Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Εύελπις’

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο ένατο: Βάκτρα. Όπου ο Εύελπις συναντά τον Ευμένη.

Posted by vnottas στο 9 Ιουλίου, 2018

12744242_671296262972906_221371224078773674_n

Μέρος 8ο Κεφάλαιο ένατο: Όπου  ο Εύελπις συναντά τον Ευμένη τον Καρδιανό.

Προτίμησα να δω τον Ευμένη στο κτίσμα που του έχει αποδοθεί ως προσωπικό κατάλυμα και όχι στο στρατόπεδο. Όσο και αν, όπως με έχει διαβεβαιώσει ο Άρπαλος, δεν έχει εκδοθεί εντολή να συλληφθώ,  δεν θα ήθελα να εμφανιστώ ανάμεσα σε συναδέλφους και φίλους (ή και κακόβουλους αντιπάλους) πριν μάθω πώς ακριβώς έχει η κατάσταση αυτήν τη στιγμή.

Ήταν ένα μικρό αλλά καλά φρουρούμενο οίκημα στο κέντρο της πόλης∙ προφανώς επιλογή του ίδιου του Καρδιανού, μια που ήταν αυτός -ως επικεφαλής της επιμελητείας- ο αρμόδιος για τη παροχή όλων των απαραίτητων, τόσο για την εκάστοτε διαμονή, όσο και για την προώθηση της στρατιάς παραπέρα.

Ο Ευμένης μου χαμογέλασε και έσφιξε τα δυο μου χέρια. Είχα τρία χρόνια να τον δω. Η συμπεριφορά του ήταν πάντοτε ευγενική και τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι σπινθηροβόλα, αν και το πρόσωπό του ήταν ασυνήθιστα σκυθρωπό και θα μπορούσε να αριθμήσει κανείς πάνω του τις καινούργιες ρυτίδες.

«Χαίρομαι που σε βλέπω Μεγαρέα, αν και ξέρω πως ο Καλλισθένης δεν θα ήθελε να επιστρέψεις στο μέτωπο. Μάλλον θα προτιμούσε να απομακρυνθείς για όσο διάστημα ο ίδιος είναι κατηγορούμενος.  Όταν πρόκειται για τέτοιου είδους κατηγορίες κανείς δε ξέρει ως ποιον μπορούν να φτάσουν».

Η φωνή του έγινε εμπιστευτική: «Δε σου κρύβω μάλιστα ότι, όταν έμαθα τη σύλληψη του Ολύνθιου, λόγω της φιλίας και της αλληλοκατανόησης που υπάρχει μεταξύ μας, σκέφτηκα ότι όπου να ‘ναι θα ερχόταν η σειρά μου.  Κι ας είναι γνωστό ότι, εάν όχι ¨Ηφαιστίωνας¨, που πάει να πει λάτρης του Αλέξανδρου προσωπικά,  μπορώ άνετα να θεωρηθώ ¨Κρατερός¨ δηλαδή απόλυτα πιστός στον επικεφαλής βασιλέα, όποιος και αν κατέχει νόμιμα αυτή τη θέση.

Ωστόσο, φαίνεται πως οι συνωμότες -γιατί συνωμότες όντως υπάρχουν- προτιμούν, τουλάχιστον για την ώρα, να απαλλαγούν κυρίως από τον Ολύνθιο και δε θέλουν να ανοίξουν άλλα παράλληλα μέτωπα».

Σκέφτηκα να του πω ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχα διαπιστώσει ότι οι περί ων ο λόγος συνωμότες έχουν ευρύτερους στόχους, αλλά το άφησα για αργότερα. Αυτή την στιγμή ήθελα να μάθω πιο επείγοντα πράγματα.

«Πώς είναι τώρα ο Καλλισθένης;» ρώτησα, ενώ ταυτόχρονα, υπακούοντας σε ένα του νεύμα κάθισα στην πολυθρόνα απέναντι απ’ το γραφείο του.

«Μετά τη σύλληψη  κατάφερα να τον δω δύο φορές. Μου είπε ότι είχε διαισθανθεί τους κινδύνους και τις απειλές που γίνονταν όλο και εντονότερες, αλλά δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι θα τον ενέπλεκαν σε μια ιστορία συνωμοσίας με άξονα τους νεαρούς του μαθητές. Μου είπε εντούτοις, ότι πριν τον συλλάβουν ως εμπνευστή της ανταρσίας, είχε αρχίσει να ερευνά την υπόθεση, ανήσυχος για τις φήμες που ήδη κυκλοφορούσαν για υποτιθέμενη ανυπακοή των νέων».

«Η υγεία του;»

«Εάν ανησυχείς για τα παλιά του τραύματα, είναι εντάξει∙ έχουν οριστικά επουλωθεί. Ωστόσο, οι εναντίον του παράλογες κατηγορίες, ο περιορισμός της ελευθερίας του και κυρίως η θανάτωση των αγαπημένων του μαθητών, είναι φανερό ότι του στοιχίζουν., Όπως θα έλεγε και ο μεγάλος Ιπποκράτης, η ισορροπία των τεσσάρων στοιχείων και των συνεπαγόμενων  ¨χυμών¨, έχει διαταραχθεί. Προφανώς το ¨πνεύμα¨, που θα έπρεπε να τα συντονίζει όλα αυτά, έχει πληγεί από την αιχμαλωσία. Με άλλα λόγια, δεν είναι πια τόσο ήρεμος ούτε τόσο πράος όσο ήταν  παλιότερα».   

Σηκώθηκα όρθιος για να υπογραμμίσω αυτά που θα πω: «Ήρθα για να καταθέσω υπέρ του Καλλισθένη. Αλλά θα ήθελα πρωτύτερα να τον συναντήσω και να μιλήσω μαζί του».

«Πριν από τι;»

«Μα, πριν από τη δίκη…»

«Δεν έχει οριστεί καμιά δίκη για τον Καλλισθένη. Άλλωστε δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που να καλύπτει την περίπτωσή του. Δεν είναι Μακεδόνας, άρα δεν εμπίπτει στις δικαστικές αρμοδιότητες της Συνέλευσης των Μακεδόνων. Οι τυχόν πανελλήνιες αρμοδιότητες του Συνέδριου της Κορίνθου έχουν συνολικά λήξει και αυτό έχει επισήμως διακηρυχθεί, αλλά, ακόμη και εάν ίσχυαν, η κατακτημένη από τον Φίλιππο Όλυνθος  δεν είναι σε θέση να καλύψει τους πολίτες της με εγγυήσεις δικαστικού χαρακτήρα».

Κάθισα και πάλι στην πολυθρόνα.

«Άρα;»

«Άρα τα πράγματα είναι -δυστυχώς- απλούστερα: Ο Καλλισθένης θα ανακριθεί – λάβε υπ’ όψιν ότι για τις κατηγορίες που τον βαραίνουν προβλέπεται και η χρήση βασανιστηρίων- λάβε επίσης υπ’ όψιν σου ότι οι υποτιθέμενοι κατήγοροι, οι βασιλικοί παίδες, δεν ζουν πια, επομένως δεν μπορεί να γίνει αντιπαράθεση κατηγόρων και υπεράσπισης.  Εάν ομολογήσει θα θανατωθεί, όπως οι νεαροί ακόλουθοι, εάν αρνηθεί την ενοχή του, αλλά δεν είναι αρκετά πειστικός, θα θανατωθεί επίσης. Εάν τα καταφέρει και πείσει τους ανακριτές για την αθωότητά του, τότε όλα εξαρτώνται από τον στενό κύκλο του Αλέξανδρου».

images (36)

«Αυτή η ανάκριση έχει ήδη αρχίσει;»

«Όχι. Για δύο λόγους: Έναν που τον γνωρίζω και έναν που τον υποθέτω.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι βρισκόμαστε στην παραμονή μιας νέας εξόρμησης. Αυτή τη φορά προς τον σχεδόν άγνωστο και μυστηριώδη κόσμο των Ινδών. Γι αυτούς, τους Ινδούς, ξέρουμε πολύ λιγότερα πράγματα από όσα γνωρίζαμε για τους Αχαιμενίδες πριν ξεκινήσει η εκστρατεία. Υπήρξε λοιπόν κάποιος στο συμβούλιο των  εταίρων που υποστήριξε ότι από τη στιγμή που η εισβολή στις χώρες των Ινδών αποφασίστηκε,  πρέπει όλη μας η προσοχή και όλες μας οι δραστηριότητες, χωρίς περισπασμούς από ¨εσωτερικά¨ θέματα και αντιδικίες, να στραφούν προς την προετοιμασία της εφόρμησης. Αρχίζοντας από το κοσκίνισμα των πληροφοριών που ήδη έχουμε και την λεπτομερή λογιστική προετοιμασία. Αυτός ο κάποιος ήμουν εγώ. Και είμαι πεισμένος πως, ούτως ή άλλως, έχω δίκιο.

Ο άλλος λόγος που η ανάκριση καθυστερεί θεωρώ πως έχει σχέση με τον Αριστοτέλη. Ξέρω πως ο ίδιος ο Αλέξανδρος φρόντισε να τον πληροφορήσει για όσα συμβαίνουν και τώρα περιμένει τις αντιδράσεις του. Πιστεύω ότι η άφιξη της απάντησης του Δάσκαλου, αν δεν έχει ήδη συμβεί, είναι θέμα ημερών. Λέγεται πάντως ότι ο Σταγειρίτης, αμέσως μόλις έμαθε ότι ο Καλλισθένης βρισκόταν σε δυσμένεια, έστειλε μια πρώτη επιστολή στον Αλέξανδρο, αλλά κανείς δεν φαίνεται να έμαθε το ακριβές περιεχόμενό της».

«Αυτή η επιστολή στάλθηκε πριν φύγω από την Αθήνα, αμέσως μόλις έφτασαν τα πρώτα ανησυχητικά νέα. Ο Αριστοτέλης, από ό, τι ο ίδιος μου είπε, έγραφε πως έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον Καλλισθένη και η λογικότερη από τις δυνατές υποθέσεις για την περίπτωσή του είναι ότι κάποιοι τον συκοφαντούν επιδιώκοντας ίδια οφέλη».

«Φαίνεται πως αυτά δεν άρκεσαν. Σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος διστάζει να προχωρήσει στην παραδειγματική ¨τιμωρία¨ του Ολύνθιου, χωρίς να έχει πρώτα πείσει τον Αριστοτέλη για την αναγκαιότητά της. Εάν θέλεις την προσωπική μου άποψη, είμαι σίγουρος ότι ο Δάσκαλος θα υπερασπιστεί σθεναρά τον μαθητή και συγγενή του. Ελπίζω και εύχομαι η γνώμη του να είναι ακόμη σημαντική για τον Αλέξανδρο. Όμως…»

«Όμως;»

«Όμως πρέπει να σου πω ότι κυκλοφορούν φήμες που κάνουν λόγο για ευρύτερη συνωμοσία κατά του Αλέξανδρου. Όσο κι αν σου φανεί υπερβολικό, αν όχι γελοίο, λένε πως σ’ αυτήν είναι ανακατεμένος και ο ίδιος ο Αριστοτέλης. Θα καταφέρουν άραγε να επηρεάσουν με αυτό τον τρόπο τον Βασιλιά; Ειλικρινά δε ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι πως πρέπει να κάνουμε ό, τι μπορούμε για να αποφύγουμε τις επώδυνες επιπτώσεις αυτών των γελοίων φημών».

«Θα μου φαίνονταν πράγματι υπερβολικά όλα αυτά» του απάντησα, «αν εγώ κι οι συνοδοί μου, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού δεν είχαμε υποστεί περιπέτειες που επιβεβαιώνουν πως κάποιοι -τι κάποιοι, μάλλον οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι: ο Ανάξαρχος και η παρέα του – όχι απλώς διαδίδουν, αλλά και ¨κατασκευάζουν¨ τις εκδοχές που τους βολεύουν».

Αφηγήθηκα στον Ευμένη τα βασικά σημεία της υπόθεσης με την ¨οπλή του αλόγου¨ και το ¨Ύδωρ της Στυγός¨, καθώς και την προσπάθεια να μας απαγάγουν στην Τύρο. Ένα χαμόγελο έδωσε πάλι λάμψη στο κουρασμένο του πρόσωπο. 

«Ελπίζω σύντομα όλα να ηρεμήσουν και η νέα εξόρμηση να έχει αίσια έκβαση. Έτσι, αμέσως μετά θα μπορέσουμε να καταγγείλουμε και να εξαρθρώσουμε αυτή τη συνωμοσία».

«Εν τω μεταξύ όμως πρέπει να σώσουμε τον Καλλισθένη».

 Μου έριξε ένα διερευνητικό βλέμμα, σα να ήθελε να μαντέψει ως που σκόπευα να φτάσω.

«Θα κάνουμε ο, τι μπορούμε» είπε.

2c56c7027f4898ef4a74b3d3d8181408

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο όγδοο: Στα Βάκτρα, πρωτεύουσα πόλη της Βακτριανής.

Posted by vnottas στο 23 Ιουνίου, 2018

Κεφάλαιο όγδοο: Βάκτρα.

 Όπου ο Εύελπις συναντά την Θαίδα και μαθαίνει περισσότερα για την υπόθεση της συνωμοσίας των βασιλικών παίδων.

4792.480

Έκρινα πως ο πρώτος που θα έπρεπε να συναντήσω στα Βάκτρα ήταν ο Ευμένης ο Καρδιανός. Βέβαια, ο ενδότερος εαυτός μου δεν έπαυε να ρωτάει πότε θα συναντηθώ με την Θαΐδα. Του απάντησα ότι θα άφηνα αυτόν, τον ¨εσώτερο¨, να αποφασίσει πότε θα την δω. Μιλάω για τον εαυτό τον οποίο, σύμφωνα με τον αείμνηστο δάσκαλο Σωκράτη, καλό είναι να ανιχνεύουμε και να γνωρίζουμε γιατί συνήθως ξέρει πιο πολλά και ίσως πιο γνήσια από τον άλλον, εκείνον τον καλλωπισμένο και εξωραϊσμένο εαυτό που παρουσιάζουμε συνήθως στους άλλους. Γεγονός είναι πάντως ότι είχα ζητήσει από τον Άρπαλο να ειδοποιήσει με τρόπο διακριτικό και ασφαλή, τόσο τον Ευμένη, όσο και την Θαΐδα για την επικείμενη άφιξή μου. Φτάνοντας στη πρωτεύουσα της Βακτριανής, αποφάσισα να συναντήσω πρώτα εκείνη.

Τα Βάκτρα βρίσκονται στο τέλος μιας διαδρομής που δεν είχα διανύσει άλλη φορά στο παρελθόν. Λέω για τη διαδρομή που αρχίζει στην Περσέπολη, και φτάνει ίσαμε εδώ. Ό, τι ήξερα για αυτόν τον μακρύ και πολύπλοκο δρόμο, μού ήταν γνωστό μόνο από αφηγήσεις τρίτων. Αντίθετα οι δύο σωματοφύλακες του Άρπαλου που μας συνόδευαν έδειχναν να τον ξέρουν αρκετά καλά και αποδείχτηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι οδηγοί.   

Έτσι η πορεία μας στις ανατολικές παρειές του Ζάγκρου μέχρι τα Εκβάτανα, -πρωτεύουσα της Μηδίας και εντυπωσιακή πόλη με αλλεπάλληλα χρωματιστά τείχη- ήταν σχετικά ομαλή.  Μετά συνεχίσαμε πάνω στα χνάρια της προελαύνουσας στρατιάς, για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα βρεθούμε σε τόπους μη κατακτημένους και σε περιβάλλον ανεξέλεγκτο.  Αντιμετωπίσαμε όλων των ειδών τις δυσκολίες: έρημες και άνυδρες περιοχές, δύσβατους ποταμούς, χιονοσκεπή ορεινά περάσματα, όμως ξέραμε -και δε διαψευστήκαμε- ότι ανά τακτά διαστήματα θα συναντούσαμε τις εγκατεστημένες φρουρές και τους σταθμούς επικοινωνίας και ανεφοδιασμού που ήταν απαραίτητοι για τη σύνδεση των στρατευμάτων με τα μετόπισθεν και τη διατήρηση της ζωτικής κυκλοφορίας στις νεοκατακτημένες περιοχές.

Τα Βάκτρα, όπου ήταν εγκατεστημένο αυτή την περίοδο το κέντρο των επιχειρήσεων της στρατιάς, ανταγωνίζονταν σε ιστορική διάρκεια και μεγαλείο πόλεις όπως η Βαβυλώνα ή τα Εκβάτανα. Αυτό τουλάχιστον υποστήριζαν οι γηγενείς. Η πρωτεύουσα της Βακτριανής είναι η πόλη που είχε επιλέξει ο Βήσσος -παλιός σατράπης της περιοχής- για να αναγορευτεί αυτοκράτορας, αλλά δε του βγήκε σε καλό∙ ήταν επίσης η πόλη όπου ο Αλέξανδρος είχε, πρόσφατα, παντρευτεί με την Ρωξάνη, την πριγκίπισσα από την γειτονική ακραία Σογδιανή. Είναι μια πόλη αλλιώτικη από τις άλλες που συναντήσαμε κατά την προέλαση.  Κάποιοι ντόπιοι ισχυρίζονται ότι μοιάζει περισσότερο με τις πόλεις της γειτονικής Ινδίας παρά με τις πόλεις των άλλων ιρανικών σατραπειών.  Καθώς το άλογό μου τριπόδιζε στα στενά σοκάκια  ένοιωσα μια πνοή μυστηρίου ανακατεμένη με τα αρώματα εξωτικών ανθόκηπων να μου αγγίζει το πρόσωπο.

images (22)

Το κτίριο όπου είχε εγκατασταθεί η Θαίδα ήταν πολυτελές, σχεδιασμένο με ανατολίτικες καμπύλες και περίτεχνα αψιδωτά τόξα. Είχε ακόμη χαρακτηριστικές εσωτερικές θολωτές στοές και αυλές περίκλειστες και φροντισμένες.

Σε μια τέτοια αυλή μου υπόδειξαν να την περιμένω. Δεν μπορώ να πω αν περίμενα πολύ ή λίγο. Πάντως εκείνη φάνηκε σε μια στιγμή μπροστά μου, ντυμένη παράξενα, καλυμμένη με αλλεπάλληλα διάφανα πέπλα,  υποθέτω με τον τρόπο που συνηθίζεται σε αυτά τα μέρη.

Πήρα όσες απανωτές ανάσες μπορούσα για να απομακρύνω τα κύματα του αισθησιασμού που, πέρα από όλα τα άλλα ανάκατα συναισθήματα, ένοιωσα να με κυριεύουν.

.

«Να λοιπόν που είναι αλήθεια: Υπάρχει κάποιος που για χάρη του έκανες αυτό το δύσκολο ταξίδι! Και αυτός ο κάποιος δεν είμαι εγώ», είπε και με αγκάλιασε.

Είχε περάσει από το μυαλό μου να παραστήσω τον απομακρυσμένο. Θιγμένος αλλά ευγενικός. ¨Αποστασιοποιημένος¨ έτσι ώστε να τα καταφέρω να φύγω από κοντά της με αξιοπρέπεια όταν θα μου το ζητήσει και πάλι. Δεν τα κατάφερα. Την έσφιξα, ίσως παραπάνω από όσο άντεχε. Με απομάκρυνε απαλά.   

Άλλαξα γνώμη: Αυτή τη φορά είπα να είμαι ευθύς και άμεσος. Να μην αφήσω τις αμφιβολίες, που ένιωθα και πάλι να με περιζώνουν, να με εξαντλήσουν. Όχι χωρίς να ξέρω την άποψή της. Έπειτα θα μπορούσα να αφιερωθώ στη σωτηρία του Καλλισθένη απερίσπαστος.

«Αυτή τη φορά, όταν όλα τα άλλα τελειώσουν, θα έρθεις μαζί μου στην Αθήνα;» τη ρώτησα.

Δεν έδειξε έκπληξη.

Κατέβασε τα βλέφαρα σκεπάζοντας τα λαμπερά της μάτια.

Νομίζω ότι ψιθύρισε «Δεν ξέρω». Μετά πιο δυνατά είπε: «Μάλλον όχι» και καθώς εγώ προσπαθούσα να καταλάβω τις πραγματικές της προθέσεις, όσο αυτό ήταν εφικτό, συνέχισε:

 «Το πιο σημαντικό για μένα είναι να τα καταφέρουμε έτσι ώστε, όταν αυτή η ιστορία ολοκληρωθεί, εσύ να είσαι σώος και ασφαλής. Ελπίζω και ο προϊστάμενος και φίλος σου, ο Ολύνθιος. Να είναι επίσης σώο κάτι ακόμη, που ξέρω πως είναι για σένα σημαντικό, γιατί ανήκει -μου το ‘χεις πει εσύ ο ίδιος- στα ιδεώδη με τα οποία ανατράφηκες: Η ενότητα και η αλληλοκατανόηση ανάμεσα σε όλους τους Έλληνες».  

Έπιασα το πηγούνι της και το ανασήκωσα ελαφρά. Κοίταξα τα μάτια της προσπαθώντας να καταλάβω περισσότερα από όσα μου έλεγε.

«Πιστεύω κι εγώ σε αυτό το ιδεώδες» μου είπε. «Όπως πιστεύω και σε σένα. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα σου έγραφα.   Θα σε άφηνα απερίσπαστο στην αθηναϊκή σου ζωή. Κι ας μην είχα τη χαρά να σε ξαναδώ. Έστω για λίγο».

Πείστηκα πως δεν θα μπορούσα να αποκρυπτογραφήσω τα βαθύτερα αισθήματά της. Τουλάχιστον όχι άμεσα, όχι εκείνη τη στιγμή και όχι με ρητό τρόπο.

Αναστέναξα. Πήρα το χέρι της στο δικό μου και καθίσαμε σε ένα πέτρινο παγκάκι δίπλα στο περίτεχνα διακοσμημένο πηγάδι της αυλής.

«Πες μου λοιπόν τι ακριβώς συνέβη», της είπα.

image008

Μου αφηγήθηκε όσα κυκλοφορούσαν και όσα η ίδια είχε καταφέρει να μάθει σχετικά με την ανταρσία των νεαρών βασιλικών ακολούθων.

Σύμφωνα με την διήγησή της, εκείνος που ξεκίνησε όλη αυτή την ιστορία ήταν ο Ερμόλαος ο γιος του Σώπολι. Ένα όμορφο, αλλά και ανήσυχο παιδί, διευκρίνισε η Θαίδα, από εκείνα που θέλουν να διακριθούν και που δείχνουν από νωρίς ενδιαφέρον για τα κοινά. Ο πατέρας του, ένας επαρχιώτης μακεδόνας άρχοντας στενά δεμένος με τον Φίλιππο, έχει λάβει μέρος σε μάχες και σε διπλωματικές αποστολές, αλλά δεν είχε, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, πάρει δημόσια θέση για τα επίμαχα θέματα που δημιουργούν τριβές στην Αυλή.

Ο Ερμόλαος όμως, όπως και αρκετοί από τους βασιλικούς παίδες[1],  φαίνεται πως απορροφούσε σαν σφουγγάρι τα αισθήματα δυσαρέσκειας που   παρουσιάστηκαν ανάμεσα σε ορισμένους από τους πιο παλιούς μακεδόνες στρατιωτικούς. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι οι γονείς αυτών των νεαρών ακολούθων ανήκουν στη γενιά του Φιλίππου, που αισθάνεται τώρα ¨παραγκωνισμένη¨ σε σύγκριση με τους εταίρους της στενής βασιλικής συντροφιάς.

 Έτσι η σχέση του Ερμόλαου με τον άνακτα άρχισε πλέον να χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία: από τη μία ακραίος θαυμασμός για τον ανίκητο στρατηλάτη και από την άλλη αμφισβήτηση του ηγέτη που αρνιόταν ξαφνικά να είναι πρώτος ανάμεσα σε ίσους και επιθυμούσε να ανακηρυχτεί Θεός!

images (49)

Το κακό πρωτοεκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια μιας κυνηγετικής εξόρμησης. Το κυνήγι σε αυτή την περίπτωση δεν είναι βέβαια αναζήτηση τροφής, αλλά παιχνίδι έφιππης αναψυχής και ομαδικό άθλημα με κανόνες.  Συνήθως τα όπλα της άγρας ήταν δόρατα, δεδομένου ότι οι έλληνες δεν εκτιμούν ιδιαίτερα τα εκήβολα όπλα, όμως, η επαφή με τους Σκύθες πολεμιστές εκείνη την περίοδο και ο αξιοθαύμαστος τρόπος με τον οποίο αυτοί καταφέρνουν να χρησιμοποιούν το τόξο έφιπποι, είχε εξάψει το ενδιαφέρον για το όπλο αυτό. Έτσι, εκείνη τη φορά, το κυνήγι γινόταν με τη χρήση τόξων. Τα θηράματα λοιπόν  κυκλώνονται και η τιμή της στόχευσης και της καταβολής του σημαντικότερου ζώου ανήκει, με βάση τα ισχύοντα έθιμα, στον άνακτα.

Εκείνη τη φορά το πιο σπουδαίο θήραμα ήταν ένας μεγαλόσωμος αγριόχοιρος. Ο Αλέξανδρος όμως είχε μείνει πιο πίσω, κουβεντιάζοντας με τον Ηφαιστίωνα και τον Ευμένη για κάποιες εκκρεμότητες στον ανεφοδιασμό της στρατιάς. Όταν του είπαν ότι τα θηράματα είχαν εντοπιστεί και του τα έδειξαν κυκλωμένα εκεί παρακάτω,  χαμογέλασε,  ζήτησε να του δώσουν ένα τόξο, το πήρε, και ενώ τέντωνε τη χορδή σημαδεύοντας από μακριά το θηρίο, το είδε να διπλώνεται και να καταρρέει. Ένα άλλο βέλος ήταν καρφωμένο στα πλευρά του.

Ο Αλέξανδρος και η συντροφιά του στράφηκαν προς μια ομάδα νεαρών ιππέων που πανηγύριζε με ιαχές την επιτυχία. Ένας από αυτούς είχε σηκώσει ψηλά το τόξο του και το κουνούσε θριαμβευτικά.

Ήταν ο Ερμόλαος. Όταν είδε την έφιππη ηγετική ομάδα να πλησιάζει, με τον Αλέξανδρο να κρατάει ακόμη στο χέρι του το τόξο και το αχρησιμοποίητο βέλος, ακινητοποιήθηκε και χλόμιασε.

¨Νόμισα πως δεν ήσουν εδώ¨ ψέλλισε.

Η έκφραση στο πρόσωπο του βασιλιά ήταν σκληρή.

¨Θα έπρεπε ίσως να σε συγχαρώ για την ευστοχία, αν και από τόσο κοντά δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Όμως παρέβης τους κανονισμούς. Μη ξεχνάς πως είσαι ακόλουθος και όχι προπορευόμενος. Γι αυτό ο Ηφαιστίωνας θα αναλάβει να εφαρμόσει ό, τι προβλέπεται για αυτές τις περιπτώσεις¨.

Για αυτή την περίπτωση η ποινή που μνημονεύεται είναι η δημόσια μαστίγωση. Ο Ηφαιστίωνας διάταξε τον απείθαρχο παίδα να κατεβεί από το άλογό του και έδωσε εντολή σε έναν ρωμαλέο δούλο να εκτελέσει την τιμωρία επί τόπου, αμέσως.

Τον Ερμόλαο πόνεσε περισσότερο ο δημόσιος εξευτελισμός, παρά οι δυνατές βουρδουλιές του δούλου.

bactria_cretan_archer

Από εκείνη την ημέρα ο νεαρός ακόλουθος συγχώνευσε τις αντιρρήσεις και τις κριτικές για την πολιτική του βασιλιά με το προσωπικό του πάθος για εκδίκηση. Αισθάνθηκε ότι θα μπορούσε να είναι εκείνος που θα εξασφάλιζε μια σωτήρια αλλαγή πολιτικής, σύμφωνη με τα όσα πρέσβευαν οι παλιοί και, ταυτόχρονα, εκείνος που θα τιμωρούσε όσους, η μάλλον αυτόν  που τον προσέβαλε θανάσιμα. Πάντως δεν έκρυβε τη δυσθυμία του και έτσι υπήρξαν διάφοροι (ειλικρινείς και μη) που τον πλησίασαν για να τον διαβεβαιώσουν πως συμφωνούν μαζί του και πως είναι καιρός οι Μακεδόνες ευπατρίδες να διεκδικήσουν και πάλι την άσκηση των πατρογονικών δικαιωμάτων τους απέναντι σε έναν βασιλιά που έδειχνε τάσεις ¨θεοποιημένης¨ μονοκρατορίας.

Παρακινημένος και από αυτές τις προτροπές ο Ερμόλαος αποφάσισε να οργανώσει το φόνο του Αλέξανδρου. Στην πρόθεσή του αυτή μύησε ορισμένους από τους συνομήλικους φίλους του, γόνους σημαντικών οίκων, όπως τον Σώστρατο τον γιο του Αμύντα, τον Αντίπατρο, που ο πατέρας του ο Ασκληπιόδωρος είχε παλιότερα υπηρετήσει ως διοικητής στη Συρία,  τον Φιλώτα, γιο του Κάρση από τη Θράκη, τον Επιμένη, γιο του Αρσαίου και τον Αντικλή, γιο του Θεόκριτου.  Αποφάσισαν να θανατώσουν τον Αλέξανδρο την ώρα που θα κοιμόταν, όταν υπεύθυνος για την φύλαξή του θα ήταν ο Αντίπατρος.

«Την μάγισσα από τη Συρία, την θυμάσαι;» με ρώτησε η Θαίδα.  

«Την θυμάμαι», της απάντησα, «Τι τρέχει μ’ αυτήν;»

Θυμόμουν πράγματι αυτήν την παράξενη φυσιογνωμία που πότε κυκλοφορούσε ανάμεσα στους ανώτατους ηγέτες της εκστρατείας και πότε εξαφανιζόταν για καιρό. Απροσδιόριστης ηλικίας και αλλοπρόσαλλη μέχρι το σημείο να προκαλεί φόβο, διέθετε κατά βάθος μια σκοτεινή γοητεία και, παρά την υπόκωφη φωνή της, κατάφερνε να γίνεται πειστική. Ο Αλέξανδρος στην αρχή είχε δείξει να διασκεδάζει μαζί της, εν τέλει όμως έμοιαζε να δίνει προσοχή στα όσα ισχυριζόταν η μάγισσα. Ο μάντης  Αρίστανδρος δυσανασχετούσε και ήθελε να την απομακρύνει, αλλά ο βασιλιάς έλεγε ότι, τουλάχιστον όσον αφορά τις προβλέψεις για τα μελλούμενα, καλό είναι να υπάρχει πάντα διαθέσιμη μια δεύτερη γνώμη.

«Θα σου πω αυτά που κυκλοφόρησαν», είπε η Θαίδα. «Μια νύχτα, καθώς ο Αλέξανδρος επέστρεφε στη βασιλική σκηνή ύστερα από μια γιορτή που είχε οργανωθεί στο στρατόπεδο, μια γιορτή που συμπεριελάμβανε άκρατη οινοποσία και ενώ την ίδια στιγμή ο Ερμόλαος, επικεφαλής της ομάδας των νεαρών συνωμοτών περίμενε την έλευση του βασιλιά προκειμένου να εισβάλει και να τον σκοτώσει, η Σύρα μάγισσα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στην είσοδο της σκηνής, παρέκαμψε τους συνοδούς του Αλέξανδρου και του είπε ότι μεταφέρει ένα μήνυμα γι αυτόν. Μήνυμα που προέρχεται από τον κόσμο των Θεών: ¨Οι θεοί λένε να επιστρέψεις εκεί που ήσουν και να μην ξανάρθεις εδώ, παρά μόνον όταν το άρμα του Φοίβου ξαναφανεί ¨πλήρες φωτός¨ στον ουρανό¨».

110

 Ο Αλέξανδρος, από ό, τι είχε μάθει η  Θαίδα, είχε πιει και νύσταζε, παρόλα αυτά υπάκουσε στο ¨Μήνυμα των Θεών¨ και γύρισε πίσω στο συμπόσιο, όπου και παρέμεινε μέχρι το πρωί. Έτσι η απόπειρα εκείνης της νύχτας απέτυχε.  

Όλα αυτά διαδόθηκαν εκ των υστέρων, γιατί εντέλει, εκείνη τη νύχτα, προφανώς ελλείψει θύματος δεν έγινε καμία απόπειρα βασιλοκτονίας.

Οι μικροί όμως, μέσα στη διέγερση που τους είχε προκαλέσει και μόνο το γεγονός ότι είχαν βρει το κουράγιο να προετοιμάσουν μια τόσο ριψοκίνδυνη επαναστατική πράξη, δεν κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Όχι όλοι. Κάποιος, νομίζω ο Επιμένης, εκμυστηρεύτηκε όλη αυτή την ιστορία σε έναν κολλητό του, ονόματι Χαρικλή. Εκείνος μάλλον θεώρησε ότι ο φίλος του τον δουλεύει και ότι πρόκειται για εφηβικές μεγαλοστομίες. Για να σιγουρευτεί ρώτησε τον μεγαλύτερο αδελφό του Επιμένη, τον αξιωματικό Ευρύλοχο.   Αυτός δεν ήξερε τίποτα, αλλά θεώρησε σωστό τα όσα – ανεπιβεβαίωτα-  έμαθε, έστω κι αν ενέπλεκαν και τον μικρό του αδελφό,  να τα αναφέρει αμέσως στον Πτολεμαίο του Λάγου, ο οποίος και πληροφόρησε σχετικά τον βασιλιά.

Ο Αλέξανδρος διέταξε οι εν λόγω βασιλικοί παίδες να συλληφθούν και να ανακριθούν. Η κατηγορία -σχεδιασμός φόνου του άνακτα- ήταν τέτοια που η ανάκριση συνεπαγόταν χρήση βασανιστηρίων. Οι νεαροί ομολόγησαν και ο Ερμόλαος αποδέχθηκε την κύρια ευθύνη.

Ο Αλέξανδρος θυμήθηκε το επεισόδιο με την μάγισσα. Η ημερομηνία συνέπιπτε με εκείνη της ημέρας κατά την οποία θα δρούσαν οι επίδοξοι δολοφόνοι. ¨Μήνυμα των θεών¨ ή η μάγισσα είχε μάθει με άλλο τρόπο τις προθέσεις των συνωμοτών; Οπότε είναι πιθανό να ήξερε κι άλλα. Διέταξε να την βρουν και να τη φέρουν μπροστά του, αλλά εκείνη είχε, ακόμη μια φορά, εξαφανιστεί.

Τώρα ήταν η σειρά της συνέλευσης των μακεδόνων να δικάσει την ομάδα των βασιλικών παίδων και να αποφανθεί για την τιμωρία τους.

Εν τω μεταξύ η υπόθεση είχε γίνει γνωστή και είχε ξεσηκώσει το ενδιαφέρον αυλικών, στρατιωτικών και συνακολουθούντων. Στην Αυλή ο Ανάξαρχος χρησιμοποιούσε ό, τι σόφισμα και όποιο ρητορικό σχήμα διέθετε, προκειμένου να εμπλέξει στην ¨συνωμοσία¨ εκείνους που θεωρούσε πολιτικούς του αντιπάλους, ή και προσωπικούς του εχθρούς, με πρώτο τον Καλλισθένη. Το βασικό του επιχείρημα ήταν πως οι μικροί δε θα μπορούσαν ποτέ να πάρουν τέτοιες πρωτοβουλίες χωρίς να τους υποκινεί και να τους ενθαρρύνει κάποιος μεγαλύτερος και πιο έμπειρος. Εξ άλλου, μήπως δεν είναι αλήθεια πως ο νεαρός Ερμόλαος παρακολουθούσε, και μάλιστα με αφοσίωση, τα μαθήματα που παρέδιδε από καιρού εις καιρόν ο Καλλισθένης στους βασιλικούς παίδες; Ή δεν είναι αλήθεια πως ο ακόλουθος έδειχνε να τον ενδιαφέρουν πέραν του δέοντος οι ¨ακραίες¨ φιλοσοφικές θεωρίες; Ή μήπως δεν υπάρχουν μαρτυρίες πως θαύμαζε τον συγγενή του Αριστοτέλη και τις απόψεις του;

images (22)

Ο Ολύνθιος, μου είπε η Θαίδα,  βρισκόταν ήδη  σε δυσμένεια και μάλλον δίσταζε να πάρει ανοιχτά πρωτοβουλίες για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Είναι πιθανό να καταλάβαινε ότι οι Άλλοι προσπαθούσαν να τον εμπλέξουν και μάλλον είχε στρέψει τη προσοχή του στο να αποφύγει να συμπαρασύρει μαζί του τους στενότερους φίλους του. Γι αυτό και, όσο αφορά εμένα,  επέμενε να μείνω στην Αθήνα μέχρι ότου διευκρινιστεί η κατάσταση.

Πράγματι, οι εξελίξεις ήσαν αλλεπάλληλες και δραματικές.

Οι νεαροί οδηγήθηκαν στη Συνέλευση που συνεδρίασε ως δικαστήριο και όπου δεν επιτρεπόταν η παρουσία μη Μακεδόνων (όπως ο Καλλισθένης, ο Ευμένης ή και ο Ανάξαρχος). Τα λίγα πράγματα που είχε μάθει η Θαίδα για το τι συνέβη εκεί, προέρχονταν από τον Πτολεμαίο.

Στη δίκη ο Ερμόλαος αποδέχτηκε την κατηγορία της απόπειρας φόνου για την οποία και ανέλαβε ολόκληρη την ευθύνη∙ και όχι μόνον αυτό: παρουσίασε τον εαυτό του ως ¨τυραννοκτόνο¨ που προσπάθησε να απαλλάξει τους Μακεδόνες και τους λοιπούς Έλληνες από έναν ηγέτη που είχε γίνει αλαζόνας, θαυμαστής του ασιατικού τρόπου ζωής και διοίκησης, υποστηρικτής ανελεύθερων συμπεριφορών, όπως η προσκύνηση, και που είχε διαπράξει εγκλήματα όπως η θανάτωση γενναίων Ελλήνων σαν τον Φιλώτα, τον Παρμενίωνα ή, πιο πρόσφατα, τον στρατηγό Κλείτο. Η απόφαση που πήρε η σιωπηλή και σκυθρωπή αυτή συνέλευση ήταν η αποδοχή της ενοχής των κατηγορούμενων, ενώ η ποινή ήταν θάνατος και μάλιστα όχι με ακοντισμό, αλλά με λιθοβολισμό, όπως αξίζει στους προδότες.

Η δίκη ολοκληρώθηκε σύντομα, μέσα  στις πρωινές ώρες της ημέρας εκείνης, ενώ η εκτέλεση έγινε το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Ειπώθηκε ότι το μεσημέρι ανάμεσα στη δίκη και την εκτέλεση, ο Ερμόλαος και οι λοιποί συνωμότες συμπλήρωσαν την ομολογία, κατονομάζοντας τον Καλλισθένη ως εμπνευστή και καθοδηγητή της ομάδας. Με βάση αυτήν -την υποτιθέμενη- μαρτυρία, την επομένη μέρα ο Ολύνθιος συνελήφθη. 

τοξοτης

……….

[1] Ορισμένοι επίλεκτοι γόνοι των μακεδόνων ευγενών υπηρετούσαν ως ¨βασιλικοί παίδες¨ από δεκατεσσάρων έως εικοσιενός ετών. Ακολουθούσαν και υπηρετούσαν τον Άνακτα, ενώ παράλληλα εκπαιδεύονταν στην στρατιωτική και τη διοικητική τέχνη.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο έβδομο: Στην Βαβυλώνα

Posted by vnottas στο 10 Ιουνίου, 2018

Μέρος Η΄ 

Κεφάλαιο έβδομο: Βαβυλώνα. Στο ανάκτορο του Άρπαλου

imagesCAXBJ1K5

Στην όψη δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα αυτά τα τρία τελευταία χρόνια που είχα να τον δω. Με αγκάλιασε, με φίλησε, μετά κάθισε στο ανάκλιντρό απέναντί μου, ύψωσε σε πρόποση την κύλικά του και μου είπε:

Ε, ναι. Αυτή τη φορά Μεγαρέα με βρίσκεις εδώ, στη μεγάλη Βαβυλώνα. Την ανυπέρβλητη. Την Αμαρτωλή. Εδώ, όπου έχει κανείς την εντύπωση πως ό, τι ήταν να γίνει, έχει ήδη συμβεί! Κι όμως, ακόμη και εδώ στην Βαβυλώνα την μυθική, την απροσδόκητη, την ετερογενή και την πολυπρόσωπη, καμιά φορά -όχι σπάνια- έτσι μου ‘ρχεται να τα κοπανίσω όλα χάμω και να φύγω. Για αλλού. Όσο το ¨αλλού¨ υπάρχει. Προτού ο κόσμος  όλος κυριευθεί από τον Αλέξανδρο και καταχωρηθεί από τον Αριστοτέλη…

Δεν ξέρω τι με πιάνει και στα λέω όλα αυτά. Ίσως είναι που σε πρωτοσυνάντησα σε ταξίδι. Θυμάσαι φαντάζομαι: στο δρόμο για την Περσέπολη. Στο χάνι όπου εξουδετερώσαμε τους αντάρτες που σου είχαν επιτεθεί. Είναι που όταν ταξιδεύω γίνομαι κάπως πιο ανοιχτός, πιο ομιλητικός. Εξομολογητικός θα έλεγα. Ανοίγομαι Μεγαρέα και έτσι γίνομαι πιο εύθραυστος. Συμβαίνει και σε άλλους από ό, τι ξέρω…

Το αστείο είναι πως την ομάδα στην οποία ανήκεις δεν την είχα ποτέ σε μεγάλη εκτίμηση. Κολλημένους, φανατικούς, έτσι θεωρούσα όλους εσάς γύρω από τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο. Μετά τα έφερε έτσι η υφάντρα η Ειμαρμένη που άλλαξα κάπως οπτική. Τουλάχιστον όσο αφορά εσένα Μεγαρέα. Γι αυτό, σου λέω, μου προξενεί χαρά που σε ξαναβλέπω. Όσο κι αν, στο επαναλαμβάνω: θα προτιμούσα να σε συναντήσω στην Αθήνα. Να ‘ρθω εγώ ξανά εκεί. Μαζί με την Πυθιονίκη και το πλασματάκι που μου χάρισε.

Όμως, Εκείνος εξακολουθεί να με προλαβαίνει. Αφού με συγχώρεσε για όποια τάση φυγής είχα δείξει στο παρελθόν, μου είπε, -γελώντας, για να τα λέμε όλα- ότι η Βαβυλώνα, αυτός ο σκοτεινός, ο μαύρος ήλιος που τριγύρω του περιστρέφονται όλες οι πλούσιες και μυστηριώδεις πόλεις της Ανατολής, είναι ο τόπος όπου θα έπρεπε να εγκατασταθώ.  Κι αφού αγαπώ ¨έως εξαντλήσεως¨ το χρήμα -έτσι νομίζει!- από εδώ θα πρέπει να διευθύνω και πάλι τα οικονομικά της εκστρατείας.

Δεν χρειάστηκε να πω ¨ναι¨. Η συναίνεσή μου ήταν αυτονόητη. Εκείνος συνέχισε το επικό του ταξίδι προς την Ανατολή, την Δόξα, το Όριο και το Τέλος του Κόσμου και εγώ, κάτω από τα ζηλόφθονα βλέμματα των καινούργιων του τάχατες ¨φίλων¨,  τραπεζιτών, εμπόρων, κολάκων και δολοπλόκων, εγκαταστάθηκα στην αρχαία αυτή Μητρόπολη. Δεν είναι πια η Βαβυλώνα αυτή που υπήρξε κάποτε, αλλά, πού θα πάει, θα τη μπολιάσουμε με τα δικά μας και θα προκύψει σίγουρα κάτι αλλιώτικο. Ίσως ενδιαφέρον, ποιος μπορεί να ξέρει;!

Ωστόσο, Μεγαρέα, μαθαίνω τι γίνεται στην Αυλή και στο Μέτωπο. Μη ξεχνάς πως πέρα από τους συνομήλικους παλιούς εταίρους, που εγώ τους γνωρίζω και εκείνοι ισχυρίζονται πως με ξέρουν καλά, υπάρχουν και οι άκρατοι ¨αυτοκρατορικοί¨ που στήνουν τις πλεκτάνες τους στα ανάκτορα∙ αυτοί νομίζουν πως είμαι υποχείριο του ίδιου του δικού τους θεού: του Χρήματος! (Στη δική τους γλώσσα το λένε ¨Μαμωνά¨). Άρα με θεωρούν κατάλληλο και προσεγγίσιμο, και μου εκμυστηρεύονται διάφορα!

Έτσι έμαθα για τα τελευταία κατορθώματα του δικού σου. Σε ειδοποίησα: Η θέση και η εξουσία του παραπαίουν. Εκτιμώ ότι, παρά τους κινδύνους που συνεπάγεται η παρουσία σου εδώ, ήρθες να του συμπαρασταθείς. Θα σου τα πω λοιπόν αναλυτικά. Μετά θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε.

ξ

Ο Άρπαλος, πριν προχωρήσει στην αφήγησή του,  θέλει να μου δείξει ότι είναι σε θέση να εκτιμά και να αναλύει τις στρατιωτικές καταστάσεις, καθώς και τις επιπτώσεις τους πάνω στα λοιπά γεγονότα:

Η εκστρατεία, Μεγαρέα,  βρίσκεται πλέον κυριολεκτικά στα όριά της, τουλάχιστον τα βορειανατολικά, δηλαδή σε τόπους χωρίς μεγάλες πόλεις, δίχως ευδιάκριτα σύνορα, σε άμεση πλέον επαφή με τις νομαδικές και φιλοπόλεμες φυλές των Σκυθών.  Καθώς, παράλληλα, οι ντόπιοι λαοί της Βακτριανής και της Σογδιανής εφαρμόζουν μεθόδους ευλύγιστης αντίστασης και αποφεύγουν τις συγκρούσεις με το κύριο σώμα του στρατού, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να αναπροσαρμόσει την τακτική  του, και χώρισε τη στρατιά σε μικρότερα, πιο ευέλικτα τμήματα. Ανάμεσά τους υπάρχει πλέον και το νεοσύστατο ¨τάγμα των ατάκτων¨, όπου καταλήγουν όσοι έχουν διατυπώσει επικρίσεις για την ηγεσία. Όμως, απ’ ό, τι  φτάνει στ’ αυτιά μου,  οι ανησυχίες και οι δυσαρέσκειες ανάμεσα στους οπλίτες δεν έχουν πάψει, αντίθετα έχουν γίνει περισσότερο ορατές από ό, τι άλλοτε.

Αλλά, τα έμαθες υποθέτω,  δεν είναι μόνον οι στρατιώτες που δυσανασχετούν: μετά τα αιματηρά γεγονότα που συνέβησαν πρόσφατα στους υψηλούς ηγετικούς κύκλους, ανήσυχοι είναι και οι στρατηγοί. Ιδιαίτερα οι παλιοί στρατηγοί του Φίλιππου. Ο δικός σου, ο Ολύνθιος, παρά το ότι δουλειά του είναι να ωραιοποιεί προς όφελος της εκστρατείας τα όσα συμβαίνουν, δείχνει να συμμερίζεται τις κριτικές τους. Τάχθηκε μάλιστα ανοιχτά με εκείνους που αμφισβητούν την ¨θεοποίηση¨ του Αλέξανδρου και την συνεπαγόμενη ¨προσκύνηση¨. Έτσι, οι εχθροί του βρήκαν την ευκαιρία να εντείνουν την πολεμική και την υπονόμευσή του.

.

Σε μια τουλάχιστον περίπτωση έτυχε να είμαι παρών. Ήταν στα Βάκτρα πριν απ’ τον γάμο, αλλά όχι πολύ καιρό πιο μπροστά, σε ένα από τα συμπόσια του ξεχειμωνιάσματος. Παρών ήταν κι αυτή η νυφίτσα ο Ανάξαρχος: ο κουτοπόνηρος σοφιστής που -σκέψου!- θέλησε να μου πουλήσει εκδούλευση, ότι δήθεν ήταν ύστερα από δική του παρέμβαση που ο Αλέξανδρος μου ανάθεσε ξανά τη διεύθυνση των οικονομικών της εκστρατείας. Ακόμη γελάω  με το θράσος του. Τέλος πάντων.

Ο Ανάξαρχος λοιπόν αγόρευε κι έλεγε: ¨Πείτε μου λοιπόν φίλοι μου, αμφιβάλλει κανείς από σας ότι ο Αλέξανδρος θα αναγορευτεί κάποτε Ήρωας άξιος να του αποδοθούν θεϊκές τιμές; Όχι βέβαια! Τέτοιες τιμές έχουν αποδοθεί και σε άλλους, που έκαναν πολύ λιγότερα απ’ αυτόν. Αλλά είναι πιθανό, τότε, εμείς να μη μπορούμε να τον δούμε ευτυχή και ικανοποιημένο από την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μας, μια που θα βρίσκεται πλέον στον δυσδιερεύνητο κόσμο των Θεών!

Γιατί λοιπόν να μην του αποδώσουμε αυτές τις τιμές από τώρα, και έτσι να έχουμε την ευτυχία να τον δούμε ιδίοις όμμασι να τις απολαμβάνει;¨

Χαρά να δεις οι ¨προσκείμενοι¨ Πέρσες αυλικοί, που σε αυτές τις -ακροβατικές!- επικύψεις είναι μανούλες: άρχισαν να μπαίνουν στην ουρά για να ξαναπροσκυνήσουν τον Μεγάλο Αφέντη από την Δύση! Αντίθετα οι έλληνες στραβομουτσούνιασαν κάτω από τις κοντοκομμένες γενειάδες τους.

Ramat-Rachel_gardenimage

Το λόγο πήρε τότε ο δικός σου,  ο Ολύνθιος.

¨Θα σου άρεσε Ανάξαρχε¨ ρώτησε απ’ ευθείας τον σοφιστή, ¨ένας απλός ιδιώτης να απαιτήσει να του αποδίδονται οι ίδιες τιμές που όλοι εμείς επιφυλάσσουμε μόνον στον Βασιλιά μας; Θα το έβρισκες θεμιτό να εκφωνούμε βασιλικούς επαίνους και να δίνουμε βασιλικούς ασπασμούς στον οποιονδήποτε; Εάν ναι, πες το μας να το ξέρουμε. Εάν όμως όχι -όπως είναι λογικό-, τότε απάντησέ μου σε παρακαλώ: δε νομίζεις ότι οι Θεοί θα οργιστούν εάν δουν να χρησιμοποιούμε απευθυνόμενοι στον βασιλιά μας τις ενδείξεις αγάπης και σεβασμού, όπως το προσκύνημα,  που προορίζονται  μόνον και αποκλειστικά για εκείνους;

Διότι Ανάξαρχε Αβδηρίτη, απ’ όσο εγώ ξέρω, άλλες είναι οι τιμές που πρέπει να απευθύνονται στους αθάνατους Θεούς, άλλες εκείνες που προορίζονται για τους Βασιλείς και τους Ηγεμόνες και άλλες εκείνες που απευθύνουμε στους απλούς πολίτες.

Θα μου πεις ότι οι Πέρσες, καθώς και άλλοι ανατολίτες ηγέτες το κάνουν: επιχειρούν να παρουσιαστούν στους υπηκόους τους ως εάν ήσαν Θεοί και τους επιβάλλουν την Προσκύνηση. Για πες μου όμως, σε τι τους ωφέλησε αυτή η ένδειξη, όχι αγάπης αλλά υποταγής, όταν, όπως όλοι ξέρουμε, ο ¨θεός¨   Κύρος (του Καμβύση) νικήθηκε παλιότερα από τους φτωχούς αλλά ελευθερόφρονες Σκύθες, ο ¨θεός¨ Ξέρξης νικήθηκε από τους ελεύθερους πολίτες της Ελλάδας, ο ¨Θεός¨ Αρταξέρξης ταπεινώθηκε από τους Μύριους του Ξενοφώντα και του Κλέαρχου και ο πολυπροσκυνημένος Μεγάλος Βασιλέας Δαρείος νικήθηκε από τον Αλέξανδρο, που εμείς τον αγαπάμε χωρίς να χρειάζεται να τον προσκυνήσουμε για να του αποδείξουμε την αγάπη μας; Άλλωστε οι πρόγονοι του Αλέξανδρου μπορεί να μην ήταν θεοί, αλλά ξεκίνησαν από το Άργος για να φτιάξουν εκεί, ανάμεσα στους έλληνες του Βορρά ένα βασίλειο όπου να κυριαρχούν οι νόμοι και όχι η δουλοπρεπής υποταγή ανελεύθερων υπηκόων¨.

arxaia-ellada-00-loutroforos-min

Κάτι τέτοια τολμηρά έλεγε ο δικός σου, οι στρατηγοί που παρακολουθούσαν με έντονο ενδιαφέρον την διένεξη κουνούσαν επιδοκιμαστικά τα κεφάλια τους και εγώ Μεγαρέα, εγώ που ούτε η ¨Προσκύνηση¨ ούτε τα παιχνίδια εξουσίας με συγκινούν και με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, εγώ που την απάντηση στα ερωτήματά μου την ψάχνω αλλού κι αλλιώς, εγώ είπα να κοιτάξω με άλλο μάτι τον ίσαμε τότε αντιπαθή Καλλισθένη. Σκέφτηκα και κατάληξα ότι ακόμη κι εγώ, που έχω κάθε λόγο να αγαπώ τον Αλέξανδρο, αν με υποχρέωνε να τον προσκυνήσω, θα τον μισούσα.

Ξέρεις τι έκανα μετά; Του το είπα. Του Αλέξανδρου. ¨Σου χρωστάω πολλά¨, του είπα, ¨αλλά εάν με βάλεις να σε προσκυνήσω, θα σε μισήσω¨. Και ακόμη του είπα:  ¨Θυμάσαι τότε που πήγες κόντρα στον πατέρα σου τον Φίλιππο, εκείνος σε έδιωξε από την Αυλή και εμείς οι φίλοι σου σε ακολουθήσαμε στην εξορία; Τότε λοιπόν, να ξέρεις, σε αγαπούσαμε και σε θαυμάζαμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αλλά δεν σε προσκυνούσαμε… Προτιμούσαμε να παίζουμε μαζί σου καρπαζιές και να γελάμε!¨

Εκείνος χαμογέλασε και μετά με κοίταξε σκεφτικός. ¨Λες λοιπόν ότι πρέπει να ακούσω τις συμβουλές του συγγενή του Αριστοτέλη;¨

¨Γιατί όχι. Δε μου φάνηκε τόσο φανατικός όσο τον νόμιζα. Αν κατάλαβα καλά, λέει πως με τους ντόπιους μπορείς να συμπεριφερθείς με όποιο τρόπο θεωρείς ότι τους ταιριάζει. Αν σε προτιμούν θεό, γίνε γι αυτούς θεός. Όχι όμως για τους Έλληνες.  Αυτοί, όπως ισχυριζόταν και ο Αριστοτέλης, αξίζουν διαφορετική συμπεριφορά¨.

Αυτήν τη φορά, ακούγοντας από μένα το όνομα του δασκάλου μας, ο Αλέξανδρος συννέφιασε.

 ¨Ο Αριστοτέλης! Ξέρεις τι έμαθα πρόσφατα; Ορισμένες από τις απόρρητες διδασκαλίες του, τις ¨ακροαματικές¨, εκείνες που προορίζονταν, από ό, τι ο ίδιος έλεγε, μόνο για τα αυτιά των μυημένων ηγετών, τις δημοσίευσε μαζί με τα τελευταία του συγγράμματα.  Του έστειλα επιστολή ότι εξεπλάγην και ότι διαμαρτύρομαι, αλλά ακόμη δεν έχω λάβει την απάντησή του κι αυτό δεν μ’ αρέσει¨. Έτσι μου είπε.

Έχε το κι αυτό στο νου σου  Μεγαρέα, γιατί αν τελικά συναντήσεις τον Αλέξανδρο, να ξέρεις ότι ενδέχεται  να σε ρωτήσει σχετικά.

.

Και ο Άρπαλος κατέληξε λέγοντάς μου τα εξής:

Ο Βασιλιάς για ένα διάστημα έδειξε διαλλακτικός απέναντι στους πολέμιους της προσκύνησης και απέναντι στον ίδιο τον Καλλισθένη. Αλλά μόνον για ένα διάστημα. Μετά, απ’ ό, τι έμαθα,  η συμπεριφορά του άλλαξε και πάλι.

Είναι πολύ πιθανό να συνέβη αυτό που τελευταία ψιθυριζόταν έντονα: Ο Αλέξανδρος ενδέχεται να πείστηκε ότι αξίζει το κόπο να κατευθύνει τα στρατεύματά του, ακόμη πιο ανατολικά, ενάντια στους λαούς του Ινδού ποταμού. Και προτού ξεκινήσει θέλει να κλείσει οριστικά με τα θέματα που θεωρεί ότι εκκρεμούν επικίνδυνα.

Είναι πολλά τα χρήματα που, αντί να παραμείνουν εδώ στα θησαυροφυλάκια της γηραιάς Βαβυλώνας (και αν είναι να θυσιαστούν, να θυσιαστούν για τη Χαρά της Ζωής, όπως θα πρότεινα εγώ) μεταφέρονται εσπευσμένα στο μέτωπο για να αφιερωθούν στον ανικανοποίητο θεό του πολέμου∙ έτσι η υπόθεση για την παράταση της εκστρατείας μοιάζει να επιβεβαιώνεται.  

Εν τω μεταξύ μαθαίνω πως από τον Ολύνθιο αφαιρέθηκε -άγνωστο εάν προσωρινά ή όχι- το καθήκον της συγγραφής των ¨βασιλικών εφημερίδων¨. Λέγεται επίσης πως άρθηκαν οι αρμοδιότητές του που αφορούν στην εποπτεία της συλλογής πληροφοριών και γνώσεων. Το γεγονός ότι, όπως μου είπες, δεν παίρνεις απαντήσεις στα γράμματα που του απευθύνεις, σημαίνει ή ότι οι επιστολές σου κατάσχονται, άρα πιθανότατα κινδυνεύεις με σύλληψη, ή ότι εκείνος τις λαμβάνει μεν, αλλά επιτηρείται και αδυνατεί να σου απαντήσει.

image001(5084)

Αυτά είναι μερικά από όσα ειπώθηκαν την πρώτη μέρα της άφιξής μου στην Βαβυλώνα, ύστερα από ένα κουραστικό, αλλά χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις ταξίδι. Σκαρφαλώνοντας στα δασωμένα βουνά της Φοινίκης, διασχίζοντας τις ερήμους και τις οάσεις της Συρίας, και μετά πλέοντας στα ποτάμια της Μεσοποταμίας ή καλπάζοντας στις όχθες τους, καταφέραμε να φτάσουμε στην (ακόμη και σήμερα) εντυπωσιακή Βαβυλώνα. Κοιτώντας και πάλι τα τείχη και τους πύργους της αναρωτήθηκα ξανά πώς και γιατί αυτή η φαινομενικά πανίσχυρη πόλη μας παραδόθηκε αμαχητί και ποιο σκουλήκι την έτρωγε αθόρυβα από τα μέσα. Όμως εκείνες τις μέρες δεν είχα ούτε τον χρόνο ούτε τη διάθεση να διερευνήσω τέτοια θεωρητικά ζητήματα. Εδώ θα έπρεπε να συναντήσω τον Άρπαλο, να πάρουμε (εγώ και οι συνοδοί μου) μια σύντομη ανάσα, να ανεφοδιαστούμε και να συνεχίσουμε για το απομακρυσμένο μέτωπο.

Εκείνη τη νύχτα, μετά τη κουβέντα με τον Άρχοντα του Θησαυροφυλακίου,  θα είχα πολλά να σκεφτώ, αλλά δε τα κατάφερα. Ο γλυκός ασφαλής ύπνος που εξασφάλιζαν τα δροσερά υπνοδώματα του μέγαρου του Άρπαλου με κατακυρίευσε αμέσως. Αν είδα όνειρα, αυτά δεν χαράχτηκαν στη μνήμη μου. Εκείνο που θυμάμαι είναι ένα  σγουρόμαλλο κεφάλι πάνω από το δικό μου, καθώς ο Οινοκράτης έκανε ό, τι μπορούσε για να με ξεκόψει από τον απατηλό κόσμο του Μορφέα και να με επαναφέρει στο ζόρικο κόσμο της αφύπνισης.

«Ξύπνα προϊστάμενε, ξύπνα! Είναι πρωί προχωρημένο και ο Άρχοντας Άρπαλος θέλει να σε δει κατεπειγόντως. Πρέπει να έφτασαν κάποια νέα που μας αφορούν. Ξύπνα γιατί θα σου κάνω ό, τι έκανα όταν ήσουν μικρός…» Μισάνοιξα τα βλέφαρα και περισσότερο μάντεψα παρά είδα ότι κρατούσε ένα μεγάλο αγγείο με νερό, όπου τσαλαβουτούσε ένα πανί και προσπαθούσε να μου το τρίψει στο πρόσωπο. «Δεν αστειεύομαι θα το αδειάσω  όλο πάνω σου όπως έκανα όταν ήσουνα ατίθασος πιτσιρικάς!»

Υπέκυψα στον εκβιασμό και ανασηκώθηκα. Ύστερα από λίγο βρισκόμουν μπροστά στον Άρπαλο. Δίσταζα ακόμη να πω: κοντά στον ¨φίλο¨ Άρπαλο, αλλά είναι γεγονός ότι, όπως ήρθαν τα πράγματα, ήθελα δεν ήθελα, δε μπορούσα παρά να του δείξω εμπιστοσύνη.

.images (21)

Βημάτιζε πέρα δώθε μπροστά στο γραφείο, με τον ιδιόρρυθμο τρόπο που του επέβαλε το κοντύτερο πόδι του. Στο ένα χέρι κρατούσε έναν μισοτυλιγμένο πάπυρο. Τον σήκωσε ψηλά για να μου τον δείξει.

«Είναι νέα πού μόλις έφτασαν από το μέτωπο της εκστρατείας. Ελπίζω να κοιμήθηκες καλά απόψε, γιατί απ’ ότι βλέπω, αν θέλεις να προλάβεις τον Ολύνθιο ζωντανό, πρέπει να ξεκινήσεις αμέσως: Σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται εδώ, ο Καλλισθένης συνελήφθη και φυλακίστηκε. Γιατί; Διότι εκδηλώθηκε και πάλι συνωμοσία με σκοπό τη δολοφονία του Αλέξανδρου. Και θεωρείται υποκινητής!»

Θυμήθηκα την επιστολή της Θαίδας. Μου έγραφε ότι ανάμεσα στα όσα σχεδίαζαν οι Άλλοι για τον Καλλισθένη, ήταν και το να τον αναμείξουν σε μια πλεκτάνη όπου θα συμμετείχαν, ή θα πρωτοστατούσαν, οι ¨βασιλικοί παίδες¨.

«Είναι ανακατεμένοι οι νεαροί ακόλουθοι του Αλέξανδρου;» ρώτησα.

Έμεινε ακίνητος και με κοίταξε προσεκτικά.

«Εσύ πού το ξέρεις;»

Του είπα ότι απρόσεκτοι ¨αυτοκρατορικοί¨ σχεδίαζαν να εμπλέξουν τον Καλλισθένη σε μια νεανική ανταρσία, και μιλούσαν γι αυτό μπροστά σε νεαρές αλλά καθόλου ανεγκέφαλες εταίρες. Και ότι αυτές οι προθέσεις τους είχαν φτάσει στα αυτιά μου ήδη πριν αναχωρήσω από την Αθήνα.

«Καμιά φορά ξεχνάω τις πολυσχιδείς αρμοδιότητές σου», μου είπε με μισό χαμόγελο. «Αν αυτό είναι το σχέδιο, μπήκε ήδη σε εφαρμογή. Μου ξαναέδειξε τον κύλινδρο. «Πράγματι, εδώ αναφέρεται πως κάποιοι έφηβοι ευγενείς φέρονται ως οι επίδοξοι εκτελεστές του βασιλοκτόνου κινήματος. Αλλά…», -μου έδωσε τον πάπυρο-  «κοίτα και μόνος σου, εδώ δεν υπάρχουν άλλες λεπτομέρειες».

«Εσύ όμως υπήρξες ¨βασιλικός παις¨, άρα ξέρεις εάν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο».

Στο πρόσωπό του φάνηκε μια στάλα νοσταλγίας.

«Ναι», μου απάντησε ύστερα από λίγο. «Ναι, ήμουν ¨βασιλικός παις¨ και ναι, μια εξέγερση των νεαρών ευγενών, έστω  κι αν έχει λίγες πιθανότητες επιτυχίας, μπορεί πάντα να συμβεί. Πρώτον γιατί είναι νέοι, δικαιούνται να ονειρεύονται το απόλυτο και είναι επιρρεπείς να πιστέψουν ότι το απόλυτο είναι εφικτό. Δεύτερον, γιατί είναι παιδιά αρχόντων και στρατηγών. Αν στους οίκους τους υπάρχει δυσαρέσκεια και αμφισβήτηση, είναι αναμενόμενο να την συμμερίζονται και αυτοί, και μάλιστα με το αυξημένο πάθος της νιότης τους. Τρίτον γιατί ζουν την καθημερινή ζωή του βασιλιά, την οποία εξυπηρετούν και περιφρουρούν. Άρα είναι παρόντες εκεί όπου κανείς άλλος δεν καταφέρνει να φτάσει.

Επομένως, ναι Εύελπι Μεγαρέα. Τα παιδιά είναι δυνατό να επαναστατήσουν. Όμως τα παιδιά είναι άπειρα. Για να σταθεί η υπόθεση της ανταρσίας είναι απαραίτητη η παρουσία κάποιου έμπειρου καθοδηγητή…»

«Φεύγω…» τον διέκοψα.

«Περίμενε», μου είπε. «Ξέρεις τι έκανα μετά τη κουβέντα μου με τον Αλέξανδρο σχετικά με τον Καλλισθένη; Προμηθεύτηκα τα συγγράμματα του Ολύνθιου. Εδώ τα έχω σχεδόν όλα! Κοίτα, εδώ είναι τα ¨Αποφθέγματα¨, εδώ τα ¨Ελληνικά¨, εδώ το σύγγραμμά του για τη Φωκίδα και τον Ιερό πόλεμο, και ετούτα είναι όσα έχει εκδώσει μέχρι τώρα  από τις ¨Αλεξάνδρου Πράξεις¨.  Είμαι σίγουρος ότι ο συγγραφέας αυτών των κειμένων όχι μόνον αγαπάει τον Αλέξανδρο, αλλά και περιμένει από αυτόν πολλά και θετικά πράγματα. Ο Καλλισθένης μοιάζει να πιστεύει ότι οι Έλληνες πέρασαν σε μια νέα, ενδιαφέρουσα και χρήσιμη φάση της Ιστορίας. Και ότι μέσω του Αλέξανδρου αυτή η νέα φάση μπορεί να διαδοθεί σε πανανθρώπινη κλίμακα. Είναι επικριτικός σε ό, τι κοστίζει αίμα, και τώρα που μελέτησα τις γραφές του, δεν πιστεύω πως είναι δυνατό να συνωμοτεί για να δολοφονήσει τον Βασιλιά.  Θα μπορούσα, το πολύ, να τον πω αθεράπευτα αισιόδοξο!

Εμένα, μπορείς να με πεις περισσότερο κυνικό -ξέρεις τι εννοώ-  παρά αισιόδοξο. Αλλά τους αισιόδοξους μπορεί να μην τους πιστεύω, αλλά τους εκτιμώ -ίσως και να τους ζηλεύω μια στάλα. Για μένα ασκούν -ηθελημένα ή άθελά- μια φιλάνθρωπη παρηγορητική λειτουργία. Χαλάλι τους λοιπόν η συμπάθειά μου…»

«Φεύγω», επανέλαβα.

«Άκουσέ με Μεγαρέα. Σήμερα πρωί-πρωί διέταξα μια ειδική έρευνα και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι δεν έχει εκδοθεί εναντίον σου κανένα  ένταλμα σύλληψής. Τουλάχιστον -μέχρι στιγμής-  δεν έχει φτάσει ως εδώ κάτι τέτοιο. Γι αυτό, εάν σου δώσω μια γερή ομάδα που θα σε συνοδέψει ως το μέτωπο, δεν παραβαίνω καμία ρητή εντολή της διοίκησης».

«Δεν θέλω. Σε ευχαριστώ, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται. Όπως τα καταφέραμε ως εδώ, θα τα καταφέρουμε και στο υπόλοιπο ταξίδι. Πάντως ειλικρινά σε ευχαριστώ».

«Τότε δέξου κάτι άλλο. Πιο συμπαθητικό από μια ομάδα ενόπλων. Ίσως και πιο αποτελεσματικό.

Τον Αυτιά και τον Κάνθαρο θα τους θυμάσαι υποθέτω. Είναι οι παλιοί καλοί μου σωματοφύλακες, απολύτως έμπιστοι και απαράμιλλοι στις συγκρούσεις. Επί πλέον, ιδιαίτερα ο Αυτιάς, είναι δικτυωμένος σε μέρη και σε περιβάλλοντα που δεν μπορείς να φανταστείς. Παρ’ τους μαζί σου».

Το σκέφτηκα μία δύο στιγμές.

«Εντάξει», είπα τελικά, «φώναξέ τους».

«Είναι ήδη εδώ» μου χαμογέλασε ο Άρπαλος. «Θα τους βρεις στον προθάλαμο έτοιμους για αναχώρηση μαζί με τους δύο δικούς σου».

imagesσ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄, Κεφάλαιο έκτο: Η απαγωγή

Posted by vnottas στο 17 Μαΐου, 2018

Μέρος 8ο Κεφάλαιο έκτο. Η απαγωγή

 212643

Ο Ήλιος είχε πάρει να γέρνει προς τον θαλάσσιο δυτικό ορίζοντα, όταν στο βάθος αριστερά μας, κολλητά στην ακτή, φάνηκε το νησάκι που φιλοξενεί την πόλη της Τύρου, και, όχι πολύ αργότερα, διαγράφηκε ο τειχισμένος λιμενοβραχίονας και οι πύργοι που προστατεύουν τον βόρειο λιμένα της ασιατικής ναυτικής πόλης.

Στους ιστούς του σκάφους που βρισκόταν επικεφαλής της νηοπομπής αναρτήθηκαν τα κατάλληλα υφασμάτινα εμβλήματα που δήλωναν ποιοι ήμασταν και ζητούσαν την άδεια να καταπλεύσουμε στο λιμάνι. Η απάντηση, καταγραμμένη σε ένα είδος χρωματιστά λάβαρα που ανυψώθηκαν στον πύργο της εισόδου, ήταν καταφατική∙ έτσι προτού ο ήλιος βυθιστεί  στο πέλαγος (τώρα είχε μόνο κάπως  μεγαλώσει και πάρει το γνωστό, όμορφο χρώμα του κερασιού)  τα πλοία, το ένα πίσω από το άλλο, μπήκαν στα προστατευμένα νερά και αγκυροβόλησαν στις θέσεις που τους υποδείχτηκαν.

Τα μάτια μας ήταν καρφωμένα στον κεντρικό ιστό του επικεφαλής πλοίου, περιμένοντας να αναρτηθεί εκεί το σήμα ότι οι λεπτομέρειες της άφιξης είχαν διευθετηθεί και ότι είχε δοθεί η άδεια αποβίβασης.

Όμως η ώρα περνούσε, ο ήλιος έδυσε, αλλά το σήμα δεν έλεγε να φανεί. Αντί γι αυτό, στην προκυμαία, μέσα στο εσπερινό λυκόφως, φάνηκε ένα έφιππο στρατιωτικό άγημα που, κρίνοντας από τις στολές, απαρτιζόταν από καμιά δεκαριά ένοπλους ντόπιους και συνοδευόταν από δύο έλληνες αξιωματικούς. Το άγημα κατευθύνθηκε προς το πλοίο μας, ακολουθούμενο από μία κλειστή μόνιππη άμαξα.

Πράγματι οι ένοπλοι έρχονταν σε εμάς και σκοπός τους, όπως ανάφερε στον πλοίαρχο ο επικεφαλής, ήταν το να συλλάβουν εμένα και τους συνοδούς μου, γιατί σε βάρος μας υπήρχε καταγγελία για συνωμοτικές δραστηριότητες. Εμείς θα έπρεπε να τους ακολουθήσουμε αμέσως, ενώ οι αποσκευές μας θα ψάχνονταν επί τόπου και, σε περίπτωση που η έρευνα δεν αποδώσει, θα έπρεπε να διερευνηθεί εξαντλητικά ολόκληρο το πλοίο.

Ο Αθηναίος πλοίαρχος δήλωσε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τίποτα για οποιαδήποτε συνωμοσία, εμένα με ξέρει ως αξιωματούχο της προελαύνουσας στρατιάς που βρισκόταν σε αποστολή στην Αθήνα, άρα με θεωρεί υπεράνω κάθε υποψίας, αλλά, βέβαια, ο ίδιος δεν έχει τίποτα να κρύψει, ούτε έχει αντίρρηση για τη διεξαγωγή έρευνας στο σκάφος. Εάν μάλιστα του έλεγαν τι ακριβώς ψάχνουν, ίσως να μπορούσε να τους βοηθήσει να το βρουν.

Ο αξιωματικός του απάντησε ότι αυτή είναι μια απόρρητη πληροφορία και κατά συνέπεια αδυνατεί να του την κοινοποιήσει. Συμπλήρωσε δε πως εμείς οι τρεις θα έπρεπε να ακολουθήσουμε τον έτερο έλληνα αξιωματικό και τμήμα του αγήματος που θα μας συνόδευαν ως στα κτίρια της διοίκησης, ενώ ο ίδιος με ορισμένους από τους οπλίτες θα έμεναν στο σκάφος προκειμένου να διεξαγάγουν ενδελεχή έρευνα. Ο πλοίαρχος δεν μπορούσε να κάνει άλλο παρά να συμφωνήσει.

μ

Εγώ, μετά τα χθεσινά συμβάντα, μια τέτοια εξέλιξη την θεωρούσα ενδεχόμενη και δεν αιφνιδιάστηκα ιδιαιτέρα. Έλπιζα όμως ότι θα εκδηλωθεί κάπως αργότερα. Έτσι θα είχα το χρόνο να διοργανώσω καλύτερα την άμυνα και την δέουσα απάντηση προς τους πραγματικούς συνωμότες. Προφανώς σε αυτό έκανα λάθος.  Αφού μας ¨εφοδίασαν¨ με το ενοχοποιητικό υλικό, ήταν αναμενόμενο να ακολουθήσει τάχιστα η καταγγελία και η σύλληψή μας.  Έτσι, το μόνο προληπτικό μέτρο απέναντι στις δυσδιάκριτες εξελίξεις που πρόλαβα να πάρω εκείνο το πρωί ήταν να πω στον Οινοκράτη πως, τόσο ο ίδιος, όσο και ο ευτραφής φίλος του, καλό θα ήταν αυτές τις μέρες  να είναι ¨αφανώς¨ οπλισμένοι.

Σκεφτόμουν ότι, μπορεί μεν ο πυρήνας των ¨Άλλων¨ να βρίσκεται στην μετακινούμενη Αυλή στην άλλη άκρη του κόσμου, αλλά εδώ στη Τύρο πρέπει να έχει εγκατασταθεί ένα τοπικό κλιμάκιο συνωμοτών σε θέση να υλοποιεί με αυτονομία τμήματα του σχεδίου και ειδικότερα εκείνα που μας αφορούν. Εδώ λοιπόν εμείς θα έπρεπε να συλληφθούμε, ενώ η ενοχή μας θα επιβεβαιωνόταν από την ανεύρεση του δηλητήριου στις αποσκευές μας. Δεν ξέρω αν θα επιδίωκαν και την πλήρη ή μερική ομολογία μας ύστερα από  βασανιστήρια, αλλά δεν το αποκλείω. Εάν κατάφερναν έστω και έναν από μας να ομολογήσει συμμετοχή σε κίνημα, αυτό θα έδινε στην πλεκτάνη τους μια κάποια αληθοφανή υπόσταση.

Επίσης, ένα σημαντικό πράγμα που ακόμη δεν ήξερα είναι το κατά πόσο οι τοπικές αρχές ήταν ανακατεμένες στην όλη δολοπλοκία, αν και, έχοντας γνωρίσει τον Ύπαρχο Μένη και ξέροντας ότι έχει διατελέσει σωματοφύλακας του Άνακτα, αλλά και μέλος της ομάδας που μαθήτευσε παρά τον Αριστοτέλη, θεωρούσα τελείως απίθανο να είναι ενεργό μέλος της κλίκας που μας έχει στοχοποιήσει.

Κοίταξα με νόημα τον Οινοκράτη και εκείνος μου χαμογέλασε καθησυχαστικά.  Μετά στράφηκα προς τον αξιωματικό και τον ρώτησα ήρεμα.

«Από πού κατάγεσαι συνέλληνα;»

«Από την Μίλητο», μου απάντησε.

«Και ο συνάδελφός σου που θα μας συνοδέψει στη Διοίκηση;»

«Από τα Άβδηρα».

«Και ποιος είναι αυτός που μας κατηγορεί ότι συνωμοτούμε;»

«Δεν τον γνωρίζω. Εγώ εκτελώ διαταγές».

«Που προέρχονται;»

«Από τη Διοίκηση».

Τον κοίταξα επίμονα στα μάτια: «Άκουσέ με τώρα προσεκτικά στρατιώτη», του είπα. «Δεν έχω κατά νου να αντισταθώ και θα έρθω οικειοθελώς μαζί σου, αλλά έχω ένα θεμιτό αίτημα. Αν δεν το ικανοποιήσεις σε διαβεβαιώ ότι θα θεωρήσω εσένα προσωπικά μπλεγμένο σε οργανωμένο ανθελληνικό και αντιβασιλικό κίνημα και να είσαι σίγουρος πως θα υποστείς τις συνέπειες.  Γιατί, δυστυχώς, ένα τέτοιο κίνημα είναι όντως υπαρκτό».

Έδειξε, προς στιγμήν, να το σκέφτεται.

«Σε ακούω», μου είπε εν τέλει.

«Θέλω να με οδηγήσεις κατ’ ευθείαν στον Ύπαρχο, τον Μένη τον Πελλαίο».

Τη στιγμή εκείνη ο άλλος αξιωματικός, ο Αβδηρίτης, πλησίασε τον Μιλήσιο και του ψιθύρισε, με ένταση, κάτι στο αυτί.

«Ο ύπαρχος Μένης μόλις σήμερα επέστρεψε από την Βακτριανή και δεν νομίζω ότι άρχισε να δέχεται οποιονδήποτε», είπε εκείνος μετά.

Ο Μένης ήταν πίσω, στο μέτωπο; Αυτό με παραξένεψε κάπως.

«Εμένα θα με δεχτεί, να είσαι σίγουρος», τον διαβεβαίωσα.

.images (26)

Τελικά ο Μιλήσιος αξιωματικός έδειξε να πείθεται πως δεν είχε τίποτα να χάσει με το να μου υποσχεθεί ότι θα οδηγηθώ μπροστά στον υπεύθυνο για την Φοινίκη, τη Συρία και την Κιλικία. Πράγματι, είπε στον συνάδελφό του να με πάει  κατ’ ευθείαν στο ανάκτορο όπου έχει καταλύσει ο Μένης, το οποίο άλλωστε, από ό, τι θυμόμουν, ήταν δίπλα στο διοικητικό μέγαρο. Ο Αβδηρίτης ζήτησε το ξίφος μου, εγώ του το έδωσα, και στη συνέχεια βγήκαμε από το πλοίο,  μας ανέβασαν στην άμαξα που περίμενε στην προκυμαία, αμπάρωσαν τις πόρτες από την έξω πλευρά και περικυκλωμένοι από τέσσερεις ντόπιους ιππείς ξεκινήσαμε…

.

Μέσα στο όχημα επικρατούσε σκοτάδι μόλις χαραγμένο απ’ τις ανταύγειες των φαναριών του λιμανιού που εισχωρούσαν από ένα φραγμένο μικρό παράθυρο, ψηλά, στο πίσω μέρος της άμαξας.

«Όλα εν τάξει;» ρώτησα τον Οινοκράτη.

«Απολύτως» μου ψιθυρίζει όσο δυνατά χρειάζεται για να τον ακούσω πάνω από τον θόρυβο που  προκαλεί ο καλπασμός των αλόγων και η ίδια η άμαξα. «Το αντικείμενο κατεδύθη και, κάτω από τον ιματισμό μας, τόσο εγώ, όσο και ο Χοντρόης έχουμε κάποιο στοιχειώδη οπλισμό. Εγώ ένα μικρό εγχειρίδιο και εκείνος, τυλιγμένη γύρω από την ευρεία του περιφέρεια, μια σφενδόνη, που απ ό, τι ξέρω τη χειρίζεται με επιδεξιότητα». Ο ευτραφής Πέρσης μου απεύθυνε ένα χαμόγελο συνενοχής και μου έδειξε με το παχουλό του δάχτυλο την περιοχή της μέσης του.

«Το αντικείμενο… κατεδύθη;»

«Το έδεσα με γερό νήμα που βρήκα στη αποθήκη του πλοίου και το κρέμασα μέσα στο νερό της θάλασσας με τρόπο που να μην φαίνεται από πουθενά. Όταν επιστρέψουμε για να πάρουμε τα πράγματά μας θα το ανασύρω στο άψε σβήσε και δεν θα με πάρει χαμπάρι κανείς».

Ξαφνικά η άμαξα τραντάχτηκε απότομα και συνέχισε να τραντάζεται σαν να μπήκε σε δρόμο χωρίς λιθόστρωση. Ο Οινοκράτης σηκώθηκε και, από το μικρό πίσω παράθυρο,  προσπάθησε να διακρίνει τι συμβαίνει έξω. Ένα μισογεμάτο φεγγάρι  τον βοήθησε.

«Δεν…», είπε.

«Τι δεν;»

«Δεν κατευθυνόμαστε στο Διοικητήριο. Ούτε, βέβαια, στο ανάκτορο του Ύπαρχου Μένη. Μάλλον απομακρυνόμαστε απ’ το κέντρο της πόλης και ανηφορίζουμε το ύψωμα που την περιβάλλει».  

Τα λόγια του με έβαλαν σε συναγερμό. Σκέφτηκα πως ο επικεφαλής του αγήματος που ήρθε να μας συλλάβει, ο Μιλήσιος, μπορεί και να μην ήταν μυημένο μέλος της κλίκας των Άλλων, όμως ο Αβδηρίτης αξιωματικός σίγουρα ήταν.  Επομένως δεν είχε κανένα λόγο να μας οδηγήσει στον Μένη, που απ’ ό, τι φαίνεται είναι αμέτοχος στη σύλληψή μας. Αντίθετα είχε κάθε λόγο ή να μας αναγκάσει να ομολογήσουμε  (οτιδήποτε) πριν μας παραδώσει ή, ακόμη χειρότερα, να μας εξαφανίσει και να ισχυριστεί μετά ότι δραπετεύσαμε. Θα μπορούσε ακόμη και να μας εκτελέσει και να πει ότι προβάλαμε αντίσταση και αναγκάστηκε να μας σκοτώσει αμυνόμενος.

Άπλωσα το χέρι μου προς την πλησιέστερη πόρτα της άμαξας και προσπάθησα να δω εάν θα υποχωρούσε σε δυνατό σπρώξιμο. Όχι. Και οι δύο εκατέρωθεν πόρτες ήταν καλο-αμπαρωμένες με γερά μαδέρια, από την έξω μεριά. Και δεν υπήρχε καν ο απαιτούμενος χώρος για να πάρει κανείς φόρα πριν σπρώξει. Μετά, με όση όραση μου επέτρεπε ο λιγοστός  φωτισμός και την απαραίτητη βοήθεια της αφής, διαπίστωσα πως στο μπροστινό μέρος του αμαξώματος υπήρχε ένα φραγμένο άνοιγμα που προφανώς ένωνε τον θάλαμο των επιβατών με την κάπως ανυψωμένη υπαίθρια θέση του ηνίοχου.  Έσπρωξα αυτό το φράγμα και κατάλαβα (από την μικρή και κάπως ελαστική αντίσταση που παρουσίαζε) ότι ήταν κλεισμένο, απ’ έξω κι αυτό, αλλά με σκοινί. Έκανα νόημα στον Οινοκράτη και εκείνος κατάλαβε αμέσως. Έβγαλε το κρυμμένο εγχειρίδιο και περνώντας τη λάμα ανάμεσα στα σανίδια που έφραζαν το άνοιγμα, κατάφερε ύστερα από λίγο να κόψει το σκοινί της άλλης πλευράς. Το ξύλινο φράγμα  αποσπάστηκε και έπεσε στο δάπεδο, ενώ εμείς οι δύο καταφέραμε, στριμωχτά αλλά αθόρυβα, να περάσουμε έξω, μια ανάσα απόσταση από την πλάτη του ασιάτη που οδηγούσε την άμαξα.

images

Έκανα νόημα πίσω, στον Χοντρόη και εκείνος με εξαιρετική, για τον όγκο του, ταχύτητα ανέσυρε από τα εσώτερα στρώματα της κυκλικής του ύπαρξής την σφενδόνη, μου την έδωσε και άρχισε να βγάζει μικρές στρογγυλεμένες πέτρες από διάφορα μυστηριώδη σημεία της ασιατικής του αμφίεσης. Του έγνεψα ότι τα βλήματα προς το παρόν δεν μου χρειάζονται. Έκανα επίσης νόημα στον Οινοκράτη δείχνοντάς του ένα εξαιρετικό εύρημα ακουμπισμένο χάμω, δίπλα στα πόδια του ηνίοχου: Ένα μικρό ασιατικό τόξο και, παραδίπλα, μια γεμάτη φαρέτρα.  

Σήκωσα το δεξί χέρι με τα τρία μεσαία δάχτυλα ανοιχτά. Μετά έκλεισα την παλάμη και άρχισα να αριθμώ άηχα, ανοίγοντας αυτά τα δάχτυλα ένα ένα. Στο τρίτο κινηθήκαμε  μαζί. Εγώ πέρασα το σκοινί της σφενδόνης πάνω από το κεφάλι του αμαξά και τον τράβηξα απότομα και δυνατά προς το μέρος μου, όπου και τον υποδέχτηκα με μια γερή κουτουλιά, ικανή να τον στείλει με μιας στη χώρα των χαμένων αισθήσεων. Ταυτόχρονα ο Οινοκράτης οικειοποιούταν το τόξο και τα βέλη.

Πήρα το ασιατικό κάλυμμα της κεφαλής του ηνίοχου και το φόρεσα∙ μετά πήρα τη θέση του, άρπαξα τα ηνία και κοίταξα τριγύρω. Καθώς το έδαφος ήταν ανηφορικό η άμαξα επιβράδυνε και οι ιππείς είχαν περάσει μπροστά εκτός από έναν, αλλά και αυτός που ακολουθούσε δεν έμοιαζε να έχει αντιληφθεί την αλλαγή στη θέση του αμαξά. Έριξα μια ερευνητική ματιά μπροστά και στο φως της μισόγιομης σελήνης είδα ότι, λίγο παρακάτω,  υπήρχε ένα άνοιγμα όπου ο χωματόδρομος πάνω στον οποίο τρέχαμε, διασταυρωνόταν χιαστί με έναν πλακοστρωμένο δρόμο που πιθανότατα προερχόταν από το κέντρο της πόλης και τραβούσε προς τα τείχη. Τράβηξα τα γκέμια επιβραδύνοντας ακόμη περισσότερο το όχημα.

«Εδώ θα στρίψουμε», είπα στους συντρόφους μου. «Θα προσπαθήσω να πάρω την κατηφόρα προς το κέντρο. Εσύ Οινοκράτη ανέβα εδώ δίπλα μου. Εάν μας πλησιάσουν χρησιμοποίησε το τόξο. Εσύ Χοντρόη  έβγα απ’ το κουβούκλιο, πάρε τη σφενδόνη σου από χάμω και, καθώς θα στρίβουμε, απάλλαξέ μας από τον ασιάτη. Μετά μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις πέτρες σου ενάντια σε αυτόν που μας ακολουθεί από πίσω».  

.images (25)

Εάν τα άλογα ήσαν περισσότερα από ένα, ίσως η αιφνίδια αλλαγή πορείας να αποτύγχανε και η άμαξα να ανατρεπόταν. Όμως, καθώς το άλογο ήταν μόνο ένα και είχα ήδη λιγοστέψει την ταχύτητα, με την στροφή προς τα αριστερά μόνον οι δεξιοί τροχοί σηκώθηκαν στον αέρα, αλλά μετά ξανακάθισαν στη θέση τους. Τα καταφέραμε.  Καθώς στρίβαμε, ο Χοντρόης, ξεφωνίζοντας ¨Ύπαγε εις το πι-πι-πυρ της καθάρσεως¨ έδωσε μια γερή σπρωξιά στον αναίσθητο (τέως) οδηγό του οχήματος και τον πέταξε έξω. Ο καβαλάρης που μας ακολουθούσε, μόλις μετά βίας κατάφερε να αποφύγει τις συνέπειες που θα είχε, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον πεπτωκότα, το να πέσει απάνω του. Μετά, καθώς εμείς απομακρυνόμασταν στην κατηφόρα, έμεινε για λίγο αναποφάσιστος εάν θα έπρεπε να μας ακολουθήσει μόνος του η εάν θα ήταν καλύτερα να σπεύσει να ειδοποιήσει τους προπορευόμενους που δεν είχαν ακόμη καταλάβει ότι τα (τρία) πουλάκια είχαν κάνει φτερά, μαζί με το κλουβί τους. Τελικά προτίμησε το δεύτερο δίνοντάς μας έτσι το χρόνο να πάρουμε μια ανάσα πριν ξαναφανούν, όλοι μαζί στο κατόπι μας.

Τι να πω για την κυριολεκτικά ξέφρενη πορεία μας προς το Μέγαρο του Ύπαρχου; Ας πω μόνο πως ήταν τυχεροί όσοι δεν νυχτοπερπατούσαν εκείνη την ώρα κι έτσι δεν βρέθηκαν στο δρόμο μας, γιατί δεν υπήρχε τρόπος να γίνει οποιοσδήποτε ελιγμός της άμαξας. Μας είχε πάρει η κατηφόρα και μόνον όταν φτάσαμε στο ίσωμα του κέντρου κατάφερα να ελέγξω κάπως το ξαναμμένο άλογο. Τυχεροί ήμασταν και εμείς που  οι διώκτες μας δεν διέθεταν εκήβολα όπλα. Εάν ήσαν τοξότες, όπως ας πούμε οι Σκύθες που αστυνομεύουν το αθηναϊκό Άστυ, ίσως και να μην τα καταφέρναμε να φτάσουμε ως το Μέγαρο. Όσο αφορά στα δόρατά τους, εκτοξευμένα από ιππείς που καλπάζουν δεν είχαν πολλές δυνατότητες ευστοχίας: εκτός από ένα που καρφώθηκε στο ξύλο του κουβούκλιου της άμαξας, τα υπόλοιπα διασπάρθηκαν άπραγα καθ’ οδόν. Αντίθετα, εκείνοι σύντομα ανακάλυψαν ότι εμείς  είχαμε όπλα ικανά να δράσουν από μακριά, καθώς και καλούς χειριστές. Έτσι δεν κατάφεραν να μας πλησιάσουν και να χρησιμοποιήσουν τα ξίφη τους και, όταν φτάσαμε αρκετά κοντά στην έδρα του Ύπαρχου, έκαναν μεταβολή  και εξαφανίστηκαν..tyros_map

Λίγο αργότερα ο Ύπαρχος Μένης από την Πέλλα με υποδεχόταν με τις αγκάλες ανοιχτές και ένα πλατύ χαμόγελο να φωτίζει το νεανικό του πρόσωπο. «Λόγιε Εύελπι, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Μου είπαν το όνομά σου και δε το πίστευα πως είσαι πάλι εδώ. Είχα μάθει πως η υπηρεσία σου σε ήθελε στην Αθήνα και νόμιζα πως έχεις εγκατασταθεί εκεί τα τελευταία χρόνια».

Ανταπέδωσα το χαμόγελο και είπα στον Μακεδόνα αξιωματούχο πως επιστρέφω στη στρατιά για να δώσω συνολική αναφορά για τα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην Αθήνα, αλλά και γιατί έμαθα ότι ο άμεσος προϊστάμενός μου ο Καλλισθένης, ήταν θύμα κακόβουλης επίθεσης και θεώρησα χρέος μου να επιστρέψω για να του συμπαρασταθώ.

Έπαψε να χαμογελά. «Ναι ξέρω μερικά πράγματα γι αυτό», μου είπε. «Ήμουν στα Βάκτρα για τον γάμο του Αλέξανδρου αλλά και για να δώσω τη δική μου αναφορά για τις χώρες που μου ανατέθηκε να επιβλέπω. Επέστρεψα μόλις σήμερα. Το θέμα της δυσμένειας του Καλλισθένη συζητιέται ανάμεσα στους εταίρους αυτόν τον καιρό και μπορώ να σου πω ότι οι περισσότεροι παλαίμαχοι στρατηγοί είναι με το μέρος του. Αλλά θα μιλήσουμε διεξοδικά για όλα αυτά».

Ύστερα παρατήρησε κάτι που τον έκανε να αλλάξει θέμα: «Αλλά για πες μου, γιατί κυκλοφορείς άοπλος; Εντάξει, δε λέω, μετά την προσπάθεια των Καρχηδόνιων να ανακαταλάβουν την μητρόπολή τους, προσπάθεια που απέτυχε χάρη και στη δική σας συμβολή πριν σχεδόν τρία χρόνια, έχουμε λάβει όλα τα μέτρα  ώστε στη πόλη να επικρατεί ειρήνη και ασφάλεια.  Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ενδείκνυται να κυκλοφορούμε άοπλοι».

«Το ξίφος μου βρίσκεται στα χέρια ενός Αβδηρίτη αξιωματικού της φρουράς, ο οποίος απήγαγε, εμένα και τους δύο συνοδούς μου, πριν ακόμη αποβιβαστούμε από το πλοίο και από τον οποίο μόλις τώρα καταφέραμε να ξεφύγουμε. Ένας άλλος αξιωματικός της φρουράς διενεργεί έρευνα στο πλοίο που μας μετέφερε ως εδώ απ’ την Αθήνα, ψάχνοντας στοιχεία που υποτίθεται ότι μας ενοχοποιούν».

Μια έκφραση απορίας απλώθηκε στο πρόσωπό του. «Δεν έχω ιδέα» μονολόγησε. «Και αυτό είναι σοβαρό. Για τι πράγμα σας κατηγορούν;»

«Υποτίθεται ότι υπήρξε εναντίον μας κατηγορία για συνωμοσία ενάντια στον Βασιλέα».

«Τόσο σοβαρό; Χωρίς εγώ να μάθω τίποτα;»

Ο Μένης έδωσε εντολή να φωνάξουν τον υπασπιστή του. Εκείνος παρουσιάστηκε σχεδόν αμέσως. Ο Ύπαρχος τον διέταξε να πάει πάραυτα, μαζί με ένα ισχυρό απόσπασμα οπλιτών και έναν από τους δικούς μου (που περίμεναν στον προθάλαμο) στο πλοίο μας, στο λιμάνι και να φέρει αμέσως εδώ τον αξιωματικό, τους ντόπιους φρουρούς καθώς και τα τυχόν ευρήματά τους..images (2)

«Το λιμάνι ήταν ακόμη γεμάτο κόσμο», μου αφηγήθηκε αργότερα ο Οινοκράτης, ο οποίος συνόδεψε τον Υπασπιστή ως το πλοίο, «γιατί μετά την ¨σύλληψή¨ μας, το λιμεναρχείο είχε δώσει την άδεια για την αποβίβαση και την μερική εκφόρτωση εμπορευμάτων. Τα υπόλοιπα θα τα ξεφόρτωναν με το φως της μέρας. Το μόνο σκάφος που βρισκόταν ακόμη υπό επιτήρηση ήταν το δικό μας. Όμως και εκεί το ψάξιμο είχε τελειώσει χωρίς να βρεθεί κανένα στοιχείο εις βάρος μας.  Όταν φτάσαμε, ο Μιλήσιος αξιωματικός ετοιμαζόταν να αποχωρήσει άπραγος. Του φάνηκε περίεργο που θα έπρεπε να παρουσιαστεί επειγόντως στον Ύπαρχο, αλλά ακόμη πιο περίεργο πρέπει να του φάνηκε πως μαζί με τον υπασπιστή ήμουν και εγώ. Ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα μάτια του κοιτάζοντάς με για να βεβαιωθεί ότι ήμουν όντως ένας από τους ακόλουθους του κατηγορούμενου ¨Αθηναίου¨. Δεν ξέρω πού κατάληξε, ίσως ότι όλη αυτή η ιστορία ήταν μια δοκιμασία για να ελεγχθεί η πίστη των αξιωματικών της φρουράς, ή κάτι άλλο ανάλογο∙ πάντως, γεγονός είναι ότι δεν έφερε καμία αντίρρηση και μας ακολούθησε μαζί με τους ντόπιους φρουρούς».   

.

Από την πρώτη ανάκριση στην οποία υποβλήθηκε ο αξιωματικός από τη Μίλητο, προέκυψε ότι νωρίς το απόγευμα κατέφθασε στην φρουρά της πόλης ένας οπλίτης με τα διακριτικά του αγγελιοφόρου και παρέδωσε γραπτή εντολή για την σύλληψη ενός ταξιδιώτη και των δύο συνοδών του. Οι καταζητούμενοι βρίσκονταν στο πλοίο ¨Πόντος¨ που αναμενόταν να καταπλεύσει την ίδια εκείνη μέρα με την νηοπομπή που προερχόταν από τον Πειραιά της Αττικής. Όχι, την εντολή δεν την είχε παραλάβει ο ίδιος, αλλά ο εφημερεύων αξιωματικός από τα Άβδηρα. Ο ίδιος, πάντως, είχε ελέγξει το έγγραφο και είχε διαπιστώσει πως έφερε το κέρινο αποτύπωμα του δαχτυλιδιού του Ύπαρχου. Του φάνηκε γνήσιο. Μετά δεν έκανε άλλο παρά να υλοποιήσει την εντολή.  Όχι, τον αξιωματικό από τα Άβδηρα δεν τον γνωρίζει από παλιά. Είναι ένας από εκείνους που μετατέθηκαν πρόσφατα στη Φρουρά της Τύρου. Πού βρίσκεται τώρα; Μα κανονικά θα έπρεπε, αφού παραδώσει τους συλληφθέντες  στην προσωπική φρουρά του Ύπαρχου, να βρίσκεται στη θέση του, δηλαδή εδώ δίπλα, στο κτίριο της Διοίκησης.

Όμως ο Αβδηρίτης δεν βρέθηκε εκεί. Ούτε πουθενά αλλού, τουλάχιστον στο μικρό χρονικό διάστημα που μείναμε στην Τύρο. Όταν αναχωρούσαμε, αποχαιρετώντας με, ο Μένης με διαβεβαίωσε πως θα διαλεύκανε σύντομα αυτή την αλλόκοτη ιστορία, και θα με ενημέρωνε για τα αποτελέσματα της έρευνας.

.2c56c7027f4898ef4a74b3d3d8181408

Κατά τη σύντομη παραμονή μας στην πόλη -νησί, ο Πελλαίος, μου είχε επαναλάβει πόσο ευγνώμων αισθανόταν για τη συμμετοχή μας στον εντοπισμό του παραλλαγμένου στόλου και την απόκρουση της απόπειρας των Καρχηδόνιων να ανακαταλάβουν την Τύρο∙ με είχε δε επισταμένα ρωτήσει τι κάνει εκείνος ο παλαίμαχος στρατιώτης, ο Παλαμήδης, που είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα. Εμείς, τότε, είχαμε αναχωρήσει αμέσως για την Αθήνα, αλλά ο Μένης είχε στη συνέχεια την ευκαιρία να αναπροσαρμόσει όλη την τοπική του πολιτική, (προς το καλύτερο, θέλει να πιστεύει) και να στερεώσει αποτελεσματικότερα τον έλεγχό του στην περιοχή. Είχε κατανοήσει πως η απώλεια της Τύρου ήταν επώδυνη για τους Καρχηδόνιους, αλλά όταν τους παράγγειλε ότι η συνέχιση του εμπορίου μαζί τους θα εξαρτιόταν βασικά από τις τιμές των προϊόντων τους και από το εάν θα δημιουργούσαν προβλήματα στην Εσωτερική Θάλασσα, δήλωσαν πως -για το καλό του εμπορίου- είχαν πρόθεση να συνεργαστούν ειρηνικά με τη νέα διοίκηση της πόλης.

Επί πλέον ο Μένης με ενημέρωσε για τις τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο.

Έμαθα έτσι ότι η νέα σύζυγος του Αλέξανδρου και άνασσα πλέον των Μακεδόνων ήταν μια ασιάτισσα σπάνιας ομορφιάς, κόρη ενός τοπικού άρχοντα της Βακτριανής -Σογδιανής. Ήταν πολύ νέα και την έλεγαν Ρωξάνη, που, στη γλώσσα της σημαίνει ¨φωτεινό αστέρι¨.  Ο γάμος θα διευκολύνει την αποδοχή των νέων ισορροπιών από τους ατίθασους ντόπιους, σε αυτή την απομακρυσμένη και ανυπότακτη περιοχή της (έως τώρα) Περσικής Αυτοκρατορίας. Και, ας το σημειώσουμε κι αυτό, ο Αλέξανδρος δείχνει πάλι ευδιάθετος και μοιάζει να έχει ξεπεράσει τη θλίψη που του προκάλεσε η αιματηρή σύγκρουση με τους Μακεδόνες στρατηγούς, έστω κι αν αυτοί δεν έπαψαν να γκρινιάζουν και να μουρμουρίζουν ότι θα προτιμούσαν μια ελληνίδα για βασίλισσα, και έναν αμιγώς έλληνα για μελλοντικό γιο και διάδοχο του  βασιλιά.

Αλλά, πέρα από όλα αυτά, ο Μένης μου έδωσε μερικές χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το θέμα που κυρίως με απασχολούσε και που ήταν η αιτία του ταξιδιού μου πίσω στην προελαύνουσα στρατιά. Ο ίδιος, βέβαια, είχε παραμείνει στην αυλή για μικρό χρονικό διάστημα -ίσα ίσα για να υποβάλει την αναφορά του στον βασιλέα και να παραστεί στους γάμους – αλλά είχε την ευκαιρία να ακούσει τα όσα λέγονταν από τους υψηλόβαθμους συναδέλφους του.  Με βάση λοιπόν αυτά, ο προϊστάμενός μου, ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος είχε περιπέσει σε φανερή δυσμένεια. Αν και δεν είχε συλληφθεί τελούσε υπό επιτήρηση και ορισμένες αρμοδιότητες του είχαν αφαιρεθεί. Αιτία γι αυτόν τον περιορισμό ήταν οι κακόβουλες φήμες που κυκλοφορούσαν εις βάρος του, αλλά και η φανερή διαφοροποίησή του από τον στενό βασιλικό κύκλο στο θέμα της ¨προσκύνησης¨. Χωρίς να του γίνει μάθημα η περίπτωση του Παρμενίωνα ή η ακόμη πιο πρόσφατη του Κλείτου του Μέλανα, είχε αντιπαρατεθεί στον Αλέξανδρο και μάλιστα προσωπικά και δημόσια. Οι στρατηγοί, -που κατά τα άλλα συμμερίζονται τις ενστάσεις του Καλλισθένη- λένε πως η ανοχή του Αλέξανδρου απέναντι στον Ολύνθιο πιθανότατα οφείλεται στην συγγένειά του με τον Αριστοτέλη.  

Η είδηση ότι ο Καλλισθένης, αν και υπό επιτήρηση, δεν είχε φυλακιστεί, αλλά κυκλοφορούσε και επομένως θα μπορούσα να τον συναντήσω και να συζητήσω μαζί του για το πως θα καταφέρναμε να ανατρέψουμε αυτή την κατάσταση, αφενός με χαροποίησε και αφετέρου με έκανε να καταλάβω ότι θα έπρεπε να βιαστώ.

.

Αναχωρήσαμε από την Τύρο ιππεύοντας ξεκούραστα άλογα και με τις ταξιδιωτικές μας προμήθειες ανανεωμένες. Ο Ύπαρχος μάλιστα προσφέρθηκε να μας δώσει μια ομάδα ένοπλων συνοδών, αλλά αρνήθηκα. Έχοντας συνειδητοποιήσει πόσο αδίστακτοι και επικίνδυνοι είναι οι εχθροί μας,  δεν ήθελα ο φιλότιμος Μένης να εμπλακεί περισσότερο παρέχοντάς μας ανοιχτή και επίσημη συμπαράσταση.    Εκτός αυτού, θεωρούσα ότι όσο λιγότεροι ταξιδεύαμε, τόσο περισσότερο ευέλικτοι και λιγότερο εντοπίσιμοι θα ήμασταν.

view_33_87035749

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄, Κεφάλαιο πέμπτο: Ένα απρόοπτο εύρημα

Posted by vnottas στο 4 Μαΐου, 2018

Μέρος όγδοο, κεφάλαιο πέμπτο: Ένα απρόοπτο εύρημα.

(αφηγείται ο Εύελπις) 

images (80)

Αν και η ακτογραμμή που συνδέει τη Μικρά Ασία με την Αίγυπτο δεν έχει πολλούς φυσικούς όρμους, διαθέτει αρκετά λιμάνια και άλλα προστατευμένα σημεία όπου τα πλοία που παραπλέουν την ακτή μπορούν να αγκυροβολήσουν είτε σε περίπτωση έντονης θαλασσοταραχής είτε, συνηθέστερα, προκειμένου να διανυκτερεύσουν και να ανεφοδιαστούν. Πράγματι, αυτή εδώ η διαδρομή αποτελεί έναν από τους πιο αρχαίους και τους πιο χρησιμοποιημένους εμπορικούς δρόμους του γνωστού μας κόσμου και οι λαοί που κατοικούν τα παράλια έχουν εξειδικευτεί στις ναυτικές εμπορικές συναλλαγές ήδη εδώ και αιώνες. Σε ένα τέτοιο σημείο είχαμε αποβιβαστεί εκείνο το βράδυ. Από ό, τι μας είπε ο πλοίαρχος ήταν ο τελευταίος σταθμός πριν την Τύρο, για την οποία, αν όλα εξακολουθούσαν να είναι ούρια όσο ο μέχρι στιγμής άνεμος, θα ξεκινούσαμε αύριο τα χαράματα και όπου θα καταπλέαμε πριν από τη δύση του αυριανού ήλιου.

Ήταν μια τυπική ημι-υπαίθρια ναυτική εγκατάσταση. Εκτός από ένα μεγάλο πλινθόκτιστο μαγειρείο και μια δεξαμενή πόσιμου νερού, υπήρχαν αποθήκες τροφίμων, χώροι φύλαξης εργαλείων για τυχόν επείγουσες επισκευές των σκαφών, κάποιες ξύλινες κατασκευές-καταλύματα για το προσωπικό του ναύσταθμου και τους αξιωματικούς των διερχόμενων πλοίων και μια περιφραγμένη έκταση όπου μπορούσαν να τοποθετηθούν ενοικιαζόμενα αντίσκηνα διανυκτέρευσης για όποια μέλη των πληρωμάτων δεν ήθελαν να κοιμηθούν στην άμμο, κάτω από τον έναστρο ουρανό. Υπήρχαν επίσης ήδη εγκατεστημένες επιμήκεις τάβλες όπου πήραν θέση όσοι προτιμούσαν να μην την βγάλουν με ξηρά τροφή εκείνο το βράδυ.

Στους πάγκους που περιέβαλαν αυτές τις τάβλες καταλήξαμε και εμείς: εγώ, ο Οινοκράτης και ο απαραίτητος και εξυπηρετικός Χοντρόης, τραβηγμένοι από τις θελκτικές μυρωδιές των ψαριών που έβραζαν, τηγανίζονταν και ψήνονταν μέσα, αλλά και έξω, στο προαύλιο του μαγειρείου. Ύστερα από λίγο έφτασαν και κάθισαν κοντά μας και άλλοι συνταξιδιώτες, ανάμεσα στους οποίους ο κυβερνήτης και ο  πρωρεύς[1] του σκάφους που μας μετέφερε και που ήταν αραγμένο εκεί, λίγο παρακάτω από το σημείο όπου δειπνούσαμε.  

Είχε ήδη νυχτώσει και οι φωτιές που λαμπύριζαν σε διάφορα σημεία  των εγκαταστάσεων είχαν  αρχίσει να κατακάθονται και να μετατρέπονται σε κατακόκκινες θράκες. Εμείς ετοιμαζόμαστε να εγκαταλείψουμε την τάβλα της εστίασης, όταν ακούσαμε φωνές και παρατηρήσαμε κάποια κινητικότητα στη φρουρά που περιπολούσε στην παραλία επιβλέποντας τα αραγμένα πλοία. Αναταραχή, φωνές, ίσως και κάποιες κλαγγές όπλων. Πριν προλάβουμε να καταλάβουμε περί τίνος ακριβώς πρόκειται, νάσου που ο κελευστής του σκάφους  καταφτάνει τρέχοντας και ενημερώνει τον πλοίαρχο ότι κάποιοι, μάλλον κλέφτες, είχαν ανεβεί κρυφά στο σκάφος μας. Η φρουρά τους αντελήφθη και τους κυνήγησε. Όμως βοηθημένοι και από το σκοτάδι κατάφεραν μέχρι στιγμής να ξεφύγουν. Τι να κάνουμε; Να τους κυνηγήσουμε και έξω από τον ναύσταθμο;  

Ο κυβερνήτης και ο υποπλοίαρχος σηκώθηκαν αμέσως και κατευθύνθηκαν προς το σκάφος. Τους ακολουθήσαμε κι εμείς. Μόλις φτάσαμε εκεί ο κελευστής ρώτησε έναν ναύτη:

«Ελέγξατε το πλοίο, όπως σας είπα;»

«Εκ πρώτης όψεως, όλα εντάξει», είπε εκείνος.  

«Απ’ ό, τι  φαίνεται δεν πρόλαβαν να πάρουν τίποτα», ανάφερε ο κελευστής στον πλοίαρχο. Εκείνος στράφηκε προς τον πρωρέα:

«Θέλω να εξετάσετε ξανά και με προσοχή το φορτίο. Εσύ ξέρεις πια σημεία είναι τα πιο σημαντικά. Βεβαιώσου ότι όντως δεν έχει γίνει ζημιά».

Μετά στράφηκε στον επικεφαλής της φρουράς που ήταν κι αυτός εκεί: «Χτύπησαν κι άλλα σκάφη;» τον ρώτησε.

«Δεν νομίζω πως πρόλαβαν», απάντησε εκείνος. «Τους αντιληφθήκαμε έγκαιρα. Νομίζω ότι αν τους κυνηγήσουμε έξω από την περίβολο, θα τους πιάσουμε. Όμως ο ναύαρχος, ο επικεφαλής της νηοπομπής, είπε να μην το διακινδυνέψουμε, εκτός κι αν σας έχουν πάρει εξαιρετικά πολύτιμα αντικείμενα».  

Ζήτησα την άδεια να ελέγξουμε τις δικές μας αποσκευές και ο πλοίαρχος συγκατάνευσε. «Πήγαινε», είπα στον Οινοκράτη και εκείνος ακολούθησε τον υποπλοίαρχο και τους ναύτες του. Εξαφανίστηκαν κάτω από μία καταπακτή του καταστρώματος.

κερκ στολος τρηρ

Δεν είχε περάσει πολλή ώρα∙ εγώ συνομιλούσα με τον επικεφαλής της φρουράς και τον ρωτούσα εάν τέτοιες επιθέσεις αποτελούν σύνηθες φαινόμενο σε αυτά τα νερά, κι εκείνος μου έλεγε ότι του έχει ξανασυμβεί και ότι υπάρχουν και χειρότερα, όταν είδα το σγουρόμαλλο κεφάλι του Οινοκράτη φωτισμένο από έναν λύχνο που κρατούσε με προσοχή καθώς ανέβαινε την καραβόσκαλα, να προβάλει ξανά από την καταπακτή. Χαμογελούσε μεν, αλλά κάπως περίεργα.

«Δεν λείπει τίποτα», είπε.

«Τότε γιατί έχεις αυτό το ύφος;», τον ρώτησα επειδή τον ήξερα καλά.

«Γιατί πράγματι από τα μπαούλα μας δεν λείπει τίποτα, αλλά στο μεγάλο, εκείνο όπου έχω τακτοποιήσει τα δικά σου πράγματα, είδα κάτι που δεν το είχα ξαναδεί. Μου φάνηκε παράταιρο και παραπανίσιο -εκτός κι αν το πρόσθεσες εσύ πρόσφατα».

 Κοίταξα τα χέρια του. Σε εκείνο που δεν κρατούσε το λυχνάρι είδα ότι ήταν κρεμασμένη μια πάνινη σακούλα. Μου την έδωσε. Το σκοινί που κρατούσε κλειστό το στόμιό της ήταν σφιχτοδεμένο με γερό κόμπο. Κάτι το σκληρό βρισκόταν μέσα της.

«Ο Χοντρόης μπορεί να πάει να κοιμηθεί, εσύ έλα μαζί μου», είπα στον Οινοκράτη.

Ο στρογγυλός Ασιάτης έκανε την χορογραφημένη του υπόκλιση και απομακρύνθηκε. Εγώ οδήγησα τον δικό μου πίσω, στις τάβλες εστίασης, όπου υπήρχε πλέον απόλυτη ερημιά.

imagesκ

Καθίσαμε. Άφησε το λυχνάρι του στο κέντρο της τάβλας, μπροστά μας, ενώ εγώ άφησα εκεί δίπλα τη σακούλα και έβγαλα το εγχειρίδιό μου. «Δεν είναι δα ο Γόρδιος Δεσμός» είπα, «αλλά θα έχει την ίδια τύχη».  Με μια αποφασιστική κίνηση έκοψα το σκοινί. Μετά άνοιξα το στόμιο της σακούλας, είδα το περιεχόμενο και, προς στιγμήν, δεν κατάλαβα τίποτα. Για μια μόνο στιγμή. Γιατί αμέσως μετά κατάλαβα.

«Τι είναι αυτό το πράγμα;» αναρωτήθηκε ο Οινοκράτης απλώνοντας το χέρι του για να δει πώς είναι στην αφή, το μαυριδερό αντικείμενο που ξεπρόβαλε.

Του άρπαξα το χέρι στον αέρα. «Καλύτερα να μην το ακουμπήσεις απ’ ευθείας», του είπα. «Τι σου φαίνεται ότι είναι;»

Πήρε τη σακούλα και έπιασε το εύρημα με αυτήν. Το κοίταξε ολόγυρα. «Το πόδι του Πάνα;»

«Μη το παρακάνεις. Είσαι κοντά, αλλά βάλε λιγότερη φαντασία».

Το ξανακοίταξε και η έμπνευση του ήρθε: «Οπλή, μεγάλη οπλή… Οπλή μεγάλου αλόγου θα έλεγα… Και… μέσα πρέπει να είναι κούφια. Για δες, εδώ έχει ένα πώμα».

Του έπιασα ξανά το χέρι στον αέρα. «Μην την αγγίζεις!».

Αυτή τη φορά με κοίταξε απορημένος.

«Κάθισε. Θα σου εξηγήσω», του είπα.

δ

Αφηγήθηκα περιληπτικά στον Οινοκράτη την συνάντηση ανάμεσα σε εμένα, τον Αριστοτέλη και την πυθαγόρεια φιλόσοφο, λίγες μέρες πριν την αναχώρησή μας από την Αθήνα. Εκεί, τότε, εγώ κι ο Δάσκαλος μάθαμε από την δικτυωμένη οπαδό του αείμνηστου Πυθαγόρα, τις γενικές γραμμές της πλεκτάνης που αποσκοπούσε στην εξουδετέρωση οποιασδήποτε επιρροής ασκούσε ακόμη ο Αριστοτέλης πάνω στον ήδη ένδοξο μαθητή του.  Το σχέδιο, όπως είχε φτάσει στα αυτιά των έμπειρων πυθαγόρειων, είχε ως εξής:

Πρώτα θα κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι ο Σταγειρίτης αποδοκιμάζει την πολιτική του Αλέξανδρου και ότι οι σχέσεις τους έχουν πλέον ψυχρανθεί. Θα κυκλοφορήσουν επίσης δήθεν έγκυρες πληροφορίες ότι ο εγκατεστημένος στην Αθήνα Αριστοτέλης βρίσκεται σε επαφή με τους αντιμακεδόνες ηγέτες όλου του ελληνικού χώρου συμπεριλαμβανόμενων και κάποιων προσωπικοτήτων από το μακεδονικό Βασίλειο όπου διατηρεί φιλίες από την εποχή που ήταν εγκαταστημένος εκεί.

Οι λόγοι της υποτιθέμενης δυσαρέσκειας του Αριστοτέλη θα είναι ίδιοι με εκείνους που επικαλείται ο ανιψιός του, ο Καλλισθένης, όταν διαφοροποιείται από το άμεσο βασιλικό περιβάλλον: Διαφωνίες σχετικά με την δημιουργία μιας αυτοκρατορίας που να μοιάζει ή να είναι συνέχεια της Περσικής, διαφωνίες για την ουσιαστική διάλυση των πανελλήνιων δομών που είχαν προβλεφθεί από το Συνέδριο της Κορίνθου, διαφωνίες για την ¨θεοποίηση¨ του Αλέξανδρου, διαφωνίες ακόμη και για την αποδυνάμωση της Συνέλευσης  των Μακεδόνων Οπλιτών, όσο και αν για αυτό το θέμα δεν του πέφτει λόγος.

 Όμως, (θα ισχυρίζονται οι φήμες) μετά την ήττα των Σπαρτιατών στη Μεγαλόπολη ο Αριστοτέλης άρχισε να πείθεται πως δεν θα αρκούσε μια ευρύτερη συσπείρωση και μια γενικότερη αποδοκιμασία για να διορθωθεί η πορεία της ελληνικής εξόρμησης στην Ασία, αλλά πως θα έπρεπε να ληφθούν πολύ δραστικότερα μέτρα. Θα πουν δε ότι μετά τον φόνο του Παρμενίωνα πείστηκε εντελώς.

Ο Οινοκράτης έχει μείνει ενεός, να με κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό: «Δηλαδή;»

«Ε, ναι φίλε μου! Οι τύποι διαδίδουν ότι ο Αριστοτέλης, οργισμένος  μετά τον φόνο του Παρμενίωνα και του Φιλώτα -ίσως τώρα να προσθέσουν και το φόνο του Κλείτου-  έχει σκοπό να συμπράξει αν όχι να ηγηθεί σε μία συνωμοσία με στόχο την δολοφονία του Αλέξανδρου».

Ο Οινοκράτης εγκαταλείπει το αποσβολωμένο ύφος και εξαπολύει ένα τρανταχτό ξαφνικό γέλιο.

«Δεν είναι δυνατόν!» ξεφυσάει. «Μόνο σε τέτοιο ρόλο δε μπορώ να φανταστώ τον Δάσκαλο!

Κι έπειτα, η μεν Αθήνα απέχει από το μέτωπο της εκστρατείας άπειρους παρασάγγες, ο δε Δάσκαλος είναι σοφός, αλλά δεν είναι μάγος!»

«Και όμως, τελικά θα του αποδοθούν ιδιότητες μοχθηρού μάγου! Και θα δράσει ενάντια στον μαθητή του με τον πιο ύπουλο τρόπο. Θα χρησιμοποιήσει, σύμφωνα πάντοτε με τις κατευθυνόμενες φήμες, το μέσο εξόντωσης που κατ’ εξοχήν φοβούνται και οι πιο καλά φρουρούμενοι ηγέτες: Το δηλητήριο!»

«Διάβολε!..»  λέει ο Οινοκράτης και κόβει το γέλιο.

180px-Οπλή_αλόγου

«Το οποίο δηλητήριο θα βρει κάποιο τρόπο να το στείλει σε δικούς του ανθρώπους -πιθανότατα στον Καλλισθένη- στο μέτωπο. Και -πρόσεξέ με- δε θα πρόκειται για όποιο κι όποιο δηλητήριο…»

«Αλλά

«Θα πρόκειται για το ¨νερό της Στυγός!¨»

Ο Οινοκράτης κάτι θυμάται… «Η Στύγα! Διάβαζα γι αυτήν πρόσφατα. Η κακιά υποχθόνια θεότητα που την φοβούνται ακόμα και οι θεοί. Και γι αυτό ο Δίας την προσκαλεί να είναι παρούσα όταν χρειαστεί οι θεοί να του ορκιστούν πίστη ή οτιδήποτε άλλο».

«Ναι Οινοκράτη. Αυτή η πανάσχημη και μοχθηρή θεότητα που κατοικεί στον Άδη διαφεντεύει ένα ποτάμι με δηλητηριασμένο μαύρο νερό. Όποιος, άνθρωπος ή ζώο, το πιει πεθαίνει ακαριαία, η δε τοξικότητά του είναι τέτοια που στο άγγιγμά του οι πέτρες διαβρώνονται και τα μέταλλα σκουριάζουν και διαλύονται. Και έτσι, όπως καταλαβαίνεις,  η ιστορία που διαδίδουν οι συνωμότες αποκτά το απαραίτητο ιερό-μαγικό στοιχείο που γοητεύει τα πλήθη».

«Δηλαδή θες να πεις ότι διαδίδουν πως ο Δάσκαλος κατέβηκε στον Άδη ως άλλος Ορφέας για να προμηθευτεί το δηλητήριο με το οποίο θα δολοφονήσει τον αγαπημένο του μαθητή;»

«Δεν είναι απαραίτητο να κατεβεί στα Τάρταρα. Στα Αροάνια βουνά, στην Πελοπόννησο, υπάρχει όντως μια πηγή με δηλητηριασμένο νερό. Οι Αρκάδες την αποκαλούν ¨Ύδωρ της Στυγός¨. Ο Δάσκαλος θα μπορούσε να το έχει προμηθευτεί από εκεί, ή θα μπορούσε να το αντιγράψει, έτσι όπως εσύ και ο πέρσης φίλος σου αντιγράψατε το περσικό ιερό ποτό στα Σούσα».

Ο Οινοκράτης σκέφτεται για μια στιγμή αυτή την αλλόκοτη και δύσπεπτη ιστορία. Ύστερα διατυπώνει ακόμη μια ένσταση: «Και η μεταφορά; Πού υποτίθεται πως θα το βάλει ο Δάσκαλος; Είπες ότι κανένα υλικό δεν αντέχει την επαφή με την τοξική αυτήν ουσία».

Τον κοιτάζω έντονα και καταλαβαίνει από μόνος του.

«Η οπλή!» λέει. «Το υλικό που αντέχει το δηλητήριο είναι η οπλή του αλόγου. Αυτή εδώ…! Κάποιος την έχει σκάψει εσωτερικά και την έχει γεμίσει με το φαρμάκι…  Και εκείνοι που προορίζονται να την μεταφέρουν στην Ασία…»

«Είμαστε εμείς, Οινοκράτη. Τα καταλληλότερα πρόσωπα. Άνθρωποι κοντινοί στον Καλλισθένη και στον Αριστοτέλη».  

«Επομένως

«Επομένως την ξαναβάζεις με προσοχή στη σακούλα της, την δένεις και πάλι προσεκτικά και μετά την ε-ξα-φα-νί-ζεις. Και να ΄χεις στο νου σου ότι πιθανότατα μας παρακολουθούν. Αισθάνεσαι σε θέση να τα καταφέρεις;

«Ασυζητητί !» μου απαντάει χωρίς κανένα δισταγμό..scan0033

[1] Πρωρεύς, ή πρωράτης, ονομαζόταν ο αξιωματικός της πλώρης ή υποπλοίαρχος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄, Κεφάλαιο τέταρτο: Πλέοντας προς την Ανατολή

Posted by vnottas στο 27 Απρίλιος, 2018

Κεφάλαιο τέταρτο. Πλέοντας ξανά προς την Ασία

(αφηγείται ο Εύελπις)

αρχείο λήψης (3)

Με τα χέρια ακουμπισμένα στην κουπαστή ατενίζω την ανατολική θάλασσα. Παραδίπλα μου ο Οινοκράτης είναι καθισμένος οκλαδόν στο κατάστρωμα μπροστά σε μια εικονογραφημένη τάβλα και προσπαθεί να μάθει στον Χοντρόη, στημένο ανακούρκουδα  απέναντί του, τους ελληνικούς κανόνες του ¨ζατρικίου με κυβείες¨. Οι φωνές τους, οι ήχοι των κύβων καθώς ρίχνονται με ενθουσιασμό πάνω στην τάβλα, οι κρωγμοί των γλάρων που μας ακολουθούν, ο παφλασμός των κυμάτων, το πλατάγισμα του ιστίου και οι στεναγμοί των κωπηλατών, συνθέτουν το υπόβαθρο των σκέψεών μου. Σκέψεις επείγοντος ταξιδιού, ταυτόχρονα απολογητικές και προγραμματικές… ανήσυχες και ελπιδοφόρες.

image

Ο ουρανός είναι γαλάζιος και ανέφελος, ο άνεμος ούριος και το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου τμήματος του ταξιδιού μας πήγε καλά. Τώρα πλέουμε ανάμεσα στη Μικρά Ασία και τη βόρεια ακτή της Κύπρου. Όπου να ‘ναι θα παρακάμψουμε το αιχμηρό ακρωτήρι του μεγάλου νησιού που δείχνει το δρόμο προς τις ασιατικές ακτές και θα στοχεύσουμε ίσα απέναντι. Μετά θα στρίψουμε προς το Νότο και θα ακολουθήσουμε την ακτογραμμή  ίσαμε την πόλη-νησί της Τύρου.

Το σκάφος μας ανήκει σε μια μικρή νηοπομπή που μεταφέρει αποίκους για τις νέες πόλεις (τις Αλεξάνδρειες), οι οποίες, η μια μετά την άλλη, ξεφυτρώνουν σε κομβικά σημεία της προέλασης προς Ανατολάς. Μεταφέρει επίσης στρατιώτες που θα ενισχύσουν το στράτευμα αντικαθιστώντας τους νεκρούς, τους τραυματίες και εκείνους που επέστρεψαν στις πατρίδες τους, καθώς και ποικίλο πολεμικό εξοπλισμό κατασκευασμένο στα ελληνικά εργαστήρια.  

Δεν ξέρω τι ακριβώς θα συναντήσω κατά την επιστροφή στο μέτωπο, αλλά σήμερα αισθάνομαι αισιόδοξος. Κάνω καλά που σπεύδω δίπλα στον Καλλισθένη. Μετά την επιστολή της Θαίδας, δε θα μπορούσα να παραμείνω στην Αθήνα έχοντας μάθει πως ο προϊστάμενος και καθοδηγητής μου κινδυνεύει. Το γεγονός ότι έπαψα να λαμβάνω γράμματά του μεγέθυναν την ανησυχία μου. Τέλος, έφτασε και η επιστολή του Άρπαλου που, παρά την εύθυμη διατύπωσή της, σήμανε για μένα επείγοντα συναγερμό.

Ο Άρπαλος μου έστελνε τα χαιρετίσματα της Πυθιονίκης και μου περιέγραφε με τελείως απρόσμενο για εκείνον λυρισμό, τις χάρες της μικρής του κόρης. Επίσης, επαναλάμβανε τις ευχαριστίες του για την βοήθειά μου στην οργάνωση του ταξιδιού της προς την Ασία. Μου εκμυστηρευόταν πάντως πως δεν είναι σίγουρος εάν το κλίμα της Βαβυλώνας  κάνει καλό στην Πυθιονίκη και πως και ο ίδιος θα ένοιωθε μεγάλη χαρά εάν κατάφερνε να έρθει, ακόμη μια φορά, στην Αθήνα μαζί της.

Ήταν οι τελευταίες σιβυλλικές αράδες του μηνύματός του, που με τάραξαν. Άλλαζε ξαφνικά ύφος και σημείωνε: ¨Καλά,  δεν τον συμπαθώ ιδιαίτερα τον Ολύνθιο, αλλά και δε περίμενα από αυτόν να πέσει έτσι εύκολα θύμα των αυλοκολάκων που βυσσοδομούν αυτό τον καιρό διεκδικώντας την εύνοια του Αλέξανδρου. Ο δικός σου, αντίθετα,  απ’ ό, τι μαθαίνω έχει επανειλημμένα   συγκρουστεί, όχι μόνο με τον Ηφαιστίωνα αλλά και με τον Αλέξανδρο τον ίδιο.  Φοβάμαι ότι η μοίρα του κρέμεται από αδύναμο νήμα. Επομένως, καλό θα είναι να ‘χεις και εσύ το νου σου¨.

Δε θα μπορούσα λοιπόν να κάνω αλλιώς, παρά να επιστρέψω εσπευσμένα στην προελαύνουσα στρατιά, να μάθω πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα και να πράξω ό, τι μπορέσω.

Ο Αριστοτέλης δεν είχε αντίρρηση. Ιδιαίτερα μετά την συνάντησή μας με τον πυθαγόρειο φιλόσοφο. Αν και, σημειώνω, πως ο Δάσκαλος δεν γνώριζε προσωπικά  τον εκπρόσωπο που του έστειλαν οι Πυθαγόρειοι. Γι αυτό, όταν τον είδε να καταφτάνει στο Λύκειο, έμεινε σύξυλος. Γιατί ο εν λόγω φιλόσοφος ήταν γυναίκα. Όμως η έκπληξή του διάρκεσε λίγο. «Ναι, αυτοί δέχονται και γυναίκες», έσκυψε και μου είπε εμπιστευτικά. «Όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Ακόμη και έτσι εξακολουθούν να γνωρίζουν πολλά».

 Όντως οι Πυθαγόρειοι  ήξεραν ήδη πολλά πράγματα. Όχι τόσο για τη δυσμένεια στην οποία είχε περιπέσει ο Καλλισθένης, αν και είχαν ακούσει και γι αυτήν, όσο για τις υπονομευτικές κινήσεις της κλίκας των αυτοκρατορικών αυλικών ενάντια στον Δάσκαλο Αριστοτέλη. Προφανώς κάποιος -ή κάποια- μυημένος στην φιλοσοφία του Σαμίου διανοητή  δρούσε κοντά ή μέσα στην ομάδα του Ανάξαρχου.  

«Και τι περιμένατε για να με ενημερώσετε αγαπητή μου κυρία;» διαμαρτυρήθηκε ο Δάσκαλος.

«Ένα από τα δύο, αξιοσέβαστε Αριστοτέλη», απάντησε εκείνη ατάραχη. «Ή να γίνεις επιτέλους πλήρες μέλος του φιλοσοφικού μας ρεύματος, ή να μας ζητήσεις τις πληροφορίες που χρειάζεσαι απευθείας εσύ».

Ο Αριστοτέλης προτίμησε να μην σχολιάσει την απάντηση.

Έτσι μάθαμε ακριβώς πώς θα δρούσαν ενάντια στον Αριστοτέλη οι συνωμότες, καθώς και το ρόλο που θα έπαιζε στη σκευωρία τους μια εσωτερικά σκαμμένη οπλή αλόγου.

180px-Οπλή_αλόγου

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο τρίτο: Εν τω μεταξύ, ο Οινοκράτης…

Posted by vnottas στο 22 Απρίλιος, 2018

Κεφάλαιο τρίτο: Εν τω μεταξύ, ο Οινοκράτης…

Όπου ο (αισιόδοξος) Οινοκράτης προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, αλλά δεν προλαβαίνει…

akontismos2

Ναι είμαι ο Οινοκράτης. Όνομα κατοχυρωμένο και καταγραμμένο πλέον στα μητρώα της Αθηναϊκής πολιτείας.  Είμαι ο Οινοκράτης πατρός γνωστού και διασήμου, όπως τουλάχιστον πρεσβεύει ο πλέον έγκριτος μεταξύ των κατοίκων της Αττικής Γης, ο φιλόσοφος Αριστοτέλης.

Ναι, τον συνάντησα. Να πω μάλιστα ότι ήταν εκείνος που ζήτησε να με δει. Ήταν χαμογελαστός, με κοίταζε με συμπάθεια και φαίνεται ότι η ιστορία μου τον διασκέδαζε -με την καλή έννοια. Μου έδωσε και μερικές συμβουλές, ίδιες με εκείνες που, όπως είπε, δίνει και στο γιο του, το νεαρό Νικόμαχο. Εγώ του χαμογέλασα επίσης και τον ευχαρίστησα τόσο για τη βοήθειά του στην έρευνα για τις ρίζες μου, όσο και για τις συμβουλές του.

Είμαι ο Οινοκράτης  ο εκ Συρακουσών και δεν νομίζω πως τα μυαλά μου έχουν πάρει πολύ αέρα. Αυτοσυγκρατούμαι και αυτοελέγχομαι. Εκείνο που μου επιτρέπω, μετά την κατάληξη της έρευνας που με αφορά, είναι το να θέτω κι άλλα ερωτήματα, χωρίς αναστολές. Έχω φυσική κλίση στα ερωτήματα και τώρα ξέρω πια και έναν από τους λόγους: αυτόν που το όνομά του αρχίζει από Άλφα, κι ας του άρεσαν τα παρανόμια και τα καλόβολα παρατσούκλια.

Είμαι ο Οινοκράτης ο ταξιδεμένος∙ και αυτόν τον καιρό, ανάμεσα στα πολλά καινούργια της νέας φάσης της ζωής μου, διαβάζω και γράφω. Διαβάζω στη βιβλιοθήκη του οίκου του Ευρύνου, αλλά και σε εκείνη του Λυκείου στην οποία ο Αριστοτέλης μου επέτρεψε ελεύθερη πρόσβαση, τιμής ένεκεν (προς τον ευρύστερνο Δάσκαλό του), πράγμα που σημαίνει διπλή τιμή για τον Οινοκράτη, τον διατελέσαντα έως και δούλο.

Γράφω. Αυτή τη φορά όχι μόνον προς το αγαπημένο μου Πουλχερίδιον.  Αν και, όπου να ‘ναι, θα της γράψω μια μεγάλη επιστολή, με λεπτομέρειες για όλα αυτά τα αναπάντεχα που μου συμβαίνουν. Γράφω για να βάλω λίγη τάξη σε αυτά (τα φύσει αντιφατικά) που προσλαμβάνω επειδή ζω και σ’ αυτά (τα επίσης ανακατεμένα) που μαθαίνω επειδή διαβάζω. Γι αυτό να μην παραξενευτείς άγνωστέ μου αναγνώστη και να με συγχωρήσεις που βασικά απευθύνομαι σε εμένα τον ίδιο.images (3)

Έτσι λοιπόν φίλτατε, ο νέος  Οινοκράτης διαβάζει, γράφει, παρακολουθεί με αυξημένο ενδιαφέρον τη συντροφιά των σκύλων, ή κυνικών, και κάνει μακρές συνομιλίες εκεί κάτω, στου Κυνοσάργους, με τον Κράτη τον Θηβαίο και την όμορφη Ιππαρχία, τη γυναίκα του. Αυτοί οι δύο είναι οι αγαπημένοι μου συνομιλητές πάνω σε θέματα όπως η αναζήτηση της Ευτυχίας, ή η σχέση αυτής της τελευταίας με την Αρετή, ή εάν -αυτή η τελευταία- είναι θέμα ιδιωτικό ή δημόσιο, και ένα σωρό άλλα, παρόμοια.  Αλλά, επίσης, ο νέος μου εαυτός Οινοκράτης, περνάει εξ ίσου καλά με τον παλιό όταν είναι μαζί με τον καλό του φίλο, τον Φιλήμονα και, τον πιο πρόσφατο, τον εξωτικό Χοντρόη, κάνοντας επισκέψεις στα αξιοθέατα της Αθήνας, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων γνωστών σημείων πόσης, εστίασης και γενικότερης ευδαιμονίας.

Ο Φιλήμονας γράφει κι αυτός. Και, επιτέλους, δίδαξε και ανέβασε με επιτυχία τα πρώτα του ¨αθηναϊκά¨ έργα. Μπορώ να πω ότι θεωρείται το ανερχόμενο αστέρι των αττικών θεάτρων. Και, ας προσθέσω, πως οι κωμωδίες του βγάζουν πολύ γέλιο, και πως μπορεί μεν να μην ασκούν άμεση κριτική στους Πολίτες και στην Πολιτεία, όπως συνέβαινε με τις αθηναϊκές κωμωδίες του παρελθόντος, αλλά τώρα, που η Πολιτεία μοιάζει αδύναμη και είναι υποχρεωμένη να δρα κάτω από την επίβλεψη εξωγενών παραγόντων, τα κείμενα του δικού μου εστιάζουν και περιγράφουν με σπαρταριστό τρόπο τους νέους τύπους που κυκλοφορούν γύρω μας: κυρίως κάτι λάτρεις του Νάρκισσου, κάτι χαζοχαρούμενους ψηλομύτες, κάτι αδιόρθωτους φιγουρατζήδες, κάτι αδίστακτους καταφερτζήδες, κάτι ανενδοίαστους κουτοπόνηρους, κάτι παράταιρους ερωτύλους, και κάτι άλλους παρόμοιους τύπους, από αυτούς που ευημερούν σε καιρούς κρίσης ή σε καιρούς που εγκυμονούν εκρήξεις.  Ξωπίσω του τρέχει και σημειώνει ακούραστος τις διασκεδαστικές αντιφάσεις της εποχής μας, ο ταλαντούχος μικρός -σχεδόν έφηβος πια- Μένανδρος, ο οποίος κρίνοντας από αυτά που τον βάζουν να απαγγέλει τις βραδιές στου Κυνοσάργους, μπορώ να πω πως είμαι σίγουρος ότι σύντομα θα είναι ένα ακόμη δημοφιλές ¨όνομα¨ για τους φίλους της κωμικής συγγραφής.images (2)

Υπάρχουν βέβαια και τα καθημερινά μου καθήκοντα τα οποία προσπαθώ να διεκπεραιώνω με συνέπεια. Αφού λοιπόν παρατηρώ πως η συντροφιά των κυνικών έχει περιορίσει τις παρεμβάσεις της σε θέματα κοινού ήθους και πως το τελευταίο καιρό περισσότερο φιλοσοφεί και φιλολογεί παρά δρα με απτό τρόπο, έχω στρέψει την προσοχή μου σε άλλα σημεία, τα οποία, αν και εκ πρώτης όψεως δεν μοιάζουν σχετικά με την επίσημη γνώση, είναι τόποι όπου μπορεί να μάθει κανείς πολλά, τόσο για όσα συμβαίνουν στον υπερπόντιο κόσμο, όσο και για τις τάσεις που διαρρέουν αφανώς την πολυσύνθετη   Αττική Γη. Ένα τέτοιο σημείο είναι, για παράδειγμα, το λιμάνι και η περιβάλλουσα αγορά του Πειραιά, όπου καταφτάνουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες, τις οποίες πρέπει να βρει και να αξιολογήσει κανείς έγκαιρα, δηλαδή προτού επηρεαστούν από τα φίλτρα των εμπόρων μετοίκων που είναι εγκατεστημένοι εκεί. Ένα άλλο είναι οι προθάλαμοι και οι βοηθητικοί χώροι των μεγάρων των εταιρών, όπου πολλές μικρές κι ελαφρόμυαλες μαθητευόμενες διασκεδάζουν σχολιάζοντας ό, τι τους φαίνεται εντυπωσιακό ή περίεργο από αυτά που λένε και κάνουν οι μεγαλόσχημοι πελάτες των κυράδων τους.

Έχω λοιπόν φροντίσει, με τη βοήθεια μερικών έξυπνων ανθρώπων με τους οποίους συναναστρέφομαι, ή μάλλον διατηρώ ¨τακτική επαφή¨, να έχω πρόσβαση σε αυτούς τους χώρους, και να μαθαίνω ενδιαφέροντα πράγματα.

Έτσι έμαθα έγκαιρα τους ψίθυρους ότι οι Λακεδαιμόνιοι, μετά την ήττα τους στη Μεγαλόπολη και παρά την απόφασή τους να ενδώσουν και να στείλουν εν τέλει στράτευμα στην εκστρατεία, παράλληλα αποφάσισαν να έχουν μυστικές επαφές με τμήμα της αθηναϊκής ηγεσίας, έτσι ώστε να έχουν κάποιο κοινά επεξεργασμένο σχέδιο για την περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο μειωθεί η μακεδονική επιρροή στον ελληνικό κορμό.

Έτσι έμαθα επίσης ότι αρκετοί ανώτεροι αξιωματικοί  του αντιβασιλέα Αντίπατρου έρχονται συχνά στην Αθήνα και ότι αποτελούν θαυμαστές των τοπικών εταιρών, στις οποίες αφηγούνται διασκεδαστικά επεισόδια για τις ατελείωτες διαμάχες ανάμεσα στον στρατηγό-τοποτηρητή και την Βασιλομήτορα Ολυμπιάδα. Ψιθυρίζεται μάλιστα, ότι αυτή η διαμάχη, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ο έλεγχος του Αλέξανδρου στον ελλαδικό χώρο εξασθενίσει, δεν αποκλείεται να φτάσει  σε στρατιωτική σύγκρουση, δεδομένου ότι η Ολυμπιάδα διαθέτει άμεση στήριξη από τα στρατεύματα της χώρας των Μολοσσών στην Ήπειρο, από όπου κατάγεται και όπου συχνά καταφεύγει.

Έτσι έμαθα ακόμη ότι στην Αθήνα, αυτά τα τελευταία χρόνια έχουν καταφτάσει αρκετοί επισκέπτες από τις χώρες της Δύσης και του Βορρά, οι οποίοι, χωρίς να έχουν την επίσημη ιδιότητα του Πρέσβη, ενδιαφέρονται να μάθουν τις πληροφορίες που  φτάνουν ως εδώ σχετικά με τις απώτερες βλέψεις του Αλέξανδρου και ιδιαίτερα με το εάν σκοπεύει, μετά τις επιτυχίες του στην Ανατολή, να στραφεί προς Δυσμάς.  

Ήμουν λοιπόν, όπως βλέπετε, αρκετά απασχολημένος με τα νέα και τα παλαιότερά μου καθήκοντα, και εύλογα μοιρασμένος ανάμεσα στην προσπάθεια  να φανώ αντάξιος της καλής μου μοίρας, αντάξιος της οικογένειας του Ευρύνου που μου είχε αμέριστα συμπαρασταθεί, αλλά και αντάξιος της Αθηναϊκής Πολιτείας  που με είχε αποδεχθεί, όταν ο Εύελπις με ειδοποίησε ότι θα έπρεπε να ετοιμαστώ για άμεση αναχώρηση. Προς την επελαύνουσα εκστρατεία. Τον ρώτησα γιατί, και μου είπε: ο Καλλισθένης κινδυνεύει.  Στόχος παλιών και νέων δολοπλοκιών, βρίσκεται σήμερα κατηγορούμενος για συνωμοσία ενάντια στον Βασιλέα. Ξέροντας τι συνέβη σε όσους υπέστησαν τις ίδιες κατηγορίες τον τελευταίο καιρό, ο Εύελπις ανησυχεί. Και όσο και αν ο Καλλισθένης του έχει ζητήσει να μην απομακρυνθεί από την Αθήνα μέχρις ότου ο ίδιος του στείλει σχετική εντολή, ο Εύελπις βλέποντας ότι δεν έχει ακόμα λάβει απάντηση από τον προϊστάμενό του στα επείγοντα απανωτά  μηνύματα που του έστειλε πρόσφατα, αποφάσισε να ξεκινήσει για την Ασία. Ο Αριστοτέλης (ο Εύελπις τον είδε για πρώτη φορά οργισμένο, μου είπε) συμφώνησε.images (10)

Ήταν αρχές της Άνοιξης και είχαν συμπληρωθεί περίπου δυόμισι χρόνια από  τότε που επιστρέψαμε στην Αθήνα. Αν και η πόλη αντιμετώπιζε δυσκολίες και είχαν προκύψει προβλήματα επισιτισμού, αν όχι σιτοδείας ήδη κατά τη δεύτερη χρονιά της παραμονής μας εδώ, αν πω  πως την είχα βαρεθεί  θα έλεγα ασύστολα ψέματα.

Ενώ ο Εύελπις συναντιόταν καθημερινά με τον Αριστοτέλη, εγώ ανέλαβα τις επείγουσες προετοιμασίες για το ταξίδι, με ανάμεικτα συναισθήματα. Ευχόμουν πολλά πράγματα, αρχίζοντας με την εύνοια του Αιόλου και του Ποσειδώνα, γιατί η Άνοιξη ήταν ακόμη άστατη και το θέρος μακριά, αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν κρύβω πως, πάνω απ’ όλα, ευχόμουν η Μοίρα να μου επιφυλάσσει τουλάχιστον μία ακόμη επιστροφή στην πόλη της Παλλάδας Αθηνάς.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος όγδοο: Η τελική σύγκρουση. Κεφάλαιο δεύτερο: Αντιδρώντας στα άσχημα νέα.

Posted by vnottas στο 9 Απρίλιος, 2018

Κεφάλαιο δεύτερο: Αντιδρώντας στα άσχημα νέα.

(αφηγείται ο Εύελπις)

συρμένο-ά-ογο-χεριών-43913400

Η επιστολή της με τάραξε. Με το που την έλαβα. Προτού την διαβάσω. Δεν περίμενα να μου γράψει, αν και δε μπορώ να πω γιατί. Ίσως γιατί η Θαίδα δεν ήταν για μένα η καλή μου φίλη… Ήταν κάτι παραπάνω. Κάτι που αγαπούσα και φοβόμουν ταυτόχρονα. Κάτι που με είχε δεχτεί και με είχε απορρίψει. Κάτι που μου προξενούσε αισθήματα που δεν έλεγχα. Αισθήματα που η απόσταση μεταξύ μας και το πέπλο της πολύβουης πόλης των Αθηνών που με κάλυπτε, δεν κατάφερναν να καταπνίξουν εντελώς και που όλο σιγανο-σπινθήριζαν στο βάθος της ψυχής μου.

Αυτά τα σχεδόν δυόμισι χρόνια που βρισκόμουν στο ¨κλεινόν άστυ¨ είχα προσπαθήσει να βρω μια ισορροπία ανάμεσα στις κρυφές μου επιθυμίες και τα όσα φαίνονταν εφικτά. Εκείνη δεν είχε πάψει να υπάρχει ανάμεσα στις μύχιες σκέψεις μου, αλλά η απόσταση και η ένταση των καθηκόντων που θα έπρεπε να εκπληρώσω  εδώ, με βοηθούσαν να μην αιχμαλωτιστώ στο έλος των αδιέξοδων συναισθημάτων μου. 

Και ξαφνικά εκείνη μου γράφει… Όπως και στην πρώτη της επιστολή, τότε στα Σούσα, για να μου θυμίσει ότι παρά τις ειλημμένες αποφάσεις της και τις αντιξοότητες που παιδεύουν τη σχέση της μαζί μου, με προσέχει, με εποπτεύει, με σκέφτεται, με υπερασπίζεται. 

Αλλά αυτά τα διαπίστωσα μετά. Όταν διάβασα με προσοχή και συγκίνηση το γράμμα της.

ξξ

«Ναι δάσκαλε, δεν είναι η πρώτη φορά που ο ¨Ευδαιμονικός¨ και οι δικοί του βυσσοδομούν εις βάρος μας, αλλά είναι η πρώτη που ακούω να αναφέρουν το όνομά σου. Μέχρι στιγμής δεν τόλμησαν κάτι τέτοιο. Για κάποιο λόγο, που δεν είναι δύσκολο να τον μαντέψει κανείς -εσύ είσαι μακριά, εκείνοι είναι εκεί, κολακεύουν και μηχανορραφούν- πιστεύουν ότι τώρα είναι ισχυρότεροι από ό, τι άλλοτε. Πως η επιρροή τους στον Βασιλέα υπερτερεί της αφοσίωσης εκείνου προς εσένα. Όμως ομολογώ πως μου φάνηκε υπερβολικό, αν και όχι απίστευτο -τους έχω ικανούς για οτιδήποτε- να σε κατηγορούν ότι σχεδιάζεις να τον δολοφονήσεις. Πρέπει να εκτιμούν πως, όσο ο βασιλιάς σε αγαπάει, ο Καλλισθένης πρέπει να θεωρείται άτρωτος. Ακόμη και οι διενέξεις ανάμεσα στον Αλέξανδρο και μερικούς από τους πιο γνωστούς παλιούς στρατηγούς, των οποίων τις ανησυχίες ο Καλλισθένης έδειχνε να κατανοεί, παρά την τραγική τους κατάληξη  δεν άρκεσαν για να μειώσουν αποφασιστικά το κύρος του.

Για να τον εξουδετερώσουν πρέπει να απαλλαγούν πρώτα από σένα, τον δάσκαλο Αριστοτέλη…»

Ο Αριστοτέλης με κοιτάζει σκεφτικός.

«Και θέλεις να φύγεις; Να επιστρέψεις στην Ασία;» με ρωτάει.

«Αυτό αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε. Ίσως έχω παραμείνει εδώ περισσότερο από όσο θα έπρεπε, αλλά αυτές ήταν μέχρι στιγμής οι εντολές του Καλλισθένη».

«Τον ενημέρωσες γι αυτά που έμαθες;»

«Ναι και περιμένω με αγωνία την απάντησή του».

«Και του ζητάς να σου επιτρέψει να επιστρέψεις, υποθέτω».

«Ναι. Πιστεύω ότι ένα μέρος της  αποστολής μου εδώ έχει ολοκληρωθεί. Δε θα έλεγα βέβαια ότι η κατάσταση είναι ευνοϊκότερη από πριν. Μετά την καταδίκη του Αισχύνη και την αναχώρησή του, οι σχέσεις ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Μακεδόνες έχουν επιδεινωθεί, έστω κι αν δεν έχουν φτάσει σε ανοιχτή ρήξη. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, αυτή η αποφυγή της ρήξης είναι ίσως το μόνο θετικό. Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν τις μεγάλες δυσκολίες επισιτισμού που αντιμετωπίζει τα δύο τελευταία χρόνια η Αθήνα, θα έλεγα ¨πάλι καλά¨ που δεν είχαμε κάποιο επεισόδιο που θα οδηγούσε σε νέα ανοιχτή σύγκρουση».  

«Συμφωνώ», μου είπε ο δάσκαλος. «Προς στιγμήν μάλιστα φοβήθηκα ότι θα υπάρξουν επιπτώσεις και για το Λύκειο. Όσο κι αν αγαπώ την Αθήνα, έχω συνείδηση του γεγονότος ότι είμαι κι εγώ μέτοικος και όπως όλοι οι μέτοικοι πρέπει να είμαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή για αναχώρηση. Έστω και αν εδώ το έδαφος αποδείχτηκε εύφορο για το Λύκειο, το οποίο, θέλω να πιστεύω πως έχει αποκτήσει  γερές αθηναϊκές ρίζες».

«Αναμφίβολα δάσκαλε. Πάντως προς το παρόν η κατάσταση είναι μάλλον ήρεμη. Η ηγεσία δείχνει να εκτιμά το γεγονός πως οι Αθηναίοι πολίτες καλούνται από τους πρώτους να δηλώσουν αν ενδιαφέρονται να αποικήσουν τις νέες πόλεις, καθώς και οι πολεμιστές εάν επιθυμούν να συμμετάσχουν με καλή αμοιβή στην στρατιά».

Το γκρίζο βλέμμα του Αριστοτέλη με κοιτάζει πάλι ερωτηματικά.

«Μίλησες για την ολοκλήρωση μέρους της αποστολής σου… Δηλαδή; Τι άλλο…»

«Ένα άλλο μέρος δάσκαλε αφορά σε ‘σένα, το ξέρεις. Έπρεπε να θέσω στη διάθεσή σου κάθε πληροφορία που θα σε διευκόλυνε στο να έχεις μια ολοκληρωμένη άποψη για τα όσα συμβαίνουν στην εκστρατεία, έτσι ώστε να μπορείς να εκφέρεις τη γνώμη σου για το μελλοντικό ¨δέον γενέσθαι¨. Ο Καλλισθένης πιστεύει ότι, αρχίζοντας από εσένα, όλοι οι διανοητές θα πρέπει να πάρουν θέση για το τι θα συμβεί όταν οι στρατιωτικοί δεν θα είναι πλέον αναγκαίοι κι όταν η πρώτη γραμμή θα είναι εκείνη της αντιμετώπισης των ανθρώπινων αναγκών∙ όταν νέες πολιτείες θα πρέπει να οργανωθούν και  όταν παλιές και νέες ανάγκες ευτυχίας θα πρέπει να ικανοποιηθούν».

Χαμογελάει χωρίς να πάψει να δείχνει σκεφτικός. Μετά συνεχίζει εκείνος, σε πρώτο πρόσωπο…

«Κι εγώ, που δεν αρκούμαι σε ρητορικές διακηρύξεις, αλλά εμπιστεύομαι τον ορθό, συστηματικό λόγο, προσάρμοσα τις έρευνές μου στην αναζήτηση της πολιτικής ευνομίας και της κοινωνικής ανάπτυξης, όπως αυτές έχουν μέχρι τώρα εφαρμοστεί στις κυριότερες ελληνικές πόλεις και όχι μόνο. Έτσι κάθε τυχόν πρόταση για το αύριο θα βασιστεί στην διεξοδική και τεκμηριωμένη γνώση του παρελθόντος».

Σταματάει για λίγο και, καθώς εγώ δε σχολιάζω, συνεχίζει.

«Ξέρω πως ο Καλλισθένης, όπως και εσύ άλλωστε, θα θέλατε κάτι παραπάνω. Ξέρω πως επιθυμείτε να αλλάξετε τα πράγματα προς το καλύτερο και, όπως οι στρατηγοί πριν από τη μάχη ζητούν από τους ιερείς να εγγυηθούν, αν όχι την βοήθεια τουλάχιστον την καλή προδιάθεση των θεών, έτσι κι εσείς θα θέλατε να σας δώσουν οι διανοητές την έγκριση του Ορθού Λόγου. Μόνο που αυτός ο τελευταίος είναι πιο δύσκολος και σίγουρα πιο δυσπρόσιτος από τους παλιούς θεούς, που πολλές φορές ανακατεύονται στα ανθρώπινα από μόνοι τους, χωρίς καν να τους το ζητήσει κανείς».

Ο Αριστοτέλης άφησε μια βαθιά εκπνοή που έμοιαζε με αναστεναγμό.

«Ξέρω επίσης πως εδώ είμαστε στην πατρίδα του δάσκαλου Πλάτωνα, ο οποίος πρώτος προσπάθησε να αποδώσει στους φιλοσόφους τις πολιτικές τους ευθύνες. Και δεν κρύβω πως και εγώ ο ίδιος, άξιος μαθητής του δασκάλου μου, όπως ήθελα να είμαι, προσπάθησα νεότερος να ανακατευτώ στην άμεση πολιτική δράση. Όμως ούτε εκείνος στις Συρακούσες, ούτε εγώ στην Άσσο είχαμε εν τέλει ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα».

Η φωνή μου πρέπει να ακούστηκε κάπως απογοητευμένη:

«Όμως δάσκαλε, αν όσα μου γράφει η Θαίδα είναι αληθή, ο Καλλισθένης κινδυνεύει άμεσα. Τη Θαίδα δεν πρόλαβες να τη γνωρίσεις γιατί όταν έφυγε για την εκστρατεία εσύ μόλις είχες έρθει στην Αθήνα, όμως μπορώ να σε βεβαιώσω πως είναι αξιόπιστη…»

Η δική του φωνή αυτή τη φορά ακούστηκε κάπως αινιγματική:

«Δεν είπα πως δεν θα κάνουμε τίποτα. Άλλωστε αυτά που μάθαμε για τον Παρμενίωνα και τον γιο του μαζί με το τραγικό τέλος του Κλείτου αρκούν για να σημάνει ο συναγερμός. Εγώ θα γράψω αμέσως στον Αλέξανδρο. Και εσύ πριν φύγεις για το μέτωπο, θα έρθεις μαζί μου σε μια σημαντική συνάντηση. Θα δούμε, έχω ήδη συνεννοηθεί, έναν διανοητή από εκείνους που ανακατεύονται ενεργά, αλλά προτιμούν να το κρύβουν. Θα δεις, από αυτόν θα μάθουμε περισσότερα για αρκετούς τομείς που αφορούν στην σημερινή συγκυρία. Πρόκειται για έναν Πυθαγόρειο. Όχι, εγώ δεν ανήκω στους κύκλους τους, ούτε εκτελώ τα τελετουργικά τους που μου φαίνονται αστεία. Όμως γνωρίζω ότι, όπως ακριβώς και τον δάσκαλο Πλάτωνα, με σέβονται και με εκτιμούν. Εκείνον τον είχαν βοηθήσει πάνω από μια φορά. Ας δούμε λοιπόν τι μπορούν να κάνουν για εμάς σήμερα».

images (23)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος όγδοο: Η τελική σύγκρουση.   Κεφάλαιο πρώτο: Επιστολή απ’ τη Θαίδα

Posted by vnottas στο 31 Μαρτίου, 2018

Μέρος 8ο: Η τελική σύγκρουση 

Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις λαμβάνει μια ανέλπιστη, αν και πολύ επιθυμητή επιστολή.

1reh7b

Από την Θαΐδα προς τον Εύελπι τον Μεγαρέα.

Καλέ και αγαπημένε μου φίλε Εύελπι…

Δεν ήξερα ότι θα αισθανόμουν ξαφνικά την ανάγκη να σου γράψω και όμως συνέβη.

Ξέρω ότι δεν με κατάλαβες όταν αρνήθηκα να σε ακολουθήσω στην Αθήνα και ίσως ένιωσες απογοήτευση, ίσως και κάποια κακία απέναντί μου. Ξέρω πως είναι πιθανό να σκέφτηκες τότε πράγματα άσχημα για μένα. Ίσως τα σκέφτεσαι ακόμη, μα δεν σε κατηγορώ γι αυτό.

Εγώ αντίθετα, δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν μετάνιωσα για εκείνη μου την απόφαση ή όχι. Στο εξομολογούμαι κι ας μην ξέρω εάν αυτό έχει πλέον κάποια σημασία για σένα. Σίγουρα πάντως οι σκέψεις μου δεν επηρεάζουν τις αποφάσεις που έχουν πάρει για μας οι Μοίρες. Είμαστε μακριά, κι αν επικοινωνούμε είναι ίσως εξ αιτίας κάποιων μικρών, παράξενων κι ανυπότακτων θεών που δεν θέλουν να σπάσει οριστικά το νήμα που μας έδεσε, έστω για λίγο.

Αλλά δεν είναι μόνο η μεγάλη και ειλικρινής μου επιθυμία να έρθω κατά κάποιο τρόπο σε επαφή μαζί σου,  η αιτία που τα δάχτυλά μου καθοδηγούν σήμερα τη γραφίδα σε αυτή την επείγουσα επιστολή προς εσέ. Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι. Και ο βασικότερος είναι ότι εξακολουθώ να θέλω να είσαι γερός κι ευτυχισμένος, όπου κι αν βρίσκεσαι.

 Επομένως, -και το ξέρεις, δεν είναι η πρώτη φορά- θέλω να σε ειδοποιήσω για κάποια πράγματα που συμβαίνουν  εδώ, στην κεφαλή της εκστρατείας, και που αφορούν άμεσα τον προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, αλλά και εσένα που ξέρω πόσο αφοσιωμένος τού είσαι.

images (27)

Αλλά πρώτα ας σου πω δυο λόγια για το γενικότερο κλίμα που επικρατεί στο μέτωπο της εκστρατείας από τότε που λείπεις, όσο κι αν είμαι βέβαιη ότι είσαι ήδη λίγο πολύ ενήμερος για αυτά που συμβαίνουν εδώ.

Με δύο μόνο λόγια: Πορείες δύσκολες σε μέρη που δεν μοιάζουν με τα δικά μας και όπου επικρατούν οριακές συνθήκες. Συγκρούσεις με έναν εχθρό που, από ό, τι λένε οι στρατηγοί, αποφεύγει την ανοιχτή μετωπική αντιπαράθεση και προτιμά τώρα τον ανταρτοπόλεμο. Νίκες…, αν και όλο και πιο δύσκολες, δίχως καμία ανάπαυση πάνω στις δίκαιες δάφνες.

Πολλοί μακεδόνες οπλίτες εκφράζουν πλέον ανοιχτά την κούραση, το νόστο και τη δυσαρέσκειά τους, αλλά είναι επίσης πολλοί και οι ευγενείς που έχουν αρχίσει να διαμαρτύρονται ανοιχτά, όχι μόνο για την έλλειψη ανάπαυλας αλλά και γι άλλους σοβαρούς λόγους που έχουν να κάνουν με την αλλαγή της συμπεριφοράς του Βασιλιά.

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσεις ένα κύμα καχυποψίας που έχει καταλάβει την ηγεσία, ιδιαίτερα μετά την θλιβερή υπόθεση του Φιλώτα και τον φόνο του αξιοσέβαστου  και ισχυρού πατέρα του, του Παρμενίωνα. Η περίπτωσή τους άνοιξε πληγές και λιγόστεψε την τυφλή εμπιστοσύνη που επικρατούσε ίσαμε τώρα ανάμεσα στους απλούς στρατιώτες και τα κορυφαία στελέχη της στρατιάς.

Πολλοί ανησυχούν για αυτήν την κατάσταση -ανάμεσά τους και εγώ που όλους αυτούς τους ανθρώπους τους αγαπώ και τους συμπονώ, το ξέρεις- και πολλοί φοβούνται πως ενδέχεται στο προσεχές μέλλον να συμβούν χειρότερα.

images (8)

Και πράγματι, κάτι το φοβερό συνέβη μόλις χτες, και ακόμη τώρα που σου γράφω δεν έχω ακόμη ηρεμήσει τελείως από την γενική ταραχή που προξένησε. Ίσως, όταν φτάσει το γράμμα μου, να το έχεις ήδη μάθει. Ίσως να το μαθαίνεις τώρα καθώς διαβάζεις την επιστολή μου, μια που για να σου την στείλω όσο πιο γρήγορα γίνεται, θα χρησιμοποιήσω τους ανθρώπους που μου υπέδειξες πριν φύγεις.

Άκου: Ο Βασιλιάς σκότωσε χτες, με τα ίδια του τα χέρια, τον στρατηγό Κλείτο τον Μέλανα. Ναι, τον αδελφό της παραμάνας του, της Λανίκης, που ο Αλέξανδρος την αγαπάει σα δεύτερη μάνα και ίσως παραπάνω.

 Γινόταν μια  ακόμη γιορτή, καθώς η στρατιά άρχισε να μαζεύεται στα Μαράκανδα για να ξεχειμωνιάσει και στο συμπόσιο ήταν καλεσμένος πολύς κόσμος. Το κακό έγινε μπροστά στα μάτια όλων. Ο Αλέξανδρος το μετάνιωσε αμέσως, αλλά ήταν πια αργά. Τώρα είναι ακόμη κλεισμένος στα δώματά του και θρηνεί. 

Ήμουν εκεί και θα σου διηγηθώ τι ακριβώς είδα, αλλά σου λέω από τώρα πως πιστεύω ότι βασικός φταίχτης ήταν ο άκρατος οίνος. Όχι βέβαια πως δεν υπήρχε ήδη ένταση ανάμεσα στον Άνακτα και τους πιο παλιούς μακεδόνες στρατηγούς.  Ένταση, υπάρχει και είναι πλέον ορατή. Ιδιαίτερα μετά την θανάτωση του Φιλώτα και τον φόνο του Παρμενίωνα, τον οποίο, όπως ξέρεις, εκτιμούσαν και αγαπούσαν όλοι οι παλιοί μακεδόνες στρατιωτικοί.

300px-cottabos_player_louvre_ca1585

 Η χθεσινή βραδιά θα μπορούσε να είναι όπως όλες οι άλλες που διοργανώνονται εδώ στα Μαράκανδα, καθώς το γκρίζο φθινόπωρο τελειώνει και αρχίζει ο βαρύς, παράξενος χειμώνας αυτής της αλλόκοτης και σκοτεινής χώρας.  Υπήρχαν μουσικοί, υπήρχαν διασκεδαστές, υπήρχαν άφθονα ποτά, ελληνικά και ντόπια, υπήρχαν οι Πέρσες αριστοκράτες που πέρασαν με το μέρος μας, υπήρχε και ο ίδιος ο βασιλιάς, καθώς και πολλοί από τους πιο σπουδαίους στρατηγούς του.

Η αφορμή για τη γιορτή ήταν ο Διόνυσος στον οποίο αυτή τη μέρα του χρόνου οι Μακεδόνες συνηθίζουν να κάνουν θυσίες και τις δέουσες οινοκατανύξεις που του αρέσουν. Ο Αλέξανδρος όμως είπε όχι, αυτή την φορά οι εορταστικές τιμές και οι θυσίες δεν θα αποδοθούν στον γλεντζέ θεό, αλλά πως επιθυμεί να τιμήσει τους Διόσκουρους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη.

 Ο Αρίστανδρος, ο ιερέας-μάντης,  στραβομουτσούνιασε, αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Κάποιοι πολεμιστές ρώτησαν μήπως οι  ετεροθαλείς αδελφοί που μοιράζονταν εναλλάξ τη θεϊκή ιδιότητα έχουν τίποτα κατά του κρασιού, και όταν τους καθησύχασαν πως όχι, ότι οι σπονδές κι οι χοές θα γίνουν κανονικά και δεν θα είναι ούτε νηφάλιες ούτε άοινες, τότε συγκατάνευσαν ανακουφισμένοι.

Έτσι η γιορτή άρχισε και πήρε το κρασί να ρέει. Στην αρχή νερωμένο, έτσι ώστε οι συνεστιαζόμενοι να μη στερηθούν τη χαρά της συζήτησης και της ανταλλαγής απόψεων, αλλά  γρήγορα πέρασαν στο ανέρωτο, οπότε οι λογικές κουβέντες πνίγηκαν και ο λόγος πέρασε στους επαγγελματίες διασκεδαστές. Ανάμεσά τους ήταν κι ο Πράνιχος και ο Πιέρωνας, τους ξέρεις, αστείοι μα και φαρμακόγλωσσοι,  που άρχισαν να απαγγέλουν και να τραγουδάνε κάτι σατιρικούς στίχους που αναφέρονταν σ’ ένα πρόσφατο πολεμικό επεισόδιο. Ήταν  τότε που,  κυνηγώντας τους Σκύθες, πολλοί οπλίτες και αξιωματικοί ήπιαν νερό από ένα μολυσμένο πηγάδι και έπαθαν ξαφνική διάρροια. Έτσι η καταδίωξη σταμάτησε άδοξα, μετά από μόλις εκατό στάδια[1].  

Ο Αλέξανδρος, παρά το γεγονός ότι είχε πιει κι ο ίδιος από εκείνο το πηγάδι, γελούσε με τη καρδιά του, αλλά οι παλιοί αξιωματικοί δυσανασχετούσαν όλο και πιο φανερά. «Δεν είναι δυνατό να γελοιοποιούνται οι Μακεδόνες και μάλιστα με τους Πέρσες παρόντες», άρχισαν να ψιθυρίζουν στην αρχή και πνίγοντας τις φωνές (κάτω από τα γένια τους) ύστερα.

Ο Καλλισθένης, ο δικός σου, που όλως παραδόξως ήταν  παρών χτες βράδυ στο συμπόσιο, κατάλαβε έγκαιρα ότι η κατάσταση θα μπορούσε εύκολα να εκτροχιαστεί σαν κακο-συναρμολογημένο άρμα και έκανε με τρόπο νόημα στους κωμικούς να αλλάξουν θέμα, ενώ ταυτόχρονα ύψωσε το ποτήρι και τη φωνή του, για να ζητήσει από τους συμπότες να τιμήσουν ακόμη μια φορά τους  ημίθεους ήρωες Κάστορα και τον Πολυδεύκη.

Προς στιγμήν η ένταση έπεσε. Προτού όμως τα πνεύματα ηρεμήσουν εντελώς, το λόγο πήρε  ο Ανάξαρχος ο σοφιστής, που με την υποστήριξη των φωνασκούντων οπαδών του  άρχισε να λέει πως «όχι, οι Διόσκουροι είναι σίγουρα σημαντικές θεότητες, αλλά ωχριούν μπροστά σε κάποιον που βρίσκεται εκεί μπροστά τους και είναι σαφώς ανώτερος από τους δίδυμους ήρωες». Και πως αυτός είναι ο Αλέξανδρος, γιος του Διός και δημιουργός  άθλων ακόμη πιο αξιοθαύμαστων από εκείνους των γιών της Λήδας.

Ο Βασιλιάς  χαμογέλασε ικανοποιημένος. Όμως ο στρατηγός Κλείτος ανασηκώθηκε, σήκωσε ψηλά την κύλικά του και είπε:  «Θα πιω στην υγειά του Αλέξανδρου, ακόμη κι αν δεν είναι θεός. Γιατί για τους θεούς είναι εύκολο να κάνουν πράγματα θαυμαστά, αλλά πολύ πιο αξιοθαύμαστα, ακριβώς επειδή δεν διαθέτουν τις δυνάμεις των θεών, είναι εκείνα που μπορούν να κάνουν οι θνητοί όταν ενώσουν τις δυνάμεις τους. Πίνω λοιπόν για όσα άρχισε να θεμελιώνει ο βασιλιάς Φίλιππος, και σε όσα εξακολουθεί να φτιάχνει ο γιος του ο Αλέξανδρος μαζί με όλους εμάς, τιμώντας έτσι τους Μακεδόνες και ολόκληρο τον ελληνισμό».

Άκουσα με ευκρίνεια τα όσα είπε ο Κλείτος γιατί κι εγώ κι ο Πτολεμαίος καθόμασταν στο ίδιο μεγάλο τραπέζι μ’ αυτόν, απέναντι απ’ το τραπέζι του Βασιλιά και των στενών φίλων του. Δεν μπορώ  λοιπόν να σου πω εάν μέσα στη φασαρία της γιορτής και μέσα στην φτιαχτή ευδαιμονία του άκρατου οίνου, ο βασιλιάς άκουσε ακριβώς τα λόγια του Κλείτου ή αν παρανόησε αυτά που είπε. Εκείνο που μπορώ με βεβαιότητα να σου πω είναι πως όταν εκφωνήθηκαν οι λέξεις ¨δεν είναι θεός¨, είδα το χαμόγελο να παγώνει στα χείλη του.

Αλλά αυτό μάλλον το παρατήρησε και ο Ανάξαρχος από τα Άβδηρα και κατάλαβε ότι ανάμεσα στους ατμούς του κρασιού κυκλοφορούσαν σπίθες κρυφής οργής. Σπίθες που θα μπορούσαν, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να οδηγήσουν σε ισχυρή φωτιά,  ικανή να κάψει αυτούς που βλέπει σαν εχθρούς και ανταγωνιστές του.

«Αυτό μπορεί να θεωρηθεί αχαριστία Κλείτε» είπε με σφυριχτή φωνή. «Δεν μπορείς να μειώνεις τον Αρχηγό και Βασιλιά σου σε απλό θνητό, έτσι ώστε να μεγαλώνεις το ρόλο που αποδίδεις στον εαυτό σου και στους φίλους σου. Αν θέλεις παραπανίσια δόξα ψάξ’ την από μόνος σου. Μην κλέβεις εκείνη του βασιλιά σου!»

Ο Κλείτος, τον ξέρεις, είναι μελαχρινός και υψηλόσωμος και τα -πάνω από σαράντα πέντε- χρόνια που κουβαλάει, τον κάνουν να δείχνει επιβλητικός και έμπειρος. Όμως είναι πασίγνωστο και το αδύνατο σημείο του: είναι ευέξαπτος. Όταν λοιπόν σηκώθηκε και πάλι όρθιος με τα φρύδια να σχηματίζουν μια έντονη λεόντεια ρυτίδα ανάμεσα στα μαύρα του μάτια, όλοι σώπασαν περιμένοντας την επικείμενη έκρηξη του ηφαίστειου.

arxaia-ellada-00-loutroforos-min

Τότε ο Καλλισθένης κινήθηκε με αξιοθαύμαστη ηρεμία αλλά και ταχύτητα. Πλησίασε τον έτοιμο να εκραγεί στρατηγό και του είπε χαμηλόφωνα λίγα λόγια. Αποκρυπτογραφώντας τις κινήσεις του σώματός του εικάζω πως πρέπει να του είπε να δώσει τόπο στην οργή και να βγει για λίγο έξω από την αίθουσα του συμποσίου, στον καθαρό αέρα, και να μην επιστρέψει παρά μόνον όταν θα αισθανθεί ψύχραιμος και κύριος της συμπεριφοράς του.

Ο Κλείτος έμεινε για λίγο ακίνητος και σιωπηλός. Μετά ακούμπησε την κύλικά του  στο τραπέζι, έκανε μεταβολή και, σκυθρωπός, κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Ο Πτολεμαίος μου έκανε ένα χαμογελαστό νόημα, κάπως ότι το καθήκον τον καλεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της ηρεμίας, και τον ακολούθησε.  Ο Καλλισθένης επέστρεψε στη θέση του στο τραπέζι γύρω από το οποίο βρίσκονταν τα υψηλά στελέχη της επιμελητείας και των λογιστικών υπηρεσιών, κάθισε και άρχισε να μιλά χαμηλόφωνα με τον φίλο του τον Ευμένη τον Καρδιανό.

Οι κωμικοί είχαν κατανοήσει ότι είναι καιρός να αποσυρθούν αυτοβούλως και τη θέση τους είχαν πάρει οι αυλητρίδες και οι κιθαρωδοί στους οποίους λίγοι έδιναν πλέον προσοχή, καθώς οι ομάδες των αντρών σχολίαζαν τώρα μεταξύ τους τις φράσεις που είχαν ανταλλαγεί ανάμεσα στον στρατηγό και τον σοφιστή. Εν τω μεταξύ, ο Ανάξαρχος είχε πλησιάσει στο τραπέζι του βασιλιά, είχε πάρει ξανά το λόγο και κάτι έλεγε όρθιος, ενώ ο άνακτας έπινε και τον κοιτούσε με ευαρέσκεια. Τέντωσα το αφτί μου και κατάλαβα ότι μιλούσε για τον Δαρείο και τα διδάγματα που πρέπει να βγάλει κανείς από το γεγονός ότι ο Αχαιμενίδης είχε προδοθεί από τους δικούς του ανθρώπους. «Ο Αλέξανδρος όμως δεν είναι Δαρείος», υπογράμμισε φωναχτά ο Αβδηρίτης, «Ο Αλέξανδρος αντιλήφθηκε έγκαιρα τις παρόμοιες προδοτικές κινήσεις του Φιλώτα και απαλλάχθηκε έγκαιρα από μια επικίνδυνη φωλιά  ανταρτών».

foin

«Δεν με άκουσε ούτε μου εξήγησε τίποτα, κι αυτό με ανησυχεί Θαϊδα», μου είπε ο Πτολεμαίος όταν επέστρεψε ανήσυχος στο συμπόσιο μετά από λίγο. «Πάντως, αν και δεν κατάφερα να τον κάνω να ηρεμήσει, τον καταλαβαίνω. Θα σου πω τι νομίζω ότι συμβαίνει:

Μετά την εκτέλεση του Φιλώτα, ο οποίος διοικούσε το ιππικό των εταίρων, ο Αλέξανδρος το χώρισε σε δύο μέρη. Το ένα το ανέθεσε στον Ηφαιστίωνα κι έτσι είναι σα να το διοικεί απ’ ευθείας ο ίδιος. Επικεφαλής του άλλου τμήματος τοποθέτησε τον Κλείτο. Ο Κλείτος βρέθηκε έτσι ακούσιος αντικαταστάτης ενός ανθρώπου με τον οποίο είχε παρόμοιες αντιλήψεις σε πολλά θέματα.  Όπως ο Φιλώτας και ο Παρμενίωνας εκτιμά και αναγνωρίζει το θετικό ρόλο του βασιλιά Φίλιππου στην επίτευξη των σημερινών επιτυχιών∙ όπως όλοι οι παλιοί αξιωματικοί αποστρέφεται κάθε είδους μηδισμό, αρχίζοντας από την εθιμοτυπική προσκύνηση∙ όπως πολλοί απλοί οπλίτες πιστεύει πως η εξόρμηση χρειάζεται μια ανάπαυλα. Δε θα ήθελε με κανένα τρόπο να δημιουργηθεί η υποψία ότι άλλαξε απόψεις μόνο και μόνο για να του ανατεθεί μία ακόμη σημαντική θέση στο στράτευμα. Τον ενδιαφέρει να τον εκτιμούν οι οπλίτες, όσο τον ενδιαφέρει και να τον αγαπά ο βασιλιάς. Γι αυτό προτιμά να είναι σαφής και να τα λέει σταράτα».

mercgrec

Κάπως έτσι ήταν η ατμόσφαιρα στην αίθουσα των συνεστιάσεων όταν μια αναταραχή στην είσοδο τράβηξε την προσοχή των συνδαιτυμόνων. Ο στρατηγός Κλείτος  είχε και πάλι εμφανιστεί δριμύτερος, και η παρουσία του δημιουργούσε αμηχανία στη φρουρά και ανησυχία σε όποιον τον είχε ήδη διακρίνει καθώς προσπαθούσε και πάλι να πάρει το λόγο.

«Αφήστε τον», είπε ο Αλέξανδρος όταν κατάλαβε τι ακριβώς συνέβαινε στην είσοδο.

 Ο στρατηγός τότε στράφηκε προς τους συγκεντρωμένους και είπε: «Αν σας αρέσουνε οι στίχοι και τα ποιήματα, ακούστε αυτό που θα σας πω εγώ τώρα». Ανασήκωσε το ευθυτενές του ανάστημα και με στεντόρεια φωνή απάγγειλε τους παρακάτω στίχους από την ¨Ανδρομάχη¨ του Ευριπίδη[2]:

 

Αλίμονο, πόσο κακή / είναι αυτή η συνήθεια

που έχουμε στην Ελλάδα.

Όταν νικάει ο στρατός / και όταν στήνει τρόπαια

εκείνοι που κοπιάσανε  / διόλου δε λογαριάζονται

κι όλη τη δόξα παίρνει

ο στρατηγός , ο ξακουστός / που άλλο δεν κατέχει

παρά το δόρυ να κρατά / όπως χιλιάδες άλλοι

κι όμως, εν τέλει θα ’ναι αυτός / πού ‘χει το πάνω χέρι.

Κι άλλοι, δήθεν σπουδαίοι / κι ας μην αξίζουν τίποτα

περιφρονούν την πόλη

κι όλο στρογγυλοκάθονται / πάνω στην εξουσία

Κι όμως, υπάρχει κι ο λαός, / πιο δυνατός κι ανώτερος

τα μόνα που χρειάζεται: / η θέληση κι η τόλμη!

 

Οι στρατιωτικοί ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και σφυρίγματα ενθουσιασμού. Στο πρόσωπο του Άνακτα το ξαναμμένο  ερυθρό του οίνου αντικαταστάθηκε από το λευκό της ξαφνικής οργής.

«Τι θέλεις Κλείτο;

Να με προδώσεις; Ή προτιμάς να με δολοφονήσεις όπως οι αποστάτες Πέρσες τον Βασιλιά τους;»

Ο Κλείτος σήκωσε ψηλά το δεξί του χέρι και είπε: «Αυτό το χέρι δε θα σε αγγίξει ποτέ Αλέξανδρε. Κοίτα το όμως καλά και θυμήσου πως αυτό είναι το χέρι που σε έσωσε στον Γρανικό, όταν ο Σπιθριδάτης στόχευε την πλάτη σου».

Η φωνή του άνακτα έγινε οξεία απ’ την οργή: «Κλείτε ξεσηκώνεις το στράτευμα ενάντια στον βασιλιά σου! Αυτό είναι που θέλεις; Με αυτό θα είσαι ευχαριστημένος;»

Ο Κλείτος κοίταξε γύρω του τους στρατιωτικούς σα να ζητούσε την έγκριση και την συμπαράστασή τους.

«Ούτε τώρα είμαστε ευχαριστημένοι Αλέξανδρε», φώναξε. «Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε, όταν σε βλέπουμε να φοράς περσικά ρούχα και να φέρεις τα περσικά σύμβολα… Πώς να είμαστε ευχαριστημένοι όταν για να σου μιλήσουμε πρέπει να απευθυνθούμε στους ραβδούχους Πέρσες που σε περιτριγυρίζουν! Αυτοί είναι οι άνθρωποί σου Αλέξανδρε; Είναι τυχεροί, λέω εγώ, αυτοί που πέθαναν για χάρη σου χωρίς να προλάβουν να τα δουν όλα αυτά».

Ο Αλέξανδρος, χωρίς να μιλήσει έκανε νόημα στη φρουρά να συλλάβει τον στρατηγό. Η Φρουρά όμως δεν κινήθηκε κι αυτό ήταν κάτι το πρωτοφανές για όλους. Ο Άνακτας έψαξε, ασυναίσθητα ίσως, το προσωπικό του εγχειρίδιο. Όμως ήταν κι αυτός άοπλος, όπως και όλοι όσοι συμμετέχουν στα συμπόσια, σύμφωνα με το παλιό έθιμο των Μακεδόνων.

Η φωνή του Κλείτου ακούστηκε τώρα περιφρονητική:  «Να μη προσκαλείς στις γιορτές σου εκείνους που δεν φοβούνται να πουν τη γνώμη τους. Να καλείς μόνο τους βάρβαρους και τους δουλοπρεπείς που εντυπωσιάζονται από τον περσικό σου χιτώνα!»

Ο Αλέξανδρος ήταν πια εκτός εαυτού. Το πρώτο πράγμα που έπιασε και εκτόξευσε ενάντια στον Κλείτο ήταν ένα μήλο. Το δεύτερο ήταν ένα ακόντιο που απόσπασε από τον φρουρό που στεκόταν δίπλα του. Το δόρυ διαπέρασε τον στρατηγό πέρα ως πέρα.

Στην αίθουσα βασίλεψε απόλυτη σιγή. Το ουρλιαχτό πόνου που ακολούθησε ήταν του Αλέξανδρου.

Κοίταξα τον Πτολεμαίο πλάι μου. Είχε χλομιάσει. Τράβηξα το χέρι μου από το δικό του που με έσφιγγε χωρίς να καταλάβει ότι με πονούσε. «Πήγαινε» του είπα και εκείνος κινούμενος σα φάντασμα πλησίασε τον Βασιλιά πού θρηνούσε τώρα γερμένος πάνω στο πτώμα του Κλείτου του Μέλανα.

.ξ1

Αυτά είδα, μόλις χτες, καλέ μου Εύελπι. Λίγο αργότερα άνδρες της  προσωπικής φρουράς του Κλείτου μετέφεραν το σώμα του  στον βωμό τον αφιερωμένο στους δικούς μας θεούς∙ τον έχει στήσει ο Αρίστανδρος σε μια αίθουσα του Μεγάρου που μας φιλοξενεί. Στρατιώτες και αξιωματικοί, με τα μάτια δακρυσμένα παρελαύνουν ακόμη και σήμερα μπροστά στη σωρό, ενώ ο βασιλιάς θρηνεί αποσυρμένος στα διαμερίσματά του. Από ό, τι μου είπε ο Πτολεμαίος που ήταν ως τώρα εκεί, μαζί του βρίσκεται ο Καλλισθένης που προσπαθεί να τον παρηγορήσει (χωρίς επιτυχία, μου λέει ο Πτολεμαίος) χρησιμοποιώντας όποια λογικά επιχειρήματα μπορεί να βρει που να εξηγούν κάπως αυτά τα παράλογα γεγονότα. Εκεί είναι και ο σοφιστής Ανάξαρχος που λέει στο βασιλιά πως ό, τι κι αν έκανε είναι σωστό, αφού είναι εκείνος και κανένας άλλος που, ως μονάρχης, δικαιούται να καθορίζει τι είναι σωστό και τι λάθος. Εκεί βρίσκονται  και άλλοι εταίροι που, συγκλονισμένοι, αρκούνται στο να κλαίνε μαζί του.

.

Επειδή έμεινα και εγώ κατάπληκτη και θέλω να καταλάβω κάτι παραπάνω για αυτά τα συγκλονιστικά που συμβαίνουν γύρω μου, σήμερα το πρωί συγκάλεσα κοντά  μου τις δικές μου κοπέλες, αυτές που ζουν δίπλα στους επώνυμους που κρατούν τα ηνία σε διάφορες βαθμίδες της διοίκησης. Έτσι έμαθα πράγματα που δεν ήξερα, καθώς και άλλα που επιβεβαιώνουν όσα φοβόμουν, αλλά δεν ήθελα να παραδεχτώ.  

Γι αυτό, αμέσως μετά, αποφάσισα να σου γράψω, καλέ μου Εύελπι. Τώρα που έχω κάπως ηρεμίσει ελπίζω να μπορέσω να είμαι σαφής. Και να μη σου δώσω αφορμή να λες πως και η Θαΐδα, όπως όλες οι γυναίκες, εντυπωσιάζεται και φλυαρεί εύκολα.

Άκου λοιπόν την ουσία, όπως έφτασε σε μένα από τις διηγήσεις των έξυπνων και αξιόπιστων συνεργάτιδών μου: Η σκευωρία που υποψιαζόμασταν, ήδη πριν φύγεις για την Αθήνα, κάθε άλλο παρά έπαψε να υπάρχει. Ένας από τους κύριους στόχους της εξακολουθεί να είναι ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος. Απ’ όσα έφτασαν στα αυτιά των κοριτσιών μου, ο Ανάξαρχος και οι φίλοι του σκοπεύουν να τον εμπλέξουν σε υποτιθέμενη δολοπλοκία που αποσκοπεί στον φόνο του Αλέξανδρου και μάλιστα με εμπλοκή του Αριστοτέλη.

Παράλληλα υπάρχει και βρίσκεται σε εξέλιξη και άλλο σχέδιο, εκείνο που επιδιώκει  να μειώσει την επιρροή του στην αυλή,  μέσω της διάδοσης ανεξέλεγκτων φημών που να τον παρουσιάζουν ως μεγαλομανή που διεκδικεί τη δόξα του Βασιλιά, μόνο και μόνο επειδή είναι δική του δουλειά να την παρουσιάζει στον κόσμο και να την καταγράφει προς όφελος των μελλοντικών ιστορικών!  Επειδή όμως η επιρροή του Καλλισθένη πάνω στους εταίρους και τους λοιπούς στρατηγούς δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να παρουσιαστεί ως μεγάλη, έχουν σκοπό να εμπλέξουν τους νεαρούς βασιλικούς παίδες, οι οποίοι είναι γνωστό ότι βλέπουν τον Καλλισθένη όπως οι πατέρες τους έβλεπαν τον Αριστοτέλη: Με σεβασμό και θαυμασμό. Εδώ παρακάτω σου γράφω λεπτομέρειες για τα όσα ακριβώς μου είπαν οι κορασίδες. Εσύ, αγαπημένε μου φίλε Εύελπι, κρίνε και αποφάσισε τι μπορείς να κάνεις. Εγώ σπεύδω να σου διευκρινίσω ότι θα παραμείνω πλάι σου, οτιδήποτε κι αν χρειαστείς από μένα.

…………………..

[1] 18,5 χιλιόμετρα

[2] Ευριπίδης, ¨Ανδρομάχη¨, (695-715). Στίχοι που ο ποιητής βάζει στο στόμα του Πηλέα, εδώ σε ελεύθερη απόδοση.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Ιντερμέδιο VII. Κρίσιμα χρόνια (συνέχεια).

Posted by vnottas στο 23 Μαρτίου, 2018

Ιντερμέδιο έβδομο. Κρίσιμα χρόνια (συνέχεια).

Samarkand280

6. Εν τω μεταξύ το στράτευμα εξακολουθεί να προωθείται

Εν τω μεταξύ, τα διάφορα τμήματα του στρατεύματος εξακολούθησαν να προελαύνουν από την Παρθία και την Αρεία  προς την Δραγγιανή και μετά, ακολουθώντας τα ίχνη του Βήσσου, προς την Βακτριανή στέπα και τα ακραία βορειοανατολικά τμήματα της Αυτοκρατορίας των Περσών. Στην ουσία όμως η στρατιά κατευθύνεται προς το νέο στόχο: την πρόσβαση στον  κόσμο των Ινδιών, τον μυστηριώδη τόπο από όπου καταφθάνουν στην αυτοκρατορία μεταξένια και βαμβακερά υφάσματα, πολύτιμες πέτρες, καρυκεύματα, καθώς και άλλα σπάνια εξωτικά αγαθά. Αλλά για να υλοποιηθεί αυτός ο στόχος πρέπει πρώτα να εκκαθαριστούν τα ενδιάμεσα εδάφη από τον Βήσσο (ή, όπως είχε αυτοανακηρυχθεί, τον Αρταξέρξη τον Τέταρτο, επίδοξο Μεγάλο Βασιλέα), καθώς και από τους άλλους εξεγερμένους πρίγκιπες και τους, πολύ πιο επικίνδυνους, ντόπιους αντάρτες. 

Δεν υπάρχουν πολλές πόλεις σε αυτή την διαδρομή. Υπάρχουν κυρίως οχυρωμένοι οικισμοί, οι ¨Αβάρνες¨, όπως τους αποκαλούν οι γηγενείς, Μικρά φρούρια, χτισμένα σε μέρη που παρέχουν φυσική προστασία και είναι σε θέση να προβάλουν ισχυρή αντίσταση. Στην ίδια όμως αυτή διαδρομή θα θεμελιωθούν και νέες πόλεις, νέες Αλεξάνδρειες, όπου πέρα από τους παλαιότερους των στρατιωτών και μέρος των συνακολουθούντων, θα εγκατασταθούν και άποικοι που θα καταφτάσουν από τον ελλαδικό κορμό.
alex

Η πάρα πέρα πορεία στην άνυδρη στέπα και μετά στα χιονοσκεπή βουνά, θα είναι δύσκολη, περιπετειώδης, με αλλεπάλληλες αιματηρές συμπλοκές -κυρίως ενάντια σε μικρά ευέλικτα τμήματα ανταρτών, γεμάτη με ηρωικά επεισόδια, αλλά και μύθους που αναδεικνύουν τα πρόσωπα και τις αναπάντεχες καμπές της εποποιίας.

Μιλώ για μύθους που διανθίζουν και δραματοποιούν ως κάποιο βαθμό την πραγματικότητα, έχοντας λόγου γνώση, μια που ήταν η δική μας υπηρεσία που, ανάμεσα στις άλλες αρμοδιότητές της, φρόντιζε για την εικόνα που θα άφηνε η εκστρατεία στην ιστορία, καθώς και για την εικόνα που θα άφηνε πίσω ο Μακεδόνας Βασιλιάς που την καθοδηγούσε.

Θα είναι στην αρχή αυτής της διαδρομής που οι ορεσίβιοι Μάδροι, όχι μόνο θα αντισταθούν, αλλά και θα απαγάγουν τον Βουκεφάλα∙ τελικά όμως θα ηττηθούν και θα υποχρεωθούν να συνθηκολογήσουν πληρώνοντας μάλιστα σημαντική αποζημίωση στους Μακεδόνες και, φυσικά, επιστρέφοντας το αγαπημένο άλογο του Αλέξανδρου.

Θα είναι κατά τη διάρκεια της ίδιας προέλασης που υποτίθεται πως θα καταφτάσει η βασίλισσα των Αμαζόνων, η Θάληστρις, με ακολουθία τριακοσίων γυναικών-πολεμιστών και με αποκλειστικό σκοπό να ζητήσει από τον Αλέξανδρο να γίνει ο πατέρας του (μελλοντικού) παιδιού της και για αυτό τον λόγο θα στρατοπεδεύσει μαζί του για δεκατρείς ολόκληρες μέρες (και νύχτες!).

Θα είναι επίσης εδώ που ο σατράπης Σατιβαρζάνης, (ένας από τους πρίγκιπες που δολοφόνησαν τον Δαρείο), αφού πρώτα, πιθανότατα συνεννοημένος με τον Βήσσο, δήλωσε υποταγή στον Αλέξανδρο (και εκείνος έκανε το λάθος να τον εμπιστευτεί και να τον αφήσει στην διοίκηση της Αρείας κάτω από την εποπτεία μιας μικρής ομάδας Μακεδόνων),  θα επαναστατήσει και πάλι και αφού κατασφάξει την μακεδονική φρουρά, θα καταφέρει να ξεσηκώσει όλη την περιοχή.

Ο Σατιβαρζάνης θα βρεθεί αργότερα αντιμέτωπος με τμήμα της στρατιάς που θα στείλει εναντίον του ο Αλέξανδρος και όταν η μάχη αποβεί αμφίρροπη θα ζητήσει η έκβαση να κριθεί σε μονομαχία ανάμεσα στον ίδιο και όποιον μακεδόνα στρατηγό δεχτεί να τον αντιμετωπίσει. Η πρόκλησή του θα γίνει δεκτή και τελικά ο Σατιβαρζάνης θα σκοτωθεί μονομαχώντας, από το ακόντιο του Εριγύιου από την Μυτιλήνη.

Θα είναι ακόμη εδώ που στους επικίνδυνους εχθρούς του στρατεύματος θα προστεθούν τα σμήνη των κουνουπιών που κατακλύζουν τα έλη των λιμνών της Δραγγιανής. Το στράτευμα για να τα αποφύγει θα αναγκαστεί να μετακινηθεί σε χρόνο ακατάλληλο για τον ανεφοδιασμό, πριν δηλαδή ολοκληρωθεί η συγκομιδή στην περιοχή, με αποτέλεσμα πρόσθετες τροφοδοτικές δυσκολίες.

toxovolia1[…]

Η άνοιξη της επόμενης χρονιάς, θα βρει τον Αλέξανδρο στους πρόποδες ενός πανύψηλου και απρόσιτου όρους, του Παροπάμισου[1]. Το πέρασμα που θα επιλέξει για να περάσει στη Βακτριανή στέπα βρίσκεται σε εξαιρετικά μεγάλο ύψος και είναι ιδιαίτερα δύσβατο[2] . Το επιλέγει γιατί ο Βήσσος δεν έχει προλάβει να καταστρέψει υποχωρώντας τη συγκομιδή στην περιοχή αυτής της διαδρομής. Ωστόσο θα υπάρξουν και πάλι απώλειες. Δριμύ ψύχος και κρυοπαγήματα δυσκολεύουν την πορεία της στρατιάς. Οι οπλίτες αναγκάζονται να βάζουν μαύρα υφάσματα μπροστά στα μάτια τους για να μην τυφλωθούν από την αντανάκλαση του ήλιου και να δένουν σακούλες στα πόδια των υποζυγίων, ώστε αυτά να μη βυθίζονται εύκολα στο χιόνι. Εν τέλει θα χρειαστεί πάνω από ένα  δεκαπενθήμερο για καταφέρουν να διαβούν το πέρασμα  και να κατευθυνθούν προς τις δύο πιο σημαντικές πόλεις της σατραπείας.  Την Άορνο και την πρωτεύουσα πόλη της Βακτριανής, τα Βάκτρα.

Όταν ο Βήσσος μάθει ότι οι καιρικές συνθήκες και οι λοιπές δυσχέρειες δεν στάθηκαν αρκετές για να σταματήσουν τον Αλέξανδρο, θα υποχωρήσει ξανά, αυτή τη φορά πέρα από τον ποταμό Ώξο, προς την ακραία επαρχία της Σογδιανής, όπου ο σατράπης Σπιταμένης διοργανώνει ήδη την αντίσταση των γηγενών.

Ο Αλέξανδρος θα καταλάβει εξ εφόδου τα Βάκτρα, όπου θα πληρώσει και θα αποστρατεύσει τους τραυματίες και ασθενείς οπλίτες, καθώς και τους Θεσσαλούς ιππείς. Θα ακολουθήσει η πλήρης υποταγή της Βακτριανής και αμέσως μετά ο στρατηλάτης θα προχωρήσει εσπευσμένα προς τον ποταμό Ώξο.

Η στρατιά έφτασε στον ποτάμι, αφού πρώτα πέρασε με δυσκολία και με απώλειες μια άνυδρη περιοχή γεμάτη κινούμενους αμμόλοφους και παραπλανητικούς αντικατοπτρισμούς. Ο ορμητικός ρους του Ώξου στο σημείο εκείνο έχει πλάτος έξι στάδια, ο βυθός είναι αμμώδης και δεν επιτρέπει την τοποθέτηση πασσάλων,  ενώ ο Βήσσος, υποχωρώντας, είχε κάψει όλα τα πορθμεία.  Αποφασίστηκε λοιπόν να χρησιμοποιήσουν και πάλι τη μέθοδο που είχαν εφαρμόσει για να διαβούν, παλιότερα, τον ευρωπαϊκό ποταμό Ίστρο[3]. Γέμισαν τα δερμάτινα αντίσκηνα με ξερά φρύγανα και έφτιαξαν ¨ασκοσχεδίες¨, που έδεσαν γερά μεταξύ τους. Για να ολοκληρώσουν τη διάβαση με αυτόν τον τρόπο, τούς χρειάστηκαν πέντε ημέρες.

Skythian_archer_plate_BM_E135_by_Epiktetos

Εν τω μεταξύ στο στρατόπεδο των Ιρανών πριγκίπων στη Σογδιανή ξεσπούν έριδες. Απ’ ό, τι εκ των υστέρων μπορούμε να συμπεράνουμε, οι δύο ντόπιοι ευγενείς, ο Σπιταμένης και ο Δαταφέρνης, δεν έχουν πεισθεί πως ο Βήσσος είναι ικανότερος από τον Δαρείο στο να αντιμετωπίσει τους Έλληνες. Αποφασίζουν λοιπόν να απαλλαγούν απ’ αυτόν με την πιο απλή μέθοδο: Τον συλλαμβάνουν, υποκρίνονται ότι επιθυμούν συνθηκολόγηση και παραγγέλνουν στον Αλέξανδρο ότι θέλουν να του τον παραδώσουν. Προφανώς ετοίμαζαν αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον του. Όντως ο Μακεδόνας στέλνει στον οικισμό όπου κρατείται ο Βήσσος τον Πτολεμαίο του Λάγου, επί κεφαλής όμως ισχυρού στρατεύματος και εκείνοι αναγκάζονται τελικά να του παραδώσουν τον Βήσσο, χωρίς να εμφανιστούν οι ίδιοι, τάχα πως αισθάνονται αιδώ για την πράξη τους.

Τελικά ο Αλέξανδρος στέλνει  τον Βήσσο πίσω στα Εκβάτανα προκειμένου να δικαστεί για την προδοσία του απέναντι στον Δαρείο από τους ίδιους τους Πέρσες. Ο αποστάτης, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, είχε επιδείξει πατριωτική δράση, θα βασανισθεί και θα εκτελεστεί, ενώ τα ηνία της αντίστασης στην περιοχή της Σογδιανής θα αναλάβει ο σατράπης Σπιταμένης.

 

  1. Η εξέγερση στη Σογδιανή και η σύγκρουση με τους Σκύθες

Το καλοκαίρι αυτού του δεύτερου έτους, από το χρονικό διάστημα που εξιστορώ περιληπτικά στο παρόν κείμενο, αφού πρώτα το πεζικό αναδιοργανωθεί και μεγάλο μέρος από τα άλογα του ιππικού αντικατασταθούν  με ντόπια, η στρατιά προχωρεί προς  την πρωτεύουσα της Σογδιανής, τη Μαράκανδα (η ονομασία σημαίνει Πόλη του Ιερού Πυρός) την οποία και καταλαμβάνει και από εκεί κατευθύνεται προς το ακραίο όριο της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, τον ποταμό Ιαξάρτη, ο ρους του οποίου, όπως και του Ώξου, κατευθύνεται προς τον ανεξερεύνητο βορρά.

Εδώ ο Αλέξανδρος θέλει να εκτιμήσει τον κίνδυνο που ενδεχομένως αντιπροσωπεύουν οι φυλές των Σκύθων που βρίσκονται πέρα από το ποτάμι και  να δημιουργήσει ακόμη μια αμυντική συνοριακή πόλη, την Αλεξάνδρεια την πιο απομακρυσμένη. Πράγματι, στην περιοχή έχουν ήδη συσπειρωθεί Σκυθικές φυλές, οι οποίες επιτίθενται σε όποια απομονωμένα τμήματα της στρατιάς συναντούν, δημιουργώντας αλλεπάλληλες, επώδυνες  απώλειες. Ο Αλέξανδρος θα διαιρέσει το στράτευμα σε μικρότερα, πιο ευέλικτα τμήματα και οι Σκύθες θα αντιμετωπιστούν με επιτυχία, αν και, κατά τις συγκρούσεις ο ίδιος, καθώς δεν  παύει να μάχεται στην πρώτη γραμμή, θα τραυματιστεί από βέλος στην κνήμη.

Αλλά ενώ (κάπου στην άκρη του γνωστού κόσμου) η Αλεξάνδρεια η Έσχατη  θεμελιώνεται με γιορτές και αθλητικούς αγώνες, καταφτάνει η είδηση ότι στη Σογδιανή ξέσπασε επανάσταση υπό την καθοδήγηση του Σπιταμένη, ο οποίος ενισχυμένος και από Σκύθες έφιππους τοξότες, επιτίθεται στις μακεδονικές φρουρές, τις διαλύει, και πολιορκεί την Μαράκανδα.

Ο Αλέξανδρος στέλνει πίσω τον Κρατερό, ο οποίος σύντομα ανακτά τις μικρές περιφερειακές πόλεις∙ στέλνει επίσης ενισχύσεις στην Μαράκανδα, κάτω από τις διαταγές του αξιωματικού Μενέδημου.  Όταν όμως μαθαίνει ότι ο Μενέδημος έπεσε σε ενέδρα του Σπιταμένη και είχε μεγάλες απώλειες (πάνω από δύο χιλιάδες άνδρες), αν και τραυματίας, επιστρέφει κι ο ίδιος τάχιστα στην πρωτεύουσα της Σογδιανής, προκειμένου να ξεκαθαρίσει οριστικά τους λογαριασμούς με τον εξεγερμένο σατράπη.

Εκείνος ωστόσο, αμέσως μόλις  πληροφορείται ότι ο Αλέξανδρος κατευθύνεται εναντίον του, σπεύδει, ακόμη μια φορά, να εξαφανιστεί. 

Ο Αλέξανδρος θα διακόψει προς στιγμήν την καταδίωξη και θα επιστρέψει στα Βάκτρα έτσι ώστε ο κύριος όγκος της στρατιάς να περάσει τον σκληρό ασιατικό χειμώνα[4] στην πρωτεύουσα της Βακτριανής. 

images (16)

Αυτή την περίοδο θα γίνουν διπλωματικές προσπάθειες συμφιλίωσης με ορισμένες από τις πιο διαλλακτικές φυλές των Σκύθων και, την επόμενη άνοιξη, αφού το στράτευμα διαιρεθεί ξανά σε πέντε μικρότερα, ταχύτατα μέρη, θα ξεκινήσει και πάλι προς τη Σογδιανή, όπου έχουν ξεσπάσει νέες εξεγέρσεις.  Ενώ τα τέσσερα τμήματα εκτελούν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε όλη την σατραπεία, ο Αλέξανδρος, επικεφαλής του πέμπτου, κατευθύνεται στην πρωτεύουσα Μαράκανδα ελπίζοντας να βρει επιτέλους εκεί τον Σπιταμένη, τον πιο ικανό και επικίνδυνο από τους μέχρι τώρα αντιπάλους του.

Εκείνος όμως δεν θα είναι εκεί. Επωφελούμενος από την απομάκρυνση του κύριου όγκου της στρατιάς, επιτίθεται πίσω, στα Βάκτρα,  με μια σχετικά μικρή ομάδα εξακοσίων Μασαγετών ιππέων. Αλλά αυτό είναι κάτι που ο Αλέξανδρος έχει προβλέψει. Στα Βάκτρα θα βρίσκεται ο στρατηγός Κρατερός, με ιππικό και ικανό αριθμό οπλιτών, ο οποίος θα απωθήσει την επίθεση.

Ο Σπιταμένης θα αναγκαστεί να επιστρέψει στη Σογδιανή όπου, αφού  ανανεώσει τις δυνάμεις του με Βακτριανούς, Σογδιανούς και Μασαγέτες Σκύθες, θα καταλάβει μια σειρά  οικισμούς και φρούρια από όπου θα εξακολουθήσει να εξαπολύει επιθέσεις κατά των Μακεδόνων. Εναντίον του αυτή τη φορά θα κινηθεί ο στρατηγός Κοίνος, ο οποίος και θα τον νικήσει οριστικά. Οι Σπιταμένης υποχωρώντας άτακτα, θα προδοθεί τελικά από τους Μασαγέτες μισθοφόρους και θα αποκεφαλιστεί.

Στη Μαράκανδα όπου θα διαχειμάσει αυτή τη χρονιά η στρατιά[5] η ατμόσφαιρα θα είναι τεντωμένη. Όχι μόνο γιατί, παρά την εξουδετέρωση του Σπιταμένη, η Σογδιανή δεν έχει ακόμη υποταχθεί, αλλά και γιατί θα ξεσπάσουν έριδες στο στενό περιβάλλον του βασιλιά. Εδώ θα συμβεί ακόμα ένα δραματικό επεισόδιο που θα βαρύνει περισσότερο την κατάσταση . Ο φόνος του στρατηγού Κλείτου του Μέλανα.

………………………

[1] Πρόκειται για τον Ινδικό Καύκασο (Χιντού Κους),  ο οποίος από γεωγραφικό λάθος θεωρήθηκε ως ο κυρίως Καύκασος (που οριοθετεί την Ευρώπη σε σχέση με την Ασία) τον οποίο οι Έλληνες θεωρούσαν ως το βόρειο άκρο της περσικής αυτοκρατορίας. Γι αυτόν το λόγο οι Σκύθες που ζούσαν στα βόρεια αυτού του βουνού θεωρήθηκαν (και ονομάστηκαν τότε) Ευρωπαίοι Σκύθες.

[2] Πρόκειται για το πέρασμα Κάουακ, σε ύψος 3.500 μέτρων

[3] Ίστρος: Ελληνική ονομασία του ποταμού Δούναβη

[4] Χειμώνας του 329-328 π.Χ.

[5] Χειμώνας του 328-327 π.Χ.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Ιντερμέδιο VII. Κρίσιμα χρόνια

Posted by vnottas στο 10 Μαρτίου, 2018

Με το έβδομο ιντερμέδιο, το πρώτο μέρος του οποίου αναρτώ σήμερα, ολοκληρώνεται η σύνδεση του έβδομου μέρους του μυθιστορήματος,  με το επόμενο και τελευταίο μέρος. Μετά την ανάρτηση και του δεύτερου τμήματος του ιντερμέδιου, τις προσεχείς ημέρες, δε θα μένει παρά ένα ακόμη μέρος, το όγδοο (υπολογίζω καμιά δεκαριά μικρά κεφάλαια) για να ολοκληρωθεί  το όλο αφηγηματικό πόνημα. Καιρός είναι, θα έλεγα!

Το ιντερμέδιο εφτά περιέχει (όπως και η εισαγωγή) αποσπάσματα κειμένων του ιστορικού Ευέλπιδος του Μεγαρέως τα οποία μόλις πρόσφατα ήρθαν στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια αρχαιολογικών ερευνών, μάλλον (δεν αποφάσισα ακόμη) στα ερείπια του Λυκείου του Αριστοτέλη.

 gr0063

 

Ιντερμέδιο VII   

Κρίσιμα χρόνια

Πρόκειται και εδώ για την μετάφραση στην νεοελληνική γλώσσα ορισμένων ευανάγνωστων σπαραγμάτων από τις καταγραφές του Ευέλπιδος του Μεγαρέως που ανεβρέθησαν πρόσφατα. Το ακόλουθο τμήμα το οποίο αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 330 και του 327 π.Χ., εκτιμάται ότι συνεγράφη λίγο πριν ή αμέσως μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την έναρξη του πολέμου μεταξύ των διαδόχων. Προς το παρόν δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον τόπο της συγγραφής αν και θεωρείται πιθανόν τα κείμενα να συνετάχθησαν στην Αθήνα.

Στη θέση των δυσανάγνωστων ή απολεσθέντων τμημάτων σημειώνεται το σύμβολο […]

1.΄Όπου ο Εύελπις αναφέρεται στην κρισιμότητα των χρόνων εκείνων

[…] Σήμερα είναι πλέον προφανές, ότι η χρονιά εκείνη, η τελευταία μετά την εκατοστή δωδέκατη Ολυμπιάδα[1] και η πρώτη μετά την επιστροφή μου στην Αθήνα με τους ¨τυραννοκτόνους¨, ήταν μια περίοδος αλλαγών (μέσα σε μια ευρύτερη εποχή ανασχηματισμών και αναδιατάξεων) η οποία  επηρέασε  καίρια την παραπέρα διαδρομή της Ιστορίας. Σήμερα βέβαια, που από τότε έχει μεσολαβήσει ένα ικανό χρονικό διάστημα, αυτό είναι ευκολότερα διακριτό.  Τότε όμως, πολλοί, ακόμη και από εκείνους που είχαν μελετήσει τα φαινόμενα και τις ιδιαιτερότητες της Ιστορίας, είχαν εμποδιστεί από τις καθημερινές ανατροπές και εκπλήξεις να εκτιμήσουν συνολικά τα γεγονότα  και να διαισθανθούν τις μελλοντικές τους επιπτώσεις.

Ωστόσο υπήρξαν και κάποιοι που έχοντας μια πιο απροκατάληπτη αίσθηση της Ιστορίας, επηρεάστηκαν έντονα από τις εξελίξεις της περιόδου εκείνης και άρχισαν να αναθεωρούν ορισμένες ενθουσιώδεις αρχικές αντιλήψεις και να αναζητούν, εντονότερα από άλλοτε, εναλλακτικές προτάσεις και πολιτικές. Ένας από αυτούς ήταν, φυσικά, ο προϊστάμενός μου ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος. Εάν κατάφερε κάτι ή όχι θα φανεί ίσως αργότερα. Κανείς ωστόσο δεν θα μπορέσει να τον κατηγορήσει ότι δεν πήρε θέση, έστω κι αν χρειάστηκε να πληρώσει γι αυτό. […]

Αλλά ας έρθουμε -συνοπτικά- στα όσα συνέβησαν τη χρονιά εκείνη, καθώς και στα δύο επόμενα χρόνια. Δηλαδή κατά τα τρία συνολικά χρόνια που παρέμεινα τότε στην Αθήνα, έως ότου οι  δραματικές εξελίξεις με υποχρεώσουν, παρά την αντίθετη προτροπή του Καλλισθένη,  να επιστρέψω εσπευσμένα στο μέτωπο της εκστρατείας.

Το γεγονός ότι η αφήγησή μου δεν είναι λεπτομερειακή ή και επαρκώς ακριβής σχετικά με τα όσα συνέβησαν αυτό το χρονικό διάστημα στην Ασία, οφείλεται ακριβώς στο ότι βρισκόμουν στην Αττική και η πληροφόρησή μου για τα τεκταινόμενα στο μέτωπο ήταν έμμεση. Ωστόσο, αργότερα, είχα την ευκαιρία να επαληθεύσω πολλές από τις μαρτυρίες που χρησιμοποιώ στο παρόν κείμενο.

 *

images (26)

2. Όπου ο Εύελπις αναφέρεται στις επιπτώσεις της ¨λήξης¨ της Πανελλήνιας Εκστρατείας.

Θα πρέπει εδώ να επαναλάβω ότι η διακήρυξη του Αλέξανδρου για την αίσια λήξη της εκστρατείας μετά την ευτυχή υλοποίηση των στόχων που είχε θέσει το Συνέδριο της Κορίνθου, βρήκε την Αθήνα, αλλά και πολλές άλλες -ισχυρές ακόμη- ελληνικές πόλεις, απροετοίμαστες. Όλα γίνονταν πολύ γρήγορα. Και αυτή είναι μάλλον η αιτία που δεν υπήρξαν από μέρους τους ορατές αντιδράσεις. Ούτε πανηγυρισμοί, ούτε δυσαρέσκεια. Περισσότερο, θα έλεγα, μια στάση -εναγώνιας- αναμονής.

 Επί πλέον, δεν ήταν σαφές  εάν η ¨λήξη¨ που ανάγγειλε ο Μακεδόνας ηγέτης, σήμαινε και το τέλος των δομών του Συνεδρίου. Ας σημειώσουμε ότι αυτός ο -αμφικτιονικού τύπου- θεσμός ήταν καινοφανής και ότι δεν υπήρχαν προηγούμενα σημεία αναφοράς ούτε στα ελληνικά ούτε σε τυχόν άλλα διεθνή χρονικά.   Μέχρι τότε, πέρα από τις πόλεις (γνωστές και αγαπημένες από τους Έλληνες αυτόνομες μορφές διοίκησης) και τα ¨κοινά πόλεων¨ (χαλαροί συνασπισμοί που είχαν κυρίως πολιτιστικές και θρησκευτικές αρμοδιότητες) υπήρχαν μόνον αυτοκρατορίες (βασικά μία, η περσική) ή ευκαιριακές συσπειρώσεις πόλεων μπροστά σε κοινούς κινδύνους, αλλά χωρίς προβολές στο μέλλον πέρα από την  συντονισμένη κοινή άμυνα.

Υπήρχαν βέβαια και οι συνήθεις ηγεμονικές πόλεις με τις επιρροές τους, αλλά μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο που τις αποδυνάμωσε δραστικά, οι προοπτικές τους φαίνονταν απολύτως περιορισμένες. Εξ άλλου οι ηγεμονικές πόλεις προϋπέθεταν την κοινή πολιτειακή μορφή των δορυφόρων τους (βασικά αθηναϊκού ή σπαρτιατικού τύπου) και δημιουργούσαν συχνά ¨δημόσια άγη¨ επιβολής (βλέπε την περιβόητη περίπτωση της Μήλου[2]).

Το Συνέδριο, αντίθετα, προέβλεπε τη διοργάνωση μιας κοινής εκστρατείας, από πόλεις με ετερογενή εσωτερικά καθεστώτα, πράγμα πολύ πιο σύνθετο και δεσμευτικό. Κοινή εκστρατεία υπήρχε στη βαθειά  κοινή μνήμη των Ελλήνων: εκείνη που περιέγραφε ο Όμηρος στα έπη του. Όμως στους μύθους αυτούς τα επί μέρους καθεστώτα ήταν ομοιογενή: Γένη με επικεφαλής ημίθεους βασιλείς. Τώρα όχι.  Ίσως λοιπόν το Συνέδριο, έλπιζαν πολλοί, να μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία σε εξελίξεις που θα οδηγούσαν σε μια ισχυρή Αμφικτιονία νέου τύπου, που με τη σειρά της θα εγκαινίαζε τις νέες (ελληνικές) μορφές ευρείας διοίκησης.

Η ανακοίνωση όμως της μακεδονικής ηγεσίας δεν προσδιόριζε κάτι σχετικό με το μέλλον του Συνεδρίου της Κορίνθου. Στην πράξη, ο θεσμός θα εξακολούθησε τυπικά να λειτουργεί, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να τον επικαλεστεί πλέον κανείς ως υπόδειγμα μιας εναλλακτικής ενοποίησης.

Εξάλλου, εάν μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι υπήρχε στο μέτωπο μια κάποια ομάδα πρέσβεων των λοιπών ελληνικών πόλεων με τυπική έστω επιρροή πάνω στις βασικές αποφάσεις της εκστρατείας, αυτή, μετά την παραπάνω επίσημη διακήρυξη έπαψε, επισήμως πλέον, να υπάρχει. […]

 *

αρχείο λήψης (5)

3. Όπου ο Εύελπις περιγράφει τις ομάδες με ανερχόμενη επιρροή στην Αυλή του Αλέξανδρου.

Στο μέτωπο της εκστρατείας, συγκεκριμένα στα Εκβάτανα όπου στην αρχή αυτής της περιόδου  βρισκόταν το επιχειρησιακό επιτελείο, το ουσιαστικό ¨κλείσιμο¨ του Συνεδρίου, συνέπεσε με μία ορατή αναβάθμιση της επιρροής δύο ομάδων: Της ομάδας των περσών που φάνηκαν πρόθυμοι να συνεργαστούν με την νέα διοίκηση, και εκείνης της ετερόκλητης ομάδας μεγαλεμπόρων, εκπροσώπων των πλούσιων αλλά κατακτημένων από τους πέρσες περιοχών και ελλήνων σοφιστών που συνεργάστηκαν προκειμένου να ελέγξουν κατά το δυνατό τις εξελίξεις.

Εμείς αυτές τις συσπειρώσεις τις είχαμε ήδη εντοπίσει.  

Στη πρώτη συμμετείχαν οι Πέρσες ευγενείς και αυλικοί που διατήρησαν τα αξιώματά τους ή που τους αποδόθηκαν άλλα∙ επίσης, ένα μέρος του ιερατείου του Αχούρα Μάσδα  και των λοιπών θεών με γηγενή περσική προέλευση. Ωστόσο, τουλάχιστον στην αρχή, μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες αυτής της ομάδας, θα μπορούσε να θεωρηθεί η βασιλομήτωρ Σισίγαμβρη, η οποία έδειχνε κάτι παραπάνω από βαθιά εκτίμηση προς τον Αλέξανδρο. Ήταν σε όλους γνωστό πως, κατά τη γνώμη της, ένας συμβιβασμός με τον Δαρείο ήταν εφικτός και η σύναψη μιας συμφωνίας μαζί του, ενδεχομένως επικυρωμένη από τον γάμο με μια πριγκίπισσα από το γένος των Αχαιμενιδών, θα εξασφάλιζε στον μεν Μακεδόνα τη νομιμοποίηση της διαδοχής στο ασιατικό θρόνο, στον δε Δαρείο την συνέχιση της παραμονής στην εξουσία ως επικεφαλής κάποιου μεγάλου τμήματος της Αυτοκρατορίας. Η Σισίγαμβρη πιθανώς θεωρούσε ότι μελλοντικά οι ισορροπίες θα μπορούσαν να ανατραπούν προς όφελος των Περσών.

Το γεγονός ότι ο Δαρείος αιχμαλωτίστηκε από τους αντάρτες πρίγκιπες και ότι ο Αλέξανδρος έσπευσε να τους κυνηγήσει και να τους τιμωρήσει, δικαίωσε προς στιγμήν την πολιτική της Περσίδας. Όμως ο θάνατος του Μεγάλου Βασιλέα πριν προλάβει να συνεννοηθεί με τον Μακεδόνα για οτιδήποτε, έριξε τη μητέρα του σε βαθειά θλίψη και πιστεύω ότι η παρέμβασή της σταμάτησε εκεί.

 Ωστόσο υπήρχαν πολλοί άλλοι, ευγενείς, ιερείς και αυλικοί, που είχαν επιλέξει την πολιτική της ελληνοπερσικής συγκυριαρχίας και προσπαθούσαν να πείσουν τους μακεδόνες ότι κάτι τέτοιο ήταν εφικτό και συμφέρον και για τις δύο εθνότητες.  Όλοι οι παραπάνω επιδείκνυαν απέναντι στον Αλέξανδρο όλη εκείνη την εθιμοτυπική υποταγή με την οποία συμπεριφέρονταν άλλοτε στον Αχαιμενίδη μονάρχη. Εν τέλει, τους Μακεδόνες δεν κατάφεραν να τους πείσουν. Τον Αλέξανδρο όμως έμοιαζαν να τον πείθουν  κάθε μέρα και περισσότερο.  

Στην άλλη ομάδα, η υπηρεσία μας είχε ήδη δώσει ένα όνομα: ¨Οι Άλλοι¨. Οι συνιστώσες της ήταν ετερογενείς και ετερόκλητες, εν τούτοις ¨οι Άλλοι¨ είχαν ήδη καταφέρει να είναι καλύτερα οργανωμένοι από τους προσκείμενους Πέρσες, ίσως επειδή κανένας, πλην ημών (εννοώ την υπηρεσία των λογίων του Καλλισθένη και του Ευμένη), δεν τους απέδιδε ιδιαίτερη σημασία.   

Εμείς, ξέραμε ήδη τον συντονιστικό ρόλο του σοφιστή Ανάξαρχου, καθώς και τη χρηματοδότηση που παρείχαν στην ομάδα οι πλούσιοι βαβυλώνιοι έμποροι και το ιερατείο των (επίσης εμπορευόμενων) θεών της Μεσοποταμίας.  Ξέραμε επίσης ότι η ομάδα είχε τη στήριξη ορισμένων κύκλων των ¨συνακολουθούντων¨, καθώς και κάποια -μάλλον ευκαιριακή, όπως τελικά αποδείχτηκε- σχέση με τον υπεύθυνο για τα οικονομικά της εκστρατείας, τον Άρπαλο του Μαχάτα.

Η ομάδα αυτή διέθετε ταλαντούχους αυλοκόλακες (όπως ο ίδιος ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης ο επιλεγόμενος και Ευδαιμονικός), οι οποίοι, αν και δεν τους ενδιέφερε η πολιτική της συγκυριαρχίας  με τους Πέρσες, ενθάρρυναν κάθε κίνηση που ενίσχυε την αναδημιουργία μιας αυτοκρατορικής νοοτροπίας περσικού τύπου, αρχίζοντας από την ενίσχυση της τελετουργικής επιβολής του Αλέξανδρου και φθάνοντας έως την υποστήριξη της ¨θεοποίησής¨ του. Επί πλέον οι ¨Άλλοι¨ δεν έχαναν ευκαιρία να παροτρύνουν τον Μακεδόνα να συνεχίσει άμεσα την εξαντλητική εξόρμηση προς τα ανατολικά, έστω κι αν αυτή δημιουργούσε προβλήματα στους κατάκοπους βετεράνους  στρατιώτες, με στόχο τις χώρες της Ινδίας, τις εμπορικές συναλλαγές με τις οποίες φιλοδοξούσαν να αναλάβουν κατ’ αποκλειστικότητα.

 *

images (19)

4. …και άλλους παράγοντες που διαμορφώνουν το κλίμα στην εκστρατεία εκείνη την περίοδο.

Βασικά εμπόδια στις επιδιώξεις των Άλλων ήταν, εκ των πραγμάτων, τα ακόλουθα:

Πρώτα απ’ όλα η καθιερωμένη ελληνική νοοτροπία του ¨μέτρου¨ και της ¨ισορροπίας¨ που αποστρεφόταν τις ποσοτικές υπερβολές.

Οι Έλληνες είχαν πολεμήσει και παλιότερα ενάντια στην Αυτοκρατορία, την είχαν νικήσει και αισθάνονταν ότι δικαιούνταν να την αντιμετωπίζουν με συγκαταβατική επάρκεια, αν όχι με περιφρόνηση. Αλλά υπήρχε και η αποστροφή των Ελλήνων, ιδιαίτερα του Νότου, προς κάθε συγκεντρωτική μορφή διακυβέρνησης και κάθε απόπειρα προσωπολατρίας.  Μέχρι τότε, τόσο ο Φίλιππος όσο και ο Αλέξανδρος είχαν σεβαστεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες ακόμη και όταν είχαν ως πρότυπό την δημοκρατική Αθήνα.  Έτσι, μετά την ήττα του Άγη των Λακεδαιμονίων από τον Αντίπατρο και  παρά τις αντιδράσεις ικανών πολιτικών όπως ο Δημοσθένης, οι περισσότερες πόλεις βρίσκονταν σε μία μάλλον ευμενή προς το μακεδονικό βασίλειο αναμονή των εξελίξεων∙ το οποίο όμως βασίλειο δεν θεωρούσαν σε καμία περίπτωση ως ενδεχόμενο αντικαταστάτη των Περσών στην επαναδημιουργία της γνωστής αυτοκρατορίας .

Οι ¨Άλλοι¨ λοιπόν είχαν κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένοι με το τέλος της ισχύος των συμφωνιών της Κορίνθου, αν και ήξεραν ότι μια διαφορετική από τη δική τους αντίληψη θα εξακολουθούσε να υπάρχει στην ηγετική ομάδα της εκστρατείας, όσο θα υπήρχαν εκεί άνθρωποι με Αριστοτέλειες (τους ενοχλούσε, εκτός των άλλων,  που ο δάσκαλος του Αλέξανδρου ήταν εγκατεστημένος πλέον στην Αθήνα) ή Ισοκράτειες  ή παραπλήσιες αντιλήψεις. Τίποτα επομένως το παράξενο στην χρόνια αντιπάθειά τους προς την υπηρεσία του Καλλισθένη και του Ευμένη. Ούτε βέβαια θα εκπλησσόταν κανείς αν θα προέκυπταν αναμεμειγμένοι στα τραγικά γεγονότα που συνόδεψαν τις νίκες και τους ενθουσιασμούς της περιόδου εκείνης

Όμως υπήρχαν και άλλοι ισχυροί αντίπαλοι, τόσο των επιδιώξεων των ενδοτικών περσών όσο και εκείνων των χρηματόφιλων και χρησιμοθηρικών οπαδών του Αβδηρίτη. 

Αναφέρομαι, τόσο στη βάση του μακεδονικού στρατεύματος, όσο και σε μεγάλο μέρος των ηγετών του.

Όσον αφορά στη βάση θα πρέπει να αναφέρουμε ότι κατά τη διάρκεια της εκστρατείας ο θεσμός της ¨Εκκλησίας των Μακεδόνων¨ δεν είχε καταργηθεί, αν και είχε περιπέσει σε σχετική αδράνεια και έτσι, τουλάχιστον θεωρητικά, υπήρχε πάντα το  βήμα όπου τα αιτήματα και οι τυχόν δυσαρέσκειες των μακεδόνων στρατιωτών θα μπορούσαν να  διατυπωθούν, να ακουστούν και να επηρεάσουν τις αποφάσεις της ηγεσίας.

Ο Αλέξανδρος ενδιαφερόταν για τη γνώμη και το ηθικό των μαχητών. Έτσι, όταν χάρη σε ένα τέχνασμα, δηλαδή υποκλέπτοντας την αλληλογραφία των οπλιτών με τα σπίτια τους (μια μέθοδος εμπνευσμένη από τους Άλλους) έμαθε για τη γενικευμένη κούραση και την επιθυμία επιστροφής στην πατρίδα που κυριαρχούσε στο στράτευμα, συγκάλεσε αμέσως την Εκκλησία∙ εκεί  κατάφερε, ακόμη μία φορά, να πείσει την βάση να τον ακολουθήσει.

¨Υπάρχουν ακόμη  σατραπείες που μας αντιστέκονται¨ τους είπε. ¨Αν μας δούνε να αποχωρούμε θα μας θεωρήσουν περαστικούς επιδρομείς, θα πάρουν θάρρος και θα μας καταδιώξουν ίσαμε τα παράλια. Έχετε σκοπό να με αφήσετε να συνεχίσω μόνο με εθελοντές;¨ Το φιλότιμο των στρατιωτών απάντησε: ¨Όχι! Ποτέ!¨, αλλά ούτε η κούραση ούτε η νοσταλγία για τις οικογένειες και την πατρίδα εξαφανίστηκε.

Όσο αφορά στους Εταίρους και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη, ακόμη και μερικούς στρατηγούς άμεσα συνδεμένους με τον βασιλέα, εκεί οι διαφωνίες αφορούσαν μόνον εν μέρει στις παραχωρήσεις υψηλών αξιωμάτων προς τους συνεργαζόμενους Ιρανούς∙ η κορύφωση των αντιδράσεων εκδηλώθηκε όταν -αυτήν ακριβώς την περίοδο- ο Αλέξανδρος άρχισε να υιοθετεί περσικές μορφές συμπεριφοράς και ενδυμασίας και να ζητά και από τους Έλληνες να προσαρμοστούν στην περσική αυτοκρατορική εθιμοτυπία.   

Εάν στα παραπάνω προσθέσει κανείς το γεγονός ότι  αυτή την ίδια χρονιά στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης του στρατεύματος δημιουργήθηκε και το περίφημο Τάγμα των Ατάκτων όπου τοποθετήθηκαν όσοι  στρατιώτες θεωρήθηκαν επικριτικοί στις επιλογές της ηγεσίας, μπορεί να καταλάβει καλύτερα το κλίμα μέσα στο οποίο εκδηλώθηκαν τα δραματικά γεγονότα που οδήγησαν στην εκτέλεση του Φιλώτα και του Παρμενίωνα, στο φόνο του Κλείτου και στην αποκαλούμενη ¨Συνομωσία των βασιλικών παίδων¨ η οποία είχε τραγικές επιπτώσεις για τον Καλλισθένη, τον Ολύνθιο διανοητή, συγγενή και μαθητή του δάσκαλου Αριστοτέλη και προϊστάμενό μου. […]

 *

assets_large_t_420_54035522

5. Όπου ο Εύελπις εξιστορεί συνοπτικά την υπόθεση Φιλώτα- Παρμενίωνα

Το στράτευμα προχωρούσε προς τα ανατολικά καταδιώκοντας τώρα τον Βήσσο και αντιμετωπίζοντας τις παρενοχλήσεις του σατράπη Σατιβαρζάνη. Διέσχισαν πολεμώντας την Παρθία και την Αρεία και μετά κατευθύνθηκαν νότια καταλήγοντας στην Φράδα, την πρωτεύουσα πόλη της Δραγγιανής. Εκεί, στη Φράδα, διαδραματίστηκε ένα σημαντικό όσο και θλιβερό επεισόδιο της εκστρατείας.

Ο αρχικός πρωταγωνιστής αυτής της δραματικής ιστορίας δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός. Ή μάλλον δεν τον ήξερε σχεδόν κανένας πριν ξεσπάσει η θύελλα. Τον έλεγαν Λίμνο ή Δίμνο και καταγόταν από την Χαλάστρα της Μακεδονίας.

Ενδέχεται να ήταν μυθομανής που διηγόταν απίθανες ιστορίες για να τραβήξει την προσοχή πάνω του, μπορεί να ήθελε να μιμηθεί εκείνον τον Εφέσιο -Ηρόστρατο τον έλεγαν αν δεν κάνω λάθος- που πριν καμιά τριανταριά χρόνια έκαψε τον ναό της Αρτέμιδας στην πατρίδα του, μόνο και μόνο για να θυμούνται οι μεταγενέστεροι το όνομά του∙ μπορεί όμως και να ήταν συμμέτοχος σε μια πραγματική συνομωσία που στόχευε στην δολοφονία του Αλέξανδρου. Εξακριβωμένο είναι πως εξομολογήθηκε την πρόθεσή του να σκοτώσει τον βασιλιά σε έναν από τους ¨παίδες¨ της ακολουθίας του Αλέξανδρου, ονόματι Νικόμαχο. Γιατί; Είτε για να ζητήσει την βοήθεια του, είτε γιατί του είχε εμπιστοσύνη επειδή ήταν εραστές. Εκ των υστέρων αναφέρθηκαν και οι δύο εκδοχές.  Ο Νικόμαχος πάντως όχι μόνο αρνήθηκε να συμμετάσχει σε μια τέτοια ενέργεια, αλλά και πληροφόρησε σχετικά το αδελφό του, τον Κεβαλίνο.

Από κοινού τα δύο αδέλφια, αποφάσισαν να ενημερώσουν την μακεδονική ηγεσία. Πήγαν στην Αυλή, όπου συνάντησαν τον Φιλώτα, το γιο του στρατηγού Παρμενίωνα, ο οποίος τους είπε πως ο βασιλιάς ήταν απασχολημένος και δεν υπήρχε περίπτωση να τον δουν εκείνη τη μέρα. Την επομένη τους έδωσε την ίδια απάντηση και τότε αποφάσισαν να απευθυνθούν στον στρατηγό Κρατερό, που τους οδήγησε αμέσως στον Αλέξανδρο.

Δεν είναι σαφές αν ο Λίμνος αντιστάθηκε κατά τη σύλληψή του και σκοτώθηκε ή αν αυτοκτόνησε αργότερα. Γεγονός είναι ότι του αποδόθηκε πλήρης ομολογία ενοχής καθώς και η αναφορά των ονομάτων των συνενόχων του. Αυτοί ήταν οι Πευκόλαος, Νικάτορας, Αφόβητος, Ιόλαος, Διόξενος, Αρχέπολις, και Αμύντας. Λέγεται ότι ανάφερε και το όνομα του σωματοφύλακα Δημήτριου, ο οποίος όμως τότε, παραδόξως,  δεν συνελήφθη.

Όμως το θέμα δεν έκλεισε εκεί. Αφού υπήρξε συνομωσία, θεωρήθηκε ότι πρέπει να ήταν  αναμφίβολα αναμεμειγμένα και ανώτερα στελέχη του στρατεύματος. Πρώτος ύποπτος ο Φιλώτας, γιατί ενώ έμαθε, παράλειψε να αναφέρει την καταγγελία στον Αλέξανδρο. Μαζί και οι στενοί φίλοι του, τα αδέλφια Αμύντας, Πολέμων, Άτταλος και Σιμμίας  από την Άνω Μακεδονία[3]. Στην δίκη που ακολούθησε οι τρεις (ο Πολέμων διέφυγε) αρνήθηκαν τις κατηγορίες και τελικά αθωώθηκαν. Δόθηκε μάλιστα άδεια στον Αμύντα να φέρει πίσω τον διαφυγόντα αδελφό του, ο οποίος επίσης κρίθηκε αθώος.

Αλλά δεν συνέβη το ίδιο με τον Φιλώτα. Ο τελευταίος εν ζωή γιος του Παρμενίωνα[4] στην αρχή παραδέχτηκε μόνον το λάθος να μην αναφέρει αμέσως την καταγγελία, αλλά μετά (κάτω από βασανιστήρια) παραδέχτηκε την ενοχή του. Οι Μακεδόνες στρατιωτικοί που αποτελούσαν το δικαστήριο τον καταδίκασαν, μαζί με εκείνους που ανάφερε ο Λίμνος, σε θάνατο με ακοντισμό.

Την ίδια μέρα της καταδίκης, στο επιτελείο κλήθηκε ο εταίρος Πολυδάμαντας. Του ανατέθηκε να μεταβεί με άκρα μυστικότητα πίσω στα Εκβάτανα και να μεταφέρει επείγουσα διαταγή προς τους στρατηγούς που δρούσαν εκεί υπό τον Παρμενίωνα. Ο Παρμενίωνας έπρεπε να εκτελεστεί πριν μάθει την εκτέλεση του γιου του. Έτσι και συνέβη.

Είχα την ευκαιρία, αργότερα, να μιλήσω για αυτή την υπόθεση με τον Καλλισθένη. Ήταν πολύ προβληματισμένος για το τί ακριβώς είχε συμβεί τότε, για τις ευθύνες της υπηρεσίας, αλλά και για τη δική του στάση στα γεγονότα εκείνα. Θα αναφερθώ διεξοδικότερα για αυτή την συνομιλία μας παρακάτω. Προς το παρόν πρέπει να πω ότι σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα δημιούργησαν μια βαθειά πληγή στο στράτευμα αλλά και στα ιδανικά της αιματηρής μας εκστρατείας. Και δεν ήταν η τελευταία.

Εάν όντως υπήρξε σοβαρή σκευωρία ανώτερων στελεχών κατά του Αλέξανδρου, αυτό σήμαινε ότι στο στράτευμα κάποιοι (μη γόρδιοι) δεσμοί είχαν φτάσει στο χτένι και επομένως υπήρχαν σοβαρές αντιθέσεις στο εσωτερικό της στρατιάς, πράγμα που έθετε σε κίνδυνο το όλο εγχείρημα της εξόρμησης.

Εάν πάλι δεν υπήρχε συνομωσία και εάν ο θάνατος του Φιλώτα και του δημοφιλούς, ικανού και, σε κάθε περίπτωση μη αναμειγμένου σε όποια συνομωσία Παρμενίωνα  ήταν αποτέλεσμα του φόβου απώλειας της εξουσίας τότε όντως οι διαδικασίες που ζούσαμε έμοιαζαν ήδη με εκείνες της δυναστείας των Αχαιμενιδών και είχε κάθε λόγο κανείς να προτιμά τις έστω υβριστικές λογομαχίες των Αθηναίων από τις αποστολές εκτέλεσης όπως εκείνη του Πολυδάμαντα.

……. 

[1] Μέσα Ιουλίου 330-μέσα Ιουλίου 329 π.Χ.

[2] Ο Εύελπις αναφέρεται εδώ στην σφαγή των Μηλίων από τους Αθηναίους όταν αρνήθηκαν να ενταχθούν στην ¨Αθηναϊκή Συμμαχία¨. Συνέβη το 416 π.Χ. και περιγράφεται από τον Θουκυδίδη (5ο βιβλίο 84-116).

[3] Γιοι του Ανδρομένη από την Τύμφη, ανώτερου αξιωματικού του μακεδονικού στρατεύματος.

[4] Ο Παρμενίωνας, στρατηγός του Φίλιππου ο οποίος έλαβε μέρος σε σχεδόν όλες τις μέχρι τότε μάχες στον βορρά, τον κορμό της Ελλάδας και την Ασία, με αναρίθμητες επιτυχίες, είχε ήδη χάσει τον μικρότερο γιο του τον Έκτορα ο οποίος επέβαινε σε μια παραφορτωμένη βάρκα που βυθίστηκε στον Νείλο, και τον γιο του Νικάτορα που πέθανε την ίδια εκείνη χρονιά από ασθένεια κατά την καταδίωξη του Βήσσου.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο δέκατο τρίτο: Οι κόμποι στο χτένι

Posted by vnottas στο 10 Φεβρουαρίου, 2018

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο. Όπου ορισμένοι κόμποι λύνονται και άλλοι φτάνουν στο χτένι

(αφηγείται ο Εύελπις)

μ

Είμαι αναστατωμένος γι αυτό λέω, αν τα καταφέρω, να τα σημειώσω όλα επιγραμματικά. Και με τη σειρά. Ένα-ένα. Αλλιώς, έτσι ανακατεμένα που είναι όλα αυτή τη στιγμή μέσα στο κεφάλι μου, φοβάμαι ότι δε θα καταφέρω να γίνω κατανοητός ούτε στους άλλους ούτε σε εμένα τον ίδιο.

Ένα, λοιπόν:

Όταν έφτασαν τα συγκλονιστικά νέα στην Αθήνα, τα πράγματα έμοιαζαν να εξελίσσονται, αν όχι πλήρως ομαλά, τουλάχιστον κάτω από ικανοποιητικό έλεγχο.

Τα μεγάλα αθηναϊκά πανηγύρια είχαν ολοκληρωθεί. Η Εορταστική Πομπή είχε διανύσει την οδό των Παναθηναίων με μεγάλη επιτυχία. Οι κόρες ήταν πανέμορφες, οι γέροντες καλοστεκούμενοι και τα Ευάνδρια τα είχε κερδίσει η Λεοντίδα φυλή με αποτέλεσμα ο βετεράνος πολεμιστής Παλαμήδης να έχει απογειωθεί και να υπερίπταται ευτυχισμένος: ανάμεσα στους βραβευθέντες ήταν κι ο πρωτότοκος γιος του. Ένας άλλος καταφανώς ικανοποιημένος  από τις γιορτές ήταν ο ρήτορας Δημάδης. Τα άλογά του είχαν νικήσει στους δώδεκα γύρους του ιπποδρομίου με τέθριππο άρμα: Τώρα, μου είπε, θα αρχίσει να τα προπονεί για τους επόμενους, εκατοστούς δέκατους τρίτους Πανελλήνιους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Δύο:

 Ο φίλτατος συνεργάτης μου, ο Οινοκράτης, είχε αποκτήσει επιτέλους την αθηναϊκή υπηκοότητα με την ιδιότητα του απελεύθερου μέτοικου με ιδιαίτερα προνόμια, με πρώτο εκείνο της ¨ισοτέλειας¨. Ό Οινοκράτης, όπως έμαθα, στην πατρίδα του είχε και ένα παρανόμι με πολλά ¨τσ¨, άρα όχι εύηχο στα ελληνικά, που εγώ δεν μπορώ καν να το προφέρω, οπότε, λέω, καλά έκανε και για τη νέα φάση της ζωής του διατήρησε το ¨Οινοκράτης¨ ως το κύριο επίσημο όνομά του. Σε μια σεμνή τελετή στο Πρυτανείο, όπου ανάδοχος και εγγυητής ήταν ο Παλαμήδης, υπό τις ιαχές και τα χειροκροτήματα των μελών των οικογενειών του Ευρύνου, του Παλαμήδη, αλλά και αρκετών προσωπικών του φίλων,  ο Συρακούσιος ανακηρύχτηκε επισήμως χειραφετημένος κάτοικος Αθηνών. Ως ¨ισοτελής¨, η φορολόγησή του δεν θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη των αθηναίων πολιτών (όπως συμβαίνει στους κοινούς μέτοικους),  ενώ  θα του επιτραπεί, εάν το επιθυμεί, να εξακολουθήσει να συμμετέχει στην ασιατική εκστρατεία.  Σύμφωνα με τα όσα τον διαβεβαίωσε ο ¨εφημερεύων¨ βουλευτής, -ο οποίος είχε διευθύνει την τελετή μιλώντας κολακευτικά για το ρόλο του τιμώμενου στην ανεύρεση των κλαπέντων αγαλμάτων των τυραννοκτόνων- αν όλα πάνε κατ’ ευχήν, τίποτα δεν αποκλείει το επόμενο βήμα να είναι η απόδοση στον Οινοκράτη της πλήρους ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη.Eikona_1-1

Τρία.

Ο Οινοκράτης είχε και έναν άλλο λόγο να είναι σχετικά ευχαριστημένος. Η έρευνά του για το θέμα της πατρότητας είχε ολοκληρωθεί. Το αποτέλεσμα δεν ήταν τελεσίδικο και αδιαμφισβήτητο, αλλά μάλλον μια  αναπάντεχη ¨επικρατέστερη εκδοχή¨, η οποία όμως είχε τη στήριξη ενός σπουδαίου και πλήρως αξιόπιστου προσώπου. Μένω ευχαρίστως για λίγο σε αυτό το θέμα -πριν αναφερθώ στα νέα και την αναστάτωση που προκάλεσαν- γιατί έχει γούστο.

Ό Οινοκράτης λοιπόν, είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο εμμονής στην υπόθεση της αναζήτησης της ταυτότητας του πατέρα του, που είχε ταξιδέψει ως την Κόρινθο και είχε καταφέρει να συναντηθεί έως και με τον διάσημο Διογένη, ο οποίος μπορεί να κυκλοφορεί γυμνός και να καγχάζει τους πάντες, αλλά, απ’ ό, τι λένε, δεν είναι καθόλου εύκολο να έχει κανείς μαζί του μια  ολοκληρωμένη αποκλειστική συζήτηση και, πολύ περισσότερο, να εκμαιεύσει τις απαντήσεις του σε θέματα που δεν έχουν τις άμεσες φιλοσοφικές ή ηθικές προεκτάσεις που του αρέσουν.

Ο Οινοκράτης, ποιος ξέρει πώς, τα κατάφερε. Ο γέρο-Διογένης του μίλησε. Όμως ούτε αυτός ο ταξιδεμένος (και στις Συρακούσες) φιλόσοφος μπόρεσε να του δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση στα ερωτήματά του. Αντίθετα, αν κατάλαβα καλά από τα όσα μου είπε επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Διογένης υποστήριξε πως, ίσως, αυτή η προσπάθεια αναζήτησης της πατρότητας δεν αξίζει καν τον κόπο. Οι γονείς δεν είναι πάντα τόσο χρήσιμοι, φαίνεται ότι του είπε.

Αισθάνθηκα λοιπόν κάπως ένοχος γιατί δεν είχα ακόμη υλοποιήσει την υπόσχεση που είχα δώσει στον Οινοκράτη, δηλαδή να ρωτήσω σχετικά με το πρόβλημά του τον Αριστοτέλη, παρά το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό συναντούσα συχνά τον δάσκαλο και είχα μαζί του μακρές συνομιλίες, στις οποίες θα αναφερθώ εκτενέστερα παρακάτω. Για να επανορθώσω ζήτησα από τον Οινοκράτη να μου δώσει το κληρονομημένο δαχτυλίδι και στην επόμενη επίσκεψή μου στο Λύκειο, επωφελήθηκα από μια στιγμή ανάπαυλας και μίλησα στον Αριστοτέλη για το θέμα που απασχολεί τον παλιό πιστό μου συνεργάτη και φίλο, ο οποίος μάλιστα, τότε, επρόκειτο όπου να ‘ναι να χειραφετηθεί. 

image008   Ο Αριστοτέλης παρακολούθησε με προσοχή την σύντομη αφήγησή μου κουνώντας που και που το γενειοφόρο κεφάλι του. Πρώτα του περιέγραψα τον ίδιο τον Συρακούσιο και μερικά από τα ανδραγαθήματά του και, ύστερα, την πρόσφατη μανία να εξακριβώσει ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας του.

«Για να ‘δω», μου είπε, προτείνοντας την παλάμη του.

Έβγαλα το δαχτυλίδι από το θυλάκιό μου και  του το έδωσα.

Το εξέτασε με προσοχή και στα χείλη του εμφανίστηκε ένα, όλο και πιο πλατύ, χαμόγελο.

Σκέφτηκα: …έχει γούστο! Έχει γούστο να είναι δικό του το δαχτυλίδι. Όλη αυτή η ιστορία μοιάζει πια με το παιχνίδι που παίζουν οι μπόμπιρες στις αλάνες του άστεως. Ποιανού είναι όμως τελικά το δαχτυλίδι; Του Μεγάλου  Περιπατητή;

«Για φαντάσου!», μουρμουρίζει. Και μετά μου λέει: «Το αναγνωρίζω…»

Το πρόσωπό μου παίρνει μια τέτοια έκφραση που, αργότερα, όταν θα επινοηθούν τα σημεία στίξης του γραπτού λόγου, θα μπορούσε να αποτελέσει το σκίτσο-σήμα-σύμβολο της (απεγνωσμένης)  ερωτηματικής πρότασης.

Ο Αριστοτέλης το φοράει. Του ταιριάζει. Απομακρύνει τα ανοικτά του δάχτυλα για να το θαυμάσει καλύτερα.

«Άρα;», αποτολμώ εγώ την συνεπαγόμενη ερώτηση.

«Α», κάνει, «το είχα μάλιστα  πρωτοδεί όταν είχα φτάσει στην Αθήνα ως προβληματισμένος νεαρός. Τότε που όλα τα πρόσεχα και όλα μου έκαναν εντύπωση».  

«Ναι, αλλά στο χέρι ποιανού;»

kst2-pic3

«Μα του δάσκαλού μου, του Πλάτωνα. Θυμάμαι ότι το φορούσε τον πρώτο καιρό στις διαλέξεις του. Μετά όχι. Αλλά ξέρεις πώς είναι όλοι οι νεοφώτιστοι σπουδαστές, όλοι εμείς δηλαδή, όταν πρωτοσυναντάμε κάποιον που τον θεωρούμε Μεγάλο. Τα προσέχουμε και τα θυμόμαστε όλα όσα τον αφορούν!»

«Εντάξει, αλλά το Άλφα;» ξαναρωτάω.

Με κοιτάζει περίεργα.

«Καλά», λέει. «Αν σε άκουγε ο γερο Πλάτωνας μπορεί να στεναχωριόταν που στους απογόνους έχει φτάσει μόνο το παρανόμι του. Αλλά δε φταίμε εμείς. Του άρεσε. Ήταν ασυνήθιστο και το προτιμούσε από το Αριστοκλής που είναι αρκετά κοινό όνομα».

«Αριστοκλή τον λέγανε τον Πλάτωνα;»

«Έτσι είχε ορίσει ο πατέρας του ο γερο-Αρίστων. Τον θυμάμαι κι αυτόν. Ήταν πολύ ηλικιωμένος, αλλά ζούσε ακόμη όταν έφτασα στην Αθήνα. Αλλά και ο Πλάτωνας ήταν αρκετά μεγάλος όταν έκανε τα τελευταία ταξίδια του στην Σικελία».

Μένει για λίγο σιωπηλός υπολογίζοντας τα χρόνια. «Είπες ότι ο δικός σου κοντεύει τα σαράντα. Επομένως αν υποθέσουμε ότι η μάνα του όντως διασταυρώθηκε με τον Πλάτωνα, αυτό πρέπει να συνέβη στο δεύτερο ταξίδι του στις Συρακούσες. Ναι, στέκει. Τότε ο Πλάτωνας ήταν εξήντα χρονών και είχε προσκληθεί στην αυλή των Συρακουσών από τον διάδοχο του Διονύσιου του πρώτου, τον Διονύση τον Δεύτερο. Το επόμενο τρίτο και τελευταίο ταξίδι το έκανε έξι-επτά χρόνια αργότερα. Αν ο συνεργάτης σου έχει μια, έστω θολή, ανάμνηση από τον Πλάτωνα -αν υποθέσουμε βέβαια ότι αυτός είναι ο βιολογικός του πατέρας- είναι από αυτό το τρίτο και τελευταίο του ταξίδι εκεί».

Ο Δάσκαλος στρέφεται προς εμένα. «Φαντάζομαι ότι στη σχολή του Ισοκράτη θα σας έχουν μιλήσει για τα γεγονότα της εποχής εκείνης στις Συρακούσες, έτσι δεν είναι;»

«Μέσες άκρες», του απαντάω με ειλικρίνεια.

Πηγαίνει ως τα ράφια της βιβλιοθήκης και κατεβάζει έναν-δυο κυλίνδρους.

images

«Θα σου τα επαναλάβω περιληπτικά», λέει.

«Ο Πλάτωνας πίστευε πως οι θεωρίες είναι πολύ χρήσιμες, αλλά από μόνες τους δεν αρκούν για να αλλάξουν, προς το καλύτερο, τη ζωή των ανθρώπων. Ο Φιλόσοφος πρέπει να προσπαθεί να δοκιμάσει τις ιδέες του στην πράξη. Εάν όμως είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, να αποκτήσει και να ασκήσει από μόνος του την απαραίτητη εξουσία για να τις εφαρμόσει, σκέφτηκε πως ορισμένες μετριοπαθέστερες παραλλαγές είναι εφικτές. Όπως για παράδειγμα να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός ηγεμόνα με την ιδιότητα του σύμβουλου ή, ακόμη καλύτερα, να συμβάλλει στην εκπαίδευση και τη διαμόρφωση ενός διαδόχου, δηλαδή ενός μελλοντικού ηγεμόνα. Όταν ο Διονύσιος ο πρώτος τον πρωτοκάλεσε στις Συρακούσες -ο Πλάτωνας ήταν τότε μόνο σαράντα χρονών-  σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τα κάνει και τα δύο».  

Ο Δάσκαλος ανοίγει έναν πάπυρο, «Εδώ έχω αντίγραφα από επιστολές του Πλάτωνα», λέει.

Ψάχνει, βρίσκει και μου δείχνει ένα εδάφιο. Διαβάζει: «¨Εκείνο που σκέφτηκα ήταν ότι, εάν επρόκειτο να επιχειρήσω την  εφαρμογή όσων είχα σκεφτεί για τους νόμους και την πολιτεία, την δοκιμή έπρεπε να την επιχειρήσω τώρᨻ . Και παρακάτω: «¨Ξεκίνησα λοιπόν αυτό το ταξίδι, βασικά γιατί ντρεπόμουν τον ίδιο μου τον εαυτό, μήπως φανεί ότι δεν είμαι άξιος παρά μόνο για σκέτη θεωρία και ότι διστάζω να καταπιαστώ με συγκεκριμένες  πράξεις¨.

Αυτά είχε στο μυαλό του τότε ο Πλάτωνας.

Για να σου πω την αλήθεια, περίπου αυτά σκεπτόμουν και εγώ, τόσο όταν πήγα στην Άσσο, όσο κι όταν δέχτηκα τη πρόταση του Φίλιππου και ανέλαβα την διαπαιδαγώγηση του Αλέξανδρου». Έκλεισε προσεκτικά τον κύλινδρο. «Αυτή η γεμάτη καλές προθέσεις πρώτη απόπειρα του Πλάτωνα δυστυχώς απέτυχε παταγωδώς. Ο Διονύσιος ήταν ένας ικανός αλλά και περπατημένος τύραννος που είχε πρακτικές γνώσεις και απόψεις περί εξουσίας για τις οποίες δε σήκωνε κουβέντα. Ο φιλόσοφός μας λοιπόν εγκατέλειψε τη Σικελία άρον-άρον και παραλίγο να καταλήξει δούλος στην Αίγινα. Όμως κατάφερε τελικά να φτάσει στην Αθήνα και να ιδρύσει την Ακαδημία του.

Είκοσι χρόνια αργότερα τον Διονύσιο διαδέχτηκε ο γιος του, ο Βήτα. Ο νεαρός και ο θείος του, ο Δίωνας, στενός φίλος του Πλάτωνα από το προηγούμενο ταξίδι, προσκάλεσαν και πάλι τον φιλόσοφο στη Σικελία. Εκείνος αυτή τη φορά ήταν δικαιολογημένα δύσπιστος.  Ωστόσο τελικά πήγε. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα θερμή. Άλλωστε θα έπρεπε να ξεπεραστούν και να ξεχαστούν τα δυσάρεστα γεγονότα του παρελθόντος. Δεν αποκλείω καθόλου να προσφέρθηκαν στον Πλάτωνα, μεταξύ άλλων,  οι υπηρεσίες των καλύτερων εταιρών της αυλής.  Μάλλον το θεωρώ σίγουρο. Εκείνο που δεν είμαι σε θέση να ξέρω με σιγουριά είναι εάν ο Πλάτωνας αποδέχτηκε αυτές τις προσφορές. Και πολύ περισσότερο εάν υπήρξε κάποιος καρπός από αυτές τις συνευρέσεις».

1127px-Venus_de_Milo_Louvre_Ma399_n6

«Πώς ήταν η σχέση του με τις γυναίκες;» ρώτησα εγώ με δικαιολογημένη, θα έλεγα, περιέργεια.

«Υπάρχουν δύο τομείς, αγαπητέ Εύελπι. Το συγγραφικό έργο και η καθημερινότητα. Η θεωρία και η πράξη. Επειδή θεωρώ τον εαυτό μου καλό γνώστη του έργου του Δασκάλου μου, μπορώ να σου πω πως στα συγγράμματά του αντιμετωπίζει τις γυναίκες αρκετά θετικά. Περισσότερο θετικά από πολλούς από εμάς. Στην ιδεώδη ¨πολιτεία¨ του τα θήλεα μορφώνονται και διοικούν εξ ίσου με τους άνδρες. Μη με ρωτήσεις εάν συμφωνώ μαζί του. Είναι ένα θέμα που ακόμη το διερευνώ. Μη ξεχνάς ότι εγώ είμαι νυμφευμένος άρα είναι δυσκολότερο να αποστασιοποιηθώ και να γενικεύσω.

Τώρα, όσον αφορά στην πράξη, είναι γνωστό πως στην Ακαδημία αποδεχόταν τη συμμετοχή των γυναικών. Έστω εν μέρει. Λίγες. Το ίδιο κάνουν ακόμη και σήμερα οι διάδοχοί του και, όπως ξέρεις, στην Αθήνα, αν εξαιρέσουμε την κάπως κωμική παρέα του Κυνοσάργους, είναι οι μόνοι. Ό ίδιος, νεώτερος, ήταν ένας γεροδεμένος ψηλός άνδρας από εκείνους που στις γυναίκες αρέσουν. Θα μπορούσε να έχει μεγάλη επιτυχία μαζί τους.  Μεταξύ ημών και των  περισσότερων Αθηναίων,  είναι γνωστό ότι δεν τις κυνηγούσε. Αυτό δεν σημαίνει ότι τις  απέρριπτε ασυζητητί. Όπως ήδη σου είπα, ο Πλάτωνας, όσο θεωρητικός κι αν ήταν, ήθελε πάντα βάζει τις ιδέες του κάτω από πρακτική, ή βιωματική αν προτιμάς, δοκιμασία».

«Επομένως…;»

Ο Αριστοτέλης μοιάζει να το διασκεδάζει. Θα έλεγα ότι χαμογελάει πονηρά,

«Επομένως νομίζω πως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ο συνεργάτης σου να είναι απόγονος, έστω ευκαιριακός, του Μεγάλου Δάσκαλου. Οι χρόνοι μάλλον συμπίπτουν και η ευκαιρίες υπήρξαν». Ύστερα με ρωτάει ευθέως: «Πώς είναι;  Έχει κάτι που να θυμίζει τον αείμνηστο;»

«Δεν είναι σωματώδης όπως λέγεται πως υπήρξε ο Πλάτωνας, …ίσως να πήρε από τη μάνα του. Το μυαλό του όμως είναι κοφτερό, του αρέσει να ψάχνει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων… και του αρέσει να τον φωνάζουμε με το παρανόμι του».

Εδώ ο Σταγειρήτης έχει κάποια ένσταση στα λεγόμενά μου.

«Ξέρεις κάτι νεαρέ μου Μεγαρέα», λέει. «Εγώ πιστεύω ότι οι γυναίκες είναι αγωγοί μεταβίβασης των κληρονομικών ιδιοτήτων, αλλά δεν μεταβιβάζουν τα δικά τους χαρακτηριστικά. Και αυτό γιατί στη γενετήσια πράξη έχουν παθητικό ρόλο. Οι άνδρες είναι πιο ενεργητικοί γιατί ακριβώς πρέπει να προωθήσουν τα χαρακτηριστικά αυτά στους μεταγενέστερους. Μπορεί πάντως ο δικός σου -εάν θεωρήσουμε την υπόθεσή μας αληθή- να πήρε από τον Παππού του. Ο γερο-Αριστίωνας, απ’ όσο θυμάμαι δεν ήταν τεράστιος».

«Αυτό, σχετικά με τη μεταφορά των κληρονομικών ομοιοτήτων, δεν το είχα σκεφτεί», ομολογώ. Και μετά του ζητάω να μου πει πώς τελείωσε η σικελική περιπέτεια του Πλάτωνα.   

dionysius_i_of_syracuse (1)

«Η αρχική, ειδυλλιακή φάση του δεύτερου ταξιδιού δεν κράτησε πολύ. Ο νεαρός και μάλλον ανασφαλής τύραννος συγκρούστηκε με τον Δίωνα και τον εξόρισε. Αυτός κατέφυγε εδώ στην Αθήνα. Ο Πλάτωνας απογοητευμένος από την αδυναμία να επηρεάσει τις εξελίξεις θέλησε να επιστρέψει κι αυτός στην πατρίδα του, αλλά του το αρνήθηκαν. Εν τέλει τα κατάφερε χάρη σε παρέμβαση των Πυθαγορείων, οι οποίοι είναι οι μόνοι φιλοσοφούντες που διαθέτουν παράλληλα μια κάποια παρεμβατική (αλλά και εν μέρει μυστική) οργάνωση.

Ο Δάσκαλος επέστρεψε και πάλι στις Συρακούσες έξι-επτά χρόνια αργότερα. Δεν νομίζω ότι  έλπιζε ακόμη να επηρεάσει πολιτικά τον νεαρό τύραννο. Περισσότερο ενδιαφερόταν να μεσολαβήσει υπέρ του φίλου του, του Δίωνα. Ίσως  πάλι, αν η υπόθεση που κάναμε για την καταγωγή του δικού σου… πώς τον είπαμε; Οινοκράτη; αυτουνού, …είναι σωστή, ίσως να ήθελε και κάτι άλλο… Ποιος μπορεί να ξέρει… Ίσως να επιθυμούσε να δει τον μικρό που, σύμφωνα με αυτά που μου είπες, ήδη κάποιος φρόντιζε από μακριά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν όντως αυτό συνέβη. Εάν ναι, τότε πράγματι, ο άνδρας με την αθηναϊκή φορεσιά που θυμάται ο συνεργάτης σου να ήταν ο μεγάλος Πλάτωνας.

Εκείνο που σίγουρα ξέρουμε είναι πως η μεσολάβηση υπέρ του Δίωνα απέτυχε και ότι ο Φιλόσοφος βρέθηκε σχεδόν φυλακισμένος στην Ακρόπολη των Συρακουσών. Κοίτα τι γράφει ο ίδιος εδώ:» Ανοίγει τον άλλο πάπυρο και μου διαβάζει: ¨’Εκείνη την περίοδο η ζωή η δική μου και του Διονυσίου ήταν, εγώ μεν να κοιτάζω έξω σαν  πουλί που θέλει να ξεφύγει απ’ το κλουβί του, αυτός δε να συλλογίζεται με ποιο τρόπο θα με φοβίσει, χωρίς να επιστρέψει τίποτε από εκείνα που ανήκουν στον  Δίωνα. Κι όμως σε όλη τη Σικελία λέγαμε ότι είμαστε φίλοι.’’

Dione_figlio_di_Ipparino

Έτσι,  και πάλι, η αποχώρηση από τις Συρακούσες υπήρξε προβληματική και περιπετειώδης. Χρειάστηκε να παρέμβουν ξανά οι Πυθαγόρειοι. Με τη βοήθειά τους ο Πλάτωνας μπόρεσε να επιστρέψει στην Αθήνα. Οριστικά αυτή τη φορά».  

Με κοίταξε με σκεπτικό ύφος.

«Πάντως το δακτυλίδι το αναγνωρίζω. Είναι δικό του. Έχω και εγώ ένα ανάλογο. Μου το χάρισε λίγο καιρό πριν πεθάνει».

 

Τέσσερα

Ας μιλήσω τώρα για σημαντικότερα πράγματα. Δηλαδή για την πρόοδο της αποστολής που μου έχει αναθέσει ο προϊστάμενος μου, ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος: να μεταφέρω στον δάσκαλο Αριστοτέλη όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, συμπληρωματικές στα όσα του έχουν ήδη αποσταλεί γραπτά, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκφράσει τις πολύτιμες απόψεις του για το δέον γενέσθαι.

Αυτή την περίοδο συναντήθηκα με τον Δάσκαλο πολλές φορές.

Ο Αριστοτέλης με ρωτάει και εγώ απαντώ. Του λέω αυτά που ξέρω, χωρίς ενδοιασμούς και, όταν μου το ζητήσει ρητά, του λέω και την προσωπική μου άποψη.

Θέλει να μάθει περισσότερα για πολλά θέματα που αφορούν, όχι μόνο στην διεξαγωγή της εκστρατείας, αλλά και στους τόπους και τους ανθρώπους που περνούν σιγά σιγά κάτω από τον έλεγχο των ελληνικών δυνάμεων που προελαύνουν.

Δεν πρόκειται πια για τη γνωστή επιστημονική φιλομάθεια του Σταγειρήτη. Αυτή την φορά πρόκειται για την προσπάθεια να βρεθούν απαντήσεις σε υπαρκτά και επείγοντα προβλήματα σχεδιασμού και προσδιορισμού στόχων. Το μεγάλο παγκόσμιο καζάνι βράζει. Διαφορετικές παραδόσεις, νοοτροπίες και πρακτικές αναμιγνύονται καθημερινά, με τρόπο ραγδαίο.  Τι θα βγει τελικά από αυτήν τη μίξη; Κάτι το θαυμαστά καινούργιο ή μια θανατερή έκρηξη που θα παρασύρει τα πάντα, αφού πρώτα καταστρέψει τα όνειρα και τις ελπίδες για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου, δηλαδή εκείνα που θα έπρεπε να είναι οι τροφοδότες και η κινητήρια δύναμη της εκστρατείας; 

6892200

Αυτή είναι η αγωνία του Καλλισθένη και άλλων σκεπτόμενων ανθρώπων, τόσο στο μέτωπο όσο και στα μετόπισθεν. Είναι παράλληλα μια ανησυχία που, με γενικότερους όρους, διαπερνά το σύνολο των προβληματισμών και της διδασκαλίας του Αριστοτέλη. Ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος έχει καταλάβει ότι η διανόηση δε μπορεί και δεν πρέπει, να σιωπήσει και να αφήσει τις εξελίξεις μόνο στις ενέργειες των -αναμφίβολα γενναίων και ικανών- στρατιωτικών που αναδεικνύουν οι μάχες ή,  ακόμη πιο ριψοκίνδυνα, σε μια  ομάδα αυλοκολάκων που -τον τελευταίο καιρό- παρεμβαίνει όλο και εντονότερα στους ηγετικούς κύκλους. Απευθύνεται λοιπόν στον Αριστοτέλη, τον άνθρωπο που γνωρίζει τον Αλέξανδρο καλύτερα και από παιδί του, αλλά και που τον αγαπάει σαν παιδί του, και ζητάει συμβουλές περί του πρακτέου.

Γνωρίζω ότι πολλοί -μάλλον κακόβουλοι- ακούγοντας τα παραπάνω, δε θα δίσταζαν να μιλήσουν για ανταρσίες και συνομωσίες

Ας διευκρινίσω λοιπόν και κάτι άλλο. Στόχος δεν είναι ο Αλέξανδρος. Ο νεαρός ηγέτης των Μακεδόνων, μέχρι στιγμής, εκφράζει πράγματα απολύτως θετικά. Ηγείται πολεμώντας στο πλευρό των οπλιτών, πείθοντας και προπαντός νικώντας,  Επίσης έχει την αίσθηση του ¨ελληνικού μέτρου¨ και δείχνει ότι τιμάει τα πολλά και σπουδαία που έχουν δώσει ισχύ και κλέος στις πόλεις του ελληνικού κόσμου. 

Στόχος είναι η εξόχως διαπεραστική και επικίνδυνη ασιατική σαγήνη. Δεν πρόκειται για κίνδυνο αμελητέο. Υπήρξαν πολλοί έλληνες που κυριεύτηκαν απ’ αυτήν. Ανάμεσά τους ηγέτες, μέχρι τότε ένδοξοι.  Οι έλληνες δεν αγνοούν, επίσης, τι σημαίνει ¨αυτοκρατορία¨, το έχουν αισθανθεί στη ράχη τους.  Επομένως πρέπει να έχουν μια άλλη, δική τους πρόταση για το μέλλον. Και αυτή η πρόταση για να είναι αποτελεσματική πρέπει να είναι καλοδιατυπωμένη και πειστική.  

Για να φτιαχτεί λοιπόν μια τέτοια πρόταση ο Σταγειρήτης Δάσκαλος έχει αφιερωθεί τον τελευταίο καιρό σε μια ενδελεχή μελέτη των πολιτευμάτων που βρίσκονται σε ισχύ σήμερα. Κυρίως εκείνων που αφορούν στις ελληνικές πόλεις, αλλά όχι μόνον αυτών.  Καταγράφει τα πολιτεύματα ένα προς ένα σημειώνοντας τις επιτυχίες και τις αποτυχίες τους. Πιστεύει ότι η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από την προσαρμογή των κανόνων που επιβάλουν, στις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά στον κάθε τόπο.  Είναι αισιόδοξος. Εγώ, από την πλευρά μου, έχω εντολή να επιμένω στην επίσπευση της καταγραφής ενός ολοκληρωμένου προγράμματος.  

.images (23)

Για τα θέματα αυτά συζητούσαμε σχεδόν  καθημερινά με τον Δάσκαλο, όταν έφτασαν τα πρώτα αναπάντεχα νέα από την εκστρατεία, που μας αναστάτωσαν και μας αποπροσανατόλισαν. Πηγή ήταν η πρόσφατα αναδιοργανωμένη  ημεροδρομική μας υπηρεσία και, αρχικά, επρόκειτο για μια δική μας υποκλοπή σε οπτικά μηνύματα που κυκλοφόρησαν με φρυκτωρίες ανάμεσα σε ημιαυτόνομες πόλεις της Μικράς Ασίας. Δεν τα πιστέψαμε, και ζήτησα εσπευσμένα επιβεβαίωση. Και αυτή έφτασε με ένα επείγον εμπιστευτικό μήνυμα από τον Καλλισθένη.  Στο μέτωπο είχε εκδηλωθεί απόπειρα εξέγερσης ενάντια στον βασιλέα Αλέξανδρο. Και όχι μόνον. Ο ιππάρχης των εταίρων Φιλώτας, γιος του στρατηγού Παρμενίωνα, είχε δικαστεί και καταδικαστεί σε θάνατο, ενώ ήταν άγνωστη προς το παρόν η αντίδραση του πατέρα του.

Ζήτησα επειγόντως συμπληρωματική ενημέρωση και, λίγο αργότερα, έφτασε νεότερο μήνυμα από την υπηρεσία. Ο βετεράνος στρατηγός Παρμενίωνας, για τον οποίο είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει η φήμη ότι θα αντικαθιστούσε τον Αντίπατρο στην αντιβασιλεία της Μακεδονίας, ήταν κι αυτός νεκρός.

Τέλος, έλαβα ένα εκτενέστερο μήνυμα από τον Καλλισθένη. Μου περιέγραφε αναλυτικά τι είχε συμβεί και απαντώντας στο ερώτημα που του είχα στείλει, εάν θα έπρεπε να επιστρέψω αμέσως στο μέτωπο,  με συμβούλευε να παραμείνω στη θέση μου μέχρις ότου, εκείνος, μου δώσει διαφορετική εντολή.

300px-Plato_Silanion_Musei_Capitolini_MC1377

(Τέλος Έβδομου Μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο ενδέκατο: Γιορτές!

Posted by vnottas στο 31 Ιανουαρίου, 2018

Κεφάλαιο ενδέκατο: Όπου ο μήνας τελειώνει με γιορτές και οι ήρωές μας ετοιμάζονται για την επόμενη φάση.

Arxaie48

Ο Εκατομβαιώνας τελειώνει φέτος με μεγάλες γιορτές. Δηλαδή, όχι με τα απλά Παναθήναια τα ¨κατ’ ενιαυτόν¨, που επαναλαμβάνονται για δυο τρεις μέρες στο τέλος του πρώτου μήνα του έτους, αλλά με τα Παναθήναια τα Μεγάλα, που -όπως οι αγώνες στην Ολυμπία- γίνονται μια φορά κάθε τέσσερα έτη, τον τρίτο χρόνο μετά τους Ολυμπιακούς. Τα Μεγάλα Παναθήναια είναι γνωστά στο πανελλήνιο και κρατάνε σχεδόν ολόκληρο το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα.

Πρόκειται για τη γιορτή όλων των Αθηναίων, στην ουσία όλων των κατοίκων της Αττικής γης, οι οποίοι έχουν την ευκαιρία, όχι μόνο να συμμετάσχουν σ’ ένα μεγάλο πανηγύρι, αλλά και να αγωνιστούν και να διαπρέψουν μαζί με άλλους συνέλληνες, σε διάφορα αθλήματα και τέχνες.

Καθιερώθηκαν κι αυτά απ’ τον Πεισίστρατο, πάνω σε μια παλιότερη αθηναϊκή γιορτή που υπενθύμιζε την συνένωση των πρώτων οικισμών από τον βασιλιά Θησέα, αλλά είναι από την εποχή του Περικλή που επιτράπηκε (ή, σύμφωνα με άλλους, επιβλήθηκε) η συμμετοχή και των συμμαχικών πόλεων σε ορισμένες από τις γιορτινές εκδηλώσεις. 

Το πλήρες πρόγραμμα των εορτών έχει έγκαιρα αναρτηθεί σε ευδιάκριτη πινακίδα μπροστά στα αγάλματα των επωνύμων ηρώων, στην Αγορά. Αθηναίοι και επισκέπτες, μπορούν έτσι να πληροφορηθούν ότι οι γιορτές θα αρχίσουν με την ιερή τελετή   έναρξης (το πρωί της εικοστής πρώτης του μήνα) και, αμέσως μετά, ως είθισται,  θα αρχίσουν οι μουσικοί αγώνες (που θα διαρκέσουν τρεις μέρες), οι αθλητικοί αγώνες (παιδιά, έφηβοι και άνδρες χωριστά, -για δύο μέρες), οι εξαιρετικά δημοφιλείς ιππικοί αγώνες (την εικοστή έκτη του μήνα), τα καλλιστεία ανδρικής ρώμης και πολεμικού χορού (Ευάνδρια, και Πυρρίχια -αποκλειστικά για Αθηναίους- την εικοστή έβδομη), η Πομπή, που καταλήγει με τη Μεγάλη Θυσία (η οποία αιτιολογεί το όνομα του Εκατομβαιώνα) και μετά ο κοινός δείπνος μαζί με τις λαμπαδηφορίες και το συλλογικό ξενύχτι της ¨παννυχίδας[1]¨ (την εικοστή όγδοη) και, τέλος (την εικοστή ένατη), όλοι στον Πειραιά, ακριβέστερα στο αμφιθεατρικό λιμάνι της Μουνιχίας, για τους εξ ίσου θεαματικούς ιστιοπλοϊκούς και κωπηλατικούς αγώνες της λήξης των εορτών.

 Φέτος, ήδη πριν από τη γιορτή και τους αγώνες, η Αθήνα έχει τραβήξει το ενδιαφέρον των υπόλοιπων Ελλήνων λόγω της δίκης. Ωστόσο η δίκη πλέον τελείωσε και φαίνεται πως το κλίμα στην Αθήνα έχει αλλάξει. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Δυνατές καλοκαιρινές καταιγίδες ξεσπούν ξαφνικά και απροειδοποίητα, ενώ ο αέρας είναι ζεστός και υγρός. Όμως, παρά τις αταξίες του καιρού, μπορούμε να πούμε ότι η αυτοπεποίθηση των Αθηναίων μοιάζει ενισχυμένη. Σε αυτό πιθανώς συντελεί η έκβαση της δίκης που απ’ ό, τι φαίνεται εκφράζει τα συναισθήματα και τις αναπτερωμένες ελπίδες πολλών πολιτών ότι το κλέος και η επιρροή της πόλης σύντομα θα αποκατασταθούν. Όμως είναι και τα Παναθήναια που συμβάλουν στη δημιουργία αυτής της διάχυτης αίσθησης ευεξίας, καθώς η πόλη σφύζει πλέον από επισκέπτες: φίλαθλους, περιηγητές και προσκυνητές, που γεμίζουν ασφυκτικά τους δρόμους, τα στάδια, τους ναούς και τα θέατρα.   Οι καταστηματάρχες, οι έμποροι, οι ξενοδόχοι και οι κυλικειούχοι  τρίβουν τα χέρια τους και εύχονται τα ¨Μεγάλα¨ να είναι και φέτος αντάξια της πολυετούς επιτυχημένης εορταστικής παράδοσης της πόλης.  

Η Αθήνα των Παναθηναίων είναι μια πόλη που βουίζει. Και μέσα στο βουητό διακρίνονται φωνές, επιφωνήματα, μουσικές, τραγούδια, γέλια και κραυγές, με εκ πρώτης όψεως συγκεχυμένο, αλλά  σίγουρα εορταστικό και ενθουσιαστικό περιεχόμενο. Το οικόσιτα ζώα, λες και έχουν καταλάβει ότι αυτές οι μέρες δεν είναι σαν τις άλλες, προσθέτουν στην ηχητική πανδαισία τις φωνές τους αλυχτώντας,  νιαουρίζοντας, γκαρίζοντας, χλιμιντρίζοντας, μουγκρίζοντας, τιτιβίζοντας ή κελαηδώντας. Ως και οι βάτραχοι των ποταμιών δεν παραλείπουν να κοάξουν με εορταστικό ρυθμό.   

83 (1)

Ωστόσο, για να τα λέμε όλα, πέρα από αυτή την συλλογική ευεξία, υπάρχουν εδώ κι εκεί και κάποια ανησυχητικά σημεία. Όπως, ας πούμε, οι  ψίθυροι των πολιτειακών λογιστών, οι οποίοι μετρούν στις αποθήκες τα αποθέματα των τροφίμων και κυρίως του σταριού με κάποια ανησυχία. Η ανησυχία αυτή είναι εντονότερη στις εμπορικές συνοικίες του Πειραιά, καθώς ο κατάπλους πολλών αναμενόμενων εμπορικών πλοίων έχει καθυστερήσει, ενώ οι ειδήσεις από τους θαλάσσιους δρόμους δεν είναι πάντα σαφείς και καθησυχαστικές.

Είναι αλήθεια πως πολλά από τα πολεμικά πλοία της πόλης, αντί να συνοδεύουν τις νηοπομπές με τα προϊόντα που έρχονται και φεύγουν από τα λιμάνια της Αττικής, βρίσκονται τώρα ενταγμένα στις ναυτικές δυνάμεις της εκστρατείας, σε μια αναπάντεχη όσο και δύσκολη συνύπαρξη με τους ανατολίτες ανταγωνιστές, τους Φοίνικες, ενώ τα πλοία εκείνων των ελληνικών πόλεων που είχαν πρόσφατα συνταχθεί με τους εξεγερμένους Σπαρτιάτες, είναι άγνωστο πώς θα συμπεριφερθούν όταν συμβεί να διασταυρωθούν στις ανοιχτές θάλασσες με τα ασυνόδευτα  αθηναϊκά εμπορικά σκάφη.

Παράλληλα,  κυκλοφορούν και δυσαρεστημένες φωνές, που ισχυρίζονται πως οι Αθηναίοι, αντί να ασχολούνται με τις γιορτές, θα έπρεπε να δουν τι θα γίνει με την τροφοδοσία της Αγοράς και της πόλης, και που προβληματίζονται εάν το Αθηναϊκό εμπόριο, τώρα που οι πολιτείες  της Θράκης και του Εύξεινου πέρασαν υπό τη μακεδονική επιρροή,  θα πρέπει να στρέψει το ενδιαφέρον και τις δραστηριότητές του σε άλλες χώρες και άλλους εμπορικούς δρόμους. Ίσως προς τη Δύση.

Σε κάθε περίπτωση, σκέφτεται ο Εύελπις, προσπαθώντας να είναι -όσο γίνεται- αντικειμενικός, θα πρέπει να σημειώσει κανείς ότι, κατά γενική ομολογία, η συνετή διοίκηση του Φωκίωνα και του Λυκούργου, των δύο αυτών γνωστών εχθρών των καταχρήσεων και της διαφθοράς, έχει επιτρέψει,  τα τελευταία χρόνια, στο Δημόσιο Ταμείο της πόλης να αναρρώσει και πολλά νέα έργα να ολοκληρωθούν. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι αυτοί οι δυο ηγέτες δεν ανήκουν στην ίδια πολιτική παράταξη. Ο πρώτος είναι γνωστό ότι χαίρει της εκτίμησης του Αλέξανδρου, ενώ ο δεύτερος είναι φίλος και (μετριοπαθέστερος) ομοϊδεάτης του Δημοσθένη. Όλοι όμως  συμφωνούν ότι, για  παράδειγμα,  το νέο στάδιο που διαμόρφωσαν δίπλα στο λόφο του Αρδηττού και που εγκαινιάζεται φέτος με τους γυμνικούς αγώνες των Παναθηναίων, είναι πολύ ωραιότερο και θα λειτουργήσει πολύ καλύτερα από  το παλιό[2]. Εξ ίσου καλά σχόλια ακούγονται επίσης για την αναβάθμιση και την διεύρυνση της χωρητικότητας του θεάτρου του αφιερωμένου στον Διόνυσο, κάτω από την Ακρόπολη, καθώς και για άλλες θεσμικές και πολεοδομικές ανανεώσεις των τελευταίων χρόνων.

αρχείο λήψης (4)

Πάντως, οι μέρες αυτού του έντονου, αλλά και γοητευτικού αθηναϊκού καλοκαιριού περνάνε γρήγορα. Έχουν συμβεί ήδη πολλά πράγματα μαζεμένα, θα συμβούν σίγουρα κι άλλα και ο Οινοκράτης, από τη μεριά του,  αισθάνεται πως όλα αυτά πρέπει να τα βάλει κάτω και να τα σκεφτεί. Μετά, ως αυτόβουλος πλέον άνθρωπος, θα έχει την πολυτέλεια να αποφασίσει πως θα τα  αντιμετωπίσει. Ή τι  ρόλο ενδέχεται να έχει ο ίδιος στις εξελίξεις… Ή, τέλος πάντων (αυτή η σκέψη επιστρέφει στους συλλογισμούς του), τι σόι αχνάρι θα μπορέσει να αφήσει πάνω τους.

Θα ήθελε να έχει τη δυνατότητα να μιλήσει διεξοδικά για όλα αυτά με τον Εύελπι. Ξανά. Όμως ο Εύελπις το τελευταίο χρονικό διάστημα διαρκώς λείπει. Εντάξει, ο Οινοκράτης χαίρεται που ο νεαρός Μεγαρέας δεν είναι πια τόσο μελαγχολικός, όσο ήταν στο ταξίδι. Δεν ξέρει τι ακριβώς του συνέβη πριν την αναχώρηση, αλλά είναι σίγουρος πως είχε σχέση με τη γοητευτική Θαίδα και την συνάντησή τους στην Περσέπολη. Τώρα πάντως, σιγά σιγά, ο Εύελπις ξαναβρίσκει τον εαυτό του. Η δουλειά του κάνει καλό. Και η Αθήνα επίσης. Απ’ ό, τι ο ίδιος είπε στον Οινοκράτη, έχει αλλεπάλληλες συναντήσεις, κυρίως  με τον Δάσκαλο Αριστοτέλη, κατά τις οποίες, συζητούν για την κατάσταση που διαμορφώνεται, τόσο στην Αθήνα, όσο και ¨σε ολόκληρη τη σφαίρα του επεκτεινόμενου ελληνισμού¨.

Ειδικότερα όσο αφορά στην Αθήνα, ο Εύελπις  πιστεύει πως, μετά την ολοκλήρωση της δίκης και το δυσμενές για την φιλομακεδονική μερίδα αποτέλεσμά της, θα πρέπει το ¨Πανελλήνιο Κέντρο¨ που εδρεύει στο μέτωπο της Εκστρατείας ¨να επανεξετάσει τους άξονες της μέχρι τώρα αθηναϊκής πολιτικής του¨. Έτσι τουλάχιστον είπε στον πιστό του συνεργάτη χτες το βράδυ, δηλαδή την τελευταία φορά που είχαν την ευκαιρία να τα πουν κάπως εκτενέστερα.  

Ο Οινοκράτης του θύμισε πως, σύμφωνα με όσα νεότερα καταφτάνουν από το μέτωπο, ο Αλέξανδρος αποφάσισε ήδη να συνεχίσει, όχι μόνο την καταδίωξη του Δαρείου και των εξεγερμένων Ιρανών πριγκίπων,  αλλά και την προώθηση των στρατευμάτων προς τα ανατολικά, χωρίς να έχει ακόμη διευκρινίσει έως πού προτίθεται να φτάσει, αλλά και χωρίς να ζητήσει προηγουμένως τη σύμφωνη γνώμη των συμμάχων. Επομένως, αφενός αυτό το ¨Πανελλήνιο Κέντρο¨ είναι κάπως δυσδιάκριτο και, αφετέρου, η επεξεργασία μιας ιδιαίτερης ¨πολιτικής απέναντι στην Αθήνα¨ μάλλον δεν βρίσκεται στις άμεσες προτεραιότητές του. Εξάλλου είναι φανερό πως τις βασικές πρωτοβουλίες τις παίρνει πλέον, ο Αλέξανδρος, από μόνος του.

Ο Εύελπις τον είχε κοιτάξει παραξενεμένος. ¨Γι αυτό το λόγο είμαστε εδώ εμείς Οινοκράτη¨, του απάντησε. ¨Και γι αυτό το λόγο τα στοιχεία που θα συλλέξουμε και οι απόψεις που θα υποβάλλουμε στον Καλλισθένη και στους λοιπούς προϊστάμενους της υπηρεσίας, ενδέχεται να έχουν βαρύνουσα σημασία για τις εξελίξεις¨.

Ο Οινοκράτης του είπε πως τον βρίσκει κάπως αισιόδοξο, αλλά ως θεράπων παιδαγωγός που κάποτε υπήρξε γι αυτόν, εγκρίνει την αισιοδοξία ως θετική και επαινετή ιδιότητα.

Ο Μεγαρέας γέλασε με αυθορμητισμό -μια άλλη επαινετή ιδιότητα που ο Οινοκράτης αρέσκεται να πιστεύει ότι του την έχει εμπνεύσει εκείνος- και του είπε ότι έχουν σημαντικά πράγματα να κάνουν, και μάλιστα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, γιατί δεν ξέρουν πότε θα φτάσει η εντολή να επιστρέψουν στην εκστρατεία.

Ο Συρακούσιος απάντησε πως, όπως πάντα, βρίσκεται στην απόλυτη διάθεσή του.

Φαίνεται πως το γεγονός ότι ο Οινοκράτης δεν αποσύρθηκε αμέσως μετά την ολοκλήρωση αυτού του διαλόγου, αλλά παράμεινε να κοιτάζει (τον πρώην μικρό προστατευόμενο και μετά αφέντη, και τώρα  προϊστάμενο -ή και συνεργάτη) κάπως ερευνητικά, έκανε τον Εύελπι να θυμηθεί πως έχει να του πει μερικά ακόμη πράγματα.

 «Η αλήθεια είναι πως πέρα από τα μεγάλα ζητήματα έχουμε, και οι δύο, μερικές προσωπικές εκκρεμότητες με τις οποίες πρέπει να ξεμπερδεύουμε, έτσι ώστε να μπορέσουμε να ασχοληθούμε απερίσπαστοι με τα κύρια καθήκοντά μας», άρχισε.

Ο Οινοκράτης εξακολούθησε να τον κοιτάζει διερευνητικά.

«Δεν έχω ξεχάσει τα δύο θέματα που σε αφορούν προσωπικά, Οινοκράτη. Δυστυχώς, σχετικά στο θέμα του πατέρα σου, δεν κατάφερα ακόμη να μιλήσω με τον Αριστοτέλη.  Θα το κάνω, όμως, σε μια από τις προσεχείς συναντήσεις μαζί του. 

Όσο αφορά στο θέμα της χειραφέτησής σου, πρέπει να σου πω ότι είχα μια σύντομη κουβέντα με τον ρήτορα Δημάδη, ο οποίος με διαβεβαίωσε ότι ετοίμασε ήδη την πρόταση να σου αποδοθεί από τον Δήμο -τιμής ένεκεν- η ιδιότητα του ¨ισοτελούς μετοίκου¨ με αυξημένα προνόμια. Δεν θα την υποβάλει ο ίδιος, θεωρεί καλύτερο, για λόγους ευνόητους, να υποβληθεί από έναν προσωπικό του φίλο που -κοίτα περίπτωση!- είναι ταυτόχρονα και κολλητός του Δημοσθένη.  Έτσι είναι σίγουρο ότι δεν θα υπάρξουν απρόβλεπτες αντιρρήσεις. Με ρώτησε μάλιστα εάν έχεις υπ’ όψιν κάποιον αθηναίο πολίτη που θα ήθελε να αναλάβει τυπικά την ¨προστασία¨ σου ή, πάλι -εάν έτσι προτιμάς- προσφέρεται ο ίδιος να αναλάβει την εκπροσώπησή σου απέναντι στις αρχές».

 «Θα μπορούσε ίσως να με αναλάβει ο Παλαμήδης. Θα τον ρωτήσω».

«Ρώτησέ τον και απάντησέ μου το συντομότερο».

Ξαφνικά ο Εύελπις θυμάται και κάτι άλλο.

«Α, Οινοκράτη. Θέλω να μου δώσεις ένα χέρι για να ξεμπερδεύουμε και από μία ακόμη υποχρέωση που έχω αναλάβει:

Με ειδοποίησαν πριν λίγο πως η Πυθιονίκη, μια αθηναία εταίρα με την οποία είναι ερωτοχτυπημένος ο Άρπαλος, δέχτηκε να πάει να τον συναντήσει στην Ασία. Έχω δεσμευτεί να την διευκολύνω. Θα μπορούσες να αναλάβεις τα σχετικά;»

«Εννοείται», απαντά πρόθυμα ο Συρακούσιος.

212643

Έτσι, νωρίς σήμερα το πρωί ο Οινοκράτης κατέβηκε στον Πειραιά και κανόνισε το ταξίδι της Πυθιονίκης και της ακόλουθής της προς τη Μίλητο. Τις ειδοποίησε μάλιστα ότι έχουν λίγες μόνο μέρες για να ετοιμαστούν. Φεύγουν στο τέλος του τρέχοντος δεκαήμερου. Φρόντισε επίσης να αποστείλει μηνύματα σχετικά με την διέλευσή τους, στις διοικήσεις των βασικών ενδιάμεσων πόλεων από τη Μίλητο έως την Θεόρατη Βαβυλώνα. Εκεί θα την αναλάβουν άλλοι συνάδελφοι της Υπηρεσίας που θα την συνοδέψουν μέχρι τον Ελιμιώτη, όπου κι αν έχει εγκατασταθεί αυτός.

Ύστερα ο Οινοκράτης επέστρεψε βιαστικά στο Άστυ. Ο Φιλήμονας τον έχει ειδοποιήσει ότι, αν θέλει, μπορεί να παρακολουθήσει την αποψινή συνάντηση των ¨σκύλων¨ στου Κυνοσάργους. Ο συμπατριώτης του, είχε μιλήσει με κάποια μέλη που ασκούν ηγετικό ρόλο στην ομάδα, και αυτοί, αφού το κουβέντιασαν μεταξύ τους,  του απάντησαν πως εντάξει, δεν υπάρχει αντίρρηση,  αφού ο φίλος του μάγειρα-συγγραφέα επιθυμεί να μάθει περισσότερα για όσα δίδαξε ο Αντισθένης  -ο μαθητής αυτός του μεγάλου Σωκράτη και δάσκαλος του αειθαλούς Διογένη- και για το πώς αυτά μπορούν να βοηθήσουν όσους βιώνουν τη σημερινή συγκυρία, ας έρθει. Αυτοί δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Αλλά ούτε και να αποκαλύψουν κάποια τρομερά μυστικά. Αν περιμένει κάτι τέτοιο, θα απογοητευτεί!

*

[1] Παννυχίδα: αρχαία ολονυκτία με θρησκευτικό περιεχόμενο. Η ονομασία έχει διατηρηθεί και στο σημερινό ορθόδοξο χριστιανικό τελετουργικό.

[2] Το 330 πΧ οι γυμνικοί αγώνες των Παναθηναίων, μεταφέρθηκαν από το στάδιο του Δήμου των Εχελιδών (στην περιοχή του Φάληρου), στο Μεγάλο Στάδιο  που διαμορφώθηκε δίπλα στο λόφο του Αρδηττού, τοποθεσία όπου άλλοτε διεξάγονταν μόνον οι ιππικοί αγώνες. (Οι ιππικοί αγώνες μεταφέρθηκαν στο παλιά στάδιο των Εχελιδών).

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο δέκατο: Αποχαιρετισμοί στο Φάληρο

Posted by vnottas στο 15 Ιανουαρίου, 2018

myth_adis

Κεφάλαιο Δέκατο: Αποχαιρετισμοί στο Φάληρο

 Ήταν για μένα ένα καλό μάθημα. Μιλώ για τη δίκη, την οποία παρακολούθησα ανελλιπώς μαζί με τον πατέρα Ευρύνου, ο οποίος καθισμένος  πλάι μου, με βοήθησε να καλύψω τα κενά που μου είχε δημιουργήσει η απουσία από το Άστυ τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Κατάλαβα έτσι καλύτερα ότι δεν πρέπει να υποτιμά κανείς σε καμία περίπτωση την επιμονή των Αθηναίων να εξακολουθήσουν να ασκούν ηγετικό ρόλο στις ελληνικές υποθέσεις, αλλά ούτε και τον Δημοσθένη, την ομάδα του, την επιρροή του και τις ικανότητές πειθούς που κατέχει.

Παρόλα αυτά, θα έλεγα ψέματα εάν ισχυριζόμουν ότι δεν μου δημιούργησε έκπληξη το εύρος της νίκης των Αθηνοκεντρικών σε αυτή την -στην ουσία πολιτική- δικαστική αναμέτρηση.

Άρχισα λοιπόν να καταγράφω τις τελευταίες εξελίξεις και τις υποθέσεις για τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν αυτές στο προσεχές μέλλον, προκειμένου να ενημερώσω, όσο καλύτερα γίνεται, τον Καλλισθένη. Προτού όμως συντάξω την τελική επιστολή προς τον προϊστάμενό μου, θα έπρεπε απαραίτητα να δω και να ακούσω τις απόψεις του Δάσκαλου Αριστοτέλη. Γι αυτό και ζήτησα να τον συναντήσω και εκείνος μου παράγγειλε πως θα μπορούσα να τον επισκεφτώ αύριο το απόγευμα.

Έτσι, έχω χρόνο να ασχοληθώ με ορισμένα άλλα σημαντικά θέματα. Για παράδειγμα, να δεχτώ τον Αισχίνη, ο οποίος μου έστειλε έναν υπηρέτη του και ζητά να με δει κατεπειγόντως...

Ο Κοθωκίδης ρήτορας κατέφτασε στην πίσω είσοδο της οικίας του Ευρύνου καλυμμένος με έναν ολόσωμο χιτώνα και με την κουκούλα κατεβασμένη ως τα μάτια, παρά το ότι ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά και η πρωινή ζέστη αισθητή.

Του είπα να καθίσει και να μου τα πει όλα με την άνεσή του.

Όμως είναι βιαστικός. «Παραδέχομαι ότι είχα άδικο», μου λέει. «Η αισιοδοξία μου για την έκβαση της δίκης ήταν εσφαλμένη. Τώρα είμαι αναγκασμένος να φύγω».

«Είσαι σίγουρος πως αυτή είναι η πιο σωστή απόφαση;»

«Δεν έχω πολλές εναλλακτικές λύσεις. Εάν μείνω, είμαι υποχρεωμένος να πληρώσω το πρόστιμο των χιλίων δραχμών, ενώ παράλληλα η στέρηση ορισμένων πολιτικών δικαιωμάτων που μου επέβαλαν, θα με εμποδίζει να αγορεύω  στην Εκκλησία του Δήμου και στην Ηλιαία».

«Το πρόστιμο δεν πρέπει να σε απασχολεί. Είμαι σίγουρος ότι οι φίλοι σου, και ανάμεσα σε αυτούς και εμείς, θα συνεισφέρουν».

«Όχι. Δεν ήρθα να σε ‘δω επειδή χρειάζομαι οικονομική βοήθεια. Ήρθα βασικά για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι για να παραδεχτώ την εσφαλμένη αισιοδοξία μου. Τώρα έχω πειστεί ότι πέρα από τις δικαστικές έριδες, υπάρχουν και άλλοι, προσφορότεροι τρόποι, για να πετύχει κανείς την ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων και την πανελλήνια ενότητα. Ο δεύτερος είναι να σε παρακαλέσω να με διευκολύνεις να δω τον Αλέξανδρο. Πρέπει να δω τον Μακεδόνα προσωπικά».

«Έχεις σκοπό να φτάσεις ίσαμε το μέτωπο των συγκρούσεων; Ο Αλέξανδρος βρίσκεται εκεί και μάχεται στην πρώτη γραμμή.  Είναι μακρύτερα από όσο φαίνεται στους χάρτες».

«Μάλλον δεν θα χρειαστεί να φτάσω ως εκεί. Υποθέτω ότι μετά τις πρόσφατες νίκες ο Αλέξανδρος θα επιστρέψει σε μια από τις ελληνικές πόλεις, την οποία θα επιλέξει ως πρωτεύουσα του νέου, μεγάλου, βασιλείου του. Αν  όχι στην Μακεδονία, που πέφτει πλέον κάπως παράμερα, τουλάχιστον στη Μικρά Ασία. Σκοπεύω να κατευθυνθώ προς τα εκεί. Εάν βέβαια χρειαστεί, και εκείνος μου το ζητήσει, μπορώ να φτάσω και ως τη χώρα των Περσών. Μετά λέω να εγκατασταθώ σε ένα από τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, τη Ρόδο ή τη Σάμο, όπου υπάρχει ζωηρό ενδιαφέρον για τη ρητορική τέχνη. Δε θέλω να υποπέσω και πάλι στο σφάλμα της υπερβολικής αισιοδοξίας, αλλά είμαι σίγουρος ότι σύντομα οι εξελίξεις θα επιτρέψουν την επιστροφή μου στην πόλη της Παλλάδας».

«Στο εύχομαι», του λέω. «Ποια πόλη της Μικράς Ασίας έχεις σκοπό να επισκεφτείς αρχικά;»

«Έχω μερικούς καλούς φίλους στην Έφεσο».

«Θα ειδοποιήσω τις αρχές της Εφέσου να σε υποδεχθούν και να σε φιλοξενήσουν για όσο καιρό χρειαστεί».

«Ας είσαι καλά Μεγαρέα…»

Ο Αισχίνης έχει πια ηρεμήσει. Καταλαβαίνω ότι τώρα μου έχει περισσότερη εμπιστοσύνη και πως θέλει να προσθέσει κάτι ακόμη. Τον κοιτάζω ερωτηματικά.

«Κοίτα», μου λέει. «Θα σου πω γιατί θέλω να δω τον Αλέξανδρο. Μέχρι τώρα οι επαφές μου με τους Μακεδόνες έφταναν μέχρι τον αντιβασιλέα Αντίπατρο. Ήταν εκείνος βασικά που επέμενε να τραβήξουμε το σκοινί και να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με τον αντιρρησία Δημοσθένη και τους οπαδούς του. Δεν ξέρω όμως εάν και κατά πόσο ο Αντίπατρος ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του βασιλιά του, ή αν παίζει δικό του παιχνίδι. Ξέρω πάντως πως δεν τα πάει καλά με την βασιλομήτορα Ολυμπιάδα».

Το ότι ο Αισχίνης έχει επαφές με τον Αντίπατρο δεν είναι κάτι που με εκπλήττει. 

«Πότε φεύγεις;», τον ρωτάω.

Με κοιτάζει, χαμογελάει, και κουνάει το κεφάλι του, κάπως σα να θέλει να στείλει ένα νεύμα αποδοχής στη Μοίρα.

«Φεύγω τώρα αμέσως», μου απαντά. «Μια βάρκα με περιμένει στην ακτή του Φαλήρου, και μια ολκάδα, όπου έχω ήδη φορτώσει ορισμένα πράγματά μου, πρέπει να ξεκίνησε ήδη από τον Πειραιά και θα βρίσκεται σε λίγο στα ανοιχτά της φαληρικής ακτής για να με παραλάβει».

«Θα σε συνοδέψω ως εκεί», του λέω. «Θα πω να δέσουν δυο γερά άλογα σε ένα ανώνυμο κλειστό κάρο. Μου λες περισσότερα για τον Αντίπατρο στο δρόμο».

.

Είναι πάνω κάτω μεσημέρι. Ο ήλιος έχει κρυφτεί πίσω από κάτι απρόσμενα μελανά σύννεφα που ξεμύτισαν από τον Υμηττό. Ένα έντονο αεράκι έχει φουσκώσει τη θάλασσα του Φαλήρου. Δεν αποκλείεται ο Αίολος να μας επιφυλάσσει κανένα ασκό με καλοκαιρινή καταιγίδα. 

Σταματάμε το κάρο κοντά στην ακτή και κατευθυνόμαστε πεζοί προς τον περιτριγυρισμένο από βράχια μικρό όρμο και τη μόνη βάρκα που είναι αραγμένη εκεί.  Δίπλα της διακρίνουμε δύο άνδρες. Ο ένας πρέπει να είναι ο βαρκάρης που θα οδηγήσει τον Αισχίνη ως το πλοίο. Τον άλλο πρέπει να τον κοιτάξω δυο και τρεις φορές μέχρι να βεβαιωθώ ότι δεν κάνω λάθος και ότι είναι όντως αυτός. Τον αναγνωρίζω και  τραβάω ενστικτωδώς την καλύπτρα της κεφαλής του χιτώνα μου προς τα κάτω: Ο Δημοσθένης του Δημοσθένους ο εκ Παιανίας.

Κοιτάζω τον Αισχίνη: έχει χλομιάσει περισσότερο απ’ όσο απαιτεί ο γκρίζος ουρανός εκείνης της στιγμής.

Ο Δημοσθένης μας πλησιάζει χαμογελώντας.

«Ε, ναι φίλτατε συνάδελφε», λέει στον Αισχίνη. «Δε πιστεύω να νόμισες ότι μπορεί να μείνει μυστική η αναχώρησή σου. Η πόλη μας δεν αγαπάει τα μυστικά, αγαπητέ μου».

Ο Κοθωκίδης, παρά τη περιβάλλουσα γκριζάδα, καταφέρνει να αλλάξει διάφορα χρώματα, καθώς ετοιμάζεται να μετατρέψει την έκπληξή του σε ηθελημένο υβρεολόγιο κατά του αιώνιου αντιπάλου του, αλλά καθυστερεί κάπως, και έτσι ο Παιανέας προλαβαίνει να του χαμογελάσει ξανά.

«Μην αγριεύεις. Θα πρόσεξες υποθέτω ότι είμαι μόνος μου, χωρίς συνοδεία και φρουρά, έτσι δεν είναι;»

Ρίχνω μια περιμετρική ματιά. Μακριά διακρίνω μερικούς ψαράδες που παλεύουν με τα δίχτυα τους. Ο Παιανέας έχει δίκιο.   Στο σημείο της ακτής όπου βρισκόμαστε δεν υπάρχουν άλλοι εκτός από εμάς. Χαλαρώνω το σφίξιμο του κοντού σπαθιού μου που -ενστικτωδώς πάντα – έχω αρπάξει κάτω από τον φαρδύ θερινό μου χιτώνα. Η παρουσία του Δημοσθένη εδώ, χωρίς συνοδεία, δεν αποτελεί άμεσο κίνδυνο. Είναι όμως πλέον αυτονόητο πως οι κινήσεις του Αισχίνη ελέγχονται. Ίσως από τη στιγμή της έκδοσης της ετυμηγορίας, ίσως και από πιο μπροστά. Αφήνω το σπαθί και τραβάω πίσω την κουκούλα αποκαλύπτοντας το πρόσωπό μου.

«Εσύ τι θα έκανες στη θέση του  Αισχίνη;», τον ρωτάω.

«Πιθανότατα ακριβώς το ίδιο», μου απαντάει ήρεμα, χωρίς να δείξει έκπληξη για την παρουσία μου εκεί.

Πέφτουν μερικές χοντρές ζεστές στάλες.

Ο Δημοσθένης απευθύνεται σε μένα. «Δεν ξέρω αν θα καταλάβεις Μεγαρέα. Ίσως ναι, αφού έχεις ζήσει για πολύ στην Αθήνα και ίσως έχεις κατανοήσει ότι στην δημοκρατία μας υπάρχει μία ευτυχής ασυνέπεια: Οι δημόσιες συγκρούσεις των ρητόρων στη Βουλή ή στην Ηλιαία, που είναι αναπόφευκτες μια που εκεί καθένας υποστηρίζει διαφορετικές ομάδες και διαφορετικά συμφέροντα, δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκην έλλειψη, αν όχι προσωπικής συμπάθειας, τουλάχιστον αμοιβαίου σεβασμού και αλληλοεκτίμησης σε προσωπικό επίπεδο.  Ας μη σε ξεγελούν οι λεκτικές ύβρεις και τα άλλα επιφανειακά φαινόμενα, που συνεπάγεται το ¨πολιτικό δράμα¨ που διαδραματίζεται δημόσια και που, αν όχι τίποτε άλλο, αποτελεί τη γοητεία και το αλάτι της Δημοκρατίας. Εάν υπήρχε όντως βαθύ μίσος και αγεφύρωτη προσωπική έχθρα ανάμεσά μας, θα είχαμε διαλύσει προ πολλού και το πολίτευμα και την Πολιτεία την ίδια».

«Άρα, θα επιτρέψεις την αναχώρηση του Αισχίνη;»

«Όχι, βέβαια. Κανένας δε μπορεί, ούτε πρέπει να εναντιώνεται στις αποφάσεις του Δήμου. Απλώς δεν προτίθεμαι να την εμποδίσω. Άλλωστε αυτή τη στιγμή, επισήμως, δεν βρίσκομαι εδώ. Γι αυτό χαλαρώστε!»

 Ο Δημοσθένης στρέφεται προς τον Αισχίνη. «Ξέρω πως, προς το παρόν τουλάχιστον, αφήνεις τους δικούς σου εδώ. Θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι όταν και εάν θελήσεις να τους πάρεις μαζί σου, δεν θα υπάρξουν προβλήματα».

Ο Αισχίνης δεν μιλάει. Είναι φανερό πως η συμπεριφορά του αιώνιου αντιπάλου του τον έχει αποπροσανατολίσει.

«Α ναι, και κάτι άλλο. Έχω εδώ ένα χρηματικό ποσό, που μπορεί να σε βοηθήσει στις πρώτες δυσκολίες».

Ο Κοθωκίδης κουνάει το κεφάλι του αρνητικά και σηκώνει το χέρι για να δείξει ότι, όχι, δε χρειάζεται χρήματα.

«Και κάτι τελευταίο…» προσθέτει ο Δημοσθένης βγάζοντας από το σακίδιό του έναν σφιχτά τυλιγμένο πάπυρο.

«Ξέρεις τι έχω εδώ; Όχι, μην απαντάς, είναι σαφώς ρητορική η ερώτηση! (χαμογελάει). Εδώ είναι γραμμένος ο λόγος μου, ο σχετικός με τη δίκη που μόλις έληξε. Δεν είναι ακριβώς τα όσα με άκουσες να λέω εκεί. Είναι περισσότερο αυτά που θα σου έλεγα σε πιο ήρεμες και ψύχραιμες περιόδους από την σημερινή. Στο δικαστήριο κι εγώ, όπως κι εσύ, είπαμε εν μέρει αυτά που σκεπτόμαστε και, ταυτόχρονα, αυτά που νομίζαμε ότι θέλει να ακούσει το κοινό μας. Εδώ σου έχω μόνον αυτά που σκέπτομαι. Φαντάζομαι ότι δικαιούσαι να τα ξέρεις, γι αυτό στον χαρίζω. Μπορείς να τον διαβάσεις ή να τον πετάξεις στα κύματα.

Μπορείς ακόμη, εάν το θελήσεις, να μου στείλεις κι εσύ τον αντίστοιχο δικό σου λόγο. Κάνε όπως θέλεις.  Ξέρεις, όπως ξέρω κι εγώ, ότι οι αγορεύσεις μας αντιγράφονται και κυκλοφορούν ανάμεσα σε ιστορικούς και ρήτορες και ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την Πόλη. Αυτό που δεν ξέρεις, όπως δεν το ξέρω ούτε εγώ, είναι πώς θα καταλήξουν οι λόγοι μας, ύστερα από τις πολλαπλές αντιγραφές, ερμηνείες, σχολιασμούς και προσθήκες που ήδη γίνονται. Ίσως λοιπόν θα πρέπει να αφήσουμε και ίχνη από τους πραγματικά γνήσιους λόγους μας. Αυτούς που ίσως δεν είπαμε ποτέ!»

Ο Αισχίνης αυτή τη φορά δείχνει αληθινά συγκινημένος.

«Αυτό το δώρο θα το δεχτώ με ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη» λέει.

.

Έχω την εντύπωση πως σήμερα μαθαίνω πολλά για την Αθήνα και τους ανθρώπους της.

Βρέχει.

*


 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. ¨Κύλικες και Δόρατα¨ Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο πέμπτο: Όπου ο Αισχίνης λέει τα δικά του.

Posted by vnottas στο 5 Νοέμβριος, 2017

Κεφάλαιο 5ο:  Συνάντηση με τον Αισχίνη.

(αφηγείται ο Εύελπις)

Aeschines_bust

Ο Αισχίνης βρίσκεται στον οίκο του Ευρύνου στο Λυκαβηττό, στο γραφείο που μου έχει παραχωρήσει ο πατέρας μου.  Ζήτησε να με δει επειγόντως και διακριτικά, αλλά του παράγγειλα ότι μπορεί να έρθει εδώ, και ότι δεν υπάρχει λόγος για μυστικότητες. Κάθεται λοιπόν σε μια πολυθρόνα απέναντί μου και με κοιτάζει με ένταση.

«Δεν είναι δική μου δουλειά αγαπητέ Αισχίνη», του λέω, «να υπαγορέψω τις κινήσεις και τις πρωτοβουλίες των Αθηναίων ηγετών. Ούτε βέβαια ενός ικανού ρήτορα και καλού γνώστη της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής, όπως εσύ. Αφού όμως με επισκέφτηκες και εφόσον μου λες πως σε ενδιαφέρει η γνώμη μου, θα σου την πω: Πιστεύω ότι πριν προχωρήσεις τις δικαστικές πρωτοβουλίες σου, ίσως θα έπρεπε να λάβεις περισσότερο υπ’ όψιν το γενικότερο κλίμα.

Εγώ ναι, ενδιαφέρομαι οι σχέσεις ανάμεσα στην ηγεσία της πανελλήνιας εκστρατείας και τις Αρχές της  αθηναϊκής δημοκρατίας να είναι καλές και απρόσκοπτες. Και μπορούμε να πούμε ότι, σε γενικές γραμμές, η κατάσταση δεν είναι κακή. Ο άρχοντας Φωκίωνας που έχει σήμερα την ευθύνη της πόλης έχει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου. Ο Μακεδόνας βασιλιάς, από την πλευρά του, αν και βρίσκεται σε μια πρωτοφανή εξόρμηση, απ’ την οποία δεν λείπουν οι δυσκολίες και οι κίνδυνοι, φροντίζει να προωθεί τα στοιχεία εκείνα που εκφράζουν το σύνολο των Ελλήνων, κι ανάμεσά σε αυτά, πολλά από τα αθηναϊκά πρότυπα.

Ο λόγος για τον οποίο βρίσκομαι εδώ κουβαλώντας τα ανακτηθέντα παλιά σύμβολα της αθηναϊκής δημοκρατίας, αυτό ακριβώς θέλει να υπογραμμίσει. Αν και νομίζω ότι μπορώ να σου εκμυστηρευτώ ότι υπάρχουν και κάποιοι στην εκστρατεία που διαφωνούν με αυτή την πολιτική θέση και θα προτιμούσαν να δουν τον Αλέξανδρο να στηρίζεται στον -ακόμη ισχυρό- μηχανισμό της περσικής αυτοκρατορικής διοίκησης. Ίσως λοιπόν, αυτή την περίοδο δεν  πρέπει να αναμοχλεύσουμε τα πάθη της εποχής της μάχης στη Χαιρώνεια. Όμως δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορέσουμε να αποφύγουμε κάτι τέτοιο αν εμπλακούμε σε μια δίκη πάνω σε γεγονότα που αφορούν εκείνη την εποχή και μάλιστα έχοντας πολέμιο έναν ικανό ρήτορα σαν τον Δημοσθένη, γνωστό για την ανένδοτη αντιπαλότητά του απέναντί μας.

Επί πλέον μαθαίνω από έμπειρες πηγές, (όπως ισχυρίζεται πως είναι ο συνάδελφός σου, ο ρήτορας Δημάδης) ότι το κλίμα ανάμεσα σε εκείνους που αύριο θα είναι ένορκοι δικαστές σε μια ενδεχόμενη δίκη, δεν είναι αυτονόητα ευνοϊκό ούτε για εμάς αλλά ούτε για εσένα προσωπικά.

Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι πριν προχωρήσεις σε κινήσεις με αβέβαια αποτελέσματα, καλό θα είναι να μελετήσεις προσεκτικά την ισχύουσα σήμερα πολιτική κατάσταση. Επαναλαμβάνω επίσης ότι αυτά στα λέω μόνο επειδή με ρωτάς. Υπεύθυνος για όποια απόφαση πάρεις, θα είσαι μόνο εσύ. Θα σου πω μόνον το αυτονόητο: Η προσωπική μου γνώμη είναι πως οι καλές σχέσεις της Αθήνας με το επιτελείο της εκστρατείας εξακολουθούν να έχουν προτεραιότητα».

Δεν τον βλέπω να ενθουσιάζεται ακούγοντας την άποψή μου. Τον καταλαβαίνω: απ’ ό, τι μαθαίνω έχει ήδη προχωρήσει στην επίσπευση των διαδικασιών και η εκδίκαση της ¨γραφής παρανόμων¨ που υπέβαλε κατά του Κτησιφώντα, δηλαδή κατά του Δημοσθένη, που πάει να πει κατά της αντιμακεδονικής μερίδας της Βουλής, είναι πλέον ζήτημα ημερών. Προφανώς σήμερα ήρθε εδώ περισσότερο για να με ενημερώσει τυπικά για την έναρξη της δίκης, παρά για να ζητήσει τη γνώμη μου, όπως ισχυρίζεται.

Το παραδέχεται.

image009

«Τη δίκη θα την κερδίσουμε, νεαρέ Μεγαρέα», με διαβεβαιώνει. «Θα είναι μια μεγάλη πολιτική νίκη. Και τότε οι σχέσεις ανάμεσα στην Αθήνα και τους Μακεδόνες δεν μπορεί παρά να βελτιωθούν αισθητά.

Και μη νομίσεις ότι δεν το σκέφτηκα αρκετά ή ότι παρασύρθηκα από την αντιπάθεια που μου προκαλεί αυτός ο αλιτήριος ο Δημοσθένης, όχι δεν είναι αυτό το κίνητρό μου. Αντίθετα, ήμουν εγώ που κατάφερα να αναβάλω την εκδίκαση, όσο υπήρχε φόβος να επικρατήσει εκείνος χάρη στις δυσμενείς για εμάς περιστάσεις και τη δύναμη που του δίνουν οι δημαγωγικές του ικανότητες. Όμως σήμερα η κατάσταση δεν είναι αυτή που ήταν πριν από οκτώ χρόνια, όταν υπέβαλα την ¨γραφή παρανόμων¨.

Σήμερα οι συμπατριώτες μου μπορούν να κρίνουν με ψυχραιμία εάν η πολιτική του Παιανέα είναι τυχοδιωκτική ή όχι. Η ήττα μας στη Χαιρώνεια δεν είναι πια πρόσφατη αιτία θλίψης όπως τότε. Μπορούμε πλέον να κρίνουμε τα γεγονότα με ψυχραιμία. Είναι προφανές ότι η δύναμη που είναι σε θέση να συσπειρώσει τους Έλληνες και να νικήσει τους Ασιάτες υπάρχει. Και πως η Αθήνα θα έχει μόνον να κερδίσει εάν σταθεί πλάι της. Θα νικήσουμε στη δίκη νεαρέ Μεγαρέα, με τον ίδιο τρόπο που τα ενωμένα στρατεύματά μας νικούν στο πεδίο της μάχης, θα δεις».

Βλέπω στο πυρετώδες βλέμμα του πως είναι έτοιμος να τα διακινδυνεύσει όλα. Και ότι δεν πρόκειται να μεταπειστεί.

Κοιτάζω τις σημειώσεις μου. Η αντιδικία Δημοσθένη – Αισχίνη είναι μια παλιά ιστορία. Κάποτε οι δυο τους ήταν στην ίδια παράταξη και ο Κοθωκίδης είχε τις ίδιες αντιμακεδονικές  ιδέες με τον Παιανέα. Αλλά είναι πάνω από δεκαπέντε χρόνια που ο Αισχίνης διαφοροποιήθηκε. Συγκεκριμένα δέκα επτά: όταν είδε ότι οι άλλες ελληνικές πόλεις, ακόμη και οι φιλικές προς την Αθήνα δεν πείθονταν να αντισταθούν ενεργά στους Μακεδόνες. Αλλά η προσωπική του διένεξη με τον Δημοσθένη άρχισε πριν δώδεκα, δεκατρία χρόνια όταν εκείνος τον κατηγόρησε πως χρηματίστηκε από τον Φίλιππο. Τότε ο Αισχίνης κατάφερε, έστω με μικρή διαφορά ψήφων, να αθωωθεί. Τώρα είναι έτοιμος να ανταποδώσει τα ίσα. Και θεωρεί τη συγκυρία ευνοϊκή.

«Ούτως ή άλλως, δεν υπάρχουν περιθώρια για υπαναχωρήσεις», μου λέει. «Τα προκαταρκτικά ολοκληρώθηκαν και η δίκη αρχίζει μεθαύριο».

Κοιτάζω πάλι τις σημειώσεις μου. Χρειάζομαι μερικές ακόμη αποσαφηνίσεις. «Το κατηγορητήριο που διατυπώνεις είναι το ίδιο με εκείνο που υπέβαλες παλιότερα, στην πρώτη σου έγκληση;» τον ρωτάω.

«Έχω αλλάξει κάπως μόνον τη σειρά των κατηγοριών. Τότε άρχιζα με τον Δημοσθένη τον ίδιο και ανέλυα διεξοδικά το γιατί η βράβευση που ζητούσε ο Κτησιφώντας δεν αιτιολογείτο ούτε από τα έργα ούτε από τον ήθος του Παιανέα. Το αντίθετο. Μια συνεπής με τον εαυτό της δημοκρατική πολιτεία, θα έπρεπε να τον τιμωρήσει για όσα έχει κάνει έως σήμερα.

Τώρα, αυτό το αφήνω για το τέλος. Προτιμώ το τμήμα της αγόρευσής μου που τον αφορά άμεσα, να βρίσκεται χρονικά κοντύτερα στην ώρα της απόφανσης των δικαστών. Πρώτα παρουσιάζω τους λόγους που η ίδια η πρόταση για τη στέψη του με χρυσό στεφάνι, αφενός όχι στο βουλευτήριο αλλά στο θέατρο και αφετέρου προτού δώσει λόγο για τα πεπραγμένα του ως άρχων διαχειριστής, δεν είναι σύμφωνη με τους ισχύοντες νόμους. Σε διαβεβαιώνω Μεγαρέα ότι από νομική άποψη αυτά τα σημεία μπορούν να αποδειχτούν μη σύννομα με αδιαμφισβήτητο τρόπο».

«Θα είναι η Ηλιαία που θα εκδικάσει την υπόθεση, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, αυτό είναι το τμήμα της εκκλησίας του δήμου που επιλύει τέτοιου είδους δικαστικές διενέξεις Παλιότερα, όπως θα ξέρεις, αναδεικνύονταν με κλήρωση την αρχή κάθε χρόνου έξι χιλιάδες Ηλιαστές, ανάμεσα στους πολίτες με πλήρη δικαιώματα και ηλικία πάνω από τριάντα ετών. Οι δικαστές των επιμέρους δικών επιλέγονταν από αυτούς. Τώρα τελευταία δεν γίνεται πια αυτή η αρχική κλήρωση και κάθε πολίτης που πληροί τις προϋποθέσεις μπορεί να χρισθεί δικαστής, αρκεί να δηλώσει ότι ενδιαφέρεται και να κληρωθεί σε κάποια συγκεκριμένη δίκη».

«Αυτό σημαίνει ότι στην εκδίκαση της δικής σου ¨γραφής¨, οι δικαστές πόσοι θα είναι ;»

«Υποθέτω, πάνω κάτω πεντακόσιοι. Πενήντα από κάθε φυλή που θα προκύψουν από κλήρωση. Αυτό θα το μάθουμε με σιγουριά αύριο».

«Και η απόφαση είναι αμετάκλητη;»

«Αμετάκλητη. Αν καταδικαστούν, ο Κτησιφώντας και ενδεχομένως ο Δημοσθένης, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ισχυριστούν ότι οι κατηγορίες μου ήταν ψευδείς. Σε αυτή την περίπτωση, αν δεν αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, ενδέχεται να διακινδυνεύσουν μια νέα δίκη με πιθανή επιβάρυνση της ποινής. Αλλιώς μόνο μια εκ των υστέρων αμνηστία θα μπορούσε να τους σώσει».

«Πού θα διεξαχθεί η δίκη;»

«Αυτό, όπως και τον ακριβή αριθμό των δικαστών θα το μάθουμε αύριο. Τα ονόματα των δικαστών θα κληρωθούν μεθαύριο τα χαράματα. Η κλήρωση γίνεται εσκεμμένα την τελευταία στιγμή. Είναι ένα από τα μέτρα που έχουν ληφθεί έτσι ώστε να αποτραπεί τυχόν προσπάθεια των διαδίκων να επηρεάσουν τους δικαστές. Όσο για το χώρο, πιθανότατα λόγω καλοκαιριού η συνεδρίαση θα γίνει σε κάποιο υπαίθριο αμφιθέατρο, ίσως στο Τετράγωνο Περιστύλιο[1], αλλά θα υπάρχει διαθέσιμος και κάποιος στεγασμένος χώρος για την απίθανη περίπτωση που θα βρέξει ».

«Θα είναι μια ανοιχτή διαδικασία, έτσι δεν είναι;»

«Πιο ανοιχτή δε γίνεται. Ακόμη και επισκέπτες από άλλες πόλεις θα μπορέσουν να την παρακολουθήσουν, αν καταφέρουν να βρουν μια κατάλληλη θέση. Και βέβαια, πέρα από τους πολυάριθμους δικαστές, θα είναι παρόντες και  πάμπολλοι άλλοι κάτοικοι της Αθήνας. Για σένα και για τον πατέρα σου θα φροντίσω να υπάρχει μια τιμητική θέση με ψάθα και σκιάδιο, κοντά στο προεδρείο».

«Μου φάνηκε ότι τις τελευταίες μέρες υπάρχει κάποιος ερεθισμός στα πλήθη…» παρατηρώ.

Ο Αισχίνης είναι πιο ήρεμος τώρα. Έχει χαλαρώσει: είπε ό, τι είχε να πει και έδειξε σε εμένα -ίσως και στον εαυτό του- πόσο έτοιμος είναι για την επικείμενη μάχη.

«Νομίζω ότι τους γνωρίζεις τους γηγενείς και πόσο την βρίσκουν με τις δίκες… Πρέπει -υποθέτω- να  ξέρεις και τη  σχετική ιλαρή ιστοριούλα…» μου λέει.

«Ποια;»

«Μάλλον δεν είναι ακριβώς σκωπτική αφήγηση, αλλά μια ατάκα από τις ¨Σφήκες¨ του γνωστού Αριστοφάνη… Λέει ένας μαθητευόμενος σοφιστής στον Στρεψιάδη δείχνοντάς του έναν χάρτη: ¨Κοίτα Στρεψιάδη, αυτός είναι ένας χάρτης της γης. Και κοίτα: εδώ είναι η Αθήνα¨.

¨Μωρέ τι μας λες: αποκλείεται!¨, απαντάει εκείνος ¨Δεν βλέπω πουθενά δικαστές να κάθονται στην έδρα!¨»

images (16)

(συνεχίζεται)

[1] Τετράγωνο Περιστύλιο: Βρισκόταν στον χώρο όπου αργότερα χτίστηκε η Στοά του Αττάλου.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

¨Κύλικες και δόρατα¨. Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο τρίτο: Επίσκεψη στην Πυθιονίκη

Posted by vnottas στο 27 Οκτώβριος, 2017

6889677cabeb3131f4290af9d4e0c3e1

Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο τρίτο: Στην Πυθιονίκη

(αφηγείται ο Εύελπις)

Βρίσκομαι και πάλι μέσα στα τείχη της πόλης και με βάση κάποιες πληροφορίες που μου έδωσε η Φρύνη ψάχνω να βρω την κατοικία μιας άλλης εταίρας. Πρόκειται για την Πυθιονίκη, ένα ανερχόμενο αστέρι της κεκοσμικευμένης Αθήνας, το οποίο απόκτησε δημοσιότητα μόλις τον τελευταίο καιρό, την περίοδο που βρέθηκε εδώ, σκαστός απ’ την εκστρατεία, ο Άρπαλος ο Ελιμιώτης, ο γιος του Μαχάτα.

Άλλωστε, είναι ύστερα από δική του παράκληση που την ψάχνω. Μου το ζήτησε, ως φιλική εξυπηρέτηση την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στην Περσέπολη, πριν εκείνος ξεκινήσει μαζί με τον Αλέξανδρο (ο οποίος τον είχε μόλις υποδεχτεί -και αποδεχτεί- πίσω στο στράτευμα) για τα Εκβάτανα και εγώ πίσω στα Σούσα με προορισμό την Αθήνα. 

Εγώ δεν την θυμόμουν την Πυθιονίκη, αν και, παλιότερα,  γνώριζα αρκετά καλά τις ωραίες εταίρες και τις συντροφιές τους∙ έτσι σκέφτηκα να ρωτήσω σχετικά την Φρύνη. Εκείνη προς στιγμήν στραβομουτσούνιασε και κατάλαβα ότι η νεαρή δεν ανήκε στους στενούς κύκλους της Ωραίας. Πράγμα εξάλλου αναμενόμενο, μια που ούτε ο Άρπαλος άρεσε στην Φρύνη, όσο κι αν, όταν έφτασε στην Αθήνα (πρώτα είχε μείνει για λίγο στα Μέγαρα), έφτασε μαζί και η φήμη ότι τάχα είχε αποστατήσει από την εκστρατεία   επειδή είχε διαφοροποιηθεί από τον Αλέξανδρο.  

Ύστερα η Φρύνη με ρώτησε τι ακριβώς ήθελα τη μικρή και εγώ προσπάθησα να της εξηγήσω ότι παρά τα επιφαινόμενα, δηλαδή παρά τη φήμη του Άρπαλου (ως ακόρεστου) και την οποιαδήποτε φήμη είχε (ενδεχομένως) ήδη η Πυθιονίκη, εδώ υπάρχει κάτι άλλο, κάτι που μοιάζει με μεγάλο έρωτα!

Της διηγήθηκα με πόση ζέση ο Άρπαλος με είχε παρακαλέσει να βρω τη νεαρή εταίρα και να την πείσω να τον ακολουθήσει στην εκστρατεία και πως μου ζήτησε επίσης να την διευκολύνω οργανώνοντας το ταξίδι της προς την Ασία.

Εξήγησα στην Φρύνη πως, σύμφωνα με όσα μου είπε ο ίδιος ο Άρπαλος, όταν έλαβε το μήνυμα ότι ο Αλέξανδρος τον συγχωρεί και τον καλεί πίσω, αποφάσισε να υπακούσει χωρίς ταλαντεύσεις και καθυστερήσεις. Δεν ήθελε να το ¨σκεφτεί¨ γιατί φοβόταν ότι τότε, όσο κι αν κατά βάθος αγαπούσε τον παιδικό του φίλο, απλώς θα αποφάσιζε να μην επιστρέψει! Όμως δεν ήταν ο Αλέξανδρος η αιτία για τη φυγή του και αφού του ζητούσε ρητά να γυρίσει στην  εκστρατεία, αισθανόταν ότι έπρεπε να τον ακούσει. Βιάζοντας όμως έτσι τον εαυτό του, δεν πρόλαβε να εξηγηθεί όσο θα ήθελε με τη μικρή του ερωμένη.  Γι αυτό την κατανοεί εάν τώρα αρνιέται να πάει κοντά του. Του λείπει όμως πολύ. Εγώ θα πρέπει να την πείσω να πάει να τον βρει και εκείνος θα μου είναι αιώνια ευγνώμων.

 Ακούγοντάς με, η Φρύνη έδειξε να μαλακώνει κάπως. Μου είπε ότι η Πυθιονίκη ήταν δούλη μιας αυλητρίδας που λέγεται Βακχίδα και ότι ο Άρπαλος την απελευθέρωσε. Απ’ ό, τι λένε οι δικές της ακόλουθοι, που δεν τους ξεφεύγει τίποτε, η μικρή τον τελευταίο καιρό δεν πολυφαίνεται στο άστυ. Εάν δεν έχει αλλάξει τόπο διαμονής, θα μπορέσω πιθανώς να την βρω στην άκρη της συνοικίας του Έσω Κεραμικού κάπου κοντά στο Δίπυλο[1] και την Ιερά Πύλη[2].

3

Ρωτώντας στη γειτονιά γύρω από το Δίπυλο, εντοπίζω το σπίτι της Πυθιονίκης. Το περίμενα εντυπωσιακό, μια που ό, τι έχει να κάνει με τον Άρπαλο είναι συνήθως πολυτελές, αλλά κάνω λάθος. Είναι ένα μικρό συμμαζεμένο σπίτι χωρίς πολλά εξωτερικά ανοίγματα και με μια επίσης μικρή, σκιερή εσωτερική αυλή όπου με οδηγεί μια μεσήλικη γυναίκα. 

Στην αυλή υπάρχει μια κρεβατίνα αμπέλι με κάμποσα τσαμπιά, ακόμη άγουρα. Κάθομαι σ’ ένα σκαμνί, εκεί από κάτω, και περιμένω.

Σκέφτομαι αυτόν τον παράδοξο τύπο, τον Άρπαλο. Είναι αλήθεια ότι χωρίς να τον ξέρω από κοντά, τον αντιπαθούσα ανέκαθεν. Στην καλύτερη περίπτωση τον θεωρούσα  άνθρωπο με ανεξέλεγκτα πάθη, στον οποίο δε μπορούσε να έχει κανείς εμπιστοσύνη. Την ίδια άποψη είχαν πολλοί σύμμαχοι, καθώς και οι περισσότεροι μακεδόνες, εκτός από τη μικρή ομάδα των κολλητών παιδικών φίλων του βασιλιά, της οποίας ο Άρπαλος είναι επίλεκτο μέλος. Ήταν η παρέα των νεαρών ευγενών που ακολούθησε τον Αλέξανδρο τον καιρό που αυτός συγκρούστηκε με τον πατέρα του και εγκατέλειψε για λίγο τη Μακεδονία.

Άλλαξα κάπως αυτή την αρνητική διάθεση απέναντί του, όταν οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν στο τελευταίο μου ταξίδι από τα Σούσα προς την Περσέπολη. Τότε, εκτός που είχε βοηθήσει εμένα και τη συνοδεία μου να απαλλαγούμε από  μια ομάδα ντόπιων ανταρτών που μας επιτέθηκαν καθ’ οδόν,  είχα την ευκαιρία να κουβεντιάσω μαζί του για διάφορα θέματα. Δεν είναι ότι έπαψα να τον θεωρώ αναξιόπιστο, όμως ανακάλυψα και ορισμένες ενδιαφέρουσες όψεις της προσωπικότητάς του, αν όχι κατ’ ανάγκην θετικές, τουλάχιστον αρκετά όμοιες με τις δικές μου.

Το έχω ήδη πει, αλλά το ξαναλέω γιατί το βρήκα παράξενο: αυτός ο επαρχιώτης ευγενής αγαπάει τα βιβλία και την ανάγνωση όσο κι εγώ, αγαπάει τις όμορφες καλλιεργημένες γυναίκες όπως κι εγώ, μόνο που εκείνος, παρά το φυσικό του μειονέκτημα (είναι χωλός), είναι πιο τολμηρός από μένα μαζί τους. Επί πλέον, απ’ ό, τι κατάλαβα απ’ τις κουβέντες του, οι σχέσεις του με την ομάδα του Ανάξαρχου του σοφιστή δεν είναι τόσο στενές και διαπλεκόμενες όσο φοβόμουν.  Τέλος, γνωρίζει την Αθήνα λιγότερο από εμένα, αλλά μοιάζει να νοσταλγεί την Ελλάδα περισσότερο.

Απ’ ό, τι φαίνεται και εγώ του προέκυψα συμπαθής, γιατί δε ζητάμε χάρες από εκείνους που αντιπαθούμε, έτσι δεν είναι; Ο Άρπαλος λοιπόν με παρακάλεσε, αφού -όπως είχε μάθει κατ’ ευθείαν από τον Αλέξανδρο- επρόκειτο να συνοδέψω τα αγάλματα στην Αθήνα, όταν θα φτάσω εκεί, να βρω και  να πείσω τη μικρή Πυθιονίκη να τον ακολουθήσει στην Ασία∙ και εγώ δέχτηκα.

image002

Ύστερα από λίγο φάνηκε στην αυλή το λεπτό περίγραμμα μιας νέας γυναίκας. Είχε λευκό δέρμα, μαύρα μαλλιά και μεγάλα μάτια σε χρώμα που μου θύμισε αναταραγμένη θάλασσα μια ασυννέφιαστη μέρα.  Φοράει ένα είδος ελαφρού λευκού μανδύα που την καλύπτει από τον λαιμό ως τα πόδια. Δεν κρύβω πως περίμενα να δω μια έντονα αισθησιακή γυναίκα. Δεν ξέρω, μπορεί και να είναι αισθησιακή τελικά η Πυθιονίκη, αλλά εκείνη την πρώτη φορά που την είδα, μου φάνηκε χλωμή και αιθέρια, αλλά με μια έκφραση κάπως σκοτεινή  και αδιερεύνητη.

Της είπα ποιος είμαι και για χάρη ποιανού βρίσκομαι εκεί. Νομίζω πως σκίρτησε για μια στιγμή ακούγοντας το όνομα του Ελιμιώτη,  αλλά δεν με διέκοψε, ούτε έκανε σχόλια, παρά εξακολούθησε να με κοιτάζει -νομίζω- με κάποια ένταση.

Της έδωσα τη μικρή εβένινη κασετίνα που μου είχε δώσει γι αυτήν ο Άρπαλος. Την άνοιξε μπροστά μου. Μέσα υπήρχε ένα πολύτιμο ανατολίτικο περιδέραιο. Το κοίταξε χωρίς να χαμογελάσει και ξανάκλεισε την κασετίνα.

«Χρειάστηκε να φύγει ξαφνικά», της είπα. «Όμως δεν είχε πρόθεση να σε εγκαταλείψει. Προσπάθησε να έρθει σε επαφή μαζί σου, αλλά το πρώτο διάστημα μετά την επιστροφή του στην εκστρατεία βρισκόταν υπό επιτήρηση και δε ξέρει αν τα μηνύματά του έφτασαν ως εσένα».

Την κοίταξα ερωτηματικά και εκείνη κούνησε το κεφάλι της ανεπαίσθητα. Όχι δεν είχε λάβει μηνύματα από τον Άρπαλο ίσαμε τώρα.

«Εν τάξει», της λέω. «Σου φέρνω μήνυμα εγώ, τώρα. Ο Μακεδόνας δεν μπορεί να επιστρέψει στην Αθήνα αυτή τη στιγμή. Σε αγαπάει όμως και σε θέλει κοντά του. Εάν αποφασίσεις να τον ακολουθήσεις, όλα τα σχετικά με το ταξίδι θα τα αναλάβω εγώ. Εσύ δεν έχεις παρά να με ειδοποιήσεις πότε θα είσαι έτοιμη για αναχώρηση. Σύμφωνοι;»

Με κοιτάζει ανέκφραστη. Κάνει μόνο μια σχεδόν αδιόρατη κίνηση χαιρετισμού με το κεφάλι, στρίβει και κατευθύνεται πίσω στο εσωτερικό του σπιτιού.

Στη θέση της εμφανίζεται πάλι η μεσήλικη γυναίκα που μου άνοιξε την πόρτα όταν έφτασα. Έρχεται και στήνεται δίπλα μου προκειμένου να με συνοδέψει ως την έξοδο.

«Εσύ, αν δεν κάνω λάθος πρέπει να είσαι η Βακχίδα» της λέω, «η πρώην κυρά της νεαρής».

«Ναι», μου απαντάει, «αυτή είμαι».

«Και τώρα;»

«Τώρα είμαι ο άνθρωπος που την περιποιείται. Μη σου φαίνεται παράξενο. Ο λόγος που με κράτησε κοντά της τώρα που έγινε ελεύθερη και τρανή κυρά η ίδια, είναι επειδή την αγαπούσα και τη φρόντιζα όταν ήμουν εγώ η κυρά της». 

«Αφού την αγαπάς και θέλεις το καλό της μάθε ότι ο Μακεδόνας που εξαγόρασε την ελευθερία της εξακολουθεί να την αγαπά και την θέλει κοντά του. Δεν είδα όμως να ενθουσιάζεται όταν της το είπα».

Βλέπω το πρόσωπο της Βακχίδας να φωτίζεται. «Ναι; Ο κυρ-Άρπαλος επέστρεψε; Τι μεγάλη χαρά. Το έλεγα εγώ πως δεν εξαφανίστηκε επίτηδες. Κάτι αναπάντεχο θα του συνέβη, έτσι δεν είναι;»

«Δεν επέστρεψε. Ζητά όμως από εσένα και την Πυθιονίκη να τον συναντήσετε στην Ασία. Εσύ φρόντισε ώστε η μικρή να πάρει τη σωστότερη απόφαση και ειδοποίησέ με σχετικά. Επίσης, ειδοποίησέ με εάν χρειαστείτε κάτι, οτιδήποτε. Λέγομαι Εύελπις. Θα με βρεις στον Λυκαβηττό, στον οίκο του Ευρύνου από τα Μέγαρα.

«Θα το φροντίσω. Όσο πιο γρήγορα γίνεται…»

Της χαμογελώ. «Εν τάξει, δε χρειάζεται πανικός. Αρκεί να προλάβουμε τις θερινές πλεύσεις για τη Ανατολή».

Μου πιάνει το χέρι. «Χρειάζεται»! μου λέει. «Η κυρά Πυθιονίκη περιμένει παιδί. Το παιδί του κυρ-Άρπαλου. Ένα κοριτσάκι απ’ ότι λένε οι ιέρειες της Ήρας. Αν δε βιαστεί, σε λίγο θα είναι πολύ δύσκολο, μάλλον αδύνατο να ταξιδέψει».

minoan-ladies-in-blue-fresco-ca-1525-1450-bc

(συνεχίζεται…)

*****

[1] Δίπυλο: Κεντρική πύλη των Αθηνών με δύο ανοίγματα και παράπλευρους πύργους, στο σημείο όπου κατέληγαν οι δρόμοι από την Ελευσίνα (και την Πελοπόννησο), τον Πειραιά, αλλά και την Ακαδημία του Πλάτωνα.

[2] Ιερά πύλη: Παράπλευρη στο Δίπυλο μικρότερη πύλη στα τείχη των Αθηνών, ακριβώς στο σημείο όπου καταλήγει η Ιερά οδός. Πιθανώς από εδώ περνούσε έξω από την πόλη ο Ηριδανός ποταμός.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο δεύτερο: Η εξομολόγηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Οκτώβριος, 2017

Μέρος έβδομο. Κεφάλαιο δεύτερο: όπου ο Οινοκράτης εξομολογείται

(αφηγείται ο Εύελπις)

20071030145259E312_8402

Ο συνεργάτης μου (θαρρώ πως πρέπει να συνηθίσω να του αποδίδω αυτή την ιδιότητα και όχι εκείνη του πιστού υπηρέτη, ή του παιδαγωγού σε ένα σωρό πρακτικά θέματα -πράγμα που όντως υπήρξε σε μεγάλο βαθμό για μένα- όσο κι αν είμαι σίγουρος πως ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα πώς τον αποκαλώ και ότι, παρά τις λεκτικές του υπερβολές, δεν έχει ποτέ ως τώρα καβαλήσει τον κάλαμο, νομίζοντας πως ιππεύει τον Βουκεφάλα), ο συνεργάτης μου λοιπόν ο Οινοκράτης, θέλει κάτι να μου εξομολογηθεί και εγώ του προτείνω να με συνοδέψει σε έναν περίπατο στο Άστυ.

Σήμερα στην Αθήνα είναι πολλοί εκείνοι που κουβεντιάζουν περπατώντας. Αυτή η ¨αριστοτέλεια¨ πρακτική έχει ασφαλώς βρει περισσότερους οπαδούς ανάμεσα στους Αθηναίους παρά οι απόψεις του Δάσκαλου περί λογικής, ηθικής ή αισθητικής.  Πριν φύγω, δεν θυμάμαι να κυκλοφορούσαν στους δρόμους τόσες ομάδες πεζών συζητητών, όσες τώρα.

Εξάλλου θέλω να ξαναδώ μερικά οικεία σημεία της Αθήνας, εκείνα που φύτρωναν συχνά στα όνειρά μου όσο εισέδυα με το στράτευμα στις απόμακρες, εξωτικές περιοχές της Ασίας, δημιουργώντας μου το γλυκόπικρο άλγος του νόστου, του αισθήματος που συνοδεύει, τυραννάει και -κατά κάποιο περίεργο τρόπο- παρηγορεί τους ξενιτεμένους. Θέλω να δω αν οι αγαπημένες μου γωνιές είναι ακόμη όπως τις ονειρευόμουν ή αν έχουν υποστεί αλλαγές.

Ξεκινάμε έφιπποι απ’ την οικία του Λυκαβηττού, κατηφορίζουμε προς την κοίτη του Ιλισού και μπαίνουμε στο Άστυ από τις πύλες του Αιγέα. Αφήνουμε τα άλογα να μας περιμένουν κάτω από την επίβλεψη ενός νεαρού δημόσιου δούλου, σε έναν σκιασμένο δετήρα έξω από το θέατρο του Διονύσου, στην αρχή του ¨περίπατου¨ ανάμεσα στο λόφο των Μουσών και την Ακρόπολη.

Αυτό το μέρος, που πάντοτε αγαπούσα, ευτυχώς δεν έχει αλλάξει πολύ, παρά τα έργα που έγιναν πρόσφατα από τον Λυκούργο στο Θέατρο. Πράγματι η πρόσοψη είναι τώρα πιο πολυτελής -μνημειακή θα έλεγα, το κοίλον[1] έχει διευρυνθεί και τα παλιά ξύλινα καθίσματα έχουν αντικατασταθεί από μαρμάρινα. Όμως, παραδίπλα, το καμένο από τους Πέρσες και επισκευασμένο Παλιό Ωδείο εξακολουθεί να χρησιμεύει ως χώρος φύλαξης των σιτηρών αποθεμάτων της πόλης, ενώ το παρακείμενο μεγάλο τετράγωνο Ωδείο του Περικλή υψώνει πάντοτε την κάπως περίεργη κωνική του στέγη (που θυμίζει τις σκηνές των στρατοπέδων και που φτιάχτηκε από την ξυλεία των περσικών πλοίων που κυριεύτηκαν στη μάχη της Σαλαμίνας) και προσφέρει στεγασμένο χώρο για τις μουσικές εκδηλώσεις των αθηναϊκών γιορτών.

Ο ¨περίπατος¨ είναι απόψε γεμάτος κόσμο. Δεν πρόκειται μόνο για τους συνήθεις Αθηναίους περιπατητές αλλά και για ιδιαίτερα πολλούς ξένους, όλων των ηλικιών. Νέους που ταξίδεψαν ως εδώ για να απολαύσουν τις αθλητικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις των Μεγάλων Παναθηναίων που όπου να ‘ναι αρχίζουν, αλλά και ηλικιωμένους που έχουν και έναν άλλο μόνιμο πόλο έλξης στην Αθήνα: το θεραπευτήριο και το ναό του Ασκληπιού, που κι αυτός βρίσκεται εκεί, στη νοτιοανατολική πλευρά της Ακρόπολης, λίγο παρακάτω από το θέατρο. 

Σκέφτομαι πως δεν είναι μόνον εδώ που ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος τα πάνε καλά και κάνουν παρέα. Ο Ευρύνους μου έλεγε χτες, ότι στο γνωστό Ασκληπιείο της Επιδαύρου, μόλις ολοκληρώθηκε και όπου να ‘ναι εγκαινιάζεται προς τέρψη των προσκυνητών και ίαση των ασθενών, ένα ακόμη θεατρικό οικοδόμημα. Το θέατρο αυτό λέγεται ότι έχει εξαιρετική ακουστική και οι ιερείς-γιατροί του Ασκληπιείου είναι σίγουροι πως θα έχει υψηλή θεραπευτική επίδραση στους άρρωστους και γενικότερα στους επισκέπτες.

Μου έρχεται η επιθυμία να ανεβώ στον Παρθενώνα, να πω μια κουβέντα με τους θεούς και να απολαύσω την πανοραμική θέα της καταπράσινης κεντρικής κοιλάδας της Αττικής γης, από τον Υμηττό, την Πεντέλη και την Πάρνηθα ίσαμε τα νερά του Φαληρικού όρμου, έτσι όπως λούζεται στις ακτίνες του απογευματινού ήλιου που έχει αρχίσει να κοκκινίζει. Αλλά αποφασίζω να αναβάλω αυτή την ανάβαση για μια άλλη μέρα. Σκέπτομαι πως έχω υποσχεθεί στον Οινοκράτη να τον ακούσω και  πως δεν πρέπει να τριγυρίζω απ’ το ένα σημείο στο άλλο, παρασυρμένος  από την γλυκιά αίσθηση της επιστροφής. Εάν ακολουθήσω την αλυσίδα των συναισθημάτων μου θα πρέπει να περιδιαβαίνω για ώρες ατέλειωτες τα στενά και τις λεωφόρους, τα υψώματα και τα άλση του Άστεως, ξαναζωντανεύοντας τις εφηβικές μου αναμνήσεις.

«Τι τρέχει λοιπόν Οινοκράτη;» του λέω, δείχνοντας ταυτόχρονα προς τα δεξιά, υπονοώντας ότι είναι καλύτερα να αφήσουμε την θορυβώδη πολυκοσμία του ¨περιπάτου¨ και να ακολουθήσουμε την οδό των Τριπόδων που περιβάλλει τον ιερό βράχο της Ακρόπολης από την άλλη πλευρά, την βορειοδυτική. Τελικά όχι και τόσο επιτυχημένη επιλογή γιατί και εκεί, όπως θα διαπιστώσουμε αμέσως μετά, ρέει μεγάλο πλήθος ξένων περιηγητών θαυμάζοντας και σχολιάζοντας μεγαλόφωνα τα αγάλματα, τα αναθήματα και τα βραβεία σε διάφορους διαγωνισμούς που εκτίθενται παραταγμένα κατά μήκος της καμπύλης αυτής οδού.

«Τίποτα το δραματικό, αφέντη Εύελπι. Απλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου γιατί, αν πρόκειται να χειραφετηθώ και να αλλάξω υπόσταση -ή δεν είναι αυτή η σωστή λέξη;- εν πάση περιπτώσει, εάν η ζωή μου μπει σε νέα καλούπια, χρειάζεται κατά κάποιο τρόπο να ¨κλείσω¨ με την προηγούμενη. Όπως ξέρεις αφέντη Εύελπι, η προηγούμενη ζωή  μου έχει δύο φάσεις. Δίπλα στην οικογένειά σου έζησα τη δεύτερη, που διαρκεί πάνω κάτω δεκαπέντε χρόνια: από τότε που εσύ δεν ήσουν παρά ένα ζωηρό παιδί κι εγώ ένας νεαρός ναύτης αιχμάλωτος των Καρχηδόνιων πειρατών που μέσα στην γκίνια του είχε την τύχη να πουληθεί σε έναν δίκαιο και έντιμο άρχοντα, τον πατέρα σου, και να αναλάβει να επιβλέπει εσένα».

Τον διακόπτω.

«Ξέρεις κάτι Οινοκράτη. Κάνεις καλά που θες να χαράξεις τα πλαίσια της νέας σου ζωής. Ας αρχίσουμε λοιπόν με κάτι απλό και συγκεκριμένο. Δεν είναι ανάγκη να με φωνάζεις πια ¨αφέντη¨, και ¨κύριο¨ και άλλα τέτοια. Το σκεφτόμουν μάλιστα σήμερα το πρωί. Ήδη, εδώ και καιρό εργάζεσαι μαζί μ’ εμένα και νομίζω πως από κοινού καταφέραμε κάμποσα πράγματα. Ως συνεργάτες. Για μένα λοιπόν είσαι ήδη ένας συνεργάτης και το ίδιο είμαι εγώ για σένα. Όχι πια αφέντης. Κι επειδή δεν είθισται να αποκαλεί ο ένας τον άλλο ¨Ω συνεργάτα¨, καλό είναι να με αποκαλείς με το όνομά μου: Εύελπι.  Εγώ σε έχω συνηθίσει ως Οινοκράτη, αλλά εάν θέλεις να το αλλάξεις δεν έχω καμία αντίρρηση».

«Όχι, όχι αφ… Εύελπι. Το όνομά μου είναι μια χαρά. Μ’ αρέσει. Άλλωστε η Αθήνα είναι μια πόλη που αγαπάει ιδιαίτερα τον Διόνυσο, άρα και τα προϊόντα του και ό, τι τα θυμίζει. Και αφού το επιθυμείς θα προσπαθήσω να σε λέω και πάλι απλά Εύελπι, όπως όταν ήσουν μικρός.

Όμως σου έλεγα πως η ζωή μου τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είναι γνωστή και σε εσένα και στην αξιότιμη οικογένειά σου και σε εμένα, φυσικά. Εντούτοις ορισμένα πράγματα της προηγούμενης ζωής μου τα αγνοώ. Ή τα θυμάμαι κάπως, αλλά συγκεχυμένα και περιτυλιγμένα από την ομίχλη της νηπιακής ηλικίας. Και θα ήθελα τη βοήθειά σου για να τα ξεδιαλύνω».

«Να μην αμφιβάλλεις ότι θα κάνω ό, τι μπορώ. Αλλά για πες μου, αυτός είναι ο λόγος που θέλεις να δεις τον Αριστοτέλη; Πιστεύεις ότι μπορεί να ξέρει κάποια πράγματα που θα σε βοηθήσουν να εξερευνήσεις την εποχή της παιδικής σου ηλικίας;»

«Έχω μάθει πως ο Σταγειρίτης Δάσκαλος εκτός από τη βαθιά του μόρφωση, είναι κάτοχος μιας μεγάλης παρακαταθήκης γνώσεων καταγραμμένων σε παπύρους και βιβλία. Ανάμεσά τους είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κείμενα που να αφορούν την ιστορία της πατρίδας μου, των Συρακουσών, την εποχή που ήμουν μικρός. Ναι, θα ήθελα να μάθω καλύτερα τι ακριβώς συνέβη εκείνη την περίοδο».

«Κι αυτό μόνο και μόνο για να είσαι καλύτερα ενημερωμένος για την ιστορία της πόλης σου; Ή υπάρχει κάτι άλλο που ψάχνεις;»

«Υπάρχει. Ψάχνω το όνομα του πατέρα μου, για να ολοκληρώσω το δικό μου: Οινοκράτης ο εκ των Συρακουσών, ο γιος του…;».

«Για πες μου σε παρακαλώ τι ακριβώς ξέρεις, για να δω για τι πρέπει να ψάξουμε μαζί και πως αλλιώς μπορώ να σε βοηθήσω…» του λέω, απορημένος.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b5%ce%bb%ce%bb-et-17531640

Επειδή η φασαρία του δρόμου είναι όντως ενοχλητική, προτείνω στον Οινοκράτη να διακόψουμε τον περίπατο και να καθίσουμε σε ένα κυλικείο, εκεί λίγο παρά πάνω. Από το σημείο αυτό μπορεί να θαυμάσει κανείς όλο το βορειοδυτικό μέρος της πόλης, από τα μέγαρα του κέντρου, τα τείχη του Θεμιστοκλή, την πύλη του Διογένη ως και, στο βάθος, τις Αχαρνικές πύλες καθώς βάφονται με τις ιώδεις αποχρώσεις του δειλινού.

Συνεχίζουμε την κουβέντα μας μπροστά σε μια οινοχόη με οίνο κόκκινο και, φυσικά, κεκραμένο. Έτσι, ανάμεσα σε μια κύλικα και μια άλλη, μαθαίνω για την προγενέστερη ζωή του Οινοκράτη πράγματα που δεν ήξερα ή που δε θυμόμουνα, γιατί ποτέ δε είχε χρειαστεί να τα προσέξω ιδιαίτερα.  

Μαθαίνω λοιπόν ότι ο ικανός συνεργάτης μου έχει γεννηθεί σε έναν αποκλειστικά γυναικείο κρατικό οίκο που συντηρούσε δίπλα στα ανάκτορα ο Διονύσιος ο πρώτος, ο επί μακρύ χρονικό διάστημα τύραννος των Συρακουσών και όπου στεγάζονταν, λίγο πολύ μόνιμα και κατά κάποιο τρόπο κοινοβιακά, επιλεγμένες όμορφες γυναίκες, οι οποίες εκπαιδεύονταν ειδικά έτσι ώστε να είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν -με διακριτικότητα- τις απαιτήσεις της ανεπίσημης πολιτικής του καθεστώτος. Ένα είδος επίλεκτες δημόσιες εταίρες, ωραίες και καλλιεργημένες όσο και οι ¨δικές μας¨, οι Αθηναίες, αλλά που τις επιδοτούσε και τις έλεγχε το κράτος, στο οποίο και έπρεπε να δίνουν αναφορά.

Ο Οινοκράτης βέβαια, έμαθε περί τίνος ακριβώς επρόκειτο από πηγές κοντινές στην αντιπολίτευση και τους εχθρούς του Διονύσιου, αργότερα, μετά το θάνατο της μητέρας του. Η μητέρα του ήταν ένα από τα θύματα των μακρόχρονων αιματηρών επεισοδίων που συνόδεψαν τη διεκδίκηση της διαδοχής του τυράννου από τον γιό του και άλλους επίδοξους κυβερνήτες∙ πέθανε όταν ο μικρός ήταν περίπου δέκα χρονών χωρίς να προλάβει ή να θελήσει να του αποκαλύψει ποιος ήταν ο πατέρας του.

 Αυτό που ο ίδιος θυμάται από τη νηπιακή του ηλικία είναι ένα ευχάριστο περιβάλλον γεμάτο τρυφερές γυναίκες και μερικά πιτσιρίκια, προεφηβικής ηλικίας σαν κι αυτόν, που κυκλοφορούσαν παίζοντας και ξεφωνίζοντας, στους πίσω χώρους και στους κήπους του μεγάρου.

Εκείνο που δεν θυμάται είναι την ύπαρξη ενήλικων ανδρών, αν εξαιρέσει κανείς κάποιους ευνούχους και κάποιους γέροντες γιατρούς και ιερείς που και αυτοί εμφανίζονταν αραιά και  που. Σπάνια έρχονταν στο μέγαρο και ορισμένοι επισκέπτες φέρνοντας δώρα σε συγκεκριμένες γυναίκες, καθώς και παιχνίδια και γλυκά για τα παιδιά. Έναν από αυτούς ο Οινοκράτης τον θυμάται και, κάτι του λέει, ότι ο πατέρας του θα μπορούσε να είναι αυτός ο υψηλόσωμος άνδρας με την επιβλητική γενειάδα που του τσίμπησε μια φορά το μάγουλο, αλλά που ο ίδιος δεν του πάτησε σε απάντηση το πόδι, γιατί του είχε φέρει ένα αλογάκι-τραμπάλα και μια μεγάλη πλάκα παστέλι. Ο άνδρας αυτός, που κατά κάποιο τρόπο είχε εντυπωσιάσει τον μικρό Οινοκράτη (που, όπως μου εξομολογήθηκε, δεν ονομαζόταν βέβαια τότε Οινοκράτης, αλλά που η μαμά του τον φώναζε χαϊδευτικά Τσίτσο – στη τοπική διάλεκτο σημαίνει κάτι σαν ¨σπλάχνο¨) ήταν ντυμένος με τον τρόπο που, όπως ανακάλυψε αργότερα, ντύνονται οι άρχοντες της Αττικής.  Ή λοιπόν ήταν ένας πλούσιος κομψευόμενος Συρακούσιος που ακολουθούσε το συρμό, ή κάποιος εύπορος Αθηναίος επισκέπτης.

«Εσύ, πότε ακριβώς γεννήθηκες;» ρωτάω τον Οινοκράτη.

«Σύμφωνα με τις διηγήσεις της μητέρας μου όχι πολύ μετά το θάνατο του Διονύσιου του πρεσβύτερου και την αρχική ανάληψη της εξουσίας από τον γιο του, τον Διονύσιο τον δεύτερο.

«Σε ‘ρωτώ γιατί θυμάμαι ορισμένα πράγματα για την ιστορία των Συρακουσών από τα μαθήματά μου στη σχολή του Ισοκράτη. Ο Διονύσιος ο πρώτος, ένας τύπος που έμοιαζε κάπως με τον Πεισίστρατο των Αθηνών, πέθανε ύστερα από καμιά σαρανταριά χρόνια άσκηση εξουσίας. Αν λοιπόν γεννήθηκες ένα ή δύο χρόνια μετά τη διαδοχή, πρέπει να είσαι τώρα περίπου τριάντα έξη ή τριανταεπτά χρονών».

«Τόσο υπολογίζω κι εγώ»

«Όμως, αν θυμάμαι καλά, ο Διονύσης ο νεότερος δεν είχε τις ικανότητες του πατέρα του και μερικά χρόνια αργότερα ανετράπη από έναν ντόπιο ευγενή ονόματι Δίωνα. Έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει σε μια άλλη ελληνική πόλη της περιοχής…»

«Πράγματι, στις αναταραχές εκείνης της εποχής σκοτώθηκε η μητέρα μου. Ο Διονύσης κατέφυγε στους Επιζεφύριους Λοκρούς, μια αποικία των Οζολών Λοκρών στην άκρη της ιταλικής χερσονήσου. Και μας πήρε μαζί του. Εννοώ πολλά από τα παιδιά και τις γυναίκες του  Μεγάρου. Μαζί τους κι εμένα που ήμουν τότε εννιά ή δέκα ετών. Εκεί συνέχισα τις βασικές σπουδές μου και απ’ ότι ξέρω σε αυτό βοήθησαν και κάποια χρήματα που έφταναν που και που για μένα από την τράπεζα ενός -αν θυμάμαι σωστά το όνομα- Ανδρομήδη από τις Συρακούσες. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι εγώ μεν μεγάλωνα, ο δε Διονυσάκης ο Μικρός, όπως τον αποκαλούσαν  πολλοί, ετοίμαζε στράτευμα προκειμένου να επιστρέψει και να ανακτήσει την εξουσία στις Συρακούσες, με εκπαίδευσαν περί τα στρατιωτικά.

Έτσι τελικά κατέληξα πεζοναύτης σε ένα από τα πλοία που περιπολούσαν στο Ιόνιο φροντίζοντας για την ασφάλεια της πλεύσης από και προς το λιμάνι των Επιζεφυρίων.

Δεν φτούρησα όμως εκεί. Σε μια απ’ τις πρώτες θαλάσσιες εξορμήσεις στις οποίες συμμετείχα, το πλοίο μου έπεσε σε παγίδα και αιχμαλωτίστηκε από Καρχηδόνιους πειρατές. Τελικά εγώ κατέληξα σ’ ένα δουλοπάζαρο του Πειραιά, ενώ την ίδια περίοδο ο Διονύσης επέστρεφε στις Συρακούσες και ανακτούσε -αλλά όχι για πολύ, απ’ ό, τι έμαθα- την εξουσία.

e4

«Από τότε που ήρθες στην Αθήνα δεν κατάφερες να μάθεις κάτι περισσότερο για την καταγωγή σου;»

«Από τη μια δεν μπορούσα, γιατί δεν είχα πια κανένα συγγενή εκεί. Μια φίλη της μητέρας μου που μου είχε συμπαρασταθεί για ένα διάστημα, πέθανε κι αυτή και κάποιοι ελάχιστοι φίλοι από το στράτευμα ήτανε πια δυσπρόσιτοι. Από την άλλη προσπαθούσα να αντιμετωπίσω την απώλεια της προσωπικής μου ελευθερίας δημιουργώντας μια δική μου ¨φιλοσοφία¨. Όμως δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να το καταλάβει όποιος δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ… Αυτή η ¨φιλοσοφία¨ απαιτούσε από μένα ψύχραιμη συμπεριφορά και μαζί κάποια αποστασιοποίηση από τα τρέχοντα, την οποία όμως έχανα κάθε φορά που αναπολούσα ή έψαχνα το παρελθόν».

«Καλά, όμως για αυτό το παρελθόν δεν έχεις κανένα άλλο σημείο αναφοράς; Κάποιο όνομα, ή κάποιο ενθύμιο…;»

«Έχω

«Τι;»

Ο Οινοκράτης έχωσε το δεξί του χέρι στο εσωτερικό του ιμάτιού του και μετά το ανέσυρε από κάποιο κρυφό εσωτερικό θυλάκιο με την παλάμη κλειστή. Άνοιξε τα νευρώδη, λεπτά του δάκτυλα και μου έδειξε το περιεχόμενο. Ένα δαχτυλίδι. Μάλλον χρυσό.    Μου το έδωσε. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, για αυτό σηκώθηκα και πήγα να το εξετάσω κοντά στον πλησιέστερο δαυλό. Ήταν πράγματι χρυσό και στην επάνω πλευρά είχε χαραγμένο ένα Άλφα. Επέστρεψα στο τραπέζι με τα ποτά και ξαναγέμισα τα ποτήρια. Του το επέστρεψα.

«Νομίζω πως είναι σημαντικό στοιχείο, Οινοκράτη. Σού το έδωσε η μητέρα σου;»

«Ναι, λίγο πριν πεθάνει. Αλλά ήταν βαριά τραυματισμένη και δε μπόρεσε να μου μιλήσει γι αυτό».

«Πριν λίγο μου ανάφερες έναν Ανδρομήδη… Αν δεν κάνω λάθος έλεγες πως ήταν τραπεζίτης και πως σου έστελνε χρήματα…»

«Τα χρήματα δεν έφταναν σε εμένα προσωπικά, αλλά στην καλή φίλη της μητέρας μου, πού όσο ζούσε με προστάτευε. Αυτή μου ανέφερε κάποτε αυτό το όνομα…»

«Που αρχίζει από Άλφα!»

«Ναι, αρχίζει από Αλφα και πάντα πίστευα ότι αν καταφέρω κάποτε να επιστρέψω πάλι πίσω στις Συρακούσες θα πρέπει ίσως να πάω να τον επισκεφτώ. Όμως στην πρόσφατη περιπέτειά μας με τους ¨τυραννοκτόνους¨, όπως ξέρεις, μου συνέβη κάτι το απρόσμενο. Ξανασυνάντησα έναν παλιό μου φίλο από την πατρίδα. Τον Φιλήμονα, τον κωμωδιογράφο. Σου τον γνώρισα και ‘σένα, θα τον θυμάσαι υποθέτω».

«Ναι, βέβαια, θυμάμαι για ποιον μιλάς».

«Τον ρώτησα λοιπόν για τον Ανδρομήδη…»

«Και; Τον γνωρίζει;».

«Χμμ… -σκέψου την ειρωνεία με την οποία μας αντιμετωπίζει καμιά φορά η Ειμαρμένη. Τον γνωρίζει, όντως.  Έχει τη σωστή ηλικία και θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο φυσικός μου πατέρας, αλλά δεν υπάρχει τρόπος να το επαληθεύσουμε από τον ίδιο.

«Γιατί; Πέθανε κι αυτός;»

«Μάλλον όχι, αλλά είναι κι αυτός αιχμάλωτος των Καρχηδονίων. Τον έπιασαν πρόσφατα, καθώς ταξίδευε συνοδεύοντας ένα φορτίο σιτηρά προς την Κηρύνη. Οι Αφρικανοί έχουν ζητήσει λύτρα, μου είπε ο Φιλήμονας, αλλά από ό, τι ξέρει απ’ την αλληλογραφία και τις επαφές του με την πατρίδα, οι συγγενείς και κληρονόμοι του τραπεζίτη σφυρίζουν αδιάφορα. Όμως…»

«Όμως τι;»

«Υπάρχει και ένα άλλο σημείο που με προβληματίζει, σχετικά με τον Ανδρομήδη, αν και νομίζω πως δεν έχει αποφασιστική σημασία…»

«Τι πράγμα;»

«Από αυτά που ξέρει γι αυτόν ο Φιλήμονας, προκύπτει ότι, παρά την ιδιότητα του τραπεζίτη, ο Ανδρομήδης είναι φανατικός φιλολάκων. Ξέρεις, από εκείνους που θαυμάζουν τους Σπαρτιάτες όχι μόνο για την πολεμική τους ανδρεία, αλλά και για τη γενικότερη νοοτροπία τους. Υπάρχουν αρκετοί φανατικοί αυτού του είδους. Αυτό, θα μου πεις, είναι ιδιαίτερα παράδοξο για έναν τραπεζίτη, δεδομένου ότι οι Σπαρτιάτες δεν έχουν καν ένα νόμισμα της προκοπής και περιφρονούν τις χρηματικές συναλλαγές. Τουλάχιστον αυτό λέει η παράδοση, αν και τα τελευταία χρόνια πολλά παραδοσιακά πράγματα έχουν αρχίσει να χαλάνε… Σε κάθε περίπτωση, ένας φιλολάκων δεν θα φορούσε ποτέ αθηναϊκή φορεσιά. Εμένα μου φαίνεται πολύ απίθανο. Αλλά  εάν ο πατέρας μου είναι ο Ανδρομήδης, τότε ποιος ήταν εκείνος ο αθηνοφορεμένος που με εντυπωσίασε όταν ήμουν μικρός; Αποκλείω να ήταν κάποιος θαυμαστής των Λακεδαιμονίων».

Γελάω.

«Και έτσι, Οινοκράτη μου, να που έρχεται στο προσκήνιο και πάλι ο Αριστοτέλης, ή μάλλον το Άλφα του ονόματός του». Δεν χαμογελάει.

«Εντάξει του λέω, έχουμε αντιμετωπίσει δυσκολότερα αινίγματα. Ναι είσαι σίγουρος ότι δεν θα αφήσουμε άλυτο αυτό. Όσο για τον Αριστοτέλη, άσε να το χειριστώ πρώτα εγώ και εάν χρειαστεί τον βλέπουμε και μαζί». Αυτήν τη φορά χαμογελάει.

Σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι. Τυπικά, χάνω έναν ικανό δούλο, αλλά στην ουσία κερδίζω κάτι πολύ πιο δυσεύρετο και πολύτιμο: έναν καλό φίλο.

…..%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

[1] Κοίλον: ο αμφιθεατρικός χώρος του αρχαίου θεάτρου όπου κάθονταν οι θεατές.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται την Ωραία των Αθηνών

Posted by vnottas στο 18 Οκτώβριος, 2017

Μέρος Έβδομο: Η δίκη

Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται την Ωραία των Αθηνών

images (12)

Ο Εύελπις βρίσκεται στον  προθάλαμο της πολυτελούς κατοικίας της Φρύνης. Και περιμένει. Αδιαμαρτύρητα.

Η αναμονή αποτελεί αποδεκτή οφειλή στην ιδέα του κάλλους, για την οποία οι θεοί αποφασίζουν που και που, όχι πάντα, να δώσουν μια χειροπιαστή (ω πόσο!) γεύση στους θνητούς. Και η Φρύνη αποτελεί τη ζωντανή  απόδειξη ότι η ωραιότητα έχει θεία προέλευση, ο Εύελπις το ξέρει  και γι αυτό υποκλίνεται νοερά και περιμένει.

Ο προθάλαμος είναι διακοσμημένος με καλλιτεχνήματα εμπνευσμένα από την (νυν – προφανώς στο μέλλον θα υπάρξουν κι άλλες) Ωραία των Αθηνών και φιλοτεχνημένα από τους πιο γνωστούς γλύπτες και ζωγράφους της εποχής. Έτσι ώστε, σκέφτεται ο Εύελπις, οι θαυμαστές της ωραίας που φτάνουν μόνο μέχρι εδώ και δεν καταφέρνουν να περάσουν στα ιδιαίτερα δωμάτιά της, να παίρνουν τουλάχιστον μια ορατή (αν και όχι απτή)  δόση ομορφιάς και να αποζημιώνονται κάπως.

Όπως είναι αναμενόμενο, σε περίοπτες θέσεις υπάρχουν χάλκινα και μαρμάρινα έργα του Πραξιτέλη. Μερικά απ’ αυτά είναι οι δυσεύρετες αρχικές μελέτες-μικρογραφίες ογκωδέστερων έργων που κοσμούν σήμερα ναούς και πλατείες πολλών πόλεων.

Ο Εύελπις ξέρει, όπως άλλωστε όλη η πόλη, ότι ο διάσημος Αθηναίος γλύπτης, παρά τη διαφορά ηλικίας, υπήρξε  ο μεγάλος έρωτας της Φρύνης. Τα περίφημα αγάλματα της θεάς Αφροδίτης, τα ενέπνευσε εκείνη και φιλοτεχνήθηκαν με πρότυπο το δικό της σώμα και το δικό της πρόσωπο. Σήμερα ο Πραξιτέλης έχει περάσει τα εξήντα και απ’ ό, τι είπε στον Εύελπι η μητέρα του, η κυρά Άνθεμη, που είναι καλά πληροφορημένη περί τα ¨αθηναϊκά¨, δεν είναι και τόσο καλά στην υγεία του. Λέγεται ότι το εργαστήριο έχει περάσει πλέον στα χέρια των γιών του, του Κηφισόδοτου και του Τίμαρχου, αλλά η Φρύνη (και η κυρά Άνθεμη λέει πως το βρίσκει σωστό και το εγκρίνει) δεν έχει παύσει να επισκέπτεται και να συμπαραστέκεται στον αλλοτινό της έρωτα.

Στο μυαλό του Εύελπι έρχεται η παλιά χαριτωμένη ιστορία, τότε που ο Πραξιτέλης θέλησε να χαρίσει ακόμη ένα έργο του στη Φρύνη και εκείνη, φυσικά, απαίτησε το καλύτερο. Εκείνος της είπε να διαλέξει, αλλά εκείνη αρνήθηκε και επέμενε να της δώσει το δημιούργημα που ο ίδιος και όχι αυτή, θεωρούσε πιο πετυχημένο. Ο Πραξιτέλης όμως απέφευγε να της αποκαλύψει ποιο προτιμούσε. Της έλεγε ότι όλα ήταν σαν παιδιά του και άλλα τέτοια, που λένε συνήθως οι καλλιτέχνες.

Η Φρύνη όμως δεν το ‘βαλε κάτω, οπότε μια στιγμή εμφανίζεται ένας υπηρέτης, βαλτός από εκείνην, και λέει στον γλύπτη: ¨Τρέξε Πραξιτέλη, καίγεται το εργαστήρι σου και μερικά έργα καταστράφηκαν!¨ κι εκείνος, ανήσυχος, αυθόρμητα, εύχεται και ρωτάει: ¨Ελπίζω ανάμεσά τους να μην είναι ο Σάτυρος και ο Έρωτας;¨ Οπότε εκείνη χαμογελώντας θριαμβευτικά του λέει: ¨Δεν κάηκε τίποτα αγαπημένε μου Πραξιτέλη, αλλά ένα από αυτά τα έργα σίγουρα θα το χάσεις. Γιατί, αποφάσισα: ένα απ’ αυτά  είναι το άγαλμα που θα μου χαρίσεις!¨  

Έτσι η Φρύνη απέκτησε τον ¨Έρωτα¨ που στη συνέχεια τον αφιέρωσε στον ναό της Αφροδίτης στις Θεσπιές, την ιδιαίτερή της πατρίδα, ενώ ο ¨Σάτυρος¨ παρέμεινε στην Αθήνα και τοποθετήθηκε στην οδό των Τριπόδων, κάτω από την Ακρόπολη,  ούτως ώστε όλοι να μπορούν να θαυμάσουν έναν σάτυρο χωρίς τραγοπόδαρα μεν, πλην όμως νέο, όμορφο και μόνον υπαινικτικά λάγνο και θηριώδη.

images (6)

Ανάμεσα στις ζωγραφιές που κοσμούν τους τοίχους του προθάλαμου, ξεχωρίζει μια απεικόνιση της Φρύνης φτιαγμένη από τον Απελλή, τον εικονογράφο από την Σικυώνα. Ο Εύελπις τον θυμάται. Είχε γίνει ήδη γνωστός στην Αθήνα προτού γνωρίσει τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, τον οποίο και ακολούθησε στην ασιατική εκστρατεία ίσαμε την Έφεσο, ως προσωπικός του ζωγράφος. Ίσως η απουσία του από την Αθήνα να είναι η αιτία που τα έργα του όπου κυριαρχεί η εικόνα της, είναι λιγοστά.  Όμως, μια άλλη αιτία μπορεί να είναι ότι οι παρέες της Φρύνης απαρτίζονταν (και απαρτίζονται ακόμη) από καλλιτέχνες και πολιτικούς που αντιπαθούν, εάν δεν εχθρεύονται ανοιχτά, τους Μακεδόνες.  Αρχίζοντας από τον κολλητό της, τον ρήτορα Υπερείδη, όλοι σχεδόν οι φίλοι της ανήκουν στους Αθηνοκεντρικούς και στους Αντιμακεδόνες∙ επομένως δεν υπήρξε (πολύς) χώρος για εκείνους που, όπως ο Απελλής, ακολούθησαν τον Αλέξανδρο. Ο Υπερείδης είναι εκείνος που την είχε υπερασπιστεί όταν κατηγορήθηκε από κάποιον Ευθία για ασέβεια προς του παραδοσιακούς θεούς και επειδή (κατά τον Ευθία – ως άλλος Σωκράτης) εισήγαγε στην Αθήνα έναν λάγνο καινό δαίμονα, θρακικής προέλευσης, τον αποκαλούμενο Ισοδαίτη.

Ο Εύελπις χαμογελάει. Τη θυμάται τη δίκη της Φρύνης. Ήταν λίγο πριν την αναχώρησή του για την Ασία. Ήταν μία ακόμη περίσταση που οι Αθηναίοι είχαν διαιρεθεί: χωρισμένοι σε υπέρ και κατά του ζεύγους της κατηγορούμενης και του υπερασπιστή της, αλλά και διαιρεμένοι με βάση πόσο (και ποιο) μέρος του ωραίου της κορμιού είχε επιδειχθεί γυμνό στους δικαστές, προκειμένου η άψογη θέασή του να συνηγορήσει για την  γενικότερη αθωότητά της. Άλλοι έλεγαν ότι ήταν μόνο το αριστερό στήθος της, άλλοι το δεξί, άλλοι ισχυρίζονται ότι το θέαμα υπήρξε ολικό και πανοραμικό.

Υπήρξε επίσης διαφωνία σχετικά  με το εάν η αναζήτηση της ¨γυμνής¨ αλήθειας  ήταν  εύρημα της υπεράσπισης ή ήταν πρωτοβουλία της Φρύνης της ίδιας.  Ο Εύελπις θυμάται ότι είχε τόσο πολύ κόσμο στη δίκη (είχε γίνει χαμός από ντόπιους και ξένους επισκέπτες) που, τόσο η ακρόαση, όσο και η θέαση της διαδικασίας από το κοινό είχε καταντήσει προβληματική. Μέσα σε έναν τέτοιο σαματά και ένα τέτοιο στριμωξίδι, ο κάθε ένας είδε κι άκουσε ό, τι ήθελε.

Πάντως ο Εύελπις θυμάται πως, αν και τότε δεν ήταν τόσο ενήμερος για τις πολιτικές μανούβρες όσο τώρα, είχε ήδη θεωρήσει ότι η δίκη της Φρύνης ήταν στην ουσία μια πολιτική δίκη. Η ανερχόμενη τότε (μετά την ήττα των Αθηναίων στη Χαιρώνεια) παράταξη των φιλομακεδόνων, είχε βάλει στόχο την αντίπαλη ομάδα  και είχε εγκαλέσει το πιο τρωτό μέλος της, την Φρύνη, προκειμένου να αποδυναμώσει ένα από τα ηγετικά της στελέχη, τον (σύμφωνα με πολλούς ευνοούμενο εραστή της) ρήτορα Υπερείδη. Αυτήν τη δίκη οι φιλομακεδόνες την έχασαν, -οι φιλόκαλοι δικαστές αθώωσαν  τη Φρύνη- ευτυχώς χωρίς πολλές παράπλευρες απώλειες, μια που η πολιτική της συσπείρωσης των Ελλήνων (περί τους Μακεδόνες) έδειχνε να πετυχαίνει και η εκστρατεία προς ανατολάς ξεκινούσε θριαμβευτικά. ¨Όμως¨, σκέφτεται ο Εύελπις με το νου του στην επικείμενη δίκη που ξεκινάει ο Αισχίνης, ¨νομίζω πως σ’ αυτό έχει δίκιο ο Δημάδης, καλό θα είναι να μην επαναληφθεί μια δικαστική αποτυχία, γιατί, αυτήν τη φορά,  ενδέχεται να είναι περισσότερο επώδυνη για όλους¨.

images (5)

Ένα θρόισμα των παραπετασμάτων που χωρίζουν τον προθάλαμο από τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του οίκου της Φρύνης αποσπά τον Εύελπι από τους ¨εν αναμονή¨ συλλογισμούς του. 

Ακούγεται μια ευχάριστη καμπανιστή φωνή.

«Και όμως… Νομίζω πως σε θυμάμαι νεαρέ Μεγαρέα. Μα ναι, σίγουρα σε έχει πάρει το μάτι μου, παλιότερα, σε γιορτές και συναντήσεις. Αν και έχω την εντύπωση ότι, τότε, ήσουν μάλλον ντροπαλός και πως στις συντροφιές έμενες μάλλον στο περιθώριο».

Ο Εύελπις σηκώνεται και γέρνει το κεφάλι του μπροστά χαιρετίζοντας την οπτασία που εμφανίστηκε ανάμεσα στα κεντημένα παραπετάσματα.

«Εάν ωραία Φρύνη με θυμάσαι, έστω και αμυδρά, το θεωρώ μεγάλη μου τιμή», της λέει.

«Συνήθως έκανες παρέα με τους ακόλουθους του Ισοκράτη, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, ανήκω σε μια από τις τελευταίες φουρνιές των μαθητών της σχολής του, πριν ο δάσκαλος διαβεί την  Αχερούσια Πύλη».

Η Φρύνη του δείχνει μια πολυθρόνα και του κάνει νεύμα ότι μπορεί να καθίσει. Η ίδια κάθεται σε μια άλλη, απέναντί του. Εμφανίζονται δύο νεαρές θεραπαινίδες κρατώντας δίσκους με αναψυκτικά: μελίκρητο[1] και ένα είδος ελαφριού κυκεώνα[2]. Τα τοποθετούν στο χαμηλό τραπέζι  ανάμεσά τους και αποσύρονται. Η Φρύνη τον κοιτάζει ερωτηματικά, εκείνος της δείχνει τον κρατήρα με τον κυκεώνα και εκείνη του γεμίζει ένα σκύφο, ενώ για τον εαυτό της ετοιμάζει μία κύλικα με μελίκρητο.

Η Ωραία είναι τώρα ελαφρά ειρωνική: «Ώστε η μοίρα των ¨πανελλαδιστών¨ τους οδηγούσε εν τέλει στην αυλή των Μακεδόνων;…»

Ο Εύελπις έχει προς στιγμήν αφαιρεθεί θαυμάζοντάς την.  Η κόμμωσή της είναι περίτεχνη, αλλά το πρόσωπό της είναι καθαρό από ψιμύθια.  Φοράει ένα, εκ πρώτης όψεως απλό, λευκό πτυχωτό φόρεμα… Όμως η παρατήρησή της τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.

«Θα ήταν μεγάλη και εκλεκτή απόλαυση εάν θα είχα την ευκαιρία μα συζητήσω μαζί σου τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις αξιέραστη Φρύνη. Και είμαι απολύτως στη διάθεσή σου αν επιθυμείς κάτι τέτοιο. Ωστόσο επίτρεψέ μου πριν απ’ όλα να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου προς την Θαΐδα και να σου μεταφέρω την αγάπη, τον σεβασμό και την πάγια εκτίμησή της απέναντί σου».

Η Φρύνη χαμογελάει.

«Η Θαίδα είναι μια ταλαντούχα νέα» λέει. «Δεν ξέρω αν έκανε καλά όταν αποφάσισε να ακολουθήσει την εκστρατεία, αλλά ήμουν πάντοτε σίγουρη ότι και εκεί θα άφηνε το χνάρι της».

Η Φρύνη κοιτάζει τον συνομιλητή της κατά πρόσωπο, προσεκτικά. Προφανώς κάτι θα τον ρωτήσει και θέλει να ανιχνεύσει την απάντηση, όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στην έκφρασή του. «Αληθεύει ότι είναι αυτή που προκάλεσε την πυρκαγιά της Περσέπολης;»

Ο Εύελπις ξέρει ότι η Φρύνη δεν δίστασε να δείξει και μάλιστα με θεαματικό τρόπο τις δικές της απόψεις για όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, όταν πρότεινε στους Θηβαίους να αναγείρει και πάλι, με δικά της έξοδα, τα τείχη της πόλης που κατάστρεψε ο Αλέξανδρος. Η Ωραία δεν κατέχει μόνον άφθονο χρήμα, αλλά έχει και άποψη και κουράγιο: όλα τα απαραίτητα για να τροφοδοτηθεί ο μελλοντικός της θρύλος. Η (συντηρητική) ηγεσία της πόλης των Θηβών αρνήθηκε, αλλά η προσφορά πέρασε το ίδιο στην Ιστορία. Τώρα να που η Φρύνη ενδιαφέρεται, ίσως να ανησυχεί ή ίσως να χαίρεται, ακούγοντας πως η νεαρή Θαΐδα έκανε κάτι ακόμη πιο θεαματικό.  Έκαψε, ως νέα ενσάρκωση της Νέμεσης τα παλάτια της πρωτεύουσας των Περσών.

Ο Εύελπις ανασηκώνει το ένα φρύδι και της χαμογελάει.

«Όχι» της απαντά. «Δεν ήταν αυτή.  Άλλωστε πιστεύω ότι εάν το είχε κάνει εκείνη, εσύ θα το ήξερες ήδη». 

Η Φρύνη δεν αγνοεί το υπονοούμενο του Μεγαρέα. «Νομίζω ότι μου αποδίδεις γνώση πραγμάτων και εποπτεία των καταστάσεων που, δυστυχώς, δεν έχω. Ποιος ήταν λοιπόν ο εμπρηστής;»

«Θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντι σου ωραία Φρύνη και ελπίζω να είσαι και εσύ εξ ίσου ειλικρινής, αν και ξέρω λίγο-πολύ τόσο τις γενικότερες απόψεις σου, όσο και εκείνες των στενών σου φίλων. Αν αναρωτιέσαι γιατί αυτή η εμπιστοσύνη, θα σού πω ότι πιστεύω πως υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στους ανθρώπους που διαθέτουν καλή πίστη, όποια κι αν είναι η πολιτική που ο καθένας κρίνει προσφορότερη για την σημερινή κατάσταση».

«Σε ακούω με ενδιαφέρον νεαρέ Μεγαρέα».

«Σχετικά με την πυρκαγιά, αυτή φαίνεται πως ήταν το μοιραίο αποτέλεσμα της σύγκλισης δύο πραγμάτων: Αφ’ ενός η φωτιά στην Περσέπολη ήταν μια στρατηγική αναγκαιότητα στη διεξαγωγή ενός πολέμου σε εξέλιξη, όπου δεν έχει γραφτεί ακόμη το οριστικό τέλος, επομένως μερικά ¨εκφοβιστικά¨ ή απλώς ¨προληπτικά¨ μέτρα έχουν τους οπαδούς τους. Αφετέρου, ανεξάρτητα με το ποιος άναψε το δαδί, η απόδοση της ευθύνης στην Θαΐδα (όχι μόνο σε αυτήν, αλλά γενικότερα στην Αθηναϊκή πολιτική η οποία παρουσιάζεται ως παρεμβατική και εκδικητική) είναι  μια εσκεμμένη συκοφαντική επιχείρηση, έτσι ώστε να υπονομευτεί η σχέση της Αθήνας με τους Μακεδόνες προς όφελος άλλων πολιτικών και άλλων επιρροών. Γιατί δε ρωτάς τους Αθηναίους πρέσβεις που συνόδεψαν τα αγάλματα; Θα δεις ότι ξέρουν κάποια πράγματα και ενδεχομένως θα σου μιλήσουν σχετικά.

Όμως προηγουμένως με ρώτησες κάτι άλλο. Εάν η θεωρητική διδασκαλία του Δάσκαλου Ισοκράτη για ενότητα των Ελλήνων συμβιβάζεται με την συγκεκριμένη μακεδονική ηγεμονία, πρώτα του Φίλιππου και τώρα του Αλέξανδρου. Θα σου απαντήσω ευθέως: όχι. Όχι πλήρως.

Είναι αλήθεια ότι ο Δάσκαλος Ισοκράτης απογοητευμένος από τις έριδες και τις μικροκακίες των πολιτικών παρατάξεων είχε απευθυνθεί γραπτά προς τον Φίλιππο ζητώντας του να πάρει ενωτικές πρωτοβουλίες, όμως είναι αλήθεια επίσης, κακά τα ψέματα,  ότι η ηγεμονία και η καθοδήγηση των Ελλήνων που είχε αρχικά στο μυαλό του ο Ισοκράτης αφορούσε βασικά την Αθηναϊκή δημοκρατία. Αυτή είναι που θα έπρεπε να αναλάβει τα ηνία, όχι νικώντας σε έναν ακόμη καταστρεπτικό πόλεμο, αλλά επειδή, απλούστατα, θα μπορούσε να πείσει τους Έλληνες για το αυτονόητο: πόσο ανόητες και φθοροποιές είναι οι αλλεπάλληλες εσωτερικές συγκρούσεις.

Αλλά η Ιστορία ακολούθησε διαφορετικό ρου. 

Τώρα εσύ ίσως δεν έχεις άδικο να αναρωτιέσαι πώς και γιατί οι οπαδοί των θεωριών του Ισοκράτη υποστηρίζουν την ηγεσία των Μακεδόνων. Η ορθότερη απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι η πιο απλή: Ούτε η Αθήνα ούτε καμιά άλλη από τις παραδοσιακά ισχυρές ελληνικές πόλεις είναι σε θέση σήμερα να ηγηθεί σε ένα σοβαρό πανελλήνιο ενωτικό εγχείρημα. Η Ιστορία διανύει μία φανερή καμπή και είναι μοιραίο να εμφανιστούν νέοι πρωταγωνιστές. Ίσως με λιγότερη αίγλη αλλά με περισσότερη αποτελεσματικότητα, Εάν η ενότητα εξακολουθεί να είναι το πρώτο ζητούμενο, τότε δεν υπάρχουν περιθώρια για μεμψιμοιρίες.

Όμως, πρόσεξέ με Φρύνη: αυτό δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες του Νότου πρέπει να ακολουθήσουν τυφλά και άκριτα τους Μακεδόνες. Αντίθετα, πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση, αν όχι σε επιφυλακή». 

30fe7-6a0168e53be7ff970c01a511bd202b970c-pi

Η Φρύνη τον κοιτάζει με κάποια έκπληξη και τον διακόπτει χαμογελώντας. Ίσως λίγο θερμότερα απ’ ό, τι πριν.   «Θέλω να σου πω δύο πράγματα: το ένα είναι πως σε ευχαριστώ που δεν αναλώθηκες κάνοντάς μου μόνον τις συνήθεις φιλοφρονήσεις. Σε ακούω με ευχαρίστηση να μου μιλάς για τα κοινά. Όχι γιατί οι έπαινοι έπαψαν να μου αρέσουν, απλά γιατί, ακόμη και σ’ αυτούς, προτιμώ κάποια ποικιλία. Με ενδιαφέρει -πάντοτε με ενδιέφερε- το τι συμβαίνει γύρω μου και μου αρέσει να ενημερώνομαι και να συζητώ. Αυτό είναι κάτι που οι φίλοι μου το ξέρουν και με ευχαριστεί που το αναγνωρίζεις κι εσύ.

Το άλλο που θέλω να σου πω είναι ένα ερώτημα:  Νεαρέ Μεγαρέα προσπαθείς να με προσηλυτίσεις; Αν ναι, σε τι ακριβώς; Ξέρω πως γνωρίζεις ότι αρνήθηκα να ανεβώ στη Μακεδονία όταν με προσκάλεσε ο Φίλιππος και πως ούτε η γοητεία του νεαρού Αλέξανδρου στάθηκε ικανή να με κάνει να αλλάξω γνώμη. Ξέρεις επίσης ότι ανάμεσα στους στενούς μου φίλους βρίσκονται μερικοί από τους πιο αξιόλογους πολίτες της Αθήνας, οι οποίοι όμως δεν διακρίνονται για τη συμπάθειά τους προς τους στρατηλάτες του Βορρά».

«Αξιέραστη Φρύνη. Ούτε εσύ ούτε εγώ είμαστε γεννημένοι στην Αθήνα. Όμως φιλοξενηθήκαμε και γίναμε αποδεκτοί σ’ αυτήν την πόλη και μπορούμε να πούμε πως και οι δυο την αγαπάμε και επιθυμούμε να είναι ευημερούσα και ευτυχής. Αλλά το βασικότερο και περιεκτικότερο κοινό μας σημείο είναι ότι και οι δυο γνωρίζουμε πως ανήκουμε σε ένα ευρύτερο σύνολο, αισθητά διαφορετικό από τις ανοργάνωτες φυλές της Δύσης και του Βορρά, αλλά και διακριτό από τα μονολιθικά βασίλεια και τις αυτοκρατορίες της Ανατολής και του Νότου. Αυτό το σύνολο που συσπειρώθηκε άλλοτε νικώντας τους ασιάτες εισβολείς, μπορεί και πάλι να συμπτυχτεί και να επιτύχει θαυμαστά καινούργια πράγματα. Αρκεί στην απαράμιλλη ζωτικότητα των ελληνικών φύλων του βορρά που παίρνουν τώρα την πρωτοβουλία, να προστεθεί η σοφία και η εμπειρία της  παλιάς Ελλάδας. Πιστεύω πως σε μια τέτοια κατεύθυνση μπορούμε να συμβάλουμε, τόσο εγώ, ο φιλοξενούμενος στην Αθήνα Μεγαρεύς όσο κι εσύ, η καταγόμενη από τις Θεσπιές της Βοιωτίας αγαπημένη των Αθηνών».

Ένα καμπανιστό γελάκι, δείχνει την ευαρέσκεια της Φρύνης

«Αυτό που είπες για την αξία της εμπειρίας με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το ξέρεις. Για τα άλλα δεν ξέρω… ακόμη. Πάντως βρίσκω τη συζήτηση μαζί σου ενδιαφέρουσα. Νομίζω ότι μπορείς να με επισκέπτεσαι. Στο σπίτι μου θα συναντήσεις και θα μπορέσεις να συνομιλήσεις χωρίς τυπικότητες, αρκετούς σημαντικούς γηγενείς. Λίγο κυκεώνα ακόμη;»

Όμως, παρά την αυτοκυριαρχία του, που ο ίδιος θεωρεί δεδομένη, η προσοχή του Εύελπι έχει εστιαστεί στο γόνατο, καθώς και ένα τμήμα του μηρού της ωραίας που έχει εμφανιστεί ανάμεσα στις πτυχές του φορέματός της και έτσι, προσωρινά τουλάχιστον , δυσκολεύεται να απαντήσει…

……………….

[1] Μελίκρητος: υδρομέλι

[2] Κυκεών: κυρίως κρασί, αλλά ανακατεμένο με μέλι, τυρί,  και κριθαρένιο αλεύρι.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Ιντερμέδιο ΣΤ. Μια επιστολή ταξιδεύει…

Posted by vnottas στο 9 Σεπτεμβρίου, 2017

Ιντερμέδιο VI: Μια επιστολή που ταξιδεύει από τα Εκβάτανα προς την Αθήνα

 

Ο Εύελπις κατάφερε να ολοκληρώσει έγκαιρα τις αναγκαίες παρεμβάσεις έτσι ώστε το δίκτυο αλληλογραφίας ανάμεσα στα μετόπισθεν και το μέτωπο να γίνει ταχύτερο και ασφαλέστερο. Κατόρθωσε επίσης να ανανεώσει την ειδική γραμμή για τα μηνύματα που απαιτούν προτεραιότητα και εμπιστευτικότητα εισάγοντας νέα έμπιστα στελέχη  καθώς και νέους κώδικες κρυπτογράφησης βασισμένους στην στενογραφία του Ξενοφώντα. Για να τα καταφέρει εφάρμοσε τις υποδείξεις έγκυρων Ελλήνων τεχνικών και χρησιμοποίησε την βοήθεια των ημεροδρομικών υπηρεσιών των κομβικών ενδιάμεσων πόλεων. Έλαβε επίσης υπ’ όψιν στοιχεία από τα επικοινωνιακά συστήματα που είχαν αποδειχτεί αποτελεσματικά στην Αίγυπτο και την Περσία.

Η ακόλουθη επιστολή ταξιδεύει από τα Εκβάτανα προς την Αθήνα. Απευθύνεται στον Εύελπι τον Μεγαρέα και την έχει συντάξει ο προϊστάμενος του ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος

 skytali

Αγαπητέ Εύελπι σε χαιρετώ.

Σπεύδω να σε διαβεβαιώσω ότι είμαι καλά και ότι βρίσκομαι στα Εκβάτανα, πλάι αν όχι ακριβώς πάνω στην πρώτη γραμμή της εκστρατείας. Έμαθα για την αίσια κατάληξη του ταξιδιού σου και για την άφιξη της αποστολής στην Αθήνα. Έλαβα ήδη την επιστολή όπου μου περιγράφεις το κλίμα που επικρατεί εκεί καθώς και τις πρώτες σου επαφές. Έλαβα επίσης μια επιστολή από τον Αριστοτέλη, όπου ανάμεσα στα άλλα μου γράφει καλά λόγια για σένα. Φαίνεται ότι του έκανες καλή εντύπωση και νομίζω ότι πρέπει να σε συγχαρώ γι αυτό. Δεν είναι μικρό πράγμα να μιλάει για κάποιον επαινετικά ο Δάσκαλος.

Αλλά υπάρχουν και εδώ νεώτερα στα οποία θέλω να σε κάνω κοινωνό. Τα περισσότερα είναι ευχάριστα και τόσο καθοριστικά που είναι πιθανό ο απόηχός τους να έχει ήδη φτάσει στην Αθήνα, πριν από την παρούσα επιστολή.

Αλλά ας τα πω από την αρχή.

Ήμουν ακόμη στα Σούσα όταν ήρθε να με βρει ο στρατηγός Κλείτος. Ήταν κι αυτός ασθενής και είχε παραμείνει στις φροντίδες του Ακαρνάνα γιατρού για ένα διάστημα. Μου είπε ότι αποθεραπεύθηκε  και ότι θα επέστρεφε στο μέτωπο.

«Ο Αλέξανδρος», μου διευκρίνισε, «έχει δώσει εντολή στον γέρο-Παρμενίωνα να μεταφέρει τον υπόλοιπο θησαυρό της Περσέπολης στα Εκβάτανα, αμέσως μόλις η πόλη πέσει στα χέρια μας. Ο Παρμενίων βρίσκεται ήδη στη Περσέπολη, προετοιμάζει τη μεταφορά, και περιμένει την είδηση ότι η πρωτεύουσα της Μηδίας έπεσε, για να ξεκινήσει. Ζήτησε ήδη από την φρουρά των Σούσων να του στείλει όσα υποζύγια μπορεί να βρεθούν εδώ, γιατί στη Περσέπολη δεν υπάρχουν πλέον αρκετά, και ρωτάει εάν τόσο εγώ, όσο κι εσύ, επιθυμούμε να ταξιδέψουμε μαζί του προς βορράν».

image832

Η ιδέα ήταν καλή. Αυτή την εποχή, σε αυτά τα μέρη, είναι πολύ καλύτερα να ταξιδεύει κανείς ομαδικά παρά μόνος του.  Έτσι ξεκινήσαμε συνοδευμένοι από ένα τμήμα της φρουράς και αρκετά ζώα που συλλέχθηκαν άμεσα απ’ την πόλη και την γύρω ύπαιθρο. Χωρίς να συναντήσουμε καθ’ οδόν δυσκολίες, φτάσαμε στην Περσέπολη (ή μάλλον σε ό, τι έχει απομείνει απ’ αυτήν) και συναντήσαμε τον Παρμενίωνα.  Ο παλαίμαχος στρατηγός δεν μου φάνηκε ευτυχής για τη συγκεκριμένη αποστολή που του ανατέθηκε. Είναι γνωστό ότι ο Παρμενίωνας δεν εκτιμά γενικώς τα πλούτη και είναι φανερό ότι θα προτιμούσε αντί να ασχολείται με τη μεταφορά του θησαυρού, να είχε παραμείνει στο μέτωπο και να συμμετέχει στις επιχειρήσεις που διεξάγονται εκεί.

Η είδηση για την επικείμενη παράδοση των Εκβατάνων ήρθε μαζί με την εντολή να  ξεκινήσουμε. Μπόρεσα έτσι να δω από κοντά τη δύσβατη ορεινή διαδρομή που διήνυσε ο κύριος όγκος του στρατεύματος και μάλιστα χωρίς να έχει ήδη αρχίσει για τα καλά το θέρος, όπως τώρα. Απόρησα για την ταχύτητα που κατάφεραν  να αναπτύξουν κάτω από τέτοιες συνθήκες και έδωσα νοερά συγχαρητήρια στον Ευμένη για την οργάνωση της επιμελητείας και του ανεφοδιασμού.

Λάβε υπ’ όψιν ότι το πέρασμα Ντεχ Μπιντ στις ράχες του Ζάγκρου βρίσκεται σε ύψος δύο χιλιάδων επτακοσίων μέτρων.

Να σου πω επίσης ότι, όπως έμαθα από τον Παρμενίωνα, στη χώρα των Παραιτακών (ανάμεσα στο πέρασμα Ντεχ Μπιντ και τη Μηδία), έναν τόπο φημισμένο για τον δριμύ του χειμώνα, ο Αλέξανδρος άφησε ως σατράπη τον Οξοάρθη, γιο του γνωστού μας Σατράπη της Σουσιανής, του Αβουλίτη. 

Φτάσαμε στα Εκβάτανα λίγες μέρες μετά την είσοδο των στρατευμάτων μας στην όμορφη αυτή πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονται τα θερινά ανάκτορα των Αχαιμενιδών. Χτισμένη στα υψώματα ενός βουνού,  περιβάλλεται από επάλληλα κυκλικά τείχη που, βαμμένα με διαφορετικά χρώματα, εντυπωσιάζουν όποιον τα πλησιάζει από την πλευρά της πεδιάδας.

Ξέρεις ότι έχω ένα επιστημονικό ενδιαφέρον για τα φαινόμενα που προκαλούν εντυπωσιασμό. Σε διαβεβαιώνω ότι αυτή η πόλη, ιδιαίτερα όταν την βλέπεις από μακριά, σε αφήνει έκπληκτο αν όχι ενεό. Δεν χρειάστηκε να πολιορκηθεί γιατί ο Δαρείος, ο οποίος πέρασε τον χειμώνα εδώ, έσπευσε να απομακρυνθεί με όσα στρατεύματα του είχαν απομείνει (περίπου έξι χιλιάδες πεζούς και τρεις χιλιάδες ιππείς, από ό, τι μάθαμε) αμέσως μόλις πληροφορήθηκε ότι η στρατιά μας πλησιάζει.

Προφανώς σκόπευε, όπως σχολίασε ο Παρμενίωνας, να καταστρέψει οτιδήποτε θα διευκόλυνε τον ανεφοδιασμό του στρατεύματός μας σε τρόφιμα, και να κερδίσει το χρόνο που θεωρούσε αναγκαίο για να ισχυροποιηθεί κάπως, πριν αποφασίσει αν θα διαπραγματευτεί τελεσίδικα  ή όχι. Δηλαδή η συνήθης μέχρι στιγμής τακτική του. Αντίθετα, από τους θησαυρούς που είναι αποθηκευμένοι στα Εκβάτανα ¨σήκωσε¨ μόνο ένα μέρος. Δεν ξέρω πως ακριβώς μπορεί να ερμηνευτεί αυτή του η ¨παράλειψη¨. Βιαζόταν ή ήθελε με τον τρόπο αυτό να εξευμενίσει κάπως τον διώκτη του;

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σου θυμίσω πως, μετά τα όσα συνέβησαν στα Σούσα με τις κλοπές των κειμηλίων, ο φίλος Ευμένης ο Καρδιανός έχει φροντίσει να διεισδύσει στο περιβάλλον των Περσών Πριγκίπων,  χρησιμοποιώντας κυρίως τον Ευρυμέδοντα (τον δικό μας, τον Θεσσαλό ιππέα) επικεφαλής μια ομάδας από περσομαθείς Ίωνες. Η προσπάθεια αυτή πέτυχε, με αποτέλεσμα να μάθουμε αρκετά πράγματα για τις προθέσεις ορισμένων από αυτούς, αλλά και να έρθουμε σε άμεση επαφή με τον Βισθάνη, τον γιο του προηγούμενου Μεγάλου Βασιλέα, του Αρταξέρξη του Ώχου, μετά τη δολοφονία του οποίου είχε ανεβεί στο θρόνο ο Δαρείος.

Ο εν λόγω Βισθάνης περίμενε τον Αλέξανδρο δυο, τρεις σταθμούς πριν από τις πύλες της πόλης για να δηλώσει την υποταγή του και να τον πληροφορήσει για τη φυγή του Δαρείου. Έδωσε μάλιστα και κάποιες πληροφορίες για τις κρυφές κινήσεις των στασιαστών πριγκίπων, που επαύξησαν την ανησυχία και τη βιασύνη του δικού μας βασιλιά.images (21)

Ο Αλέξανδρος ήρθε να δει τους δύο πρώην ασθενείς συνεργάτες του πριν προλάβουμε να ζητήσουμε εμείς να τον χαιρετίσουμε. Ήταν παρών και ο γέρο-Παρμενίωνας. Αφού μας αγκάλιασε και μας ευχήθηκε ¨σιδερένιοι¨, μας καλωσόρισε πίσω στην εκστρατεία και μας είπε ότι δεν θα έμενε πολύ στα Εκβάτανα, γιατί βιαζόταν να προφτάσει τον Δαρείο, ξέροντας πλέον ότι ο τελευταίος των Αχαιμενιδών βασιλέων κινδύνευε τώρα κυρίως από τους δικούς του.

Έτσι, μέσα στις επόμενες ημέρες, ο ίδιος με ένα τμήμα του στρατεύματος (βασικά το εταιρικό ιππικό και τη μακεδονική φάλαγγα) θα συνέχιζε την καταδίωξη ακολουθώντας τους πιο σύντομους δρόμους, ακόμη και αν ήταν δύσβατοι. Ο Κλείτος επικεφαλής ενός άλλου τμήματος θα έπρεπε να προελάσει προς την χώρα των Πάρθων, ενώ ο Παρμενίωνας θα κατευθυνόταν προς την Υρκανία (την χώρα των Λύκων). Όσον αφορά σ’ εμένα, μου έδωσε εντολή να παραμείνω στα Εκβάτανα και εκτός από τη εποπτεία της συγγραφής των Βασίλειων Εφημερίδων που θα αναλάμβανα ξανά, αφού  ο Ευμένης θα τον ακολουθούσε στην εξόρμηση,  θα έπρεπε να επιβλέψω την παράδοση του θησαυρού της Περσέπολης.  Ξέρεις σε ποιον; Ναι, και ξέρεις!

Στον Άρπαλο του Μαχάτα!

Αυτός είναι και πάλι υπεύθυνος για τα οικονομικά της εκστρατείας και προς το παρόν έχει εγκατασταθεί κι αυτός στα Εκβάτανα. Λίγα λέω. Η αλήθεια είναι ότι του έχει ανατεθεί η ευθύνη για την πόλη και του έχουν αφεθεί έξι χιλιάδες μακεδόνες οπλίτες, μερικοί ιππείς και κάμποσοι ψιλοί.

Ειλικρινά εύχομαι να δικαιωθεί αυτή τη φορά ο Αλέξανδρος για την επιλογή του. Ωστόσο πρέπει να πω ότι η διαίσθησή μου λέει άλλα πράγματα, όχι τόσο ευοίωνα, και τα έχω πει στον Αλέξανδρο. Ξέρω ότι τον δυσαρεστώ, αλλά νομίζω ότι έτσι κάνω το καθήκον μου. Τέλος πάντων.

Να σου εκμυστηρευτώ και κάτι άλλο. Ο Αλέξανδρος, πριν μας αφήσει, μας είπε μισοαστεία-μισοσοβαρά και, σε κάθε περίπτωση, γελώντας: ¨Εσείς οι τρεις ελπίζω ότι δε με κακολογούσατε όταν τα λέγατε μεταξύ σας στο ταξίδι¨. Του είπα -αμέσως, για να προλάβω κάποια έκρηξη διαμαρτυρίας είτε από τον ευέξαπτο Κλείτο είτε από τον εύθικτο βετεράνο Παρμενίωνα- ότι εμείς οι τρεις ό, τι έχουμε να πούμε του το λέμε πάντα κατά πρόσωπο, γι αυτό και μας αγαπάει. Έφυγε χαμογελώντας αλλά εγώ άρχισα και πάλι να σκέφτομαι τι σόι διαβολές μπορεί να έχει σκαρώσει τους τελευταίους μήνες ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης και η παρέα του.

img_d6afa4be6833

Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε την επόμενη κιόλας μέρα και κατευθύνθηκε σε εξαιρετική ταχύτητα προς τα ανατολικά ακολουθώντας τα χνάρια του Δαρείου. Ο Ευμένης, που είναι μαζί του και μου στέλνει στοιχεία για τη συγγραφή της ¨Βασιλείου ¨Εφημερίδος¨, ισχυρίζεται ότι αυτή η προέλαση ξεπέρασε σε ταχύτητα οποιαδήποτε επίδοση οργανωμένου στρατεύματος, οποτεδήποτε στο παρελθόν.

Μετά από ένα δεκαήμερο εξαντλητικής προέλασης σταμάτησαν για ανεφοδιασμό και σύντομη ξεκούραση στις Ράγες, μια πόλη μεγαλύτερη από τα Εκβάτανα, αν και λιγότερο γνωστή, κοντά στη διάβαση των Κασπίων Πυλών.

Ύστερα προσπέρασε τις Πύλες και προχώρησε ως το τέλος της κατοικημένης περιοχής. Επειδή παραπέρα υπήρχε έρημος θέλησε να προμηθευτεί τα απαραίτητα τρόφιμα για το πέρασμα, αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τον ανεφοδιασμό, έφτασαν δύο ακόμη αυτόμολοι από το στράτευμα του Δαρείου (ο Βαβυλώνιος Βαγιστάνης και ο Αντίβηλος, ο γιος του Μαζαίου που μας παρέδωσε αμαχητί την Βαβυλώνα) και τον πληροφόρησαν ότι ορισμένοι πέρσες ευγενείς οργάνωσαν πραξικόπημα και συνέλαβαν τον Δαρείο. Επικεφαλής των στασιαστών, όπως ορθά είχε προβλέψει η υπηρεσία μας, είναι ο Βήσσος, ο σατράπης των Βακτρίων. Ο Αλέξανδρος διέκοψε τον ανεφοδιασμό και επικεφαλής των ταχύτερων αλλά και πιο ανθεκτικών ανδρών του, παίρνοντας μαζί του τρόφιμα και νερό μόνο για δύο μέρες, συνέχισε αμέσως την καταδίωξη.

Πράγματι μετά από δύο μέρες έφτασε στον τόπο όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Πέρσες, αλλά εκεί πληροφορήθηκε ότι ο Βήσσος και οι πραξικοπηματίες ευγενείς, με τον αιχμάλωτο Δαρείο έγκλειστο σε μια αρμάμαξα, συνέχιζαν τη φυγή προς τα ανατολικά, ενώ οι πέρσες που διαφώνησαν με τους στασιαστές και οι έλληνες μισθοφόροι τους είχαν εγκαταλείψει και είχαν καταφύγει στα γύρω βουνά.

images (19)

Ο Ευμένης κατάφερε να πληροφορηθεί από τους ντόπιους την ύπαρξη ενός συντομότερου μονοπατιού προς την ίδια κατεύθυνση με εκείνη του Βήσσου και ο Αλέξανδρος αποφάσισε να το ακολουθήσει. Διέταξε τα άλογα πεντακοσίων ιππέων να δοθούν σε ελαφρότερα οπλισμένους πεζούς και μπαίνοντας επικεφαλής αυτού του ταχύτερου αυτοσχέδιου σώματος ¨έφιππων πεζών¨, πήρε το συντομότερο μονοπάτι. Οι υπόλοιποι εξακολούθησαν την πορεία πάνω στο δρόμο στον οποίο προηγείτο ο Βήσσος, μπροστά οι ελαφρότερα και πίσω οι βαρύτερα οπλισμένοι.

Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να καλύψει μια απόσταση τετρακοσίων σταδίων[1] και να προλάβει τους πέρσες αντάρτες τα ξημερώματα της επόμενης μέρας. Ήταν διασκορπισμένοι και, προκειμένου να μετακινούνται ταχύτερα, οι περισσότεροι είχαν πετάξει ως και τις ασπίδες τους. Ελάχιστοι δοκίμασαν να αντισταθούν. Οι περισσότεροι παραδόθηκαν ή το έβαλαν στα πόδια.  Ανάμεσα σε εκείνους που διέφυγαν ήταν και ο Βήσσος με εξακόσιους περίπου ιππείς. Μέσα στην αρμάμαξα που ήταν εγκαταλειμμένη στη μέση του κακοτράχαλου δρόμου βρέθηκε ο Δαρείος ετοιμοθάνατος. Πρέπει να ξεψύχησε λίγο αργότερα.  Αυτό που φοβόταν ο Αλέξανδρος τελικά συνέβη. Απ’ ό, τι εκ των υστέρων μάθαμε, οι στασιαστές πρίγκιπες θέλησαν να τον πάρουν μαζί τους έφιππο, αλλά όταν εκείνος αρνήθηκε να εγκαταλείψει την αρμάμαξα, τον τραυμάτισαν θανάσιμα. Ίσως ο Δαρείος ήθελε -επιτέλους- να συναντήσει τον Αλέξανδρο, αλλά αυτό ήταν εκείνο που οι πρίγκιπες ήθελαν να αποφύγουν πάση θυσία. Γι αυτό τον εκτέλεσαν.  Άσχετα με το τι θα γράψουμε στις ¨Βασίλειους Εφημερίδες¨, η αλήθεια είναι ότι  δεν έχω ιδέα εάν μίλησε ή όχι με τον Αλέξανδρο πριν πεθάνει.

Αυτό ήταν αγαπητέ Εύελπι το τέλος ενός Μεγάλου Βασιλέα, το τέλος μιας ισχυρής Δυναστείας και, όπως όλα δείχνουν, το τέλος μιας κάποτε κραταιάς αυτοκρατορίας. Είναι δύσκολο να κρίνουμε εμείς τον Δαρείο, γιατί εμείς δεν είμαστε παρά οι ¨νικητές¨, άρα η άποψή μας βασίζεται σε άλλα κριτήρια και εξυπηρετεί άλλες ανάγκες. Ωστόσο, θέλω να ελπίζω ότι θα υπάρξει για όλους μας, και μια Ιστορία πιο αποστασιοποιημένη, που θα δώσει μελλοντικά μια αυθεντικότερη κρίση.images (23)

Αγαπητέ Εύελπι, μετά το θάνατο του Δαρείου ο Αλέξανδρος προχώρησε προς την Υρκανία και έμεινε για λίγο στο ανάκτορο της πρωτεύουσας  Ζαρδάκατα. Μάθαμε ότι ο Βήσσος έσπευσε να αυτοανακηρυχθεί βασιλεύς των Περσών με το όνομα Αρταξέρξης ο Τέταρτος, φορώντας μάλιστα και επιδεικνύοντας την τιάρα και  το ξίφος που κατάφερε να ανακτήσει από το θησαυροφυλάκιο των Σούσων. Όμως, όπως καταλαβαίνεις, παρά το ότι ο Αλέξανδρος σκοπεύει να κυνηγήσει και να τιμωρήσει τους αντάρτες πρίγκιπες πριν προλάβουν να γίνουν πραγματικά επικίνδυνοι, με το θάνατό του Δαρείου  ολοκληρώνεται η επίτευξη των στόχων της πανελλήνιας εκστρατείας, όπως αυτοί είχαν διατυπωθεί στο Συνέδριο της Κορίνθου. 

Γι αυτό διοργανώθηκαν γιορτές ¨λήξης¨ και δόθηκε η ευκαιρία σε όσους οπλίτες των σύμμαχων πόλεων το επιθυμούν, να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Έτσι, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς θα λάβουν πλουσιοπάροχη αμοιβή, και όπου να ‘ναι θα πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Όσοι πάλι το επιθυμούν θα παραμείνουν ως μισθοφόροι. Όσον αφορά στις απώτερες προθέσεις του Αλέξανδρου, είναι φανερό ότι δεν έχει σκοπό να σταματήσει την προέλαση, τουλάχιστον μέχρις ότου κατακτήσει το σύνολο της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.

Ωστόσο στο μακεδονικό στράτευμα υπάρχουν αντιρρήσεις. Όλα δείχνουν ότι μετά από πέντε χρόνια (αν συμπεριλάβουμε και τις επιχειρήσεις κατά των φυλών του βορρά πριν την έναρξη της ασιατικής εκστρατείας) συνεχούς πολέμου, οι στρατιώτες επιθυμούν μια εκτεταμένη ανάπαυλα, αν όχι την επιστροφή στην πατρίδα. Ο Αλέξανδρος είχε ήδη αντιληφθεί πολλά σημάδια σχετικά με τη διάδοση αυτών των απόψεων, τις οποίες άλλωστε συμμερίζονται και αρκετοί από τους κορυφαίους μακεδόνες στρατηγούς. Εάν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το μέγιστο όργανο της μακεδονικής διοίκησης εξακολουθεί να είναι το ¨Κοινόν των Μακεδόνων¨, δηλαδή η συνέλευση των μακεδόνων στρατιωτών, είναι κατανοητό γιατί ο βασιλιάς θέλησε να μάθει τις σκέψεις των μαχητών, από πρώτο χέρι, διεξάγοντας μια ειδική έρευνα.

Όπως σου έχω ήδη αναφέρει ο Αλέξανδρος ζήτησε προτάσεις και από την υπηρεσία μας για τον τρόπο που θα έπρεπε να διεξαχθεί μια τέτοια διερεύνηση του ηθικού του στρατεύματος. Δυστυχώς οι προτάσεις που υποβάλαμε δεν έγιναν αποδεκτές. Αντίθετα έγινε δεκτή η ύπουλη μεθοδολογία που πρότεινε η παρέα του Ανάξαρχου. Είπαν στους στρατιώτες ότι ολοκληρώθηκε η νέα γραμμή επικοινωνίας με την Ελλάδα και εγκαινιάζοντάς την θα μετέφεραν δωρεάν τις πρώτες επιστολές των οπλιτών προς τους οικείους τους.

Έγραψαν πολλοί. Τα γράμματα όμως προτού προωθηθούν διαβάστηκαν και αναλύθηκαν από μια ομάδα σοφιστών που πρότεινε ο Αβδηρίτης. Η διατύπωση του αποτελέσματος  της έρευνας ήταν ολίγον του τύπου ¨ήξεις – αφήξεις¨, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει πως οι οπλίτες είναι ταλαιπωρημένοι και νοσταλγούν σφόδρα την πατρίδα.  Φάνηκε επίσης, αλλά παρουσιάζεται στα πορίσματα με τρόπο αρκετά καλυμμένο, ότι υπάρχει όντως το πρόβλημα που μου ανέφερες σχετικά με τα κυκλώματα μεσαζόντων και τοκογλύφων που απομυζούν τους πιο εύπιστους οπλίτες. Είχες δίκιο: εάν δεν παρέμβουμε έγκαιρα ίσως θα υπάρξουν προβλήματα  χρεωμένων οπλιτών στο προσεχές μέλλον.

Ο βασιλιάς είδε το βασικό πόρισμα της έρευνας και αποφάσισε να μιλήσει απ’ ευθείας στους στρατιώτες και να τους πείσει να παραμείνουν και να τον ακολουθήσουν στις προσεχείς του εξορμήσεις. Και τα κατάφερε.

saloni1

Ο Αλέξανδρος απευθύνθηκε στους στρατιώτες του διαθέτοντας δύο τουλάχιστον τρανταχτά επιχειρήματα: Πρώτον ότι, μέχρι τώρα, τους έχει οδηγήσει μόνο σε νίκες. Δεύτερον, ότι πολεμάει μαζί τους στη πρώτη γραμμή και έχει ήδη στο κορμί του περισσότερες ουλές τραυμάτων από εκείνες του μέσου μαχόμενου οπλίτη. Μπορεί όμως και να ισχυριστεί ότι εάν οι πέρσες αντιληφθούν ότι οι έλληνες άρχισαν να υποχωρούν και να επιστρέφουν μαζικά προς τη Δύση, δεν αποκλείεται να συσπειρωθούν ξανά και να τους κυνηγήσουν μέχρι τη Μέση Θάλασσα.

Αν στην παραπάνω επιχειρηματολογία συνυπολογίσει κανείς και τη δυνατότητα γενναιόδωρων ανταμοιβών που εξασφαλίζονται από τους ευτραφείς θησαυρούς που πέρασαν πρόσφατα στην κατοχή του Μακεδόνα, γίνεται κατανοητό γιατί οι περισσότεροι στρατιώτες πείστηκαν.

Όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με τους μακεδόνες στρατηγούς. Όχι όλους, αλλά μερικούς σημαντικούς όπως για παράδειγμα ο γηραιός, αλλά ακμαίος Παρμενίωνας ή ο στενός φίλος του βασιλιά, ο Κλείτος, οι οποίοι (όπως και εγώ άλλωστε, τ’ ομολογώ) εκφράζουν ανοιχτά τις διαφωνίες τους, δίνοντας έτσι όπλα στους συνήθεις διαβολείς.

Η αλήθεια είναι ότι στρατηγοί και εταίροι έχουν και κάποιους άλλους λόγους να είναι δυσαρεστημένοι. Όπως ότι ο Αλέξανδρος δεν έχει λύσει ακόμη το θέμα της διαδοχής, όπως θα έπρεπε να έχει κάνει ήδη πριν από την εκκίνηση της εκστρατείας, φτιάχνοντας νόμιμους απογόνους με κάποια ελληνίδα πριγκίπισσα. Έπειτα γιατί διαπιστώνουν ότι ο ηγεμόνας τους επηρεάζεται όλο και πιο έντονα από τα περίπλοκα και φανταχτερά τελετουργικά  της περσικής αυλής και έχει αρχίσει να υιοθετεί κάποια στοιχεία της περσικής βασιλικής ενδυμασίας. Άσε που προωθεί όλο και συχνότερα πέρσες, αλλά και άλλους γηγενείς, στις ανώτερες θέσεις των κατακτημένων περιοχών.

.images (22)

Να σου μεταφέρω και ένα άλλο νέο που αφορά στους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου (περίπου χίλιοι πεντακόσιοι) οι οποίοι απέδρασαν μετά το πραξικόπημα των ευγενών, και εν τέλει παραδόθηκαν σε εμάς. Σίγουρα θα σε ρωτήσουν σχετικά στην Αθήνα και πρέπει να ξέρεις πώς ακριβώς χειρίστηκε το  θέμα ο Αλέξανδρος. Όσοι λοιπόν από τους μισθοφόρους είχαν προσληφθεί πριν από το Συνέδριο της Κορίνθου, όπου κηρύχτηκε επισήμως ο πόλεμος κατά των Περσών, τους άφησε ελεύθερους, όσους προσλήφθηκαν μετά, τους ενέταξε υποχρεωτικά στο στράτευμά του με το μισθό που τους έδινε ο Δαρείος. Όσον αφορά στην έκκληση του Φωκίωνα υπέρ των μισθοφόρων που αιχμαλωτίστηκαν στις προηγούμενες μάχες, μπορείς να μεταφέρεις στον αθηναίο ηγέτη ότι η έκκλησή του για καλή μεταχείριση, θα εισακουστεί.

Στην περίπτωση των πρέσβεων των ελληνικών πόλεων που ήταν διαπιστευμένοι στην αυλή του Δαρείου, η απόφασή του ήταν κάπως διαφορετική.

Εκείνοι που προέρχονταν από πόλεις κράτη που ήταν εξαρτημένα από τους Πέρσες, (Σινώπη, Καλχηδόνα) θεώρησε αποδεκτό το να εκπροσωπούν τις πόλεις τους στην Αυλή των Περσών, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Εκείνοι, αντίθετα, των οποίων οι πόλεις είχαν υπογράψει τις αποφάσεις του Συνεδρίου της Κορίνθου (δηλαδή τους πρέσβεις των Σπαρτιατών, καθώς και τον Αθηναίο πρέσβη Δρωπίδη) τους φυλάκισε.

.

Όλα αυτά που σου διηγούμαι, αγαπητέ Μεγαρέα, συνέβησαν μετά την έναρξη του νέου έτους, μέσα στον τρέχοντα ακόμη, τη στιγμή που σου γράφω, εναρκτήριο μήνα Εκατομβαιώνα. Όλα δείχνουν ότι και η νέα χρονιά θα είναι πυκνή σε γεγονότα. Ελπίζω και εύχομαι οι τυχόν εκπλήξεις που μας επιφυλάσσει η Ειμαρμένη να είναι θετικές και εκείνες που δεν θα είναι, να μπορέσουμε να τις αντιμετωπίσουμε με τη βοήθεια του Υπέρτατου Λόγου.

Προς το παρόν συνέχισε τη δραστηριότητά σου στην Αθήνα όπως έχουμε συμφωνήσει. Αν χρειαστεί να διαφοροποιήσουμε τη πολιτική μας, θα σε ειδοποιήσω. Περιμένω νεώτερα και για τη δίκη που απ’ ότι μου γράφεις συγκλονίζει αυτή τη στιγμή την Αθήνα. Θα έχει πιθανότατα λιγότερο εντυπωσιακές επιπτώσεις από αυτά που συμβαίνουν εδώ, αλλά δε σου κρύβω ότι, αυτού του είδους, η αθηναϊκή αναστάτωση (που όπως και να το κάνουμε, πρέπει να ακολουθεί κάποιους πάγιους κανόνες) μου  δημιουργεί -περιέργως, το παραδέχομαι- μια αίσθηση ηρεμίας και κανονικότητας. 

Ας είσαι γερός και ευτυχής

Ο Εξ Ολύνθου Καλλισθένης

images (25)

[1] Τετρακόσια στάδια: περίπου εβδομήντα τέσσερα χιλιόμετρα

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο ενδέκατο: Κουβεντιάζοντας με τον Δάσκαλο

Posted by vnottas στο 4 Σεπτεμβρίου, 2017

Κεφάλαιο ενδέκατο: Κουβεντιάζοντας με τον Αριστοτέλη

30fe7-6a0168e53be7ff970c01a511bd202b970c-pi

Στην είσοδο του κεντρικού κτιρίου του Λυκείου με υποδέχεται ένας σχετικά νέος άνδρας που μου συστήνεται ως Τύρταμος γιος του Μέλαντα από την Ερεσό της Λέσβου, αλλά, μου λέει, να μη παραξενευτώ αν ακούσω να τον φωνάζουν Θεόφραστο, γιατί αυτό είναι το παρανόμι που του έχει δώσει ο Δάσκαλος. «Μου φάνηκε μάλλον κολακευτικό και το κράτησα», προσθέτει χαμογελώντας.

Του λέω ποιος είμαι και μου απαντά ότι ναι, το ξέρει, και πως ο Δάσκαλος του έχει ζητήσει να με υποδεχτεί και να μου κάνει συντροφιά μέχρις ότου ο ίδιος τελειώσει την αποψινή του διάλεξη.

«Σε λίγο θα είναι εδώ. Θα σου πω τι συμβαίνει: Ο Δάσκαλος αγαπά και παροτρύνει τις τυχόν ενστάσεις και τα αιτήματα για διευκρινίσεις των φοιτητών. Μπορώ να πω ότι χαίρεται να τους ακούει να ενίστανται, αν και οι νέοι, ιδιαίτερα στην αρχή των σπουδών, αισθάνονται πολύ δέος  και διστάζουν να πουν ανοιχτά τη γνώμη τους. Σήμερα φάνηκαν κάποιοι αντιρρησίες ανάμεσα στους προχωρημένους και αυτό ενθουσίασε τον Αριστοτέλη. Δε θέλει ούτε να ξεκόψει τη συζήτηση  ούτε να τους απογοητεύσει με γενικόλογες περιληπτικές απαντήσεις. Γι αυτό η μικρή αυτή καθυστέρηση».

72_XXVI

Λίγο αργότερα, όταν ο Αριστοτέλης έρχεται να μας συναντήσει στη στοά της βιβλιοθήκης, έχω προλάβει να ενημερωθώ για τα επιστημονικά ενδιαφέροντα του Θεόφραστου. Όχι λίγα. Αρχίζουν από την μελέτη των φυτών (αυτός είναι που ταξινομεί και περιποιείται τα εξωτικά φυτά που στέλνουμε τακτικά στον Αριστοτέλη από την εκστρατεία) και φτάνουν μέχρι τους κοινούς ανθρώπους, όλους αυτούς που κυκλοφορούν γύρω μας,  που και αυτοί, κατά τη γνώμη του, μπορούν να καταχωρηθούν σε βασικές κατηγορίες-τύπους.

Όταν ο Δάσκαλος έφτασε, ο Θεόφραστος μας αποχαιρέτησε και αποσύρθηκε.

Ο Αριστοτέλης μου φάνηκε ελάχιστα αλλαγμένος από την τελευταία φορά που τον είδα, πριν τέσσερα χρόνια. Ίσως να μου φαίνεται ακμαιότερος τώρα. Η ίδρυση της Σχολής και το κλίμα της Αττικής πρέπει να του κάνουν καλό. Δεν ξέρω αν η συγγένειά του με τον Καλλισθένη είναι εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, αλλά μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως μοιάζουν κάπως μεταξύ τους: μέσου αναστήματος, λεπτοί, ευθυτενείς, με βλέμμα οξυδερκές και ερευνητικό.

Εκείνος, ευδιάθετος, μου λέει ότι με βρίσκει πιο ώριμο στην όψη από τότε, και πως είναι σίγουρος ότι αυτό ισχύει και για τον χαρακτήρα, πράγμα φυσικό και αναμενόμενο, λέει, για κάποιον που είναι παρών στη θυελλώδη και πυκνή σε γεγονότα προέλαση των Ελλήνων στην Ασία.

Του παρέδωσα τον βαρύ κύλινδρο με την αναλυτική επιστολή που μου είχε δώσει γι αυτόν ο Καλλισθένης. «Δάσκαλε, ο προϊστάμενός μου, απ’ ό, τι μου είπε, σου περιγράφει καταστάσεις και προβλήματα και μου ζήτησε να σου δώσω προφορικά οποιεσδήποτε διευκρινίσεις και συμπληρωματικές πληροφορίες χρειάζονται. Είμαι λοιπόν στη διάθεσή σου. Το μόνο που θα ήθελα να προσθέσω, από την πλευρά μου, είναι ότι ο Καλλισθένης θεωρεί την άποψή σου απαραίτητη και θεμελιώδη, τόσο για  να εκτιμηθούν οι τρέχουσες εξελίξεις, όσο και για να επιδιωχθούν όσα χρειάζονται προκειμένου η εκστρατεία να αποβεί λυσιτελής και επωφελής για ολόκληρο τον Ελληνισμό».

Ο Αριστοτέλης με ρώτησε πώς ήταν ο Καλλισθένης όταν τον άφησα, και εγώ τον διαβεβαίωσα ότι τότε ήταν στον δρόμο της ανάρρωσης και τώρα είναι πιθανό να είναι εντελώς καλά και να έχει ήδη αναχωρήσει από τα Σούσα για το μέτωπο της εκστρατείας. Οι εμπροσθοφυλακές μας πρέπει να βρίσκονται πλέον κοντά ή και να έχουν φτάσει κιόλας στα Εκβάτανα, την παλιά πρωτεύουσα των Μήδων. Εκεί υπάρχει  βάσιμη ελπίδα να βρεθεί και να αντιμετωπιστεί οριστικά ο Δαρείος.

Δείχνει να τον χαροποιούν τα καλά νέα για τον ανιψιό και μαθητή του. Ύστερα με  ρώτησε πόσο θα μείνω στην Αθήνα. Του απάντησα ότι αυτό δεν είναι ακόμη γνωστό, ότι έχω κάποια συμπληρωματικά καθήκοντα να εκπληρώσω πριν την αναχώρησή μου και ότι η εντολή για την επιστροφή θα έρθει από την υπηρεσία, άρα από τον Καλλισθένη. Του είπα επίσης ότι όσον αφορά τη δική του αλληλογραφία με τον Ολύνθιο, μπορεί, εάν το κρίνει σκόπιμο, να χρησιμοποιήσει το ασφαλές δίκτυο που έχω σκοπό να διοργανώσω με άμεση προτεραιότητα, ανάμεσα στην Αθήνα και το επιτελείο της υπηρεσίας των Λογίων, στην εκστρατεία. Είναι και αυτό μια εντολή του προϊσταμένου  μου.

Ο Αριστοτέλης λέει ότι πιθανώς θα χρειαστεί τις διευκρινίσεις μου πάνω στα όσα του γράφει ο Καλλισθένης και γι αυτό θα πρέπει να συναντηθούμε και πάλι σύντομα. Όμως δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία να ακούσει απόψε, από πρώτο χέρι, νεότερα για την εκστρατεία. Γι αυτό με προσκαλεί να δειπνήσω μαζί του. Συγκατανεύω και εκείνος δίνει εντολή να στρώσουν τραπέζι στον κήπο, έξω από το εστιατόριο των φοιτητών. Ένα πλήθος από αρωματικά φυτά σπαρμένα εκεί γύρω, γεμίζουν τον βραδινό αέρα με τη μυρωδιά τους ενώ, από ότι λέγεται, καταφέρνουν ταυτόχρονα να δυσαρεστούν και να  διώχνουν μακριά τους ενοχλητικούς κώνωπες.

images-4

Καθίσαμε εκεί έξω.

«Πες μου λοιπόν νεαρέ Μεγαρέα γιατί, κατά τη γνώμη σου, η μεγάλη και κραταιά αυτοκρατορία των Περσών κατακρημνίζεται τόσο εύκολα;»

Σκέφτομαι ότι μου βάζει δύσκολα, και μάλιστα πριν προλάβω να πάρω μια ανάσα και να προσαρμοστώ στο περιβάλλον. Πιθανόν θέλει να αξιολογήσει την κρίση μου. Ωστόσο δεν ενίσταμαι, όσο και αν, όπως  μόλις έμαθα, οι ενστάσεις του αρέσουν.

«Δάσκαλε νομίζω ότι μπορώ να κάνω μερικές υποθέσεις και να σου τις αναφέρω χωρίς να είμαι σε θέση να πω ποια είναι επικρατέστερη. Η πρώτη αιτία παρακμής θεωρώ ότι οφείλεται στο μέγεθος. Ο Καλλισθένης λέει ότι η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί τόσο μεγάλη έκταση κάτω από ενιαία διοίκηση, όσο η αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών. Όμως, είναι πιθανό να υπάρχει ένα όριο στη σχέση ανάμεσα σε ικανότητα διακυβέρνησης και την έκταση του εδάφους που πρέπει να ελέγχεται. Στην περίπτωση της αχανούς αυτοκρατορίας, όσο και εάν η διοίκηση στηρίζεται σε ένα επαρκές οδικό σύστημα  -η βασιλική οδός είναι πράγματι ένα επίμηκες οριζόντιο θαύμα- και σε μια αποτελεσματική ταχυδρομική υπηρεσία, δεν είναι δυνατό να στηρίξει μια ενιαία κεντρική εξουσία για πολύ καιρό. Δεν είναι όπως, για παράδειγμα, η Αίγυπτος, όπου ο κυριότερος παράγοντας συνοχής είναι η πλατιά, βατή λεωφόρος του Νείλου.  

Οι Πέρσες σατράπες που αντικαθιστούν την βασιλική εξουσία σε τοπικό επίπεδο, όσο κι αν έχει στηθεί ένα παράλληλο σύστημα με το οποίο η Αυλή προσπαθεί να τους ελέγξει,  ήταν και είναι πάντα επιρρεπείς στο να ανεξαρτητοποιηθούν ή και να ταχθούν με οποιονδήποτε  εισβολέα κρίνουν ότι τους συμφέρει.

Έπειτα, ένας άλλος λόγος αδυναμίας των Περσών  είναι η ετερογένειά των εθνών που βρίσκονται κάτω από την επικυριαρχία τους. Ανάμεσα στο μωσαϊκό των λαών που απαρτίζουν την αυτοκρατορία δεν υπάρχει ούτε κοινή γλώσσα ούτε κοινή θρησκεία, ούτε κοινά ήθη και έθιμα.  Τίποτα, που να μπορεί να τους κρατήσει ενωμένους πέρα από αυτή την εσκεμμένα μυθική μορφή του ΥπερΒασιλέα. Αυτός είναι όντως χρήσιμος όταν και εάν εξασφαλίζει ειρήνη, όμως η επιβεβαίωση της υπεροχής του και κατά συνέπεια η διατήρηση της θέσης του εξασφαλίζεται μόνον όταν επιχειρεί πολέμους. Είναι επωφελές (για την άνοδο) να ανακηρύσσεται κανείς Βασιλεύς των Βασιλέων ή και Θεός ακόμη, αλλά για να διατηρηθεί στην κορυφή πρέπει όχι μόνο να πολεμά συνέχεια αλλά και να νικάει.  Φαίνεται ότι έφτασε η στιγμή οι Πέρσες να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτού του φαύλου κύκλου.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι ορατοί λόγοι…» λέω, αλλά αντιλαμβάνομαι ότι μιλάω πολύ και σταματάω.

image17

Ο Αριστοτέλης περιμένει ώσπου να τοποθετήσει ο νεαρός σερβιτόρος τους δίσκους στο τραπέζι. Αν δεν με απατά η όραση και κυρίως η όσφρησή μου, πρόκειται για έναν τεμαχισμένο κόνικλο, καλοψημένο και συνοδευμένο από διάφορα κηπευτικά, ελιές, ζεστό ψωμί και ντόπιο αθηναϊκό κρασί, ήδη αραιωμένο.

 «Είναι ενδιαφέροντα αυτά που μου λες Μεγαρέα» λέει μετά, «και μπορώ να πω ότι αποτελούν αντικείμενο και του δικού μας προβληματισμού, εδώ στο Λύκειο. Αλλά  η μαρτυρία ενός αυτόπτη είναι πάντοτε σημαντική. Για πες μου όμως, πώς βλέπεις να διαμορφώνονται τα πράγματα μετά την ελληνική παρέμβαση;»

Ειλικρινά δεν πίστευα ότι απόψε θα έπρεπε να είμαι εγώ εκείνος που θα κάνει διάλεξη. Και μάλιστα σε τόσο απρόσμενο ακροατήριο. Απρόσμενο και εκλεκτό, λέω μέσα μου για να πάρω κουράγιο. Περίμενα να ακούσω και έλπιζα να μάθω. Αλλά εδώ στην Αθήνα, λέω στον εαυτό μου, υπάρχει μακρά παράδοση οι δάσκαλοι να αρέσκονται στο να θέτουν ερωτήματα και να διδάσκουν ερωτώντας και εκμαιεύοντας. Καταλήγω λοιπόν ότι, έστω, εντάξει, ας πω τη γνώμη μου.

«Σκέφτομαι ότι πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον τρία οριακά ενδεχόμενα, Δάσκαλε. Στο πρώτο ο Αλέξανδρος και η Ηγεσία εντυπωσιάζονται από τα μεγέθη της Αυτοκρατορίας και κυρίως από τον σωρευμένο πλούτο και αποφασίζουν να προχωρήσουν, εντέλει, μόνο σε αλλαγή δυναστείας. Αυτό σημαίνει να ενσωματωθούν στο υπάρχον σύστημα  οι Έλληνες (και κυρίως οι Μακεδόνες) ως κυρίαρχη ομάδα και ως διάδοχοι των Περσών (οι οποίοι, άλλωστε, είχαν με τη σειρά τους διαδεχθεί στο ρόλο αυτόν τους πρώην κυρίαρχους Μήδους). Δηλαδή, εκτός από την επιβολή μια νέας κυρίαρχης εθνότητας, το πολύ να προστεθεί στις τρεις υπάρχουσες επίσημες γλώσσες της Αυτοκρατορίας η ελληνική και να πλαισιωθεί το ιρανικό και βαβυλωνιακό πάνθεον με μερικές ελληνικές θεότητες. Η αυτοκρατορία, πάντως, παραμένει αυτοκρατορία. Λίγο πολύ όπως την ξέρουμε.

Στη δεύτερη περίπτωση  τα νέα εδάφη ενσωματώνονται σε ένα νέο υπερεθνικό σχήμα και αρχίζουν προοδευτικά να εξελληνίζονται. Επιβάλλονται αλλαγές που αφορούν στην γλώσσα, στην επίσημη θρησκεία, στο δίκαιο, και επιδιώκεται η δημιουργία ενός νέου ενιαίου συνόλου. Βέβαια, σε αυτή την περίπτωση οι αντιδράσεις των γηγενών θα είναι εντονότερες. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι στο κέντρο αυτού του ¨ελληνιστικού¨ (αν μου επιτρέπεις να χρησιμοποιήσω αυτόν τον νεολογισμό) συνόλου δεν θα είναι τα ελληνικά εδάφη -τα οποία εκ των πραγμάτων θα βρεθούν στην περιφέρεια της νέας δομής- αλλά θα μετατοπιστεί μοιραία κάπου προς τη Μεσοποταμία. Το ίδιο θα συμβεί και με τις άλλες βασικές δραστηριότητες: την παραγωγή των αγαθών και το εμπόριο.

Το τρίτο ενδεχόμενο έχει αποτελέσει θέμα μακρών συζητήσεων ανάμεσα σε ορισμένα στελέχη της υπηρεσίας των λογίων, της οποίας ηγείται ο Καλλισθένης, συχνά με την συνεργασία του Ευμένη από την Καρδία της Θράκης, και στην οποία έχω τη τιμή να συμμετέχω και εγώ. Πρέπει να σου πω ότι πρόκειται περισσότερο για μια ευχή παρά για μια πρόβλεψη. Και πρέπει επίσης να σου εξομολογηθώ ότι σε αυτές τις συζητήσεις ακούγεται συχνά η φράση: ¨Τι θα έλεγε άραγε γι αυτό ο Αριστοτέλης;¨»

Σταματάω  και τον κοιτάζω. Παραμένει απαθής και δεν κάνει σχόλια.

«Βασικός άξονας του προβληματισμού μας» συνεχίζω, «είναι η πεποίθηση ότι στην Ελλάδα παρά τους καταστρεπτικούς εμφύλιους πολέμους και τις μιζέριες που εκδηλώνονται πάντα μαζί με τις αδελφοκτόνες συγκρούσεις, έχουν συμβεί κατά τους τελευταίους αιώνες θαυμαστά πράγματα. Για παράδειγμα, πάψαμε να φοβόμαστε τη γνώση και να πιστεύουμε ότι αυτή μπορεί να αποδώσει καρπούς μόνο όταν καλλιεργείται έγκλειστη και επιτηρούμενη σε παλάτια και ναούς. Επιτρέψαμε στους ανθρώπους της γνώσης να πάρουν το λόγο δημόσια και να ανταλλάξουν απόψεις μεταξύ τους, πράγμα που ευνόησε την έρευνα και το πέρασμα νέων τομέων από το άγνωστο στο οικείο.

Αποδεχτήκαμε σε ορισμένες πόλεις τη δημιουργία νέων κατηγοριών πολιτών, με νέες δραστηριότητες και τους δώσαμε τη δυνατότητα συμμετοχής στα κοινά που παλιότερα δεν είχαν, ενώ σε άλλες πόλεις πειραματιστήκαμε μορφές κοινωνικής ισότητας -αν όχι για όλους τους πολίτες, (που ως και αυτό έγινε στα Αιόλια νησιά της Σικελίας[1]) τουλάχιστον ανάμεσα στην κυρίαρχη ομάδα πολιτών, όπως στη Σπάρτη. Σε άλλες πάλι πόλεις έγιναν αναδασμοί και ανακατανομή του πλούτου, όταν υπήρχε φανερός κίνδυνος η οικονομική ανισότητα να επιφέρει τη διάλυση. Δεν αρνηθήκαμε στις πόλεις την ελευθερία να ψάξουν για το καθεστώς που τους ταιριάζει καλύτερα και έτσι μπορεί να βρει κανείς στην Αθήνα πολίτες -αλλά και άρχοντες- που θαυμάζουν την πολιτεία των Λακεδαιμονίων, ή την μοναρχία των Μακεδόνων, ενώ από την άλλη πλευρά δεν είναι κρυφό ότι πολλοί Μακεδόνες θαυμάζουν την Αθήνα και, επιπλέον, να που -με την ευκαιρία των χθεσινών γεγονότων που υποθέτω ότι θα τα πληροφορήθηκες Δάσκαλε- θυμηθήκαμε όλοι ότι ως και οι Σπαρτιάτες  του Κλεομένη (όταν τους βόλευε, δε λέω) όσο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, βοήθησαν στο στερέωμα της Δημοκρατίας στην Αθήνα».

Sxedio_04

Έκανα μια παύση για να τον διευκολύνω, αν θέλει, να με διακόψει. Πράγματι ακούγοντας την αναφορά στα χθεσινά γεγονότα χαμογέλασε και μου είπε: «Αγαπητέ Μεγαρέα υπάρχουν δύο λογιών μύθοι. Κατ’ αρχήν αυτοί που πλάθονται από τους λαούς στη προσπάθειά τους να εξηγήσουν το ανεξήγητο ή να παρηγορηθούν για την αναπόφευκτη θνητότητά τους. Αυτούς τους μύθους τους σέβομαι γιατί κατά βάθος κρύβουν αλήθειες και πραγματικές αιτίες και κίνητρα που τους δικαιολογούν. Αν τους αναλύσεις έρχονται στην επιφάνεια χρήσιμα πράγματα.  Υπάρχουν όμως και μύθοι που φτιάχνονται επί τούτου για να υποστηριχτούν πολιτικές και συμφέροντα. Αυτοί είναι υποκριτικοί μύθοι και, καμιά φορά, με εξοργίζουν. Δυστυχώς το πέρασμα της Σοφιστικής από την Αθήνα, αλλά και την Ελλάδα  ολόκληρη θα έλεγα, έχει δημιουργήσει πολλούς τέτοιους ¨επιχειρησιακούς μύθους¨.

Σύμφωνα με τις πηγές μου οι ερωτοχτυπημένοι ¨τυραννοκτόνοι¨ για ένα μεγάλο διάστημα θεωρήθηκαν αυτό που ήσαν. Δύο άτομα που για τους δικούς τους λόγους σκότωσαν τον ένα από τους δύο τυράννους -και μάλιστα τον λιγότερο αυταρχικό και επικίνδυνο- και πλήρωσαν γι αυτό με τη ζωή τους. Μόνο αργότερα, μετά τους μηδικούς πολέμους και την έλευση των Σοφιστών, η ιστορία τους αναδιαμορφώθηκε σε ¨διδακτικό-συνωμοσιολογικό¨ μύθο.

Προσωπικά δεν έχω αντίρρηση για κάποιο εξωραϊσμό της πραγματικότητας, όταν βασίζεται και προωθεί την Αλήθεια. Αλλά εάν οι δημοκρατικοί θέλουν τον Δήμο άρχοντα και κύριο του μέλλοντός του, δεν επιτρέπεται να τον υποτιμούν προσφέροντάς του ιστορίες γεμάτες υπερβολές και διαστρεβλώσεις. Εγώ προσωπικά δε το ανέχομαι, όπως δεν θα ανεχόμουν, για παράδειγμα, την ανακήρυξη του Αλέξανδρου σε Θεό. Γι αυτό, αν και με είχαν καλέσει, δεν παραβρέθηκα χτες στις τελετές. 

Το μόνο καλό Μεγαρέα είναι ότι κάτι τέτοια δεν περνάνε και δε πείθουν πλέον τόσο εύκολα το Δήμο -ιδιαίτερα τους νέους.  Οι νέοι συλλαμβάνουν εύκολα τις αντιφάσεις και καμιά φορά έχουν και το κουράγιο και το κέφι να τις σατιρίσουν.  Πίστεψέ με ζω καθημερινά ανάμεσα τους και ξέρω τι σου λέω…

Αλλά συγγνώμη που σε διέκοψα. Μου μιλούσες για το τρίτο ενδεχόμενο όσο αφορά στη κατάσταση που θα διαμορφωθεί μετά την επιτυχή λήξη της εκστρατείας. Αν κατάλαβα καλά πρόκειται για την ιδεώδη, άρα δύσκολη, περίπτωση και γι αυτό σας προβληματίζει». 

«Ναι Δάσκαλε. Καταλήγουμε ότι η Πόλη είναι η βασική πολιτική οντότητα πάνω στην οποία βασίστηκαν όλα εκείνα που μας κάνουν υπερήφανους. Στις επιστήμες, στις τέχνες, στα γράμματα και γενικότερα στη δημιουργία ενεργών και ευτυχισμένων πολιτών. Στη θεμιτή ένσταση ότι η μαχητική δύναμη μιας πόλης είναι μικρή για να τα βγάλει πέρα με τα ισχυρά στρατεύματα των μεγάλων βασιλείων και των αυτοκρατοριών που ενδεχόμενα θα την επιβουλευθούν, την απάντηση την έδωσε η ίδια η Ιστορία. Μπροστά στην εξωτερική απειλή οι πόλεις μας συσπειρώθηκαν και νίκησαν. Το ίδιο κάνουν συσπειρωμένες και τώρα: νικούν. Αντίθετα αποδυναμωθήκαμε και παρακμάσαμε όταν τα βάλαμε ο ένας εναντίον του άλλου.

Επομένως, τώρα περισσότερο από ποτέ,  πρέπει να ενισχυθούν οι θεσμοί που ενοποιούν τον ελληνικό κόσμο. Από την Αμφικτιονία ως τους αθλητικούς αγώνες και τις γιορτές θεάτρου. Είναι στην ενότητα που πρέπει να επικεντρωθούν οι προσπάθειές μας, ιδιαίτερα αν αναλάβουμε το δύσκολο έργο να επεκτείνουμε τις πολιτικές μας προς νέα εδάφη και νέους λαούς. Εάν καταφέρουμε κατ’ αρχήν να αυξήσουμε τη συνοχή διατηρώντας παράλληλα τις ιδιαιτερότητές μας, θα μπορέσουμε προοδευτικά να εντάξουμε και τους νέους λαούς στις νέες αντιλήψεις. Δε θα ήθελα να μιλήσω με συνθήματα Δάσκαλε, αλλά για την υλοποίηση της τρίτης περίπτωσης, εκείνο που ακούγεται στις συζητήσεις μας μιλάει για μια Ελλάδα των Πόλεων, από τη Σικελία έως εκεί όπου, όπου να ‘ναι, θα φτάσουμε.  Κάτω από την επίβλεψη ενός συλλογικού οργάνου ανάλογο με την Αμφικτιονία, αλλά ισχυρότερο και στελεχωμένο περισσότερο με φιλοσόφους παρά με ιερείς».

Χαμογέλασε πάλι.

«Αχ αυτοί οι νέοι!» είπε. Και πρόσθεσε:

«Μια που ανάφερες τους ιερείς, για πες για αυτούς που συνάντησες εκεί. Σε τι μοιάζουν και σε τι διαφέρουν κατά τη γνώμη σου από τους δικούς μας;»

Άφησα κάτω τη μπουκιά με το νόστιμο κουνέλι που προσπαθούσα να προωθήσω  στη γαστέρα μου και ετοιμάστηκα για νέο λόγο, αλλά ευτυχώς ο Δάσκαλος αντιλήφθηκε ότι με έχει προσκαλέσει σε δείπνο και όχι σε επίδειξη ρητορικής ικανότητας και άλλαξε γνώμη. «Αλλά ας αφήσουμε τις κουβέντες για αργότερα» είπε, «και ας τιμήσουμε αυτό εδώ το λαγοειδές. Εις υγείαν!»

«Στην υγειά σου Δάσκαλε» είπα και κατέβασα επιτέλους τη μπουκιά με το κουνέλι, βοηθώντας την με μια γερή γουλιά λευκού κρασιού αρωματισμένου με ρετσίνι.

images (13)

Τέλος του Έκτου Μέρους

(συνεχίζεται…)

[1] Ο Εύελπις αναφέρεται στα μικρά ηφαιστιογενή νησιά στην βόρεια ακτή της Σικελίας που αποικήθηκαν το 580 π.Χ. από εξόριστους προερχόμενους από την Ρόδο και την Κνίδο. Στα νησιά αυτά και ιδιαίτερα στην Μελιγουνίδα  (Λίπαρι)  εφαρμόστηκε για ένα διάστημα καθεστώς κοινοκτημοσύνης.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο δέκατο: Όπου ο Οινοκράτης ζητά να δει τον Αριστοτέλη

Posted by vnottas στο 30 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

289_d

Κεφάλαιο δέκατο: Όπου ο Οινοκράτης θέλει να δει τον Δάσκαλο

 

Το σπίτι που νοικιάζει ο Αριστοτέλης βρίσκεται κι αυτό όπως και το δικό μας στους πρόποδες του Λυκαβηττού, όμως ο δάσκαλος με περιμένει απόψε στο Λύκειο, εδώ λίγο παρακάτω, πάντα έξω από τα τείχη της Πόλης, στο ύψος των πυλών του Διοχάρη.  Η απόσταση είναι μικρή και λέω να περπατήσω ως εκεί.

Μου είπαν ότι η Ακαδημία του Πλάτωνα (που τώρα διευθύνει ο Ξενοκράτης) έχει όλο και πιο πολλούς σπουδαστές και μοιάζει πια με μια μικρή πόλη κατοικημένη από νέους ανθρώπους, έξω από το περιτειχισμένο Άστυ, στον βόρειο ελαιώνα. Μια πόλη με πολλούς ελληνόφωνους νεαρούς άνδρες, όχι μόνο γηγενείς, αλλά και προερχόμενους από άλλες πόλεις και  πολύ λιγότερες νεαρές γυναίκες ντόπιες, συνήθως κόρες πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών. Το Λύκειο του Αριστοτέλη δεν έχει φτάσει ακόμη σε τέτοιες ποσότητες, ωστόσο μοιάζει κι αυτό με μια μικρή ¨αστική¨ νησίδα μέσα στην ειδυλλιακή ύπαιθρο που περιβάλλει την Αθήνα.

Το  κτίριο της σχολής είναι μια ανακαινισμένη παλιά πέτρινη κατασκευή, κοντά στον αρχαίο ναό του Λυκείου Απόλλωνα, που λειτούργησε ως δημόσιο γυμνάσιο ήδη από την εποχή του Πεισίστρατου. Λέγεται ότι εδώ ερχόταν συχνά ο Σωκράτης, ενώ παλιότερα στο γύρω πλάτωμα γυμνάζονταν οι οπλίτες και οι ιππείς του Αθηναϊκού στρατού. Ο Δάσκαλος το νοίκιασε κι αυτό, αφού όντας μέτοικος δεν μπορεί να αγοράσει ακίνητα.  Το οίκημα, εκτός από τις αίθουσες διδασκαλίας, περιλαμβάνει πλέον δύο στοές με πλούσια βιβλιοθήκη, ιερό των Μουσών, εργαστήρια, καθώς  και κοιτώνες και χώρους σίτισης για τους οικότροφους σπουδαστές.

Ο Σταγειρήτης μαθαίνω ότι βρίσκεται ολημερίς στους χώρους του Λυκείου, αν και είναι γνωστό ότι συχνά προτιμά να διδάσκει έξω, στην ύπαιθρο, σεργιανίζοντας με τους σπουδαστές στο άλσος που περιβάλει τη σχολή.

Λέγεται ότι το περιεχόμενο των μαθημάτων του δεν μοιάζει ούτε μ’ εκείνο του μακαρίτη του Ισοκράτη (που εστιαζόταν εν τέλει σε θέματα ρητορικής και διοίκησης)  ούτε μ’ εκείνο της Ακαδημίας (όπου κυριαρχεί η καλλιέργεια της Νόησης, η οποία θεωρείται ο μόνος δρόμος προς την Γνώση, που  με τη σειρά της οδηγεί στην Αρετή, η οποία αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την Ευτυχία). Ούτε βέβαια έχει καμία σχέση με τους ακροβατισμούς ανάμεσα σε Αυτάρκεια, Εγκράτεια και Ηδονισμό που χαρακτηρίζει τελευταία το Κυνόσαργες. Στο Λύκειο, απ’ ότι φαίνεται, δεν επαφίενται όλα στην Νόηση, αλλά οι πληροφορίες που συλλέγονται από των αισθητό Σύμπαν θεωρούνται πολύτιμες και πρέπει να αναλύονται, να ανασυντίθενται και να ¨τακτοποιούνται¨ έτσι ώστε να μεταβάλλονται σε γνώσεις με απτές επιπτώσεις, ικανές να βελτιώσουν τον υπαρκτό Κόσμο.

Η διδακτική δραστηριότητα στη σχολή του Αριστοτέλη ασκείται  και από τους συνεργάτες, ακόλουθους και πρώην μαθητές του Δάσκαλου. Και επί πλέον υπάρχουν οι ¨Αναγνώστες¨ που αποδίδουν και επεξηγούν προφορικά τα κείμενα των συγγραμμάτων, αλλά και παρακολουθούν από κοντά τις επιδόσεις των φοιτητών. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης υπήρξε ένας από τους ¨Αναγνώστες¨ της Ακαδημίας του Πλάτωνα και λέγεται μάλιστα   ότι ως εξεταστής της προόδου των σπουδαστών,  ήταν δεόντως αυστηρός.

Ο ίδιος ο Δάσκαλος αφιερώνει τις πρωινές του ομιλίες σε εισαγωγικά ή γενικά θέματα που για να γίνουν κατανοητά δεν απαιτούν μεγάλη εξειδίκευση και μπορούν να τα παρακολουθήσουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ενώ οι απογευματινές του διαλέξεις (που πρέπει να έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και που -μεταξύ μας- θα έδινα πολλά για να μπορέσω να παρακολουθήσω) αφορούν στα θέματα που ο ίδιος αποκαλεί ¨ακροαματικά¨ ή ¨εσωτερικά¨ και απευθύνονται αποκλειστικά προς επιλεγμένους, προχωρημένους φοιτητές.  

Υποθέτω ότι απόψε θα με δεχτεί μετά τη λήξη μιας τέτοιας  ¨ακροαματικής¨ διάλεξης.

kynos

Ο Οινοκράτης μου ζήτησε να τον πάρω μαζί μου απόψε. Τον ρώτησα πώς έτσι και μου απάντησε ότι θέλει να γνωρίσει τον μεγάλο σοφό.

Τον ρώτησα γιατί και μου είπε πως μια από αυτές τις μέρες, όταν θα μειωθεί η πίεση από τα άμεσα καθήκοντά μου, θέλει να μιλήσουμε και θα μου εξηγήσει.

Του είπα εντάξει, όποτε θέλει, αλλά  πως, ακόμη κι αν τον πάρω μαζί μου απόψε, τον ίδιο τον Αριστοτέλη μάλλον δεν θα τον δει. Θυμάμαι ότι κι εγώ την πρώτη φορά, πριν την αναχώρηση, είχα δυσκολευτεί να τον δω προσωπικά. Ο Δάσκαλος, σίγουρα, δεν είναι εύκολα προσιτός.

Βέβαια, τώρα δεν είναι ακριβώς όπως τότε. Εγώ έχω τώρα άλλη ιδιότητα και έχω επίσης συγκεκριμένα μηνύματα από υψηλούς αποστολείς γι αυτόν.

Αλλά κι εσύ, Οινοκράτη, του είπα, νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να χειραφετηθείς και τυπικά. Μάλιστα ύστερα από το χθεσινό σου επίτευγμα, νομίζω ότι, εάν το επιθυμείς, μπορείς να επιδιώξεις -να επιδιώξουμε όλοι μαζί- να πάρεις την αθηναϊκή υπηκοότητα. Εγώ θα σε υποστηρίξω αμέριστα.

Θυμάμαι βέβαια τους ενδοιασμούς και τους φόβους που μου είχες εκφράσει στα Σούσα, αλλά θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι, κατά τα άλλα, η ζωή σου δεν θα αλλάξει δραστικά, εκτός εάν το επιθυμήσεις  εσύ. Μπορείς να παραμείνεις κοντά μου, αλλά όχι πλέον όχι ως δούλος, έστω εξειδικευμένος, αλλά ως ελεύθερος συνεργάτης.  Θα αμείβεσαι κανονικά από εμένα και την υπηρεσία και δε θα χρειάζεσαι την άδεια κανενός όταν θελήσεις, για παράδειγμα, να κάνεις οικογένεια.   Βέβαια, εάν προτιμάς να γίνεις ένας ελεύθερος υπήκοος της νέας μεγάλης πολιτικής οντότητας που θα προκύψει από την οριστική, τελική νίκη του Αλέξανδρου, αυτό είναι ακόμη πιο εύκολο.

Όσον αφορά στον Αριστοτέλη, τον οποίο σίγουρα θα επισκεφτώ ξανά και μάλιστα σύντομα, σου υπόσχομαι ότι θα προετοιμάσω το έδαφος έτσι ώστε την προσεχή φορά να με συνοδέψεις κι εσύ. Και, εν τω μεταξύ, θα  έχουμε τον χρόνο να τα πούμε διεξοδικά. Λοιπόν; τι λες;

Εντάξει, μου απάντησε ο Συρακούσιος, εντάξει σε όλα.

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο ένατο: Η επίσκεψη του Δημάδη

Posted by vnottas στο 21 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και