Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Εξομολόγηση’

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄Κεφάλαιο δέκατο: Εξομολογήσεις

Posted by vnottas στο 13 Ιουλίου, 2018

Μέρος 8ο Κεφάλαιο δέκατο: Ο Οινοκράτης, ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον. Εξομολογήσεις.

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

αρχείο λήψης

Μαζί με όλη τη συντροφιά του ταξιδιού, πλην του Εύελπι, πάω για άλογα. Ο προϊστάμενός μου είπε ότι ο Άρχοντας Ευμένης έχει ειδοποιήσει επειγόντως το κεντρικό ιπποφορβείο της στρατιάς (λίγο έξω από την πόλη, εκεί όπου σταβλίζονται τα καλύτερα  δημόσια άλογα) να μου παραδώσουν, χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις και δίχως τη συνηθισμένη διοικητική περιέργεια, ό, τι ζητήσω σε ίππους και ιπποσκευές.  Αρκεί να πω πως έρχομαι εκ μέρους του.

Τους παραδίδω λοιπόν τα ξεθεωμένα άτια που χρησιμοποιήσαμε στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής ως τα Βάκτρα και τους ζητάω: το καλύτερο άλογο που διαθέτουν για τον προϊστάμενό μου, δύο γοργά και υπάκουα για εμένα και τον Αυτιά, που μάλλον θα τρέξουμε πολύ τις επόμενες μέρες και έναν ιδιαίτερα εύσωμο ίππο σε θέση να σηκώσει αδιαμαρτύρητα τον σχεδόν γιγαντιαίο Κάνθαρο. Είπα να κάνω λίγη πλάκα στον φίλο μου, τον Χοντρόη, και φώναξα να μου φέρουν και έναν ευτραφή ονίσκο, αλλά μόλις είδα τα μάτια του να στρογγυλεύουν ακόμη περισσότερο του συνήθους από έκπληξη και απογοήτευση, έκοψα τα αστεία και του παράγγειλα μια εξαιρετική φορβαδίτσα που, μόλις την είδε όχι μόνο συνήλθε αμέσως, αλλά και -θα έλεγα- χλιμίντρησε από τη χαρά του σε άπταιστη ιπ-ιπ- ιπ-ποελληνική.

Καβαλικεύουμε και κατευθυνόμαστε προς την έξοδο του ιπποφορβείου και από εκεί πίσω προς το κέντρο των Βάκτρων. Δεν ξέρω πώς είναι αυτή η πόλη όταν ζει καιρούς ήρεμους και περιστάσεις ομαλές, όμως σήμερα πρέπει να έχει μάλλον ασυνήθιστη όψη. Στρατεύματα. Παντού. Όχι μόνο τα δικά μας, αλλά και άλλα, προερχόμενα από διάφορα σημεία των κατακτημένων περιοχών που καταφτάνουν για να ενισχύσουν την νέα εξόρμηση. Με περίεργες εξωτικές στολές, με αλλιώτικο οπλισμό, ακόμη και με διαφορετικό βηματισμό, διασταυρώνονται ανταλλάσσοντας τους τελετουργικούς χαιρετισμούς αναγνώρισης που μόλις αποστήθισαν. Ανάμεσά τους καλπάζουν οι παντός είδους αγγελιοφόροι και περιφέρονται οι γηγενείς κάτοικοι παρατηρώντας με δικαιολογημένο ενδιαφέρον τις μετακινήσεις. Οι ντόπιοι, ανταλλάσσουν χαμηλόφωνα εικασίες για το τι μπορεί τελικά να προκύψει από όλη αυτή την αναμπουμπούλα.

Σε μια πλατεία βλέπω Έλληνες στρατιώτες καθισμένους περιμετρικά να παρακολουθούν έναν αξιωματικό που τους δείχνει και τους περιγράφει ένα τεράστιο άλλα μάλλον ήρεμο κτήνος που στέκεται υπομονετικά εκεί δίπλα επιβλεπόμενο από μια ομάδα ιθαγενών: Ένας ελέφαντας. Πλησιάζουμε για να δούμε καλύτερα το περίφημο ζώο-όπλο των Ινδών. Μεγαλύτερος και πιο υπάκουος από εκείνους που είχαμε ήδη συναντήσει στην Αίγυπτο, λέγεται πως έτσι και κατευθυνθούμε προς την Ινδία, θα έχουμε να κάνουμε μαζί του. Λέγεται επίσης ότι ο Ελέφαντας είναι θεός -τουλάχιστον για τους Ινδούς.

Θεός ή μη έχει τα αδύναμα σημεία του και αυτά προσπαθεί να περιγράψει ο έμπειρος αξιωματικός στους στρατιώτες. Αυτή τη στιγμή έχει διατάξει δύο οπλίτες να συγκρούουν τις ασπίδες τους προκαλώντας ηχηρό σαματά. Το ζώο τρομάζει, αναπηδάει και οι ανατολίτες που το  επιβλέπουν κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο.

Ο αξιωματικός δίνει αμέσως εντολή  στους ασπιδοφόρους να σταματήσουν τη φασαρία. Το ζώο ηρεμεί. Το ακροατήριο καλμάρει επίσης και ακούγονται κάποια σχόλια που προξενούν γέλια.

ξκλ

Λέω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε την πορεία μας και οι φίλοι μου συγκατανεύουν και με ακολουθούν, όταν αντιλαμβάνομαι ότι εκεί δίπλα προσπερνάει κατευθυνόμενος προς το ιπποφορβείο ένας καβαλάρης που τον γνωρίζω. Και εκείνος επίσης. Λέω να του φωνάξω, αλλά δαγκώνομαι. Ο Εύελπις είπε πως, για την ώρα, η παρουσία μας στα Βάκτρα πρέπει να είναι διακριτική. Όμως εκείνος, ένα βήμα παρακάτω, τραβάει τα χαλινάρια και στρίβει προς τα πίσω για να με δει καλύτερα.

«Οινοκράτη;!» φωνάζει.

Κάνω τον έκπληκτο. «Ευρυμέδοντα;!»

Κατεβαίνουμε από τα άλογα και αγκαλιαζόμαστε.

«Είναι κι ο Εύελπις εδώ; Πότε φτάσατε;»

«Δεν είναι πολύ. Τώρα μόλις άλλαξα τα άλογα του ταξιδιού. Εσύ;»

«Ήμουν σε αναγνωριστικό ταξίδι. Δε μπορώ να σου πω τίποτα άλλο. Μπορώ όμως να σε κεράσω μια φιάλη κεκραμένο. Είσαι;»

«Δεν είμαι μόνος μου και έχω να παραδώσω μερικά πράγματα. Όμως μπορούμε να τα πούμε το απομεσήμερο. Εντάξει;»

«Εντάξει».

«Πού; Διάλεξε εσύ που ξέρεις καλύτερα τα κατατόπια».

«Απέναντι από τον ναό της Αναίτιδας στο κέντρο, φαντάζομαι πως τον ξέρεις, υπάρχει ένα μικρό κυλικείο με εδέσματα και ροφήματα∙ τοπικά μεν αλλά εκλεκτά. 

«Έγινε. Συνάντηση λοιπόν μόλις οι σκιές εγκαταλείψουν την κατακόρυφο».

.images (22)

Είχα σκοπό να πάω να βρω το Πουλχερίδιον. Δεν της έχω γράψει ότι έρχομαι και εάν η Θαΐδα δεν την έχει ήδη πληροφορήσει σχετικά, λέω να της κάνω έκπληξη. Και να την ανακρίνω. Με την καλή έννοια, βέβαια. Δεν νομίζω πως ξέρει ενδιαφέροντα γεωπολιτικά μυστικά, αλλά ελπίζω να ξέρει τι αισθάνεται για μένα.

Ας το πω αλλιώς: Επειδή έτυχε, όπως ακριβώς και ο Εύελπις, να προσβληθώ κι εγώ  από την  σαγήνη μιας γυναίκας που ο δρόμος της δεν διασταυρώνεται αυτόματα με το δικό μου, αλλά που για να την κερδίσω θα πρέπει να πάρω αποφασιστικές πρωτοβουλίες, λέω πως είναι καιρός να δράσω. Αλλά πρώτα πρέπει να ξέρω. Τα βασικά. Την τελευταία φορά που την είδα ήτανε σίγουρα ερωτοχτυπημένη με τον Ευρυμέδοντα. Τον νεαρό Θεσσαλό ιππέα με τον οποίο συνταξίδεψε από την Περσέπολη ως τα Σούσα. (Ή μήπως έτσι μου φάνηκε, ή μήπως το ενδιαφέρον που διαπίστωνα ανάμεσά τους ήταν αντανάκλαση από εκείνο που εγώ άρχιζα τότε να αισθάνομαι γι αυτήν;) 

Έλεγα λοιπόν να πάω να τη βρω σήμερα, αμέσως μετά την παράδοση του αλόγου στον Εύελπι. Να όμως που η Ειμαρμένη μου έβαλε τρικλοποδιά και ο δρόμος μου διασταυρώθηκε αναπάντεχα με εκείνον του Θεσσαλού. Έστω. Ας δω πρώτα τον Ευρυμέδοντα. Αλλά ας είμαι προετοιμασμένος κατάλληλα. Γι αυτό, αφού παρέδωσα το άλογο στον Εύελπι, πριν ξεκινήσω για την πλατεία του ιερού ναού της Αναίτιδας (μια τοπική εκδοχή της Αφροδίτης, με ολίγη από Αρτέμιδα) πέρασα από το πανδοχείο όπου είχαμε προσωρινά καταλύσει και πήρα μαζί μου τα μυστικά μου όπλα.  

.ΘΥΣΙΕΣ

«Αδελφέ μου, δε ξέρω τίποτα για τα ζουμιά που καταναλώνουν οι πότες σε αυτή τη γωνιά του κόσμου. Όμως ο υποφαινόμενος Οινοκράτης είναι φημισμένος για την προνοητικότητά του. Γι αυτό έχω πάντα -σχεδόν πάντα- μαζί μου ένα φλασκί με χειροποίητο βελτιωτικό. Λίγες σταγόνες του αρκούν για να μετατρέψουν οποιοδήποτε ξύδι σε Νέκταρ. Ας πούμε ¨σχεδόν νέκταρ¨ για να μην προκαλέσουμε την οργή κανενός από τους δικούς μας θεούς, που είναι και λίγο παρεξηγιάρηδες», είπα και έβγαλα με προσοχή από τον δισάκο μου το δοχείο με τη Χαχόμα υπ’ αριθμόν δύο (τη ¨χειροποίητη¨ ή ¨αιρετική¨). Δεν ήταν μια εύκολη κίνηση γιατί μέσα στο σάκο, εκτός από τις δύο χαχόμες, είχα και το επικίνδυνο ¨δοχείο-οπλή¨, αφημένο εκεί μέχρις ότου βρω τον καλύτερο δυνατό κρυψώνα, εδώ στα Βάκτρα. Ήταν ένα τεκμήριο της συνωμοσίας των Άλλων που θα μπορούσε να μας χρειαστεί.

Εν τούτοις ο Ευρυμέδων δε χρειαζόταν πολλές- πολλές εξηγήσεις. Ήταν ευτυχής που βρήκε έναν παλιό γνώριμο, στον οποίο είχε εμπιστοσύνη και με τον οποίο δεν θα χρειαζόταν να υποκριθεί οτιδήποτε. Γιατί τα τελευταία χρόνια, πάνω κάτω από τότε που είχαμε να ειδωθούμε, ο Ευρυμέδοντας είχε εξελιχθεί σε έναν ικανό μυστικό διερευνητή.  Επομένως ήταν υποχρεωμένος να αλλάζει ταυτότητες και ιδιότητες. Ήξερα ήδη ότι, μετά τις ανακαλύψεις που είχαμε κάνει εμείς στα Σούσα, του είχε ανατεθεί η διείσδυση στο περιβάλλον των περσών πριγκίπων. Έτσι είχε  υποδυθεί τον δυσαρεστημένο μακεδόνα εταίρο, τους είχε προσεγγίσει και είχε εξασφαλίσει σημαντικές πληροφορίες που βοήθησαν τους χειρισμούς της ηγεσίας απέναντί τους. Μετά του ανατέθηκαν και άλλες ανάλογες αποστολές, που για την επιτυχή διεκπεραίωσή τους χρειάστηκε να γίνει: πλούσιος Ίωνας έμπορος, μοναχικός κυνηγός θηρίων στη παραμεθόριο σκυθοκρατούμενη ζώνη, ως και -τελευταία-  φιλομαθής δυτικός λόγιος εξερευνητής στη χώρα των Ινδών.

Έτσι ο Θεσσαλός είχε, ούτως ή άλλως, την καλή διάθεση, τόσο να πιει, όσο και να αφηγηθεί. Για τις όποιες θεμιτές αναστολές του φρόντισε η χειροποίητη αιρετική χαχόμα που, όπως έλεγα παραπάνω, έβγαλα από τον διπλό μου σάκο, ξεβούλωσα με προσοχή και έσταξα μερικές σταγόνες στο ρυζοποτό που μας είχε φέρει ένας ντόπιος σαρικοφόρος. Φυσικά ήπια και εγώ και, φυσικά επίσης, ξέχασα τα πάντα έως ότου, αργότερα, βρήκα στη τσέπη μου ένα πρόχειρο σημείωμα με τον γραφικό μου χαρακτήρα, που έλεγε: ¨Πιες λίγη Χαχόμα και θυμήσου: πιθανώς υπάρχουν νεότερα¨

.αρχείο λήψης (2)

«… Λοιπόν που λες, πίσω από το βουνό στα ανατολικά, υπάρχουν οι χώρες του ποταμού Ινδού. Το ποτάμι, αφού δεχθεί κάμποσους παραπόταμους που φέρνουν νερό από τα βουνά, κατευθύνεται προς το Νότο, στη θάλασσα των Περσών και, από κάποιο σημείο και μετά, είναι πλωτό. Τουλάχιστον σε μεγάλα τμήματά του. Στα νότια ρέει ανάμεσα σε ερημικές περιοχές, πράγμα που αν αληθεύει σημαίνει ότι η διείσδυση στην Ινδία από εκεί πρέπει να είναι δύσκολη. Αν είναι να γίνει η εισβολή, συμφέρει να την επιχειρήσουμε εδώ, αμέσως μετά τους βόρειους ορεινούς όγκους.

Τα βουνά εδώ γύρω είναι δύσβατα και πανύψηλα. Δυσκολεύτηκα πολύ να τα διερευνήσω. Σε μια φάση μάλιστα χάθηκα ανάμεσα τους.  Ήξερα πως έπρεπε να κατευθυνθώ δυτικά για να επιστρέψω εδώ, όμως τα μονοπάτια κατέληγαν σε απύθμενους γκρεμούς και σε αδιέξοδα. Δε ξέρω αν θα τα κατάφερνα να επιβιώσω, εάν ο καιρός δεν ήταν κάπως μειλίχιος και εάν δε συναντούσα κάτι καλόβολα ανθρωπάκια, τυλιγμένα σε μακριές ρόμπες, που με βοήθησαν και με φιλοξένησαν για κάποιο διάστημα. Ανακάλυψα έτσι ότι πρόκειται για ένα είδος ερημίτες-ιερείς που λατρεύουν έναν μακρινό βουνίσιο θεό, διαφορετικό από εκείνους των βραχμάνων Ινδών, αλλά και από τους θεούς που επικαλείται ο Πέρσης  προφήτης Ζωροάστρης. Τον λένε Βούδα ή κάπως έτσι. Οι ιερείς του ζουν, πολλοί μαζί, σε ένα μεγάλο οίκημα που κρέμεται στον βράχο σαν αετοφωλιά. Ως υπέρτατο αγαθό αναζητούν κάτι που μοιάζει με -¨ολύμπια¨ θα λέγαμε εμείς- ηρεμία! Είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια θρησκεία που φιλοσοφεί.  Σκέφτηκα πως το θέμα θα ενδιέφερε τον Καλλισθένη…  Αλήθεια τι συμβαίνει με τον Ολύνθιο; Πριν φύγω είχα μάθει πως έχει προβλήματα, τώρα μου λένε πως έχει συλληφθεί…»  

Πρέπει να του τα είπα. Όλα. Για τον Καλλισθένη και τη συνωμοσία των Άλλων, για την κατάσταση στην Αθήνα, για την ιστορία με τα αγάλματα των Τυραννοκτόνων και τη χειραφέτησή μου, για τις περιπέτειες του ταξιδιού προς και από την Αθήνα. Πιθανότατα τώρα θα τα έχει κιόλας ξεχάσει. Όμως εκείνο που μετράει είναι πως όταν τα πρωτάκουσε έδειξε ειλικρινές και συμπάσχον ενδιαφέρον. Με ρώτησε μάλιστα τι πρέπει να κάνει για να βοηθήσει. Του είπα να περιμένει. Αν τον χρειαστούμε θα τον ειδοποιήσουμε έγκαιρα.

Τώρα ήταν η σειρά μου να ρωτήσω. Αλλάζοντας θέμα.

«Εκείνο το ωραίο κορίτσι με το οποίο είχατε φτάσει μαζί στα Σούσα τι κάνει; Ναι, εκείνη που έφερνε την επιστολή της Θαίδας για την Φρύνη».

«Μάλλον λες για τη μικρή Πουλχερία. Έχεις δίκιο. Ήταν ένα ωραίο κορίτσι».

«Γιατί, τώρα δεν είναι; Της συνέβη κάτι;»

«Δεν ξέρω. Ελπίζω όχι, θα ήταν κρίμα. Μόνο που έχω καιρό να την δω. Με όλα αυτά τα ταξίδια που χρειάστηκε να κάνω τελευταία δεν είχα πολύ διαθέσιμο χρόνο»

Πρέπει να πήρα μια βαθειά ανάσα ανακούφισης.

Αλεξικ411

Ο ήλιος είχε ήδη κρυφτεί πίσω από τα δυτικά βουνά όταν φύγαμε από το κυλικείο της πλατείας της Αναίτιδας. Και οι δύο τελούσαμε σε κατάσταση όχι πλήρως ελεγχόμενης ευθυμίας. Μέσα μας η πίεση για εξομολογήσεις πρέπει να καταλάγιαζε κάπως, αλλά δεν είχαμε πάψει -και οι δύο, ταυτοχρόνως – ανάμεσα στα αλλεπάλληλα κύματα νύστας που μας πλημμύριζαν, να λέμε κι άλλα από τα σώψυχά μας ο ένας στον άλλο… Μετά αποχαιρετιστήκαμε με έναν αλληλέγγυο εναγκαλισμό και είπαμε να ξανασυναντηθούμε το συντομότερο για να πούμε κι άλλα.  Ο Ευρυμέδοντας απομακρύνθηκε γερτός πάνω στο άλογό. Ελπίζω το ζώο να ήξερε το δρόμο για το κατάλυμά του. Το δικό μου μάλλον δεν ήξερε και περίμενε σαφείς εντολές. Δεν το καβαλίκεψα, παρά πήρα τα χαλινάρια πεζός και το τράβηξα μαζί μου.

Νύσταζα. Πολύ. Όμως ήξερα πως η αιτία ήταν μια γνωστή παρενέργεια της Χαχόμας και αυτό με έκανε αισιόδοξο. Μα και βέβαια, θα μπορούσα να την ελέγξω την νύστα. Και ασφαλώς θα μπορούσα να κάνω απόψε εκείνο που θα ήταν συνετότερο να κάνω αύριο. Δηλαδή να επισκεφτώ το Πουλχερίδιο. Έτσι κι αλλιώς τα παραπατήματά μου με οδηγούσαν εκεί κοντά, προς το κτίριο όπου, όπως είχα έγκαιρα φροντίσει να μάθω,  ήταν εγκατεστημένη η Θαίδα και η ακολουθία της.

Παρέκαμψα την πολυτελή κεντρική είσοδο, έδεσα το άλογο σε έναν δημόσιο δετήρα και βρήκα μια ανώνυμη μικρή πόρτα στην πίσω μεριά. Την έσπρωξα. Δεν ήταν αμπαρωμένη από τα μέσα. Υποχώρησε και βρέθηκα σε ένα είδος μαγειρείου. Πάλι. Όπως και στην Αθήνα, στο Πρυτανείο, όταν παρακολουθούσα την Ιππαρχία.

«Εεεπ! Στάσου. Πού πας εσύ;» άκουσα μια λεπτή φωνούλα με έντονη ασιατική προφορά. Προερχόταν από έναν εύσωμο μάγειρα-ευνούχο, ο οποίος κάτι ανακάτευε μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι.

Έπνιξα ένα ξεχειλωμένο χασμουρητό, το μετέτρεψα με το ζόρι σε συμπαθητικό χαμόγελο και του είπα: «Γλυκύτατε Μάγειρα. Μπορεί να μη με γνωρίζεις, αλλά δεν είμαι ξένος, αντίθετα είμαι πολύ καλός φίλος των κυριών που διαμένουν σε αυτό το κτίριο. Θα σου ήμουν λοιπόν ευγνώμων  εάν ειδοποιούσες την νεαρή κυρία Πουλχερία πως ένας φίλος της την περιμένει εδώ».

Ο μάγειρας εξακολούθησε το ανακάτωμα με τη μεγάλη κουτάλα του. «Και ποιο είναι το όνομα του φίλου της μικρής κυρίας Πουλχερίας;» με ρώτησε.

«Αυτό ας μην της το πούμε για την ώρα, έτσι ώστε να της κάνουμε μια μικρή έκπληξη», είπα και του ενεχείρησα μια χούφτα μικρά ντόπια νομίσματα, με τα οποία, λίγο πριν, είχα επιχειρήσει  να κεράσω τα ποτά και τους μεζέδες που καταναλώσαμε με τον Ευρυμέδοντα.  (Ανεπιτυχώς! -ο Θεσσαλός ισχυριζόταν  σθεναρά ότι ήταν η σειρά του).

«Άϊντε, καλά», είπε ο μάγειρας και μου παράδωσε την κουτάλα. «Δυνατά για να μην κόψει», μου παράγγειλε επιτακτικά.

ξθυ

Εμφανίστηκε πρώτα ο ευνούχος που ήρθε κατ’ ευθείαν σε μένα και ξαναπήρε αποφασιστικά την κουτάλα του. Πίσω του, το Πουλχερίδιον, ή μάλλον η μικρή κυρία Πουλχερία, έμεινε μια στιγμή ακίνητη κάτω απ’ την κάσα της εσωτερικής πόρτας. Μετά πέταξε ένα καμπανιστό ηχηρό γελάκι. «Ώστε η κυρία Θαΐδα δεν με κορόιδευε. Είναι αλήθεια. Επιστρέψατε!» Μετά έτρεξε και με αγκάλιασε σφιχτά.

Δεν είχε αλλάξει πολύ. Ήταν μόνο λίγο πιο όμορφη, μια ιδέα πιο μεστή, μία στάλα πιο τροφαντή από τότε. Με τράβηξε προς μια γυριστή εσωτερική σκάλα και ανεβήκαμε ως μια μικρή αίθουσα υποδοχής, άδεια εκείνη τη στιγμή. Καθίσαμε δίπλα δίπλα σ’ ένα ανάκλινδρο.

Η επαφή μαζί της έδιωξε κάπως τα κύματα της νύστας που μου επιτίθονταν. Όχι όμως και την άμεση επιθυμία για εξομολόγηση. Μόνο που αυτή τη φορά η εξομολόγησή μου θα είχε χρώμα ρόδινο και άρωμα έρωτα. 

Όμως αυτή τη στιγμή μιλούσε εκείνη: «Σ’ ευχαριστώ για τις επιστολές. Χάρη σ’ αυτές μπόρεσα να ταξιδέψω μαζί σου. Να βρεθώ σε αυτή την αξιοθαύμαστη Αθήνα που την ήξερα μόνο από τις νοσταλγικές ιστορίες της κυράς μου. Να ζήσω τις αρμυρές ναυτικές σου περιπέτειες. Αχ, υποσχέσου μου πως θα συνεχίσεις να μου γράφεις… ακόμη και εάν, όπως ελπίζω, τώρα θα τα λέμε κι από κοντά».

«Θα σου γράφω όσο θες, για ό, τι θες. Όποτε θέλεις». Έπνιξα ένα προδοτικό χασμουρητό και ξερόβηξα. «Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα ότι οι γραφές μου σου αρέσουν τόσο. Αν το ήξερα θα σου είχα ετοιμάσει μία σημερινή επιστολή. Αντί να στα πω, θα στα έγραφα».

«Εντάξει», γέλασε εκείνη. «Για σήμερα δεν πειράζει. Αν έχεις κάτι επείγον να μου πεις σε ακούω με όλη μου την προσοχή»

«Άκουσέ με λοιπόν μικρό μου Πουλχερίδιο. Μου άρεσες παλιά και μου αρέσεις και τώρα. Πολύ. Σού έγραψα για αυτά που συνέβησαν στην Αθήνα, – έστω, για τα περισσότερα∙ έχω υλικό και για άλλες γραπτές αφηγήσεις-  και έτσι ξέρεις ότι χειραφετήθηκα και ότι τώρα πια είμαι ελεύθερος κάτοικος της Αθήνας. Αλλάζω ζωή μικρό μου Πουλχερίδιο. Επομένως σε ρωτάω: θα ήθελες να με συντροφέψεις στη νέα μου αυτή ζωή; Θέλεις να γίνεις η γυναίκα μου;»

Χαμογέλασε. Γλυκά. «Τι περιμένεις να σου απαντήσω», μου είπε με μια δόση από το γνωστό της νάζι.

«Ελπίζω να μου πεις ναι. Φοβάμαι ότι θα μου πεις όχι. Τρέμω μήπως με αφήσεις χωρίς απάντηση», της απάντησα με όλη την χαχομική μου ειλικρίνεια.

«Δε θα το κάνω αυτό. Και θα είμαι και εγώ ευθεία και ανυπόκριτη μαζί σου. Περίμενα ότι κάτι θα μου ζητούσες. Υπέθετα ότι θα ήταν κάτι απλούστερο. Ας πούμε μια νύχτα μαζί μου. Δεν ξέρω τι θα σου απαντούσα τότε, αλλά τώρα χαίρομαι που δεν ήταν αυτό. Γιατί το αίτημά σου είναι ευγενέστερο και με τιμά. Έστω κι αν αυτό που μου ζητάς δεν εξαρτιέται  από μένα. Το ξέρεις πως εγώ δεν είμαι ελεύθερη. Ανήκω στη κυρά μου, τη Θαίδα. Χωρίς τη συγκατάθεσή της  δεν μπορώ να απομακρυνθώ δάκτυλο από κοντά της».

Την κοίταξα παραξενεμένος. Η γυναίκα που είχα απέναντί μου ήταν διαφορετική από το εύθυμο, πνευματώδες και ναζιάρικο κοράσιο που ήξερα. Είχε αλλάξει. Προς το καλύτερο. Τώρα ήταν μια γυναίκα που διάβαζε και που μπορούσε να εκφραστεί με άνεση. Μια γυναίκα με σύνεση, θα τολμούσα να πω.

Έπιασα και τα δυο της χέρια και τα έσφιξα

«Το θέμα της Θαίδας άφησέ το σε μένα, της είπα. Πες μου μονάχα τι επιθυμείς εσύ».

Την ένοιωσα να χαλαρώνει. Την είδα να χαμογελάει… καταφατικά! Ένα χαμόγελο που δεν πρόκειται να ξεχάσω.

Ούτε το αγκάλιασμά της, αμέσως μετά, θα ξεχάσω.

Ο μισός από εμένα απογειώθηκε σε σφαίρες ανώτερες και  ευδαιμονικές, ο άλλος μισός δέχτηκε πάλι ένα κύμα αδυσώπητης νύστας. Φοβήθηκα μήπως γίνω τελικά ρεζίλι. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ και να αυτοελεγχθώ. Η Χαχόμα μου επέβαλε να είμαι ειλικρινής και επίσης να κοιμηθώ κατεπειγόντως.

«Όμορφή μου», της είπα και σηκώθηκα όρθιος παραπατώντας ελαφρά. «Δε ξέρω αν είμαι μαγεμένος από την παρουσία σου ή αν φταίνε τα μάγια που έκανα εγώ στον εαυτό μου προκειμένου να βρω το κουράγιο να σου μιλήσω. Όμως τώρα θα φύγω. Θα σε δω αύριο και θα πούμε πολλά.

Δε νομίζω ότι περίμενε να φύγω έτσι γρήγορα. Ωστόσο δεν παραπονέθηκε. Ίσως χρειαζόταν και εκείνη λίγο χρόνο με τον εαυτό της για να εσωτερικεύσει αυτά που συνέβαιναν. Περισσότερο μου ένευσε παρά μου είπε ¨ναι εντάξε黨. Άγγιξα τα χείλη της με τα δικά μου, έκανα μεταβολή σχεδόν σα να ήμουν νηφάλιος και έτρεξα προς την πίσω έξοδο. Το καινούργιο μου άλογο ήταν εκεί όπου το είχα αφήσει. Το πρόβλημα που απέμενε τώρα ήταν να καταφέρουμε να φτάσουμε πίσω, στο πανδοχείο.

images (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Πρωτοχρονιάτικες εξομολογήσεις

Posted by vnottas στο 3 Ιανουαρίου, 2014

images (19)

Πρώτη:

Την ονομαστική μου γιορτή, τη γιορτάζω. Θέλω να πω ότι δεν έχω υποκύψει στην αυτό-αναφορική (για να μη πω αυτιστική) αγγλοσαξονική μόδα που υποβαθμίζει πρόγονους κι άγιους και γιορτάζει μόνο γενέθλια.  Που πάει να πει ότι κάθε χρόνο, πρώτη του Γενάρη, δέχομαι ευχές και ευχαριστώ για αυτές.

Βέβαια, για να τα λέμε όλα, όταν ήμουν πιτσιρίκος θα προτιμούσα η ονομαστική μου να είναι μια γιορτή αυτόνομη, ανεξάρτητη, αυτοδιαχειριζόμενη, δεόντως μακριά απ’ τις άλλες και, κατά το δυνατό, όλη δική μου. (Στην ουσία: χώρια δώρα και χώρια ευχές και προσοχές). Όμως εμείς οι Βασίληδες (όπως εξάλλου και οι Χρήστοι, οι Φώτηδες, αλλά και οι Τάσοι, οι Λάμπροι και άλλοι) ¨πέφτουμε¨ μέσα σε περιόδους ευρύτερου εορταστικού πνεύματος, πράγμα που ίσως εξασφαλίζει καλύτερα την απαραίτητη εορταστική διάθεση,  αλλά μας βάζει μια στάλα στην άκρη.  Τι να κάνουμε;

images (14)

Δεύτερη:

Το όνομά μου δεν ήταν επιλογή του νονού μου ούτε ακριβής εφαρμογή της οικογενειακής παράδοσης που επιβάλει για τον πρωτότοκο το όνομα του παππού από τη μεριά του πατέρα. Ήταν επιλογή της μητέρας μου που ας σημειώσω επί τη ευκαιρία ότι διέθετε όλα τα βασικά χαρακτηριστικά μιας πρώιμης φεμινίστριας, ικανής να περνάει τις  απόψεις της. Η μάνα μου λοιπόν ήθελε για τον πρώτο γιο το όνομα του δικού της πατέρα: του παππού Βασίλη που είχε πρόσφατα πεθάνει.

Τα βαφτίσια έγιναν στο σπίτι, πράγμα όχι ασυνήθιστο την εποχή εκείνη  και στην κολυμπήθρα είχα παρέα: το μεσαίο μου αδελφάκι που είχε στο μεταξύ σκάσει μύτη. Εγώ ήμουν ενός χρόνου και κάτι και εκείνο κάτι ακριβώς. Το μυστήριο τέλεσε ο παπα Θεόδωρος, που είχε την υπομονή εικοσιεννιά χρόνια αργότερα να με παντρέψει και οι νονοί ήταν δυο: τον δικό μου δεν τον θυμάμαι, γιατί ήταν αεροπόρος και έφυγε νέος σε αεροπορικό δυστύχημα. Ευτυχώς υπήρχε ο Αυρήλιος, ο νονός του  Αλέκου (τ’ όνομα του πατρώου παππού) που εκτέλεσε εξαιρετικά για πολλά χρόνια, διπλά χρέη ανάδοχου.

 images (15)

Τρίτη:

Ομολογώ ότι δεν έχω επαρκώς εντρυφήσει στα έργα και τις ημέρες του ονοματοδότη άγιου Βασίλειου από την Καισαρεία. Ξέρω όμως ότι στα μέρη μας έχασε την επικοινωνιακή μάχη από τον παραφουσκωμένο ταρανδούχο καταναλωτή άγιο-προστάτη της Κόκα Κόλα. Στο εξωτερικό, βέβαια, τα δώρα τα φέρνει ο Άγιος Συλβέστρος, η γριά Μπεφάνα, ο μπάρμπα Νοέλ και διάφοροι άλλοι, σχεδόν όλοι ντυμένοι με Κοκακολίστικα ενδύματα. Επομένως, εκτός Ελλάδος δεν έχουν ιδέα για την ετυμολογία του ονόματος κι όταν ζούσα έξω με ρωτούσαν αν  το ¨Βασίλης¨ είναι χαρακτηριστικό όνομα Ρώσου κατάσκοπου, όπως υποδείκνυε το Χόλυγουντ!

Πάντως μου συνέβη κι αυτό: Σε ένα συνέδριο για θέματα επικοινωνίας στην Ρώμη όπου είχα παραστεί εκπροσωπώντας την ελληνική πρεσβεία, καθώς έτρωγα παρέα με μια ομάδα Ιησουϊτών, ένας απ’ αυτούς εξέφρασε θαυμασμό για το εύηχο του ονόματός μου! Ποιο; του είπα. Και εκείνος σε άψογη εράσμια προφορά μου απάντησε: Μπαζιλέϊος!

images (18)

Τέταρτη:

Δεν ξέρω κανέναν που να δίδαξε και να μη νοιώθει χαρά όταν διαπιστώνει ότι οι παλιοί μαθητές του τον θυμούνται. Δεν αποτελώ εξαίρεση. Κάθε άλλο. Θα ευχαριστήσω και από εδώ τους φοιτητές μου που μου έστειλαν τις ευχές τους. Θα μεταφέρω μάλιστα εδώ το μήνυμα του καλού παλιού μου φοιτητή Νίκου Καϊμακάμη γιατί, τι να κάνουμε,  μου άρεσε  ιδιαίτερα.

 573390_652546886_267753522_q

Γεια σου βασιλη μου και χρονιΑ σου πολλά. Μαζί με τις ευχές μου θέλω να σε ενημερώσω ότι το μυθιστόρημα σου «Μ.Π.Α.» είναι επισήμως το πρώτο ελληνικό βιβλίο στην Ανταρκτική. Το είχε μαζί του ο αδερφός μου στη βάση Concordia και το άφησε εκεί για τους μελλοντικούς Έλληνες ερευνητές που θα περάσουν χρόνο εκεί. Σε φιλώ και σου εύχομαι και πάλι τα καλύτερα.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο 16άρης μέσα μου

Posted by vnottas στο 8 Δεκέμβριος, 2009

Ο 16άρης μέσα μου ζει κουρνιασμένος σε σκιερά κλαδιά, στο δάσος των μακρινών αναμνήσεων.

Με τον 16άρη μέσα μου δεν έχω κακές σχέσεις, κάθε άλλο -δεν του το λέω, αλλά μου είναι πολύτιμος:

Με τηλετροφοδοτεί με αναδρομικές χρωματιστές ανταύγειες από την ικμάδα του και του ανταποδίδω πακεταρισμένη ¨σοφία¨ (να ‘χει να αμφισβητεί) και σταγόνες από (αμφισβητούμενα) κατασταλάγματα.

Ο 16άρης μέσα μου ξέρει από λάθη. Εγώ του λέω το τίμημα. Ξέρει από ένταση, εγώ του λέω την αμοιβή.

Ο 16άρης μέσα μου έχει έναν πυρήνα ασυμπίεστο, και να ‘τος που, τέτοιες μέρες, αναφλέγεται και ζητά να αναδυθεί στη Χώρα του Τώρα.

Να ‘τος που ενθουσιάζεται και συστρέφεται και δυσανασχετεί και ξεσηκώνεται και θέλει να πάρει τους δρόμους (που δεν αναγνωρίζει) και θέλει να επινοήσει συνθήματα (που ριζώνουν αλλού) και θέλει να τρέξει, να φωνάξει, να διεκδικήσει…

Ο 16άρης μέσα σου  δε θέλει πολύ για να πάρει αέρα. Αν τον συντηρείς, πρέπει να τον ελέγχεις.

Του σηκώνω απαγορευτικές ταμπέλες, του φτιάχνω νοητικά οδοφράγματα, του βάζω τρικλοποδιές… Του επιτρέπω μόνο καμιά ειρωνεία, άντε μια στάλα σαρκασμό.

Τελικά τον ξαποστέλνω στη Χώρα του Τότε.

Ο 16άρης μέσα μου περνάει καλά στη Χώρα του Τότε.

Εδώ παρακάτω ταξιδεύει χοροπηδώντας στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα. Την ξέρει, περνάει καλά. Περιμένω να δω με τι διάθεση θα επιστρέψει…

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | 4 Σχόλια »