Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Ηλίας Κουτσούκος’

Το ταξίδι των ποιητών και μία ξεκούρδιστη βόλτα

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2019

Ένα ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα μικρό αφήγημα του Ηλία Κουτσούκου

images (2)

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

 

Ποιητές γεμάτο είναι το βαγόνι

του τρένου που περνά στο Λιανοκλάδι

πως γίνεται η μνήμη να παγώνει

πολύκαιρες μορφές χωρίς ψεγάδι.

.

Να η Πολυδούρη, δίπλα της ο Καρυωτάκης

απέναντι ο Βιζυηνός με τον Φιλύρα

πίσω τους σοβαρός ο Αναγνωστάκης

λίγο πιο μπρος ο Ρίτσος κι ο Πορφύρας.

.

Ο Σολωμός συζήτηση έχει πιάσει

με προσοχή ακούει ο Καβάφης

βαρύ φορτίο έλεγε να γράφεις

απορημένος είν’ ο Μαλακάσης.

Ακόμα είδα Αισχύλο κι Ευριπίδη

κι άλλους πολλούς. Αξέχαστο ταξίδι.

xionia-sth-8-thumb-large--2

Ξεκούρδιστη βόλτα

 

Μου είχε σπάσει τα νεύρα το χιόνι γιατί δεν μπορούσα να πάρω τη μηχανή και να πάω μια βόλτα στη θάλασσα, να αράξω και να πιω ένα καφέ στον  ‘κήπο του νερού’ στη παραλία, όπως κάνω συχνά κι έτσι είπα μέσα μου να κάνω τη βόλτα με τα πόδια κι ας χιόνιζε ελαφρά.

Ξεκίνησα προσεχτικά στο γλιστερό πεζοδρόμιο από την Εγνατία και κατέβηκα την Αγία Σοφίας τραβώντας για την Παύλου Μελά κι ευχόμουν μέσα μου μη πέσω σε γνωστούς που αρχίζουν τα ‘πού χάθηκες’ κι όλα αυτά τα τυπικά και γελοία που είναι η πεμπτουσία της μικροαστικής ευγένειας των συνταξιούχων και που σε βγάζουν σ αυτή την παγερή πλατεία της αμηχανίας-τουλάχιστον για μένα-που δεν μπορώ να πω για λόγους ακαθόριστης ευγένειας [ενώ το θέλω πολύ..] ‘βρε άντε σιχτίρ πρωί-πρωί..’

Κατέβαινα αργά την Παύλου Μελά και σκεφτόμουν τι σκατά θα κάνω με τις αρρυθμίες της καρδιάς γιατί με τίποτα δεν ήθελα να μπω για εγχείρηση και γιατί επίσης δεν μπορούσαν να χειρουργήσουν τη κήλη μου αν δεν έφτιαχναν πρώτα τη καρδιά κι επίσης σκεφτόμουν πόσο ξεφτιλισμένος μπορεί να αισθανθεί κάποιος σαν του λόγου μου που σιχαίνεται τη φυσιολογική φθορά του σώματος.

Βάδιζα και σκεφτόμουν επίσης πως έχω χάσει πρόσφατα φίλους  απ τη παλιά δουλειά, τον γιό μου που έχει ένα μήνα να μου τηλεφωνήσει, μια κωλοδόση που έχω να πληρώσω, το δίπλωμα που έχω να ανανεώσω, σκεφτόμουν πως δεν μου σηκώνεται ούτε με βίντσι κι ένα σωρό άλλες μαύρες σκέψεις απ αυτές που κάνουν όσοι έχουν έστω  ένα υπόλοιπο μυαλού να τις κάνουν.

Είπα μέσα μου να στρίψω στη Τσιμισκή και να γυρίσω από Αριστοτέλους και ξαφνικά τον βλέπω μπρος μου φάντι-μπαστούνι. Μου την είχε στημένη με κείνο το παγερό βλέμμα του από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Φορούσε μια γελοία χωριάτικη τραγιάσκα σαν κι αυτή που φορούσαν όλοι οι άνδρες μέσης ηλικίας στην επαρχία την άθλια δεκαετία του 50 κι ένα παλτό τσόχινο της παλιάς Βασιλικής Χωροφυλακής στο χρώμα της μούχλας. Τα δόντια του είχαν φύγει από καιρό κι έβγαζε ένα δυνατό  χνώτο που βρωμοκοπούσε φτηνό κρασί και χωματίλα.

Στεκόμουν σαν ηλίθιος και φοβόμουν μήπως και με κοιτάζει περίεργα ο κόσμος που περνούσε στο πεζοδρόμιο της γωνίας, μη τύχει και πέσει πάνω μου κάποιος γνωστός και τότε θα έπρεπε να τον συστήσω και τι να έλεγα δηλαδή..   ‘από δω ο πατέρας μου… που μας άφησε 20 χρόνια τώρα,,’ θα γινόμουν ρεζίλι των σκυλιών και φαίνεται πως το κατάλαβε γιατί με μια συριχτή φωνή άρχισε να μιλάει και να λέει ειρωνικά πως δεν πρέπει να ανησυχώ, ο κόσμος πάει στις δουλειές του και δεν ασχολείται μ’  αυτούς που έχουν εγκαταλείψει τον πατέρα τους κι έχουν να πατήσουν στο χωριό 20 χρόνια και πως μαθαίνει με ποιους κάνω παρέα όλα αυτά χρόνια κι ότι καλά να αδιαφορώ γι αυτόν, αλλά ούτε καν δεν βρίσκομαι με τον εγγονό του, ε αυτό κι αν είναι απ τα άγραφα κι ότι βεβαίως τίποτα δεν έχω να του απαντήσω γιατί πάντα τέτοιος ήμουν…

Έλεγα μέσα μου, δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνουν τέτοια πράγματα όταν απ το απέναντι πεζοδρόμιο είδα τον διαχειριστή της πολυκατοικίας και φώναξα ‘Στέλιο κάτι θέλω να σου πω’ και τον άφησα σύξυλο να μουρμουρίζει περνώντας απέναντι.

Ο διαχειριστής, ένα γελαστός ψηλός μηχανικός σαρανταπεντάρης, μου έδωσε ευγενικά το χέρι του λέγοντας ‘σας είδα που μιλούσατε με έναν κύριο στη γωνία και είπα να μην σας διακόψω .Μέχρι το μεσημέρι να ξέρετε  θα ‘ρθει ο συντηρητής και θ αλλάξει όλα τα καρούλια του ασανσέρ…’

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Γιατί γράφω…

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2019

Διευκρινίσεις από τον Ηλία Κουτσούκο

images

Γράφω γιατί κάτι μου καίει τα σωθικά.
Γράφω γιατί κάποια στιγμή κατάλαβα την ομορφιά του κόσμου, το ανεκπλήρωτο των επιθυμιών μου, τις κραυγές αυτών που έφυγαν, τα αγκομαχητά αυτών που έμειναν, τη ματαιότητα του χθες, το ατελές του σήμερα, το αναπόφευκτο του μέλλοντος… κι έτσι άρχισα να γράφω.
Γράφω γιατί αυτό μοιάζει με μια μποτίλια ναυαγού, μοιάζει- βεβαίως εγωιστικά- με τη πρωτιά του νικητή, το ρόγχο του αγωνιστή , το μπλά-μπλά του αγνωστικιστή και του δρομέα κυρίου-Τίποτα, γι αυτό… γράφω.
Γράφω για έρωτες που δήθεν υπήρξαν, για ιδεολογίες που δήθεν τελεσφόρησαν, για τις πρακτικές που δήθεν πέτυχαν και τις ελπίδες που δήθεν θα βγουν αληθινές ενώ αντιλαμβάνομαι τις γελοιότητες των πραγμάτων.
Γράφω γιατί κατάλαβα πως το πέρασμα μου από εδώ είναι ένα σχεδόν μηδενικό σημείο στον απέραντο μαυροπίνακα του απόκοσμου χάους.
Γράφω γιατί δεν κληρονόμησα λεφτά, ακίνητα, περιουσίες τοπογραφικού περιεχομένου ή άυλες μετοχές και δεν έλαβα ουδέποτε ακριβό δώρο από τους εξ αίματος συγγενείς μου, οι οποίοι για εντελώς τυχαίους λόγους υπήρξαν δικοί μου.
Γράφω διότι δεν εμπιστεύομαι τους ψυχιάτρους, τους τύπους των αναλυτών προσωπικοτήτων, τους δήθεν ψυχολόγους, τις δήθεν θεραπείες των διαφόρων συνδρόμων κι επίσης όλους όσους είναι τακτικοί συνδρομητές σε έντυπα κλαδικών ενδιαφερόντων.
Γράφω γιατί δεν επιθυμώ να εξηγήσω το γιατί και το διότι, το αλλά και το εντέλει, τα παραθετικά των επιθέτων, τα πάθη των γλωσσών και την απίστευτη εξέλιξη των τεχνολογιών που καταλήγουν σε καλαίσθητες χειροπέδες με σάλτσα γκουρμέ του μυαλού.
Γράφω γιατί δεν πιστεύω σε σημαίες, θρησκείες, πολιτισμούς που αποδέχονται πλέον, 38 πρόσωπα, να έχουν περισσότερο πλούτο από 7 δισεκατομμύρια και διότι αυτή η αριθμητική αναλογία είναι χυδαία και αναξιοπρεπής
Γράφω γιατί το μάταιο αποτελεί μέρος του εαυτού μας και προτροπή για έναν ακόμα αέναο κύκλο πραγματικής ζωής.

Τέλος γράφω γιατί δεν αντέχω το Αουσβιτς μέσα μου και επειδή οι παπαρούνες είναι κόκκινες κι έχουν μαύρη γύρη.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Εικόνες καθημερινής (τηλεοπτικής και όχι μόνο) φρίκης

Posted by vnottas στο 18 Ιανουαρίου, 2019

Όπως την αισθάνθηκε και την περιγράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

images6

Μανεκέν δηλητήριο

Καθόταν με τα πόδια ανοιχτά

μπροστά στο μεγάλο καθρέπτη

γλύφοντας ένα λόλιποτ

μιλώντας ακατάπαυστα

για τις άλλες κοπέλες στη πασαρέλα

τις έθαβε κανονικά

είτε της τύλιγαν μπούκλες τα μαλλιά

είτε της έβαφαν το πρόσωπο

Μετά πατούσε νευρικά

τα πλήκτρα του κινητού της

ψιθυρίζοντας ‘μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα

θα σε φτιάξω εγώ…’

κι έλεγε ταυτόχρονα στη μακιγιέζ

πως πήγε δυο φορές σ ΄ένα ψυχολόγο

κι ενώ του την έπεφτε κανονικά

αυτός έκανε τον επαγγελματία

κι ότι στο κάτω-κάτω της γραφής

έχει άπειρα χάπια αν θέλει για τον ύπνο

που της τα  έδωσε ένας ηλίθιος φαρμακοποιός

που του είχε κάνει στοματικό πριν 6 μήνες

στη τουαλέτα ενός καφέ

στη Βιτόριο Εμμανουέλε

‘αυτοί όλοι νομίζουν πως θα μας πηδήξουν

επειδή οι μπαμπάδες τους έχουν λεφτά..’

αλλά εγώ καλή μου-έλεγε στη μακιγιέζ-

δεν είμαι η Μπέλα Χαντίτ

είμαι η Μαριλίζα απ’ το Λούκας

όποιος το παίρνει αυτό

-κι έδειξε το μουνάκι της-

θα πάρει πακέτο και το δηλητήριο..’

και πέταξε με κίνηση απότομη

το γλυφιτζούρι της στο κουβαδάκιimages

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μικρά κείμενα για τα Χριστούγεννα και τις Γιορτές, από τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 19 Δεκέμβριος, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Ντοκουμέντο –

Πιάνα στον Θερμαϊκό

Ο μπάρμα-Γιάννης Ξεφτέρης παλαιός ιδιοκτήτης του Ντορέ, μου είπε ένα βράδυ αυτή την ιστορία που εξαιτίας της ο μύθος, είναι πραγματικότητα είτε εδώ είτε αλλού κι όπου η πραγματική ιστορία, αποκτά την υπόσταση του μύθου…

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο μεγαλοεκδότης της Μακεδονίας ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του εδώ πάνω χώρου, μιλούσε στον ενικό στους πρωθυπουργούς, κυκλοφορούσε με Ρολς-Ρόυς, κάπνιζε πούρα Αβάνας κι αγαπούσε τους φίλους του και το ωραίο φύλο.

Υπήρχαν κάποιες νύχτες, τρείς τέσσερις το χρόνο, όπου ανάμεσα σε φίλους, όμορφες γυναίκες, μυρωδάτους καπνούς κι ακριβά κονιάκ, καθόταν σιωπηλός κοιτώντας τη θάλασσα του Θερμαϊκού μ’ ένα περίεργο βλέμμα ανάμεσα σε νοσταλγία και ματαιότητα.

Τότε έμπαινε στο ακριβό μπιστρό ο οδηγός του και του έλεγε ‘όλα έτοιμα κύριε Γιάννη, το καΐκι είναι μπρος στο λευκό Πύργο με το πιάνο επάνω…’

‘Άκου τι γινόταν τότε’ μου λέει ο κύριος Ξεφτέρης κι ανάβει ένα Astor της εποχής.

Σηκωνόμασταν λοιπόν μ’ ένα νεύμα του εκδότη, μπορεί να ήταν δύο ή τρεις τη νύχτα και τραβούσαμε εκατό μέτρα από δω ως τον Πύργο και μπαίναμε στο καΐκι. Στη πλώρη μπροστά ήταν ένα πιάνο και πέντε έξι μουσικοί με κιθάρες, βιολί, τρομπέτα και κλαρίνο. Εμείς με τις κυρίες καμιά εικοσαριά άτομα. Ο καπετάνιος από τη Μηχανιώνα έβαζε πλώρη για τ’ ανοιχτά και εμείς αρχίζαμε τα τραγούδια της εποχής. Τραγούδια, σμυρνέικα, σεκλετίδικα, τραγούδια βαριετέ, ότι τραβούσε ο νους του καλού γλεντζέ…Οι μουσικοί παίζαν ένα μεγάλο ρεπερτόριο. Δυο βοηθοί του καπετάνιου κερνούσαν σαμπάνιες σε κρυστάλλινα, δυο-τρεις από μας έπαιρναν τις κυρίες κάτω και γινόταν χαμός από τσιρίδες και γέλια, ενώ ο εκδότης έμενε όρθιος σαν θαλασσόλυκος καπνίζοντας το πούρο του στην άκρη της πλώρης. Τέτοια γλέντια δεν μπορούσε να κάνει κανείς άλλος εκείνη την εποχή.

Το γλέντι κρατούσε δύο-τρεις ώρες. Χαμός σου λέω, τσιρίδες και να καταβρέχει ο ένας τον άλλον με σαμπάνιες. Κάποια στιγμή που μόνο τ’ αφεντικό κι ο καπετάνιος ήξεραν, το σκάφος έκανε μια γλυκιά μεγάλη στροφή κι επέστρεφε προς τη πόλη. Βλέπαμε τα φώτα να παίζουν πάνω στο νερό και δώσ’ του εμείς φωνές και τραγούδι.

Πριν φτάσουμε στη παραλία του Πύργου μπορεί και τριακόσια μέτρα πριν, τ’ αφεντικό φώναζε δυνατά ‘σκάστε όλοι, το πιάνο στη θάλασσα’… Πιάναμε όλοι μαζί το πιάνο και το πετούσαμε απ τη πλώρη στο νερό ανάμεσα σε ζητωκραυγές και διάφορα… Έτσι γλεντούσε τ’ αφεντικό με μας. Δεν υπάρχουν πια τέτοιοι άντρες, δεν υπάρχουν…

Είχα ακούσει πολλά και διάφορα για τον μεγαλοεκδότη της Μακεδονίας,  αλλά αυτό με τα πιάνα παραπήγαινε μέχρι την άνοιξη του 2005.Τότε καλέσαμε έναν αρχαιολόγο των ενάλιων αρχαιοτήτων να μας μιλήσει για τα ευρήματα στον Θερμαϊκό. Ακούγαμε για τα διάφορα αντικείμενα στον πυθμένα όταν μείναμε ενεοί στη πληροφορία πως ανάμεσα σ άλλα υπήρχαν πολλά ξύλινα πόδια από πιάνα και αμέτρητα πλήκτρα πιάνων στα διακόσια μέτρα από την ακτή.

‘Δεν ξέρουμε πως βρέθηκαν εκεί..’ μας είπε χαμογελώντας ο δύτης αρχαιολόγος…

Χριστούγεννα ’58

Τις προάλλες βρήκα τρεις φίλους μου στη καφετέρια που συχνάζουμε να έχουν ανοίξει μια κουβέντα για τις γιορτές των Χριστουγέννων σε άλλες εποχές. Εγώ τους είπα πως σιχαινόμουν από μικρούλης τις γιορτές κι αυτοί μου είπαν πως παραγέρασα γι αυτό και γίνομαι παράξενος τελευταία.

Θυμήθηκα τότε εκείνα τα άθλια Χριστούγεννα που πέρασα το 1958 με τον πατέρα μου στο χωριό της γιαγιάς μου στην ορεινή Μεσσηνία.

Κάναμε για φτάσουμε από την Αθήνα στην Ανδρίτσαινα 12 ώρες και γω έκανα στη διαδρομή πάνω από δέκα φορές εμετό μέσα σε κείνο το σαράβαλο λεωφορείο που βρωμοκοπούσε από την απλυσιά των ανθρώπων και της σακατεμένης μηχανής του. Ο πατέρας μου, μου έλεγε  -ήμουν οκτώ χρόνων παιδάκι- πως οι άντρες δεν κάνουν εμετό κι ότι θα συνηθίσω τα μεγάλα ταξίδια.

Στην Ανδρίτσαινα μας περίμενε ο αδερφός του πατέρα μου με δύο μουλάρια και μένα μ’ έβαλε πάνω στο ένα και ξεκινήσαμε για το χωριό που βρισκόταν πάνω από τρεις ώρες μακριά. Είχε βραδιάσει και το κρύο περόνιαζε τα κόκαλά μου έμπαινε από το κοντό παντελονάκι μου σ’ όλο μου το σώμα, τρόμαζα από τις σκιές των δέντρων, τρόμαζα από τον κακοτράχαλο δρόμο, ήθελα να κλάψω, αλλά φοβόμουν πως ο πατέρας μου κι ο θείος μου θα θύμωναν μαζί μου. Έκλεινα τα μάτια μου συνεχώς σ’ αυτή την απαίσια διαδρομή μέχρι που φτάσαμε στο κατσικοχώρι και μπήκαμε στο  μικρό σπιτάκι της γιαγιάς μου που με κατασάλιωσε με τα φιλιά της.

Θυμάμαι πως σιχαινόμουν τα πάντα σε κείνο το ένα και μοναδικό χωριάτικο δωμάτιο που είχε σε μια γωνιά ένα μικρό τζάκι που κάπνιζε και τα μάτια μου τρέχαν απ το ντουμάνι που έβγαζαν τα βρεγμένα ξύλα.

Σε λίγο έφτασαν να μας επισκεφτούν δυο πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μου που έκαναν μεγάλη χαρά γιατί πρώτη φορά με συναντούσαν.

Ο ένας ξάδερφος που ήταν πολύ μικρός σε σχέση με τον πατέρα μου και το θείο μου  πήγαινε στη τελευταία τάξη του γυμνασίου, ήταν δηλαδή γύρω στα δεκαεπτά είχε το ίδιο όνομα με μένα και ήταν ένα γλυκό ευγενικό παιδί που φορούσε ένα ντρίλινο παλιό παντελόνι και αρβύλες χωρίς κάλτσες.

Κοιτούσα με έκπληξη τα πόδια του και είδα πως η μια αρβύλα μπροστά είχε ανοίξει και φαινόταν το γυμνό δάκτυλό του. Ο ξάδερφος το κατάλαβε κι άρχισε

να λέει αστεία πως τα δάκτυλα του ποδιού του νομίζουν ότι είναι στο καλοκαίρι γι αυτό και δεν τα πειράζει το κρύο κι ας μελανιάζουν τις περισσότερες φορές, αλλά τόνισε ‘του χρόνου τα Χριστούγεννα που θα ξαναβρεθούμε θα φοράω κάλτσες για μη τρομάζεις που τα βλέπεις έτσι..’

Για κάποιους τέτοιους λόγους, μου είναι πλήρως αδιάφορες και απαξιωμένες οι μέρες των Χριστουγέννων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Πορεία προς τα πίσω

Posted by vnottas στο 18 Νοέμβριος, 2018

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος) 38af7382d11b1d8be1f61273633db067  

Σκέφτομαι όταν τελειώνει το ποίημα

το κοιτάς και λες πως σε κοιτάζει

και σκέφτεται το μολύβι που το έγραψες

από ποιο δάσος βγήκε το ξύλο

που το έφτιαξε

πως λέγαν αυτόν το Γερμανό

που έβαλε μπρος τη πρέσα

στο εργοστάσιο της Φάμπερ

και σκέφτεται το χαρτί

πως συναντήθηκε με τη ξυμένη μύτη του

την πίεση από τα τρία δάκτυλά σου

επάνω στο κατάλευκο

της άγραφης σελίδας

το χρόνο που χαμογελάει

κουβαλώντας παραμάσχαλα τις λέξεις

που ανάμεσά τους το κενό

με αόρατη αλυσίδα δένει και δένει

απ’  το κουβάρι του μυαλού

της αστραπής την έμπνευση

κι ύστερα το ταξίδι

μέσα απ’  του διαδικτύου τις στοές

μέχρι την άκρη των ματιών

του άλλου που διαβάζει

αυτή τη διαδρομή από το τίποτα

μέχρι το κάτι τρέχει

μία απίστευτη πορεία προς τα πίσω

με στόχο να περάσουμε μπροστά

από το μάταιο στο επί τούτου

.

αχ οι ποιητές με τις μικρές τους διαδρομές

που όλο θέλουν

το πίσω να πηγαίνουνε μπροστά

.

αχ οι ποιητές που ονειρεύονται

στο καταχείμωνο όμορφα καλοκαίρια…

images (22)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Ο καταρράχτης των στιγμών, το εγχείρημα του αδαούς μυρμηγκιού και η ηλικιωμένη κοκκινοσκουφίτσα

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2018

Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα του Ηλία Κουτσούκου

αρχείο λήψης (3)

Η ΣΤΙΓΜΗ

Σφίγγω μέσα στην χούφτα μου αυτήν τη στιγμή

δεν θέλω πάλι να περάσει

δεν θέλω να χαθεί σαν την προηγούμενη.

Όμως καθώς ανοίγω αργά αργά τα δάχτυλά μου

για να διαπιστώσω την επιτυχία μου

βλέπω μ’ απογοήτευση

ότι μέσα τους βρίσκεται η επόμενη στιγμή.

Ρέει ασυγκράτητος ο χρόνος

είμαι ανίκανος να τον αναχαιτίσω

καταρράκτης στιγμών η ζωή μας

που χύνεται μονίμως στο Δέλτα του χθες.

*

images (30)

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ

Επί του νυφικού την ώρα του γάμου

ένα αδαές μυρμήγκι

περιφέρεται φορτωμένο ένα σπυρί ρύζι

ψάχνοντας τον δρόμο του.

Επιθυμία του είναι να εναποθέσει το φορτίο του

σε μια εύφορη περιοχή

ελπίζοντας στην καρποφορία.

Πάντως σε λίγο χάθηκε

μέσα στον κόρφο της νύφης.

Λίγο αργότερα αθέατο φύτεψε τον σπόρο

μέσα στην σφιχτή μήτρα της.

.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε

το φιλόδοξο εγχείρημά του.

Σ’ όλους όμως έμεινε η εικόνα του

να διασχίζει αθώο τη λευκότητα

χωρίς τη γνώση απαγορεύσεων

μ’ ένα σπυρί ρύζι στις δαγκάνες του.

*

LINEAmag-1980-114-sliva

Η  Κοκκινοσκουφίτσα   (του Ηλία Κουτσούκου)

 Όσην ώρα η κυρά-Νούλα απ την Γεωργία

καθαρίζει μ’  επιμέλεια το μικρό  καθιστικό

ακούγοντας δυνατά ποντιακά τραγούδια

αυτή τρέχει στη ντουλάπα

και ψάχνει τα ρούχα της εγγονής της.

Βρίσκει και φορά ένα στενό

κόκκινο δερμάτινο μπουφάν πάνω

απ το τριμμένο μαύρο φόρεμά της

φοράει τα κόκκινα τακούνια της μικρής

βουτάει ένα άδειο διακοσμητικό καλάθι

και βγαίνει αθόρυβα απ τη πόρτα

στο δάσος της πόλης έξω.

Σα να βλέπει πίσω απ το σταματημένο αστικό

να παραφυλάει ο αξιωματικός

που της έκαναν προξενιό το ’40

-δεν τον ήθελε γιατί ήταν μελαχρινός πολύ

σαν μαύρος λύκος ήταν-

Aλλάζει λοξά το δρόμο της που φαίνεται

μονοπάτι σε δέντρα ανάμεσα

 και σκέφτεται πως πρέπει να πάει

στη γιαγιά της, να της δώσει τι άραγε

δεν θυμάται, ωστόσο έχει ένα πείσμα

κρατώντας με δύναμη το άδειο καλαθάκι της

και βαδίζει σταθερά προς ένα πουθενά  προορισμό

περνώντας από όμορφες μπουτίκ, κομψά ανθοπωλεία

μαγαζιά ντελικατέσεν που μοιάζουν

με παραμύθι στο γεμάτο άνοια μυαλουδάκι της

επειδή πάντα πίστευε πως η Κοκκινοσκουφίτσα

ήταν ένα καλό κοριτσάκι όπως ακριβώς

αυτή τώρα στα 87 της

σταθερή στην απόφαση

πως κανένα κακό δεν έχει το δάσος

γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής

με πλάσματα θεού είναι γεμάτο….

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Το σώμα γνωρίζει την απόλυτη αλήθεια…

Posted by vnottas στο 29 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 images (13)

Το σώμα

 

Προσέχοντας το σώμα, λες

χρήσιμο είναι

Το κεφάλι κοιτάζει δεξιά-αριστερά

και λίγο πίσω

τα χέρια πιάνουν ό, τι αναγκαίο

ή μετέχουν σε κανονικές διαμάχες

λαγνείας ή εμφύλιες γενικώς

Κάνουν ζημιές στην αρχή

και μετά ακόμα περισσότερο -αχ τα χέρια-

 .

Η μέση στρίβει μ’ ευκολία

-ιδιαίτερα όμορφη στα κοριτσάκια-

Τα πόδια σε πάνε όπου θες

 Όταν κάθεσαι παίζουν μεταξύ τους

ή σταυρώνονται χωρίς θρησκευτική αιτία

γιατί ξέρουν τι κουβαλούν ως υποζύγια

 .

Γενικώς το σώμα  -αφού κατεβήκαμε απ τα δέντρα-

είναι καλό

 .

Το σώμα γυμναστήριο, το σώμα  λαπάς

 αντικείμενο εκμετάλλευσης του εγκέφαλου

κι όταν εκπίπτει, εκπίπτει.

Εκπίπτει το σώμα

το πειράζει ο καιρός, οι θύελλες θλίψης

οι βροχές-στεναγμοί, το εσώτερο ψύχος

τα κοινόχρηστα της καρδιάς

και κυρίως το σώμα γνωρίζει

την απόλυτη αλήθεια

πως θα εισέλθει τελικά εντελώς νεκρό

στην  επουράνια βασιλεία του Τίποτα

 .

Τελικώς προσέχουμε το σώμα

με φάρμακα, με κρέμες, με υγρά

με πρωτεΐνες, με χάπια, με γυμναστικές

γιατί όλη η ουσία φαίνεται πως βρίσκεται

στο τίποτά του…

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τρεις τα ξημερώματα θα ήθελα….

Posted by vnottas στο 18 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Θα ήθελα

Il_Machia

Μέσα στου Καραβάτζιο τις σκιές

θα ήθελα να κρυφτώ

να μη με συναντούν τα λαμπερά άλλων ζωγράφων

σε μία νότα να ήμουν σφηνωμένος θα το ήθελα

ανάμεσα σε ένα σολ και ένα ντο

σε παρτιτούρα του Αλμπινόνι

να κάνω ένα πέρασμα φρέημ μισό

στο ‘μακριά απ το αγριεμένο πλήθος’

ξιφομαχώντας με αόρατο εχθρό στα στάχια

ερωτευμένος ως τα μπούνια  με τη Τζούλι Κρίστι

τζούλι-2-230x300

θα ήθελα  σ ένα  ιστιοφόρο να κρυφτώ

που το ζωγράφιζε ο Αιβαζόφσκι

μες σε φουρτουνιασμένες  θάλασσες

κι ακόμα να ήμουν άγραφη σελίδα

προσμένοντας στίχους του Μπόρχες

πάνω μου

όπως επίσης και μια σταγόνα από Σανέλ

 στον  αλαβάστρινο λαιμό της Μέρλυν

το νύχι ενός καλόγερου θα ήθελα να είμαι

που σπρώχνει ένα σκουπιδάκι

στην άκρη των χειλιών μιας Παναγίας

που ζωγράφισε για ενός μοναστηριού το τέμπλο

τέλος θα ήθελα επίσης να είμαι φευγαλέα

η άκρη του δακτύλου ενός πιτσιρικά αναρχικού

που με ακραίο μίσος για δέκα δεύτερα πιέζει

τα όνομα ένα τραπεζίτη στο θυροτηλέφωνο

στη λεωφόρο Αμαλίας

τρεις τα ξημερώματα  θα ήθελα….

αρχείο λήψης (5)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Καλοκαίρι 2018. Ποιήματα από τον Νίκο και τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 10 Σεπτεμβρίου, 2018

Από τον Ηλία Κουτσούκο και τον Νίκο Μοσχοβάκο,  θερινή παραγωγή με ποικίλη έμπνευση.

  1. Ν. Μοσχοβάκος

image

ΗΜΟΥΝ ΙΠΠΕΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

 

Ήμουν κι εγώ ιππέας του Αυτοκράτορα

όταν κατεστάλη η στάση του Νίκα.

Με φρόνημα υψηλό κι αυταπάρνηση

υπερασπίστηκα την αίγλη του.

Σήμερα αιώνες μετά

εξακολουθώ να συντηρώ τ’ άλογό μου

μ’ έξοδα του Μεγαλειότατου.

Τις πρώτες πρωινές ώρες κάθε μέρα

εκγυμνάζω τον ίππο μου

σε καλπασμούς κανονικότητας

κι επελάσεις ηδονής.

Ανεβοκατεβαίνω τη λεωφόρο Αλεξάνδρας

σπανίως ξεστρατίζω στα στενά δρομάκια του Γκύζη

και ξαποσταίνω μετά στο πεδίο του Άρεως.

Διατηρώ έτσι σ’ άριστη κατάσταση τ’ άλογό μου

που με το κεφάλι ψηλά

αψηφά κάθε εμπόδιο κι ειν’ έτοιμο

για επιδόσεις νίκης.

Με φθονούν, το ξέρω

οι οκνοί κι αναποτελεσματικοί

ιππότες της ρουτίνας

που μονίμως σχολιάζουν μ’ αμετροέπεια

την επιμονή μου να υπηρετώ

τον φυσικό μου αφέντη.

Γνωρίζουν πάντως καλά ότι δεν πτοούμαι

ουδέ αιδούς κρατήματα έχω.

Μπολιάζω μ’ αυτοπεποίθηση

τον σπάνιο ίππο μου

κι είμαι ετοιμοπόλεμος κι ανδρείος.

Οι όποιες επιφυλάξεις μου

δεν είναι για τις μάχες όπως ξέρετε

αλλά για τους αντιπάλους

που γίνονται εύκολη λεία στις επιθυμίες μου

όπως τότε που καταστείλαμε μ’ ευθύνη

και φρόνηση περισσή

την ολέθρια στάση του Νίκα

στην απειλούμενη Βασιλεύουσα

κι έλαβα τον έπαινο διάκρισης

από τα κρινοδάχτυλα

της ωραίας Αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Ποτέ μου λοιπόν δεν θα πάψω

να εκγυμνάζω τον ίππο μου

αναζητώντας νέα τρόπαια

και παραστάσεις θριάμβων

έστω κι αν στερούμαι αιώνες τώρα

τον ύπνο και την ανάπαυσή μου.

2. Ν. Μοσχοβάκος

975_n

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Όλοι οι Έλληνες ήσαν εκεί

στην εκστρατεία κατά των Περσών

πλην Λακεδαιμονίων

όπως διεδόθη αστραπιαίως

και ‘μεις Ιμέριοι και Γελάσιοι

της μεγάλης Ελλάδος τέκνα

αναλογιζόμενοι τι είχε συμβεί

πριν από έναν περίπου αιώνα

απορούσαμε χωρίς σκοπιμότητες:

Είπε κανείς ποτέ

ότι στις Θερμοπύλες

έπεσαν μαχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι

πλην λοιπών Ελλήνων;

Όμως εφησυχάσαμε ανακουφισμένοι

όταν πληροφορηθήκαμε

τον μεγάλο αριθμό μισθοφόρων

που ακολούθησαν τους Μακεδόνες.

Κι αποφανθήκαμε στέρεα:

και βέβαια πλην Λακεδαιμονίων.

3. Η. Κουτσούκος

provata2

έξω απ τη στάνη

Ο Κύριος είναι ο ποιμήν μου

μέσα απ τα ζοφερά λιβάδια του σύμπαντος

με οδηγεί

μαζί Του βαδίζω σταθερά

χωρίς να φοβάμαι το σκότος

ο Κύριος είναι ο βοσκός μου

κι εγώ το χαζό προβατάκι Του

που έφυγα απ τη μάντρα

και με βρήκαν τα σκυλιά Του

Ο Κύριος με οδηγεί

πίσω Του κάθομαι

και τρέχει

με τζιπ, με γουρούνα, με μηχανή χιλιάρια

με εξωλέμβιο, με χόβερκραφτ και πύραυλο

μες τις εσχατιές δασών του χάους τρέχει

 

Μα πουθενά δεν το μπορεί να πάει ο Κύριος

γιατί Του έχω κόψει κλίση από τότε που ήμουνα

 μικρό παιδάκι

                                          

και σιχαινόμουν

τους  τσομπάνους

αφού μαντρώνανε τα πρόβατα

τους κλέβανε το γάλα

και κάθε Πάσχα τα λιανίζανε

και επίσης σιχαινόμουν όλους αυτούς

που ήθελαν να είναι προβατάκια

και να λατρεύουν το τσομπάνο τους

ενώ το βασικό στοιχείο του ανθρώπου

είναι να φεύγει μακριά όσο μπορεί από τη στάνη

κι από σερίφηδες τσομπάνους

όσο αντέχουνε τα ποδαράκια του

σε όμορφα λιβάδια να πηγαίνει

4. Ν. Μοσχοβάκος

images (6)

ΣΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ

 

Στο υγρό δάπεδο του βλέμματός σου

βρύα χρωμάτων γεμάτα φως

αντανακλούν άψογα

των αισθημάτων σου τις ανταύγειες.

Με κοιτάζεις μ’ αγάπη            

που ριζωμένη χρόνια τώρα ανθίζει.

Είμαι τυχερός που διαβάζω τα όνειρά σου

και πάντα υπάρχω

μέσα σ’ αυτά.

Σου μιλώ σιγά χωρίς να σκέφτομαι τι λέω

όμως ξέρω καλά αυτά π’ ακούς.

Έτσι συνεννοούμαστε εξάλλου μια ζωή.

Χωρίς περιστροφές.

Πάλι τελειώνει ένα καλοκαίρι.

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης!

Posted by vnottas στο 1 Σεπτεμβρίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

ς

 

Ο συλλέκτης

 

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης

να μάζευα μια ζωή γραμματόσημα

από εξωτικές χώρες που δεν πήγα

να μάζευα σπιρτόκουτα

από φωτιές που δεν έκαψα

σπάνια λουλούδια σε φυτολόγιο

από κήπους που δεν μπήκα

όμορφες πεταλούδες

από δάση που δεν περπάτησα

να αγόραζα πορτολάνικους χάρτες

με λιμάνια παράξενα

κι οικόσημα σπάνια

να είχα ωραία κρασιά στο κελάρι μου

παλιές μετοχές σιδηροδρόμων

που καταργήθηκαν

νομίσματα που ακυρώθηκαν

δεκαετίες πριν

να συγκέντρωνα απέραντα πριν

για μετά

να έχω  βρε αδερφέ μια ασχολία

ένα χόμπι για τα γεράματα

να βρίσκομαι με άλλους συλλέκτες

που οι απόγονοί τους ύστερα

τους έχουν εντελώς χεσμένους

για όλα αυτά που μάζευαν…

.

αλλά ας όψεται ο παππούς μου

όταν μου είπε κάποτε σοβαρός

‘να παν στο διάολο οι συλλέκτες

εγώ μόνο τις λύπες μου μαζεύω

σε τούτη τη ζωή’….

 ξμ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Οράματα…

Posted by vnottas στο 26 Ιουλίου, 2018

 young_girl_picasso_rnew

(Ηλίας Κουτσούκος)

 

Ποιος είδε

 Είδα τον ήλιο κόκκινο και συννεφάκια μαύρα

μες στο λιβάδι τους λαγούς να παίζουνε κρυφτούλι

κατήφορο σε ανήφορο

σκυλιά να κυνηγούνε

πέρδικες που πετούσανε

σε τέσσερις διαστάσεις

 .

 είδα δυο ήρωες δειλούς

και αριστερούς ναζήδες

στης Ιστορίας τη γιορτή

να σβήνουνε κεράκια

στου  Μπέργκεν-Μπέλσεν το  βυθό

να ψάχνουν για κοράλια

 και είδα πρώτος  το όνειρο

πως ήμουνα παιδάκι

και τύλιγα τα χέρια μου

 σ’ άσπρους λαιμούς αγγέλων

πριν γίνω  σαν μεγάλωσα

μιας Τράπεζας πελάτης

 .

 είδα μια νύχτα κάτασπρη

μέσα μου μαύρη μέρα

φεγγάρι μισοφέγγαρο

να πέφτει σε πηγάδι

και το νερό να χύνεται

στο αδειανό τοπίο

 .

κανείς δεν είδε τίποτα

και φαίνεται σαν ψέμα

όσα μου υποσχέθηκαν

κάποια φευγάτη ώρα

πως δήθεν τάχα  το μυαλό

 ξεφεύγει απ το σώμα

 ψάχνοντας  μες στο έρεβος

να πάει σ άλλα μέρη

1472929

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κι ο λύκος πλησιάζει…

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

images (2)

Ο υποδιοικητής των ΜΑΤ στον Ζωολογικό

Σαράντα επτά  είναι και ψόγο πάνω του δεν θα βρεις.

Ευθυτενής, ολιγομίλητος και πάντα σοβαρός με βάση

στο ‘μάλιστα’ και στο ‘διατάξτε’ συνεχώς.

Τους άνδρες κατευθύνει πάντα με στρατηγική πετυχημένη

είτε τους φοιτητές να πλαγιοκοπούν

είτε εργάτες να ξυλοκοπούν

είτε τους φουκαράδες συνταξιούχους να ψεκάζουν.

Ξέρει από ‘λελογισμένη’ χρήση χημικών

κι από συλλήψεις δίχως νταβαντούρι.

Το βλέμμα του είναι φευγάτο χρόνια

ανάμεσα σε πέλαγα  του μέσα Τίποτα

και του Καθόλου τις απέραντες βουνοκορφές.

Το μόνο του κουσούρι είναι ο Ζωολογικός

όπου πηγαίνει κάθε Τετάρτη απόγευμα

λίγο πριν κλείσει-δυο χρόνια τώρα-

και κατευθύνεται  στα 150 τετραγωνικά

που είναι  κλεισμένος  ένας  λύκος.

Κάθεται και τον βλέπει να γυρνάει σαν υπνωτισμένος

γύρω απ τα  σύρματα που τον κρατούν αιχμάλωτο

και ενώ η πειθαρχία μέσα του,

του λέει ,πως έτσι είναι το σωστό [καθείς εφ ω ετάχθη]

βγάζει απ τη πίσω τσέπη του ένα κόφτη

και κόβει ένα  κομμάτι φράχτη δυο τετραγωνικά

κι ύστερα κάθεται στην άκρη

και περιμένει τι θα κάνει ο λύκος.

Κι ο λύκος πλησιάζει

ρίχνει ένα βλέμμα ‘άσε μας’ στον υποδιοικητή των ΜΑΤ

και επιστρέφει στη φωλιά του.

Κανείς δεν βλέπει μες στο σούρουπο

πως έχουνε γεμίζει δάκρυα

του υποδιοικητή τα μάτια

από τα χημικά που του επέταξε  ο λύκος

καθώς  του γύρισε τη πλάτη….

lykos

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τ’ αρματωμένα κοριτσάκια

Posted by vnottas στο 12 Ιουλίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

3alice

 …στον ύπνο όλα γίνονται

όπως στη καθημερινή ζωή

που  όλοι γύρω μου κοιμούνται

ή συμμετέχουν ύπουλα σφάζοντας τις ζωές των άλλων

που δεν τους φταίξαν τίποτα

 

Μουγγά κοριτσάκια με φυλάνε…

 

 Λουσμένος σε ιδρώτα κι αίμα

 νιώθω να χάνω αζιμούθια

μέσα σε όνειρα που ασύδοτα γυρνάνε

στου  κεφαλιού  τις ασυνάρτητες στοές.

Τότε  σαν από θαύμα εμφανίζονται τούτα τα κοριτσάκια

κρατούν μακριά σπαθιά και κοφτερά μαχαίρια

φτιάχνουν τετράγωνα ή μπαίνουνε  σε ινδική γραμμή

κι ορμούν όλα μαζί καρφώνοντας διαβιβαστές στη πλάτη

βγάζουν εικόνες ήττας που ήταν φυλαγμένες

 μέσα σε  ορύγματα νευρώνων

μου ανασκολοπίζουνε  παλιές αγάπες

βγάζουν τα μάτια  από βλέμματα που δήθεν με ποθήσαν

είναι απίστευτα σκληρά σε ικεσίες

όλων των καθωσπρέπει της παλιάς σχολής

στριφογυρίζουν τα σπαθιά τους στις πληγές

έτσι να ξεριζώσουνε  το σκάλπ  της γοητείας

που την κρεμούν στη μαύρη ζώνη τους μετά.

Κάποια στιγμή τούτο το μακελειό θέλω να σταματήσω

φωνάζοντας στην αρχηγό τους που δεν μοιάζει

πάνω από 12 να είναι

«αμάν κορίτσι μου αμάν, φτάνει ετούτος ο χαμός.»

Τότε εκείνη έρχεται και βλέπω ιδρωμένο

όλο το προσωπάκι

 πάνω απ τα μουγγά  χειλάκια  της

μα έχει ένα βλέμμα σαν να λέει άγρια

«κάτσε στην άκρη κι άσε μας στην αποστολή μας

να κάνουμε ότι ξέρουμε, να σε φυλάμε δηλαδή»

και τι να κάνω ρε παιδιά

στην άκρη του Σφαγείου κάθομαι

και το βουλώνω…

Όταν τελειώσουν με το μακελειό -τα βλέπω-

πάνε και κάθονται στο φράχτη των ονείρων μέσα μου

κουνάν τα πόδια τους, μαζεύουν τα πεσμένα τους καλτσάκια

και βάζουν σάλιο στις πληγές πούχουν τα γόνατα τους…

ξ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η λέσχη του ¨τίποτα¨ (είναι κι αυτή κάτι…)

Posted by vnottas στο 11 Ιουλίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

Μέλος Λέσχης του Τίποτα…

128

Είμαι μέλος της Λέσχης

Του ¨ΤΙΠΟΤΑ¨

Βρισκόμαστε σε Café  και λέμε εξυπνάδες

Δηλαδή ‘η γυναίκα μου δεν μαγείρεψε..’

κι η απάντηση ‘στείλε την στη μάνα της’

ή ‘μου μίλησε άσχημα ο γιος μου’

κι η απάντηση ‘βρίσε του τον πατέρα,

σίγουρα δεν  είσαι εσύ..’

Μαζευόμαστε και λέμε

πως οι πολιτικοί πρέπει να πεθάνουν

γιατί άφησαν τους Τραπεζίτες να τους καβαλούν

και μετά ένας θυμάται πως ήταν ιππέας

κι ένας άλλος πως ήταν σύμβουλος

κι ένας τρίτος, πως η κόρη του δουλεύει

σε εταιρία εισπράξεων και τηλεφωνεί

για πέντε κατοστάρικα και τρομάζει χρεωμένους…

Γενικά θέλουμε να γελάσουμε

και δεν μπορούμε αβίαστα

άρα κάποιος πρέπει να μας βιάσει

‘κι άλλο..’ ρωτάει ο άλλος

Κι ένας άλλος συμπληρώνει

‘να ντυθούμε γυναίκες και να πάμε στην Ινδία’

.

Δεν πιστεύουμε στον  Θεό, στον  διαρκή έρωτα,

στις συνωμοσίες, στις Στοές, στη γιόγκα

Δεν πιστεύουμε στη γιατρειά, στον Παράδεισο

στην αιώνια ζωή και μερικοί πιστεύουν

πως δεν υπάρχουμε καν στ’ αλήθεια

αλλά πως βρισκόμαστε μια φορά τη βδομάδα

από συνήθεια που όταν τη συνηθίσεις

είναι πιο δυνατή απ’ τη δύναμη της συνήθειας…

.

Μερικές φορές ένας από μας λέει

πως έχουμε γίνει αόρατοι

και τότε του δείχνουμε -ξέρετε τι-

κι αυτός απαντάει ‘δεν βλέπω τίποτα,

γιατί είναι αόρατα…’

Ξεκινήσαμε κάπου είκοσι μέλη

και κάθε χρόνο χάνουμε κι έναν

κι αυτό γιατί τουλάχιστον

έχουμε καταλάβει την αφαίρεση

ως μια μοιραία πράξη πρόσθεσης

 στη συνέχεια του κόσμου….

αρχείο λήψης

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Σ’ ακολουθώ…

Posted by vnottas στο 26 Απρίλιος, 2018

(γράφει ο Ηλίας  Κουτσούκος)

images (1)

Followers

 

Του Διαδικτύου είσαι οπαδός

σε κόσμο ιντερνετικό κοιμάσαι

με sms κινείσαι διαρκώς

στο facebook νύχτα και μέρα θέλεις νάσαι

 .

σε κυβερνούν με τα τουίτ πολιτικοί

που σαν τα μούτρα σου και κείνοι έχουν γίνει

μέσα στο τσίρκο σου το εικονικό

δίνουν παράσταση σαν κλόουν κι αρλεκίνοι

 .

κι όταν μια μέρα φτάσεις προς το τέλος

μέσα απ’ αυτήν την ουτοπία

θα νιώσεις σαν Γουλιέλμος  Τέλος

ήρωας απ την Ελβετία

και θα ‘χεις σάπιο μήλο για κεφάλι

που με μαεστρία περισσή

στο είχαν επιβάλλει άλλοι….

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μια παλιά θύμηση και μια Ιστορία στο κρεβάτι

Posted by vnottas στο 30 Μαρτίου, 2018

Και αυτή την φορά έφτασαν στα χέρια μου σχεδόν ταυτόχρονα. Ένα πρόσφατο ¨ονειρικό¨ του Ηλία και ένα από το παλιό σεντούκι με τις αναμνήσεις του Νίκου. Ιδού λοιπόν τα δύο ποιήματα.

(Νίκος Μοσχοβάκος)image-huge

ΕΔΕΣΣΑ 1980

Να ‘μαι πάλι εδώ.

Άλλαξαν όλα τόσο πολύ

ή κρύφτηκαν στη συννεφιά του χρόνου;

Μου φαίνεται σα να ψήλωσες.

Δος μου τους δρόμους σου

να τους περπατήσω πάλι

χωρίς την αγωνία του θαλαμοφύλακα.

Θέλω να ξαναδώ τα πρόσωπα των κοριτσιών

κάτω από τα κλινοσκεπάσματα της μνήμης

να αισθανθώ αχόρταγα

την ηδονική γεύση των κερασιών σου.

Ίδια όπως άλλοτε η ροή των νερών

μέσα στις φλέβες των καναλιών

που εκεί στην άκρη γίνονται καταρράκτες

και προλέγουν βρυχώμενοι

τους χρησμούς του μέλλοντος.

Κρατιέμαι από τον βραχίονα του νόστου

ανασαίνω κάτω από φωτεινές επιγραφές

που τρεμοσβήνουν.

Άλλαξες τόσο λοιπόν ή μου φαίνεται;

Αναζητώ μ’ επιμονή το κάτι

το επίθυρο χεράκι στο παλιατζίδικο

για να κρούσω σήμερα την θύρα σου.

Σφίγγω τις λαδωμένες χούφτες του ταβερνιάρη

που απόμειναν άθικτες από την καταστροφή

και μειδιώ, χαμογελώ ικανοποιημένος ίσως

καθώς ακόμα ανακαλύπτω

με αρχαιολογική συνέπεια

περιοχές του όμορφου τότε

τις αναπλάθω προσεχτικά

και μ’ ερωτική αυθαιρεσία

τις κάνω δικές μου πάλι.

*

1-28

(Ηλίας Κουτσούκος)

 

Ενύπνιο του Γεωργίου Καραΐσκου

 

Περνούσαν τα φουσάτα μες στον ύπνο μου

‘θα μας λιανίσουν στρατηγέ’ , φώναζαν  αξιωματικοί

Τους λέω, τι θα μας λιανίσουν

αφού μέσα σε ύπνο είμαστε

και το πρωί καθένας θα τραβήξει στη δουλειά του

κάποιοι θα πάρουν το λεωφορείο

και κάποιοι το μετρό

 .

 ήμουν σε λόφο πάνω και γελούσα

τους έδειχνα ότι τους είχα αποκάτω μου

σύννεφο πήγαιναν οι μπαταριές

μία απ αυτές με βρήκε στα γεννητικά

ξύπνησα γιατί τρόμαξα απ το αίμα

που είχε γεμίσει τα σεντόνια

και βλέπω δίπλα μου

ήσυχα να κοιμάται η γυναίκα μου

άλλη φορά δεν θα ξαναδιαβάσω ιστορία στο κρεβάτι…

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ρεπορτάζ κατά πάντων

Posted by vnottas στο 6 Φεβρουαρίου, 2018

Ο Νίκος περιδιαβαίνει τις πλατείες και περιγράφει, ενώ ο Ηλίας εκπέμπει μεταφορικές εντυπώσεις από γραμματολογικούς λαβυρίνθους

 

 

Νίκος Μοσχοβάκος

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

                                                                                                        Στον Ίλαρχο

 

Γύφτοι πουλάνε τις σημαίες μας

πραματευτές παζαρεύουν τα όνειρά μας

πραγματογνώμονες βράζουν τα ιερά κόκκαλα

στη σούπα της αλλοφροσύνης

κι ένα τρομαγμένο πουλάκι

από δένδρο σε δένδρο πετά

και προσπαθεί να κατανοήσει

γιατί έχει τόση συννεφιά.

Σκεπτικοί και αναλυτικοί εμείς

ψάχνουμε δικαιολογίες

προκειμένου να ασελγήσουμε εκ νέου

παρότι γνωρίζουμε καλώς

ότι γύφτοι πουλάνε τις σημαίες μας.

*

images (47)

Ηλίας Κουτσούκος

ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΩΝ

 

Ήθελα σ όλους να μεταφέρω την απέχθεια μου

και μάλωνα στον ύπνο μου

μ έναν μεταφορέα της εταιρίας  των Συνάψεων

Μου έλεγε ήρεμα στην αρχή

πως οι προθέσεις είναι πανάκριβες όταν μετακινούνται

πρέπει να ξεχωρίσουν το φορτίο σε δυο κομμάτια

να αμπαλάρουνε προσεκτικά το ‘κα’ κι ύστερα

να στριμώξουν πίσω του το ‘τα’

κι ότι το ‘πάντων’ είναι χρονικό επίρρημα

τουτέστιν να στριμώξουνε το Χρόνο μες στο φορτηγό

-φορτίο που είναι εύθραυστο πολύ-

ενώ αν είχα ουσιαστικά να μεταφέρω-λέει-

το πράγμα θα ήτανε πιο εύκολο….

Τότε τα  πήρα  στο κρανίο

του είπα πως δεν ήταν επαγγελματίας

κι ότι θα βρω άλλον για τη μεταφορά

κι αυτός απάντησε σχεδόν εξοργισμένος

πως δεν του λείπουν οι πελάτες

 

είναι γεμάτες πολυκατοικίες από ρήματα

και ουσιαστικά και ότι δεν γουστάρει

αυτούς που θέλουν μια μεταφορά

να είναι κατά πάντων….

κι άλλωστε μέσα στο ‘χρυσό οδηγό’

μπορώ να βρω άλλους

που παίρνουν τέτοιο ρίσκο….

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Κι ένα αχτύπητο ποίημα του Ηλία…

Posted by vnottas στο 20 Ιανουαρίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

 

images (16)

.

Ποδοσφαιρικό fugazi (*)

Σ ένα οφ-σάιτ όνειρο μπαινόβγαινα

κι απ τις κερκίδες μίας μαύρης τρύπας

έβριζα τους αντίπαλους…

¨πού πάτε ρε κουπούκια

δίχως να έχετε αντοχές στα σύμπαντα…

πού πάτε ρε παλτά

μ’ αυτόν τον άθλιο προπονητή

που δεν σας έμαθε πάσες της προκοπής να δίνετε…¨

Τότε ο διπλανός μου

-παλαίμαχος κβαντομηχανικής-

που έφαγε την άβυσσο με το κουτάλι

σηκώθηκε οργίλος φωνάζοντας στους παίκτες

¨εκεί, εκεί στη βήτα εθνική

του γαλαξία είσαστε ασήμαντη πορδή…¨

Την  ώρα εκείνη

-στιγμή του πουθενά προς το καθόλου-

 οι παίκτες αποφάσισαν πως ήρθε η στιγμή

να φύγουν με σκυμμένο το κεφάλι

προς τα αποδυτήρια του άδειου χωροχρόνου

ενώ κάποιοι φανατισμένοι

τους πέταγαν απ τις κερκίδες

καμένα  άστρα

ανοξείδωτους πλανήτες

και κομήτες-κέρματα…

…………………….

(*) fugazi– λέξη των Ιταλών  μαφιόζων που σημαίνει, εξαφάνιση του κέρδους των ανυποψίαστων

images (5)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

24 πιστά Στρατιωτάκια

Posted by vnottas στο 10 Δεκέμβριος, 2017

του Ηλία Κουτσούκου (5 Δεκεμβρίου 2017)

image-huge

Αν το σκεφτείς πόσο χρήσιμα είναι

βολικά πάντα μαζί σου

για όλες τις ώρες.

.

Δεν κοιμούνται

έχουν διαρκή ετοιμότητα

ζωηρά ή τεμπέλικα –ανάλογα τη διάθεση σου –

ή ακόμα και βίαια

θυμωμένα

ίσως εξαιτίας του συναισθήματος, δηλαδή ίσως

κάτι ενοχλητικό που τα πείραξε στο κεφάλι σου.

.

Λες λάμπουν φως κάποιες φορές

μαθαίνουν γρήγορα άλλα γράμματα

νικώντας την αμάθεια που τα υποσκάπτει αιώνες.

Ξεσκεπάζουν λόγιους γρίφους

όμως πάντα σε επιφυλακή

– πίσω έχει η αχλάδα την ουρά –

.

Ρωτούν αινιγματικά

σωπαίνουν όταν χρειάζεται

ταλαιπωρούν τη ξυλεία των μολυβιών

υπομένουν στη στειρότητα των σκέψεων

φέγγουν όμως στις εμπνεύσεις

χωρίς περιστροφές

ψάχνουν πάντα για το ανείπωτο.

.

Ωσαννά λέγεται η μοναδική τους αποκάλυψη.

ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

Posted by vnottas στο 26 Οκτώβριος, 2017

Ένα ακόμη ποίημα του Ηλία Κουτσούκου 

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

  

 πως είμαι λέω αλγόριθμος

φυτεύω συν στα σύννεφα

μέσα μου πλην και μείον

άγνωστος χι τα πάθη μου

τα λάθη μου επί κι επί

μ’ ένα μηδέν σαν άβυσσος

να καιροφυλαχτεί

ψάξε όσο θες

τις τετραγωνικές μου ρίζες

χάνονται μέσα

στις πεδιάδες των συμφώνων

σε πάθη φωνηέντων χάνονται

ίσον

άντε γαμήσου επιτέλους Μοναξιά

μέσα στα  τίποτα τούτου του κόσμου

βλέπω μια άθλια συνάρτηση

 .

 

δες

λύνουνε κάποιοι εξισώσεις

άγριες μες στον ύπνο μου

καίνε ασταμάτητα  ανάσες μου

στο Άουσβιτς του Χρόνου

tetragoniki-riza-01

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Το έλεγα στους φίλους μου

Posted by vnottas στο 27 Μαρτίου, 2017

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 

Το έλεγα στους φίλους μου

στο διάολο τα χρόνια

που έφυγαν και χάθηκαν

απ τις βουνοκορφές

και κύλησαν και βρέθηκαν

σαν λασπωμένα χιόνια

μέσα σε πόλεις και χωριά

που έμοιαζαν φυλακές…

Κι οι φίλοι συμφωνούσανε

γιατί το ίδιο ζούνε

διανύουνε μία ειρκτή

που είναι βαριά ποινή

και περιμένουν θαύματα

ή  μαγικά να δούνε

σε θέατρο παράλογο

παίζουν πολιτική…

Διαβάζουν ρώσους κλασικούς

Τσέχοφ και Ντοστογιέβσκι

ποιήματα καταπίνουνε

του Πάουντ του Βερλέν

μα δεν τους βγάζει νόημα

ούτε μια αθώα λέξη

γι αυτό και μένουν σιωπηλοί

μέσα τους.. σιγοκλαίν…

Τα παραμύθια τέλειωσαν

και πάμε γι άλλα τώρα

η Επανάσταση νοσεί

μες την εντατική

της Ιστορία ήτανε

μία φευγάτη μπόρα

κι όσα κεφάλια έκοψε

τώρα τα υπηρετεί

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ε και; (περί αμαρτημάτων θανασίμων)

Posted by vnottas στο 22 Οκτώβριος, 2016

vizi-capitali_2fo97h5e

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

.

Τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα

Ω πόσο τα αγαπώ

αυτά τα 7 θανάσιμά μου αμαρτήματα…

.

Όταν ξαπλώνεις και τεντώνεσαι

όταν δεν θέλεις τίποτα να κάνεις

κι όλο αναβάλεις τις δουλειές σου

κι απ τη πολλή τη τεμπελιά

σου φεύγει λίγο σάλιο απ τα χειλάκια σου τα κόκκινα…

.

Μα αγαπώ και την αλαζονεία μου πολύ

όταν σε ένα υποθετικό τεφτέρι

κάτω απ τους βουβώνες μου

αβέρτα γράφω ονόματα…

.

Και πως με συνεπαίρνουν οι χοντροί

που τρώνε με μεγάλες πιρουνιές τα μακαρόνια τους

το στόμα πλαταγίζοντας από τη λαιμαργία…

.

Όμως θαρρώ πως η λαγνεία

είναι το μέγιστό μου

όταν κοιτάζω αγοροκόριτσα

που κάνουνε πατίνια

και ξέρω ακριβώς σε 5 χρόνια τι θα κάνουν

-ναι, ναι, ηθικολόγοι μου χωνέψτε το…

.

Μα και στο παρελθόν θαρρώ

πως άπληστος υπήρξα

σε σχέση με τα κυβικά των μηχανών

ψάχνοντας κάθε τόσο περισσότερα…

.

Σαν την οργή μου κάθε που έβλεπα

έναν του κώλου προλετάριο

βαλμένο μέσα σε στολή

να γίνεται ηλίθιος των ΜΑΤ

ή το ‘ναυτάκι του Αιγαίου’ να το παίζει…

.

Και τέλος πως εμπλάβιαζα από τον φθόνο

όταν απέναντί μου έπεφτε ψηλός

-γιατί αυτοί κοιτούν από ψηλά

Γαμώ και τα επτά θανάσιμά μου

τι όμορφο που είναι

να τα κουβαλώ μισό αιώνα τώρα…

peccato

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Έτσι έχασα την αντιπροσωπεία της μουστάρδας

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2016

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος, μου λέει ότι πρόκειται για μια αληθινή ιστορία)

αρχείο λήψης (1)

¨…είχα φτάσει στο Παρίσι απ το Μπέρκλεϊ. Απ’ το Μπέρκλεϊ  με έδιωξαν  ως persona non grata, οπότε σκέφτηκα, καλύτερα να πάω στο Παρίσι. Στην αρχή βρήκα δουλειά να καθαρίζω καμινάδες. Μετά γνώρισα μια κυρία κουλτουριάρα και πλούσια γύρω στα 50. Με έβγαζε έξω, με πήγαινε σε ωραία μέρη, σικάτα μπιστρό, καφέ, σινεμά. Ήμουν όπως βλέπεις  Απόλλωνας τότε ε..(μου δείχνει μια φοβερή ασπρόμαυρη φωτογραφία του δεκαετίας 60).

Ένα βραδάκι είμαστε σ’ ένα σινεμά και βλέπαμε μια πολύ δυσνόητη ταινία και βγήκα ξαφνικά στο φουαγιέ να καπνίσω  ένα τσιγάρο. Βγαίνει απ’ την αίθουσα μια όμορφη λεπτή ξανθιά και μου ζητάει φωτιά. Κάθεται δίπλα μου κι αρχίζει τη κουβέντα. Φύγαμε μαζί στο τέταρτο (μου δείχνει ένα πακέτο με φωτογραφίες   αυτός κι η Τζιν Σίμπεργκ  αγκαλιά…)  Μείναμε μαζί πάνω από δυο χρόνια. Κάθε μέρα σχεδόν πλακωνόμασταν στο ξύλο, έτσι για το παραμικρό και για πλάκα. Μια μέρα μ’ έδιωξε και θυμωμένος, καθώς περνούσα μια γέφυρα του Σηκουάνα, μου ζήτησε δυο τσιγάρα μια όμορφη κοπέλα, αμερικανίδα τουρίστρια, που έμενε για την εμπειρία, σαν κλοσάρ, κάτω απ’ τη γέφυρα. Τα φτιάξαμε αμέσως. Ήταν η κόρη του Χέινς, του βασιλιά της αμερικάνικης μουστάρδας και του τομάτο- τζους. Μέναμε σε ακριβά ξενοδοχεία και ήταν φουλ ερωτευμένη, μου έλεγε πως έπρεπε να παντρευτούμε και να ζήσουμε μια υπέροχη ζωή στη Νέα Υόρκη (τώρα μου δείχνει φωτογραφίες αγκαλιά με την Ελενα Χέηνς  σε διάφορες πόζες ).

Εγώ όμως -κι εσύ κορόιδευε όσο θες- είχα δώσει το λόγο μου στη Γιάννα πως θα γυρνούσα, θα την έπαιρνα απ το Σιδηρόκαστρο και θα μέναμε στη Θεσσαλονίκη για πάντα. Έτσι γύρισα πίσω και παντρευτήκαμε και τα άλλα τα ξέρεις…¨

images (1)

Τον κοιτάζω, δεν μπορώ να του πω ¨μα πόσο μαλάκας είσαι¨ γιατί απ όλο του το παχύ πρόσωπο πια, βγαίνει μια απίστευτη τρυφερότητα μιλώντας για την αγαπημένη του, που της είχε δώσει το λόγο του, να γυρίσει  κι αυτή αφού γύρισε και πέρασαν τα χρόνια -τον παντρεύτηκε φυσικά με δόξα και τιμή-  και τώρα είναι σαν τετράφυλλη ντουλάπα κι αυτός είναι σαν θερμοσίφωνας  με πόδια, απ’ όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, η τρυφερότητα παραμένει καθεστώς, άνευ ιστορικής ή άλλης ερμηνείας… οπότε το μόνο που μπορώ να του πω είναι, ¨αν έπαιρνες την Χέηνς θα είχα τώρα την αντιπροσωπεία της μουστάρδας για την Ευρώπη, γαμώ τον Αντίχριστό σου κι όχι να περιμένω τη κωλοσύνταξη μου κάθε τέλος του μήνα  και να μετρώ τα τσιγάρα μου ένα-ένα… Χώρια που και συ μια σκατοσύνταξη παίρνεις κι όταν ξεντύνεται η Γιάννα σου το βραδάκι και πέφτει στο κρεβάτι, σε πιάνει τεταρταίος ε..¨

images (3)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Του φίλου μου προφήτη Ηλία ανήμερα…

Posted by vnottas στο 20 Ιουλίου, 2016

Από το ύψωμα του οκταόροφου λόφου ο Ηλίας (Κουτσούκος) βλέπει και γράφει…

Τα Μεγάλα Δίκτυα Κάνουν Τον Κόσμο Τοσοδούλη Εύκολα

…μάγκες-τράγκες εργολήπτες των Μέσων
παπαδάκια του όρθρου των λοιπών ενδιαμέσων
αρλεκίνοι μεγκάλοι πρωινοί γητευτές
αδελφούλες στο τζάμι με τις faκe θεές
άντε χαθείτε…

πίσω απ’ τις πολύχρωμες μπάρες
κουστουμάτοι και άδειοι
με τις τόσες παπάρες
που εκτοξεύετε δήθεν κεραυνούς κι ερωτήσεις
στων 8 τα δελτία που τα λέτε “ειδήσεις”
κι απευθύνεσθε βέβαια σε αυτούς που υποφέρουν

του γκουβέρνου σεκιούριτι
σας πληρώνουν και ξέρουν..
Βεληγκέκες πιστοί του Συστήματος
και του φόβου εκτροφείς τετραγώνου διαστήματος

άντε χαθείτε

στο μόνο που είστε ικανοί
είναι να κάνετε ένα πανέμορφο οικόπεδο
γερμανικό του δεύτερου παγκόσμιου στρατόπεδο
και προς Θεού να μην ενοχληθούν οι Αγορές
γιατί του άρρωστου η αιτία
είναι οι άνεργοι, οι φοιτητές και η οχλοκρατία
μα πάνω απ όλα είναι του Χρηματιστήριου η πτώση
γι αυτό το πόπολο πρέπει να παίρνει
τη σωστή του “δόση”
φοβία από έμπολα ,τρόμο από Τζιχαντιστές,
τα νέα απ το Χόλυγουντ, του Κλούνεη ο καφές
κι επίσης το Διαδίκτυο
γλυκά να σε κοιμίζει
να μένεις μια ζωή υπόδικος σε δίκτυο
που θα σε νανουρίζει…

αρχείο λήψης (3)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο Ηλίας καλπάζει προς το μέλλον

Posted by vnottas στο 16 Ιουνίου, 2016

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

κ

Καβάλησε τη μηχανή του

με πριγκιπική σιγουριά ο Ηλίας

κι έφυγε αφηνιασμένος προς το μέλλον.

Ο δρόμος είχε στροφές

και χρειαζόταν όχι μόνο ικανότητα

αλλά και φρόνηση περισσή.

Με του ποιητή την κόμη ν’ ανεμίζει

οδηγούσε παθιασμένος

κι άκουγε την αυξομειούμενη

μουσική της μηχανής

ψιθυρίζοντας ρώσικες μελωδίες.

Ξαφνικά είδε τριγύρω του

άλογα να ξεχύνονται στον δρόμο

και να τρέχουν αδέσποτα

ενώ η ταχύτητά του μηδενίστηκε.

images

Αμέσως εννόησε πως τ’ άλογα εκείνα

ήταν τα δικά του άλογα

αυτά που ίππευε και τον πήγαιναν

στους δρόμους του μέλλοντος

κι είχαν αυτονομηθεί

από την διστακτική μηχανή του.

Χαμογέλασε ψύχραιμα ο Ηλίας

και σαν αληθινός ποιητής που είναι

καβάλησε ένα κατάλευκο άλογο που βρέθηκε μπροστά του

και καλπάζοντας συνέχισε απτόητος

την πορεία του προς το μέλλον.

images (33)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Περιγραφικό

Posted by vnottas στο 22 Απρίλιος, 2016

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

β

Απαγωγές

Πήρα τον εαυτό μου και έφυγα

για μία ώρα περπάτημα

να φύγει η κοιλιά -γαλοπούλα με λευχαιμία-

στ’ αυτιά μουσική ουρλιάζει η Callas

περνούν αστικά που μέσα τους

κουβαλούν κόσμο

πηγαίνουν σε στρατόπεδα εργασίας

αδειάζουν και γυρνούν για άλλους

μόλις φτιαχτεί το μετρό θα παίρνουν πιο πολλούς

χρόνια τώρα, μας έχουν πάρει εξωγήινοι

μας μεγαλώνουν, μας τρέφουν, μας σπουδάζουν

μας δίνουν άλλες γλώσσες κι άλλα έθνη

όσοι ζουν παραπάνω νιώθουν τυχεροί

μας έχουν σε πολυκατοικίες

άλλες καινούργιες άλλες παλιές

ανάλογα με το μαρκάρισμα που έχουμε

μερικοί έχουν περισσότερο από ένα σπίτι

-αυτούς θα τους τελειώσουν  αργότερα-

Έχουν  χωρίσει τα στρατόπεδα σε ζώνες επιρροής

τρώμε σαν ζώα, ζώα απ’ τον πλανήτη μας

Αγαπιόμαστε, κάνουμε στρατούς

κι έχουμε πολλές θρησκείες

πολλοί από μας -εντελώς βλαμμένοι-

πιστεύουν  και σε άλλη ζωή

Εγώ εντάσσομαι στους ‘αμφισβητίες’

εμάς, -να ξέρετε- μας έχουν εντελώς  χεσμένους

διότι γνωρίζουνε οι φύλακές τους

ότι δεν πρόκειται να κάνουμε Επανάσταση

έχουμε έναν αόρατο καναπέ με μικροτσίπ

καρφωμένο στον  κώλο

κι έτσι μας παρακολουθούν διαρκώς….

ρ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ποιητές στη Σκάλα του Μοδιάνου…

Posted by vnottas στο 17 Απρίλιος, 2016

3f529e6606703fe223436812fecf6c28

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Πήγα στις 3 το μεσημέρι στ’ αεροδρόμιο να πάρω δυο σπουδαίους ποιητές που έρχονταν απ την Αθήνα με τις γυναίκες τους και παρκάρισα το σαράβαλο μου στη θέση των vip σκεπτόμενος πως αν ερχόταν τροχονόμος θάλεγα τη ψεματάρα μου – πως θα παραλάβω το Σύμβουλο του Υπουργείου Πολιτισμού-  και τράβηξα προς το παγκάκι που είχε και κάδο καπνιστή- απέναντι απ την έξοδο των αφίξεων -να κάνω το τσιγάρο μου. Το αεροπλάνο είχε μια ώρα  καθυστέρηση άρα οριακά θα προλαβαίναμε την εκδήλωση -στη Διεθνή Έκθεση του Βιβλίου- όπου θα μιλούσα μ’ ένα φίλο μου για τον έναν απ τους δυο ποιητές και το βιβλίο του.

Έκανα το τσιγαράκι μου κι είπα σ’ έναν άλλον δίπλα μου που καθόταν και κάπνιζε συνομήλικο μου περίπου ‘πως στο τέλος θα μας πυροβολούν γιατί καπνίζουμε’ και συμφώνησε ενώ απ’ την πόρτα των πληρωμάτων είδαμε νάρχεται μια ομάδα ιπταμένων που περνούσε από μπροστά μας με επικεφαλής μια γυναικάρα 1,80 που είχε στα μπράτσα της 4 σιρίτια –μίλαγε βιαστικά γαλλικά στους άλλους πίσω της- του λέω ‘μεγάλε, σκέφτεσαι ό,τι σκέφτομαι γι αυτήν που είναι κυβερνήτης…’ απαντάει ‘αν σκέφτομαι  λέει’  και γελάμε.

Έρχονται οι ποιητάρες με τις γυναίκες τους στις 4 και 5΄ και τους βάζω στ’ αμάξι και τρέχω όσο τρέχει το κωλάμαξο να προλάβουμε να περάσουμε απ’ το σπίτι, να πάρουμε ένα αναψυκτικό και μετά πάμε στην εκδήλωση -οριακά  πάντα- κι ευτυχώς  βρίσκω να παρκάρω κι έχω την ηλίθια ιδέα να μπούμε στο ασανσέρ 5 άτομα, που μόλις κλείνει η πόρτα και πατώ όγδοο κατεβαίνει μισό μέτρο και μπλοκάρει.

Ντρέπομαι αφάνταστα που με τη μαλακία μου εγκλώβισα τους ποιητές μου και τις γυναίκες τους στο ασανσέρ -ευτυχώς πιάνει σήμα το κινητό- και περιμένουμε την Πυροσβεστική να μας απεγκλωβίσει, η εκδήλωση είναι στις 5, έρχονται τα παλικάρια της Πυροσβεστικής σ’ ένα δεκάλεπτο, μας βγάζουν απ’ το ασανσέρ και με τη ψυχή στο στόμα, ξαναμπαίνουμε στο σαράβαλό μου για την Διεθνή Έκθεση, όπου φτάνουμε με 5 λεπτά καθυστέρηση -πλην όμως- η προηγούμενη εκδήλωση θέλει 30 λεπτά για να τελειώσει και μου λέει η υπεύθυνη πως η καθυστέρηση οφείλεται σ’ έναν Αργεντινό συγγραφέα που άργησε ναρθεί κι αυτός κι έρχεται η καρδιά μου στη θέση της και όταν έρχεται η σειρά μας παρουσιάζουμε με άψογο τρόπο τον φίλο μας ποιητή και παίρνουμε χειροκροτήματα και το ίδιο βράδυ πηγαίνουμε σ ένα μαγαζί στη Μοδιάνο, όπου γινόμαστε μια μεγάλη παρέα κι ένας ψυχοπαθής δικηγόρος που παίζει όλα τα τραγούδια του κόσμου, φέρνει μια σκάλα μπογιατζή -διπλή δηλαδή, που την ονομάζει αυθαιρέτως κι επιτυχώς ‘Σκάλα του Μοδιάνου’, όπου αναβαίνουμε όλοι με τη σειρά -εγώ απήγγειλα Πούσκιν στα ρώσικα- και ο μέγιστος ποιητής Μάγιστρος της Ηπείρου τραγούδησε το ‘Γιάννη μου το μαντήλι σου’ και γενικά περνούμε μια καλοπέραση και γαμώ την ευχαρίστηση και σκεφτόμουν πως η ‘Σκάλα του Μοδιάνου’ είναι σαφώς πιο ειλικρινής από τη Σκάλα του Μιλάνου -όλο φρου φρου κι αρώματα- και πως οι φίλοι μου ήταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι παρά το γεγονός πως στην αρχή όλα πήγαιναν στραβά κι εγώ -έστω για λίγο ήμουν ευτυχισμένος…

MODIANO kentriki

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ένας απηυδισμένος Αμλετ και λίγος Μπρελ (σε επανάληψη)

Posted by vnottas στο 10 Απρίλιος, 2016

Για τον  απηυδισμένο Άμλετ γράφει ο Ηλίας και από τους ¨Μπουρζουάδες¨ του Μπρελ (εδώ) επαν-αναρτάται η ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά, γιατί κατά κάποιο (άγνωστο) τρόπο είχε εξαφανιστεί από την παλιά ανάρτηση. [Η βλάβη προς το παρόν αποκαταστάθηκε]

images (5)

O  άγριος Άμλετ

(Γράαφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Ο Τάκης Στημένος τάχει παίξει. Έχει κλείσει τα 36 κι  ενώ ήταν τρία χρόνια άνεργος, τώρα καλείται να παίξει «Άμλετ» στον πρωτοποριακό θίασο το «άλλο όνειρο» ενός  σαρανταπεντάρη σκηνοθέτη ο οποίος είναι – κατά τον Τάκη και το σινάφι  των ηθοποιών- ‘πυροβολημένη αδερφή’ και θεατρική  ψωνάρα.

Επίσης ο Τάκης έκανε το λάθος να επιτρέψει στον σκηνοθέτη -πριν ένα εξάμηνο- να τον ‘ακουμπήσει’ μέσα σ ένα μπαρ και τώρα, είναι υποχρεωμένος να βρίσκει δικαιολογίες ώστε να μη του την ‘πέφτει’ μπροστά στους άλλους ηθοποιούς στις πρόβες, ούτε να τον χουφτώνει κάθε τόσο με τη δικαιολογία ,της ‘σκηνοθετικής κατεύθυνσης’ πάνω στον μονόλογο του Άμλετ, ενώ οι συνάδελφοί του το έχουν μυριστεί και το πείραγμα πέφτει σύννεφο.

Απόψε έχουν πρεμιέρα κι ο Τάκης στο καμαρίνι του προσπαθεί να συγκεντρωθεί, ξέρει πως στην πλατεία δεν έχει ούτε πενήντα θεατές -οι περισσότεροι με προσκλήσεις- ξέρει πως το έργο δεν θα κρατήσει ούτε βδομάδα, μέσα σ αυτή την κρίση των πάντων και πασών, ξέρει πως θα ξαναμείνει  άνεργος, ξέρει πως θα πρέπει να παραμείνει-άγνωστο για πόσο- στη θεία του την Αμαλία, στο δυάρι  του Κολωνού, ξέρει πως έχει αρχίσει να σιχαίνεται  όλο τον κόσμο, αλλά τελευταία και τον εαυτό του.

Κι ενώ ο ηθοποιός όταν ‘παίζει’ ,πρέπει να παραμένει απερίσπαστος απ’ όλα τα καθημερινά του προβλήματα, ο Τάκης Στημένος βρίσκει τον εαυτό του ξαφνικά περικυκλωμένο  από αφόρητους ηλίθιους, στους οποίους  ο  Σαίξπηρ  σίγουρα θα απαγόρευε την είσοδο στα έργα του κι ενώ αρχίζει στη Τρίτη πράξη, σκηνή πρώτη, να απαγγέλει τον μονόλογο του  «να ζει κανείς ή να μη ζει -αυτό είναι το ζήτημα- τι είναι ανώτερο στο πνεύμα, να υποφέρεις πετριές και βέλη άδικης τύχης, ή να κάνεις επανάσταση ενάντια σ’ ένα πέλαγο βάσανα και με την άρνηση τους να τους δώσεις τέλος..» σ’ αυτό το σημείο, μένει το χέρι του μετέωρο, κρατώντας την πλαστική νεκροκεφαλή, νιώθει εγκλωβισμένος στο ηλίθιο στενό μπλουτζίν [άποψη του βλάκα  σκηνοθέτη, γιατί που ακούσθηκε  Άμλετ  με μπλουτζίν και άρβυλα..] και σαν υπνωτισμένος απ’ ιερό καθοδηγητή τρομοκράτης, συνεχίζει τον Μονόλογο με δικά του λόγια όμως, που φεύγουν απ το στόμα του βροντώδη και πεντακάθαρα δηλαδή « ακούστε καθυστερημένοι και της πλατείας όλοι εσείς οι κοιμισμένοι, η  Επανάσταση δεν θα  έρθει με κλανιές και τα αβγά δεν βάφουν με  πορδές,  εσείς  θα μένετε διαρκώς  υπνωτισμένοι και στον ηλίθιο τον κόσμο σας κλεισμένοι…» κι εδώ σταματάει, μένει ακίνητος κοιτώντας την νεκροκεφαλή, και ξαφνικά σηκώνονται δύο απ την πρώτη σειρά φωνάζοντας υστερικά ‘μπράβο, μπράβο, μπράβο’ κι αμέσως σηκώνονται κι οι πενήντα θεατές όρθιοι φωνάζοντας και χειροκροτώντας ‘μπράβο, μπράβο, μπράβο..’ κι ο Τάκης Στημένος νιώθει πια, πως δεν έχει ελπίδα, με ό,τι τον περιβάλλει και φεύγει απότομα  απ τη σκηνή, ενώ στα παρασκήνια πέφτουν επάνω του και τον αγκαλιάζουν, ο  Πολώνιος  απ το Γαλάτσι, ο Κλαύδιος απ το Περιστέρι κι η Οφηλία απ τα Πετράλωνα, ο ηλίθιος πρωτοποριακός σκηνοθέτης που φωνάζει «μπράβο μωρό μου, τους   έσκισες  αγάπη μου κι ο Τάκης σαν χτυπημένος από άγριο θεριό λέει ψιθυριστά « ρε άντε γαμηθείτε όλοι σας βλαμμένοι..»

amlet-seminario-ket

***

Οι Μπουρζουάδες του Ζακ Μπρελ

Ανάγνωση της προσαρμογής στα Ελληνικά

Posted in Μπρελ στα ελληνικά, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Χαλασμένος βρικόλακας

Posted by vnottas στο 3 Απρίλιος, 2016

dracula

(Από τον Ηλία Κουτσούκο)

*

Όπου κι αν γύριζε το κεφάλι του

κανείς δεν του έδινε σημασία.

Όλοι μικροί-μεγάλοι μιλούσαν

σ’ ένα μαύρο ή ασημί γυαλιστερό κουτί.

Κάποιους που ακολούθησε  βάδιζαν βιαστικοί

κατεβαίνοντας μαγικές σκάλες

ακίνητοι σχεδόν, φθάνοντας  σε μεγάλο

φωτισμένο υπόγειο

κι ύστερα έμπαιναν στα σωθικά

ενός τεράστιου σκουληκιού

που έφευγε αθόρυβο και μετά ερχόταν άλλο

κ ι άλλο, κι άλλο.

Όπου κι αν γύριζε το κεφάλι του

κανείς δεν του έδινε σημασία.

Όλοι κάπου πήγαιναν

ή  έμπαιναν σε κομψές μεταλλικές άμαξες

δίχως άλογα.

Είδε γυναίκες ξεδιάντροπες

να πίνουν  ζουμιά σε πεζοδρόμια

χασκογελώντας

δίχως υπηρέτες ή αφέντες γύρω τους.

Ζαλισμένος στάθηκε

να πάρει μια ανάσα απ’ το μουχλιασμένο

αιώνες τώρα στήθος του

στην άκρη μιας εκκλησίας

δίπλα σε μια γριά με απλωμένο χέρι…

Τότε αυτή τον κοίταξε με μίσος

απ’ το ασπράδι του ματιού της

και του φώναξε:

«Να τσακιστείς να πας αλλού καταραμένε… εδώ είναι

το πόστο μου. Όταν περάσει ο  Ρομάν

 το βράδυ να με πάρει,

θα του το πω και θα σε κάνει φέτες…»

***

σσ

*

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο Μπάμπης το λιοντάρι

Posted by vnottas στο 17 Μαρτίου, 2016

Γράφει ο  Ηλίας Κουτσούκος

il-vecchio-leone1

Ο Τάκης ο Τρούμαν ήταν απόλυτος στο τηλέφωνο:  «σου έχω έκπληξη  μεγάλη. Θα σε πάω εκδρομή αύριο, να δούμε ένα φίλο που μένει μ’ ένα λιοντάρι στο σπίτι του, μήπως και συνέλθουν τα νεύρα  σου. Αν πεις όχι, θα σε πλακώσω…»

Το άλλο πρωί γύρω στις 10, βρισκόμαστε στο δρόμο Θεσσαλονίκης-Μουδανιών κι ο Τάκης μιλάει συνεχώς και βλέπω το κοντέρ του σαράβαλου  Χιουντάι  που οδηγεί στα 120, του λέω  «πιο σιγά ρε μαλάκα θα σκοτωθούμε…» Αυτός απαντάει πως τρέχει όσο είναι τα χρόνια μας, δηλαδή  “εξήντα κι εξήντα, άρα 120…»

Του λέω, ”εσύ ρε μαλάκα είσαι 77 κι εγώ 65 τη  τύφλα σου, δεν ξέρεις από αριθμητική…”  «Δεν ξέρω, λέει, γιατί όταν ήμουν παιδάκι πουλούσα στα μπουρδέλα  τσιγάρα κι έτσι έχανα τις τάξεις. Πήγα δυο φορές στη δευτέρα και δυο φορές στη τρίτη, για να τα μάθω καλύτερα, αλλά με  κορόιδευαν  οι συμμαθητές και τους πλάκωνα, γι αυτό τα παράτησα, δηλαδή με έδιωξαν οι δάσκαλοι…»

Το μόνο που ξέρω με τον Τάκη τον Τρούμαν, είναι πως τουλάχιστον δεν θα πλήξω. Τρούμαν τον λέμε από το 1960 -που ήταν πρωταθλητής πυγμαχίας- γιατί οι γροθιές του ήταν σαν την ατομική βόμβα που έριξαν οι Αμερικάνοι.

Τον ρωτάω πως ζει ο Γρηγόρης, ο γνωστός από παλαιά σαν ‘ξανθός μάγος’ που τρύπαγε το στήθος του με  μπλακεντέκερ  και κατάπινε σπαθιά κι ήταν μύθος στη δεκαετία του ‘70.

«Ξέρω  ‘γω   πως ζει ο μαλάκας κι από πού έχει λεφτά. Η σύνταξή του είναι 480 ευρό, αλλά μπορεί να  έχει  μαζέψει απ’ τα  νιάτα  του που ήταν στο Λας Βέγκας…»

Φτάνουμε στη Καλλικράτεια  και σταματάμε σ’ ένα σπίτι γωνιακό που έχει ένα τεράστιο ψηλό τοίχο γύρω του. Μας ανοίγει ο ίδιος ο Γρηγόρης που τα ξανθά μαλλιά του έχουν αραιώσει και το στομάχι του  ξεχειλίζει  κάτω απ το κοβάλτ μπλε στενό του πουκάμισο.

Αρχίζει «καλώς τα παιδιά, καλώς τους όμορφους» και μπαίνουμε σ ένα μεγάλο σαλόνι που είναι φορτωμένο με τα πιο κιτς πράγματα κι έπιπλα σε χρυσαφί χρώματα, γραμμόφωνα, αγάλματα  φέικ  κι αγαλματίδια κακοφτιαγμένες  Αφροδίτες, ψεύτικα σπαθιά και ψεύτικα διπλώματα μαγείας, φωτογραφίες απ’ το τσίρκο Μεντράνο, φωτογραφίες απ’ την Αμερική κι ό, τι άλλο έχει να προσθέσει η αισθητική του Γρηγόρη απ τα Γρεβενά.

Ο Τάκης του λέει, «να σου φέρω σε μεγέθυνση και μια φωτογραφία  με τα αρχίδια μου να  την κρεμάσεις» κι ο Γρηγόρης όλο γελάει και πάει  για το ψυγείο για να φέρει δυο παγωμένες μπύρες.

Πίνουμε σιγά-σιγά τις μπύρες μας κι αρχίζουμε μια κουβέντα για διάφορους κοινούς γνωστούς, όπου ανακαλύπτω πως οι περισσότεροι είναι ή πεθαμένοι ή στα  νοσοκομεία. Με σώζει όμως ο Τάκης που λέει ξαφνικά του Γρηγόρη, «ρε μαλάκα όλο για πεθαμένους μιλάμε κι εγώ σου έφερα από εδώ τον μικρό για να χαλαρώσει, όχι για να γίνει χειρότερα… Πάνε και φέρε τον  Μπάμπη να τον δούμε λίγο..»

Ο Γρηγόρης απαντάει πως ο Μπάμπης έχει γεράσει, του έχουν πέσει τα περισσότερα  δόντια, είναι κοντά στα είκοσι τώρα και πως πριν έρθουμε του έδωσε να φάει 5 κοτόπουλα σε φέτες κι αρχίζει όρθιος να μιλάει για τους οικολόγους, που του έχουν κηρύξει πόλεμο και αν δεν μπορεί κάποιος να έχει στην αυλή του όποιο ζωντανό θέλει, αυτό δεν είναι Δημοκρατία και πάει να κάνει και μια ανάλυση  για την οικολογία, μέχρι να τον κόψει ο Τάκης «άντε φέρε τον Μπάμπη ρε μαλάκα πολυλογά…»

Ο Γρηγόρης πάει  πίσω στην αυλή και σε λίγο γυρίζει στο σαλόνι με ένα λιοντάρι γέρικο, γύρω στα 250 κιλά, που μόνο που το βλέπεις να περπατάει νωχελικά και να σε κοιτάζει, παθαίνεις κρυοπαγήματα στο κεφάλι, είναι κάτι πέρα από θαύμα να βλέπεις μπροστά σου αυτόν τον βασιλιά της φύσης να στέκεται  σαν ένα  πετ που ο Γρηγόρης του λέει  με χαδιάρικη φωνή  «κάτσε κάτω Μπάμπη μου » και το λιοντάρι να κάθεται μπρος σου, σαν σκυλάκι που πειθαρχεί πάραυτα στ’ αφεντικό του…

Προσπαθώ να κάνω τον ψύχραιμο, αλλά δεν με παίρνει, νιώθω να  είμαι  μπλε απ τον φόβο μου και κοιτάζω το λιοντάρι που ανοίγει το τεράστιο στόμα του και  χασμουριέται.

«Έλα  εδώ ρε Μπάμπη να σε χαϊδέψω»,  του λέει ο Τάκης κι ο Μπάμπης τον κοιτάζει και πάει προς το μέρος του, κατεβάζει την τεράστια κεφάλα του με τη χαίτη κι Τάκης, του ανακατεύει τις  ξεπλυμένες   από τα χρόνια καφετιές του  τρίχες, ενώ εγώ βρίσκομαι  στην  κατάσταση του ‘τα  έχω  δει όλα’.

Βλέπω τον Τάκη που μιλάει τρυφερά στο λιοντάρι, «αχ ρε   Μπάμπη, που κατάντησες, από τις ζούγκλες της   Αφρικής να σε ταΐζει κατεψυγμένα  στη Καλλικράτεια, αυτός ο μαλάκας που κάνει τον  μάγο, αχ, ρε Μπάμπη, ρε Μπάμπη…»

Γυρνάει προς τα μένα και μου λέει «χάιδεψε τον και συ ρε να συνέλθεις λίγο. Αυτός είναι φίλος κι όχι τα αρχίδια οι δικοί σου που γράφουν μαλακίες στα βιβλία τους… έτσι δεν είναι  Μπάμπη;..»

Απλώνω το χέρι μου και το ακουμπώ στο τεράστιο κεφάλι του Μπάμπη, βλέπω να έχει κλειστά τα κίτρινα μάτια του  από γλυκιά ευχαρίστηση, νιώθω την βαριά του αναπνοή, νιώθω μέσα μου μια βαθιά λύπη για τον Μπάμπη, που αντί να βρισκόταν στις πεδιάδες του Σερεγκέτι  βασιλιάς, τρώει κατεψυγμένα κοτόπουλα που του δίνει ο ξανθός  μάγος, ξέρω πως αυτό που αισθάνομαι δεν περιγράφεται, ξέρω πως σε όποιον το πω θα με κοιτάζει σαν ψευταρά, βυθίζομαι σε μια απόλυτη γλυκιά ματαιότητα, καθώς το αριστερό μου χέρι βυθίζεται κάτω απ τη χαίτη του Μπάμπη κι ακούω τον Τάκη που λέει στον ξανθό μάγο «να του δίνεις και μπριζόλες λαιμού ρε μαλάκα, όχι όλο κατεψυγμένα-κατεψυγμένα, μαζί σου θα τα πάρεις τα λεφτά μαλάκα, ε μαλάκα».

91668a84d64de211a25c0fd73bbcebcf

***

Αδικαιολόγητο συνειρμικό σχόλιο: Ho la criniera da leone (perciò attenzione)  [Έχω την χαίτη λιονταριού (γι αυτό μην κοιτάς αλλού)] Από ιταλικό τραγουδάκι του Antonio Infantino. Φλωρεντία ’68.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »