Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Αφήγημα’

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙV

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2015

Ο αρχιτέκτονας Βασίλης Μεταλλινός από τη Θεσσαλονίκη, όταν του την δίνει, καβαλάει μια μοτοσικλέτα και χάνεται στην κίτρινη ανταύγεια των  εξωτικών δρόμων . Εδώ αφηγείται (με χιούμορ) το τελευταίο μέρος της πρόσφατης εξόρμησής του στις μακρινές Ινδίες.

1510791_779528302083376_1295594602279295614_n

 

6.30′  το πρωί. Ξυπνάω σ’ ένα παγωμένο δωμάτιο, με τη σόμπα κλειστή. Παίζω τους διακόπτες και διαπιστώνω ότι δεν έχει ρεύμα. Ντύνομαι γρήγορα για να κατέβω στη ρεσεψιόν και βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο, διαπιστώνω ότι ο εξωτερικός γενικός διακόπτης του δωματίου είναι κατεβασμένος. Αυτός ο άθλιος ο ξενοδόχος, μόλις είδε ότι κοιμήθηκα έκλεισε τον διακόπτη για να κάνει οικονομία στο ρεύμα, που είχα πληρώσει με το παραπάνω! Το πρόβλημα ήταν ότι τα ρούχα μου ήταν ακόμη υγρά…

Κατεβαίνω στη ρεσεψιόν-στάνη, όπου μια κόλαση από έρποντα σεμεδάκια με Ινδουιστικές θεότητες και πίνακες με τοπία και θαλασσογραφίες απελπιστικής κοινοτυπίας, έδιναν έναν τόνο εξωτικής μελαγχολίας στην κίτς διακόσμηση του χώρου. Δεν υπάρχει ψυχή και αρχίζω να φωνάζω «mister mister» χτυπώντας και το χέρι μου στον γκισέ. Ομολογώ …λίγο δυνατά. Βγαίνει έξω τσαμπουκαλεμένη, μια υστερική λεβεντοκατίνα και μου λέει τσιριχτά τι θέλω πρωινιάτικα. Της λέω τι συμβαίνει με το ρεύμα και να μου δώσει πίσω τα 6 ευρώ που πλήρωσα μπροστάντζα για την ηλεκτρική σόμπα μαζί με το νοίκι του δωματίου. Το βοδίσιο πρόσωπό της συσπάται και τραντάζεται καθώς καγχάζει με ένα γέλιο παροξυσμικό σαν λόξιγγας και φωνάζει τον άντρα της.

Αυτός εμφανίζεται σαν δαρμένο ημίαιμο και αφού του επαναλαμβάνω το κουπλέ, μου το παίζει λυπημένος γι’ αυτό που συνέβη αλλά χωρίς καμία ευθύνη για το ποιός μπορεί να έκλεισε κατά λάθος τον εξωτερικό διακόπτη. Ισιώνει νευρικά τη λιγδιασμένη φράντζα του και μου ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα επιστροφής του 6ευρου γιατί μπορεί να έκλεισε ο διακόπτης σήμερα νωρίς το πρωί.

Του ζητάω ένα σεσουάρ για να στεγνώσω το δερμάτινο τζάκετ, που πήρε υγρασία από τις ραφές και μ’ ένα double action μογγολικό χαμόγελο λύπης-κατανόησης μου λέει ότι …δεν χρησιμοποιούν σεσουάρ.

Εγώ έχω «φορτώσει», χωρίς καφέ, νηστικός και τουρτουρίζοντας με το υγρό δερμάτινο μπουφάν πάνω από ένα t-shirt και με μιά απότομη κίνηση εκνευρισμού σηκώνω το φερμουάρ προς τα πάνω, ρωτώντας του πως θα ταξιδέψω πρωινιάτικα σ’ αυτή την κατάσταση. Το φερμουάρ καβαλάει τα δόντια της δεξιάς σειράς και παραδίδει το πνεύμα.

HPIM0737

Αυτό μου έλειπε τώρα! Μετά από 11 χρόνια, βρήκε την κατάλληλη στιγμή να χαλάσει. Δεν βρίσκω κανένα νόημα να συνεχίσω τα μπινελίκια γιατί το πρόβλημά μου χοντραίνει και δεν με συμφέρει να τα σπάσω τελείως με το ζεύγος. Ζητάω από τη συμπρωταγωνίστρια της φαρσοκωμωδίας που εκτυλίσσεται στη ρεσεψιόν, μια κλωστή και μια μεγάλη βελόνα για να ράψω το τζάκετ στη μέση, ώστε να παραμείνει κλειστό στο ταξίδι.

Μ’ ένα ειρωνικό βλέμμα και παίζοντας αυτάρεσκα με μια αρμαθιά κλειδιών των δωματίων, απομακρύνεται σ’ έναν διάδρομο γεμάτο γλάστρες με φυτά, σαν πειραματικό εργαστήριο Γεωπονίας και επιστρέφει σε τρία λεπτά λέγοντάς μου ότι δεν της τα γύρισαν κάτι Ιταλοί και του κώλου τα εννιαμ…

Πέφτει σιωπή …ν’ ακούς ποντίκι να κλάνει στη κουζίνα!

Φωνάζει ξαφνικά κάτι στα hindi κι εμφανίζεται μια μικροκαμωμένη κοπελίτσα, σαν να βγήκε από κουτί δημητριακών! Mιλάνε μεταξύ τους και μου πετάει το δράκο ότι με 20 δολάρια θα μπορούσε να μου αντικαταστήσει το φερμουάρ μ’ ένα καινούργιο, μέχρι το μεσημέρι. Ο ξενοδόχος εξαφανίζεται και κοιτάζω μιά το τραγελαφικό βλέμμα παρθένας στο πρόσωπο της συζύγου του και μιά το πρόσωπο της νεοαφειχθήσας ενζενί της ληστρικής συμμορίας ξενοδόχων.

Δεν πέσανε σε καλή μέρα για να …βγούν στις αγορές!

Ρίχνω ένα περιφρονητικό βλέμμα στο -εν βουλιμία δυτικού συναλλάγματος- αναίσχυντο δίδυμο και βγαίνω στο δρόμο. Πάω στην αυλή που είναι παρκαρισμένη η μηχανή. Ψάχνω τριγύρω και βρίσκω λίγο σύρμα. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και το περνάω κόμπο σε 3 σημεία του δερμάτινου τζάκετ, με τρόπο ώστε να παραμένει όσο γίνεται πιό κλειστό.

HPIM0585

Φτιάχνω έναν ντάμπλ πάουερ καραβίσιο. Ανοίγω το παράθυρο να φέρω τη σακούλα με τις μπανάνες και τα κικιρίκια από το περβάζι και βλέπω τη σακούλα στην απέναντι ταράτσα, με τις φλούδες από τις μπανάνες δίπλα στα τσόφλια από τα κικιρίκια… Οι μαϊμούδες!

Δεν είναι η μέρα μου μΕ φαίνεται…

Χθες βράδυ πριν με πάρει ο ύπνος είδα στον Lonely Planet την πόλη Agra. Ένα πρώτο βήμα στην επαρχία Uttar Pradesh με στόχο το μυθικό Varanasi πάνω στον Γάγγη.

Τα 400-450 χλμ μέχρι την Agra, αποτελούν ένα αρκετά χορταστικό μενού για ημερήσια οδήγηση στην Ινδία… Δεν έχω παρά να περάσω περιφερειακά το Δελχί και να πιάσω την Taj express highway.

Ντύνομαι με τα χθεσινά μισοβρεγμένα ρούχα, παίρνω το σακίδιο και κατεβαίνω στο ισόγειο. Το τρίο, παρακολουθεί στην τηλεόραση μια ταινία του Bollywood, ενώ με κρυφό βλέμμα επ’ ώμου, αισθάνομαι να με παρακολουθεί η μοσχαροκεφαλή. Τους γράφω σε στρατηγικό σημείο και βγαίνω έξω αφήνοντας πίσω μου την αμείληκτη καταθλιπτική εικόνα της ρεσεψιόν.

O ήλιος αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Η μέρα είναι ιδανική για ταξίδι με μηχανή.

Πατάω τη μίζα… Ακούω το γουργουρητό του κινητήρα. Η διάθεσή μου φτιάχνει…

Βολεύω το σακίδιό μου στην πλάτη, βάζω ταχύτητα κι ανοίγω το γκάζι καταφεύγοντας και πάλι στο ήσυχο άσυλο της μοναχικής περιπλάνησης…

Agra, Lucknow, Varanasi, Kanpur. Εννέα υπέροχες μέρες, με καταπληκτικό καιρό στο Uttar Pradesh.

Μπαίνοντας στην Agra, βλέπω έναν ακάλυπτο χώρο μπροστά από ένα ξενοδοχείο στην παλιά πόλη, σταματάω και ρωτάω την τιμή. Μου δείχνουν ένα δωμάτιο που μυρίζει καινουργίλα (το πρώτο στο ισόγειο), βολεύω και την μοτοσυκλέτα στον ακάλυπτο και σε 3 λεπτά μπαίνω με το σακίδιό μου χαρούμενος ως εις ανθοκήπιον παιδικής χαράς. Τα λίγα οικοδομικά υλικά, στόκοι, μπογιές και συρόμενη σκαλωσιά στον διάδρομο δεν με χάλασαν, μπροστά στον ενθουσιασμό μου για το ολοκαίνουργο δωμάτιο και την οικονομική τιμή.

Κι όμως, ήτανε γραμμένο να το ζήσω κι αυτό. Ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν υπό ανακαίνιση. Παντού υπήρχαν συνεργεία που δούλευαν μέχρι της 10.30′ το βράδυ με σφυριά, φωνές και κομπρεσέρ… Απλά ετοίμασαν το πρώτο δωμάτιο του διαδρόμου και ήμουν ο μοναδικός πελάτης σ’ ένα ξενοδοχείο γιαπί! Έτσι εξηγώ εκ των υστέρων την επιμονή του οσφυοκάμπτη ρεσέψιον μπόι, να μου ζητάει με έγκαυλη ευγενική πίεση τα χρήματα μπροστάντζα…

Δεν με πείραξε καθόλου! Ολόκληρη τη μέρα περπατούσα…Αλήτεψα στα απίστευτα chowk, σε μαγικές τσαγιερί (γεμάτες πλέον με νεοχίπιδες των «like») κι όταν ένα μεσημέρι ένας Ινδός μάγειρας μου σύστησε το Joney’s Place, ένα κουτούκι που το συστήνει κι ο Lonely Planet, βρέθηκα να τρώω 50 μέτρα από την είσοδο του Taj Mahal χωρίς να το βλέπω! Έτσι με την ευκαιρία …είδα κόσμο και μπήκα.

To Lucknow και η Kampur ήταν απλά στάσεις για διανυκτέρευση για να σπάσουν τα 620 χλμ από την Agra στο Varanasi και τα 830 χιλιόμετρα από το Varanasi στο Δελχί.

Στο Varanasi η ζωντανή ενέργεια και τα θετικά vibes δεν έχουν πλαφόν… Κάθε προσπάθεια να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα, την ανεξήγητη ατμόσφαιρα ή την έκσταση των ανθρώπων, είναι καταδικασμένη να προσαράξει στα αβαθή της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Παραλογοτεχνίας εν προκειμένω, θα σημείωνα…

Eπιστρέφω και πάλι στο Δελχί. Έχω 2 μέρες για να πουλήσω τη μηχανή και μετά πετάω για Constantinople . Έχει περάσει ένας μήνας και είμαι χαλαρός κι ευτυχής απ’ το ταξίδι, σαν να έχω ολοκληρώσει λυτρωτική ψυχαναλυτική συνεδρία.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μΕ χαλάσει την νιρβάνα το βαθέως μολυσμένο από τον ιό του δολαρίου, ληστρικό σιμσιλέ των εμπόρων του Karol Bagh…

Πολύ ευχαρίστως θα χάριζα την μοτοσυκλέτα σε οποιονδήποτε Έλληνα θα εντάσονταν στη μονοκαλλιέργεια του ιδίου στιλ ταξιδευτή. Αυτή, του αδούλωτου στη νοοτροπία να μεταφέρει -σώνει και καλά- το εν Ελλάδι αποκτηθέν …περιορισμένων διαστάσεων σύμπλεγμα μπουλονιών και παξιμαδιών, σε μια χώρα σαν την Ινδία …ακόμα κι όταν είναι αδύνατο ή δεν συμφέρει!

Αλλά αυτό είναι θέμα προς συζήτηση σε επιστημονικές ημερίδες φιλοσοφίας αμπέλου στη γιάφκα Χολομώντος…

HPIM0825

Δελχί, 23/12/2014 11.30′. Έχω ξεπουλήσει την Enfield 350 ευρώ. Σκέφτομαι να πάω στο μαγαζί ενός Ινδού που εισάγει marijuana wear από το Νεπάλ και το Αφγανιστάν. Έχω κυαλάρει ένα χίπικο τζάκετ. Μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό… Η ποιότητα αυτών των ρούχων είναι εξαιρετική!

Πριν απομακρυνθώ απ’ το Karol Bagh, θυμάμαι έναν μυστήριο τύπο που μου ζήτησε όταν ήμουν στην Agra, να του φέρω ένα μπροστινό φτερό από Royal Enfield. «Μη τυχόν και δεν μου το φέρεις…» και κάτι τέτοια μου έγραφε ο εντελώς άγνωστός μου στο fb. «Ρε δε πάμε καλά, πυροβολημένο θα ‘ναι το άτομο» έλεγα από μέσα μου…

Αυτόν τον τύπο ή τον στέλνεις στο διάολο ή του το πηγαίνεις (το φτερό)…

Όμως, το ότι ανήκαμε στο ίδιο μοτοσυκλετικό φόρουμ στην Ελλάδα και διαβάζοντας ότι είναι ειδήμων στις μεταμοσχεύσεις ετερόκλητων μηχανικών τμημάτων και στην πλαστική χειρουργική μοτοσυκλετών, αρκούσε για να πάω να ψάξω και να του κάνω την έκπληξη.

Επιστρέφω στις δαιδαλώδεις στοές των μικρομάγαζων vintage ανταλλακτικών…

Με κέφια και ψυχολογία πολλαπλών beaufort έπαιξα ένα διαπραγματευτικό κικ μποξ με τον έμπορα ανταλλακτικών, που κατέληξε σε νοκ άουτ…

Αεροδρόμιο Indira Ghandi, 24/12/14, 04.30′ το πρωί. Οι υπάλληλοι ασφάλειας του αεροδρομίου, δεν ξέρουν τι να υποθέσουν όταν βλέπουν στο σακίδιό μου, δεμένο με wrap luggage ένα τεράστιο μεταλλικό φτερό…

Τελικά, άξιζε ο κόπος…

Δεν θα του πλέξω το εγκώμιο, γιατί φοβάμαι ότι στο επόμενο ταξίδι θα μου ζητάει να του κουβαλήσω κανα κινητήρα…

Καλούς δρόμους!

 HPIM0631

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙΙ

Posted by vnottas στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

Αφηγείται ο φίλος  Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0176

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no3

7 το πρωί. Καραβίσιος, παστέλι, ανοιγμένος Lonely Planet στην επαρχία Haryana. Προορισμός το Chandigarh (κοινή πρωτεύουσα του Punjab και Haryana), γύρω στα 275 χλμ. και βλέπουμε…

7.30′ είμαι στο δρόμο. Η κίνηση είναι εφιαλτική και με ακραίο κυκλοφοριακό αυτισμό. Στόχος να βγώ απ’ το Δελχί και να πιάσω την θρυλική Grand Trunk road, έναν από τους αρχαιότερους δρόμους που συνέδεε το Μπαγκλαντές με το Πακιστάν. Δεν χρησιμοποιώ gps από την εποχή του …»στρατηγού ανέμου» και σε κάθε φανάρι φωνάζω σε αυτοκίνητα και μηχανάκια …»Chandigarh!» και «Grand Trunk!» Ακολουθώ το νεύμα κι όπου βγεί…

Χάνομαι σε πλατείες… Ξαναμπαίνω μαγικά στο παιχνίδι! Με μισοάδειο σακίδιο στην πλάτη, πάνω στην χαμηλή κι ελαφριά Bullet, χωρίς βαλίτσες και με θόρυβο να προκαλεί έξαρση στα κράσπεδα, αντέχω στις σφήνες και τα κλεισίματα των Ινδών, που οδηγούν σαν ημιπαράφρονες καμικάζι καθέτου εφορμήσεως.

Κατά τις 9 παρά, βγαίνω στον αυτοκινητόδρομο, με τον τσαμπουκά περντέ πιλάφ! Βρίσκομαι μόνος, σε αμηχανία μπροστά στο άγνωστο, που δεν καταδέχεται υπερφίαλες κομπορρημοσύνες και ντελίβερι ταξιδιωτικών ριπόρτς μοτοσυκλετιστικού body building.

Ανοίγω το γκάζι, συγκεντρώνομαι στην οδήγηση κι αρχίζω να νοιώθω το ταξίδι με όλους τους πόρους του κορμιού μου…

…όταν ένα σαράβαλο φουργκόν -καμιά 50αριά χλμ πριν τη Chandigarh- με κλείνει ξαφνικά από τα δεξιά, αγγίζω τη μανέτα του φρένου κόβοντας ελαφρά προς τ’ αριστερά, πατάω μια φρέσκια σβουνιά και γλυστρώντας βγαίνω στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου. Σ’ εκείνο το σημείο το έδαφος είναι αμμώδες και κατηφορικό. Πέφτω στ’ αριστερά με μικρή ταχύτητα. Με την κλήση του εδάφους προς τα χωράφια και τη βοήθεια των προστατευτικών σιδεριών, η μηχανή τουμπάρει, σπάνε τα καθρεφτάκια και στραβώνει η μανέτα του συμπλέκτη.

Ξαφνιασμένος και σε φάση ψαϊκολότζικαλ κολάψους, βρίσκομαι ο μισός κάτω από τη μηχανή. Τραβιέμαι απότομα γιατί βλέπω από το καπάκι του ντεπόζιτου να τρέχει η βενζίνη κρουνηδόν. Σηκώνω τη μηχανή και την στηρίζω στον πλαγιοστάτη. Δεν έχει σταματήσει κανένας οδηγός… Ευτυχώς δεν χρειάζεται.

Με τρεμάμενο χέρι πατάω το κουμπί της μίζας. 3-4 μιζιές και τελικά παίρνει μπροστά. Βάζω και μια ταχύτητα. Όλα καλά και με τον συμπλέκτη. Σβήνω. Αυτή η ελευθεριάζουσα αντίληψη των Ινδών, για την χρήση των λωρίδων κυκλοφορίας και την προτεραιότητα, έχει πλέον ξεφύγει από τη σφαίρα του φολκλόρ κι αρχίζει ν’ αγγίζει τις παρυφές της εγκληματικής πράξης με ενδεχόμενο δόλο.

Ξέρω ότι κάνω το καλύτερο δυνατό. Ξέρω ότι δεν έφταιγε το κλείσιμο του Ινδού, αλλά η γκαντεμιά να πατήσω πάνω στον ελιγμό, την φρέσκια ήδη πατημένη σβουνιά. Ξέρω απ’ το προηγούμενο ταξίδι μου στην Ινδία, όλες τις …στάσεις του οδηγικού σεξ στην κυκλοφοριακή παρτούζα. Ξέρω ότι πρέπει να κρατήσω ζεστά τα ταξιδιωτικά ρεφλέξ και να ολοκληρώσω αυτό που άρχισα…

Τα πράγματα είναι απλά. Οι δρόμοι της Haryana, Punjab, Himachal Pradesh και Uttar Pradesh είναι μπροστά μου…

«Σκούπισε τα πόδια σου και πέρασες» είπα μέσα μου …κατά το Παντελίδειον στιχούργημα, τινάζοντας τις σκόνες και τα χώματα απ’ τα μπατζάκια του παντελονιου και πατάω τη μίζα…

HPIM0149

Είμαι πάλι στον Grand Trunk road. Έναν δρόμο όπου οι κανόνες οδήγησης είναι βγαλμένοι από την ζούγκλα του Βόρνεο…

Θέλω διακαώς έναν καραβίσιο να στανιάρω από το σοκ αλλά δεν είμαι σε καλό το σημείο.

2-3 χιλιόμετρα παρακάτω σταματάω σ’ ένα από τα κλασικά ημιυπαίθρια εστιατόρια του δρόμου.

Μπουρμπουριστά καζάνια, τηγάνια να τσιρτσιρίζουν με διάφορες λαχανοκροκέτες, τεράστια τηγάνια με noodle, αχνιστά φακόρυζα, σάλτσες και μυρωδιές από μπαχάρια να σΕ φεύγει ο τάκος…

Καμιά 15αριά φορτηγατζήδες περιμένουν να σερβιριστούν σ’ έναν μεγάλο πάγκο. Μπαίνω στη σειρά, γράφοντας σε στρατηγικό σημείο την ταξιδιωτική μου δίαιτα με ξηρούς καρπούς και παστέλια, αποφασισμένος να «την κάνω» χορτάτος άμα το αποφάσιζαν οι επουράνιοι εισαγγελείς Βράχμα, Βισνού και Σίβα…

Δείχνω -με κανιβαλίζουσα διάθεση- στον Ινδό μάγειρα μια στίβα με λαχανοκροκέτες κι ένα δίσκο με το κλασικό thali. Κάθομαι σ΄ενα ξύλινο τραπέζι στην αυλή κι εξαφανίζω τα πάντα απ’ τα πιάτα μου, σ’ ένα άναρχο σαβούρωμα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία ρέουσας ταξιδιωτικής περιπλάνησης. Eικόνες που αποτελούν μαγιά για ατέρμονες ταξιδιωτικές, φιλοσοφικές και υπαρξιακές συζητήσεις. Εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο όμως, να μεταφέρει κανείς το κλίμα και την ατμόσφαιρα. Όπως το 2013 με το Νεπάλ και την Ν. Ινδία, έτσι και σ’ αυτό το ταξίδι διαπιστώνεις το «αμετάδοτον» της εμπειρίας.

Στάση, διανυκτέρευση στο Chandigarh. Την επομένη, ενώ βρίσκομαι δίπλα στο Himachal Pradesh, βλέπω τον καιρό να μου δείχνει ότι προλαβαίνω να πάω πρώτα στο πνευματικό κέντρο των Σιχ, το Amritsar. Γύρω στα 230 χλμ. Έμεινα 2 βράδια.

Ανοίξτε και κανα χάρτη στο ιντερνέτ… Μη τα κάνω όλα εγώ…

Από το Amritsar μέσω Pathankot συνεχίζω για Dharamsala. Έχω κλείσει guesthouse για 2 βραδιές 9 χλμ μακριά στο MacLeod Ganj -στη Μικρή Lhasa- ένα μικρό χωριουδάκι στα 2100 μέτρα υψόμετρο, με Θιβετιανό πληθυσμό. Εκεί βρίσκεται και η κατοικία του Δαλάι Λάμα.

Από εκεί οδηγώντας στους στενούς δρόμους των Himalayas συνεχίζω να διανυκτερεύω σε μικρά χωριουδάκια μέχρι το Μanali.

Στο old Manali, που αποπνέει μια ρομαντίλα χίπικης αξέχαστης εποχής, τα πάντα είναι κλειστά από το τέλος Οκτωβρίου γιατί αγριεύει ο καιρός και βρίσκω ένα guesthouse σ’ ένα ήσυχο μέρος πίσω από το main bazaar.

Όλες αυτές τις μέρες οι θερμοκρασίες στα Himalayas παίζανε μεταξύ 14 max και 5 min. Στο Manali ήδη είχε πέσει κάτω από τους 7 max με 0 το βράδυ. Σημειωτέον ότι κανένα guesthouse δεν έχει θέρμανση.

Η εξαιρετική παρέα με έναν Τούρκο πιανίστα jazz και δυό ανατομικές βόμβες Καναδικής προέλευσης, ήταν η αιτία να παραμένω επ’ αόριστον στο Μanali. Τις Καναδέζες τις είχα συναντήσει στο Macleod Ganj, όπου έκαναν yoga και μαθήματα θιβετιανής κουζίνας δίπλα στο guesthouse που έμενα. Ταξίδευαν με λεωφορεία και τρένα. Ο Τούρκος ήταν επαγγελματίας μουσικός κι έτυχε να έχει συνεργαστεί με τον Bulent Ortacgil και την Jehan Barbur των οποίων είμαι σκληρός φαν.

HPIM0525

Μέχρι που ένα πρωί -γύρω στις 11- ενώ είχαμε ραντεβού σ’ ένα τσαγάδικο, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Το accuweather το ‘λεγε, εγώ δεν το άκουγα… Όταν μιλάμε για νιφάδες, εννοούμε τούλια ολόκληρα από μπομπονιέρες. Σε μισή ώρα ασπρίζουν τα πάντα. Περιμένω 20 λεπτά στο καφέ κι ακόμα δεν έχει έρθει κανείς. Τα ραντεβού με τα ζωντανά θαυμαστικά είναι πάντα λάρτζ. Ο Τούρκος είχε πάει να παζαρέψει ένα σιτάρ σ΄ένα σπίτι ενός Ινδού. Βλέπω να το στρώνει γερά και τρέχω σαν τρελλός στο guesthouse. Ο δρόμος γλιστράει, με πούδρα κοντά στους 5 πόντους και κάνει και ψοφόκρυο! Βάζω διπλά σλιπάκια, διπλά t shirts, ψιλή μπιτζάμα από το bazaar (έχω ξεχάσει στην ελλάδα τα ισοθερμικά), μπλουτζίν κι από πάνω το Spidi.

Διπλά πουλόβερ και το δερμάτινο Dainese. Δεν έχω αδιάβροχα γιατί δεν προβλέπονταν πουθενά βροχή στα μέρη που επισκεπτόμουν. Ψάχνω να πληρώσω τον ιδιοκτήτη του guesthouse, ένα μούτρο που όταν μου έδειξε το δωμάτιο, μου άφησε στο τραπέζι έναν μπάφο κι ένα μικροσκοπικό κουτάκι με σαφράν για καλά ντουζένια και δυνατό σεξ όπως μΕ είπε… «Δείγμα δωρεάν…»

Σκουπίζω τη μηχανή και κατεβαίνω άρον-άρον προς το main bazaar όπου βρίσκονταν ο σταθμός των λεωφορείων, ταξί κλπ. Παίρνω από πίσω ένα πούλμαν που μόλις ξεκινούσε και πατάω στις ροδιές του. Τα πάντα έχουν ασπρίσει και με τα βίας ο δρόμος κρατιέται με ανακατεμένο λασπωμένο χιόνι που αν δεν φρενάρεις, σε κρατάει ακόμα στο δρόμο.

Πέρασε ένα εφιαλτικό δίωρο, με τις τρελές στάσεις εξ αιτίας ντελαπαρισμένων αυτοκινήτων, για να κατέβω περίπου στα 1000 μέτρα υψόμετρο στο Mandi, όπου οι δρόμοι ήταν τελείως στεγνοί. Σταματάω ταλαιπωρημένος και με ψυχολογία ποδήρη για ένα τσάι και συνεχίζω για Panchkula, να στεγνώσω και να διανυκτερεύσω.

Τις τελευταίες μέρες έφαγα πολύ κρύο και το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν να κατευθυνθώ προς νότο για να ζεσταθώ…

Το βράδυ τηλεφωνώ για να βρω την παρέα. Ο ξενοδόχος τους με πληροφόρησε ότι οι Καναδέζες έφυγαν με βραδυνό λεωφορείο για Δελχί κι ο Τούρκος ήταν άφαντος.

Τρώω μια ζεστή θιβετιανή σούπα και vegetarian momos, βάλσαμο τη γαστέρα, σ’ ένα μικροσκοπικό Tibetan restaurant. Μπύρα ούτε για δείγμα. Λες και ζούμε στη ποτοαπαγόρευση…

Το κρύο είναι αφόρητο στο απερίγραπτο δωμάτιο. Πληρώνω περίπου 6 ευρώ για να μου δώσει ο ξενοδόχος μια ηλεκτρική σόμπα… Όσο το ενοίκιο του δωματίου. Ευτυχώς μου βόλεψε τη μηχανή σε μια αυλή στο απέναντι κτίριο.

Aνοίγω τον Lonely Planet. Έπρεπε να βρω κάποιον προορισμό για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με ανοιχτό το φως και το βιβλίο στο στήθος μΕ κολλάει το υπνόσημο στη γκλάβα…

…zzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzz

 HPIM0144

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙ

Posted by vnottas στο 31 Ιανουαρίου, 2015

Αφηγείται ο Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0910

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no2

Μετά από 20 λεπτά περπάτημα το στομάχι μου αρχίζει να παίζει τσέλο το rondo alla turca σε do maggiore… Έχουν περάσει σχεδόν 10 ώρες απ’ το δριμείας γεύσης hindu dinner που μου σέρβιρε η βοϊδομάτα τουρκάλα αεροσυνοδός στα 35000 πόδια. Το βλέμμα μου σκανάρει τους υπαίθριους μικροπωλητές και καταλήγει σ’ ένα πιτσιρικά που πουλάει κικιρίκια. Σίγουρα πράματα… Ακόμα μισή ώρα περπάτημα, ξεφλουδίζοντας και μασουλώντας τα καχεκτικά φιστίκα και φτάνω σε μια κάθετο της Gurudwara road στο Karol Bagh.
Ωρα 10.10′ Βρίσκομαι να διαπραγματεύομαι την τιμή ενός Bajaj Pulsar 200, μ’ έναν τουρμπανοφόρο Σιχ που με μισόκλειστο βλέμμα εκδοροσφαγέως , βλέπει στο πρόσωπό μου ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για το 2015.
Ωρα 10.45′. Παρακάτω στη γωνία, ο μαγαζάτωρ ενθουσιασμένος που ακούει ότι είμαι Έλληνας με κερνάει τσάι. Το εκκλησίασμα το γνωρίζω… Με την double action formula …»αγαπώ τους Έλληνες (όπως Αμερικανούς, Γάλλους, Άγγλους κλπ) κι έχω και συγγενείς στην Ελλάδα (όπως Αμερική, Γαλλία, Αγγλία κλπ) «, προσπαθεί να μου πασάρει μια 500άρα Bullet σε τιμή που θυμίζει κονδύλιο εξοπλιστικού προγράμματος του Ινδικού Υπουργείου Άμυνας… Όση ώρα επεξεργάζομαι την καλλίπυγο customized Enfield …ο Ινδός βλέπει εαυτόν να εισέρχεται στους λιβαδεώνες της ντόλτσε βίτα… Δεν μ’ αφήνει να φύγω άμα δεν του ορκιστώ δια χειραψίας ότι την επόμενη μέρα θα τον ξαναεπισκεφτώ… Συνηθισμένα πράματα…
Ωρα 17.30′. Έχω οργώσει την περιοχή για κανα 8ωρο, με σύσσωμο το παρασιτικό ντεφιλέ των μαίτρ του κοπανιστού αέρα, του commission και του ξεδιάντροπου φτηνού κυνισμού. Ενοχλητικοί κράχτες, αυτή η ενδημική ποικιλία που φύεται κι ευδοκιμεί σε όλους τους εμπορικούς δρόμους της Ινδίας, με ψήνουν κάθε 50 μέτρα να επισκεφτώ το μαγαζί κάποιου συνεταίρου ή αδελφού…
Είμαι χαλαρός και μ’ αντιμετωπίζουν σαν παιδί της διαφήμισης του Τζάμπο. Προσπαθώ να βγάλω άκρη με τις φουσκωμένες τιμές, τη νομιμότητα κάποιων φωτοτυπημένων αδειών, τις χρονολογίες των μοντέλων…
Οι μοτοσυκλέτες που ερέθισαν τους αμφιβληστροειδείς μου πολλές! Αυτές που ερέθισαν συναισθηματικώς το πορτοφόλι μου λίγες.
Επιστρέφω σκεφτικός στο guesthouse ενώ σκοτεινιάζει και πίνω έναν καραβίσιο. Ξανακατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω 6 μπανάνες από ένα καρότσι και τις τρώω σ’ ένα internet cafe, τσεκάροντας τις τιμές της πιάτσας από ιδιώτες, με τις αντίστοιχες μηχανές που είδα το πρωί. Αύριο πρέπει επιστρέψω διαβασμένος, αμείληκτος, αλύγιστος, ανηλεής στο παζάρι με απάθεια που θα ‘κανε τον Τζών Ντίλιγκερ να φαντάζει κανισάκι του καναπέως, να τελειώνω με το σιμψιλέ των τσαμπάζηδων του Karol Bagh, την αγορά μηχανής και τη χαρτούρα της μεταβίβασης…
Από ένα ημιυπαίθριο μικροσκοπικό μαγαζάκι αγοράζω ένα σακουλάκι κάσιους, μερικά παστέλια κι ένα 2λιτρο Bisleri (μάρκα νερού) για το πρωινό. Η εφιαλτική κίνηση, η ανυπόφορη καπνίλα από τα σκουπίδια που καίγονται πάνω στο δρόμο, οι επίμονοι ζητιάνοι και η κούραση είναι μερικοί λόγοι για να επιστρέφω ξανά στο δωμάτιό μου.
Ωρα 23.00′. Ξαπλωμένος στο σκληρό κρεβάτι κάνοντας ζάπινγκ στα 300 κανάλια της τηλεόρασης, σταματώ σε μια σουρεαλιστική εκπομπή και βυθίζομαι σ΄ένα βαθύ ύπνο…
Ωρα 7. Πίνω τον καραβίσιο καφέ μου, ροκανίζοντας ένα παστέλι.
Ωρα 8.30′. Τριγυρνάω στους δρόμους του Karol Bagh αλλά τα μαγαζιά είναι όλα κλειστά. Ένας γυρολόγος κράχτης που με θυμόταν από χθες, με πλησιάζει λέγοντάς μου ότι στα μαγαζιά των …συνεταίρων του που θα ανοίξουν σε μισή ώρα θα δοθεί το τέλος κάθε αγωνιώδους εκκρεμότητάς μου σε θέματα μοτοσυκλέτας, δερμάτινων ρούχων, ξενοδοχείων, μεταξωτών, αγαλματιδίων Βούδα, Γκαναπάτι, Σίβα, χασίς κλπ
Ωρα 8.50′. Καμιά εκατοστή μέτρα στο βάθος του δρόμου, βλέπω μια ασημένια Enfield μ’ ένα ξανθό νεαρό βγαλμένο από την ταινία blue lagoon, να συνομιλεί με έντονο ύφος μ’ έναν καταστηματάρχη που άνοιγε εκείνη τη στιγμή. Κατεθύνομαι προς το μέρος του με τον Ινδό να με μαρκάρει στο μισό μέτρο. Ο νεαρός βάζει το κράνος και ξεκινάει προς το μέρος μου. Του κάνω νόημα και σταματάει. Τον ρωτάω από που αγόρασε την μοτοσυκλέτα και σε τι τιμή, ξαποστέλνοντας τον Ινδό με κάτι φλαμανδικά, για να μ’ αφήσει ήσυχο.
Ο πιτσιρικάς, ένας ευγενέστατος Αυστριακός , είχε αγοράσει 1100 ευρώ τη μηχανή και είχε συμφωνήσει -γραπτώς- να του την αγοράσουν στην περίπτωση που την πουλούσε ατρακάριστη 650 ευρώ. Όμως μετά από 4 μήνες και 6500 χλμ της είχε προκαλέσει ένα μικρό βαθούλωμα στο ντεπόζιτο, έκανε κι ένα μικρό θόρυβο στην «αλλαγή» μεταξύ πρώτης-δευτέρας κι ο Ινδός ήθελε να του τη φάει τζάμπα…
Ωρα 9.00′. Έχω βγάλει τα 650 ευρώ τσαλακωμένα αλά χωριάτα από την κωλότσεπη και κατευθυνόμαστε στην Τraffic Police που κυαλάρισα ερχόμενος το πρωί, για να τσεκάρω την αυθεντικότητα της άδειας κυκλοφορίας και άλλες λεπτομέρειες που θα αναλύσω σε άλλη δισιπλίνα.
Ωρα 16.30′. Έχουμε τελειώσει με τα «no objection certificate format», «authorization», insurance, pollution certificate και λοιπά κλασμένα μαρούλια. Έχει βοηθήσει κι ένας ασπόνδυλος Ινδός, που μπαινοβγαίνει στα γραφεία από χαραμάδες και χειρίζεται τις σφραγίδες των εγγράφων με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις… Με το κάτι τις φυσικά…
Ωρα 16.45′ Κάνω αλλαγή λαδιών κι έναν κλασσικό έλεγχο στη μηχανή. Τα λάστιχα ήταν καλά κι το «blue lagoon boy» με διαβεβαίωσε ότι είχε βάλει καινούργιες σαμπρέλες.
Δεν μπαίνω στη διαδικασία της νευρωτικής προετοιμασίας της μοτοσυκλέτας. Ότι είναι να συμβεί, θα συμβεί… Και θα το αντιμετωπίσω όταν και αν συμβεί.
Ωρα 18.00′. Γυρνάω τη μίζα και τα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν… Κατηφορίζω χαλαρά την Gupta road με προορισμό την περιοχή Paharganj, που βρίσκεται το guesthouse.
Ωρα 18.20′ Παρκάρω μπροστά στη τζαμαρία την ασημένια Royal Enfield 350 Bullet κι ανεβαίνω στο δωμάτιο για έναν καραβίσιο.
Ανοίγω τον Lonely Planet. Τα πλάνα μου είναι για τον κόλπο της Βεγγάλης, ανατολικά προς Καλκούτα μεριά. Όμως σε περίπτωση που ακόμα ο καιρός επιτρέπει να πάω βόρεια προς Himachal Pradesh, αύριο πρωί ξεκινάω προς Haryana…
Kατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω μια μεγάλη σακούλα κικιρίκια και κατευθύνομαι προς το ιντερνετ καφέ να δω τον καιρό στη Dharamsala, Manali κλπ
Tελικά για έναν ταξιδευτή ελευθέρας βοσκής …αυτός που αποφασίζει είναι ο Accuweather.com

HPIM0047

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής Ι. Νοέμβριος 2014. Ινδία

Posted by vnottas στο 30 Ιανουαρίου, 2015

Από τις σημειώσεις του φίλου Βασίλη (Μεταλλινού)

HPIM0240

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Nοέμβριος 2014. Δελχί, περιοχή Paharganj 7 το πρωί. Το auto rickshaw σταματά στη στενή Arakhasan road. Δεν βλέπω πουθενά το guesthouse που έχω κλείσει και ο οδηγός, με καθαρόαιμο πεντιγκρί Ινδού απατεώνα, μου ζητάει το τηλέφωνο της ρεσεψιόν. Του το λέω. Καλεί. Μιλώντας σε ακατάλυπτα hindi μετά από 10 δεύτερα το γυρνάει στ’ αγγλικά λέγοντάς μου: Speak with the receptionist. Big problem my friend…»
Αρπάζω το τηλέφωνο και με σπαραγμό ψυχής με πληροφορεί ο ρεσεψιονίστ ότι το guesthouse έπαθε από χθες black out στον πίνακα των ηλεκτρικών και δεν θα λειτουργήσει μέχρι ν’ αποκατασταθεί η βλάβη. Με διαβεβαιώνει ότι δεν θα γίνει καμία χρέωση στην πιστωτική μου κάρτα και με τρεμάμενη φωνή ανθρώπινου ράκους μου ζητάει συγγνώμη και μου το κλείνει.
Ο Ινδός, σε φάση βωβού εσωτερικού σπαραγμού, παίρνει το τηλέφωνο και με ύφος υπερβολικής κατανόησης με καθησυχάζει, λέγοντάς μου να μην στενοχωριέμαι και ότι θα προσπαθήσει να μου «κλείσει» ένα καλό δωμάτιο σε άλλο ξενοδοχείο, χωρίς επί πλέον χρέωση για την διαδρομή.
Δεν πέρασε μία ώρα που πάτησα στην Ινδία κι αρχίσαν τα όργανα… Το σενάριο παλιό και βαθέως μεταχειρισμένο. «Φόρτωσα»…
«Πάνε με στο guesthouse μου αμέσως μη σου γα… ?» αντιστέκομαι με ηρωισμό.
«Είναι κλειστό το ξενοδοχείο σου μάι φρεντ» γρυλίζει ο Ινδός με έκδηλο πλέον το ξάφνιασμα στα ποντικίσια μάτια του.
«Δεν σε πληρώνω, κολ δε πολίς νάου» του φωνάζω διαβασμένος καλά, αφού γνώριζα ακόμα και το σημείο όπου υπήρχε Τουριστική Αστυνομία στην περιοχή.
Σπάζοντας όλα τα ρεκόρ θράσους, επιμένει να με πάει σε άλλο ξενοδοχείο και να μου χαρίσει τα κόμιστρα της διαδρομής.
Η φάση έχει λαστιχάρει και κατεβαίνω απ’ το auto rickshaw με τσαμπουκαλεμένες κινήσεις Τεξανού Ranger. Φοράω γρήγορa το σακίδιό μου κοιτώντας γύρο τον χαμό που γινόταν. Μηχανάκια, αυτοκίνητα, rickshaw και πεζοί σε μια κυκλοφοριακή πρωινιάτικη παρτούζα. Βγάζω τον Lonely Planet ψάχνοντας τον χάρτη. Πριν προλάβω να τον ανοίξω, βλέπω τον Ινδό να κατεβαίνει απ’ το auto rickshaw και με βραχνή φωνή να μου λέει να τον ακολουθήσω…
Μπαίνουμε σ’ ένα στενό αδιέξοδο, όπου στο βάθος φαίνονταν η επιγραφή του guesthouse που είχα κλείσει. Η απόσταση των 50 μέτρων ήταν γεμάτη από άστεγους που κοιμόταν πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο, τυλιγμένοι σε κουρέλια. Στα τελευταία μέτρα κάποιος μου τραβάει το χέρι, ζητώντας χρήματα τρίβοντας τα δόντια του με μια οδοντόβουρτσα ενώ ένας τελευταίος καθιστός δίπλα στο πλατύσκαλο της ρεσεψιόν, κάρφωνε στο πόδι του μία σύριγγα.
Σοκαρισμένος μπαίνω στον χώρο της ρεσεψιόν. Πίσω μου ο οδηγός του auto rickshaw. Με σβέρκο αυτοπροτεινόμενο για καρπαζιά μου ζητά το διπλό ποσό απ’ αυτό που είχαμε συμφωνήσει. Εδώ έτσι δουλεύει το νταλαβέρι. Του δίνω τα μισά, του γυρίζω την πλάτη και απευθύνομαι στον ρεσεψιονίστ που βουτούσε ένα κομμάτι τσαπάτι σ’ ένα χάρτινο κουπάκι με φακόριζο.
Ρωτάω για την κράτησή μου. Ψάχνει μασουλώντας αργά, βρίσκει το όνομά μου και μόλις καταπίνει την μπουκιά του, κάνει νόημα σ΄έναν μικρόσωμο 10χρονο πιτσιρικά με φάτσα που «έφερνε» σε gremlin, να μου δείξει το δωμάτιο.
Ο οδηγός του auto rickshaw βυθισμένος σε νέφη απογοήτευσης, μου ζητάει ακόμα 100 ρουπίες. Τον αγνοώ κι ανεβαίνω τις σκάλες. Το δωμάτιο είναι ελεεινό. Σπασμένα υδραυλικά να στάζουν από παντού, παλιό κλιματιστικό με θόρυβο ιδανικό για να αποσπάσεις ομολογίες από κρατούμενους του Γκουαντάναμο και τοίχοι που είχαν να βαφούν από την κυβερνητική θητεία της Ιντιρα Γκάντι…
Βολεύω τα πράγματά μου, φτιάχνω έναν καραβίσιο καφέ κι ανοίγω το παράθυρο να δω τη θέα…
Ρουφάω μια γουλιά με βουλιμία, για να στανιάρω. Κατά τις 9 θα πρέπει να αντιμετωπίσω την ενταύθα ληστοκουστωδία εμπόρων μεταχειρισμένων μηχανών της συνοικίας Karol Bagh, προκειμένου ν’ αγοράσω μια αξιόπιστη μοτοσυκλέτα για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με τη σκέψη ότι μπροστά στο εν λόγω αντιπαθές επαγγελματικό σερσελέμι, η τρόικα δεν μετράει ούτε για τσικό, πίνω μονορούφι το υπόλοιπο του καφέ και κατεβαίνω στο δρόμο. Έξω από την είσοδο ένας κουρελής ρητιδιασμένος μεσήλιξ με εμπιστευτική φωνή με ρωτάει αν θέλω χασίς…
Τον προσπερνάω…
Ακούω πίσω μου…»γκουντ σταφ, γκουντ πράις μάι φρεντ»…
Βγαίνω από το αδιέξοδο του guesthouse στην Arakhasan road…
Προσανατολίζομαι με τον χάρτη του Lonely Planet, τραβιέμαι τρία βήματα πίσω για ν’ αποφύγω ένα δευτερεύον ανθρωποειδές μ’ ένα σαράβαλο Bajaj που έρχεται ολοταχώς κατά πάνω μου και αποφεύγω την κουλουριασμένη κουράδα μιας ιερής αγελάδας, ξαπλωμένης στο μισό οδόστρωμα…
Είμαι στην Ινδία, είμαι στα γράδα μου…

Ντοπαρισμένος από το σουρεάλ σκηνικό, «το κόβω» αποφασιστικά για την συνοικία Karol Bagh, με τα πόδια…

…στους δρόμους όπου η περιπέτεια δεν παίρνει αντισυλληπτικά.

 HPIM0654

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (πάλι)

Posted by vnottas στο 8 Σεπτεμβρίου, 2014

imagesW

 

Ας πούμε ότι οι συγκυρίες το επιτρέπουν.

Ας πούμε ότι βρίσκεστε υπό την σαγηνευτική επιρροή μιας λευκής κόλλας χαρτιού, που αναζητά γράμματα και ιστορίες.

Ας πούμε ότι θέλετε να ζήσετε την περιπέτεια της γραφής και αναρωτιέστε από ποια πόρτα να μπείτε στον συναρπαστικό της κόσμο.

Από την λιτή, σοβαρή πύλη της διατύπωσης σκέψεων, προβληματισμών και απόψεων; Από την φαντασμαγορική ¨πορτάρα¨ (έτσι λέμε στη Θεσσαλονίκη τις πύλες των κάστρων)  των μπριόζικων φανταστικών μυθοπλαστικών αφηγήσεων; Από την σκηνογραφική είσοδο των θεατρικών διαλόγων; Ή από κάποια άλλη, καινούργια πύλη, από εκείνες που μέχρι στιγμής δεν έχετε επιχειρήσει να παραβιάσετε;

Εγώ λέω ότι αυτή η τελευταία επιλογή μοιάζει η πιο δελεαστική. Αυτή που υπόσχεται τις περισσότερες εκπλήξεις.

Όμως ας μην το παρακάνουμε σε προσδοκίες.

Θέλω να πω ότι όσο κι αν ζορίζεται ο συγγραφέας, όσο κι αν επιθυμεί να καινοτομήσει, όσο κι αν επιχειρεί να προσεγγίσει νέα είδη γραφής, κατά βάθος από το ίδιο καπέλο βγάζει πάντοτε τους λαγούς, τα περιστέρια και τα φανταχτερά του φουλάρια.

Πάντως, ας δεχτούμε ότι κάθε απόχρωση γραφής έχει τις ιδιαιτερότητές της. Μερικά θέματα, ας πούμε, απαιτούν έρευνα. Έτσι δίνουν την ευκαιρία της αναζήτησης που, από μόνη της,  είναι κι αυτή μια περιπέτεια.

Άλλα πάλι, σε αφήνουν αχαλίνωτο να νομίζεις ότι τα φτιάχνεις όλα εξ αρχής. Πρόκειται φυσικά για μια ψευδαίσθηση, αλλά παραμένει μια γοητευτική πλάνη (νομίζω ότι οι συγγραφείς είναι πάντα έτοιμοι να αυτο-πλανηθούν).

Υπάρχει και ένα είδος, που ενώ απαιτεί επαρκή τεκμηρίωση,  επιτρέπει παράλληλα μυθοπλαστικές απογειώσεις: το ιστορικό μυθιστόρημα. (Ε, ναι. Αν θέλεις, στην ίδια αφήγηση, να συμπεριλάβεις μυθοπλαστικά και τεκμηριωμένα στοιχεία, πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι δεν αρκεί η χωρητικότητα ενός, έστω εκτεταμένου, διηγήματος, πιθανώς ούτε και εκείνη της νουβέλας: θα πρέπει να βουτήξεις στη βαθειά, έως άπατη, σελιδοπαραγωγή του μυθιστορήματος).

images22

Έκανα τις παραπάνω σκέψεις καθώς έμπαινε το καλοκαίρι και προβληματιζόμουν, τόσο για το είδος της γραφής, όσο και για το συγκεκριμένο θέμα που θα μπορούσε να με ¨απογειώσει¨, γιατί, μεταξύ μας, ήθελα να προσπεράσω περίκλειστα τείχη που απομονώνουν εμένα.

Μια μέρα, με τον Νίκο που ήταν εδώ, συζητούσαμε για διάφορα θέματα της επικαιρότητας, με αυτόν  τον νέο τρόπο (νέο για τη γενιά μας –οι πιτσιρικάδες το έχουν στο αίμα τους), που η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει. Δηλαδή σκάβοντας με τη βοήθεια του φορητού ή του τάμπλετ, γύρω τριγύρω από ειδήσεις που μας πλασάρει η εφημερίδα ή η τηλεόραση. Συζήτηση, ψάξιμο, νέα στοιχεία, πάλι συζήτηση, ψάξιμο… Είναι ένα παιχνίδι που -αν αγνοήσεις προς στιγμήν τον εκνευρισμό που προκαλεί το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που ξεφουρνίζουν τα Μέσα και αυτά που προκύπτουν από μια, έστω αβαθή, πρώτη διερεύνηση στο διαδίκτυο- μπορεί να αποβεί πρωτότυπο και ενδιαφέρον.

Η είδηση που αναμασούσε η τηλεόραση δεν ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και ίσα ίσα που την προσέξαμε. Ο πρωθυπουργός βρισκόταν στην Ιταλία και οι οικοδεσπότες, διπλωματικά ευγενικοί, τον πήγαν σε μια έκθεση αφιερωμένη στη Δημοκρατία (της οποίας μας αναγνωρίζουν το -ληγμένο- κόπι ράιτ), όπου το κύριο έκθεμα ήταν τα ρωμαϊκά αντίγραφα των αγαλμάτων των ¨τυραννοκτόνων¨.

Ας θυμηθούμε, είπαμε, λίγο περισσότερα για τον Αριστογείτονα και τον Αρμόδιο. Άρα: Γκούγκλης, Βικιπέντια, και μετά ένας λαβύρινθος από αποδεκτούς και απαράδεκτους (αισθητικά) ¨τόπους¨.

 Ενώ ξεκινήσαμε αναζητώντας συμπληρωματικές πληροφορίες για την εποχή που έδρασαν οι απεικονιζόμενοι αγαλματοποιηθέντες, το ερώτημα που άρχισε να διαγράφεται, όλο και πιο έντονα γύρω από τους δύο, ήταν: Ήρωες της (πρώιμης ή υπό κατασκευή) Δημοκρατίας, όπως κατέγραφαν  μερικοί, ή ¨απολιτικοί κίναιδοι¨, όπως ενίσταντο άλλοι;. Πολιτική δολοφονία, συνωμοσία των Λακεδαιμονίων ή μελοδραματικό έγκλημα πάθους;  Ή για να γενικεύσουμε: κατά πόσο η Δημοκρατία για να επικρατήσει ή να διατηρηθεί έχει ανάγκη από μύθους;

¨Να ένα ωραίο θέμα για ιστορικό μυθιστόρημα¨, λέει ο Νίκος.

Εγώ τσιμπάω αμέσως.

Γιατί όχι, λέω.

(συνεχίζεται)

harmodiusaristogeiton

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μια φωτογραφία που μάλλον έχασα

Posted by vnottas στο 17 Ιανουαρίου, 2014

(Κάποτε στην Ηλιούπολη Αττικής)

eikona1

 Η μικρή παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία πρέπει να υπάρχει ακόμη κάπου. Ίσως στο πατρικό σπίτι, ίσως ανακατεμένη μ’ εκείνες που συντηρεί κατ’ αποκλειστικότητα το μικρό μου αδελφάκι, στην Αθήνα.

Στην φωτογραφία, αν τα θυμάμαι σωστά, ένα μικρό μέρος καταλαμβάνω εγώ, τόσος δα, και κρατάω μια  ανθοδέσμη. Μιλάμε για τη δεκαετία του πενήντα, πρέπει να είμαι στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Τριγύρω διάφοροι τύποι της εποχής: Μεγάλοι κύριοι, κουστουμάτοι, με τα παντελόνια φαρδιά και τις ζώνες ψηλά στη μέση, μεγάλες κυρίες ταγιεράτες και καπελοφόρες.

Πέρα από την ομάδα των καλοντυμένων, δε θυμάμαι αν φαινόταν στο φωτογραφικό πλάνο, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι στο τοπίο κυριαρχούσε, η προαστιακή σχεδόν-ερημιά: εδώ κι εκεί τα μονόπατα, άντε δίπατα σπιτάκια, και τριγύρω άφθονα οικόπεδα-χωράφια. Όμως, κι ας μη το ξέραμε τότε (έξι χιλιόμετρα από την Ομόνοια),  η Αθήνα ήδη κόχλαζε και εγκυμονούσε: όπου να ’ναι από τις αγκυλόμορφες (αλλά πανάσχημες) σιδερένιες ¨αναμονές¨ θα ξεπετάγονταν πανωσηκώματα, υπερβάσεις και  λοιπές εξαμβλωματικές αυθαιρεσίες.

Μία ψηλή κυρία, στη μέση της φωτογραφίας σκύβει να πάρει τα λουλούδια και χαμογελά στον πιτσιρικά-εμένα, ο οποίος (πιτσιρικάς-εγώ) ντρέπεται λίγο, αλλά έχει αποφασίσει να τα βγάλει πέρα. Άλλωστε το καθήκον/ειδική αποστολή που μου έχει ανατεθεί δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Δεν έχει απαγγελία ούτε λόγια να τα θυμάσαι απ’ έξω. Το μόνο που μου είπανε είναι να παραδώσω τα άνθη στην ψηλή κυρία. Τα λόγια θα τα ‘λεγε, ή τα είχε ήδη πει -δεν θυμάμαι, ο κύριος Επίσημος.

assets_LARGE_t_1463_1284994

Εγώ βρίσκομαι εκεί γιατί οι γονείς μου, και οι δύο, συμμετέχουν στα τοπικά κοινά, πάντα με την αντιπολίτευση, που μετά την εμφύλια αιματηρή ταραχή προσπαθεί κουτσά στραβά να ανασυγκροτηθεί. Εμένα αυτές οι συλλογικές ιστορίες μου αρέσουν και μπλέκομαι ευχαρίστως στα πόδια τους χωρίς να με νοιάζει πολύ που κατά κανόνα χάνουμε. Οι εκλογές, για παράδειγμα, μου φαίνονται πανηγύρι: οι μεγάλοι σε έξαψη κι εγώ μαζί να ξενυχτάμε για να καταγράψουμε και να αθροίσουμε (στην πίσω όψη ψηφοδελτίων που περίσσεψαν) τα αποτελέσματα που ξεφουρνίζει κάθε τόσο σε δυσκοίλια καθαρεύουσα το Εθνικόν Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, Πρώτον Πρόγραμμα.

Εν πάση περιπτώσει, που και που υπάρχει και κάποια μικρή νίκη: κάποια πρόταση που περνάει στο συμβούλιο της κοινότητας, κάποιος δρόμος που ασφαλτοστρώνεται, μια στάση παραπέρα για το Λεωφορείο. Ή ακόμη, κάποια πλατεία να παίρνει ένα όνομα  της προκοπής, κάποιου που να τ’ αξίζει.

Το Πρώτο Δημοτικό Σχολείο όπου φοιτώ στις πρώτες τάξεις, είναι μακριά από το σπίτι. Ένα χιλιόμετρο και κάτι ανηφόρα (στον πηγαιμό) και δύο ρέματα ανεβοκατέβασμα. Πάντως, αν και ο τόπος είναι ακόμη αδιαμόρφωτος και αγροτικός, εδώ είναι μία από τις σπάνιες περιοχές της Αττικής όπου οι συγκυρίες έχουν επιτρέψει την σύνταξη ενός ρυμοτομικού σχεδίου. Άρα, διαθέτει δρόμους και πλατείες, μη ορατές δια γυμνού οφθαλμού, αλλά σαφώς τοπογραφημένες στο εν λόγω σχέδιο. Απέναντι από το Πρώτο Δημοτικό έχει προβλεφτεί μια τέτοια μεγάλη πλατεία.

αρχείο λήψης

Να ’μαι λοιπόν στα βαφτίσια της πλατείας, ανάμεσα στα πόδια των μεγάλων, με την ανθοδέσμη αγκαλιά  και την ψηλή κυρία (εμένα μου φαίνεται θεόρατη) να γέρνει προς τη μεριά μου. Ευτυχώς δε με τσιμπάει στο μάγουλο, πράγμα που αποτελεί μια από τις πιο ενοχλητικές συνήθειες των μεγάλων της εποχής, αλλά μου χαμογελάει!

Χαμογελάω επίσης κι εγώ και παραδίδω τα άνθη.

Όμως η κυρία δεν είναι το κυρίως τιμώμενο πρόσωπο. Το κατ’ εξοχήν τιμώμενο πρόσωπο, εκείνο που θα δώσει το όνομά του την πλατεία στέκεται εκεί δίπλα και προσπαθεί, μέσω διερμηνέως, να καταλάβει τα καλά λόγια που του αφιερώνουν οι ρήτορες κατά τη διάρκεια της τελετής.

Ο δωρητής του ονόματος της πλατείας δεν είναι στρατηλάτης, δεν είναι πολιτικός, δεν είναι καν καλλιτέχνης. Είναι εφευρέτης! Το έχουμε ήδη μάθει στο σχολείο και μοιάζει ακριβώς με αυτό που μάθαμε: ένας εφευρέτης ευεργέτης!

Είναι ηλικιωμένος, ασπρομάλλης και το μόνο στράτευμα που του ανήκει είναι ένα άγημα ενισχυμένων αντισωμάτων που ανακάλυψε κρυμμένο σε κάτι μούχλες (όπως μας διευκρίνισε η κυρία Ζωή, η δασκάλα μας, βιολίστρια, φίλη της μητέρας μου και κάπως σαν την κυρία Μιμ του Ντίσνεϊ)

Παραδίδω τα άνθη, κάνω μεταβολή και προκειμένου να αποφύγω τυχόν τσιμπήματα στο μάγουλο την κάνω διακριτικά. Δε θυμάμαι αν πήγα να παίξω ή να διαβάσω απαγορευμένη λογοτεχνία (¨Μικρό Ήρωα¨)

Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που συνάντησα τον Αλέξανδρο Φλέμιγκ. Την Αμαλία Φλέμιγκ θα τη συναντούσα ακόμη μία φορά καμιά εικοσαριά χρόνια αργότερα.

Βασίλης 4

(συνεχίζεται…)

Υστερόγραφο: Μπορεί να μη βρήκα (ακόμη) τη φωτογραφία για την οποία σας μιλάω παραπάνω, ψάχνοντας όμως  βρήκα μια επίσημη αναμνηστική φωτογραφία από το τέλος της τελετής. Βρίσκεται αναδημοσιευμένη στον επετειακό τόμο (Ηλιούπολη: Σελίδες Ιστορίας) που εξέδωσε ο Δήμος το 2006 

1Φλεμ

Σε κάποιες σελίδες του ίδιου τόμου βρήκα απεικονισμένο τον πατέρα μου Θανάση Νόττα: πρώτος αριστερά στην πρώτη (προεκλογική συγκέντρωση σε καφενείο της Κάτω Ηλιούπολης) και όρθιος τρίτος από τα δεξιά στη δεύτερη. Πρέπει να ήταν τότε 34 χρονών.

Θαν Ν

1Φλεμ2

Posted in ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης στις μυστηριώδεις Ινδίες (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 20 Δεκεμβρίου, 2013

Στο προηγούμενο: Ο Βασίλης, καθώς ασχολείται με αγροτικές εργασίες στον Χολομώντα, δέχεται την επίσκεψη ζεύγους φίλων του μοτοσικλετιστων από την ανατολή και αρχίζει να τους αφηγείται εντυπώσεις από την τελευταία του απόδραση στις Ινδίες. (Με ένα κλικ πάνω τους οι φωτογραφίες μεγαλώνουν).

Για να μπούμε ευκολότερα στο ινδικό κλίμα σας πρόσθεσα και μια ιδέα γιουτουμπικό Μπόλιγουντ (γιατί έχει και η μεταγλώττιση τα ωραία της!)

*

«Πως είναι οι δρόμοι στο Νεπάλ, καρντές?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ με έντονο ενδιαφέρον ενώ η Γκιουλέν μετά τον μπάφο έστρωσε κεφάλα και με παρακολουθούσε με το βοδίσιο βλέμμα της μαστούρας…
«Εδώ τα πράματα αγριεύουν καρντές! Μπορεί να σΕ τύχουν τα πάντα… Από λακκούβες-παγίδες ελεφάντων, ιερές αγελάδες στη μέση του δρόμου, κοπάδια με ζώα που σΕ κάνουν «σορπράιιιιιζ» και οδηγούς που προσπερνούν σαν ημιπαράφρονες πιλότοι καταδιωκτικού, μέχρι σπόρους από σιτάρι, καλαμπόκι κλπ πάνω στην άσφαλτο για να τους πατήσουν τα φορτηγά και να τους …αλέσουν! Για δες αυτές τις φωτό…» του είπα γυρίζοντας το λάπτοπ προς την πλευρά του.
«Όπως φαίνεται καθαρά στη δεύτερη φωτό, το φορτηγό πέρασε την τελευταία στιγμή στο ρεύμα του (αριστερά) αλλά με τον απότομο ελιγμό βγήκε από την άσφαλτο στο χωμάτινο έρεισμα και παλεύει να το επαναφέρει στα ίσα… Εν τω μεταξύ το μηχανάκι πάει καρφί για προσπέραση και περνάει ανάμεσα στο λεωφορείο και την …ιερή αγελάδα. Και μια μικρή λεπτομέρεια… Όλοι οι συμμετέχοντες στην κυκλοφοριακή παρτούζα τρέχουν και κορνάρουν! Αυτός είναι ο μεγαλύτερος δρόμος του Νεπάλ που συνδέει το Κατμαντού με την Ποκάρα γύρω στα 180 χλμ, η Prithvi highway! Ά…και η κυκλοφορία γίνεται ανάποδα, στ’ αριστερά!» του εξήγησα και σηκώθηκα να φέρω μερικές μπύρες ακόμα απ’ το ψυγείο.

996188_534391386597070_1000659725_n

1016579_534394249930117_1537641214_n

 «Δώσε φωτογραφίες, καρντές!» μΕ είπε ο Ερντεμίρ κι άνοιξε 2 μπύρες. 

Nepal-India 207

Nepal-India 223

Nepal-India 293

«Τσόκ γκιουζέλ» αναφώνησε ο Ερντεμίρ και γέμισε με μπύρα το ποτήρι του… 

Nepal-India 302

Nepal-India 320

Nepal-India 326

Η Γκιουλέν -ξαναμμένη από τους μπάφους- σηκώθηκε από την κουνιστή πολυθρόνα, ήρθε πίσω από την καρέκλα του Ερντεμίρ κι έσκυψε πάνω του ως  αμπέλωψ ευκληματούσα, ψιθυρίζοντάς του να πάνε για ύπνο… Ο Ερντεμίρ έβαλε στο λάπτοπ άλλες 3 φωτογραφίες, χαμογέλασε λάγνα στη Γκιουλέν με νόημα, γρύλλισε κάτι στ’ αυτί της και χάθηκαν αγκαλιασμένοι τρεκλίζοντας στο υπνοδωμάτιο που τους παραχώρησα…

Nepal-India 089

Nepal-India 097

Nepal-India 104

Κυριακή πρωί, Ζάππειο Χολομώντος (καταφύγιο του συγγραφέος με 75 βινύλια του Φράνκ Ζάππα). Ανοιχτό το λάπτοπ με ταξιδιωτικές φωτό και χαλαρό καφεδάκι με τον Ερντεμίρ, ενώ στο πικαπ παίζει το «Chungas Revenge» του …Ζάππα.

images (17)

Το πατατράκ της βαρεμάρας έκανε γρήγορα την εμφάνισή του στο πρόσωπο του Ερντεμίρ, που μ’ ένα τικ στο μάτι με συχνότητα εκκρεμούς και κάτι σπασμούς στο αριστερό μάγουλο, προσπαθούσε να με κάνει να αναθεωρήσω τις πρωινιάτικες μουσικές μου επιλογές… 

Nepal-India 046

Nepal-India 139

Nepal-India 322

«Έχω τις φετινές επιτυχίες της Fedaye Lacin… να σου δώσω το mp3 να τις ακούσουμε? Άμα δεν σ’ αρέσει καρντές, θα το σταματήσω» …μΕ τον έριξε τον δράκο ο Ερντεμίρ
«Ας την ακούσουμε και την Fedaye…» είπα με μια αίσθηση αταραξίας και στωικότητας, συμπληρώνοντας ότι…
«…δεν θα ‘χω κανένα πρόβλημα, καρντές, ν’ ακούσω την άγνωστή μου Τουρκάλα αοιδό. Δεν μΕ τρομάζει τίποτα πιά… έχω ακούσει τα πιό απόκοσμα ρεφρέν, όπως αυτό που λέει …ότι «το όνειρο ζωής κάθε μοτοσυκλετιστή είναι να κατακτήσει το Νordkapp» και τινά ακόμη άκρα του νεοεποχίτικου ταξιδιωτικού ορίζοντος!»

Nepal-India 124

Nepal-India 144

Nepal-India 277

Ο Ερντεμίρ άναψε τσιγάρο και ρολάρισε τις φωτό στο λάπτοπ…
Πριν καλά-καλά τελειώσει το θρηνώδες βιολί στην εισαγωγή του «aglaram», τράβηξε αναστενάζοντας μια γερή τζούρα απ΄το τσιγάρο του και με ρώτησε…
«Καλά όλα αυτά, καρντές! Αλλά εσύ δεν έχεις όνειρο ζωής να πας στο …»
«Ερντεμίρ, άμα δεν είχε πάει ο mcGregor, εσύ θα νόμιζες ακόμα ότι το Magadan είναι υγρό κρεμοσάπουνο για την ευαίσθητη περιοχή!»
τον έκοψα με κόκκινο, σε ελεγχόμενα σαρκαστικό τόνο.
«Μπ..» κόμπιασε τραβώντας μια γερή τζούρα και συμπλήρωσε …»γιατί αποκλείεις Βασιλτζίκ efendi, ν’ αρχίσεις να ονειρεύεσαι κι εσύ …»
«Ερντεμίρ καρντές, νοιώσε συμπόνια για την άγνοιά μου σ’ αυτόν τον κενό γρίφο που λέγεται ταξιδιωτικός προορισμός. Είμαι αποφασισμένος ν’ αντιμετωπίσω το πεπρωμένο μου, μακριά από τα χωράφια του ταξιδιωτικού νεοεποχίτικου δογματισμού. Με την ευκαιρία, να σΕ δηλώσω ότι ζητώ την εξαίρεσή μου από το συγκεκριμένο όνειρο ζωής.» είπα ακούγοντας βήματα…
Η Γκιουλέν εμφανίστηκε ανεβαίνοντας από την σκάλα κι έσκυψε να φιλήσει τον Ερντεμίρ, όταν μια ακτίνα φωτός ανέδειξε τις απερίγραπτες φυσιογνωμικές της προεκτάσεις, που με θύμισαν κάτι από την ασπρόμαυρη ταινία του «Λυκάνθρωπου»!
«Günaydın!» είπε μετά χαμογελώντας σε μένα και πήγε κατευθείαν στο μπρίκι να ετοιμάσει καφέ.

Nepal-India 024

Nepal-India 156

Nepal-India 324

«Τι κάνουν όλοι αυτοί με τα μπετονάκια στη φωτογραφία, καρντές?» με ρώτησε με απορία ο Ερντεμίρ…
«Απλά, δεν είναι δεδομένο ότι στο κέντρο του Πατάν (πληθυσμός 250.000 κάτοικοι), υπάρχει παντού δίκτυο ύδρευσης… Όπως επίσης, στο κέντρο του Κατμαντού ένα κρεοπωλείο δεν είναι δεδομένο ότι έχει ηλεκτρικό ρεύμα… Μήπως τελικά, έχουμε πολλά δεδομένα σ’ αυτή τη ζωή καρντές?»

Nepal-India 094

Nepal-India 338

«Η Ινδία είναι σ’ αυτή τη φωτογραφία?» ρώτησε η Γκιουλέν, ενώ καθότανε στην κουνιστή πολυθρόνα σε κατάσταση μακαριότητας.
«Eίναι το Gateway of India, στη Βομβάη των 18.000.000 κατοίκων, στο νότιο τμήμα της πόλης. Ήταν ένα απλό -εγκυκλοπεδικής φύσης- πέρασμα από την περιοχή, όπου συναντάς πανάκριβα μπαρ και ρεστοράν, που συχνάζουν παραγωγοί και στάρς του Bollywood, μαφία, αντιπροσωπείες της Rolls Royce και της Daimler… Στη συγκεκριμένη περιοχή απαγορεύονταν μέχρι και η κυκλοφορία των autorickshaws, των κλασσικών τρίκυκλων κιτρινόμαυρων ταξί. Όπως ήταν φυσικό, σαν ρέκτης της ακατέργαστης ταξιδιωτικής εμπειρίας, τον χρόνο μου τον αφιέρωσα στις γύρω τενεκέ-μαχαλά φτωχογειτονιές, που για να φτάσεις απ’ το προαναφερθέν μνημείο με τη μηχανή, ήθελες κανά δίωρο…

Nepal-India 359 (1)

Nepal-India 361

«Σε ποιά μέρη πήγες καρντές?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ, μασουλώντας με βουλιμία ένα μεγάλο κομμάτι τσουκνιδόπιτας, σαν να αναπαριστούσε πειστικά…το τάισμα της τίγρεως της Βεγγάλης!
Διέσχισα την επαρχία Μaharashtra και κατέβηκα Goa για να νοικιάσω μηχανή από ιδιώτη και με σκοπό να κατευθυνθώ προς το Δελχί, όπου στο τέλος του ταξιδιού θα ‘φηνα τη μηχανή σε μια μεταφορική εταιρία και θα πετούσα απ’ εκεί για Σαλονί.

Nepal-India 356

Nepal-India 352

Nepal-India 412
Σημείωση: Η δεύτερη φωτό δεν είναι θολή. Στο Νεπάλ και την Ινδία, δεν μαζεύουν τα σκουπίδια… Τα καίνε μπροστά στα σπίτια και στα μαγαζιά τους. Στη φωτό η ατμόσφαιρα είναι εφιαλτική από τους καπνούς, στις 8 η ώρα το πρωί…

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Εδώ είμαστε πάλι… (Ο Βασίλης στην Ινδία Ι)

Posted by vnottas στο 16 Δεκεμβρίου, 2013

Εντάξει, έπεσε άπνοια κι ακεφιά κι έτσι για μερικές εβδομάδες το Ιστολογοφόρο έμεινε ακίνητο να λιμνάζει στις χειμωνιάτικες ομίχλες. Όμως μερικοί από τους φίλους που συνταξιδεύουν μαζί μου (όπως ο Ηλίας, ο Νίκος, ο Βασίλης), φρόντισαν να μεταφέρουν στο κατάστρωμα πνοές γραφής και άλλα λεκτικά καύσιμα κι έτσι βάζουμε (αμετανόητοι) πάλι μπρος.

Λέω να αρχίσουμε, -έτσι, για να πάμε κόντρα στη δυσθυμία,- με (εικονογραφημένα) στιγμιότυπα από μοτοσικλετιστικές περιπέτειες (ή τι συμβαίνει όταν ο Βασίλης Μεταλλινός ξανασυναντάει το δίτροχο ζευγάρι των φίλων του από την Ανατολή και τους εξιστορεί τις εντυπώσεις του από τον πρόσφατο γύρο των μυστηριωδών Ινδιών με ινδικό μηχανάκι).

images

 Βασίλης Μεταλλινός :

Aπό τη μάντρα του τσομπάνη στην Ήπειρο …στα μάντρα των Ινδουιστών στη Μαχαράστρα.

(Και για την  εικονογραφιση φρόντισε ο ίδιος )

Σάββατο απόγευμα, ώρα 7.30’…

Μιά σαράβαλη μαύρη 1100 GS, με “τελειωμένα” σανζμάν και εξάτμιση, που ακούγονταν σαν πολεμικό Αlbatros του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μπήκε στο κτήμα του Χολομώντα… Ένα ανόητο ξεδοντιάρικο χαμόγελο στο κράνος του οδηγού και μια φάτσα που έμοιαζε με κάτι σχετικό από μενού ψαροταβέρνας στο κράνος του συνοδηγού, έκαναν την εμφάνισή τους, μόλις ακινητοποιήθηκε η μηχανή στο ένα μέτρο…
Παραλίγο θα έκανα φέτες το μπροστινό λάστιχο με το θαμνοκοπτικό.
Έσβησα. Έσβησε.
Σήκωσα ζελατίνα. Σήκωσαν ζελατίνες…
“Βασιλτζίκ efendi!!!!!!!!!” φώναξε η Γκιουλέν κι έβγαλε το κράνος.
“kardeş” ψέλλισε με τον γνωστό ρωγμώδη λυγμό ο Ερντεμίρ και μ΄αγκάλιασε…
“Τι έγινε τ’ αμάξι το Dogan, ρε Ερντεμίρ?”
“Μας το κόψανε στο ΚΤΕΟ στο Βέλγιο…” είπε μ’ ένα αίσθημα υπαρξιακής σύγχυσης, που προκαλούσε η έντονη επίγνωση του απρόβλεπτου της ζωής, και δεν μπορούσε να την ανακουφήσει ένα κοινό tavor των 2,5 mg…
Κούνησα με ύφος “triple action” -έκπληξης, θλίψης, κατανόησης- το κεφάλι μου και ρώτησα:
“…και η GS?”
“Aυτή την χάρισε ένας πελάτης της Γκιουλέν που ερχόταν κάθε 2 μέρες για το φλιτζάνι. Όταν έφευγε του πάσαρα μερικά μπουκαλάκια από το θαυματουργό αφροδισιακό με τους αποξηραμένους όρχεις βουβάλου… Τελικά, μετά από 20 συνεδρίες έβγαλε …κέρατα και δεν του ‘μπαινε το κράνος…» 

cowman

Βράδυ… 9.45′
Χολομώντας…
Βεράντα, λάμπες θυέλλης, αρωματικά ρεσώ, κατάσταση ατμοσφερίκ …και η φωνή της Amy Winehouse στο “you know i’m no good”, μπερδεύονταν βάναυσα με τις απόκοσμες παραφωνίες του Ερντεμίρ και της Γκιουλέν…
Τα 15 τενεκεδάκια FIX, ήδη τους έκαναν να τραγουδούν σαν σουρωμένοι χούλιγκανς, τον ύμνο της Φενέρ Μπαξέ …σε στιλ τζάζ!
Ο βαρύς παφλάζων ήχος των εν βρασμώ σπαγγέτι, πάνω στο καμινέτο υγραερίου, στη μέση του τραπεζιού, έκανε την Γκιουλέν να ξανακοιτάξει το ρολόι της…
“Σε 3 λεπτά τα βγάζω! Βασιλτζίκ efendi ετοίμασε το σουρωτήρι…” γρύλισε με πεινασμένο ύφος, που στο ημίφως των λαμπών θυέλλης και των σκιών του δάσους, φάνταζε σαν να προανήγγειλε το …ολοκαύτωμα!
“Nοιώσε συμπόνια για την άγνοιά μου Γκιουλέν, αλλά δεν ξέρω που το ‘χει τακτοποιήσει η σύζυγος… Αυτές είναι λεπτομέρειες, στο έπακρον διακοσμητικές και μη κατανοητές από μη ειδήμονα νου!” γρύλισα, υπαινισσόμενος ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να μαντέψει κανείς την λογική της συζύγου μου, θα τον οδηγούσε στον στιγμιαίο χρόνο …που φτάνει για να περάσεις από την ηρεμία στο φρενοκομείο…
“Μην ανησυχείς Βασιλτζίκ efendi” φώναξε ο Ερντεμίρ και έβγαλε από την παλιά 1100GS την αλουμινένια πλαϊνή βαλίτσα, γνωστής ουρανοπαρμένης εταιρίας, την ξέπλυνε στα γρήγορα στο νεροχύτη και με την ψυχρή αυτοκυριαρχία κοσμοναύτη του Σογιούζ, έγνεψε στην Γκιουλέν να σουρώσει εκεί τα σπαγγέτι…
Σε λίγα λεπτά τρώγαμε μια εκπληκτική σπαγγετάτα “αλ πέστο”. Tέτοιο γλυστερό ζυμαρικό δεν έχω ξαναφάει…
“Το μυστικό είναι ένα! Το σωστό σούρωμα, καρντές και το λίγο νερό που κρατάει η βαλίτσα στον πάτο, που δεν τ’ αφήνει να κολλήσουν” μΕ είπε μπουκωμένος ο Ερντεμίρ.
“Oι Ιταλοί ξέρουν από μακαρονάδες! Στην υγειά του Herb(*)” φώναξα σηκώνοντας ένα κουτάκι FIX, κάνοντας την Γκιουλέν να μΕ κοιτάζει με απορία, διακόπτοντας το μάσημα μιας τεράστιας μπουκιάς ζυμαρικών…

spaghetti-al-pesto
Ωρα 1.15’…
Ο Ερντεμίρ με μισοκλεισμένο βλέφαρο και βαθύ πηκτώδες περισπούδαστο ύφος, άνοιξε μία Primator.
«Γιατί δεν πήγες με την Africa στην Ινδία?» μΕ ρώτησε ξαφνικά με αυστηρή φωνή, σαν του μουλά Μοχάμεντ Ομάρ, όταν διαβάζει θρησκευτικά μηνύματα από μεντρεσέ του Κανταχάρ…
“Που να σΕ εξηγώ, ρε Ερντεμίρ” είπα ανεβάζοντας το φυτίλι της γκαζόλαμπας για να μην σβήσει.
«Είμαι απελπιστικά ανυπόμονος να μας τα πεις, Βασιλτζίκ efendi» είπε κοιτάζοντας στα ανατολικά του Χολομώντα μια αστραπή σαν καρδιογράφημα να φωτίζει τον ουρανό….

(*) Όνομα ιδιοκτήτη πανάκριβης εταιρίας αξεσουάρ περιπέτειας 

Nepal-India 006

«Αυτό το χειμώνα οι Πακιστανοί εκτός από το χόκεϋ επί χόρτου, ασχολήθηκαν εντατικά και με τις απαγωγές ξένων… Μόνο τον Mάρτιο που σκόπευα να περάσω, είχαν μπαγλαρώσει 4 νταλικέρηδες και 2 νεαρές Τσέχες τουρίστριες. Άμα το συνδυάσεις και με το ότι ταξίδεψα με τη «βασίλισσα» στο Ιράν πριν 5 χρόνια …το σενάριο για ενοικίαση μιας Bajaj ή μιας Enfield για κανα μήνα στην Ινδία, άγγιζε τις παρυφές του ταξιδιωτικού ρασιοναλισμού…» είπα, ψάχνοντας στο laptop για μερικές φωτογραφίες…
«Τι είναι ο ρασιοναλισμός?» ρώτησε ο Ερντεμίρ, ρουφώντας την Primator σαν λιγούρικια βδέλλα.
«Και βάλε και καμιά φωτογραφία…» συμπλήρωσε μ’ ένα ρέψιμο με ήχο ξεβουλωμένου ορειχάλκινου σιφονιού, κάνοντας ένα κουνούπαρο που βούιζε σαν μονοκινητήριο περιστρεφόμενος γύρω από την απόκοσμη καράφλα του, να πέσει λιπόθυμο στο τραπέζι….

Kαι πως ταξίδεψες χωρίς μπαγκαζιέρες έναν ολόκληρο μήνα?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ με μια διάχυτη ανησυχία, εγκλωβίζοντας την προσοχή μου… 

«Είναι πολύ απλό καρντές! Πήρα τη λίστα της Touratech (*). Ό,τι έγραφε εκεί …δεν το χρειαζόμουνα! Έτσι, όλη μου η «προίκα» χώρεσε σ΄ένα σακίδιο, μαζί και το κράνος! Μέσα στο κράνος έβαλα -ρολό- το παντελόνι κορντούρα, στον πάτο τις επιγονατίδες, γάντια, 5 σλιπάκια, 3 T-shirts, 1 παντελόνι, Lonely Planet, λίγα φάρμακα κλπ. Το δερμάτινο μπουφάν το φορούσα, όπως και δερμάτινα αρβυλάκια.  «Μ’ αυτό τον τρόπο, ταξιδεύοντας πάνω στη μηχανή το σακίδιο -χωρίς το κράνος- ήταν μισοάδειο!» είπα χαμογελώντας.»

«Μιλάς σοβαρά?» είπε ο Ερντεμίρ, εντυπωσιασμένος με καθαρό jazz μέταλλο στη φωνή…
«Το παν είναι να ξεφύγεις από τον μόνιμα αναδευόμενο βόθρο του adv μοτοσυκλετιστικού μάρκετιγκ και τους ημιπαράφρονες καθοδηγητές του, που βρυχώνται σαν μεταεμμηνοπαυσιακές ύαινες για να σου κατασπαράξουν το πορτοφόλι!» είπα σε έντονο ύφος, εστιάζοντας το βλέμμα μου σ’ ένα μπουκάλι Primator και στο μεταλλικό ανοιχτήρι…
«Και λοιπόν?»
«Αρχές Μαρτίου, πετούσα με τις Τούρκικες αερογραμμές από Σαλονί για Βομβάη, με μοναδική χειραποσκευή το σακίδιό μου…καρντές!»

(*) Πανάκριβη εταιρεία μοτοσυκλετιστικών αξεσουάρ περιπέτειας.
935829_527489043953971_1296040781_n
944136_527488483954027_462827304_n
Φωτό: 1. Ατελείωτες ώρες με τον Lonely στο Χολομώντα. 2.Fewa lake στο κεντρικό Νεπάλ.

«Και τα Ινδικά μηχανάκια …δεν ήτανε μικρά για σένα Βασιλτζίκ efendi?» μΕ είπε ο Ερντεμίρ, κάνοντας μια παύση και ζυγίζοντας τις λέξεις με έντονη εικαστικότητα.
«Εδώ κι αρκετά χρόνια, σοφότερος κι εμπειρότερος, οι φαλλοκρατικές παπαριές περί ιπποδυνάμεων, ασύστολων επιδόσεων και αντβέ κομμώσεων, έχουν περάσει στη ζώνη του ανεξήγητου, του γραφικού και της λαογραφίας, καρντές…» απάντησα βλέποντας την Γκιουλέν να στρίβει έναν υπερμεγέθη μπάφο…
«Χμμμμ» γρύλλισε ο Ερντεμίρ. «Και τι μάρκα νοίκιασες τελικά?» συμπλήρωσε με μια αίσθηση ασυνάρτητων εντυπώσεων.
«Πρώτα πήγα για 10 μέρες στο Νεπάλ. Εκεί νοίκιασα 2 Bajaj. Ένα Pulsar κι ένα Avenger. Και τα 2 με τον ίδιο κινητήρα των 220cc. Eλαφριά, ευκίνητα, γρήγορα και με κατανάλωση 40-42 χλμ/λίτρο, με τιμή βενζίνης περίπου στα 90 λεπτά. Ειδικά το Αvenger (τσοπεροειδές) ήταν σχεδόν καινούργιο, με 1040 χλμ… Και όταν θέλεις περίπου 6-7 ώρες για να διανύσεις 180-200 χλμ, λόγω της εφιαλτικής κίνησης, με τα Bajaj ήμουν ταμάμ, Ερντεμίρ καρντές!» του εξήγησα.

Nepal-India 020

«Και τί πρόγραμμα ακολούθησες Βασιλτζίκ efendi?» με ρώτησε η Γκιουλέν περνώντας τον μπάφο στον Ερντεμίρ και φουσκώνοντας μια τεράστια φούσκα μπιγκμπάμπολ…
«Στο ταξίδι πρέπει να ξέρεις πότε να ρίξεις την κλωτσιά στον ιδεολογικό τάκο της κοινότυπης και προβλέψιμης ταξιδιωτικής κασέτας, που πατάει σε βαρετά κλισέ ταριχευμένης, μεγαλόστομης και φανατικής αργκό: o πιό ωραίος δρόμος στον πλανήτη, τα καλύτερα πάσα στον πλανήτη, τα πιό ωραία μνημεία που δεν πρέπει να χάσεις σ’ αυτή την ζωή, οι τοποθεσίες με τα πιό όμορφα ηλιοβασιλέματα… κι αρχίδια καπαμά!» είπα κοφτά, κάνοντας την Γκιουλέν να τρομάξει και να σκάσει η παραφουσκωμένη μπιγκμπάμπολ στα μούτρα της… 

Nepal-India 029

«Δηλαδή, στην Ινδία θέλεις να μου πεις ότι δεν πήγες στο Τάζ Μαχάλ?» μΕ ρώτησε με γουρλωμένα μάτια η Γκιουλέν, ξεκολλώντας τις μαστίχες από τα μάγουλά της.
«Έπεσες διάνα sevgili Gulen! Eπισκέφτηκα όλα τα Ταζ …μπανάλ των Ινδιών με ελεύθερο ταξιδιωτικό πνεύμα, αυτό το βιτριόλι που διαβρώνει τις προτηγανισμένες διαδρομές, και με μπούσουλα τις υποδείξεις ξεχασμένων στο χρόνο ταξιδευτών, σε αλκοολούχες ομηγύρεις έξω από καλαμένιες καλύβες στον Ινδικό ωκεανό, τράβηξα τον δρόμο μου μυρίζοντας την περιπέτεια σαν το σκυλί…» απάντησα αδειάζοντας και τις τελευταίες σταγόνες της Primator στο ποτήρι μου. 

Nepal-India 702

«Πως σου φάνηκε το Νεπάλ?» μΕ ρώτησε η Γκιουλέν βάζοντας ένα cd της Ebru Gündeş στο φορητό ραδιοσιντί.
«Pokhara, Butwal, Lumbini, Kathmandu, Patan, Bhaktapur, Dhulikhel, Nagargot Birganj, Dharan Bazaar, Biratnagar. Ακόμα και να διαθέτεις γεννήτρια εκφράσεων, το ταξίδι στο Νεπάλ και την Ινδία χαρακτηρίζεται από το «αμετάδοτον» της εμπειρίας… Για δες μερικές φωτό…» της είπα γυρίζοντας την οθόνη του laptop προς την πλευρά της Γκιουλέν, που με τεντωμένο το σαγόνι άρχισε να ρουφάει τις εικόνες σαν βιοκαύσιμο…

 Nepal-India 042

Nepal-India 158

Η Γκιουλέν σηκώθηκε από τη θέση της κι έβαλε στο cd μια μπαλάντα της Ιζέλ, το Kızımız Olacaktı…
«Συνέχισε Βασιλτζίκ effendi!» μΕ είπε φυσώντας τον καπνό προς το πρόσωπο του Ερντεμίρ…

Nepal-India 281

Nepal-India 328

Nepal-India 330

«Κάτι που σε δυσκόλεψε καρντές?» μΕ ρώτησε ο Ερντεμίρ, διώχνοντας με παλινδρομικές κινήσεις τον καπνό από τον μπάφο της Γκιουλέν, που ερχόταν στα μούτρα του…
«Οι ασταμάτητες απεργίες στα καύσιμα! Για να πάρεις τα 4 λίτρα ημερησίως με δελτίο, έπρεπε να περιμένεις γύρω στις 4-6 ώρες. Υπήρχε τέτοιο πρόβλημα που σε βενζινάδικο στο κέντρο του Κατμαντού είχε περίφραξη με συρματοπλέγματα, μπάρα εισόδου με στρατιωτικούς φύλακες και σκοπιά (για το βράδυ?) με οπλισμένο στρατιώτη. Δεν έτυχε σε μένα… Από την εποχή που ήταν ο Βροχίδης (*) στο Νεπάλ συνεχίζονται οι απεργίες… Ειλικρινά δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ταξιδέψω στη χώρα, άμα είχα έρθει με την Africa! Φυσικά, για να μην χάνω χρόνο, πολλές φορές αγόραζα την βενζίνη στη μαύρη αγορά στα διπλά χρήματα. Με την μηδαμινή κατανάλωση όμως των Bajaj …δεν μΕ κάηκε λυχνία!» φώναξα δυνατά στον Ερντεμίρ, γιατί η Γκιουλέν είχε αρχίσει να κάνει σεκόντο στη μπαλάντα της Ιζέλ…

(*) Γνωστός Θεσσαλονικιός ταξιδευτής (με μοτοσυκλέτα) που έζησε 27 πανσέληνους στην Ανατολή (2007-2009)

Nepal-India 002

Nepal-India 147

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης και οι απρόοπτες συναντήσεις

Posted by vnottas στο 22 Οκτωβρίου, 2013

Daimler-Motorcycle 

Λάβετε υπ’ όψιν ότι:

* Οι ταξιδιώτες μοτοσικλετιστές ενίοτε καταγράφουν τις περιπέτειές τους με χιούμορ και ο Βασίλης Μεταλλινός (κατά τα άλλα: θεσσαλονικιός φίλος, αρχιτέκτονας) είναι ένας από αυτούς.

* Οι ταξιδιώτες μοτοσικλετιστές ενίοτε μαζεύονται και διασκεδάζουν σε ηπειρώτικα ορεινά μέρη. Καθ’ οδόν προς τα εκεί μπορεί να συμβούν διάφορα διασκεδαστικά…

* Τον Βασίλη (κάτοχο μεταξύ άλλων διαπιστωμένου χιούμορ) τον έχετε ήδη γνωρίσει, μια που το Ιστολογοφόρο έχει ήδη αναρτήσει κείμενά του

Σημείωση Υπάρχουν και κάτι δυσκολονόητες νύξεις: αφορούν σε μοτοσικλετιστικές ενδοφορουμικές καταστάσεις και πλάκες!

Ποδήλατο-ή-μοτοσικλέτα_4dcd4c39b8a35-p

Βασίλης Μεταλλινός

Ο Ερντεμίρ, ο τσομπάνης κι έτερα μυθώδη

***

Fasten your seat belts!

***

Τα πάσης ορδής εκκαθαριστικά και χαράτσια χόρευαν τσάρλεστον στο γραφείο μου…

Tα νέα από το “Ηello” για τον χωρισμό της Ιωάννας Λίλη με τον Ζαγοράκη, καθώς και η πρόσφατη υπερκόπωση της Lady Gaga, μΕ έκαναν την ψυχολογία ποδήρη!

Ο γεροντολόγος που μΕ κουράρει ήταν σαφής: “άρον το σκηνάκιόν σου, καβάλησον το έτερον εξίμισυ και περιπάτει”…

Εγώ -ως γνωστόν ή άγνωστον- τους επιστήμονας τους σέβομαι.

Αρχές καλοκαιριού έσκασε η πρόσκληση από έναν βαρύτατα ρομαντικό κι ευρηματικό παλιόφιλο κτηνοτρόφο στην Ήπειρο…

“the legendary Voskoparty 2013”.

«Εδώ είμαστε!» σκέφτηκα. Το εκκλησίασμα το γνώριζα από πέρυσι.

Βουτιές στις βάθρες του Τύρια, σκηνάκια δίπλα στο δάσος, κουρεμένα βοσκοτόπια (μόνο πιστολάκι που δεν τα πέρασε…), lighting decoration, στερεοφωνικά, γεννήτριες, μπύρες, ροκιές από Γούντστοκ, τσίπουρα, μανγκάλ πανηγυρέ, προβατίνες με pedigree παρφουμαρισμένες με κρεμμυδολαδορίγανες, συνεδρίες ταυτόχρονου σουρώματος, αγαπητές φατσούλες.

Και το κυριότερο, στο εν λόγω “friends gathering”, δεν θα πηγαίναμε ως εξιδανικευτές ενός λυτρωτικού συμβόλου μπαβαρέζικης μάρκας ή με στόχο κατάρριψης ενός παχύρευστου αριθμού συμμετοχών κάποιου φόρουμ μοτοσυκλέτας, λέσχης ή τινών ακόμη οίκων ανοχής…

Όου γκάντ, που πάει αυτός ο κόσμος?

Παρά το ζόρι που τραβάω, υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα κάνουμε γκεζί δίπλα στον Τύρια ποταμό, ό,τι κι αν γίνει!

Πάνε πολλά χρόνια που στη Βλαχοντίσνεϋλαντ, λέξεις όπως “πρόσκληση” και “φιλοξενία” έπαψαν να κάνουν σουξέ. Σε βαθμό που ορισμένοι και μόνον στο άκουσμά τους, παθαίνουν ρίξη παχέος εντέρου!

Δεν χάνεται η μόντα με τίποτα, σΕ λέω!

Έτσι λοιπόν, Σάββατο πρωί κατά της ένδεκα ρολάρω με το έτερον εξίμισι (Honda Dominator 650) κάτω από τα τούνελ του Πολύμυλου, ακούγοντας εν μέσω παρασίτων τον “καρδιολόγο” της Βούλας Πάλλα, στους 102,3 από το Ράδιο Γκιώνη Κοζάνης…

“θέλω κάποιο καρδιολόγο

να μ ‘αλλάξει την καρδιά,

μεταμόσχευση να κάνει

και μιαν άλλη να μου βάλει.

Κι ας είναι μαύρη ή άσπρη

ή οτιδήποτε καρδιά,

τη δική μου ν’ αφαιρέσει

και να πάψει να πονά…”

Βγαίνοντας από το τούνελ, μΕ την πέσανε 2-3 πεθαμενί σύννεφα και κοντοστάθηκα για αδιάβροχο.

Η Βούλα Πάλλα ήδη προειδοποιούσε…

«μες το ταξίδι της ζωής

πρόσεξε μη γλυστρίσεις…”

Εγώ την καλλιτέχνιδα την σέβομαι κι άφησα το γκάζι, περιμένοντας τις σταγόνες στη ζελατίνα.

Όμως ρολάροντας στην ανοιχτωσιά των λειβαδεώνων της Sourdi-land, ξαφνικά…

τα σύννεφα εξαφανίστηκαν σαν …σατιρικά ποστ αμφισβήτησης του μεγαλείου γνωστής ουρανοπαρμένης φίρμας, σε φιλομπαβαρέζικο φόρουμ μοτοσικλετών!

images (5)

Το ταξίδι συνεχίζεται… Η “Dommie” ρολάρει με 100 χλμ/ωρα στην Εγνατία οδό, κάνοντας το ταξίδι βαρετό σαν συζυγικό σέξ…

Αναλογιζόμενος όμως κάποια θανασίμως πληκτικά ημερολόγια προετοιμασίας ταξιδίου, στο μοτοσικλετιστικό διαδικτυακό σύμπαν, ρεφάρισα ψυχολογικά και έστριψα για καφέ στα Γρεβενά. Σάββατο προς το μεσημέρι και οι δρόμοι σημειωτόν από ένα απαστράπτον καρακιτσαριό, που περιφέρει τη ματαιοδοξία του σε πάσης ορδής πολυβιταμινούχα τροχοφόρα.

Άναψε το μοτέρ άναψαν και τα λαμπάκια μου. Σταματώ σε μια καφετέρια. Κυαλάρω ένα άδειο τραπέζι, βγάζοντας το κράνος. Μια ροδομάγουλη νεαρά με κωλομέρια νεροβούβαλου Κερκίνης, έρχεται από την αντίθετη πλευρά, μασουλώντας ένα τεράστιο σάντουϊτς και με κινήσεις αιλουροειδούς, παρασέρνοντας 2 φραπέ και 3 όρθιους καταλόγους, με προλαμβαίνει και κάθεται στη καρέκλα. Χρειάστηκε 5 λεπτά προθεσμία για να σταματήσει να χαμογελάει σαν μαστουρωμένη μαϊμού σε γύφτικο πανηγύρι…

Φονικές σκέψεις μαστίγωναν το μυαλό μου με λύσσα, σφίγγοντας τον ελβετικό σουγιά στην τσέπη του μπουφάν μου αλλά φτάνοντας το τραπέζι θυμήθηκα τις συμβουλές του γκουρού μου για αταραξία και αυτοπειθαρχία… Άλλωστε με κάτι ινδικές ασκήσεις αυτοελέγχου, έχω καταφέρει πιό δύσκολες υπερβάσεις πχ πως να καταφέρνω να διαβάσω μερικά threads για accessoires περιπέτειας …μέχρι το τέλος!

Μια διαπεραστική φωνή, με αρμονικές από προσευχή μουεζίνη και κοντράλτο της λυρικής σκηνής, έσκισε την οχλοβοή της καφετέριας

***

Bασιλτζίκ εφέντη!!!

Στο ακριανό τραπέζι, δίπλα σ΄ ένα παραφορτωμένο Tofas Dogan με τούρκικες πινακίδες, ένας μουστακαλής με κρανίο “βγαλμένο” από μουσείο Παλαιοντολογίας είχε σηκωθεί και μΕ κουνούσε το χέρι…

***

Το «Βασιλτζίκ» απ’ ότι γνωρίζω δεν είναι συνηθισμένο όνομα στα Γρεβενά…

Κάτι μE θύμισε… Κάτι από την Τουρκία… Τελικά εμένα φωνάζει αυτός!!!

Πλησιάζω αργά προς τον τύπο, κάνοντας τεχνικό σλάλομ ανάμεσα στα τραπεζάκια ορθίων, όπου γαντζωμένα ζωντανά θαυμαστικά με απόκρημνα ντεκολτέ βύζαιναν φρεντοτσίνο και στους καναπέδες όπου κάτι ορχιφορούντες φουστανελάδες μάλωναν για τα διοικητικά του Πυρσού Γρεβενών, εν όψει των εκλογών για τη νέα διοίκηση της ομάδας… Kάτι τέτοιες στιγμές οι ρινόκεροι της Σουμάτρας μΕ φαντάζουν διανοούμενοι!

Έχοντας κάνει μια ύστατη αποτυχημένη προσπάθεια να τον θυμηθώ, έφτασα στο τραπέζι του.

“Εrdemir from Urfa!!! Dont you remember me? Moto.gr sticker?” και μ’ έδειξε κολλημένο στο pare-brise ένα αυτοκόλλητο ενός μοτοσυκλετιστικού φόρουμ…

Κι όμως ήταν αυτός! Μόνο αυτός μΕ άλλαξε το όνομα σε Βασιλτζίκ… Αγνώριστος χωρίς τη χαίτη, με τις μουστάκες του, κι ένα αποτρόπαιο ξυρισμένο κεφάλι, άνοιξε την αγκαλιά του αναφωνώντας με ρωγμώδη λυγμό…

“Kαρντές!”

Έξω από την Urfa, στη νοτιοανατολική Τουρκία, πριν από 4 χρόνια ταξιδεύοντας με τη μοτοσικλέτα μου, είχα σταματήσει σε μία απόκοσμη συνοικία, ψάχνοντας για κατάλυμα. Ο Erdemir προθυμοποιήθηκε να μ’ εξυπηρετήσει κερνώντας μΕ τσάγια, ενώ παράλληλα οι συγγενείς του προέβαιναν σε ταχύτατη μετατροπή ενός αχυρώνα σε ξενώνα, τοποθετώντας ένα παλιό κρεββάτι κι ένα σικλαμέ πλαστικό τραπέζι για ντεκόρ.

“Ηi Erdemir, it’ s incredible!”

Μια απίθανη σύμπτωση ή ένα μέρος ενός μυστηριώδους συμπαντικού σχεδίου?

“My wife Gulen and Melda my daughter…”

Υποκλίθηκα στη Γκιουλέν, από τις όμορφες γυναίκες …μόνο άμα τις δεις μέσα από κακής ποιότητας παραμορφωτική τζαμαρία.

Η Μελντά πήρε κι απ’ τους δύο. Έμοιαζε με αποτυχημένο πείραμα Εργαστηρίου Γενετικής…

Η συζήτηση συνεχίστηκε σε αυτιστικά Αγγλικά, γι’ αυτό θεωρώ φρόνιμο να την αποδώσω απευθείας στα Ελληνικά.

“Δεν γράφεις πλέον στο moto.gr? Σ’ έχασα!”

“Άλλαξα στέκι… Μπαίνω σε φόρα μπεμβεδάκηδων για να σνιφάρω λίγη πρέζα μεγαλείου”

“Να μου δώσεις τη διεύθυνση… Να σε διαβάζω, έστω και σε μετάφραση.”

“Φίλε Ερντεμίρ, το ξέρω ότι είσαι βασανισμένος άνθρωπος. Έχεις ζήσει τη φρίκη του πολέμου στην περιοχή σου, έχεις βιώσει φυσικές καταστροφές, δεν ξέρω αν θα το αντέξεις…”

“Πως βρέθηκες στα Γρεβενά?”

“Τελείως κατά σύμπτωσιν!”

Ένας ξεκράνωτος με Dakarοθρεμένη ντουλάπα περιπέτειας, και ακράπες στη διαπασών, διέκοψε τη συνομιλία μας, περνώντας ξυστά στους θαμώνες του καφέ κάνοντας σούζα, αποδεικνύοντας πως όλα τα UFO δεν έχουν εξωγήινη προέλευση…

***

motorcycle-gentleman-j-w-kelly

“Και πως από τα μέρη μας Ερντεμίρ?”

“Ξέρεις, οι δουλειές στην …πανσιόν δεν πήγαιναν και πολύ καλά…”

Σ’ αυτό το σημείο, ο συγγραφέας του παρόντος βαναυσουργήματος δακρύζει από το σφίξιμο, για να μην πάθει αποκόλληση σπλάχνων από τα γέλια.

“…έπειτα η Γκιουλέν βρήκε δουλειά στο Βέλγιο, σαν αντικαταστάτρια μιας διάσημης Τουρκάλας καφετζούς για τα διαστήματα που θα λείπει σε Διεθνή Συνέδρια Χειρομαντείας, Αστρολογίας…” συνέχισε ο Ερντεμίρ.

Ακούγοντας …“Διεθνή Συνέδρια” αυτόματα το μυαλό μου πήγε στις Γυναικείες Φυλακές του Σεν Ζιλ, για φοροδιαφυγή, απάτη και λοιπά άρθρα του ποινικού κώδικα για εκμετάλλευση εύπιστων, ματαιόδοξων και ηλιθίων…

Ο Ερντεμίρ θα αναλάμβανε την πώληση θαυματουργών φυλαχτών για την ευγονία στις στεγνές Βελγίδες, αναπτερώνοντας τις ελπίδες για ανανέωση των ορμονών τους. Ακούγοντάς τον μΕ κυρίεψε ένα υπαρξιακό συναίσθημα ματαιότητας και ανήσυχης προσαρμοστικότητας…

Ένα μεθυστικό γυναικείο άρωμα πυρπόλησε ξαφνικά τον αέρα…

“Θα πάρετε κάτι?” Ακούστηκε μια φωνή από πάνω μου…

Γυρνάω το κεφάλι και βλέπω στα 5 εκατοστά, ένα “σπαστό διαφορικό” με ποδάρες μέχρι τον ουρανό κι ένα μίνι ραμμένο για μεγάλες συγκινήσεις… Κάτι τέτοιες στιγμές, εδραιώνεται για τα καλά η πίστη μου, ότι υπάρχει Θεός τελικά!

“Ένα πράσινο τσάι, παρακαλώ!”

“Ζεστό ή κρύο?”

“Πάρε τούρκικο καφέ, καρντές, να σου πεί το φλυτζάνι η Γκιουλέν. Η τιμή είναι 7 ευρώ στον μονό και 10 στον διπλό. Για σένα λόγω της κρίσης …ένα τάληρο ό,τι πάρεις, καρντές! Άντε να μας κάνεις σεφτέ!” πετάχτηκε ο Ερντεμίρ.

“Ας πάρετε τσάι, να σας ρίξω εγώ τα χαρτιά” πετάχτηκε και η Μελντά, που παρατηρώντας τη καλά μετά την τουρμπογκόμενα, άρχισε να μοιάζει περισσότερο με καπνιστή ρέγγα.

Καθυστερούσαμε την παραγγελία και το “κορμί” εξαφανίστηκε, άνωθεν γρυλλίσματι για παραγγελία από την παρέα στο πατάρι, που έβριζε τις Αρχές για το κλείσιμο κάποιων ευαγών οίκων μασάζ της περιοχής…

Γι’ άλλη μια φορά στη ζωή μου, βρέθηκα σ’ ένα κρίσιμο δίστρατο! Το ένα μονοπάτι οδηγούσε στο απόλυτο γελοίο και το άλλο στο απόλυτο φαιδρό…

Προσευχήθηκα στον Αλλάχ να μΕ βοηθήσει να διαλέξω σωστά.

“Έναν διπλό ελληνικό, με καϊμάκι” φώναξα στον θηλυκό τσολιά, που με τα σκληρά αμορτισέρ, ανεβοκατέβαινε σερβίροντας κάτι πολυώροφα παγωτά με σημαιάκια κι ομπρελίτσες, στα χαμηλά τραπεζάκια μιας παρέας μαθητών που αλληλοκαρπαζώνονταν συνεχώς, διηγούμενοι ανέκδοτα με τον Τσάκ Νόρις….

mexican_blanket_collection_motorcycle

“Θα την πάρετε τη δόση από το ΔΝΤ, Βασιλτζίκ!!!” ανεφώνησε με υπερχειλίζουσα αυτοπεποίθηση και μάτια γουρλωμένα σαν ροφός η Γκιουλέν, ενώ δίπλα της η ρέγγα καταβρόχθιζε το πιατάκι με τα συνοδευτικά κουλουράκια, ξεφυσώντας λαγνοβαρώς.

“Αυτό το προβλέπει κι ο βοηθός στο πιστολάκι, στο κομμωτήριο που φροντίζω το ξύρισμα του κεφαλιού μου” γρύλλισα, κάνοντας θανατηφόρα κατανοητό, ότι θα πουλούσα ακριβά το πεντάευρο που μΕ ζητούσαν…

“Μην ανησυχείς, Βασιλτζίκ εφέντη! Είναι στο ζέσταμα ακόμα….” μΕ καθησύχασε ο Ερντεμίρ, βγάζοντας κι ένα φυλαχτό από μια ξεχαρβαλωμένη Samsonite.

“Κλείστε το κινητό σας τηλέφωνο, Βασιλτζίκ εφέντη… Οι δονήσεις που προκαλούνται από την ερμηνεία των σχημάτων στο φλυτζάνι του καφέ, επηρεάζονται από το σήμα…” πετάχτηκε η ρέγγα, που πριν καλά καλά γίνει αναπληρώτρια διάσημης Τουρκάλας καφετζούς, είχε αρχίσει να το δουλεύει καλά το πετάλι….

«Θα κάνεις ταξίδι στην Αφρική” άρχισε να το σοβαρεύει η Γκιουλέν παίρνοντας ένα κόκκινο χρώμα στα μάγουλα, σαν υδαρές tomato juice!

“Πάει καιρός που το πήρανε χαμπάρι, μέχρι και τα παξιμάδια κι οι φλάντζες της μοτοσικλέτας του, ρε Γκιουλέν…» είπα, αρχίζοντας να εκτιμώ περισσότερο από ποτέ, τα πρωινάδικα ωροσκόπια του Αντένα με τα όμορφα μπούτια και τα χυμώδη μπούστα των βαθυνούστατων παρουσιαστριών…

“Και βλέπω να ταξιδεύεις διπλός, με μια γυναίκα…” ψέλλισε η Γκιουλέν, με μιά μυστηριακή συριστικότητα των φθόγγων, κουνώντας παλινδρομικά το φλιτζάνι και ανασηκώνοντας τα φρύδια.

“Κόφτο Γκιουλέν αρκετά!” Την έκοψα, τσαντισμένος…»Κανόνισε να τ’ ακούσει αυτά η γυναίκα μου κι έχει κι ένα φίλο δικηγόρο που όταν αγορεύει για διαζύγια και διατροφές κάνει τους Πακιστανούς απαγωγείς στις οροσειρές του Παμίρ να φαντάζουν σαν ναζιάρες γατούλες του καναπέ!»

“Μην ανυσηχείς, Βασιλτζίκ εφέντη!!!” μΕ καθησύχασε και πάλι η Γκιουλέν. «Θα συνταξιδέψεις με τη σύζυγό σου!!!»

“Ρε λες? Αυτό ξεπερνά και το παράδοξον του Ζήνωνος! Κάτσε να το σιγουρέψω» σκέφτηκα προβληματιζόμενος αν θα ‘πρεπε να “ρίξω” στο παίγνιο και τη ρέγγα με τα τραπουλόχαρτα.

motorcycle-clip-art_f

Ο Ερντεμίρ μΕ πρότεινε ένα νέο πακέτο προσφοράς…. Ρίξιμο τα χαρτιά και ένα φυλαχτό από ξεραμένους όρχεις βουβάλου, για εγγυημένο αχαλίνωτο σεξ διαρκείας, μόνο με 10 ευρώ.

Μπροστά στην απόλυτη κοροϊδία, έπεισα τον εαυτό μου ότι απλά θα βοηθούσα έναν συνάνθρωπό μου στη δύσκολη φάση του ξεριζωμού του από την πατρίδα, ψάχνοντας για ένα καλύτερο μέλλον….

Άμα τα μάθει ποτέ αυτά ο γκουρού μου, θα μΕ πετάξει κωλοτουμπιδόν έξω από το Άσραμ!

Έκλεισα στα 8 ευρώ με τον Ερντεμίρ, τη στιγμή ακριβώς που η ρέγγα του είχε μελανιάσει το χέρι, τσιμπώντας τον απάνθρωπα για να μην κατεβάσει κι άλλο την τιμή…

“Λέγε αμέσως τους αριθμούς του Τζόκερος” της πρότεινα με αγωνία μπας και ρεφάρω τα 13 ευρώ.

***

“Βλέπω τη σύζυγο να σε σέρνει στα Hilton στο Dakar…” συμπλήρωσε -με κελάιδημα τριγώνος- η ρέγγα ρίχνοντας τα χαρτιά.

Το κομμάτι της Lady Gaga που έπαιζαν τα μεγάφωνα τελείωσε και σείστηκε το μαγαζί όταν μπήκε η Μαραγκόζη με το …

“Έβγαλες την αγάπη μας σε πλειστηριασμό,

την πούλησες όσο “φτηνά” μπορούσες…”

“Είναι δυνατόν, να πάω εγώ σε Hilton, ένας σκληροπυρηνικός ταξιδευτής, του ελεύθερου κάμπινγκ και της θιβετιανής διατροφής?» της βγήκα με κόκκινο…

“Αυτή τη φορά δεν τη σκαπουλάρεις στο τζαμπέ!» μΕ φώναξε κουνώντας το δάχτυλο με αυστηρότητα και κανιβαλίζουσα διάθεση η Γκιουλέν.

“Ας μην ασχολούμαστε με τέτοιες υποθέσεις… Αυτά δεν γίνονται… Περί μίαν αξιοπρέπεια ζούμε… Άκου Hilton… εγώ που κοιμόμουνα σε καλαμένιες παράγκες στην Ινδία… !» της είπα, ενώ η Μελντά με εμβρίθεια ξανθής πανελίστριας εξέταζε τα χαρτιά της, παραγγέλνοντας συγχρόνως και μιά λουκανόπιτα….

Ο Ερντεμίρ κοίταξε τον λογαριασμό βγάζοντας κάτι ακατάληπτες κραυγές σαν παραλήρημα οπιοφάγου.

«Πολύ ακριβός ο καφές στην Ελλάδα, Βασιλτζίκ εφέντη» μΕ είπε χαμογελώντας σαρκαστικά με την κιτρινισμένη του πριονωτή οδοντοστοιχία.

«Κι όταν τον συνοδεύεις και με 5 λουκανόπιτες…» συμπλήρωσα ρίχνοντας μια ματιά στη ρέγγα που μασούσε ακόμα την τελευταία της μπουκιά με το ιδρωμένο ύφος της αγελάδας όταν βρίσκεται σε οργασμό…

Αποχαιρετιστήκαμε με τον Ερντεμίρ, την Γκιουλέν και τη Μελντά, ανταλλάσοντας εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις και κολακευτικά σχόλια για την φιλία των λαών μας, τόσο πειστικά και αληθινά …που

θύμιζαν κολακείες Αθηναϊκού  θίασου που έρχεται στη Θεσσαλονίκη και αποκαλεί τους Βορρειοελλαδίτες …δύσκολο και απαιτητικό κοινό!

Έβαλα στο mp3 κάτι καμηλιέρικα ταξίμια του Λεμονόπουλου, γύρισα τη μίζα κι έφυγα καρφί για τη Γρανίτσα Ιωαννίνων, όπου θα γίνονταν το Βοσκοπάρτυ για να βοηθήσω τον φίλο μου τον τσομπάνη στις προετοιμασίες.

Με το που φτάνω, χτυπάει το τηλέφωνο και μια 14μελής μπάντα κρουστών που θα ‘παιζε βραζιλιάνικους ρυθμούς από την Bahia, μας αρχίζει τα «φλαμανδικά» και ακυρώνει την συμμετοχή της στο πάρτι, λόγω «αρπαχτής» σε κλαμπάκι των Ιωαννίνων. Πίνοντας κάτι παγωμένες μπύρες και ψάχνοντας για λύση, άρχισα να έχω μερικές αρκετά έντονες ενοράσεις, που περιστρέφονταν γύρω από κάτι αχλαδόσχημες εχέμυθες χορεύτριες του κλασσικού μπαλέτου με χειροπέδες, από αφίσα σε τοπικό βενζινάδικο, για να καλύψουν το καλλιτεχνικό κενό. Σκέφτηκα όμως τη δυσχέρεια να πείσω τις γυναίκες …περί ερευνητικού-επιστημονικού καλλιτεχνικού προγράμματος, καθώς και την δυσκολία των χορευτριών να χορέψουν στις άκρες των δακτύλων…

Παρ’ όλ’ αυτά αρκέστηκα στα σταράτα λόγια του Βarthelot, που λέει:   “μην ασχολείστε με τα άλυτα προβλήματα, τα υπόλοιπα θα λυθούν μόνα τους”… και με 1000 βατ ενισχυτές και ηχεία, παλιά βινύλια με Τζίμυ Χέντριξ, Τζάνις Τζόπλιν, Rolling Stones και ρεμπέτικα του Δελλιά, περάσαμε μέγκλα!

Μετάνιωσα που δεν έφερα 2 ευτραφείς φίλες Σαλονικιές, με τσέλο και φλάουτο για καβάντζα, να «χτυπήσουν» μερικές σονάτες του Ντβόρζακ, Μέντελσον και Σοστακόβιτς μέσα στο βουκολικό περιβάλλον, πριν το Purple Hazeτου Χέντριξ από τα ντέκ… Καλά θα ‘ταν …έστω κι αν θα ‘χανε κάποια προβληματάκια με την άνωση, κολυμπώντας στον Τύρια… Τώρα που το ξανασκέφτομαι, άμα απήγγειλα συγχρόνως και μερικά βουκολικά ποιήματα του Βιργίλιου …πιστεύω ότι θα ‘ταν ακραιφνώς σουρεάλ φάση!

Ήπιαμε τα πάντα! Τα ξημερώματα συστήθηκα σ΄ένα παλιό μου φίλο 3 φορές, ενώ το παλικάρι από το διπλανό αντίσκηνο είχε φορέσει ένα σακίδιο κι ένα σομπρέρο και ρωτούσε συνέχεια πληροφορίες για τη συμπλήρωση του Ε9…

Την επόμενη, με μια βουτιά στα παγωμένα νερά του Τυριά κι ένα νεπαλέζικο τσάι ήρθα στα γράδα μου.

Γύρισα τη μίζα στη Dommie κι έφυγα για Σαλονί με ταχύτητες, που θα έκαναν θιβετιανό μοναχό να πάθει υπαρξιακό brakedown από την βαρεμάρα…

Τρεις μήνες μετά, κάθομαι να συνεχίσω τη συγγραφή ενός αιωνίως ημιτελούς βιβλίου. Γράφω δυό αράδες και χασμουριούνται μέχρι και τα πορτρέτα στις κορνίζες των τοίχων του δωματίου! Η έμπνευση μΕ αποφεύγει επιμελώς. Θυμήθηκα τον Ερντεμίρ, την Γκιουλέν, το Voskoparty…

Άνοιξα μια κρύα Leffe κι άρχισα να χτυπάω το πληκτρολόγιο του υπολογιστή…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Σιγκουάπα ή ένα σχεδόν αυτοτελές απόσπασμα με τα όλα του…

Posted by vnottas στο 4 Ιουλίου, 2013

images (11)

Να μια μικρή, σχεδόν αυτοτελής, ιστορία, παρμένη κι αυτή από το ΜΠΑ!!!, πέμπτο μέρος (¨Διακόπτουμε για αποδομήσεις, απορυθμίσεις, αποσυνθέσεις και αποσαρθρώσεις¨), δηλαδή εκεί που οι δύο δαιμονικές κλίκες, οι Νεοδαίμονες και οι Παλαιοδαίμονες, χωρίς να αμελήσουν τις μεταξύ τους τρικλοποδιές, (αν έγραφα σήμερα το ΜΠΑ!!! μάλλον θα τους έβαζα να στήσουν συγκυβέρνηση), αγωνίζονται να επιφέρουν, επιτέλους, το Τέλος. 

Συγκεκριμένα βρισκόμαστε στο 6ο κεφάλαιο του 5ου μέρους, όπου ο πράκτορας Σος Μορς  επισκέπτεται την αποσυρμένη δαιμόνισσα Σιγκουάπα και επιχειρεί να την πείσει να ενταχθεί με το μέρος των Νεοδαιμόνων (μεταξύ των οποίων έχει διαπιστωθεί έλλειψη επαρκούς πάθους).

Εδώ μια απόπειρα ανάγνωσης μετά μουσικής και ήχων
Στην υπόκρουση χρησιμοποίησα, μεταξύ άλλων, το Φάντο Chuva τραγουδισμένο από τη Mariza

και το Frenetico-tango-argentino

Porto-01

Μέρη μαγικά, καταραμένα

Στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες στη νότια άκρη του μεγάλου εμπορικού λιμα­νιού σουρουπώνει.

Η ένταση του τροπικού ήλιου έχει ήδη μειωθεί στο ελάχιστο και ο όρμος με το νεκροταφείο των πλοίων σταμάτησε να φλέγεται.

Τώρα, ο ουράνιος προβολέας, τεράστιος, βυσσινής και ανώδυνος κατρακυ­λάει προς του χαμηλούς δασωμένους λόφους στα δυ­τικά.

Οι οδοντωτές στέγες των Φαβέλας  γύρω από τον όρμο μπαίνουν σιγά σιγά στη ζώνη της σκιάς και το ξυσμένο μίνιο στα πλευρά των παροπλισμένων καραβιών αποκτά, για μια φευγαλέα στιγμή, την ευκαιρία να λάμψει με την τελευταία κοκκινωπή ανταύγεια της μέρας.

Απέναντι, στον ουρανό της Ανατολής, μια παράξενη σκοτεινιά με κίτρινες και ερυθρές ραβδώσεις παίρνει να φουσκώνει και ετοιμάζεται να απλωθεί πάνω απ’ τη θάλασσα.

Σηκώνεται αέρας.

Ένας αέρας άλλοτε αδύναμος και παραχωρητικός κι άλλοτε απειλητικός και ζόρικος που αρχίζει να στριφογυρίζει ταρακουνώντας τα ξάρτια και τις σπασμένες αντένες των πλοίων.

Μεταλλικά σφυρίγματα, ραπίσματα χαλαρών σχοινιών και ντενεκεδένιοι ήχοι ανακατεύονται με αποσπάσματα από καθημερινές κραυγές που ο άνεμος αρπάζει από τη λιμανίσια φτωχογειτονιά -ίσως και απ’ το τροπικό δάσος πάρα έξω- φτιάχνοντας μηνύματα παράξενα, σε κώδικες εξωτικούς και δυσεπίλυτους.

Ένα ουρλιαχτό παρατεταμένο, αγωνιώδες,  υψώνεται για λίγο πάνω από τις στέγες με τις λαμαρίνες και ύστερα εξαερώνεται και εξαφανίζεται χωρίς να τραβήξει την προσοχή κανενός. Οι ναύτες και οι καταβροχθιστές δασών που κατηφορίζουν ως εδώ από το γειτονικό εμπο­ρικό λιμάνι και από τη ζούγκλα ψάχνουν για φτηνό ποτό και γι ανήλικα ευκαιρίας (που και τα δυο παράγονται άφθονα στις γύρω παράγκες) και δεν ενδιαφέρονται  για  τα αδέσποτα ουρλιαχτά.

Ούτε οι πόρνες που παίρνουν σιγά σιγά τη θέση τους μπροστά στις πόρτες με τις χρωματιστές κουρτίνες και με τις σήτες για τα κουνούπια, ενδιαφέρονται.

DSCN0716

Ύστερα από λίγο, σε ένα από τα παραπήγματα που είναι αραδιασμένα στην προκυμαία, ανοίγει μια παράπλευρη πόρτα.  Ένα ζευγάρι μικρόσωμων όντων -παιδιά, ίσως νάνοι-, βγαίνει κουβαλώντας έναν τεράστιο σακί. Δυσκολεύονται καθώς προσπαθούν να το μετακινήσουν σέρνοντάς το στο στενό χωμάτινο πέρασμα ανάμεσα στην «Ταβέρνα της Μεθυσμένης Γοργόνας» από όπου βγήκαν και το διπλανό υπόστεγο όπου, εδώ και καιρό, ένα μεγάλο κομμάτι βαπόρι αποσυναρμολογείται σε σιδερένια τεμάχια ανεξακρίβωτης χρησιμότητας και άγνωστου προορισμού.

Οι δύο μικρούληδες κατευθύνονται αγκομαχώντας προς τη θάλασσα, περνούν τον παράλιο τσιμεντένιο δρόμο και  κατεβαίνουν στην αποβάθρα. Τραβώντας και σπρώχνοντας καταφέρνουν να ρίξουν το τσουβάλι σε μια μικρή μαύρη βάρκα που λικνίζεται εκεί μπροστά.

Ύστερα, το ένα από τα δύο  μικροκαμωμένα όντα ψάχνει λίγο τριγύρω και βρίσκει μια μαυριδερή αλυσίδα. Ο άλλος κοντούλης ξετρυπώνει έναν τσιμεντόλιθο.

Τα ρίχνουν κι αυτά στη βάρκα και αποπλέουν γλιστρώντας στη ταραγμένη επιφάνεια των νερών προς την έξοδο του όρμου και τον Ωκεανό.

images (7)

Καθώς προσπερνούν το φάρο που έχει κιόλας αρχίσει τον νυκτερινό του λόξυγκα, ένα άλλο πλεούμενο διαγράφεται απέναντί τους με φόντο την κίτρινο­κόκκινη σκοτεινιά της ανατολής και μεγαλώνει ραγδαία καθώς έρχεται γοργά προς το μέρος τους. Είναι ένα κομψό, μικρό σκάφος που τους φτάνει γρήγορα και τους προσπερνά αγέρωχα κάνοντας τη βαρκούλα να τρικλίσει και σχεδόν να μπατάρει.

Οι δύο μικρούληδες προλαβαίνουν να δουν στο τιμόνι του σκάφους έναν ψηλό άνδρα. Δεν μπορούν, βέβαια, στο ημίφως του δειλινού να προσέξουν ούτε το άψογο βραδινό του κουστούμι που δεν έχει τίποτα το ναυτικό, ούτε το παράξενο κοροϊδευτικό χαμόγελο που κρέμεται από τα λεπτά, σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του, ούτε το παράξενα χλωμό του δέρμα, ούτε τα μάτια του που έτσι κι αλλιώς κρύβονται πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά.

Την ώρα που οι δυο κοντοί πετούν τον σάκο στη θάλασσα, αφού πρώτα τον δέσουν γερά με την αλυσίδα στον τσιμεντόλιθο, έχει πια σκοτεινιάσει για τα καλά και ο άνδρας με το μαύρο γυαλιστερό κουστούμι, το δαντελωτό πουκάμισο και τα μαύρα γυαλιά έχει ήδη αποβιβαστεί στην κεντρική αποβάθρα του Όρμου.

Η παρουσία του καλοντυμένου τύπου κάτω από τα βρώμικα  φανάρια της προκυμαίας δεν φαίνεται να παραξενεύει κανέναν. Στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες έρχονται συχνά  πλούσιοι σικάτοι  τύποι κυνηγώντας απολαύσεις που να είναι ακόμα απαγορευμένες (πράγμα αρκετά δύσκολο την εποχή εκείνη).

Οπωσδήποτε, το να σου τύχει ένα τέ­τοιο φρούτο για ξεζούμισμα είναι μάννα εξ ουρανού για τους προξενητές της Μπαία. Γι αυτό καμιά ντουζίνα απ’ αυτούς τον περιτριγυρίζουν  αμέσως, προσφέροντάς του υποσχέσεις που θα ικανοποιούσαν και τους πιο εξεζητημένους διδάκτορες Περιπεπλεγμένης Διαστροφι­κής. Ο ψηλός όμως τους παραμερίζει και κατευθύνεται με σιγουριά προς τη ¨Μεθυσμένη Γοργόνα¨.

Οι προξενητές δεν επιμένουν. Τον τελευταίο καιρό στην πιάτσα του λιμανιού έχει βγει βρώμα ότι στη «Γοργόνα» συμβαίνουν πράγματα καινούργια, πρωτότυπα, ακατονόμαστα. Λεπτομέρειες δεν κυκλοφόρησαν ακόμη, όμως τα σαΐνια του λιμανιού κάτι ξέρουν. Και αυτό το κάτι είναι ότι ένα πανέμορφο σούπερ θηλυκό πολλών οκτανίων, έχει εγκατασταθεί στο μαγαζί  της προκυμαίας. Και μια έλξη που σχεδόν την μυρίζεις τρα­βάει όλους τους αρσενικούς προς τα ‘κει.

Η γκόμενα όμως φαίνεται πως ξέρει απέξω κι ανακατωτά όλα τα μυστικά και τ’ απόκρυφα της γοητείας και δε δίνεται ούτε με τη πρώτη ούτε σ’ όποιον κι όποιον. Ούτε καν βγαίνει ποτέ από το παράπηγμα της Ταβέρνας.

Το αποτέλεσμα είναι ότι όλοι οι άντρες της Ακτής έχουνε τρελαθεί μαζί της, αλλά κανένας δεν έχει ακόμη μπορέσει να διηγηθεί στη πιάτσα λεπτομέρειες για τις μυστικές χάρες της Όμορφης. Και τώρα -ήτανε να το περιμένουνε οι μάγκες της Προκυμαίας- να που άρχισαν να ενδιαφέρονται και οι Απέξω.

Mauritania2005FOTON.21

Μια ριπή τ’ ανέμου ταρακουνάει το καλώδιο και τα πολύχρωμα λαμπάκια που κρέμονται γύρω από την είσοδο της «Γοργόνας» αναβοσβήνουν για μια στιγμή σπινθηρίζοντας. Ο  άνδρας περ­νάει κάτω από τη χρωματιστή ηλεκτρική γιρλάντα και σπρώχνει το πορτόφυλλο της ταβέρνας.

Μέσα, οι λιγοστοί λαμπτήρες που φωτίζουν την αίθουσα κρέμονται μελαγχολικά από το ταβάνι, γύρω από τον πάγκο του μπαρ. Από τους πελάτες του μαγαζιού διακρίνονται μόνο τα σκοτεινά  περιγράμματα ανάμεσα στους πηχτούς καπνούς που αναβλύζουν από τα τραπέζια και που μαρτυρούν το κάψιμο λογής λογής ουσιών.

Μόνο στο βάθος, πίσω από έναν τραβηγμένο μπερντέ, ένας ασθενικός προβολέας φωτίζει τρεις μουσικούς που με κιθάρες διαφορετικού μεγέθους, μια κανονική μια τεράστια και μια τόση δα μικρούτσικη, παίζουν ένα νοσταλγικό φάντο.

Ο καλοντυμένος άντρας πλησιάζει το πάγκο. Ένα ξυρισμένο κεφάλι με σκουλαρίκι, που προφανώς ανήκει στον μπάρμαν, τέλεια καμουφλαρισμένο ανάμεσα στα μισοάδεια μπουκάλια, αποκτά ξαφνικά αυτοτέλεια και τον ρωτά τι επιθυμεί.

Ο μαυροφορεμένος (για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα) θέλει ρούμι. Ύστερα σκύβει και κάτι λέει στ’ αυτί του γλόμπου.

Τι άλλο θέλει; Δεν είναι μυστήριο. Αυτό που θέλουν όλοι αυτή τη στιγμή στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες και πάρα πέρα σ’ όλη την Ακτή.

Ένα πρασινωπό χαρτονόμισμα μετακομίζει από το κροταλίσιο πορτοφόλι του ψηλού, στην κωλότσεπη του ξυρισμένου.

Ο μπάρμαν απαντάει κι αυτός ψιθυριστά. Ναι, η Γόησσα, αυτή για την οποία όλοι μιλάνε, είναι εδώ. Σε λίγο θα τραγουδήσει. Ναι, είναι καλύτερη από οποιαδήποτε περιγραφή.  Όμως, εκείνος δε μπορεί να υποσχεθεί τίποτα, η Όμορφη αποφασίζει από μόνη της.

Έπειτα, βγαίνει από το κουβούκλιό του και οδηγεί τον ασπριδερό Ψηλό σ’ ένα τραπέζι φυλαγ­μένο για τα δυνατά πουρμπουάρ.

FADO_baixa

Η ώρα ήρθε. Ο μπερντές που το παίζει αυλαία τραβιέται ξανά και από πίσω δε βρίσκονται τώρα μόνο οι τρεις μουζικάντηδες με τις ανισομεγέθεις κιθάρες, αλλά και ένας μικρός μαύρος μ’ ένα τουμπελέκι, καθώς και μια άλλη φιγούρα, ακίνητη, που σιγά σιγά φωτίζεται, καθώς ο προβολέας λες και καρδάμωσε ξαφνικά.

Μια γυναίκα.

Η γυναίκα!

Μέσα στην αίθουσα απλώνεται ξαφνική σιγή.

Ακόμα και οι γυμνόστηθες μελαψές κοπέλες που τριγυρνάν από τραπέζι σε τραπέζι παύουν να φλυαρούν και προσηλώνονται στο πάλκο μαζί με τους αρσενικούς.

Το ταμπούρλο δίνει το ρυθμό και η γυναίκα τραγουδάει. Δίχως να κινείται πολύ, στηριγμένη σε μια ψάθινη καρέκλα, με το κόκκινο φόρεμά της να φτάνει ως κάτω, στο σανίδι της εξέδρας, με τα σκούρα κόκκινα μαλλιά της να κυματίζουν απαλά σε κάθε της κίνηση.

Πίσω απ’ τη βαθιά, ίσως λίγο τραχιά φωνή της οι κιθάρες απλώνουν ένα χαλί  πλεγμένο με αισθησιακές ηδυπαθείς αρμονίες. Και μετά η φωνή εκείνης, παίρνει  τις μουσικές φράσεις και πότε τις πλέκει σε συνδυασμούς γεμάτους υπαινιγμούς άφατων ηδονών, πότε τις ανεβάζει σε ορμητικά, άγρια κρεσέντο που μαγεύουν και φοβίζουν.

Ωστόσο τα τσακάλια της Ακτής που μαζεύτηκαν απόψε στη «Γοργόνα» δεν είναι από τη φωνή της Ωραίας που ακινητοποιούνται και χαζεύουν.

Είναι η εικόνα της που ξυπνάει μέσα τους ό, τι το πιο άγιο και πιο αμαρτωλό. Η εικόνα της, που για τον καθένα είναι διαφορετική.

Οι πιο απίθανες επιθυμίες τους αγκιστρώνονται πάνω της.

Πάθη που ζητούν κορεσμό, ενοχές που θέλουν εξιλέωση, μοναξιές που θέλουν απάντηση. Οι πιο απίθανες φαντασιώσεις θέλουν τη Γυναίκα της ¨Γοργόνας¨ για ηρωίδα τους.

Ο μαυροφορεμένος είναι κι αυτός ακινητοποιημένος ή έτσι θα νόμιζε κανείς βλέποντας το πρόσωπό του, χλωμό στις αντανακλάσεις του προβολέα, με τα σκούρα γυαλιά και τα ίχνη απ’ το ειρωνικό χαμόγελο να εξακολουθεί να κρέμεται απ’ τα σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του.

Η γυναίκα τραγουδώντας μετακινείται αργά προς το μέρος των θαμώνων. Η κίνησή της έχει κάτι το παράξενο, σαν κάτι να την τραβάει προς τη γη (άραγε μια μικρή γυναικεία αδυναμία ώστε να γίνει τέλεια η έλξη της πάνω στους αρσενικούς του λιμανιού; άραγε μια κρυφή σύνδεση με τη γυναικεία υπόσταση της μάνας Γαίας;), αλλά αυτή αντιστέκεται σ’ αυτό το κάτι, το ελέγχει  και, γλιστρώντας περισσότερο παρά περπατώντας, φτάνει στο κέντρο της αίθουσας.

Εκεί το τραγούδι της τελειώνει και πίσω του σβήνουν οι κτύποι του ταμπούρλου και το άρπισμα των χορδών.

Οι μάγκες του λιμανιού μένουν για λίγο άφωνοι, αλλά μετά σηκώνονται όρθιοι, χειροκροτούν, επευφημούν, παραδέχονται, ουρλιάζουν, συναινούν, εγκρίνουν επικροτούν, ποδοκροτούν, καθομολογούν, λένε καλά λόγια, μετανοούν (για ότι κακό έχουν πει μέχρι τότε για τις γυναίκες), επιδοκιμάζουν, δοξάζουν, θέλουν κι άλλο, τα θέλουν όλα, θέλουν εκείνη!

Εκείνη χαμογελάει, αλλά δεν υποκλίνεται, παρά μόνο κάνει να υποχωρήσει, πάντα με το συρτό της βήμα, σα ρωσίδα Πριγκίπισσα- Χορεύτρια, προς το βάθος της αίθουσας. Δεν προλαβαίνει. Καθώς βρίσκεται κοντά στον μαυροφορεμένο, αυτός με μια φιδίσια κίνηση την αρπάζει απ’ το λευκό μπράτσο και την τραβάει προς το μέρος του.

ciguapa (1)

Η Ωραία βρίσκεται τώρα στα γόνατά του.

Τα μάτια της αστράφτουν με μια στιγμιαία λάμψη θανάσιμης έχθρας.

Τα κόκκινα νύχια της στοχεύουν το χλωμό του πρόσωπο, αλλά εκείνος, πιο γρήγορος, την ακινητοποιεί.

Ανάμεσά τους λαμπυρίζουν αστραπές έντασης.

Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στην ένταση που γιγαντώνεται στην αίθουσα.

Ο ξένος είναι απαράδεκτος, εγκληματίας, ιερόσυλος!

Οι θαμώνες θυμώνουν.

Βγάζουν χατζάρια, μασέτες, γιαταγάνια, μαχαίρια, στιλέτα, ο μπάρμαν βγάζει από τα έγκατα του πάγκου του ένα μπαλτά και ο μάγειρας εμφανίζεται στην πόρτα της κουζίνας μ’ ένα εγχειρίδιο (μαγειρικής).

Ο χλωμός άνδρας δεν δείχνει  να πτοείται.

Ανασηκώνεται κρατώντας με το ένα χέρι σφικτά στην αγκαλιά του τη γυναίκα.

Εκείνη σπαρταράει, αλλά αυτός πιέζει το πρόσωπό της στρίβοντάς το προς το στήθος του, έτσι ώστε να μη μπορεί να δει τι θα συμβεί στην αίθουσα.

Μετά κάνει μια κίνηση πολύ απλή, αλλά και άκρως αποτελεσματική -όπως θα αποδειχθεί αμέσως τώρα. Σηκώνει το άλλο ασπριδερό χέρι και βγάζει τα σκούρα γυαλιά.

Οι μάγκες της Μπαία ντε Λος Σερ­πέντες δεν συνηθίζουν να κοιτούν τα μελλοντικά τους θύματα στα μάτια. Τώρα όμως δεν μπορούν να το αποφύγουν.

Το βλέμμα τους μοιραία, αναπόφευκτα, μαγνητίζεται από αυτό που βρίσκεται κάτω από τα μαύρα κρύσταλλα του μαυροφορεμένου τύπου: δυο άδειες κόγχες  που εκπέμπουν κιτρινοκόκκινες γλώσσες φωτιάς.

Από κάποιον στο βάθος, πολύ μεθυσμένο για να καταλάβει τι ακριβώς γίνεται, ξεφεύγει μια κραυγή: «Φάτε τον το Μούργο», αλλά ξαφνικά βρίσκεται να κρατάει στο χέρι, αντί για το σπασμένο μπουκάλι που κράδαινε μια στιγμή πριν, το κεφάλι του, ενώ στην παραδοσιακή θέση του κεφαλιού του βρίσκεται τώρα ένα φιάσκο κρασιού και μάλιστα άδειο.

Ένας άλλος, που από κεκτημένη ταχύτητα ξαπόστελνε στον Χλωμό ένα μαχαίρι, αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι τόσο το μαχαίρι όσο και το χέρι του έχουν μεταβληθεί σε μια πρασινωπή οχιά που τώρα τον κοιτάζει με ύφος όχι και τόσο φιλικό.

Οι θαμώνες ξεθυμώνουν και κατακάθονται στα τραπέζια τους.

"fado"-playing a tradicional portuguese guitar

Ο δαίμονας χαλαρώνει τη λαβή και η γυναίκα γυρίζει προς την αίθουσα για να διαπιστώσει ότι το πλήθος έχει δαμαστεί, έστω κι αν δεν καταλαβαίνει πως ακριβώς έγινε αυτό.

Χαλαρώνει κι αυτή. Χώνει το γό­νατό της ανάμεσα στα σκέλια του μαυροντυμένου και  σφίγγεται πάνω του.

Μετά τον παρασέρνει μαζί της σε μια μικρή πόρτα, στο πίσω μέρος του μαγαζιού.

Στην Ταβέρνα της Γοργόνας φαίνεται ότι οι δαίμονες είτε ξορκίζονται γρήγορα και πάνε γι άλλα αλλού, είτε γίνονται αποδεκτοί κι ενσωματώνονται στον ανθρώπινο παραλογισμό του τόπου.

Το γεγονός είναι πάντως ότι στην αίθουσα όλα μοιάζουν να ‘χουν καταλαγιάσει.

Τα κορίτσια κυκλοφορούν και πάλι ανάμεσα στους μάγκες, δυο τρία παράταιρα σώματα που περίσσεψαν από το επεισόδιο με τον Χλωμό Δαίμονα έχουν ήδη σταλεί να κάνουν παρέα στα μεταλλαγμένα ψάρια του ωκεανού  και, στο πάλκο, οι κιθάρες συνοδεύουν τώρα έναν μυστακοφόρο δεξιοτέχνη ακορντεονίστα που επιδίδεται στην εκτέλεση ενός παθιασμένου ταγκό.

Στο μικρό δωματιάκι στο βάθος, οι ήχοι του ταγκό φτάνουν ανακατεμένοι με το βουητό του ανέμου που έχει σηκωθεί και πάλι σφοδρός και σαρώνει τα μαγαζιά της αποβάθρας.

Αλλά ούτε η γυναίκα ούτε ο δαίμονας προσέχουν τον άνεμο.

Η γυναίκα έχει πια διαλέξει και τώρα έχει πάρει την πρωτοβουλία της συνάντησης. Έχει τραβήξει το κορδόνι που σβήνει τη λάμπα και το δωματιάκι φωτίζεται ελάχιστα από τις χαραμάδες της πόρτας. Το κόκκινο φόρεμα βρίσκεται στο πάτωμα μαζί με τα δαντελένια εσώρουχα και εκείνη στέκεται τώρα γυμνή, όρθια, ακουμπισμένη στην σαραβαλιασμένη πολυθρόνα απέναντι από το κρεβάτι.

Ξέρει τη δύναμή της και ξέρει τη μοίρα της.

Ξέρει ακόμη τη μοίρα αυτού του άνδρα που τόλμησε να την προσβάλει, αλλά συνάμα να τη διεκδικήσει και που είναι τώρα εκεί, μπροστά της, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ακόμη ντυμένος και με το αδιόρατο σαρκαστικό του χαμόγελο να γίνεται αισθητό παρά το ημίφως.

Η γυναίκα τον πλησιάζει και αρχίζει να τον γδύνει με αισθησιακή σοφία που θα έκανε μια βετεράνα γκέισα να αισθανθεί αδέξια γράσο-πρωτάρα (debu­tante).

Κάτω από το σκούρο κουστούμι είναι άσπρος όσο και το νταντελωτό του πουκάμισο. Είναι πιο άσπρος από οποιονδήποτε έχει γνωρίσει ως τότε, αλλά η γυναίκα δεν έχει προκαταλήψεις και ξέρει από πείρα ότι οι άνθρωποι ξεφουρνίζονται σε πλήθος ράτσες και παραλλαγές.

Τα πλευρά του ξένου είναι στενά  και παρακάτω το πέος του, στο άγγιγμά της τινάζεται και ανασηκώνεται σαν ερπετό.

Η γυναίκα για μια στιγμή σταματά έκπληκτη. Δεν της έχει ξανατύχει τέτοια αντίδραση. Το όργανο του χλωμού άντρα είναι στενό και μακρύ και παρά τη σκληράδα του ευλύγιστο.

Η έκπληξή της κρατά ένα τίποτα. Σκέφτεται: ¨Έ, και τι έγινε;¨, και το χέρι της μπαίνει κάτω από το στρώμα και ξαναβγαίνει αμέσως κρατώντας ένα μακρύ ξυράφι μπαρμπέρη.

ββ

Με μια κίνηση γρηγορότερη απ’ όσο χρειάζεται μια βρώμικη φήμη για να διαδοθεί παντού (ακόμη και χωρίς τη βοήθεια του Μουμουεδώνα) το ξυράφι επιτίθεται στο πέος και το κόβει σε δύο ισομεγέθη κομμάτια.

Ένα σιντριβάνι αίμα πλημμυρίζει το μικρό δωμάτιο.

Ή τουλάχιστον αυτή είναι η πρώτη εντύπωση, γιατί, ενώ το σιντριβάνι είναι πραγματικό, έχει δηλαδή τη συμμετρική τελειότητα μιας αναγεννησιακής φοντά­νας, το αίμα δεν είναι ακριβώς αίμα, άλλα ένα αμέτρητο πλήθος κατακόκκινες λαμπερές μύγες που αφού ολοκληρώσουν το ρόλο τους σαν σταγόνες, αρχίζουν να κάθονται παντού κατακοκκινίζοντας το μικρό χώρο.

Η γυναίκα δείχνει ξαφνικά απελπισμένη και άσχημη. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της τραβιούνται σε μια φρικιαστική γκριμάτσα κακίας, ενώ τα νύχια της μακραίνουν και το δεξί της χέρι χώνεται στο αριστερό μέρος του άσπρου στήθους του δαίμονα.

Ψάχνει, κάτι βρίσκει, και τραβιέται ξανά έξω.

Αυτό όμως που πάλλεται στην παλάμη της δεν είναι η καρδιά του άνδρα, αλλά ένα σαραβαλιασμένο μηχανικό ξυπνητήρι που, μάλιστα, αρχίζει ξαφνικά να κουδουνίζει μ’ έναν εξοργιστικά κοροϊδευτικό ήχο.

«Πάκο, Πακίτα», φωνάζει υστερικά η γυναίκα.

Ο Δαίμονας έχει τώρα σηκωθεί και ξαναφοράει το παντελόνι του χώνοντας μέσα και το κομμάτι του πέους που περίσσεψε.

Η φωνή του είναι λεπτή, ένρινη, αλλά ήρεμη.

«Μη φωνάζεις άδικα», της λέει. «Οι δύο κοντοστούπηδες βοηθοί σου, γυρίζοντας από το θέλημα που τους έστειλες, παρασύρθηκαν από μια ριπή απροσδιοριστίας και τώρα υπολογίζω ότι πρέπει να έχουν εξοκείλει σε  κάποια βραχονησίδα στη μέση του ωκεανού».

«Πάκο, Πακίτα, θα σας γδάρω τέρατα», εξακολουθεί να ουρλιάζει η γυναίκα.

«Μη τα βάζεις μαζί τους Σιγκουάπα. Οι κοντοπίθαροι, σου είναι πάντα πιστοί. Μάλιστα, πριν τους τύχει αυτή η μικρή αναποδιά, πρόλαβαν και ξαπόστειλαν  στα βάθη του Ωκεανού το τελευταίο σου θύμα, τον καταβροχθιστή δασών από τη ζούγκλα».

Εκείνη ακινητοποιείται. Γυρίζει, τον παρατηρεί προσεκτικά. «Δεν ξέρω τι μου λες», λέει.

Ο Δαίμονας τραβάει το σκοινάκι και ο λαμπτήρας φωτίζει  και πάλι το δωμάτιο, ενώ οι κόκκινες μύγες εξαφανίζονται. Μετά την κοιτάζει από τη κορυφή ως τα νύχια.

Η γυναίκα είναι πάντα γυμνή και είναι και πάλι εκπληκτικά όμορφη.

Ο λαιμός της, τα στήθη της, η κοιλιά της, οι μηροί της, οι γάμπες της  δεν είναι απλά τέλειες. Τέλειες ανατομίες μπορείς να βρεις κάθε μέρα, σε κάθε φτηνό περιοδικό γεμάτο μοντελάκια των τρεις κι εξήντα.

Είναι κάτι παραπάνω: είναι ελκυστικές κι αυτό είναι που μετράει, για όλους, ακόμα και για το δαίμονα που την παρατηρεί με θαυμασμό.

Μετά τα μάτια του καρφώνονται στα πόδια της.

Εδώ υπάρχει το Σημάδι.

Της το δείχνει για να την κάνει να καταλάβει ότι αυτός ξέρει και ότι οι διαμαρτυρίες της είναι περιττές.

Η Όμορφη έχει δύο πόδια αριστερά, άρα η Όμορφη είναι η Σιγκουάπα.

Η Σιγκουάπα, η Δαιμόνισα που εκδικήθηκε για αιώνες τη θρασύτητα των ανδρών, η ακαταμάχητη Λάμια που μπορούσε να πάρει την όψη και τον ξεχωριστό χαρακτήρα της γυναίκας που ο κάθε άνδρας ονειρεύεται, πριν τον μακελέψει.

Η εκδικήτρα που όμως, μόλις πήραν το πάνω χέρι οι μοντέρνες μάγισσες, εκείνες που πάλευαν τους άντρες με τα δικά τους αρσενικά μέσα, αποσύρθηκε πεισμωμένη στα δάση του Αμαζόνιου.

Όμως δεν στέριωσε ούτε εκεί η Σι­γκουάπα. Πρόσφατα έφτασαν και στα τελευταία παρθένα δάση οι καταβροχθι­στές δασών με τις αδηφάγες μπουλντόζες τους.

Και η Σιγκουάπα κατηφόρισε στη παραλία πιο απελπισμένη κι οργισμένη από πριν.

Αυτήν αναζητούσε ο Σος Μορς, μεταμφιεσμένος σε κοσμοπολίτη μεγαλομέτοχο για να μην τον εντοπίσουν οι παλαι­οδαίμονες.

φγ

Η αποστολή του είναι να της εξηγή­σει την σοβαρότητα της κατάστασης, να  την προσηλυτίσει και να την πείσει να περάσει στο νεοδαιμονικό στρατόπεδο.

Στο γενικό επιτελείο των Νεοδαιμό­νων είχαν καταλήξει ότι οι τελευταίες επιχειρήσεις δεν πήγαιναν και τόσο καλά επειδή, όντως, από τους νεωτεριστές  έλειπε μια επαρκής δόση πάθους. Μετά έψαξαν στα αρχεία για να δουν αν υπήρχε κανένας παθιασμένος δαίμονας που να μην είχε ήδη προσχωρήσει στους αντίπαλους. Εκεί ο Μανατζέριους και ο Ελεκτρόνικους ανακάλυψαν τη Σι­γκου­άπα με τα δυο αριστερά πόδια.

Υπήρξαν βέβαια μερικές μουστακο­φόρες νεοδαιμόνισες, σπονσόρισες του τέταρτου και του πέμπτου φύλου, που είχαν κάποιες αντιρρήσεις και που δήλωσαν ότι θεωρούν τη Σιγκουάπα ξεπερασμένη, αν όχι κάπως ύποπτη για μανι­χαϊκό σεξιστικό αυθορμητισμό. Όμως οι ενστάσεις αυτές τελικά ξεπεράστηκαν, ο Μουμουεδώνας έδωσε τη συγκατάθεσή του, και ο Σος Μορς ξεκίνησε για το νότιο ημισφαίριο.

Νάτος λοιπόν τώρα που (ύστερα από ένα συνηθισμένο δαιμονικό σκέρτσο από εκείνα που συνηθίζονται ανάμεσα στα ξωτικά γιατί τα διασκεδάζουν και τους επιτρέπουν να αλληλοαναγνωρίζονται πέρα από κάθε αμφιβολία), προσπαθεί να εξιστορήσει στη Σιγκουάπα τις τελευταίες εξελίξεις, (σύμφωνα πάντα με τη νεοδαιμονική εκ­δοχή) και να της εξηγήσει γιατί θα έπρεπε να μπει στον αγώνα με το μέρος των Νεωτεριστών.

Ο Μορς επιμένει ιδιαίτερα στα νεώτερα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η Ιστορική Πτώση και το κατρακύλισμα των δαιμόνων στα κάτω πατώματα, δεν οφειλόταν ακριβώς στην περίφημη Μεγάλη Παλαιά Ανταρσία! (ΜΠΑ!), αλλά ήταν το αποτέλεσμα της παρενόχλησης των θνητών γυναικών από τους ερωτύλους παλαιοδαίμονες.

Η κουβέντα ανάμεσα στην Σι­γκουάπα και τον Σος Μορς κράτησε μια ολόκληρη μακριά νύχτα, κατά τη διάρ­κεια της οποίας ο κιτρινοκόκκινος τυφώνας της Ανατολής έφτασε μέχρι την Μπαία και σάρωσε πέρα ως πέρα την Ακτή, μη αφήνοντας τίποτα όρθιο εκτός από το δωματιάκι όπου γινόταν η συνομιλία.

Το πρωί, η Σιγκουάπα ακολού­θησε τον Σος Μορς στις προστατευμένες περιοχές.

Νύχτα έκτη

… Τη νύχτα εκείνη όλες οι δευτερότοκες χελώνες καρέτα- καρέτα βγήκαν από τα αυγά τους και άρχισαν να κολυμπούν σε πελάγη ευτυχίας με το καύκαλό τους διακοσμημένο με φωτεινές διαφημιστικές επιγραφές σε ακατανόητη διάλεκτο…

Ίσως γι αυτό κανένας δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή.

Την ίδια νύχτα, όσοι λέο­ντες επιζούσαν ακόμη, απέκτη­σαν χαίτη με χωρίστρα στη μέση και λαμέ μες, ενώ, χωρίς κανέ­νας να το προσέξει, οι χαμαι­λέοντες ανακηρύχτηκαν βασιλείς της ζούγκλας.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένας αλλιώτικος παπάς (ή μάλλον δύο)

Posted by vnottas στο 27 Ιουνίου, 2013

Είναι και οι δύο ήρωες αφηγήσεων. Ο ένας, ο Παπακότσυφας,  πρωταγωνιστεί μαζί με την Χαρίκλεια, γυναίκα του λαού, ελευθερόστομη, μαγκίτισσα και χορευταρού στο αφήγημα του Αντώνη Κακαρά ¨Η Χαρίκλεια των Πατησίων¨.

Ο άλλος ιερουργεί στους στίχους του τραγουδιού του Μπρασένς ¨Η λειτουργία για τον κρεμασμένο¨.

Larissa_1

(Η φωτογραφία είναι παρμένη από εδώ)

Σας τους προσφέρω στη σημερινή ανάρτηση και τους δύο μαζί, σε ενιαία συσκευασία, καθώς με παρέπεμψαν συνειρμικά ο ένας στον άλλο, ενώ και οι δύο μαζί μου προκάλεσαν κάποιες σκέψεις για τον ¨εκσυγχρονιστικό¨ μεταμοντέρνο αντικληρικισμό που μοιάζει να είναι της μόδας, αλλά αυτές τις σκέψεις θα σας τις εξομολογηθώ μια άλλη φορά.

Σημείωση: Για να είμαι όσο γίνεται ειλικρινής, δεν έχω επαρκές δείγμα, ούτε προσωπική βιωματική επαφή με τον χώρο της οργανωμένης πίστης, για να αποφανθώ με σιγουριά ότι οι δύο εν λόγω ιερείς είναι όντως αλλιώτικοι. Μπορεί και να υπάρχουν -και όχι μόνο αφηγηματικά- περισσότεροι παπάδες τόσο ανθρώπινοι όσο ετούτοι οι δύο. Το εύχομαι.

Ας αρχίσουμε με τον Παπά του Κακαρά, καθώς εξομολογεί την Χαρίκλεια και μετά θα περάσουμε στον παπά του Μπρασένς

images (5)

Αντώνης Κακαράς Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ

(Η λαϊκή σοφία στην υπηρεσία του αντικαπιταλισμού)

Σύντρεχε τους αδυνάτους ως και τους μη έχοντες… υπηρετούσε αγογγύστως τους κατά μόνας ζώντες υπερήλικες, καθύβριζε τους πολλά έχοντες κακούς νυν και τέως άρχοντες και τους αφεντάδες τους ως συντελεστές των δεινών της κρίσης και του καπιταλισμού και μια φορά το χρόνο τραβούσε να εξομολογηθεί στον παιδικό της φίλο!
Δε γίνεται επομένως να ξεφύγουμε απ’ τη συγκεκριμένη φιλενάδα της Μενεμένης, χωρίς να μνημονεύσουμε τουλάχιστον ένα από τα καθημερινά επεισόδια μπρος στα οποία ωχριούν οι λάτρεις του είδους και οι κυρίες που ασμένως πλην ματαίως προσπαθούν ν’ αποκτήσουν προφίλ ανάλογο της Χαρίκλειας, καθόσον έχει πέραση βεβαίως βεβαίως, ιδίως εις την υψηλήν αποκαλούμενη κοινωνία!
Πού πας πάλι βρε κερατά, φασίστα, έκραξε το γιο της σαν της μοστράρισε γκόμενα για πρώτη φορά, πού πας να μη χέσω τον πατέρα της άλλης που σε ξεμυάλισε, ακόμα δεν άρχισες να την παίζεις βρε ξεκαπίστρωτε και μου θες γυναίκα, έλα δω γαμώ τη μάννα της πουτάνας της φιλενάδας σου, φάε βρε πρώτα το ρυζόγαλο να ψηλώσεις, ακόμα δε σου σηκώνεται και μου θέλεις τσιβιτζιλίκια βρε τζουτζέ, και πήγες, αντίχριστε, και βρήκες την κόρη του χαφιέ, δε μπορούσες να πηδάς βρε μούλε τη θυγατέρα του Παπακότσυφα, να με σχωρνάει τζάμπα ο γονιός της τουλάχιστον, που ‘ναι και χαμηλοβλεπούσα του κατηχητικού θηλυκό, αμαρτωλέ, ρουφιάνε!!
Η Χαρίκλεια είναι αυτή, η χορευταρού και γλεντζού άμα λάχει, να σηκώνει τέτοιο κέφι δηλαδής που οι μαγαζάτορες της κράταγαν τραπέζι έτσι κι αλλιώς μη τυχόν εμφανιστεί και δε διαθέτουν εύκαιρο. Έδωσε τελευταία χαρούμενη νότα και πυρπόλησε τους χαροκόπους στο γάμο του κανακάρη της Καριωτίνας, αυτουνού ντε που ‘κανε το σταυρό του ανάποδα ενώπιον της αγίας τραπέζης, του τέμπλου, του ιερέως, του δισκοποτηρίου, του ευαγγελίου… τόσο θρησκευόμενο είναι το παιδί, ο δε ιερουργών (ευτυχώς ή δυστυχώς) δεν πήρε χαμπάρι τίποτε, αλλιώς θα τον πέταγε το γαμπρό έξω, εκεί που λέτε στο επακολουθείσαν δείπνο έριξε η καλή σου μια ζεϊμπεκιά όλη δικιά της, καλά να ‘ναι η φιλενάδα ν’ αγωνίζεται ποικιλοτρόπως, όπως πάντα να πούμε, το καλό να λέγεται!
Εν τούτοις παμπατησιακώς είναι γνωστή ως ακροθιγώς θεοσεβούμενη, καθόσον κράταγε και την πισινή εξομολογούμενη ώστε μεταλαβαίνει πότε πότε, αλλά κατ’ αυτάς ήταν που την περίμενε στη γωνία ο αρμόδιος ιερεύς, συμμαθητής της απ’ το Δημοτικό ο δόλιος, και της τα ‘ψαλλε κανονικά, Εκατό μετάνοιες, καθόρισε την ποινή τελειώνοντας τις αυστηρές συστάσεις σε πλάγιο δεύτερο, τρεις λειτουργιές για την ψυχή της μάνας σου κι ένα τραπέζι με βετούλ απ’ το χωριό, συμπλήρωσε μάλλον γρήγορα, το νου σου όμως, ολόκληρο κι όχι μισό σαν πέρσι, πρόσεξε Χαρίκλεια, Μα είσαι καλά Τσότρα, εκατό μετάνοιες για δυο μαλακίες που πέταξα στο βλαστάρι μου, ξέχνα τις, εδώ δεν τη νοιάζει την Παναγία για τους δικούς Της μπελάδες, τόνισε σταυροκοπούμενη, θ’ ασχολείται με τον κανακάρη μου τον άχρηστο, αν ήθελε ας τον έφτιαχνε καλύτερο, τι Παναγία είναι και μάλιστα Θεομήτορα, ξέχασες βρε πρόπερσι που με χρέωσες πάλι ολόκληρο ζυγούρι για το γιό της το Χριστό, και δε μου λες Πάτερ….
Πάτερο στην γκράνα σου Χαρίκλεια, δεν κάνω πίσω με τίποτα, αλήθεια μωρή, τι πέταξες του πουτσαρά σου για τη Μαριγούλα μου, φιλιότσα σου κιόλας κολασμένη, έ κολασμένη, πηδιούνται βρε τα πνευματικά αδέρφια, έ, πηδιούνται, θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, πώς με παρασέρνεις και κολάζομαι, άθλια, δαιμονισμένη! Παπά να μη χάνω ώρα τζάμπα, φταίω γω που ‘ρθα να ξομολογηθώ, κατάλαβες και με περνάνε για μόρτισσα τη μαλάκω και κάθομαι και στα λέω χαρτί κα καλαμάρι το όρνιο, Δε χρειάζεται το μυστήριο για να μαθαίνω τα καθέκαστα στην ενορία μου, πέταξε ο ιερεύς κι έδειχνε ελαφρώς θιγμένος, αν το πας έτσι… Ααα, σου τα σφύριξε κείνη η σκρόφα του χαφιέ έ, αυτή σου τα ‘πε και συ καθόσουνα τ’ άκουγες και μου παριστάνεις το φίλο, δόλιε ρασοφόρε, θα σε μάθω γω υποκριτή, Εξομολόγηση ήταν αναιδεστάτη, και ποιος σου ‘πε μωρή να βρίζεις το βλαστάρι σου κι από κοντά και το δικό μου έτσι, πες μου ποιος, Γιατί να μην τον βρίζω το μαλάκα, εγώ κοιλοπόναγα, αν του κοτάει αλλουνού ας τον βρίσει, άκου «αναιδεστάτη» ο γραμματιζούμενος, μπράβο εξέλιξη, όσο για το κορίτσι ξέρω γω τι λέω!!
Και βρήκες βρε γλωσσοκοπάνα την ευκαιρία να τα λες να σ’ ακούσει ο γείτονάς σου ο κόπανος και δω μέσα ένα σωρό όσιοι, Καλό έ, με παραδέχεσαι, δε με παραδέχεσαι, σε ρωτάω, καλέ οι δυο μας είμαστε χαζούλη, πες μου…
Χαρίκλεια κόφτο, είπα και ελάλησα εκατό μετάνοιες… Μη με πρήζεις μεγάλε γιατί θα σε βάλω να λαλήσεις κανονικά, θα κάμω δέκα κι άμα με πονέσουν τα γόνατα σταματάω, Ά έτσι έ, παζάρια με το Θεό, στ’ άλλο όμως δε σε πονάν τα γόνατα, Άλλατις εκδηλώθηκε, βρε άντε από δω που θα πεις τώρα πως εκπροσωπείτε Θεό, μη χέσω, και καλά σένανε σε παραδέχομαι, έκανες και το γλυκό μου το βαφτιστήρι κι ας το παίδεψες στο κατηχητικό, ευτυχώς το πουλάκι μου τις κάψες του τις έχει, πέταξες πονηρούλη και πέντε έξη μούλικα δεξιά αριστερά…
Χαρίκλεια, σταμάτα λέω, Γιατί βρε μπούφο, άσχημα έκανες, και δε μου λες, δε μου λες Τσοτράκη μου, στα γόνατα τις είχες κι αυτές για μετάνοιες έ, Σύνελθε σου λέω βρομόστομα, ακούνε κι οι άγιοι, Άστους ν’ ακούνε, ξέρουν πολλά κι αυτοί, αμ δε, εσύ βρε χαζέ γιατί τσαντίζεσαι με τα παιδιά που φυτεύεις, κακό είναι, άσε που βοηθάς στο πρόβλημα λαϊκής ανάπτυξης, Σιγά μη βοηθάω στο πρόβλημα λαϊκής πολιτοφυλακής, πληθυσμιακό λέγεται αγράμματη, Μη με λες εμένα αγράμματη Παπακότσυφα, γιατί θα σε περιλάβω να μη σε πλένει ο Κουραδάς στα Χάνια χειμωνιάτικα, πρόσεχε, Χαρίκλεια έλεος, σ’ εξομολόγηση είμαστε, όχι στο σπίτι σου και κόφτο αυτό το Παπακότσυφα, Χαϊδευτικά καλέ το λέω, γιατί ψέλνεις και τραγουδάς ωραία, όσο για τ’ άλλο που πέταξες τι πάει να πει δηλαδής, το σπίτι μου είναι εκκλησία για μένα και μην το συγκρίνεις με το κουβούκλιό σου της αμαρτίας, στην εξομολόγηση ακούγονται τα αίσχη του κόσμου, δε βλέπω κάνα μυστήριο πουθενά έξω απ’ το μαύρο σκοτάδι εδώ μέσα, ενώ στο κονάκι μου είν’ όλα καλά, ανθρώπινα και φωτεινά, λοιπόν να τελειώνουμε, έχω να πάω και για ούζα στου Καραβά, το χρονιάρικο που ‘πες εν τάξει αλλά μισό και θα το φάμε μσακό, για χάρη σου βρε θα το κάμω φρικασέ, θα δεις, κι οι μετάνοιες δέκα όπως συμφώνησες και πολλές σου ‘ναι, τελεία και παύλα μην τις κόψω κι αυτές.
Έλα μωρέ φιλενάδα, εγώ που σ’ αγαπάω, γιατί μαθαίνουν που σου κάνω σκόντο και μου ζητάνε τα ίδια, στο τέλος δε θα με υπολογίζει κανένας, και δε μου λες ποιος είν’ αυτός με τα ούζα, πώς τον είπες, μπας κι είν’ ενορίτης μου και δεν τον ξέρω, Κόψε το ψαλτήρι μεγάλε, αυτός είν’ άθεος κι έχει την ησυχία του μ’ όλους τους υπεράκτιους αγίους σου αν θες να ξέρεις… κοίτα δω και μην ξινίζεις, όσο για τ’ άλλο που φοβάσαι μη μαθαίνουν οι θεούσες το σκόντο που μου κάνεις, τι σε νοιάζει βρε, παπάς δεν είσαι, καλέ στ’ αρχίδια σου, σχώρα με Παναγία μου, Άααα Χαρίκλεια λέω, Λοιπόν τέρμα, με παρασέρνεις με τις κλάψες και … αμαρτάνω, έφυγα, τέλος είπα και σε καρτεράω με τη δικιά σου στη Χάρη της … δεκαπέντε κιλά βρε κολασμένε φαγά, πώς θα το καταφέρουμε;
Τυχεροί οι ωτακουστές τέτοιας εξομολόγησης της μαγκίτισσας των Πατησίων, άπαξ ετησίως παίζεται η παράσταση και με κάθε σοβαρότητα, σας το υπογράφουμε πως συνωστίζονται υψηλόβαθμοι παρατρεχάμενοι του Υψίστου κάθε κατηγορίας και Τάξεως, όσο πυκνές κι αν είναι οι απολαύσεις τους από ακούσματα και θεάματα παντός είδους, αόρατοι που ‘ναι οι τσαχπίνηδες παρέα με ερμαφρόδιτα αγγελάκια, το γλεντάνε με τη Χαρίκλεια, ακούστε που σας λέω!
Είναι γλεντοκόπος, πιστός φίλος, ακέραιος και συνειδητός ιερέας, με κατανόηση χωρίς τέλος καθόσον γνωρίζει από κόσμο ο Παπακότσυφας, είναι άνθρωπος και για τον κοσμάκη μοχθεί, κρατάει τις ισορροπίες με τους ουρανούς και τις συνειδήσεις όχι τόσο των αμαρτωλών όσο των αγίων, καθώς έτσι που τους έχουν πλάσει οι μεγαλοσχήμονες της επίσημης εκκλησίας και κάθε εκκλησίας, δεν είναι όλοι τους άξιοι για να δεις προκοπή μαζί τους, ενώ εκείνοι του καλού ιερέα μας και των ομοίων του μάλιστα, είναι ανθρώπινοι, είναι τρυφεροί, είναι καλοί και σχωρνάνε! Το ξέρει αυτό η Χαρίκλεια και τα ‘χει καλά μαζί τους και με τον μεσάζοντα το δικό της παπά ακόμα καλύτερα, κι έτσι κρατάει καθαρό το μίγμα θρησκείας και λαού, αλλιώτικα τίποτα δε θα ‘χε σωθεί σε τούτον τον τόπο. Καθόσον τέλος δεν έχουν τα ρωμαϊκά φαγοπότια με τα Βατοπαίδια και τα μεγαλοπιάσματα των ρασοφόρων εξωχώριων αρχικαλόγερων μετά των ομοτράπεζων υπουργών λαμόγιων… και λοιπά;
Συμμετέχει λοιπόν ο καλός μας ποιμένας στα τραπεζώματα της Χαρίκλειας αλλά και άλλων που τα περιλαμβάνει στις τιμωρίες ανάλογα με το εύρος των αμαρτιών και άντε να τα βγάλεις πέρα εκατέρωθεν. Πάντως η εν λόγω, και ως γνήσια δημοκράτισσα από τα γεννοφάσκια, μεγάλωνε τα παιδιά της μάλλον υποδειγματικά, ανεξάρτητα απ’ το βρισίδι που στόχευε πολλαπλώς κι όχι μονάχα τα βλαστάρια της, όπου η μόνη επίπτωση ήταν να προσπαθούν να την αντιγράψουν όπως η θυγατέρα της Φροσάρας της γειτόνισσας κι άλλοι πολλοί ακόμα!.
Συνεχίζει η αδάμαστη Κυρία την εκφορά λόγου με την εξέλιξη της γλώσσας εμπλουτιζόμενης με νέες λέξεις και έννοιες που αποδίδουν τα δρώμενα και των ανθρώπων τα καμώματα ως και όσα καινοφανή συμβαίνουν και προκύπτουν, ου μην αλλά και της τρισκατάρατου κρίσεως και δη των προκαλούντων ταύτην, αμήν.

*

images (8)

Η λειτουργία για τον κρεμασμένο

Στίχοι του Ζορζ Μπρασένς, (1976) που σας μεταφράζω προσπαθώντας να κρατήσω την ομοιοκαταληκτική μορφή (ως κάποιο σημείο).

Φανατικέ αντικληρικέ

Παπαδοφάγε βουλιμικέ

Η ομολογία αυτή μου στοιχίζει,

αλλά θα σου πω πως οι παπάδες

δεν είναι όλοι κενοί φαφλατάδες

και ο δικός μας, θα δεις, ξεχωρίζει.

*

Όταν ο έξαλλος όχλος με μία τριχιά,

χωρίς τύψεις, χωρίς να δικάσει,

κρέμασε κάποιον στην βελανιδιά,

τότε ο παπάς μας,  χωρίς να διστάσει,

φώναξε πως του θανάτου η ποινή

σε θάνατο πρέπει να καταδικαστεί.

*

Μετά,  παράξενη τελετουργία,

πρόσφερε πρόσφορα και  Ευχαριστία

στης εκκλησιάς  τους μικρούς σπουργίτες 

και με της αγιαστούρας το άγιο νερό

να διώξει πήγε τον οξαποδώ

του αγρού βαφτίζοντας τις μαργαρίτες.

*

Τα μανίκια μετά ανασηκώνει,

το καλό θυμιατήρι υψώνει

και γεμάτος με άγια οργή,

την εξόδιο λειτουργία τελεί,

για εκείνον που τώρα αιωρείται

πέντε μέτρα επάνω απ’ τη γη.

*
Το μυστήριο αυτή τη φορά

ετελέσθη για χάρη ενός φουκαρά

και στο ρόλο του Ιησού Χρηστού,

οι τουρίστες μπορέσαν να δουν κρεμασμένο,

το κορμί ενός αμαρτωλού

από τον δικό μας παπά, ευλογημένο.

*

Όταν γκρινιάζουμε στο χωριό,

σαν λέμε ¨κάτω το καλυμμαύχι¨

που μας εκάθησε στο λαιμό,

οι συγχωριανοί μου οι άλλοι κι εγώ,

δεν είναι μ’ αυτόν που έχουμε άχτι,

δεν είν’ αυτόν που ’χουμε στο μυαλό.

*

Αντικληρικοί φανατικοί

Παπαδοφάγοι βουλιμικοί

Σαν καταβροχθίζετε αχνιστούς

παπάδες, διάκους κοκκινιστούς,

κανείς ας μην είναι  -βρείτε τον τρόπο-

από τον δικό μου τόπο.

12 - le pendu

Το τραγούδι 

Η απόδοση στα ελληνικά

La messe au pendu

Anticlérical fanatique
Gros mangeur d’écclésiastiques,
Cet aveu me coûte beaucoup,
Mais ces hommes d’Eglise, hélas !
Ne sont pas tous des dégueulasses,
Témoin le curé de chez nous.

Quand la foule qui se déchaîne
Pendit un homme au bout d’un chêne
Sans forme aucune de remords,
Ce ratichon fit scandale
Et rugit à travers les stalles,
«Mort à toute peine de mort!»

Puis, on le vit, étrange rite,
Qui baptisait les marguerites
Avec l’eau de son bénitier
Et qui prodiguait les hosties,
Le pain bénit, l’Eucharistie,
Aux petits oiseaux du moutier.

Ensuite, il retroussa ses manches,
Prit son goupillon des dimanches
Et, plein d’une sainte colère,
Il partit comme à l’offensive
Dire une grand’ messe exclusive
A celui qui dansait en l’air.

C’est à du gibier de potence
Qu’en cette triste circonstance
L’Hommage sacré fut rendu.
Ce jour là, le rôle du Christ(e),
Bonne aubaine pour le touriste,
Eté joué par un pendu.

Et maintenant quand on croasse,
Nous, les païens de sa paroisse,
C’est pas lui qu’on veut dépriser.
Quand on crie «A bas la calotte»
A s’en faire péter la glotte,
La sienne n’est jamais visée.

Anticléricaux fanatiques
Gros mangeur d’écclésiastiques,
Quand vous vous goinfrerez un plat
De cureton, je vous exhorte,
Camarades, à faire en sorte
Que ce ne soit pas celui-là.

images (7)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Περί κηφήνων (και πάλι)

Posted by vnottas στο 25 Ιουνίου, 2013

images (3)
Tον περασμένο Απρίλη είχα αναρτήσει ένα ποιητικό κείμενο του Νίκου Μοσχοβάκου με τίτλο: ¨Ο βίος και η πολιτεία ενός σωστού κηφήνα¨. Εκτός από τη γραφή του Νίκου, μου άρεσε και ο ήρωας (το παρεξηγημένο έντομο) και σας είχα μάλιστα προτρέψει, αν έχετε κάποιο αφήγημα σχετικό με κηφήνες, να μου το στείλετε για δημοσίευση.

Εν τέλει είχα εγώ ένα μικρό τέτοιο κείμενο, δημοσιευμένο στο μυθιστόρημά μου ¨ΜΠΑ!!!¨ (μια ιστορία φαντασίας που εκδόθηκε τον Οκτώβρη του 2002 και που θα αποτολμούσα, μετά τα όσα μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα, να χαρακτηρίσω ως αρκούντως ¨προφητική¨).
Συγκεκριμένα στο πέμπτο μέρος (σελίδες 301-355, τίτλος: Διακόπτουμε για αποδομήσεις, απορυθμίσεις, αποσυνθέσεις και αποσαρθρώσεις), όπου οι εξαποδώ, ανταγωνιζόμενοι μεταξύ τους, ετοιμάζονται να εκτελέσουν το δαιμονικό τους καθήκον, υπάρχουν στο τέλος κάθε επιμέρους κεφαλαίου επτά μικρά ένθετα κείμενα, έξω από την άμεση πλοκή. Ένα από αυτά, εκείνο που παρατίθεται αμέσως μετά την εξιστόρηση των όσων συμβαίνουν την Δεύτερη Νύχτα, μιλάει για κηφήνες και έχει ως εξής:

αρχείο λήψης

Νύχτα δεύτερη
… Τη νύχτα εκείνη στα πίσω διαμερίσματα των κυψελών συνήλθε μυστική γενική συνέλευση των κηφήνων.
Η τελική απόφαση πάρθηκε με σχετική πλειοψηφία γιατί υπήρξαν πολλές αποχές, αλλά αυτό, σε μια συνέλευση κηφήνων, είναι κάτι το αναμενόμενο.
Αποφασίστηκε ότι ήρθε ο καιρός να μπει μια νέα τάξη στο σμήνος και να παρθούν τα απαραίτητα εκσυγχρονιστικά μέτρα που θα κατέβαζαν τον πληθωρισμό και θα ανέβαζαν την (ανά κεραία) παραγωγική ικανότητα της κυψέλης.
Οι κηφήνες από την επόμενη μέρα θα σταματούσαν να το παίζουν κηφήνες και θα άρχιζαν να συμβάλουν ενεργά στις παραγωγικές διαδικασίες, έτσι ώστε να σταματήσει η δυσφημιστική εκστρατεία που εδώ και πολλά χρόνια τους περιγελούσε και τους υποβάθμιζε κοινωνικά.
Και εάν αυτό σήμαινε ότι, ταυτόχρονα, θα έπρεπε σταματήσουν να το παίζουν ¨ματσό¨ στο παραδοσιακό ανοιξιάτικο παιχνίδι, ε, υπομονή!
Θα το έκαναν κι αυτό.
Αυτοί μπορούσαν να ζήσουν και χωρίς αυτήν την απαρχαιωμένη τελετή που οι ξεθεωμένες οι εργαζόμενες ετοίμαζαν όλο το χρόνο.
Εννοούσαν το μοναδικό πανηγύρι κατά τη διάρκεια του οποίου αυτές, οι φανατικές εργασιομανείς, τους έδιναν κάποια προσοχή. Εκείνο όπου παρατάσσονταν όλοι στην αφετηρία και, όταν το αυταρχικό, φιλόδοξο και ειδικά εκπαιδευμένο θηλυκό ξεπεταγόταν και κουνώντας πέρα δώθε τον κώλο της, έπαιρνε τον ανήφορο βουίζοντας και κάνοντας τάχα ότι δε τα θέλει, αυτοί ορμούσαν όλοι μαζί ποιος θα την πρωτοπηδήξει, με αποτέλεσμα, στο τέλος, ο καλύτερος και πιο πηδηχταράς κηφήνας να πηδάει μεν, πλην όμως να γίνεται ταυτοχρόνως και απαρεγκλίτως μακαρίτης.
Είπαν: από δω και μπρος φτάνει!
Τέρμα με τις φιγούρες και τους επικίνδυνους φαλλοκρατικούς ελιγμούς. Τέρμα με τα σοβινιστικά καμώματα που στο τέλος βγαίνουνε σε βάρος μας.
Από δω κι εμπρός κηφήνας θα σημαίνει εργασία και οργάνωση, υγιής ανταγωνισμός και χαριτωμένη επιχειρηματική πρωτοβουλία, όχι σκουντιές και αγκωνιές πίσω από το οπισθόβουλο κεντρί των θηλυκών.

Οι επιπτώσεις και οι παρενέργειες του εκσυγχρονισμού των κηφήνων πάνω στον κόσμο των ¨Χα!¨ Σάπιενς, έγιναν αισθητές αρκετά αργότερα.
Όταν οι μετοχές της μελισσοκομικής βιομηχανίας πήραν τον κατήφορο μόλις έγινε αντιληπτό ότι στις κυψέλες έπεσε οριστική δημογραφική παρακμή.
Ύστερα στην κατρακύλα παρασύρθηκε ολόκληρη ή η βιομηχανία των γλυκισμάτων με αποτέλεσμα μία εκτεταμένη επιδημία υπογλυκαιμίας.
Μετά, καθώς στο χρηματιστηριακό παιχνίδι μπήκαν σωρηδόν οι διεθνείς κερδοσκόποι, ακολούθησε η κρίση των τροφίμων που θα έμενε γνωστή ως η περίφημη Κρίση του Μέλιτος, η πρώτη χρηματιστηριακή κρίση πραγματικά μεγάλης κλίμακας της Νέας Εποχής…

Ape_regina1

Τον πίνακα τον πήρα από το ιστολόγιο του ζωγράφου Έντι Μπρανκολίνι

Posted in ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Αντώνης Κακαράς ¨Η Νιέλλα που δεν τρώει τα χόρτα¨

Posted by vnottas στο 22 Μαΐου, 2013

Τον Αντώνη Κακαρά δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Ανακάλυψε το Ιστολογοφόρο ψάχνοντας για ποιητικό έργο του κοινού φίλου Νίκου Μοσχοβάκου και μου έστειλε το κείμενο που αναδημοσιεύω παρακάτω μαζί με καλά λόγια για τη Θεσσαλονίκη.

Ο Αντώνης Κακαράς είναι πρώην Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού που γράφει: κείμενα ιστορικά, επικεντρωμένα στην περίοδο της δικτατορίας και την αντιστασιακή δράση του ναυτικού, αλλά όχι μόνο. Στο παγκόσμιο χωριό του διαδίκτυου  έχει δικό του επώνυμο στέκι,  ενώ αφηγήματά του έχουν εκδοθεί από τον Παπαζήση

(Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία εδώ)

 Με χαρά αναρτώ ένα από τα λογοτεχνικά του κείμενα.

61784

Η Νιέλλα που δεν τρώει τα χόρτα

Είναι δεν είναι σαράντα κιλά, μάτια σκούρα, όλο θαμπάδα, μυωπικά, γλυκά, πίσω από κάτι φακούς που τα γιγαντώνουν κι έτσι σαν σε κοιτάζει κατ’ ευθείαν (πάντα ευθεία σε κοιτάζει η Νιέλλα),  οπότε τα χάνεις, πόδια χέρια τσάκνα, βυζιά ανύπαρκτα, κάτι ρογίτσες μόλις ραμφίζουν τη μπλούζα ορίζοντας απλά τις θέσεις τους.

Φάε Νιέλλα να μεγαλώσουν τα βυζιά σου, Όκι, Γιατί Νιέλλα όκι, Ντεν τέλει, τι να κάνω τα μπυζιά, να τα τραβάει ο κατένας, Φάε Νιέλλα τη μπριτζόλα γαμώ το κέρατό μου γαμώ, θα τα βάλει με μένα η μάνα σου, Όκι, Φάε τυρί, Ντεν τέλει τυρί, Φάε γαμώ την κοινωνία μου ότι θες, ορίστε φάε αρνάκι, χορτάρια, Όκι κορτάρια όκι αρνάκι, Δεν έχετε Νιέλλα στη Βουλγαρία χορτάρια, γιατί δεν τα τρως, Έκουμε απ’ όλα και φέντα καλύντερη από την ντική σας και αυτό το αρνί είναι μπουλγάρικο, όλα είναι μπουλγάρικα, εσείς ντεν μποσκάτε πια, Θα είσαι άρρωστη, άκου η βουλγάρικη φέτα καλύτερη απ’ την ελληνική, δε σφάξανε Νιέλλα , Ναι καλύτερη και σφάξανε όλο μπουλγάρικα, το λένε οι ντικές σας ειντήσεις, Τι κάνεις στην μπριτζόλα Νιέλλα , γιατί κόβεις όλα αυτά τα κομμάτια γαμώ το κέρατό σου, Όλο κέρατα γκαμάς, αν έκεις κέρατο  ντεν μπορείς να το γκαμήσεις και στο πιάτο μου κάνω εγκώ κουμάντο και μη με μπρήζεις, ντεν τα ξανάρτω…

Ρε κορίτσι μου εγώ στα λέω αυτά για να κάνεις κάποια πιασίματα επιτέλους, κορίτσι παντρειάς που ‘σαι, να στρογγυλέψει λιγάκι ο κώλος σου ρε Νιέλλα που ‘ναι πιο επίπεδος κι απ’ τον δικό μου που μου πέφτουν τα παντελόνια, Εμένα ντεν μου πέφτουν τα παντελόνια κι ο γκώλος μου είναι και πολύ ωραίος και στη ντέση του, και άκου, εγκώ ντεν είμαι κορίτσι μπαντρειάς, είμαι απλά γκορίτσι, Μα πώς θα βρεις έστω γκόμενο, Γκόμενο είχα και μου τράμπαγε τα μπυζιά μου να μεγκαλώσουν ο ντρόμπας, μαγείρευα, έπλενα, σκούπιζα και συνέκεια κρεμπάτι, έ Νιέλλα αρέσει έρωτας αλλά ντεν μπορεί συνέκεια κρεμπάτι, μαγείρεμα, πλύσιμο και αφέντη να κάνει παραντηρήσεις, Νιέλλα ντεν τέλει άλλο μαλάκα γκόμενο, ντεν τέλει χόρτα, ούτε αρνί, ούτε άλλο γκώλο τέλει, όκι ξύγκια στην μπριτζόλα ούτε στον γκώλο, μ’ έμπρηξες κατάλαμπες;

Η Βουλγάρα είχε πλήρη επίγνωση του ηθικού βάρους της δυσανάλογου με το αντίστοιχο σε κιλά του ισχνού σώματός της, έτσι δεν ξεμυτούσε στο δρόμο αν τυχόν ο αέρας δεν ήταν συγκεκριμένης έντασης και κάτω, καθόσον σε κάποια περίπτωση την είχε σηκώσει κυριολεκτικά και την έμπλασε – ευτυχώς με τρυφερότητα – λίγα μέτρα πιο πέρα στη βιτρίνα παρακείμενου καταστήματος ξηρών καρπών. Είδαν κι έπαθαν να την ξεχωρίσουν μέσα από σωρούς πασατέμπο, φιστικιών Αιγίνης και παρομοίων εν πάσει περιπτώσει ειδών, που ζεύτηκε να τακτοποιήσει δουλεύοντας με τις ώρες και χάνοντας το μεροκάματο. Εκεί γνώρισε και το μαλάκα που τελικά και σύντομα πέταξε απ’ το κρεβάτι της, προτιμώντας να υπηρετεί μόνο τον εαυτό της.

Το κορίτσι είχε έρθει από την Πατρίδα του και αρχικά εκπαιδεύτηκε από την απαράμιλλη μάνα της, μια γυναίκα μ’ όλα τα θετικά του κόσμου πάνω της και μια ερμηνεύσιμη αντιπάθεια για κείνους από τους Έλληνες ρασοφόρους που αυθωρεί ξεχώριζε ως υποκριτές. Τους συγκεκριμένους δεν τους πήγαινε, δεν τους πήγαινε να πούμε αφού το πρώτο της ρόγιασμα κάπου στην Πελοπόννησο, καθώς η ίδια αφηγείται, ήταν στο σπίτι ιερέα χωριού του οποίου η παπαδιά γνώριζε να μαγειρεύει εβδομαδιαίως φακές και τίποτ’ άλλο, επιμένοντας μάλιστα να το κάνει η ίδια καθόσον, Εσείς εκεί πάνω αποκλείεται να γνωρίζετε να μαγειρεύετε!

Έτσι, η μάνα της Νιέλλας δεν ξαναπάτησε σε ελληνική εκκλησία, σε σπίτι ιερωμένου Έλληνα (ούτε στων Βούλγαρων έμπαινε αλλά αυτό δεν μας αφορά) και σε καμία απολύτως τελετή όπου παρίστατο ρασοφορεμένος τις. Προτιμούσε να διαβάζει ένα ελληνοβουλγάρικο λεξικό, ακριβώς αυτό έκανε τους πρώτους μήνες, πιστέψτε με παρακαλώ, ύστερα ανακαλύπτοντας μια καταχωνιασμένη σειρά του πεθερού μου από ρούσικη λογοτεχνία στο πρωτότυπο, την ξεκοκάλισε ώσπου να πεις κύμινο, μάλιστα κύριε!

Αφού λοιπόν δασκάλεψε καλά τη Νιέλλα  στα καθήκοντα της εξωτερικής οικιακής βοηθού, τη συνόδευσε από μια φορά  σ’ όλους τους δικούς της πελάτες, που αμέσως αγκάλιασαν την σαραντάκιλη νέα με μη κρυπτόμενη επιθυμία να την παχύνουν, πλην φευ. Η ελληνική περί την φιλοξενία αποφασιστικότητα σκόνταψε στο πείσμα βουλγάρικου βερνικωμένου κέρατου, όπως αποδείχτηκε η εν λόγω ντεσποινίδα.

Πάντως το κορίτσι βολεύτηκε σ’ ένα διαμέρισμα, του οποίου οι ιδιοκτήτες απουσίαζαν αορίστως άγνωστο πού, με μόνη υποχρέωση να το προσέχει, να το καθαρίζει και να πληρώνει το ρεύμα, το νερό και τα κοινόχρηστα. Τα τελευταία δεν απαιτήθηκε ποτέ να καταβληθούν αφού στην πολυκατοικία όπου κατοικούσαν μόνον οικονομικοί μετανάστες, όπως αποδείχτηκε συντόμως, το ασανσέρ δεν λειτουργούσε διότι δεν πληρώθηκαν τα έξοδα συντήρησής του, το ρεύμα στις σκάλες κόπηκε διότι δεν πληρώθηκε ο λογαριασμός ΔΕΗ του κτηρίου, η κεντρική θέρμανση αγνοείτο διότι πετρέλαιο δεν αγοραζόταν. Με λίγα λόγια, ζούσαν όλοι σε αγαστή σύμπνοια ηρέμως και ισόρροπα στο φιλόξενο οίκημα το πολυεθνικό, όπου η μέση ηλικία των κατοίκων του δεν ήταν άνω των τριάντα πέντε, όπως επ΄πεμεινε η δικιά μας που αρέσκεται στα στατιστικά.

Μόνο οι από πάνω μου κάνανε τόρυβο, ειντικά σαν κάποιος έσερνε την Γκινεζούλα από τα μαλλιά έξω από την πόρντα, Ποιος έσερνε ποιον ρε Νιέλλα από τα μαλλιά, Η συγκάτοικος Γκινεζούλα την έσερνε και παίζανε ξύλο αλλά μεντά όλα καλά, Πόσες φορές έγινε αυτό Νιέλλα, Γκίνεται κάτε Κυριακή μπράντυ, μένουνε μαζί, μετάνε και παίζουν ξύλο, μετά αγκαπάνε, Πόσοι μένουν στο διαμέρισμα αυτό είπες, Ντεν είπα αλλά στο ένα ντομάτιο οι ντύο φίλες και στο άλλο επτά αλλά ντεν κάνουν τόρυβο, Ρε Νιέλλα με βγάζεις απ’ τα ρούχα μου, πες καθαρά το θήτα και το δέλτα, Καταρά το λέω τήτα και ντέλτα, ορίστε να το πώ πάλι, τήτα …

Καλά, καλά μ’ έπεισες, για λέγε στην υπόλοιπη πολυκατοικία πόσοι μένουν, Ντεν ξέρει γκανείς, πάνω από εγκαντό μεντανάστες μένουν, μάμπροι, γκαντάμαμπροι, μισογκίντρινοι, γκαφέ, περίπου είγκοσι σε κάτε όροφο γκενικά ήσυγκοι, όμως μόνο ένας μπλάγκας Μπούλγκαρος ολομόνακος στο ντίπλα από πάνω ντιαμέρισμα, Και γιατί τον λες έτσι κούκλα μου, πες μου μένα, Ντιότι με γκερνάει καφέ, μου σέρμπιρε και το ντραπέζι, Έ και λοιπόν, καλά έκανε, μήπως σου ‘βαλε χέρι, Όκι ντεν μου έμπαλε γκέρι ο Μπούλγκαρος, αφού είπα πως είναι μπλάγκας, Νιέλλα  είσαι ερωτευμένη, Εγώ ντεν είμαι ερωντευμένη και ντεν σου ξαναμιλάω και αυντός είναι μαλάγκας, μαλάγκας είναι, και ντεν τέλω να γκάνω μπυζιά και γκώλο, τόνισε το κορίτσι από τη Βουλγαρία που δεν τρώγει τα χόρτα και κοίταζε στα ίσια με τα πελώρια κείνα τα μάτια δακρυσμένα!

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Για τις εξετάσεις του Ιουνίου 2013

Posted by vnottas στο 16 Μαΐου, 2013

η

 

1. Κοινωνική Ιστορία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας

Οι εξετάσεις για τους φετινούς και τους παλαιότερους φοιτητές θα διεξαχθούν από τον κ. Βαμβακά, σύμφωνα με το πρόγραμμα (Τετάρτη 12 Ιουνίου, ώρα 17:00, αιθ. 4a 4β).

 2. Κοινωνική ανάλυση οπτικοακουστικού αφηγήματος

Οι εξετάσεις θα γίνουν προφορικά Παρασκευή 7 Ιουνίου

ώρα 9:00, αιθ.2 Λήξη προθεσμίας παράδοσης εργασιών Παρασκευή 31 Μαΐου, ώρα 12 μεσημέρι.

Για τους φοιτητές που βρίσκονται στο Πτυχίο

3. Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας

Εξετάσεις Τετάρτη 12 Ιουνίου ώρα 12:00 στο γραφείο μου

Οι ασκήσεις (με θέμα εκείνο που ίσχυε όταν παρακολούθησαν το μάθημα) θα πρέπει να κατατεθούν στη θυρίδα μου ή στο θυρωρείο ως την Παρασκευή 31 Μαΐου, ώρα 12 το μεσημέρι.

 4. Ραδιόφωνο: Γλώσσα και Κοινωνική Διάσταση

Εξετάσεις Τετάρτη 12 Ιουνίου ώρα 11:00 στο γραφείο μου

Λήξη προθεσμίας για την κατάθεση εργασιών ή εκπομπών: Παρασκευή 31 Μαΐου, ώρα 12 το μεσημέρι, στη θυρίδα μου ή στο θυρωρείο.

 

Καλό διάβασμα και καλή επιτυχία σε όλους

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Βασίλης Μεταλλινός: Επιστροφή με την Dommie

Posted by vnottas στο 11 Μαΐου, 2013

images (15)

 Τον Βασίλη Μεταλλινό, φίλο, αρχιτέκτονα και ταξιδευτή τον συναντήσατε ήδη σε αυτές εδώ τις σελίδες, όταν παρουσιάστηκε η γλαφυρή του αφήγηση σχετικά με την (δίτροχη) περιήγηση στο αρμενικό Ερεβάν. Μετά τον έχασα για ένα διάστημα, αλλά ήξερα ότι σκόπευε, μόλις η καθημερινότητα το επιτρέψει, να πάει στην Ινδία, να νοικιάσει επί τόπου μοτοσικλέτα και να εξαφανιστεί ανάμεσα στα αρώματα, τις γεύσεις και τις μυστηριώδεις πτυχές της αχανούς χώρας. Ε λοιπόν, το θηρίο, το ’κανε! Ελπίζω σύντομα να μου δώσει εντυπώσεις προς ανάρτηση. Εν τω μεταξύ εν είδει ορ ντ’ εβρ πάρτε την περιγραφή μιας κεραυνοβόλου έλξης ανάμεσα στον Βασίλη και μια καλοστεκούμενη εικοσάρα (γεγονός πρόσφατον και αληθινόν).

Σημείωση: Ο Βασίλης έχει επιλέξει τις εικόνες, εγώ έβαλα μόνο τους (επί μέρους) τίτλους.

 

Αντεπρίμα: Όπου ο Βασίλης γοητεύεται παράφορα από μια εικοσάρα Ιαπωνικής καταγωγής και Αμερικανικής προέλευσης, από την Πάτρα

Απογοητευμένος, σαν μαραμένος μαϊδανός που ξεχάστηκε στο ψυγείο, άνοιξα για πολλοστή φορά τις αγγελίες στο car.gr…
Άντε να δούμε τι …δράκους θα διαβάσουμε κι αυτή τη φορά!” σκέφτηκα.
Ξέρω, ξέρω… όλες με 15.000 χλμ, 20ετίας, κλεισμένες σε γκαράζ, ευλαβικά συντηρημένες με δοξαστικές ψαλμωδίες των Αγίων Θεοδώρων, αλλαγές λαδιών με το φιλοικτίρμον τροπάριο της Κασσιανής και ρεγουλάρισμα βαλβίδων με τ’ απολυτίκια των Τριών Ιεραρχών από το cd της μονής Βατοπεδίου… 
«Τα γνωστά!» ξανασκέφτηκα.

Άνοιξα, με τη βαρεμάρα κλητήρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, το section ΝΧ Dominator, για 4η φορά την περασμένη Τρίτη, ήπια μια γουλιά από το εξαιρετικό νεπαλέζικο τσάι μου κι έμεινα κάγκελο!
.
.
…Ήταν εκεί! Εμφανίστηκε πριν από 7 λεπτά…

Αμερικάνα, απέριττα κομψή, δυναμική, σοβαρή, 17.000 χλμ, με μια αναβλύζουσα μπρουταλιτέ εξ αιτίας των hot αξεσουάρ που φορούσε…
.
…κάνοντας την “χαμένη” Dommie(*) του Νοεμβρίου, να φαντάζει σαν ταλαιπωρημένη γκαρσόνα της γιορτής κρασιού Νέας Αγχιάλου!

Διαμένουσα στην Πάτρα, κλπ, κλπ.
Τα σχόλια περί αβάδιστης, παρθένας, σπίτι-κατηχητικό, κατηχητικό-σπίτι, θέλανε ξεχωριστή έρευνα… 
«Αυτό το κορμί δεν το χάνω με τίποτα…» σκέφτηκα, άσχημα τσιμπημένος με τη μικρή! 
Πήγα στην τουαλέτα και ξύρισα το μούσι. Εκείνες οι άσπρες τρίχες στο πηγούνι με φορτώνανε χρόνια αδίκως… Άλλωστε, το ‘χα αφήσει γιατί πήγαινα για γκουρού…
…αλλά με κόψανε στα θαύματα…
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη ικανοποιημένος, γέμισα ένα ποτήρι με Νεγκόσκα Γουμένισσας και σήκωσα το τηλέφωνο.
“Μόλις διάβασα την αγγελία σας για μία Dommie εξ Αμερικής… κλπ κλπ. Πόθεν τεκμαίρεται το …αβάδιστον της δεσποινίδος;”

Τα στοιχεία ήταν καυτά! Το ‘χω ξαναζήσει το έργο… Η καρδιά άρχισε να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου!
Κατεβάζω το ποτήρι άσπρο πάτο… ψάχνοντας το τηλέφωνο του Βασίλη, παλιού φίλου από την Πάτρα.
Ξαναγεμίζω το ποτήρι και πληκτρολογώ τον αριθμό…
Βασίλη έλα, ο Μεταλλινός είμαι! Kαίγομαι θέλω τη βοήθειά σου…

(*)μνημειώδους ασημότητας -τη σήμερον- παλαιό μοντέλο της Honda, το Dominator 650, απετέλεσε για τέταρτη φορά στόχο του υπογράφοντα.

images (18)

 

Όπου ο Βασίλης ζητάει (και παίρνει) τα φώτα του Βασίλη 

Ο Βασίλης είναι παλιά καραβάνα από το φόρουμ moto.gr, έμπειρος με 3-4 μηχανές, μερακλαντάν και γκαραντί. 

«Bασίλη, σΕ έστειλα μια αγγελία σε πμ. Κάτι μΕ λέει ότι είναι περίπτωση! Ρίξε μια ματιά να μΕ πεις… Μη το χάσουμε το κορμί…”
Ο Βασίλης μπορεί να κατρακύλισε σε παραφουσκωμένη με φαρίν ‘απ μπαβαρέζα (BMW 1200gs), αλλά κατανοεί το βίτσιο μου για το δωρικό μονοκύλινδρο. Άλλωστε με DR6 τον γνώρισα  στα Επινιανά, στα Άγραφα, πριν κάποια χρόνια… 
Σε λίγα λεπτά έχει μιλήσει με τον πωλητή κι ακούει την απίστευτη ιστορία… Μόνο 17.000 χλμ! Κι αρκετές ενδείξεις… 
Δεν τις κάνει γαργάρα και βρίσκει τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Οι απαντήσεις από το άσμα του Σπύρου (ένας είναι ο Ζαγοραίος) “ποιά είσαι κι από που κρατάς”… είναι ικανοποιητικές. Κι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης γνωστός! 
Απομένει να την δει και να την οδηγήσει. Έχει όμως βραδιάσει και δεν ρισκάρει να την δει υπό τον δραματικό φωτισμό του θνήσκοντος κηρίου… 
Ορθώς! Μια φωτιστική πλουραλιτέ επιβάλεται… Διότι ο Βασίλης επιμένει στη ρήση του Διογένη “Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαϊς”…
Μέσα στο χωροχρονικό συνεχές και στις νεφελώδεις ατραπούς μιας αγοραπωλησίας “μεταχείρω”, κάνω υπομονή.

Μ. Τετάρτη. 9.00′ Έγινε το test drive. To μωρό με 2 εξατμίσεις αγωνιστικές Yoshimura, wiseco σφυρήλατο πιστόνι, γερμανική ζελατίνα, extra ψυγείο λαδιού, αμερικάνικη σέλα πλατιά και σανιδάτη αλά ΚΤΜ…
.
…σφυχτή και άβγαλτη… 
Τα χαρακτηριστικά προσδίδουν ένα ναϊφ περιπετειώδη προσανατολισμό… Που ποτέ δεν έζησε η μικρή!
Υποδέχομαι τα καλά νέα κουνώντας το κεφάλι στωϊκά, με ένα λυρικό προβληματισμό και colgate χαμόγελο! 
«Billy καπάρωσέ την κι έρχομαι το βράδυ με το ΚΤΕΛ Αχαϊας… Φτάνω στις 4.00′ τα ξημερώματα… Θα σΕ τηλεφωνήσω στις 8.00».
Dommie 004
Ο Βασίλης -από την Πάτρα- ανένδοτος. 
«Τηλεφώνησέ μου στις 4.00′ να ‘ρθω να σε πάρω να πιούμε καφεδάκι».
Τελικά, εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η παράξενη συνομοταξία μηχανόβιων, κόντρα στα ψόφια αμνοερίφια του ψυχαναγκαστικού τέμπου της εποχής, τις οικογενειακές, επαγγελματικές κλπ υποχρεώσεις…
.
…που μεταμορφώνονται σε παιδιά και δεν χαμπαριάζουν από τίποτα… Το επαναστατικόν outfit το ‘χεις στοDNA σου και δεν αποκτιέται από ιδεολογίες της πάστα φλόρας!
……………………………………………………………………………..
Ξημερώματα της Πέμπτης 2 Μαϊου 2013. Ένα παπί δικάβαλο διασχίζει τα στενά της Πάτρας με ταχύτητες που θα έκαναν τον πρωταθλητή ταχύτητας Valentino Rossi να πάθει σπασμούς στο κωλάντερο…

Όπου σε φλας μπακ παίρνουμε μια ιδέα από τα παθήματα (που θα γίνουν μαθήματα) καθώς και για τους όρους του παιχνιδιού

Tην περασμένη βδομάδα “κατέβηκα” στη Συκιά, στη Χαλκιδική, για blind date. Η κούκλα μΕ συστηνότανε για Σαρλίζ Θερόν, ατυχήσασα ραφάτη, του σπιτιού, άβγαλτη, αγαπά τα λουλούδια, τις συλλογές πεταλούδων κλπ κλπ, με 19.600 χλμ, 7 μήνες στα αζήτητα του car.gr…
Μετά από 150 χιλιόμετρα ταξίδι, είδα ιδίοις βλεφάροις τον …δράκο! Σαν τσατσά τσιφούτα, παραβαρδάριου οίκου ανοχής… 
Σεντόνι και κατ΄ευθείαν …για κανά μήνα στα BODYLINE, σε εντατικό τμήμα…
Χρειάστηκε μιάμιση δαμιτζάνα “αγιάσματος” Σιθωνίας, μετά γλυκανίσου, για να ξεπεράσω το σόκ και 2 πιατέλες φρέσκα σιναγριδάκια, δια χειρός Μήτσου, παλιόφιλου μηχανόβιου, σε παραλιακή ταβέρνα της Σάρτης…
Είναι -τελικά- σκληρή η ζωή του κυνηγού Dommie…
………………………………………………………………………………


Τετάρτη, 01/05/2013, ώρα 19.00′
Ετοιμάζω το σακίδιο. Βάζω μέσα κράνος, γάντια, δερμάτινο μπουφάν… 
Το βλέμμα της συζύγου, που μΕ παρακολουθεί “λυγίζει” τα μεταλλικά πόμολα του δωματίου…
“Μετά την Ινδία, ……για πού με το καλό?” μΕ λέει ψυχρά, κάνοντας την Μέρκελ να φαντάζει σαν ναζιάρα γατούλα…
“Πετάγομαι μέχρι την Πάτρα για ….” ψέλλισα με δύναμη ημιθανούς κάμπιας, για να καταδείξω την ανεπίλεπτη ταπείνωσή μου…
“Όταν έφυγες για την Αρμενία, είπες ότι θα πεταγόσουν μέχρι τον Μασούτη….” με διέκοψε, σαν ριπή μυδραλιοβόλου, κάνοντας την Τζίλντα (μποξερίνα) να βγεί διακριτικά έξω από το δωμάτιο, σκύβοντας το κεφάλι και κοιτώντας λοξά προς το ταβάνι για καμιά ιπτάμενη παντόφλα… Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης!
“Στην Πάτρα θα πάω σΕ λέω, με το ΚΤΕΛ… Που να σΕ εξηγώ τώρα?” Οι εποχές που όταν άλλαζα μοτοσυκλέτα, επισκεπτόμασταν κάποιο Louis Vuitton store ή την αντιπροσωπεία της Rolex, για να συμφωνήσει για την … “αναγκαιότητα” της τελευταίας μου επιλογής, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί…
Αποφασισμένος να μην αφήσω την ζωή μου να ναυαγήσει στους καναπέδες της ανίας και του προβλέψιμου ζαβλακοτουζλαμά, βάζω το σακίδιο στη πλάτη και με αποφασιστικότητα πεζοναύτη του 3ου λόχου της Ντανάγκ, ανοίγω την πόρτα λέγοντας “άμα δεν έρθω μέχρι αύριο το βράδυ, θα σκύψω το κεφάλι έμπλεος ευτελισμού κι ονειδισμού και θα πάμε να δεις εκείνο το πορτοφολάκι στη Louis Vuitton…” 

louis vuitton
Η ζωή είναι ένα ρίσκο…
Η άγνωστή μου Dommie -που θα στοίχιζε λιγότερο από το πορτοφολάκι της ακατανόμαστης φίρμας- έπρεπε να μΕ φέρει την Πέμπτη το βράδυ, πίσω στη Θεσσαλονίκη ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ!!!
19.30′ μπαίνω στο 5άρι, Νέα Κρήνη-Βενιζέλου, για ν’ αλλάξω στην Τσιμισκή με το 12άρι, Κάτω Τούμπα-ΚΤΕΛ…
Στις 21.00′ ακριβώς ρολάριζε βελούδινα, με τη γητευτική συριστικότητα του κινητήρα “Volvo B 10 B Noge Turing” και την απαλά θροϊζουσα νυχτερινή αύρα, το σχεδόν άδειο λεωφορείο του ΚΤΕΛ Αχαϊας…
Περνώντας, έξω από τη Λαχαναγορά κι αφήνοντας πίσω τη Θεσσαλονίκη, άλλο ένα ταξίδι άρχιζε…
Έβγαλα ένα παστέλι για βραδινό, σκεπτόμενος ότι για τον ταξιδευτή η συγκίνηση της φυγής είναι ΜΙΑ…
.
…κόντρα στη νομαδική παράκρουση ταξιδιωτικής αμπελοφιλοσοφίας καί στον μόνιμα αναδευόμενο μοτοσυκλετιστικό τραχανά.

  Όπου άμα είσαι ταξιδευτής παραμένεις τέτοιος  ακόμη και σε λεωφορείο

Το  ταξίδι με το KTEΛ after midnight ήταν βελούδο και με το ετερόκλητο επιβατικό κοινό, αποκτούσε κι ανθρωπολογικό ενδιαφέρον… 

Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι όταν δεν ροχάλιζε σαν κομπρεσέρ με χαλαρωμένο ιμάντα, τηλεφωνούσε ανά μία ώρα σε κάποιον δυστυχή συγγενή, για να τον ενημερώνει … ποια πόλη πέρασαν και ότι κατά τις 4.00′ όπως αυτοί (και το …ΚΤΕΛ) υπολόγιζαν θα έφταναν στην Πάτρα… Παρ’ όλ’ αυτά δεν χρειάζονταν να ξεσηκωθεί να τους παραλάβει, όπως του τόνιζαν, ξυπνώντας τον ανά μία ώρα, γιατί -βρε παιδάκι μου- θα παίρνανε ένα ταξί και θα πήγαιναν σπίτι!

Μία ευτραφής διανοούμενη -γκόθικ στάιλ- φοιτήτρια, ντυμένη σαν πλήρωμα καρναβαλικού άρματος, με ένα πολυσέλιδο αισθηματικό διήγημα τσέπης, μονίμως ανοιγμένο στα πόδια της, αφού κατέβασε 2 λουκανόπιττες στη στάση της Λάρισας, με βουλιμία αλιγάτορος Αμαζονίου, ζήτησε από τον οδηγό ν΄αλλάξει τη μουσική με τα καλαματιανά. Αντιμετώπισε τον Ζωϊδάκη live, ροκανίζοντας σαν πιράνχας 3 μεγάλες σακούλες τσιπς αλλά στο 
“φέρτε μου ποτήρια κι άλλα, 
όλα θα τα κάνω γυάλα…”
… του Μίμη Γκιουλέκα, σηκώθηκε αποτροπιασμένη από τη δεύτερη σειρά και κατευθύνθηκε εκνευρισμένη προς την άδεια γαλαρία, κάνοντας σαφές ότι αν ήταν στο χέρι της, θα έβγαζε εκτός νόμου τη ρεμπετοφρίκ jazz σκηνή του θεσσαλικού κάμπου…
Ζούμπας
Στην περιφερειακή μου όραση ενέπιπτε και μια ηλικιωμένη κυρία της γνωστής συνομοταξίας “γραία Λουτρακίου”, που ροχάλιζε κάνοντας ταβανοσκόπηση, με το στόμα ανοιχτό και την μασέλα βγαλμένη, έτοιμη να την καταπιεί. Αυτή, μπορώ να πω, ότι μΕ δημιούργησε ένα σχετικό άγχος, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι το ροχαλητό της ήτανε “σικέ” και προσπαθούσε να ξεγελάσει τον εαυτό της και να αποκοιμηθεί…
Εγώ “χάθηκα” λίγο στο Μπράλο, για κανά μισάωρο. 
Η φωνή του Σταύρου Ζούμπα -όμως- στο “να ζήσουν οι κομμώτριες…”  μΕ ξύπνησε δίνοντας άλλο νόημα στο υπόλοιπο ταξίδι…
… και με κομμάτια όπως τον “καθρέφτη σου θα σπάσω” και την “αχαριστία” τα χιλιόμετρα εξαϋλώνονταν σαν τα πατατάκια της ευτραφούς γκόθικ διανοουμένης. Στο ρεφρέν του “είσαι το ηρεμιστικό μου” ξεπρόβαλε υποβλητική η γέφυρα του Ρίου. 

Η ώρα ήταν 3.55′.
Ένα ταξίδι, με παραμορφωτικές αντανακλάσεις μιας ελληνικής πραγματικότητας, μια ρεαλιτέ άκρως ενδιαφέρουσα για τον ρέκτη της ακατέργαστης εμπειρίας, που μπορεί και αφουγκράζεται την ζωή …και εκτός ζελατίνας ενός system(*) 6!
Ώρα 4.10′. Τηλεφωνώ στον Βασίλη .
Ώρα 6.30′ έχουμε πιει τους πολλαπλών βιάγκρα νεσκαφέ, έχουμε απαντήσει σε όλα τα αινίγματα της ζωής, και για να περάσει η ώρα, προσπαθούμε να εντάξουμε τις τοποθετήσεις του τελευταίου συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ,  στα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, στο Λογικισμό του Λούντβιχ Βιτγκεστάιν, στη Φαινομενολογία του Έντμοντ Χουρσέλ και στον Υπαρξισμό του Σέρεν Κίρκεγκωρτ…
.
.
…μέχρι τη στιγμή, που οι διπλές racing Yoshimura της Dommie κάνουν την εξωτερική τζαμαρία του καταστήματος υπολογιστών του Βασίλη να χορεύει τσάρλεστον…

(*) γνωστό, μοδάτο κράνος της BMW, πολύ δημοφιλές στους ντεκαφεϊνέ πολέμαρχους ταξιδευτές του Κολωνακίου

Η εκ του σύνεγγυς επαφή

Η χορτόπιττα μΕ έφυγε απ’ το χέρι…

“Φοράω” ένα ζαμανφού ύφος και βγαίνω “στο αδιάφορο” έξω…
Με την πρώτη ματιά …πρόκειται για κόμματο!
Το βλέμμα μου καρφώνεται …χαμηλά. Από πίσω η πινακίς γράφει ΚΕΟ (καίω) 16 (sweet little sixteen). Από μπροστά το extra ψυγείο λαδιού, στ’ αριστερά, της δίνει μία εσάνς δυναμισμού, αποφασιστικότητας και αντοχής σε τροπικές θερμοκρασίες άνω των 45 υπό σκιά…
Πλησιάζω τον πωλητή και του λέω σοβαρά … “αϊ ντού”…
Η αμερικάνα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου.
Εξουσιοδότηση στην αστυνομία, τράπεζα για μπαγιόκο, μία κλασσική ντρίπλα στην τιμή και με 900 ευρώ, έχω πάρει το μωρό και φουλάρω έξω από την Πάτρα.

 Η Επιστροφή

Ο καιρός είναι εξαιρετίκ και ντοπαρισμένος από τα ντουζένια της μικρής, περνάω τη γέφυρα και το κόβω δεξιά για Ναύπακτο, Δελφούς, Μπράλο κλπ κλπ.
Όχι δεν ευχόμουν “να ‘ναι μακρύς ο δρόμος” γιατί η σύζυγος σε περίπτωση αργοπορίας, θα μ΄έσερνε κατ’ ευθείαν στους πωλητές της Louis Vuitton, κάνοντας τους λήσταρχους της ανατολικής Μαυριτανίας να φαντάζουν σαν ιεραπόστολοι…
O επαρχιακός δρόμος με τις γλυκές στροφές προκαλούσε την ευέλικτη μικρή αμερικανίδα, για άγριο και πρωτόγονο οδηγικό σέξ…
.
…όμως τα σάπια ελαστικά, παλαιάς κοπής επί ναυαγίου Εξπρές Σάμινα, λόγω της σχετικής ακινησίας, μΕ υποχρέωσαν στην κλασσική μου αργή οδήγηση, που θα έσπρωχνε θιβετιανό ερημίτη σε υπερκατανάλωση του καφέ υγρού των αποστακτηρίων του Jack Daniels, για να ξεπεράσει την διογκούμενη κατάθλιψη λόγω βαρεμάρας…
oscar παραλογοτεχνίας
Εγώ, για να περνάει η ώρα, σαν αναδυόμενο και ασυμβίβαστο μη αναγνωρισμένο -ακόμα- ταλέντο της ταξιδιωτικής παραλογοτεχνίας, άρχισα να ονειρεύομαι την μελλοντική στιγμή της συγγραφικής μου επιτυχίας, σαν έναν λαμπερό ανεμοστρόβιλο των φεστιβάλ, δεξιώσεων, συνεντεύξεων, γνωριμιών με γοητευτικές στάρλετ, εκδότες, πριβέ πάρτυ…
Ίσως …ίσως κι ένα χρυσό αγαλματάκι συγγραφής κάποιου σεναρίου, να στόλιζε το άδειο ράφι του τζακιού μου στον Χολομώντα!

 Όπου ο Βασίλης βάζει νερό στη Ναύπακτο και καφέ στους Δελφούς

  Σταματάω σ’ ένα βενζινάδικο λίγο έξω από τη Ναύπακτο, να πάρω ένα μπουκάλι νερό. 

Η κοπέλα της καντίνας με ρωτάει που πάω… και στο άκουσμα της Θεσσαλονίκης, δείχνοντας -με φρύδι περισπωμένη- τη Dommie, ένας κυκεώνας από τικ παραμόρφωσε το πρόσωπό της με απρόβλεπτες συσπάσεις και γκριμάτσες, σαν μήνυμα σε κώδικα Μορς!
«Δεν το πιστεεεεεύωωω!» ψιθύρισε με κομμένη την ανάσα.

Εκεί χτύπησε και το τηλέφωνο. 
Ένα παλιό φιλαράκι που βρίσκονταν τυχαία στους Δελφούς, μΕ κάλεσε για καφέ. Βασικά, αυτός ήθελε να δει τη Dommie, σκασμένος από περιέργεια για το τι μηχανάκι μπορείς να βρεις με 900 ευρώ και να ‘χει θέμα για κουτσομπολιό με τη φλωροπαρέα του. 
Όχι, δεν παρεξηγιέται…είμαι σίγουρος ότι τώρα διαβάζει.

Με περίμενε κοντά στο θόλο της Αθηνάς Προναίας, πάνω στην επαρχιακή Λιβαδειάς-Άμφισσας, μ’ έναν φίλο του της συνομοταξίας “κοσμικός Αράχοβας”. Ψάχνανε για ευκαιρία να λουφάρουν τ’ αρχαία, αφήνοντας τα γυναικόπαιδα μετά του υπηρετικού προσωπικού να βολοδέρνουν στο λιοπύρι και στα κατσάβραχα…
Τον ήπιαμε σε καφετέρια εντός των Δελφών.
 
Μου
 τον σέρβιρε μια μελαχρινή εξαιρετικής κατασκευής, νοιώθοντας ένα φονικό σφίξιμο να κάνει την απατηλά αθώα εμφάνισή του, κάτω από την κοιλιακή μου χώρα…
Τα
 σφιχτά αμορτισέρ της σερβιτόρας δεν μας άφησαν να συγκεντρωθούμε στις συζητήσεις μας για τον αν υπάρχει τελικά θεός, κάποιος σκοπός με την “φανέρωση” της Dommie ή κάποιο σχέδιο πίσω από το Σύμπαν. 

σερβιτόρα
Τα χοντροκομμένα σχόλια όμως της παρέας, για τη σπαστή σουσπανσιόν
 της νεαράς, προκάλεσαν μια ξινή γεροντοκόρη, με μπούτια “φλούδα νεραντζιού”, της συνομοταξίας “σαλεμένη και μανιοκαταθλιπτική” με προχωρημένο στραβισμό…
 που με βραχνή φωνή που τρεμόπαιζε σαν τα κβαντικά σωματίδια, μας απείλησε με μήνυση!

Χρονιάρα μέρα με μηνύσεις απ’ την τρελόγκα από τη μία… 
Απειλή Louis Vuitton, σε περίπτωση αργοπορίας, από την άλλη…
Κοίταξα το ρολόι, σκεφτόμενος τη θεωρία της σχετικότητος και αποφάσισα να συνεχίσω το ταξίδι μου προς βορράν…
Χαιρέτησα κι έβαλα μπρος τη Dommie.
 

Ο μπάσος ήχος των δύο Υοshimura έκανε την γεροντοκόρη να με κοιτάξει με δολοφονικό βλέμμα, σαν του μαφιόζου Calogero Vizzini, 
αναγκάζοντάς με να καβαλήσω άρον-άρον τη Dommie, χωρίς να δέσω το κράνος και να εξαφανιστώ, αφήνοντας την ήσυχη να καταβροχθίσει την κρέμ μπρυλέ της… 

Άλλωστε, στην Καρδίτσα μΕ περίμενε ο φίλος μου ο Γιάννης -παλιός μηχανόβιος και ταξιδευτής για καφέ και μουχαμπέτι για το πρόσφατο ταξίδι μου στην Ινδία…

 

 Όπου ο Βασίλης ταπώνει (με Σαλαμπάσ-ι-α διαπασών)  δυο κυριλέ με Μπεμβέ

έφερα τούμπα το μωρό

Βγαίνοντας από τους Δελφούς στον κατηφορικό δρόμο στ’ αριστερά μου, από το γωνιακό βενζινάδικο ξεκινάει μία BMW Z4 καμπριολέ, με ανοιχτό το κεπέγκι, επιταχύνοντας προς τα πάνω μου! 
Πλακώνω τη μανέτα του μπροστινού που δεν σταματάει με τα καινούργια τακάκια και τσαρουχώνω το πίσω.
Τον φτάνω στον πόντο στη θέση της συνοδηγού…
Το εξαϋλωμένο ανθρωποειδές στο τιμόνι με κοιτάζει με οίκτο! 

Το ξανθό λαμπραντόρ δίπλα μΕ λέει “…καλά γκαβoooooός είσαι?” 
…και το ηχοσύστημα παίζει στη διαπασών Σαλαμπάση “Όταν χορεύει ο Λαρισαίος …στη μπάντα κάθε Φαρισαίος”…

Θενκς Γκαντ! …που μΕ έδωσες το προνόμιο να ζήσω αυτή τη σουρεάλ φάση!

Κάτι τέτοια μΕ συμβαίνουν και πιστεύω ότι, τελικά, υπάρχει Θεός!
Τα 2 θρασύτατα νεοπλουτέ πρωτόνια, που σίγουρα αδυνατούσαν να επεξεργαστούν οποιαδήποτε πληροφορία υπερβαίνει σε πολυπλοκότητα τις δισύλλαβες λέξεις μπέμπα, μπεμβέ, πράντα, Κάτυ Σάρκ κλπ κλπ…
.
.
…εξαφανίστηκαν προς τους σιωπηλούς ελαιώνες του νομού Φωκίδος, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αφήνοντας φιδοειδή λαστιχένια αποτυπώματα στην άσφαλτο και αναθυμιάσεις άκαυστης αμόλυβδης…
 

z4

Τα τσίπουρα να είναι άνευ…

 Πλησιάζω προς τη Λαμία και “κόβω” προς Δομοκό, Καρδίτσα.

Τηλεφωνώ στον Γιάννη, για να μΕ ενημερώσει ότι στην είσοδο της Καρδίτσας μΕ περιμένει ο Αργύρης, άλλος παλιόφιλος μηχανόβιος από την Καρδίτσα.
Όταν ακούς Γκουσγκούνη και …“που ΄ναι τα πουλάκια μου?” …η σίγουρη απάντηση είναι …“νάτα τα πουλάκια μου”!
Όταν ακούς … “σε περιμένει ο Aργύρης”, η σίγουρη απάντηση είναι ότι πάς για τσίπουρα!
Με κάνει σινιάλο στον περιφερειακό. 
Σταματάω τη μηχανή.
Με συνωμοτικές κινήσεις, που θυμίζουν μυστική συνάντηση των Κορλεονέζι, χωρίς να το καταλάβω μΕ πασάρει ένα πλαστικό μπουκάλι.
Δεν χρειάζεται να ρωτήσω τι περιέχει… Θα στοιχημάτιζα 100 προς ένα ότι είναι διπλοβρασμένο απόσταγμα στεμφύλων Τυρνάβου άνευ(*).
Απλά, μΕ λέει ότι είναι σφραγισμένο. Το βάζω στη μπαγκαζιέρα, τον ακολουθώ σε μια δαιδαλώδη διαδρομή και…
.
.
….σορπράιζζζζζζζζ !
Σταματάμε μπροστά σ’ ένα ρακάδικο!

Εντελώς τυχαίως…
Εντελώς άγνωστος ο Αργύρης στο μαγαζί…
Τα γκαρσόνια άρχισαν να “φέρνουν” χωρίς να’ χουμε παραγγείλει…
Σε λίγη ώρα καταφθάνουν ο Βαγγέλης από τα Τρίκαλα, o Βασίλης από τη Λάρισα κι ο Γιάννης. Όλοι παλιόφιλοι μηχανόβιοι, που ήρθαν διακριτικά να δουν τι χρέπι θα οδηγώ στο επόμενο ταξίδι μου στο «Desert festival» στο Μάλι, μόλις τελειώσει ο εμφύλιος…
Πολύ γρήγορα ακολούθησε ένας ιλιγγιώδης χορός εδεσμάτων, τσίπουρου και μπύρας, βυθίζοντας την παρέα σε μια γαστριμαργική έκσταση…
Εγώ, άυπνος και κουρασμένος από την υπερένταση και το ταξίδι. 
Όμως η ζεστή και εγκάρδια φιλοξενία αυτών των φίλων, με παρέσυρε σ’ ένα παροξυσμό ξαφνικής ευφορίας, με αποτέλεσμα να περάσει η ώρα με συζητήσεις και μεζέδες και να “πιάσουμε” το σούρουπο χωρίς να το καταλάβουμε.

Η μέρα έφευγε και “έβλεπα” με την φαντασία μου, την σύζυγο να ξεφυλλίζει το prospectus της collection Άνοιξη ’13 Louis Vuitton…
…κάνοντας την καρδιά μου να βαράει σαν βομβαρδιστικό στη Μάχη της Αγγλίας!

Έπρεπε να φύγω κι εγώ, γιατί μια αναποδιά και μια καθυστέρηση, θα έδινε την ιδέα σε μία δεσμίδα εκατόευρων στο πορτοφόλι μου …να λιποτακτήσει προς την ακατονόμαστη φίρμα! 
Αυτό βέβαια θα ήταν το λιγότερο… 
Γιατί μετά το ταξίδι στην Ινδία, αρχίζω να βρίσκω πιο δελεαστική μία ένεση ευθανασίας …από το φονικό βλέμμα της συζύγου…

(*)γλυκάνισου

 τσίπουρα

 

Επίλογος

 Μπήκα στο σπίτι κατά τις 10 το βράδυ…

Η σύζυγος με κοίταξε με το αυστηρό βλέμμα καρδιναλίου αναγεννησιακού πίνακα, κοιτώντας το Rolex της. 
Παρ’ όλο που ένα γνήσιο Rolex
 πηγαίνει δραματικά πίσω ή μπροστά, φάνηκε να δέχεται ότι έφτασα πριν τα μεσάνυχτα…

Η collection Άνοιξη ’13, ήταν ακόμα ανοιγμένη πάνω στο τραπεζάκι του living room δίπλα σ΄ένα ποτήρι κόκκινο κρασί…
«Βρήκα ένα καταπληκτικό 
χαρτοφύλακα για σένα… Ηδη μίλησα με τα κορίτσια στην Προξένου Κορομηλά …θα σΕ κάνουν ειδική τιμή…» κουκούρισε το τρυφερό μου ήμισυ, ψάχνοντας τις ιλουστρασιόν σελίδες…
«Ουάου!» αναφώνησα…
 «Σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι για το στίλ μου… Δεν έρχεσαι κάτω στο γκαράζ να δεις τι δώρο σΕ έχω φέρει -κι εγώ- από την Πάτρα?», είπα καταρρίπτοντας το αντρικό ρεκόρ ευφημισμού σε κλειστό χώρο!

0dc

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ας μιλήσουμε για τους (παρεξηγημένους) κηφήνες

Posted by vnottas στο 22 Απριλίου, 2013

4df10c0f225fd.image

Ο βίος και η πολιτεία ενός σωστού κηφήνα

Εκείνο το πρωί ένοιωθε περίεργα.

Λες να ’χει φτάσει η μεγάλη στιγμή για την εκπλήρωση του προορισμού του; πέρασε αστραπιαία από το είναι του.

Αισθανόταν ένα τρακ, καθώς είδε τους όμοιούς του, λοιπούς μνηστήρες, να πετάνε αμέριμνοι έξω από την κυψέλη.

Άρχισε να προβάρει κινήσεις, πετάγματα κι αποφάσεις.

Κάποιοι αντεραστές τον κοίταζαν παραξενεμένοι από τα καμώματά του.

Όταν το αντιλήφθηκε, ντράπηκε λίγο κι από αμηχανία προσγειώθηκε σ’ ένα λουλούδι. Έπαιξε αφηρημένος με την κίτρινη γύρη, πάτησε μέσα στα πέταλα και το μίσχο με το νου προσηλωμένο στο μεγάλο σκοπό.

Οι άλλοι κηφήνες, ακόμη και οι φίλοι του, τον υποτιμούσαν και δεν υπολόγιζαν ότι έχει τη χάρη και τη δυνατότητα να ζευγαρώσει αυτός με τη βασίλισσα. Το ’βλεπε καθαρά στη συμπεριφορά τους, όταν απευθύνονταν σ’ αυτόν και πληγωνότανε. Όμως ταυτόχρονα πείσμωνε γιατί πάνω απ’ όλα ήθελε να μοιραστεί τη χαρά του αγώνα, με έπαθλο μια ηδονή πρωτόγνωρη  όπως είχε υποψιαστεί από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του. Ύστερα τι αξία θα είχε μια ζωή κενή, χωρίς αυτό το υπέρτατο βραβείο, σε τελευταία ανάλυση την πεμπτουσία της ύπαρξης;

Πετούσε από λουλούδι σε καρπό, στεκόταν άλλοτε στην υγρή γούρνα του πηγαδιού κι είχε ριζώσει για καλά μέσα του η πεποίθηση της επιτυχίας.

Μεσημέριαζε, τα χορτάρια του λιβαδιού είχαν μια αρμονία χρωμάτων με κυρίαρχο το πράσινο. Οι ήχοι ελάχιστοι αλλά απροσδιόριστα μελωδικοί. Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν.

images (25)

Την είδαν να βγαίνει από την κυψέλη αγέρωχη, με πέταγμα προκλητικό που έκοβε τα πόδια και τα φτερά των υποψήφιων για να ζευγαρώσουν κηφήνων. Ένα μακρόσυρτο βόμβισμα ακούστηκε. Κάτι σαν ερωτική μελωδία.

Η βασίλισσα… η βασίλισσα…

Πέταξαν επιθετικά προς το μέρος της όλοι οι επίδοξοι εραστές. Κι αυτός κοντά τους. Τινάχτηκε με μιας και χώθηκε στο σμήνος των αρσενικών με την πίστη ότι θα ’ταν αυτός ο νικητής.

Η βασίλισσα με βασανιστική θηλυκότητα και χάρη μοναδική έκανε εναέριες λικνιστικές διαδρομές επιταχύνοντας με δεξιότητα το πέταγμά της, έτσι που γινόταν πιο επιθυμητή, ανυπόφορα ποθητή στους μνηστήρες της.

Το θέαμα ήταν μοναδικό μέσα στο ανοιξιάτικο μεσημέρι. Μπροστά η βασίλισσα που έσερνε το χορό του έρωτα και πίσω το αλληλοσπαρασσόμενο σμήνος των κηφήνων, διέγραφαν στον αέρα κύκλους και καμπύλες διαδρομών και πτήσεων. Μόλις την πλησίαζαν έκανε ότι κοντοστεκόταν κι ύστερα πάλι έφευγε με ταχύτητα. Μερικοί είχαν αρχίσει να κουράζονται και να εγκαταλείπουν  το φιλόδοξο ερωτικό εγχείρημα. Άλλοι αποσύρθηκαν τραυματισμένοι από τις μικρές αψιμαχίες με τους αντεραστές. Η πρώτη διαλογή είχε γίνει. Όμως συνέχιζαν αρκετοί ανάμεσά τους κι αυτός. Ώρα πολλή γινότανε αυτή η άγρια ερωτική τελετή. Η κόπωση μετατρεπόταν σε θέληση, οι ορμές έφερναν ασίγαστη επιθυμία,

Στο μεταξύ σύννεφα εμφανίστηκαν στον ουρανό. Άρχισε να σιγοψιχαλίζει. Η θαμπή ατμόσφαιρα βέβαια ταίριαζε στους ρομαντικούς κι όχι μόνο διαλογισμούς των κηφήνων. Με την πάροδο του χρόνου και με τη διαμόρφωση των καιρικών συνθηκών οι μνηστήρες που είχαν εναπομείνει μετρήθηκαν τέσσερεις. Ανήσυχη κοίταξε πίσω η βασίλισσα. Καλό βέβαια το παιχνίδι, αλλά ο κίνδυνος έλλειψης αρσενικού ήταν ορατός. Μάλιστα εκείνη την ώρα κάτι συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, άγνωστο τι, οι δύο από τους ακολουθούντες και αιφνίδια αποσύρθηκαν. Ο ανταγωνισμός πια ήταν μεταξύ αυτού και ενός άγριου αντεραστή. Έκοψε ταχύτητα η βασίλισσα. Αρκετά. Έτοιμη να δοθεί στον νικητή.

Τότε, και καθώς την ακουμπούσαν παλεύοντας σκληρά οι δύο μονομάχοι μια χοντρή σταγόνα νερού κτύπησε τον αντίπαλό του τόσο δυνατά που τον παρέσυρε στο έδαφος. Έτσι και με την βοήθεια της τύχης που πάντα έχουν οι θαρραλέοι έμεινε στον αέρα κι άρχισε να επιδίδεται σε υπέροχες εναέριες ερωτικές περιπτύξεις με τη διψασμένη κι ακόρεστη βασίλισσα.

Κάποια στιγμή όμως εξουθενώθηκαν και οι δύο. Εκείνη πέταξε προς την κυψέλη. Αυτός άφησε τον εαυτό του σε μια ελεύθερη πτώση. Αισθανόταν ότι είχε επιτελέσει τον προορισμό του με τον ηδονικότερο τρόπο. Σε λίγο οι απόγονοί του που σίγουρα θα κουβαλούσαν κάτι δικό του, θα γέμιζαν τους κήπους και τα χωράφια της περιοχής.

Απρόσεκτος και κουρασμένος καθώς ήταν έπεσε βίαια σε μια λακκούβα με λάσπη. Κόλλησε εκεί και του ήταν αδύνατο να ξεφύγει. Δεν ήξερε αν το ήθελε κιόλας.  Ευχαριστημένος ότι έζησε τον αληθινό έρωτα ένιωθε τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν πάνω του και να τον αφανίζουν.

Πλήρης και χωρίς φόβο παραδόθηκε στη συμπαντική μνήμη σαν ένδοξος και σωστός κηφήνας

Το κείμενο είναι του Νίκου Μοσχοβάκου και εδώ παρακάτω σας το διαβάζω πάνω σε μουσική Μποκερίνι (Φαντάνγκο). Αν κάποιος άλλος φίλος/επισκέπτης του ιστολογοφόρου έχει κάποιο μικρό κείμενο για τα παρεξηγημένα αυτά έντομα δεν έχει παρά να το στείλει και θα το αναρτήσω ευχαρίστως.

images (27)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Η λυπητερή ιστορία των υιών των ιών στην Ίο

Posted by vnottas στο 30 Ιανουαρίου, 2013

…όπως την κατέγραψε ο Νίκος (Μοσχοβάκος)

images (1)

Οι ιοί παραθερίζουν στην Ίο

Δικαιούνται οι ιοί να ονειρεύονται; Να διασκεδάζουν; Να παραθερίζουν; Και βέβαια δικαιούνται όπως θα διαπιστώσετε από την παρακάτω ιστορία.

Κάπου στην μακρινή Σαγκάη, στην Άπω Ανατολή δύο ιοί της περίφημης ασιατικής γρίπης, τρελά ερωτευμένοι μεταξύ τους κατάστρωναν σχέδια να παραθερίσουν σε κάποιο μέρος μακριά από την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Άρχισαν λοιπόν να ψάχνουν προορισμούς διακοπών, μέσα σε μια μεγάλη λίστα, που ας πούμε τους δόθηκε, και ανακάλυψαν ένα νησί στην άλλη άκρη του κόσμου που ονομαζόταν Ίος. Αισθάνθηκαν οικειότητα με τ’ όνομά του και όταν έμαθαν ότι η ζωή εκεί το καλοκαίρι δεν σταματούσε μέρα νύχτα, αποφάσισαν να το επισκεφθούν.

ios_zyrinis277127

Πήγαν λοιπόν και εγκαταστάθηκαν σ’ ένα γραφείο ταξιδίων περιμένοντας την ευκαιρία. Πράγματι μετά από τρεις τέσσερεις μέρες φάνηκε μια καστανομάλλα γυναίκα που την άκουσαν να ζητά από τον υπάλληλο του γραφείου εισιτήριο για την Ελλάδα μ’ ανταπόκριση στην Ίο. Ενθουσιασμένοι οι ερωτευμένοι ιοί άρχισαν ν’ αγκαλιάζονται και να χοροπηδούν γεμάτοι ελπίδα ότι θα πραγματοποιούσαν επιτέλους το όνειρό τους. Το μικρό πρόβλημα, πως θα επιβιβαστούν στην μεταφορέα τους, ξεπεράστηκε σχετικά εύκολα όταν ο πράκτορας πρόσφερε πορτοκαλάδα στην  πελάτισσά του. Οι ιοί σκαρφάλωσαν γεμάτοι αυτοπεποίθηση  στο χείλος του ποτηριού και χωρίς να μοχθήσουν εγκαταστάθηκαν στο φάρυγγα της γυναίκας. Μάλιστα ένιωθαν τέτοια ευεξία που άρχισαν να ερωτοτροπούν χωρίς προφυλάξεις και αιδώ, έννοιες άγνωστες σ’ αυτούς, εξάλλου. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στ’ αεροπλάνο, λόγω της έντονης ερωτικής τους συμπεριφοράς άρχισαν τα γεννητούρια κι έτσι πολλαπλασιάστηκαν. Ήδη ήταν μια πολυμελής οικογένεια όταν η φορέας τους έφτασε με κομμάρες σ’ όλο της το κορμί στο νησί της Ίου.

Επειδή η άφιξη στον τόπο παραθερισμού, που τόσο είχαν ονειρευτεί, τους έκανε ανυπόμονους να βγουν έξω, δεν έχασαν την ευκαιρία και όταν φταρνίστηκε η γυναίκα που στο μεταξύ ανέβασε και πυρετό, σκορπίστηκαν ευχαριστημένοι στο σαλόνι του ξενοδοχείου που είχε διαλέξει για την παραμονή της η ταξιδιώτισσα. Άρχισαν να σκαρφαλώνουν σε πιάτα, φλιτζάνια, ποτήρια και τρόφιμα. Οι διακοπές τους ξεκινούσαν με τον πιο απολαυστικό τρόπο. Ύστερα όμως από μια βδομάδα περίπου άρχισαν οι στενοχώριες. Άκουσαν στην τηλεόραση ότι η εξαπλούμενη ασιατική γρίπη στην Ίο αντιμετωπίζεται με δραστικά αντιβιοτικά που καταστρέφουν τον ιό της.

Οι δύο ερωτευμένοι ιοί δεν υπήρχαν πια προ πολλού κι οι απόγονοί τους εγκλωβισμένοι σε τραχείες, φάρυγγες και αμυγδαλές ασθενών, δύσκολα μπορούσαν να ελπίζουν σε σωτηρία.

Το οικτρό τους τέλος ήταν ζήτημα ημερών.

antibiotics

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Ο Βασίλης και μια σούρα στο Ερεβάν

Posted by vnottas στο 29 Οκτωβρίου, 2012

Τον συνονόματό μου Βασίλη τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη και της Μαρίας στην Αρετσού. Έχουμε παίξει μερικές φορές χαρτιά και, είναι αλήθεια, το παιχνίδι εν γένει βοηθάει στο να γνωρίσεις τους άλλους καλύτερα. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζω συνήθως εγώ.

Αν βέβαια ενδιαφέρεσαι για τις ενδεχόμενες συμπεριφορές κάποιου και σε πιο οριακές καταστάσεις (αν πρόκειται, για παράδειγμα, να τον/την παντρευτείς), τότε πήγαινε μαζί του ένα ταξίδι, ει δυνατόν με ιστιοφόρο. Εκεί θα αντιληφθείς πολύ περισσότερα πράγματα.

Αλλά για τις άλλες, τις συνηθέστερες και χωρίς διακύβευμα περιπτώσεις, το παιχνίδι, ας πούμε μια φιλική παρτίδα χαρτιά, όντας ανώδυνη απομίμηση της ζωής σε βοηθάει να κάνεις αξιόπιστες γενικές παρατηρήσεις πάνω στον χαρακτήρα των άλλων.

Ο Βασίλης λοιπόν, αρχιτέκτονας μηχανικός (όπως και οι πιο πολλοί στην παρέα), σύζυγος και πατέρας, διάγων αισίως την περίοδο της ωριμότητας (των πρώτων –ηντα), σε μια αρχική ανάγνωση μου προκύπτει αναμφίβολα ήπιος, ήρεμος, εξαιρετικά ευγενικός, εκτιμητής των χαμηλών τόνων: Δεν υψώνει ιδιαίτερα τη φωνή και ένα πράο χαμόγελο είναι εγκατεστημένο θα έλεγες μόνιμα στις άκρες των χειλιών του.

Αυτές οι πρώτες εντυπώσεις τις οποίες δεν έχω κανένα λόγο να αναιρέσω, οδηγούν στη βάσιμη υπόθεση ότι ο Βασίλης είναι δύσκολο να είναι ταυτόχρονα και κάτι άλλο, κάπως αλλιώτικο, ας πούμε κάτι σαν μοναχικός ταξιδιώτης μοτοσικλετιστής!

Και βέβαια κάνω πανηγυρικά λάθος.

 

Ο Βασίλης όταν του την δίνει, (και σε άλλες προς διερεύνηση περιπτώσεις) όχι μόνο καβαλάει τη μοτοσικλέτα του και εκτινάσσεται, αποδρά, αναχωρεί, απομακρύνεται μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα προς κατευθύνσεις εξωτικές και χώρες δυσερεύνητες, αλλά και καταγράφει με εικόνες και λέξεις τις εμπειρίες του.

Χτες μου έστειλε το κείμενο που ακολουθεί.

Σας το κοινοποιώ με την έγκρισή του. Απολαύστε το!

 

 

Βασίλης Μεταλλινός

Νοέμβριος, 2011. Εν μέσω κρίσης, κινδυνολογίας, παπαρολογίας, φόρων, πόρων, αναδρομικών, μικροαστικών, πολεοδομικών, χαρατσιών και τινών ακόμη φαιδρών της παστεριωμένης καθημερινότητας, ξεκίνησα ένα ξαφνικό ταξίδι προς Τουρκία, Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν. Ο Οκτώβριος είχε περάσει, μεταξύ κάποιων θρασύτατων ανθρωποειδών που υποδύονταν τους τεχνίτες οικοδόμους, καθώς και στο στόχαστρο ενδημικής ποικιλίας αρπακτικών που αναπτύσσεται σε καρέκλες πολεοδομικών γραφείων και τινών ακόμη δημοσίων υπηρεσιών, στελεχομένων από απογόνους του Νταβέλη, Κακαράπη, Καλαμπαλίκη και Τσιμπουκλάρα.

Μετά την 4η τροποποίηση των σχεδίων μιας απλής εξωτερικής τουαλέτας, καθ’ υπόδειξη του αρμόδιου υπαλλήλου Πολεοδομικού γραφείου και την κατάθεση του σχετικού φακέλου, θεώρησα ότι -άνετα- είχα το χρόνο για ένα ταξίδι μέχρι το Αζερμπαϊτζάν με την μοτοσυκλέτα μου, μέχρι τον επόμενο έλεγχο των αρχιτεκτονικών σχεδίων.

Έτσι, ένα ηλιόλουστο πρωϊνό φουλάριζα στο βενζινάδικο της Αρετσούς στο Χαμόδρακα, με λίγα ρούχα στις βαλίτσες, κανά δύο κιλά ξηρούς καρπούς, μισό κιλό παστέλι, ζάχαρη, καφέ και χαλαρή “στ’ αρχίδια μου” διάθεση.

Ύστερα από ένα βροχερό πέρασμα της Βόρειας Τουρκίας και ένα ζόρικο οδήγημα στην παγωμένη και βροχερή Γεωργία, μετά από 3000 χιλιόμετρα, την χαριστική βολή μου την έδωσαν τα χιονισμένα υψίπεδα του όρους Aragats. Δεν ήταν η καλύτερη ιδέα, να ταξιδέψω με την μοτοσυκλέτα χειμωνιάτικα… Και δεν ήταν μόνο το κρύο. Οι οδηγική συμπεριφορά των Αρμενίων, που θα έκανε τους πεοφορούντες οδηγούς ταξί των παραβαρδάριων περιοχών να φαντάζουν σαν γατούλες του καναπέ, μου έκανε το φρόνημα ιρμίκ χαλβά… Έσφιξα τα δόντια και με αποφασιστικότητα λοχαγού Βιετκόγκ, συνέχισα οδηγώντας αργά.

Στα τελευταία χιλιόμετρα κατηφορίζοντας για το Υερεβάν, θυμήθηκα τους 42 βαθμούς υπό σκιάν την ίδια μέρα, ίδια ώρα -ένα χρόνο πρίν- πλησιάζοντας το Χαρτούμ, κι άρχισα να …ζεσταίνομαι και να ρεφάρω ψυχολογικά. Διότι, κύριος, άμα θέλεις ασφάλεια και θερμοκρασίες δωματίου κάθεσαι σπίτι σου και το βλέπεις το “έργο” σε βιντεοκασέτα.

Κατεθύνθηκα “καρφί” στο κέντρο, ακολουθώντας ένα marshrutka*, που πήγαινε προς την Όπερα και έψαξα να βρώ ένα guest house, μιας ηλικιωμένης ζωγράφου που εντόπισα σ’ έναν γαλλικό ταξιδιωτικό οδηγό.

Αφού τακτοποιήθηκα στο πολύ φιλόξενο σπίτι, βγήκα στους δρόμους να ξεμουδιάσω και να δειπνίσω στο ρεστοράν Caucasus που μου υπέδειξε σε άπταιστα Γαλλικά η κυρία Βίκα, η κάλτ ιδιοκτήτρια του guest house.

Δεν χρειάστηκε να περπατήσω πολύ και σε 15 λεπτά βρισκόμουν ενώπιον αβάσταχτων διλημμάτων, σχετικά με ορεκτικά, σούπες και φαγητά, καθισμένος στη ρουστίκ αίθουσα του ρεστοράν.

Η παχουλή Αρμένισα -ντυμένη με παραδοσιακό φόρεμα- που ήρθε για την παραγγελία, με δελεαστικά νεύματα και επιφωνήματα υπερβολικής επιδοκιμασίας και κατανόησης, κατάφερε να μ’ απαλλάξει απο τα ερωτηματικά της γαστέρας, πείθοντάς με να δοκιμάσω όλα τα πιάτα που είχα ξεχωρήσει, απ’ τον κατάλογο…

Μετά από μια αναπαράσταση του ταϊσματος των τίγρεων της Σουμάτρας, πάνω στις παραδοσιακές σπεσιαλιτέ του Καυκάσου και τρεις αρμένικες μπύρες Gyumri, ήρθα στα γράδα μου. Χαζεύοντας τους θαμώνες και ακούγοντας φόλκ αρμένικα τραγούδια, θυμήθηκα την Ρουζάνα, μια Αρμένισα που καθαρίζει κάθε βδομάδα την οικοδομή που στεγάζεται το γραφείο μου στη Θεσσαλονίκη.

Η Ρουζάνα με είχε κουράσει μιλώντας μου σε κάθε ευκαιρία, για το πόσο όμορφο είναι το Υερεβάν και τελειώνοντας την τρίτη μπύρα της τηλεφώνησα για πλάκα…

“Έλα Ρουζάνα, με κατάλαβες?”

“Καλησπέρα κύριο Βασίλη, τι κάνετε?”

Αφού της εξήγησα που βρίσκομαι, μου κατέστησε σαφές ότι πιθανή άρνηση της φιλοξενίας του αδελφού της, τον οποίο θα έστελνε την επομένη το πρωί στο guest house να με παραλάβει, θ’ αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως.

Μετά από μια σύντομη βόλτα στο κέντρο της πόλης κατέληξα στο Malkhas jazz Club, άλλη μια εξαιρετική πρόταση της κυρίας Βίκα, έχοντας μαντέψει τις προτιμήσεις μου στη λίγη ώρα που γνωριστήκαμε .

Ο ιδιοκτήτης του είναι ο Levon Malkhasian, ο πατέρας της Αρμένικης jazz. Ήπια άλλες δύο μπύρες ακούγοντας εξαιρετική μουσική από ένα κουϊντέτο που αυτοσχεδίαζε πάνω σε αρμονικές βάσεις τουJimmy Smith και κατά τις δύο τα ξημερώματα πήρα το δρόμο για το guest house που βρίσκονταν 3-4 τετράγωνα μακριά από το jazz club. Περπατώντας ικανοποιημένος στην ήσυχη λεωφόρο Mesrop Mashtots και σφυρίζοντας την φοβερή παραλλαγή του “the cat”, που ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά μου,δεν μπορούσα να φανταστώ τι μου επεφύλασσε η επόμενη βραδιά στην Αρμενία…

Κατά τις 9 το επόμενο πρωί, απολάμβανα την σπιτική μαρμελάδα από ιπποφαές, με ζυμωτό ψωμί και φρέσκα καρύδια, συντροφιά με την κυρία Βίκα την ιδιοκτήτρια του guest house, συζητώντας πλέον στα Ιταλικά για την ζωή στην Αρμενία. H ώρα κυλούσε ευχάριστα, κατεβάζοντας ένα ολόκληρο σαμοβάρ με εκχύλισμα ενός αρωματικού κοκτέιλ βοτάνων από το Odzun, όταν ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.

Μετά από μια σύντομη συνομιλία στ’ αρμένικα που άκουσα από την είσοδο, εμφανίστηκε στη κουζίνα ο Τανιέλ. Ένας αρκουδοειδής τύπος, με πουράκι σβησμένο στο στόμα, λουσμένος στο πατσουλί και ντυμένος με μαύρα Armani, να φαντάζει ανάμεσα στον μαφιόζο Τομάζο Μπουσκέτα και σε σολίστ του λυρικού θεάτρου.

Με ένα “γκειά σου” και κάτι σπαστά αγγλικά μου είπε να πάρω τα πράγματά μου γιατί στο εξής θ’ αναλάμβανε αυτός την φιλοξενία μου.

Το παρανόμως παρκαρισμένο αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο ήταν όπως το περίμενα. Απαστράπτον μαύρο τζιπ Mercendes G55 AMG με μαύρα τζάμια και χρωμέ εξατμίσεις,μια ευλαβική συνέχεια των θηριωδών μαύρων 4X4 του νεοπλουτίστικου σιμψιλέ που κοσμούν τους δρόμους των παρακαυκάσιων χωρών.

Φόρτωσα τα πράγματα στη μοτοσυκλέτα και ακολουθώντας αποτροπιασμένος τον Τανιέλ έγινα μάρτυρας μιας απίστευτης οδήγησης στους δρόμους του Υερεβάν, σημειώνοντας όλες τις παραβάσεις του ΚΟΚ, σ’ όλους τους πιθανούς συνδυασμούς και με κανόνες βγαλμένους από τους νόμους της ζούγκλας του Βόρνεο. Φτάνοντας σε μιά πολυτελή οικοδομή, οδήγησα την μοτοσυκλέτα μου μέσα στην τεράστια ψηλοτάβανη είσοδο, έβγαλα από τις πλαϊνές βαλίτσες 2 μικρά σακ βουαγιάζ και εμφάνισα ένα βαρύ λουκέτο για να κλειδώσω το δισκόφρενο. Ο Τανιέλ με ένα μορφασμό που έδειχνε προσβεβλημένος με διαβεβαίωσε ότι το κτίριο είναι ασφαλέστερο κι από τράπεζα, δείχνοντάς μου μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του έναν γιγαντόσωμο τύπο στα 30 μέτρα, έξω από ένα θυρωρείο, που μας παρατηρούσε ακίνητος, με την αταραξία Αιγυπτιακής πυραμίδας.

Στο διαμέρισμα μας περίμεναν ο Ανατόλι, κουμπάρος του Τανιέλ και άλλοι δυό φίλοι του, ο Γκεντεόν κι ο Μαράτ. Καθήσαμε στο σαλόνι για καφέ και κατά τις ένδεκα -το πρωί- αφού μάζεψαν τα φλυτζάνια, έστρωσαν τραπεζομάντηλο και τοποθέτησαν δύο δίλιτρες φιάλες κρασί. Από την κουζίνα ακούστηκε ο ήχος του τηγανίσματος και σε λίγα λεπτά η σύζυγος του Τανιέλ μας σερβίριζε σεμσέκ, μιτσινκί κιοφτέ, κινγκάλι, ιτσλί κιοφτέ, κεσκέκ και τυριά με ταμπουλέ σαλάτες.

Μου γέμισαν ένα ποτήρι από το κάθε κρασί και με απελπιστική αγωνία περίμεναν να τους πω ποιό προτιμώ.

Αφού διαβεβαίωσα τον Τανιέλ και τον Ανατόλι ότι και τα δύο κρασιά μ’ άρεσαν πολύ, ο γηραιώτερος όλων, ο εξηντάχρονος Μαράτ ξεκίνησε τις προπόσεις αναλαμβάνοντας συγχρόνως και μεταφραστής, μιας και είχε ζήσει οκτώ χρόνια στη Γαλλία και μπορούσαμε να συνενοηθούμε στα Γαλλικά.

Με ιστορίες από την εποχή που δούλευε νέος σαν ταλιαδώρος, κατασκευάζοντας σεντούκια σ’ ένα προάστιο του Kapan μέχρι τα χρόνια που ελίσσονταν στα τραπέζια του Moulin Rouge σαν σερβιτόρος και στα καμαρίνια των χορευτριών σαν αγαπητικός, οι στάθμες των δύο φιαλών κρασιού άρχισαν να κατεβαίνουν δραματικά.

Τότε ο Μαράτ με συνομωτικό ύφος τοποθέτησε άλλο ένα δίλιτρο από το δικό του κρασί, ζητώντας τάχα να του πω την γνώμη μου. Πραγματικά, δεν χρειαζόταν να προσποιηθώ ότι μ άρεσε, γιατί όντως ήταν από τα καλύτερα κρασιά που έχω πιεί στη ζωή μου.

Μέχρι να μας εξιστορήσει το πως παντρεύτηκε μια γαλλίδα ζογκλέρ που έκανε δικό της νούμερο στο καμπαρέ, μέχρι την νεφελώδη ξαφνική φυγή του από το Παρίσι και την ενασχόλησή του με την πρακτορεία μοντέλων-συνοδών και χορευτριών του κλασσικού μπαλέτου με ειδίκευση στη μεταλλική μπάρα, καθαρίσαμε και το δικό του μπουκάλι.

Ο τέταρτος της παρέας, ο Γκεντεόν, ήδη είχε φύγει για το κελάρι του και πάνω στην ώρα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας για να μας φέρει για γευσιγνωσία και το δικό του κρασί μαζί μ’ ένα μπουκάλι τοπικό μπράντυ…

Έτσι με μεζέδες να καταφτάνουν στο τραπέζι πολυβολιδόν και με ανελέητη κατανάλωση των εξαιρετικών σπιτικών κρασιών, καταλήξαμε κατά τις πέντε το απόγευμα σε κατάσταση γκροκί να το γυρίζουμε σε σφηνάκια μπράντυ και σιροπιαστά σαρί μπουρμά.

Οι Αρμένιοι και οι Γεωργιανοί πίνουν. Πίνουν πάρα πολύ, θα έλεγα. Τους ακολούθησα με ιδεαλιστικές τάσεις εθνικής υπερηφάνειας μέχρι το ύστατο σφηνάκι.

Kατά τις έξι βγήκαμε στο κέντρο της πόλης για περίπατο και καφέ. Εκεί με πληροφόρησαν, ότι κατά τις εννέα το βράδυ θα πηγαίναμε σε κάποιο στέκι τους για να συναντήσουμε μερικούς ακόμα φίλους που θα συμπλήρωναν την παρέα. Ήταν παραπάνω απο προφανές ότι δεν θα πηγαίναμε σε λέσχη μπρίτζ ούτε και σε σαλόνι τεϊου για ανταλλαγές απόψεων και προσεγγίσεων πάνω σε λογοτεχνικά κείμενα της Γαλλικής Αναγέννησης…

Ήταν η στιγμή που αναπολώντας την κυρία Βίκα και τις εξαιρετικές της οδηγίες για αξιοθέατα, θεατρικές παραστάσεις και φολκλορικά μουσικά στέκια, άρχισα να προβληματίζομαι για το χάσμα των επιλογών που είχα μπροστά μου αλλά και για το αν θα ‘πρεπε να συνεχίσω δέσμιος της μαφιογκλάμορους παρέας, ως απόσπασμα σουρεαλιστικής ταινίας… Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν αναλώνομαι σε βαθυνούστατες πυρετικές σκέψεις και αποφάσεις αλλά αφήνω την ταξιδιωτική παλίρροια να με παρασύρει…

Το κλου της βραδιάς ήταν για τα μεσάνυχτα που θα επισκεπτόμασταν το στριπτιζάδικο “Fiery Vegas” του Τανιέλ καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα έξω από το Υερεβάν στο δρόμο για το Vanadzor.

Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν κατά τις εννέα και μισή το βράδυ όταν καθήσαμε στο τραπέζι της γραφικής ημιυπόγειας ταβέρνας και προστραπεζώθηκε ο πρώτος γύρος από ποτά και μεζέδες. Η επιλογή του γουρουνόπουλου γάλακτος στη σούβλα έδωσε την ευκαιρία στην παρέα να αναπαραστήσει πειστικά την σφαγή των Αρμενίων. Τα βλέμματα δε των συνδαιτυμόνων, δεν μου άφησαν κανένα περιθώριο για συζήτηση περί δίαιτας, μεσογειακής διατροφής και σπάνιων έξτρα παρθένων ελαιολάδων με χαμηλή οξύτητα…

Ο συνδυασμός αρμένικης βαρελίσιας μπύρας με χυμούς φρούτων και σφηνάκια παγωμένης βότκας, σε πολλές ρεπετισιόν, ήταν η αιτία που επέμενα κάποια στιγμή στη συζήτηση ότι ο γλύπτης Vartan Malakian είναι Έλληνας από τη Μαλακάσα…

Είναι γεγονός πάντως ότι και σ’ αυτό το τραπέζι, παραδέχθηκαν όλοι ότι πίνω σαν Αρμένιος!

Συνειδητοποίησα πάντως ότι είχα πιεί πολύ, όταν μια σερβιτόρα την στιγμή που κατευθυνόμουν προς την έξοδο, μ’ έπιασε αγκαζέ με την στοργική ανοχή που δείχνουν σε κάποιον που πάσχει από πρόωρη γεροντική άννοια…

Επιβιβαστήκαμε σ’ένα μικρό στόλο από θηριώδη μαύρα 4Χ4 και ξεκινήσαμε για την τρίτη πράξη της απίθανης αυτής φιλοξενίας.

Σ’όλη τη διαδρομή είχα την αίσθηση ότι ο Τανιέλ προσπαθούσε να περάσει το τζίπ του πάνω από τα προπορευόμενα αυτοκίνητα, εάν δεν είχαν τη σοφή ιδέα να τραβηχτούν την τελευταία στιγμή τέρμα δεξιά, για να διευκολύνουν την προσπέραση.

Από τα πρώτα χιλιόμετρα ήδη είχα σφίξει την ζώνη ασφαλείας, κοντράρισα το πόδι γερά στο πάτωμα κι άρχισα να ψιθυρίζω σύσσωμη την playlist με τα απολυτίκια του Αγίου Χριστόφορου, προστάτη των ταξιδευτών…

Εντελώς άσχετα, πέρασαν απ’ το μυαλό μου, η βλακόφατσα του ανθροποειδούς που υποδύονταν τον ελεγκτή αρχιτεκτονικών και είχε χρεωθεί τον φάκελο της μελέτης εξωτερικής τουαλέτας, τα άρθρα του ΓΟΚ, τα ΦΕΚ, τους κατά παρέκλιση συντελεστές δόμησης, τις αβάσταχτες lumpen αρλούμπες των αρχιτεκτονικών επιτροπών και ένοιωσα αμέσως ανακούφηση, πεπεισμένος ότι εδώ κινδυνεύω λιγότερο…

Μόλις βγήκαμε απ’ το Υερεβάν, μπήκαμε σ’ έναν έρημο και σκοτινό παράδρομο και σε καμιά εκατοστή μέτρα το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από μια μάντρα σκουριασμένων γερανοφόρων. Σε δευτερόλεπτα έφτασε από το αντίθετο ρεύμα ένα σαραβαλιασμένο κίτρινο Lada Jiguli με αεροτομή από φόρμουλα 1 και φωτισμένη μάσκα από σικλαμέ neon λαμπάκια, φρενάροντας απότομα ακριβώς στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Τα μαύρα τζάμια του αυτοκινήτου δεν μ’ επέτρεψαν να διακρίνω τον οδηγό του. Ο Τανιέλ έκλεισε τον ήχο στο cd που έπαιζε Lady Gaga στη διαπασών και ακολούθησε ένα διάστημα 20-30 δευτερολέπτων με απόλυτη ησυχία.

Το γκαγκστερικό ντεκόρ, το σκοτάδι και η περίεργη ησυχία προς στιγμήν με προβλημάτησε, σε βαθμό που σκέφτηκα πόσο δύσκολο θάταν για την εκπομπή “Φως στο Τούνελ” να εντοπίσει το εξαφανισμένο πτώμα μου, στην περίπτωση που θα γινόταν κανένα πατιρντί με “καλάσνικοφ”, μιας και για τον Τανιέλ ήμουνα σχεδόν βέβαιος ότι θα χρησιμοποιούσε τα όπλα όπως το εντομοαπωθητικό…

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του οδηγού και βγήκε μια γυναίκα γύρω στα 60, με χοντρά γιαλιά και χαμόγελο δενδρόβιου πιθηκοειδούς. Ξεκλείδωσε το πορτ μπαγκάζ κι έβγαλε από μέσα 4 πεντάκιλα μεταλλικά δοχεία μέσα σε πλαστικές σακούλες. Με βηματισμό λοκατζή διέσχισε τον δρόμο και στάθηκε στην πόρτα του οδηγού, ακουμπώντας κάτω τα δοχεία, ενώ κατέβαινε το τζάμι του παραθύρου. Ο Τανιέλ τέντωσε το χέρι του έξω απ’ το παράθυρο, κουνώντας ένα μάτσο χαρτονομίσματα, τσαλακωμένα αλά χωριάτα. Η γυναίκα τα μέτρησε αποτροπιασμένη κι έβαλε τις φωνές. Ακολούθησε μια έντονη συνομιλία, με τον Τανιέλ να παζαρεύει, προσπαθώντας να την καλμάρει κάνοντας έντονες χειρονομίες.

Βγήκε από το τζιπ, άνοιξε την πίσω πόρτα κι έκανε νόημα στην Αρμένισα να μεταφέρει τα δοχεία στο πορτ μπαγκάζ. Η γυναίκα τα τοποθέτησε μέσα στο τζιπ και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάλυπτα σαν μανιάτικο μοιρολόι κατευθύνθηκε προς το “Jiguli”. Ο Τανιέλ έβαλε μπροστά τη μηχανή γελώντας και απευθυνόμενος σε μένα φώναξε “Μister Vassilis tonight you taste the best caviar from Astrakhan. ”

Η υπερβολική ταχύτητα -βραδιάτικα- σε συνδυασμό με τις σφήνες και τις προσπεράσεις στο αντίθετο ρεύμα ανφάς με νταλίκες, μου δημιούργησαν τέτοια υπερένταση συνοδευόμενη από μορφασμούς τρόμου και εκδηλώσεις παντομίμας, που σιγά-σιγά άρχιζα να συνέρχομαι από τις μπύρες και τις βότκες!

Με το που κατεβήκαμε σώοι στο πάρκιν του στριπτιζάδικου, ένιωσα την ίδια παράξενη ανακούφιση, μ’ εκείνη που ξυπνάς από τον γνωστό εφιάλτη που σε κυνηγάει το τέρας, προσπαθείς να τρέξεις αλλά πας σαν σε slow motion σε ελαττωματικό DVD.

Ένας χτισμένος μπράβος, με μαύρο σακκάκι από καλάθι προσφορών supermarket, ξυρισμένο κεφάλι, και φυσίκ νεροβούβαλου Αμαζονίου, μας καλωσόρισε σε ακατάλυπτα αρμένικα.

Προσπεράσαμε γύρω στα πεντέξι ταυριά, με ξυρισμένα κεφάλια και φουσκωτά μπράτσα σαν μπούτια βοείου Αιτωλοακαρνανίας, από το πάρκιν μέχρι την αίθουσα και μας ανέλαβε ο maitre d’ hotel. Με ελεγχόμενες εκδηλώσεις έκπληξης κι ενθουσιασμού, αφού χαιρέτησε τον Τανιέλ ιπποτικά σε στάση όρθιας γονυκλισίας, μας έβαλε να καθίσουμε στο πρώτο κεντρικό τραπέζι.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και απ’ ότι φαίνονταν το κυρίως πρόγραμμα ακόμα δεν είχε αρχίσει. Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο με ετερόκλητο κοινό.

Ύποπτες φιγούρες, με χρυσά Rolex και ακριβά κοστούμια από τις μπουτίκ της λεωφόρου Hyusisayin, που κάπνιζαν πούρα συνοδεία σαμπάνιας και βότκας, επιχειρηματίες με φάτσες πετυχημένου Εβραίου τοκογλύφου, διάφοροι λιγούρηδες ματάκηδες ντυμένοι σαν αραβωνιαστικοί, που βύζαιναν σε δόσεις μιλιγκράμ τα ποτά τους και κάτι ναρκισσευόμενοι μποντυμπιλντεράδες, εκτραφέντες στους λειβαδεώνες της τοπικής μαφίας, είχαν γεμίσει την αίθουσα. Η σκέψη και μόνο να διεκδικώ προτεραιότητα σε θέση πάρκιν με κάποιον απ’ αυτούς, μου δημιουργούσε ένα μούδιασμα στη ραχοκοκκαλιά με ταυτόχρονη δημιουργία ύγρανσης του μετώπου από σταγόνες κρύου ιδρώτα…

Δυό χοντροκώλες ημίγυμνες χόρευαν χαλαρά ένα σλόου κομμάτι της Gianna Nannini, στέλνοντας χαμόγελα με νόημα σε μια παρέα Καυκάσιων υλοτόμων, ντυμένων με τα γαμπριάτικα κουστούμια τους, που παρακολουθούσαν το θέαμα υπό ακρατή σιελόρροια.

Στο τραπέζι μας σε χρόνο dt είχαν καταφτάσει κάτι ροζέ ρώσσικες σαμπάνιες, βότκες και Αρμένικο μπράντυ. Το άρτι αφιχθέν -χοντρό σαν φουντούκι- μαύρο χαβιάρι από το Αστραχάν σερβιριζόταν στα πιάτα από ένα πελώριο ασημένιο μπωλ πάνω σε χλιαρές αράβικες πίττες, πασπαλισμένες με φρέσκο βούτυρο, ξανανοίγοντάς μου γι’ άλλη μια φορά την όρεξη.

Τα ποτήρια άδειαζαν κατά ριπάς στο τραπέζι, με τις πομπώδεις προπόσεις τoυ Μαράτ να δίνουν έναν ηρωικό τόνο στις γύρες με τους άσπρους πάτους.

Αυτές οι ροζέ σαμπάνιες μου την κάναν τη ζημιά.

Όταν πίνεις επί 12 ώρες πρέπει να ξέρεις να σταματάς. Εντελώς μεταξύ μας, εγώ ήξερα καλά. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα να πείσω και τον Τανιέλ. Όταν δοκίμασα να τον ξεγελάσω πίνοντας ελάχιστα από το ποτήρι μου, σχολίασε ότι “οι υπόλοιποι περιμένουν να αδειάσεις το ποτήρι σου. Αν δεν αδειάσει, δεν πίνουν κι αυτοί!”

Γερό μπλέξιμο!

“Ένα βράδυ είναι θα περάσει”, σκέφτηκα.

“Μην γίνουμε και ρεζίλι τώρα στο τέλος” ξανασκέφτηκα με εθνικιστικό ενθουσιασμό, φέρνοντας στο νού μου τον Καραϊσκάκη και τον Πλαπούτα.

Για μιά ακόμη ώρα παρακολουθούσαμε το σόου με κάτι Κουβανέζες από την …Quba του Αζερμπαϊτζάν, που με κάτι φιγούρες καθέτου εφορμήσεως μας την έπεφταν ολόγυμνες σε απόσταση χιλιοστών, φέρνοντας στο κέφι τον κουμπάρο του Τανιέλ που ξεχύλιζε τα ποτήρια με σαμπάνια. Ο Ανατόλι μ’ ενημέρωσε ότι η φίρμα του μαγαζιού, μια Ουκρανή τουρμπογκόμενα θα ‘βγαινε κατά τις δύο τα ξημερώματα.

Με τις σαμπάνιες κατά ριπάς και τα σφηνάκια βότκας κατά βολάς, άρχισα να χάνομαι. Μόλις τελείωσαν οι Qubaνέζες το σόου και λίγο πριν αρχίσει η γκράν ατραξιόν με την Ουκρανή, πήρα την απόφαση να επισκεφτώ την τουαλέτα.

Ήμουνα σκνίπα. Το καταλάβαινα. Αισθανόμουνα ανάλαφρος, μου έβγαινε μία ευθυμία, παραπατούσα και είδα στον καθρέφτη ότι είχε σχηματιστεί ένα ηλίθιο χαμόγελο στη φάτσα μου που δεν έφευγε ούτε με γροθιά του Κάσιους Κλέϋ. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Το χαμόγελο εκεί. Μόνιμο.

Απ’ έξω ακούστηκαν χειροκροτήματα. Βγήκα παραπατώντας από την τουαλέτα και βρέθηκα στο σκοτάδι. Προφανώς είχαν σβήσει τα φώτα για ν’αρχίσει το σόου της Ουκρανής. Άρχισα να “χάνομαι” σιγά-σιγά.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά μπήκαν οι πρώτες νότες από το “Cocaine” του Eric Clapton μαζί μ’ ένα μπλέ χαμηλό φωτισμό που φώτησε την πίστα και την ώρα που άρχιζε το τραγούδι είχα ανέβει στην πίστα χορεύοντας ρόκ και ουρλιάζοντας τους στίχους του κομματιού:

“if you wanna hang out you ‘ve got to take her out. Cocaine. If you wanna get down, down on the…”

Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι το έκπληκτο πρόσωπο της Ουκρανής, να με κοιτάζει σαν χαμένη, με τιγρέ εσώρουχα και ροζ χειροπέδες, ακίνητη στην άκρη της σκηνής και τέσσερις γοριλανθρώπους να με πλησιάζουν απειλητικά, με το βλέμμα όμως στραμμένο στον Τανιέλ, περιμένοντας κάποιο νεύμα για τα περαιτέρω…

Θυμάμαι ότι έφυγα σηκωτός, αλλά δεν ξέρω πως και πότε…

Ξύπνησα την επομένη το πρωί σ’ ένα ευρύχωρο δωμάτιο στο σπίτι του Τανιέλ, μ’ ένα τρελλό πονοκέφαλο. Αφού έριξα ένα κυβικό νερό στο κεφάλι μου κατεθύνθηκα στην κουζίνα. Ο Τανιέλ ετοίμαζε σ’ ένα παραδοσιακό μπρίκι έναν αρμένικο καφέ και με κοίταξε χαμογελώντας πονηρά λέγοντάς μου:

«Μίστερ Βασίλης, γκιατί εσύ ντεν λες εμένα, γκουστάρεις να χορεύεις με Τετιάνκα?

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 Σχόλια »

Η Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων – Εισαγωγή (σχεδίασμα)

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2012

Εισαγωγή (ζουμερή)

Το λένε Ζούμ.

Πρώτα απομακρύνεσαι, όσο μπορείς, όσο να βρεις την αφετηρία όπου η θέα να είναι πανοραμική και το οπτικό πεδίο ευρυγώνιο.

Μετά λες στον χρόνο να κάτσει καλά, ακίνητος και να σ’ αφήσει απερίσπαστο να δουλέψεις με τον χώρο… Εντάξει, διορθώνω, με την εικόνα του χώρου.

Μετά στοχεύεις το σημείο που σ’ ενδιαφέρει.

Και αρχίζεις να ζουμάρεις…

Και εκεί που ήσουν, ας πούμε, καβάλα στην πλάτη ενός Άγγελου φύλακα-ξεναγού ή (αν έχεις λιγότερο υπερβατική διάθεση) καβάλα στον δορυφόρο υπηρεσίας, να τα βλέπεις όλα σφαιρικά και περιεκτικά, να που αρχίζεις να κατεβαίνεις κάθετα και σβουριχτά ίσα κάτω.

Ο στόχος, αργά στην αρχή, παίρνει να μεγαλώνει, ενώ τα περιθώρια όλο κατρακυλούν  έξω απ’ το οπτικό σου πεδίο, πέφτουν και εξαφανίζονται.

Πάει η σφαίρα με την θεωρητική της τελειότητα!

Τώρα έχεις να κάνεις με ένα χαλί, λίγο πολύ επίπεδο, αλλού μπλέ, αλλού κίτρινο ή καφετί, ή με λίγο πράσινο στις άκρες. Και κάτι ανέμελα στριφογυριστά βαρομετρικά χαμηλά να προσθέτουν εδώ και κει λευκά νεφελώματα.

Εσύ, είπαμε, απερίσπαστος, αξιόπιστος αφηγητής, στον στόχο σου!

Ίσα πάνω στην γκρίζα κηλίδα, εκεί όπου το γαλανό εφάπτεται με το καστανοκίτρινο, ακριβώς δίπλα στην ελισσόμενη γυαλιστερή κορδέλα που -αενάως- καταλήγει να χύνεται στο απέραντο αρχέγονο υγρό του πελάγους.

Η γκρίζα κηλίδα μεγαλώνει: είναι μια πόλη.

[Αν εσείς οι αναγνώστες συνέπεσε να είστε από Αλλού, να σας διευκρινίσω ότι έτσι ονομάζουν οι (αυτό-προσδιοριζόμενοι ως έμφρονες) κάτοικοι αυτής της σφαίρας, τις φωλιές τους, όταν είναι στριμωγμένες σε μεγάλα σύνολα].

 Ζουμ!

Τώρα φαίνονται καθαρά τα πλοκάμια της πόλης, καθώς απλώνονται στις κοιλάδες ανάμεσα στα γύρω βουνά ή σκαρφαλώνουν απειλητικά στα βουνά τα ίδια.

Για στάσου λίγο σε κλίμακα πόλης.

Παραθαλάσσια, με λιμάνι, γκρίζα, με λιγοστές πρασινωπές πινελιές εδώ κι εκεί.

Στις άκρες της, καμινάδες. Λίγες καπνίζουν ακόμη, οι πιο πολλές το ’κοψαν πρόσφατα λόγω κρίσης, όπως θα ανακαλύψουμε σε λίγο. Ωστόσο είναι αρκετές για να υφαίνουν το φαιό πέπλο που της σφίγγει το λαιμό.

Ας είν’ καλά οι απαστράπτουσες επιφάνειες της θάλασσας που την εξωραΐζουν κάπως.

Θες να την εξωραΐσεις κάπως και εσύ;

Σπρώξε τον μοχλό κι άσε το χρόνο να κυλίσει, λίγο. Καμιά δεκαριά ώρες φτάνουν.

Βλέπεις; είναι πια νύχτα. Από την πόλη, στο σκοτάδι, είναι ορατό μόνο ένα σπινθηροβόλο δίχτυ. Και η αντανάκλασή του στα νερά! Όμορφο.

Όχι, μην επαναφέρεις το μοχλό, άσε το χρόνο εδώ.

Η ιστορία μας ας αρχίσει νύχτα. Νύχτα βαθειά. Κοντά στο ξημέρωμα.

Κάνε μόνο λίγο ζουμ ακόμη. Στο κέντρο, στην παλιά Πόλη όπου οι δρόμοι διασταυρώνονται με τρόπο άτακτο και λαβυρινθώδη.

Φτάσαμε.

Κτίσμα παλιό. Στο ισόγειο. Κατεβασμένα ρολά πρώην καταστήματος. Μια τελευταία εστίαση στην τοιχοκολλημένη επιγραφή «Ενοικιάζεται-Πωλείται- Παραχωρείται» διαγραμμένη με μια μαρκαδοριά.

Τέλος του Ζούμ.

Ήρθε η ώρα να κάνουμε ένα άλμα στο εσωτερικό του οικήματος.

Μπορείς τώρα να ξεκουμπώσεις τον χρόνο και να τον αφήσεις να κυλήσει. Εδώ μέσα κατοικεί ένας από τους ήρωες αυτής της ιστορίας.

Ο εναρκτήριος Όσιος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής, (κι άλλες).

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2012

Ας πούμε ότι μπαίνει καλοκαιράκι, ότι το λευκό χαρτί γίνεται μέρα με τη μέρα πιο ελκυστικό και ότι για να γράψεις σου λείπει μόνο μια ωραία, επεξεργασμένη, βασική ιδέα. Λέω καλοκαίρι γιατί ως γνωστόν στον τόπο μας γράφουν –με μεράκι- μόνον οι μερακλήδες ερασιτέχνες. Αυτούς τουλάχιστον ξέρω. Οι επαγγελματίες μου είναι άγνωστοι και τους θεωρώ κάπως εξωτικούς. Οι ερασιτέχνες όμως, έχουν ανάγκη από καλοκαίρι ή άλλες ανάλογες περιόδους σχετικής ελευθερίας.

Ας πούμε λοιπόν πως είναι καλοκαίρι, ότι κάτι το, εκ πρώτης όψεως, συγγραφικό σε διαγείρει και αρχίζεις να ψάχνεις  εναρκτήριες καλλιεργήσιμες ιδέες. Και ότι ύστερα τα βάζεις κάτω, τα παλιότερα και πιο τα πρόσφατα, τα ερωτηματικά και τα θαυμαστικά, τα υποθετικά και τα διαπιστωτικά, τα κάπως κατασταλαγμένα και αυτά που ακόμη ψάχνονται, τα στύβεις γερά, τα περνάς και μια πρώτη διύλιση, απόσταξη, επεξεργασία και, όσο να ‘ναι, όλο και κάτι μένει στον αποστακτήρα.

Κάτι με το οποίο να μπορέσεις να ξεκινήσεις.

Οπότε, παίρνεις αυτό το κάτι και αφού τα καταφέρεις να σταθείς απάνω του (θέλει κάποια ευελιξία και κάποια αίσθηση ισορροπίας), μπορείς να αρχίσεις το ταξίδι στον υπό κατασκευή κόσμο σου.

Επειδή οι περισσότερες και οι καλύτερες ιδέες θα σου έρθουν καθώς γράφεις, άρχισε το γράψιμο-γράψιμο (δηλαδή κάπως σαν να έχει ήδη ολοκληρωθεί η προεργασία και αισθάνεσαι πλήρως εξοπλισμένος για τη βουτιά στον ωκεανό της μυθοπλασίας), έστω κι αν μετά το τροποποιήσεις ή και το ανατρέψεις ριζικά. Παράλληλα, μπορείς πάντα να κρατάς σημειώσεις για ό, τι το ρηξικέλευθο σου κατέβει, ώστε να το εντάξεις στην πλοκή όταν θα ‘ρθει η ώρα του.

 Αυτά έλεγα στον εαυτό μου, προσπαθώντας να τον πείσω να πάρει πάλι τα μονοπάτια της Αφήγησης.

Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα παραπάνω είναι λίγο πολύ πάγια και γνωστά. Ή, -θα μπορούσε να διαφωνήσει κάποιος άλλος- ότι (πάντα τα παραπάνω) δεν είναι παρά μια από τις άπειρες εκδοχές συγγραφικής απόπειρας, οι οποίες εν τέλει προκύπτουν από μη προβλέψιμους συνδυασμούς συγκυριών, προσωπικών ιδιομορφιών, αρωγών από καλοθελήτρες  μούσες και παρεμβαλλόμενων ουρών λογοτεχνιζόντων διαβόλων.

Επομένως, ενίσταται ο εαυτός μου που προτιμά τις βόλτες και το ψάρεμα, το μόνο κάπως καινούργιο δεν είναι παρά το ότι, τώρα, έχεις τη δυνατότητα να εξιστορείς τα επεισόδια αυτής (της συγγραφικής) περιπέτειας σε ένα δημόσιο ημερολόγιο.

Δηλαδή, με άλλα λόγια, το να εκτίθεσαι στο τετράγωνο. Ευθέως και παραπλεύρως, επί σκηνής και εν τοις παρασκηνίοις.

Τι να κάνουμε! του ανταπαντώ.

Είναι οι καλές, οι στραβές και οι ακόμη μη πλήρως διερευνημένες δυνατότητες των νέων καιρών.

Βουτάμε; Βουτάμε!

 

Υστερόγραφο: Έγραψα τις αράδες αυτές για να σας προϊδεάσω για μερικά κείμενα που θα ακολουθήσουν και που θα είναι  ως επί το πλείστον προπαρασκευαστικά για κάτι το ευρύτερο (ας πούμε για την προαναγγελθείσα  Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων) και κατά συνέπεια κάπως αποσπασματικά, κάπως ατελή και –βεβαίως- ανολοκλήρωτα. Το αμέσως επόμενο, για παράδειγμα, είναι ένα σχεδίασμα εισαγωγής.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

¨Τα μαχητικά στη μύτη…¨ και ¨O Tολστόι κατακέφαλα…¨

Posted by vnottas στο 21 Ιουνίου, 2012

Κυκλοφορεί όπου να ’ναι μια νέα συλλογή διηγημάτων του Ηλία Κουτσούκου. Οι ιστορίες αρθρώνονται γύρω από ένα ντελίβερι μπόι που αντί για πίτσες παραδίδει κατ΄ οίκον αφηγήματα…

Για να πάρετε μια ιδέα, σας έχω εδώ (με την άδεια του) σε προδημοσίευση, δύο από αυτά…

Τα μαχητικά  στη μύτη….

 

Ο Γιώργος θέλει να βγάλει μερικές φωτό στη μύτη του  Αγίου Όρους , στο αέτωμα του μοναχού Ιωσήφ που βρίσκεται στο ακραίο τμήμα  της μεγίστης Λαύρας 300 μέτρα πάνω απ τη θάλασσα στη κορυφή των βράχων.

Πάμε με το τζιπ και το αφήνουμε διακόσια μέτρα πριν το μικρό κελί του γέροντα. Είναι καλοκαίρι, Ιούλιος και στις άκρες των βράχων ο αέρας σφυρίζει.

Το κελί έχει ένα μικρό αύλειο χώρο όπου βρίσκονται κι ανεμίζουν στα ψηλά κοντάρια τους δύο σημαίες. Μία ελληνική και μία του Βυζαντίου. Αυτές ανεμίζει ο γέροντας όταν περνούν τα κορσέρ και τα f16..από πάνω του χαμηλά..’ μου λέει ο Γιώργος, ενώ φωνάζει το όνομα του Ιωσήφ.

Ο Ιωσήφ εμφανίζεται χαμογελαστός κι όπως τον κόβω είναι τουλάχιστον 10 χρόνια μικρότερος μου, πράγμα που δεν είναι ότι καλύτερο για την εσωτερική διάσταση του σεβασμού μου ο οποίος δεν φημίζεται για τις καλύτερες διαθέσεις του απέναντι στους θρησκευτικούς ‘μύθους’..

Ωστόσο ο Ιωσήφ έχει ένα θερμό χαμόγελο στα χείλη και μας καλωσορίζει στο αέτωμα του λέει, περάστε παιδιά, περάστε για μια ρακή κι ένα γλυκό, έχω δικό μου γλυκό συκαλάκι, ελάτε, ελάτε μέσα…

Περνάμε στο κελί του γέροντα και το πρώτο που βλέπω είναι μια μεγάλη γύρω στο ένα μέτρο μινιατούρα μαχητικού f16 μέσα σε φάιμπεργκλας που γράφει στη βάση του ‘στον γέροντα Ιωσήφ από τους πιλότους της Τανάγρας’ και πάνω απ τη μινιατούρα μια στολή πιλότου μαχητικού με τον όνομά του κεντημένο στο δεξί στήθος ‘ιωσηφ’ και όλα τα διακριτικά της μοίρας.

Ο Γιώργος τον ρωτάει αν μένει μόνος του στο κελί κι ο γέροντας απαντάει με φυσικότητα πως μένει με άλλους δυο,,, που εμείς δεν τους βλέπουμε γιατί είναι οι άγγελοι του…

Είναι σίγουρο σκέφτομαι πως ο Ιωσήφ χάνει λάδια πλην όμως θέλω να τον ακούσω στις διηγήσεις του και τον ρωτάω πως κι έτσι έπιασε παρτίδες με τους πιλότους της πολεμικής αεροπορίας κι ενώ μας σερβίρει το συκαλάκι και τη ρακί και του λέμε ‘ευλόγησον’ μ’ ένα χαρούμενο πρόσωπο μας λέει…πως όταν άρχισαν πριν από χρόνια οι αερομαχίες στο Αιγαίο, οι περισσότερες παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας γίνονταν  λίγο πιο πέρα απ τη μύτη του Αγίου Όρους κι όταν οι δικοί μας κυνηγούσαν τους Τούρκους και τους έδιωχναν, μετά πετούσαν χαμηλά προς τη μύτη κι ο Ιωσήφ έβγαινε στην αυλή και κουνούσε τις σημαίες κι οι πιλότοι τις έβλεπαν και χαίρονταν και ξαναγυρνούσαν σε χαμηλή πτήση δυο και τρεις φορές για να τον χαιρετήσουν. Μετά ήρθαν για προσκύνημα στο Όρος και τον  συνάντησαν και ξαναήρθαν και ξαναήρθαν και του έφεραν το αεροπλάνο και μετά του έφτιαξαν και τη στολή, πάνω από δέκα πιλότοι, όλοι βαθύτατα πιστοί, ανθυποσμηναγοί, υποσμηναγοί, σμηναγοί ,ο διοικητής τους  ο σμήναρχος και ο γέροντας έγινε ο προστάτης της Μοίρας τους και τον κάλεσαν στην Τανάγρα και του κάναν γιορτή-κι όσο μας τα διηγείται, τόσο λάμπει το πρόσωπο του-κι ο γέροντας ξέρει απέξω κι ανακατωτά όλο το επιχειρησιακό πρόγραμμα της Μοίρας, ξέρει τα πάντα γύρω απ το μαχητικό f16 και μάλιστα κορυφώνει τη διήγησή του λέγοντας μας ‘όταν κυνηγάς τον άπιστο με 2 μαχ, όταν παίρνεις κλειστές στροφές στα 450 μέτρα με τέτοιες ταχύτητες κι αρχίζεις να τα βλέπεις όλα κόκκινα, δευτερόλεπτα πριν πάθεις βέρτιγκο, τότε οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ με εντολή της Παναγίας επεμβαίνουν, οδηγούν οι ίδιοι απ το κόκπιτ τ’ αεροπλάνο και το γυρνάνε ασφαλές στη βάση του αφού πρώτα πετάξει απ το ‘Ορος για να πάρει ευλογία….’

Λέω από μέσα μου πως δεν γίνεται να ακυρώσεις αυτή τη λαμπρή ιστορία με τις μεταφυσικές σου ανεπάρκειες κι ενώ ετοιμάζομαι να τον ρωτήσω αν ήθελε να γίνει πιλότος πριν γίνει Ιωσήφ στο Άγιο Όρος ο Γιώργος του κάνει την ερώτηση πως κουνούν τα μαχητικά τα φτερά τους για να τον χαιρετήσουν κι ο γέροντας σηκώνεται όρθιος απ το σκαμνάκι του, φέρνει τα χέρια σ έκταση και με τα μάτια γεμάτα γλυκιά έκσταση κάνει ‘να έτσι τα κουνούν’ και πάει πλάγια αριστερά και πλάγια δεξιά και με το στόμα του κάνει ‘βου, βου, βου, βου, βου’ τον ήχο απ τις τουρμπίνες…..

Η εικόνα από εδώ

O Tολστόι κατακέφαλα….

 

Ο Σίμος Αραμπατζής συνταξιούχος σιδηροδρομικός στα 82 κάθεται και διαβάζει τον πρώτο από τους τέσσερις τόμους ‘πόλεμος και ειρήνη’ του Λέοντος Τολστόι, απ’ τις εκδόσεις του Γκοβόστη, εδώ στη παραγκούπολη της Καλλικράτειας, στο μικρό δυαράκι με μικρό κήπο, κοντά στη θάλασσα, πούφτιαξε  με κόπους τα τελευταία δέκα χρόνια, ενώ η γυναίκα του μέσα τηγανίζει γάβρους και μιλάει μοναχή της στα διάφορα κουζινικά της.

Κάποια στιγμή ο μπαρμπα-Σίμος την ακούει να λέει στη βρύση ‘αντε τώρα και συ μη σου πω τίποτα και σένα μια λίγο μια πολύ πανάθεμά σε..’  και σχεδόν αμέσως τη βλέπει να βγαίνει έξω με τα χέρια στη μέση -στάση για παρατήρηση που θα τούρθει- όπως και γίνεται..

‘εσύ διάβαζε τη γκουμούτσα του Ρώσου κι άσε τη βρύση να στάζει, που στόχω πει δυo μέρες τώρα να τη δεις.. ε μ’ αυτά τα βιβλία σου που θα τα πετάξω καμιά ώρα…’

Ο μπάρμπα Σίμος την κοιτάζει ανέκφραστος γιατί έτσι όπως έχει γίνει η συμβία του μόνο ανέκφραστος μπορεί να είναι διότι, τι μπορεί ν’ απαντήσει σ’ αυτό το παλαιό τριαξονικό με τη ρόμπα.

Παρ’ όλα αυτά της εξηγεί ήρεμος πως γι αυτό βρίσκεται εδώ για να διαβάσει τα βιβλία που δεν διάβασε, κληρονομιά απ τον παππού του, γιατί αν δεν τα διαβάσει τώρα πότε θα τα διαβάσει…

Η κυρά του με μια γκριμάτσα τύπου ‘αντε  χέσου’ κάνει μεταβολή και ξαναπάει στη κουζίνα της.

Αυτό γίνεται τρία καλοκαίρια τώρα κι ο μπαρμπα-Σίμος είναι σίγουρος  πως θα τελειώσει μες στο καλοκαίρι  τους δυό πρώτους τόμους του Τολστόι γιατί έχει για μετά καβάτζα την Αννα Καρένινα.

Είναι νύχτα Αυγούστου κι ο μπαρμπα-Σίμος κοιμάται σ’ ένα βαθύ πηγαδίσιο ύπνο αναλογιζόμενος σ’ ένα φευγαλέο όνειρο αν θα γνώριζε σήμερα τον Τολστόι προσωπικά γιατί στ’ όνειρο  ήταν μουζίκος στα κτήματα του, κι ο Τολστόι θαρχόταν για επιθεώρηση των αγρών του, όταν ξαφνικά ξυπνάει απ’ τις φωνές της γυναίκας του απ τη κουζίνα ‘βοήθεια, βοήθεια’ και σηκώνεται παίρνοντας απ το κομοδίνο ενστικτωδώς τον τόμο του ‘Πόλεμος και Ειρήνη’, μπαίνει στη κουζίνα και βλέπει τη συμβία του να παλεύει μ’ ένα καχεκτικό λαθρομετανάστη εισβολέα και χωρίς να το σκεφτεί ρίχνει μ’ όση δύναμη έχει το τεράστιο βιβλίο κατακέφαλα από πίσω στον φουκαρά κλέφτη, που πέφτει σαν άδειο σακί στο πάτωμα.

Λέει στην έντρομη γυναίκα του ΄θα τον δέσω, πάρε το 100’ κι αφού την βλέπει ταραγμένη να σηκώνει τα  ακουστικό, συμπληρώνει με περηφάνια…’  για να ξέρεις, πού θελες να πετάξεις τον Τολστόι’…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (θεατρικού κειμένου)

Posted by vnottas στο 6 Ιανουαρίου, 2012

Μικρή προαιρετική συνοδευτική μουσική: Sidney Bechet Petite Fleur Ζωντανή ηχογράφηση στο Ολυμπιά. Παρίσι 8 Δεκεμβρίου 1954

Εξομολογήσεις ενός πρωτάρη…

Όλοι, λέω όλοι, και οι παλιοί, και οι πεπειραμένοι, και οι κωλοπετσωμένοι, και οι δόκιμοι, και οι καθιερωμένοι και οι (εν τέλει) έγκριτοι, είχαν αναπόφευκτα τη Πρώτη τους Φορά!

Την είχαν βεβαίως και οι άλλοι, οι αδόκιμοι, οι ήρθα είδα έφυγα, οι ερασιτέχνες χωρίς επιμονή, οι δοκιμαστές χωρίς μεράκι, οι απαισιόδοξοι πειραματιστές ή ακόμη και εκείνοι, οι απλώς άτυχοι, που το μεράκι τους, η Πρώτη Φορά, το πετσόκοψε ή το απόκοψε οριστικά.

Γιατί η Πρώτη Φορά, όπως και να το κάνουμε, αφήνει ίχνη.

(Γι αυτό, σχετικά με  τις πολλαπλές Πρώτες Φορές που σηματοδοτούν τη ζωή μας, θα πρέπει ίσως να μιλήσουμε εκτενέστερα μια άλλη φορά).

Η πρώτη μου (και προς το παρόν τελευταία) φορά στην οποία αναφέρομαι εδώ, έχει να κάνει με εκείνο το ιδιαίτερο είδος συν-γραφικής απόπειρας, όπου οι ιστορίες που φτιάχνεις απαρτίζονται από ήρωες/χαρακτήρες που μονολογούν, διαλέγονται, συνδιαλέγονται, ενίοτε συν-άδουν και που προσπαθούν να τα πουν όλα μόνοι τους, απευθυνόμενοι ο ένας στον άλλο, χωρίς ο συγγραφέας να πολυπαρεμβαίνει για να προσδιορίσει και να σχολιάσει.

 Όχι ότι δε μπορεί να πει δυο λόγια κι αυτός, δεν απαγορεύεται δια ροπάλου, αλλά όπως και να το κάνουμε το θεατρικό κείμενο -γι αυτό μιλάμε- είναι το συγγραφικό είδος που βασίζεται κυρίως στο διάλογο.

Ο διάλογος, τώρα, έχει τη δική του ακαταμάχητη γοητεία.

Θυμάμαι όταν ήμουν πιτσιρικάς και νεόφυτος αναγνώστης αφηγημάτων, με γοήτευαν ιδιαιτέρα εκείνες οι παυλίτσες που, η μια κάτω από την άλλη στα αριστερά της σελίδας, υποδήλωναν κουβεντούλα, όσο πιο ψιλή τόσο καλύτερα! Ξεφύλλιζα το βιβλίο και ακόμη περισσότερο από το τεστ εικονογράφησης με ενδιέφερε να περάσει  το τεστ των διαλόγων. (Για να τα λέμε όλα, εκείνη την εποχή υπήρχε τέτοια πενία αφηγημάτων –πού η τύχη των σημερινών παιδιών με τα οπτικοακουστικά τους!- που τελικά καταβρόχθιζες και το πιο άχρωμο και στερημένο από εικόνες και διαλόγους ανάγνωσμα).

Όμως ο διάλογος, να τον γράψεις, ακόμη και στα μυθιστορήματα, θέλει ειδική μαστοριά. Πολύ περισσότερο αν επιχειρήσεις να φτιάξεις θέατρο!

Και δεν είναι μόνο υπόθεση καλοδιατυπωμένης διαλεκτικής, είναι και οι ήρωες- χαρακτήρες, που δεν πρέπει να φιλοτεχνηθούν για να παραμείνουν ες αεί ανάμεσα στις χάρτινες (ή άλλου είδους) σελίδες, εικονογραφημένοι μόνο από την φαντασία των αναγνωστών την οποία θα πρέπει να υποδαυλίσεις με επαρκή δεξιοτεχνία, αλλά που τους φτιάχνεις για να αποκτήσουν αργά ή γρήγορα ενσάρκωση και εικόνα, την οποία ελέγχεις ελάχιστα έως καθόλου!

Θα μου πείτε: αυτά και άλλα παρόμοια είναι λεπτομέρειες για έναν ερασιτέχνη στο θεατρικό είδος. Αν αρχίσει να μπερδεύεται με τέτοιους προβληματισμούς πριν να καθίσει να γράψει, το ’καψε το φαί!

Έχετε δίκιο.

Κι εγώ μετά άρχισα να τα σκέφτομαι όλα αυτά.

Στην πραγματικότητα, τον Ιούλιο του 2009 απλά είχα όρεξη για γράψιμο…

…και είπα: καλύτερα όχι μυθιστόρημα, κάτι πιο σύντομο… Ίσως ένα ακόμη διήγημα  από εκείνα τα βιωματικά, όπως το ¨Διαβατήριο¨, που τα έχω στο συρτάρι ως σημειώσεις και που κάποτε θα πρέπει να γραφτούν…

Αλλά όχι, δεν είχα κέφι να αναστήσω αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το καλοκαίρι είχα σκοπό να επισκεφτώ τον φίλο μου τον Κλάουντιο και την γυναίκα του την Λεονάρντα στην Φλωρεντία  και θέλοντας και μη θα έπαιρνα μια ισχυρή δόση από ξαναζωντανεμένες παλιές γλυκόπικρες εικόνες.

Γιατί όχι ένα θεατρικό; είπα.

Ναι, αλλά τι ακριβώς; ζήτησε να μάθει  ο άλλος μου εαυτός, που συνήθως έχει σοβαρότερες αντιρρήσεις στις πρωτοβουλίες μου, αλλά αυτή τη φορά μου φάνηκε κάπως συγκαταβατικός.

Θα βρούμε, του είπα, αλλά η αλήθεια είναι πώς είχα ήδη κάτι στο μυαλό μου.

(συνεχίζεται)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ανταπόκριση από τ’ αμπάρι (συνέχεια)

Posted by vnottas στο 31 Μαΐου, 2010

(Ψάχνοντας  επετειακό υλικό για τα τρίτα γενέθλια)

 Μια φορά κι έναν καιρό  και για να είμαστε πιο ακριβείς την Πρωταπριλιά του 1997, έγινε στη Θεσσαλονίκη το 1ο Συνέδριο Φανταστικής Λογοτεχνίας στα πλαίσια των εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.

Το εάν, στα πολλά χρόνια που πέρασαν από τότε, έγινε και κάποιο δεύτερο ή κάποιο τρίτο ανάλογο συνέδριο, είναι κάτι που αγνοώ. Τότε, πάντως, το συνέδριο –ημερίδα (το είπανε και νυχτερίδα) βασίστηκε  στη διεξαγωγή ενός λογοτεχνικού παιχνιδιού. 

Δηλαδή η οργανωτική επιτροπή ( την είπανε και Τομέα Γραμμάτων του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας -Θεσσαλονίκη 1997) επινόησε έναν φανταστικό συγγραφέα και συνέθεσε το εξ ίσου φανταστικό βιογραφικό του. Ύστερα το παρέδωσε στους προσκεκλημένους συγγραφείς, οι οποίοι θα έπρεπε αντλώντας από εκεί τα απαραίτητα στοιχεία, να συντάξουν μια δεκαπεντάλεπτη εισήγηση-αφήγημα.

Αν θυμάμαι καλά η εκδήλωση έγινε στην αίθουσα τελετών της Παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής και είχε επιτυχία.

Διαφορετικές (φανταστικές) ευαισθησίες, διαφορετικές οπτικές και διαφορετικά συγγραφικά στιλ αγκιστρωμένα γύρω από ένα ενιαίο ¨βιογραφικό¨, αρθρώθηκαν σε διαφορετικά σημεία του χωροχρόνου και διαβάστηκαν από τους συμμετέχοντες συγγραφείς στο κοινό, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα (φαντασιακή) ατμόσφαιρα

Επρόκειτο μάλιστα τα αφηγήματα –εισηγήσεις να εκδοθούν σε ειδικό τόμο, αλλά ξέρετε πως είναι αυτά τα πράγματα, τα λεφτά δεν έφτασαν και οι επί της μυθοπλασίας (έστω ότι) μυθοπλασίες (άρα κάπως έτσι) δεν εκδόθηκαν ποτέ όλες μαζί.

Τώρα, ψάχνοντας στο αμπάρι του ιστολογοφόρου, στις γωνιές με τα παλιά πονήματα του Ανωνύμου Ενός, ανακάλυψα τη δική του συμμετοχή (εκδόθηκε στο περιοδικό «Απαγορευμένος Πλανήτης» των εκδόσεων Παραπέντε τον Ιούλιο του 1997) και σας την παραθέτω αφού πρώτα σας δώσω τις προδιαγραφές των οργανωτών.

 

 

Και πρώτα απ’ όλα το βιογραφικό του συγγραφέα που δεν υπήρξε, σύμφωνα με την περιγραφή της οργανωτικής επιτροπής της Νυχτερίδας.

 

Τον έλεγαν: Άρθουρ Τζοφ Άρενς

Γεννήθηκε στο Λέομπεν της Γαλικίας (Αυστρία) από Ιρλανδό πατέρα και Αυστριακή μητέρα το 1867.

Ο πατέρας του (από τους μισθοφόρους του Κριμαϊκού πολέμου) ερωτεύθηκε και παντρεύτηκε τη μητέρα του που γνώρισε στο πανδοχείο ως κόρη του ιδιοκτήτη, την Εριέτα Λόνγκεφελ (στοιχεία του ίδιου από τα χαριτωμένα διηγήματα «Ιστορίες του Πανδοχείου)

Όνομα πατρός: Τζαφ Μακήνλεϋ.

Οι γονείς του συγγραφέα πέθαναν νωρίς και έτσι τον Άρενς μεγάλωσε ένας μακρινός συγγενής της μητέρας του και προς τιμήν του πήρε το όνομα Άρενς (Πήτερ Άρενς).

Αποφοίτησε από το θρησκευτικό Λύκειο «Ορφέους» του Κλάνγκενφαλ το 1879 κι ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Λύκειο Ελευθεροτεκτόνων της πόλης Λιούμπεκ (Άνω Σαξωνία) απ’ όπου αποφοίτησε το 1884.

Την ίδια χρονιά γράφτηκε στην ελεύθερη Φιλολογική Σχολής του Τίμπιγκεν και διέκοψε τις σπουδές του το 1886 (όταν έκλεισε τη σχολή ο Βίσμαρκ).

Τα φοιτητικά του χρόνια περιγράφονται από τη συλλογή διηγημάτων του «Ο τρελός της Βαϊμάρης».

Αποδέχτηκε πρόσκληση του φίλου του –συμμαθητή του- από το Ιταλικό Τυρόλο Τζιανκάρλο Σποντίνι, για την Βενετία όπου και έζησε τη ξέγνοιαστη ζωή του μποέμ και Δον Ζουάν.

Ο Άρενς εξαιρετικής ομορφιάς άντρας και πολύγλωσσος, αποτέλεσε τον ήρωα των τριών επιστολών του Νίτσε, ο αμερικανός πολυεκατομμυριούχος Καρνέγκι του αφιέρωσε το πρώτο του βιβλίο. Για ένα διάστημα υπηρέτησε ως Γραμματέας στον Ιταλό πολιτικό Τζιολίτι.

Το 1905 σε ηλικία 35 ετών ερωτεύεται την ανιψιά του στρατάρχη Μόλτκε που είχε γνωρίσει στα Ιεροσόλυμα.

Από το 1905 σταματάει να γράφει σα Ιταλικά ή στο τοπικό ιδίωμα της Σουδητίας και γίνεται οπαδός του Παγγερμανισμού. Γίνεται υπάλληλος του Κάϊζερ και φέρεται ως οργανωτής της μυστικής διπλωματίας του Αγαδίρ. (1910)

Από το 1910-15 είναι στο Λέομπεν όπου γράφει το σπουδαίο έργο του σε 4 τόμους με γενικό τίτλο «Η πυγμαία συνείδηση».

Ο Άρενς υπήρξε ο βασικός εμπνευστής της αποστολής του Λένιν με το σιδερένιο βαγόνι στη Ρωσία.

Τιμήθηκε με το ανώτατο γερμανικό παράσημο «Βέρθερος», αλλά στην ιστορία της Γερμανικής Λογοτεχνίας έμεινε μεταφράζοντας στη δημοτική τα «Κάρμινα Μπουράνα» και την τολμηρή συλλογή διηγημάτων του «Διασκεδάζοντας τη Χίλντα».

Έγραψε τους στίχους του Ολυμπιακού ύμνου του Χίτλερ το 1936 και πέθανε το 1937.

Ο αρχιτέκτονας του Χίτλερ Φον Σπέερ του έχτισε υπερμέγεθες κενοτάφιο που βρίσκεται στην πλατεία Άρενς Πλάτσε και σήμερα στεγάζει τη μεγαλύτερη πινακοθήκη του Βερολίνου.

Οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις του, από τις οποίες έγινε γνωστός, χωρίζονται σε 3 κατηγορίες:

α ) «Χρονικό της Καρχηδόνας» (πρόκειται για ταξίδια του στην Τύνιδα, τη Λιβύη, το Μαρόκο κ.α. 1890-96)

β ) «Ο ερημίτης της Στέπας» (Ουκρανία- Σαμαρκάνδη – Οδησσός, Βάρνα, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη)

γ ) Το συνθετικό του ποίημα «Ο μικρός Αργοναύτης» (1896-19020

Από το 1902 ταξιδεύει στους Άγιους Τόπους κι ανακαλύπτει την πέτρα των Αβαταίων.

Αδιευκρίνιστα παραμένουν τα έργα:

Άρενς – «Οι Ημέρες της Βενετίας»

Άρενς – «Ντ’ Ανουίζιο παράλληλοι» καθώς και η τέταρτη ανέκδοτη επιστολή του Νίτσε προς τον Άρενς.

 Ο Ανώνυμος Ένας τα ανέπλασε/φαντάστηκε/αφηγήθηκε  ως εξής:

 

ΣXETIKA ME TO ΠΩΣ (και εάν) ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΑΡΘΟΥΡΟ 

ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ

 
 
 
 
 Οφείλω να ομολογήσω ότι τον Άρθουρ Τζοφ δεν τον ήξερα.

Δεν τον είχα καν ακουστά. 

Και αυτό θα έπρεπε ίσως να  μου προκαλέσει ανησυχία και προβληματισμό, μια που έδειχνε πόσο περιορισμένη και ελλιπής ήταν η  κουλτούρα μου.

Τουλάχιστον η λογοτεχνική. 

Αλλά – φευ!- δεν μου καιγότανε ούτε καρφί ούτε λυχνία, καθώς εκείνο το ηλεκτροφορτισμένο απόγευμα, αρμένιζα ανέμελα εδώ και κει στην πληροφορική λιμνοθάλασσα.

Είχα μόλις καταφέρει να δανειστώ από τον φίλο μου, τον Σοφοκλή, έναν παθιασμένο  μοναχικό μπιτ-θαλασσοπόρο, ένα καινούργιο πρόγραμμα πληροφορικής πλεύσης -δικής του επινόησης και κατασκευής – που υποσχόταν ξανοίγματα σε ωκεανούς ανεξερεύνητους και προσβάσεις σε πραγματικότητες εξωτικές, αυθεντικά προσομοιασμένες και  με εγγυημένη την χαλκομανιώδη αναπαράσταση των αισθημάτων και των συγκινήσεων. 

Ο Σοφ, βέβαια, μου είχε επιστήσει την προσοχή ότι το πρόγραμμα δεν ήταν ακόμη επαρκώς δοκιμασμένο και ότι δεν θα έπρεπε να βγω ντουγρού στ΄ ανοιχτά, όπου μπορούσαν να παραμονεύουν διαλεκτικές θύελλες, κβαντικές ανωμαλίες και δογματικές εκκενώσεις, αλλά πως θα  ήταν καλύτερα, στην αρχή, να περιπλεύσω κοντά σε διαβεβαιώσεις γνωστές  και σε ρήσεις καταφατικές μη ευθέως αμφισβητούμενες.

Εγώ ωστόσο ό,τι μου έλειπε σε κουλτούρα (λογοτεχνική)  το διέθετα σε ενθουσιασμό και ταξιδιωτική διάθεση.  Έτσι, μετά από λίγο, άφηνα την ασφαλή λιμνοθάλασσα (με τα διαφημιστικά διαλύματα και τις υπνοφόρες αναθυμιάσεις) και ξανοιγόμουν στα βαθιά και τα απάτητα.

 Ήμουν λίγο σφιγμένος, το παραδέχομαι, καθώς  παρατηρούσα με τεντωμένη προσοχή γύρω τριγύρω τις διασταυρωνόμενες πληροφορίες να σκάνε στη καρίνα του motherboard με ένα ηχηρό πλαφ, τις πολυδιάστατες συντεταγμένες να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν αφρίζοντας εδώ κι εκεί  και τα διερχόμενα αξιώματα, να ανακατεύονται με τα  θεωρήματα και τα πορίσματα και να αλληλοεπενεργούν δημιουργώντας ρουφήχτρες και δίνες.

Όμως, η ανησυχία μου ήταν, φαίνεται, μάλλον υπερβολική γιατί όλα αυτά, εν τέλει, το μόνο που προκαλούσαν στο σκάφος (ένα τρίμπριζο Υπέρ πεντόλιτρουμ ΙΙΙ, αυτό-διευρυμένων καλωδιώσεων και  πολλών ούλτρα /τζίγκα / μπάυ/ μπάιτ), ήταν ένα απαλό περαδώθε και δεν αλλοίωναν την ελλειπτική πορεία που είχα χαράξει στο πρόγραμμα του Σοφ.

 Είχα πάρει  πια την απόφαση να γυρίσω πίσω. 

Ήθελα να προλάβω απόψε να δοκιμάσω και ένα καινούργιο  Γκέιμ (Σούπερ Μάριος Βούρτσας εναντίον Κάρμεν Σαντιέγκο),   όταν πρόσεξα μια αναταραχή στην οθόνη πλοήγησης. 

Στο κέντρο της, η γραμμή του ορίζοντα των γεγονότων είχε αλλοιωθεί και στη θέση της είχε αρχίσει να σχηματίζεται και να περιστρέφεται κάτι που έμοιαζε όλο και περισσότερο με … μπουκάλι. 

Ένα μπουκάλι πράσινο, βουλωμένο με φελλό,  από κείνα που χρησιμοποιούσαν στις αρχές του αιώνα, τότε που οι φελλοί δεν είχαν ακόμη πλαστικοποιηθεί και είχαν περιορισμένες φιλοδοξίες, αρκούμενοι στο να βουλώνουν μπουκάλια.

Μέσα στη φιάλη λαμπύριζαν περίεργα  σήματα…και εικόνες αποσπασματικές.

Μετά, η μπουκάλα έπαψε να στριφογυρίζει.  Ο λαιμός της έδειχνε αποφασιστικά εμένα!

Έριξα την απόχη με την αυτόματη διερευνητική κεφαλή και την  έπιασα.

 Όταν έβγαλα το πώμα, από μέσα βγήκαν κάτι επαναλαμβανόμενοι ψίθυροι που άρχισαν να κόβουν βόλτες στη καμπίνα, επίμονα και ενοχλητικά.

Τους κατέγραψα.

Στην οθόνη τρεμοέπαιζαν τώρα νέες απόπειρες εικόνας …

Ζαλίστηκα.

Είπα στην αρχή ότι δεν άξιζε το κόπο να τα ψειρίζω τα πράγματα και ότι μερικά πράσινα μπουκάλια και μερικά παραπανίσια μπιτ- μουρμουρητά  δεν ήταν παρά το φυσικό υπόβαθρο ή και  οι φυσιολογικές παρενέργειες μιας καθώς πρέπει πελαγοδρομικής εξερεύνησης στα βαθιά.

Αλλά, ύστερα, τα «μουρμουρητά» άρχισαν να παίρνουν υποβλητικές αποχρώσεις που έφερναν κάπως σε υπερβατικούς ψαλμούς και αποπλανητικές ωδές σειρήνων, ενώ στις κεραίες του σκάφους πήραν να λαμπυρίζουν αλλεπάλληλες χωροχρονικές εκλάμψεις. Η οθόνη προσπαθούσε τώρα να συνθέσει κάτι που έμοιαζε όλο και πιο πολύ με φυσιογνωμία.

Θυμήθηκα τότε, ότι ο Σοφ είχε προσθέσει πρόσφατα σε όλα τα εξερευνητικά του προγράμματα, ειδικό παράθυρο με μεταφραστικές μακροεντολές και επικοινωνιακές παραμέτρους αυτοπροσαρμοζόμενες.

Είπα λοιπόν στον εξυπηρετικό Αρουραίο που εκτελούσε χρέη ναυτομυός να ανακαλέσει στην επιφάνεια και να ενεργοποιήσει τον επικοινωνιακό μετατροπέα.

 

Έτσι, για να μη σας τα πολυλογώ, είχα σε λίγο στην οθόνη μου ένα  πρόσωπο.

Ένα πρόσωπο ασκητικό, ηλικίας απροσδιόριστης, με βλέμμα βαθύ γκρίζο, ταυτόχρονα ονειροπόλο και διερευνητικό, και  ένα επίσης γκρίζο γενάκι που πλαισίωνε ένα χαμόγελο κατά τεκμήριο αινιγματικό, αλλά ποτέ κανείς δε ξέρει…

Τον Αρθούρο αυτοπροσώπως.

 

Χαίρε μου είπε ο Αρθούρος

Χρησιμοποιώ αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας για να είμαι σίγουρος ότι όταν το μήνυμά μου προσληφθεί, τα πράγματα θα έχουν επαρκώς ωριμάσει ώστε να γίνω πιστευτός και να μη θεωρηθώ πρωταπριλιάτικη φιλολογική πλάκα (από τις πιο κρύες).

Θα μπορούσα, ξέρεις, αυτά που θα σου πω να τα αφήσω γραμμένα σε τετράδιο ή βιβλίο, ή και να τα γυρίσω σε ταινία, ή και να τα γράψω σε δίσκο: όλες αυτές οι δυνατότητες υπάρχουν ήδη  στις αρχές του 20ου αιώνα, απ’ όπου σου μιλάω. 

Φοβάμαι όμως, ότι αν χρησιμοποιήσω τα μέσα επικοινωνίας που είναι ήδη γνωστά, υπάρχει κίνδυνος αυτά που θα σου πω να  ανακαλυφτούν πριν της ώρας τους, όταν ακόμη η δυνατότητα κατανόησης των χωροχρονικών παραδόξων είναι περιορισμένη.  Έτσι μπορεί τελικά να καταλήξουν, παρανοημένα, σε κανένα μουσείο «παρανοημένης τέχνης», αφιερωμένο στις παρανοημένες και ως εκ τούτου ακατανόητες πρωτοπορίες.

Άσε που υπάρχει η περίπτωση να μη με πάρουν, ούτε για πλάκα, ούτε για υψηλή τέχνη, αλλά να θεωρηθώ προφήτης και έτσι, αντί να ασχοληθούν μαζί μου σοβαροί άνθρωποι και έγκυροι μελετητές να καταλήξω να με αναλύουν τα μέντιουμ και οι χαρτορίχτρες, στα μέντια.

 Ευτυχώς όμως που πριν ξεκινήσω για αυτήν εδώ την εποχή, είχα πάρει μαζί μου έναν μπιτ -μικρό-καταγραφέα  και έτσι μπορώ να σου στείλω το παρόν μήνυμα,  που αφού κατάφερες να το λάβεις, σημαίνει ότι άρχισαν πλέον οι πλεύσεις  στα ανοιχτά του πληροφορικού πόντου.

Και έτσι μπορώ να σου διευκρινίσω ότι δεν είμαι πλακατζής πεζογράφος , μηδέ μάντης, μηδέ παρανοημένη καλλιτεχνική πρωτοπορία.

Εγώ, αγαπητέ πελαγοδρόμε, είμαι ο πρώτος συνεπής οπισθοδρομικός επαναστάτης του μέλλοντος.

 Α! είπα εγώ.

 Δε ξέρω φίλτατε -συνέχισε η φυσιογνωμία- σε ποια ακριβώς φάση σε βρίσκω ή μάλλον σε ποια φάση της δικιάς σου χωροχρονικής συνέχειας με βρήκες εσύ, αλλά, για να κατανοηθούμε, νομίζω ότι πρέπει ευθύς εξ αρχής να σου διευκρινίσω (και ελπίζω να έχεις ωριμάσει αρκετά για να με καταλάβεις) ότι είμαι ένας από τους πρώτους που αποτόλμησαν πειραματικό διερευνητικό ταξίδι στο παρελθόν!

 Ξεκινώντας, μάλιστα, από μια χρονοδιάσταση που για σένα πρέπει να είναι ακόμη μελλοντική: Τα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα.

Και λέω να αρχίσω την αφήγησή μου από εκεί, αν και δεν είναι εύκολο να διαλέξεις αφετηρία άμα μπλέξεις στους φαύλους στροβίλους του χωροχρόνου.

 Αρχίζω:

Είμαστε στα μισά του εικοστού πρώτου. 

Είμαι επίσημα καταχωρημένος με τα στοιχεία 76543Β αλλά ο Σπόνσοράς μου, μου είχε αγοράσει, από τον Εγκεκριμένο Κατάλογο των Ιστορικών Προσωνυμιών, το δημοφιλές όνομα «Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα».

Εργάζομαι παρτ τάιμ θυρωρός στο Μουσείο Παρωχημένων Επικοινωνιακών Μέσων. Στον τομέα Βιβλίων και λοιπών Χαρτομνημείων. 

Η δουλειά είναι λίγη. Ελάχιστοι περνούν από ΄δω.

Πλήττω. 

Αλλά μετά, ανακαλύπτω τυχαία τα κλειδιά από ορισμένους παλιούς κώδικες -λεξικά και άνευ διδασκάλου- και αρχίζω να περιτρέχω τα  χάρτινα φύλλα που γεμίζουν τα ράφια. 

Ανακαλύπτω ότι οι σκονισμένες σελίδες δίνουν μια άλλη, καινούργια και ανέλπιστα συναρπαστική  δυνατότητα για ταξίδια. 

Τον καιρό μου τα ταξίδια είναι μια προσομοιασμένη υπόθεση.  Τα αυθεντικά αποκλείονται για λόγους μόλυνσης και επικινδυνότητας από τις ραδιενεργές ακτινοβολίες, μια που η ατμόσφαιρα είναι προς το παρόν εξασθενημένη. 

Αλλά και οι προσομοιασμένες περιηγήσεις ελέγχονται με προσοχή από την ΚΟP&P/UC  (Correct Politics  and Pulp / United Companies) που έχει την σχετική υπεργολαβική εξουσιοδότηση, από την Ομοσπονδία των Εταιρικών Διοικητικών Συμβουλίων που  διοικεί την προστατευμένη  περιοχή μου.

Αλλά εμένα τα βιβλία μου επιτρέπουν  να ταξιδεύω.

Μετά, ανακαλύπτω ότι τα χαρτομνημεία έχουν απάνω μου και μια άλλη περίεργη επίδραση:  Αρχίζω να ανακαλύπτω την ύπαρξη δομών και νοηματικών σχημάτων που χωράνε μέσα τους περίεργα πράγματα που έως τότε τα αισθανόμουν μόνο συγκεχυμένα, ενώ τώρα αποκτούν καλούπι.

Πρέπει να εκκολάπτεται μέσα μου αυτό που άλλοτε ονόμαζαν αμφισβήτηση ή κάπως έτσι.

 Πάντως είναι πιθανό ότι, αμφισβήτηση ή όχι, τελικά θα αρκούμουν στις συναρπαστικές χαρτοκαταδύσεις, αν, εκείνη την εποχή, δεν είχα συνάψει μία εντελώς προφυλακτική σχέση με την 00345Υ (που είχε αγοράσει  από μόνη της μια πιο προωθημένη προσωνυμία, πάντα από τον επίσημο κατάλογο : Την φώναζαν «Το Λάγνο Άρωμα της Παραβατικότητας») και η οποία δούλευε στους υπολογιστές του Εργαστηρίου Χωροχρονικών Αποπειρών και Πειραμάτων μιας από τις Μεγάλες Μητρικές Πολυμεσιανικές Εταιρίες. 

Ήταν το «Λάγνο Άρωμα» που μου έδωσε μια πληροφορία που αποτελούσε την απάντηση στις πιο μύχιες από τις καινούργιες επιθυμίες μου: μου είπε ότι ζητούσαν εθελοντές πειραματανθρώπους για οπισθοδρομικά   χρονικά πειράματα.

Να σου πω εδώ, ότι τα πειραματόζωα είχαν καταργηθεί από το ισχυρό λόμπι των πολιτικώς ορθίων στα τέλη του εικοστού αιώνα.  Τις αρμοδιότητές τους, στα πλαίσια ενός επαναστατικού προγράμματος καταπολέμησης της ανεργίας , είχαν αναλάβει οι «πειραματάνθρωποι», οι οποίοι σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα έπρεπε να είναι εθελοντές και να διαθέτουν ισχυρά κίνητρα.  Αλλιώς χρησιμοποιούσαν ή κλώνους ή ανήκοντες στον κλάδο των τριτοκοσμικών  κλονισμένης υγείας, ή αυτόχειρες εθελοντές με κλονισμένη πίστη στον άνθρωπο και το πεπρωμένο του.

Έτσι έκανα την πρώτη μου αίτηση. 

Που απορρίφτηκε πανηγυρικά.

Από τα τεστ στα οποία με είχαν υποβάλει είχε προκύψει ότι η επιθυμία μου να φύγω προς άλλους καιρούς, δεν είχε -αλίμονο- σαν κίνητρο, ούτε την προσωπική φιλοδοξία ,ούτε την αναμονή νόμιμου κέρδους.

Και αυτό δημιουργούσε αξεπέραστα προβλήματα.

Γιατί την εποχή εκείνη δεν μπορούσες να πας μπροστά (ούτε και πίσω όπως ήθελα εγώ), αν δε διέθετες αρκετή ποσότητα  κινήτρων  που να ανάγεται στις δύο αυτές βασικές αρετές.

Ή, ακόμη καλύτερα, στον συνδυασμό τους: Την προσωπική φιλοδοξία για νόμιμο κέρδος.

Το νόμιμο κέρδος, θα πρέπει να  σου πω ότι τότε ήταν απροσδιορίστως υψηλό, Γιατί το μη νόμιμο είχε καταργηθεί δια διατάγματος, με θαυματουργό αποτέλεσμα τη δραστική μείωση της οικονομικής εγκληματικότητας. 

Ήταν τότε που αποδείχτηκε, ακόμη μία φορά, πόσες απλές και ευφυείς λύσεις, εκτός από το αυγό του Κολόμβου, είχαν αγνοηθεί κατά την Περασμένη Εποχή.

Η δραστική μείωση τόσο των οικονομικών ατασθαλιών, όπως η κερδοσκοπία και η προμήθεια, όσο και των περισσότερων ποινικών παραβάσεων ήταν κάτι το εξαιρετικά απλό και ίσως γι αυτό στο παρελθόν δεν το είχαν προσέξει: Η λύση για την εξυγίανση της δημόσιας ζωής, η λύση που καταργούσε τα έξοδα που απαιτούσαν οι παλιές μέθοδοι της καταστολής και της πρόληψης (αστυνομίες και παιδείες ήταν πράγματα εξόχως δαπανηρά) λεγόταν Νομιμοποίηση και  καθάριζε τις κακές στατιστικές ατάκα και επί τόπου.

 Βέβαια, για να υπάρχουν αποτελέσματα ακόμη πιο ικανοποιητικά, έπρεπε να διεξαχθεί παράλληλα και μία επιμελημένη προωθητική καμπάνια στα πολυμέσα, για την Κοινωνική Αναγνώριση και Καθαγίαση της τέως παρανομίας. 

Η τελική κάθαρση και διαλεύκανση της δημόσιας ζωής ολοκληρωνόταν όταν, χάρη σε ορισμένα  εντυπωσιακά προγράμματα υψηλής ακροαματικότητας, εξαφανιζόταν κάθε όρεξη του ποιμνίου για δημόσια ζωή.

Ήταν η εποχή που, παρά το ότι ο Λόγος βρισκόταν σε παρακμή (όπως έλεγαν και μερικοί άλλοι αμφισβητίες με τους οποίους είχα αρχίσει να κάνω παρέα), η Λέξη, αντίθετα, είχε αποκτήσει εξουσία και βρισκόταν σε δόξες μεγαλύτερες και από την εποχή της Άμπρας Κατάμπρας. 

Με μια σχετικά απλή λεκτική επιχείρηση, η Ονοματοποιητική Εξουσία έλυνε προβλήματα που μέχρι τότε είχαν πονοκεφαλιάσει γενιές και γενιές αλτρουιστών και φιλανθρώπων. 

Η πείνα και οι πεινασμένοι, για παράδειγμα .

Δεν υπήρχαν πια. 

Στη θέση τους υπήρχαν μόνο μερικοί «Χωρίς προβλήματα δίαιτας» και μερικοί «Διαθέτοντες Περιορισμένες Θερμίδες» που δεν ενοχλούσαν κανέναν.  Πολύ περισσότερο όταν, αργότερα, με μία συμπληρωματική επιχείρηση μετονομάστηκαν σε «Διαθέτοντες Περιορισμένες Θερμίδες και τους Αξίζει!»

Τον τελευταίο καιρό, λίγο πριν καταφέρω να φύγω,  είχε προταθεί η επαναφορά μερικών παλιών όρων που είχε ξεχαστεί η ετυμολογία τους και που πια δεν προκαλούσαν κανέναν θετικό ή αρνητικό συνειρμό: Λιμάρηδες ή Λιγούρηδες.

 Συγγνώμη για τους πλεονασμούς και τις περιφράσεις, είναι η επιρροή της σχεδόν προεικονικής εποχής στην οποία τελικά βρέθηκα.

 Τι σου έλεγα; Α, ναι.

Με απέρριπταν λόγω μη επαρκών  και πειστικών κινήτρων, αλλά εγώ δεν το έβαζα κάτω.

Ξαναυπόβαλα αίτηση υποκρινόμενος ότι ήμουν απαισιόδοξος- υποψήφιος- αυτόχειρ, αλλά εξακολουθούσα  να την πατάω στα τεστ που συνέτασσε η ισχυρότατη και πανέξυπνη ομάδα των Κλινικών Ψυχοβγαλτών.

Αυτά επέμεναν να διαπιστώνουν ότι δεν είμαι ούτε υγιής κερδοσκόπος, ούτε ανυστερόβουλος  ναρκισιστής, αλλά ούτε και ξεθεωμένος πεσιμιστής . Έτσι οι αιτήσεις μου εξακολουθούσαν να γυρίζουν πίσω καλυμμένες με την διαγώνιο απορριπτική σφραγίδα που με συμβούλευε: «κάτσε στα αυγά και τα ωάριά σου»  ή «μην ενοχλείς τον καθοδηγό  όταν σε καθοδηγεί για το καλό σου».

Αλλά εγώ δεν το ΄βαζα κάτω.

Συζήτησα  το πρόβλημα με μερικούς από τους νέους αμφισβητίες φίλους μου.  Χρειάστηκε να τους κάνω κάποιες νύξεις απέξω απέξω για τις πραγματικές μου προθέσεις και τελικά κούνησαν με συγκατάβαση τα κεφάλια τους και δέχτηκαν  να με βοηθήσουν.  Το σχέδιο που καταστρώσαμε ήταν σχετικά απλό:

Έπρεπε να ληφθεί μία Δημοκρατική Απόφαση που να επιτρέπει την κατ΄ εξαίρεση  συμμετοχή μου στο πείραμα. 

Η εποχή μου είχε και ορισμένα πλεονεκτήματα. 

Η Δημοκρατία είχε ιδιωτικοποιηθεί και για να επηρεάσεις τις αποφάσεις που σε ενδιέφεραν δεν είχες παρά να αγοράσεις τα απαραίτητα δημοκρατόλογα ή συμμετοχόλογα που θα σου εξασφάλιζαν την αναγκαία πλειοψηφία, στις κεντρικές ή τις περιφερειακές εστίες λήψης αποφάσεων. 

Ένα τηλεματικό δελτίο που ενημερωνόταν καθημερινά σε πληροφορούσε για τις δημόκ- μονάδες που απαιτούσε η κάθε απόφαση.

Τα ομόλογα τα εξέδιδε το Γενικό Ομοσπονδιακό Διοικητικό Συμβούλιο και η παροχή γινόταν με αυτοματοποιημένο μηχανογραφικό τρόπο.  Αρκεί να είχες την απαιτούμενη τραπεζική πίστη και τη σχετική δημοκάρτα.

  Ένα σύστημα αλάθητο. Ακόμα κι αν κατάφερνες προς στιγμήν να το ξεγελάσεις, δεν υπήρχε περίπτωση να τη βγάλεις καθαρή. Αργά ή γρήγορα θα σε τσιμπούσαν. Γρήγορα όσο αφορούσε τους υπολογιστές, αλλά όχι και τόσο όταν έπρεπε να κινηθούν οι υπάλληλοι.

Παρόλα αυτά, δεν είχαν λάβει υπ΄ όψιν την περίπτωσή μου.  Δηλαδή την περίπτωση ενός που δεν ενδιαφερόταν αν θα τον ανακαλύψουν ή όχι, γιατί -αν όλα πήγαιναν καλά – θα ήταν πολύ μακριά για να υποστεί τις συνέπειες.

 Έδωσα στο  «Λάγνο Άρωμα» την κλασσική υπόσχεση: αν με βοηθούσε, θα γύριζα να την πάρω μαζί μου σε ένα κόσμο αυθεντικό και μη περιορισμένο από ασφαλιστικές ρήτρες (που σου έβαζαν δεσμεύσεις και  όρια σε όλα,  ακόμη και στο έρωτα, πράγμα που το Λ.Α. δύσκολα ανεχόταν)  και, στο τέλος, συμφώνησε. 

Το «Λάγνο Άρωμα» είχε πρόσβαση στα κομπιούτερ και είχε και έναν μικρό αδελφό -χάκερ του κερατά, ο αθεόφοβος, στον ελεύθερο χρόνο του.

Δεν ξέρω αν ξέρεις από χακερισμό κι από τέτοια, ούτε εγώ τα καταλαβαίνω εντελώς. Στην εποχή μου, πάντως, είναι πράγματα ιδιαίτερα επικίνδυνα. Αλλά είναι ο μόνος πρακτικός και αρκετά διαδεδομένος τρόπος ανώφελης αντίστασης . Δε σου λέω άλλο.

Δε θα επεκταθώ πάνω στο πώς τα καταφέραμε και βγάλαμε την καταφατική απόφαση. Ο πιτσιρικάς μπήκε στο Κεντρικό Ταμείο από το παράθυρο -γουίντοου  2/51.1- της αδελφής του, ενώ οι φίλοι εκτελούσαν χάπενιγκ αντιπερισπασμού κυκλοφορώντας ντυμένοι στις τέσσερεις γωνίες του δίκτυου.  Ο μικρός μου άνοιξε λογαριασμό, μου έβγαλε δημοκάρτα υψηλής αποφασιστικότητας και, στο τέλος, κατάφερε και πήρε την έγκριση «για λόγους αντικρατικής ασφαλείας». (Ήταν μια από τις πιο ισχυρές φόρμουλες, γιατί το Μεγάλο Διοικητικό Συμβούλιο εξακολουθούσε να έχει αλλεργία  σε οτιδήποτε το κρατικό, αν και τα κράτη είχαν καταργηθεί πριν από τον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο των Εταιριών στις αρχές του αιώνα).

Βέβαια, θα με ανακάλυπταν στον επόμενο έλεγχο, αλλά εγώ θα είχα ήδη κάνει φτερά…

 Με την έγκριση που μόλις είχε ξεφουρνίσει ο εκτυπωτής στη τσέπη, παρουσιάστηκα στον επικεφαλής της ομάδας των  ερευνητών καθηγητή κ. Πολυ-Χρόνη Παράκαιρο.

Ο καθηγητής χάρηκε γιατί, όπως μου είπε, οι προετοιμασίες για το επόμενο πείραμα, που θα είχε αποφασιστική σημασία για την πορεία της έρευνας, είχαν ήδη ολοκληρωθεί.

Δεν έμενε παρά ο προσδιορισμός του εθελοντή και θα μπορούσε να ξεκινήσει.    

Πριν με αφήσει στις φροντίδες της επιστημονικής ομάδας που  θα μου έδινε τις τελικές λεπτομερείς οδηγίες, θεώρησε σωστό να με ενημερώσει ο ίδιος πάνω στις βασικές παραμέτρους του πειράματος.

Τον άκουσα με όση προσοχή διέθετα.

Και έμεινα άναυδος για να μη σου πω ξερός!

Γιατί; 

Άκου και πες μου αν είχα δίκιο.

Τα προηγούμενα πειράματα μπορεί να είχαν γίνει μόνο με ανόργανη ύλη, ήταν όμως αρκετά για να αποδείξουν ότι είναι αδύνατο να προστεθεί ύλη ή ενέργεια σε οποιαδήποτε χωροχρονική φάση του παρελθόντος.

Ο καθηγητής Παράκαιρος είχε δοκιμάσει επανειλημμένα. 

Στην αρχή είχε επιχειρήσει να στείλει μια μεταλλική σφαίρα δυο ώρες πίσω.  Και είχε διαπιστώσει: Α) Ότι πριν δυο ώρες δεν είχε παρατηρήσει την είσοδο καμιάς σφαίρας στα περίχωρά του (πράγμα που κανονικά θα έπρεπε να τον είχε αποτρέψει και από αυτή καθεαυτή τη διεξαγωγή του πειράματος, και  Β) Ότι σχεδόν αμέσως μετά την αποστολή, η σφαίρα γύρισε πίσω.

Με φόρα.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι του δημιουργήθηκε καρουμπαλοειδής προεξοχή στο φαρδύ μέτωπο.

Ξαναδοκίμασε με πιο μαλακά υλικά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.

Κατάλαβε ότι ο νόμος της διατήρησης του αθροίσματος «ύλη -ενέργεια » σε κάθε χωροχρονικό σύνολο απέκλειε την αποστολή πρόσθετων οντοτήτων προς τα πίσω.  Το παρελθόν την απέρριπτε, την αρνιόταν, την απόκρουε, την εκσφενδόνιζε συστημένη πίσω στον αποστολέα.

Και ο Π-Χρόνης Παράκαιρος έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και προβληματισμό.

 Όμως, ύστερα από ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και μία περιπεπλεγμένη αλυσίδα συνειρμών που μου τους είπε μεν, αλλά δεν έχω καιρό να σου τους μεταφέρω, ανέκραξε

» Αυτό είναι!!!»

Και πήρε να αναθέτει στον υπολογιστή περίπλοκους υπολογισμούς.

Ο υπολογιστής αγκομάχησε για λίγο, αλλά εν τέλει συμφώνησε. Η έμπνευση του καθηγητή ήταν σωστή: 

Υπήρχε κάτι που δεν ήταν επαρκώς ύλη, ούτε σαφώς ενέργεια και -ως εκ τούτου- μπορούσε να αποσταλεί στο παρελθόν και να μείνει.

Και αυτό το κάτι δεν ήταν άλλο παρά : ένα Αυτοδιοικούμενο Σύστημα Πληροφοριών. 

Με άλλα λόγια ένα πρόγραμμα!

Θα μπορούσε λοιπόν να φτιάξει και να στείλει πίσω ένα πρόγραμμα. 

Μόνο, που για  να λειτουργήσει το πρόγραμμα εκεί, χρειαζόταν ένα απαραίτητο χαρντγουέρ, έναν υλικό εξοπλισμό που να το αναγνώσει και να το ενεργοποιήσει.

Και ιδού πάλι το αδιέξοδο. Γιατί βέβαια, τότε, τέτοια πράγματα δεν υπήρχαν ακόμη.

 Φάση περισυλλογής δεύτερη.

Και ο επιμένων νικά!

Εξοπλισμοί ικανοί να διαβάζουν προγράμματα πληροφοριών και μάλιστα σύνθετα, υπήρχαν και στο παρελθόν.  Όπως και στο παρόν. 

Δεν ήταν άλλο από τα ανθρώπινα σώματα, δηλαδή τους φορείς των πληροφορικών συστημάτων που ονομάζονται ανθρώπινες προσωπικότητες. 

Το πρόβλημα λοιπόν άλλαζε όψη.  Έπρεπε, επεμβαίνοντας σε ένα σημερινό «σώμα- σύνολο», να απομονωθεί το πληροφοριακό σύστημα που αποκαλείται «προσωπικότητα»  από τα λοιπά υλικά και στη συνέχεια να αποσταλεί στο παρελθόν.

Όταν έφτανε, θα έπρεπε να οικειοποιηθεί έναν άλλον φορέα, να εξουδετερώσει το ήδη υπάρχον απαρχαιωμένο πρόγραμμα που θα έβρισκε εκεί και να εδραιώσει το καινούργιο. 

Η διυλισμένη και αποσαρκωμένη προσωπικότητα που θα έφτανε στο παρελθόν θα διατηρούσε όλες τις μνήμες της εποχής προέλευσης και θα μπορούσε να επιχειρήσει να έλθει σε επαφή με το μέλλον και να μεταφέρει τις εμπειρίες της. 

 Ο καθηγητής είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. 

Ύστερα από αξιέπαινες και κουραστικές προσπάθειες κατάφερε να επιλύσει τα παρελκυόμενα προβλήματα της ανακάλυψής του: Την αφαίρεση του πληροφοριακού συνόλου από μία ανθρώπινη οντότητα και την επανασύνδεσή του σε μια άλλη.

Ήταν πια έτοιμος. Του έλειπε μόνο το τελικό επαληθευτικό πείραμα και….

Ο πειραματάνθρωπος ήμουν εγώ! 

Μόνο που θα έπρεπε να απαλλαγώ από το σημερινό μου υλικό υπόβαθρο-σώμα, να απομείνω σκέτο σύστημα πληροφοριών και μετά να με στείλουν να καταλάβω κάποιον τύπο του παρελθόντος και να ενεργήσω «από μέσα του» και «δια μέσου του».

Αρκετές και επικίνδυνες αλλαγές.

Θα έπρεπε να εγκαταλείψω και την όψη μου, πάνω πού ΄χα καταφέρει να συμφιλιωθώ μαζί της, ύστερα από αγώνα ετών.

Αλλά τι μ΄ ένοιαζε εμένα πια για μια τέτοια μικρή αλλαγή; 

Εγώ θα πήγαινα επιτέλους στο παρελθόν. Και δεν θα πήγαινα, βέβαια,  για να στείλω μηνύματα στον καθηγητή Παράκαιρο για το τι καιρό κάνει εκεί. 

Εγώ είχα αποφασίσει να πάω πίσω για να αλλάξω την πορεία του Κόσμου!

 Για να με καταλάβεις πρέπει να σου πω ότι στον καιρό μου κυριαρχούσε η Μονή, Μόνη και Μονότονη Σκέψη.

Η Νέα Μονή Τάξη είχε εδραιωθεί με τρόπο που απέκλειε κάθε προσπάθεια αλλαγής. 

Το επικοινωνιακό ιερατείο έλεγχε καθημερινά το επίπεδο προσαρμογής των μαζών και όταν διαπίστωνε και την παραμικρή παρέκκλιση προγραμμάτιζε νέες συναρπαστικές υπνοφόρες εκπομπές κυμάτων που επανέφεραν τις εξάρσεις σε κατάσταση ηρεμίας και προσαρμοστικότητας, τουλάχιστον στην προστατευμένη περιοχή.

Ωστόσο, διάβολε, εγώ πάντα σκεφτόμουν ότι αν η θεωρία του χάους είχε δίκιο όταν επέμενε ότι απρόβλεπτες αλλαγές είναι  δυνατές ακόμη και όταν η εναρκτήρια ενέργεια δεν είναι παρά είναι το κτύπημα  των  φτερών μιας κινέζας πεταλούδας, τότε κάποιος δρόμος που θα ταρακουνούσε την Ιστορία που λίμναζε, θα έπρεπε να υπάρχει.

Στο μουσείο των βιβλίων και των λοιπόν χαρτομνημείων είχα καταλήξει στην απόφαση ότι για την αγκύλωση του παρόντος φταίει το παρελθόν,

Εκεί στο μουσείο , θύμα της νεύρωσης που προκαλεί η νεκροφάνεια της Ιστορίας, είχα αρχίσει να βασανίζομαι από  τα Εάν κι από τα Άμα.  

Τι θα γινόταν εάν, τότε, ο τέτοιος δεν είχε κάνει αυτήν την ενέργεια και άμα ο άλλος, την άλλη φορά, δεν είχε κάνει  εκείνη τη γκάφα;  Τώρα άραγε τα πράγματα δεν θα ήταν καλύτερα;

  Αυτά σκεφτόμουν, γιατί άμα δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα στο παρόν ούτε να δεις ορατές δυνατότητες αλλαγής στο μέλλον, στρέφεσαι αναπόφευκτα στο παρελθόν. Και τώρα είχα την ευκαιρία μου:

Θα πήγαινα πίσω και θα τα έκανα λίμπα.

Θα ξεβραχυκύκλωνα την Ιστορία!

Θα απορρύθμιζα την απορρύθμιση!

Όπου την πονάει και όπου τη σφάζει!

Στην πολιτική και στη διανόηση!

Στην Τέχνη και στην Εξουσία!

Δύσκολα θα προέκυπτε μέλλον λιγότερο αντιπαθητικό από το παρόν μου.

 

«Σε στέλνω όσο πιο πίσω γίνεται. Έτσι θα δοκιμάσουμε την εμβέλεια του μηχανήματος. Υπολογίζω ότι θα πέσεις περίπου στην πρώιμη αναγέννηση», μου είπε ο καθηγητής με δικαιολογημένη συγκίνηση.

«Μου πάει περίφημα. Θα πιάσω πολλά πράγματα από την αρχή και θα χαράξω καινούργιες πορείες εγκαίρως» σκέφτηκα εγώ με δικαιολογημένη ασυνειδησία.

«Και κοίτα να τηρήσεις πιστά τις οδηγίες», επανέλαβε για νιοστή φορά ο Χρόνης Παράκαιρος. «Είναι βασικό». 

Μετά μου πρόσφερε ένα είδος αποχαιρετιστήριου ενθαρρυντικού χαμόγελου: «Καλή επιτυχία και να μας γράφεις» είπε, και μου ενεχείρησε τον μπιτ- μικρο-καταγραφέα.

Του επέστρεψα τον μορφασμό, έστειλα ένα φιλί στο Λάγνο Άρωμα που με κοιτούσε παραπονεμένο από το βάθος καθισμένο στο τερματικό ελέγχου, και φόρεσα την κάσκα.

Ο καθηγητής βγήκε από το κουβούκλιο και κατέβασε τον μοχλό.

 

Σε λίγο αισθανόμουν τόσο ελαφρύς όσο ποτέ. 

Πρώτα ήταν ένας απαλός άνεμος παλιμπαιδισμού που μ΄ έσπρωξε προς τα πίσω.  Μετά βρέθηκα σ΄ έναν ανεμοστρόβιλο ανάκτησης, έναν σίφουνα επιστροφής έναν χαμό νόστου. 

Αφέθηκα…

  Ναυάγησα ενάμιση αιώνα πίσω από τη χρονολογία εκκίνησης.

Στην αρχή σκέφτηκα ότι έφταιγε κάποια πληροφορική σκορβουτική ίωση.

Μετά κατάλαβα ότι η αιτία ήταν διαφορετική. 

Σε κάποια στροφή της οπισθοδρομικής μου πορείας  και καθώς το χωροχρονικό βαλς με είχε σπρώξει κοντά σε εκείνη την υποβρύχια πόλη, που τότε όμως ξεμύτιζε ακόμη πάνω από την επιφάνεια των νερών, την Βενέτσια,  έλαχε να περάσω πολύ κοντά από έναν νεαρό τύπο, με ανέλπιστα  ισχυρές ικανότητες μέντιουμ και ταυτόχρονα ανέλπιστα δεκτικό σε παντός είδους αλλαγές, προσαρμογές και αναπλάσεις.

Με τράβηξε σαν μαγνήτης και τον κατέλαβα αμέσως. 

Τον έλεγαν Αρθούρο Τζόφ Άρενς.

Αποφάσισα ότι εν τέλει μου έκανε και τον κράτησα.

Πρέπει να προσθέσω ότι δεν δυσκολεύτηκα να εξουδετερώσω την μέχρι τότε προσωπικότητά του. Δεν παρουσίασε μεγάλες αντιστάσεις Την παραμέρισα στην μία άκρη του εγκεφάλου του που ήταν τελείως άδεια και εγκαταστάθηκα άνετα στον υπόλοιπο χώρο.

 

Εγώ, ο 76543Β, ο μελλοντικά αποκαλούμενος χαϊδευτικά και Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα, και τώρα-τότε, πλέον, διαθέτων τα χαρακτηριστικά και τα στοιχεία του Άρθουρ Τζοφ Άρενς, δηλώνω ότι έμεινα πιστός στις επαναστατικές οπισθοδρομικές μου προθέσεις. 

Πλησίασα και επηρέασα όσο μου ήταν δυνατόν τους δυνατούς και τα ρεύματα της εποχής όπου ξέπεσα.

Βούτηξα στη δίνη των διαμορφωτικών γεγονότων και κυλίστηκα στη λάσπη της ιστορίας. 

Μπήκα στις στοές της εξουσίας και στα τρένα της επανάστασης.

Έγινα σημαία και μνημείο.

Έγραψα θέσεις και άφησα μηνύματα. 

Κάποιο αποτέλεσμα, διάβολε, θα έχω καταφέρει!,

Κάποιο ίχνος θα έχω αφήσει. 

Κάποια αλλαγή θα έχω προκαλέσει.

 

Μόνο που δεν το ξέρω.

Και με τρώει η ανησυχία και μ΄ έχει πιάσει κι ένα άγχος αλλιώτικο απ’ το παλιό, ένα άγχος περίεργο, εσχατολογικό.

Γι αυτό αφήνω αυτό το μήνυμα στο μπουκάλι.

Σου είπα πώς, πάνω κάτω, ήταν (θα είναι) το μελλούμενο χωρίς τη δικιά μου παρέμβαση.

Πες μου σε παρακαλώ αν εξακολουθεί να είναι έτσι ή αν κατάφερα κάτι τι.

Αν πάλι, παρ΄ ελπίδα, τα ΄χω θαλασσώσει και η κατάσταση προέκυψε ακόμη χειρότερη, σου αφήνω τις χωροχρονικές συντεταγμένες όπου έμπλεξα. Φρόντισε να πας ή δώσε παραγγελία να με εξουδετερώσουν εγκαίρως.

Αν όμως τα κατάφερα, αν τα αυθεντικά που έψαχνα ξαναπαρουσιάστηκαν, αν η Ιστορία ξανά πήρε να τσουλάει και να αλέθει, αν όλα πήγαν καλά, άσε μου ένα σημείωμα κάτω από την φωνή Αρθούρος Τζοφ στην λογοτεχνική ανθολογία του καιρού σου. 

Μπορεί και να επιβιώσει ίσα με εμένα.  Αν θα υπάρχω στη νέα εκδοχή μπορεί να το βρω και να ησυχάσω – Να πάρω μια ιδέα ικανοποίηση.

 Όμως, για να είμαι ειλικρινής, με τρώει και άλλη μια ανησυχία..

Έχω την παράλογη ίσως, άλλα έμμονη ιδέα, ότι στην πραγματική πραγματικότητα δεν υπάρχω. 

Ότι όλα αυτά που κάνω δεν θα τα θυμάται κανείς και δεν θα επηρεάσουν τίποτα.

Ότι η ιστορική πραγματικότητα θα με απορρίψει όπως τις μπάλες που έστελνε τότε πίσω ο καθηγητής Χρόνης Παράκαιρος. 

Ότι το πείραμα πέτυχε μόνο μερικά:   έφτασα πίσω και έκανα πράγματα, αλλά αυτά σβήνονται μόλις γίνουν. Ότι ενεργοποιούνται μόνο όταν εγώ είμαι κοντά τους, ενώ εξαφανίζονται όταν απομακρύνομαι.

Μπορεί να είναι μια ακόμη νεύρωση μου, μπορεί να είναι μια υποκειμενική παρενέργεια του πειράματος και να τα βλέπω μόνον εγώ έτσι.

Δεν ξέρω!

Εσύ ξέρεις.

Πες μου με ξέρεις;

Σαν Αρθούρο εννοώ.

Σαν τέτοιος φρόντισα να τα κάνω λαμπόγιαλο. 

Είμαι γνωστός;

Είμαι στις εγκυκλοπαίδειες;

Με αναφέρουν στα σχολικά βιβλία ;

Μιλάνε για την επίδραση μου στη διαμόρφωση του κάτι τι ή του οποιουδήποτε;

Ανεξάρτητα αν τα πήγα καλά ή κακά, τουλάχιστον τα πήγα;

Άσε μου μήνυμα

Για σου δικέ μου

Η Ιστορία ζει!!!

Αρθούρος Τζοφ Αρενς

(Αλλά εσύ μπορείς να με λες  Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα)

Υ.Γ.  Αν μπορείς δώσε φιλιά από μένα στο Λάγνο Άρωμα. Την άλλη φορά θα….

βουρ-βουρ-βουρ (παράσιτα)…

 Η εικόνα τρεμόπαιξε και έσβησε

 

Είχα μείνει ελαφρά αποσβολωμένος.

Κούνησα το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά και μετά το σταμάτησα με μια μικρή ερωτηματική απόκλιση στο πλάι.

Ύστερα είπα στον Ναυτοπόντικα να δει εάν η μνήμη του σκάφους είχε κρατήσει το μήνυμα του μπουκαλιού. Μου είπε ότι θα το φροντίσει αλλά να μη βιάζομαι και του τη σπάω.

Βιράρισα και έκανα ρότα για τη βάση μου.

Φτάνω.

Βγάζω τη πελαγοδρομική πολυμεσιανική προσομοιωτική μάσκα και βγαίνω απ΄ το σκάφος.

Ξεχνάω και την Κάρμεν Σαντιέγκο και τον Σούπερ Μάριο Βούρτσα και ζητάω να μπω στη πιο εύκαιρη εγκυκλοπαίδεια του δικτύου. 

Μετά από λίγο είμαι μέσα. 

Ψάχνω.

Δεν  βρίσκω ίχνος από τον Αρθούρο, με ζόφο ή χωρίς…

Μπαίνω σε άλλη εγκυκλοπαίδεια, και σε άλλη…

Ψάχνω με αλφαβητική σειρά, με χρονολογική σειρά, με εννοιολογική αγκίστρωση…

  Τίποτα….

 

Απελπίζομαι…

Τι συμβαίνει; 

Είχα μια παραισθητική εμπειρία ή ήταν μια φάση άλλου τύπου, άγνωστου , όπως όλα δείχνουν;

 Κλείνω τον υπολογιστή και δένω τον ναυτοπόντικα στη θήκη του.  Επιστρέφω στον κόσμο των διαπροσωπικών επικοινωνιών .  

Ο γιος μου μπαίνει στο γραφείο κουβαλώντας ένα φαξ.

Βλέπει ότι είμαι κάπως  αλλοπρόσαλλος στη φάτσα και μια που δεν ξέρει το λόγο, κάνει τη σωστή κίνηση: Αφήνει το λαδερό χαρτί στο γραφείο μου,  κάνει μεταβολή και έξοδο χωρίς σχόλια.

Ανοίγω αφηρημένα το μήνυμα.

Γράφει:

Αγαπητέ κύριε Ανώνυμε Ένα

Την πρώτη Απριλίου, ο Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας «Θεσσαλονίκη 1997», σε συνεργασία με ξένα Ινστιτούτα, οργανώνει το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φαντασιακής λογοτεχνίας  Το θέμα της Ημερίδας- Νυχτερίδας για το οποίο καλείστε να ετοιμάσετε δεκαπεντάλεπτη εισήγηση είναι:

» Άρθουρ Τζόφ Αρενς, ο προκλητικός διανοητής του 19ου αιώνα»

Σας αποστέλλουμε τα στοιχεία που ήδη καταφέραμε να συγκεντρώσουμε:

 

Άρθουρ Τζοφ Άρενς:

Γεννήθηκε στο Λεόμπεν της Γαλικίας……..

 

                                                                                                     (ανακυκλώνεται)

 

  

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Επετειακό (προσφωνεί ο Ανώνυμος Ένας)

Posted by vnottas στο 29 Μαΐου, 2010

 Αγαπητοί συνταξιδιώτες στις επιστημονικές/μαγικές ατραπούς της διαδικτυακής επικοινωνίας

Κυρίες και κύριοι,

Και εσείς ω αξιαγάπητοι φοιτητές προπτυχιακοί, μεταπτυχιακοί, αιώνιοι, πρόσκαιροι, εις αναζήτησιν πτυχίων, πτυχών, πιετών και διπλωμάτων

Και εσείς ω συμπλέοντες, ή παραπλέοντες ή και πλέοντες γενικώς κόντρα (το ’χω ξαναπεί, μα μ’ αρέσει)

Και εσείς ω επιβάτες επί τούτου ή κατά σύμπτωσιν ή κατά λάθος του παρόντος ιστολογοφόρου

Αλλά και εσείς ω φίλοι παλαιάς κοπής, γνώριμοι νέας εσοδείας, συνάδελφοι, φιλάδελφοι ή και ανάδελφοι (οι καλύτεροι)

Και ας μην παραλείψουμε τους εξ υμών διαδικτυακούς περιηγητές, τους αναζητητές (Κούγκληδες, Γιαχούκους, Αλταβίστες, Καιτουσάλλους),

 καθώς και τους αμφισβητίες, τους σκεπτικιστές, τους φιλικούς, τους κριτικούς, τους αδιάφορους, τους σχολιάζοντες γραπτώς, τους σχολιάζοντες ενδομύχως, τους εμβριθείς, τους βαθείς, τους αβαθείς, τους της διαγωνίου αναγνώσεως, τους (τας χείρας) νίψαντας, τους (εντούτοις) ανανήψαντας και τους (εδώ) επανασκύψαντας επίσης.

Ω εσείς όλοι,

το ιστολογοφόρο στο οποίο μόλις επιβιβαστήκατε, αυτές τις μέρες (ο Μάης τελειώνει και το καλοκαίρι καταφθάνει ακάθεκτο όσο και απρόβλεπτο) έχει γενέθλια!

(έκλεισε τα  τρία, μπαίνει στα τέσσερα, μπουσουλάει!)

Γιαυτό λέω να κατέβω στ’ αμπάρι να δω τι έχει για κέρασμα…

 

Ο εκ των κυβερνητών

Ανώνυμος Ένας

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ανταπόκριση από τ’ αμπάρι

Posted by vnottas στο 29 Μαΐου, 2010

 Ημίφως. Θαλασσόσκονη. Αλμύρα. Μέχρι να βρω κάτι πιο φρέσκο, ανασύρω ακόμη ένα κομμάτι ¨ΜΠΑ!!!¨…  Κι ένα κομμάτι από ¨Το Πολυτεχνείο¨ (που κάποτε απλώς έτρεμε!)

Θα τα κουβαλήσω στο κατάστρωμα, θα τα αφήσω να λιαστούν λίγο, θα τα ξεσκονίσω (έχω τα κείμενα όπως γράφτηκαν, χωρίς την επιμέλεια των εκδοτών, επομένως ίσως θέλουν λίγο συγύρισμα) και θα σας τα αναρτήσω εδώ δίπλα στις σελίδες.

Ας δούμε που είμαστε.

ΜΠΑ!!! Μέρος τέταρτο: Το Κτίσμα.

Τι τρέχει;  Πάνω κάτω τα εξής: Οι τρεις φοιτητές προσπαθούν να λύσουν το αίνιγμα τρυπώνοντας στην κοιλιά του Κεκραγμένου Λόφου. Εκεί θα συναντηθούν μεταξύ άλλων με τον Ψηφάρπαγα (ποντικό με πληροφορικές ικανότητες) και την Μαρίκα (γοητευτικό ανδροειδές θηλυκών προδιαγραφών). Το μαντζούνι που τους έχει προμηθεύσει ο Αέναος θα δημιουργήσει απρόσμενες συναισθηματικές περιπλοκές…

Ένα δείγμα (το πρώτο κεφάλαιο του τέταρτου μέρους) εδώ παρακάτω …

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΦΟΒΕΡΟ

Ο φόβος

 

Είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι της Πό­λης έχουν αλλάξει.

Δεν είναι πια οι φτωχοί, ωραίοι και ευθαρσείς τύποι που υπήρξαν κάποτε.

Η συμπεριφορά τους, εδώ και καιρό, έχει γίνει κάπως αλλόκοτη, αλλά αυτό δε μπορεί να το διακρίνει παρά μόνο όποιος έχει λείψει για πολύ καιρό από την Πόλη και γυρίζει και την ξαναβλέπει χωρίς να είναι προετοιμασμένος για τις αλλαγές που θα συναντήσει.

Ένα από τα καινούργια χαρακτηρι­στικά της Πόλης είναι ο φόβος.

Ο φόβος που κόβει βόλτες πάνω από τις ταράτσες με τις αγκαθωτές κεραίες και τα δορυφορικά πιάτα.

Ο φόβος που πλανιέται στους δρό­μους, ανάμεσα στις διαφημιστικές γιγα­ντοαφίσες και τους σκουπιδοτενεκέδες του Δήμου. 

Ο φόβος που μπαίνει από τα παρά­θυρα στις κρεβατοκάμαρες των ερωτευ­μένων και τους κόβει στα δύο το τελευ­ταίο εκτονωτικό ¨βαχ¨. 

Ο φόβος που την στήνει στα φανάρια του δρόμου και εμποδίζει τους αυτοκι­νούμενους να απογειωθούν με την επιτά­χυνση των τροχών τους.

Ο φόβος που τρυπώνει απ’ τις τρύπες του κλιματισμού στα γραφεία των επιχει­ρήσεων και εμποδίζει τα στελέχη να χα­ρούν τα πριμ παραγωγικότητας που τους χαρίζει κάθε τόσο η ευαρέσκεια της Εταιρείας.

Ο φόβος που τρυπώνει στα πορτοφό­λια των καταναλωτών και τους ελαττώνει την τέρψη από τις τελευταίες πανηγυρι­κές προσφορές της δωροκάρτας τους.

Κι όμως, εκ πρώτης όψεως, η Πόλη δεν θα έπρεπε να φοβάται.

Όσο και αν την περιβάλλει ο φτωχός, βάρβαρος  και ανασφαλής ¨Άλλος Κό­σμος¨, η ίδια ανήκει πια στην Προστα­τευμένη Περιοχή.

Εξάλλου η Πόλη δεν δείχνει να πο­λυενδιαφέρεται για τα πάθη των  Άλλων ή, γενικότερα, για την απώτερη τύχη του Κόσμου.

Η Πόλη, βασικά, έχει κολλήσει ¨γηρατειά¨ και φοβάται μήπως αρρωστή­σει βαριά και πεθάνει.

Και αυτός είναι ένας φόβος που οι νέο-προστατευμένοι κάτοικοι της Πόλης τον αποδέχονται με μαζοχιστική ικανο­ποίηση, δεδομένου ότι είναι ένας φόβος ευγενούς προέλευσης, ο οποίος συνήθως χαρακτηρίζει την αξιότιμη κατηγορία των καλοπερασάκηδων και τις κοινωνίες των προνομιούχων.

Όμως, τον τελευταίο καιρό, αν και κα­νείς δεν έδωσε στο γεγονός ιδιαίτερη προσοχή, τα κύματα του φόβου πάνω από την Πόλη έχουν ξαφνικά οξυνθεί και πληθύ­νει.

Και μάλιστα, αν και όχι αμέσως, κά­ποιοι φοβοειδήμονες αντιλήφθηκαν την ασυνήθιστη κάθετη άνοδο του φοβοδεί­κτη.

Αυτοί οι φοβοειδικοί δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, οι συνήθεις θεράπο­ντες της Οριζόντιας Ψυχοβγαλτικής, παρά  είναι κάτι οξύνοες ασφαλιστικοί πράκτορες, οι οποίοι μάλιστα, στην αρχή, κράτησαν την ανακάλυψη για τον εαυτό τους και τους εργοδότες τους.

Ο πρώτος πρώτος, μάλιστα, που κατάφερε να εντο­πίσει ότι η εστία του φαινομένου βρισκό­ταν στην άκρη της Πόλης γύρω από τον Κεκραμένο Λόφο, είχε τη δέουσα ανα­γνώριση από την Εταιρεία του και εισέ­πραξε ειδικό βραβείο για την ανακάλυψή του κατά τη διάρκεια μυστικής πανηγυ­ρικής τελετής.

Αυτός εδώ ο νέος φόβος δεν είναι τόσο υπονοούμενος και διαχεόμενος όσο ο φόβος που έχει συνηθίσει η Πόλη, παρά είναι πιο άμεσος, πιο όξινος και πιο διεισδυτικός.

Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι εμπεριέχει όλα τα γνωστά είδη του φόβου: ένα φόβο ανακατεμένο με πε­ριέργεια, έναν φόβο ρίγος και ανατριχίλα, έναν φόβο φυσιολογικό, έναν φόβο δια­κοσμημένο με νυχιές τρόμου,  έναν φόβο ανακατεμένο με μεταφυσικό δέος, έναν φόβο ενστικτώδη, έναν φόβο υποχόνδριο, έναν φόβο που προσπαθεί να εκλογικευ­τεί, έναν φόβο από κείνους που βαράνε στο στομάχι, έναν φόβο που παραλύει τα άκρα και τα μέσα, έναν φόβο που ενερ­γοποιεί, έναν φόβο που δημιουργεί θύ­ματα κι έναν φόβο που δημιουργεί ήρωες, μια που, όπως είναι γνωστό, ο ηρωισμός είναι ένας θεμιτός και κοινω­νικά χρήσιμος τρόπος για να καταπολε­μήσεις τον φόβο σου.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει περάσει καιρός πολύς από τότε που εντοπίστηκε η πηγή του νέου φόβου, και να που ξεφύ­τρωσαν παντού σειρές από διαφημιστικές γιγαντοαφίσες των ασφαλιστικών εται­ρειών που, αν τις ακολουθήσει κανείς,  θα καταλήξει απαρεγκλίτως εκεί: στους πρόποδες του Κεκραμένου Λόφου.

Πίσω λοιπόν από κάμποσους αυθόρ­μητους περίλυπους ψιθυριστές που έχουν έρθει αυτοβούλως στο λόφο και σιγο­ψέλνουν συγκεντρωμένοι σε ομάδες έξω από το σημείο όπου ανακαλύφτηκε το Κτίσμα, μπορεί  κανείς να διακρίνει πά­γκους και περίπτερα με τα εμβλήματα των γνωστότερων εξασφαλιστικών πολυ-εταιριών.

Οι φοβοπράκτορες που έχουν σπεύσει εδώ, προσπαθούν με διάφορες προφάσεις να παρασύρουν την πελατεία τους προς τους πάγκους των εγγραφών και των συμβολαίων στην ενισχυμένη  φοβοφόρο ζώνη.

Και, πράγματι, φαίνεται ότι ο φόβος ως εμπορεύσιμο προϊόν, θα μπορούσε να αποφέρει εκπληκτικά κέρδη, στους επι­νοητικούς πωλητές, αν δεν πλήττονταν και οι ίδιοι από τα διαχεόμενα φοβοκύ­ματα και έτσι μπερδεύονται  και δεν μπορούν να αρθρώσουν πειστικά το αι­σιόδοξο και το υποσχετικό μέρος των επιχειρημάτων τους.

Έτσι, εν τέλει, πέρα από το φόβο, γύρω από τον Κεκραμένο υπάρχει και κάμποσο άγχος και κάμποσα φορητά φαρμακεία  και κάμποσοι περιφερόμενοι οριζόντιοι ψυχοβγάλτες, πτυχιούχοι και πρακτικοί.

Α ναι, υπάρχουν επίσης και κάμποσοι περιπλανώμενοι μικροπωλητές φτηνών αρωμάτων και αντι-οσμητικών σπρέι γιατί στον τόπο αυτό, εκτός απ’ το φόβο δια­χέεται και μια απροσδιόριστη αλλά πά­ντως υπαρκτή δυσωδία.

 

 

 

Ένα κομμάτι από το ΜΠΑ!!! (περισσότερα εδώ αριστερά στις ¨σελίδες¨) γραμμένο πριν καμιά δεκαριά χρόνια.

Το ΜΠΑ!!! εκδόθηκε τον Οκτώβρη του  2002

Αν. Εν.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨, νέα κεφάλαια

Posted by vnottas στο 6 Σεπτεμβρίου, 2009

Πέντε νέα κεφάλαια, από το 11ο έως 15ο από το ¨καλοκαιρινό ανάγνωσμα¨, μαζί με όλα τα παλαιότερα σχετικά κείμενα, (όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου) δημοσιεύονται εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨ .

Η μεταφορά έγινε επιδιώκοντας κάποια αποσυμφόρηση στην αρχική σελίδα.

Θα τα πούμε σύντομα. Β.Ν.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 10

Posted by vnottas στο 30 Ιουλίου, 2009

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  10.  Επιτόπια έκρηξη (συναισθημάτων)

Το κείμενο μεταφέρθηκε εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨, με τον τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨.

    

Posted in Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | 2 Σχόλια »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 9

Posted by vnottas στο 30 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  9.  Αημαρκσίδης: Κάτι κάνει κλικ μέσα μου

Το κείμενο μεταφέρθηκε εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨, με τον τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨.

Posted in Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 8

Posted by vnottas στο 30 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  8.  Την ίδια ώρα,

              αρκετά μέτρα πιο κάτω.

Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

     

Posted in Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 7

Posted by vnottas στο 24 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  7. …και (ενώ ο Χαράλαμπος φτιάχνει Χαράλαμπους)

              ο Δέλτας παίρνει μια πρώτη γεύση από τα

              τεκτενόμενα

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

    

Posted in Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »