Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Αφήγηση’

Σύμφωνο συμβίωσης

Posted by vnottas στο 23 Ιανουαρίου, 2016

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

images (10)

Το σκέφθηκα πολύ πριν πάω στον φίλο μου τον Τάσο να του πω το πρόβλημα.

Ο Τάσος είναι ψυχίατρος και από χρόνια φίλος κι άλλωστε δεν έχουμε σχέση γιατρού-ασθενούς, οπότε, επειδή με ξέρει καλά, οι συμβουλές του θα έπιαναν τόπο και τουλάχιστον θα ξαλάφρωνα.

Πέρα από αυτό, μου αρέσει το γραφείο του γιατί μυρίζει καπνίλα απ τα σέρτικα που καπνίζει και όταν τα λέμε καπνίζουμε κι οι δύο γελώντας μ’ όλα τα θέματα που μιλάμε, σοβαρά ή όχι. Γι αυτό πάω.

Του λέω, Τάσο, δεν μπορώ να τον ανεχθώ άλλο. Μου έχει τσακίσει τα νεύρα ξέρεις χρόνια τώρα, αλλά το πράγμα παρατραβάει. Χθες ξύπνησε θυμωμένος κι ενώ ξυριζόμουν στο μπάνιο μου φώναζε  να πάω να γαμηθώ, μου φώναζε πως κάθε μέρα σηκώνομαι και είμαι πιο μαλάκας απ’ τη προηγούμενη, του λέω, γιατί ρε τι σου έκανα κι αρχίζει να θυμάται πως τη προηγούμενη ακούγαμε τα παιδάκια να λένε τα κάλαντα και πως, δήθεν, δεν άνοιξα τη πόρτα γιατί είμαι ένας παλιομαλάκας, μη τύχει και δώσω κανά μισόφραγκο και θυμήθηκε και τον πατέρα μας και μου φωνάζει «τέτοιος πούστης σαν κι αυτόν κατάντησες»… και μετά όταν του απάντησα «γιατί, εσύ είσαι καλύτερος;» άρχισε μια σειρά από μπινελίκια για τις ευκαιρίες που δήθεν είχε και εγώ  τον σταματούσα γιατί ήμουν δειλός και ότι δήθεν του κατέστρεψα όλα τα όνειρά του, τότε που ήθελε να πάει στη σχολή Ικάρων, τότε που ήθελε να γίνει ηθοποιός, τότε που ήθελε να παντρευτεί μία πάμπλουτη και ένα σωρό άλλα. Του απαντάω «ποια Ικάρων ρε μαλάκα, αφού ήμαστε κοντοί, πως θα έμπαινες στην Ικάρων… και τι ηθοποιός ρε μαλάκα, αφού  σε έκοψαν στην ακρόαση»… Όσο για την πάμπλουτη, ήταν μια ασχημομούρα και αρχίζει, Τάσο, πάλι τις βρισιές. Μου φώναζε πως κοντός είμαι και φαίνομαι και στην ακρόαση τον παρέσυρα, γιατί αντί να απαγγείλει ένα μονόλογο απ τον ΄Αμλετ, του είχα πει να διαλέξει ένα ποίημα του Πρεβέρ -θυμόταν και τον τίτλο- «ο θείος Γκρεζιγιάρ», θυμήθηκε κάποιες απίστευτες λεπτομέρειες και από τότε που μέναμε μόνοι μας, στο υπόγειο της  Μαρτίου, ρε Τάσο, έχει γίνει αφόρητος σου λέω…

Ο Τάσος, με ακούει με πραγματικό ενδιαφέρον και με ρωτάει αν το είπα στον άλλον πως θα πάω να τον δω. Του λέω, όχι ρε Τάσο, γιατί την προηγούμενη φορά που του είπα ότι έρχομαι και τα λέμε, άρχισε  τις ειρωνείες και μου λέει «καλά ρε μαλάκα, πας σε άνθρωπο που πιστεύει στο Θεό να σου λύσει το πρόβλημα, ε είσαι πολύ μαλάκας γιατί δεν καταλαβαίνεις  πως όποιος πιστεύει, θα σου πει αυτά που πιστεύει, τι μαλάκας που είσαι!..»

Ο Τάσος γελάει δυνατά και μου προσφέρει ένα απ’ τα σέρτικα τσιγάρα του. Μου λέει «χέστον μωρέ, μη του δίνεις τόση σημασία, έτσι κι αλλιώς δίδυμοι είστε, δεν μπορείς να τον σκοτώσεις».

Του λέω πως  ακόμα και στον ύπνο δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Πάω στη κουζίνα γύρω στις 2 τα μεσάνυχτα, να πάρω ένα γαμημένο χάπι, να κοιμηθώ και φωνάζει απ το σαλόνι «πάρε ένα χάπι ρε μαλάκα, μήπως και  δεις κάποιο όνειρο που να σε δείχνει άνθρωπο περήφανο κι όχι πτώμα ρε  πτώμα…»

Ακου, μου λέει ο Τάσος, με τον άλλο εαυτό μας έχουμε υπογράψει διαρκές σύμφωνο συμβίωσης. Γι αυτό μη σκας. Μπορεί να βαρεθεί την τόση κριτική, μπορεί και να σε αφήσει ήσυχο. Ακου το αυθόρμητο μέσα σου. Αυτός είναι ένας «άλλος» κι ας τον θεωρείς κατάδικό σου. Τήρησε όμως το σύμφωνο συμβίωσης.  Δεν γίνεται αλλιώς και το ξέρεις.

images (9)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης στις μυστηριώδεις Ινδίες ΙΙΙ (τρίτο και τελευταίο)

Posted by vnottas στο 21 Δεκέμβριος, 2013

Το τελευταίο μέρος της (εικονογραφημένης) αφήγησης του Βασίλη Μεταλλινού σχετικά με τις ινδικές μοτοσικλετιστικές του περιπέτειες. Για τον εγκλιματισμό πρόσθεσα στο τέλος ακόμη ένα ¨μεταγλωττισμένο¨ ιονεσκικό Μπόλιγουντ.

«Πως είναι το Δελχί, Βασιλτζίκ efendi?» μΕ ρώτησε η Γκιουλέν εκβάλλοντας βαθύ αναστεναγμό και τακτοποιώντας μια μελιτζανί τούφα στο κεφάλι της…

«‘Άλλη μια συνέχεια των αιωνίως ατελών ταξιδιών μου, sevgili Gulen… Τελικά, δεν έφτασα ποτέ στο Δελχί… Η ταξιδιωτική παλίρροια με παρέσυρε νοτιότερα μέχρι την Kerala και συγκεκριμένα στο Kochin, να μασουλάω μαγειρεμένα ψάρια και καβούρια με σάλτσα «μάσαλα» από πλανώδιους ψητάδες του δρόμου. Κάποιο τσάκρα της γαστέρας, φαίνεται έσπασε εκεί και σταμάτησα την 20ήμερη μονοφαγία κάσιους και μπανάνας!»

Nepal-India 655

Nepal-India 661

Nepal-India 711

O Ερντεμίρ άναψε τσιγάρο. Ρούφηξε την τελευταία γουλιά του καφέ του μ’ ένα κοχλάζον γουργουρητό και είπε …»Με μπέρδεψες καρντές…»
«Από τη Γκόα, στο Παντζίμ, νοίκιασα μια μηχανή και διέσχισα την επαρχία Καρνατάκα και Κεράλα, νότια μέχρι το Κότσιν, όπως σΕ είπα. Ήταν ένα εκπληκτικό ταξίδι, σχεδόν παραλιακά, διανυκτερεύοντας σε καλαμένιες ή από κόντρα πλακέ καλύβες, δίπλα στην Αραβική θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό, με 3-3,5 ευρώ το βράδυ. Αυτά τα μέρη είναι στέκια Ευρωπαίων κι Αμερικανών free τυπάδων, που νοικιάζουν 5-6 άτομα μια μεγάλη καλύβα με 7-8 ευρώ το βράδυ (δηλ. περίπου 1 ευρώ το άτομο) τρώνε στα τοπικά ρεστοράν κάτι τεράστιες μερίδες ριζιού ή νουντλ με λαχανικά με 40 λεπτά και τη βγάζουν κανά εξάμηνο ροκανίζοντας ούτε το μισό επίδομα ανεργίας. Μπάφοι, μπύρες και γερά πάρτυ, γενικώς στην ημερησία διάταξη…»

Nepal-India 531

Nepal-India 534

Nepal-India 540

«Και μετά?» ρώτησε με κελάηδημα τσίχλας, η Γκιουλέν.
«Απ’ το Kochin, Bangaluru, Hampi, Hiderabad, Aurangabad, Gandhinagar. Εκεί πήρα την απόφαση να μην συνεχίσω άλλο προς τα πάνω αλλά να παραδώσω την Royal Εnfield 350 bullet στην Βομβάη, στον άνθρωπο που μΕ τη νοίκιασε και να φύγω χωρίς πίεση και άγχος για Σαλονί»

Nepal-India 571

Nepal-India 614

Nepal-India 624

«Καλή η Enfield καρντές?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ.
«Η πρώτη που νοίκιασα, ήταν μια 350 παλιά, με ποδόφρενο στ΄αριστερά και ταχύτητες δεξιά. Με ταλαιπώρησε αφάνταστα το σανζμάν, σε σημείο που μετά από 60 περίπου χιλιόμετρα, κόλλησε στην τρίτη ταχύτητα! Με UHU σΕ λέω… Δεν έβγαινε με τίποτα. Έσβησε το μοτέρ που είχε «ανάψει» στους 40 υπό σκιά και χωρίς μίζα, μόνο με μανιβέλα και συμπλέκτη δεν «έπαιρνε» με τίποτα! Εκεί σταμάτησα ένα Γάλλο που οδηγούσε μία δική του 350άρα, καινούργια με μίζα. Αυτός με βοήθησε, με φιλοξένησε στην καλύβα του στη Βόρεια Καρνατάκα και μΕ νοίκιασε την δική του για το υπόλοιπο του ταξιδιού μου. Αυτός ήδη είχε γυρίσει όλη την Ινδία για ένα 6μηνο, είχε κάνει 17000 χλμ και την πουλούσε για να φύγει στην Γαλλία. Έτσι από την κόλαση της παλιάς (μιας μαύρης στη φωτό) Enfield bullet 350, βρέθηκα με μια εξαιρετική σε λειτουγικότητα μιζάτη, που δεν έκανε τσικ…»

Nepal-India 503

Nepal-India 667

«Και πως νοικιάζεις μηχανή σ’ αυτές τις χώρες, καρντές?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ, κάνοντας μια ερωτηματική χειρονομία με τη χερούκλα του …που ήταν σε μέγεθος κουπιού γόνδολας.
«Αυτό είναι μεγάλη ιστορία! Οι Ινδοί είναι εκ βλαστοκυττάρων απατεωνίσκοι! Δεν έχουν μπέσα, δεν τηρούν το λόγο τους και στις συναλλαγές τους ο Ντίλιγκερ φαντάζει με ιεραπόστολο… Τους ξένους τους ξεσκίζουν και δεν υπάρχει περίπτωση να σΕ επιστρέψουν την χοντρή εγγύηση των 500+ ευρώ που καταβάλεις με το συμφωνητικό, προφασιζόμενοι ότι προξένησες ζημιές είτε εξωτερικά είτε στα μηχανικά μέρη… Υπάρχει κι ένα ακόμα πρόβλημα, ότι οι νοικιασμένες μηχανές έχουν διαφορετικό χρώμα πινακίδας και δεν επιτρέπεται να βγούν έξω από την επαρχία που ανήκουν. Ένας είναι ο τρόπος! Αγορά από 2 σοβαρές εταιρίες που έχουν έδρα στη Βομβάη και στο Δελχί. Υπάρχει συμβόλαιο, το πιό συνηθισμένο, που υποχρεούται να την ξαναγοράσει ο πωλητής στο 60% της αξίας που την πούλησε. Άρα, για φαντάσου να την χρησιμοποιήσεις πχ 3 μήνες, να την έχεις αγοράσει 1000 ευρώ και να σΕ βγεί στο φινάλε όλη η ιστορία 400 ευρώ …και με δικιά σου μηχανή! Ενδεικτικά σΕ λέω ότι το πολύ καλό Bajaj avenger που είχα νοικιάσει στο Νεπάλ, στοιχίζει στην Ινδία καινούργιο 750 ευρώ! Άλλος τρόπος, ενοικίαση μόνο από ιδιώτη.
Στο Νεπάλ τα πράγματα είναι πιό εύκολα, γιατί είναι μικρή χώρα, με σφιχτό έλεγχο και η εγγύηση είναι στα 150 ευρώ. Άλλωστε εκεί δεν μένεις παραπάνω από δεκαήμερο και με το χαμηλό ενοίκιο των 6-8 ευρώ/μέρα γίνεται η δουλειά.

Nepal-India 617

Nepal-India 618

Nepal-India 625

«Βρε τους σερσερήδες τους Ινδούς!» είπε η Γκιουλέν συνοφρυωμένη με ύφος …λες και προανήγγειλε την πρόωρη έλευση των μουσώνων!
«Σε χάλασε κανένας το ταξίδι σου τζάνουμ Bασιλτζίκ?» συμπλήρωσε.
«Πέρασε τόσος καιρός και είμαι ακόμα σε κατάσταση νιρβάνα. Ταξίδεψα ομογενοποιημένος μέσα στη πλέμπα επί ένα μήνα, σε άλλη διάσταση, μακριά από τα βαριετέ της βελάζουσας νεοπλουτίστικης μαρμάγκας. Έζησα σκληρές εμπειρίες και είδα απίστευτες εικόνες σε μια χώρα διασωληνωμένη στο ράντσο της φτώχειας της υπομονής και της καρτερίας. Απόλυτα ικανοποιημένος από τις ήπιες μορφές κινητικής ενέργειας που χρησιμοποίησα, γλύτωσα και το εκκωφαντικά χαριτωμένο
 … “From Greece, on this motorcycle? Are you f u c k ing kidding me?”*με ανασηκωμένο φρύδι, ελεγχόμενα αναπάντεχη απορία και Σαιξπηρική προφορά!
Μ΄ένα προϋπολογισμό μικρότερο από βοήθημα πλημμυροπαθούς του Έβρου, σε αδιάκοπη κίνηση, μέσα στην απεραντοσύνη των διαδρομών με τις αντισυμβατικές κουλτούρες και συμπεριφορές, είμαι πραγματικά ευτυχής που όλα πήγαν τελικά καλά!»
 
*κλασσικό κλισέ, όταν σε βλέπουν να ταξιδεύεις με τη μοτοσυκλέτα σου σε μια μακρινή χώρα 

Nepal-India 821

Τέλος
*

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Πώς έγραψα ένα μυθιστόρημα (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 25 Ιανουαρίου, 2009

(ή) Περιπέτειες και εμπειρίες ενός ακόμη επίδοξου συγγραφέα, μέρος β.

 

Σας έλεγα λοιπόν (σε προηγούμενο κείμενο, εδώ παρακάτω) πώς συνέβη και η συγγραφή της διατριβής μπορεί να προκαλέσει συγγραφικές παρενέργειες: ένα δεξί χέρι ¨λυμένο¨, ξεαγκυλωμένο, εν τινι μέτρω χειραφετημένο, μπορείς να το πεις και ξεκολλημένο και ξεκωλωμένο και προπονημένο και σε φόρμα και σε ¨όρμα¨, κι έξω απ’ τη νόρμα, ενώ  ταυτόχρονα  φουντώνει μέσα σου μία έντονη εκφραστική ανάγκη, επί μακρόν καταπιεσμένη από την τυπικότητα του ύφους που χαρακτηρίζει τις επιστημονικές εργασίες και ειδικότερα τις διατριβές.  

Έτσι κι εγώ, που σε μυθοπλασία ίσαμε τότε δεν είχα γράψει απολύτως τίποτα και που οι γραφές μου εξαντλούνταν σε μερικά δοκίμια (για την κοινωνία, τον χώρο και την επικοινωνία -τα αγαπημένα μου θέματα), συν κάποιες νεανικές ερωτικές επιστολές και μερικές μαθητικές εκθέσεις ιδεών,  άρχισα να σκέπτομαι (και αμέσως μετά να υλοποιώ) τη συγγραφή μιας εκτεταμένης μυθιστορίας.

 

Αναζητώντας δακτυλογράφο

Ας προσθέσω όμως ότι στο μεταξύ (δευτερεύον ίσως, αλλά καθόλου αμελητέον για τις νέες μου δραστηριότητες), είχε συντελεστεί γύρω μου μια σημαντική ¨γραφική¨ επανάσταση.

Δηλαδή:

*είχα αρχίσει να γράφω τη  διατριβή στο χέρι, με μολύβι, καθώς αγνοούσα το χειρισμό της γραφομηχανής (αν και είμαστε ήδη στην τελευταία δεκαετία του εικοστού)

*έδωσα τα πρώτα χειρόγραφα σε επαγγελματία δακτυλογράφο με γραφείο στο κέντρο της πόλης

*τα ξαναπήρα μετά από εκνευριστικά μακρύ  χρονικό διάστημα και τα επέστρεψα πίσω μόλις διαπίστωσα ότι ο αριθμός των λαθών ξεπερνούσε κατά πολύ τον αναμενόμενο.

Οδηγίες: επαναλάβετε αυτό το πήγαινε/έλα επί το ¨κάμποσες φορές¨, πολλαπλασιάστε το αποτέλεσμα επί ικανό αριθμό κεφαλαίων και θα κατανοήσετε ακόμη έναν λόγο για τον οποίο, τον παλιό εκείνο τον καιρό, τόσο οι μυθοπλασίες όσο και οι επιστημονικές διατριβές ήταν εγχειρήματα δύσκολα, γεμάτα δοκιμασίες, απογοητεύσεις, μουτζούρες, παραπομπές, παροράματα, διορθωτικές παρεμβάσεις με γόμα, με ξυραφάκι, με σκολορίνη, με λεξικά, με υπομονή, στο περιθώριο,  στο τέλος, ή στην επόμενη έκδοση (επαυξημένη, αναθεωρημένη, ανακαινισμένη, εξωραϊσμένη και προπαντός διορθωμένη). 

 

Όμως ο μικρός μου αδελφός, ο Μάριος, με λυπήθηκε και μου ενεχείρισε μικρή μαγνητική δισκέτα με πρόγραμμα εκμάθησης πληκτρολογίου, μαζί με πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, ονόματι first choice, πρωτόγονο για τα σημερινά μέτρα, αλλά θαυματουργό για τα τότε. Έτσι, ο Άλλος, ο επιλεγόμενος Ατίθασος καθώς επίσης και Ανυστερόβουλος Υπολογιστής, μπήκε στη ζωή μου. Μετά από μια λογική περίοδο άσκησης, τα κείμενα μου άρχισαν να σουλουπώνονται, τουλάχιστον οπτικά, και η εποπτεία μου πάνω τους ήτανε πλέον εφικτή χωρίς ζόρι και, κυρίως, χωρίς ανακατέματα τρίτων.

Ας πούμε λοιπόν ότι η συνταγή συγγραφής (τι να ρίξεις στο καζάνι όπου βράζουν οι καλές σου προθέσεις για την σύνταξη μιας λογό ή παρά λογο-τεχνικής παραγωγής) στην περίπτωσή μου περιλαμβάνει: α) χέρι λυμένο (το είπαμε), β) εκφραστική συμπίεση (την περιγράψαμε), και γ) την υιοθέτηση μιας τεχνολογικής καινοτομίας σχετικής με τα εργαλεία γραφής (την συμπληρώσαμε κι αυτή).

Άρα όλα είναι έτοιμα για να πάμε παρακάτω: στην αναζήτηση του στοιχειώδους εναρκτήριου μύθου προς επεξεργασία.

 

Αναζητώντας τον μύθο

Ένθετη συμβουλή προς νέους συμπάσχοντες: Ακόμη και αν έχετε αδυναμία στις φανταστικές αφηγήσεις, όπως ο υπο(μη)φαινόμενος, διαλέξτε μια θεματολογία αγκυρωμένη στις άμεσες εμπειρίες σας. Έτσι θα πατάτε σε στέρεο έδαφος και η αφήγηση θα δέσει καλύτερα. Όσο αφορά εμένα, τον καιρό εκείνο οι πιο επίκαιρες, (αν και όχι οι πιο συναρπαστικές) εμπειρίες μου αφορούσαν στην πανεπιστημιακή ζωή. Έτσι σιγά σιγά οι μυθοπλαστικές μου ιδέες άρχισαν να διαμορφώνονται και να περιπλέκονται ως εξής:

*Ας πούμε ότι βρισκόμαστε σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, υποθετικό μεν, αλλά με πραγματικά χαρακτηριστικά.

*όπου ξαφνικά οι καθηγητές του αρχίζουν ένας ένας να κιτρινίζουν, να αποδημούν, ενώ ταυτόχρονα ο, τι απομένει από αυτούς εξαφανίζεται…

*ας φτιάξουμε κι έναν νεαρό ήρωα, χαμηλόβαθμο πανεπιστημιακό και ας τον κάνουμε βασικό ύποπτο, (έχει κίνητρο μια που του κλέβουν συστηματικά τις εργασίες οι οποίες υπογράφονται από ολιγόνοες ανωτέρούς του, έτσι ώστε να αποκτήσουν κι αυτοί ένα λαμπερό curriculum vitae. Αυτόν τον Ήρωα ας τον ονομάσουμε Αημαρξίδη, όχι, Αημαρκξύδη… ή καλυτέρα Αημαρκσίδη. Κίμωνας Αημαρκσίδης, ποντιακής καταγωγής,  χωρισμένος με παιδί και πεθερά.

*ας του δημιουργησουμε κι έναν φίλο, δημοσιογράφο, για να εμπλέξουμε και τα ΜΜΕ και ας του δώσουμε το όνομα ενός γράμματος της αλφαβήτου. Δέλτας.

*ας φιλοτεχνήσουμε και έναν ευαίσθητο αστυνομικό από χωριό, και ας τον αποκαλέσουμε Καραμούζο, έτσι, για να δώσουμε στην ιστορία μία αστυνομική απόχρωση

* ας προσθέσουμε και κάμποσους άλλους περιφερειακούς ήρωες, κατά βούληση…

και ας τους αφήσουμε να δράσουν, να ερωτευτούν, να ερευνήσουν, να καταδιωχθούν και να καταδιώξουν.

Τα άλλα θα διαμορφωθούν στην ανηφορική φάση της αφήγησης, αναζητώντας τους αυτό- και έτερο- καθορισμούς τους, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Όλα αυτά σε ένα τοπίο  κάπως θολό, με μια φύση που παραπονιέται καθώς κάποια περίεργα γεωφυσικά φαινόμενα εκδηλώνονται αναπάντεχα, για να μπερδέψουν ακόμη περισσότερο τα νήματα της παραμυθίας.

Και μετά, από ένα σημείο και πέρα, ο αφηγητής-Θεός παύει να κάνει τα πάντα, οι ήρωες χειραφετούνται και κάνουν του κεφαλιού τους, οπότε η ¨λύση¨ έχει όλο και λιγότερες εναλλακτικές και η ιστορία αρχίζει να κατρακυλάει προς το Τέλος της. Αν και κινδυνεύεις να χάσεις τον έλεγχο, κακά τα ψέματα, είναι το πιο ευχάριστο και παραγωγικό μέρος της συγγραφής.

 

Αναζητώντας όνομα και τίτλο

Καθώς, ευτυχισμένος, το ατενίζεις έτοιμο, φρεσκοξεφουρνισμένο από τον εκτυπωτη, δεν αποφεύγεις να αναρωτηθείς ¨τι ακριβώς είναι τούτο¨;

Προϊόν φαντασίας (ενδεχομένως αχαλίνωτης); σίγουρα. Περιπέτεια; εν μέρει… Αστυνομικό; στις άκρες. Κάτι σαν αυτό που οι αγγλοσάξονες αποκαλούν campus roman (μυθιστορία πανεπιστημιακής θεματολογίας); ίσως, αλλά τότε το είδος δεν μου ήταν γνωστό, δεν ήξερα καν ότι υπήρχε.

Φτιάχνεις έναν προσωρινό τίτλο, και επειδή ¨ουδέν μονιμότερον¨, σου μένει μέχρι το τέλος: «Το πολυτεχνείο τρέμει». Και για να μη το μπερδέψει κανείς με το γνωστό Μετσόβιο και απαιτήσει άμεσες πολιτικές προεκτάσεις, προσθέτεις τη διευκρίνιση που κρίνεις καταλληλότερη σε υπότιτλο: Μυθιστόρημα Πανεπιστημιακής Φαντασίας με Αστυνομικές Αποχρώσεις.

Εντάξει, αλλά ¨Υπό¨; που έλεγαν κάποτε; Υπό ποίου ετελέσθη το αδίκημα. Ποίος ο υπεύθυνος λογοπλόκος;

¨Εγώ¨, απαντάει ένα τμήμα του εαυτού μου που δεν το γνωρίζω καλά, γιατί μιλάει αλλιώτικα από το πώς μιλάω συνήθως εγώ, γελάει πιο πολύ, ενίοτε παραληρεί και   βγάζει γλώσσα. ¨Εντάξει¨,  του λέω, ¨αλλά ανώνυμα, τουλάχιστον μέχρι να γνωριστούμε¨.

Λάθος. Εκ των υστέρων είμαι σίγουρος ότι πρόκειται περί λάθους. Οι ανωνυμίες κάνουν κακό. Σου δημιουργούν (όπως οι μάσκες μια βραδιά καρναβαλιού) μια ψεύτικη ευεξία που κρατάει λίγο (έως ότου ο εκδότης του επόμενου βιβλίου σου σε αποκαλύψει) και τελικά θα σου βγουν σε κακό. Κάτι ξέρω.

Εν πάση περιπτώσει, τότε είπα: υπογραφή: ένας ανώνυμος. Μετά το αντέστρεψα στο πιο εμφαντικό: Ανώνυμος Ένας (με τ’ όνομα!)

Και για την απαραίτητη βιογραφική αναφορά που προορίζεται για το αυτί του εξώφυλλου, σημείωσα τα ακόλουθα (προφητικά):

Ο Ανώνυμος Ένας

στην Αρχή ήταν ένας

φυσιολογικός άνθρωπος

 

κάποτε όμως διαπίστωσε

ότι -απροσδόκητα- τα πράγματα

γύρω του είχαν

αρχίσει να παίρνουν

λάθος στροφές

 

Στο Παρά Πέντε

συνειδητοποίησε τότε

πως ξανάρθε ο καιρός να πάρει

ριζοσπαστικές αποφάσεις

 

Είχε κάνει κι άλλες φορες

ριζικές ανακατατάξεις στη ζωή του

 

Μόνο που τούτη τη φορά

του βγήκε κάπως αλλιώς

 

Κάπως σα μυθιστόρημα πανεπιστημιακής

φαντασίας με αστυνομικές αποχρώσεις

 

Έτσι πέρασε

στην Ανωνυμία.

 

(συνεχίζεται μόλις βρω χρόνο… )

(προσεχώς μεταξύ άλλων: ο Α.Ε.

σε αναζήτηση εκδότη και ο Α.Ε.

σε αναζήτηση κοινού)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »