Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Αριστοτέλης’

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο ένατο: Βάκτρα. Όπου ο Εύελπις συναντά τον Ευμένη.

Posted by vnottas στο 9 Ιουλίου, 2018

12744242_671296262972906_221371224078773674_n

Μέρος 8ο Κεφάλαιο ένατο: Όπου  ο Εύελπις συναντά τον Ευμένη τον Καρδιανό.

Προτίμησα να δω τον Ευμένη στο κτίσμα που του έχει αποδοθεί ως προσωπικό κατάλυμα και όχι στο στρατόπεδο. Όσο και αν, όπως με έχει διαβεβαιώσει ο Άρπαλος, δεν έχει εκδοθεί εντολή να συλληφθώ,  δεν θα ήθελα να εμφανιστώ ανάμεσα σε συναδέλφους και φίλους (ή και κακόβουλους αντιπάλους) πριν μάθω πώς ακριβώς έχει η κατάσταση αυτήν τη στιγμή.

Ήταν ένα μικρό αλλά καλά φρουρούμενο οίκημα στο κέντρο της πόλης∙ προφανώς επιλογή του ίδιου του Καρδιανού, μια που ήταν αυτός -ως επικεφαλής της επιμελητείας- ο αρμόδιος για τη παροχή όλων των απαραίτητων, τόσο για την εκάστοτε διαμονή, όσο και για την προώθηση της στρατιάς παραπέρα.

Ο Ευμένης μου χαμογέλασε και έσφιξε τα δυο μου χέρια. Είχα τρία χρόνια να τον δω. Η συμπεριφορά του ήταν πάντοτε ευγενική και τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι σπινθηροβόλα, αν και το πρόσωπό του ήταν ασυνήθιστα σκυθρωπό και θα μπορούσε να αριθμήσει κανείς πάνω του τις καινούργιες ρυτίδες.

«Χαίρομαι που σε βλέπω Μεγαρέα, αν και ξέρω πως ο Καλλισθένης δεν θα ήθελε να επιστρέψεις στο μέτωπο. Μάλλον θα προτιμούσε να απομακρυνθείς για όσο διάστημα ο ίδιος είναι κατηγορούμενος.  Όταν πρόκειται για τέτοιου είδους κατηγορίες κανείς δε ξέρει ως ποιον μπορούν να φτάσουν».

Η φωνή του έγινε εμπιστευτική: «Δε σου κρύβω μάλιστα ότι, όταν έμαθα τη σύλληψη του Ολύνθιου, λόγω της φιλίας και της αλληλοκατανόησης που υπάρχει μεταξύ μας, σκέφτηκα ότι όπου να ‘ναι θα ερχόταν η σειρά μου.  Κι ας είναι γνωστό ότι, εάν όχι ¨Ηφαιστίωνας¨, που πάει να πει λάτρης του Αλέξανδρου προσωπικά,  μπορώ άνετα να θεωρηθώ ¨Κρατερός¨ δηλαδή απόλυτα πιστός στον επικεφαλής βασιλέα, όποιος και αν κατέχει νόμιμα αυτή τη θέση.

Ωστόσο, φαίνεται πως οι συνωμότες -γιατί συνωμότες όντως υπάρχουν- προτιμούν, τουλάχιστον για την ώρα, να απαλλαγούν κυρίως από τον Ολύνθιο και δε θέλουν να ανοίξουν άλλα παράλληλα μέτωπα».

Σκέφτηκα να του πω ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχα διαπιστώσει ότι οι περί ων ο λόγος συνωμότες έχουν ευρύτερους στόχους, αλλά το άφησα για αργότερα. Αυτή την στιγμή ήθελα να μάθω πιο επείγοντα πράγματα.

«Πώς είναι τώρα ο Καλλισθένης;» ρώτησα, ενώ ταυτόχρονα, υπακούοντας σε ένα του νεύμα κάθισα στην πολυθρόνα απέναντι απ’ το γραφείο του.

«Μετά τη σύλληψη  κατάφερα να τον δω δύο φορές. Μου είπε ότι είχε διαισθανθεί τους κινδύνους και τις απειλές που γίνονταν όλο και εντονότερες, αλλά δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι θα τον ενέπλεκαν σε μια ιστορία συνωμοσίας με άξονα τους νεαρούς του μαθητές. Μου είπε εντούτοις, ότι πριν τον συλλάβουν ως εμπνευστή της ανταρσίας, είχε αρχίσει να ερευνά την υπόθεση, ανήσυχος για τις φήμες που ήδη κυκλοφορούσαν για υποτιθέμενη ανυπακοή των νέων».

«Η υγεία του;»

«Εάν ανησυχείς για τα παλιά του τραύματα, είναι εντάξει∙ έχουν οριστικά επουλωθεί. Ωστόσο, οι εναντίον του παράλογες κατηγορίες, ο περιορισμός της ελευθερίας του και κυρίως η θανάτωση των αγαπημένων του μαθητών, είναι φανερό ότι του στοιχίζουν., Όπως θα έλεγε και ο μεγάλος Ιπποκράτης, η ισορροπία των τεσσάρων στοιχείων και των συνεπαγόμενων  ¨χυμών¨, έχει διαταραχθεί. Προφανώς το ¨πνεύμα¨, που θα έπρεπε να τα συντονίζει όλα αυτά, έχει πληγεί από την αιχμαλωσία. Με άλλα λόγια, δεν είναι πια τόσο ήρεμος ούτε τόσο πράος όσο ήταν  παλιότερα».   

Σηκώθηκα όρθιος για να υπογραμμίσω αυτά που θα πω: «Ήρθα για να καταθέσω υπέρ του Καλλισθένη. Αλλά θα ήθελα πρωτύτερα να τον συναντήσω και να μιλήσω μαζί του».

«Πριν από τι;»

«Μα, πριν από τη δίκη…»

«Δεν έχει οριστεί καμιά δίκη για τον Καλλισθένη. Άλλωστε δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που να καλύπτει την περίπτωσή του. Δεν είναι Μακεδόνας, άρα δεν εμπίπτει στις δικαστικές αρμοδιότητες της Συνέλευσης των Μακεδόνων. Οι τυχόν πανελλήνιες αρμοδιότητες του Συνέδριου της Κορίνθου έχουν συνολικά λήξει και αυτό έχει επισήμως διακηρυχθεί, αλλά, ακόμη και εάν ίσχυαν, η κατακτημένη από τον Φίλιππο Όλυνθος  δεν είναι σε θέση να καλύψει τους πολίτες της με εγγυήσεις δικαστικού χαρακτήρα».

Κάθισα και πάλι στην πολυθρόνα.

«Άρα;»

«Άρα τα πράγματα είναι -δυστυχώς- απλούστερα: Ο Καλλισθένης θα ανακριθεί – λάβε υπ’ όψιν ότι για τις κατηγορίες που τον βαραίνουν προβλέπεται και η χρήση βασανιστηρίων- λάβε επίσης υπ’ όψιν σου ότι οι υποτιθέμενοι κατήγοροι, οι βασιλικοί παίδες, δεν ζουν πια, επομένως δεν μπορεί να γίνει αντιπαράθεση κατηγόρων και υπεράσπισης.  Εάν ομολογήσει θα θανατωθεί, όπως οι νεαροί ακόλουθοι, εάν αρνηθεί την ενοχή του, αλλά δεν είναι αρκετά πειστικός, θα θανατωθεί επίσης. Εάν τα καταφέρει και πείσει τους ανακριτές για την αθωότητά του, τότε όλα εξαρτώνται από τον στενό κύκλο του Αλέξανδρου».

images (36)

«Αυτή η ανάκριση έχει ήδη αρχίσει;»

«Όχι. Για δύο λόγους: Έναν που τον γνωρίζω και έναν που τον υποθέτω.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι βρισκόμαστε στην παραμονή μιας νέας εξόρμησης. Αυτή τη φορά προς τον σχεδόν άγνωστο και μυστηριώδη κόσμο των Ινδών. Γι αυτούς, τους Ινδούς, ξέρουμε πολύ λιγότερα πράγματα από όσα γνωρίζαμε για τους Αχαιμενίδες πριν ξεκινήσει η εκστρατεία. Υπήρξε λοιπόν κάποιος στο συμβούλιο των  εταίρων που υποστήριξε ότι από τη στιγμή που η εισβολή στις χώρες των Ινδών αποφασίστηκε,  πρέπει όλη μας η προσοχή και όλες μας οι δραστηριότητες, χωρίς περισπασμούς από ¨εσωτερικά¨ θέματα και αντιδικίες, να στραφούν προς την προετοιμασία της εφόρμησης. Αρχίζοντας από το κοσκίνισμα των πληροφοριών που ήδη έχουμε και την λεπτομερή λογιστική προετοιμασία. Αυτός ο κάποιος ήμουν εγώ. Και είμαι πεισμένος πως, ούτως ή άλλως, έχω δίκιο.

Ο άλλος λόγος που η ανάκριση καθυστερεί θεωρώ πως έχει σχέση με τον Αριστοτέλη. Ξέρω πως ο ίδιος ο Αλέξανδρος φρόντισε να τον πληροφορήσει για όσα συμβαίνουν και τώρα περιμένει τις αντιδράσεις του. Πιστεύω ότι η άφιξη της απάντησης του Δάσκαλου, αν δεν έχει ήδη συμβεί, είναι θέμα ημερών. Λέγεται πάντως ότι ο Σταγειρίτης, αμέσως μόλις έμαθε ότι ο Καλλισθένης βρισκόταν σε δυσμένεια, έστειλε μια πρώτη επιστολή στον Αλέξανδρο, αλλά κανείς δεν φαίνεται να έμαθε το ακριβές περιεχόμενό της».

«Αυτή η επιστολή στάλθηκε πριν φύγω από την Αθήνα, αμέσως μόλις έφτασαν τα πρώτα ανησυχητικά νέα. Ο Αριστοτέλης, από ό, τι ο ίδιος μου είπε, έγραφε πως έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον Καλλισθένη και η λογικότερη από τις δυνατές υποθέσεις για την περίπτωσή του είναι ότι κάποιοι τον συκοφαντούν επιδιώκοντας ίδια οφέλη».

«Φαίνεται πως αυτά δεν άρκεσαν. Σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος διστάζει να προχωρήσει στην παραδειγματική ¨τιμωρία¨ του Ολύνθιου, χωρίς να έχει πρώτα πείσει τον Αριστοτέλη για την αναγκαιότητά της. Εάν θέλεις την προσωπική μου άποψη, είμαι σίγουρος ότι ο Δάσκαλος θα υπερασπιστεί σθεναρά τον μαθητή και συγγενή του. Ελπίζω και εύχομαι η γνώμη του να είναι ακόμη σημαντική για τον Αλέξανδρο. Όμως…»

«Όμως;»

«Όμως πρέπει να σου πω ότι κυκλοφορούν φήμες που κάνουν λόγο για ευρύτερη συνωμοσία κατά του Αλέξανδρου. Όσο κι αν σου φανεί υπερβολικό, αν όχι γελοίο, λένε πως σ’ αυτήν είναι ανακατεμένος και ο ίδιος ο Αριστοτέλης. Θα καταφέρουν άραγε να επηρεάσουν με αυτό τον τρόπο τον Βασιλιά; Ειλικρινά δε ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι πως πρέπει να κάνουμε ό, τι μπορούμε για να αποφύγουμε τις επώδυνες επιπτώσεις αυτών των γελοίων φημών».

«Θα μου φαίνονταν πράγματι υπερβολικά όλα αυτά» του απάντησα, «αν εγώ κι οι συνοδοί μου, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού δεν είχαμε υποστεί περιπέτειες που επιβεβαιώνουν πως κάποιοι -τι κάποιοι, μάλλον οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι: ο Ανάξαρχος και η παρέα του – όχι απλώς διαδίδουν, αλλά και ¨κατασκευάζουν¨ τις εκδοχές που τους βολεύουν».

Αφηγήθηκα στον Ευμένη τα βασικά σημεία της υπόθεσης με την ¨οπλή του αλόγου¨ και το ¨Ύδωρ της Στυγός¨, καθώς και την προσπάθεια να μας απαγάγουν στην Τύρο. Ένα χαμόγελο έδωσε πάλι λάμψη στο κουρασμένο του πρόσωπο. 

«Ελπίζω σύντομα όλα να ηρεμήσουν και η νέα εξόρμηση να έχει αίσια έκβαση. Έτσι, αμέσως μετά θα μπορέσουμε να καταγγείλουμε και να εξαρθρώσουμε αυτή τη συνωμοσία».

«Εν τω μεταξύ όμως πρέπει να σώσουμε τον Καλλισθένη».

 Μου έριξε ένα διερευνητικό βλέμμα, σα να ήθελε να μαντέψει ως που σκόπευα να φτάσω.

«Θα κάνουμε ο, τι μπορούμε» είπε.

2c56c7027f4898ef4a74b3d3d8181408

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο έβδομο: Στην Βαβυλώνα

Posted by vnottas στο 10 Ιουνίου, 2018

Μέρος Η΄ 

Κεφάλαιο έβδομο: Βαβυλώνα. Στο ανάκτορο του Άρπαλου

imagesCAXBJ1K5

Στην όψη δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα αυτά τα τρία τελευταία χρόνια που είχα να τον δω. Με αγκάλιασε, με φίλησε, μετά κάθισε στο ανάκλιντρό απέναντί μου, ύψωσε σε πρόποση την κύλικά του και μου είπε:

Ε, ναι. Αυτή τη φορά Μεγαρέα με βρίσκεις εδώ, στη μεγάλη Βαβυλώνα. Την ανυπέρβλητη. Την Αμαρτωλή. Εδώ, όπου έχει κανείς την εντύπωση πως ό, τι ήταν να γίνει, έχει ήδη συμβεί! Κι όμως, ακόμη και εδώ στην Βαβυλώνα την μυθική, την απροσδόκητη, την ετερογενή και την πολυπρόσωπη, καμιά φορά -όχι σπάνια- έτσι μου ‘ρχεται να τα κοπανίσω όλα χάμω και να φύγω. Για αλλού. Όσο το ¨αλλού¨ υπάρχει. Προτού ο κόσμος  όλος κυριευθεί από τον Αλέξανδρο και καταχωρηθεί από τον Αριστοτέλη…

Δεν ξέρω τι με πιάνει και στα λέω όλα αυτά. Ίσως είναι που σε πρωτοσυνάντησα σε ταξίδι. Θυμάσαι φαντάζομαι: στο δρόμο για την Περσέπολη. Στο χάνι όπου εξουδετερώσαμε τους αντάρτες που σου είχαν επιτεθεί. Είναι που όταν ταξιδεύω γίνομαι κάπως πιο ανοιχτός, πιο ομιλητικός. Εξομολογητικός θα έλεγα. Ανοίγομαι Μεγαρέα και έτσι γίνομαι πιο εύθραυστος. Συμβαίνει και σε άλλους από ό, τι ξέρω…

Το αστείο είναι πως την ομάδα στην οποία ανήκεις δεν την είχα ποτέ σε μεγάλη εκτίμηση. Κολλημένους, φανατικούς, έτσι θεωρούσα όλους εσάς γύρω από τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο. Μετά τα έφερε έτσι η υφάντρα η Ειμαρμένη που άλλαξα κάπως οπτική. Τουλάχιστον όσο αφορά εσένα Μεγαρέα. Γι αυτό, σου λέω, μου προξενεί χαρά που σε ξαναβλέπω. Όσο κι αν, στο επαναλαμβάνω: θα προτιμούσα να σε συναντήσω στην Αθήνα. Να ‘ρθω εγώ ξανά εκεί. Μαζί με την Πυθιονίκη και το πλασματάκι που μου χάρισε.

Όμως, Εκείνος εξακολουθεί να με προλαβαίνει. Αφού με συγχώρεσε για όποια τάση φυγής είχα δείξει στο παρελθόν, μου είπε, -γελώντας, για να τα λέμε όλα- ότι η Βαβυλώνα, αυτός ο σκοτεινός, ο μαύρος ήλιος που τριγύρω του περιστρέφονται όλες οι πλούσιες και μυστηριώδεις πόλεις της Ανατολής, είναι ο τόπος όπου θα έπρεπε να εγκατασταθώ.  Κι αφού αγαπώ ¨έως εξαντλήσεως¨ το χρήμα -έτσι νομίζει!- από εδώ θα πρέπει να διευθύνω και πάλι τα οικονομικά της εκστρατείας.

Δεν χρειάστηκε να πω ¨ναι¨. Η συναίνεσή μου ήταν αυτονόητη. Εκείνος συνέχισε το επικό του ταξίδι προς την Ανατολή, την Δόξα, το Όριο και το Τέλος του Κόσμου και εγώ, κάτω από τα ζηλόφθονα βλέμματα των καινούργιων του τάχατες ¨φίλων¨,  τραπεζιτών, εμπόρων, κολάκων και δολοπλόκων, εγκαταστάθηκα στην αρχαία αυτή Μητρόπολη. Δεν είναι πια η Βαβυλώνα αυτή που υπήρξε κάποτε, αλλά, πού θα πάει, θα τη μπολιάσουμε με τα δικά μας και θα προκύψει σίγουρα κάτι αλλιώτικο. Ίσως ενδιαφέρον, ποιος μπορεί να ξέρει;!

Ωστόσο, Μεγαρέα, μαθαίνω τι γίνεται στην Αυλή και στο Μέτωπο. Μη ξεχνάς πως πέρα από τους συνομήλικους παλιούς εταίρους, που εγώ τους γνωρίζω και εκείνοι ισχυρίζονται πως με ξέρουν καλά, υπάρχουν και οι άκρατοι ¨αυτοκρατορικοί¨ που στήνουν τις πλεκτάνες τους στα ανάκτορα∙ αυτοί νομίζουν πως είμαι υποχείριο του ίδιου του δικού τους θεού: του Χρήματος! (Στη δική τους γλώσσα το λένε ¨Μαμωνά¨). Άρα με θεωρούν κατάλληλο και προσεγγίσιμο, και μου εκμυστηρεύονται διάφορα!

Έτσι έμαθα για τα τελευταία κατορθώματα του δικού σου. Σε ειδοποίησα: Η θέση και η εξουσία του παραπαίουν. Εκτιμώ ότι, παρά τους κινδύνους που συνεπάγεται η παρουσία σου εδώ, ήρθες να του συμπαρασταθείς. Θα σου τα πω λοιπόν αναλυτικά. Μετά θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε.

ξ

Ο Άρπαλος, πριν προχωρήσει στην αφήγησή του,  θέλει να μου δείξει ότι είναι σε θέση να εκτιμά και να αναλύει τις στρατιωτικές καταστάσεις, καθώς και τις επιπτώσεις τους πάνω στα λοιπά γεγονότα:

Η εκστρατεία, Μεγαρέα,  βρίσκεται πλέον κυριολεκτικά στα όριά της, τουλάχιστον τα βορειανατολικά, δηλαδή σε τόπους χωρίς μεγάλες πόλεις, δίχως ευδιάκριτα σύνορα, σε άμεση πλέον επαφή με τις νομαδικές και φιλοπόλεμες φυλές των Σκυθών.  Καθώς, παράλληλα, οι ντόπιοι λαοί της Βακτριανής και της Σογδιανής εφαρμόζουν μεθόδους ευλύγιστης αντίστασης και αποφεύγουν τις συγκρούσεις με το κύριο σώμα του στρατού, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να αναπροσαρμόσει την τακτική  του, και χώρισε τη στρατιά σε μικρότερα, πιο ευέλικτα τμήματα. Ανάμεσά τους υπάρχει πλέον και το νεοσύστατο ¨τάγμα των ατάκτων¨, όπου καταλήγουν όσοι έχουν διατυπώσει επικρίσεις για την ηγεσία. Όμως, απ’ ό, τι  φτάνει στ’ αυτιά μου,  οι ανησυχίες και οι δυσαρέσκειες ανάμεσα στους οπλίτες δεν έχουν πάψει, αντίθετα έχουν γίνει περισσότερο ορατές από ό, τι άλλοτε.

Αλλά, τα έμαθες υποθέτω,  δεν είναι μόνον οι στρατιώτες που δυσανασχετούν: μετά τα αιματηρά γεγονότα που συνέβησαν πρόσφατα στους υψηλούς ηγετικούς κύκλους, ανήσυχοι είναι και οι στρατηγοί. Ιδιαίτερα οι παλιοί στρατηγοί του Φίλιππου. Ο δικός σου, ο Ολύνθιος, παρά το ότι δουλειά του είναι να ωραιοποιεί προς όφελος της εκστρατείας τα όσα συμβαίνουν, δείχνει να συμμερίζεται τις κριτικές τους. Τάχθηκε μάλιστα ανοιχτά με εκείνους που αμφισβητούν την ¨θεοποίηση¨ του Αλέξανδρου και την συνεπαγόμενη ¨προσκύνηση¨. Έτσι, οι εχθροί του βρήκαν την ευκαιρία να εντείνουν την πολεμική και την υπονόμευσή του.

.

Σε μια τουλάχιστον περίπτωση έτυχε να είμαι παρών. Ήταν στα Βάκτρα πριν απ’ τον γάμο, αλλά όχι πολύ καιρό πιο μπροστά, σε ένα από τα συμπόσια του ξεχειμωνιάσματος. Παρών ήταν κι αυτή η νυφίτσα ο Ανάξαρχος: ο κουτοπόνηρος σοφιστής που -σκέψου!- θέλησε να μου πουλήσει εκδούλευση, ότι δήθεν ήταν ύστερα από δική του παρέμβαση που ο Αλέξανδρος μου ανάθεσε ξανά τη διεύθυνση των οικονομικών της εκστρατείας. Ακόμη γελάω  με το θράσος του. Τέλος πάντων.

Ο Ανάξαρχος λοιπόν αγόρευε κι έλεγε: ¨Πείτε μου λοιπόν φίλοι μου, αμφιβάλλει κανείς από σας ότι ο Αλέξανδρος θα αναγορευτεί κάποτε Ήρωας άξιος να του αποδοθούν θεϊκές τιμές; Όχι βέβαια! Τέτοιες τιμές έχουν αποδοθεί και σε άλλους, που έκαναν πολύ λιγότερα απ’ αυτόν. Αλλά είναι πιθανό, τότε, εμείς να μη μπορούμε να τον δούμε ευτυχή και ικανοποιημένο από την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μας, μια που θα βρίσκεται πλέον στον δυσδιερεύνητο κόσμο των Θεών!

Γιατί λοιπόν να μην του αποδώσουμε αυτές τις τιμές από τώρα, και έτσι να έχουμε την ευτυχία να τον δούμε ιδίοις όμμασι να τις απολαμβάνει;¨

Χαρά να δεις οι ¨προσκείμενοι¨ Πέρσες αυλικοί, που σε αυτές τις -ακροβατικές!- επικύψεις είναι μανούλες: άρχισαν να μπαίνουν στην ουρά για να ξαναπροσκυνήσουν τον Μεγάλο Αφέντη από την Δύση! Αντίθετα οι έλληνες στραβομουτσούνιασαν κάτω από τις κοντοκομμένες γενειάδες τους.

Ramat-Rachel_gardenimage

Το λόγο πήρε τότε ο δικός σου,  ο Ολύνθιος.

¨Θα σου άρεσε Ανάξαρχε¨ ρώτησε απ’ ευθείας τον σοφιστή, ¨ένας απλός ιδιώτης να απαιτήσει να του αποδίδονται οι ίδιες τιμές που όλοι εμείς επιφυλάσσουμε μόνον στον Βασιλιά μας; Θα το έβρισκες θεμιτό να εκφωνούμε βασιλικούς επαίνους και να δίνουμε βασιλικούς ασπασμούς στον οποιονδήποτε; Εάν ναι, πες το μας να το ξέρουμε. Εάν όμως όχι -όπως είναι λογικό-, τότε απάντησέ μου σε παρακαλώ: δε νομίζεις ότι οι Θεοί θα οργιστούν εάν δουν να χρησιμοποιούμε απευθυνόμενοι στον βασιλιά μας τις ενδείξεις αγάπης και σεβασμού, όπως το προσκύνημα,  που προορίζονται  μόνον και αποκλειστικά για εκείνους;

Διότι Ανάξαρχε Αβδηρίτη, απ’ όσο εγώ ξέρω, άλλες είναι οι τιμές που πρέπει να απευθύνονται στους αθάνατους Θεούς, άλλες εκείνες που προορίζονται για τους Βασιλείς και τους Ηγεμόνες και άλλες εκείνες που απευθύνουμε στους απλούς πολίτες.

Θα μου πεις ότι οι Πέρσες, καθώς και άλλοι ανατολίτες ηγέτες το κάνουν: επιχειρούν να παρουσιαστούν στους υπηκόους τους ως εάν ήσαν Θεοί και τους επιβάλλουν την Προσκύνηση. Για πες μου όμως, σε τι τους ωφέλησε αυτή η ένδειξη, όχι αγάπης αλλά υποταγής, όταν, όπως όλοι ξέρουμε, ο ¨θεός¨   Κύρος (του Καμβύση) νικήθηκε παλιότερα από τους φτωχούς αλλά ελευθερόφρονες Σκύθες, ο ¨θεός¨ Ξέρξης νικήθηκε από τους ελεύθερους πολίτες της Ελλάδας, ο ¨Θεός¨ Αρταξέρξης ταπεινώθηκε από τους Μύριους του Ξενοφώντα και του Κλέαρχου και ο πολυπροσκυνημένος Μεγάλος Βασιλέας Δαρείος νικήθηκε από τον Αλέξανδρο, που εμείς τον αγαπάμε χωρίς να χρειάζεται να τον προσκυνήσουμε για να του αποδείξουμε την αγάπη μας; Άλλωστε οι πρόγονοι του Αλέξανδρου μπορεί να μην ήταν θεοί, αλλά ξεκίνησαν από το Άργος για να φτιάξουν εκεί, ανάμεσα στους έλληνες του Βορρά ένα βασίλειο όπου να κυριαρχούν οι νόμοι και όχι η δουλοπρεπής υποταγή ανελεύθερων υπηκόων¨.

arxaia-ellada-00-loutroforos-min

Κάτι τέτοια τολμηρά έλεγε ο δικός σου, οι στρατηγοί που παρακολουθούσαν με έντονο ενδιαφέρον την διένεξη κουνούσαν επιδοκιμαστικά τα κεφάλια τους και εγώ Μεγαρέα, εγώ που ούτε η ¨Προσκύνηση¨ ούτε τα παιχνίδια εξουσίας με συγκινούν και με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, εγώ που την απάντηση στα ερωτήματά μου την ψάχνω αλλού κι αλλιώς, εγώ είπα να κοιτάξω με άλλο μάτι τον ίσαμε τότε αντιπαθή Καλλισθένη. Σκέφτηκα και κατάληξα ότι ακόμη κι εγώ, που έχω κάθε λόγο να αγαπώ τον Αλέξανδρο, αν με υποχρέωνε να τον προσκυνήσω, θα τον μισούσα.

Ξέρεις τι έκανα μετά; Του το είπα. Του Αλέξανδρου. ¨Σου χρωστάω πολλά¨, του είπα, ¨αλλά εάν με βάλεις να σε προσκυνήσω, θα σε μισήσω¨. Και ακόμη του είπα:  ¨Θυμάσαι τότε που πήγες κόντρα στον πατέρα σου τον Φίλιππο, εκείνος σε έδιωξε από την Αυλή και εμείς οι φίλοι σου σε ακολουθήσαμε στην εξορία; Τότε λοιπόν, να ξέρεις, σε αγαπούσαμε και σε θαυμάζαμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αλλά δεν σε προσκυνούσαμε… Προτιμούσαμε να παίζουμε μαζί σου καρπαζιές και να γελάμε!¨

Εκείνος χαμογέλασε και μετά με κοίταξε σκεφτικός. ¨Λες λοιπόν ότι πρέπει να ακούσω τις συμβουλές του συγγενή του Αριστοτέλη;¨

¨Γιατί όχι. Δε μου φάνηκε τόσο φανατικός όσο τον νόμιζα. Αν κατάλαβα καλά, λέει πως με τους ντόπιους μπορείς να συμπεριφερθείς με όποιο τρόπο θεωρείς ότι τους ταιριάζει. Αν σε προτιμούν θεό, γίνε γι αυτούς θεός. Όχι όμως για τους Έλληνες.  Αυτοί, όπως ισχυριζόταν και ο Αριστοτέλης, αξίζουν διαφορετική συμπεριφορά¨.

Αυτήν τη φορά, ακούγοντας από μένα το όνομα του δασκάλου μας, ο Αλέξανδρος συννέφιασε.

 ¨Ο Αριστοτέλης! Ξέρεις τι έμαθα πρόσφατα; Ορισμένες από τις απόρρητες διδασκαλίες του, τις ¨ακροαματικές¨, εκείνες που προορίζονταν, από ό, τι ο ίδιος έλεγε, μόνο για τα αυτιά των μυημένων ηγετών, τις δημοσίευσε μαζί με τα τελευταία του συγγράμματα.  Του έστειλα επιστολή ότι εξεπλάγην και ότι διαμαρτύρομαι, αλλά ακόμη δεν έχω λάβει την απάντησή του κι αυτό δεν μ’ αρέσει¨. Έτσι μου είπε.

Έχε το κι αυτό στο νου σου  Μεγαρέα, γιατί αν τελικά συναντήσεις τον Αλέξανδρο, να ξέρεις ότι ενδέχεται  να σε ρωτήσει σχετικά.

.

Και ο Άρπαλος κατέληξε λέγοντάς μου τα εξής:

Ο Βασιλιάς για ένα διάστημα έδειξε διαλλακτικός απέναντι στους πολέμιους της προσκύνησης και απέναντι στον ίδιο τον Καλλισθένη. Αλλά μόνον για ένα διάστημα. Μετά, απ’ ό, τι έμαθα,  η συμπεριφορά του άλλαξε και πάλι.

Είναι πολύ πιθανό να συνέβη αυτό που τελευταία ψιθυριζόταν έντονα: Ο Αλέξανδρος ενδέχεται να πείστηκε ότι αξίζει το κόπο να κατευθύνει τα στρατεύματά του, ακόμη πιο ανατολικά, ενάντια στους λαούς του Ινδού ποταμού. Και προτού ξεκινήσει θέλει να κλείσει οριστικά με τα θέματα που θεωρεί ότι εκκρεμούν επικίνδυνα.

Είναι πολλά τα χρήματα που, αντί να παραμείνουν εδώ στα θησαυροφυλάκια της γηραιάς Βαβυλώνας (και αν είναι να θυσιαστούν, να θυσιαστούν για τη Χαρά της Ζωής, όπως θα πρότεινα εγώ) μεταφέρονται εσπευσμένα στο μέτωπο για να αφιερωθούν στον ανικανοποίητο θεό του πολέμου∙ έτσι η υπόθεση για την παράταση της εκστρατείας μοιάζει να επιβεβαιώνεται.  

Εν τω μεταξύ μαθαίνω πως από τον Ολύνθιο αφαιρέθηκε -άγνωστο εάν προσωρινά ή όχι- το καθήκον της συγγραφής των ¨βασιλικών εφημερίδων¨. Λέγεται επίσης πως άρθηκαν οι αρμοδιότητές του που αφορούν στην εποπτεία της συλλογής πληροφοριών και γνώσεων. Το γεγονός ότι, όπως μου είπες, δεν παίρνεις απαντήσεις στα γράμματα που του απευθύνεις, σημαίνει ή ότι οι επιστολές σου κατάσχονται, άρα πιθανότατα κινδυνεύεις με σύλληψη, ή ότι εκείνος τις λαμβάνει μεν, αλλά επιτηρείται και αδυνατεί να σου απαντήσει.

image001(5084)

Αυτά είναι μερικά από όσα ειπώθηκαν την πρώτη μέρα της άφιξής μου στην Βαβυλώνα, ύστερα από ένα κουραστικό, αλλά χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις ταξίδι. Σκαρφαλώνοντας στα δασωμένα βουνά της Φοινίκης, διασχίζοντας τις ερήμους και τις οάσεις της Συρίας, και μετά πλέοντας στα ποτάμια της Μεσοποταμίας ή καλπάζοντας στις όχθες τους, καταφέραμε να φτάσουμε στην (ακόμη και σήμερα) εντυπωσιακή Βαβυλώνα. Κοιτώντας και πάλι τα τείχη και τους πύργους της αναρωτήθηκα ξανά πώς και γιατί αυτή η φαινομενικά πανίσχυρη πόλη μας παραδόθηκε αμαχητί και ποιο σκουλήκι την έτρωγε αθόρυβα από τα μέσα. Όμως εκείνες τις μέρες δεν είχα ούτε τον χρόνο ούτε τη διάθεση να διερευνήσω τέτοια θεωρητικά ζητήματα. Εδώ θα έπρεπε να συναντήσω τον Άρπαλο, να πάρουμε (εγώ και οι συνοδοί μου) μια σύντομη ανάσα, να ανεφοδιαστούμε και να συνεχίσουμε για το απομακρυσμένο μέτωπο.

Εκείνη τη νύχτα, μετά τη κουβέντα με τον Άρχοντα του Θησαυροφυλακίου,  θα είχα πολλά να σκεφτώ, αλλά δε τα κατάφερα. Ο γλυκός ασφαλής ύπνος που εξασφάλιζαν τα δροσερά υπνοδώματα του μέγαρου του Άρπαλου με κατακυρίευσε αμέσως. Αν είδα όνειρα, αυτά δεν χαράχτηκαν στη μνήμη μου. Εκείνο που θυμάμαι είναι ένα  σγουρόμαλλο κεφάλι πάνω από το δικό μου, καθώς ο Οινοκράτης έκανε ό, τι μπορούσε για να με ξεκόψει από τον απατηλό κόσμο του Μορφέα και να με επαναφέρει στο ζόρικο κόσμο της αφύπνισης.

«Ξύπνα προϊστάμενε, ξύπνα! Είναι πρωί προχωρημένο και ο Άρχοντας Άρπαλος θέλει να σε δει κατεπειγόντως. Πρέπει να έφτασαν κάποια νέα που μας αφορούν. Ξύπνα γιατί θα σου κάνω ό, τι έκανα όταν ήσουν μικρός…» Μισάνοιξα τα βλέφαρα και περισσότερο μάντεψα παρά είδα ότι κρατούσε ένα μεγάλο αγγείο με νερό, όπου τσαλαβουτούσε ένα πανί και προσπαθούσε να μου το τρίψει στο πρόσωπο. «Δεν αστειεύομαι θα το αδειάσω  όλο πάνω σου όπως έκανα όταν ήσουνα ατίθασος πιτσιρικάς!»

Υπέκυψα στον εκβιασμό και ανασηκώθηκα. Ύστερα από λίγο βρισκόμουν μπροστά στον Άρπαλο. Δίσταζα ακόμη να πω: κοντά στον ¨φίλο¨ Άρπαλο, αλλά είναι γεγονός ότι, όπως ήρθαν τα πράγματα, ήθελα δεν ήθελα, δε μπορούσα παρά να του δείξω εμπιστοσύνη.

.images (21)

Βημάτιζε πέρα δώθε μπροστά στο γραφείο, με τον ιδιόρρυθμο τρόπο που του επέβαλε το κοντύτερο πόδι του. Στο ένα χέρι κρατούσε έναν μισοτυλιγμένο πάπυρο. Τον σήκωσε ψηλά για να μου τον δείξει.

«Είναι νέα πού μόλις έφτασαν από το μέτωπο της εκστρατείας. Ελπίζω να κοιμήθηκες καλά απόψε, γιατί απ’ ότι βλέπω, αν θέλεις να προλάβεις τον Ολύνθιο ζωντανό, πρέπει να ξεκινήσεις αμέσως: Σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται εδώ, ο Καλλισθένης συνελήφθη και φυλακίστηκε. Γιατί; Διότι εκδηλώθηκε και πάλι συνωμοσία με σκοπό τη δολοφονία του Αλέξανδρου. Και θεωρείται υποκινητής!»

Θυμήθηκα την επιστολή της Θαίδας. Μου έγραφε ότι ανάμεσα στα όσα σχεδίαζαν οι Άλλοι για τον Καλλισθένη, ήταν και το να τον αναμείξουν σε μια πλεκτάνη όπου θα συμμετείχαν, ή θα πρωτοστατούσαν, οι ¨βασιλικοί παίδες¨.

«Είναι ανακατεμένοι οι νεαροί ακόλουθοι του Αλέξανδρου;» ρώτησα.

Έμεινε ακίνητος και με κοίταξε προσεκτικά.

«Εσύ πού το ξέρεις;»

Του είπα ότι απρόσεκτοι ¨αυτοκρατορικοί¨ σχεδίαζαν να εμπλέξουν τον Καλλισθένη σε μια νεανική ανταρσία, και μιλούσαν γι αυτό μπροστά σε νεαρές αλλά καθόλου ανεγκέφαλες εταίρες. Και ότι αυτές οι προθέσεις τους είχαν φτάσει στα αυτιά μου ήδη πριν αναχωρήσω από την Αθήνα.

«Καμιά φορά ξεχνάω τις πολυσχιδείς αρμοδιότητές σου», μου είπε με μισό χαμόγελο. «Αν αυτό είναι το σχέδιο, μπήκε ήδη σε εφαρμογή. Μου ξαναέδειξε τον κύλινδρο. «Πράγματι, εδώ αναφέρεται πως κάποιοι έφηβοι ευγενείς φέρονται ως οι επίδοξοι εκτελεστές του βασιλοκτόνου κινήματος. Αλλά…», -μου έδωσε τον πάπυρο-  «κοίτα και μόνος σου, εδώ δεν υπάρχουν άλλες λεπτομέρειες».

«Εσύ όμως υπήρξες ¨βασιλικός παις¨, άρα ξέρεις εάν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο».

Στο πρόσωπό του φάνηκε μια στάλα νοσταλγίας.

«Ναι», μου απάντησε ύστερα από λίγο. «Ναι, ήμουν ¨βασιλικός παις¨ και ναι, μια εξέγερση των νεαρών ευγενών, έστω  κι αν έχει λίγες πιθανότητες επιτυχίας, μπορεί πάντα να συμβεί. Πρώτον γιατί είναι νέοι, δικαιούνται να ονειρεύονται το απόλυτο και είναι επιρρεπείς να πιστέψουν ότι το απόλυτο είναι εφικτό. Δεύτερον, γιατί είναι παιδιά αρχόντων και στρατηγών. Αν στους οίκους τους υπάρχει δυσαρέσκεια και αμφισβήτηση, είναι αναμενόμενο να την συμμερίζονται και αυτοί, και μάλιστα με το αυξημένο πάθος της νιότης τους. Τρίτον γιατί ζουν την καθημερινή ζωή του βασιλιά, την οποία εξυπηρετούν και περιφρουρούν. Άρα είναι παρόντες εκεί όπου κανείς άλλος δεν καταφέρνει να φτάσει.

Επομένως, ναι Εύελπι Μεγαρέα. Τα παιδιά είναι δυνατό να επαναστατήσουν. Όμως τα παιδιά είναι άπειρα. Για να σταθεί η υπόθεση της ανταρσίας είναι απαραίτητη η παρουσία κάποιου έμπειρου καθοδηγητή…»

«Φεύγω…» τον διέκοψα.

«Περίμενε», μου είπε. «Ξέρεις τι έκανα μετά τη κουβέντα μου με τον Αλέξανδρο σχετικά με τον Καλλισθένη; Προμηθεύτηκα τα συγγράμματα του Ολύνθιου. Εδώ τα έχω σχεδόν όλα! Κοίτα, εδώ είναι τα ¨Αποφθέγματα¨, εδώ τα ¨Ελληνικά¨, εδώ το σύγγραμμά του για τη Φωκίδα και τον Ιερό πόλεμο, και ετούτα είναι όσα έχει εκδώσει μέχρι τώρα  από τις ¨Αλεξάνδρου Πράξεις¨.  Είμαι σίγουρος ότι ο συγγραφέας αυτών των κειμένων όχι μόνον αγαπάει τον Αλέξανδρο, αλλά και περιμένει από αυτόν πολλά και θετικά πράγματα. Ο Καλλισθένης μοιάζει να πιστεύει ότι οι Έλληνες πέρασαν σε μια νέα, ενδιαφέρουσα και χρήσιμη φάση της Ιστορίας. Και ότι μέσω του Αλέξανδρου αυτή η νέα φάση μπορεί να διαδοθεί σε πανανθρώπινη κλίμακα. Είναι επικριτικός σε ό, τι κοστίζει αίμα, και τώρα που μελέτησα τις γραφές του, δεν πιστεύω πως είναι δυνατό να συνωμοτεί για να δολοφονήσει τον Βασιλιά.  Θα μπορούσα, το πολύ, να τον πω αθεράπευτα αισιόδοξο!

Εμένα, μπορείς να με πεις περισσότερο κυνικό -ξέρεις τι εννοώ-  παρά αισιόδοξο. Αλλά τους αισιόδοξους μπορεί να μην τους πιστεύω, αλλά τους εκτιμώ -ίσως και να τους ζηλεύω μια στάλα. Για μένα ασκούν -ηθελημένα ή άθελά- μια φιλάνθρωπη παρηγορητική λειτουργία. Χαλάλι τους λοιπόν η συμπάθειά μου…»

«Φεύγω», επανέλαβα.

«Άκουσέ με Μεγαρέα. Σήμερα πρωί-πρωί διέταξα μια ειδική έρευνα και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι δεν έχει εκδοθεί εναντίον σου κανένα  ένταλμα σύλληψής. Τουλάχιστον -μέχρι στιγμής-  δεν έχει φτάσει ως εδώ κάτι τέτοιο. Γι αυτό, εάν σου δώσω μια γερή ομάδα που θα σε συνοδέψει ως το μέτωπο, δεν παραβαίνω καμία ρητή εντολή της διοίκησης».

«Δεν θέλω. Σε ευχαριστώ, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται. Όπως τα καταφέραμε ως εδώ, θα τα καταφέρουμε και στο υπόλοιπο ταξίδι. Πάντως ειλικρινά σε ευχαριστώ».

«Τότε δέξου κάτι άλλο. Πιο συμπαθητικό από μια ομάδα ενόπλων. Ίσως και πιο αποτελεσματικό.

Τον Αυτιά και τον Κάνθαρο θα τους θυμάσαι υποθέτω. Είναι οι παλιοί καλοί μου σωματοφύλακες, απολύτως έμπιστοι και απαράμιλλοι στις συγκρούσεις. Επί πλέον, ιδιαίτερα ο Αυτιάς, είναι δικτυωμένος σε μέρη και σε περιβάλλοντα που δεν μπορείς να φανταστείς. Παρ’ τους μαζί σου».

Το σκέφτηκα μία δύο στιγμές.

«Εντάξει», είπα τελικά, «φώναξέ τους».

«Είναι ήδη εδώ» μου χαμογέλασε ο Άρπαλος. «Θα τους βρεις στον προθάλαμο έτοιμους για αναχώρηση μαζί με τους δύο δικούς σου».

imagesσ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος όγδοο: Η τελική σύγκρουση. Κεφάλαιο δεύτερο: Αντιδρώντας στα άσχημα νέα.

Posted by vnottas στο 9 Απρίλιος, 2018

Κεφάλαιο δεύτερο: Αντιδρώντας στα άσχημα νέα.

(αφηγείται ο Εύελπις)

συρμένο-ά-ογο-χεριών-43913400

Η επιστολή της με τάραξε. Με το που την έλαβα. Προτού την διαβάσω. Δεν περίμενα να μου γράψει, αν και δε μπορώ να πω γιατί. Ίσως γιατί η Θαίδα δεν ήταν για μένα η καλή μου φίλη… Ήταν κάτι παραπάνω. Κάτι που αγαπούσα και φοβόμουν ταυτόχρονα. Κάτι που με είχε δεχτεί και με είχε απορρίψει. Κάτι που μου προξενούσε αισθήματα που δεν έλεγχα. Αισθήματα που η απόσταση μεταξύ μας και το πέπλο της πολύβουης πόλης των Αθηνών που με κάλυπτε, δεν κατάφερναν να καταπνίξουν εντελώς και που όλο σιγανο-σπινθήριζαν στο βάθος της ψυχής μου.

Αυτά τα σχεδόν δυόμισι χρόνια που βρισκόμουν στο ¨κλεινόν άστυ¨ είχα προσπαθήσει να βρω μια ισορροπία ανάμεσα στις κρυφές μου επιθυμίες και τα όσα φαίνονταν εφικτά. Εκείνη δεν είχε πάψει να υπάρχει ανάμεσα στις μύχιες σκέψεις μου, αλλά η απόσταση και η ένταση των καθηκόντων που θα έπρεπε να εκπληρώσω  εδώ, με βοηθούσαν να μην αιχμαλωτιστώ στο έλος των αδιέξοδων συναισθημάτων μου. 

Και ξαφνικά εκείνη μου γράφει… Όπως και στην πρώτη της επιστολή, τότε στα Σούσα, για να μου θυμίσει ότι παρά τις ειλημμένες αποφάσεις της και τις αντιξοότητες που παιδεύουν τη σχέση της μαζί μου, με προσέχει, με εποπτεύει, με σκέφτεται, με υπερασπίζεται. 

Αλλά αυτά τα διαπίστωσα μετά. Όταν διάβασα με προσοχή και συγκίνηση το γράμμα της.

ξξ

«Ναι δάσκαλε, δεν είναι η πρώτη φορά που ο ¨Ευδαιμονικός¨ και οι δικοί του βυσσοδομούν εις βάρος μας, αλλά είναι η πρώτη που ακούω να αναφέρουν το όνομά σου. Μέχρι στιγμής δεν τόλμησαν κάτι τέτοιο. Για κάποιο λόγο, που δεν είναι δύσκολο να τον μαντέψει κανείς -εσύ είσαι μακριά, εκείνοι είναι εκεί, κολακεύουν και μηχανορραφούν- πιστεύουν ότι τώρα είναι ισχυρότεροι από ό, τι άλλοτε. Πως η επιρροή τους στον Βασιλέα υπερτερεί της αφοσίωσης εκείνου προς εσένα. Όμως ομολογώ πως μου φάνηκε υπερβολικό, αν και όχι απίστευτο -τους έχω ικανούς για οτιδήποτε- να σε κατηγορούν ότι σχεδιάζεις να τον δολοφονήσεις. Πρέπει να εκτιμούν πως, όσο ο βασιλιάς σε αγαπάει, ο Καλλισθένης πρέπει να θεωρείται άτρωτος. Ακόμη και οι διενέξεις ανάμεσα στον Αλέξανδρο και μερικούς από τους πιο γνωστούς παλιούς στρατηγούς, των οποίων τις ανησυχίες ο Καλλισθένης έδειχνε να κατανοεί, παρά την τραγική τους κατάληξη  δεν άρκεσαν για να μειώσουν αποφασιστικά το κύρος του.

Για να τον εξουδετερώσουν πρέπει να απαλλαγούν πρώτα από σένα, τον δάσκαλο Αριστοτέλη…»

Ο Αριστοτέλης με κοιτάζει σκεφτικός.

«Και θέλεις να φύγεις; Να επιστρέψεις στην Ασία;» με ρωτάει.

«Αυτό αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε. Ίσως έχω παραμείνει εδώ περισσότερο από όσο θα έπρεπε, αλλά αυτές ήταν μέχρι στιγμής οι εντολές του Καλλισθένη».

«Τον ενημέρωσες γι αυτά που έμαθες;»

«Ναι και περιμένω με αγωνία την απάντησή του».

«Και του ζητάς να σου επιτρέψει να επιστρέψεις, υποθέτω».

«Ναι. Πιστεύω ότι ένα μέρος της  αποστολής μου εδώ έχει ολοκληρωθεί. Δε θα έλεγα βέβαια ότι η κατάσταση είναι ευνοϊκότερη από πριν. Μετά την καταδίκη του Αισχύνη και την αναχώρησή του, οι σχέσεις ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Μακεδόνες έχουν επιδεινωθεί, έστω κι αν δεν έχουν φτάσει σε ανοιχτή ρήξη. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, αυτή η αποφυγή της ρήξης είναι ίσως το μόνο θετικό. Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν τις μεγάλες δυσκολίες επισιτισμού που αντιμετωπίζει τα δύο τελευταία χρόνια η Αθήνα, θα έλεγα ¨πάλι καλά¨ που δεν είχαμε κάποιο επεισόδιο που θα οδηγούσε σε νέα ανοιχτή σύγκρουση».  

«Συμφωνώ», μου είπε ο δάσκαλος. «Προς στιγμήν μάλιστα φοβήθηκα ότι θα υπάρξουν επιπτώσεις και για το Λύκειο. Όσο κι αν αγαπώ την Αθήνα, έχω συνείδηση του γεγονότος ότι είμαι κι εγώ μέτοικος και όπως όλοι οι μέτοικοι πρέπει να είμαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή για αναχώρηση. Έστω και αν εδώ το έδαφος αποδείχτηκε εύφορο για το Λύκειο, το οποίο, θέλω να πιστεύω πως έχει αποκτήσει  γερές αθηναϊκές ρίζες».

«Αναμφίβολα δάσκαλε. Πάντως προς το παρόν η κατάσταση είναι μάλλον ήρεμη. Η ηγεσία δείχνει να εκτιμά το γεγονός πως οι Αθηναίοι πολίτες καλούνται από τους πρώτους να δηλώσουν αν ενδιαφέρονται να αποικήσουν τις νέες πόλεις, καθώς και οι πολεμιστές εάν επιθυμούν να συμμετάσχουν με καλή αμοιβή στην στρατιά».

Το γκρίζο βλέμμα του Αριστοτέλη με κοιτάζει πάλι ερωτηματικά.

«Μίλησες για την ολοκλήρωση μέρους της αποστολής σου… Δηλαδή; Τι άλλο…»

«Ένα άλλο μέρος δάσκαλε αφορά σε ‘σένα, το ξέρεις. Έπρεπε να θέσω στη διάθεσή σου κάθε πληροφορία που θα σε διευκόλυνε στο να έχεις μια ολοκληρωμένη άποψη για τα όσα συμβαίνουν στην εκστρατεία, έτσι ώστε να μπορείς να εκφέρεις τη γνώμη σου για το μελλοντικό ¨δέον γενέσθαι¨. Ο Καλλισθένης πιστεύει ότι, αρχίζοντας από εσένα, όλοι οι διανοητές θα πρέπει να πάρουν θέση για το τι θα συμβεί όταν οι στρατιωτικοί δεν θα είναι πλέον αναγκαίοι κι όταν η πρώτη γραμμή θα είναι εκείνη της αντιμετώπισης των ανθρώπινων αναγκών∙ όταν νέες πολιτείες θα πρέπει να οργανωθούν και  όταν παλιές και νέες ανάγκες ευτυχίας θα πρέπει να ικανοποιηθούν».

Χαμογελάει χωρίς να πάψει να δείχνει σκεφτικός. Μετά συνεχίζει εκείνος, σε πρώτο πρόσωπο…

«Κι εγώ, που δεν αρκούμαι σε ρητορικές διακηρύξεις, αλλά εμπιστεύομαι τον ορθό, συστηματικό λόγο, προσάρμοσα τις έρευνές μου στην αναζήτηση της πολιτικής ευνομίας και της κοινωνικής ανάπτυξης, όπως αυτές έχουν μέχρι τώρα εφαρμοστεί στις κυριότερες ελληνικές πόλεις και όχι μόνο. Έτσι κάθε τυχόν πρόταση για το αύριο θα βασιστεί στην διεξοδική και τεκμηριωμένη γνώση του παρελθόντος».

Σταματάει για λίγο και, καθώς εγώ δε σχολιάζω, συνεχίζει.

«Ξέρω πως ο Καλλισθένης, όπως και εσύ άλλωστε, θα θέλατε κάτι παραπάνω. Ξέρω πως επιθυμείτε να αλλάξετε τα πράγματα προς το καλύτερο και, όπως οι στρατηγοί πριν από τη μάχη ζητούν από τους ιερείς να εγγυηθούν, αν όχι την βοήθεια τουλάχιστον την καλή προδιάθεση των θεών, έτσι κι εσείς θα θέλατε να σας δώσουν οι διανοητές την έγκριση του Ορθού Λόγου. Μόνο που αυτός ο τελευταίος είναι πιο δύσκολος και σίγουρα πιο δυσπρόσιτος από τους παλιούς θεούς, που πολλές φορές ανακατεύονται στα ανθρώπινα από μόνοι τους, χωρίς καν να τους το ζητήσει κανείς».

Ο Αριστοτέλης άφησε μια βαθιά εκπνοή που έμοιαζε με αναστεναγμό.

«Ξέρω επίσης πως εδώ είμαστε στην πατρίδα του δάσκαλου Πλάτωνα, ο οποίος πρώτος προσπάθησε να αποδώσει στους φιλοσόφους τις πολιτικές τους ευθύνες. Και δεν κρύβω πως και εγώ ο ίδιος, άξιος μαθητής του δασκάλου μου, όπως ήθελα να είμαι, προσπάθησα νεότερος να ανακατευτώ στην άμεση πολιτική δράση. Όμως ούτε εκείνος στις Συρακούσες, ούτε εγώ στην Άσσο είχαμε εν τέλει ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα».

Η φωνή μου πρέπει να ακούστηκε κάπως απογοητευμένη:

«Όμως δάσκαλε, αν όσα μου γράφει η Θαίδα είναι αληθή, ο Καλλισθένης κινδυνεύει άμεσα. Τη Θαίδα δεν πρόλαβες να τη γνωρίσεις γιατί όταν έφυγε για την εκστρατεία εσύ μόλις είχες έρθει στην Αθήνα, όμως μπορώ να σε βεβαιώσω πως είναι αξιόπιστη…»

Η δική του φωνή αυτή τη φορά ακούστηκε κάπως αινιγματική:

«Δεν είπα πως δεν θα κάνουμε τίποτα. Άλλωστε αυτά που μάθαμε για τον Παρμενίωνα και τον γιο του μαζί με το τραγικό τέλος του Κλείτου αρκούν για να σημάνει ο συναγερμός. Εγώ θα γράψω αμέσως στον Αλέξανδρο. Και εσύ πριν φύγεις για το μέτωπο, θα έρθεις μαζί μου σε μια σημαντική συνάντηση. Θα δούμε, έχω ήδη συνεννοηθεί, έναν διανοητή από εκείνους που ανακατεύονται ενεργά, αλλά προτιμούν να το κρύβουν. Θα δεις, από αυτόν θα μάθουμε περισσότερα για αρκετούς τομείς που αφορούν στην σημερινή συγκυρία. Πρόκειται για έναν Πυθαγόρειο. Όχι, εγώ δεν ανήκω στους κύκλους τους, ούτε εκτελώ τα τελετουργικά τους που μου φαίνονται αστεία. Όμως γνωρίζω ότι, όπως ακριβώς και τον δάσκαλο Πλάτωνα, με σέβονται και με εκτιμούν. Εκείνον τον είχαν βοηθήσει πάνω από μια φορά. Ας δούμε λοιπόν τι μπορούν να κάνουν για εμάς σήμερα».

images (23)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Αλέξανδρος ο Μακεδών Αριστοτέλει (από τον Λευτέρη).

Posted by vnottas στο 19 Μαρτίου, 2018

 

Ο φίλος του Ιστολογοφόρου και κριτικός αναγνώστης του εκπονούμενου μυθιστορήματος Ελευθέριος Καβαλιέρος μου έστειλε ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για το κείμενο, καθώς και ένα δικό του πόνημα σχετικό με την εν λόγω εποχή. Τον ευχαριστώ και αναρτώ την ¨Επιστολή του Αλέξανδρου προς τον Αριστοτέλη¨. Οι υποσημειώσεις είναι δικές του. Β.Ν.

images%ce%b1-6

Καβαλιέρος Ελευθέριος

Αλέξανδρος ο Μακεδών Αριστοτέλει.[1]         

«Από τη μακρινή, από εσέ Περσέπολη,

σου γράφω, σεβαστέ μου δάσκαλε,

με την καρδιά μου μαύρη απ’ τις στάχτες [2]

έργων αοικέων, που άδικα και σ’ εμένα θ’ αποδώσουν.[3]

Και όμως, έως τώρα έπραξα

ακολουθώντας τις σοφές σου διδαχές.

Να βλέπω, να παρατηρώ, να καταγράφω

πάντα με τη Λογική,

να με ακολουθούνε άνθρωποι

που να διδάσκουν, μα και να διδάσκονται.

Φιλόσοφοι, ιστορικοί και ρήτορες και ποιητές

και τραγωδοί που μας προσφέρουν κάθαρση,[4]

αλλά και γεωγράφοι και φυσιοδίφες κι όμοιοί τους,

που σου στέλλουν τις παρατηρήσεις τους

να εμπλουτίζεις τη σχολή σου με τις νέες γνώσεις.[5]

Να προστατεύω Πόλεις που να ζούνε

Έλληνες και ντόπιοι, όχι απλώς, να συμβιώνουν[6],

μα να θεμελιώνουνε την κοινωνία

σύμφωνα με τις καλές τους πράξεις.[7]

Πάντα φίλοι μεταξύ τους[8] έστω και ανταγωνιστές.

Ν’ αντιλαμβάνονται ότι ο άνθρωπος είναι όν,

μα ον πολιτικό[9].

Σωστά όλα αυτά μου δίδαξες εσύ, ο Μακεδών,

ο μέγιστος Ελλήνων, μέγιστος των σοφιστών.

Αλλά τα μαύρα ερείπια, πρωτεύουσας ιστορικής,

μας δίδουν παράδειγμα πικρό ότι εάν ο άνθρωπος

δε σέβεται, κι έστω τυχαία καταστρέφει τον πολιτισμό,[10]

γίνεται χείριστος και από τα παλαιά του,

τότε που ήταν άπολις και φαύλος.[11]

Αλέξανδρος ο Μακεδών».

Sxedio_04

[1] Η παρούσα «επιοτολή» έχει ως πρότυπο τις: Αλκίφρονος Επιστολαί, μετφρ. Τάσου Βουρνά, Εκδ. Αφών Τολίδη Ο.Ε, 1984

[2] Για την πυρκαγιά της Περσέπολης από λογοτεχνική σκοπιά, βλέπε και: Νόττας Βασίλης, Μυθιστόρημα υπό Εκπόνηση, Μέρος Δ’, Κεφάλαιο 15, Vnottas, wordpress.com

[3]Όπως δηλαδή αποδόθηκαν και στον Αχιλλέα  μετά το θάνατο του Έκτορα. «…αοικέα μήδετο έργα…» Ιλ. Χ396.

[4] Αριστοτέλης, Περί Ποιητικής, VI 1-4, 1449b25.

[5] Βλέπε: Πωλ Φώρ, «Η Καθημερινή Ζωή στην Εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου», μετφρ. Γιάννη Αγγέλου, Εκδ. Παπαδήμα, 2008.

[6] Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, Α, 1253a 1-5 και Α, 1252b – 1253a 33

[7] Πολιτικά Γ, 1282α, 2-3.

[8] Ηθ. Νικομάχεια, Θ, 9, 1160α, 11-14.

[9] Ως. σημ.6.

[10] Για την καταστροφή της Περσέπολης οι απόψεις διίστανται, Βλέπε και: Πλούταρχο, Αλέξανδρος, ΛΗ’, Αρριανός Γ’ 18, 11 κλπ. ως και J.G. Droysen, Βασ. Νόττας, κλπ .

[11] …ο άπολις δια φύσιν και ου δια τύχην ήτοι φαύλος εστί…. Α, 1253α 5,

 

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο δέκατο τρίτο: Οι κόμποι στο χτένι

Posted by vnottas στο 10 Φεβρουαρίου, 2018

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο. Όπου ορισμένοι κόμποι λύνονται και άλλοι φτάνουν στο χτένι

(αφηγείται ο Εύελπις)

μ

Είμαι αναστατωμένος γι αυτό λέω, αν τα καταφέρω, να τα σημειώσω όλα επιγραμματικά. Και με τη σειρά. Ένα-ένα. Αλλιώς, έτσι ανακατεμένα που είναι όλα αυτή τη στιγμή μέσα στο κεφάλι μου, φοβάμαι ότι δε θα καταφέρω να γίνω κατανοητός ούτε στους άλλους ούτε σε εμένα τον ίδιο.

Ένα, λοιπόν:

Όταν έφτασαν τα συγκλονιστικά νέα στην Αθήνα, τα πράγματα έμοιαζαν να εξελίσσονται, αν όχι πλήρως ομαλά, τουλάχιστον κάτω από ικανοποιητικό έλεγχο.

Τα μεγάλα αθηναϊκά πανηγύρια είχαν ολοκληρωθεί. Η Εορταστική Πομπή είχε διανύσει την οδό των Παναθηναίων με μεγάλη επιτυχία. Οι κόρες ήταν πανέμορφες, οι γέροντες καλοστεκούμενοι και τα Ευάνδρια τα είχε κερδίσει η Λεοντίδα φυλή με αποτέλεσμα ο βετεράνος πολεμιστής Παλαμήδης να έχει απογειωθεί και να υπερίπταται ευτυχισμένος: ανάμεσα στους βραβευθέντες ήταν κι ο πρωτότοκος γιος του. Ένας άλλος καταφανώς ικανοποιημένος  από τις γιορτές ήταν ο ρήτορας Δημάδης. Τα άλογά του είχαν νικήσει στους δώδεκα γύρους του ιπποδρομίου με τέθριππο άρμα: Τώρα, μου είπε, θα αρχίσει να τα προπονεί για τους επόμενους, εκατοστούς δέκατους τρίτους Πανελλήνιους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Δύο:

 Ο φίλτατος συνεργάτης μου, ο Οινοκράτης, είχε αποκτήσει επιτέλους την αθηναϊκή υπηκοότητα με την ιδιότητα του απελεύθερου μέτοικου με ιδιαίτερα προνόμια, με πρώτο εκείνο της ¨ισοτέλειας¨. Ό Οινοκράτης, όπως έμαθα, στην πατρίδα του είχε και ένα παρανόμι με πολλά ¨τσ¨, άρα όχι εύηχο στα ελληνικά, που εγώ δεν μπορώ καν να το προφέρω, οπότε, λέω, καλά έκανε και για τη νέα φάση της ζωής του διατήρησε το ¨Οινοκράτης¨ ως το κύριο επίσημο όνομά του. Σε μια σεμνή τελετή στο Πρυτανείο, όπου ανάδοχος και εγγυητής ήταν ο Παλαμήδης, υπό τις ιαχές και τα χειροκροτήματα των μελών των οικογενειών του Ευρύνου, του Παλαμήδη, αλλά και αρκετών προσωπικών του φίλων,  ο Συρακούσιος ανακηρύχτηκε επισήμως χειραφετημένος κάτοικος Αθηνών. Ως ¨ισοτελής¨, η φορολόγησή του δεν θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη των αθηναίων πολιτών (όπως συμβαίνει στους κοινούς μέτοικους),  ενώ  θα του επιτραπεί, εάν το επιθυμεί, να εξακολουθήσει να συμμετέχει στην ασιατική εκστρατεία.  Σύμφωνα με τα όσα τον διαβεβαίωσε ο ¨εφημερεύων¨ βουλευτής, -ο οποίος είχε διευθύνει την τελετή μιλώντας κολακευτικά για το ρόλο του τιμώμενου στην ανεύρεση των κλαπέντων αγαλμάτων των τυραννοκτόνων- αν όλα πάνε κατ’ ευχήν, τίποτα δεν αποκλείει το επόμενο βήμα να είναι η απόδοση στον Οινοκράτη της πλήρους ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη.Eikona_1-1

Τρία.

Ο Οινοκράτης είχε και έναν άλλο λόγο να είναι σχετικά ευχαριστημένος. Η έρευνά του για το θέμα της πατρότητας είχε ολοκληρωθεί. Το αποτέλεσμα δεν ήταν τελεσίδικο και αδιαμφισβήτητο, αλλά μάλλον μια  αναπάντεχη ¨επικρατέστερη εκδοχή¨, η οποία όμως είχε τη στήριξη ενός σπουδαίου και πλήρως αξιόπιστου προσώπου. Μένω ευχαρίστως για λίγο σε αυτό το θέμα -πριν αναφερθώ στα νέα και την αναστάτωση που προκάλεσαν- γιατί έχει γούστο.

Ό Οινοκράτης λοιπόν, είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο εμμονής στην υπόθεση της αναζήτησης της ταυτότητας του πατέρα του, που είχε ταξιδέψει ως την Κόρινθο και είχε καταφέρει να συναντηθεί έως και με τον διάσημο Διογένη, ο οποίος μπορεί να κυκλοφορεί γυμνός και να καγχάζει τους πάντες, αλλά, απ’ ό, τι λένε, δεν είναι καθόλου εύκολο να έχει κανείς μαζί του μια  ολοκληρωμένη αποκλειστική συζήτηση και, πολύ περισσότερο, να εκμαιεύσει τις απαντήσεις του σε θέματα που δεν έχουν τις άμεσες φιλοσοφικές ή ηθικές προεκτάσεις που του αρέσουν.

Ο Οινοκράτης, ποιος ξέρει πώς, τα κατάφερε. Ο γέρο-Διογένης του μίλησε. Όμως ούτε αυτός ο ταξιδεμένος (και στις Συρακούσες) φιλόσοφος μπόρεσε να του δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση στα ερωτήματά του. Αντίθετα, αν κατάλαβα καλά από τα όσα μου είπε επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Διογένης υποστήριξε πως, ίσως, αυτή η προσπάθεια αναζήτησης της πατρότητας δεν αξίζει καν τον κόπο. Οι γονείς δεν είναι πάντα τόσο χρήσιμοι, φαίνεται ότι του είπε.

Αισθάνθηκα λοιπόν κάπως ένοχος γιατί δεν είχα ακόμη υλοποιήσει την υπόσχεση που είχα δώσει στον Οινοκράτη, δηλαδή να ρωτήσω σχετικά με το πρόβλημά του τον Αριστοτέλη, παρά το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό συναντούσα συχνά τον δάσκαλο και είχα μαζί του μακρές συνομιλίες, στις οποίες θα αναφερθώ εκτενέστερα παρακάτω. Για να επανορθώσω ζήτησα από τον Οινοκράτη να μου δώσει το κληρονομημένο δαχτυλίδι και στην επόμενη επίσκεψή μου στο Λύκειο, επωφελήθηκα από μια στιγμή ανάπαυλας και μίλησα στον Αριστοτέλη για το θέμα που απασχολεί τον παλιό πιστό μου συνεργάτη και φίλο, ο οποίος μάλιστα, τότε, επρόκειτο όπου να ‘ναι να χειραφετηθεί. 

image008   Ο Αριστοτέλης παρακολούθησε με προσοχή την σύντομη αφήγησή μου κουνώντας που και που το γενειοφόρο κεφάλι του. Πρώτα του περιέγραψα τον ίδιο τον Συρακούσιο και μερικά από τα ανδραγαθήματά του και, ύστερα, την πρόσφατη μανία να εξακριβώσει ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας του.

«Για να ‘δω», μου είπε, προτείνοντας την παλάμη του.

Έβγαλα το δαχτυλίδι από το θυλάκιό μου και  του το έδωσα.

Το εξέτασε με προσοχή και στα χείλη του εμφανίστηκε ένα, όλο και πιο πλατύ, χαμόγελο.

Σκέφτηκα: …έχει γούστο! Έχει γούστο να είναι δικό του το δαχτυλίδι. Όλη αυτή η ιστορία μοιάζει πια με το παιχνίδι που παίζουν οι μπόμπιρες στις αλάνες του άστεως. Ποιανού είναι όμως τελικά το δαχτυλίδι; Του Μεγάλου  Περιπατητή;

«Για φαντάσου!», μουρμουρίζει. Και μετά μου λέει: «Το αναγνωρίζω…»

Το πρόσωπό μου παίρνει μια τέτοια έκφραση που, αργότερα, όταν θα επινοηθούν τα σημεία στίξης του γραπτού λόγου, θα μπορούσε να αποτελέσει το σκίτσο-σήμα-σύμβολο της (απεγνωσμένης)  ερωτηματικής πρότασης.

Ο Αριστοτέλης το φοράει. Του ταιριάζει. Απομακρύνει τα ανοικτά του δάχτυλα για να το θαυμάσει καλύτερα.

«Άρα;», αποτολμώ εγώ την συνεπαγόμενη ερώτηση.

«Α», κάνει, «το είχα μάλιστα  πρωτοδεί όταν είχα φτάσει στην Αθήνα ως προβληματισμένος νεαρός. Τότε που όλα τα πρόσεχα και όλα μου έκαναν εντύπωση».  

«Ναι, αλλά στο χέρι ποιανού;»

kst2-pic3

«Μα του δάσκαλού μου, του Πλάτωνα. Θυμάμαι ότι το φορούσε τον πρώτο καιρό στις διαλέξεις του. Μετά όχι. Αλλά ξέρεις πώς είναι όλοι οι νεοφώτιστοι σπουδαστές, όλοι εμείς δηλαδή, όταν πρωτοσυναντάμε κάποιον που τον θεωρούμε Μεγάλο. Τα προσέχουμε και τα θυμόμαστε όλα όσα τον αφορούν!»

«Εντάξει, αλλά το Άλφα;» ξαναρωτάω.

Με κοιτάζει περίεργα.

«Καλά», λέει. «Αν σε άκουγε ο γερο Πλάτωνας μπορεί να στεναχωριόταν που στους απογόνους έχει φτάσει μόνο το παρανόμι του. Αλλά δε φταίμε εμείς. Του άρεσε. Ήταν ασυνήθιστο και το προτιμούσε από το Αριστοκλής που είναι αρκετά κοινό όνομα».

«Αριστοκλή τον λέγανε τον Πλάτωνα;»

«Έτσι είχε ορίσει ο πατέρας του ο γερο-Αρίστων. Τον θυμάμαι κι αυτόν. Ήταν πολύ ηλικιωμένος, αλλά ζούσε ακόμη όταν έφτασα στην Αθήνα. Αλλά και ο Πλάτωνας ήταν αρκετά μεγάλος όταν έκανε τα τελευταία ταξίδια του στην Σικελία».

Μένει για λίγο σιωπηλός υπολογίζοντας τα χρόνια. «Είπες ότι ο δικός σου κοντεύει τα σαράντα. Επομένως αν υποθέσουμε ότι η μάνα του όντως διασταυρώθηκε με τον Πλάτωνα, αυτό πρέπει να συνέβη στο δεύτερο ταξίδι του στις Συρακούσες. Ναι, στέκει. Τότε ο Πλάτωνας ήταν εξήντα χρονών και είχε προσκληθεί στην αυλή των Συρακουσών από τον διάδοχο του Διονύσιου του πρώτου, τον Διονύση τον Δεύτερο. Το επόμενο τρίτο και τελευταίο ταξίδι το έκανε έξι-επτά χρόνια αργότερα. Αν ο συνεργάτης σου έχει μια, έστω θολή, ανάμνηση από τον Πλάτωνα -αν υποθέσουμε βέβαια ότι αυτός είναι ο βιολογικός του πατέρας- είναι από αυτό το τρίτο και τελευταίο του ταξίδι εκεί».

Ο Δάσκαλος στρέφεται προς εμένα. «Φαντάζομαι ότι στη σχολή του Ισοκράτη θα σας έχουν μιλήσει για τα γεγονότα της εποχής εκείνης στις Συρακούσες, έτσι δεν είναι;»

«Μέσες άκρες», του απαντάω με ειλικρίνεια.

Πηγαίνει ως τα ράφια της βιβλιοθήκης και κατεβάζει έναν-δυο κυλίνδρους.

images

«Θα σου τα επαναλάβω περιληπτικά», λέει.

«Ο Πλάτωνας πίστευε πως οι θεωρίες είναι πολύ χρήσιμες, αλλά από μόνες τους δεν αρκούν για να αλλάξουν, προς το καλύτερο, τη ζωή των ανθρώπων. Ο Φιλόσοφος πρέπει να προσπαθεί να δοκιμάσει τις ιδέες του στην πράξη. Εάν όμως είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, να αποκτήσει και να ασκήσει από μόνος του την απαραίτητη εξουσία για να τις εφαρμόσει, σκέφτηκε πως ορισμένες μετριοπαθέστερες παραλλαγές είναι εφικτές. Όπως για παράδειγμα να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός ηγεμόνα με την ιδιότητα του σύμβουλου ή, ακόμη καλύτερα, να συμβάλλει στην εκπαίδευση και τη διαμόρφωση ενός διαδόχου, δηλαδή ενός μελλοντικού ηγεμόνα. Όταν ο Διονύσιος ο πρώτος τον πρωτοκάλεσε στις Συρακούσες -ο Πλάτωνας ήταν τότε μόνο σαράντα χρονών-  σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τα κάνει και τα δύο».  

Ο Δάσκαλος ανοίγει έναν πάπυρο, «Εδώ έχω αντίγραφα από επιστολές του Πλάτωνα», λέει.

Ψάχνει, βρίσκει και μου δείχνει ένα εδάφιο. Διαβάζει: «¨Εκείνο που σκέφτηκα ήταν ότι, εάν επρόκειτο να επιχειρήσω την  εφαρμογή όσων είχα σκεφτεί για τους νόμους και την πολιτεία, την δοκιμή έπρεπε να την επιχειρήσω τώρᨻ . Και παρακάτω: «¨Ξεκίνησα λοιπόν αυτό το ταξίδι, βασικά γιατί ντρεπόμουν τον ίδιο μου τον εαυτό, μήπως φανεί ότι δεν είμαι άξιος παρά μόνο για σκέτη θεωρία και ότι διστάζω να καταπιαστώ με συγκεκριμένες  πράξεις¨.

Αυτά είχε στο μυαλό του τότε ο Πλάτωνας.

Για να σου πω την αλήθεια, περίπου αυτά σκεπτόμουν και εγώ, τόσο όταν πήγα στην Άσσο, όσο κι όταν δέχτηκα τη πρόταση του Φίλιππου και ανέλαβα την διαπαιδαγώγηση του Αλέξανδρου». Έκλεισε προσεκτικά τον κύλινδρο. «Αυτή η γεμάτη καλές προθέσεις πρώτη απόπειρα του Πλάτωνα δυστυχώς απέτυχε παταγωδώς. Ο Διονύσιος ήταν ένας ικανός αλλά και περπατημένος τύραννος που είχε πρακτικές γνώσεις και απόψεις περί εξουσίας για τις οποίες δε σήκωνε κουβέντα. Ο φιλόσοφός μας λοιπόν εγκατέλειψε τη Σικελία άρον-άρον και παραλίγο να καταλήξει δούλος στην Αίγινα. Όμως κατάφερε τελικά να φτάσει στην Αθήνα και να ιδρύσει την Ακαδημία του.

Είκοσι χρόνια αργότερα τον Διονύσιο διαδέχτηκε ο γιος του, ο Βήτα. Ο νεαρός και ο θείος του, ο Δίωνας, στενός φίλος του Πλάτωνα από το προηγούμενο ταξίδι, προσκάλεσαν και πάλι τον φιλόσοφο στη Σικελία. Εκείνος αυτή τη φορά ήταν δικαιολογημένα δύσπιστος.  Ωστόσο τελικά πήγε. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα θερμή. Άλλωστε θα έπρεπε να ξεπεραστούν και να ξεχαστούν τα δυσάρεστα γεγονότα του παρελθόντος. Δεν αποκλείω καθόλου να προσφέρθηκαν στον Πλάτωνα, μεταξύ άλλων,  οι υπηρεσίες των καλύτερων εταιρών της αυλής.  Μάλλον το θεωρώ σίγουρο. Εκείνο που δεν είμαι σε θέση να ξέρω με σιγουριά είναι εάν ο Πλάτωνας αποδέχτηκε αυτές τις προσφορές. Και πολύ περισσότερο εάν υπήρξε κάποιος καρπός από αυτές τις συνευρέσεις».

1127px-Venus_de_Milo_Louvre_Ma399_n6

«Πώς ήταν η σχέση του με τις γυναίκες;» ρώτησα εγώ με δικαιολογημένη, θα έλεγα, περιέργεια.

«Υπάρχουν δύο τομείς, αγαπητέ Εύελπι. Το συγγραφικό έργο και η καθημερινότητα. Η θεωρία και η πράξη. Επειδή θεωρώ τον εαυτό μου καλό γνώστη του έργου του Δασκάλου μου, μπορώ να σου πω πως στα συγγράμματά του αντιμετωπίζει τις γυναίκες αρκετά θετικά. Περισσότερο θετικά από πολλούς από εμάς. Στην ιδεώδη ¨πολιτεία¨ του τα θήλεα μορφώνονται και διοικούν εξ ίσου με τους άνδρες. Μη με ρωτήσεις εάν συμφωνώ μαζί του. Είναι ένα θέμα που ακόμη το διερευνώ. Μη ξεχνάς ότι εγώ είμαι νυμφευμένος άρα είναι δυσκολότερο να αποστασιοποιηθώ και να γενικεύσω.

Τώρα, όσον αφορά στην πράξη, είναι γνωστό πως στην Ακαδημία αποδεχόταν τη συμμετοχή των γυναικών. Έστω εν μέρει. Λίγες. Το ίδιο κάνουν ακόμη και σήμερα οι διάδοχοί του και, όπως ξέρεις, στην Αθήνα, αν εξαιρέσουμε την κάπως κωμική παρέα του Κυνοσάργους, είναι οι μόνοι. Ό ίδιος, νεώτερος, ήταν ένας γεροδεμένος ψηλός άνδρας από εκείνους που στις γυναίκες αρέσουν. Θα μπορούσε να έχει μεγάλη επιτυχία μαζί τους.  Μεταξύ ημών και των  περισσότερων Αθηναίων,  είναι γνωστό ότι δεν τις κυνηγούσε. Αυτό δεν σημαίνει ότι τις  απέρριπτε ασυζητητί. Όπως ήδη σου είπα, ο Πλάτωνας, όσο θεωρητικός κι αν ήταν, ήθελε πάντα βάζει τις ιδέες του κάτω από πρακτική, ή βιωματική αν προτιμάς, δοκιμασία».

«Επομένως…;»

Ο Αριστοτέλης μοιάζει να το διασκεδάζει. Θα έλεγα ότι χαμογελάει πονηρά,

«Επομένως νομίζω πως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ο συνεργάτης σου να είναι απόγονος, έστω ευκαιριακός, του Μεγάλου Δάσκαλου. Οι χρόνοι μάλλον συμπίπτουν και η ευκαιρίες υπήρξαν». Ύστερα με ρωτάει ευθέως: «Πώς είναι;  Έχει κάτι που να θυμίζει τον αείμνηστο;»

«Δεν είναι σωματώδης όπως λέγεται πως υπήρξε ο Πλάτωνας, …ίσως να πήρε από τη μάνα του. Το μυαλό του όμως είναι κοφτερό, του αρέσει να ψάχνει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων… και του αρέσει να τον φωνάζουμε με το παρανόμι του».

Εδώ ο Σταγειρήτης έχει κάποια ένσταση στα λεγόμενά μου.

«Ξέρεις κάτι νεαρέ μου Μεγαρέα», λέει. «Εγώ πιστεύω ότι οι γυναίκες είναι αγωγοί μεταβίβασης των κληρονομικών ιδιοτήτων, αλλά δεν μεταβιβάζουν τα δικά τους χαρακτηριστικά. Και αυτό γιατί στη γενετήσια πράξη έχουν παθητικό ρόλο. Οι άνδρες είναι πιο ενεργητικοί γιατί ακριβώς πρέπει να προωθήσουν τα χαρακτηριστικά αυτά στους μεταγενέστερους. Μπορεί πάντως ο δικός σου -εάν θεωρήσουμε την υπόθεσή μας αληθή- να πήρε από τον Παππού του. Ο γερο-Αριστίωνας, απ’ όσο θυμάμαι δεν ήταν τεράστιος».

«Αυτό, σχετικά με τη μεταφορά των κληρονομικών ομοιοτήτων, δεν το είχα σκεφτεί», ομολογώ. Και μετά του ζητάω να μου πει πώς τελείωσε η σικελική περιπέτεια του Πλάτωνα.   

dionysius_i_of_syracuse (1)

«Η αρχική, ειδυλλιακή φάση του δεύτερου ταξιδιού δεν κράτησε πολύ. Ο νεαρός και μάλλον ανασφαλής τύραννος συγκρούστηκε με τον Δίωνα και τον εξόρισε. Αυτός κατέφυγε εδώ στην Αθήνα. Ο Πλάτωνας απογοητευμένος από την αδυναμία να επηρεάσει τις εξελίξεις θέλησε να επιστρέψει κι αυτός στην πατρίδα του, αλλά του το αρνήθηκαν. Εν τέλει τα κατάφερε χάρη σε παρέμβαση των Πυθαγορείων, οι οποίοι είναι οι μόνοι φιλοσοφούντες που διαθέτουν παράλληλα μια κάποια παρεμβατική (αλλά και εν μέρει μυστική) οργάνωση.

Ο Δάσκαλος επέστρεψε και πάλι στις Συρακούσες έξι-επτά χρόνια αργότερα. Δεν νομίζω ότι  έλπιζε ακόμη να επηρεάσει πολιτικά τον νεαρό τύραννο. Περισσότερο ενδιαφερόταν να μεσολαβήσει υπέρ του φίλου του, του Δίωνα. Ίσως  πάλι, αν η υπόθεση που κάναμε για την καταγωγή του δικού σου… πώς τον είπαμε; Οινοκράτη; αυτουνού, …είναι σωστή, ίσως να ήθελε και κάτι άλλο… Ποιος μπορεί να ξέρει… Ίσως να επιθυμούσε να δει τον μικρό που, σύμφωνα με αυτά που μου είπες, ήδη κάποιος φρόντιζε από μακριά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν όντως αυτό συνέβη. Εάν ναι, τότε πράγματι, ο άνδρας με την αθηναϊκή φορεσιά που θυμάται ο συνεργάτης σου να ήταν ο μεγάλος Πλάτωνας.

Εκείνο που σίγουρα ξέρουμε είναι πως η μεσολάβηση υπέρ του Δίωνα απέτυχε και ότι ο Φιλόσοφος βρέθηκε σχεδόν φυλακισμένος στην Ακρόπολη των Συρακουσών. Κοίτα τι γράφει ο ίδιος εδώ:» Ανοίγει τον άλλο πάπυρο και μου διαβάζει: ¨’Εκείνη την περίοδο η ζωή η δική μου και του Διονυσίου ήταν, εγώ μεν να κοιτάζω έξω σαν  πουλί που θέλει να ξεφύγει απ’ το κλουβί του, αυτός δε να συλλογίζεται με ποιο τρόπο θα με φοβίσει, χωρίς να επιστρέψει τίποτε από εκείνα που ανήκουν στον  Δίωνα. Κι όμως σε όλη τη Σικελία λέγαμε ότι είμαστε φίλοι.’’

Dione_figlio_di_Ipparino

Έτσι,  και πάλι, η αποχώρηση από τις Συρακούσες υπήρξε προβληματική και περιπετειώδης. Χρειάστηκε να παρέμβουν ξανά οι Πυθαγόρειοι. Με τη βοήθειά τους ο Πλάτωνας μπόρεσε να επιστρέψει στην Αθήνα. Οριστικά αυτή τη φορά».  

Με κοίταξε με σκεπτικό ύφος.

«Πάντως το δακτυλίδι το αναγνωρίζω. Είναι δικό του. Έχω και εγώ ένα ανάλογο. Μου το χάρισε λίγο καιρό πριν πεθάνει».

 

Τέσσερα

Ας μιλήσω τώρα για σημαντικότερα πράγματα. Δηλαδή για την πρόοδο της αποστολής που μου έχει αναθέσει ο προϊστάμενος μου, ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος: να μεταφέρω στον δάσκαλο Αριστοτέλη όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, συμπληρωματικές στα όσα του έχουν ήδη αποσταλεί γραπτά, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκφράσει τις πολύτιμες απόψεις του για το δέον γενέσθαι.

Αυτή την περίοδο συναντήθηκα με τον Δάσκαλο πολλές φορές.

Ο Αριστοτέλης με ρωτάει και εγώ απαντώ. Του λέω αυτά που ξέρω, χωρίς ενδοιασμούς και, όταν μου το ζητήσει ρητά, του λέω και την προσωπική μου άποψη.

Θέλει να μάθει περισσότερα για πολλά θέματα που αφορούν, όχι μόνο στην διεξαγωγή της εκστρατείας, αλλά και στους τόπους και τους ανθρώπους που περνούν σιγά σιγά κάτω από τον έλεγχο των ελληνικών δυνάμεων που προελαύνουν.

Δεν πρόκειται πια για τη γνωστή επιστημονική φιλομάθεια του Σταγειρήτη. Αυτή την φορά πρόκειται για την προσπάθεια να βρεθούν απαντήσεις σε υπαρκτά και επείγοντα προβλήματα σχεδιασμού και προσδιορισμού στόχων. Το μεγάλο παγκόσμιο καζάνι βράζει. Διαφορετικές παραδόσεις, νοοτροπίες και πρακτικές αναμιγνύονται καθημερινά, με τρόπο ραγδαίο.  Τι θα βγει τελικά από αυτήν τη μίξη; Κάτι το θαυμαστά καινούργιο ή μια θανατερή έκρηξη που θα παρασύρει τα πάντα, αφού πρώτα καταστρέψει τα όνειρα και τις ελπίδες για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου, δηλαδή εκείνα που θα έπρεπε να είναι οι τροφοδότες και η κινητήρια δύναμη της εκστρατείας; 

6892200

Αυτή είναι η αγωνία του Καλλισθένη και άλλων σκεπτόμενων ανθρώπων, τόσο στο μέτωπο όσο και στα μετόπισθεν. Είναι παράλληλα μια ανησυχία που, με γενικότερους όρους, διαπερνά το σύνολο των προβληματισμών και της διδασκαλίας του Αριστοτέλη. Ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος έχει καταλάβει ότι η διανόηση δε μπορεί και δεν πρέπει, να σιωπήσει και να αφήσει τις εξελίξεις μόνο στις ενέργειες των -αναμφίβολα γενναίων και ικανών- στρατιωτικών που αναδεικνύουν οι μάχες ή,  ακόμη πιο ριψοκίνδυνα, σε μια  ομάδα αυλοκολάκων που -τον τελευταίο καιρό- παρεμβαίνει όλο και εντονότερα στους ηγετικούς κύκλους. Απευθύνεται λοιπόν στον Αριστοτέλη, τον άνθρωπο που γνωρίζει τον Αλέξανδρο καλύτερα και από παιδί του, αλλά και που τον αγαπάει σαν παιδί του, και ζητάει συμβουλές περί του πρακτέου.

Γνωρίζω ότι πολλοί -μάλλον κακόβουλοι- ακούγοντας τα παραπάνω, δε θα δίσταζαν να μιλήσουν για ανταρσίες και συνομωσίες

Ας διευκρινίσω λοιπόν και κάτι άλλο. Στόχος δεν είναι ο Αλέξανδρος. Ο νεαρός ηγέτης των Μακεδόνων, μέχρι στιγμής, εκφράζει πράγματα απολύτως θετικά. Ηγείται πολεμώντας στο πλευρό των οπλιτών, πείθοντας και προπαντός νικώντας,  Επίσης έχει την αίσθηση του ¨ελληνικού μέτρου¨ και δείχνει ότι τιμάει τα πολλά και σπουδαία που έχουν δώσει ισχύ και κλέος στις πόλεις του ελληνικού κόσμου. 

Στόχος είναι η εξόχως διαπεραστική και επικίνδυνη ασιατική σαγήνη. Δεν πρόκειται για κίνδυνο αμελητέο. Υπήρξαν πολλοί έλληνες που κυριεύτηκαν απ’ αυτήν. Ανάμεσά τους ηγέτες, μέχρι τότε ένδοξοι.  Οι έλληνες δεν αγνοούν, επίσης, τι σημαίνει ¨αυτοκρατορία¨, το έχουν αισθανθεί στη ράχη τους.  Επομένως πρέπει να έχουν μια άλλη, δική τους πρόταση για το μέλλον. Και αυτή η πρόταση για να είναι αποτελεσματική πρέπει να είναι καλοδιατυπωμένη και πειστική.  

Για να φτιαχτεί λοιπόν μια τέτοια πρόταση ο Σταγειρήτης Δάσκαλος έχει αφιερωθεί τον τελευταίο καιρό σε μια ενδελεχή μελέτη των πολιτευμάτων που βρίσκονται σε ισχύ σήμερα. Κυρίως εκείνων που αφορούν στις ελληνικές πόλεις, αλλά όχι μόνον αυτών.  Καταγράφει τα πολιτεύματα ένα προς ένα σημειώνοντας τις επιτυχίες και τις αποτυχίες τους. Πιστεύει ότι η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από την προσαρμογή των κανόνων που επιβάλουν, στις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά στον κάθε τόπο.  Είναι αισιόδοξος. Εγώ, από την πλευρά μου, έχω εντολή να επιμένω στην επίσπευση της καταγραφής ενός ολοκληρωμένου προγράμματος.  

.images (23)

Για τα θέματα αυτά συζητούσαμε σχεδόν  καθημερινά με τον Δάσκαλο, όταν έφτασαν τα πρώτα αναπάντεχα νέα από την εκστρατεία, που μας αναστάτωσαν και μας αποπροσανατόλισαν. Πηγή ήταν η πρόσφατα αναδιοργανωμένη  ημεροδρομική μας υπηρεσία και, αρχικά, επρόκειτο για μια δική μας υποκλοπή σε οπτικά μηνύματα που κυκλοφόρησαν με φρυκτωρίες ανάμεσα σε ημιαυτόνομες πόλεις της Μικράς Ασίας. Δεν τα πιστέψαμε, και ζήτησα εσπευσμένα επιβεβαίωση. Και αυτή έφτασε με ένα επείγον εμπιστευτικό μήνυμα από τον Καλλισθένη.  Στο μέτωπο είχε εκδηλωθεί απόπειρα εξέγερσης ενάντια στον βασιλέα Αλέξανδρο. Και όχι μόνον. Ο ιππάρχης των εταίρων Φιλώτας, γιος του στρατηγού Παρμενίωνα, είχε δικαστεί και καταδικαστεί σε θάνατο, ενώ ήταν άγνωστη προς το παρόν η αντίδραση του πατέρα του.

Ζήτησα επειγόντως συμπληρωματική ενημέρωση και, λίγο αργότερα, έφτασε νεότερο μήνυμα από την υπηρεσία. Ο βετεράνος στρατηγός Παρμενίωνας, για τον οποίο είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει η φήμη ότι θα αντικαθιστούσε τον Αντίπατρο στην αντιβασιλεία της Μακεδονίας, ήταν κι αυτός νεκρός.

Τέλος, έλαβα ένα εκτενέστερο μήνυμα από τον Καλλισθένη. Μου περιέγραφε αναλυτικά τι είχε συμβεί και απαντώντας στο ερώτημα που του είχα στείλει, εάν θα έπρεπε να επιστρέψω αμέσως στο μέτωπο,  με συμβούλευε να παραμείνω στη θέση μου μέχρις ότου, εκείνος, μου δώσει διαφορετική εντολή.

300px-Plato_Silanion_Musei_Capitolini_MC1377

(Τέλος Έβδομου Μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο δεύτερο: Η εξομολόγηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Οκτώβριος, 2017

Μέρος έβδομο. Κεφάλαιο δεύτερο: όπου ο Οινοκράτης εξομολογείται

(αφηγείται ο Εύελπις)

20071030145259E312_8402

Ο συνεργάτης μου (θαρρώ πως πρέπει να συνηθίσω να του αποδίδω αυτή την ιδιότητα και όχι εκείνη του πιστού υπηρέτη, ή του παιδαγωγού σε ένα σωρό πρακτικά θέματα -πράγμα που όντως υπήρξε σε μεγάλο βαθμό για μένα- όσο κι αν είμαι σίγουρος πως ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα πώς τον αποκαλώ και ότι, παρά τις λεκτικές του υπερβολές, δεν έχει ποτέ ως τώρα καβαλήσει τον κάλαμο, νομίζοντας πως ιππεύει τον Βουκεφάλα), ο συνεργάτης μου λοιπόν ο Οινοκράτης, θέλει κάτι να μου εξομολογηθεί και εγώ του προτείνω να με συνοδέψει σε έναν περίπατο στο Άστυ.

Σήμερα στην Αθήνα είναι πολλοί εκείνοι που κουβεντιάζουν περπατώντας. Αυτή η ¨αριστοτέλεια¨ πρακτική έχει ασφαλώς βρει περισσότερους οπαδούς ανάμεσα στους Αθηναίους παρά οι απόψεις του Δάσκαλου περί λογικής, ηθικής ή αισθητικής.  Πριν φύγω, δεν θυμάμαι να κυκλοφορούσαν στους δρόμους τόσες ομάδες πεζών συζητητών, όσες τώρα.

Εξάλλου θέλω να ξαναδώ μερικά οικεία σημεία της Αθήνας, εκείνα που φύτρωναν συχνά στα όνειρά μου όσο εισέδυα με το στράτευμα στις απόμακρες, εξωτικές περιοχές της Ασίας, δημιουργώντας μου το γλυκόπικρο άλγος του νόστου, του αισθήματος που συνοδεύει, τυραννάει και -κατά κάποιο περίεργο τρόπο- παρηγορεί τους ξενιτεμένους. Θέλω να δω αν οι αγαπημένες μου γωνιές είναι ακόμη όπως τις ονειρευόμουν ή αν έχουν υποστεί αλλαγές.

Ξεκινάμε έφιπποι απ’ την οικία του Λυκαβηττού, κατηφορίζουμε προς την κοίτη του Ιλισού και μπαίνουμε στο Άστυ από τις πύλες του Αιγέα. Αφήνουμε τα άλογα να μας περιμένουν κάτω από την επίβλεψη ενός νεαρού δημόσιου δούλου, σε έναν σκιασμένο δετήρα έξω από το θέατρο του Διονύσου, στην αρχή του ¨περίπατου¨ ανάμεσα στο λόφο των Μουσών και την Ακρόπολη.

Αυτό το μέρος, που πάντοτε αγαπούσα, ευτυχώς δεν έχει αλλάξει πολύ, παρά τα έργα που έγιναν πρόσφατα από τον Λυκούργο στο Θέατρο. Πράγματι η πρόσοψη είναι τώρα πιο πολυτελής -μνημειακή θα έλεγα, το κοίλον[1] έχει διευρυνθεί και τα παλιά ξύλινα καθίσματα έχουν αντικατασταθεί από μαρμάρινα. Όμως, παραδίπλα, το καμένο από τους Πέρσες και επισκευασμένο Παλιό Ωδείο εξακολουθεί να χρησιμεύει ως χώρος φύλαξης των σιτηρών αποθεμάτων της πόλης, ενώ το παρακείμενο μεγάλο τετράγωνο Ωδείο του Περικλή υψώνει πάντοτε την κάπως περίεργη κωνική του στέγη (που θυμίζει τις σκηνές των στρατοπέδων και που φτιάχτηκε από την ξυλεία των περσικών πλοίων που κυριεύτηκαν στη μάχη της Σαλαμίνας) και προσφέρει στεγασμένο χώρο για τις μουσικές εκδηλώσεις των αθηναϊκών γιορτών.

Ο ¨περίπατος¨ είναι απόψε γεμάτος κόσμο. Δεν πρόκειται μόνο για τους συνήθεις Αθηναίους περιπατητές αλλά και για ιδιαίτερα πολλούς ξένους, όλων των ηλικιών. Νέους που ταξίδεψαν ως εδώ για να απολαύσουν τις αθλητικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις των Μεγάλων Παναθηναίων που όπου να ‘ναι αρχίζουν, αλλά και ηλικιωμένους που έχουν και έναν άλλο μόνιμο πόλο έλξης στην Αθήνα: το θεραπευτήριο και το ναό του Ασκληπιού, που κι αυτός βρίσκεται εκεί, στη νοτιοανατολική πλευρά της Ακρόπολης, λίγο παρακάτω από το θέατρο. 

Σκέφτομαι πως δεν είναι μόνον εδώ που ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος τα πάνε καλά και κάνουν παρέα. Ο Ευρύνους μου έλεγε χτες, ότι στο γνωστό Ασκληπιείο της Επιδαύρου, μόλις ολοκληρώθηκε και όπου να ‘ναι εγκαινιάζεται προς τέρψη των προσκυνητών και ίαση των ασθενών, ένα ακόμη θεατρικό οικοδόμημα. Το θέατρο αυτό λέγεται ότι έχει εξαιρετική ακουστική και οι ιερείς-γιατροί του Ασκληπιείου είναι σίγουροι πως θα έχει υψηλή θεραπευτική επίδραση στους άρρωστους και γενικότερα στους επισκέπτες.

Μου έρχεται η επιθυμία να ανεβώ στον Παρθενώνα, να πω μια κουβέντα με τους θεούς και να απολαύσω την πανοραμική θέα της καταπράσινης κεντρικής κοιλάδας της Αττικής γης, από τον Υμηττό, την Πεντέλη και την Πάρνηθα ίσαμε τα νερά του Φαληρικού όρμου, έτσι όπως λούζεται στις ακτίνες του απογευματινού ήλιου που έχει αρχίσει να κοκκινίζει. Αλλά αποφασίζω να αναβάλω αυτή την ανάβαση για μια άλλη μέρα. Σκέπτομαι πως έχω υποσχεθεί στον Οινοκράτη να τον ακούσω και  πως δεν πρέπει να τριγυρίζω απ’ το ένα σημείο στο άλλο, παρασυρμένος  από την γλυκιά αίσθηση της επιστροφής. Εάν ακολουθήσω την αλυσίδα των συναισθημάτων μου θα πρέπει να περιδιαβαίνω για ώρες ατέλειωτες τα στενά και τις λεωφόρους, τα υψώματα και τα άλση του Άστεως, ξαναζωντανεύοντας τις εφηβικές μου αναμνήσεις.

«Τι τρέχει λοιπόν Οινοκράτη;» του λέω, δείχνοντας ταυτόχρονα προς τα δεξιά, υπονοώντας ότι είναι καλύτερα να αφήσουμε την θορυβώδη πολυκοσμία του ¨περιπάτου¨ και να ακολουθήσουμε την οδό των Τριπόδων που περιβάλλει τον ιερό βράχο της Ακρόπολης από την άλλη πλευρά, την βορειοδυτική. Τελικά όχι και τόσο επιτυχημένη επιλογή γιατί και εκεί, όπως θα διαπιστώσουμε αμέσως μετά, ρέει μεγάλο πλήθος ξένων περιηγητών θαυμάζοντας και σχολιάζοντας μεγαλόφωνα τα αγάλματα, τα αναθήματα και τα βραβεία σε διάφορους διαγωνισμούς που εκτίθενται παραταγμένα κατά μήκος της καμπύλης αυτής οδού.

«Τίποτα το δραματικό, αφέντη Εύελπι. Απλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου γιατί, αν πρόκειται να χειραφετηθώ και να αλλάξω υπόσταση -ή δεν είναι αυτή η σωστή λέξη;- εν πάση περιπτώσει, εάν η ζωή μου μπει σε νέα καλούπια, χρειάζεται κατά κάποιο τρόπο να ¨κλείσω¨ με την προηγούμενη. Όπως ξέρεις αφέντη Εύελπι, η προηγούμενη ζωή  μου έχει δύο φάσεις. Δίπλα στην οικογένειά σου έζησα τη δεύτερη, που διαρκεί πάνω κάτω δεκαπέντε χρόνια: από τότε που εσύ δεν ήσουν παρά ένα ζωηρό παιδί κι εγώ ένας νεαρός ναύτης αιχμάλωτος των Καρχηδόνιων πειρατών που μέσα στην γκίνια του είχε την τύχη να πουληθεί σε έναν δίκαιο και έντιμο άρχοντα, τον πατέρα σου, και να αναλάβει να επιβλέπει εσένα».

Τον διακόπτω.

«Ξέρεις κάτι Οινοκράτη. Κάνεις καλά που θες να χαράξεις τα πλαίσια της νέας σου ζωής. Ας αρχίσουμε λοιπόν με κάτι απλό και συγκεκριμένο. Δεν είναι ανάγκη να με φωνάζεις πια ¨αφέντη¨, και ¨κύριο¨ και άλλα τέτοια. Το σκεφτόμουν μάλιστα σήμερα το πρωί. Ήδη, εδώ και καιρό εργάζεσαι μαζί μ’ εμένα και νομίζω πως από κοινού καταφέραμε κάμποσα πράγματα. Ως συνεργάτες. Για μένα λοιπόν είσαι ήδη ένας συνεργάτης και το ίδιο είμαι εγώ για σένα. Όχι πια αφέντης. Κι επειδή δεν είθισται να αποκαλεί ο ένας τον άλλο ¨Ω συνεργάτα¨, καλό είναι να με αποκαλείς με το όνομά μου: Εύελπι.  Εγώ σε έχω συνηθίσει ως Οινοκράτη, αλλά εάν θέλεις να το αλλάξεις δεν έχω καμία αντίρρηση».

«Όχι, όχι αφ… Εύελπι. Το όνομά μου είναι μια χαρά. Μ’ αρέσει. Άλλωστε η Αθήνα είναι μια πόλη που αγαπάει ιδιαίτερα τον Διόνυσο, άρα και τα προϊόντα του και ό, τι τα θυμίζει. Και αφού το επιθυμείς θα προσπαθήσω να σε λέω και πάλι απλά Εύελπι, όπως όταν ήσουν μικρός.

Όμως σου έλεγα πως η ζωή μου τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είναι γνωστή και σε εσένα και στην αξιότιμη οικογένειά σου και σε εμένα, φυσικά. Εντούτοις ορισμένα πράγματα της προηγούμενης ζωής μου τα αγνοώ. Ή τα θυμάμαι κάπως, αλλά συγκεχυμένα και περιτυλιγμένα από την ομίχλη της νηπιακής ηλικίας. Και θα ήθελα τη βοήθειά σου για να τα ξεδιαλύνω».

«Να μην αμφιβάλλεις ότι θα κάνω ό, τι μπορώ. Αλλά για πες μου, αυτός είναι ο λόγος που θέλεις να δεις τον Αριστοτέλη; Πιστεύεις ότι μπορεί να ξέρει κάποια πράγματα που θα σε βοηθήσουν να εξερευνήσεις την εποχή της παιδικής σου ηλικίας;»

«Έχω μάθει πως ο Σταγειρίτης Δάσκαλος εκτός από τη βαθιά του μόρφωση, είναι κάτοχος μιας μεγάλης παρακαταθήκης γνώσεων καταγραμμένων σε παπύρους και βιβλία. Ανάμεσά τους είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κείμενα που να αφορούν την ιστορία της πατρίδας μου, των Συρακουσών, την εποχή που ήμουν μικρός. Ναι, θα ήθελα να μάθω καλύτερα τι ακριβώς συνέβη εκείνη την περίοδο».

«Κι αυτό μόνο και μόνο για να είσαι καλύτερα ενημερωμένος για την ιστορία της πόλης σου; Ή υπάρχει κάτι άλλο που ψάχνεις;»

«Υπάρχει. Ψάχνω το όνομα του πατέρα μου, για να ολοκληρώσω το δικό μου: Οινοκράτης ο εκ των Συρακουσών, ο γιος του…;».

«Για πες μου σε παρακαλώ τι ακριβώς ξέρεις, για να δω για τι πρέπει να ψάξουμε μαζί και πως αλλιώς μπορώ να σε βοηθήσω…» του λέω, απορημένος.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b5%ce%bb%ce%bb-et-17531640

Επειδή η φασαρία του δρόμου είναι όντως ενοχλητική, προτείνω στον Οινοκράτη να διακόψουμε τον περίπατο και να καθίσουμε σε ένα κυλικείο, εκεί λίγο παρά πάνω. Από το σημείο αυτό μπορεί να θαυμάσει κανείς όλο το βορειοδυτικό μέρος της πόλης, από τα μέγαρα του κέντρου, τα τείχη του Θεμιστοκλή, την πύλη του Διογένη ως και, στο βάθος, τις Αχαρνικές πύλες καθώς βάφονται με τις ιώδεις αποχρώσεις του δειλινού.

Συνεχίζουμε την κουβέντα μας μπροστά σε μια οινοχόη με οίνο κόκκινο και, φυσικά, κεκραμένο. Έτσι, ανάμεσα σε μια κύλικα και μια άλλη, μαθαίνω για την προγενέστερη ζωή του Οινοκράτη πράγματα που δεν ήξερα ή που δε θυμόμουνα, γιατί ποτέ δε είχε χρειαστεί να τα προσέξω ιδιαίτερα.  

Μαθαίνω λοιπόν ότι ο ικανός συνεργάτης μου έχει γεννηθεί σε έναν αποκλειστικά γυναικείο κρατικό οίκο που συντηρούσε δίπλα στα ανάκτορα ο Διονύσιος ο πρώτος, ο επί μακρύ χρονικό διάστημα τύραννος των Συρακουσών και όπου στεγάζονταν, λίγο πολύ μόνιμα και κατά κάποιο τρόπο κοινοβιακά, επιλεγμένες όμορφες γυναίκες, οι οποίες εκπαιδεύονταν ειδικά έτσι ώστε να είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν -με διακριτικότητα- τις απαιτήσεις της ανεπίσημης πολιτικής του καθεστώτος. Ένα είδος επίλεκτες δημόσιες εταίρες, ωραίες και καλλιεργημένες όσο και οι ¨δικές μας¨, οι Αθηναίες, αλλά που τις επιδοτούσε και τις έλεγχε το κράτος, στο οποίο και έπρεπε να δίνουν αναφορά.

Ο Οινοκράτης βέβαια, έμαθε περί τίνος ακριβώς επρόκειτο από πηγές κοντινές στην αντιπολίτευση και τους εχθρούς του Διονύσιου, αργότερα, μετά το θάνατο της μητέρας του. Η μητέρα του ήταν ένα από τα θύματα των μακρόχρονων αιματηρών επεισοδίων που συνόδεψαν τη διεκδίκηση της διαδοχής του τυράννου από τον γιό του και άλλους επίδοξους κυβερνήτες∙ πέθανε όταν ο μικρός ήταν περίπου δέκα χρονών χωρίς να προλάβει ή να θελήσει να του αποκαλύψει ποιος ήταν ο πατέρας του.

 Αυτό που ο ίδιος θυμάται από τη νηπιακή του ηλικία είναι ένα ευχάριστο περιβάλλον γεμάτο τρυφερές γυναίκες και μερικά πιτσιρίκια, προεφηβικής ηλικίας σαν κι αυτόν, που κυκλοφορούσαν παίζοντας και ξεφωνίζοντας, στους πίσω χώρους και στους κήπους του μεγάρου.

Εκείνο που δεν θυμάται είναι την ύπαρξη ενήλικων ανδρών, αν εξαιρέσει κανείς κάποιους ευνούχους και κάποιους γέροντες γιατρούς και ιερείς που και αυτοί εμφανίζονταν αραιά και  που. Σπάνια έρχονταν στο μέγαρο και ορισμένοι επισκέπτες φέρνοντας δώρα σε συγκεκριμένες γυναίκες, καθώς και παιχνίδια και γλυκά για τα παιδιά. Έναν από αυτούς ο Οινοκράτης τον θυμάται και, κάτι του λέει, ότι ο πατέρας του θα μπορούσε να είναι αυτός ο υψηλόσωμος άνδρας με την επιβλητική γενειάδα που του τσίμπησε μια φορά το μάγουλο, αλλά που ο ίδιος δεν του πάτησε σε απάντηση το πόδι, γιατί του είχε φέρει ένα αλογάκι-τραμπάλα και μια μεγάλη πλάκα παστέλι. Ο άνδρας αυτός, που κατά κάποιο τρόπο είχε εντυπωσιάσει τον μικρό Οινοκράτη (που, όπως μου εξομολογήθηκε, δεν ονομαζόταν βέβαια τότε Οινοκράτης, αλλά που η μαμά του τον φώναζε χαϊδευτικά Τσίτσο – στη τοπική διάλεκτο σημαίνει κάτι σαν ¨σπλάχνο¨) ήταν ντυμένος με τον τρόπο που, όπως ανακάλυψε αργότερα, ντύνονται οι άρχοντες της Αττικής.  Ή λοιπόν ήταν ένας πλούσιος κομψευόμενος Συρακούσιος που ακολουθούσε το συρμό, ή κάποιος εύπορος Αθηναίος επισκέπτης.

«Εσύ, πότε ακριβώς γεννήθηκες;» ρωτάω τον Οινοκράτη.

«Σύμφωνα με τις διηγήσεις της μητέρας μου όχι πολύ μετά το θάνατο του Διονύσιου του πρεσβύτερου και την αρχική ανάληψη της εξουσίας από τον γιο του, τον Διονύσιο τον δεύτερο.

«Σε ‘ρωτώ γιατί θυμάμαι ορισμένα πράγματα για την ιστορία των Συρακουσών από τα μαθήματά μου στη σχολή του Ισοκράτη. Ο Διονύσιος ο πρώτος, ένας τύπος που έμοιαζε κάπως με τον Πεισίστρατο των Αθηνών, πέθανε ύστερα από καμιά σαρανταριά χρόνια άσκηση εξουσίας. Αν λοιπόν γεννήθηκες ένα ή δύο χρόνια μετά τη διαδοχή, πρέπει να είσαι τώρα περίπου τριάντα έξη ή τριανταεπτά χρονών».

«Τόσο υπολογίζω κι εγώ»

«Όμως, αν θυμάμαι καλά, ο Διονύσης ο νεότερος δεν είχε τις ικανότητες του πατέρα του και μερικά χρόνια αργότερα ανετράπη από έναν ντόπιο ευγενή ονόματι Δίωνα. Έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει σε μια άλλη ελληνική πόλη της περιοχής…»

«Πράγματι, στις αναταραχές εκείνης της εποχής σκοτώθηκε η μητέρα μου. Ο Διονύσης κατέφυγε στους Επιζεφύριους Λοκρούς, μια αποικία των Οζολών Λοκρών στην άκρη της ιταλικής χερσονήσου. Και μας πήρε μαζί του. Εννοώ πολλά από τα παιδιά και τις γυναίκες του  Μεγάρου. Μαζί τους κι εμένα που ήμουν τότε εννιά ή δέκα ετών. Εκεί συνέχισα τις βασικές σπουδές μου και απ’ ότι ξέρω σε αυτό βοήθησαν και κάποια χρήματα που έφταναν που και που για μένα από την τράπεζα ενός -αν θυμάμαι σωστά το όνομα- Ανδρομήδη από τις Συρακούσες. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι εγώ μεν μεγάλωνα, ο δε Διονυσάκης ο Μικρός, όπως τον αποκαλούσαν  πολλοί, ετοίμαζε στράτευμα προκειμένου να επιστρέψει και να ανακτήσει την εξουσία στις Συρακούσες, με εκπαίδευσαν περί τα στρατιωτικά.

Έτσι τελικά κατέληξα πεζοναύτης σε ένα από τα πλοία που περιπολούσαν στο Ιόνιο φροντίζοντας για την ασφάλεια της πλεύσης από και προς το λιμάνι των Επιζεφυρίων.

Δεν φτούρησα όμως εκεί. Σε μια απ’ τις πρώτες θαλάσσιες εξορμήσεις στις οποίες συμμετείχα, το πλοίο μου έπεσε σε παγίδα και αιχμαλωτίστηκε από Καρχηδόνιους πειρατές. Τελικά εγώ κατέληξα σ’ ένα δουλοπάζαρο του Πειραιά, ενώ την ίδια περίοδο ο Διονύσης επέστρεφε στις Συρακούσες και ανακτούσε -αλλά όχι για πολύ, απ’ ό, τι έμαθα- την εξουσία.

e4

«Από τότε που ήρθες στην Αθήνα δεν κατάφερες να μάθεις κάτι περισσότερο για την καταγωγή σου;»

«Από τη μια δεν μπορούσα, γιατί δεν είχα πια κανένα συγγενή εκεί. Μια φίλη της μητέρας μου που μου είχε συμπαρασταθεί για ένα διάστημα, πέθανε κι αυτή και κάποιοι ελάχιστοι φίλοι από το στράτευμα ήτανε πια δυσπρόσιτοι. Από την άλλη προσπαθούσα να αντιμετωπίσω την απώλεια της προσωπικής μου ελευθερίας δημιουργώντας μια δική μου ¨φιλοσοφία¨. Όμως δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να το καταλάβει όποιος δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ… Αυτή η ¨φιλοσοφία¨ απαιτούσε από μένα ψύχραιμη συμπεριφορά και μαζί κάποια αποστασιοποίηση από τα τρέχοντα, την οποία όμως έχανα κάθε φορά που αναπολούσα ή έψαχνα το παρελθόν».

«Καλά, όμως για αυτό το παρελθόν δεν έχεις κανένα άλλο σημείο αναφοράς; Κάποιο όνομα, ή κάποιο ενθύμιο…;»

«Έχω

«Τι;»

Ο Οινοκράτης έχωσε το δεξί του χέρι στο εσωτερικό του ιμάτιού του και μετά το ανέσυρε από κάποιο κρυφό εσωτερικό θυλάκιο με την παλάμη κλειστή. Άνοιξε τα νευρώδη, λεπτά του δάκτυλα και μου έδειξε το περιεχόμενο. Ένα δαχτυλίδι. Μάλλον χρυσό.    Μου το έδωσε. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, για αυτό σηκώθηκα και πήγα να το εξετάσω κοντά στον πλησιέστερο δαυλό. Ήταν πράγματι χρυσό και στην επάνω πλευρά είχε χαραγμένο ένα Άλφα. Επέστρεψα στο τραπέζι με τα ποτά και ξαναγέμισα τα ποτήρια. Του το επέστρεψα.

«Νομίζω πως είναι σημαντικό στοιχείο, Οινοκράτη. Σού το έδωσε η μητέρα σου;»

«Ναι, λίγο πριν πεθάνει. Αλλά ήταν βαριά τραυματισμένη και δε μπόρεσε να μου μιλήσει γι αυτό».

«Πριν λίγο μου ανάφερες έναν Ανδρομήδη… Αν δεν κάνω λάθος έλεγες πως ήταν τραπεζίτης και πως σου έστελνε χρήματα…»

«Τα χρήματα δεν έφταναν σε εμένα προσωπικά, αλλά στην καλή φίλη της μητέρας μου, πού όσο ζούσε με προστάτευε. Αυτή μου ανέφερε κάποτε αυτό το όνομα…»

«Που αρχίζει από Άλφα!»

«Ναι, αρχίζει από Αλφα και πάντα πίστευα ότι αν καταφέρω κάποτε να επιστρέψω πάλι πίσω στις Συρακούσες θα πρέπει ίσως να πάω να τον επισκεφτώ. Όμως στην πρόσφατη περιπέτειά μας με τους ¨τυραννοκτόνους¨, όπως ξέρεις, μου συνέβη κάτι το απρόσμενο. Ξανασυνάντησα έναν παλιό μου φίλο από την πατρίδα. Τον Φιλήμονα, τον κωμωδιογράφο. Σου τον γνώρισα και ‘σένα, θα τον θυμάσαι υποθέτω».

«Ναι, βέβαια, θυμάμαι για ποιον μιλάς».

«Τον ρώτησα λοιπόν για τον Ανδρομήδη…»

«Και; Τον γνωρίζει;».

«Χμμ… -σκέψου την ειρωνεία με την οποία μας αντιμετωπίζει καμιά φορά η Ειμαρμένη. Τον γνωρίζει, όντως.  Έχει τη σωστή ηλικία και θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο φυσικός μου πατέρας, αλλά δεν υπάρχει τρόπος να το επαληθεύσουμε από τον ίδιο.

«Γιατί; Πέθανε κι αυτός;»

«Μάλλον όχι, αλλά είναι κι αυτός αιχμάλωτος των Καρχηδονίων. Τον έπιασαν πρόσφατα, καθώς ταξίδευε συνοδεύοντας ένα φορτίο σιτηρά προς την Κηρύνη. Οι Αφρικανοί έχουν ζητήσει λύτρα, μου είπε ο Φιλήμονας, αλλά από ό, τι ξέρει απ’ την αλληλογραφία και τις επαφές του με την πατρίδα, οι συγγενείς και κληρονόμοι του τραπεζίτη σφυρίζουν αδιάφορα. Όμως…»

«Όμως τι;»

«Υπάρχει και ένα άλλο σημείο που με προβληματίζει, σχετικά με τον Ανδρομήδη, αν και νομίζω πως δεν έχει αποφασιστική σημασία…»

«Τι πράγμα;»

«Από αυτά που ξέρει γι αυτόν ο Φιλήμονας, προκύπτει ότι, παρά την ιδιότητα του τραπεζίτη, ο Ανδρομήδης είναι φανατικός φιλολάκων. Ξέρεις, από εκείνους που θαυμάζουν τους Σπαρτιάτες όχι μόνο για την πολεμική τους ανδρεία, αλλά και για τη γενικότερη νοοτροπία τους. Υπάρχουν αρκετοί φανατικοί αυτού του είδους. Αυτό, θα μου πεις, είναι ιδιαίτερα παράδοξο για έναν τραπεζίτη, δεδομένου ότι οι Σπαρτιάτες δεν έχουν καν ένα νόμισμα της προκοπής και περιφρονούν τις χρηματικές συναλλαγές. Τουλάχιστον αυτό λέει η παράδοση, αν και τα τελευταία χρόνια πολλά παραδοσιακά πράγματα έχουν αρχίσει να χαλάνε… Σε κάθε περίπτωση, ένας φιλολάκων δεν θα φορούσε ποτέ αθηναϊκή φορεσιά. Εμένα μου φαίνεται πολύ απίθανο. Αλλά  εάν ο πατέρας μου είναι ο Ανδρομήδης, τότε ποιος ήταν εκείνος ο αθηνοφορεμένος που με εντυπωσίασε όταν ήμουν μικρός; Αποκλείω να ήταν κάποιος θαυμαστής των Λακεδαιμονίων».

Γελάω.

«Και έτσι, Οινοκράτη μου, να που έρχεται στο προσκήνιο και πάλι ο Αριστοτέλης, ή μάλλον το Άλφα του ονόματός του». Δεν χαμογελάει.

«Εντάξει του λέω, έχουμε αντιμετωπίσει δυσκολότερα αινίγματα. Ναι είσαι σίγουρος ότι δεν θα αφήσουμε άλυτο αυτό. Όσο για τον Αριστοτέλη, άσε να το χειριστώ πρώτα εγώ και εάν χρειαστεί τον βλέπουμε και μαζί». Αυτήν τη φορά χαμογελάει.

Σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι. Τυπικά, χάνω έναν ικανό δούλο, αλλά στην ουσία κερδίζω κάτι πολύ πιο δυσεύρετο και πολύτιμο: έναν καλό φίλο.

…..%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

[1] Κοίλον: ο αμφιθεατρικός χώρος του αρχαίου θεάτρου όπου κάθονταν οι θεατές.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο δέκατο: Όπου ο Οινοκράτης ζητά να δει τον Αριστοτέλη

Posted by vnottas στο 30 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

289_d

Κεφάλαιο δέκατο: Όπου ο Οινοκράτης θέλει να δει τον Δάσκαλο

 

Το σπίτι που νοικιάζει ο Αριστοτέλης βρίσκεται κι αυτό όπως και το δικό μας στους πρόποδες του Λυκαβηττού, όμως ο δάσκαλος με περιμένει απόψε στο Λύκειο, εδώ λίγο παρακάτω, πάντα έξω από τα τείχη της Πόλης, στο ύψος των πυλών του Διοχάρη.  Η απόσταση είναι μικρή και λέω να περπατήσω ως εκεί.

Μου είπαν ότι η Ακαδημία του Πλάτωνα (που τώρα διευθύνει ο Ξενοκράτης) έχει όλο και πιο πολλούς σπουδαστές και μοιάζει πια με μια μικρή πόλη κατοικημένη από νέους ανθρώπους, έξω από το περιτειχισμένο Άστυ, στον βόρειο ελαιώνα. Μια πόλη με πολλούς ελληνόφωνους νεαρούς άνδρες, όχι μόνο γηγενείς, αλλά και προερχόμενους από άλλες πόλεις και  πολύ λιγότερες νεαρές γυναίκες ντόπιες, συνήθως κόρες πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών. Το Λύκειο του Αριστοτέλη δεν έχει φτάσει ακόμη σε τέτοιες ποσότητες, ωστόσο μοιάζει κι αυτό με μια μικρή ¨αστική¨ νησίδα μέσα στην ειδυλλιακή ύπαιθρο που περιβάλλει την Αθήνα.

Το  κτίριο της σχολής είναι μια ανακαινισμένη παλιά πέτρινη κατασκευή, κοντά στον αρχαίο ναό του Λυκείου Απόλλωνα, που λειτούργησε ως δημόσιο γυμνάσιο ήδη από την εποχή του Πεισίστρατου. Λέγεται ότι εδώ ερχόταν συχνά ο Σωκράτης, ενώ παλιότερα στο γύρω πλάτωμα γυμνάζονταν οι οπλίτες και οι ιππείς του Αθηναϊκού στρατού. Ο Δάσκαλος το νοίκιασε κι αυτό, αφού όντας μέτοικος δεν μπορεί να αγοράσει ακίνητα.  Το οίκημα, εκτός από τις αίθουσες διδασκαλίας, περιλαμβάνει πλέον δύο στοές με πλούσια βιβλιοθήκη, ιερό των Μουσών, εργαστήρια, καθώς  και κοιτώνες και χώρους σίτισης για τους οικότροφους σπουδαστές.

Ο Σταγειρήτης μαθαίνω ότι βρίσκεται ολημερίς στους χώρους του Λυκείου, αν και είναι γνωστό ότι συχνά προτιμά να διδάσκει έξω, στην ύπαιθρο, σεργιανίζοντας με τους σπουδαστές στο άλσος που περιβάλει τη σχολή.

Λέγεται ότι το περιεχόμενο των μαθημάτων του δεν μοιάζει ούτε μ’ εκείνο του μακαρίτη του Ισοκράτη (που εστιαζόταν εν τέλει σε θέματα ρητορικής και διοίκησης)  ούτε μ’ εκείνο της Ακαδημίας (όπου κυριαρχεί η καλλιέργεια της Νόησης, η οποία θεωρείται ο μόνος δρόμος προς την Γνώση, που  με τη σειρά της οδηγεί στην Αρετή, η οποία αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την Ευτυχία). Ούτε βέβαια έχει καμία σχέση με τους ακροβατισμούς ανάμεσα σε Αυτάρκεια, Εγκράτεια και Ηδονισμό που χαρακτηρίζει τελευταία το Κυνόσαργες. Στο Λύκειο, απ’ ότι φαίνεται, δεν επαφίενται όλα στην Νόηση, αλλά οι πληροφορίες που συλλέγονται από των αισθητό Σύμπαν θεωρούνται πολύτιμες και πρέπει να αναλύονται, να ανασυντίθενται και να ¨τακτοποιούνται¨ έτσι ώστε να μεταβάλλονται σε γνώσεις με απτές επιπτώσεις, ικανές να βελτιώσουν τον υπαρκτό Κόσμο.

Η διδακτική δραστηριότητα στη σχολή του Αριστοτέλη ασκείται  και από τους συνεργάτες, ακόλουθους και πρώην μαθητές του Δάσκαλου. Και επί πλέον υπάρχουν οι ¨Αναγνώστες¨ που αποδίδουν και επεξηγούν προφορικά τα κείμενα των συγγραμμάτων, αλλά και παρακολουθούν από κοντά τις επιδόσεις των φοιτητών. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης υπήρξε ένας από τους ¨Αναγνώστες¨ της Ακαδημίας του Πλάτωνα και λέγεται μάλιστα   ότι ως εξεταστής της προόδου των σπουδαστών,  ήταν δεόντως αυστηρός.

Ο ίδιος ο Δάσκαλος αφιερώνει τις πρωινές του ομιλίες σε εισαγωγικά ή γενικά θέματα που για να γίνουν κατανοητά δεν απαιτούν μεγάλη εξειδίκευση και μπορούν να τα παρακολουθήσουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ενώ οι απογευματινές του διαλέξεις (που πρέπει να έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και που -μεταξύ μας- θα έδινα πολλά για να μπορέσω να παρακολουθήσω) αφορούν στα θέματα που ο ίδιος αποκαλεί ¨ακροαματικά¨ ή ¨εσωτερικά¨ και απευθύνονται αποκλειστικά προς επιλεγμένους, προχωρημένους φοιτητές.  

Υποθέτω ότι απόψε θα με δεχτεί μετά τη λήξη μιας τέτοιας  ¨ακροαματικής¨ διάλεξης.

kynos

Ο Οινοκράτης μου ζήτησε να τον πάρω μαζί μου απόψε. Τον ρώτησα πώς έτσι και μου απάντησε ότι θέλει να γνωρίσει τον μεγάλο σοφό.

Τον ρώτησα γιατί και μου είπε πως μια από αυτές τις μέρες, όταν θα μειωθεί η πίεση από τα άμεσα καθήκοντά μου, θέλει να μιλήσουμε και θα μου εξηγήσει.

Του είπα εντάξει, όποτε θέλει, αλλά  πως, ακόμη κι αν τον πάρω μαζί μου απόψε, τον ίδιο τον Αριστοτέλη μάλλον δεν θα τον δει. Θυμάμαι ότι κι εγώ την πρώτη φορά, πριν την αναχώρηση, είχα δυσκολευτεί να τον δω προσωπικά. Ο Δάσκαλος, σίγουρα, δεν είναι εύκολα προσιτός.

Βέβαια, τώρα δεν είναι ακριβώς όπως τότε. Εγώ έχω τώρα άλλη ιδιότητα και έχω επίσης συγκεκριμένα μηνύματα από υψηλούς αποστολείς γι αυτόν.

Αλλά κι εσύ, Οινοκράτη, του είπα, νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να χειραφετηθείς και τυπικά. Μάλιστα ύστερα από το χθεσινό σου επίτευγμα, νομίζω ότι, εάν το επιθυμείς, μπορείς να επιδιώξεις -να επιδιώξουμε όλοι μαζί- να πάρεις την αθηναϊκή υπηκοότητα. Εγώ θα σε υποστηρίξω αμέριστα.

Θυμάμαι βέβαια τους ενδοιασμούς και τους φόβους που μου είχες εκφράσει στα Σούσα, αλλά θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι, κατά τα άλλα, η ζωή σου δεν θα αλλάξει δραστικά, εκτός εάν το επιθυμήσεις  εσύ. Μπορείς να παραμείνεις κοντά μου, αλλά όχι πλέον όχι ως δούλος, έστω εξειδικευμένος, αλλά ως ελεύθερος συνεργάτης.  Θα αμείβεσαι κανονικά από εμένα και την υπηρεσία και δε θα χρειάζεσαι την άδεια κανενός όταν θελήσεις, για παράδειγμα, να κάνεις οικογένεια.   Βέβαια, εάν προτιμάς να γίνεις ένας ελεύθερος υπήκοος της νέας μεγάλης πολιτικής οντότητας που θα προκύψει από την οριστική, τελική νίκη του Αλέξανδρου, αυτό είναι ακόμη πιο εύκολο.

Όσον αφορά στον Αριστοτέλη, τον οποίο σίγουρα θα επισκεφτώ ξανά και μάλιστα σύντομα, σου υπόσχομαι ότι θα προετοιμάσω το έδαφος έτσι ώστε την προσεχή φορά να με συνοδέψεις κι εσύ. Και, εν τω μεταξύ, θα  έχουμε τον χρόνο να τα πούμε διεξοδικά. Λοιπόν; τι λες;

Εντάξει, μου απάντησε ο Συρακούσιος, εντάξει σε όλα.

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο έκτο: Συνέλευση στου Κυνοσάργους

Posted by vnottas στο 10 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

8374527

[Αφιερωμένο στο μεσαίο μου αδελφάκι, που με διαβάζει με προσοχή (και ίσως κάποια νοσταλγία)]

Κεφάλαιο έκτο: Δέκα μέρες πριν, στο δήμο της Διομείας

.

Τον καιρό εκείνο, εάν κατευθυνόσουν προς το Αθηναϊκό Άστυ προερχόμενος από τα νοτιο-ανατολικά, είτε θα έπαιρνες τις παραλιακές οδούς που θα σε οδηγούσαν πρώτα στο Φάληρο και μετά στο δρόμο που παράτρεχε  το φαληρικό τείχος οπότε, ακολουθώντας τον, θα ανηφόριζες μέχρι την Πόλη, είτε πάλι μπορούσες να πάρεις το δρόμο που διένυε τους δυτικούς πρόποδες του Υμηττού, να περάσεις το δήμο του Ευωνύμου, να διασχίσεις τον εκτεταμένο δήμο της Αλωπεκής και να φτάσεις έτσι στο δήμο της Διομείας. Ο δήμος αυτός διαιρείτο σε δύο τμήματα, το ένα εντός και το άλλο εκτός των τειχών, που τα ένωνε η ομώνυμη Πύλη.

Το εκτός των τειχών τμήμα ήταν αραιοκατοικημένο και περιελάμβανε δύο χαμηλούς λόφους: ο ένας, ο ανατολικός, ήταν γνωστός από τον τάφο του Ισοκράτη που βρισκόταν εκεί, ο άλλος πάλι, δυτικότερα, είχε  στην κορυφή του ένα μικρό ναό-παρατηρητήριο απ΄όπου μπορούσε να εποπτεύσει κανείς την ακτή του Φαλήρου [1].

Στην περιοχή υπήρχαν δύο γειτονικά μεταξύ τους ιστορικά κτίσματα: το ένα ήταν ο ναός του Ηρακλή, το άλλο ήταν το τρίτο μεγάλο γυμνάσιο της Αθήνας που, όπως και τα άλλα είχε εξελιχθεί σε χώρο φιλοσοφικών αναζητήσεων. Η περιοχή ονομαζόταν Κυνοσάργους και, όπως είναι φυσικό, υπήρχε τουλάχιστον ένας μύθος που εξηγούσε το κάπως παράξενο αυτό όνομα.

Σε περίληψη, ο μύθος έλεγε τα εξής:

Κατ’ αρχήν ήταν ένας σκύλος άσπρος και, απ’ ό, τι προκύπτει, ξύπνιος και πεινασμένος, που έκοβε βόλτες στη περιοχή. Τον έλεγαν Αργό (που σύμφωνα με μερικούς σήμαινε τότε λευκός) και ήταν γρήγορος.

Επί πλέον υπήρχε ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Δίδυμο, ο οποίος ήθελε να τα έχει καλά με τους θεούς και  γι αυτό το λόγο είχε διοργανώσει εκεί κοντά μια θυσία.

Προτού όμως προλάβει ο βασιλιάς να διανείμει τα σφάγια σε θεούς και πιστούς, ο σκύλος εμφανίστηκε ταχύτατος μεσ’ απ’ τους θάμνους, βούτηξε το ψημένο κρέας και εξαφανίστηκε προς τα καλάμια του Ιλισού ποταμού που περνούσε κι αυτός από εκεί κοντά. Φρουροί και λοιποί ενδιαφερόμενοι έτρεξαν ξωπίσω του και εν τέλει κατάφεραν να βρουν κάποια υπολείμματα των εξαγιασμένων κρεάτων δίπλα  στην νότια όχθη του ποταμού.

Τότε παρενέβη ο ιερέας-αποκωδικοποιητής και είπε:

¨Εγώ λέω ότι ο σκύλος είναι θεόπεμπτος. Οι θεοί λένε ότι ο Δίδυμος δεν τη βγάζει καθαρή με μια απλή θυσία, αλλά ότι πρέπει να χτίσει, εκεί ακριβώς όπου βρέθηκαν τα κόκαλα, ένα ναό στον Ηρακλή¨.

Ο Δίδυμος είπε: ¨εντάξει¨ και έχτισε το ναό. 

Ο σκύλος αρκέστηκε στο να δώσει το όνομά του στην περιοχή: ο τόπος του Κυνός του Αργού, άλλως: Κυνοσάργους. 

Αργότερα οι αθηναίοι έφτιαξαν ένα ακόμη δημόσιο γυμνάσιο που πήρε και αυτό το όνομα του άσπρου σκύλου. Ακόμη αργότερα δημιουργήθηκε εκεί από τον μακαρίτη τον Αντισθένη μια (κάπως περιθωριακή, για να τα λέμε όλα) φιλοσοφική σχολή που πήρε το όνομα ¨οι σκύλοι¨ ή ¨οι κυνικοί¨.

 Κατά τα άλλα, στο σημείο αυτό ο Ιλισός,  αφού δεχτεί τα νερά της πηγής της Καλλιρρόης, προσπερνά κελαρυστός και, ρέοντας αφρισμένος πάνω στις κροκάλες, συνεχίζει την κατηφορική του πορεία δίπλα σε καλαμιές και πλατάνια, αναζητώντας την παρέα του Ηριδανού ή του Κηφισού ή ό, τι άλλο βρει τέλος πάντων, προκειμένου να μην καταλήξει στον Σαρωνικό μόνος του.

images (3).

Στους κατοίκους της Διομείας, τους Διόμειους, είχε συμβεί στο παρελθόν να περιπέσουν στην, ας πούμε ¨δυσμένεια¨, ενός δηκτικού πλην όμως δημοφιλέστατου τύπου που ονομαζόταν Αριστοφάνης, ο οποίος -ποιος ξέρει τι του είχαν κάνει του ανθρώπου- τους είχε κολλήσει το παρατσούκλι ¨οι Διομειαλαζόνες¨.

Ίσως να υπήρχε ένας ανιχνεύσιμος λόγος γι αυτό. Ίσως ο Αριστοφάνης από την μια και οι κάτοικοι του δήμου της Διομείας -ιδιαίτερα οι εκτός των τειχών- από την άλλη, να ανταγωνίζονταν,  ήδη από τότε, στην παραγωγή ενός δυσεύρετου και ως εκ τούτου πολύτιμου αγαθού. Του αστείου! Το αστείο ήταν ένα προϊόν των άστεων και δεν πρέπει να συγχέεται με το πιο διαδεδομένο ¨χωρατό¨, που προερχόταν κατ’ ευθείαν από την ύπαιθρο.

Αυτή, βέβαια, δεν είναι παρά μόνον μια υπόθεση γιατί τον καιρό που διέπρεπε ο Αριστοφάνης, οι κωμικοί της περιοχής δεν ήσαν ακόμη τόσο διάσημοι. Αλλά και το ¨πνεύμα¨ που καλλιεργούσαν και με το οποίο θα ξεκαρδίζονταν οι ίδιοι και οι  διαρκώς αυξανόμενοι οπαδοί τους, ήταν διαφορετικό από εκείνο του παλιού κωμωδιογράφου.

Ο Αριστοφάνης, όπως και οι περισσότεροι ομότεχνοι της γενιάς του, ήταν προσκολλημένος στην ιδέα μιας πολιτείας  κυρίαρχης και -κατά βάθος- γενικότερα αποδεκτής, έτσι ώστε να αξίζει τον κόπο να καταδικάσεις και να γελοιοποιήσεις εκείνους που, όντας ατομικιστές και επιδειξίες (φιλοπόλεμοι, ψευτοφιλόσοφοι, διεφθαρμένοι αναρριχητές και διαφθείροντες ισχυροί) έκαναν κακό στην κοινότητα.

Προτομή-του-Αριστοφάνη

Αντίθετα, εάν πάρουμε για παράδειγμα, τους ¨εξήκοντα¨ γελωτοποιούς του Κυνοσάργους, η κωμικότητά τους είχε διαφορετικές αφετηρίες. Αυτοί δεν έβλεπαν πια γύρω τους μια κοινότητα ικανή να επιβληθεί. Έβλεπαν κυρίως τις αντιφάσεις και τους χαρακτηριστικούς τύπους που είχαν δημιουργηθεί από τους περίεργους, ασυνεπείς και -με λίγη ή πολλή καλή θέληση- διασκεδαστικούς ¨νέους καιρούς¨.

Οι νεαροί ¨εξηντάρηδες¨ δεν πίστευαν ότι η παρέμβασή τους θα μπορούσε να διορθώσει την πολιτεία. Επομένως, περιορίζονταν σε εκείνο που έμοιαζε εφικτό: να δείξουν και να αναδείξουν την γελοιότητα των νέων «τύπων» που κυκλοφορούσαν πλέον στις πόλεις: τους κακόγουστους νεόπλουτους, τους επιδεικτικούς δοκησίσοφους ξερόλες,  τους αναίσχυντους ερωτύλους, τους ύπουλους καιροσκόπους, αλλά και τους πονηρούς υπηρέτες, τους κομψευόμενους αφέντες, τις εύπιστες κι αλλοπρόσαλλες κυράδες… Με άλλα λόγια, έβλεπαν ότι οι αντιφάσεις που κάθε λίγο εκρήγνυνταν γύρω τους μπορούσαν να προκαλέσουν ιαματικό γέλωτα, και αυτό τους αρκούσε.

Αλλά και πέρα από τα μέλη των ¨εξήκοντα¨, τις πλάκες και τις φάρσες που σκάρωναν (οι οποίες στη συνέχεια, σχολιάζονταν και  έτερπαν την αγορά και τα συμπόσια) υπήρχαν και εκείνοι που έγραφαν κωμικά επιγράμματα, ποιήματα, άσματα, αλλά και κωμωδίες ολόκληρες διεπόμενες από το νέο αυτό  πνεύμα.

Όλους αυτούς (περιθωριακούς φιλόσοφους, κωμικούς και κωμωδιογράφους του νέου ρεύματος, καθώς και σπουδαστές προβληματισμένους μεν, αλλά και έτοιμους να συμμετάσχουν σε κάθε λογής επεισοδιακή φάση) μπορούσες να τους συναντήσεις πλέον παντού, ακόμη και στην Αγορά ή και στα γυμναστήρια του Κλεινού Άστεως, όμως το μέρος όπου ήταν δυνατό να τους βρεις μαζεμένους να κουβεντιάζουν και να ανταλλάσσουν απόψεις και ιδέες περί του Παντός (επιστητού και μη), ήταν το εκτός των τειχών τμήμα του δήμου της Διομείας που, όπως είπαμε, οι Αθηναίοι αποκαλούσαν συνήθως Κυνόσαργες, συνηθέστερα στη γενική: (ο τόπος του) Κυνοσάργους.

images

Αυτό ακριβώς συνέβαινε και ’κείνο το διαυγές βραδάκι, το φωτισμένο από τον χρυσαφί κύκλο του φεγγαριού και πασπαλισμένο με άρωμα πεύκου που το απαλό αεράκι μετέφερε ως εδώ από τον Υμηττό. Ήταν το τελευταίο δεκαήμερο του Σκιροφοριώνα κι είχε αρχίσει να κάνει ζέστη. Καμιά τριανταριά νέοι ήταν μαζεμένοι στον Ιλισό, άλλοι ξαπλωμένοι στα χορτάρια της όχθης, άλλοι καθιστοί με τις πλάτες ακουμπισμένες στα δέντρα, άλλοι όρθιοι.

«Αυτοί εδώ μας δουλεύουν κανονικά» έλεγε ένας νεαρός με το μαλλί μακρύ σχεδόν όσο των εμπόλεμων Σπαρτιατών. «Λόγος περί Αληθείας πολύς, πράξεις Φιλαληθείας ουδεμία!».

«Θα έχουμε ακόμη μια εορτή, αγαπητέ Μέναιχμε! Ε και; Θα μας βγάλουν ακόμη μερικούς λόγους! Ε, λοιπόν; Θα επικαλεστούν πάλι το όνομα της Δημοκρατίας, αλλά αμφιβάλω αν θυμούνται τι ακριβώς είναι. Ίσως κάποιος θα έπρεπε να τους το θυμίσει!» είπε ένας με γένι που είχε αρχίσει να γκριζάρει, λίγο μεγαλύτερος από τους άλλους.

«Πείτε μου εσείς αγαπητοί εν Ιλισώ φίλοι. Είναι δημοκρατία να γιγαντώνεις τους μύθους που σε συμφέρουν; Είναι δημοκρατία να επινοείς καινούργια σοφίσματα; Είναι δημοκρατία να δημιουργείς σύγχυση στους γύρω σου και μετά από πάνω να ζητάς να σε επιβραβεύσουν;» αναρωτήθηκε ένας καστανομάλλης με μεγάλη μύτη που ακουμπούσε τη πλάτη πάνω στον κορμό μιας γέρικης ελιάς.

«Εμείς, οι άποικοι στο Βορρά, όταν οι επιδρομές του Φίλιππου μας ανάγκασαν να επιστρέψουμε στο Νότο, ήμασταν σίγουροι ότι εδώ θα βρίσκαμε προστασία και σιγουριά …», παρεμβλήθηκε  μια όμορφη ξανθή νέα,  «όμως δε βρήκαμε παρά λόγια… πολλά λόγια. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τώρα μας καλούν να γιορτάσουμε για τις προσφορές και τα δώρα του Αλέξανδρου!»

«Ω, τι σοβαρότητες είναι αυτές Ιππαρχία», διαφώνησε  ένας πιτσιρικάς, γύρω στα δώδεκα. «Εάν αυτά που συμβαίνουν δεν είναι παρά αστειότητες, δε έχουμε παρά να γελάσουμε λιγάκι μαζί τους!»

«Καλά τα λέει ο Μενανδράκος»,  τον υπερασπίστηκε ένας μεγαλύτερος με κοντό ιμάτιο, στηριγμένος σε μια τεράστια γκλίτσα.

«Να γελάσουμε; ναι! Να κάνουμε και τους άλλους να γελάσουν; Βεβαίως. Όχι όμως όπως οι μωροί κι οι μπουνταλάδες, δηλαδή χωρίς να ξέρουμε το λόγο. Και μάλιστα καλά. Ας μιλήσει λοιπόν όποιος νομίζει ότι ξέρει καλά τι τρέχει, και μετά, εάν συμφωνήσουμε, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε», είπε εκείνος με τα ίχνη γκρίζου στο γένι του, που ασήμιζαν τώρα στο φεγγαρόφως και ανασηκώθηκε εγκαταλείποντας τον κορμό της ελιάς. Το σώμα του ήταν κάπως στραβό, αλλά το πρόσωπό του είχε ευγενικά χαρακτηριστικά.

«Έχει δίκιο ο Κράτης!» φώναξε ο καστανομάλλης με τη μεγάλη μύτη. «Θα μιλήσω εγώ».

Τα βλέμματα στράφηκαν πάνω του. Τον ήξεραν όλοι. Είχε αρχίσει να φοιτά στο Λύκειο, αλλά μετά είχε στραφεί προς τους ¨σκύλους¨ με τους οποίους είχε γίνει πλέον κολλητός. Επιπλέον ήταν σταθερό μέλος της παρέας των εξήκοντα. Τον έλεγαν Καλλιμεδώνα, αλλά όλοι τον φώναζαν Κάραβο[2]

images (6)

«Ο Αριστοτέλης, μπορεί να υπήρξε ο δάσκαλος του Αλέξανδρου, επομένως δεν αποκλείεται να κληθεί κάποτε να απολογηθεί για τις πράξεις του μαθητή του, πάντως όλοι ξέρουμε πως είναι αξιόπιστος δάσκαλος και προσπαθεί να τεκμηριώσει όσα λέει. Φοίτησα κι εγώ κοντά του για ένα διάστημα, κι αν δεν είχα διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι εκεί μέσα παραείναι τυπικοί και μανιώδεις με τις κατατάξεις και τις κατηγοριοποιήσεις, ίσως και να ήμουν ακόμη εκεί πέρα. Πάντως ξέρω, όπως άλλωστε κι εσείς, ότι έχει τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη της Αθήνας. Ανάμεσα στο συγγράμματα υπάρχουν και κείμενα του μεγάλου Θουκυδίδη, τα οποία είχα την ευκαιρία να δω και να μελετήσω όταν παρακολουθούσα το Λύκειο. Θα επικαλεστώ λοιπόν τα κείμενα αυτά, αλλά και την άποψη του ίδιου του Αριστοτέλη που, απ’ ό, τι φαίνεται, τα στοιχεία του Θουκυδίδη τον έπεισαν. Σημειώστε ότι αυτά που θα σας πω ίσως σας φανούν γνωστά, γιατί υπάρχουν ακόμη γέροντες που λένε τα ίδια, ισχυριζόμενοι ότι έτσι τα άκουσαν από τους παππούδες τους.

«Φίλε… έλα στο ζουμί» φώναξε κάποιος στο βάθος που είχε μετατρέψει έναν κομμένο κορμό σε ανάκλινδρο.

«Έρχομαι και συμπτύσσω: Τι θα μας πουν σε λίγες μέρες ο Δημοσθένης, ο Φωκίωνας, ο Υπερείδης και οι λοιποί; Θα μας επαναλάβουν την γνωστή επίσημη εκδοχή. Θα μας πουν ότι επιστρέφουν οι ¨τυραννοκτόνοι¨ και ότι οφείλουμε να είμαστε ευτυχείς. Γιατί; Μα γιατί αυτοί οι δύο τύποι θυσιάστηκαν για να σκοτώσουν τους τυράννους και έτσι να  περάσει η εξουσία από τους Πεισιστρατίδες στο Δήμο της Αθήνας.

Τους είχαμε ήδη φτιάξει νέα αγάλματα, ταΐζαμε τιμής ένεκεν στο Πρυτανείο όσους δήλωναν απόγονοί τους και τώρα συν τοις άλλοις, θα είμαστε υποχρεωμένοι και στον Αλέξανδρο που μας στέλνει πίσω τις πρωτότυπες εικόνες τους…

Ας δούμε τώρα τι ισχυρίζεται ο Θουκυδίδης.

Ο ιστορικός λοιπόν λέει ότι…

Πρώτο: οι αποκληθέντες τυραννοκτόνοι σκότωσαν τον ένα μόνο από τους γιους του τύραννου Πεισίστρατου και μάλιστα όχι εκείνον που είχε κληρονομήσει και ασκούσε την κυρίως εξουσία, τον Ιππία, αλλά τον αδελφό του τον Ίππαρχο, που ως επί το πλείστον τον απασχολούσαν τα καλλιτεχνικά θέματα.

Δεύτερο: η αιτία του φονικού δεν είχε να κάνει με την πολιτεία, ούτε με το πολίτευμα, ούτε με τις διεκδικήσεις του λαού των Αθηνών. Επρόκειτο για ερωτική αντιζηλία.  Οι δύο τύποι ήταν μεταξύ τους εραστές που παρενοχλήθηκαν ερωτικά από τους Πεισιστρατίδες. Δεν ξέρω ακριβώς τι τύπου έρως συνέδεσε τους ήρωες αυτής της ιστορίας. Οι φίλοι, από τους παρόντες, που φοιτούν στην Ακαδημία και θεωρούνται ειδήμονες στα σχετικά με τον άτακτο ακόλουθο της Αφροδίτης, θα μπορούσαν ίσως να μας διαφωτίσουν εάν ένας τέτοιος έρωτας εμπίπτει στην κατηγορία του αποκαλούμενου ¨πλατωνικού¨ ή πρόκειται για κάποια επιβαρυμένη περίπτωση που προκαλεί μεγαλύτερα πάθη!

Ό, τι και να πούμε, το γεγονός είναι ότι υπήρξε αντιδικία, ζηλοτυπία, σύγκρουση και εντέλει φόνος.  Την πλήρωσε όπως σας είπα ο Ίππαρχος, αλλά ακριβώς επειδή ή όλη ιστορία ήταν περισσότερο πάθος παρά καλά προετοιμασμένη πολιτική συνωμοσία, οι ¨τυραννοκτόνοι¨ συνελήφθησαν αμέσως. Ο ένας σκοτώθηκε επί τόπου και ο άλλος αργότερα, χωρίς να ομολογήσει την ύπαρξη συνωμοσίας, αν και βασανίστηκε.

Γεγονός είναι επίσης ότι ο κυρίως τύραννος της εποχής, ο Ιππίας, όχι μόνο δε σκοτώθηκε, αλλά κυβέρνησε την Αθήνα για τρία – τέσσερα χρόνια ακόμη. Και μάλιστα, μετά τη δολοφονία του αδελφού του, με τρόπο ειδεχθέστερο από ό, τι πριν.

Αλλά το πιο ευτράπελο από όλα αυτά, εκείνο που αποδεικνύει ότι η Ιστορία από μόνη της και όχι ύστερα από δική μας επέμβαση, διαθέτει και πνεύμα και ειρωνεία και σαρκασμό, είναι ότι τον εν λόγω τύραννο, τον Ιππία, εκείνον δηλαδή που δεν ανέτρεψαν οι τυραννοκτόνοι, τον ανέτρεψαν τελικά οι Λακεδαιμόνιοι! Μάλιστα φίλοι μου. Οι Σπαρτιάτες! Οι θεωρούμενοι παραδοσιακοί προστάτες των απανταχού ολιγαρχικών! Εκείνος δε που υλοποίησε αυτό που ονομάστηκε ¨αποκατάσταση¨ (αν δεχτούμε  ότι ένα είδος Δημοκρατίας υπήρχε ήδη στην Αθήνα από την εποχή της νομοθεσίας του Σόλωνα) ή ¨δημιουργία¨ της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ήταν ένας απροκατάληπτος και -όπως τον περιγράφει ο Θουκυδίδης- απρόβλεπτος βασιλιάς της Σπάρτης: ο Κλεομένης (βίος και πολιτεία και ο ίδιος -αλλά δεν θέλω να επεκταθώ)  που ήταν γιος του Αναξανδρίδα και ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα των Θερμοπυλών!»

«Μα αυτή είναι μια ιστορική συγκυρία που αξίζει τον κόπο να γιορτάσουμε!» ακούστηκε μια εύθυμη φωνή από κάτω.

«Νομίζω πως ναι… και έχω μια ιδέα», είπε Κάραβος.

«Προτείνω να φτιάξουμε μια μικρή επιτροπή και να επεξεργαστούμε τις ιδέες μας», είπε ο Κράτης.

images (9).

Η Αθήνα είναι ένας τόπος με ενδιαφέρουσα και περιπλεγμένη ιστορία. Αυτό σημαίνει ότι το λεκανοπέδιο έχει ζήσει τα πάντα-όλα και το αντίθετό τους. Αυτά τα ¨όλα¨, κλασικά και μη, στην Αθήνα ήταν συνήθως εικονογραφημένα.  Κι αυτό γιατί στους Αθηναίους αρέσουν οι εικόνες: γλυπτές, ανάγλυφες, ζωγραφιστές, ακόμη και λεκτικές, από εκείνες που διακοσμούν την ακατάσχετη ροή των ρητορικών εμπνεύσεων.

Όμως, ακριβώς επειδή οι καιροί στην Αθήνα αλλάζουν συχνά και οι εμπειρίες πολλαπλασιάζονται επηρεάζοντας αναπόφευκτα και τα γούστα, είναι επακόλουθο ότι θα πρέπει να ανανεώνονται και οι σχετικές εικόνες.  Πράγματι οι Αθηναίοι τις ανανεώνουν.

Ωστόσο υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: Τι να κάνουν με τις παλιές εικόνες, όταν αυτές έχουν πια ξεπεραστεί από τους καιρούς ή από τους συσχετισμούς των δυνάμεων; Να τις καταστρέφουν;

Η εμπειρία είχε δείξει ότι η οριστική καταστροφή δεν είναι η καλύτερη λύση. Γιατί, (όπως λέει και η δημώδης φράση)¨έχει ο καιρός γυρίσματα¨∙ που πάει να πει ότι το ενδεχόμενο μιας ανακύκλωσης είναι πάντοτε πιθανό.

Τελικά οι Αθηναίοι βρήκαν τη λύση που τους φάνηκε πιο απλή και αποτελεσματική: Ήταν η  δημιουργία των περιφραγμένων χώρων εναποθήκευσης τετριμμένων εικόνων, των γνωστών και ως ΠΕΧΕΤΕ. Τον καιρό της αφήγησής μας, στις μάντρες των ΠΕΧΕΤΕ μπορούσες να βρεις άφθονο εικονογραφικό υλικό από περασμένες εποχές και παρελθόντα γούστα.

Σε μία από αυτές, ο φύλακας λεγόταν Δεινίας και ήταν ένθερμος φίλος των κυνικών και των κωμικών (αδιακρίτως) καθώς και των συγκεντρώσεων παρά τον Ιλισό. Ήταν λοιπόν αυτός που υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει έναν τουλάχιστον ¨Κλεομένη σε ορείχαλκο¨, καθώς και έναν Σπαρτιάτη, μάλλον σε μάρμαρο, που  έφερνε προς τον Λεωνίδα, αν και δεν ήταν σίγουρος πως επρόκειτο ακριβώς για τον ήρωα των Θερμοπυλών.

«Εντάξει μ’ αυτό»,  είπε ικανοποιημένος ο Κάραβος. Η φάση Βήτα θα είναι λίγο πιο δύσκολη. Η Θόλος του πρυτανείου, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες μου θα εναποτεθούν αρχικά οι ¨τυραννοκτόνοι¨ φρουρείται πολύ καλύτερα από τις αποθήκες των ξεπερασμένων εικόνων».

«Μην ανησυχείς», έσπευσε να τον καθησυχάσει ο Κράτης. Έχουμε κι εκεί έναν αφοσιωμένο φίλο. Θα εκπλαγείς όταν μάθεις για ποιον πρόκειται».

«…και να μη ξεχνάτε τη χορογραφία της φάσης Γάμα», είπε χοροπηδώντας η μικρή ξανθή Ιππαρχία. Θα σας την διδάξω εγώ και απαιτώ προσοχή και προσήλωση».

images (12).

[1] Στο λόφο αυτόν είχαν στρατοπεδεύσει οι Αθηναίοι μετά τη μάχη του Μαραθώνα και από εδώ είχαν δει και αποτρέψει μια προσπάθεια του περσικού στόλου να αποβιβάσει στρατεύματα στο Φάληρο.

[2] Κάραβος: Κερασφόρο σκαθάρι αποκαλούμενο και «κεράμβυξ». Η λέξη σημαίνει επίσης γαρίδα, ή και καράβι.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 7. Καθώς οι οπλές του αλόγου μου κροτούν ρυθμικά πάνω στις πλάκες του δρόμου…

Posted by vnottas στο 1 Απρίλιος, 2015

Μέρος Α΄: Σούσα

Κεφάλαιο έβδομο: Καθώς οι οπλές του αλόγου μου κροτούν ρυθμικά πάνω στις πλάκες του δρόμου…

?????????????????????????????????????????????????????????????????????????

 Το λεπτό φεγγαράκι είχε πια εξαφανιστεί και το δίχτυ των αστεριών είχε γίνει ακόμη πιο σπινθηροβόλο  πάνω στο παχύ μαύρο τ’ ουρανού, όταν αποχαιρέτισα τον Καλλισθένη.

Η συνάντησή μας είχε ολοκληρωθεί με την κατανάλωση ενός λιτού δείπνου που μας σέρβιραν εκεί, στο περίπτερο του υπερυψωμένου κήπου, οι ντόπιοι υπηρέτες. Τρώγοντας, πέρα από την αφήγηση από μέρους μου των τελευταίων γεγονότων της εκστρατείας στην Περσέπολη, μιλήσαμε για ένα σωρό άλλα θέματα.

Επέστρεψα στο κατάλυμά μου ιππεύοντας με οδηγό τους αναρτημένους φανούς, που με το ασθενικό τους φως υπεδείκνυαν τον κατηφορικό κεντρικό δρόμο από την ανακτορική Ακρόπολη ως την συνοικία των ευπόρων. Ο δρόμος αυτή την προχωρημένη ώρα ήταν εντελώς έρημος, αντίθετα, στο μυαλό μου στριφογύριζαν χίλιες σκέψεις που προσπαθούσαν να κατασταλάξουν  σε συγκεκριμένες απόψεις και συμπεράσματα.

Τα νυχτοπούλια έσπαζαν τη νυχτερινή σιγή με τα εκνευριστικά τους κρωξίματα, κι εγώ, ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα, αναρωτιόμουν αν είναι ασφαλές να κυκλοφορώ μόνος, νυχτιάτικα, στην σκοτεινή, πρόσφατα κατακτημένη πόλη.

Για μια στιγμή μάλιστα νόμισα ότι κάτι συμβαίνει ανάμεσα στις σκιές γύρω μου, τράβηξα τα χαλινάρια  και τέντωσα τ’ αυτιά μου προσπαθώντας να εντοπίσω τυχόν ύποπτους ήχους. Εν τέλει όμως, το μόνο που έφτασε ως εμένα ήταν κάποια καθησυχαστικά αποσπάσματα ελληνικής γλώσσας από μια ομάδα στρατιωτών που περιπολούσε στο βάθος του δρόμου.

 images (10)

Οι σκέψεις μου επέστρεψαν στη συνάντηση με τον Καλλισθένη.

Αντίθετα με ό, τι συνέβη σ’ εκείνον, εγώ είχα εκτιμήσει θετικά τον ψηλό Ολύνθιο, από την πρώτη στιγμή που τον είδα στην Άβυδο. 

Δέκα χρόνια περίπου πρεσβύτερος από εμένα, είχε διαβάσει, θυμάμαι, προσεκτικά την επιστολή  του Αριστοτέλη που του παρέδωσα και, χωρίς σχόλια και παραινέσεις, μου είχε δώσει τις πρώτες οδηγίες.

Από τότε έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Ήμουν κοντά του καθώς η στρατιά προχωρούσε ακάθεκτη, από μάχη σε μάχη, από πολιορκία σε πολιορκία, από την Μικρασία ως την Αίγυπτο και από εκεί πάλι πίσω στην καρδιά της Ασίας όπου βρισκόμαστε τώρα. Τέσσερα χρόνια πυκνά σε αναπάντεχα γεγονότα, σε πιεστικά προβλήματα, σε  αντίξοες αλλά και ενθουσιαστικές εμπειρίες που, υπό ομαλές συνθήκες, θα απαιτούσαν πολύ περισσότερο χρόνο για να σωρευθούν. Έτσι είχα την ευκαιρία να επιβεβαιώσω αυτές τις πρώτες θετικές εντυπώσεις και μπορώ να πω ότι η εμπιστοσύνη που εμπνέει η ήρεμη φυσιογνωμία του Ολύνθιου δεν είναι απατηλή.

 -αυ-ός-32749886

Ωστόσο, για κάποιον που δεν τον γνωρίζει από κοντά, ο Καλλισθένης πρέπει να μοιάζει αντιφατικός άνθρωπος.

Από τη μια μεριά, ως ιστορικός έχει τον έλεγχο της ¨προς τα έξω¨ αλήθειας. Της κατασκευασμένης, ως ένα σημείο, αλήθειας που χρειάζεται ένας πόλεμος.

Ο Καλλισθένης ξέρει τα μυστικά της ρητορικής τέχνης και έχει την ικανότητα να τα εφαρμόζει.  Το  γεγονός ότι κατά την καταγραφή των γεγονότων φροντίζει ώστε να αποφεύγονται οι έντονες  υπερβολές -εκείνες που συνήθως υποδεικνύουν  οι πιο κόλακες απ’ τους γραφείς- κάνει τις παρεμβάσεις του περισσότερο αποτελεσματικές.

Ο Ολύνθιος όμως, δεν πιστεύει ότι τα σοφίσματα μπορούν να αντικαταστήσουν με άνεση την αλήθεια, είτε επειδή αυτή απλώς δεν υπάρχει, είτε επειδή κι αν ακόμη υπάρχει, επηρεάζει την εξέλιξη των πραγμάτων πολύ λιγότερο από ένα καλό σόφισμα. Δεν πιστεύει δηλαδή σ’ αυτά που ισχυρίζονται με εμμονή οι διάφοροι σοφίζοντες σχετικιστές. Λέω γι αυτούς που, αν και είναι κατανοητό πως μπόρεσαν να ακμάσουν  στην Ελλάδα των χρόνων της παρακμής, είναι δυσερμήνευτο το πως ήδη κατάφεραν να διεισδύσουν σε επίκαιρα πόστα της Εκστρατείας.

Από την άλλη πλευρά, ο Καλλισθένης δεν καταδικάζει συνολικά την χρήση των ¨απατηλών¨ συγκινησιακών εξωραϊσμών, όπως κάνουν, ας πούμε, ορισμένοι οπαδοί του Πλάτωνα του Αθηναίου.  Απ’ όσο ξέρω, τόσο ο ίδιος, όσο και ο δάσκαλός του ο Αριστοτέλης, θεωρούν ότι ο εμπλουτισμός του λόγου και της λογικής με στοιχεία που αφορούν στην εμπλοκή των συναισθημάτων είναι επιτρεπτός, αλλά με την προϋπόθεση ότι αυτά τα ¨εντυπωσιακά¨ ή ¨μη ορθολογικά¨ ή ¨καλλιτεχνικά¨ στοιχεία πρέπει τελικά να εξυπηρετούν τη διάδοση και τη κατανόηση της Αλήθειας. Και εδώ μιλάμε για μια Αλήθεια η οποία  όχι μόνον είναι υπαρκτή, αλλά και, εν κατακλείδι, οι άνθρωποι μπορούν να την προσεγγίσουν χάρη στις νοητικές τους ικανότητες.

Για να στηρίξει, λέω εγώ,  κανείς μια τέτοια άποψη είναι αυτονόητο ότι πρέπει να διαθέτει ολοκληρωμένες ιδέες, συγκεκριμένες αρχές, σαφή ιδανικά, αν όχι την καθοδήγηση εκείνων των ¨θεών του ορθού λόγου¨ στους οποίους ο Καλλισθένης κάνει συχνά νύξη. Μόνον έτσι θα μπορούσε να έχει κάποιος ένα μέτρο και έναν οδηγό όταν επιχειρεί να επηρεάσει τους άλλους μέσω της πειθούς και των τεχνασμάτων της. Εγώ είμαι σίγουρος πλέον ότι ο Ολύνθιος είναι επαρκώς εξοπλισμένος με όλα αυτά.

Υπάρχει όμως ακόμη ένας Καλλισθένης, ο οποίος ενδιαφέρεται έντονα για την ανεύρεση των χειροπιαστών γνώσεων, εκείνων που οδηγούν σε μια αλήθεια στα μέτρα του Ανθρώπου. Μια αλήθεια που επιβεβαιώνεται μέσα από συγκεκριμένες χρηστικές εφαρμογές. Μια αλήθεια εργαλείο επίγειας ευτυχίας. Θα έλεγα ότι αυτή η ¨αλήθεια των ανθρώπινων ανακαλύψεων και επινοήσεων¨ αποτελεί τον άξονα της σκέψης του και την εστία της, κατά βάθος αισιόδοξης, άποψής του για τη ζωή.

 Thessalikos Ippeas 750 πχ (1)

Παράλληλα συνειδητοποιώ πόσο δύσκολο είναι το έργο που έχει αναλάβει. Και δεν μιλώ μόνο για τα επίσημα καθήκοντά του, που είναι σύνθετα και γεμάτα ευθύνες, αλλά και εκείνα που του επιβάλει ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος αντιμετωπίζει την εκστρατεία.

Διότι, όπως είπα ήδη ο Καλλισθένης έχει μια ολοκληρωμένη άποψη γι αυτά που συμβαίνουν. Οπτική που δεν απέχει πολύ από τον τρόπο που σκέπτομαι εγώ και αρκετοί άλλοι, όσοι, τέλος πάντων, δεν αρκούνται στο να αιτιολογούν αυτή την εκστρατεία μόνο με τα κριτήρια της λαφυραγωγίας και της εκδίκησης.

Γύρω του έχει δημιουργηθεί μια άτυπη ομάδα που θέλει να προστατέψει τον Αλέξανδρο από επιρροές ζημιογόνες για τον ίδιο, αλλά και φθοροποιές για τους απώτερους ¨ ιστορικούς¨ ή ¨ιδεώδεις¨, αν μπορώ να εκφραστώ έτσι, στόχους της Εκστρατείας.

Με αυτόν, λίγο πολύ, τον τρόπο σκέφτονται οι περισσότεροι στο επικοινωνιακό επιτελείο όπως επίσης και ο Ευμένης ο Καρδιανός, ο οποίος έχει επιτελικές και επικοινωνιακές αρμοδιότητες.

Σκέφτομαι ότι δεν θα ήταν εντελώς παράδοξο εάν ανάμεσα στον Ευμένη και τον Καλλισθένη υπήρχε ένταση ή και αντιζηλία ακόμη, μια που τα καθήκοντά τους αλληλεπικαλύπτονται και το κύρος τους είναι σχεδόν ισοδύναμο. Ο λίγο νεώτερος Ευμένης -που και αυτός κατάγεται από ιωνική αποικία στο βορρά, την Καρδία της θρακικής Χερσονήσου- υπήρξε γραμματέας του βασιλέα Φιλίππου και, αν και μη Μακεδόνας, είναι τώρα ενταγμένος μεταξύ των εταίρων ως ισοδύναμο μέλος.

 Όμως, οι δύο άνδρες είχαν την εντιμότητα να αναγνωρίσουν ο ένας τις ικανότητες του άλλου και να αναπτύξουν μεταξύ τους μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού και εκτίμησης. Και όχι μόνον αυτό. Φαίνεται ότι συμπίπτουν και στις γενικότερες εκτιμήσεις για την σημερινή συγκυρία και τις μελλοντικές προοπτικές.

Έπειτα έχουμε τον Έφιππο, ολύνθιος κι αυτός, που αν και φωνακλάς, είναι αφοσιωμένος στον Καλλισθένη και στις ιδέες που αυτός πρεσβεύει. Από τότε που επέστρεψε από την Αίγυπτο όπου μετά την κατάληψη ο Αλέξανδρος τον είχε ορίσει για ένα διάστημα ¨επόπτη της διοίκησης¨, έχει ενταχθεί στην ομάδα μας.

Τις γενικές γραμμές των απόψεών μας συμμερίζονται επίσης ορισμένοι από τους μηχανικούς, κάποιοι  καλλιτέχνες και κάποιοι από τους ειδήμονες σε ποικίλους τομείς, όπως για παράδειγμα ο Φίλιππος, ο γιατρός από την Ακαρνανία, που έσωσε τον Αλέξανδρο στην Ταρσό πριν τρία χρόνια. Τότε που όλοι θεωρούσαν τον βασιλιά ετοιμοθάνατο, ενώ οι περισσότεροι, παρά τις αρνητικές εισηγήσεις της ομάδας μας, θεωρούσαν τον γιατρό προδότη εξαγορασμένο από τους Πέρσες.

 Όμως δεν είμαι σίγουρος ότι ο  στενός κύκλος των μακεδόνων ηγητόρων συμμερίζεται στο σύνολό του τις απόψεις του Καλλισθένη για την υψηλή αποστολή και τα πανανθρώπινα ζητούμενα αυτής εδώ της εκστρατείας.

Μερικοί ίσως ναι. Μερικοί τον συμπαθούν γιατί τον βλέπουν κατά κάποιο τρόπο ως αυθεντικό ερμηνευτή, αν όχι συνεχιστή του Αριστοτέλη, του αγαπητού κοινού δάσκαλου από τον καιρό των μαθημάτων στο Νυμφαίο της Μίεζας και στην Πέλλα.images (13)

Ο Αριστοτέλης δεν ήταν δάσκαλος μόνον του Αλέξανδρου. Τα περισσότερα μαθήματά του τα είχαν παρακολουθήσει ταυτόχρονα σχεδόν όλοι οι συνομήλικοι γιοι των ευγενών  της αυλής του Φιλίππου και στενοί φίλοι του τότε διαδόχου. Επομένως η επιρροή που ασκεί, ενισχυμένη από τα νεότερα συγγράμματά του που εξακολουθούν να φτάνουν -με προτεραιότητα- ως εδώ, εξακολουθεί να είναι υπαρκτή και διάχυτη στον πυρήνα των εταίρων.

Ο Καλλισθένης εκπροσωπεί εκ των πραγμάτων τον μεγάλο δάσκαλο, όχι μόνο γιατί θεωρείται συγγενής του -είναι ανιψιός του θετού πατέρα του Αριστοτέλη- αλλά και γιατί είναι σε θέση να επεξηγήσει τις σημερινές απόψεις του Σταγειρήτη.

Άλλοι όμως εταίροι διαφωνούν ή αδιαφορούν ή επηρεάζονται από κακόβουλους τρίτους.

Γι αυτό υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος τα λόγια ή οι πράξεις του Καλλισθένη να παρεξηγηθούν. Όχι γιατί δεν είναι επαρκώς σαφής και πειστικός, αλλά γιατί στους βασιλικούς κύκλους έχουν διεισδύσει άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές απόψεις από τις δικές του. Άνθρωποι των οποίων η επιρροή στον νεαρό βασιλέα αυξάνεται διαρκώς.

Αυτοί είναι οι ¨άλλοι¨, οι οποίοι έχοντας ακολουθήσει την ¨κάτω διαδρομή¨ της προέλασης έχουν φτάσει τώρα αμαχητί  στην Περσέπολη. Εκεί, όλοι αυτοί, λόγω της απουσίας του Καλλισθένη, έχουν αναθαρρέψει και τα τελευταία δεκαήμερα ¨αλωνίζουν¨.

Πρόκειται κυρίως για τον Ανάξαρχο από τα Άβδηρα, τον επιλεγόμενο και ¨Ευδαιμονικό¨ -εγώ θα τον έλεγα απλώς καλοπερασάκια, μια που δε χάνει ευκαιρία να παραστεί, καλεσμένος ή αυτόκλητος, σε γιορτές και συμπόσια.

Ο Ανάξαρχος θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο φιλόσοφο, εγώ όμως νομίζω ότι το επίθετο μέγας θα ταίριαζε μόνο στην άλλη του ιδιότητα, στην οποία όντως  διαπρέπει, εκείνη του κόλακα. Ελάχιστα διαλεκτικός και κατά συνέπεια ελάχιστα διαλλακτικός ¨κολλάει¨ σε κάποιες ιδέες οι οποίες, εκθειάζουν οτιδήποτε το αυτοκρατορικό, το μεγαλειώδες, το εκτός ελληνικού μέτρου.

Ισχυρίζεται ότι είναι οπαδός του συμπατριώτη του, του Δημόκριτου, αλλά νομίζω ότι έχει παρεξηγήσει την έννοια που εκείνος απέδιδε στην ¨ευθυμία¨. Η ¨ευθυμία¨ του Δημόκριτου περιλαμβάνει την ψυχική γαλήνη, την σταθερότητα και την επάρκεια, όχι τις υπερβολές και την άγρα κλέους και χρημάτων.

Ο ¨Ευδαιμονικός¨ έχει καταφέρει να διεισδύσει στον στενό κύκλο του Βασιλιά αφού πρώτα εξασφάλισε την εύνοια του εταίρου Άρπαλου του Μαχάτα.

Ο Άρπαλος είναι περίπτωση: έχει περίπου τις ίδιες ¨ευδαιμονικές¨ απόψεις με τον Αβδηρίτη, έχει ήδη αποδειχθεί αναξιόπιστος δημιουργώντας ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο και όμως, παρ’ όλα αυτά, ο Αλέξανδρος τον συγχώρεσε και, απ’ ότι φαίνεται του επιτρέπει ακόμη να έχει λόγο στα οικονομικά της εκστρατείας.

Λέω ¨αναξιόπιστος¨, αλλά νομίζω ότι λέω λίγα. Ο άνθρωπος αυτός πριν τρία χρόνια, λίγο πριν τη μάχη της Ισσού και ενώ ήταν προϊστάμενος των εποπτών επί των χρημάτων, δηλαδή γενικός υπεύθυνος για τα οικονομικά θέματα, υπεξαίρεσε ένα μεγάλο ποσό και διέφυγε κατ’ αρχήν στα Μέγαρα (αλλά το κλίμα της πατρίδας μου δεν τον σήκωσε) και μετά στην Αθήνα. Τώρα, μετά την ¨άφεση¨ που κατάφερε να πάρει από τον Βασιλέα, βρίσκεται στη νεοκατακτημένη Βαβυλώνα και οι πληροφορίες λένε ότι προσπαθεί να ανακτήσει τα προνόμια που είχε πριν τη φυγή του.

Τον Αλέξανδρο νομίζω ότι μπορώ να τον καταλάβω, ο Άρπαλος είναι παιδικός του φίλος. Όταν συγκρούστηκε με τον Φίλιππο, ο γιος του Μαχάτα, αν και χωλός από μικρός, τον ακολούθησε στην εξορία μαζί με λίγους αφοσιωμένους.  Οι δεσμοί ανάμεσα στα μέλη αυτής της ομάδας εξακολουθούν να είναι πανίσχυροι. Εκείνος που ειλικρινά δεν καταλαβαίνω είναι ο ίδιος ο Άρπαλος, όσο κι αν η σχέση του με τον Ανάξαρχο μπορεί να είναι ενδεικτική για τον τρόπο που σκέφτεται.

Παρατρεχάμενοι του Ανάξαρχου είναι κι ο Κλέωνας ο Σικελός, καθώς κι ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια, ένας ακόμη  αμετροεπής και μυθολάγνος, ο οποίος ακολουθώντας το συρμό, τελευταία δηλώνει ¨κυνικός¨.

Και, παραπίσω, μια ορδή από διάφορους φιλόδοξους, δοκησίσοφους, άνευ αρχών και άνευ έρματος, που προσπαθούν να αναρριχηθούν σε επίκαιρες θέσεις του νέου πολιτικού μορφώματος που προκύπτει από τις κατακτήσεις. Αυτό το νέο μόρφωμα, υποστηρίζουν, δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος παγκοσμιοποιημένης αυτοκρατορίας, βασισμένης στα δοκιμασμένα ασιατικά πρότυπα με επικεφαλής έναν θεοποιημένο δυνάστη. 

 

Ενημέρωσα τον Καλλισθένη για την τελευταία υποβολιμαία φήμη σε βάρος της ομάδας μας, αλλά και εκείνου προσωπικά, που οι ¨άλλοι¨ κυκλοφορούν ψιθυριστά ανάμεσα στους βασιλικούς κύκλους.

Λένε ότι ο Καλλισθένης έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο κομπασμού, ώστε να ισχυρίζεται ότι όχι μόνο η θεοποίηση, αλλά και η υστεροφημία του Αλεξάνδρου εξαρτάται λιγότερο από τον ίδιο τον βασιλέα και τα επιτεύγματά του και περισσότερο από αυτά που οι ιστορικοί, δηλαδή ο ίδιος και η ομάδα του, καταγράφουν. Άρα ο Καλλισθένης ισχυρίζεται ότι είναι κραταιότερος του βασιλέα, άρα ο Καλλισθένης είναι ύποπτος για ανυπακοή και προσβολή του βασιλικού θεσμού.

Ο Καλλισθένης γέλασε πηγαία.

«Δηλαδή για τον ¨Ευδαιμονικό¨ έχουμε γίνει ταυτόχρονα πανίσχυροι και ανόητοι. Τόσο ισχυροί που να απειλούμε τον βασιλιά και τόσο ανόητοι που να κομπορρημονούμε για την ισχύ μας αυτή! »

«Έτσι λέει».

«Ας τον να λέει. Θα το αντιμετωπίσουμε». Μετά, χωρίς να αλλάξει την χαμογελαστή του διάθεση, άλλαξε θέμα αιφνιδιάζοντάς με:

 «Τώρα πες μου τι γίνεται με τη Θαΐδα»

Ξερόβηξα χια να κερδίσω μια δυο στιγμές και του απάντησα:

«Η Θαΐδα, φυσικά, ακολούθησε την κάτω διαδρομή προς την Περσέπολη και μάλιστα συνοδευμένη από τη δική της ακολουθία και φρουρά, πολύ πίσω από το κυρίως σώμα. Εγώ όπως σου είπα ήμουν με τον Αλέξανδρο στον ορεινό δρόμο. Όταν συγκεντρωθήκαμε πάλι όλοι στην Περσέπολη, εγώ χρειάστηκε να ασχοληθώ με  την προετοιμασία της μεταφοράς του θησαυρού στα Σούσα -δε φανταζόμουν ότι θα χρειαζόμασταν τόσο πολλούς ημίονους και καμήλες- και έτσι δεν βρήκα τον απαιτούμενο χρόνο για να ασχοληθώ προσωπικά με την επιτήρησή της».

 Δεν είπα στον Καλλισθένη ότι την Θαΐδα την είχα συνεχώς βιδωμένη στο μυαλό μου. Ομολογώ: ένα είδος εμμονής.

Μετά τον καθησύχασα: «Από τις σχετικές αναφορές δε προκύπτει κάτι το ανησυχητικά ιδιαίτερο. Εξακολουθεί να είναι παρούσα στα συμπόσια του στενού κύκλου, εξακολουθεί να είναι κολλητή με τον Πτολεμαίο του Λάγου, εξακολουθεί να είναι σαγηνευτική με τον τρόπο που μόνο μια εταίρα με τα δικά της προσόντα μπορεί».

Ο Καλλισθένης με κοίταξε μ’ ένα τρόπο διαπεραστικό και εγώ έσπευσα να συμπληρώσω: «Ωστόσο ούτε και τώρα διαπιστώσαμε κάποια ιδιαίτερη επαφή είτε με τους Πέρσες είτε με τους Αθηναίους».

 

Ο κρότος των οπλών του αλόγου πάνω στον πλακοστρωμένο δρόμο έδινε ρυθμό στις σκέψεις μου, κι αφοσιωμένος σ’ αυτές ούτε που κατάλαβα ότι έφτασα στο οίκημα  που φιλοξενεί εμένα και τον πολυπράγμονα υπηρέτη μου.

Ξεπέζεψα, κι οδήγησα το άλογο στο στάβλο. Για μια στιγμή είπα να ξυπνήσω τον Οινοκράτη, αλλά άλλαξα γνώμη όταν, περνώντας έξω από τα δωμάτια του προσωπικού, τον άκουσα να ροχαλίζει με πρωτοφανή τρόπο. Σκέφτηκα ότι θα είναι πολύ κουρασμένος και τον άφησα να κοιμηθεί απερίσπαστος.

images (39)

(συνεχίζεται Στο επόμενο: Κεφάλαιο 8. Το όνειρο του Οινοκράτη)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Εύελπις ο Μεγαρεύς γράφει… (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 11 Φεβρουαρίου, 2015

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος της ¨Εισαγωγής¨ στο μυθιστόρημα με ιστορικές αναφορές και (προσωρινό) τίτλο ¨Κύλικες και Δόρατα¨.

Σημείωση: Στην εισαγωγή αλλά και στην υπόλοιπη αφήγηση, παρουσιάστηκε το γνωστό πρόβλημα των υποσημειώσεων: Φτιαγμένες για να προσφέρουν συμπληρωματικές εξηγήσεις, (εδώ για να αγκυρώσουν τον μύθο στο ιστορικό πλαίσιο) συχνά κόβουν το νήμα της ανάγνωσης, μπερδεύουν και ενοχλούν. Σε ένα επιστημονικό δοκίμιο κάτι τέτοιο είναι συγχωρητέο αν όχι αναγκαίο κακό. Σε μια μυθοπλασία όχι. Ομολογώ ότι στα προηγούμενα μυθιστορήματα (Το πολυτεχνείο τρέμει, ΜΠΑ!) χρησιμοποίησα τις υποσημειώσεις κυρίως για να τις σατιρίσω. Τις έβαζα εδώ κι εκεί ως σουρεαλιστική γαρνιτούρα. Στην ειδική όμως περίπτωση του αφηγήματος με ιστορικές αναφορές (όπως φιλοδοξεί να γίνει αυτό εδώ) η χρήση των υποσημειώσεων απαιτεί (τουλάχιστον)  διευκρινίσεις.

Διευκρινίζω λοιπόν ότι ειλικρινά δεν ξέρω αν θα υιοθετήσω τελικά τις υποσημειώσεις για να συνδέσω την πλοκή με το ιστορικό πλαίσιο ή αν θα φτιάξω ένα ξεχωριστό ¨παράρτημα¨ με τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες. Πάντως, μάλλον θα κρατήσω μερικές στο κάτω μέρος της σελίδας για να δώσω την μετάφραση στη νεοελληνική ορισμένων ¨ξεχασμένων¨ λέξεων της αρχαίας ή της κοινής ελληνικής, λέξεις που μου χρειάζονται για να δώσω στις περιγραφές άρωμα ιστορίας. Δεν αποκλείω εξ άλλου το περιεχόμενο ορισμένων υποσημειώσεων να είναι εξ ολοκλήρου φανταστικό.

Β. Νόττας

  Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση)

Κύλικες και δόρατα

 (Η συνέχεια και το τέλος της εισαγωγής)

GreekStudy

 

Α.5 Ο Εύελπις κάνει μνεία στα τελευταία γεγονότα πριν την έναρξη της εξόρμησης κατά των Περσών

Στο τριετές χρονικό διάστημα ανάμεσα στην εκφώνηση των ύστατων δημόσιων ομιλιών του Ισοκράτη και την επιστροφή του Αριστοτέλη στην Αττική,  συνέβησαν αλλεπάλληλα γεγονότα, τα οποία είχαν αποφασιστικές επιπτώσεις στις μετέπειτα εξελίξεις. Θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να αναφερθώ συνοπτικά στα σημαντικότερα από αυτά: Τη μάχη της Χαιρώνειας, την Πανελλήνια κοινή Συνεδρία  των Ελλήνων στην Κόρινθο και τη δολοφονία του βασιλέα Φιλίππου.

Κατ’ αρχήν, παρά τις παραινέσεις που περιέχονταν στους τελευταίους λόγους του Ισοκράτους και υπό τη σαγηνευτική επίδραση των αγορεύσεων του ρήτορα Δημοσθένη του Παιανιέα, οι Αθηναίοι συνασπισμένοι με το Κοινό των Θηβαίων και άλλες πόλεις, επιτέθηκαν κατά του Φιλίππου. Οι Μακεδόνες είχαν, βέβαια, ήδη προσπεράσει τις Θερμοπύλες, ανακαλώντας στους νότιους Έλληνες αμφίσημες μνήμες. Στο σημείο αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι ο Δημοσθένης του Δημοσθένους ο Παιανιεύς, αν και υιοθετούσε απόψεις που αντιπολιτεύονταν τις δικές μας, και ήταν οπαδός διαφορετικής ρητορικής τεχνικής, ήταν και είναι ένας  ρήτορας πρωτοφανούς δεινότητας. Οι Αθηναίοι λοιπόν πείσθηκαν να επιτεθούν και η σύγκρουση έλαβε χώρα στη Χαιρώνεια. Στη μάχη θριάμβευσαν οι Μακεδόνες.

Όμως στη συνέχεια δεν ακολούθησαν ούτε σφαγές ούτε καταστρεπτικά μέτρα κατά των ηττημένων. Αντίθετα, συνέβη εκείνο που ο σχεδόν εκατοντάχρονος Ισοκράτης -ο οποίος διάβηκε τον Αχέροντα λίγο μετά τη μάχη της Χαιρώνειας- είχε σφόδρα επιθυμήσει, αλλά δεν πρόλαβε να δει: Σε πανελλήνιο συνέδριο στην Κόρινθο αφού πρώτα αναγνωρίζεται από τους νικητές η ανεξαρτησία των ηττημένων πόλεων, δημιουργείται πανελλήνιος συνασπισμός. Η ηγεσία των κοινών στρατευμάτων ανατίθεται στους ισχυρότερους των ελλήνων, τους Μακεδόνες, οι οποίοι αναλαμβάνουν να συντονίσουν την εκστρατεία για την απελευθέρωση των μικρασιατικών ελληνικών πόλεων από την περσική επικυριαρχία.

philippos

Μετά το συνέδριο, ο Φίλιππος επιστρέφει στην Πέλλα ως πανελληνίως αναγνωρισμένος ηγέτης[1], αλλά, προτού προλάβει να αρχίσει τις προετοιμασίες της εκστρατείας, δολοφονείται κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου της κόρης του Κλεοπάτρας.

Στη πόλη των Αθηνών κυκλοφόρησαν τότε διάφορες εκδοχές για την δολοφονία αυτή. Άλλοι μίλησαν για πολιτική σκευωρία, άλλοι για κίνητρα που ανάγονταν σε ζηλοτυπίες στο εσωτερικό της μακεδονικής αυλής, ενώ πολλοί απέδωσαν την ευθύνη σε περσικό δάκτυλο, υπενθυμίζοντας τις αναλογίες ανάμεσα στη δολοφονία του Φίλιππου και εκείνη του Θεσσαλού βασιλιά Αίσονα. Είναι σε όλους γνωστό ότι ο Αίσονας δολοφονήθηκε κατ’ εντολήν των Περσών όταν αυτοί πληροφορήθηκαν ότι σχεδίαζε πανελλήνια εκστρατεία κατά της Αυτοκρατορίας.

 Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι δεν υπήρξαν αξιοσημείωτες αμφισβητήσεις όσον αφορά στη διαδοχή. Ο Αλέξανδρος ανακηρύσσεται βασιλεύς και αμέσως, με ακόμη μεγαλύτερη ζέση, αναλαμβάνει την προετοιμασία της εκστρατείας προς την Ανατολή, αρχίζοντας με την εξασφάλιση των βορείων συνόρων.  Πράγματι, πλαισιωμένος και από τα νότια στρατιωτικά σώματα που προέβλεπε η συμφωνία της Κορίνθου, εκστρατεύει με επιτυχία ενάντια στις επικίνδυνες φιλοπόλεμες φυλές, από την ορεινή περιοχή των Ιλλυρίων  έως την νότια όχθη του μεγάλου πλωτού ποταμού Ίστρου.

Εν τω μεταξύ, ο Αριστοτέλης του Νικομάχου αποφάσισε ότι έφτασε ο καιρός να επιστρέψει στην  πόλη των φιλοσόφων. […]

aristotelis

Α.6 Ο ενήλικος πλέον  Εύελπις παίρνει αποφάσεις για το μέλλον

Όταν ο Αριστοτέλης έφτασε και πάλι στο Άστυ των Αθηνών ύστερα από απουσία δώδεκα χρόνων, ο Ευρύνους, συνομήλικος και οικείος του από παλιά,  τον συνάντησε, τον καλωσόρισε και είχε μαζί του μακρά συνομιλία.

Εγώ ήμουν τότε νεαρός άνδρας είκοσι και ενός ετών. Εκτιμούσα την κοινωνία των Αθηναίων, αν και, παρά το ότι είχα πολλούς φίλους ανάμεσα στους νέους γηγενείς ευπατρίδες,  δεν ήμουν πλήρως ενσωματωμένος σε αυτήν. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι ως Μεγαρεύς δεν θα μπορούσα να θεωρηθώ ο πιο κατάλληλος για αφομοίωση στην κυριότερη πόλη των Ιώνων, αλλά και στο ότι, ακόμη κι εγώ ο ίδιος –επηρεασμένος ενδεχομένως από τις παραινέσεις του Ευρύνου και του Ισοκράτους- ήθελα να πιστεύω ότι ανήκω σε μια νέα, πανελλήνια αριστοκρατία, ουσιαστικά ανώτερη από τις τοπικές, ακόμη και από τη αθηναϊκή, την τόσο σπινθηροβόλο και ποικιλόμορφη.

Μία άλλη αιτία για την σχετική απομόνωσή μου από την κοινή δημόσια ζωή της πόλης, αιτία που ως Δωριεύς κατανοούσα και κατά βάθος συμμεριζόμουν, ήταν ότι δεν μπορούσα να συμμετάσχω στις πολεμικές επιχειρήσεις των Αθηναίων με την ιδιότητα του πολίτη, αλλά μόνον, εάν το επιθυμούσα ιδιαίτερα, ως μισθοφόρος. Αλλά δεν το επιθυμούσα. Μπορεί να γυμναζόμουν και να ασκούμουν κανονικά στις τέχνες του πολέμου, αλλά αποστρεφόμουν την ιδέα ότι η συμμετοχή μου σε οποιαδήποτε πολεμική διένεξη -και πολύ περισσότερο στις μεταξύ ελλήνων, εμφύλιες συγκρούσεις, θα μπορούσε να έχει ως κίνητρο τη χρηματική αμοιβή.

 

Από την άλλη πλευρά τον καιρό εκείνο, -δεδομένου ότι, όπως οι παιδαγωγοί μου συχνά υποστήριζαν,  η ανθρώπινη φύση υφίσταται αντιφατικές ροπές- πρέπει να ομολογήσω ότι ήμουν απολύτως γοητευμένος από δύο πράγματα.

Το ένα ήταν η σαγήνη που ασκούσε πάνω μου η ανάγνωση. Όντως, παρά το ότι σπούδαζα ρητορική σε μια πόλη που εθεωρείτο μοναδική σε αυτό το είδος επικοινωνίας, και παρά το ότι βρισκόμουν πλάι σε ορισμένους από τους καλλίτερους χειριστές του προφορικού λόγου όλων των πόλεων και όλων των εποχών, εγώ ήμουν ερωτευμένος με τον ακινητοποιημένο γραπτό λόγο, που εντρυφούσε σε τόσο διαφορετικά θέματα, και που ήταν για μένα όχημα όχι μόνο γνώσεων, αλλά και ταξιδιών σε τόπους συναρπαστικούς, έως τότε άγνωστους.

Akrop1

Το άλλο που με γοήτευε τότε, ήταν  κι αυτό ένα σύνολο από υπερβάσεις. αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την πόλη των Αθηνών. Υπερβάσεις σχετικές, όχι τόσο με τον νου, όπως η ανάγνωση των συγγραφών, όσο με την ικανότητα του να αισθάνεται και να συναισθάνεται κανείς ο, τι ενδεχομένως υπάρχει πέρα από τα κοινά καθημερινά βιώματα. Υπερβάσεις εφικτές με τη συνδρομή των τεχνών του κάλλους, της μίμησης και του θεάτρου. Υπερβάσεις σχετικές με την υποβλητικότητα των αθηναϊκών αρχιτεκτονημάτων, με την μέθεξη των εορταστικών τελετών και, ακόμη, έσχατον μεν, ουκ έλασσον δε, εφικτές χάρη στη συναναστροφή με εκείνη την σπάνια κατηγορία των ωραίων, καλλιεργημένων, και φιλόμουσων γυναικών, που οι Αθηναίοι αποκαλούν ¨εταίρες¨.  Υπερβάσεις που απ’ ο, τι γνωρίζω, μόνο η Αθηναϊκή Δημοκρατία προσέφερε τόσο απλόχερα και τόσο χειροπιαστά στους κοινωνούς της.

img1_22

Όσο όμως ελκυστικά κι ήσαν όλα αυτά, φτάνοντας στην πλήρη ανδρική ηλικία  έπρεπε να πάρω οριστικότερες αποφάσεις. Το είχα ήδη συζητήσει με τον γεννήτορα, αλλά να που είχα την ευκαιρία, όχι μόνο να έχω ακόμη μια έγκυρη γνώμη, αλλά, ίσως, και μια πολύτιμη συμβολή στην υλοποίηση μιας νέας πορείας. Παρακάλεσα λοιπόν  τον Ευρύνου να φροντίσει να συναντήσω κι εγώ τον παιδαγωγό του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα, τον Αριστοτέλη.

[…] 

Α.7 Η αναχώρηση

[…] Ο Δημάδης είχε καταφέρει να απαλλαγεί από τα παλιά του χρέη[2] και η πόλη των Αθηνών είχε γλιτώσει από τις κυρώσεις για την τελευταία της παρασπονδία. Η πόλη των Θηβών όχι. Οι αγγελιοφόροι και οι κατάσκοποι μετέφεραν ότι στην πρωτεύουσα πόλη των Βοιωτών, το μόνο σπίτι που έστεκε ακόμη όρθιο χωρίς να καπνίζει, ήταν εκείνο του ποιητή Πινδάρου. ¨Οι Μακεδόνες εκτιμούν τουλάχιστον την υμνητική ποίηση¨, σχολίαζαν τώρα πικρόχολα ορισμένοι ευπατρίδες. Αλλά πλέον στο Άστυ η περιρρέουσα κατάσταση είχε αλλάξει και οι Αθηναίοι ξανάρχισαν εσπευσμένα τις προετοιμασίες για τη συμμετοχή τους στην κοινή  εκστρατεία.

[…]

2

Στον αμαξιτό δρόμο που παρέτρεχε το βόρειο σκέλος των Μακρών Τειχών συνωστίζονταν  οχήματα, ιππείς και πεζοί παντός είδους, ενώ στην πειραϊκή απόληξη των τειχών και στο Νεώριο λιμένα, επικρατούσε γενικός αναβρασμός. Ένας μεγάλος αριθμός ποικιλόμορφων πλοίων είχε ανασυρθεί  από τους νεώσοικους, ενώ ένα πλήθος από τεχνίτες, ναυτικούς και λιμενεργάτες ανεβοκατέβαινε στα κήτη, τα καταστρώματα και τους ιστούς, εκτελώντας έργα ανασκευής, όπου κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο, και φορτώνοντας τα πλοία που κρίνονταν ετοιμοπόλεμα με προμήθειες και πολεμικό υλικό. Κωπηλάτες και πεζοναύτες ετοιμάζονταν στην προκυμαία για την επιβίβαση.

Η πόλη της Παλλάδος ήταν ακόμη κυρίαρχη στις θάλασσες και ήταν απολύτως φυσικό η συμμετοχή της στην εκστρατεία να είναι κυρίως ναυτική. Ήταν άλλωστε γνωστό ότι οι Μακεδόνες δεν κατείχαν αξιόλογο στόλο και ότι ήδη, μετά τις συμφωνίες της Κορίνθου, είχαν ενισχυθεί με πλοία από τα νησιά και άλλες ναυτικές πόλεις, όπως -ας το υπογραμμίσω- η ευημερούσα μεγαρική αποικία που ίδρυσε στο Βορρά ο ήρωας Βύζας: το Βυζάντιο.

Ένα τμήμα των εμπορευόμενων παροικούντων, οι οποίοι κατά τα φαινόμενα διέθεταν δικές τους πληροφορίες για τα επικείμενα, καθώς και ένα τμήμα από τους ενδεέστερους των κατοίκων της Αττικής, οι οποίοι ήσαν πάντα έτοιμοι να ενδώσουν σε υποσχέσεις πλουτισμού, είχαν  ήδη αρχίσει να αναχωρούν πεζή προς βορράν, προκειμένου, πιθανώς μαζί με άλλους ομοίους που θα προσθέτονταν καθ’ οδόν, να συμμετάσχουν στην εκστρατεία ως ¨συνακολουθούντες¨. Είναι αυτονόητο ότι από τον αναχωρούντα συρφετό δεν έλειπαν οι αυλητές, οι κιθαρωδοί, οι ηθοποιοί, που θα διασκέδαζαν και θα ενίσχυαν το ηθικό του στρατεύματος,  ούτε, βεβαίως, οι πόρνες και οι πορνοβοσκοί επιχειρηματίες που τις εκμεταλλεύονταν.

Εγώ, χάρη στην ειδική άδεια που μου είχε παραχωρήσει το  Στρατηγείο, θα επιβιβαζόμουν σε ένα από τα πολεμικά πλοία που έσπευδαν στα στενά του Ελλήσποντου, προκειμένου να συμμετάσχουν στη διεκπεραίωση των στρατευμάτων από την ευρωπαϊκή στην ασιατική όχθη. Εκεί θα αποβιβαζόμουν για να παρουσιαστώ στον Καλλισθένη, τον γραμματέα και επίσημο εξιστορητή του βασιλέα, ενώ τα πλοία θα παρέπλεαν την μικρασιατική ακτή βοηθώντας στην απελευθέρωση  των παραλίων ελληνικών πόλεων.

Για τον Καλλισθένη προοριζόταν η εκτενής επιστολή του Αριστοτέλους, που αυτήν τη στιγμή βρισκόταν επιμελώς συσκευασμένη ανάμεσα στις αποσκευές μου.

 Όπως ήδη ανέφερα[3], ο Σταγειρήτης, όχι μόνο είχε συναινέσει με έκδηλη ικανοποίηση στο αίτημά μου να  συμμετάσχω στην πανελλήνια εκστρατεία, αλλά και είχε εκφράσει την επιθυμία να συμπαρασταθώ εκ του σύνεγγυς στον μαθητή του, όχι τον Αλέξανδρο -όπως προς στιγμήν ήλπισα, αλλά τον Καλλισθένη, ο οποίος θα κατέγραφε την αλληλοδιαδοχή των γεγονότων, καθώς και ό, τι άλλο έκρινε ενδιαφέρον και χρήσιμο από τις γνώσεις και τις συνήθειες των ανατολικών λαών. Όλα αυτά, για τον φιλόσοφο, δεν ήταν μόνο απλές καταγραφές που θα ενίσχυαν το νου των μελλοντικών αναγνωστών, αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο: ¨Οι μεγάλες αλλαγές¨, είχε παρατηρήσει χαμογελώντας αινιγματικά, ¨υλοποιούνται, ίσως, από τα ξίφη, αλλά προετοιμάζονται, σίγουρα, από τις γραφίδες, ακόμη κι όταν αυτές μοιάζουν να αναφέρονται σε πράξεις που έχουν ήδη συντελεστεί¨.

 

Έτσι λοιπόν, εκείνη την ηλιόλουστη αττική ημέρα, αφού είχα αποχαιρετίσει νωρίς το πρωί στις προς τον Πειραιά πύλες των Αθηνών την συγκινημένη μητέρα και τις μικρότερες αδελφές μου, και αφού είχαμε, μαζί με τον πατέρα Ευρύνου και τον ακόλουθο υπηρέτη Οινοκράτη,  διανύσει έφιπποι τον δρόμο των βόρειων Μακρών τειχών, βρισκόμασταν επιτέλους στον σφύζοντα Νεώριο λιμένα αναζητώντας την τριήρη με τον  Ιχθυοκένταυρο ως επίσημον αναγνώρισης. Την ανακαλύψαμε στο βάθος του λιμενοβραχίονα σχεδόν έτοιμη προς απόπλου. Οι απαραίτητοι για τους ελιγμούς εξόδου ερέτες βρίσκονταν ήδη στις θέσεις τους, ο τυμπανιστής δοκίμαζε το ηχηρό όργανο συντονισμού με την συνεπικουρία του αυλητή, οι φωνές του κελευστή ήσαν σχεδόν ευδιάκριτες πάνω από τον γενικό αχό, ενώ μια μικρή ομάδα βαφέων έβαζε τις τελευταίες χρωματιστές πινελιές στη  διπλή, εκατέρωθεν της πλώρης, απεικόνιση του Ιχθυοκένταυρου.

Ο Οινοκράτης ανέλαβε να μεταφέρει τις αποσκευές από τον ημίονο που μας συνόδευε, στο κήτος. Το πλοίο δεν ήταν ιππαγωγό, οι ίπποι και ο ημίονος θα επέστρεφαν στο Άστυ με τον γεννήτορα, ενώ εγώ θα προμηθευόμουν τα απαραίτητα ζώα μετά την αποβίβαση στην απέναντι όχθη του Αιγαίου πελάγους.

 

Ο Ευρύνους ήταν συγκινημένος, όσο κι αν η δωρική του καταγωγή τον εμπόδιζε να το δείξει. Προσπαθούσε να με αποχαιρετίσει επαναλαμβάνοντας τις βασικότερες από τις παραινέσεις του, αλλά μια βουή αποτελούμενη από  θορύβους παράταιρους και αταίριαστους με το λιμενικό σκηνικό  τον διέκοψε. Ο Ευρύνους κατάλαβε πρώτος περί τίνος επρόκειτο, και μου έδειξε την καταφθάνουσα θορυβώδη πομπή με μια κίνηση της κεφαλής συνοδευόμενη από ένα μισό χαμόγελο.

¨Φαίνεται ότι θα έχεις ενδιαφέροντες συνεπιβάτες¨, μου είπε.

Το δικό μου χαμόγελο ήταν πλήρες. Πράγματι,  κατά τα φαινόμενα δεν ήμουν ο μόνος που διέθετε ειδική άδεια για να ταξιδέψει με το πολεμικό πλοίο.

Από το φορείο που είχε μόλις εναποτεθεί στην προκυμαία έβγαινε μια πασίγνωστη, πανέμορφη, απρόσμενη οπτασία. Πλαισιωμένη από μια ομάδα γυναικών και ευνούχων που τιτίβιζαν αδιάκοπα, προχώρησε αγέρωχη προς την τριήρη, ενώ μια νέα βοή από επιφωνήματα, θαυμασμού αυτή τη φορά, επικάλυψε τον ακραίο προβλήτα: Η εταίρα Θαΐδα, η Θεά!

[…]

(Στο επόμενο: Μέρος Α΄: Τρίτο δεκαήμερο του Ανθεστηριώνα, ημέρα Τρίτη από το τέλος του Μήνα. Κεφάλαιο πρώτο:  . Ο Εύελπις στα Σούσα)

χ

[1] Ας σημειωθεί ότι στο κείμενο δεν γίνεται αναφορά στις διαφωνίες και την μη συμμετοχή των Σπαρτιατών. Τουλάχιστον στα διασωθέντα τμήματα.

[2] Εδώ γίνεται αναφορά στη, μετά το θάνατο του Φιλίππου, νέα υπαναχώρηση της Αθηναϊκής πολιτικής και στην εκ νέου, από κοινού με τους Θηβαίους, εξέγερση, η οποία καταστάληκε με την ταχεία κάθοδο του Αλεξάνδρου και των συμμάχων και κατέληξε στην καταστροφή των Θηβών. Γίνεται επίσης νύξη στον ρήτορα Δημάδη (και αυτός Παιανιεύς όπως ο Δημοσθένης), ο οποίος αν και εκ των ηγητόρων του φιλομακεδονικού κόμματος είχε συμμετάσχει στην μάχη της Χαιρώνειας, όπου και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Μακεδόνες.  Ο Δημάδης, μεγαλόστομος και πνευματώδης, κατάφερε εν τέλει να γίνει συμπαθής στον τότε διάδοχο Αλέξανδρο.  Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου όταν οι συμπολίτες του ζήτησαν να μεσολαβήσει ώστε η τύχη των Αθηνών να είναι διαφορετική από εκείνη των Θηβών, απαίτησε ως αντάλλαγμα την παραγραφή των σωρευμένων χρεών του. Εκείνοι συναίνεσαν.

[3] Δυστυχώς η λεπτομερέστερη εξιστόρηση της συνάντησης του Εύελπι με τον Αριστοτέλη δεν διασώθηκε.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Ο Εύελπις ο Μεγαρεύς γράφει…

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2015

Μπήκε χρόνος καινούργιος στολισμένος με ελπίδες που προμηνύεται, αν όχι άλλο, ενδιαφέρων και πιθανότατα εφοδιασμένος με ανατροπές και εκπλήξεις. Μάλλον δεν πρόκειται να πλήξουν παρά μόνον οι αθεράπευτα καταδικασμένοι σε αρτηριοσκληρωτικό σνομπισμό. Οι υπόλοιποι, δε θέλει πολύ,  ενθουσιασμένοι, δαγκωμένοι, κοντοανασασμένοι, θα συμπάσχουμε…

images (19)

Και ενώ η πραγματικότητα εξελίσσεται πιο ενδιαφέρουσα από οποιαδήποτε μυθιστορία, λέω να ασχοληθώ λίγο με το παρόν Ιστολογοφόρο, που τελευταία αργοπλέει τροφοδοτούμενο από παλιότερους ανέμους και καύσιμα δανεισμένα από λιγοστούς καλούς φίλους. Επομένως… 

terpsi

Επομένως λέω να σας κοινοποιήσω κάποιες από τις ιστορίες που συντάσσω τον τελευταίο καιρό, παρά το  ότι είναι ακόμη ανολοκλήρωτες και η έκβασή τους αβέβαιη. Πρόκειται για τα πρώτα κείμενα του αφηγήματος με ιστορικές αναφορές για το οποίο σας έχω ήδη μιλήσει…

images (23)

Σήμερα αναρτώ τις πρώτες σελίδες από την εισαγωγή. Εδώ προσπαθώ να δώσω το περίγραμμα μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η μυθοπλασία. Επειδή πρόκειται για κείμενα λίγο-πολύ πρωτόλεια, τίποτα δεν αποκλείει να αλλάξουν εάν και όταν η αφήγηση  θα προχωρήσει και η πλοκή θα βρει τα τελικά της αυλάκια.

 images (39)

Σημείωση: Ο τίτλος καθώς και οι τίτλοι των επί μέρους ενοτήτων είναι προσωρινοί (πρόχειροι).

 Μήνυμα προς τους εθελοντές αναγνώστες: Καλό διάβασμα!

(Απόψεις και συμβουλές  ευπρόσδεκτες)

 images (80)

Β. Νόττας

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση

 

Κύλικες και Δόρατα (προσωρινός τίτλος)

images (30)

Εισαγωγή

  Όπου ο Εύελπις, έγκριτο μέλος της ομάδας των καταγραφέων – λογογράφων που ακολουθούν τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα, αποφασίζει να δημιουργήσει ιδιωτική συγγραφή και να περιγράψει τις προσωπικές του εντυπώσεις και σκέψεις σχετικά με τα εξαιρετικά περιστατικά που βιώνει.

images (19)

Πρόκειται για την μετάφραση στη νεοελληνική γλώσσα ορισμένων ευανάγνωστων σπαραγμάτων από τις καταγραφές του Ευέλπιδος του Μεγαρέως[1] που ανεβρέθησαν πρόσφατα. Το ακόλουθο τμήμα εκτιμάται ότι συνεγράφη περί το 330 πΧ.  στα Σούσα ή στην Περσέπολη.

Στη θέση των δυσανάγνωστων ή απολεσθέντων τμημάτων σημειώνεται το σύμβολο […]

sel100

 

 Α.1 Ο Εύελπις παρουσιάζει τον εαυτό του στους αναγνώστες και περιγράφει συνοπτικά τις περιβάλλουσες την συγγραφή συνθήκες

 Λέγομαι Εύελπις, γιος του Ευρύνου. Γεννήθηκα στη Μεγαρίδα Γη, και συγκεκριμένα στη Νίσαια το λιμάνι των Μεγάρων από το οποίο σήμερα βρίσκομαι αναρίθμητους παρασάγγες μακριά.

Η Μοίρα, που επιβλέπει την πορεία των ανθρώπων, όπως εξάλλου και των θεών, φρόντισε ώστε να γίνω μάρτυρας συγκλονιστικών γεγονότων, τα οποία είμαι βέβαιος ότι οι σοφοί θα καταγράψουν και οι αοιδοί θα τραγουδήσουν στις μελλοντικές γενιές.

Τα γεγονότα αυτά σημαίνουν την έναρξη νέων εποχών, και μάλιστα όχι μόνο για τις χώρες των Ελλήνων και των γειτόνων τους. Όλα δείχνουν ότι ο ρους της Ιστορίας έχει επιταχυνθεί και ότι οι επιπτώσεις των τρεχουσών εξελίξεων αποκτούν ήδη ευρύτερη, οικουμενική διάσταση.

Ευχαριστώ την Ειμαρμένη που με έκρινε άξιο, αν και ακόμη σε ηλικία που οι άλλοι κρίνουν νεανική[2], να ζήσω όλα αυτά από κοντά. Αλλά είναι πιο σωστό να πω ¨ηλικία που έκριναν ως νεανική¨ άλλοτε. Γιατί ποιος τολμά τώρα πια να χαρακτηρίσει οποιονδήποτε πολύ νέο για οτιδήποτε, όταν ο άρχοντας βασιλιάς που ηγείται των Μακεδόνων και των λοιπών Ελλήνων σ’ αυτήν την πρωτόφαντη νικηφόρο ¨ανάβαση¨ δεν έχει ακόμη φτάσει τα τριάντα έτη ζωής;

Ο Αλέξανδρος ο του Φιλίππου, επικεφαλής των στρατευμάτων των ¨αεί παίδων¨[3], βρίσκεται σήμερα θριαμβευτής στο κέντρο της αυτοκρατορίας των Περσών, εκείνων δηλαδή που κατά τη διάρκεια  αμνημόνευτων χρόνων αποτέλεσαν την κύρια απειλή ενάντια στην ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων.  

Όμως και πάλι τον λόγο μου θα πρέπει να διορθώσω: Εχθροί μέγιστοι, περισσότερο καταστροφικοί ακόμη και από την Αυτοκρατορία των Περσών, υπήρξαν για τους Έλληνες η Έριδα και η Διχόνοια, δαιμόνια που εύκολα παρεισφρέουν και επηρεάζουν τον ¨παιδιώδη¨ χαρακτήρα ημών των Ελλήνων. 

Δαιμόνια όμως που εν κατακλείδει υποχωρούν και ηττώνται, εάν όχι  από τις παραινέσεις των σοφών ανδρών όπως ο Ισοκράτης ο Αθηναίος, ασφαλώς από τα ξίφη και τον ενθουσιασμό των ακριτικών ελληνικών λαών, οι οποίοι άνοσοι στα παλαιά πάθη αποδεικνύονται ικανοί να ανοίξουν νέους κοινούς δρόμους. Σε αυτούς έλαχε εν τέλει η τιμή να ξεπεράσουν την παρακμή και την αδυναμία που επέφεραν οι ανηλεείς εμφύλιοι πόλεμοι.

[…]

Ευελπιστώ ότι κάποτε οι λόγοι που καταγράφω εδώ ενδέχεται να αντιγραφούν και να φτάσουν με αυτόν τον τρόπο σε περισσότερους αναγνώστες, που θα βρίσκονται αλλού ή ακόμη και άλλοτε, στην δυσδιάκριτη χώρα του μέλλοντος.

Γιατί αυτή είναι ακριβώς η δύναμη της γραφής: όσα απαθανατίζει είναι δυνατό να ξεπερνούν τα όρια που θέτουν τόσο οι αποστάσεις, όσο και ο χρόνος.  

Κι επειδή οι αναγνώστες που ίσως προσλάβουν τα όσα γράφω μου είναι άγνωστοι, όπως πιθανότατα θα τους προκύπτω άγνωστος κι εγώ, θεωρώ πρέπον να αναφέρω εδώ, καθώς αρχίζω την αφήγησή μου, ορισμένες κατατοπιστικές πληροφορίες. Σκοπός μου είναι να γίνει πιο κατανοητή η ανάγνωση των όσων διηγούμαι σε εκείνους που είτε στο χώρο είτε στον χρόνο βρίσκονται μακριά από εμένα.

 Α.2 Ο Εύελπις διευκρινίζει τα σχετικά με την οικογένεια, την καταγωγή, και την παιδεία του, κάνοντας νύξεις στις αιώνιες εντάσεις ανάμεσα στους Μεγαρείς και τους Αθηναίους

 Ανάφερα ήδη πως με αποκαλούν ¨φορέα καλής ελπίδας¨, ανάγραψα επίσης το όνομα του Ευρύνου, του γεννήτορα και τον τόπο καταγωγής μου. Όμως, θα πρέπει να διευκρινίσω πως παρά το ότι αποτελώ καρπό της Γης των Μεγάρων, ανατράφηκα στην γειτονική Αττική Γη και έλαβα αθηναϊκή παιδεία. Αυτό συνέβη διότι ο Ευρύνους, υπέρμαχος των ειρηνικών σχέσεων ανάμεσα στις όμορες πόλεις, αναγκάστηκε να μετοικήσει  με ολόκληρη την οικογένεια από τη Νίσαια στο άστυ των Αθηνών, σε μία περίοδο κατά την οποία στα Μέγαρα κυριαρχούσαν οι φίλοι των Λακεδαιμονίων.

Ας υπενθυμίσω στο σημείο αυτό, ότι οι εναλλαγές στον τρόπο που οι συμπολίτες μου αντιμετώπισαν τις άλλες ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα την ισχυρή γειτονική πόλη των Αθηνών, υπήρξαν αλλεπάλληλες.

Συχνά οι περίοδοι θανάσιμης έχθρας διακόπτονταν από περιόδους προσπαθειών αποκατάστασης των σχέσεων καλής γειτονίας. Οι εναλλαγές δε αυτές συνεχίζονται αέναα, από την εποχή του ιδρυτή ήρωα Μεγαρέα έως και σήμερα.

Οι λόγοι για την δημιουργία και την εμμονή του εριστικού κλίματος μεταξύ Μεγαρέων και Αθηναίων υπήρξαν πολλαπλοί. Μεταξύ των προφανέστερων το ότι τα Μέγαρα δημιούργησαν αποικίες και κατά συνέπεια ανάπτυξαν στόλο και εμπορικές δραστηριότητες ανταγωνιστικές με εκείνες των Αθηνών, καθώς επίσης ότι οι Μεγαρείς είμαστε απόγονοι Δωριέων και όχι Ιώνων και αυτό μας εντάσσει εγγύτερα στους έτερους ισχυρούς Έλληνες, τους Λακεδαιμόνιους.

Για τους πολίτες της Σπάρτης, ηγήτορες των Λακεδαιμονίων, δεν ήμασταν άλλο παρά προχωρημένο φυλάκιο της Δωρικότητας στα σύνορα με τις ¨μαλθακές¨ χώρες των Ιώνων.  Οι Αθηναίοι πάλι, μας θεωρούσαν άλλοτε πολύτιμους φίλους, κατόχους ασφαλών λιμανιών στο Σαρωνικό, αλλά και στον Κορινθιακό κόλπο, άρα θυροφύλακες των δυτικών θαλασσών, και άλλοτε ετεροκινούμενους προξενητές άγους[4] και διαρκών  ανασφαλειών. Οι αμαθέστεροι δε των Αθηναίων δεν δίσταζαν να λοιδορήσουν τον ¨μεγαρίζοντα¨ τρόπο ζωής.

Η αντιδικία με την πόλη των Αθηνών κατέληξε να έχει καταστροφικές συνέπειες για την χώρα των Μεγάρων. Είναι δε πιθανό να συνεισέφερε στην έναρξη του μεγάλου αδελφοκτόνου πολέμου  που ακολούθησε τις παλιές ένδοξες μέρες, τότε που οι Έλληνες απέκρουσαν από κοινού τους εξ ανατολών αυτοκρατορικούς εισβολείς.

 Α.3 Ο Εύελπις κάνει μνεία στις φιλικές σχέσεις ανάμεσα στον γεννήτορα Ευρύνου και τον αθηναίο διδάσκαλο Ισοκράτη.

Ο Ευρύνους, ζώντας στην εποχή που ακολούθησε την κοινή κατάρρευση της ισχύος των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων, που είχαν άπαντες εξαντληθεί από την πολύχρονη αλληλοκαταστροφή, θεώρησε πρέπον να υποστηρίξει ενεργά την αποκατάσταση της πνευματικής και πολιτικής ενότητας όλων των απογόνων του προπάτορα Έλληνα. Ασφαλώς γνώριζε και συμμεριζόταν σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις για τη δημιουργία μιας πανελλήνιας δύναμης, που ένθερμα διακήρυσσε ο Ισοκράτης των Αθηνών.

Ο Ισοκράτης, διδάσκαλος της ρητορικής τέχνης και συγγραφέας δεοντολογικών διατριβών, δεν είχε απ’ ευθείας ανάμιξη στην πολιτική ζωή του Αθηναϊκού Άστεως. Δεν επιχείρησε ποτέ την άμεση εκλογή του σε δημόσιο αξίωμα, και εθεωρείτο υπεράνω των καθέκαστα πολιτικών παρατάξεων. Αυτό δεν εμπόδιζε, αλλά μάλλον ενίσχυε την μεγάλη επιρροή που ασκούσε μέσω των λόγων του, οι οποίοι καταγράφονταν και κυκλοφορούσαν όχι μόνο εντός των Αθηνών, αλλά σε ένα ευρύτερο, πανελλήνιο κοινό. Οι λόγοι αυτοί ήταν επικεντρωμένοι στην επείγουσα αναγκαιότητα για ενότητα και συσπείρωση όλων των Ελλήνων, ούτως ώστε να ξεπεραστούν οι αυτοκαταστροφικές τάσεις των τελευταίων δεκαετιών, αλλά και για να αντιμετωπιστεί η πάντοτε επικρεμάμενη ασιατική απειλή.

Ο Ευρύνους γνώριζε προσωπικά τον γέροντα διδάσκαλο της ρητορικής της γειτονικής μητροπόλεως, διατηρούσε φιλικές σχέσεις μαζί του και προμηθευόταν τακτικά τις Ισοκράτειες συγγραφές.

Αν και οι μνήμες μου από την περίοδο της μετοίκησης της οικογένειας του Ευρύνου από την Μεγαρίδα στην Αττική είναι συγκεχυμένες λόγω της τότε μικρής μου ηλικίας, γνωρίζω από τις αφηγήσεις των οικείων ότι ο σεβάσμιος  Ισοκράτης και οι συννοούντες, ήταν εκείνοι που φρόντισαν να διευκολύνουν την εγκατάσταση του Ευρύνου στο Άστυ των Αθηνών, και μάλιστα όχι με την ιδιότητα του παροίκου, αλλά με εκείνη του επιφανούς φιλοξενούμενου.

[…]

gse_multipart56443

 Είχα λοιπόν την ευκαιρία να σπουδάσω κοντά στον γηραιό μεν, πλην όμως ευθαλή Ισοκράτη, ο οποίος συμπεριφέρθηκε απέναντί μου με τρόπο ανάλογο της εκτίμησης και της φιλίας που έτρεφε προς τον πατέρα Ευρύνου.

Ο Ισοκράτης, όπως άλλωστε και ο Πλάτων, ο επώνυμος ιδρυτής της αθηναϊκής φιλοσοφικής Ακαδημίας, έχοντας αμφότεροι παρακολουθήσει στο παρελθόν  τη διδασκαλία του αείμνηστου Σωκράτη του Σοφρωνίσκου, συνέχιζαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παιδαγωγική προσπάθεια εκείνου. Ο Πλάτωνας όμως, αν και λίγο νεότερος απ’ τον Ισοκράτη απεβίωσε πρώτος, όταν εγώ ήμουν μόλις εννέα ετών και έτσι δεν πρόλαβα να παρακολουθήσω προσωπικά τις ενδιαφέρουσες διαλέξεις του. Μπορώ πάντως να μαρτυρήσω ότι αυτές είχαν ευρύ αντίκτυπο ανάμεσα στους λόγιους Αθηναίους και ότι συχνά γίνονταν αφορμή για μακρές και έντονες συζητήσεις, τόσο ανάμεσα στον πατέρα μου τον Ευρύνου και ους φίλους του, όσο και ανάμεσα σε εκείνους που σύχναζαν στην σχολή ρητορικής του Ισοκράτη. Ακόμη και ο ίδιος ο Ισοκράτης, ο οποίος συχνά περιέπαιζε τους περί την Ακαδημία ως ¨θεωρητικολογούντες και επιστημολογούντες, πλην όμως τυρβάζοντες μακράν της πραγματικότητος¨, έδειχνε ενδιαφέρον για τα όσα λέγονταν εκεί σχετικά με την ¨ιδανική πολιτεία¨, τους ¨φιλοσοφούντες πολιτικούς¨ και τους ¨πολιτευόμενους φιλοσόφους¨.

 Ένας από εκείνους που μαθήτευσαν επί μακρόν κοντά στον Πλάτωνα, και μάλιστα ένας από εκείνους που ο Πλάτων θεωρούσε από τους πλέον διαυγείς, ευρυμαθείς και διορατικούς νέους φιλοσόφους, ήταν ο Αριστοτέλης ο του Νικομάχου. Ο Αριστοτέλης προέρχεται από τα Στάγειρα, μια από τις βόρειες αποικίες της νήσου Άνδρου και των Χαλκιδαίων.

 Α.4 Ο Εύελπις αναφέρεται στις σχέσεις ανάμεσα στον Ισοκράτη και τον Αριστοτέλη τον Σταγειρήτη

Όταν ο γηραιός πλην όμως οξύνους Ισοκράτης πείστηκε ότι το ιδανικό της ενότητας των ελλήνων θα μπορούσε να υλοποιηθεί όχι μόνον υπό την ηγεσία των Αθηναίων ή έστω μιας από τις άλλες γνωστές παλιές ελληνικές πόλεις, αλλά ότι σημείο εστίασης θα μπορούσε να είναι η ανερχόμενη Μακεδονική δύναμη, φρόντισε να απευθύνει επιστολές και παραινέσεις απ’ ευθείας στον βασιλέα Φίλιππο,  προς τον οποίο εξ άλλου προσέβλεπε ήδη ανεπιφύλακτα η φιλομακεδονική μερίδα των συμπολιτών του. Όμως, εκτός από αυτό, ο Ισοκράτης φρόντισε να έρθει σε ιδιαίτερη επαφή με τον βορειοελλαδίτη διανοητή Αριστοτέλη.

Αυτός ο τελευταίος, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα είχε αποχωρήσει από την Αττική και αφού προσπάθησε να  εφαρμόσει τις αρχές της Πλατωνικής Ακαδημίας στη  Άσσο[5] και στη Μυτιλήνη, στη συνέχεια αποδέχτηκε πρόσκληση του Φιλίππου του Μακεδόνα και ανάλαβε την διαπαιδαγώγηση του δεκατριετούς γιου του, του σημερινού βασιλέα Αλεξάνδρου.

Από ό, τι υπέπεσε στην αντίληψή μου – διότι ο Ισοκράτης δεν δίσταζε να μιλάει χωρίς επιφυλάξεις για όσα τον απασχολούσαν, ιδιαίτερα όταν βρισκόταν στο οικείο περιβάλλον του οίκου του Ευρύνου – ο Αριστοτέλης του είχε απαντήσει, διαβεβαιώνοντάς τον μεταξύ άλλων ότι η παιδεία του νεαρού διαδόχου είχε ήδη ως άξονα το ελληνικό φρόνημα[6], όπως αυτό περιγράφεται στα Ομηρικά Έπη. Και ότι η δική του καθοδήγηση δεν θα μπορούσε παρά να εστιάζεται στις κοινές αξίες των ελλήνων.  

Θυμάμαι επίσης ότι ο Ισοκράτης αναφερόταν συχνά στην υπόσχεση του Αριστοτέλη να επιστρέψει στην πόλη των Αθηνών, μόλις θα ολοκλήρωνε τα παιδαγωγικά του καθήκοντά στην Μακεδονία.

Είναι πιθανό ότι ο γηραιός διδάσκαλος θεωρούσε τον Σταγειρίτη φιλόσοφο ως ενδεχόμενο συνεχιστή της δικής του προσπάθειας  για την πνευματική ενίσχυση της συνοχής των Ελλήνων. Ο Αριστοτέλης διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα για κάτι τέτοιο: διέθετε σπάνιες νοητικές ικανότητες, βορειοελλαδική προέλευση και μάλιστα από πόλη που είχε υποστεί τις συνέπειες της Μακεδονικής επέκτασης[7] -για τις οποίες εν τούτοις ο ίδιος δεν έδειξε μνησικακία- και επιπλέον είχε ήδη διαμείνει επί μακρόν στην πόλη των Αθηνών και ήταν μέτοχος της αθηναϊκής παιδείας.

 Ίσως πάλι ο Ισοκράτης να αποσκοπούσε σε κάτι περισσότερο από αυτό. Έχω την εντύπωση ότι ο επίμονος γέροντας είχε καταστρώσει ένα πληρέστερο σχέδιο: δίπλα σε έναν ικανό άνδρα όπως ο Αριστοτέλης, θα μπορούσαν να συμπαραταχθούν  ορισμένοι από τους μαθητές της δικής του ρητορικής σχολής, επιλεγμένοι από τον ίδιο και άπαντες ομού να αποτελέσουν τον εναρκτήριο πυρήνα μιας νέας, πανελλήνιας ηγετικής τάξης.  Ένας από αυτούς, εάν συνέχιζα να είμαι επιμελής και αξιόπιστος ακόλουθός του, θα μπορούσα να ήμουν κι εγώ, ο Δωριεύς Εύελπις από τα Μέγαρα. Ο ίδιος ο διδάσκαλος, λίγο πριν από το θάνατό του, μου είχε πει ότι στις επιστολές του προς τον Αριστοτέλη είχε ήδη αναφέρει το όνομά μου με τρόπο επαινετικό.

Πράγματι, η υπόσχεση του Αριστοτέλη για επιστροφή στο Αθηναϊκό Άστυ υλοποιήθηκε ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Φιλίππου και την ανάληψη της ηγεσίας των Μακεδόνων από τον Αλέξανδρο, δηλαδή μόλις πέντε έτη πριν από σήμερα. Δυστυχώς ο Ισοκράτης είχε ήδη αποβιώσει τρία χρόνια νωρίτερα, όταν εγώ ήμουν ακόμη δεκαοκτώ ετών.

[…]    

(συνεχίζεται)

fbfe3c002fabfff4dd336e5a58367a4b

[1]   Η παρουσία του Ευέλπιδος στην ακολουθία του Αλεξάνδρου επιβεβαιώνεται και σε κείμενα που εικάζεται ότι ανήκουν στον Καλλισθένη, συγγενή του Αριστοτέλη, ιστορικό και έμπιστο γραφέα  των επισήμων επιστολών του Μακεδόνα βασιλέα.

[2] Από τα αναγραφόμενα προκύπτει ότι Εύελπις πρέπει να είχε περίπου την ίδια ηλικία με τον Αλέξανδρο, επομένως όταν συντάχθηκε το παρόν τμήμα των κειμένων πρέπει να ήταν 26 ετών.

[3] Ο Εύελπις προφανώς γνωρίζει τα όσα αναφέρει ο Πλάτων  στον Τιμαίο, σχετικά με τον διάλογο ανάμεσα σε Αιγύπτιο ιερέα  και τον Σόλωνα τον Νομοθέτη. Ο ιερέας φέρεται να λέει στον Αθηναίο σοφό: Ὦ Σόλων, Σόλων, Ἕλληνες ἀεί παῖδές ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν. Νέοι ἐστέ τάς ψυχάς πάντες. Οὐδεμίαν γάρ ἐν αὐταῖς ἔχετε δι’ ἀρχαίαν ἀκοήν παλαιάν δόξαν οὐδέ μάθημα χρόνῳ πολιόν οὐδέν.

Δηλαδή: Σόλωνα, Σόλωνα, εσείς οι Έλληνες μένετε πάντα παιδιά και δεν υπάρχει κανένας γέροντας Έλληνας. Νέοι είστε στις ψυχές σας όλοι. Γιατί δεν έχετε πεποιθήσεις ριζωμένες σε κληρονομικές δοξασίες ούτε γνώσεις γερασμένες.

[4] Προφανώς εδώ γίνεται υπαινιγμός στην υπόθεση του Κυλώνειου Άγους,  που είχε ως πρωταγωνιστή τον Κύλωνα, αθηναίο μεν ευπατρίδη, αλλά υποκινούμενο από τον πεθερό του, τον τύραννο των Μεγάρων Θεαγένη.   

[5] Ο Εύελπις αναφέρεται εδώ στις πλατωνικές αντιλήψεις περί του ηγετικού ρόλου των φιλοσόφων στην ιδανική Πολιτεία, καθώς και στην προσπάθεια του Αριστοτέλη να συνεισφέρει στην διοίκηση της μικρασιατικής πόλης Άσσου από τους πλατωνικούς Ερμεία,  Έραστο και Κορίσκο

[6] Προφανώς στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά στους προγενέστερους παιδαγωγούς του Αλέξανδρου,  όπως ο Λεωνίδας, Μολοσσός από την Ήπειρο και ο  Λυσίμαχος από την Ακαρνανία.

[7] Εδώ γίνεται μνεία στην πολιορκία και καταστροφή της πόλης των Σταγείρων από τον Φίλιππο το 349 π.Χ. Ο Φίλιππος επανοικοδόμησε την πόλη προς τιμήν του Αριστοτέλους.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »