Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Βάκτρα’

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο δέκατο τρίτο: Επιχείρηση Καλλισθένης

Posted by vnottas στο 6 Αύγουστος, 2018

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο: Επιχείρηση Καλλισθένης

(αφηγείται ο Εύελπις)

 043fe-image010

Η μέρα είναι συννεφιασμένη και σκοτεινή απ’ το πρωί. Ευτυχώς ως τα τώρα -προχωρημένο απομεσήμερο- δεν έχει αρχίσει να βρέχει. Μια ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα θα μπορούσε να μας δημιουργήσει προβλήματα, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση οι φρουροί δεν θα ήταν απίθανο να τροποποιήσουν τις συνηθισμένες τους περιπόλους και να παραμείνουν μέσα στο κτίριο περισσότεροι του συνήθους. Ενώ εμείς τους προτιμούμε λίγους.

Είμαι στη γνωστή βακτριανή ταβέρνα που μένει ανοιχτή από την αυγή έως μετά τη δύση του ήλιου, καθισμένος στο ίδιο απομονωμένο τραπέζι στο βάθος. Έχω ζητήσει από τους συνεργάτες μου να περάσουν από εδώ και να με ενημερώσουν για τις δουλειές που ανέλαβαν. Πράγματι έχουν ήδη φτάσει ο Κάνθαρος, ο Αυτιάς και ο Χοντρόης∙ λείπουν ο Ευρυμέδοντας και ο Οινοκράτης. Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτούς έχω αναθέσει μια απομακρυσμένη εξερεύνηση. Γι αυτό έχουν ξεκινήσει νωρίς, νύχτα ακόμη. Ο Θεσσαλός με διαβεβαίωσε πως θα τα κατάφερναν να επιστρέψουν ίσαμε το απόγευμα. Αν όλα πάνε καλά θα έχω ένα ακόμη καλό επιχείρημα για να πείσω τον Καλλισθένη να ζήσει.

Σηκώνομαι αφήνοντας τους παρόντες να ξεκοκαλίζουν έναν καλοψημένο κάπρο, για να στυλωθούν, και βγαίνω έξω, στην πλατεία. Κοιτάζω προς τις κορυφές των ψηλών βουνών που περιτριγυρίζουν το πλάτωμα των Βάκτρων. Τα πιο βαριά μαύρα νέφη κρέμονται στα βορειοανατολικά.  Ίσως εκεί βρέχει ήδη.

 Αν δεν φτάσουν έγκαιρα, θα προχωρήσω το ίδιο, σκέφτομαι. Απ’ ό, τι μου είπε ο Αυτιάς, ο στρυφνός υπαξιωματικός έχει ήδη δωροδοκηθεί κι επομένως τέσσερις θα είμαστε αρκετοί.

Ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν περιθώρια για υπαναχωρήσεις. Σήμερα το πρωί επισκέφτηκα τόσο τον Ευμένη όσο και την Θαΐδα και τους ενημέρωσα. Από τον Καρδιανό χρειαζόμουν και μερικά πράγματα που θα μπορούσε να μου τα προμηθεύσει χωρίς να εμπλακεί άμεσα σε αυτή την ιστορία. Δεν είχε αντίρρηση ούτε τώρα. Από τη Θαίδα ήθελα να ακούσω, ακόμη μια φορά, ότι οι ελπίδες για ομαλές εξελίξεις στην περίπτωση του Καλλισθένη έχουν εξαντληθεί και έτσι  να καταπνίξω οποιεσδήποτε αμφιβολίες για το αν πράττω σωστά ή όχι παρεμβαίνοντας.

Εκείνη χαμογέλασε κάπως θλιμμένα και μου είπε: «Ναι, πράττεις σωστά. Ο Πτολεμαίος μου λέει την αλήθεια. Είτε όταν τα λεγόμενά του αφορούν τον Αλέξανδρο είτε όταν αφορούν τον ίδιο και εμένα. Πάντα!»

Την κοίταξα παραξενεμένος.

«Θέλεις να μου πεις κάτι Θαίδα;» την ρώτησα.

«Όπως και να πάνε τα πράγματα με αυτή την υπόθεση, δεν πρέπει να έχεις αμφιβολίες και αναστολές. Αν δεν τα καταφέρεις ο Καλλισθένης θα έχει την τύχη των στρατηγών που θεωρήθηκε πως πρόδωσαν. Και αυτό θα συμβεί όχι γιατί ο Βασιλιάς τον αντιπαθεί προσωπικά, αλλά γιατί τον έχουν πείσει πως πρέπει να περιορίσει το ρυάκι της δυσαρέσκειας πριν γίνει ποτάμι. Από αυτά που μου είπες συμπεραίνω πως αυτό το  ξέρει κι ο Ολύνθιος ο ίδιος».

Την κοίταξα παρατεταμένα. «Αυτό μόνο Θαΐδα; »

«Εάν πάλι προβληματίζεσαι γιατί μετά από αυτή σου την προσπάθειά το πιθανότερο είναι να μην ξαναδείς ούτε εμένα», συνέχισε εκείνη,  «θέλω να σου πω ότι κι αυτό θα συμβεί έτσι ή αλλιώς».

Δεν κατάλαβα αμέσως τι ήθελε να μου πει. Το κατάλαβα αμέσως μετά και φαίνεται πως φάνηκε στο πρόσωπό μου.

«Ναι», μου λέει εκείνη. «Ο Πτολεμαίος, πριν φύγει γι αυτή την τελευταία αποστολή, μου ζήτησε να γίνω νόμιμη γυναίκα του. Στην επιστολή του μου το ζητάει ξανά. Όχι, δεν θα είναι σαν τους γάμους που διοργανώνει ο Αλέξανδρος για πολιτικούς λόγους, ανάμεσα σε Μακεδόνες και Περσίδες. Θα είναι κάτι τελείως διαφορετικό…»

Ίσως μου είπε και άλλα. Δεν τα άκουσα. Κατάπια τον κόμπο που μου έκατσε στο λαιμό και δεν έκανα σχόλια.ΑΡΓΩ 1948

Χοντρές ψιχάλες αρχίζουν να πέφτουν εδώ κι εκεί, πάνω στο αμμώδες χώμα. Κάνω να γυρίσω προς την ταβέρνα, αλλά μαντεύω περισσότερο παρά βλέπω μεσ’ τη μαυρίλα, τους δύο καβαλάρηδες να καταφτάνουν βιαστικοί και λασπωμένοι. Μου κάνουν νόημα ότι εντάξει, όλα καλά.

.

Όπως έχουμε συμφωνήσει, παίρνω μαζί μου τον Οινοκράτη και ξεκινάω πρώτος για το κτίριο της φρουράς των βορίων Βάκτρων. Ο ήλιος, αν δεν ήταν κρυμμένος, θα φώτιζε ακόμη επαρκώς. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι υπόλοιποι τέσσερις θα καταφτάσουν καλά οπλισμένοι μόλις σκοτεινιάσει εντελώς. Μέχρι τότε έχω καιρό να πείσω τον Καλλισθένη να μας ακολουθήσει. Ή να με πείσει εκείνος να τον βοηθήσω, όπως άλλωστε του έχω υποσχεθεί, να πεθάνει ¨αξιοπρεπώς¨.

Αν και ο ζόρικος επικεφαλής της φρουράς είναι μιλημένος, για κάθε απρόβλεπτη περίπτωση έχω μαζί μου τα χαρτιά που πιστοποιούν ότι ο ¨φέρων δύναται να συναντηθεί με τον δεσμώτη Καλλισθένη¨. Δεν θα μου χρειαστούν. Αυτήν τη φορά ο ¨στριμμένος¨ παραείναι εξυπηρετικός. Μας υποδέχεται μόνος, χωρίς να είναι ορατοί άλλοι φρουροί και μας οδηγεί στο δωμάτιο του Καλλισθένη. Δίνω εντολή στον Οινοκράτη να μείνει μαζί με τον υπαξιωματικό και να μην τον χάσει από τα μάτια του. Μπαίνω στο μικρό διαμέρισμα μόνος μου.  

Είναι όρθιος. Μάλλον βημάτιζε πέρα δώθε όταν μπήκα. Φοράει τον καλό του χιτώνα και είναι καλοχτενισμένος. Ωστόσο γύρω από τα μάτια του υπάρχει σκοτεινιά. Κάτι μου λέει ότι από την προηγούμενη συνάντησή μας μέχρι τώρα, δεν έχει κλείσει μάτι.

«Λοιπόν βλέπω ότι δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να πειστείς πως βρισκόμαστε σε αδιέξοδο», μου λέει. «Ούτε κι εγώ για να ολοκληρώσω τη σύνοψη. Θα ήθελα σίγουρα να είμαι πιο σαφής, αλλά κι αυτά που ήδη σημείωσα, και θα σου τα δώσω, θέλω να ελπίζω ότι θα βοηθήσουν τους επιγόνους των ιδεών μας. Έφερες αυτό που σου ζήτησα;»

Δεν του απαντώ αμέσως. Το μυαλό μου αρνιέται προς στιγμήν να δεχτεί πως είμαι φορέας θανάτου. Πάντως, συνέρχομαι και του λέω πως το φαρμάκι το έχει ο Οινοκράτης στο δισάκι του. Φτάνει να τον φωνάξουμε.  Όμως του ζητώ πρώτα να με ακούσει. Έστω για τελευταία φορά.

Χαμογελάει με πικρή ευθυμία. «Για να δούμε αξιότιμε μαθητή του μεγάλου δάσκαλου ρητορικής, του Ισοκράτη. Πόσο πειστικός μπορεί να γίνεις».

«Θα είμαι σύντομος», του λέω. «Διερεύνησα. Όντως, όπως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, η ποινή θα είναι θάνατος. Προς παραδειγματισμό. Σύντομα. Όμως, κανένας δεν κερδίζει από αυτό το ενδεχόμενο. Ούτε καν ο Αλέξανδρος, ούτε βέβαια ο Ελληνισμός, όπως εμείς τον θεωρούμε και τον θέλουμε. Μόνον εκείνοι που μας θεωρούν εχθρούς.

Πώς μπορούμε να αποτρέψουμε αυτή την εξέλιξη;

Εσύ λες: ¨φεύγοντας οικειοθελώς¨   που πάει να πει αυτοκτονώντας. Όμως καλέ μου δάσκαλε, εσύ ξέρεις καλά -και εγώ από εσένα έμαθα, ότι εκείνο που θα διαδοθεί τελικά, εκείνο που θα ανακοινωθεί επισήμως, εκείνο που θα φτάσει στον πολύ κόσμο, δεν θα είναι κατ’ ανάγκην αυτό που θα συμβεί. Δεν θα είναι η ευγενής διαμαρτυρία μιας αυτοκτονίας. ¨Η αλήθεια δυστυχώς έχει ανάγκη από βοήθεια για να μεταδοθεί και να ριζώσει¨, είναι λόγια δικά σου, που τα έχω ακούσει πολλές φορές. Η αυτοκτονία για χάρη των ιδανικών είναι μια  γενναία πράξη, αλλά εάν τη γνωρίζουμε μόνον εγώ, ο Αριστοτέλης και κάποιοι αθηναίοι έτοιμοι να πιστέψουν οτιδήποτε που να δικαιώνει τον αντιμακεδόνα Δημοσθένη, δεν είναι αρκετή για να βοηθήσει στην αλλαγή της ροής των πραγμάτων.

Εγώ λέω: Έλα μαζί μας. Έχω φροντίσει για οτιδήποτε μπορεί να προβλεφτεί: Ο Ευμένης είναι ενήμερος και δεν διαφωνεί.  Μόνο που πρέπει να δράσουμε αμέσως. Απόψε. Αύριο θα είναι αργά!»

Έχει αντίρρηση. Όχι εφ’ όλης της ύλης, αλλά αυτή τη φορά επί του συγκεκριμένου κι αυτό το βρίσκω ευοίωνο.

«Καλά, την φρουρά δεν την είδες; Ο δύσθυμος υπαξιωματικός που τη διοικεί δεν νομίζω ότι με απεχθάνεται μόνον επειδή είμαι λόγιος. Το πιθανότερο είναι να τον έχουν πλησιάσει οι Άλλοι. Πριν από εσάς.  Είναι φυσικό να θέλουν να έχουν έναν άνθρωπό τους εδώ. Ιδιαίτερα αφού έμαθαν ότι επέστρεψες».

«Τον τύπο τον δωροδοκήσαμε, αλλά  και θα τον επιτηρούμε μέχρι την τελευταία στιγμή».

«Καλά. Πες ότι φεύγουμε… Για να πάμε πού; καλέ μου Εύελπι. Αν βρισκόμασταν στα Σούσα, ακόμη και στη μητρόπολη Βαβυλώνα, θα έλεγα ότι εντάξει, εκεί η υπηρεσία μας διαθέτει καταλύματα μυστικά και προστατευμένα έναντι οιουδήποτε, ακόμη και απέναντι στην κεντρική διοίκηση. Όπως ξέρεις τα φτιάξαμε έτσι ώστε να έχουμε σταθερά καταφύγια και να μπορούμε να αντιδράσουμε σε περίπτωση που εκδηλωθεί ανταρσία κατά του Αλέξανδρου από μέσα… και από ¨ψηλά¨. Εδώ όμως δεν είναι τα Σούσα. Είναι τα Βάκτρα, ο τόπος του Βήσσου. Εδώ φτάσαμε πρόσφατα. Και εγώ βρέθηκα σχεδόν αμέσως σε δυσμένεια. Η υπηρεσία δεν έχει προλάβει να ¨εγκατασταθεί¨».

Χαμογελώ αισιόδοξα. «Σχετικά με αυτό έχω να σου πω κάτι ευχάριστο. Λέω ¨ευχάριστο¨, επειδή θέλω να ευελπιστώ ότι σε ξέρω αρκετά καλά, Δάσκαλε. Υπάρχει τόπος όπου μπορείς να φιλοξενηθείς, άνετα θα έλεγα, μέχρις ότου η φασαρία καταλαγιάσει… Οπότε θα μπορέσεις είτε να διεκδικήσεις ξανά τη θέση σου στη στρατιά είτε να κατευθυνθούμε όλοι πίσω στη Δύση, αρχίζοντας από την Αθήνα. Και αυτός ο τόπος θα σου αρέσει».  

Με κοιτάζει με κάπως ειρωνική απορία.

«Θα σου εξηγήσω εν συντομία»,  συνεχίζω, «γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο. Τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό τον ξέρεις. Είναι εκείνος που μετέφερε στα Σούσα τα βιβλία που έσωσε ο Ευμένης στην Περσέπολη. Τελευταία ήταν σε αναγνωριστική αποστολή στα γειτονικά ινδικά βασίλεια, σταλμένος από την υπηρεσία. Πρέπει να το ξέρεις κι αυτό. Επέστρεψε πρόσφατα, συναντήθηκε τυχαία με τον δικό μου τον Οινοκράτη και απόψε θα είναι εδώ, μαζί μας, γιατί σε αγαπάει και σε εκτιμάει όσο και εγώ.

 Άκου λοιπόν: Όχι μακριά από τα Βάκτρα, πάνω στα βουνά, υπάρχει ένα μεγάλο κτίσμα όπου μένουν ανατολίτες ιερωμένοι ενός λίγο-πολύ άγνωστου θεού. Βοήθησαν και φιλοξένησαν τον Ευρυμέδοντα όταν είχε χαθεί στα απέραντα και δυσπρόσιτα όρη της βορειοανατολικής πλευράς. Σήμερα το πρωί ο Θεσσαλός μαζί με τον Οινοκράτη επισκέφτηκαν εσπευσμένα και πάλι αυτόν τον θρησκευτικό οίκο. Αν και σε μέρος δύσβατο και δυσπρόσιτο, εάν κανείς ξέρει τα μονοπάτια και τα περάσματα, δεν είναι πολύ μακριά από ‘δω. Τα κατάφεραν και επέστρεψαν έγκαιρα φέρνοντας την απάντηση στο αίτημα που μετέφεραν στους ιερείς: Να φιλοξενήσουν για ένα διάστημα έναν Έλληνα μελετητή, γνώστη του ρεύματος που η Ελλάδα ονομάζει ¨φιλοσοφία¨ -τους είχε μιλήσει γι αυτό ο Ευρυμέδοντας, αλλά δεν τους είναι εντελώς άγνωστο- ο  οποίος ενδιαφέρεται επίσης για τις μορφές που παίρνουν οι Θεοί στους διάφορους τόπους και για τις ποικίλες οργανώσεις που τους εκπροσωπούν. Εσένα. Η Απάντηση είναι καταφατική. Δέχονται!»

Νομίζω ότι είναι το καλύτερό μου επιχείρημα.

«Λοιπόν, εσύ δέχεσαι; »

«Όχι», μου απαντάει ευθέως. «Δεν προτίθεμαι να αποδράσω. Όχι από στενοκέφαλη προσωπική δήθεν αξιοπρέπεια. Αλλά επειδή είμαι σίγουρος πως η απόδραση ως γεγονός θα κάνει κακό στη διάδοση των ιδεών που πρεσβεύω. Σε κάθε περίπτωση περισσότερο από την αυτοκτονία. Ακόμη και αν την δυσφημίσουν».

Αρχίζει να συμμαζεύει τις σημειώσεις του για να μου τις παραδώσει. Παράλληλα μου κάνει νόημα ότι μπορώ να φωνάξω τον Οινοκράτη. Διστάζω.

Όμως, ξαφνικά εκείνη τη στιγμή, απ’ έξω φτάνουν ως τα εδώ ήχοι από κλαγγές όπλων και ανθρώπινα βογγητά.

GreekStudy

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο δωδέκατο: Πώς θα τον πάρουμε από ‘κει;

Posted by vnottas στο 2 Αύγουστος, 2018

Μέρος 8ο

Κεφάλαιο 12: Πώς θα τον πάρουμε από εκεί;

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

138.256

Είναι πολλά αυτά που δεν πρόλαβα να πω στο Πουλχερίδιον. Να του πω για παράδειγμα πως η έρευνα για την αναζήτηση της πατρικής μου ρίζας, για την οποία της είχα ήδη γράψει λίγα πράγματα, είχε κατά κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί και ότι ο υποφαινόμενος θαυμαστής και ερωτευμένος μαζί της Οινοκράτης, είναι πιθανότατα απόγονος ενός μεγάλου σοφού. Να της πω ότι αυτό το είχε μάθει όλη η καλή Αθήνα (στο κλεινόν Άστυ δεν φτουράνε τα μυστικά) και, προτού την εγκαταλείψουμε εσπευσμένα, οι Αθηναίοι έδιναν μάχη ποιος θα τον πρωτοπροσκαλέσει στον οίκο του, και ποιος θα τον πρωτοπεριποιηθεί.

Όμως τα σχέδιά μου να βρεθώ απόψε και πάλι κοντά της και να μπορέσω να της μιλήσω με άνεση, για αυτά και για άλλα πολλά, ανατράπηκαν. Ο Εύελπις επιστρέφοντας από την πρώτη συνάντησή του με τον Καλλισθένη, και αφού έκανε μια σύντομη επίσκεψη στη Θαΐδα, μας κάλεσε, όλη την συντροφιά του ταξιδιού, σε επείγουσα σύσκεψη.

Έτσι βρεθήκαμε καθισμένοι γύρω από ένα χιλιοχαραγμένο ξύλινο τραπέζι στην άκρη της χαμηλοτάβανης αίθουσας μιας ντόπιας ταβέρνας. Μέσα, το απογευματινό φως έφτανε λιγοστό, οι φανοί ήταν ήδη αναμμένοι, ενώ οι ήχοι από τις κουβέντες δεν έφταναν μακριά από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, καθώς ανακατεύονταν με τον υγρό αέρα φτιάχνοντας ένα ακαθόριστο βουητό,

Ήμασταν λοιπόν έξη: ο Εύελπις, εγώ, ο απαραίτητος πλέον Χοντρόης (που αν όχι άλλο τι, έχω βάσιμες ενδείξεις πως η παρουσία του μας φέρνει γούρι, ή εν πάση περιπτώσει πως μας δημιουργεί καλή διάθεση), ο γιγαντιαίος Κάνθαρος, ο εύστροφος Αυτιάς (έχω σχεδόν ξεχάσει ότι κανονικά τον λένε Σωσίβιο)  και, αφού πήρα πρώτα τη συναίνεση του προϊσταμένου μου, είχα προσκαλέσει και τον παλιό μας συνεργάτη και φίλο (δε ξέρω πώς, αλλά τελευταία μου είναι πιο συμπαθής από άλλοτε) τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό. Ο  Μεγαρέας χάρηκε που τον είδε και τον αγκάλιασε εγκάρδια.

Όλοι ήξεραν περίπου τι επιδιώκαμε, αλλά είχα θεωρήσει καλό να τους βάλω πρώτα να ορκιστούν -ας πούμε με τελετουργική σοβαρότητα- εχεμύθεια και αφοσίωση στην ομάδα.

c5188e0727de4bc5f6ed0bdfc454b451

Το δειλινό εκείνο, λοιπόν, στην βακτριανή ταβέρνα, ο Εύελπις μας ενημέρωσε διεξοδικά: Ο Καλλισθένης, προφανές θύμα μιας συνωμοσίας ανάλογης με εκείνες που άρχισαν τον τελευταίο καιρό να κατατρώγουν την εκστρατεία από τα μέσα, είναι, προς το παρόν, καλά στην υγεία του. Εκείνη που μοιάζει περιορισμένη είναι η γνωστή σε όλους μας αισιοδοξία που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε. Ίσως μετά τις ιστορίες του Παρμενίωνα και του Κλείτου να μην έχει εντελώς άδικο. Πάντως δεν σκέφτεται την περίπτωση της απόδρασης. Αντίθετα προτιμά να γίνει αυτόχειρας. Μάρτυρας μιας επαγγελλόμενης νέας εποχής. Της εποχής του Ανθρώπου. Ο Εύελπις είχε προσπαθήσει να τον εγκαρδιώσει. Να του πει πως ο Αριστοτέλης θα παρέμβει και ο Αλέξανδρος θα καταλάβει τι παιχνίδια παίζονται και θα αλλάξει συμπεριφορά και πολιτική. Αν αυτό δεν συμβεί, ο Εύελπις ανέλαβε τη μοιραία υποχρέωση. Να τον προμηθεύσει με ένα από τα ανώδυνα δηλητήρια που απ’ ό, τι λέγεται αφθονούν σ’ αυτά εδώ τα μέρη. Αλλά μόνον εάν δεν βρεθεί άλλη, εναλλακτική λύση. Γι αυτό ο Καλλισθένης θα πρέπει να περιμένει. Έστω λίγες, μια-δυο μέρες.

«Δέχτηκε;», ρωτήσαμε εναγωνίως εμείς.  

«Ευτυχώς ο Καλλισθένης, μπορεί μεν να είναι σκεπτικιστής όσον αφορά στην προσωπική του μοίρα, είναι όμως αισιόδοξος όσον αφορά τις ιδέες που προασπίζεται. Γι αυτό θέλει να τις καταγράψει. Και αυτό κάνει. Αυτές λοιπόν τις λίγες μέρες, τις χρειάζεται», μας απάντησε ο Μεγαρέας, ο δικός μου. Και συνέχισε: «Όμως όταν έφυγα από την φρουρά, πέρασα από το μέγαρο όπου έχει καταλύσει η Θαΐδα∙ απ’ ό, τι έμαθα εκεί, ο χρόνος που διαθέτουμε είναι όντως μετρημένος».

«Γιατί; Τι συμβαίνει;», ρώτησε ο Αυτιάς

«Ο Πτολεμαίος έστειλε μήνυμα στην Θαίδα, το οποίο έφτασε σήμερα. Δύο πράγματα από αυτά που γράφει μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα και η Θαίδα μου τα μετέφερε αυτολεξεί: Πρώτο. Η αναμενόμενη, δεύτερη Επιστολή του Αριστοτέλη προς τον Αλέξανδρο έφτασε. Και ο Βασιλιάς θύμωσε. Περίμενε ότι ο Δάσκαλος θα επιδοκίμαζε τις απόψεις και τις ενέργειές του, και πως θα τον συνέχαιρε γι αυτές. Έτσι θα του έδινε επιχειρήματα που θα ανέτρεπαν τις διαδόσεις ότι ο Αριστοτέλης τον αντιπολιτευόταν. Αντί όμως για επιδοκιμασία και επιβράβευση για τον Αλέξανδρο, ο Δάσκαλος υπερασπιζόταν και πάλι τον συγγενή του. Και έκανε μνεία σε κάποιες ιδέες, όχι άγνωστες, αλλά που τώρα φάνηκαν στον Βασιλιά συγκεχυμένες και άκαιρες. Ιδέες που για να γίνουν κατανοητές και επίκαιρες, ο αέρας θα πρέπει να πάψει να μυρίζει απ’ το αίμα και τον ιδρώτα των μαχών. Έτσι φαίνεται πως είπε ο Αλέξανδρος.

Το δεύτερο είναι πως η περιοδεία του βασιλιά στα σύνορα με τους Ινδούς τελειώνει. Αν όχι αύριο, από μεθαύριο το πολύ, θα πρέπει  να είναι πάλι εδώ. Και η υπόθεση ¨Καλλισθένης¨ θα λήξει. Πιθανότατα άσχημα.  Γι αυτό ό, τι κι αν κάνουμε, διαθέτουμε μόνο την αυριανή μέρα για προετοιμασία και την αυριανή νύχτα για εκτέλεση».

Ύστερα ο Εύελπις μας ζήτησε να πούμε, κατά τη γνώμη του ο καθένας, πώς θα μπορούσαμε να συμβάλουμε στην απελευθέρωση του Καλλισθένη.

Ο Αυτιάς πήρε το λόγο πρώτος και είπε πως, από ό, τι φρόντισε ήδη να μάθει, ο δήθεν ζόρικος επικεφαλής της φρουράς είναι ένα τύπος που εξαγοράζεται και μάλιστα χωρίς δυσκολίες. Αυτό τουλάχιστον κυκλοφορεί ανάμεσα στους συνακολουθούντες καθώς κι ανάμεσα στον ¨υπόκοσμο¨ της εκστρατείας. Θα μπορούσε, είπε, να διαπραγματευτεί μαζί του ο ίδιος, έτσι ώστε να μην υπάρξουν συγκρούσεις κατά την απόδραση.

«Και να υπάρξουν», συμπλήρωσε ο Κάνθαρος, φουσκώνοντας το στήθος και τους μύες του, «νομίζω ότι εμείς οι έξι, μπορούμε άνετα να τα βγάλουμε πέρα με καμιά δωδεκαριά φρουρούς. Οι δεσμοφύλακες δεν είναι δα οι επίλεκτοι της στρατιάς. Εγώ αναλαμβάνω τους μισούς!»

«Θέλω να σας πω», είπε ο Ευρυμέδοντας «ότι γνωρίζω καλά τα Βάκτρα καθώς και τις γύρω περιοχές. Ξέρω μάλιστα και κάποια σημεία-καταλύματα όπου θα μπορούσε να καταφύγει ο Ολύνθιος μέχρις ότου τον φυγαδέψουμε σε ασφαλέστερο, πιο απομακρυσμένο μέρος. Αρκεί να δεχτεί να αποδράσει».

«Εάν δεν δεχτεί, και εάν κατάλαβα καλά», είπα εγώ «θα πρέπει ή να του προμηθεύσουμε  το δηλητήριο που ζήτησε ή να τον πάρουμε μαζί μας χωρίς τη θέλησή του».

«Ναι. Έτσι είναι Οινοκράτη. Νομίζεις ότι μπορείς να βρεις ένα τέτοιο φαρμάκι;» είπε ο ευσυνείδητος Εύελπις που ήθελε να τηρήσει, όσο γίνεται, την υπόσχεσή του.

«Θα ψάξω. Μη ξεχνάς όμως ότι έχουμε ακόμη  εκείνο το πολύ δραστικό οξύ που μας φόρτωσαν οι Άλλοι. Αν δρα τόσο ακαριαία όσο φημολογείται, όποιος το πάρει μάλλον δεν θα προλάβει να υποφέρει καθόλου πριν αποδημήσει οριστικά. Επίσης θέλω να πω πως διαθέτω και μια άλλη πόσιμη ουσία -την ξέρεις Εύελπι- που επιφέρει βαθύ ύπνο, όχι βέβαια αμέσως, αλλά δε θέλει και πολύ,. Ίσως μας χρειαστεί αν αποφασίσουμε να τον πάρουμε μαζί μας εκόντα ή άκοντα».

Ο Εύελπις έγνεψε καταφατικά. Μετά τα μάτια στράφηκαν προς τον Χοντρόη, χωρίς βέβαια να περιμένουν πολλά πράγματα, ο οποίος, όμως, δήλωσε με αναδιπλασιασμένη γενναιότητα: 

«Οπ οπ όπερ θέλει εμοί διαταχθεί, πράξω!»

e89f1-makedoniki-falagga

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο ενδέκατο: Όπου ο Εύελπις ξανασυναντά τον Καλλισθένη.

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2018

Μέρος 8ο

Κεφάλαιο 11ο: Ο Εύελπις συναντά τον Καλλισθένη

(αφηγείται ο Εύελπις)

imagesα (6)

Ο Αλέξανδρος αυτή την περίοδο δεν βρίσκεται στα Βάκτρα. Μαζί με τον Ηφαιστίωνα, τον Περδίκα, τον Πτολεμαίο και άλλους ηγετικούς εταίρους περιοδεύει στο ανατολικό τμήμα της πρόσφατα κατακτημένης περιοχής, επαληθεύοντας προσωπικά όσα οι υπηρεσίες έχουν ήδη επισημάνει και υποβάλει στην προσοχή του. Ενόψει της εξόρμησης προς τα ινδικά βασίλεια, εξετάζει τα ποτάμια που πρέπει να γεφυρωθούν, τις χαράδρες που ίσως χρειαστεί να μπαζωθούν, τα σημεία όπου οι συγκρούσεις θα πρέπει να αποφευχθούν και εκείνα που, αντίθετα, είναι κατάλληλα για τη διεξαγωγή νικητήριας μάχης.

Απ’ ό, τι μου λέει ο Ευμένης, ένας τόπος που κρίθηκε καίριος για την επιτυχία της εξόρμησης προς την Ινδία έχει ήδη εντοπιστεί. Είναι ένα καλά οχυρωμένο οροπέδιο σε ύψος πάνω από 11 στάδια, αύταρκες σε νερό και με καλλιεργήσιμο έδαφος. Λέγεται ότι ούτε όρνις[1] δεν πετάει πάνω απ’ το δυσπρόσιτο αυτό μέρος και έτσι εμείς το αποκαλέσαμε Άορνο Πέτρα, ενώ οι Ινδοί το ονομάζουν Αβάρνα που στη γλώσσα τους σημαίνει ¨φρούριο¨. Αυτός θα είναι -πιθανότατα- ο αμέσως προσεχής στόχος της στρατιάς.

Ευτυχώς ο Ευμένης έχει παραμείνει εδώ, στα Βάκτρα και έτσι χάρη στη μεγάλη επιρροή που ασκεί σε όλες τις υπηρεσίες και το ευμενές κλίμα που υπάρχει για τον Καλλισθένη ανάμεσα στους στρατηγούς, κατάφερα και είδα τον προϊστάμενό μου δύο φορές. Εδώ παρακάτω περιγράφω την πρώτη συνάντηση μαζί του.

.images (11)

Το κτίσμα όπου τον κρατούν είναι ένα επιταγμένο παλιό κτίριο κοντά στα  βόρεια  τείχη∙ εκεί τώρα στεγάζεται ένα τμήμα της φρουράς της πόλης. Δείχνω στον στρυφνό υπαξιωματικό που επιτηρεί τον χώρο την γραπτή άδεια που μου έχει εξασφαλίσει ο Καρδιανός και εκείνος με οδηγεί με καταφανή δυσαρέσκεια -προφανώς είναι ένας από τους στρατιωτικούς που αντιπαθούν τους λόγιους- προς τον μικρό χώρο όπου έχουν περιορίσει τον Καλλισθένη.

Εκτός από το  κρεβάτι εκστρατείας, βλέπω ένα τραπέζι πάνω στο οποίο βρίσκονται εργαλεία γραφής, δύο καθίσματα και ένα έπιπλο με ράφια και παπύρους. Αυτό είναι καλό σημάδι, σκέφτομαι. Του επιτρέπουν να διαβάζει και να γράφει.

Εκείνος βρίσκεται στην άλλη άκρη του χώρου και μου έχει γυρισμένη την πλάτη. «Βλέπω ότι δεν άκουσες τη συμβουλή μου», λέει χωρίς να γυρίσει προς το μέρος μου.

«Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς…» απαντώ ψιθυριστά, καθώς, συγκινημένος όπως είμαι, δεν μπορώ να ελέγξω τη φωνή μου.

Γυρίζει προς το μέρος μου ανοίγοντας τα χέρια. Σπεύδω να τον αγκαλιάσω.

Μου χτυπάει προστατευτικά την πλάτη και κάνει ένα βήμα πίσω για να με δει καλύτερα.

«Εντάξει» λέει. «Μεγαλώνουμε και ωριμάζουμε».

Τον κοιτάζω. Προσεκτικότερα τώρα. Οι λίγες άσπρες τρίχες που είχε ήδη στα μαλλιά και στο γένι του  έχουν πολλαπλασιαστεί. Εάν το πρόσωπό του, σε αντίθεση με την συνηθισμένη ήρεμη έκφραση, δεν ήταν κάπως τεντωμένο, δε θα έβρισκα άλλες αξιοσημείωτες διαφορές. Εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον.

Καθόμαστε αντικριστά  στο τραπέζι. Σκυφτοί ο ένας προς τον άλλο, μιλάμε σιγανά γιατί δε ξέρουμε αν ο στρυφνός έχει στήσει αυτί έξω από το παραπέτασμα του δωματίου.

«Οι πληγές σου γιατρεύτηκαν εντελώς; Πονάς ακόμη; Τα γράμματά μου τα έλαβες;»

Χαμογελάει. «Ένα-ένα νεαρέ Μεγαρέα. Η σωματική μου υγεία αποκαταστάθηκε. Ό, τι μου λάχει να αντιμετωπίσω στο άμεσο μέλλον, θα το αντιμετωπίσω υγιής. Μην ανησυχείς λοιπόν. Όσο για τα γράμματά σου, τα έλαβα. Τις γραμμές επικοινωνίας τις έχουμε στήσει καλά και ήταν για μένα ανοιχτές μέχρι την τελευταία στιγμή. Δηλαδή μέχρι τη σύλληψή μου. Για να σου απαντήσω όμως, θα έπρεπε να κάνω πρώτα τις απαραίτητες επαληθεύσεις. Δεν πρόλαβα.

Μου έγραφες ότι προσπαθούν να ενοχοποιήσουν τον Αριστοτέλη. Το γεγονός δεν με εξέπληξε. Για κάποιο λόγο που δεν κατανοώ πλήρως, οι Άλλοι τον θεωρούν αποφασιστικό παράγοντα επιρροής πάνω στον Αλέξανδρο, αλλά και στενά συνδεμένο με την αθηναϊκή πολιτική. Επομένως άκρως επικίνδυνο για τα παγκόσμια αυτοκρατορικά τους σχέδια. Ίσως να φταίει η επιστολή που είχε στείλει ο Βασιλέας προς τους Αθηναίους κατά την έναρξη της εξόρμησης. Εκείνη όπου τους συνιστούσε να εξακολουθήσουν να ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις στον ελλαδικό χώρο, γιατί αν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του συνέβαινε κάτι δυσάρεστο, θα ήσαν οι Αθηναίοι αυτοί που θα έπρεπε να αναλάβουν την ηγεσία των Ελλήνων[2]».

«Δεν νομίζω πως ο Αριστοτέλης ταυτίζεται με την αθηναϊκή πολιτική», παρατήρησα εγώ. «Κάθε άλλο. Όπως σου έγραφα μάλιστα, τον τελευταίο καιρό είναι πάλι στα πάνω του ο Δημοσθένης και ο Δάσκαλος ανησυχεί για το Λύκειο. Η γνώμη μου είναι πως τον Σταγειρίτη τον ενδιαφέρει, βέβαια, το ασυνήθιστο πολίτευμά των Αθηναίων, αν και το θεωρεί ανέφικτο για μεγάλους πληθυσμούς και αχανείς εκτάσεις. Θεωρεί ότι οι Πέρσες, ας πούμε, θα δυσκολεύονταν πολύ αν μια μέρα υποχρεώνονταν να καλέσουν σε συνέλευση τους πολυάριθμους και διασπαρμένους υπηκόους τους προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού οτιδήποτε!

Πάντως, θεωρεί ότι εκείνο που διακρίνει και ευνοεί εμάς τους Έλληνες είναι η ικανότητά μας να αναζητούμε ¨νομοθέτες¨ και να ψάχνουμε κάθε φορά νέους τρόπους οργάνωσης και διοίκησης, όταν οι παλιοί δεν καταφέρνουν να επιλύσουν τα προβλήματα. Ο ίδιος μελετάει ένα πλήθος πολιτευμάτων αναζητώντας τα καλύτερα για την κατάσταση που διαμορφώνεται στον Ελληνισμό σήμερα. Και αυτό για να συμβάλει στη διαμόρφωση των νέων πολιτικών, όπως εμείς του ζητήσαμε».

 «Έλαβα μια εκτενή επιστολή του», λέει ο Καλλισθένης. «Με πληροφορεί πως στέλνει και μία στον Αλέξανδρο. Το γράμμα του πάντως αφορά στην περίοδο της ¨δυσμένειας¨ και όχι στη σύλληψή μου για την υπόθεση των ¨παίδων¨».

«Έμαθα από την Θαΐδα ότι η επιστολή αυτή ελήφθη και ότι ο Αλέξανδρος έχει ήδη απαντήσει εξιστορώντας τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα, όπου συμπεριλαμβάνει και την απόπειρα δολοφονίας του από τους νεαρούς ακόλουθους. Τώρα περιμένει την απάντηση του Αριστοτέλη».

«Φοβάμαι ότι το κακό που ήταν να γίνει, έγινε, αγαπητέ μου Μεγαρέα. Δεν μένουν πολλά να ειπωθούν. Ούτε καν από τον μέγιστο Αριστοτέλη. Γιατί η σύλληψή μου, έχει σχετικά μικρή σημασία.  Αποτελεί ίσως μόνο μια ακόμη ένδειξη ότι κάτι ευρύτερο και σημαντικότερο μας διαφεύγει.

Γιατί, βλέπεις, δεν προλάβαμε να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες των όσων συμβαίνουν, έτσι ώστε να μπορέσουμε να επηρεάσουμε αποφασιστικά και δημιουργικά τις μελλοντικές εξελίξεις. Αυτό δεν είναι, άραγε, το καθήκον μας ως σκεπτόμενων ανθρώπων μέσα σε μια πολεμική αναστάτωση που απ’ τη φύση της είναι θυμική και δυσκολεύει την ορθή σκέψη;

Αλλά, ακόμη και  εάν διαισθανθήκαμε τις αφανείς κινητήριες δυνάμεις, έκθαμβοι μπροστά την επιτυχία των αλλεπάλληλων μαχών, σίγουρα δεν καταφέραμε να ενσωματώσουμε τις δυνάμεις αυτές σε ένα πρόγραμμα συγκεκριμένων παρεμβάσεων. Έτσι δώσαμε χώρο και περιθώρια ελιγμών σε εκείνους που βλέπουν τα πράγματα με μόνο κριτήριο τα άμεσα και ιδιοτελή κέρδη».

«Δάσκαλε», του είπα -ξέρω πως του αρέσει να τον αποκαλώ Δάσκαλο- «δεν χάθηκαν όλα. Όχι ακόμη. Εσύ είσαι ζωντανός και εγώ είμαι σίγουρος πως θα καταφέρουμε να εξομαλύνουμε την κατάσταση. Ο Αλέξανδρος σίγουρα θα αλλάξει άποψη. Η αναμενόμενη επιστολή του Αριστοτέλη θα συμβάλει σ’ αυτό. Πρέπει μονάχα να κερδίσουμε λίγο χρόνο».

Μισό χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη του. Θα έλεγα αυτοσαρκαστικό. Μετά προσπαθεί να ανασκοπήσει τα γεγονότα.


image002(2763)

«…Με κατηγορούν ότι θέλησα να τον δολοφονήσω. Εάν διάβαζαν προσεκτικότερα τα κείμενά μου θα ήξεραν ότι κατά βάθος τον θαυμάζω. Ίσως περισσότερο από ό, τι θα έπρεπε. Αλλά εάν για το καλό της εκστρατείας χρειάστηκε να καταγράφω στις ¨βασιλικές εφημερίδες¨  την πιο αισιόδοξη, -έστω, την πιο ωραιοποιημένη εκδοχή- ήταν εξ ίσου αναγκαίο, όταν μιλούσα απευθείας μαζί του να είμαι ωμά ειλικρινής.  Να του λέω ότι η ιδέα της ¨θεοποίησης¨ απομακρύνει από κοντά του  εκείνους που τον λατρεύουν, όχι επειδή τον θεωρούν γιο του Άμμωνα, αλλά επειδή μάχεται δίπλα τους, επειδή πληγώνεται μαζί τους, επειδή είναι άξιος να τους οδηγεί σε νίκες, επειδή γιορτάζει και χαίρεται με τον ίδιο τρόπο με τον καθένα από τους οπλίτες. Να του λέω ότι η ιδέα της ενοποίησης των λαών είναι μια καλή ιδέα, αρκεί να γίνεται ανάμεσα σε ανθρώπους  που φιλοδοξούν να είναι ελεύθεροι και αξιοπρεπείς και όχι δουλικοί απέναντι σε οποιονδήποτε. Να του λέω επίσης ότι αυτοί που τον ακολουθούν, από την Ελλάδα ίσαμε εδώ, δεν είναι ανεξάντλητα δαιμόνια αλλά ανθρώπινα όντα που κουράζονται και που νοσταλγούν την πατρίδα. Να του λέω -και έχω τύψεις που δεν του το είπα εγκαίρως και με αρκετή ένταση- ότι τους πιστούς στρατηγούς σαν τον Παρμενίωνα και τον Κλείτο τους κρατάς δίπλα σου και δεν τους θυσιάζεις για χάρη κανενός κόλακα. Αλλιώς το  μετανιώνεις. Όπως ξέρω ότι μετάνιωσε.

Αυτά τα απλά πράγματα θα ήθελα να τα καταλαβαίνει ο Αλέξανδρος, χωρίς να χρειαστεί η παρέμβαση κανενός. Ούτε του Αριστοτέλη.

Αλλά, πέρα από αυτά, υπάρχουν και τα άλλα. Εκείνα που εμείς Εύελπι, έχουμε πολλές φορές συζητήσει: Αυτή εδώ δεν είναι μια οποιαδήποτε στρατιωτική εξόρμηση.  Είναι γέννημα των βαθιών διεργασιών που έγιναν στον ελληνικό χώρο τους τελευταίους αιώνες. Των διδαγμάτων από εξελίξεις θετικές και από εμπειρίες αρνητικές».

Για μια στιγμή ο Καλλισθένης αποκτά και πάλι την ακτινοβολία που γνωρίζω και θαυμάζω.

 «Γιατί μόνον σε εμάς ο κάτοικος της πόλης έγινε ¨πολίτης¨. Γιατί μόνον εμείς αναγνωρίσαμε στον πολίτη το δικαίωμα να θέλει να είναι ευτυχής. Γιατί εμείς διαπιστώσαμε, πιο μπροστά από οποιονδήποτε άλλο, ότι η γνώση παράγει θετικούς νεοτερισμούς μόνον όταν κοινοποιείται και όχι όταν κρύβεται ιδιοτελώς.  Αυτά και άλλα συνέβαιναν ενώ η σπάθα της Ασιατικής Αυτοκρατορίας -διαρκής απειλή- δεν έπαψε να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας. Και ενώ παράλληλα, για δεκαετίες, καταναλώναμε την ικμάδα και την ενέργειά μας σε εμφύλιες διενέξεις και πολέμους που άλλοτε ήταν το αποτέλεσμα του στραβού μας κεφαλιού και άλλοτε της διαιρετικής πολιτικής που εφάρμοσε πάνω μας η Αυτοκρατορία.

Και τώρα, τώρα που επιτέλους, πρώτη ίσως φορά  μετά τα ομηρικά έπη -ίσως και τελευταία- ξεκινήσαμε όλοι μαζί και με επικεφαλής τον γιο του Φίλιππου διαλύουμε την Αυτοκρατορία, τώρα θα πρέπει να βοηθήσουμε έτσι ώστε αυτές οι Αρχές -για την πανανθρώπινη ωφέλεια των οποίων είμαστε πια σίγουροι- να εξαπλωθούν και όσα υπήρξαν αιτίες ολέθρων και συμφορών, να εξαφανιστούν».

Ο Καλλισθένης συννέφιασε πάλι.

«Κι όμως υπάρχουν και εκείνοι που, σε αυτά που συμβαίνουν δεν βλέπουν άλλο παρά μια αφορμή γρήγορου πλουτισμού. Και ο εγκλεισμός μου αποδεικνύει ότι αυτοί οι άλλοι, έχουν πια το πάνω χέρι. Και ότι εμείς, από ιστορική άποψη υπήρξαμε πρόωροι! Πρώιμοι αν προτιμάς. Και πως η Ιστορία θα πρέπει να κάνει ακόμη πολλή υπομονή, προκειμένου να μιλήσει για την εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, για τη δύναμη της γνώσης, για το δικαίωμα όλων στην ευτυχία.

Ας είναι. Οι νέες ιδέες φαίνεται πως έχουν χρεία ομολογητών και μαρτύρων. Είχα το χρόνο να το σκεφτώ Εύελπι και ξέρεις που κατέληξα; Ότι δεν έχω αντίρρηση να ¨ομολογήσω¨.

Όχι, όχι βέβαια την ανύπαρκτη συμμετοχή μου σε απόπειρα δολοφονίας του Αλέξανδρου, αλλά φανερά και ξάστερα όλα εκείνα στα οποία πιστεύω για την εκστρατεία και για τον νέο κόσμο που θα πρέπει να προκύψει απ’ αυτήν.  Γι αυτό, έστω έγκλειστος,  -χάρη και στον Ευμένη που μου παρέχει τη δυνατότητα και το υλικό- έχω αρχίσει να καταγράφω τις απόψεις που έχουμε συχνά συζητήσει. Θέλω να εξακολουθήσουν να υπάρχουν διατυπωμένες ρητά.

Γιατί η διαμάχη θα συνεχιστεί και θέλω τα όσα εμείς υποστηρίξαμε, τα οποία δεν έχουν τίποτα να κάνουν με συνωμοσίες και ύπουλες ενέργειες, αλλά μοναχά με καλοπροαίρετες ελπίδες,  να είναι καταγραμμένα με σαφήνεια. Διότι, Εύελπι, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με τις κάπως απλοϊκές απόψεις των αυτοκρατορικών. Μαζί τους ταυτίστηκαν  και τους τροφοδοτούν με είδωλα επιχειρημάτων, τα υπόλοιπα των παλιών σοφιστών, οι οποίοι ανέκαθεν αρνήθηκαν την πραγματικότητα -κυρίως όταν δεν τους βόλευε-. Αυτοί, πολύ πιο επικίνδυνοι από τους αυτοκρατορικούς, επικαλούνται έναν επιφανειακά χρησιμοθηρικό ¨ηθικό σχετικισμό¨ και δεν έχεις από πού να τους πιάσεις.  

Ελπίζω να μπορέσω να εκφραστώ με ακρίβεια και προπαντός εύχομαι να προλάβω. Τα βασικά τα έχω ήδη καταγράψει. Μένει να κάνω μνεία σε μερικές συνεπαγόμενες ιδέες και σε ορισμένες προεκτάσεις που αφορούν στο μέλλον. Ύστερα θα μπορέσω να αποχωρήσω χωρίς απελπισία». 

images (11)

Διαφωνούσα. Είχα ήδη σηκώσει το χέρι μου για να τον διακόψω. Μου έκανε νόημα ότι ήθελε να ολοκληρώσει. Είχε να μου ζητήσει κάτι: «Ξέρω πως ήρθες για να βοηθήσεις. Ξέρω ότι αυτό είναι επικίνδυνο. Δεν ήθελα να υποστείς ούτε τους κινδύνους ούτε τις απογοητεύσεις αυτού του ταξιδιού. Αφού όμως ήρθες θα σου ζητήσω δύο πράγματα:  

Το πρώτο αφορά αυτές ακριβώς τις γραφές. Αυτήν τη σύνοψη που συντάσσω τώρα. Προφύλαξέ τες. Φτιάξε τουλάχιστον δύο αντίγραφα. Το ένα για σένα. Το άλλο φρόντισε να φτάσει στον Αριστοτέλη και τους δικούς του. ¨Περιπατητικούς¨ δε μου έγραψες πως τους αποκαλούν τώρα στην Αθήνα; Σ’ αυτούς. Θα καταλάβουν εύκολα για ποια πράγματα μιλάω και τι λέω γι αυτά. Θα σου δώσω και ένα γραπτό μήνυμα  προσωπικά για τον Αριστοτέλη. Θα του λέω πως αυτή είναι η στερνή συμβολή μου. Και πως λυπάμαι που δεν την εκθέτω με ευθύ προφορικό λόγο. Εκείνο που θέλω να ελπίζω είναι πως ¨η σκυτάλη¨ θα φτάσει πίσω σε αυτούς. Και ότι θα βοηθήσει, όταν οι καιροί θα είναι πρόσφοροι… ή ότι θα συμβάλει στην δημιουργία πρόσφορων καιρών.

 Το δεύτερο αίτημά μου θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να το καταλάβεις. Δεν είναι ένδειξη ούτε ξαφνικής παραφροσύνης ούτε επώδυνου πανικού. Και έχει ένδοξα προηγούμενα. Πείθομαι κάθε μέρα και περισσότερο ότι δεν υπάρχουν άλλες αποδεκτές λύσεις. Ήρθε ο καιρός να φεύγω, Εύελπι. Όχι επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, ούτε γιατί με διώχνουνε, αλλά γιατί κρίνω πως έτσι είναι το πιο σωστό.

Όχι αγαπημένε μου συνεργάτη. Δεν μιλάω για την απόδραση που σίγουρα σχεδιάζεις. Δε θέλω η ανάμνησή μου να ταυτιστεί με κάποιον που το βάζει στα πόδια Δε μιλάω ούτε για την ατιμωτική θανάτωση που επιδιώκουν οι Άλλοι. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής -και μαζί σου μπορώ να είμαι- δεν θέλω ο Αλέξανδρος να χρεωθεί και τον δικό μου θάνατο. Μιλάω για την οικειοθελή αποχώρηση με την οποία θέλω να υπογράψω τα κείμενα που τώρα συγγράφω. Κι επειδή θέλω να φύγω όχι ως ήρωας αλλά, σίγουρα, ως λάτρης του ορθού λόγου, εκείνο που επιθυμώ από σένα είναι ένα γρήγορο και κατά συνέπεια όχι πολύ επώδυνο δηλητήριο. Όχι κώνειο, αν και η έμμεση αναφορά στον αείμνηστο Σωκράτη θα ήταν τιμητική για μένα. Το κώνειο, απ’ ότι  μου έχουν πει, είναι αρκετά επώδυνο. Εδώ στην ανατολή ασφαλώς θα βρεις κάτι καλύτερο…»

.krit4

Από ένα σημείο και μετά έχω πάψει να τον παρακολουθώ. Τα λόγια του, με το που τα συνειδητοποιώ, με συγκλονίζουν. Η αυτοκτονία του δεν είναι μια εξέλιξη που θα μπορούσα ποτέ να διανοηθώ. Δεν έχω ετοιμάσει επιχειρηματολογία εναντίον της. Ξέρω πως η αγάπη για τη ζωή είναι βασικό συστατικό των γενικότερων απόψεων του Καλλισθένη. Είμαι σίγουρος πως παρά τις απανωτές απογοητεύσεις ο προϊστάμενος μου δεν αγαπά τον θάνατο. Ούτε εγώ. Και έχει δίκιο: πρόθεσή μου είναι πλέον το να οργανώσω την απόδρασή του. Σε κάθε περίπτωση, να την έχω έτοιμη και να την υλοποιήσουμε εάν δούμε ότι η -χωρίς δίκη- ¨καταδίκη¨ του είναι αναπόφευκτη. Είχα σκεφτεί πως, πριν προχωρήσω, χρειάζομαι τη συγκατάθεσή του. Όμως τώρα βλέπω ότι εκείνος έχει καταλήξει σε άλλες ¨λύσεις¨.

«Το πρώτο σου αίτημα -δε χωράει καμία συζήτηση- θα το πραγματοποιήσω οπωσδήποτε και με χαρά» του απαντώ. «Η χαρά μου πάντως θα είναι μεγαλύτερη αν καταφέρουμε να επιστρέψουμε στην Αθήνα μαζί. Όσο για το δεύτερο, επίτρεψέ μου, πριν σου υποσχεθώ οτιδήποτε, να σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη: Δώσε μου λίγο χρόνο… λίγες μόνο μέρες, για να αναζητήσω μια εναλλακτική λύση. Εάν δεν τα καταφέρω θα είμαι πάλι εδώ με ένα αγγείο που θα περιέχει  αυτό που μου ζήτησες. Μέχρι τότε το μόνο που σου ζητώ είναι το να κρατηθείς γερός και -αν αυτό είναι εφικτό- αισιόδοξος».

Δε μπορώ να πω πόσο πικρό είναι, πάντως στα χείλη του σχηματίζεται ένα χαμόγελο. 

Όμως δεν προλαβαίνει να πει κάτι, γιατί από το διάδρομο ακούγεται μια όλο και πιο έντονη μουρμούρα, έως ότου στην πόρτα του δωματίου εμφανίζεται πάλι ο στρυφνός υπαξιωματικός, ο οποίος προσπαθεί τώρα να πουλήσει ειρωνεία: «Όλοι το ξέρουν πως οι λόγιοι είναι λογάδες, αλλά εσείς οι δύο το παρακάνατε». Δείχνει εμένα: «Εσύ να του δίνεις, και ο άλλος να κουρνιάσει στη γωνία του. Ξεπεράσατε τα όρια». Γυρνάει προς τον Καλλισθένη. «Εσύ, δε βλέπω να παίρνεις άλλη άδεια για επισκέψεις».

Οργίζομαι. Έχω πει ότι καλό είναι η παρουσία μου στα Βάκτρα να είναι διακριτική και να μην πηγαίνω γυρεύοντας. Παρά ταύτα ο θρασύς υπαξιωματικός μου τη δίνει. Τραβάω από το θυλάκιο το περιβραχιόνιο που σηματοδοτεί την ιδιότητα μου ως ανώτερο στέλεχος των υπηρεσιών και το κολλάω στο χοντροκομμένο του πρόσωπο. «Προσοχή!» του κραυγάζω. Αυτομάτως στήνεται μπροστά μου  ως όρθιος αυλός. «Εάν δε θέλεις να σε στείλω αυθωρί στον ποταμό Ώξο, για να δεις πως τοξεύουν οι Σκύθες, πρόσεχε τον τρόπο που μιλάς και σε ποιον σηκώνεις τον τόνο της φωνής σου». Αλλάζει διάφορα χρώματα. «Εξαφανίσου», του λέω και όντως εξαφανίζεται πριν ολοκληρώσω τη φράση.

Ο Καλλισθένης χαμογελάει ξανά∙ αυθόρμητα αυτήν τη φορά.

«Και τώρα που είπαμε τα αμέσου ενδιαφέροντος» λέει -και στη φωνή του υπάρχουν ίχνη μιας παράξενης ευθυμίας- «για πες μου λίγο περισσότερα για τα υπόλοιπα: Πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα, ποια είναι η κατάσταση στην Αθήνα μετά την περίφημη δίκη, τι λέγεται εκεί για τον Αλέξανδρο και για την εκστρατεία και τι για τον Αντίπατρο και την Ολυμπιάδα; Πως πήγε το ταξίδι σου προς και από την Αθήνα;»

Έχω, προς στιγμήν την εντύπωση ότι επέστρεψε ο παλιός ωραίος  Καλλισθένης.

«Θα σου τα πω όλα»,  λέω και κάθομαι ξανά στον κλισμό μπροστά στο τραπέζι.

…….

[1] Όρνις: Πτηνό, πουλί.

[2] Η σχετική πρόθεση του Αλέξανδρου αναφέρεται από τον Πλούταρχο:  Αθηναίοις δε διηλλάγη, (…)   Αλλ᾽ εἴτε μεστὸς ὢν ἤδη τὸν θυμὸν ὥσπερ οἱ λέοντες, εἴτ᾽ ἐπιεικὲς ἔργον ὠμοτάτω και σκυθρωποτάτω παραβαλειν βουλόμενος, ου μόνον αφήκεν αιτίας πάσης, αλλά και προσέχειν εκέλευσε τοις πράγμασι τον νουν την πόλιν, ως ει τι συμβαίη περί αυτόν, άρξουσαν της Ελλάδος. ¨Πλουτάρχου Αλέξανδρος¨ [13.1-13.2]

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄Κεφάλαιο δέκατο: Εξομολογήσεις

Posted by vnottas στο 13 Ιουλίου, 2018

Μέρος 8ο Κεφάλαιο δέκατο: Ο Οινοκράτης, ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον. Εξομολογήσεις.

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

αρχείο λήψης

Μαζί με όλη τη συντροφιά του ταξιδιού, πλην του Εύελπι, πάω για άλογα. Ο προϊστάμενός μου είπε ότι ο Άρχοντας Ευμένης έχει ειδοποιήσει επειγόντως το κεντρικό ιπποφορβείο της στρατιάς (λίγο έξω από την πόλη, εκεί όπου σταβλίζονται τα καλύτερα  δημόσια άλογα) να μου παραδώσουν, χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις και δίχως τη συνηθισμένη διοικητική περιέργεια, ό, τι ζητήσω σε ίππους και ιπποσκευές.  Αρκεί να πω πως έρχομαι εκ μέρους του.

Τους παραδίδω λοιπόν τα ξεθεωμένα άτια που χρησιμοποιήσαμε στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής ως τα Βάκτρα και τους ζητάω: το καλύτερο άλογο που διαθέτουν για τον προϊστάμενό μου, δύο γοργά και υπάκουα για εμένα και τον Αυτιά, που μάλλον θα τρέξουμε πολύ τις επόμενες μέρες και έναν ιδιαίτερα εύσωμο ίππο σε θέση να σηκώσει αδιαμαρτύρητα τον σχεδόν γιγαντιαίο Κάνθαρο. Είπα να κάνω λίγη πλάκα στον φίλο μου, τον Χοντρόη, και φώναξα να μου φέρουν και έναν ευτραφή ονίσκο, αλλά μόλις είδα τα μάτια του να στρογγυλεύουν ακόμη περισσότερο του συνήθους από έκπληξη και απογοήτευση, έκοψα τα αστεία και του παράγγειλα μια εξαιρετική φορβαδίτσα που, μόλις την είδε όχι μόνο συνήλθε αμέσως, αλλά και -θα έλεγα- χλιμίντρησε από τη χαρά του σε άπταιστη ιπ-ιπ- ιπ-ποελληνική.

Καβαλικεύουμε και κατευθυνόμαστε προς την έξοδο του ιπποφορβείου και από εκεί πίσω προς το κέντρο των Βάκτρων. Δεν ξέρω πώς είναι αυτή η πόλη όταν ζει καιρούς ήρεμους και περιστάσεις ομαλές, όμως σήμερα πρέπει να έχει μάλλον ασυνήθιστη όψη. Στρατεύματα. Παντού. Όχι μόνο τα δικά μας, αλλά και άλλα, προερχόμενα από διάφορα σημεία των κατακτημένων περιοχών που καταφτάνουν για να ενισχύσουν την νέα εξόρμηση. Με περίεργες εξωτικές στολές, με αλλιώτικο οπλισμό, ακόμη και με διαφορετικό βηματισμό, διασταυρώνονται ανταλλάσσοντας τους τελετουργικούς χαιρετισμούς αναγνώρισης που μόλις αποστήθισαν. Ανάμεσά τους καλπάζουν οι παντός είδους αγγελιοφόροι και περιφέρονται οι γηγενείς κάτοικοι παρατηρώντας με δικαιολογημένο ενδιαφέρον τις μετακινήσεις. Οι ντόπιοι, ανταλλάσσουν χαμηλόφωνα εικασίες για το τι μπορεί τελικά να προκύψει από όλη αυτή την αναμπουμπούλα.

Σε μια πλατεία βλέπω Έλληνες στρατιώτες καθισμένους περιμετρικά να παρακολουθούν έναν αξιωματικό που τους δείχνει και τους περιγράφει ένα τεράστιο άλλα μάλλον ήρεμο κτήνος που στέκεται υπομονετικά εκεί δίπλα επιβλεπόμενο από μια ομάδα ιθαγενών: Ένας ελέφαντας. Πλησιάζουμε για να δούμε καλύτερα το περίφημο ζώο-όπλο των Ινδών. Μεγαλύτερος και πιο υπάκουος από εκείνους που είχαμε ήδη συναντήσει στην Αίγυπτο, λέγεται πως έτσι και κατευθυνθούμε προς την Ινδία, θα έχουμε να κάνουμε μαζί του. Λέγεται επίσης ότι ο Ελέφαντας είναι θεός -τουλάχιστον για τους Ινδούς.

Θεός ή μη έχει τα αδύναμα σημεία του και αυτά προσπαθεί να περιγράψει ο έμπειρος αξιωματικός στους στρατιώτες. Αυτή τη στιγμή έχει διατάξει δύο οπλίτες να συγκρούουν τις ασπίδες τους προκαλώντας ηχηρό σαματά. Το ζώο τρομάζει, αναπηδάει και οι ανατολίτες που το  επιβλέπουν κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο.

Ο αξιωματικός δίνει αμέσως εντολή  στους ασπιδοφόρους να σταματήσουν τη φασαρία. Το ζώο ηρεμεί. Το ακροατήριο καλμάρει επίσης και ακούγονται κάποια σχόλια που προξενούν γέλια.

ξκλ

Λέω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε την πορεία μας και οι φίλοι μου συγκατανεύουν και με ακολουθούν, όταν αντιλαμβάνομαι ότι εκεί δίπλα προσπερνάει κατευθυνόμενος προς το ιπποφορβείο ένας καβαλάρης που τον γνωρίζω. Και εκείνος επίσης. Λέω να του φωνάξω, αλλά δαγκώνομαι. Ο Εύελπις είπε πως, για την ώρα, η παρουσία μας στα Βάκτρα πρέπει να είναι διακριτική. Όμως εκείνος, ένα βήμα παρακάτω, τραβάει τα χαλινάρια και στρίβει προς τα πίσω για να με δει καλύτερα.

«Οινοκράτη;!» φωνάζει.

Κάνω τον έκπληκτο. «Ευρυμέδοντα;!»

Κατεβαίνουμε από τα άλογα και αγκαλιαζόμαστε.

«Είναι κι ο Εύελπις εδώ; Πότε φτάσατε;»

«Δεν είναι πολύ. Τώρα μόλις άλλαξα τα άλογα του ταξιδιού. Εσύ;»

«Ήμουν σε αναγνωριστικό ταξίδι. Δε μπορώ να σου πω τίποτα άλλο. Μπορώ όμως να σε κεράσω μια φιάλη κεκραμένο. Είσαι;»

«Δεν είμαι μόνος μου και έχω να παραδώσω μερικά πράγματα. Όμως μπορούμε να τα πούμε το απομεσήμερο. Εντάξει;»

«Εντάξει».

«Πού; Διάλεξε εσύ που ξέρεις καλύτερα τα κατατόπια».

«Απέναντι από τον ναό της Αναίτιδας στο κέντρο, φαντάζομαι πως τον ξέρεις, υπάρχει ένα μικρό κυλικείο με εδέσματα και ροφήματα∙ τοπικά μεν αλλά εκλεκτά. 

«Έγινε. Συνάντηση λοιπόν μόλις οι σκιές εγκαταλείψουν την κατακόρυφο».

.images (22)

Είχα σκοπό να πάω να βρω το Πουλχερίδιον. Δεν της έχω γράψει ότι έρχομαι και εάν η Θαΐδα δεν την έχει ήδη πληροφορήσει σχετικά, λέω να της κάνω έκπληξη. Και να την ανακρίνω. Με την καλή έννοια, βέβαια. Δεν νομίζω πως ξέρει ενδιαφέροντα γεωπολιτικά μυστικά, αλλά ελπίζω να ξέρει τι αισθάνεται για μένα.

Ας το πω αλλιώς: Επειδή έτυχε, όπως ακριβώς και ο Εύελπις, να προσβληθώ κι εγώ  από την  σαγήνη μιας γυναίκας που ο δρόμος της δεν διασταυρώνεται αυτόματα με το δικό μου, αλλά που για να την κερδίσω θα πρέπει να πάρω αποφασιστικές πρωτοβουλίες, λέω πως είναι καιρός να δράσω. Αλλά πρώτα πρέπει να ξέρω. Τα βασικά. Την τελευταία φορά που την είδα ήτανε σίγουρα ερωτοχτυπημένη με τον Ευρυμέδοντα. Τον νεαρό Θεσσαλό ιππέα με τον οποίο συνταξίδεψε από την Περσέπολη ως τα Σούσα. (Ή μήπως έτσι μου φάνηκε, ή μήπως το ενδιαφέρον που διαπίστωνα ανάμεσά τους ήταν αντανάκλαση από εκείνο που εγώ άρχιζα τότε να αισθάνομαι γι αυτήν;) 

Έλεγα λοιπόν να πάω να τη βρω σήμερα, αμέσως μετά την παράδοση του αλόγου στον Εύελπι. Να όμως που η Ειμαρμένη μου έβαλε τρικλοποδιά και ο δρόμος μου διασταυρώθηκε αναπάντεχα με εκείνον του Θεσσαλού. Έστω. Ας δω πρώτα τον Ευρυμέδοντα. Αλλά ας είμαι προετοιμασμένος κατάλληλα. Γι αυτό, αφού παρέδωσα το άλογο στον Εύελπι, πριν ξεκινήσω για την πλατεία του ιερού ναού της Αναίτιδας (μια τοπική εκδοχή της Αφροδίτης, με ολίγη από Αρτέμιδα) πέρασα από το πανδοχείο όπου είχαμε προσωρινά καταλύσει και πήρα μαζί μου τα μυστικά μου όπλα.  

.ΘΥΣΙΕΣ

«Αδελφέ μου, δε ξέρω τίποτα για τα ζουμιά που καταναλώνουν οι πότες σε αυτή τη γωνιά του κόσμου. Όμως ο υποφαινόμενος Οινοκράτης είναι φημισμένος για την προνοητικότητά του. Γι αυτό έχω πάντα -σχεδόν πάντα- μαζί μου ένα φλασκί με χειροποίητο βελτιωτικό. Λίγες σταγόνες του αρκούν για να μετατρέψουν οποιοδήποτε ξύδι σε Νέκταρ. Ας πούμε ¨σχεδόν νέκταρ¨ για να μην προκαλέσουμε την οργή κανενός από τους δικούς μας θεούς, που είναι και λίγο παρεξηγιάρηδες», είπα και έβγαλα με προσοχή από τον δισάκο μου το δοχείο με τη Χαχόμα υπ’ αριθμόν δύο (τη ¨χειροποίητη¨ ή ¨αιρετική¨). Δεν ήταν μια εύκολη κίνηση γιατί μέσα στο σάκο, εκτός από τις δύο χαχόμες, είχα και το επικίνδυνο ¨δοχείο-οπλή¨, αφημένο εκεί μέχρις ότου βρω τον καλύτερο δυνατό κρυψώνα, εδώ στα Βάκτρα. Ήταν ένα τεκμήριο της συνωμοσίας των Άλλων που θα μπορούσε να μας χρειαστεί.

Εν τούτοις ο Ευρυμέδων δε χρειαζόταν πολλές- πολλές εξηγήσεις. Ήταν ευτυχής που βρήκε έναν παλιό γνώριμο, στον οποίο είχε εμπιστοσύνη και με τον οποίο δεν θα χρειαζόταν να υποκριθεί οτιδήποτε. Γιατί τα τελευταία χρόνια, πάνω κάτω από τότε που είχαμε να ειδωθούμε, ο Ευρυμέδοντας είχε εξελιχθεί σε έναν ικανό μυστικό διερευνητή.  Επομένως ήταν υποχρεωμένος να αλλάζει ταυτότητες και ιδιότητες. Ήξερα ήδη ότι, μετά τις ανακαλύψεις που είχαμε κάνει εμείς στα Σούσα, του είχε ανατεθεί η διείσδυση στο περιβάλλον των περσών πριγκίπων. Έτσι είχε  υποδυθεί τον δυσαρεστημένο μακεδόνα εταίρο, τους είχε προσεγγίσει και είχε εξασφαλίσει σημαντικές πληροφορίες που βοήθησαν τους χειρισμούς της ηγεσίας απέναντί τους. Μετά του ανατέθηκαν και άλλες ανάλογες αποστολές, που για την επιτυχή διεκπεραίωσή τους χρειάστηκε να γίνει: πλούσιος Ίωνας έμπορος, μοναχικός κυνηγός θηρίων στη παραμεθόριο σκυθοκρατούμενη ζώνη, ως και -τελευταία-  φιλομαθής δυτικός λόγιος εξερευνητής στη χώρα των Ινδών.

Έτσι ο Θεσσαλός είχε, ούτως ή άλλως, την καλή διάθεση, τόσο να πιει, όσο και να αφηγηθεί. Για τις όποιες θεμιτές αναστολές του φρόντισε η χειροποίητη αιρετική χαχόμα που, όπως έλεγα παραπάνω, έβγαλα από τον διπλό μου σάκο, ξεβούλωσα με προσοχή και έσταξα μερικές σταγόνες στο ρυζοποτό που μας είχε φέρει ένας ντόπιος σαρικοφόρος. Φυσικά ήπια και εγώ και, φυσικά επίσης, ξέχασα τα πάντα έως ότου, αργότερα, βρήκα στη τσέπη μου ένα πρόχειρο σημείωμα με τον γραφικό μου χαρακτήρα, που έλεγε: ¨Πιες λίγη Χαχόμα και θυμήσου: πιθανώς υπάρχουν νεότερα¨

.αρχείο λήψης (2)

«… Λοιπόν που λες, πίσω από το βουνό στα ανατολικά, υπάρχουν οι χώρες του ποταμού Ινδού. Το ποτάμι, αφού δεχθεί κάμποσους παραπόταμους που φέρνουν νερό από τα βουνά, κατευθύνεται προς το Νότο, στη θάλασσα των Περσών και, από κάποιο σημείο και μετά, είναι πλωτό. Τουλάχιστον σε μεγάλα τμήματά του. Στα νότια ρέει ανάμεσα σε ερημικές περιοχές, πράγμα που αν αληθεύει σημαίνει ότι η διείσδυση στην Ινδία από εκεί πρέπει να είναι δύσκολη. Αν είναι να γίνει η εισβολή, συμφέρει να την επιχειρήσουμε εδώ, αμέσως μετά τους βόρειους ορεινούς όγκους.

Τα βουνά εδώ γύρω είναι δύσβατα και πανύψηλα. Δυσκολεύτηκα πολύ να τα διερευνήσω. Σε μια φάση μάλιστα χάθηκα ανάμεσα τους.  Ήξερα πως έπρεπε να κατευθυνθώ δυτικά για να επιστρέψω εδώ, όμως τα μονοπάτια κατέληγαν σε απύθμενους γκρεμούς και σε αδιέξοδα. Δε ξέρω αν θα τα κατάφερνα να επιβιώσω, εάν ο καιρός δεν ήταν κάπως μειλίχιος και εάν δε συναντούσα κάτι καλόβολα ανθρωπάκια, τυλιγμένα σε μακριές ρόμπες, που με βοήθησαν και με φιλοξένησαν για κάποιο διάστημα. Ανακάλυψα έτσι ότι πρόκειται για ένα είδος ερημίτες-ιερείς που λατρεύουν έναν μακρινό βουνίσιο θεό, διαφορετικό από εκείνους των βραχμάνων Ινδών, αλλά και από τους θεούς που επικαλείται ο Πέρσης  προφήτης Ζωροάστρης. Τον λένε Βούδα ή κάπως έτσι. Οι ιερείς του ζουν, πολλοί μαζί, σε ένα μεγάλο οίκημα που κρέμεται στον βράχο σαν αετοφωλιά. Ως υπέρτατο αγαθό αναζητούν κάτι που μοιάζει με -¨ολύμπια¨ θα λέγαμε εμείς- ηρεμία! Είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια θρησκεία που φιλοσοφεί.  Σκέφτηκα πως το θέμα θα ενδιέφερε τον Καλλισθένη…  Αλήθεια τι συμβαίνει με τον Ολύνθιο; Πριν φύγω είχα μάθει πως έχει προβλήματα, τώρα μου λένε πως έχει συλληφθεί…»  

Πρέπει να του τα είπα. Όλα. Για τον Καλλισθένη και τη συνωμοσία των Άλλων, για την κατάσταση στην Αθήνα, για την ιστορία με τα αγάλματα των Τυραννοκτόνων και τη χειραφέτησή μου, για τις περιπέτειες του ταξιδιού προς και από την Αθήνα. Πιθανότατα τώρα θα τα έχει κιόλας ξεχάσει. Όμως εκείνο που μετράει είναι πως όταν τα πρωτάκουσε έδειξε ειλικρινές και συμπάσχον ενδιαφέρον. Με ρώτησε μάλιστα τι πρέπει να κάνει για να βοηθήσει. Του είπα να περιμένει. Αν τον χρειαστούμε θα τον ειδοποιήσουμε έγκαιρα.

Τώρα ήταν η σειρά μου να ρωτήσω. Αλλάζοντας θέμα.

«Εκείνο το ωραίο κορίτσι με το οποίο είχατε φτάσει μαζί στα Σούσα τι κάνει; Ναι, εκείνη που έφερνε την επιστολή της Θαίδας για την Φρύνη».

«Μάλλον λες για τη μικρή Πουλχερία. Έχεις δίκιο. Ήταν ένα ωραίο κορίτσι».

«Γιατί, τώρα δεν είναι; Της συνέβη κάτι;»

«Δεν ξέρω. Ελπίζω όχι, θα ήταν κρίμα. Μόνο που έχω καιρό να την δω. Με όλα αυτά τα ταξίδια που χρειάστηκε να κάνω τελευταία δεν είχα πολύ διαθέσιμο χρόνο»

Πρέπει να πήρα μια βαθειά ανάσα ανακούφισης.

Αλεξικ411

Ο ήλιος είχε ήδη κρυφτεί πίσω από τα δυτικά βουνά όταν φύγαμε από το κυλικείο της πλατείας της Αναίτιδας. Και οι δύο τελούσαμε σε κατάσταση όχι πλήρως ελεγχόμενης ευθυμίας. Μέσα μας η πίεση για εξομολογήσεις πρέπει να καταλάγιαζε κάπως, αλλά δεν είχαμε πάψει -και οι δύο, ταυτοχρόνως – ανάμεσα στα αλλεπάλληλα κύματα νύστας που μας πλημμύριζαν, να λέμε κι άλλα από τα σώψυχά μας ο ένας στον άλλο… Μετά αποχαιρετιστήκαμε με έναν αλληλέγγυο εναγκαλισμό και είπαμε να ξανασυναντηθούμε το συντομότερο για να πούμε κι άλλα.  Ο Ευρυμέδοντας απομακρύνθηκε γερτός πάνω στο άλογό. Ελπίζω το ζώο να ήξερε το δρόμο για το κατάλυμά του. Το δικό μου μάλλον δεν ήξερε και περίμενε σαφείς εντολές. Δεν το καβαλίκεψα, παρά πήρα τα χαλινάρια πεζός και το τράβηξα μαζί μου.

Νύσταζα. Πολύ. Όμως ήξερα πως η αιτία ήταν μια γνωστή παρενέργεια της Χαχόμας και αυτό με έκανε αισιόδοξο. Μα και βέβαια, θα μπορούσα να την ελέγξω την νύστα. Και ασφαλώς θα μπορούσα να κάνω απόψε εκείνο που θα ήταν συνετότερο να κάνω αύριο. Δηλαδή να επισκεφτώ το Πουλχερίδιο. Έτσι κι αλλιώς τα παραπατήματά μου με οδηγούσαν εκεί κοντά, προς το κτίριο όπου, όπως είχα έγκαιρα φροντίσει να μάθω,  ήταν εγκατεστημένη η Θαίδα και η ακολουθία της.

Παρέκαμψα την πολυτελή κεντρική είσοδο, έδεσα το άλογο σε έναν δημόσιο δετήρα και βρήκα μια ανώνυμη μικρή πόρτα στην πίσω μεριά. Την έσπρωξα. Δεν ήταν αμπαρωμένη από τα μέσα. Υποχώρησε και βρέθηκα σε ένα είδος μαγειρείου. Πάλι. Όπως και στην Αθήνα, στο Πρυτανείο, όταν παρακολουθούσα την Ιππαρχία.

«Εεεπ! Στάσου. Πού πας εσύ;» άκουσα μια λεπτή φωνούλα με έντονη ασιατική προφορά. Προερχόταν από έναν εύσωμο μάγειρα-ευνούχο, ο οποίος κάτι ανακάτευε μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι.

Έπνιξα ένα ξεχειλωμένο χασμουρητό, το μετέτρεψα με το ζόρι σε συμπαθητικό χαμόγελο και του είπα: «Γλυκύτατε Μάγειρα. Μπορεί να μη με γνωρίζεις, αλλά δεν είμαι ξένος, αντίθετα είμαι πολύ καλός φίλος των κυριών που διαμένουν σε αυτό το κτίριο. Θα σου ήμουν λοιπόν ευγνώμων  εάν ειδοποιούσες την νεαρή κυρία Πουλχερία πως ένας φίλος της την περιμένει εδώ».

Ο μάγειρας εξακολούθησε το ανακάτωμα με τη μεγάλη κουτάλα του. «Και ποιο είναι το όνομα του φίλου της μικρής κυρίας Πουλχερίας;» με ρώτησε.

«Αυτό ας μην της το πούμε για την ώρα, έτσι ώστε να της κάνουμε μια μικρή έκπληξη», είπα και του ενεχείρησα μια χούφτα μικρά ντόπια νομίσματα, με τα οποία, λίγο πριν, είχα επιχειρήσει  να κεράσω τα ποτά και τους μεζέδες που καταναλώσαμε με τον Ευρυμέδοντα.  (Ανεπιτυχώς! -ο Θεσσαλός ισχυριζόταν  σθεναρά ότι ήταν η σειρά του).

«Άϊντε, καλά», είπε ο μάγειρας και μου παράδωσε την κουτάλα. «Δυνατά για να μην κόψει», μου παράγγειλε επιτακτικά.

ξθυ

Εμφανίστηκε πρώτα ο ευνούχος που ήρθε κατ’ ευθείαν σε μένα και ξαναπήρε αποφασιστικά την κουτάλα του. Πίσω του, το Πουλχερίδιον, ή μάλλον η μικρή κυρία Πουλχερία, έμεινε μια στιγμή ακίνητη κάτω απ’ την κάσα της εσωτερικής πόρτας. Μετά πέταξε ένα καμπανιστό ηχηρό γελάκι. «Ώστε η κυρία Θαΐδα δεν με κορόιδευε. Είναι αλήθεια. Επιστρέψατε!» Μετά έτρεξε και με αγκάλιασε σφιχτά.

Δεν είχε αλλάξει πολύ. Ήταν μόνο λίγο πιο όμορφη, μια ιδέα πιο μεστή, μία στάλα πιο τροφαντή από τότε. Με τράβηξε προς μια γυριστή εσωτερική σκάλα και ανεβήκαμε ως μια μικρή αίθουσα υποδοχής, άδεια εκείνη τη στιγμή. Καθίσαμε δίπλα δίπλα σ’ ένα ανάκλινδρο.

Η επαφή μαζί της έδιωξε κάπως τα κύματα της νύστας που μου επιτίθονταν. Όχι όμως και την άμεση επιθυμία για εξομολόγηση. Μόνο που αυτή τη φορά η εξομολόγησή μου θα είχε χρώμα ρόδινο και άρωμα έρωτα. 

Όμως αυτή τη στιγμή μιλούσε εκείνη: «Σ’ ευχαριστώ για τις επιστολές. Χάρη σ’ αυτές μπόρεσα να ταξιδέψω μαζί σου. Να βρεθώ σε αυτή την αξιοθαύμαστη Αθήνα που την ήξερα μόνο από τις νοσταλγικές ιστορίες της κυράς μου. Να ζήσω τις αρμυρές ναυτικές σου περιπέτειες. Αχ, υποσχέσου μου πως θα συνεχίσεις να μου γράφεις… ακόμη και εάν, όπως ελπίζω, τώρα θα τα λέμε κι από κοντά».

«Θα σου γράφω όσο θες, για ό, τι θες. Όποτε θέλεις». Έπνιξα ένα προδοτικό χασμουρητό και ξερόβηξα. «Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα ότι οι γραφές μου σου αρέσουν τόσο. Αν το ήξερα θα σου είχα ετοιμάσει μία σημερινή επιστολή. Αντί να στα πω, θα στα έγραφα».

«Εντάξει», γέλασε εκείνη. «Για σήμερα δεν πειράζει. Αν έχεις κάτι επείγον να μου πεις σε ακούω με όλη μου την προσοχή»

«Άκουσέ με λοιπόν μικρό μου Πουλχερίδιο. Μου άρεσες παλιά και μου αρέσεις και τώρα. Πολύ. Σού έγραψα για αυτά που συνέβησαν στην Αθήνα, – έστω, για τα περισσότερα∙ έχω υλικό και για άλλες γραπτές αφηγήσεις-  και έτσι ξέρεις ότι χειραφετήθηκα και ότι τώρα πια είμαι ελεύθερος κάτοικος της Αθήνας. Αλλάζω ζωή μικρό μου Πουλχερίδιο. Επομένως σε ρωτάω: θα ήθελες να με συντροφέψεις στη νέα μου αυτή ζωή; Θέλεις να γίνεις η γυναίκα μου;»

Χαμογέλασε. Γλυκά. «Τι περιμένεις να σου απαντήσω», μου είπε με μια δόση από το γνωστό της νάζι.

«Ελπίζω να μου πεις ναι. Φοβάμαι ότι θα μου πεις όχι. Τρέμω μήπως με αφήσεις χωρίς απάντηση», της απάντησα με όλη την χαχομική μου ειλικρίνεια.

«Δε θα το κάνω αυτό. Και θα είμαι και εγώ ευθεία και ανυπόκριτη μαζί σου. Περίμενα ότι κάτι θα μου ζητούσες. Υπέθετα ότι θα ήταν κάτι απλούστερο. Ας πούμε μια νύχτα μαζί μου. Δεν ξέρω τι θα σου απαντούσα τότε, αλλά τώρα χαίρομαι που δεν ήταν αυτό. Γιατί το αίτημά σου είναι ευγενέστερο και με τιμά. Έστω κι αν αυτό που μου ζητάς δεν εξαρτιέται  από μένα. Το ξέρεις πως εγώ δεν είμαι ελεύθερη. Ανήκω στη κυρά μου, τη Θαίδα. Χωρίς τη συγκατάθεσή της  δεν μπορώ να απομακρυνθώ δάκτυλο από κοντά της».

Την κοίταξα παραξενεμένος. Η γυναίκα που είχα απέναντί μου ήταν διαφορετική από το εύθυμο, πνευματώδες και ναζιάρικο κοράσιο που ήξερα. Είχε αλλάξει. Προς το καλύτερο. Τώρα ήταν μια γυναίκα που διάβαζε και που μπορούσε να εκφραστεί με άνεση. Μια γυναίκα με σύνεση, θα τολμούσα να πω.

Έπιασα και τα δυο της χέρια και τα έσφιξα

«Το θέμα της Θαίδας άφησέ το σε μένα, της είπα. Πες μου μονάχα τι επιθυμείς εσύ».

Την ένοιωσα να χαλαρώνει. Την είδα να χαμογελάει… καταφατικά! Ένα χαμόγελο που δεν πρόκειται να ξεχάσω.

Ούτε το αγκάλιασμά της, αμέσως μετά, θα ξεχάσω.

Ο μισός από εμένα απογειώθηκε σε σφαίρες ανώτερες και  ευδαιμονικές, ο άλλος μισός δέχτηκε πάλι ένα κύμα αδυσώπητης νύστας. Φοβήθηκα μήπως γίνω τελικά ρεζίλι. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ και να αυτοελεγχθώ. Η Χαχόμα μου επέβαλε να είμαι ειλικρινής και επίσης να κοιμηθώ κατεπειγόντως.

«Όμορφή μου», της είπα και σηκώθηκα όρθιος παραπατώντας ελαφρά. «Δε ξέρω αν είμαι μαγεμένος από την παρουσία σου ή αν φταίνε τα μάγια που έκανα εγώ στον εαυτό μου προκειμένου να βρω το κουράγιο να σου μιλήσω. Όμως τώρα θα φύγω. Θα σε δω αύριο και θα πούμε πολλά.

Δε νομίζω ότι περίμενε να φύγω έτσι γρήγορα. Ωστόσο δεν παραπονέθηκε. Ίσως χρειαζόταν και εκείνη λίγο χρόνο με τον εαυτό της για να εσωτερικεύσει αυτά που συνέβαιναν. Περισσότερο μου ένευσε παρά μου είπε ¨ναι εντάξε黨. Άγγιξα τα χείλη της με τα δικά μου, έκανα μεταβολή σχεδόν σα να ήμουν νηφάλιος και έτρεξα προς την πίσω έξοδο. Το καινούργιο μου άλογο ήταν εκεί όπου το είχα αφήσει. Το πρόβλημα που απέμενε τώρα ήταν να καταφέρουμε να φτάσουμε πίσω, στο πανδοχείο.

images (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο όγδοο: Στα Βάκτρα, πρωτεύουσα πόλη της Βακτριανής.

Posted by vnottas στο 23 Ιουνίου, 2018

Κεφάλαιο όγδοο: Βάκτρα.

 Όπου ο Εύελπις συναντά την Θαίδα και μαθαίνει περισσότερα για την υπόθεση της συνωμοσίας των βασιλικών παίδων.

4792.480

Έκρινα πως ο πρώτος που θα έπρεπε να συναντήσω στα Βάκτρα ήταν ο Ευμένης ο Καρδιανός. Βέβαια, ο ενδότερος εαυτός μου δεν έπαυε να ρωτάει πότε θα συναντηθώ με την Θαΐδα. Του απάντησα ότι θα άφηνα αυτόν, τον ¨εσώτερο¨, να αποφασίσει πότε θα την δω. Μιλάω για τον εαυτό τον οποίο, σύμφωνα με τον αείμνηστο δάσκαλο Σωκράτη, καλό είναι να ανιχνεύουμε και να γνωρίζουμε γιατί συνήθως ξέρει πιο πολλά και ίσως πιο γνήσια από τον άλλον, εκείνον τον καλλωπισμένο και εξωραϊσμένο εαυτό που παρουσιάζουμε συνήθως στους άλλους. Γεγονός είναι πάντως ότι είχα ζητήσει από τον Άρπαλο να ειδοποιήσει με τρόπο διακριτικό και ασφαλή, τόσο τον Ευμένη, όσο και την Θαΐδα για την επικείμενη άφιξή μου. Φτάνοντας στη πρωτεύουσα της Βακτριανής, αποφάσισα να συναντήσω πρώτα εκείνη.

Τα Βάκτρα βρίσκονται στο τέλος μιας διαδρομής που δεν είχα διανύσει άλλη φορά στο παρελθόν. Λέω για τη διαδρομή που αρχίζει στην Περσέπολη, και φτάνει ίσαμε εδώ. Ό, τι ήξερα για αυτόν τον μακρύ και πολύπλοκο δρόμο, μού ήταν γνωστό μόνο από αφηγήσεις τρίτων. Αντίθετα οι δύο σωματοφύλακες του Άρπαλου που μας συνόδευαν έδειχναν να τον ξέρουν αρκετά καλά και αποδείχτηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι οδηγοί.   

Έτσι η πορεία μας στις ανατολικές παρειές του Ζάγκρου μέχρι τα Εκβάτανα, -πρωτεύουσα της Μηδίας και εντυπωσιακή πόλη με αλλεπάλληλα χρωματιστά τείχη- ήταν σχετικά ομαλή.  Μετά συνεχίσαμε πάνω στα χνάρια της προελαύνουσας στρατιάς, για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα βρεθούμε σε τόπους μη κατακτημένους και σε περιβάλλον ανεξέλεγκτο.  Αντιμετωπίσαμε όλων των ειδών τις δυσκολίες: έρημες και άνυδρες περιοχές, δύσβατους ποταμούς, χιονοσκεπή ορεινά περάσματα, όμως ξέραμε -και δε διαψευστήκαμε- ότι ανά τακτά διαστήματα θα συναντούσαμε τις εγκατεστημένες φρουρές και τους σταθμούς επικοινωνίας και ανεφοδιασμού που ήταν απαραίτητοι για τη σύνδεση των στρατευμάτων με τα μετόπισθεν και τη διατήρηση της ζωτικής κυκλοφορίας στις νεοκατακτημένες περιοχές.

Τα Βάκτρα, όπου ήταν εγκατεστημένο αυτή την περίοδο το κέντρο των επιχειρήσεων της στρατιάς, ανταγωνίζονταν σε ιστορική διάρκεια και μεγαλείο πόλεις όπως η Βαβυλώνα ή τα Εκβάτανα. Αυτό τουλάχιστον υποστήριζαν οι γηγενείς. Η πρωτεύουσα της Βακτριανής είναι η πόλη που είχε επιλέξει ο Βήσσος -παλιός σατράπης της περιοχής- για να αναγορευτεί αυτοκράτορας, αλλά δε του βγήκε σε καλό∙ ήταν επίσης η πόλη όπου ο Αλέξανδρος είχε, πρόσφατα, παντρευτεί με την Ρωξάνη, την πριγκίπισσα από την γειτονική ακραία Σογδιανή. Είναι μια πόλη αλλιώτικη από τις άλλες που συναντήσαμε κατά την προέλαση.  Κάποιοι ντόπιοι ισχυρίζονται ότι μοιάζει περισσότερο με τις πόλεις της γειτονικής Ινδίας παρά με τις πόλεις των άλλων ιρανικών σατραπειών.  Καθώς το άλογό μου τριπόδιζε στα στενά σοκάκια  ένοιωσα μια πνοή μυστηρίου ανακατεμένη με τα αρώματα εξωτικών ανθόκηπων να μου αγγίζει το πρόσωπο.

images (22)

Το κτίριο όπου είχε εγκατασταθεί η Θαίδα ήταν πολυτελές, σχεδιασμένο με ανατολίτικες καμπύλες και περίτεχνα αψιδωτά τόξα. Είχε ακόμη χαρακτηριστικές εσωτερικές θολωτές στοές και αυλές περίκλειστες και φροντισμένες.

Σε μια τέτοια αυλή μου υπόδειξαν να την περιμένω. Δεν μπορώ να πω αν περίμενα πολύ ή λίγο. Πάντως εκείνη φάνηκε σε μια στιγμή μπροστά μου, ντυμένη παράξενα, καλυμμένη με αλλεπάλληλα διάφανα πέπλα,  υποθέτω με τον τρόπο που συνηθίζεται σε αυτά τα μέρη.

Πήρα όσες απανωτές ανάσες μπορούσα για να απομακρύνω τα κύματα του αισθησιασμού που, πέρα από όλα τα άλλα ανάκατα συναισθήματα, ένοιωσα να με κυριεύουν.

.

«Να λοιπόν που είναι αλήθεια: Υπάρχει κάποιος που για χάρη του έκανες αυτό το δύσκολο ταξίδι! Και αυτός ο κάποιος δεν είμαι εγώ», είπε και με αγκάλιασε.

Είχε περάσει από το μυαλό μου να παραστήσω τον απομακρυσμένο. Θιγμένος αλλά ευγενικός. ¨Αποστασιοποιημένος¨ έτσι ώστε να τα καταφέρω να φύγω από κοντά της με αξιοπρέπεια όταν θα μου το ζητήσει και πάλι. Δεν τα κατάφερα. Την έσφιξα, ίσως παραπάνω από όσο άντεχε. Με απομάκρυνε απαλά.   

Άλλαξα γνώμη: Αυτή τη φορά είπα να είμαι ευθύς και άμεσος. Να μην αφήσω τις αμφιβολίες, που ένιωθα και πάλι να με περιζώνουν, να με εξαντλήσουν. Όχι χωρίς να ξέρω την άποψή της. Έπειτα θα μπορούσα να αφιερωθώ στη σωτηρία του Καλλισθένη απερίσπαστος.

«Αυτή τη φορά, όταν όλα τα άλλα τελειώσουν, θα έρθεις μαζί μου στην Αθήνα;» τη ρώτησα.

Δεν έδειξε έκπληξη.

Κατέβασε τα βλέφαρα σκεπάζοντας τα λαμπερά της μάτια.

Νομίζω ότι ψιθύρισε «Δεν ξέρω». Μετά πιο δυνατά είπε: «Μάλλον όχι» και καθώς εγώ προσπαθούσα να καταλάβω τις πραγματικές της προθέσεις, όσο αυτό ήταν εφικτό, συνέχισε:

 «Το πιο σημαντικό για μένα είναι να τα καταφέρουμε έτσι ώστε, όταν αυτή η ιστορία ολοκληρωθεί, εσύ να είσαι σώος και ασφαλής. Ελπίζω και ο προϊστάμενος και φίλος σου, ο Ολύνθιος. Να είναι επίσης σώο κάτι ακόμη, που ξέρω πως είναι για σένα σημαντικό, γιατί ανήκει -μου το ‘χεις πει εσύ ο ίδιος- στα ιδεώδη με τα οποία ανατράφηκες: Η ενότητα και η αλληλοκατανόηση ανάμεσα σε όλους τους Έλληνες».  

Έπιασα το πηγούνι της και το ανασήκωσα ελαφρά. Κοίταξα τα μάτια της προσπαθώντας να καταλάβω περισσότερα από όσα μου έλεγε.

«Πιστεύω κι εγώ σε αυτό το ιδεώδες» μου είπε. «Όπως πιστεύω και σε σένα. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα σου έγραφα.   Θα σε άφηνα απερίσπαστο στην αθηναϊκή σου ζωή. Κι ας μην είχα τη χαρά να σε ξαναδώ. Έστω για λίγο».

Πείστηκα πως δεν θα μπορούσα να αποκρυπτογραφήσω τα βαθύτερα αισθήματά της. Τουλάχιστον όχι άμεσα, όχι εκείνη τη στιγμή και όχι με ρητό τρόπο.

Αναστέναξα. Πήρα το χέρι της στο δικό μου και καθίσαμε σε ένα πέτρινο παγκάκι δίπλα στο περίτεχνα διακοσμημένο πηγάδι της αυλής.

«Πες μου λοιπόν τι ακριβώς συνέβη», της είπα.

image008

Μου αφηγήθηκε όσα κυκλοφορούσαν και όσα η ίδια είχε καταφέρει να μάθει σχετικά με την ανταρσία των νεαρών βασιλικών ακολούθων.

Σύμφωνα με την διήγησή της, εκείνος που ξεκίνησε όλη αυτή την ιστορία ήταν ο Ερμόλαος ο γιος του Σώπολι. Ένα όμορφο, αλλά και ανήσυχο παιδί, διευκρίνισε η Θαίδα, από εκείνα που θέλουν να διακριθούν και που δείχνουν από νωρίς ενδιαφέρον για τα κοινά. Ο πατέρας του, ένας επαρχιώτης μακεδόνας άρχοντας στενά δεμένος με τον Φίλιππο, έχει λάβει μέρος σε μάχες και σε διπλωματικές αποστολές, αλλά δεν είχε, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, πάρει δημόσια θέση για τα επίμαχα θέματα που δημιουργούν τριβές στην Αυλή.

Ο Ερμόλαος όμως, όπως και αρκετοί από τους βασιλικούς παίδες[1],  φαίνεται πως απορροφούσε σαν σφουγγάρι τα αισθήματα δυσαρέσκειας που   παρουσιάστηκαν ανάμεσα σε ορισμένους από τους πιο παλιούς μακεδόνες στρατιωτικούς. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι οι γονείς αυτών των νεαρών ακολούθων ανήκουν στη γενιά του Φιλίππου, που αισθάνεται τώρα ¨παραγκωνισμένη¨ σε σύγκριση με τους εταίρους της στενής βασιλικής συντροφιάς.

 Έτσι η σχέση του Ερμόλαου με τον άνακτα άρχισε πλέον να χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία: από τη μία ακραίος θαυμασμός για τον ανίκητο στρατηλάτη και από την άλλη αμφισβήτηση του ηγέτη που αρνιόταν ξαφνικά να είναι πρώτος ανάμεσα σε ίσους και επιθυμούσε να ανακηρυχτεί Θεός!

images (49)

Το κακό πρωτοεκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια μιας κυνηγετικής εξόρμησης. Το κυνήγι σε αυτή την περίπτωση δεν είναι βέβαια αναζήτηση τροφής, αλλά παιχνίδι έφιππης αναψυχής και ομαδικό άθλημα με κανόνες.  Συνήθως τα όπλα της άγρας ήταν δόρατα, δεδομένου ότι οι έλληνες δεν εκτιμούν ιδιαίτερα τα εκήβολα όπλα, όμως, η επαφή με τους Σκύθες πολεμιστές εκείνη την περίοδο και ο αξιοθαύμαστος τρόπος με τον οποίο αυτοί καταφέρνουν να χρησιμοποιούν το τόξο έφιπποι, είχε εξάψει το ενδιαφέρον για το όπλο αυτό. Έτσι, εκείνη τη φορά, το κυνήγι γινόταν με τη χρήση τόξων. Τα θηράματα λοιπόν  κυκλώνονται και η τιμή της στόχευσης και της καταβολής του σημαντικότερου ζώου ανήκει, με βάση τα ισχύοντα έθιμα, στον άνακτα.

Εκείνη τη φορά το πιο σπουδαίο θήραμα ήταν ένας μεγαλόσωμος αγριόχοιρος. Ο Αλέξανδρος όμως είχε μείνει πιο πίσω, κουβεντιάζοντας με τον Ηφαιστίωνα και τον Ευμένη για κάποιες εκκρεμότητες στον ανεφοδιασμό της στρατιάς. Όταν του είπαν ότι τα θηράματα είχαν εντοπιστεί και του τα έδειξαν κυκλωμένα εκεί παρακάτω,  χαμογέλασε,  ζήτησε να του δώσουν ένα τόξο, το πήρε, και ενώ τέντωνε τη χορδή σημαδεύοντας από μακριά το θηρίο, το είδε να διπλώνεται και να καταρρέει. Ένα άλλο βέλος ήταν καρφωμένο στα πλευρά του.

Ο Αλέξανδρος και η συντροφιά του στράφηκαν προς μια ομάδα νεαρών ιππέων που πανηγύριζε με ιαχές την επιτυχία. Ένας από αυτούς είχε σηκώσει ψηλά το τόξο του και το κουνούσε θριαμβευτικά.

Ήταν ο Ερμόλαος. Όταν είδε την έφιππη ηγετική ομάδα να πλησιάζει, με τον Αλέξανδρο να κρατάει ακόμη στο χέρι του το τόξο και το αχρησιμοποίητο βέλος, ακινητοποιήθηκε και χλόμιασε.

¨Νόμισα πως δεν ήσουν εδώ¨ ψέλλισε.

Η έκφραση στο πρόσωπο του βασιλιά ήταν σκληρή.

¨Θα έπρεπε ίσως να σε συγχαρώ για την ευστοχία, αν και από τόσο κοντά δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Όμως παρέβης τους κανονισμούς. Μη ξεχνάς πως είσαι ακόλουθος και όχι προπορευόμενος. Γι αυτό ο Ηφαιστίωνας θα αναλάβει να εφαρμόσει ό, τι προβλέπεται για αυτές τις περιπτώσεις¨.

Για αυτή την περίπτωση η ποινή που μνημονεύεται είναι η δημόσια μαστίγωση. Ο Ηφαιστίωνας διάταξε τον απείθαρχο παίδα να κατεβεί από το άλογό του και έδωσε εντολή σε έναν ρωμαλέο δούλο να εκτελέσει την τιμωρία επί τόπου, αμέσως.

Τον Ερμόλαο πόνεσε περισσότερο ο δημόσιος εξευτελισμός, παρά οι δυνατές βουρδουλιές του δούλου.

bactria_cretan_archer

Από εκείνη την ημέρα ο νεαρός ακόλουθος συγχώνευσε τις αντιρρήσεις και τις κριτικές για την πολιτική του βασιλιά με το προσωπικό του πάθος για εκδίκηση. Αισθάνθηκε ότι θα μπορούσε να είναι εκείνος που θα εξασφάλιζε μια σωτήρια αλλαγή πολιτικής, σύμφωνη με τα όσα πρέσβευαν οι παλιοί και, ταυτόχρονα, εκείνος που θα τιμωρούσε όσους, η μάλλον αυτόν  που τον προσέβαλε θανάσιμα. Πάντως δεν έκρυβε τη δυσθυμία του και έτσι υπήρξαν διάφοροι (ειλικρινείς και μη) που τον πλησίασαν για να τον διαβεβαιώσουν πως συμφωνούν μαζί του και πως είναι καιρός οι Μακεδόνες ευπατρίδες να διεκδικήσουν και πάλι την άσκηση των πατρογονικών δικαιωμάτων τους απέναντι σε έναν βασιλιά που έδειχνε τάσεις ¨θεοποιημένης¨ μονοκρατορίας.

Παρακινημένος και από αυτές τις προτροπές ο Ερμόλαος αποφάσισε να οργανώσει το φόνο του Αλέξανδρου. Στην πρόθεσή του αυτή μύησε ορισμένους από τους συνομήλικους φίλους του, γόνους σημαντικών οίκων, όπως τον Σώστρατο τον γιο του Αμύντα, τον Αντίπατρο, που ο πατέρας του ο Ασκληπιόδωρος είχε παλιότερα υπηρετήσει ως διοικητής στη Συρία,  τον Φιλώτα, γιο του Κάρση από τη Θράκη, τον Επιμένη, γιο του Αρσαίου και τον Αντικλή, γιο του Θεόκριτου.  Αποφάσισαν να θανατώσουν τον Αλέξανδρο την ώρα που θα κοιμόταν, όταν υπεύθυνος για την φύλαξή του θα ήταν ο Αντίπατρος.

«Την μάγισσα από τη Συρία, την θυμάσαι;» με ρώτησε η Θαίδα.  

«Την θυμάμαι», της απάντησα, «Τι τρέχει μ’ αυτήν;»

Θυμόμουν πράγματι αυτήν την παράξενη φυσιογνωμία που πότε κυκλοφορούσε ανάμεσα στους ανώτατους ηγέτες της εκστρατείας και πότε εξαφανιζόταν για καιρό. Απροσδιόριστης ηλικίας και αλλοπρόσαλλη μέχρι το σημείο να προκαλεί φόβο, διέθετε κατά βάθος μια σκοτεινή γοητεία και, παρά την υπόκωφη φωνή της, κατάφερνε να γίνεται πειστική. Ο Αλέξανδρος στην αρχή είχε δείξει να διασκεδάζει μαζί της, εν τέλει όμως έμοιαζε να δίνει προσοχή στα όσα ισχυριζόταν η μάγισσα. Ο μάντης  Αρίστανδρος δυσανασχετούσε και ήθελε να την απομακρύνει, αλλά ο βασιλιάς έλεγε ότι, τουλάχιστον όσον αφορά τις προβλέψεις για τα μελλούμενα, καλό είναι να υπάρχει πάντα διαθέσιμη μια δεύτερη γνώμη.

«Θα σου πω αυτά που κυκλοφόρησαν», είπε η Θαίδα. «Μια νύχτα, καθώς ο Αλέξανδρος επέστρεφε στη βασιλική σκηνή ύστερα από μια γιορτή που είχε οργανωθεί στο στρατόπεδο, μια γιορτή που συμπεριελάμβανε άκρατη οινοποσία και ενώ την ίδια στιγμή ο Ερμόλαος, επικεφαλής της ομάδας των νεαρών συνωμοτών περίμενε την έλευση του βασιλιά προκειμένου να εισβάλει και να τον σκοτώσει, η Σύρα μάγισσα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στην είσοδο της σκηνής, παρέκαμψε τους συνοδούς του Αλέξανδρου και του είπε ότι μεταφέρει ένα μήνυμα γι αυτόν. Μήνυμα που προέρχεται από τον κόσμο των Θεών: ¨Οι θεοί λένε να επιστρέψεις εκεί που ήσουν και να μην ξανάρθεις εδώ, παρά μόνον όταν το άρμα του Φοίβου ξαναφανεί ¨πλήρες φωτός¨ στον ουρανό¨».

110

 Ο Αλέξανδρος, από ό, τι είχε μάθει η  Θαίδα, είχε πιει και νύσταζε, παρόλα αυτά υπάκουσε στο ¨Μήνυμα των Θεών¨ και γύρισε πίσω στο συμπόσιο, όπου και παρέμεινε μέχρι το πρωί. Έτσι η απόπειρα εκείνης της νύχτας απέτυχε.  

Όλα αυτά διαδόθηκαν εκ των υστέρων, γιατί εντέλει, εκείνη τη νύχτα, προφανώς ελλείψει θύματος δεν έγινε καμία απόπειρα βασιλοκτονίας.

Οι μικροί όμως, μέσα στη διέγερση που τους είχε προκαλέσει και μόνο το γεγονός ότι είχαν βρει το κουράγιο να προετοιμάσουν μια τόσο ριψοκίνδυνη επαναστατική πράξη, δεν κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Όχι όλοι. Κάποιος, νομίζω ο Επιμένης, εκμυστηρεύτηκε όλη αυτή την ιστορία σε έναν κολλητό του, ονόματι Χαρικλή. Εκείνος μάλλον θεώρησε ότι ο φίλος του τον δουλεύει και ότι πρόκειται για εφηβικές μεγαλοστομίες. Για να σιγουρευτεί ρώτησε τον μεγαλύτερο αδελφό του Επιμένη, τον αξιωματικό Ευρύλοχο.   Αυτός δεν ήξερε τίποτα, αλλά θεώρησε σωστό τα όσα – ανεπιβεβαίωτα-  έμαθε, έστω κι αν ενέπλεκαν και τον μικρό του αδελφό,  να τα αναφέρει αμέσως στον Πτολεμαίο του Λάγου, ο οποίος και πληροφόρησε σχετικά τον βασιλιά.

Ο Αλέξανδρος διέταξε οι εν λόγω βασιλικοί παίδες να συλληφθούν και να ανακριθούν. Η κατηγορία -σχεδιασμός φόνου του άνακτα- ήταν τέτοια που η ανάκριση συνεπαγόταν χρήση βασανιστηρίων. Οι νεαροί ομολόγησαν και ο Ερμόλαος αποδέχθηκε την κύρια ευθύνη.

Ο Αλέξανδρος θυμήθηκε το επεισόδιο με την μάγισσα. Η ημερομηνία συνέπιπτε με εκείνη της ημέρας κατά την οποία θα δρούσαν οι επίδοξοι δολοφόνοι. ¨Μήνυμα των θεών¨ ή η μάγισσα είχε μάθει με άλλο τρόπο τις προθέσεις των συνωμοτών; Οπότε είναι πιθανό να ήξερε κι άλλα. Διέταξε να την βρουν και να τη φέρουν μπροστά του, αλλά εκείνη είχε, ακόμη μια φορά, εξαφανιστεί.

Τώρα ήταν η σειρά της συνέλευσης των μακεδόνων να δικάσει την ομάδα των βασιλικών παίδων και να αποφανθεί για την τιμωρία τους.

Εν τω μεταξύ η υπόθεση είχε γίνει γνωστή και είχε ξεσηκώσει το ενδιαφέρον αυλικών, στρατιωτικών και συνακολουθούντων. Στην Αυλή ο Ανάξαρχος χρησιμοποιούσε ό, τι σόφισμα και όποιο ρητορικό σχήμα διέθετε, προκειμένου να εμπλέξει στην ¨συνωμοσία¨ εκείνους που θεωρούσε πολιτικούς του αντιπάλους, ή και προσωπικούς του εχθρούς, με πρώτο τον Καλλισθένη. Το βασικό του επιχείρημα ήταν πως οι μικροί δε θα μπορούσαν ποτέ να πάρουν τέτοιες πρωτοβουλίες χωρίς να τους υποκινεί και να τους ενθαρρύνει κάποιος μεγαλύτερος και πιο έμπειρος. Εξ άλλου, μήπως δεν είναι αλήθεια πως ο νεαρός Ερμόλαος παρακολουθούσε, και μάλιστα με αφοσίωση, τα μαθήματα που παρέδιδε από καιρού εις καιρόν ο Καλλισθένης στους βασιλικούς παίδες; Ή δεν είναι αλήθεια πως ο ακόλουθος έδειχνε να τον ενδιαφέρουν πέραν του δέοντος οι ¨ακραίες¨ φιλοσοφικές θεωρίες; Ή μήπως δεν υπάρχουν μαρτυρίες πως θαύμαζε τον συγγενή του Αριστοτέλη και τις απόψεις του;

images (22)

Ο Ολύνθιος, μου είπε η Θαίδα,  βρισκόταν ήδη  σε δυσμένεια και μάλλον δίσταζε να πάρει ανοιχτά πρωτοβουλίες για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Είναι πιθανό να καταλάβαινε ότι οι Άλλοι προσπαθούσαν να τον εμπλέξουν και μάλλον είχε στρέψει τη προσοχή του στο να αποφύγει να συμπαρασύρει μαζί του τους στενότερους φίλους του. Γι αυτό και, όσο αφορά εμένα,  επέμενε να μείνω στην Αθήνα μέχρι ότου διευκρινιστεί η κατάσταση.

Πράγματι, οι εξελίξεις ήσαν αλλεπάλληλες και δραματικές.

Οι νεαροί οδηγήθηκαν στη Συνέλευση που συνεδρίασε ως δικαστήριο και όπου δεν επιτρεπόταν η παρουσία μη Μακεδόνων (όπως ο Καλλισθένης, ο Ευμένης ή και ο Ανάξαρχος). Τα λίγα πράγματα που είχε μάθει η Θαίδα για το τι συνέβη εκεί, προέρχονταν από τον Πτολεμαίο.

Στη δίκη ο Ερμόλαος αποδέχτηκε την κατηγορία της απόπειρας φόνου για την οποία και ανέλαβε ολόκληρη την ευθύνη∙ και όχι μόνον αυτό: παρουσίασε τον εαυτό του ως ¨τυραννοκτόνο¨ που προσπάθησε να απαλλάξει τους Μακεδόνες και τους λοιπούς Έλληνες από έναν ηγέτη που είχε γίνει αλαζόνας, θαυμαστής του ασιατικού τρόπου ζωής και διοίκησης, υποστηρικτής ανελεύθερων συμπεριφορών, όπως η προσκύνηση, και που είχε διαπράξει εγκλήματα όπως η θανάτωση γενναίων Ελλήνων σαν τον Φιλώτα, τον Παρμενίωνα ή, πιο πρόσφατα, τον στρατηγό Κλείτο. Η απόφαση που πήρε η σιωπηλή και σκυθρωπή αυτή συνέλευση ήταν η αποδοχή της ενοχής των κατηγορούμενων, ενώ η ποινή ήταν θάνατος και μάλιστα όχι με ακοντισμό, αλλά με λιθοβολισμό, όπως αξίζει στους προδότες.

Η δίκη ολοκληρώθηκε σύντομα, μέσα  στις πρωινές ώρες της ημέρας εκείνης, ενώ η εκτέλεση έγινε το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Ειπώθηκε ότι το μεσημέρι ανάμεσα στη δίκη και την εκτέλεση, ο Ερμόλαος και οι λοιποί συνωμότες συμπλήρωσαν την ομολογία, κατονομάζοντας τον Καλλισθένη ως εμπνευστή και καθοδηγητή της ομάδας. Με βάση αυτήν -την υποτιθέμενη- μαρτυρία, την επομένη μέρα ο Ολύνθιος συνελήφθη. 

τοξοτης

……….

[1] Ορισμένοι επίλεκτοι γόνοι των μακεδόνων ευγενών υπηρετούσαν ως ¨βασιλικοί παίδες¨ από δεκατεσσάρων έως εικοσιενός ετών. Ακολουθούσαν και υπηρετούσαν τον Άνακτα, ενώ παράλληλα εκπαιδεύονταν στην στρατιωτική και τη διοικητική τέχνη.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο έβδομο: Στην Βαβυλώνα

Posted by vnottas στο 10 Ιουνίου, 2018

Μέρος Η΄ 

Κεφάλαιο έβδομο: Βαβυλώνα. Στο ανάκτορο του Άρπαλου

imagesCAXBJ1K5

Στην όψη δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα αυτά τα τρία τελευταία χρόνια που είχα να τον δω. Με αγκάλιασε, με φίλησε, μετά κάθισε στο ανάκλιντρό απέναντί μου, ύψωσε σε πρόποση την κύλικά του και μου είπε:

Ε, ναι. Αυτή τη φορά Μεγαρέα με βρίσκεις εδώ, στη μεγάλη Βαβυλώνα. Την ανυπέρβλητη. Την Αμαρτωλή. Εδώ, όπου έχει κανείς την εντύπωση πως ό, τι ήταν να γίνει, έχει ήδη συμβεί! Κι όμως, ακόμη και εδώ στην Βαβυλώνα την μυθική, την απροσδόκητη, την ετερογενή και την πολυπρόσωπη, καμιά φορά -όχι σπάνια- έτσι μου ‘ρχεται να τα κοπανίσω όλα χάμω και να φύγω. Για αλλού. Όσο το ¨αλλού¨ υπάρχει. Προτού ο κόσμος  όλος κυριευθεί από τον Αλέξανδρο και καταχωρηθεί από τον Αριστοτέλη…

Δεν ξέρω τι με πιάνει και στα λέω όλα αυτά. Ίσως είναι που σε πρωτοσυνάντησα σε ταξίδι. Θυμάσαι φαντάζομαι: στο δρόμο για την Περσέπολη. Στο χάνι όπου εξουδετερώσαμε τους αντάρτες που σου είχαν επιτεθεί. Είναι που όταν ταξιδεύω γίνομαι κάπως πιο ανοιχτός, πιο ομιλητικός. Εξομολογητικός θα έλεγα. Ανοίγομαι Μεγαρέα και έτσι γίνομαι πιο εύθραυστος. Συμβαίνει και σε άλλους από ό, τι ξέρω…

Το αστείο είναι πως την ομάδα στην οποία ανήκεις δεν την είχα ποτέ σε μεγάλη εκτίμηση. Κολλημένους, φανατικούς, έτσι θεωρούσα όλους εσάς γύρω από τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο. Μετά τα έφερε έτσι η υφάντρα η Ειμαρμένη που άλλαξα κάπως οπτική. Τουλάχιστον όσο αφορά εσένα Μεγαρέα. Γι αυτό, σου λέω, μου προξενεί χαρά που σε ξαναβλέπω. Όσο κι αν, στο επαναλαμβάνω: θα προτιμούσα να σε συναντήσω στην Αθήνα. Να ‘ρθω εγώ ξανά εκεί. Μαζί με την Πυθιονίκη και το πλασματάκι που μου χάρισε.

Όμως, Εκείνος εξακολουθεί να με προλαβαίνει. Αφού με συγχώρεσε για όποια τάση φυγής είχα δείξει στο παρελθόν, μου είπε, -γελώντας, για να τα λέμε όλα- ότι η Βαβυλώνα, αυτός ο σκοτεινός, ο μαύρος ήλιος που τριγύρω του περιστρέφονται όλες οι πλούσιες και μυστηριώδεις πόλεις της Ανατολής, είναι ο τόπος όπου θα έπρεπε να εγκατασταθώ.  Κι αφού αγαπώ ¨έως εξαντλήσεως¨ το χρήμα -έτσι νομίζει!- από εδώ θα πρέπει να διευθύνω και πάλι τα οικονομικά της εκστρατείας.

Δεν χρειάστηκε να πω ¨ναι¨. Η συναίνεσή μου ήταν αυτονόητη. Εκείνος συνέχισε το επικό του ταξίδι προς την Ανατολή, την Δόξα, το Όριο και το Τέλος του Κόσμου και εγώ, κάτω από τα ζηλόφθονα βλέμματα των καινούργιων του τάχατες ¨φίλων¨,  τραπεζιτών, εμπόρων, κολάκων και δολοπλόκων, εγκαταστάθηκα στην αρχαία αυτή Μητρόπολη. Δεν είναι πια η Βαβυλώνα αυτή που υπήρξε κάποτε, αλλά, πού θα πάει, θα τη μπολιάσουμε με τα δικά μας και θα προκύψει σίγουρα κάτι αλλιώτικο. Ίσως ενδιαφέρον, ποιος μπορεί να ξέρει;!

Ωστόσο, Μεγαρέα, μαθαίνω τι γίνεται στην Αυλή και στο Μέτωπο. Μη ξεχνάς πως πέρα από τους συνομήλικους παλιούς εταίρους, που εγώ τους γνωρίζω και εκείνοι ισχυρίζονται πως με ξέρουν καλά, υπάρχουν και οι άκρατοι ¨αυτοκρατορικοί¨ που στήνουν τις πλεκτάνες τους στα ανάκτορα∙ αυτοί νομίζουν πως είμαι υποχείριο του ίδιου του δικού τους θεού: του Χρήματος! (Στη δική τους γλώσσα το λένε ¨Μαμωνά¨). Άρα με θεωρούν κατάλληλο και προσεγγίσιμο, και μου εκμυστηρεύονται διάφορα!

Έτσι έμαθα για τα τελευταία κατορθώματα του δικού σου. Σε ειδοποίησα: Η θέση και η εξουσία του παραπαίουν. Εκτιμώ ότι, παρά τους κινδύνους που συνεπάγεται η παρουσία σου εδώ, ήρθες να του συμπαρασταθείς. Θα σου τα πω λοιπόν αναλυτικά. Μετά θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε.

ξ

Ο Άρπαλος, πριν προχωρήσει στην αφήγησή του,  θέλει να μου δείξει ότι είναι σε θέση να εκτιμά και να αναλύει τις στρατιωτικές καταστάσεις, καθώς και τις επιπτώσεις τους πάνω στα λοιπά γεγονότα:

Η εκστρατεία, Μεγαρέα,  βρίσκεται πλέον κυριολεκτικά στα όριά της, τουλάχιστον τα βορειανατολικά, δηλαδή σε τόπους χωρίς μεγάλες πόλεις, δίχως ευδιάκριτα σύνορα, σε άμεση πλέον επαφή με τις νομαδικές και φιλοπόλεμες φυλές των Σκυθών.  Καθώς, παράλληλα, οι ντόπιοι λαοί της Βακτριανής και της Σογδιανής εφαρμόζουν μεθόδους ευλύγιστης αντίστασης και αποφεύγουν τις συγκρούσεις με το κύριο σώμα του στρατού, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να αναπροσαρμόσει την τακτική  του, και χώρισε τη στρατιά σε μικρότερα, πιο ευέλικτα τμήματα. Ανάμεσά τους υπάρχει πλέον και το νεοσύστατο ¨τάγμα των ατάκτων¨, όπου καταλήγουν όσοι έχουν διατυπώσει επικρίσεις για την ηγεσία. Όμως, απ’ ό, τι  φτάνει στ’ αυτιά μου,  οι ανησυχίες και οι δυσαρέσκειες ανάμεσα στους οπλίτες δεν έχουν πάψει, αντίθετα έχουν γίνει περισσότερο ορατές από ό, τι άλλοτε.

Αλλά, τα έμαθες υποθέτω,  δεν είναι μόνον οι στρατιώτες που δυσανασχετούν: μετά τα αιματηρά γεγονότα που συνέβησαν πρόσφατα στους υψηλούς ηγετικούς κύκλους, ανήσυχοι είναι και οι στρατηγοί. Ιδιαίτερα οι παλιοί στρατηγοί του Φίλιππου. Ο δικός σου, ο Ολύνθιος, παρά το ότι δουλειά του είναι να ωραιοποιεί προς όφελος της εκστρατείας τα όσα συμβαίνουν, δείχνει να συμμερίζεται τις κριτικές τους. Τάχθηκε μάλιστα ανοιχτά με εκείνους που αμφισβητούν την ¨θεοποίηση¨ του Αλέξανδρου και την συνεπαγόμενη ¨προσκύνηση¨. Έτσι, οι εχθροί του βρήκαν την ευκαιρία να εντείνουν την πολεμική και την υπονόμευσή του.

.

Σε μια τουλάχιστον περίπτωση έτυχε να είμαι παρών. Ήταν στα Βάκτρα πριν απ’ τον γάμο, αλλά όχι πολύ καιρό πιο μπροστά, σε ένα από τα συμπόσια του ξεχειμωνιάσματος. Παρών ήταν κι αυτή η νυφίτσα ο Ανάξαρχος: ο κουτοπόνηρος σοφιστής που -σκέψου!- θέλησε να μου πουλήσει εκδούλευση, ότι δήθεν ήταν ύστερα από δική του παρέμβαση που ο Αλέξανδρος μου ανάθεσε ξανά τη διεύθυνση των οικονομικών της εκστρατείας. Ακόμη γελάω  με το θράσος του. Τέλος πάντων.

Ο Ανάξαρχος λοιπόν αγόρευε κι έλεγε: ¨Πείτε μου λοιπόν φίλοι μου, αμφιβάλλει κανείς από σας ότι ο Αλέξανδρος θα αναγορευτεί κάποτε Ήρωας άξιος να του αποδοθούν θεϊκές τιμές; Όχι βέβαια! Τέτοιες τιμές έχουν αποδοθεί και σε άλλους, που έκαναν πολύ λιγότερα απ’ αυτόν. Αλλά είναι πιθανό, τότε, εμείς να μη μπορούμε να τον δούμε ευτυχή και ικανοποιημένο από την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μας, μια που θα βρίσκεται πλέον στον δυσδιερεύνητο κόσμο των Θεών!

Γιατί λοιπόν να μην του αποδώσουμε αυτές τις τιμές από τώρα, και έτσι να έχουμε την ευτυχία να τον δούμε ιδίοις όμμασι να τις απολαμβάνει;¨

Χαρά να δεις οι ¨προσκείμενοι¨ Πέρσες αυλικοί, που σε αυτές τις -ακροβατικές!- επικύψεις είναι μανούλες: άρχισαν να μπαίνουν στην ουρά για να ξαναπροσκυνήσουν τον Μεγάλο Αφέντη από την Δύση! Αντίθετα οι έλληνες στραβομουτσούνιασαν κάτω από τις κοντοκομμένες γενειάδες τους.

Ramat-Rachel_gardenimage

Το λόγο πήρε τότε ο δικός σου,  ο Ολύνθιος.

¨Θα σου άρεσε Ανάξαρχε¨ ρώτησε απ’ ευθείας τον σοφιστή, ¨ένας απλός ιδιώτης να απαιτήσει να του αποδίδονται οι ίδιες τιμές που όλοι εμείς επιφυλάσσουμε μόνον στον Βασιλιά μας; Θα το έβρισκες θεμιτό να εκφωνούμε βασιλικούς επαίνους και να δίνουμε βασιλικούς ασπασμούς στον οποιονδήποτε; Εάν ναι, πες το μας να το ξέρουμε. Εάν όμως όχι -όπως είναι λογικό-, τότε απάντησέ μου σε παρακαλώ: δε νομίζεις ότι οι Θεοί θα οργιστούν εάν δουν να χρησιμοποιούμε απευθυνόμενοι στον βασιλιά μας τις ενδείξεις αγάπης και σεβασμού, όπως το προσκύνημα,  που προορίζονται  μόνον και αποκλειστικά για εκείνους;

Διότι Ανάξαρχε Αβδηρίτη, απ’ όσο εγώ ξέρω, άλλες είναι οι τιμές που πρέπει να απευθύνονται στους αθάνατους Θεούς, άλλες εκείνες που προορίζονται για τους Βασιλείς και τους Ηγεμόνες και άλλες εκείνες που απευθύνουμε στους απλούς πολίτες.

Θα μου πεις ότι οι Πέρσες, καθώς και άλλοι ανατολίτες ηγέτες το κάνουν: επιχειρούν να παρουσιαστούν στους υπηκόους τους ως εάν ήσαν Θεοί και τους επιβάλλουν την Προσκύνηση. Για πες μου όμως, σε τι τους ωφέλησε αυτή η ένδειξη, όχι αγάπης αλλά υποταγής, όταν, όπως όλοι ξέρουμε, ο ¨θεός¨   Κύρος (του Καμβύση) νικήθηκε παλιότερα από τους φτωχούς αλλά ελευθερόφρονες Σκύθες, ο ¨θεός¨ Ξέρξης νικήθηκε από τους ελεύθερους πολίτες της Ελλάδας, ο ¨Θεός¨ Αρταξέρξης ταπεινώθηκε από τους Μύριους του Ξενοφώντα και του Κλέαρχου και ο πολυπροσκυνημένος Μεγάλος Βασιλέας Δαρείος νικήθηκε από τον Αλέξανδρο, που εμείς τον αγαπάμε χωρίς να χρειάζεται να τον προσκυνήσουμε για να του αποδείξουμε την αγάπη μας; Άλλωστε οι πρόγονοι του Αλέξανδρου μπορεί να μην ήταν θεοί, αλλά ξεκίνησαν από το Άργος για να φτιάξουν εκεί, ανάμεσα στους έλληνες του Βορρά ένα βασίλειο όπου να κυριαρχούν οι νόμοι και όχι η δουλοπρεπής υποταγή ανελεύθερων υπηκόων¨.

arxaia-ellada-00-loutroforos-min

Κάτι τέτοια τολμηρά έλεγε ο δικός σου, οι στρατηγοί που παρακολουθούσαν με έντονο ενδιαφέρον την διένεξη κουνούσαν επιδοκιμαστικά τα κεφάλια τους και εγώ Μεγαρέα, εγώ που ούτε η ¨Προσκύνηση¨ ούτε τα παιχνίδια εξουσίας με συγκινούν και με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, εγώ που την απάντηση στα ερωτήματά μου την ψάχνω αλλού κι αλλιώς, εγώ είπα να κοιτάξω με άλλο μάτι τον ίσαμε τότε αντιπαθή Καλλισθένη. Σκέφτηκα και κατάληξα ότι ακόμη κι εγώ, που έχω κάθε λόγο να αγαπώ τον Αλέξανδρο, αν με υποχρέωνε να τον προσκυνήσω, θα τον μισούσα.

Ξέρεις τι έκανα μετά; Του το είπα. Του Αλέξανδρου. ¨Σου χρωστάω πολλά¨, του είπα, ¨αλλά εάν με βάλεις να σε προσκυνήσω, θα σε μισήσω¨. Και ακόμη του είπα:  ¨Θυμάσαι τότε που πήγες κόντρα στον πατέρα σου τον Φίλιππο, εκείνος σε έδιωξε από την Αυλή και εμείς οι φίλοι σου σε ακολουθήσαμε στην εξορία; Τότε λοιπόν, να ξέρεις, σε αγαπούσαμε και σε θαυμάζαμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αλλά δεν σε προσκυνούσαμε… Προτιμούσαμε να παίζουμε μαζί σου καρπαζιές και να γελάμε!¨

Εκείνος χαμογέλασε και μετά με κοίταξε σκεφτικός. ¨Λες λοιπόν ότι πρέπει να ακούσω τις συμβουλές του συγγενή του Αριστοτέλη;¨

¨Γιατί όχι. Δε μου φάνηκε τόσο φανατικός όσο τον νόμιζα. Αν κατάλαβα καλά, λέει πως με τους ντόπιους μπορείς να συμπεριφερθείς με όποιο τρόπο θεωρείς ότι τους ταιριάζει. Αν σε προτιμούν θεό, γίνε γι αυτούς θεός. Όχι όμως για τους Έλληνες.  Αυτοί, όπως ισχυριζόταν και ο Αριστοτέλης, αξίζουν διαφορετική συμπεριφορά¨.

Αυτήν τη φορά, ακούγοντας από μένα το όνομα του δασκάλου μας, ο Αλέξανδρος συννέφιασε.

 ¨Ο Αριστοτέλης! Ξέρεις τι έμαθα πρόσφατα; Ορισμένες από τις απόρρητες διδασκαλίες του, τις ¨ακροαματικές¨, εκείνες που προορίζονταν, από ό, τι ο ίδιος έλεγε, μόνο για τα αυτιά των μυημένων ηγετών, τις δημοσίευσε μαζί με τα τελευταία του συγγράμματα.  Του έστειλα επιστολή ότι εξεπλάγην και ότι διαμαρτύρομαι, αλλά ακόμη δεν έχω λάβει την απάντησή του κι αυτό δεν μ’ αρέσει¨. Έτσι μου είπε.

Έχε το κι αυτό στο νου σου  Μεγαρέα, γιατί αν τελικά συναντήσεις τον Αλέξανδρο, να ξέρεις ότι ενδέχεται  να σε ρωτήσει σχετικά.

.

Και ο Άρπαλος κατέληξε λέγοντάς μου τα εξής:

Ο Βασιλιάς για ένα διάστημα έδειξε διαλλακτικός απέναντι στους πολέμιους της προσκύνησης και απέναντι στον ίδιο τον Καλλισθένη. Αλλά μόνον για ένα διάστημα. Μετά, απ’ ό, τι έμαθα,  η συμπεριφορά του άλλαξε και πάλι.

Είναι πολύ πιθανό να συνέβη αυτό που τελευταία ψιθυριζόταν έντονα: Ο Αλέξανδρος ενδέχεται να πείστηκε ότι αξίζει το κόπο να κατευθύνει τα στρατεύματά του, ακόμη πιο ανατολικά, ενάντια στους λαούς του Ινδού ποταμού. Και προτού ξεκινήσει θέλει να κλείσει οριστικά με τα θέματα που θεωρεί ότι εκκρεμούν επικίνδυνα.

Είναι πολλά τα χρήματα που, αντί να παραμείνουν εδώ στα θησαυροφυλάκια της γηραιάς Βαβυλώνας (και αν είναι να θυσιαστούν, να θυσιαστούν για τη Χαρά της Ζωής, όπως θα πρότεινα εγώ) μεταφέρονται εσπευσμένα στο μέτωπο για να αφιερωθούν στον ανικανοποίητο θεό του πολέμου∙ έτσι η υπόθεση για την παράταση της εκστρατείας μοιάζει να επιβεβαιώνεται.  

Εν τω μεταξύ μαθαίνω πως από τον Ολύνθιο αφαιρέθηκε -άγνωστο εάν προσωρινά ή όχι- το καθήκον της συγγραφής των ¨βασιλικών εφημερίδων¨. Λέγεται επίσης πως άρθηκαν οι αρμοδιότητές του που αφορούν στην εποπτεία της συλλογής πληροφοριών και γνώσεων. Το γεγονός ότι, όπως μου είπες, δεν παίρνεις απαντήσεις στα γράμματα που του απευθύνεις, σημαίνει ή ότι οι επιστολές σου κατάσχονται, άρα πιθανότατα κινδυνεύεις με σύλληψη, ή ότι εκείνος τις λαμβάνει μεν, αλλά επιτηρείται και αδυνατεί να σου απαντήσει.

image001(5084)

Αυτά είναι μερικά από όσα ειπώθηκαν την πρώτη μέρα της άφιξής μου στην Βαβυλώνα, ύστερα από ένα κουραστικό, αλλά χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις ταξίδι. Σκαρφαλώνοντας στα δασωμένα βουνά της Φοινίκης, διασχίζοντας τις ερήμους και τις οάσεις της Συρίας, και μετά πλέοντας στα ποτάμια της Μεσοποταμίας ή καλπάζοντας στις όχθες τους, καταφέραμε να φτάσουμε στην (ακόμη και σήμερα) εντυπωσιακή Βαβυλώνα. Κοιτώντας και πάλι τα τείχη και τους πύργους της αναρωτήθηκα ξανά πώς και γιατί αυτή η φαινομενικά πανίσχυρη πόλη μας παραδόθηκε αμαχητί και ποιο σκουλήκι την έτρωγε αθόρυβα από τα μέσα. Όμως εκείνες τις μέρες δεν είχα ούτε τον χρόνο ούτε τη διάθεση να διερευνήσω τέτοια θεωρητικά ζητήματα. Εδώ θα έπρεπε να συναντήσω τον Άρπαλο, να πάρουμε (εγώ και οι συνοδοί μου) μια σύντομη ανάσα, να ανεφοδιαστούμε και να συνεχίσουμε για το απομακρυσμένο μέτωπο.

Εκείνη τη νύχτα, μετά τη κουβέντα με τον Άρχοντα του Θησαυροφυλακίου,  θα είχα πολλά να σκεφτώ, αλλά δε τα κατάφερα. Ο γλυκός ασφαλής ύπνος που εξασφάλιζαν τα δροσερά υπνοδώματα του μέγαρου του Άρπαλου με κατακυρίευσε αμέσως. Αν είδα όνειρα, αυτά δεν χαράχτηκαν στη μνήμη μου. Εκείνο που θυμάμαι είναι ένα  σγουρόμαλλο κεφάλι πάνω από το δικό μου, καθώς ο Οινοκράτης έκανε ό, τι μπορούσε για να με ξεκόψει από τον απατηλό κόσμο του Μορφέα και να με επαναφέρει στο ζόρικο κόσμο της αφύπνισης.

«Ξύπνα προϊστάμενε, ξύπνα! Είναι πρωί προχωρημένο και ο Άρχοντας Άρπαλος θέλει να σε δει κατεπειγόντως. Πρέπει να έφτασαν κάποια νέα που μας αφορούν. Ξύπνα γιατί θα σου κάνω ό, τι έκανα όταν ήσουν μικρός…» Μισάνοιξα τα βλέφαρα και περισσότερο μάντεψα παρά είδα ότι κρατούσε ένα μεγάλο αγγείο με νερό, όπου τσαλαβουτούσε ένα πανί και προσπαθούσε να μου το τρίψει στο πρόσωπο. «Δεν αστειεύομαι θα το αδειάσω  όλο πάνω σου όπως έκανα όταν ήσουνα ατίθασος πιτσιρικάς!»

Υπέκυψα στον εκβιασμό και ανασηκώθηκα. Ύστερα από λίγο βρισκόμουν μπροστά στον Άρπαλο. Δίσταζα ακόμη να πω: κοντά στον ¨φίλο¨ Άρπαλο, αλλά είναι γεγονός ότι, όπως ήρθαν τα πράγματα, ήθελα δεν ήθελα, δε μπορούσα παρά να του δείξω εμπιστοσύνη.

.images (21)

Βημάτιζε πέρα δώθε μπροστά στο γραφείο, με τον ιδιόρρυθμο τρόπο που του επέβαλε το κοντύτερο πόδι του. Στο ένα χέρι κρατούσε έναν μισοτυλιγμένο πάπυρο. Τον σήκωσε ψηλά για να μου τον δείξει.

«Είναι νέα πού μόλις έφτασαν από το μέτωπο της εκστρατείας. Ελπίζω να κοιμήθηκες καλά απόψε, γιατί απ’ ότι βλέπω, αν θέλεις να προλάβεις τον Ολύνθιο ζωντανό, πρέπει να ξεκινήσεις αμέσως: Σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται εδώ, ο Καλλισθένης συνελήφθη και φυλακίστηκε. Γιατί; Διότι εκδηλώθηκε και πάλι συνωμοσία με σκοπό τη δολοφονία του Αλέξανδρου. Και θεωρείται υποκινητής!»

Θυμήθηκα την επιστολή της Θαίδας. Μου έγραφε ότι ανάμεσα στα όσα σχεδίαζαν οι Άλλοι για τον Καλλισθένη, ήταν και το να τον αναμείξουν σε μια πλεκτάνη όπου θα συμμετείχαν, ή θα πρωτοστατούσαν, οι ¨βασιλικοί παίδες¨.

«Είναι ανακατεμένοι οι νεαροί ακόλουθοι του Αλέξανδρου;» ρώτησα.

Έμεινε ακίνητος και με κοίταξε προσεκτικά.

«Εσύ πού το ξέρεις;»

Του είπα ότι απρόσεκτοι ¨αυτοκρατορικοί¨ σχεδίαζαν να εμπλέξουν τον Καλλισθένη σε μια νεανική ανταρσία, και μιλούσαν γι αυτό μπροστά σε νεαρές αλλά καθόλου ανεγκέφαλες εταίρες. Και ότι αυτές οι προθέσεις τους είχαν φτάσει στα αυτιά μου ήδη πριν αναχωρήσω από την Αθήνα.

«Καμιά φορά ξεχνάω τις πολυσχιδείς αρμοδιότητές σου», μου είπε με μισό χαμόγελο. «Αν αυτό είναι το σχέδιο, μπήκε ήδη σε εφαρμογή. Μου ξαναέδειξε τον κύλινδρο. «Πράγματι, εδώ αναφέρεται πως κάποιοι έφηβοι ευγενείς φέρονται ως οι επίδοξοι εκτελεστές του βασιλοκτόνου κινήματος. Αλλά…», -μου έδωσε τον πάπυρο-  «κοίτα και μόνος σου, εδώ δεν υπάρχουν άλλες λεπτομέρειες».

«Εσύ όμως υπήρξες ¨βασιλικός παις¨, άρα ξέρεις εάν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο».

Στο πρόσωπό του φάνηκε μια στάλα νοσταλγίας.

«Ναι», μου απάντησε ύστερα από λίγο. «Ναι, ήμουν ¨βασιλικός παις¨ και ναι, μια εξέγερση των νεαρών ευγενών, έστω  κι αν έχει λίγες πιθανότητες επιτυχίας, μπορεί πάντα να συμβεί. Πρώτον γιατί είναι νέοι, δικαιούνται να ονειρεύονται το απόλυτο και είναι επιρρεπείς να πιστέψουν ότι το απόλυτο είναι εφικτό. Δεύτερον, γιατί είναι παιδιά αρχόντων και στρατηγών. Αν στους οίκους τους υπάρχει δυσαρέσκεια και αμφισβήτηση, είναι αναμενόμενο να την συμμερίζονται και αυτοί, και μάλιστα με το αυξημένο πάθος της νιότης τους. Τρίτον γιατί ζουν την καθημερινή ζωή του βασιλιά, την οποία εξυπηρετούν και περιφρουρούν. Άρα είναι παρόντες εκεί όπου κανείς άλλος δεν καταφέρνει να φτάσει.

Επομένως, ναι Εύελπι Μεγαρέα. Τα παιδιά είναι δυνατό να επαναστατήσουν. Όμως τα παιδιά είναι άπειρα. Για να σταθεί η υπόθεση της ανταρσίας είναι απαραίτητη η παρουσία κάποιου έμπειρου καθοδηγητή…»

«Φεύγω…» τον διέκοψα.

«Περίμενε», μου είπε. «Ξέρεις τι έκανα μετά τη κουβέντα μου με τον Αλέξανδρο σχετικά με τον Καλλισθένη; Προμηθεύτηκα τα συγγράμματα του Ολύνθιου. Εδώ τα έχω σχεδόν όλα! Κοίτα, εδώ είναι τα ¨Αποφθέγματα¨, εδώ τα ¨Ελληνικά¨, εδώ το σύγγραμμά του για τη Φωκίδα και τον Ιερό πόλεμο, και ετούτα είναι όσα έχει εκδώσει μέχρι τώρα  από τις ¨Αλεξάνδρου Πράξεις¨.  Είμαι σίγουρος ότι ο συγγραφέας αυτών των κειμένων όχι μόνον αγαπάει τον Αλέξανδρο, αλλά και περιμένει από αυτόν πολλά και θετικά πράγματα. Ο Καλλισθένης μοιάζει να πιστεύει ότι οι Έλληνες πέρασαν σε μια νέα, ενδιαφέρουσα και χρήσιμη φάση της Ιστορίας. Και ότι μέσω του Αλέξανδρου αυτή η νέα φάση μπορεί να διαδοθεί σε πανανθρώπινη κλίμακα. Είναι επικριτικός σε ό, τι κοστίζει αίμα, και τώρα που μελέτησα τις γραφές του, δεν πιστεύω πως είναι δυνατό να συνωμοτεί για να δολοφονήσει τον Βασιλιά.  Θα μπορούσα, το πολύ, να τον πω αθεράπευτα αισιόδοξο!

Εμένα, μπορείς να με πεις περισσότερο κυνικό -ξέρεις τι εννοώ-  παρά αισιόδοξο. Αλλά τους αισιόδοξους μπορεί να μην τους πιστεύω, αλλά τους εκτιμώ -ίσως και να τους ζηλεύω μια στάλα. Για μένα ασκούν -ηθελημένα ή άθελά- μια φιλάνθρωπη παρηγορητική λειτουργία. Χαλάλι τους λοιπόν η συμπάθειά μου…»

«Φεύγω», επανέλαβα.

«Άκουσέ με Μεγαρέα. Σήμερα πρωί-πρωί διέταξα μια ειδική έρευνα και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι δεν έχει εκδοθεί εναντίον σου κανένα  ένταλμα σύλληψής. Τουλάχιστον -μέχρι στιγμής-  δεν έχει φτάσει ως εδώ κάτι τέτοιο. Γι αυτό, εάν σου δώσω μια γερή ομάδα που θα σε συνοδέψει ως το μέτωπο, δεν παραβαίνω καμία ρητή εντολή της διοίκησης».

«Δεν θέλω. Σε ευχαριστώ, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται. Όπως τα καταφέραμε ως εδώ, θα τα καταφέρουμε και στο υπόλοιπο ταξίδι. Πάντως ειλικρινά σε ευχαριστώ».

«Τότε δέξου κάτι άλλο. Πιο συμπαθητικό από μια ομάδα ενόπλων. Ίσως και πιο αποτελεσματικό.

Τον Αυτιά και τον Κάνθαρο θα τους θυμάσαι υποθέτω. Είναι οι παλιοί καλοί μου σωματοφύλακες, απολύτως έμπιστοι και απαράμιλλοι στις συγκρούσεις. Επί πλέον, ιδιαίτερα ο Αυτιάς, είναι δικτυωμένος σε μέρη και σε περιβάλλοντα που δεν μπορείς να φανταστείς. Παρ’ τους μαζί σου».

Το σκέφτηκα μία δύο στιγμές.

«Εντάξει», είπα τελικά, «φώναξέ τους».

«Είναι ήδη εδώ» μου χαμογέλασε ο Άρπαλος. «Θα τους βρεις στον προθάλαμο έτοιμους για αναχώρηση μαζί με τους δύο δικούς σου».

imagesσ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »