais elle m’a laissé faire,
Les filles, c’est comme ça…
Puis, j’ai déchiré sa robe,
Sans l’avoir voulu…
Le Bon Dieu me le pardonne,
Je n’y tenais plus!
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.

J’ai perdu la tramontane
En perdant Margot,
Qui épousa, contre son âme,
Un triste bigot…
Elle doit avoir à l’heure,
A l’heure qu’il est,
Deux ou trois marmots qui pleurent
Pour avoir leur lait…
Et, moi, j’ai tété leur mère
Longtemps avant eux…
Le Bon Dieu me le pardonne,
J’étais amoureux!
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.

Η απόδοση που σας έφτιαξα

Μάγκας και Μπερμπάντης

Κάπου μέσα μου βαθιά, ιστορίες παλιές
Μια σκιά, μια οπτασία / μια π’ αγάπησα
Κι αν η μοίρα κι ο καιρός, / κάνουν ζαβολιές
Στην ψυχή μου πάντα μέσα / την εκράτησα

Έχω χάσει τα μυαλά μου / βρήκα τη Μαριγώ
Γήινη πριγκίπισσά μου / Θεά από χωριό
Τα λουλούδια δρόμο αν παίρναν / και τριγύριζαν
Τη Μαριγώ μου δίχως άλλο / θα μου θύμιζαν
¨Σαν της Παναγιάς¨ της είπα, / ¨είσαι εικόνισμα¨
Κι ήτανε και λίγο αλήθεια / Βόηθα Παναγιά
Κι άμα δε με βοηθάς / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι μάγκας και μπερμπάντης / και ήδη σου χρωστώ

Η μικρή στην εκκλησία / πήγαινε συχνά
Την εδάγκωσα στα χείλη / δοκιμαστικά
¨Μα τι κάνεις εκεί πέρα;¨ / μου ’πε αυστηρά
Μα δε μού ’κοψε την φόρα / ξέρω κι από αυτά.
¨Μα την Παναγιά¨ της είπα / ¨μείνε πλάι μου¨
Ο Θεός να με σ’ χωρέσει / μα χαλάλι μου!
Κι άμα δε με συγχωρήσει / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι μόρτης και αλάνης / και ήδη του χρωστώ

Ήταν μια σοφή κοπέλα: / ¨Πες μου εσύ τι θες;¨
¨Τα απαγορευμένα μήλα! / στου μπούστου τις πτυχές¨
¨Μα τι κάνες εκεί πέρα;¨ / μου είπε αυστηρά
Δεν με έπιασε η φοβέρα / ξέρω κι απ’ αυτά.
Μα της έσκισα τη φούστα / βόηθα Παναγια!
Δεν ειν’ πού ’χω τέτοια γούστα / δεν κρατιόμουν πια!
Μα κι αν δε με βοηθάς / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι παλιοχαρακτήρας / και ήδη σου χρωστώ

Έχω χάσει τα μυαλά μου / Πάει η Μαριγώ!
Την παντρέψαν την κυρά μου /με ένα απ’ το χωριό
Τώρα πρέπει να ’χει κάνει / καναδυό παιδιά
που το γάλα της ζητάνε / απαιτητικά!
Εγώ βύζαξα από τούτα / πολύ πιο μπροστά
Ας σ’γχωρέσουνε κι εμένα / και τον Έρωτα
Κι άμα δε με συγχωρούν / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι μόρτης, κατεργάρης / κι ήδη τους χρωστώ

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 3 Σχόλια »

Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία

Posted by vnottas στο 11 Σεπτεμβρίου, 2011

Jacques Prévert  Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία

Στην κηδεία ενός φύλλου νεκρού /  πάνε δύο σαλιγκάρια

Τα καβούκια έχουν μαβιά  /  και πλερέζες στα κεφάλια

Ξεκινήσαν μια βραδιά  /  φθινοπωρινή, γλυκιά

Μα, αλίμονο, σαν φτάνουν  / η άνοιξη έχει φτάσει πια

Τα φύλλα που ήταν πεθαμένα / έχουν όλα αναστηθεί

Και τα δύο σαλιγκάρια / είναι δυσαρεστημένα

Μα ιδού προβάλλει ο Ήλιος / μες της άνοιξης τα μύρα

Και τους λέει στο αυτί: / Για καθίστε βρε παιδιά

Πάρτε ένα ποτήρι μπύρα /  μια ιδέα είναι κι αυτή!

Κι αν το λέει η καρδιά σας / πάρτε το λεωφορείο

Ξεκινά για το Παρίσι /  είναι ωραίο το τοπίο

Και θα δείτε όλη τη χώρα / μα αφήστε εδώ τη θλίψη!

Σας το εγγυώμαι εγώ / πως η θλίψη ασχημίζει,

πως το μάτι σας μαυρίζει

κι ιστορίες για νεκρούς / θλίψη φέρνει σαν ακούς.

Γι αυτό της ζωής το  χρώμα

Βάλτε πάλι στα καβούκια…

Τότε ζώα και φυτά / γεροδέντρα και μπουμπούκια

Άρχισαν να τραγουδάνε

κι οι φωνές τους, δυνατές, / πήρανε να ξεφουρνίζουν

Νότες καλοκαιρινές

Κι όλοι αρχίσανε να πίνουν / τα ποτήρια να τσουγκρίζουν

κι είναι όμορφη η νύχτα / τα άστρα μοιάζουν φαναράκια

Σπίτι  λένε να γυρίσουν

και τα δυο σαλιγκαράκια

φεύγουνε συγκινημένα,

φεύγουνε ευτυχισμένα,

είναι και μια στάλα φέσι

και τρικλίζουν και λιγάκι,

μα ψηλά στον ουρανό

τα φυλάει το φεγγαράκι.

[Ως (αισιόδοξη) αντίστιξη στα τρέχοντα]

(απόδοση Β.Νόττας)

Jacques Prévert: Chanson des Escargots qui vont à l’enterrement

A l’enterrement d’une feuille morte

Deux escargots s’en vont
Ils ont la coquille noire
Du crêpe autour des cornes
Ils s’en vont dans le soir
Un très beau soir d’automne
Hélas quand ils arrivent
C’est déjà le printemps
Les feuilles qui étaient mortes
Sont toutes réssucitées
Et les deux escargots
Sont très désappointés
Mais voila le soleil
Le soleil qui leur dit
Prenez prenez la peine
La peine de vous asseoir
Prenez un verre de bière
Si le coeur vous en dit
Prenez si ça vous plaît
L’autocar pour Paris
Il partira ce soir
Vous verrez du pays
Mais ne prenez pas le deuil
C’est moi qui vous le dit
Ça noircit le blanc de l’oeil
Et puis ça enlaidit
Les histoires de cercueils
C’est triste et pas joli
Reprenez vous couleurs
Les couleurs de la vie
Alors toutes les bêtes
Les arbres et les plantes
Se mettent a chanter
A chanter a tue-tête
La vrai chanson vivante
La chanson de l’été
Et tout le monde de boire
Tout le monde de trinquer
C’est un très joli soir
Un joli soir d’été
Et les deux escargots
S’en retournent chez eux
Ils s’en vont très émus
Ils s’en vont très heureux
Comme ils ont beaucoup bu
Ils titubent un petit peu
Mais la haut dans le ciel
La lune veille sur eux.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ημερολογιακό (περιμένοντας το Φθινόπωρο)(*) συν ένα ακόμη τραγουδάκι

Posted by vnottas στο 29 Αυγούστου, 2011

Το καλοκαίρι, φέτος, είχα μαζί μου τον μικρό Ανυστερόβουλο (υπολογιστή), αλλά όχι πάντα τη δυνατότητα να τον συνδέω στο διαδίκτυο. Πάντως είχα (είχε) απομνημονεύσει υλικό για διάφορες χρήσεις, ανάμεσα στο οποίο υπήρχαν τα λόγια από μερικά τραγούδια υποψήφια για επεξεργασία και λεκτική προσαρμογή στα καθ’ ημάς. Μεταξύ αυτών Le vent, Ο άνεμος: το γαλλικό κείμενο, οι άγνωστες λέξεις και ό, τι από σχόλιο είχα βρει στις περιηγήσεις μου στην κυβερνοθάλασσα (φυσικά κι αυτό γραμμένο από τον μουστακοφόρο φίλο).

Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι ο Άνεμος ενέπνευσε πρώτα τον καλλιτέχνη μουσικά: το αποτέλεσμα ήταν μια μελωδία πεταχτή, αεράτη, στριφογυριστή, ανοδική, γρήγορη, ορμητική και αποκαλυπτική. Μετά (υποθέτω πάντα) αυτός ο (χορευτικός) άνεμος, με ήδη αποκτημένη τη μουσική του υπόσταση, για να γίνει τραγούδι θα έπρεπε να αποκτήσει λόγια. Και για να αποκτήσει λόγια έπρεπε να καταγραφεί μέσα/πάνω σε έναν τόπο.

Θα μπορούσε, ας πούμε, να σφυρίζει σε ερήμους, σε βουνοκορφές, ανάμεσα σε κλαδιά, ανάμεσα σε κατάρτια ή όπου αλλού. Ο καλλιτέχνης προτίμησε ένα γεφύρι. Κι όχι όποιο κι όποιο. Le pont des Arts, Το Γιοφύρι των Τεχνών, στον παρισινό Σηκουάνα. Γεφύρι Ναπολεόντειο και προορισμένο για πεζούς, αποκτά τώρα την ποιητική του διάσταση: γίνεται ανεμοδρόμιο.

Και αφού προσδιορίστηκε ο τόπος, μπορεί πλέον να εμφανιστεί και η δράση. Να ‘τος λοιπόν ο Άνεμος που, γενικά, μπορεί να κάνει  τις δουλειές που ξέρει καλά, να ξεσηκώνει κύματα, να ξεριζώνει δέντρα, να ξεκαρφώνει κουφώματα και στέγες, αλλά αν τον στριμώξεις σε ένα γεφύρι, τότε βέβαια μάλλον περιορίζεται στο να διασκεδάζει με το να σηκώνει φούστες, να παρασύρει  καπέλα, να χαλάει χτενίσματα.

Εγώ λέω λοιπόν, ότι κάπως έτσι θα πρέπει να άρχισαν να πλέκονται οι στίχοι πάνω στην αεράτη μουσική. Το μόνο που θα έπρεπε τώρα να προστεθεί, για να ενταχθεί το πόνημα στο συγκεκριμένο ύφος του δημιουργού του, είναι μια κάποια έστω υπαινικτική, έστω αλληγορική, έστω μεταφορική ή, στο κάτω κάτω, γιατί όχι, ρητή και κατηγορηματική ¨θέση¨. (οι ποιητές του νεωτερισμού το ‘χουν αυτό το χούι, σε αντίθεση με μερικούς αλτσχαμέριους ρεϊβόρυθμους κατοπινούς τους).

Ελάτε λοιπόν εδώ αντιπαθητικοί τύποι, και των δύο άκρων. Πάρτε θέση στόχου: από τη μια μεριά ιδού οι ¨Ωχ αδελφέ¨, οι επιλεγόμενοι και ¨Δε βαριέσαι!¨, ανέκαθεν και πανταχού παρόντες, και από την άλλη, να ‘τοι και οι ¨Καθώς πρέπει¨,  να αποτελούν το εξ ίσου αντιπαθές, στημένο και ποζάτο, αντίβαρο στους ¨Ωχ¨.

Και  να ‘τος και ο πρωταγωνιστής Άνεμος, να τους περιπαίζει αμφότερους αποδίδοντας εναέρια δικαιοσύνη.

Πάντως, για την ώρα, ο Άνεμος θα είναι επιεικής και παιχνιδιάρης ακόμη και μ’ αυτούς: θα περιοριστεί να τους σηκώνει τις φούστες, να τους παίρνει τα καπέλα, άντε και να τους χαλάει την κόμμωση. Μέχρι να ολοκληρωθεί και το τελευταίο ρεφρέν δεν θα έχει πετάξει κανέναν στο ποτάμι.

Και τώρα αδέλφια ας πάρουμε αυτόν τον φυσσαλέο τιμωρό και ας επιχειρήσουμε να τον μεταφέρουμε νοτιότερα, σε μια πόλη χωρίς ποτάμια, σε μια γλώσσα με πολυσύλλαβες λέξεις, (και πολύλεξες υποτακτικές), όπου όμως οι άνεμοι, όλων των τάσεων, ειδών και χαρακτήρων ευδοκιμούν.

Και όπου, βέβαια, δεν λείπουν ούτε οι ¨Ωχ αδελφέ!¨ (κάθε άλλο, υπάρχει μάλιστα άφθονη τοπική παραγωγή Προστατευμένης Ονομασίας και Κατοχυρωμένης Προέλευσης)  ούτε οι ¨Καθώς πρέπει¨. Μόνο που αυτοί οι τελευταίοι τα ‘χουν ολίγον παίξει, γιατί αλλιώς τους τα λέγανε οι συντηρητικοί (στα πάνω τους έως πριν λίγο καιρό) και αλλιώς τους τα ζήτησαν οι ¨εκσυγχρονιστές¨ (πρόσφατα). Για να μη πούμε τι τραλαλά παθαίνουν λόγω κρίσης (τώρα). Γιατί άλλο να είσαι ένας καθώς πρέπει ¨Καθώς πρέπει¨ τον καιρό της σεμνότητας και της αποταμίευσης, άλλο τον καιρό της φουντωτής επιδεικτικής (ξέκωλης) κατανάλωσης και άλλο στα συλλογικά ζόρια. Αλλά, όπως λέγαμε και στα προηγούμενα τραγούδια, «Ο ¨Καθώς πρέπει¨ μένει πάντα ¨Καθώς πρέπε騻 -και για να το πετύχει συχνά εντάσσεται στους γνωστούς ΟΦΑ –Όπου Φυσάει ο Άνεμος .

Και τώρα νομίζω ότι χρειαζόμαστε ένα γεφύρι, λέω στα παιδιά (καλοκαίρι, Μάνη, στο σπίτι του Νίκου).

Όχι, το γεφύρι της Άρτας δεν μας κάνει. Παραείναι βουκολικό. Ας το αφήσουμε για όταν θα ασχοληθούμε με πρωτομάστορες και κωμειδύλλια. Εμείς αναζητάμε κλίμα πρωτευουσιάνικο, όπου να χωράει άνετα η πολυπληθής ποικιλία των ενοχλητικών.

Ναι, αλλά η πόλη που έχουμε στη διάθεσή μας έχει στραβοκαταπιεί τα ποτάμια της, κι από γεφύρια, το πολύ καμιά πεζογέφυρα, πάνω από λεωφόρο ταχείας θρόμβωσης.

Γιατί όχι!

Μια αερο-πεζογέφυρα.

Άρα;

Άρα το υστερόγραφο του σενιόρ Καλατράβα, το Καλατραβάκι.

Το Καλατραβάκι πάει μια χαρά, κι ας μην ανακαλεί τον Ναπολέοντα (πλην εκείνου του πάλαι ποτέ Δρομοκαϊτείου, όταν το παίζει ολυμπιονίκης), έχει μήκος και (πρέπει να) έχει εκ των κάτωθεν ανοδική θέα (υποθέτω, δεν πήγε ακόμη κανείς απ’ την παρέα να το επαληθεύσει).

Όμως υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: οι συλλαβές. Κοίτα το πρωτότυπο: Si, par hasard (4 συλλαβές), Sur l’Pont des Arts (κι εδώ, εν τέλει, 4συλλαβές)  Η λέξη ¨Καλατραβάκι¨ έχει 5, μαζί με το απαραίτητο (πρόθεση + άρθρο) ¨στο¨, μας κάνουν 6 (έξι). Ζόρικο. Μήπως όμως οι έξι συλλαβές χωράνε στις νότες, έστω με γρηγορότερη εκφορά, γιά όλοι μαζί: Στο Καλατραβάκι/ πρόσεχε λιγάκι… πάει; Πάει.

Ξανά: Πρόσεχε λιγάκι/ στο Καλατραβάκι

Όταν φυσάει δυνατά/ κράτα τη φούστα σου σφικτά…

Και τώρα χρειαζόμαστε κάτι να ομοικαταληκτεί (ριμάρει) με ¨καπέλο¨ . Δε βγαίνει; Είναι που το καπέλο είναι και παροξύτονο. Κι αν τον βάζαμε να χαλάει τα μαλλιά; παρατηρεί εύστοχα η Ιωάννα. Γιατί όχι! Και ποιος σε ¨ –ιά¨ θα τα ανακατεύει; Μα ο παιχνιδιάρης ο Βοριάς, ξαναλύνει τον βρόγχο η Ιωάννα. Σωστό!

Άρα έχουμε: Πρόσεχε λιγάκι/ στο Καλατραβάκι

Τον παιχνιδιάρη τον βοριά / που σου χαλάει τα μαλλιά.

Κάπως έτσι άρχισε να πλέκεται η παρακάτω εγχώρια προσαρμογή των στίχων του Μπρασένς. Σας τους παραθέτω μαζί με το αρχικό κείμενο και ό, τι από μουσική (αρχική και διασκευές) βρήκα.
…………

(*)Όπως θα παρατήρησαν οι τακτικοί επισκέπτες της παρούσας ιστοσελίδας, αυτό το καλοκαίρι, το κύριο  θέμα των αναρτήσεων ήταν παλιά ξένα τραγούδια που ανασύρθηκαν  ξανά στην επιφάνεια, ψαχουλεύτηκαν, παρουσιάστηκαν και έγινε ερασιτεχνική προσπάθεια να μεταφραστούν(;), αποδοθούν(;) προσαρμοστούν(;) στην τρέχουσα ελληνική. Αυτό το παιχνίδι άρχισε όταν το παρόν ιστολογοφόρο απόκτησε τη δυνατότητα μεταφοράς προφορικού λόγου και μουσικών ήχων.

Τώρα, το καλοκαίρι τελειώνει και μαζί του ο (ικανός για τέτοιες ενασχολήσεις) ελεύθερος χρόνος. Έτσι, όπου να ’ναι, πάμε γι άλλα.  (Εκτός, βεβαίως, απρόοπτης θυμικής εμμονής, που δεν είναι να την αποκλείεις κι αυτήν, γιατί, που και που, σκάει μύτη απρόσκλητη και απαιτητική). Πάντως, έτσι κι αλλιώς, έχω ακόμη δυο τρία Μπρασένεια άσματα στο δισάκι μου, επεξεργασμένα σε περίοδο θερινής ραστώνης, πακεταρισμένα και  έτοιμα για ανάρτηση.

Επομένως… ιδού ένα από αυτά:

Πρώτα οι ήχοι:

1. Από τον δημιουργό (στίχοι, μουσική, τραγούδι) Μπρασένς
2. Από το κουαρτέτο Plein Jazz
3. Από τους Pierre et Willy
4. Εκτέλεση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα των Μπρασένς
5. Ισπανικά
6. Ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά (από κάτω το Duo Brassens Jazz)

Και τα κείμενα: 1. Οι στίχοι στα γαλλικά 2. Η προσαρμογή στα ελληνικά

Le vent

Georges Brassens

Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau

Les jean-foutre et les gens probes
Médis’nt du vent furibond
Qui rebrouss’ les bois, détrouss’ les toits, retrouss’ les robes
Des jean-foutre et des gens probes
Le vent, je vous en réponds
S’en soucie, et c’esαιt justic’, comm’ de colin-tampon

Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau

Bien sûr, si l’on ne se fonde
Que sur ce qui saute aux yeux
Le vent semble une brut’ raffolant de nuire à tout l’monde
Mais une attention profonde
Prouv’ que c’est chez les fâcheux
Qu’il préfèr’ choisir les victimes de ses petits jeux

Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau

Ο άνεμος

Πρόσεξε λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Όταν φυσάει δυνατά

Κράτα τη φούστα σου σφικτά

Προσοχή λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Στον  παιχνιδιάρη τον βοριά

Που ανακατεύει τα μαλλιά

Οι ¨ωχ αδελφέ¨ κι οι ¨καθώς πρέπει¨

για τον άνεμο ρωτούν

που δέντρα ρίχνει, στέγες παίρνει  και φούστες σηκώνει

¨Ωχ αδελφέ¨ και ¨καθώς πρέπει¨

θα σας απαντήσω εγώ

πως ο άνεμος σας έχει

γραμμένους και τους δυο

Πρόσεξε λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Όταν φυσάει δυνατά

Κράτα τη φούστα σου σφικτά

Πρόσεξε λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Τον  παιχνιδιάρη τον βοριά

Που ανακατεύει τα μαλλιά

Έτσι βέβαια κι αρκεστείς

σε ό, τι μοιάζει προφανές

ο αέρας ίδιος είναι για όλους τους ανθρώπους

αλλά αν προβληματιστείς

περισσότερο θα δεις

πώς να ενοχλεί του αρέσει στριμμένους και εμπαθείς

Πρόσεξε λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Όταν φυσάει δυνατά

Κράτα τη φούστα σου σφικτά

Προσοχή λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Στον  παιχνιδιάρη τον βοριά

Που ανακατεύει τα μαλλιά

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Περί βλακείας κεφάλαιον δεύτερον (χρηματιστηριακόν)

Posted by vnottas στο 22 Αυγούστου, 2011

Μια που είναι ακόμη Αύγουστος, κάνει ζέστη, και το Πνεύμα των Διακοπών ως εξωτικό ξωτικό εξακολουθεί απτόητο, ανέμελο και ηλιοκαμένο να κόβει βόλτες πάνω από πόλεις και εξοχές, βγάζοντας γλώσσα στην κρίση, την ανησυχία, την αμφιβολία, το άγχος, και την (προσωρινά καταλαγιασμένη) οργή, λέω να μην αλλάξουμε θέμα και να μείνουμε (με καλή θερινή διάθεση) στα όσα (διαπιστωτικά και αυτοκριτικά) λέγαμε στο προηγούμενο δημοσίευμα.

Πολύ περισσότερο που ξετρύπωσα ακόμα ένα σχετικό τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς. [Λέω φίλου και τον φαντάζομαι γεννημένο κανα παράλληλο πιο κάτω(*), σε κάποιο  ελληνικό νησί, να τον λένε (ας πούμε) Γιώργη Μπρασένη, να έχει τα ίδια μουστάκια, την ίδια κιθάρα (ίσως κι ένα μπουζούκι στο πλάι) και να μιλάει λίγο πολύ για τα ίδια πράγματα (τον έρωτα, τις γυναίκες, τους καλούς απλούς ανθρώπους, την ενδημική ανθρώπινη βλακεία) με το χιούμορ που μπορεί να αναπτύξει εν τέλει μόνο ο παθών (από τον έρωτα, τις γυναίκες, την ανθρώπινη βλακεία) και με την συμπάθεια που μπορεί να νοιώσει μόνον ο συμπάσχων (με τους απλούς καλούς ανθρώπους)].

Το τραγουδάκι αυτό ο Μπρασένς δεν πρόλαβε να το ηχογραφήσει, και έτσι κυκλοφόρησε τελικά, μαζί με μερικά άλλα, μετά την αναχώρησή του (προς εκείνον τον κατά τεκμήριο καλόβολο θεό, μια που ανεχόταν τις ενστάσεις, αντιρρήσεις και διαμαρτυρίες που ο ποιητής του απηύθυνε απανωτά).

Ο τίτλος του τραγουδιού είναι Quand les cons sont braves (Όταν οι βλάκες/μαλάκες είναι καλοί, ικανοί, εν τάξει) και το ερμηνεύει ο φίλος του Μπρασένς Jean Bertola. Εδώ η ανάλυση της ανθρώπινης βλακείας προχωρεί στον εντοπισμό  της πρώτης μεγάλης διχοτόμησης: τους απλούς (μέσους, κοινούς, καλούς) βλάκες και τους βλάκες που χειρίζονται εξουσία. Το συμπέρασμα της ανάλυσης, εδώ που τα λέμε, δεν εκπλήττει: οι πρώτοι (οι απλοί βλάκες) αν και πλειονότητα, είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνοι από τους δεύτερους (τους βλάκες με την περικεφαλαία της Εξουσίας) και αξίζουν αν μη τι άλλο, ένα τραγούδι!

(*) Ο Μπρασένς γεννήθηκε στη μεσογειακή παραθαλάσσια γαλλική πόλη Cette  (Sète) από πατέρα γάλλο εργοδηγό οικοδομών και μητέρα νοτιοιταλίδα μετανάστρια.

 Σημείωση 1. Σας παραθέτω επίσης μια πρόσφατη ιταλική εκδοχή. [Είναι πολλοί οι νεαροί Ευρωπαίοι τραγουδοποιοί που τελευταία έδειξαν ενδιαφέρον (και πάλι) για τον Μπρασένς. Θα είναι που η εποχή, μπαϊλντισμένη από σλόγκαν, μότο, και λοιπές κερδοσκοπικές αερολογίες, έχει ανάγκη από απλό, ειλικρινή, ανεπιτήδευτο λόγο;]

 Σημείωση 2. Βρήκα στο διαδίκτυο ένα κολάζ από Μπρασένς τραγουδισμένο από διάφορους ετεροεθνείς τραγουδιστές. Έχει ενδιαφέρον.

Σημείωση 3. Στην απόδοση/προσαρμογή στα ελληνικά, είναι προφανές (και σχεδόν αναπόφευκτο) ότι διολίσθησε μια σταλιά  από το προσωπικό μου άχτι, λίγο πολύ σχετικό με τα τρέχοντα, που το περιιπτάμενο   Πνεύμα των Διακοπών δεν κατάφερε να εξορκίσει.

Έχουμε λοιπόν: Σε ήχο

1.     Quand les cons sont braves. Στίχοι μουσική του Μπρασένς, τραγουδάει ο  Jean Bertola.

2.     ¨I bravi coglioni¨, τραγουδάει ο Alessio Lega

3.     Ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά.

4.     Κολάζ εκδοχών ¨Μπρασένς¨ από γωνιές της γης.

Και σε κείμενο

  1. Οι αρχικοί γαλλικοί στίχοι
  2. Η προσαρμογή στα ελληνικά
  3. Η προσαρμογή στα ιταλικά.

 

 

Quand les cons sont braves.  1982  Georges Brassens – Les dernières chansons inédites par Jean Bertola

Sans être tout à fait un imbécile fini,
Je n’ai rien du penseur, du phénix, du génie.
Mais je n’suis pas le mauvais bougre et j’ai bon coeur,
Et ça compense à la rigueur.

(Refrain)
Quand les cons sont braves
Comme moi,
Comme toi,
Comme nous,
Comme vous,
Ce n’est pas très grave.
Qu’ils commettent,
Se permettent
Des bêtises,
Des sottises,
Qu’ils déraisonnent,
Ils n’emmerdent personne.
Par malheur sur terre
Les trois quarts
Des tocards
Sont des gens
Très méchants,
Des crétins sectaires.
Ils s’agitent,
Ils s’excitent,
Ils s’emploient,
Ils déploient
Leur zèle à la ronde,
Ils emmerdent tout l’monde.

Si le sieur X était un lampiste ordinaire,
Il vivrait sans histoire avec ses congénères.
Mais hélas ! Il est chef de parti, l’animal :
Quand il débloque, ça fait mal !

(Refrain)

Si le sieur Z était un jobastre sans grade,
Il laisserait en paix ses pauvres camarades.
Mais il est général, va-t-en-guerre, matamore.
Dès qu’il s’en mêle, on compte les morts.

(Refrain)

Mon Dieu, pardonnez-moi si mon propos vous fâche
En mettant les connards dedans des peaux de vaches,
En mélangeant les genres, vous avez fait d’la terre
Ce qu’elle est : une pétaudière !

(Refrain)

 

Οι απλοί μαλάκες

 

Χωρίς να είμαι κι ένας βλάκας και μισός

Δεν θα έλεγα πως είμαι ο μέγιστος σοφός

Μα στην παρέα είμαι καλός κι έχω καλή καρδιά

Κι αυτό [εν μέρει] με αποκαθιστά

 

Οι απλοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κι όταν κάνουνε γκάφες

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς ειν’ πολλοί, οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 κι οι στριμμένοι

που παράγουν, προάγουν, αλλά κι όλα τα αποδομούν με μανία

έρημη κοινωνία

 

Εάν ο μίστερ Χι ήτανε ταξιτζής

Να αυξάνει την ταρίφα θα ‘ταν ευτυχής

Μα γούσταρε, το ζώο, για  πρωθυπουργός

Κι όταν τα χώνει γίνεται χαμός

 

Οι κοινοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κι αν κάνουν «πατάτες»

Κι αν φωνάζουν, γκρινιάζουν, ταράζουν, κουράζουν,

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που παράγουν, προάγουν, μολύνουν, διευθύνουνε και Συντονίζουν

Και σε όλους τα πρήζουν

 

Εάν ο Ψι ήταν της σειράς καραβανάς

Χωρίς βαθμούς κι αστέρια, μέσος γαλονάς

Τις γκάφες του θα τις  πληρώναν λιγοστοί

Και θα γλυτώναν άμαχοι αρκετοί

 

Οι μέσοι μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

(σαν δεν έχουνε πλάτες)

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, γκρινιάζουν, κουράζουν,

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που διαπλέκουν εμπλέκουν, σκευωρούν, αλλά κι απορυθμίζουν 

Και σε όλους τα πρήζουν

 

Ήμαρτον Θεέ μου για τη σκέψη μου αυτή

Μα εάν στους μαλάκες έδωσες χοντρό πετσί

Μαζί με πόστα, θώκους, πλούτη και εξουσία

Τι φταίω εγώ που χάνω την ουσία;

 

Οι καλοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κ αν κάνουνε γκάφες

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που παράγουν, προάγουν, λανσάρουν κι όλα τα’ αποδομούν με μανία

Έρημη κοινωνία!

I BRAVI COGLIONI

Senza esser definibile
un perfetto idiota,
non sono uno scienziato, un genio,
una cometa,
ma son di buon carattere,
di compagnia
e ciò compensa tuttavia…

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

Se il signor Tizio fosse solo un ragioniere
ragionerebbe in ogni caso col sedere,
ma è quadro di partito
è capo gabinetto
fa una cazzata
e salta tutto!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

Se il generale Caio non avesse gradi
un paio di stronzate avrebbero rimedi
ma è capo divisione
gioca con le bombe
lui sbaglia e accade un’ecatombe!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

O dio del cielo hai fatto proprio un bel casino
hai messo i ciechi alla guida del destino
se non ci fossi stato
o fossi un po’ più sveglio
non t’incazzare, ma era meglio!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.


Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »