Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Ηλίας Κουτσούκος’

Μαθήματα ανατομίας

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2020

Εικόνα (11)

Αυτό το καλοκαίρι στα βιβλιοπωλεία, εκτός από τον ¨Λύκο που γέρασε¨, υπάρχει ακόμη μια δουλειά του Ηλία Κουτσούκου. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο ¨Μαθήματα ανατομίας¨. Οι εκδόσεις είναι ¨Μελάνι¨ και στο οπισθόφυλλο αναγράφονται τα εξής:

Εικόνα (12β)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Όταν κόβεται το ρεύμα…

Posted by vnottas στο 1 Μαΐου, 2020

 

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Εσώτερο πραξικόπημα

images (14)

Μέσα στη κάβα του μυαλού μου

κόπηκε το ρεύμα

και ευκαιρία βρίσκουν νευροδιαβιβαστές

κι άλλες στρατιές ενζύμων χημικών

να κάνουν ότι τους καπνίσει.

.

Φέρνουν κομμάτια από παλιές αγάπες

και τα μοντάρουν σαν να είναι σκιάχτρα

στου νου τις πεδιάδες, δήθεν

να διώξουν τα πουλιά της μνήμης.

.

Βρίσκουν και διάφορα κομμένα μέλη

του Εμφυλίου μέσα μου

τα ράβουν επίτηδες ανάποδα

κι ύστερα σπάζουν πλάκα

γιατί τα βλέπουν

να περπατούν πλάγια σαν τους κάβουρες

ή να βαδίζουν μεθυσμένα προς τα πίσω.

.

Βγάζουν τις σκέψεις απ το παρελθόν

και τις αφήνουν πάνω σε ψησταριές ολόγυμνες

ή φέρνουν φορτηγά και τις αδειάζουν

μέσα σε αίμα από πισίνες βαθυκόκκινες

για να πνιγούν.

.

Έχουν και έναν βλοσυρό εργοδηγό

που κάθεται επάνω

σ έναν λοφίσκο άκυρου ανευρύσματος

και δίνει εντολές με τηλεβόα

σε εργάτες που κρατούν γκασμάδες, φτυάρια

σε μία Λεωφόρο Πολλαπλών Συνάψεων

φωνάζοντας «θέλω να σκάψετε μια τάφρο

όπου θα ενταφιαστούν έρωτες εντελώς ανώφελοι

και υποσχέσεις άνευ ανταλλάγματος

καθώς και πτώματα από τσαχπίνικες ματιές

άντε, πιάστε δουλειά κουμάσια μου..»

.

και όλα αυτά να γίνονται ερήμην μου

ενώ κοιμάμαι του καλού καιρού…

images (15)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | 1 Comment »

Ατενίζοντας τα βουνά…

Posted by vnottas στο 5 Απριλίου, 2020

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

αρχείο λήψης (4)

Τσίπουρο Παραμυθιάς

Στη Παραμυθιά της Θεσπρωτίας σήμερα τ’ απόγευμα αρχές Απρίλη, όπως κάνει 40 χρόνια τώρα, ο μπάρμπα Σωτηράκης Λέκκας πίνει το τσιπουράκι του στη πάνω έρημη πλατεία-εντελώς μόνος του -λόγω του εθνικού εγκλεισμού.

Κοιτάζει τα βουνά περιμετρικά που του κόβουν τη θέα προς το Ιόνιο, όπου κι αν γυρίσει το βλέμμα του.Τα βουνά λες και κάνουν ένα κύκλο τριγύρω του γιατί η Χιονίστρα έχει ύψος 1665 μέτρα κι απ την άλλη η Κορύλα 1650. Κι ακόμα τα δυο ποτάμια που πιτσιρίκος ψάρευε πέστροφες -σκέφτεται ο μπάρμπα Σωτηράκης- ο Αχέροντας κι ο Κώκυτος,είναι μακριά του και δεν ξέρει πως να πάρει άδεια για να τα φτάσει, αλλά και να πάρει, τι σκατά θα πάει να κάνει στα ογδόντα του εκεί συνταξιούχος κτηνοτρόφος…

Κάθεται λοιπόν μόνος του, στο καφενείο του φίλου του Ντελίμπαση, που τυπικά είναι κλειστό και πίνει αργά-αργά το τσιπουράκι του μασουλώντας για ώρα τρεις ξερές ελιές και δυο κομματάκια τσίρο. Κοιτάζει το απλό όμορφο στρόγγυλο ποτηράκι του με το -χωρίς γλυκάνισο- τσίπουρο και σαν να βλέπει στο πάτο πρόσωπα που χάθηκαν, ενώ θα έπρεπε νάναι δίπλα του και να του κρατούν συντροφιά. Πρώτα βλέπει τη Βάγια, έρωτα του 50 που κρυφά είχαν συμφωνήσει γάμο, αλλά αυτή δεν τον περίμενε μέχρι που να τελιώσει το στρατιωτικό του, πήγε και παντρεύτηκε έναν αρχιτσέλιγκα απ το Σούλι.Επειτα βλέπει τον μεγάλο του αδερφό, που έφυγε στην Αμερική και πέθανε από έμφραγμα στο Σινσινάτι καθώς έβλεπε τη παράσταση ενός ροντέο τσίρκου.Ρίχνει δυό απανωτές ρουφηξιές απ τη στενοχώρια του, ανάβει ένα σέρτικο τσιγάρο και γεμίζοντας το στρόγγυλο ποτηράκι του, σαν να του φαίνεται τώρα, πως στο πάτο του ποτηριού,έχει στρογγυλοκαθήσει χαμογελαστό το πρόσωπο του γιου του, πούχει κλείσει τα 50 και έχει τέσσερα χρόνια να έρθει στο χωριό, ταξιδεύοντας στα καράβια κάνοντας το γύρο της γης, εργένης από άποψη, που ο μπάρμπα-Σωτηράκης αδυνατεί χρόνια να κατανοήσει.

Σκέφτεται ενώ αργοπίνει πως κάποια στιγμη, θα πρέπει να γυρίσει πίσω στο σπίτι, όπου η γριά του θα ροχαλίζει κι αυτός αν ανοίξει τη τηλεόραση, θα βλέπει πάλι κάτι εικόνες από άδειους δρόμους ή γεμάτα νοσοκομεία, που θα του γυρίσουν τη ψυχή ανάποδα. Σκέφτεται πως ο κόσμος μια φυλακή μεγάλη είναι και πέρα απ τα περίκλειστα βουνά, όλα τα μέρη, μια φυλακή ολοστρόγγυλη σα μπάλα είναι, που κανείς δεν ξέρει που να πάει για να γλυτώσει απ το κακό της πανδημίας, γι αυτό το καλύτερο που έχει να κάνει,είναι να κάτσει εκεί που βρίσκεται μπρος στο στρογγυλό ποτηράκι του και να πίνει σιγά-σιγά το τσιπουράκι του, δηλαδή να κάτσει στ’ αβγά του και τούρχεται ξαφνικά ένα αυθόρμητο χαμόγελο στο στόμα, γιατί όπως και να κάνουμε σκέφτεται και τα αβγά στρογγυλά είναι ή κάπως σαν μακρουλό μηδενικό. Κι όπως σκύβει να ξαναδεί τον πάτο του ποτηριού, βλέπει το πρόσωπο του δάσκαλού του απ τη πρώτη του δημοτικού, του Μελέτη Φλάμπουρα με τη στροφογυριστή μουστάκα του, από το παλιοχώρι της Χίνκα, να λέει στον πεθαμένο από δεκαετίες πατέρα του.. «άκου για να ξέρεις Σταύρο, ένα σχέτο μηδενικό είναι ο Σωτηράκης σου, ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό. Καλύτερα να τον σταματήσεις τώρα απ’ τα γράμματα και να τον κάνεις τσομπανάκο στο μαντρί σου. Νάχεις όφελος για το μετά.»

images (9)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Την εποχή του εστεμμένου ιού…

Posted by vnottas στο 26 Μαρτίου, 2020

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Φοβάμαι πως θα ξαναγίνουμε ίδιοι

images (7)

Φοβάμαι πως θα ξαναγίνουμε ίδιοι

ή  και χειρότεροι μπορεί

γιατί ο φόβος της απώλειας

Δεν γίνεται απώλεια του φόβου

Φοβάμαι πως τα κτήνη που ποδηγετούν τις αγορές

θα φτιάξουν τις καινούργιες αλεξίσφαιρες

-και παίρνει αέρας φοβερός μέσα στο χάος

το κόκκινο ποδηλατάκι του Γιωργάκη

και της Αννούλας το κουκλάκι χάνει το κεφαλάκι του-

Φοβάμαι και τα ‘σαγαπώ’

όταν ακούγονται από μάσκες χειρουργείου

Φοβάμαι μήπως χάσεις τις πιστωτικές σου

ή μη σου κλέψουνε το τάμπλετ

και γύρεις μέσα στη κατάθλιψη

γίνεις λουλούδι δίχως γύρη

Φοβάμαι γιατί ενώ πρέπει να κάνεις εμετό

εσύ φοβάσαι και το σάλιο σου, γι αυτό

‘θα πάω να το πω στον Ερυθρό Σταυρό

πως πλέω σε μια θάλασσα φελλό’

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ασ’ τα ν’ ανεμίζουνε…

Posted by vnottas στο 14 Φεβρουαρίου, 2020

Μου το έστειλε πρόσφατα ο Ηλίας

αρχείο λήψης (21)

 

Ηλίας Κουτσούκος: Happy– χάπι

Με το φως της ημέρας

δεν χρειάζεται χάπι

Το χάπι παίρνεται τη νύχτα

τη στιγμή που νιώθεις

πως οι εφιάλτες έρχονται

γαμημένα βιώματα

και χρόνια αιμοσταγή

κι ιδίως η ηλίθια απορία του στυλ

που πήγαν τόσα χρόνια

ή το χειρότερο ‘κάποτε

είχαμε όνειρα και μεις…’

Τότε κάθεσαι μπροστά στο χαρτί

με πιτζάμες, με το σώβρακο ή τις φόρμες

-μπορεί και ξεβράκωτος-

για να γράψεις το ποίημα

το γράφεις αφήνοντας έξω

καλολογικά και συντακτικές αηδίες

δεν το ψάχνεις πολύ

δεν διορθώνεις λάθη

έτσι εντελώς γυμνό

το παραδίδεις στον Τίποτα Χρόνο

και πας ακριβώς από κει

που ήρθαν και φύγαν άλλοι

Δηλαδή με το χάπι-ποίημα

ταξιδεύεις στις εσχατιές

του παντός καθόλου άρρητης νύχτας

Όμως αν αντέχεις το γκροτέσκο

μπορείς να σταθείς μπροστά στο καθρέπτη

γυμνός τραγουδώντας φάλτσα

το γελοίο τραγούδι

άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα

άστα να ανεμίζουνε στη τρελή νοτιά..’

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Ηλίας Κουτσούκος: Ο λύκος που γέρασε

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2020

Ο Ηλίας δεν είναι λύκος ούτε γέρασε. Είναι παλιός φίλος και γράφει ποιήματα και πεζά που μ’ αρέσουν. Η ¨Bibliotheque¨ είναι ένας ιστότοπος αφιερωμένος στα γράμματα, αλλά εκδίδει κιόλας. Ο δε ¨λύκος που γέρασε¨ είναι ο τίτλος  της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Ηλία που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη ¨Βιβλιοθήκη¨ σε καλαίσθητη συλλεκτική έκδοση.

Εδώ παρακάτω δύο από τα ποιήματα της συλλογής

Εικόνα (5)

Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΘΥΡΟΤΗΛΕΦΩΝΟ

Έχουν έρθει στο σπίτι φίλοι

και τρώμε μακαρόνια στο μπαλκόνι

άσπρο κρασάκι πίνουμε κι όλο γελάμε

με χαζά αστεία όταν ακούω το θυροτηλέφωνο

μ’ ένα διστακτικό σαν «να με συγχωρείτε» χτύπημα

λέω, ποιος να ‘ναι τέτοια ώρα δύο τη νύχτα, τίποτα τσογλάνια

μεθυσμένα θα ‘ναι και φωνάζω

ένα «ναι» λιγάκι άγριο.

.

Ακούω έναν σαν αναστεναγμό κι αμέσως

«να με συγχωρείς αγόρι μου δεν ήτανε σωστό

που σε αναστατώνω τέτοια ώρα μα ήθελα

ν’ ακούσω τη φωνούλα σου, να ξέρεις είμαστε καλά

λιγάκι ο πατέρας σου γκρινιάζει γιατί εκεί πάνω

απαγορεύεται αυστηρώς το κάπνισμα, ήρθαμε

κάποιες φίλες με υπεραστικό και τώρα μας φωνάζουν πίσω

να ‘σαι καλά και να προσέχεις, σε λατρεύουμε να ξέρεις»

Φωνάζω δυνατά «μαμά, μαμά, μαμά».

.

Μου πέφτει το θυροτηλέφωνο από το χέρι κι ύστερα από 30

χρόνια – για σκέψου –

με πιάνουνε τα κλάματα, πάω στην τουαλέτα δήθεν

για κατούρημα, ρίχνω νερό στα μούτρα μου

μα δεν μου σταματούν τα δάκρυα καθώς θυμάμαι

την εικόνα της με σταυρωμένα τα χεράκια της

επάνω σ’ ένα γκρίζο και παλαιό ταγιέρ που το είχε

για τις Κυριακές στην εκκλησία.

***

ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΙ

Εκεί που γίνονται όλα όμορφα και καλά

εκεί που είναι όλα τακτοποιημένα

οι προλετάριοι με τους χέστες

οι μέτριοι δουλικοί με τα αφεντικά τους

οι απροσάρμοστοι στον κόσμο τους

οι καταθλιπτικοί στις φωλιές τους

                                             – ας πιούμε τώρα ένα ουϊσκάκι –

Εκεί ακριβώς, σε κείνη τη στιγμή

του «τίποτα δεν θα χαλάσει την ησυχία μας»

έρχεται ο κρότος

από ένα ηχηρό χαστούκι

πρώτα με κάρβουνο, μετά με χρώματα

κι άριστη Ιστορία της Τέχνης

έρχεται ο κρότος

πάνω στα μάγουλα των ηλιθίων

πάνω στο δέρμα των κυριλέ

και φτιάχνει ένα κόκκινο σημάδι

ανεξίτηλο για μία και μοναδική φορά

με την προοπτική «πάρε το για να έχεις»

και τότε μπερδεύονται όλα

βασανισμένοι από λατρεία Χριστοί

βραβευμένοι απόφοιτοι κολεγίων

πατεράδες με καταπίστευμα

τραπεζίτες με τεράστιες πιστώσεις

γενικώς οι καταφερτζήδες του κόσμου

μένουν ενεοί μπροστά στον κρότο

από αυτό το βίαιο και αύθαδες χαστούκι

των συνειδητών αοράτων χρωμάτων

που δεν υπολόγιζαν ούτε λογάριαζαν

στην τακτική του προσκυνημένου σβέρκου

στον άξονα του λυγισμένου λαιμού

στην γραμμή των οριζόντων τους

στο γεμάτο πορτοφόλι τους

στου ανέγγιχτους κωδικούς τους

αυτό το χαστούκι

κάτι παραπάνω από ανταρσία

κάτι πέρα από το απρόβλεπτο

που τώρα πρέπει να το καταπιούν

ή έστω να δείξουν πως δεν έπεσε ποτέ

στο πρόσωπό τους.

αΕικόνα (8)

Εικόνα (5)α

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ένα απομεσήμερο καλοκαιρινής ζέστης και Πυρ ομαδόν στο κάπνισμα

Posted by vnottas στο 4 Αυγούστου, 2019

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος 

O Σωτηράκης Τσιάρτας ισόβιος 

αρχείο λήψης (13)

Είναι μεσημεράκι προς απόγευμα τέλος Ιουλίου και έξω έχει 38 βαθμούς με αίσθηση 40.Ο Σωτηράκης Τσιάρτας κάθεται γυμνός μόνο με το σώβρακο και το ερκοντίσιον στο φουλ. Κοιτάζει έξω απ τη μπαλκονόπορτα τις απέναντι πολυκατοικίες που δεν υπάρχει ψυχή γιατί όλοι έχουν πάει στη θάλασσα.

Σκέφτεται πως έχει να πάει 28 χρόνια σε παραλία. Σκέφτεται και τραβάει βαθιές ρουφηξιές απ το τσιγάρο του που οι ξεφτιλισμένοι το έχουν πάει 4,30 το πακέτο άρα 4,30 επί 30 ίσον 129 και από τα 650 της σύνταξης μείον 129 ίσον 521.

Σκέφτεται αν αφαιρέσει φως, νερό, τηλέφωνο, μένουν γύρω στα 400 που αν τα διαιρέσει με το 30 μένουν 13 ευρουλάκια ημερησίως και γι αυτόν ακριβώς το λόγο οι παραλίες δεν υπάρχουν. Άλλωστε αυτές τις προσθαφαιρέσεις τις έχει κάνει άπειρες φορές.

Αν θυμάται καλά -και το θυμάται- η τελευταία φορά που πήγε σε παραλία ήταν με τη χοντρή γυναίκα του που γκρίνιαζε συνεχώς για τα λεφτά ενώ αυτός κοίταζε ως μαγεμένος δύο κοπέλες που έπαιζαν ρακέτες με τα υπέροχα κορμιά τους ν’ αντιμετωπίζουν θρασύτατα το ελαφρό αεράκι. Θυμάται τα τελευταία λόγια της γυναίκας του ‘εγώ σου λέω πως δεν τα βγάζουμε πέρα κι εσένα σου τρέχουν τα σάλια με τα κοριτσάκια…’

Το ίδιο βράδι ο Σωτηράκης Τσιάρτας χώρισε κι εγκαταστάθηκε σ αυτό το μικρό διαμέρισμα των 38 τετραγωνικών που έμενε η μάνα του πριν πεθάνει.

Σκέφτεται πως τα δυο κοριτσάκια που παίζαν ρακέτες τότε, τώρα θάναι σίγουρα σαρανταπεντάρες και μάλλον θα έχουν παιδιά, κυτταρίτιδα ή άλλα που φέρνει η ηλικία και μ’ αυτήν την ιδέα ανάβει ένα τσιγάρο ακόμα, ενώ η τηλεόραση λέει για τη κρίση που έρχεται απ τη διπλανή χώρα.

Σκέφτεται πως αν ξεσπάσει κρίση τώρα μες στο κατακαλόκαιρο θα σηκωθούν να φύγουν οι τουρίστες απ’ τις παραλίες και τα νησιά κι ο κόσμος θα τρέχει στα σούπερ-μάρκετ για μακαρόνια, κονσέρβες και ρύζια.Η τηλεόραση επιμένει πως η κρίση υπάρχει και βγάζει έναν μαλακοπίτουρα πρώην στρατηγό, ο οποίος δηλώνει πως ‘ήμαστε πανέτοιμοι ως κράτος’ ενώ ο Σωτηράκης Τσιάρτας σκέφτεται πως δεν είναι καθόλου έτοιμος ο ίδιος αν και βρίσκεται σ’ αυτή τη φυλακή για το υπόλοιπο του βίου του χωρίς να έχει αποθηκεύσει τρόφιμα για τις όποιες δύσκολες μέρες…

Πάει στο διπλανό δωμάτιο και βγάζει από ένα μεταλλικό κουτί του νες-καφέ πέντε εικοσάρικα, φοράει ένα φαρδύ άσπρο πουκάμισο που το έχει απ’ τη δεκαετία του 80, βάζει τις σαγιονάρες του κλειδώνει και φεύγει απ το σπίτι ψιθυρίζοντας διαρκώς για μην ξεχάσει τη νοητή λίστα με τα ψώνια απ το γειτονικό σούπερ μάρκετ, μακαρόνια, ρύζι, κονσέρβες, παξιμάδια, παξιμάδια, μακαρόνια, ρύζι, κονσέρβες, παξιμάδια κι ένα ουίσκι φτηνό για δύσκολες ώρες….καθώς και δέκα πακέτα τσιγάρα… γαμώ τη τύχη μου γαμώ…..

images (13)

Πυρ ομαδόν στο κάπνισμα…

Έχω την εντύπωση πως αυτή τη φορά η απογόρευσις του καπνίζειν είναι οριστική και αμετάκλητη σαν την κλιματική αλλαγή.

Όλοι αυτοί που σακατέψαν τον πλανήτη με τα φουγάρα τους κι όσοι διδάχθηκαν από αυτούς για το μεγαλείο των ιδιωτών -που έφτιαξαν τα φουγάρα- την έπαρση των ‘αυτοδημιούργητων’ και όσοι παλεύουν για ένα καλύτερο ‘απαγορεύειν’ …θα μας νικήσουν.

Θα μας νικήσουν αμετάκλητα και μπορεί να μας απαγορεύσουν το κάπνισμα ακόμα και στο σπίτι μας,στο Βεσέ μας,στο μπαλκόνι μας, γιατί έχουν απεριόριστη δύναμη κι η μεγάλη πλειοψηφία του ελεύθερου ή σκλαβωμένου κόσμου είναι μαζί τους.

Μαζί τους είναι οι Μπλε, οι Πράσινοι, οι Οικολόγοι, οι μισοί Κόκκινοι και πάμπολλοι άλλοι ακτιβιστές με φούξια. Μαζί τους είναι ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, όλοι οι εργαζόμενοι στα Χρηματιστήρια, όλοι οι Σύλλογοι μεταφορέων κενών κιβωτίων ιχθύων, ο πρόεδρος Τραμπ, οι Καρδινάλιοι, οι Μητροπολίτες, οι αθλητές παντός τύπου, οι εργαζόμενοι στα γυμναστήρια, οι φίτνες-φόλουερς, οι ναυαγοσώστες καθώς και όλα τα μέλη της Σκωτσέζικης Στοάς με τα σπαθάκια τους και τις ποδίτσες τους.

Όλοι αυτοί,μαζί με τους άλλους που πιστεύουν πως ο κόσμος γίνεται ολοένα και καλύτερος -αν δεν ανάψω το τσιγαράκι μου- μπορεί μεν να κοιτάζουν όλο το 24ωρο το κινητό τους σαν υπνωτισμένοι, εξαρτημένοι, να σκοτώνονται γι αυτό, να σε απολύουν με SMS, ή να δουλεύουν ολονυκτίς στο διαδίκτυο, αλλά στο θέμα του τσιγάρου είναι απόλυτοι διότι ενδιαφέρονται για την υγεία μου και την υγεία όλων όσων δεν έτυχε να βάλουν για δικούς τους λόγους, ένα τσιγαράκι στο στόμα τους.

Το ξέρω, θα μας νικήσουν κατά κράτος διότι η χώρα πρέπει να πάει μπροστά χωρίς εξαρτήσεις από ανθρώπους που είναι εξαρτημένοι από ανόητους εθισμούς και θέλουν σαν τρομοκράτες να φυσούν τον καπνό τους πάνω στους άλλους, που μπορεί κάποτε να ήταν μ’ αυτούς αλλά τώρα είναι αθεράπευτα οι άλλοι…

αρχείο λήψης (12)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Για να γράψεις αληθινούς στίχους…

Posted by vnottas στο 1 Ιουλίου, 2019

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

images (9)

…Χρειάζεσαι στροφή προς τα πίσω

παιδικές ηλικίες με κλάμα, καβγάδες στο σπίτι

μελανιές απ τους νταήδες στο σχολείο

νάχες κλέψει το μολύβι του φίλου σου

να έβριζες μέσα σου

στους εκκλησιασμούς τις Κυριακές

Και μετά όταν μεγάλωσες

να σε διώχναν από δουλειές

να σου κλέβαν ένσημα

και βέβαια νάχεις ατιμασθεί

από συντρόφισσες και συντρόφους

να έχεις προδοθεί φορές και φορές

Στην ομορφιά να λύγιζες

κι αυτό να γινόταν κουσούρι

για όλη την υπόλοιπη ζωή σου

να τίναζες τα πέτα ενός τραπεζίτη

για ένα γαμημένο ψιλοδάνειο

να είχες σκεφτεί έστω δυο-τρεις φορές

πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος

-ή έστω ο ίδιος-

αν έλειπες απ αυτόν

να χτυπούσες μια φορά έστω νύχτες κουδούνια

φωνάζοντας σε άγνωστους ‘ξυπνήστε’

να ούρλιαζες μια φορά στο φεγγάρι

σαν λύκος

να έχεις μπει -έστω μια φορά- σε εντατική με τη μάσκα

μη γνωρίζοντας αν θα χάσει τη μάχη

αυτός που αγαπάς

αλλιώς για ποιο λόγο

να γράψεις στίχους παρά μόνο

γιατί είσαι ανώμαλος

-βεβαίως εξαιρείται το φουστανάκι

που γλιστράει στο πάτωμα μπροστά σου-

και θες να καταστρέψεις δέντρα

για πιο λόγο παρά

την άθλια ματαιότητα της διάκρισης

δήθεν τριγύρω σου

ανώμαλε ε ανώμαλε

που θέλεις να γράφεις στίχους

 

 Για να γράψεις λοιπόν αληθινούς στίχους

βάλε το δάκτυλο βαθιά στο στόμα

να βγουν μαζί με τα σωθικά

μπουκιές της ψυχής σου…

μιρό

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ένα αφήγημα του Ηλία και δύο ποιήματα του Νίκου

Posted by vnottas στο 1 Απριλίου, 2019

 

αρχείο λήψης (1)

Η Λίτσα απ’ τα Νάματα

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Καθόμασταν σ ένα καφενείο στην πλατεία της Εράτυρας και πίναμε το τσιπουράκι μας, όταν εμφανίστηκε ο Τάκης ο Γεμάτος κι άρχισε τις γαλιφιές του για να πάμε όλη η παρέα στο χωριό του, τα Νάματα κάτω απ το Συνιάτσικο.

Το βουνό -όπως υποστήριζε- ήταν στα καλύτερά του αυτή την εποχή κι επίσης είχε ένα τσίπουρο σαν μεταλαβιά και από τα χθες ένα μαγειρεμένο ζυγούρι που στο στόμα γινόταν μπακλαβάς…

Φύγαμε με δυο τζιπ περνώντας από μια εκπληκτική ανοιξιάτικη διαδρομή ανεβαίνοντας τις στροφές του πανέμορφου βουνού και σε μια ώρα φθάσαμε στα Νάματα όπου η μητέρα του Τάκη άπλωνε ρούχα στη μεγάλη καταπράσινη αυλή της.

Το χωριό σκαρφαλωμένο στις πλαγιές είναι πανέμορφο τώρα την άνοιξη μέσα σε περήφανα ψηλά δέντρα και πλατάνια με τα πολλά νερά του, να τρέχουν σ’ όμορφα ρυάκια και οι κήποι να μοσχομυρίζουν απ τα λουλούδια που φυτρώνουν ακόμα κι ανάμεσα στις πλάκες των πεζόδρομων. Εδώ ο Τάκης αρχίζει να περιαυτολογεί πως πήρε χρήματα από τη Περιφέρεια κι έφτιαξε τους δρόμους του χωριού, -που κάποτε είχε οκτακόσιους κατοίκους –  έβαλε φώτα παντού και το χωριό λάμπει μες τη νύχτα- και ότι γι αυτό ακόμα και με τον ‘Κλεισθένη’ στα Αυτοδιοικητικά, τον βγάζουν συνέχεια εκπρόσωπο, σ’ ένα χωριό που το χειμώνα έχει μόνο πέντε-έξι κατοίκους και μερικές αρκούδες που κατεβαίνουν απ το βουνό…

Η κυρά-Τασιά η μάνα του, άρχισε τα καλωσορίσματα, μας γνώρισε την αδερφή της και κείνο που με εντυπωσίασε αμέσως ήταν τα μουστάκια που είχαν οι δυο αδερφές, χήρες κι οι δύο από χρόνια, γύρω στα ογδόντα…

‘Μάνα το ζυγούρι’ λέει ο Τάκης κι αυτή απαντάει ‘καλά βρε παιδί μου παινέψου λίγο ακόμα στους φίλους σου και θάρθουν τα πιάτα, να το ζεστάνουμε λίγο το ρημάδι…’

Καθόμαστε στην μεγάλη αυλή, στρώνεται ένα μεγάλο τραπέζι με τα μεζέδια κι ένα τσίπουρο πριγκιπικό κι ο Τάκης με τα εκατό και βάλε κιλά του δίπλα μου, μου λέει σιγανά να ρωτήσω τη μάνα του για τη Λίτσα… ‘ποια είναι η Λίτσα ρε νούμερο..’’ τον ρωτάω κι αυτός χαμογελώντας πονηρά, απαντάει πως η Λίτσα είναι μια αρκούδα που κατεβαίνει στο χωριό με τα δυο μικρά της και η μάνα του την κυνηγάει όταν έρχεται στην αυλή… Επίσης μου εξηγεί, πως οι λίγες νοικοκυρές στο χωριό είναι συνηθισμένες απ’ την επίσκεψη μερικών αρκούδων που κατεβαίνουν απ το Συνιάτσικο την άνοιξη και ψάχνουν να φάνε κάτι απ τα αποφάγια των σπιτιών.

Έχω μείνει ενεός κι όταν έρχεται η μάνα του κουβαλώντας δυο πιάτα με πιπεριές και τα κρεατικά την ρωτάω δήθεν στο αδιάφορο ‘κυρά Τασιά κατεβαίνουν αρκούδες μέχρι εδώ..ε .’

Ναί κατεβαίνουν, μου λέει, εντελώς φυσικά η μάνα του Τάκη κι αυτή που έρχεται εδώ, την έχω ονοματίσει Λίτσα γιατί είναι πεισματάρα σαν τη κουμπάρα μου κι ενώ την διώχνω με τις φωνές και τρεις φορές έριξα στον αέρα με το δίκανο του μακαρίτη, αυτή πάει λίγο πιο πέρα και μετά ξαναγυρίζει κι έχει και τα δυο μωρά της μαζί που παίζουν μεταξύ τους κι αυτά πάλι ούτε που φοβούνται, κατάλαβες…

Δηλαδή, την ρωτάω, πόσο κοντά έρχεται η Λίτσα. Αχ βρε καλέ μου,λέει η μάνα του Τάκη, να μέχρι εδωπέρα φτάνει, στην άκρη της αυλής και με κοιτάζει σαν άνθρωπος μές στα μάτια κάτι να της δώσω. Της πετάω πέντε-έξι μήλα και της φωνάζω ‘τσακίσου Λίτσα τώρα μη σε πάρει ο διάολος’…  Μόνο δυο-τρεις φορές βγήκα με το δίκανο κι έριξα προς τα πάνω και τρόμαξαν τα μωρά κι αυτή έφυγε τρέχοντας μαζί τους. Αλλά να σου και την αλήθεια, τη λυπάμαι τη φουκαριάρα γιατί μάλλον την παράτησε ο άντρας της ή θα σκοτώθηκε ο φουκαράς κάτω προς την Εγνατία από κανά αυτοκίνητο κι αυτή η καψερή έμεινε μόνη της να θρέψει τα παιδιά της. Ψυχούλα είναι κι αυτή τι να σου κάνει…

Ο Τάκης δίπλα μου γελάει δυνατά,μου δίνει μια χαιδευτική σφαλιάρα στη πλάτη και φωνάζει ‘Νάματα, Νάματα και του θεού τα πράγματα..

***

αρχείο λήψης (2)

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΠΟΣ

Στις ακτές της καρδιάς μου

ξεβρασμένα ναυάγια επιπλέουν

στων βράχων την κόψη δοκιμασμένα

λουλούδια αποχαιρετισμών μισομαραμένα

στα νερά πηγαινοέρχονται

ακριβώς εκεί που εκβάλλουν

τα κόκκινα ποτάμια των καημών της.

.

Στα όρη της καρδιάς μου

σημαίες και λάβαρα σκισμένα ανεμίζουν

ξεχασμένα από τον καιρό

των εύκολων εφηβικών εξεγέρσεων

θραύσματα σπαθιών κι ασπίδων

φωλιές πουλιών αποδημητικών

που δεν ξαναπέρασαν ποτέ από δω.

.

Στα έγκατα της καρδιάς μου

κενές μαύρε σπηλιές

γεμάτες αποκαΐδια και στάχτες νόστου

δεν έχουν καμιά πιθανότητα

να ξανακατοικηθούν.

.

Απομένει ακόμα η αχανής έρημος

πλάι στη κεντρική αορτή

όμως η ζωή απουσιάζει χρόνια από δω

απ’ όταν ξεράθηκαν κι οι τελευταίες οάσεις.

*

αρχείο λήψης (4)

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Όλοι οι Έλληνες ήσαν εκεί

στην εκστρατεία κατά των Περσών

πλην Λακεδαιμονίων

όπως διεδόθη αστραπιαίως

και ‘μεις Ιμέριοι και Γελάσιοι

της μεγάλης Ελλάδος τέκνα

αναλογιζόμενοι τι είχε συμβεί

πριν από έναν περίπου αιώνα

απορούσαμε χωρίς σκοπιμότητες:

Είπε κανείς ποτέ

ότι στις Θερμοπύλες

έπεσαν μαχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι

πλην λοιπών Ελλήνων;

Όμως εφησυχάσαμε ανακουφισμένοι

όταν πληροφορηθήκαμε

τον μεγάλο αριθμό μισθοφόρων

που ακολούθησαν τους Μακεδόνες.

Κι αποφανθήκαμε στέρεα:

και βέβαια πλην Λακεδαιμονίων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Το ταξίδι των ποιητών και μία ξεκούρδιστη βόλτα

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2019

Ένα ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα μικρό αφήγημα του Ηλία Κουτσούκου

images (2)

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

 

Ποιητές γεμάτο είναι το βαγόνι

του τρένου που περνά στο Λιανοκλάδι

πως γίνεται η μνήμη να παγώνει

πολύκαιρες μορφές χωρίς ψεγάδι.

.

Να η Πολυδούρη, δίπλα της ο Καρυωτάκης

απέναντι ο Βιζυηνός με τον Φιλύρα

πίσω τους σοβαρός ο Αναγνωστάκης

λίγο πιο μπρος ο Ρίτσος κι ο Πορφύρας.

.

Ο Σολωμός συζήτηση έχει πιάσει

με προσοχή ακούει ο Καβάφης

βαρύ φορτίο έλεγε να γράφεις

απορημένος είν’ ο Μαλακάσης.

Ακόμα είδα Αισχύλο κι Ευριπίδη

κι άλλους πολλούς. Αξέχαστο ταξίδι.

xionia-sth-8-thumb-large--2

Ξεκούρδιστη βόλτα

 

Μου είχε σπάσει τα νεύρα το χιόνι γιατί δεν μπορούσα να πάρω τη μηχανή και να πάω μια βόλτα στη θάλασσα, να αράξω και να πιω ένα καφέ στον  ‘κήπο του νερού’ στη παραλία, όπως κάνω συχνά κι έτσι είπα μέσα μου να κάνω τη βόλτα με τα πόδια κι ας χιόνιζε ελαφρά.

Ξεκίνησα προσεχτικά στο γλιστερό πεζοδρόμιο από την Εγνατία και κατέβηκα την Αγία Σοφίας τραβώντας για την Παύλου Μελά κι ευχόμουν μέσα μου μη πέσω σε γνωστούς που αρχίζουν τα ‘πού χάθηκες’ κι όλα αυτά τα τυπικά και γελοία που είναι η πεμπτουσία της μικροαστικής ευγένειας των συνταξιούχων και που σε βγάζουν σ αυτή την παγερή πλατεία της αμηχανίας-τουλάχιστον για μένα-που δεν μπορώ να πω για λόγους ακαθόριστης ευγένειας [ενώ το θέλω πολύ..] ‘βρε άντε σιχτίρ πρωί-πρωί..’

Κατέβαινα αργά την Παύλου Μελά και σκεφτόμουν τι σκατά θα κάνω με τις αρρυθμίες της καρδιάς γιατί με τίποτα δεν ήθελα να μπω για εγχείρηση και γιατί επίσης δεν μπορούσαν να χειρουργήσουν τη κήλη μου αν δεν έφτιαχναν πρώτα τη καρδιά κι επίσης σκεφτόμουν πόσο ξεφτιλισμένος μπορεί να αισθανθεί κάποιος σαν του λόγου μου που σιχαίνεται τη φυσιολογική φθορά του σώματος.

Βάδιζα και σκεφτόμουν επίσης πως έχω χάσει πρόσφατα φίλους  απ τη παλιά δουλειά, τον γιό μου που έχει ένα μήνα να μου τηλεφωνήσει, μια κωλοδόση που έχω να πληρώσω, το δίπλωμα που έχω να ανανεώσω, σκεφτόμουν πως δεν μου σηκώνεται ούτε με βίντσι κι ένα σωρό άλλες μαύρες σκέψεις απ αυτές που κάνουν όσοι έχουν έστω  ένα υπόλοιπο μυαλού να τις κάνουν.

Είπα μέσα μου να στρίψω στη Τσιμισκή και να γυρίσω από Αριστοτέλους και ξαφνικά τον βλέπω μπρος μου φάντι-μπαστούνι. Μου την είχε στημένη με κείνο το παγερό βλέμμα του από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Φορούσε μια γελοία χωριάτικη τραγιάσκα σαν κι αυτή που φορούσαν όλοι οι άνδρες μέσης ηλικίας στην επαρχία την άθλια δεκαετία του 50 κι ένα παλτό τσόχινο της παλιάς Βασιλικής Χωροφυλακής στο χρώμα της μούχλας. Τα δόντια του είχαν φύγει από καιρό κι έβγαζε ένα δυνατό  χνώτο που βρωμοκοπούσε φτηνό κρασί και χωματίλα.

Στεκόμουν σαν ηλίθιος και φοβόμουν μήπως και με κοιτάζει περίεργα ο κόσμος που περνούσε στο πεζοδρόμιο της γωνίας, μη τύχει και πέσει πάνω μου κάποιος γνωστός και τότε θα έπρεπε να τον συστήσω και τι να έλεγα δηλαδή..   ‘από δω ο πατέρας μου… που μας άφησε 20 χρόνια τώρα,,’ θα γινόμουν ρεζίλι των σκυλιών και φαίνεται πως το κατάλαβε γιατί με μια συριχτή φωνή άρχισε να μιλάει και να λέει ειρωνικά πως δεν πρέπει να ανησυχώ, ο κόσμος πάει στις δουλειές του και δεν ασχολείται μ’  αυτούς που έχουν εγκαταλείψει τον πατέρα τους κι έχουν να πατήσουν στο χωριό 20 χρόνια και πως μαθαίνει με ποιους κάνω παρέα όλα αυτά χρόνια κι ότι καλά να αδιαφορώ γι αυτόν, αλλά ούτε καν δεν βρίσκομαι με τον εγγονό του, ε αυτό κι αν είναι απ τα άγραφα κι ότι βεβαίως τίποτα δεν έχω να του απαντήσω γιατί πάντα τέτοιος ήμουν…

Έλεγα μέσα μου, δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνουν τέτοια πράγματα όταν απ το απέναντι πεζοδρόμιο είδα τον διαχειριστή της πολυκατοικίας και φώναξα ‘Στέλιο κάτι θέλω να σου πω’ και τον άφησα σύξυλο να μουρμουρίζει περνώντας απέναντι.

Ο διαχειριστής, ένα γελαστός ψηλός μηχανικός σαρανταπεντάρης, μου έδωσε ευγενικά το χέρι του λέγοντας ‘σας είδα που μιλούσατε με έναν κύριο στη γωνία και είπα να μην σας διακόψω .Μέχρι το μεσημέρι να ξέρετε  θα ‘ρθει ο συντηρητής και θ αλλάξει όλα τα καρούλια του ασανσέρ…’

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Γιατί γράφω…

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2019

Διευκρινίσεις από τον Ηλία Κουτσούκο

images

Γράφω γιατί κάτι μου καίει τα σωθικά.
Γράφω γιατί κάποια στιγμή κατάλαβα την ομορφιά του κόσμου, το ανεκπλήρωτο των επιθυμιών μου, τις κραυγές αυτών που έφυγαν, τα αγκομαχητά αυτών που έμειναν, τη ματαιότητα του χθες, το ατελές του σήμερα, το αναπόφευκτο του μέλλοντος… κι έτσι άρχισα να γράφω.
Γράφω γιατί αυτό μοιάζει με μια μποτίλια ναυαγού, μοιάζει- βεβαίως εγωιστικά- με τη πρωτιά του νικητή, το ρόγχο του αγωνιστή , το μπλά-μπλά του αγνωστικιστή και του δρομέα κυρίου-Τίποτα, γι αυτό… γράφω.
Γράφω για έρωτες που δήθεν υπήρξαν, για ιδεολογίες που δήθεν τελεσφόρησαν, για τις πρακτικές που δήθεν πέτυχαν και τις ελπίδες που δήθεν θα βγουν αληθινές ενώ αντιλαμβάνομαι τις γελοιότητες των πραγμάτων.
Γράφω γιατί κατάλαβα πως το πέρασμα μου από εδώ είναι ένα σχεδόν μηδενικό σημείο στον απέραντο μαυροπίνακα του απόκοσμου χάους.
Γράφω γιατί δεν κληρονόμησα λεφτά, ακίνητα, περιουσίες τοπογραφικού περιεχομένου ή άυλες μετοχές και δεν έλαβα ουδέποτε ακριβό δώρο από τους εξ αίματος συγγενείς μου, οι οποίοι για εντελώς τυχαίους λόγους υπήρξαν δικοί μου.
Γράφω διότι δεν εμπιστεύομαι τους ψυχιάτρους, τους τύπους των αναλυτών προσωπικοτήτων, τους δήθεν ψυχολόγους, τις δήθεν θεραπείες των διαφόρων συνδρόμων κι επίσης όλους όσους είναι τακτικοί συνδρομητές σε έντυπα κλαδικών ενδιαφερόντων.
Γράφω γιατί δεν επιθυμώ να εξηγήσω το γιατί και το διότι, το αλλά και το εντέλει, τα παραθετικά των επιθέτων, τα πάθη των γλωσσών και την απίστευτη εξέλιξη των τεχνολογιών που καταλήγουν σε καλαίσθητες χειροπέδες με σάλτσα γκουρμέ του μυαλού.
Γράφω γιατί δεν πιστεύω σε σημαίες, θρησκείες, πολιτισμούς που αποδέχονται πλέον, 38 πρόσωπα, να έχουν περισσότερο πλούτο από 7 δισεκατομμύρια και διότι αυτή η αριθμητική αναλογία είναι χυδαία και αναξιοπρεπής
Γράφω γιατί το μάταιο αποτελεί μέρος του εαυτού μας και προτροπή για έναν ακόμα αέναο κύκλο πραγματικής ζωής.

Τέλος γράφω γιατί δεν αντέχω το Αουσβιτς μέσα μου και επειδή οι παπαρούνες είναι κόκκινες κι έχουν μαύρη γύρη.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Εικόνες καθημερινής (τηλεοπτικής και όχι μόνο) φρίκης

Posted by vnottas στο 18 Ιανουαρίου, 2019

Όπως την αισθάνθηκε και την περιγράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

images6

Μανεκέν δηλητήριο

Καθόταν με τα πόδια ανοιχτά

μπροστά στο μεγάλο καθρέπτη

γλύφοντας ένα λόλιποτ

μιλώντας ακατάπαυστα

για τις άλλες κοπέλες στη πασαρέλα

τις έθαβε κανονικά

είτε της τύλιγαν μπούκλες τα μαλλιά

είτε της έβαφαν το πρόσωπο

Μετά πατούσε νευρικά

τα πλήκτρα του κινητού της

ψιθυρίζοντας ‘μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα

θα σε φτιάξω εγώ…’

κι έλεγε ταυτόχρονα στη μακιγιέζ

πως πήγε δυο φορές σ ΄ένα ψυχολόγο

κι ενώ του την έπεφτε κανονικά

αυτός έκανε τον επαγγελματία

κι ότι στο κάτω-κάτω της γραφής

έχει άπειρα χάπια αν θέλει για τον ύπνο

που της τα  έδωσε ένας ηλίθιος φαρμακοποιός

που του είχε κάνει στοματικό πριν 6 μήνες

στη τουαλέτα ενός καφέ

στη Βιτόριο Εμμανουέλε

‘αυτοί όλοι νομίζουν πως θα μας πηδήξουν

επειδή οι μπαμπάδες τους έχουν λεφτά..’

αλλά εγώ καλή μου-έλεγε στη μακιγιέζ-

δεν είμαι η Μπέλα Χαντίτ

είμαι η Μαριλίζα απ’ το Λούκας

όποιος το παίρνει αυτό

-κι έδειξε το μουνάκι της-

θα πάρει πακέτο και το δηλητήριο..’

και πέταξε με κίνηση απότομη

το γλυφιτζούρι της στο κουβαδάκιimages

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μικρά κείμενα για τα Χριστούγεννα και τις Γιορτές, από τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 19 Δεκεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Ντοκουμέντο –

Πιάνα στον Θερμαϊκό

Ο μπάρμα-Γιάννης Ξεφτέρης παλαιός ιδιοκτήτης του Ντορέ, μου είπε ένα βράδυ αυτή την ιστορία που εξαιτίας της ο μύθος, είναι πραγματικότητα είτε εδώ είτε αλλού κι όπου η πραγματική ιστορία, αποκτά την υπόσταση του μύθου…

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο μεγαλοεκδότης της Μακεδονίας ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του εδώ πάνω χώρου, μιλούσε στον ενικό στους πρωθυπουργούς, κυκλοφορούσε με Ρολς-Ρόυς, κάπνιζε πούρα Αβάνας κι αγαπούσε τους φίλους του και το ωραίο φύλο.

Υπήρχαν κάποιες νύχτες, τρείς τέσσερις το χρόνο, όπου ανάμεσα σε φίλους, όμορφες γυναίκες, μυρωδάτους καπνούς κι ακριβά κονιάκ, καθόταν σιωπηλός κοιτώντας τη θάλασσα του Θερμαϊκού μ’ ένα περίεργο βλέμμα ανάμεσα σε νοσταλγία και ματαιότητα.

Τότε έμπαινε στο ακριβό μπιστρό ο οδηγός του και του έλεγε ‘όλα έτοιμα κύριε Γιάννη, το καΐκι είναι μπρος στο λευκό Πύργο με το πιάνο επάνω…’

‘Άκου τι γινόταν τότε’ μου λέει ο κύριος Ξεφτέρης κι ανάβει ένα Astor της εποχής.

Σηκωνόμασταν λοιπόν μ’ ένα νεύμα του εκδότη, μπορεί να ήταν δύο ή τρεις τη νύχτα και τραβούσαμε εκατό μέτρα από δω ως τον Πύργο και μπαίναμε στο καΐκι. Στη πλώρη μπροστά ήταν ένα πιάνο και πέντε έξι μουσικοί με κιθάρες, βιολί, τρομπέτα και κλαρίνο. Εμείς με τις κυρίες καμιά εικοσαριά άτομα. Ο καπετάνιος από τη Μηχανιώνα έβαζε πλώρη για τ’ ανοιχτά και εμείς αρχίζαμε τα τραγούδια της εποχής. Τραγούδια, σμυρνέικα, σεκλετίδικα, τραγούδια βαριετέ, ότι τραβούσε ο νους του καλού γλεντζέ…Οι μουσικοί παίζαν ένα μεγάλο ρεπερτόριο. Δυο βοηθοί του καπετάνιου κερνούσαν σαμπάνιες σε κρυστάλλινα, δυο-τρεις από μας έπαιρναν τις κυρίες κάτω και γινόταν χαμός από τσιρίδες και γέλια, ενώ ο εκδότης έμενε όρθιος σαν θαλασσόλυκος καπνίζοντας το πούρο του στην άκρη της πλώρης. Τέτοια γλέντια δεν μπορούσε να κάνει κανείς άλλος εκείνη την εποχή.

Το γλέντι κρατούσε δύο-τρεις ώρες. Χαμός σου λέω, τσιρίδες και να καταβρέχει ο ένας τον άλλον με σαμπάνιες. Κάποια στιγμή που μόνο τ’ αφεντικό κι ο καπετάνιος ήξεραν, το σκάφος έκανε μια γλυκιά μεγάλη στροφή κι επέστρεφε προς τη πόλη. Βλέπαμε τα φώτα να παίζουν πάνω στο νερό και δώσ’ του εμείς φωνές και τραγούδι.

Πριν φτάσουμε στη παραλία του Πύργου μπορεί και τριακόσια μέτρα πριν, τ’ αφεντικό φώναζε δυνατά ‘σκάστε όλοι, το πιάνο στη θάλασσα’… Πιάναμε όλοι μαζί το πιάνο και το πετούσαμε απ τη πλώρη στο νερό ανάμεσα σε ζητωκραυγές και διάφορα… Έτσι γλεντούσε τ’ αφεντικό με μας. Δεν υπάρχουν πια τέτοιοι άντρες, δεν υπάρχουν…

Είχα ακούσει πολλά και διάφορα για τον μεγαλοεκδότη της Μακεδονίας,  αλλά αυτό με τα πιάνα παραπήγαινε μέχρι την άνοιξη του 2005.Τότε καλέσαμε έναν αρχαιολόγο των ενάλιων αρχαιοτήτων να μας μιλήσει για τα ευρήματα στον Θερμαϊκό. Ακούγαμε για τα διάφορα αντικείμενα στον πυθμένα όταν μείναμε ενεοί στη πληροφορία πως ανάμεσα σ άλλα υπήρχαν πολλά ξύλινα πόδια από πιάνα και αμέτρητα πλήκτρα πιάνων στα διακόσια μέτρα από την ακτή.

‘Δεν ξέρουμε πως βρέθηκαν εκεί..’ μας είπε χαμογελώντας ο δύτης αρχαιολόγος…

Χριστούγεννα ’58

Τις προάλλες βρήκα τρεις φίλους μου στη καφετέρια που συχνάζουμε να έχουν ανοίξει μια κουβέντα για τις γιορτές των Χριστουγέννων σε άλλες εποχές. Εγώ τους είπα πως σιχαινόμουν από μικρούλης τις γιορτές κι αυτοί μου είπαν πως παραγέρασα γι αυτό και γίνομαι παράξενος τελευταία.

Θυμήθηκα τότε εκείνα τα άθλια Χριστούγεννα που πέρασα το 1958 με τον πατέρα μου στο χωριό της γιαγιάς μου στην ορεινή Μεσσηνία.

Κάναμε για φτάσουμε από την Αθήνα στην Ανδρίτσαινα 12 ώρες και γω έκανα στη διαδρομή πάνω από δέκα φορές εμετό μέσα σε κείνο το σαράβαλο λεωφορείο που βρωμοκοπούσε από την απλυσιά των ανθρώπων και της σακατεμένης μηχανής του. Ο πατέρας μου, μου έλεγε  -ήμουν οκτώ χρόνων παιδάκι- πως οι άντρες δεν κάνουν εμετό κι ότι θα συνηθίσω τα μεγάλα ταξίδια.

Στην Ανδρίτσαινα μας περίμενε ο αδερφός του πατέρα μου με δύο μουλάρια και μένα μ’ έβαλε πάνω στο ένα και ξεκινήσαμε για το χωριό που βρισκόταν πάνω από τρεις ώρες μακριά. Είχε βραδιάσει και το κρύο περόνιαζε τα κόκαλά μου έμπαινε από το κοντό παντελονάκι μου σ’ όλο μου το σώμα, τρόμαζα από τις σκιές των δέντρων, τρόμαζα από τον κακοτράχαλο δρόμο, ήθελα να κλάψω, αλλά φοβόμουν πως ο πατέρας μου κι ο θείος μου θα θύμωναν μαζί μου. Έκλεινα τα μάτια μου συνεχώς σ’ αυτή την απαίσια διαδρομή μέχρι που φτάσαμε στο κατσικοχώρι και μπήκαμε στο  μικρό σπιτάκι της γιαγιάς μου που με κατασάλιωσε με τα φιλιά της.

Θυμάμαι πως σιχαινόμουν τα πάντα σε κείνο το ένα και μοναδικό χωριάτικο δωμάτιο που είχε σε μια γωνιά ένα μικρό τζάκι που κάπνιζε και τα μάτια μου τρέχαν απ το ντουμάνι που έβγαζαν τα βρεγμένα ξύλα.

Σε λίγο έφτασαν να μας επισκεφτούν δυο πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μου που έκαναν μεγάλη χαρά γιατί πρώτη φορά με συναντούσαν.

Ο ένας ξάδερφος που ήταν πολύ μικρός σε σχέση με τον πατέρα μου και το θείο μου  πήγαινε στη τελευταία τάξη του γυμνασίου, ήταν δηλαδή γύρω στα δεκαεπτά είχε το ίδιο όνομα με μένα και ήταν ένα γλυκό ευγενικό παιδί που φορούσε ένα ντρίλινο παλιό παντελόνι και αρβύλες χωρίς κάλτσες.

Κοιτούσα με έκπληξη τα πόδια του και είδα πως η μια αρβύλα μπροστά είχε ανοίξει και φαινόταν το γυμνό δάκτυλό του. Ο ξάδερφος το κατάλαβε κι άρχισε

να λέει αστεία πως τα δάκτυλα του ποδιού του νομίζουν ότι είναι στο καλοκαίρι γι αυτό και δεν τα πειράζει το κρύο κι ας μελανιάζουν τις περισσότερες φορές, αλλά τόνισε ‘του χρόνου τα Χριστούγεννα που θα ξαναβρεθούμε θα φοράω κάλτσες για μη τρομάζεις που τα βλέπεις έτσι..’

Για κάποιους τέτοιους λόγους, μου είναι πλήρως αδιάφορες και απαξιωμένες οι μέρες των Χριστουγέννων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Πορεία προς τα πίσω

Posted by vnottas στο 18 Νοεμβρίου, 2018

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος) 38af7382d11b1d8be1f61273633db067  

Σκέφτομαι όταν τελειώνει το ποίημα

το κοιτάς και λες πως σε κοιτάζει

και σκέφτεται το μολύβι που το έγραψες

από ποιο δάσος βγήκε το ξύλο

που το έφτιαξε

πως λέγαν αυτόν το Γερμανό

που έβαλε μπρος τη πρέσα

στο εργοστάσιο της Φάμπερ

και σκέφτεται το χαρτί

πως συναντήθηκε με τη ξυμένη μύτη του

την πίεση από τα τρία δάκτυλά σου

επάνω στο κατάλευκο

της άγραφης σελίδας

το χρόνο που χαμογελάει

κουβαλώντας παραμάσχαλα τις λέξεις

που ανάμεσά τους το κενό

με αόρατη αλυσίδα δένει και δένει

απ’  το κουβάρι του μυαλού

της αστραπής την έμπνευση

κι ύστερα το ταξίδι

μέσα απ’  του διαδικτύου τις στοές

μέχρι την άκρη των ματιών

του άλλου που διαβάζει

αυτή τη διαδρομή από το τίποτα

μέχρι το κάτι τρέχει

μία απίστευτη πορεία προς τα πίσω

με στόχο να περάσουμε μπροστά

από το μάταιο στο επί τούτου

.

αχ οι ποιητές με τις μικρές τους διαδρομές

που όλο θέλουν

το πίσω να πηγαίνουνε μπροστά

.

αχ οι ποιητές που ονειρεύονται

στο καταχείμωνο όμορφα καλοκαίρια…

images (22)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Ο καταρράχτης των στιγμών, το εγχείρημα του αδαούς μυρμηγκιού και η ηλικιωμένη κοκκινοσκουφίτσα

Posted by vnottas στο 16 Οκτωβρίου, 2018

Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα του Ηλία Κουτσούκου

αρχείο λήψης (3)

Η ΣΤΙΓΜΗ

Σφίγγω μέσα στην χούφτα μου αυτήν τη στιγμή

δεν θέλω πάλι να περάσει

δεν θέλω να χαθεί σαν την προηγούμενη.

Όμως καθώς ανοίγω αργά αργά τα δάχτυλά μου

για να διαπιστώσω την επιτυχία μου

βλέπω μ’ απογοήτευση

ότι μέσα τους βρίσκεται η επόμενη στιγμή.

Ρέει ασυγκράτητος ο χρόνος

είμαι ανίκανος να τον αναχαιτίσω

καταρράκτης στιγμών η ζωή μας

που χύνεται μονίμως στο Δέλτα του χθες.

*

images (30)

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ

Επί του νυφικού την ώρα του γάμου

ένα αδαές μυρμήγκι

περιφέρεται φορτωμένο ένα σπυρί ρύζι

ψάχνοντας τον δρόμο του.

Επιθυμία του είναι να εναποθέσει το φορτίο του

σε μια εύφορη περιοχή

ελπίζοντας στην καρποφορία.

Πάντως σε λίγο χάθηκε

μέσα στον κόρφο της νύφης.

Λίγο αργότερα αθέατο φύτεψε τον σπόρο

μέσα στην σφιχτή μήτρα της.

.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε

το φιλόδοξο εγχείρημά του.

Σ’ όλους όμως έμεινε η εικόνα του

να διασχίζει αθώο τη λευκότητα

χωρίς τη γνώση απαγορεύσεων

μ’ ένα σπυρί ρύζι στις δαγκάνες του.

*

LINEAmag-1980-114-sliva

Η  Κοκκινοσκουφίτσα   (του Ηλία Κουτσούκου)

 Όσην ώρα η κυρά-Νούλα απ την Γεωργία

καθαρίζει μ’  επιμέλεια το μικρό  καθιστικό

ακούγοντας δυνατά ποντιακά τραγούδια

αυτή τρέχει στη ντουλάπα

και ψάχνει τα ρούχα της εγγονής της.

Βρίσκει και φορά ένα στενό

κόκκινο δερμάτινο μπουφάν πάνω

απ το τριμμένο μαύρο φόρεμά της

φοράει τα κόκκινα τακούνια της μικρής

βουτάει ένα άδειο διακοσμητικό καλάθι

και βγαίνει αθόρυβα απ τη πόρτα

στο δάσος της πόλης έξω.

Σα να βλέπει πίσω απ το σταματημένο αστικό

να παραφυλάει ο αξιωματικός

που της έκαναν προξενιό το ’40

-δεν τον ήθελε γιατί ήταν μελαχρινός πολύ

σαν μαύρος λύκος ήταν-

Aλλάζει λοξά το δρόμο της που φαίνεται

μονοπάτι σε δέντρα ανάμεσα

 και σκέφτεται πως πρέπει να πάει

στη γιαγιά της, να της δώσει τι άραγε

δεν θυμάται, ωστόσο έχει ένα πείσμα

κρατώντας με δύναμη το άδειο καλαθάκι της

και βαδίζει σταθερά προς ένα πουθενά  προορισμό

περνώντας από όμορφες μπουτίκ, κομψά ανθοπωλεία

μαγαζιά ντελικατέσεν που μοιάζουν

με παραμύθι στο γεμάτο άνοια μυαλουδάκι της

επειδή πάντα πίστευε πως η Κοκκινοσκουφίτσα

ήταν ένα καλό κοριτσάκι όπως ακριβώς

αυτή τώρα στα 87 της

σταθερή στην απόφαση

πως κανένα κακό δεν έχει το δάσος

γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής

με πλάσματα θεού είναι γεμάτο….

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Το σώμα γνωρίζει την απόλυτη αλήθεια…

Posted by vnottas στο 29 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 images (13)

Το σώμα

 

Προσέχοντας το σώμα, λες

χρήσιμο είναι

Το κεφάλι κοιτάζει δεξιά-αριστερά

και λίγο πίσω

τα χέρια πιάνουν ό, τι αναγκαίο

ή μετέχουν σε κανονικές διαμάχες

λαγνείας ή εμφύλιες γενικώς

Κάνουν ζημιές στην αρχή

και μετά ακόμα περισσότερο -αχ τα χέρια-

 .

Η μέση στρίβει μ’ ευκολία

-ιδιαίτερα όμορφη στα κοριτσάκια-

Τα πόδια σε πάνε όπου θες

 Όταν κάθεσαι παίζουν μεταξύ τους

ή σταυρώνονται χωρίς θρησκευτική αιτία

γιατί ξέρουν τι κουβαλούν ως υποζύγια

 .

Γενικώς το σώμα  -αφού κατεβήκαμε απ τα δέντρα-

είναι καλό

 .

Το σώμα γυμναστήριο, το σώμα  λαπάς

 αντικείμενο εκμετάλλευσης του εγκέφαλου

κι όταν εκπίπτει, εκπίπτει.

Εκπίπτει το σώμα

το πειράζει ο καιρός, οι θύελλες θλίψης

οι βροχές-στεναγμοί, το εσώτερο ψύχος

τα κοινόχρηστα της καρδιάς

και κυρίως το σώμα γνωρίζει

την απόλυτη αλήθεια

πως θα εισέλθει τελικά εντελώς νεκρό

στην  επουράνια βασιλεία του Τίποτα

 .

Τελικώς προσέχουμε το σώμα

με φάρμακα, με κρέμες, με υγρά

με πρωτεΐνες, με χάπια, με γυμναστικές

γιατί όλη η ουσία φαίνεται πως βρίσκεται

στο τίποτά του…

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τρεις τα ξημερώματα θα ήθελα….

Posted by vnottas στο 18 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Θα ήθελα

Il_Machia

Μέσα στου Καραβάτζιο τις σκιές

θα ήθελα να κρυφτώ

να μη με συναντούν τα λαμπερά άλλων ζωγράφων

σε μία νότα να ήμουν σφηνωμένος θα το ήθελα

ανάμεσα σε ένα σολ και ένα ντο

σε παρτιτούρα του Αλμπινόνι

να κάνω ένα πέρασμα φρέημ μισό

στο ‘μακριά απ το αγριεμένο πλήθος’

ξιφομαχώντας με αόρατο εχθρό στα στάχια

ερωτευμένος ως τα μπούνια  με τη Τζούλι Κρίστι

τζούλι-2-230x300

θα ήθελα  σ ένα  ιστιοφόρο να κρυφτώ

που το ζωγράφιζε ο Αιβαζόφσκι

μες σε φουρτουνιασμένες  θάλασσες

κι ακόμα να ήμουν άγραφη σελίδα

προσμένοντας στίχους του Μπόρχες

πάνω μου

όπως επίσης και μια σταγόνα από Σανέλ

 στον  αλαβάστρινο λαιμό της Μέρλυν

το νύχι ενός καλόγερου θα ήθελα να είμαι

που σπρώχνει ένα σκουπιδάκι

στην άκρη των χειλιών μιας Παναγίας

που ζωγράφισε για ενός μοναστηριού το τέμπλο

τέλος θα ήθελα επίσης να είμαι φευγαλέα

η άκρη του δακτύλου ενός πιτσιρικά αναρχικού

που με ακραίο μίσος για δέκα δεύτερα πιέζει

τα όνομα ένα τραπεζίτη στο θυροτηλέφωνο

στη λεωφόρο Αμαλίας

τρεις τα ξημερώματα  θα ήθελα….

αρχείο λήψης (5)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Καλοκαίρι 2018. Ποιήματα από τον Νίκο και τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 10 Σεπτεμβρίου, 2018

Από τον Ηλία Κουτσούκο και τον Νίκο Μοσχοβάκο,  θερινή παραγωγή με ποικίλη έμπνευση.

  1. Ν. Μοσχοβάκος

image

ΗΜΟΥΝ ΙΠΠΕΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

 

Ήμουν κι εγώ ιππέας του Αυτοκράτορα

όταν κατεστάλη η στάση του Νίκα.

Με φρόνημα υψηλό κι αυταπάρνηση

υπερασπίστηκα την αίγλη του.

Σήμερα αιώνες μετά

εξακολουθώ να συντηρώ τ’ άλογό μου

μ’ έξοδα του Μεγαλειότατου.

Τις πρώτες πρωινές ώρες κάθε μέρα

εκγυμνάζω τον ίππο μου

σε καλπασμούς κανονικότητας

κι επελάσεις ηδονής.

Ανεβοκατεβαίνω τη λεωφόρο Αλεξάνδρας

σπανίως ξεστρατίζω στα στενά δρομάκια του Γκύζη

και ξαποσταίνω μετά στο πεδίο του Άρεως.

Διατηρώ έτσι σ’ άριστη κατάσταση τ’ άλογό μου

που με το κεφάλι ψηλά

αψηφά κάθε εμπόδιο κι ειν’ έτοιμο

για επιδόσεις νίκης.

Με φθονούν, το ξέρω

οι οκνοί κι αναποτελεσματικοί

ιππότες της ρουτίνας

που μονίμως σχολιάζουν μ’ αμετροέπεια

την επιμονή μου να υπηρετώ

τον φυσικό μου αφέντη.

Γνωρίζουν πάντως καλά ότι δεν πτοούμαι

ουδέ αιδούς κρατήματα έχω.

Μπολιάζω μ’ αυτοπεποίθηση

τον σπάνιο ίππο μου

κι είμαι ετοιμοπόλεμος κι ανδρείος.

Οι όποιες επιφυλάξεις μου

δεν είναι για τις μάχες όπως ξέρετε

αλλά για τους αντιπάλους

που γίνονται εύκολη λεία στις επιθυμίες μου

όπως τότε που καταστείλαμε μ’ ευθύνη

και φρόνηση περισσή

την ολέθρια στάση του Νίκα

στην απειλούμενη Βασιλεύουσα

κι έλαβα τον έπαινο διάκρισης

από τα κρινοδάχτυλα

της ωραίας Αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Ποτέ μου λοιπόν δεν θα πάψω

να εκγυμνάζω τον ίππο μου

αναζητώντας νέα τρόπαια

και παραστάσεις θριάμβων

έστω κι αν στερούμαι αιώνες τώρα

τον ύπνο και την ανάπαυσή μου.

2. Ν. Μοσχοβάκος

975_n

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Όλοι οι Έλληνες ήσαν εκεί

στην εκστρατεία κατά των Περσών

πλην Λακεδαιμονίων

όπως διεδόθη αστραπιαίως

και ‘μεις Ιμέριοι και Γελάσιοι

της μεγάλης Ελλάδος τέκνα

αναλογιζόμενοι τι είχε συμβεί

πριν από έναν περίπου αιώνα

απορούσαμε χωρίς σκοπιμότητες:

Είπε κανείς ποτέ

ότι στις Θερμοπύλες

έπεσαν μαχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι

πλην λοιπών Ελλήνων;

Όμως εφησυχάσαμε ανακουφισμένοι

όταν πληροφορηθήκαμε

τον μεγάλο αριθμό μισθοφόρων

που ακολούθησαν τους Μακεδόνες.

Κι αποφανθήκαμε στέρεα:

και βέβαια πλην Λακεδαιμονίων.

3. Η. Κουτσούκος

provata2

έξω απ τη στάνη

Ο Κύριος είναι ο ποιμήν μου

μέσα απ τα ζοφερά λιβάδια του σύμπαντος

με οδηγεί

μαζί Του βαδίζω σταθερά

χωρίς να φοβάμαι το σκότος

ο Κύριος είναι ο βοσκός μου

κι εγώ το χαζό προβατάκι Του

που έφυγα απ τη μάντρα

και με βρήκαν τα σκυλιά Του

Ο Κύριος με οδηγεί

πίσω Του κάθομαι

και τρέχει

με τζιπ, με γουρούνα, με μηχανή χιλιάρια

με εξωλέμβιο, με χόβερκραφτ και πύραυλο

μες τις εσχατιές δασών του χάους τρέχει

 

Μα πουθενά δεν το μπορεί να πάει ο Κύριος

γιατί Του έχω κόψει κλίση από τότε που ήμουνα

 μικρό παιδάκι

                                          

και σιχαινόμουν

τους  τσομπάνους

αφού μαντρώνανε τα πρόβατα

τους κλέβανε το γάλα

και κάθε Πάσχα τα λιανίζανε

και επίσης σιχαινόμουν όλους αυτούς

που ήθελαν να είναι προβατάκια

και να λατρεύουν το τσομπάνο τους

ενώ το βασικό στοιχείο του ανθρώπου

είναι να φεύγει μακριά όσο μπορεί από τη στάνη

κι από σερίφηδες τσομπάνους

όσο αντέχουνε τα ποδαράκια του

σε όμορφα λιβάδια να πηγαίνει

4. Ν. Μοσχοβάκος

images (6)

ΣΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ

 

Στο υγρό δάπεδο του βλέμματός σου

βρύα χρωμάτων γεμάτα φως

αντανακλούν άψογα

των αισθημάτων σου τις ανταύγειες.

Με κοιτάζεις μ’ αγάπη            

που ριζωμένη χρόνια τώρα ανθίζει.

Είμαι τυχερός που διαβάζω τα όνειρά σου

και πάντα υπάρχω

μέσα σ’ αυτά.

Σου μιλώ σιγά χωρίς να σκέφτομαι τι λέω

όμως ξέρω καλά αυτά π’ ακούς.

Έτσι συνεννοούμαστε εξάλλου μια ζωή.

Χωρίς περιστροφές.

Πάλι τελειώνει ένα καλοκαίρι.

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης!

Posted by vnottas στο 1 Σεπτεμβρίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

ς

 

Ο συλλέκτης

 

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης

να μάζευα μια ζωή γραμματόσημα

από εξωτικές χώρες που δεν πήγα

να μάζευα σπιρτόκουτα

από φωτιές που δεν έκαψα

σπάνια λουλούδια σε φυτολόγιο

από κήπους που δεν μπήκα

όμορφες πεταλούδες

από δάση που δεν περπάτησα

να αγόραζα πορτολάνικους χάρτες

με λιμάνια παράξενα

κι οικόσημα σπάνια

να είχα ωραία κρασιά στο κελάρι μου

παλιές μετοχές σιδηροδρόμων

που καταργήθηκαν

νομίσματα που ακυρώθηκαν

δεκαετίες πριν

να συγκέντρωνα απέραντα πριν

για μετά

να έχω  βρε αδερφέ μια ασχολία

ένα χόμπι για τα γεράματα

να βρίσκομαι με άλλους συλλέκτες

που οι απόγονοί τους ύστερα

τους έχουν εντελώς χεσμένους

για όλα αυτά που μάζευαν…

.

αλλά ας όψεται ο παππούς μου

όταν μου είπε κάποτε σοβαρός

‘να παν στο διάολο οι συλλέκτες

εγώ μόνο τις λύπες μου μαζεύω

σε τούτη τη ζωή’….

 ξμ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Οράματα…

Posted by vnottas στο 26 Ιουλίου, 2018

 young_girl_picasso_rnew

(Ηλίας Κουτσούκος)

 

Ποιος είδε

 Είδα τον ήλιο κόκκινο και συννεφάκια μαύρα

μες στο λιβάδι τους λαγούς να παίζουνε κρυφτούλι

κατήφορο σε ανήφορο

σκυλιά να κυνηγούνε

πέρδικες που πετούσανε

σε τέσσερις διαστάσεις

 .

 είδα δυο ήρωες δειλούς

και αριστερούς ναζήδες

στης Ιστορίας τη γιορτή

να σβήνουνε κεράκια

στου  Μπέργκεν-Μπέλσεν το  βυθό

να ψάχνουν για κοράλια

 και είδα πρώτος  το όνειρο

πως ήμουνα παιδάκι

και τύλιγα τα χέρια μου

 σ’ άσπρους λαιμούς αγγέλων

πριν γίνω  σαν μεγάλωσα

μιας Τράπεζας πελάτης

 .

 είδα μια νύχτα κάτασπρη

μέσα μου μαύρη μέρα

φεγγάρι μισοφέγγαρο

να πέφτει σε πηγάδι

και το νερό να χύνεται

στο αδειανό τοπίο

 .

κανείς δεν είδε τίποτα

και φαίνεται σαν ψέμα

όσα μου υποσχέθηκαν

κάποια φευγάτη ώρα

πως δήθεν τάχα  το μυαλό

 ξεφεύγει απ το σώμα

 ψάχνοντας  μες στο έρεβος

να πάει σ άλλα μέρη

1472929

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κι ο λύκος πλησιάζει…

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

images (2)

Ο υποδιοικητής των ΜΑΤ στον Ζωολογικό

Σαράντα επτά  είναι και ψόγο πάνω του δεν θα βρεις.

Ευθυτενής, ολιγομίλητος και πάντα σοβαρός με βάση

στο ‘μάλιστα’ και στο ‘διατάξτε’ συνεχώς.

Τους άνδρες κατευθύνει πάντα με στρατηγική πετυχημένη

είτε τους φοιτητές να πλαγιοκοπούν

είτε εργάτες να ξυλοκοπούν

είτε τους φουκαράδες συνταξιούχους να ψεκάζουν.

Ξέρει από ‘λελογισμένη’ χρήση χημικών

κι από συλλήψεις δίχως νταβαντούρι.

Το βλέμμα του είναι φευγάτο χρόνια

ανάμεσα σε πέλαγα  του μέσα Τίποτα

και του Καθόλου τις απέραντες βουνοκορφές.

Το μόνο του κουσούρι είναι ο Ζωολογικός

όπου πηγαίνει κάθε Τετάρτη απόγευμα

λίγο πριν κλείσει-δυο χρόνια τώρα-

και κατευθύνεται  στα 150 τετραγωνικά

που είναι  κλεισμένος  ένας  λύκος.

Κάθεται και τον βλέπει να γυρνάει σαν υπνωτισμένος

γύρω απ τα  σύρματα που τον κρατούν αιχμάλωτο

και ενώ η πειθαρχία μέσα του,

του λέει ,πως έτσι είναι το σωστό [καθείς εφ ω ετάχθη]

βγάζει απ τη πίσω τσέπη του ένα κόφτη

και κόβει ένα  κομμάτι φράχτη δυο τετραγωνικά

κι ύστερα κάθεται στην άκρη

και περιμένει τι θα κάνει ο λύκος.

Κι ο λύκος πλησιάζει

ρίχνει ένα βλέμμα ‘άσε μας’ στον υποδιοικητή των ΜΑΤ

και επιστρέφει στη φωλιά του.

Κανείς δεν βλέπει μες στο σούρουπο

πως έχουνε γεμίζει δάκρυα

του υποδιοικητή τα μάτια

από τα χημικά που του επέταξε  ο λύκος

καθώς  του γύρισε τη πλάτη….

lykos

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τ’ αρματωμένα κοριτσάκια

Posted by vnottas στο 12 Ιουλίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

3alice

 …στον ύπνο όλα γίνονται

όπως στη καθημερινή ζωή

που  όλοι γύρω μου κοιμούνται

ή συμμετέχουν ύπουλα σφάζοντας τις ζωές των άλλων

που δεν τους φταίξαν τίποτα

 

Μουγγά κοριτσάκια με φυλάνε…

 

 Λουσμένος σε ιδρώτα κι αίμα

 νιώθω να χάνω αζιμούθια

μέσα σε όνειρα που ασύδοτα γυρνάνε

στου  κεφαλιού  τις ασυνάρτητες στοές.

Τότε  σαν από θαύμα εμφανίζονται τούτα τα κοριτσάκια

κρατούν μακριά σπαθιά και κοφτερά μαχαίρια

φτιάχνουν τετράγωνα ή μπαίνουνε  σε ινδική γραμμή

κι ορμούν όλα μαζί καρφώνοντας διαβιβαστές στη πλάτη

βγάζουν εικόνες ήττας που ήταν φυλαγμένες

 μέσα σε  ορύγματα νευρώνων

μου ανασκολοπίζουνε  παλιές αγάπες

βγάζουν τα μάτια  από βλέμματα που δήθεν με ποθήσαν

είναι απίστευτα σκληρά σε ικεσίες

όλων των καθωσπρέπει της παλιάς σχολής

στριφογυρίζουν τα σπαθιά τους στις πληγές

έτσι να ξεριζώσουνε  το σκάλπ  της γοητείας

που την κρεμούν στη μαύρη ζώνη τους μετά.

Κάποια στιγμή τούτο το μακελειό θέλω να σταματήσω

φωνάζοντας στην αρχηγό τους που δεν μοιάζει

πάνω από 12 να είναι

«αμάν κορίτσι μου αμάν, φτάνει ετούτος ο χαμός.»

Τότε εκείνη έρχεται και βλέπω ιδρωμένο

όλο το προσωπάκι

 πάνω απ τα μουγγά  χειλάκια  της

μα έχει ένα βλέμμα σαν να λέει άγρια

«κάτσε στην άκρη κι άσε μας στην αποστολή μας

να κάνουμε ότι ξέρουμε, να σε φυλάμε δηλαδή»

και τι να κάνω ρε παιδιά

στην άκρη του Σφαγείου κάθομαι

και το βουλώνω…

Όταν τελειώσουν με το μακελειό -τα βλέπω-

πάνε και κάθονται στο φράχτη των ονείρων μέσα μου

κουνάν τα πόδια τους, μαζεύουν τα πεσμένα τους καλτσάκια

και βάζουν σάλιο στις πληγές πούχουν τα γόνατα τους…

ξ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η λέσχη του ¨τίποτα¨ (είναι κι αυτή κάτι…)

Posted by vnottas στο 11 Ιουλίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

Μέλος Λέσχης του Τίποτα…

128

Είμαι μέλος της Λέσχης

Του ¨ΤΙΠΟΤΑ¨

Βρισκόμαστε σε Café  και λέμε εξυπνάδες

Δηλαδή ‘η γυναίκα μου δεν μαγείρεψε..’

κι η απάντηση ‘στείλε την στη μάνα της’

ή ‘μου μίλησε άσχημα ο γιος μου’

κι η απάντηση ‘βρίσε του τον πατέρα,

σίγουρα δεν  είσαι εσύ..’

Μαζευόμαστε και λέμε

πως οι πολιτικοί πρέπει να πεθάνουν

γιατί άφησαν τους Τραπεζίτες να τους καβαλούν

και μετά ένας θυμάται πως ήταν ιππέας

κι ένας άλλος πως ήταν σύμβουλος

κι ένας τρίτος, πως η κόρη του δουλεύει

σε εταιρία εισπράξεων και τηλεφωνεί

για πέντε κατοστάρικα και τρομάζει χρεωμένους…

Γενικά θέλουμε να γελάσουμε

και δεν μπορούμε αβίαστα

άρα κάποιος πρέπει να μας βιάσει

‘κι άλλο..’ ρωτάει ο άλλος

Κι ένας άλλος συμπληρώνει

‘να ντυθούμε γυναίκες και να πάμε στην Ινδία’

.

Δεν πιστεύουμε στον  Θεό, στον  διαρκή έρωτα,

στις συνωμοσίες, στις Στοές, στη γιόγκα

Δεν πιστεύουμε στη γιατρειά, στον Παράδεισο

στην αιώνια ζωή και μερικοί πιστεύουν

πως δεν υπάρχουμε καν στ’ αλήθεια

αλλά πως βρισκόμαστε μια φορά τη βδομάδα

από συνήθεια που όταν τη συνηθίσεις

είναι πιο δυνατή απ’ τη δύναμη της συνήθειας…

.

Μερικές φορές ένας από μας λέει

πως έχουμε γίνει αόρατοι

και τότε του δείχνουμε -ξέρετε τι-

κι αυτός απαντάει ‘δεν βλέπω τίποτα,

γιατί είναι αόρατα…’

Ξεκινήσαμε κάπου είκοσι μέλη

και κάθε χρόνο χάνουμε κι έναν

κι αυτό γιατί τουλάχιστον

έχουμε καταλάβει την αφαίρεση

ως μια μοιραία πράξη πρόσθεσης

 στη συνέχεια του κόσμου….

αρχείο λήψης

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Σ’ ακολουθώ…

Posted by vnottas στο 26 Απριλίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας  Κουτσούκος)

images (1)

Followers

 

Του Διαδικτύου είσαι οπαδός

σε κόσμο ιντερνετικό κοιμάσαι

με sms κινείσαι διαρκώς

στο facebook νύχτα και μέρα θέλεις νάσαι

 .

σε κυβερνούν με τα τουίτ πολιτικοί

που σαν τα μούτρα σου και κείνοι έχουν γίνει

μέσα στο τσίρκο σου το εικονικό

δίνουν παράσταση σαν κλόουν κι αρλεκίνοι

 .

κι όταν μια μέρα φτάσεις προς το τέλος

μέσα απ’ αυτήν την ουτοπία

θα νιώσεις σαν Γουλιέλμος  Τέλος

ήρωας απ την Ελβετία

και θα ‘χεις σάπιο μήλο για κεφάλι

που με μαεστρία περισσή

στο είχαν επιβάλλει άλλοι….

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μια παλιά θύμηση και μια Ιστορία στο κρεβάτι

Posted by vnottas στο 30 Μαρτίου, 2018

Και αυτή την φορά έφτασαν στα χέρια μου σχεδόν ταυτόχρονα. Ένα πρόσφατο ¨ονειρικό¨ του Ηλία και ένα από το παλιό σεντούκι με τις αναμνήσεις του Νίκου. Ιδού λοιπόν τα δύο ποιήματα.

(Νίκος Μοσχοβάκος)image-huge

ΕΔΕΣΣΑ 1980

Να ‘μαι πάλι εδώ.

Άλλαξαν όλα τόσο πολύ

ή κρύφτηκαν στη συννεφιά του χρόνου;

Μου φαίνεται σα να ψήλωσες.

Δος μου τους δρόμους σου

να τους περπατήσω πάλι

χωρίς την αγωνία του θαλαμοφύλακα.

Θέλω να ξαναδώ τα πρόσωπα των κοριτσιών

κάτω από τα κλινοσκεπάσματα της μνήμης

να αισθανθώ αχόρταγα

την ηδονική γεύση των κερασιών σου.

Ίδια όπως άλλοτε η ροή των νερών

μέσα στις φλέβες των καναλιών

που εκεί στην άκρη γίνονται καταρράκτες

και προλέγουν βρυχώμενοι

τους χρησμούς του μέλλοντος.

Κρατιέμαι από τον βραχίονα του νόστου

ανασαίνω κάτω από φωτεινές επιγραφές

που τρεμοσβήνουν.

Άλλαξες τόσο λοιπόν ή μου φαίνεται;

Αναζητώ μ’ επιμονή το κάτι

το επίθυρο χεράκι στο παλιατζίδικο

για να κρούσω σήμερα την θύρα σου.

Σφίγγω τις λαδωμένες χούφτες του ταβερνιάρη

που απόμειναν άθικτες από την καταστροφή

και μειδιώ, χαμογελώ ικανοποιημένος ίσως

καθώς ακόμα ανακαλύπτω

με αρχαιολογική συνέπεια

περιοχές του όμορφου τότε

τις αναπλάθω προσεχτικά

και μ’ ερωτική αυθαιρεσία

τις κάνω δικές μου πάλι.

*

1-28

(Ηλίας Κουτσούκος)

 

Ενύπνιο του Γεωργίου Καραΐσκου

 

Περνούσαν τα φουσάτα μες στον ύπνο μου

‘θα μας λιανίσουν στρατηγέ’ , φώναζαν  αξιωματικοί

Τους λέω, τι θα μας λιανίσουν

αφού μέσα σε ύπνο είμαστε

και το πρωί καθένας θα τραβήξει στη δουλειά του

κάποιοι θα πάρουν το λεωφορείο

και κάποιοι το μετρό

 .

 ήμουν σε λόφο πάνω και γελούσα

τους έδειχνα ότι τους είχα αποκάτω μου

σύννεφο πήγαιναν οι μπαταριές

μία απ αυτές με βρήκε στα γεννητικά

ξύπνησα γιατί τρόμαξα απ το αίμα

που είχε γεμίσει τα σεντόνια

και βλέπω δίπλα μου

ήσυχα να κοιμάται η γυναίκα μου

άλλη φορά δεν θα ξαναδιαβάσω ιστορία στο κρεβάτι…

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ρεπορτάζ κατά πάντων

Posted by vnottas στο 6 Φεβρουαρίου, 2018

Ο Νίκος περιδιαβαίνει τις πλατείες και περιγράφει, ενώ ο Ηλίας εκπέμπει μεταφορικές εντυπώσεις από γραμματολογικούς λαβυρίνθους

 

 

Νίκος Μοσχοβάκος

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

                                                                                                        Στον Ίλαρχο

 

Γύφτοι πουλάνε τις σημαίες μας

πραματευτές παζαρεύουν τα όνειρά μας

πραγματογνώμονες βράζουν τα ιερά κόκκαλα

στη σούπα της αλλοφροσύνης

κι ένα τρομαγμένο πουλάκι

από δένδρο σε δένδρο πετά

και προσπαθεί να κατανοήσει

γιατί έχει τόση συννεφιά.

Σκεπτικοί και αναλυτικοί εμείς

ψάχνουμε δικαιολογίες

προκειμένου να ασελγήσουμε εκ νέου

παρότι γνωρίζουμε καλώς

ότι γύφτοι πουλάνε τις σημαίες μας.

*

images (47)

Ηλίας Κουτσούκος

ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΩΝ

 

Ήθελα σ όλους να μεταφέρω την απέχθεια μου

και μάλωνα στον ύπνο μου

μ έναν μεταφορέα της εταιρίας  των Συνάψεων

Μου έλεγε ήρεμα στην αρχή

πως οι προθέσεις είναι πανάκριβες όταν μετακινούνται

πρέπει να ξεχωρίσουν το φορτίο σε δυο κομμάτια

να αμπαλάρουνε προσεκτικά το ‘κα’ κι ύστερα

να στριμώξουν πίσω του το ‘τα’

κι ότι το ‘πάντων’ είναι χρονικό επίρρημα

τουτέστιν να στριμώξουνε το Χρόνο μες στο φορτηγό

-φορτίο που είναι εύθραυστο πολύ-

ενώ αν είχα ουσιαστικά να μεταφέρω-λέει-

το πράγμα θα ήτανε πιο εύκολο….

Τότε τα  πήρα  στο κρανίο

του είπα πως δεν ήταν επαγγελματίας

κι ότι θα βρω άλλον για τη μεταφορά

κι αυτός απάντησε σχεδόν εξοργισμένος

πως δεν του λείπουν οι πελάτες

 

είναι γεμάτες πολυκατοικίες από ρήματα

και ουσιαστικά και ότι δεν γουστάρει

αυτούς που θέλουν μια μεταφορά

να είναι κατά πάντων….

κι άλλωστε μέσα στο ‘χρυσό οδηγό’

μπορώ να βρω άλλους

που παίρνουν τέτοιο ρίσκο….

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Κι ένα αχτύπητο ποίημα του Ηλία…

Posted by vnottas στο 20 Ιανουαρίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

 

images (16)

.

Ποδοσφαιρικό fugazi (*)

Σ ένα οφ-σάιτ όνειρο μπαινόβγαινα

κι απ τις κερκίδες μίας μαύρης τρύπας

έβριζα τους αντίπαλους…

¨πού πάτε ρε κουπούκια

δίχως να έχετε αντοχές στα σύμπαντα…

πού πάτε ρε παλτά

μ’ αυτόν τον άθλιο προπονητή

που δεν σας έμαθε πάσες της προκοπής να δίνετε…¨

Τότε ο διπλανός μου

-παλαίμαχος κβαντομηχανικής-

που έφαγε την άβυσσο με το κουτάλι

σηκώθηκε οργίλος φωνάζοντας στους παίκτες

¨εκεί, εκεί στη βήτα εθνική

του γαλαξία είσαστε ασήμαντη πορδή…¨

Την  ώρα εκείνη

-στιγμή του πουθενά προς το καθόλου-

 οι παίκτες αποφάσισαν πως ήρθε η στιγμή

να φύγουν με σκυμμένο το κεφάλι

προς τα αποδυτήρια του άδειου χωροχρόνου

ενώ κάποιοι φανατισμένοι

τους πέταγαν απ τις κερκίδες

καμένα  άστρα

ανοξείδωτους πλανήτες

και κομήτες-κέρματα…

…………………….

(*) fugazi– λέξη των Ιταλών  μαφιόζων που σημαίνει, εξαφάνιση του κέρδους των ανυποψίαστων

images (5)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

24 πιστά Στρατιωτάκια

Posted by vnottas στο 10 Δεκεμβρίου, 2017

του Ηλία Κουτσούκου (5 Δεκεμβρίου 2017)

image-huge

Αν το σκεφτείς πόσο χρήσιμα είναι

βολικά πάντα μαζί σου

για όλες τις ώρες.

.

Δεν κοιμούνται

έχουν διαρκή ετοιμότητα

ζωηρά ή τεμπέλικα –ανάλογα τη διάθεση σου –

ή ακόμα και βίαια

θυμωμένα

ίσως εξαιτίας του συναισθήματος, δηλαδή ίσως

κάτι ενοχλητικό που τα πείραξε στο κεφάλι σου.

.

Λες λάμπουν φως κάποιες φορές

μαθαίνουν γρήγορα άλλα γράμματα

νικώντας την αμάθεια που τα υποσκάπτει αιώνες.

Ξεσκεπάζουν λόγιους γρίφους

όμως πάντα σε επιφυλακή

– πίσω έχει η αχλάδα την ουρά –

.

Ρωτούν αινιγματικά

σωπαίνουν όταν χρειάζεται

ταλαιπωρούν τη ξυλεία των μολυβιών

υπομένουν στη στειρότητα των σκέψεων

φέγγουν όμως στις εμπνεύσεις

χωρίς περιστροφές

ψάχνουν πάντα για το ανείπωτο.

.

Ωσαννά λέγεται η μοναδική τους αποκάλυψη.

ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

Posted by vnottas στο 26 Οκτωβρίου, 2017

Ένα ακόμη ποίημα του Ηλία Κουτσούκου 

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

  

 πως είμαι λέω αλγόριθμος

φυτεύω συν στα σύννεφα

μέσα μου πλην και μείον

άγνωστος χι τα πάθη μου

τα λάθη μου επί κι επί

μ’ ένα μηδέν σαν άβυσσος

να καιροφυλαχτεί

ψάξε όσο θες

τις τετραγωνικές μου ρίζες

χάνονται μέσα

στις πεδιάδες των συμφώνων

σε πάθη φωνηέντων χάνονται

ίσον

άντε γαμήσου επιτέλους Μοναξιά

μέσα στα  τίποτα τούτου του κόσμου

βλέπω μια άθλια συνάρτηση

 .

 

δες

λύνουνε κάποιοι εξισώσεις

άγριες μες στον ύπνο μου

καίνε ασταμάτητα  ανάσες μου

στο Άουσβιτς του Χρόνου

tetragoniki-riza-01

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Το έλεγα στους φίλους μου

Posted by vnottas στο 27 Μαρτίου, 2017

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 

Το έλεγα στους φίλους μου

στο διάολο τα χρόνια

που έφυγαν και χάθηκαν

απ τις βουνοκορφές

και κύλησαν και βρέθηκαν

σαν λασπωμένα χιόνια

μέσα σε πόλεις και χωριά

που έμοιαζαν φυλακές…

Κι οι φίλοι συμφωνούσανε

γιατί το ίδιο ζούνε

διανύουνε μία ειρκτή

που είναι βαριά ποινή

και περιμένουν θαύματα

ή  μαγικά να δούνε

σε θέατρο παράλογο

παίζουν πολιτική…

Διαβάζουν ρώσους κλασικούς

Τσέχοφ και Ντοστογιέβσκι

ποιήματα καταπίνουνε

του Πάουντ του Βερλέν

μα δεν τους βγάζει νόημα

ούτε μια αθώα λέξη

γι αυτό και μένουν σιωπηλοί

μέσα τους.. σιγοκλαίν…

Τα παραμύθια τέλειωσαν

και πάμε γι άλλα τώρα

η Επανάσταση νοσεί

μες την εντατική

της Ιστορία ήτανε

μία φευγάτη μπόρα

κι όσα κεφάλια έκοψε

τώρα τα υπηρετεί

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »