Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Ηλίας Κουτσούκος’

Ο Μπάμπης το λιοντάρι

Posted by vnottas στο 17 Μαρτίου, 2016

Γράφει ο  Ηλίας Κουτσούκος

il-vecchio-leone1

Ο Τάκης ο Τρούμαν ήταν απόλυτος στο τηλέφωνο:  «σου έχω έκπληξη  μεγάλη. Θα σε πάω εκδρομή αύριο, να δούμε ένα φίλο που μένει μ’ ένα λιοντάρι στο σπίτι του, μήπως και συνέλθουν τα νεύρα  σου. Αν πεις όχι, θα σε πλακώσω…»

Το άλλο πρωί γύρω στις 10, βρισκόμαστε στο δρόμο Θεσσαλονίκης-Μουδανιών κι ο Τάκης μιλάει συνεχώς και βλέπω το κοντέρ του σαράβαλου  Χιουντάι  που οδηγεί στα 120, του λέω  «πιο σιγά ρε μαλάκα θα σκοτωθούμε…» Αυτός απαντάει πως τρέχει όσο είναι τα χρόνια μας, δηλαδή  “εξήντα κι εξήντα, άρα 120…»

Του λέω, ”εσύ ρε μαλάκα είσαι 77 κι εγώ 65 τη  τύφλα σου, δεν ξέρεις από αριθμητική…”  «Δεν ξέρω, λέει, γιατί όταν ήμουν παιδάκι πουλούσα στα μπουρδέλα  τσιγάρα κι έτσι έχανα τις τάξεις. Πήγα δυο φορές στη δευτέρα και δυο φορές στη τρίτη, για να τα μάθω καλύτερα, αλλά με  κορόιδευαν  οι συμμαθητές και τους πλάκωνα, γι αυτό τα παράτησα, δηλαδή με έδιωξαν οι δάσκαλοι…»

Το μόνο που ξέρω με τον Τάκη τον Τρούμαν, είναι πως τουλάχιστον δεν θα πλήξω. Τρούμαν τον λέμε από το 1960 -που ήταν πρωταθλητής πυγμαχίας- γιατί οι γροθιές του ήταν σαν την ατομική βόμβα που έριξαν οι Αμερικάνοι.

Τον ρωτάω πως ζει ο Γρηγόρης, ο γνωστός από παλαιά σαν ‘ξανθός μάγος’ που τρύπαγε το στήθος του με  μπλακεντέκερ  και κατάπινε σπαθιά κι ήταν μύθος στη δεκαετία του ‘70.

«Ξέρω  ‘γω   πως ζει ο μαλάκας κι από πού έχει λεφτά. Η σύνταξή του είναι 480 ευρό, αλλά μπορεί να  έχει  μαζέψει απ’ τα  νιάτα  του που ήταν στο Λας Βέγκας…»

Φτάνουμε στη Καλλικράτεια  και σταματάμε σ’ ένα σπίτι γωνιακό που έχει ένα τεράστιο ψηλό τοίχο γύρω του. Μας ανοίγει ο ίδιος ο Γρηγόρης που τα ξανθά μαλλιά του έχουν αραιώσει και το στομάχι του  ξεχειλίζει  κάτω απ το κοβάλτ μπλε στενό του πουκάμισο.

Αρχίζει «καλώς τα παιδιά, καλώς τους όμορφους» και μπαίνουμε σ ένα μεγάλο σαλόνι που είναι φορτωμένο με τα πιο κιτς πράγματα κι έπιπλα σε χρυσαφί χρώματα, γραμμόφωνα, αγάλματα  φέικ  κι αγαλματίδια κακοφτιαγμένες  Αφροδίτες, ψεύτικα σπαθιά και ψεύτικα διπλώματα μαγείας, φωτογραφίες απ’ το τσίρκο Μεντράνο, φωτογραφίες απ’ την Αμερική κι ό, τι άλλο έχει να προσθέσει η αισθητική του Γρηγόρη απ τα Γρεβενά.

Ο Τάκης του λέει, «να σου φέρω σε μεγέθυνση και μια φωτογραφία  με τα αρχίδια μου να  την κρεμάσεις» κι ο Γρηγόρης όλο γελάει και πάει  για το ψυγείο για να φέρει δυο παγωμένες μπύρες.

Πίνουμε σιγά-σιγά τις μπύρες μας κι αρχίζουμε μια κουβέντα για διάφορους κοινούς γνωστούς, όπου ανακαλύπτω πως οι περισσότεροι είναι ή πεθαμένοι ή στα  νοσοκομεία. Με σώζει όμως ο Τάκης που λέει ξαφνικά του Γρηγόρη, «ρε μαλάκα όλο για πεθαμένους μιλάμε κι εγώ σου έφερα από εδώ τον μικρό για να χαλαρώσει, όχι για να γίνει χειρότερα… Πάνε και φέρε τον  Μπάμπη να τον δούμε λίγο..»

Ο Γρηγόρης απαντάει πως ο Μπάμπης έχει γεράσει, του έχουν πέσει τα περισσότερα  δόντια, είναι κοντά στα είκοσι τώρα και πως πριν έρθουμε του έδωσε να φάει 5 κοτόπουλα σε φέτες κι αρχίζει όρθιος να μιλάει για τους οικολόγους, που του έχουν κηρύξει πόλεμο και αν δεν μπορεί κάποιος να έχει στην αυλή του όποιο ζωντανό θέλει, αυτό δεν είναι Δημοκρατία και πάει να κάνει και μια ανάλυση  για την οικολογία, μέχρι να τον κόψει ο Τάκης «άντε φέρε τον Μπάμπη ρε μαλάκα πολυλογά…»

Ο Γρηγόρης πάει  πίσω στην αυλή και σε λίγο γυρίζει στο σαλόνι με ένα λιοντάρι γέρικο, γύρω στα 250 κιλά, που μόνο που το βλέπεις να περπατάει νωχελικά και να σε κοιτάζει, παθαίνεις κρυοπαγήματα στο κεφάλι, είναι κάτι πέρα από θαύμα να βλέπεις μπροστά σου αυτόν τον βασιλιά της φύσης να στέκεται  σαν ένα  πετ που ο Γρηγόρης του λέει  με χαδιάρικη φωνή  «κάτσε κάτω Μπάμπη μου » και το λιοντάρι να κάθεται μπρος σου, σαν σκυλάκι που πειθαρχεί πάραυτα στ’ αφεντικό του…

Προσπαθώ να κάνω τον ψύχραιμο, αλλά δεν με παίρνει, νιώθω να  είμαι  μπλε απ τον φόβο μου και κοιτάζω το λιοντάρι που ανοίγει το τεράστιο στόμα του και  χασμουριέται.

«Έλα  εδώ ρε Μπάμπη να σε χαϊδέψω»,  του λέει ο Τάκης κι ο Μπάμπης τον κοιτάζει και πάει προς το μέρος του, κατεβάζει την τεράστια κεφάλα του με τη χαίτη κι Τάκης, του ανακατεύει τις  ξεπλυμένες   από τα χρόνια καφετιές του  τρίχες, ενώ εγώ βρίσκομαι  στην  κατάσταση του ‘τα  έχω  δει όλα’.

Βλέπω τον Τάκη που μιλάει τρυφερά στο λιοντάρι, «αχ ρε   Μπάμπη, που κατάντησες, από τις ζούγκλες της   Αφρικής να σε ταΐζει κατεψυγμένα  στη Καλλικράτεια, αυτός ο μαλάκας που κάνει τον  μάγο, αχ, ρε Μπάμπη, ρε Μπάμπη…»

Γυρνάει προς τα μένα και μου λέει «χάιδεψε τον και συ ρε να συνέλθεις λίγο. Αυτός είναι φίλος κι όχι τα αρχίδια οι δικοί σου που γράφουν μαλακίες στα βιβλία τους… έτσι δεν είναι  Μπάμπη;..»

Απλώνω το χέρι μου και το ακουμπώ στο τεράστιο κεφάλι του Μπάμπη, βλέπω να έχει κλειστά τα κίτρινα μάτια του  από γλυκιά ευχαρίστηση, νιώθω την βαριά του αναπνοή, νιώθω μέσα μου μια βαθιά λύπη για τον Μπάμπη, που αντί να βρισκόταν στις πεδιάδες του Σερεγκέτι  βασιλιάς, τρώει κατεψυγμένα κοτόπουλα που του δίνει ο ξανθός  μάγος, ξέρω πως αυτό που αισθάνομαι δεν περιγράφεται, ξέρω πως σε όποιον το πω θα με κοιτάζει σαν ψευταρά, βυθίζομαι σε μια απόλυτη γλυκιά ματαιότητα, καθώς το αριστερό μου χέρι βυθίζεται κάτω απ τη χαίτη του Μπάμπη κι ακούω τον Τάκη που λέει στον ξανθό μάγο «να του δίνεις και μπριζόλες λαιμού ρε μαλάκα, όχι όλο κατεψυγμένα-κατεψυγμένα, μαζί σου θα τα πάρεις τα λεφτά μαλάκα, ε μαλάκα».

91668a84d64de211a25c0fd73bbcebcf

***

Αδικαιολόγητο συνειρμικό σχόλιο: Ho la criniera da leone (perciò attenzione)  [Έχω την χαίτη λιονταριού (γι αυτό μην κοιτάς αλλού)] Από ιταλικό τραγουδάκι του Antonio Infantino. Φλωρεντία ’68.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Όπου ο Νίκος κι ο Ηλίας ομοιοκαταληκτούν (εξαιρετικά!)

Posted by vnottas στο 11 Φεβρουαρίου, 2016

14 Playmobil figures (eg nurse, American Indian, gardener)

Λευτεριά στα πλεϊμομπίλ

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 

Το έλεγα στους φίλους μου, στ’ αρχίδια μου τα χρόνια,

που χάθηκαν και έφυγαν απ’ τις βουνοκορφές,

και κύλησαν και βρέθηκαν σαν λασπωμένα χιόνια

μέσα σε πόλεις και χωριά που ‘μοιάζαν φυλακές…

playmobil-pirates-chaloupe-des-pirates-5298

Κι οι φίλοι συμφωνούσανε γιατί το ίδιο ζούνε

διανύουνε μία ειρκτή που είναι βαριά ποινή

και περιμένουν θαύματα και μαγικά να δούνε

σε θέατρο παράλογο παίζουν πολιτική.

Playmobil-Pirates---Red-Serpent--pTRU1-19413724dt 

Διαβάζουν ρώσους κλασικούς Τσέχοφ και Ντοστογιέβσκι

ποιήματα καταπίνουνε του Πάουντ, του Βερλέν

μα δεν τους βγάζει νόημα ούτε μια αθώα λέξη

γι αυτό και μένουν σιωπηλοί όταν δεν σιγοκλαίν.

Wooden_Barbarossa_Pirate_Ship_0_large 

Τα παραμύθια τέλειωσαν και πάμε γι άλλα τώρα

η επανάσταση νοσεί μες την εντατική

της ιστορίας ήτανε μία φευγάτη μπόρα

κι όσα κεφάλια έκοψε τώρα τα υπηρετεί…

35205247

*****

*****

Στην Κοιλάδα της μνήμης

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

*

Βαλς χόρευε το εννέα με το τρία

το νάτριο στεκόταν σιωπηλό

πιο πέρα κώνοι παίζανε με μαεστρία

μα η μελωδία έβγαινε μελό.

9-23-13-702x336

Το τρίγωνο χαιρόταν τυλιγμένο

στου κύκλου τις καμπύλες τυχερό

το υδρογόνο ήταν πικραμένο

έψαχνε το οξυγόνο στο νερό.

100240.w.1280

Την άμπωτη η παλίρροια αγκαλιάζει

το άλας μες το κύμα σταματά

ιόντα φορτισμένα με μαράζι

η ύλη τα πιέζει δυνατά.

dreams_glass_b

Το κόμμα κυνηγάει την τελεία

και σμίγουνε σ’ ερωτηματικό

ακολουθούν πνεύματα και σημεία

στο τέλος να και το θαυμαστικό.

images

Μες στην οθόνη του μυαλού ξαναγυρίζουν

χωρίς ειρμό κρυμμένοι θησαυροί

πολύχρωμες σημαίες π’ ανεμίζουν

πάνω στης μνήμης την κοιλάδα την υγρή.

***

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Σύμφωνο συμβίωσης

Posted by vnottas στο 23 Ιανουαρίου, 2016

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

images (10)

Το σκέφθηκα πολύ πριν πάω στον φίλο μου τον Τάσο να του πω το πρόβλημα.

Ο Τάσος είναι ψυχίατρος και από χρόνια φίλος κι άλλωστε δεν έχουμε σχέση γιατρού-ασθενούς, οπότε, επειδή με ξέρει καλά, οι συμβουλές του θα έπιαναν τόπο και τουλάχιστον θα ξαλάφρωνα.

Πέρα από αυτό, μου αρέσει το γραφείο του γιατί μυρίζει καπνίλα απ τα σέρτικα που καπνίζει και όταν τα λέμε καπνίζουμε κι οι δύο γελώντας μ’ όλα τα θέματα που μιλάμε, σοβαρά ή όχι. Γι αυτό πάω.

Του λέω, Τάσο, δεν μπορώ να τον ανεχθώ άλλο. Μου έχει τσακίσει τα νεύρα ξέρεις χρόνια τώρα, αλλά το πράγμα παρατραβάει. Χθες ξύπνησε θυμωμένος κι ενώ ξυριζόμουν στο μπάνιο μου φώναζε  να πάω να γαμηθώ, μου φώναζε πως κάθε μέρα σηκώνομαι και είμαι πιο μαλάκας απ’ τη προηγούμενη, του λέω, γιατί ρε τι σου έκανα κι αρχίζει να θυμάται πως τη προηγούμενη ακούγαμε τα παιδάκια να λένε τα κάλαντα και πως, δήθεν, δεν άνοιξα τη πόρτα γιατί είμαι ένας παλιομαλάκας, μη τύχει και δώσω κανά μισόφραγκο και θυμήθηκε και τον πατέρα μας και μου φωνάζει «τέτοιος πούστης σαν κι αυτόν κατάντησες»… και μετά όταν του απάντησα «γιατί, εσύ είσαι καλύτερος;» άρχισε μια σειρά από μπινελίκια για τις ευκαιρίες που δήθεν είχε και εγώ  τον σταματούσα γιατί ήμουν δειλός και ότι δήθεν του κατέστρεψα όλα τα όνειρά του, τότε που ήθελε να πάει στη σχολή Ικάρων, τότε που ήθελε να γίνει ηθοποιός, τότε που ήθελε να παντρευτεί μία πάμπλουτη και ένα σωρό άλλα. Του απαντάω «ποια Ικάρων ρε μαλάκα, αφού ήμαστε κοντοί, πως θα έμπαινες στην Ικάρων… και τι ηθοποιός ρε μαλάκα, αφού  σε έκοψαν στην ακρόαση»… Όσο για την πάμπλουτη, ήταν μια ασχημομούρα και αρχίζει, Τάσο, πάλι τις βρισιές. Μου φώναζε πως κοντός είμαι και φαίνομαι και στην ακρόαση τον παρέσυρα, γιατί αντί να απαγγείλει ένα μονόλογο απ τον ΄Αμλετ, του είχα πει να διαλέξει ένα ποίημα του Πρεβέρ -θυμόταν και τον τίτλο- «ο θείος Γκρεζιγιάρ», θυμήθηκε κάποιες απίστευτες λεπτομέρειες και από τότε που μέναμε μόνοι μας, στο υπόγειο της  Μαρτίου, ρε Τάσο, έχει γίνει αφόρητος σου λέω…

Ο Τάσος, με ακούει με πραγματικό ενδιαφέρον και με ρωτάει αν το είπα στον άλλον πως θα πάω να τον δω. Του λέω, όχι ρε Τάσο, γιατί την προηγούμενη φορά που του είπα ότι έρχομαι και τα λέμε, άρχισε  τις ειρωνείες και μου λέει «καλά ρε μαλάκα, πας σε άνθρωπο που πιστεύει στο Θεό να σου λύσει το πρόβλημα, ε είσαι πολύ μαλάκας γιατί δεν καταλαβαίνεις  πως όποιος πιστεύει, θα σου πει αυτά που πιστεύει, τι μαλάκας που είσαι!..»

Ο Τάσος γελάει δυνατά και μου προσφέρει ένα απ’ τα σέρτικα τσιγάρα του. Μου λέει «χέστον μωρέ, μη του δίνεις τόση σημασία, έτσι κι αλλιώς δίδυμοι είστε, δεν μπορείς να τον σκοτώσεις».

Του λέω πως  ακόμα και στον ύπνο δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Πάω στη κουζίνα γύρω στις 2 τα μεσάνυχτα, να πάρω ένα γαμημένο χάπι, να κοιμηθώ και φωνάζει απ το σαλόνι «πάρε ένα χάπι ρε μαλάκα, μήπως και  δεις κάποιο όνειρο που να σε δείχνει άνθρωπο περήφανο κι όχι πτώμα ρε  πτώμα…»

Ακου, μου λέει ο Τάσος, με τον άλλο εαυτό μας έχουμε υπογράψει διαρκές σύμφωνο συμβίωσης. Γι αυτό μη σκας. Μπορεί να βαρεθεί την τόση κριτική, μπορεί και να σε αφήσει ήσυχο. Ακου το αυθόρμητο μέσα σου. Αυτός είναι ένας «άλλος» κι ας τον θεωρείς κατάδικό σου. Τήρησε όμως το σύμφωνο συμβίωσης.  Δεν γίνεται αλλιώς και το ξέρεις.

images (9)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Λεωφορείο το θέατρο

Posted by vnottas στο 17 Δεκέμβριος, 2015

LEOFORIO

 (γραφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Το  δύσκολο Θέατρο

Ξυπνάω στις επτά. Είτε κοιμηθώ στις τρεις ή στις τέσσερις τα ξημερώματα, στις επτά ,είμαι στο πόδι. Πίνω τον καφέ μου σιγά-σιγά ενώ βλέπω στη τηλεόραση όλα τα νέα, αλλάζοντας δυο-τρία κανάλια, δήθεν για να έχω μια σφαιρική ενημέρωση.

Ξέρω πολύ καλά τι παίζουν και μόνο που χρησιμοποιείται απ όλους ο όρος «παίζουν» φτάνει για να καταλάβω-εδώ και χρόνια-ότι πρόκειται για θέατρο. Φυσικά κακής ποιότητας. Το 1974 πήρα απ το Σωματείο εισιτήριο της Εργατικής Εστίας για ένα έργο του Εθνικού Θεάτρου. Έτσι άλλαξε η ζωή μου. Τότε ήμουν νεαρός και δυναμικός συνδικαλιστής. Το έργο είχε τίτλο  «η μεταφυσική του μοσχαριού με τα δυο κεφάλια..». Ήταν ενός Πολωνού συγγραφέα. Όσοι πήγαμε δεν καταλάβαμε τίποτα. Εγώ όμως κατάλαβα καλά πως μας έστειλαν στο θέατρο, για να μην καταλάβουμε τίποτα. Κατάλαβα μετά από καιρό, πως όλα ήταν «θέατρο»  και πήγαινα στο θέατρο για να βλέπω πως παιζόταν το θέατρο, ώστε όταν φεύγεις από μέσα ,να μην καταλαβαίνεις τίποτα. Δηλαδή όλα να φαίνονται υπερβολικά, η φτώχεια, η κουταμάρα, η εξυπνάδα, η ομορφιά, η ασχήμια. Κι ακόμα το χειρότερο ήταν για μένα ,πως οι ηθοποιοί έπαιζαν υπερβολικά τους ρόλους τους ή φωνάζαν, λες και ήμασταν όλοι από κάτω κουφοί. Μετά άρχισα σιγά-σιγά να κάνω «θέατρο» τη ζωή μου, δηλαδή, μου άρεσε να νομίζω πως είμαι κάτι άλλο απ αυτό που είμαι, αλλά με προσοχή, χωρίς ακραίο παίξιμο και είδα πως έπιανε μέσα μου και έξω μου  και αισθανόμουν καλά.

Έπιανε το θεατρικό μου κόλπο στη δουλειά, στις σχέσεις, στους συγγενείς, στο δρόμο…Λέγαν όλοι «δεν αγριεύει ο Ξενοφών αλλά όταν αγριεύει, αγριεύει…» ή «δεν γελάει συχνά ο Ξενοφών Καρακώστας αλλά όταν γελάει, γελάει…»

Παίρνω το αυτοκίνητο και φτάνω στο αμαξοστάσιο στις οκτώ. Θα πω τις καλημέρες μου στον επόπτη και στον βοηθό του και θα παραλάβω ένα από τα αρθρωτά λεωφορεία -που ευτυχώς είναι αυτόματα – και θα βγω με τη δέουσα πάντα προσοχή στον κεντρικό άξονα, αρχίζοντας το δρομολόγιο Φοίνικας-Σιδηροδρομικός Σταθμός. Ανάλογα με την εποχή πότε ζέστη, πότε κρύο, ρυθμίζω το κλιματιστικό. Σταματώ με προσοχή σ όλες τις στάσεις, επιτηρώ απ την οθόνη του καντράν τις πόρτες. Δεν απαντώ, παρά μονολεκτικά στους ανόητους -κυρίως το κάνουν οι ηλικιωμένοι-όταν ρωτούν αν θα κατέβουν σωστά και σε ποια στάση.

Έχω ήδη συμπληρώσει τριάντα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά και είμαι απίστευτα τυχερός γιατί δεν έπεσα σε μεγάλες φασαρίες, δεν μου έριξαν διαδηλωτές μολότοφ στο λεωφορείο, δεν έγιναν παρά ελάχιστα δυσάρεστα περιστατικά μέσα, οι όποιοι ελεγκτές δεν βρήκαν να σημειώσουν κάποια παράβαση μου, είμαι προσεκτικός, διαρκώς, φοράω ένα ζευγάρι γυαλιά  eagl eye κι έτσι βλέπω τα πάντα πιο φωτεινά. Τα τελευταία δυο χρόνια λίγο έχουν δυσκολέψει τα πράγματα, γιατί μερικές φορές βλέπω στις στάσεις, να περιμένουν διάφοροι περίεργοι, αλλά προς το παρών ελέγχω την κατάσταση. Στους γιατρούς που μας εξετάζουν μια φορά το χρόνο, δεν έχω πει τίποτα για τους περίεργους στις στάσεις.

 Εισιτήριο-ιππήλατου-λεωφορείου-το-1864

Δεν χρειάζονται κουβέντες με τους επιβάτες κι αυτοί δεν πρέπει να μιλούν στον οδηγό…Σταματώ και παίρνω. Βάζω μέσα κουρασμένους απ τη ζωή τους,   απογοητευμένους, συνταξιούχους, χαζοχαρούμενα παιδιά, δημοσίους υπαλλήλους και μερικές φορές νομίζω πως στοιβάζω στρατιώτες από κάποιο μέτωπο που υποχώρησαν, ίσως κάποιο ηρωικό πρόσωπο του παρελθόντος κυρίως σκηνές από ταινίες που είδα.

‘Έχει δυο-τρεις μήνες τώρα, που βλέπω διάφορους περίεργους στις στάσεις, είτε μπροστά στη Νομαρχία, είτε στη Διαγώνιο, είτε στην Αγία Σοφία…Άλλοι περιμένουν κανονικά, με ρούχα όμως άλλης εποχής -της δικής τους- χωρίς οι επιβάτες να τους κοιτάζουν περίεργα και μερικοί ανεβαίνουν στο αστικό μου και κάθονται σιωπηλοί, προτιμώντας τις θέσεις πίσω απ τον οδηγό. Δηλαδή μόνο εγώ τους βλέπω.

Προχθές βλέπω στη στάση της Νομαρχίας να περιμένει ένας στρατιωτικός μ’ ένα τεράστιο σπαθί και μπλε σκούρο καπέλο και μόλις επιβιβάζεται τον αναγνωρίζω αμέσως. Ήταν ο στρατηγός Τζορτζ  Άρμστρογκ  Κάστερ. Στέκεται όρθιος και κρατιέται απ τον πλάγιο βραχίονα της θέσης μου και κοιτούσε ερευνητικά τα στενά της Βασιλίσσης Όλγας. Τον κοιτάζω κλεφτά απ τον καθρέπτη και τον ρωτάω  «πάμε καλά ή θα μας τσακίσουν οι Σιου στο Λιτλ μπιγκ  Χορν  στρατηγέ μου;» Αυτός με κόβει με αυστηρή ματιά και απαντάει μέσα απ τα δόντια του  «αν τολμούν ας κατέβουν απ’ τους λόφους που κρύβονται…»

Rotation-of-general-insignia

Κατέβηκε στη Διαγώνιο χωρίς μιλιά. Εγώ όμως του φώναξα «καλή τύχη Στρατηγέ μου..». Τότε ένα γεροντάκι που καθόταν στη πρώτη σειρά, μονολογεί δυνατά, «στρατηγός ε και παίρνει το λεωφορείο ε,ε. Παλαιά θυμάμαι οι στρατηγοί πηγαίναν με γυαλιστερά  τζιπ αλλά σήμερα, τι να σου κάνουν κι οι στρατηγοί… κι αυτοί έχουν κουτσουρεμένες συντάξεις, πάει, πάει  χάλασαν όλα…»

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μελανιές

Posted by vnottas στο 3 Δεκέμβριος, 2015

x12099400

Κονδυλοφόροι στα δάκτυλα…

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Το 1961 ήμουν υποχρεωμένος να βρίσκομαι κάθε απόγευμα στο σταθμό της Βασιλικής Χωροφυλακής σ  ένα χωριό του Έβρου. Εκεί, παρουσία του πατέρα μου διάβαζα κι έγραφα τα μαθήματα μου, μέσα στο γραφείο του, απλώνοντας τα βιβλία μου και τα δυο  μου τετράδια σ ένα μικρό τραπεζάκι.

Ο σταθμός τότε είχε προσωπικό, τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν διοικητής σε επτά χωριά και πέντε χωροφύλακες που ήταν, απ τα μισόλογα που έλεγαν οι συμμαθητές μου, ο φόβος και το τρόμος των ντόπιων.

Ένα απόγευμα του Οκτώβρη έκανα την καλλιγραφία μου στο τραπεζάκι βουτώντας τον κονδυλοφόρο στο μελάνι, κι ο πατέρας μου παιδευόταν μ ένα χειροκίνητο τηλέφωνο, για να μιλήσει σε κάποιον ανώτερο του, όταν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα του γραφείου και μπήκε μέσα ο χωροφύλακας ο Βαγγέλης, που έριχνε το περισσότερο ξύλο απ όλους,  στους λίγους που υπήρχαν κομμουνιστές, έχοντας γραπωμένο απ το γιακά, κάποιον   Σίμο -γύρω στα σαράντα- που έλεγαν πως ήταν ο μόνος ‘αδιόρθωτος’ αριστερός στο χωριό.

Τον πέταξε πάνω σ ένα ξύλινο καναπέ κι είπε στον πατέρα μου ‘τον έφερα για να του ρίξουμε  ένα μπερντάκι πέρα απ το πρωινό γαμώ το καντήλι του, ε καπετάνιο..’

imagesδ (3)

Τότε ο Βαγγέλης γύρισε και με είδε και μου λέει  ‘ας πάρω τους κονδυλοφόρους σου αγόρι μου για λίγο..’ ενώ εγώ είχα μαρμαρώσει και παίρνοντας τρεις κονδυλοφόρους, ανοίγει τα δάκτυλα του Σίμου  και τους βάζει ανάμεσα τους και ύστερα ,του σφίγγει δυνατά το χέρι, κι αυτός βγάζει ένα ουρλιαχτό σαν σκυλί που το κλωτσάνε κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω κι ο πατέρας μου χασκογελάει, ενώ στο γραφείο οι Χριστοπαναγίες χτυπούν από τοίχο σε τοίχο και μέσα μου, το μόνο που υπάρχει, το νιώθω,  είναι ένα μίσος και τίποτα άλλο, τίποτα άλλο, τίποτα άλλο…

Βγήκα τρέχοντας απ το γραφείο και πήγα δίπλα στη κουζίνα του σταθμού όπου ένας άλλος χωροφύλακας έτρωγε τη φασολάδα του και γελούσε  ακούγοντας τις κραυγές ‘ έλα κάτσε -μου λέει- θα τον γαμήσουν στο ξύλο αυτόν τον άχρηστο ,ο πατέρας σου κι ο Βάγγος’ κι εγώ τον ρώτησα τι θα τον κάνουν  μετά….

Αυτός -ενώ ακούγαμε τα ουρλιαχτά του Σίμου- μου εξήγησε πως αργότερα θα πάει στο σπίτι του και θα ειδοποιήσει τη μητέρα του να ‘ρθει να τον πάρει, γιατί μετά το ξύλο δεν μπορούσε να περπατήσει και γι αυτό τον κουβαλούσε η μητέρα του στη πλάτη.

Δεν θυμάμαι και πολλά για μετά, τι ακριβώς έγινε, παρά μόνο, πως παρόλο που έγραφα όμορφα γράμματα στη καλλιγραφία μου, σιχαινόμουν για χρόνια , πολλά-πολλά χρόνια, τους κονδυλοφόρους.

ηγ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μάθημα Ανατομίας…

Posted by vnottas στο 16 Νοέμβριος, 2015

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

  The_Anatomy_Lesson

Ο καθηγητής Ιατρικής Διαμαντής Καρλάφτης έχει για τους φοιτητές του το παρατσούκλι ‘ο κόφτης’ γιατί διδάσκει Ανατομία, μάθημα δηλαδή που θα το δώσεις τουλάχιστον δυο φορές και θα είσαι τυχερός αν το περάσεις με 5.

Είναι πέντε το απόγευμα, και στο αμφιθέατρο της Ανατομίας ο καθηγητής βρίσκεται μπροστά στο μακρόστενο τραπέζι επίδειξης, όπου επάνω του κείτεται το πτώμα ενός άντρα 75 περίπου ετών. Με το νυστέρι του, έχει ανοίξει το στέρνο μέχρι το κάτω μέρος της κοιλίας και με τα επιδέξια χέρια του ανασύρει τους δύο πνεύμονες σε σχήμα κώνου, τονίζοντας  στους επτά φοιτητές γύρω του, πως ‘ο δεξιός πνεύμων είναι πιο ογκώδης  του αριστερού’… Ρωτάει με ειρωνικό ύφος, μήπως ξέρει κάποιος απ τους φοιτητές γιατί είναι πιο ογκώδης ο δεξιός πνεύμων, δεν παίρνει απάντηση, οπότε τους λέει με υποκρυπτόμενο σαρκασμό πως…’ ο δεξιός πνεύμων είναι ταυτόσημος με τη πολιτική, άρα εκπροσωπεί τη Δεξιά…’ και γελά πρώτος πριν αρχίσουν να γελούν δειλά οι φοιτητές…

Όλοι φορούν άσπρες μάσκες και μπλε γάντια στα χέρια, ώστε η φαινόλη και η φορμαλδεύδη του πτώματος, να μην ενοχλεί την εκπαιδευτική ομήγυρη, παρά το γεγονός πως το μάθημα Ανατομίας είναι το πλέον σιχαμερό και ανάλογο του πόσο προετοιμασμένος είναι ψυχολογικά ο εκπαιδευόμενος να το αντέξει.

Ο καθηγητής Καρλάφτης συνεχίζει τώρα βγάζοντας το συκώτι, επισημαίνοντας πως το βάρος του είναι σταθερό, γύρω στα 1500 γραμμάρια, διότι όπως γνωρίζετε κύριοι συνάδελφοι, -λέει ειρωνικά πάντα- βρίσκονται άνθρωποι τριγύρω μας να μας πρήξουν το συκώτι, άλλωστε κι εσείς το κάνετε συνεχώς σε εμένα…

άσκα-ος-κουκουβαγιών-μάθημα-ανατομίας-η-με-έτη-του-ανθρώπινου-σκε-44277510

Οι φοιτητές γελούν, βρίσκουν τον ‘κόφτη’ καθηγητή να είναι κεφάτος σήμερα, ο οποίος δείχνοντας τώρα τον σπλήνα, τους επισημαίνει πως θα ήταν ενδιαφέρον ν ανατρέξουν στο πίνακα ‘μάθημα ανατομίας του δόκτορος Τουλπ’ του Ρέμπραντ ‘διότι η ανατομία είναι το ήμισυ της Ιατρικής…’

Το μάθημα διακόπτει με την είσοδό της στο αμφιθέατρο, η γραμματέας του καθηγητή, η οποία κάτι του λέει στο αυτί κι αυτός ανακοινώνει στους φοιτητές ότι θα λείψει για περίπου μισή ώρα στο γραφείο του, πλην όμως αυτοί να περιεργαστούν τα όργανα του πτώματος και με την επάνοδο του, η παράδοση θα συνεχιστεί.

Μόλις φεύγει ο καθηγητής, οι φοιτητές αρχίζουν τη πλάκα με τους υπόλοιπους του αμφιθέατρου, δείχνοντας το όργανα του πτώματος, ενώ ένας απ αυτούς παίρνει τον ένα πνεύμονα  και τον πετά προς τον συναδελφό του, στην άλλη άκρη του τραπεζιού και σε δευτερόλεπτα κι ο άλλος πνεύμονας γίνεται μπάλα του βόλεϊ, ενώ από πάνω άλλοι φωνάζουν ‘δώστε πάσα τον σπλήνα στην εξέδρα ρε μαλάκες’, δηλαδή  επικρατεί στο αμφιθέατρο κάτι το φρικώδες και γελοίο μαζί, ανάμεσα σε χαχανητά και σφυρίγματα κερκίδας και ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα, ο καθηγητής Διαμαντής Καρλάφτης εμφανίζεται κι όλοι μένουν ακίνητοι, σιωπηλοί  υποπτευόμενοι τι θα ακολουθήσει.

Ο καθηγητής προχωρεί μέχρι το τραπέζι της ανατομίας και αρχίζει να επανατοποθετεί τα όργανα στη θέση τους, εντός του πτώματος κι αφού κοιτάξει σοβαρός-σοβαρός έναν-έναν τους φοιτητές και μετά το υπόλοιπο του ακροατηρίου, λέει: ’Φυσικά
πως θα περάσουν πολλά εξάμηνα για να περάσετε το μάθημά μου, μετά απ αυτό το ανοσιούργημα. Επίσης, να σας ενημερώσω, πως το πτώμα αυτό ανήκε  στον ποιητή Ευγένιο Καρακώστα που ήταν δωρητής σώματος και αγαπημένος φίλος του Γιώργου Σεφέρη. Πιστεύω πως το μόνο που θα ήθελε ειδικά σε σας να χαρίσει, θα ήταν τα αρχίδια του. Αντε μου όλοι στο διάολο τώρα ηλίθιοι…’

48fbd39db89eb5519d690a389983af97

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Casta diva στη Λαχαναγορά

Posted by vnottas στο 11 Νοέμβριος, 2015

[γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος- τραγουδάει η Μαρία Κάλλας ζωντανά, στο Παρίσι, το 1958]

 

 1472319885_4b7b22510c_m

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας δεν έπαιρνε τα γράμματα. Δεν τα έπαιρνε από άποψη γιατί σκεφτόταν πως αυτοί που ήταν καλύτεροί του στο Γυμνάσιο του Περιστερίου που πήγαινε, σκατά πατημένα ήταν αφού στη συνέχεια θα γίνονταν σαν τους πατεράδες τους.

Τον μόνο άντρα που γούσταρε ο Γιαννάκης ο Γκλάβας ήταν ο νονός του, που είχε μια μεγάλη αποθήκη, στη Λαχαναγορά του Ρέντη και προμήθευε πλοία με τα πάντα. Πατάτες, ντομάτες, λάχανα, κι όλα τα ζαρζαβατικά.

Ο νονός του ήταν περίεργος τύπος, πνιγμένος μες στα τιμολόγια και κάτι τεράστιους γκρίζους φακέλους και δίπλα του στο γραφείο,  είχε ένα μεγάλο, το μοναδικό στην αγορά στερεοφωνικό, όπου συνέχεια έπαιζε Μαρία Κάλλας, σαν μια απίστευτη κόντρα με τα σκυλάδικα, που άκουγαν οι νταλικιέρηδες απ’ τις ανοιχτές καμπίνες τους, όταν φόρτωναν  το εμπόρευμα. 

Όταν ο πατέρας του Γιαννάκη κατάλαβε πως ο γιος του με τίποτα δεν θα προχωρούσε στο σχολείο και το κουβέντιασε με το νονό του, ο νονός καλοδέχθηκε τον Γιαννάκη στη τεράστια αποθήκη της  Λαχαναγοράς του Ρέντη, για να βάλει σε μια τάξη στα τιμολόγια, πράγμα, όχι και τόσο δύσκολο…

Στη λαχαναγορά -όπου δεν έβρισκες θηλυκή γάτα- ο Γιαννάκης μάθαινε δίπλα στο νονό  του όλα τα κόλπα, συνήθισε το ωράριο 4 το πρωί με 2 το μεσημέρι και αγάπησε τρελά την Κάλλας που άκουγε ο νονός του, καπνίζοντας αδιάκοπα, με τις ενδιάμεσες ατάκες του… ‘ρε τη καριόλα, τι θεϊκή φωνή είναι αυτή..’ ή ‘πω, πω ρε πούστη μου, τι ήχους βγάζει η θεά ’ κτλ.

Όταν ρώτησε το νονό του ποιος του έμαθε τη κλασική μουσική, αυτός απάντησε πως το έκανε μόνος του, πιτσιρικάς, για να γλυτώσει από τους ήχους του εμφύλιου στην Αθήνα, τα χωνιά που ούρλιαζαν στις γωνίες και απ τον βρυχηθμό των εγγλέζικων τανκς τις νύχτες γύρω απ το Μοναστηράκι.

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας έμαθε όλες τις λεπτομέρειες απ τις άριες, ήξερε πια κάθε νότα απ τη Norma του Μπελίνι, φανταζόταν αυτόν τον παραμυθένιο απίθανο κόσμο της όπερας, μέσα στα τιμολόγια απ’ τις πατάτες και τα λάχανα και τα υπόλοιπα ζαρζαβάτια.

Είχε πάνω από δέκα γύφτους να φορτώνουν  τα φορτηγά από την αποθήκη, γαμούσε -γιατί ήταν και όμορφο παιδί- όλες τις καινούργιες γκαρσόνες απ τις καφετέριες στο Περιστέρι και κυρίως του άρεσε, όταν έμπαινε στη λαχαναγορά, μετά από σκυλάδικο, να βάζει τέρμα τα γούφερ-μεγάφωνα μ’ ανοιχτά  τα παράθυρα του Fiat κι η θεϊκή φωνή της Καλλας στο ‘casta diva’  να σαρώνει το περιβάλλον .

Αυτό όμως που του άρεσε πιο πολύ, ήταν να ακούει το καλωσόρισμα των γύφτων ‘γεια σου κυρ-Γιάννη με τα ωραία και παράξενα τραγούδια σου’ χωρίς να ξέρει ότι ο επικεφαλής των γύφτων, ο Άλκης o παραμυθατζής απ’ τα Λιόσια, είχε ξεκαθαρίσει στους δικούς του ότι… ‘ακούει στο φουλ ο κυρ-Γιάννης γιατί αυτή που τσιρίζει έτσι, είναι  η μάνα του που τον άφησε μικρό κι έφυγε στην Ιταλία να γίνει τραγουδιάρα και γι αυτό να του μιλάτε με σεβασμό και όμορφα…images

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Κάστανα στο Πάικο….

Posted by vnottas στο 29 Οκτώβριος, 2015

 (γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

καστανιές-2

Τέλος Οκτώβρη του 48, απομεσήμερο κι ο Γιαννάκης ο Γκάηντας απ το Κιλκίς, είναι σε αποστολή ‘επιτήρησης εχθρού’ μαζί με τρεις συντρόφους του απ το λόχο του κατετάν Σφυρή  στις παρυφές του Πάικου σ ένα πέταλο γεμάτο καστανιές.

Είναι κρυμμένοι, καμουφλαρισμένοι μέσα σε κάτι βατσινιές και με τα κιάλια κοιτάζουν κάθε τόσο προς την πεδιάδα, όπου οι πληροφορίες έλεγαν πως μπορεί να εμφανιζόταν ένα τάγμα πεζικού και αν το έβλεπαν, έπρεπε αμέσως να κινηθούν βορειοανατολικά προς τη κορυφή για να ειδοποιήσουν  τις μονάδες του απελευθερωτικού στρατού.

Ο Γιαννάκης με το αετίσιο  μάτι του οργώνει την πεδιάδα χωρίς να ξέρει βέβαια πως τριακόσια μέτρα πιο πάνω κι αριστερά από αυτόν και τους συντρόφους του, βρίσκεται ακίνητος μπρούμυτα μέσα στους σκληρούς θάμνους  ο οπλίτης-ελεύθερος σκοπευτής Χρήστος Μπούμπασης από το Χέρσο του Κιλκίς, το καμάρι του 505 τάγματος πεζικού που μέχρι σήμερα –δυο χρόνια τώρα- είχε στείλει στον άλλο κόσμο πάνω από 20 καθοδηγητές κι αξιωματικούς του ΕΛΑΣ.

images (15)

Ο Χρήστος ο Μπούμπασης ή ‘χάρος’ -όπως τον είχαν ονομάσει στο τάγμα -ήταν πάντα μόνος του, έχοντας τη μόνη εντολή, να σημαδεύει μέσα από  τη διόπτρα του  πεντάκιλου  enfield του, επιλεκτικά τους επικεφαλής των ανταρτών ή τους ανιχνευτές τους.

Τώρα ξαπλωμένος στο θάμνο, έβλεπε μέσα απ τη διόπτρα του ντουφεκιού του από ώρες, τους τέσσερις αντάρτες τριακόσια μέτρα κάτω και πλάγια και σκεφτόταν μόνο πότε θα τραβήξει τη σκανδάλη. Ο Χρήστος που μόλις χτες έκλεισε τα εικοσιδύο, ξέρει απ το λοχαγό του, πως ο εμφύλιος θα τελειώσει γρήγορα και με το χαρτί που θα πάρει απ το τάγμα του, θα μπορέσει ν ανοίξει περίπτερο στο Κιλκίς κι όχι να ξεπατώνεται στα κουτσοχώραφα του Χέρσου.

Οι καστανιές στο Πάικο είναι φορτωμένες κι ο Γιαννάκης ο Γκάηντας λέει στους συντρόφους του, πως θα μαζέψει  μερικά κάστανα στο ντορβά από τα δυο ψηλά δέντρα που είναι μπροστά τους κι οι τρεις συναγωνιστές του συμφωνούν γιατί τους έχει κόψει η πείνα απ το πρωί.

Πάνω του στα τριακόσια μέτρα ο ‘χάρος’ βλέπει μέσα απ τη διόπτρα του τον Γιαννάκη να βαδίζει προς τις καστανιές και ξέρει πως είναι κατάδικος του, όπως κι οι άλλοι τρεις αντάρτες κι αυτό σημαίνει τουλάχιστον μια κούτα τσιγάρα Ματσάγκος, μια εύφημη μνεία, δυο μερίδες κοτόπουλο κι ένα μπουκάλι κονιάκ απ το λοχαγό του, πέρα απ την διήμερη άδεια για το Χέρσο και ήρεμα, αποφασιστικά, αμετάκλητα τραβάει τη σκανδάλη και πυροβολεί με ακρίβεια, το πίσω μέρος απ το κεφάλι του Γιαννάκη και σε δέκα δεύτερα έχει κλείσει βόλτα στον αγύριστο τους συμπατριώτες του, μέσα από τον σκληρό μαύρο αμφιβληστροειδή του.

360px-Spotting_the_Enemy_Sniper

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Έλμερ Φαντ 1957

Posted by vnottas στο 9 Οκτώβριος, 2015

elmerfudd

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Ήμουν στη πρώτη δημοτικού, στη Νέα Φιλαδέλφεια, όταν ξυπνώντας ένα πρωί βρήκα πάνω στο κομοδίνο μου ένα μεγάλο πακέτο και όταν το άνοιξα είδα πως είχε ένα ζευγάρι παπούτσια, χρώμα καφέ που δεν μου άρεσαν καθόλου γιατί  είχαν εντελώς στρογγυλές  μύτες και κορδόνια.

Η μητέρα μου, μου είπε πως τα είχε αφήσει ο πατέρας μου το βράδυ που είχα κοιμηθεί.

Εγώ τότε, όταν ο πατέρας φορούσε τη στολή του, ρουφούσε με θόρυβο τον καφέ του κι έριχνε μερικές Χριστοπαναγίες πριν φύγει, έκανα πως κοιμόμουν γιατί φοβόμουν εκείνον  τον  απαίσιο θόρυβο από το χαστούκι πούδινε ανελλιπώς μετά το καθιερωμένο βρισίδι του στη μάνα μου.

Το πρωί έκανα πάντα το κόλπο πως κοιμόμουν γιατί έτσι κι αλλιώς λίγο πριν το βραδάκι ο πατέρας μου μετά από τις ρετσίνες του, που έπινε στη κουζίνα, καταχέριαζε τη μάνα μου κι εγώ το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να πάω στο μέσα δωμάτιο και να κλείσω τη πόρτα να κάνω πως δήθεν διαβάζω και να ακούω τα χαστούκια χωρίς να τα βλέπω.

Τώρα όμως το πρόβλημά μου ήταν αυτά τα καινούργια παπούτσια, τα καφέ με τα κορδόνια που δεν τα ήθελα με τίποτα αλλά έπρεπε να τα φορέσω γιατί αν έλεγα δεν τα φορώ θα έτρωγα οπωσδήποτε τις μπούφλες μου.

Όμως η μητέρα μου όταν ήρθε στο δωμάτιο, μου είπε πως σήμερα δεν θα πήγαινα σχολείο κι ότι θα πηγαίναμε μαζί στη Διοίκηση της Χωροφυλακής όπου αυτή θα έλεγε πως τρώει κάθε μέρα ξύλο απ το πατέρα μου και μένα αν θα με ρωτούσαν, θα έλεγα πως ναι τρώει.

Άρχισε να με ντύνει και μου έβαλε τα παπούτσια με τις στρογγυλές μύτες που σιχαινόμουν γιατί τέτοια παπούτσια φορούσε σε κάτι εικονογραφημένα περιοδικά ο Ελμερ Φαντ που τον μισούσα γιατί όλο πυροβολούσε τον Μπαγκς Μπάνι τον λαγό και μου έδεσε τα κορδόνια γιατί εγώ δεν ήξερα να τα δένω επειδή πιο μπροστά φορούσα παπούτσια παντοφλέ που μου άρεσαν πολύ γιατί δεν είχαν κορδόνια.

Αυτό που έλεγε η μητέρα μου στη διαδρομή δεν μου ήταν και τόσο ευχάριστο κι ας έχανα το σχολείο γιατί δεν ήξερα σε ποιον θα έλεγα πως ο πατέρας μου την δέρνει και μήπως αυτός που θα το έλεγα ύστερα θα το έλεγε στον πατέρα μου και μετά πάλι θα έπεφτε πολύ ξύλο στο σπίτι αλλά μετά βάλθηκα να κοιτάζω μόνο τα καφέ μου παπούτσια που τα ονόμασα αυτομάτως ‘έλμερ φαντ’ και σκεφτόμουν πως την άλλη μέρα θα τα έβλεπαν οι συμμαθητές μου και θα με κορόιδευαν όλοι στη τάξη.

Φθάσαμε σ ένα δρόμο κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, σ ένα ωραίο κτίριο που έγραφε απέξω ‘Αρχηγείον  Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής’ και ανεβήκαμε στο δεύτερο όροφο σ ένα πολύ όμορφο γραφείο που πίσω του καθόταν ένας τύπος με στολή που είχε πιο πολλά παράσημα απ τον πατέρα μου και τρία χρυσαφιά άστρα  στους ώμους του κι ήταν κάτι σαν τον θείο μου τον Δημητράκη στην ηλικία κάπου στα 50  δηλαδή.

Όση ώρα μιλούσε η μητέρα μου και του έλεγε με το νι και με το σίγμα για το ξύλο που έτρωγε, εγώ κοιτούσα τα παπούτσια μου και διαπίστωνα πως ήταν τόσο γυαλιστερά ώστε όπως ήμουν σκυμμένος φαινόταν το πρόσωπο μου πάνω τους.

Δεν θυμάμαι πόσο καθίσαμε σε κείνο το γραφείο, με τη μάνα μου να κλαίει κατά διαστήματα κι αυτόν να λέει ‘σας παρακαλώ κυρία μου, όχι μπροστά στο παιδί’, πάντως κάποια στιγμή ο τύπος αυτός σηκώθηκε απ το γραφείο του κι ήρθε προς το μέρος μου, μου χάιδεψε το κεφάλι και μου είπε ‘ώστε έτσι ο μπαμπάς λοιπόν’ κι εγώ έγνεψα ‘ναι’ με το κεφάλι και μετά φύγαμε.

Όταν γυρνούσαμε στο σπίτι πάλι κοιτούσα τα παπούτσια μου και γέλασα από μέσα μου γιατί σκέφτηκα πως αν μου κολλούσε κάποιος συμμαθητής μου θα του έλεγα να το βουλώσει  γιατί θα έπαιρνα μια καραμπίνα και θα τον κυνηγούσα όπως έκανε ο Ελμερ Φαντ  στον Μπαγκς Μπάνι.

vieille-chaussure2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Κριθαρόσουπα…

Posted by vnottas στο 15 Σεπτεμβρίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

provatina_h_gida_ntomatosoupa_me_kritharaki_61

Ρίχνεις στο καυτό νερό λίγο λαδάκι…

 ¨τι νόμιζες,πως είμαστε από παράδοση καλοί ε…¨ γελούσε ο γέροντας Ιωανίκιος στο Αγιο-Ορος καθώς μου έδειχνε μια μικρή μετόπη που έχουν  όλα τα μοναστήρια στη κεντρική τους  πύλη και πάνω της καθόταν μία τεράστια χύτρα όπου έχυναν  λάδι με βραστό νερό, να κάψουνε τους πειρατές, που από κάτω προσπαθούσαν να παραβιάσουνε τη πύλη¨.

Μόλις αρχίζει να βράζει τότε ρίχνεις το κριθαράκι και λίγη ντομάτα σάλτσα

¨το θείο σου τον κυνηγήσανε  οι χίτες μέσα στο κριθοχώραφο του Βασιλάκου και τούριξαν 5 κουμάσια από τα τριάντα μέτρα. Τον βρήκε η πρώτη στο λαιμό και τιναζότανε το αίμα σιντριβάνι… Βάψανε όλα κριθάρια ένα γύρω. Η μάνα του ήταν στην άκρη στο χωράφι και χτυπιόταν βλέποντας πως σκοτώνανε το στερνοπούλι της απόγευμα που έγερνε  ο ήλιος και ήταν σαν βάφανε με κόκκινο χρυσάφι από το αίμα του παιδιού τα αψηλά κριθάρια.  Και τώρα λένε, άμα βρέξει ξαφνικά πως παίρνει χρώμα κόκκινο στο κέντρο του, του Βασιλάκου το χωράφι από το αίμα που πετούσε ο μπάρμπας σου που ήταν τότε στα δεκαεννιά.¨

Ρίχνουμε μέσα λίγο σκόρδο, λίγο αλάτι και πιπέρι

¨γίνονταν τότε σημεία και τέρατα παιδάκι μου…Στο  αλώνι του Μανωλάκου έσυραν τον Γιωργάκη της Φανής, κόψανε το λαιμό του άκρη μέρα- μεσημέρι και ρίχνανε αλάτι και πιπέρι στο ξεπεταρούδι 15 χρόνων να τους πει που τράβηξε η ομάδα του Σταυρόμπεη… Θα το πεις τσογλάνι, θα το πεις ούρλιαζαν μες τα αυτάκια του τριγύρω οι Μάηδες απ του Μελιγαλά…¨  μου έλεγε

monaxos

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μουράτ και Μουράτι…

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2015

Κόσοβο…

 (Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 thessaloniki

Είμαι όρθιος με τη πλάτη στον τοίχο, δίπλα στις κολώνες της πάνω Αριστοτέλους και καπνίζω.

Απέναντι έχει στάση του ΟΑΣΘ όπου περιμένουν και μερικά πανέμορφα κορίτσια να φύγουν προς τις Δυτικές συνοικίες αφού αναστάτωσαν για τα καλά με τα κοντά τους φουστανάκια, όλους όσους είναι σαν και μένα τώρα, με τη πλάτη στον τοίχο, με τον πρώτο μεγάλο καύσωνα του Ιουλίου καταμεσήμερα.

Αριστερά μου κοιτάζω όλες αυτές τις ‘θείες’ με τα τσεμπέρια που πουλάνε παράνομα τσιγάρα. Πηγαινοέρχονται με άνεση, ρωτούν χαμηλόφωνα  τη λέξη ‘τσιγάρα’ ..τους εισερχόμενους στην Αγορά.

Πουλάνε  πάνω από δέκα διαφορετικές μάρκες. Σε απόσταση 100 μέτρων πιο κάτω είναι το Αστυνομικό Τμήμα Κέντρου και βλέπεις τους Ζητάδες -οπλισμένους πάντα- να μιλούν στα κινητά με τον φραπέ στο χέρι.

muratti

‘Ακαπνοι ,άκαπνοι, παλιοτεμπέληδες’ ακούω κάποιον γέρο να μουρμουρίζει στ’ αυτί μου. Κανείς άλλος δεν τον βλέπει. Ο πατέρας μου είναι με τη θερινή στολή του και τίγκα στο παράσημο. Ούτε ιδρώνει, ούτε φαίνεται πεθαμένος. ’Εδώ έχει άπνοια’ μουρμουρίζει, ‘αν θάρθεις πάνω με δροσερό ωραίο αεράκι είμαστε..’

Τραβώ μια βαθιά ρουφηξιά κι ο γέρος μου εξαφανίζεται. Τα τσιγάρα είναι μάρκα  Muratti –φυσικά φέηκ- κι όταν κατεβάζεις μέσα τον καπνό νιώθεις  σαν χαμένος  στο χρόνο. Λες νάμαι -σκέφτομαι- επτά αιώνες πριν Ιούνιο με καύσωνα κοιτώντας από ένα λόφο τη μάχη στο Κοσσυφοπέδιο.

800px-Battle_on_Kosovo1389

Σκοτώθηκαν από τη μια ο πρίγκηπας των Χριστιανών Λάζαρος  Χρεμπερλιάνοβιτς -γαμηστερό βρίσκω το όνομα- κι από την άλλη ο σουλτάνος Μουράτ ο πρώτος.

Τραβάω ακόμα μία ρουφηξιά απ τον παράνομο καπνό γεμάτο χόρτα και κοπριά που βάζουν οι παράνομοι Βαλκάνιοι μαφιόζοι -κάτω από τη μύτη των στρατιωτών του ΟΗΕ – λίγο έξω απ την Πρίστινα, βγάζω τη πλάτη μου απ τον τοίχο, τραβάω μία ρουφηξιά  ακόμη  και νάμαι  ξαφνικά  στο Κόσοβο.

 pb5b1pic1

 Prince_Lazar_(Ravanica_Monastery)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

O γιος του Χωροφύλακα…

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2015

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 images (57)

Μάτια πρησμένα απ το πιοτό

και βέβαια ευτραφής κοιλιά

αισθάνεται την  κούραση των χρόνων,

από τα παιδικά παιγνίδια που δεν τον έπαιζαν οι άλλοι

-γιατί ήταν ο γιος του Χωροφύλακα-

μέχρι το σήμερα που κάθε μέρα είναι άθλος

σε σχέση με το -υπόλοιπο καυσίμων του προσδόκιμου

με μικροπροδοσίες, συμβιβασμούς και που και που

αναπετάγματα προς το ανώτερο, το κάτι παραπάνω έστω….

Άστα να πάνε-πάντα στο πίσω μέρος

έρχονται βρισιές

και ο πατέρας μες στα όνειρα με τη στολή του

ακόμα και στον άλλο κόσμο

να πιστεύει πως κέρδισε ο βλάκας τον Εμφύλιο

ενώ θα έπρεπε ‘ να πάμε μια εκδρομή

όλοι μαζί στη θάλασσα’ -που έλεγε η Μερκούρη-

 

Βλέπω τον εαυτό μου με κοντό παντελονάκι

να κάθεται ανάμεσα στα στάχια

με τη σφεντόνα του στη τσέπη

και να κοιτάζει μαύρα σύννεφα

προσμένοντας να έρθει αυτή η γαμημένη η μετάθεση

για την πρωτεύουσα

μπας και διαβάζουμε μαθήματα με ηλεκτρικό

κι όχι με λάμπα πετρελαίου…

Φτάνουν τα σύννεφα

με καθυστέρηση 55 χρόνων

χέστηκα

αρκεί  να πέσει μπόρα

μέσα μου να ξεπλύνει τα άπλυτα…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μια βοσκοπούλα αγάπησα…

Posted by vnottas στο 6 Μαΐου, 2015

γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

ΗΛΙΑΣ-ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ45

Η Φωτεινή που αγάπησα, οδηγούσε τρακτέρ

Ο Χαράλαμπος Κεσμετίδης ήταν κολλητός του πατέρα μου το 1961 και αρχηγός των ΤΕΑ στο χωριό Λεπτή Ορεστιάδος.

Eίχε κρεμάσει μπόλικα κεφάλια των πολεμιστών του ΕΛΑΣ γύρω απ τη μέση του με χοντρό σκοινί το 47 και το 48 στον εμφύλιο και τώρα στην αρχή της δεκαετίας του 60 έκανε κουμάντο τα βράδια στο καφενείο του χωριού και μια φορά είχα ακούσει τον πατέρα μου να τον συμβουλεύει να μη δέρνει τη γυναίκα του στην αυλή, καλύτερα μέσα στο σπίτι για να μη βλέπουν οι γείτονες… Εκείνος-το θυμάμαι σαν τώρα-απάντησε ‘Καπετάνιο, οι γυναίκες θέλουν καμτσίκι και πιρτσίνι. Το καμτσίκι όπου νάναι, το πιρτσίνι στο κρεβάτι..’

Επειδή το είχε μαράζι που δεν έκανε γιο, είχε εκπαιδεύσει τη μοναχοκόρη του τη Φωτεινή σε όλες τις αντρικές δουλειές. Η Φωτεινή ήταν ψηλή ,ξανθιά  και πανέμορφη, δεκαοχτάχρονη. Τάιζε απ το πρώι τα γουρούνια, έβαζε  αποφάγια και πίτουρα στις γελάδες, τακτοποιούσε τις κότες  και μετά έπαιρνε το τρακτέρ και κατέβαινε στα χωράφια για όργωμα.

Όλη η πιτσιρικαρία του χωριού είχε να λέει πως η Φωτεινή θα έπαιρνε τον πιο όμορφο άντρα του κάμπου κι ότι την είχανε ζητήσει απ τον πατέρα της ένα σωρό παλικάρια και από άλλα μεγάλα χωριά που στέλναν προξενιά κι ο πατέρας της τα γύριζε πίσω με τη φράση ‘για πάρει κάποιος τη κόρη πρέπει νάχει 3 οκάδες αρχίδια…’

Εγώ  ήμουν τότε  έντεκα χρόνων κι όσο κι αν έβλεπα τα αρχίδια μου -όπως κι οι συνομήλικοι μου- δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ένα παλικάρι που θα τα έχει 3 οκάδες.

Έβλεπα συχνά στον ύπνο μου τη Φωτεινή που όταν περνούσε μπροστά απ το σπίτι πάνω στο Ζετόρ τρακτέρ, με χαιρετούσε με χαμόγελο γιατί ήμουν το παιδί του Αστυνόμου, του φίλου του πατέρα της κι είχα γεννηθεί στην  Αθήνα -πράγμα μοναδικό σ  όλη τη περιοχή της Ορεστιάδας- κι ακόμα ήμουν ο μόνος πιτσιρικάς που μπορούσε να της στείλει ένα αέρινο φιλί με το χέρι, πράγμα που δεν ήξερε κι αν ήξερε δεν θα τολμούσε κανένας συνομήλικός μου απ το χωριό να το κάνει.

Ήταν Οκτώβρης και μια μέρα παρακάλεσα τον πατέρα μου να με αφήσει να πάω ένα απόγευμα με τη Φωτεινή στο όργωμα και να μ’ έχει πάνω στο τρακτέρ να δω πως το δουλεύει με το άροτρο.

Ο πατέρας μου αφού το σκέφτηκε κι επειδή θεωρούσε πώς να πάει ο γιός του στο όργωμα με τη Φωτεινή θα ήταν κάτι που θα βοηθούσε στο να γίνω αντράκι, μου είπε πως θα το κανονίσει και την άλλη μέρα το μεσημέρι η Φωτεινή σταμάτησε έξω απ τη αυλή μας το τρακτέρ και μου φώναξε ‘έλα Λιακούλη να πάμε στο χωράφι’. Η μητέρα μου της είπε να με προσέχει κι αυτή απάντησε χαμογελώντας ‘σιγά καλέ, στην αγκαλιά μου θα τον έχω, δεν θα πάθει τίποτα’.

hqdefault (1)

Σκαρφάλωσα στο τρακτέρ και κάθισα δίπλα στο κόκκινο φτερό και την παρακολουθούσα σοβαρή-σοβαρή πως άλλαζε τις ταχύτητες και μούλεγε ‘τώρα έβαλα τρίτη αλλά στο χωράφι θα πηγαίνουμε με δεύτερη…’ και το τρακτέρ αναπηδούσε σαν πουλάρι και τα στήθη της όπως τα έβλεπα απ τα πλάγια αναπηδούσαν κι αυτά και θυμάμαι πως μέσα απ το κοντό μου παντελόνι αναπηδούσε και το πουλί μου απ τη τόση ευτυχία  γιατί ήταν κάτι μαγικό αυτή η χωριατοπούλα η μοναδική γυναίκα που οδηγούσε τρακτέρ σ’ όλα τα χωριά τριγύρω.

Όταν φτάσαμε στο χωράφι για το όργωμα έριξε κάτω το μηχανικό άροτρο μ’ ένα μοχλό πού είχε δίπλα στο τιμόνι και μου είπε ‘τώρα ξεκινάμε σιγά-σιγά με πρώτη Λιακούλη, να έτσι μπαίνει η πρώτη και φτιάχνουμε τη πρώτη αυλακιά μέχρι τις λεύκες στην άκρη’ κι εγώ έλεγα ‘ναι, ναι το κατάλαβα…’ και κοιτούσα πλάγια τα μάτια της, τα πανέμορφα μαύρα μάτια της που κοιτούσαν με προσοχή την ευθεία προς τις λεύκες, έβλεπα  το λεπτό ξανθό χνούδι κάτω απ τα πανέμορφο αυτάκι της που το στόλιζε ένα χρυσαφί σκουλαρίκι, τα χέρια της που κρατούσαν με δύναμη το μαύρο τιμόνι και τα πόδια της που ακουμπούσαν με βεβαιότητα πάνω στο αμπραγιάζ και το φρένο κι ένιωθα πως πετούσα πάνω σ ένα κόκκινο πουλί κι η Φωτεινή, μου έμοιαζε πως ήταν η Αρχόντισσα όλου του κάμπου σαν κάτι νεαρές κυρίες του σινεμά που έχουν πύργους κι υπηρέτες.

βοσκοπουλα.JPG6

Όταν φτάσαμε στις λεύκες και πήρε τη στροφή για να ξεκινήσει τη δεύτερη αυλακιά γύρισε ξαφνικά και μου είπε ‘έλα πάνω στα πόδια μου Λιακούλη και θα σε μάθω να οδηγήσεις εσύ το τρακτέρ κι εγώ το θυμάμαι τώρα – μετά 55 χρόνια-κάθησα στα πόδια της, έβαλα τα χέρια μου διστακτικά πάνω στο μαύρο τιμόνι αυτή τα σκέπασε με τα δικά της, μου είπε κοίτα ευθεία και σταθερά μπροστά και μη φοβάσαι εγώ είμαι δω…’ κι η πλάτη μου ακουμπούσα στα μυτερά της στήθη, άκουγα την ανάσα της στ’ αυτιά μου, είχα ιδρώσει και κοιτούσα μπροστά στο χωράφι που όργωνα δίπλα στη πρώτη αυλακιά, νόμιζα ότι ήμουν ο άντρας που είχε διαλέξει, νόμιζα πως μάλλον θα είχα ψηλώσει πάνω από 20 πόντους και το πιο υπέροχο ήταν πως ένιωσα ξαφνικά να φεύγει ένα υγρό απ τα βάθη του μέσα μου και να πετιέται έξω απ το πουλί μου, κάτι σαν να πετάς φωτοβολίδα που είχα δει στο λιμάνι του Πειραιά πρωτοχρονιά, κάτι σαν αυτά που άκουγα να λέει ο πατέρας μου ‘θα σου γαμήσω τη μάνα’ στη μάνα μου συχνά όταν θύμωνε, κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω παρά μόνο πως ήταν θαύμα που καταλάβαινα όμως πως ήταν το θαύμα των θαυμάτων… και μετά αφού έστριψε η Φωτεινή πιάνοντας πάντα σταθερά στα χέρια της τα χέρια μου, οργώσαμε μαζί γύρω στις τριάντα γραμμές κι εγώ είχα σοβαρευτεί πλέον σαν να οδηγούσα καράβι τεράστιο, μέχρι που η Φωτεινή να μου πει ‘ωραία τα πήγες πουλάκι μου, τώρα θα γυρίσουμε πίσω… ’ και γυρίσαμε και τότε είδα το παντελόνι μου πούχε ένα λεκέ, λες και μου έφυγε κάτουρο, κι έβαλα με τρόπο το χέρι μου να τον σκεπάσω μη τον δει η Φωτεινή και μόλις έφτασα σπίτι, της φώναξα ‘ευχαριστώ’ κι έφυγα σφαίρα στο μπάνιο κι έβγαλα το παντελόνι μου, κι έβγαλα το μπλε βρακί μου και είδα πως ο λεκές κάτασπρος κόλλαγε κι άρχισα να του ρίχνω νερό, τα είχα χάσει εντελώς και τότε άκουσα θόρυβο και μπήκε η  μητέρα μου μέσα, με είδε τσίτσιδο απ’ τη μέση και κάτω με τα βρακιά στο χέρι και μένα κατακκόκινο, πήρα στα χέρια της τα βρακιά, τα κοίταξε προσεχτικά και μου άστραψε μια καρπαζιά, λέγοντάς μου ‘σαν δεν ντρέπεσαι σκατό- πράγμα να κάνεις τέτοια πράγματα από τώρα βρωμιάρη’ αλλά εγώ σκέφτηκα πως όλα αυτά τα έκανε η Φωτεινή το πιο ωραίο πλάσμα  του κόσμου που έφτιαξε τη πανέμορφη πρώτη μου ρεύση επάνω στο τρακτέρ με τα μυτερά σφιχτά της στήθη πάνω στη πλάτη μου και δεν με ένοιαξαν καθόλου οι απειλές της μάνας μου.. ’θα δεις τι θα πάθεις όταν έρθει ο πατέρας σου το βράδυ..’

(Κάτι επίσης βουκολικό -και Μπρασενικό- εδώ)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Γιαούρτι στο παλτό του Γκόγκολ

Posted by vnottas στο 22 Απρίλιος, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 1_3-1389458363

Ο Σωτηράκης Κυριζόπουλος είναι απ τον Πύργο της Ηλείας κι έχει ένα μεγάλο πρόβλημα το καλοκαίρι του 1993 στην Αθήνα. Δεν του βγαίνουν οι ‘επιχειρήσεις’. Είναι μικρομέτοχος σε δυο σκυλάδικα της παραλιακής, πλην όμως,τα λεφτά είναι λίγα και σπάει το κεφάλι του για να βρει κάτι το πρωτότυπο που να του φέρνει χρήμα και στα γρήγορα. Εχει να θρέψει την οικογένεια, τη γυναίκα του τη κυρά-Σούλα, το γιο του τον Γιαννάκη που είναι τούβλο και τον στέλνει σε Ιδιωτικό και έχει επίσης το καινούργιο γκομενάκι απ την Πετρούπολη που έβγαλε πριν δυο μήνες για το οποίο δίνει τις δόσεις απ τη κόκκινη MG σπορ που της αγόρασε για να την κρατήσει όσο γίνεται παραπάνω… Μαναράκι που στριγγλίζει  σαν μικρό γουρουνάκι όταν την βάζει κάτω του….

Τότε του ήρθε η φοβερή ιδέα και η ιδέα ήταν απλή.Oι θαμώνες που φεύγουν απ τα σκυλάδικα πάνε ύστερα για πατσά ή σούπες με τα τσόλια τους. Ενδιαμέσως-σκέφτεται ο Σωτηράκης  – υπάρχει ένα δημιουργικό κενό. Το κενό είναι πως οι παρέες αυτές χρειάζονται μια εκτόνωση. Κι η εκτόνωση είναι υπέροχη. Νοικιάζεις ένα θερινό σινεμά κι αντί για έργο, βρίσκεις ένα θεατρικό μπουλούκι. Οι πελάτες αγοράζουν το εισιτήριο και τέσσερα κεσεδάκια γιαούρτι. Βάζεις μια κόκκινη κορδέλα 10 μέτρα μακριά απ τη σκηνή κι ενώ το μπουλούκι παίζει ένα χαζό θεατρικό τύπου ‘Γκόλφω’  -ξημερώματα γύρω στις 6, οι πελάτες κατά βούληση ρίχνουν το γιαούρτι τους στον ηθοποιό που προτιμούν.

Το εισιτήριο είναι 500 δραχμές, 200 είναι το μεροκάματο των πέντε-έξι ηθοποιών, υπολογίζεις γύρω στις 10-15 παρέες των 5-6 ατόμων κι όλοι βγάζουν ένα λαμπρό μεροκάματο.

Ο Σωτηράκης τηλεφωνεί στον Λευτέρη τον ‘εντερτέημεντ’ που βρίσκει τα μπουλούκια,που βεβαίως αντί να τρέχουν στα χωριά της Πίνδου για να παίξουν την Γκόλφω στους χωριάτες, προτιμούν να γιαουρτωθούν για πιο πολλά χρήματα στην Αθήνα.

Το πείραμα ξεκινάει με τα φέιγ-βολάν που βάζει στα τραπέζια των σκυλάδικων ο Σωτηράκης με τους δικούς του σερβιτόρους μια Παρασκευή νύχτα και γίνεται της πουτάνας, διότι διαδίδεται από τραπέζι σε τραπέζι πως η ‘Γκόλφω’ παίζεται στον Νηρέα στην Βουλιαγμένης και μιλάμε για λαϊκό προσκύνημα.

Οι πελάτες παίρνουν το εισιτήριο και τέσσερα κεσεδάκια γιαούρτι από το ταμείο ,δίνουν τα δυο στο ταίρι τους, φτάνουν κοντά στη σκηνή και μόλις πει ο πρωταγωνιστής ‘Γκόλφω μου πέρδικα θαμαστή είσαι το φως του Αυγερινού..’ φεύγει ο κεσές και όπου πάει, είτε στο πρόσωπο, είτε στα μαλλιά, είτε στα ρούχα, δεν έχει τόση σημασία διότι επιτρέπονται και οι βωμολοχίες..’άντε ρε παλιομαλάκα που κάνεις και τον ηθοποιό’ ή ‘αντε μωρή καριόλα δείξε λίγο αίσθημα γαμώ τη Παναγία σου..’ κτλ,κτλ,κτλ…

Το πράγμα στράβωσε σ ένα μήνα, όταν ένας ηθοποιός ενός νεόβγαλτου θιάσου της πλάκας, θέλησε να ‘παίξει’ θεατρικό ‘το παλτό’ του Γκόγκολ.225px-Ivanov_gogol

Ακριβώς στη σκηνή που ο Γκριγκόρι Πέτροβιτς -που ήταν ένα παλικάρι απ το Μέτσοβο- έπαιρνε τα μέτρα του Ακάκι Ακακίεβιτς για το καινούργιο του παλτό, – του Γιώργου Μάστορα δηλαδή απ τα Πετράλωνα- ένας κεσές γιαούρτι προσγειώθηκε με  πάταγο στο πρόσωπο του Γκριγκόρι παίρνοντας και λίγο απ το πέτο του παλτού ,που το  εκσφενδόνισε  ένας χοντρός ξενύχτης με απόλυτη ακρίβεια, έτσι ώστε ο Γκριγκόρι να πει στον Ακάκι Ακακίεβιτς ‘ρε πούστη μου τι ξεφτίλα είναι αυτή που ζούμε για ένα κωλοπεντακοσάρικο..’ και ο Ακάκι τα πήρε στο κρανίο, πετάχτηκε απ τη σκηνή κι έριξε ένα χοντρό φούσκο κατακέφαλα στον χοντρό που τον ξάπλωσε πάραυτα κάτω λιπόθυμο, ανάμεσα σε τσιρίδες από γκόμενες και ουρλιαχτά από θεατές, πλην όμως ο Ακάκιος Ακακίεβιτς συνέχισε να χτυπάει όποιον έβρισκε μπροστά του απ τους θεατές και τις συνοδούς τους  μέχρι να τον ξαπλώσει κάτω ένας τύπος με μια καρέκλα κι έτσι τέλειωσε εντελώς άδοξα το πείραμα του Σωτηράκη Κυριαζόπουλου, μοναδικό ίσως  στην αβαγκαρντ της θεατρική πρωτοπορίας της Αθήνας χωρίς καν οι εφημερίδες να ασχοληθούν μ αυτό..

60ad5b6b364b1a0478327d0235c3ceae_1389458273

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μαιρούλα la douce…

Posted by vnottas στο 6 Απρίλιος, 2015

images (15)

Ηλίας Κουτσούκος

Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο…

Απρίλης 1972.

Όχι μόνο δεν έχω μία αλλά αναγκάζομαι να καπνίζω γόπες-που το σιχαινόμουνα πολύ-.Είναι Κυριακή, έχει ‘εξοδο’ είμαι εξοδούχος αλλά δεν έχω που να πάω χωρίς χρήματα κι έχω μια τεράστια ανάγκη να γαμήσω αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να δανειστώ από κανέναν και σκέφτομαι πως αν βγω θα τριγυρνάω σα μαλάκας στη πόλη με τα φανταρίστικα και αν καθίσω σε παγκάκι θα πρέπει να είναι για λίγο και μετά θα πρέπει να πάρω το απογευματινό σκατολεωφορείο για το Σέδες και μακάρι να μη πέσω και σε κάποια ‘μικτή’ περιπολία της ΕΣΑ γιατί ότι και να τους πω θα με ‘γράψουν’ κυνηγούν τους φαντάρους με το παραμικρό, οπότε είναι καλύτερα να μείνω στο στρατόπεδο και να φάω την κρύα βρωμόσουπα-γιατί τις Κυριακές βγαίνουν έξω κι οι μάγειροι και οι ‘βοηθοί’ τους που μένουν στο πόστο τους, το μόνο που ξέρουν κάνουν είναι σκατόσουπες με απομεινάρια κρέας από Αργεντίνικες κονσέρβες.

Αυτά σκεφτόμουν όταν με φώναξε ο ‘Ολλανδός’ απ το βάθος του διαδρόμου και με ρώτησε γιατί δεν βγαίνω. Τον ‘Ολλανδό’ τον φωνάζαμε Ολλανδό γιατί ήταν ανυπότακτος-δούλευε βατσιμάνης σε καράβια εμπορικά- κι δεν είχε έρθει εγκαίρως στη χώρα να υπηρετήσει τη θητεία του απ το Άμστερνταμ κι ήρθε με καθυστέρηση πέντε χρόνων και γι αυτό του είχαν ρίξει παραπάνω ένα χρόνο θητεία, αλλά ο Ολανδός στ αρχίδια του γιατί είχε λεφτά και δεν τον ένοιαζε.

Του είπα πως δεν θα βγω έξω γιατί δεν έχω λεφτά και μου απάντησε πώς να μην είμαι μαλάκας κι έβγαλε δύο πενηντάρικα απ τη τσέπη του και μου είπε να τα πάρω και να πάω κατευθείαν στη Μαιρούλα, ένα πουτανί καινούργιο, απέναντι απ τον Ερυθρό Σταυρό στο λιμάνι, 27 χρόνων μαναράκι που μόλις βγήκε στη πιάτσα και κυρίως, μου τόνισε ο Ολλανδός ‘είναι ρε συ ίδια η Κατρίν Ντενέβ και φοράει τα ίδια γυαλιά ξανθιά, σχετικά αδύνατη, μ ένα βυζί που κρεμάς επάνω του παλτό, και να της πεις πως σε έστειλε ο Ολλανδός ρε μαλάκα για να φιλήσει γαλλικά στο στόμα’ -πράγμα που δεν έκαναν ποτέ οι άλλες πουτάνες γιατί τα χείλη τους τα κρατούσαν για τους νταβατζήδες τους.

1920s

Πήρα τα δυο πενηντάρικα με τεράστια ευγνωμοσύνη -αλλωστε ο Ολλανδός που τον έλεγαν Θανάση, με χρησιμοποιούσε γιατί του έγραφα ωραία ερωτικά γράμματα σε μια ακοντίστρια μικρούλα απ την Αθήνα- κι έφυγα τρέχοντας για τη πύλη του στρατοπέδου με την 2ωρη άδεια στη τσέπη.

Όταν έφτασα στον Ερυθρό, βρήκα αμέσως το πουτανάδικο της Μαιρούλας και μου είπε η τσατσά -ευτυχώς δεν είχε άλλους πελάτες, τέσσερις το μεσημέρι-‘περίμενε αγόρι μου, έρχεται η κοπέλα, δώσε μου το πενηντάρικο και πέρνα σ’ αυτό το δωμάτιο’..

images (2)

Εγώ πέρασα, έβγαλα τις βρωμοαρβύλες μου που τις είχα βάψει τσίλικες-αλλά τις σιχαινόμουν πολύ-τις κάλτσες μου τις μάλλινες που μου έφερναν  εμετό κι έμεινα τελικά ολόγυμνος πάνω σ ένα κρεβάτι με κόκκινο σεντόνι, κι ακούω κάτι βήματα με λεπτό χτύπημα τακουνιού και μπαίνει μέσα στο δωμάτιο μια πανέμορφη ξανθιά κοπέλα γύρω στο 1,70  με όμορφο πρόσωπο, γυαλιά πεταλούδα κόκκινα, κόκκινο κυλοτάκι και σουτιέν, όπως μου την είχε περιγράψει ακριβώς ο φίλος μου ο Ολλανδός, χαμογελαστή, μου λέει ‘τι γίνεται αγοράκι μου’, της λέω ‘μ έστειλε ο Ολλανδός’.. α, μου λέει ‘υπηρετείς με το ξαδερφάκι μου’ και γελάει όμορφα, βγάζει το κυλοτάκι της, το σουτιέν της και παθαίνω πλάκα απ την ομορφιά, ένα δέρμα απαλό, βέλβετ Μπράσελ και μόλις μου βάζει με απαλές κινήσεις το προφυλακτικό και μόλις μπαίνω μέσα της απαλά και μυρίζω αυτό το πανέμορφο πατσουλί του κορμιού της και μόλις με φιλάει με γλώσσα, έχω ήδη τελιώσει, πώς να κρατηθώ σ αυτή την ομορφιά και βρίζω δυνατά τον εαυτό μου ‘τι μαλάκας, τέλειωσα αμέσως γιατί, γιατί, γιατί είσαι πολύ όμορφη’ κι αυτή λέει ‘δεν πειράζει αγοράκι μου, κάτσε δίπλα μου να κάνουμε παρέα ένα τσιγαράκι’ και ’γω νιώθω ξαφνικά πως είμαι πολύ τυχερός σε σχέση με τους μπόγους που γαμούσα πιο πριν όταν μου τύχαινε κανά τριαντάρι, αλλά εδώ αυτό το μαναράκι που είναι όλη η ομορφιά του κόσμου, αυτή τη συγκεκριμένη ώρα, που με λυπήθηκε -φαντάζομαι- έτσι γρήγορα που τέλειωσα, και που με κερνάει τσιγάρο στο κρεβάτι, λες κι έχουμε σχέση, ε ναι, είναι σπουδαία τύχη και να πάνε να γαμηθούνε όλα, ο στρατός, η χούντα, ο πατέρας μου που δεν μου στέλνει φράγκο, οι κωλοασκήσεις τους κι οι ιδρώτες και η βρωμιά της διμοιρίας κι η γαμημένη Χαρούλα η φοιτήτρια που πριν ένα μήνα μου είχε γράψει ‘χωρίζουμε ποιητή μου κι ο καθένας θα ταξιδέψει στο δικό του δρόμο’ -τι λες γαμώ τον Αντίχριστό σου.. όλα αυτά δεν υπάρχουν πλέον, υπάρχει μόνο η Μαιρούλα που μου χαϊδεύει απαλά το χέρι και νιώθω μια χαλαρή τρυφερότητα, ένα άγγισμα αγγέλου που δεν το πιστεύω ότι μου έτυχε και τραβάω μια βαθιά ρουφηξιά και τότε ακούω απ το σαλόνι βαδίσματα από κωλοαρβύλες και κάτι γελάκια αντρών και αμέσως καταλαβαίνω πως μπήκε στο μπορντέλο η κωλοΕΣΑ και με πιάνει πανικός, μισοσηκώνομαι στο κρεβάτι, λέει η Μαιρούλα ‘καλέ,τι έπαθες ξαφνικά’,της εξηγώ πως έξω θα είναι μάλλον η ΕΣΑ και όλο και κάτι θα μου βρει γιατί αυτοί κάνουν ότι θέλουν και γαμούν τους φαντάρους, τους παίρνουν τα στοιχεία και τα στέλνουν στη μονάδα σου κι έχεις σίγουρα μια δεκάρα φυλακή, τα λέω όλα βιαστικά και τρομοκρατημένος και η Μαιρούλα γεμάτη αυτοπεποίθηση σηκώνεται απ το κρεβάτι, φοράει το σουτιέν και το κυλοτάκι της, φοράει μια μεταξωτή ρόμπα και μου λέει ‘θα σου στείλω ένα καφέ με τη τσατσά, κάτσε στο κρεβάτι, θα του διώξω, ξέρω εγώ,’ μου σκάει ένα φιλί στο μάγουλο και βγαίνει έξω. Την ακούω που μιλάει, έχω κολλήσει τα αυτί μου στη πόρτα και μετά από ένα-δυο λεπτά που μου φαίνονται αιώνες, τα γομάρια της ΕΣΑ ξεκουμπίζονται.

1930_03

Κάθομαι στο κρεβάτι, ανοίγει η πόρτα, μπαίνει η τσατσά που έχει σ ένα δίσκο καφέ και γλυκό κεράσι με δροσερό νερό, τα αφήνει στο κομοδίνο χαμογελώντας ‘τους ξαπόστειλε η Μαίρη’ μου λέει και φεύγει.

Αρχίζω να ντύνομαι και μπαίνει η Μαιρούλα, λέει, όλα εντάξει αγόρι μου, έφυγαν και μου αφήνει στο κομοδίνο μια κούτα αμερικάνικα ΚΕΝΤ και πάνω της ένα  πενηντάρικο…

Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω, λέω ‘σε παρακαλώ Μαίρη’…κι αυτή μου λέει ‘εγώ σε παρακαλώ, δεν φτάνει που φοβήθηκες σιγά μη σου πάρω και λεφτά, άλλωστε δεν πρόλαβες να το φχαριστηθείς, θα σε περιμένω κι άλλη φορά έτσι…’

Παίρνω το χέρι της και το φιλώ, βάζω το πενηντάρικο στη τσέπη, παίρνω τη κούτα με τα ΚΕΝΤ σαν να κρατώ τα άγια των αγίων και φεύγω.

Έχουν περάσει 45 χρόνια κι αυτό το αξέχαστο δώρο Δεν το ξεχρέωσα ποτέ κι ακόμα το έχω βάρος βαρύ πολύ μες στη συνείδηση μου, μερικές φορές την είδα στον ύπνο μου,-σα να μου φάνηκε λυπημένη- και την άλλη μέρα που ξυπνώ είμαι στενοχωρημένος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Βιογραφικός χάρτης εκτός εμπορίου

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

anthologia

Αν τύχαινε να γεννηθείτε στην Αθήνα το 50 από πατέρα αστυνομικό πως φαντάζεστε τα πρώτα παιδικά χρονάκια σας. Σαν μούδιασμα είναι όσο κι αν παίζετε με τους συμμαθητές σας γιατί ξέρουν ποιος είναι ο πατέρας σου και δεν έχουν περάσει ούτε δέκα χρόνια που γινόταν της πουτάνας απ τον Εμφύλιο…

Νέα Φιλαδέλφεια, νοικιασμένη προσφυγική κατοικία με δυο δωμάτια, τουαλέτα έξω σε μια μικρή πίσω αυλή, γενικά μιζέρια και σχεδόν κάθε βράδυ όταν επέστρεφε ο πατέρας με μια ελάχιστη αφορμή έριχνε μερικά χαστούκια στη μάνα μου πότε γιατί δεν του άρεσε το φαγητό, πότε γιατί το πουκάμισο της μαλακισμένης πράσινης στολής του δεν ήταν καλά σιδερωμένο..

Δεν ήξερα καλά τα εκτός Αθήνας και στο χάρτη, μου φάνταζε τεράστια η χώρα και μακριά  τα σύνορα που ήταν όλο κινδύνους-όπως άκουγα-γύρω-γύρω κομουνιστές και στην ανατολή οι αιώνιοι εχθροί Τούρκοι.

image7

Καπάκι μ αυτούς τους φόβους ο πατέρας μου-ποτέ δεν έμαθα γιατί-παίρνει μια μετάθεση για τον Έβρο κι έτσι βρισκόμαστε σ ένα κωλοχώρι έξω απ την Ορεστιάδα που όλοι μιλούσαν τούρκικα και το λέγαν ‘ορτάκιογι’ οι ντόπιοι  και οι εκτός ‘Λεπτή’ ..φυσικά δεν είχε ηλεκτρικό κι είχε μόνο λασπουριά κακοντυμένους χωρικούς και βέβαια οι συμμαθητές μου, δεν ήθελαν να με κάνουν παρέα γιατί ήμουν ο γιος του Αστυνόμου.

Πέρασα τρία χρόνια φριχτά και πήγαινα στο γυμνάσιο μ ένα σαράβαλο ποδήλατο όπως έκαναν όλα τα παιδιά τότε 15 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα.Μισούσα τον πατέρα μου που συνέχιζε το χόμπι του ξυλοφορτώματος στη μάνα μου  και σε όσους κατά την άποψη της Χωροφυλακής ήταν αριστεροί  και φυσικά μισούσα το βραδινό αλκοολίκι του. Μισούσα τους καθηγητές μου, φουκαράδες τύραννοι της γαμημένης επαρχίας και δεν ξέρω αλήθεια πως έγινα τόσο νευρικός και σκληρός που το μόνο πράγμα που ψιθύριζα όλη μέρα κι όλη νύχτα μέσα μου ήταν ‘θα φύγω, θα φύγω, θα φύγω’.

Ξαφνικά ένα καλοκαίρι ο πατέρας μου πήρε μετάθεση για την Αλεξανδρούπολη και ένιωσα ευτυχισμένος πρώτη φορά που βρέθηκα σε πόλη με ηλεκτρισμό κι όμορφα σπίτια στη παραλία. Εκεί όμως ένιωσα επίσης φοβερή απέχθεια για τους λίγους πλούσιους που είχαν αυτοκίνητα κι επειδή ήμουν κοντός ένιωθα μίσος για τους ψηλούς κι έγινα πολύ σκληρός με όλους όσους ήταν καλύτεροι από μένα κι είχαν τις πρώτες τους φιλενάδες απ το σχολείο κι εγώ τίποτα. Τότε-θυμάμαι- αρρώστησα με ψηλό πυρετό κι έφερε ο πατέρας μου στο σπίτι να με δει ένας επίατρος ο οποίος αφού τον έβγαλε έξω απ το δωμάτιο με ρώτησε αν ήθελα να πάω με γυναίκα και του είπα ‘βεβαίως θέλω’.

Ο πατέρας μου-οφείλω να πω-όταν έφυγε ο πυρετός μ έστειλε σ ένα μπουρδέλο μ έναν ασφαλίτη χωροφύλακα που μόλις τέλειωσα με μια φουκαριάρα πουτάνα πιο μεγάλη σε ηλικία απ τη μάνα μου και με ρώτησε ‘ποιος θα με πληρώσει αγόρι μου’ εγώ απάντησα ‘ο κύριος έξω’ κι αυτή όταν του ζήτησε τα χρήματα-το θυμάμαι σαν νάναι τώρα-της απάντησε ‘δεν φτάνει που σε γαμήσαμε γαμώ το Χριστό σου θέλεις και λεφτά,μη σου σπάσω τα μούτρα..’ και με πήρε και φύγαμε κι αυτή τη ντροπή δεν θα τη βγάλω από πάνω μου μέχρι να βγει η ψυχή μου.

Παρ όλα αυτά αγάπησα τις πουτάνες που προσφέρουν το σώμα τους έναντι αμοιβής σε κάθε λογής ανθρώπους, το βρίσκω ιεραποστολικό και πάντα τις λάτρευα διότι πάνε με κοντούς, κακομούτσουνους, χοντρούς, βρωμιάρηδες αρκεί να υπάρχει παραδάκι. Μετά κατάλαβα πως υπάρχουν πουτάνες που πάνε μόνο και μόνο με άνδρες για να τους  τα παίρνουν κανονικά κι αυτοί νομίζουν πως γαμάνε τζάμπα οι ηλίθιοι γιατί τις έκαναν γυναίκες τους ή γκόμενες τους…

images

Επειδή λοιπόν εγώ γαμούσα ενώ οι συμμαθητές μου είχαν τρελαθεί στη μαλακία, έκανα παρέα με μεγαλύτερους από μένα που μου έμαθαν ένα σωρό κόλπα και μου δάνειζαν βιβλία εξωσχολικά κι έτσι αγάπησα πολύ τους κυρίους Τολστόι, Ντοστογιέβσκι, Μαγιακόβσκι, Γκόρκι κι αργότερα τον κύριο Χεμινγουέη,τον κύριο Στάιμπεκ,τον κύριο Μαξ Νορντάου και τον κύριο Τσβάιχ..

Όταν ήμουν στα 16 έχωσα μια γροθιά στο γυμνασιάρχη μαθηματικό που με άφησε εξεταστέο και τότε συνεδρίασε το συμβούλιο του Γυμνασίου και με απέβαλαν απ όλα τα σχολεία της Θράκης. Εγώ έφυγα απ το σπίτι και κοιμόμουν για μέρες σε κάτι χαμόσπιτα ακατοίκητα κι όταν γύρισα στο σπίτι δεν με χτύπησε ο πατέρας μου αλλά μου είπε πως φεύγουμε απ την Αλεξανδρούπολη για τη Θεσσαλονίκη αφού βεβαίως μου τόνισε πως κατέστρεψα τον ίδιο και τον εαυτό μου και πως στο μέτωπο μου θα υπάρχει πάντα  εγχάρακτη η λέξη ‘αλήτης΄

Στη Θεσσαλονίκη μ έστειλε στο ελληνικό κολέγιο-γιατί δεν πλήρωνε επειδή ο ιδιοκτήτης του ήταν απ το χωριό του, αλλά έζησα μόνος μου σ ένα απίθανο υπόγειο της Μαρτίου μ έναν μεγαλύτερο μου φίλο σπουδαστή της Αρχιτεκτονικής κι αυτό το δέχθηκε ο πατέρας μου γιατί ο πατέρας του φίλου μου ήταν αξιωματικός και γιατί ήθελε να με ξεφορτωθεί απ το σπίτι μη τύχει και με σκοτώσει απ τα νεύρα του, και το αλκοολίκι του.

Η μητέρα μου δεν είχε άποψη για όλα αυτά επειδή συνέχιζε να τρώει ξύλο σχεδόν μέχρι τα γεράματα της.

Στο υπόγειο της Μαρτίου τη πέρασα ζάχαρη για δυό χρόνια επειδή ανήκε στην Αποστολική Διακονία κι έρχονταν μέρα-παραμέρα κάποιες μαλακισμένες  θεούσες και μας έφερναν και του πουλιού το γάλα επειδή ήμασταν έφηβοι μακριά δήθεν απ την οικογένεια κι αυτές το παίζαν ‘προστασία εκ Θεού’ κι εμείς παίζαμε εκπληκτική επιτυχία, το θεατρικό ‘φτωχά παιδιά και απροστάτευτα’.

Εφυγα στρατιώτης και δεν τους είπα ούτε ‘γεια’ [πατέρα-μητέρα]και ενώ ήταν δικτατορία καθόλου δεν με ένοιαζε ο Στρατός της Ελλάδας φρουρός γιατί δεν είχα μία και απολάμβανα να με κερνούν τσιγάρα οι έχοντες στους οποίους το έπαιζα και διανοούμενος τόσα βιβλία που είχα διαβάσει…Έβλεπα την όλη ιστορία σαν μια κατάσταση ημιαπελευθέρωσης σε μια μεγαλύτερη φυλακή, είχα καθαρίσει μ αυτό που λέγεται Οικογένεια, διάβαζα κι έγραφα και να σκεφτεί κάποιος πως είχα στα 20 μου πάρει 4 πανελλήνια βραβεία Ποίησης με χρήματα παρακαλώ, τα οποία κατέθετα στις λατρεμένες πουτάνες μου.

Όταν απολύθηκα, πείνασα για κάπου 4 μήνες αλλά μετά βρήκα περιστασιακές δουλειές και κατέληξα στο εργοστάσιο Λιπασμάτων και στα 24 μου ήμουν αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας.

Παντρεύτηκα σαν βλάκας και χώρισα μετά 17 χρόνια. Δούλεψα στη τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες κι έγραψα 10 βιβλία.

Δεν έχω σπίτι, πάντα νοικιάζω σε διαφορετικές περιοχές της πόλης κατά καιρούς.

Εχω όμως μια μηχανή μεγάλου κυβισμού γιατί θεωρώ πως είναι ύψιστο αγαθό να καβαλάς ένα σιδερένιο δίκυκλο που σου χαρίζει 148 άλογα κάτω απ τα αρχίδια σου και σε πηγαίνει μια εκδρομή κοντά στη θάλασσα όπου ακούς απ το mp3 όπερες και καπνίζεις, καπνίζεις, καπνίζεις…

Αυτό  θαρρώ πως είναι  το πραγματικό βιογραφικό μου, πέρα απ το γαμήσι, τα τσίπουρα-ανευ και τα μεταξωτά πουκάμισα που μου αρέσουν πολύ  καθώς και τα ψυχοαναληπτικά που τα παίρνω κατά καιρούς για μη σκοτώσω κάποιον που δεν μου αρέσει…

images (3)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καταφύγιο

Posted by vnottas στο 8 Δεκέμβριος, 2014

 Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

Ηλίας3

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victorias secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

τον  λαγό στιφάδο

τους λύκους στη Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

Ηλίας4

Οι ζωγραφιές είναι επίσης φτιαγμένες από τον Ήλία

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

Αλφαβητάριο

Posted by vnottas στο 30 Οκτώβριος, 2014

1

Ηλίας Κουτσούκος

Λόλα πάρε δυο μήλα  και φύγε

alfabhtario-3-inside-ct

Θέλω να γίνω χορτοφάγος  και δεν το μπορώ

μου αρέσουν τόσο πολύ τα γαμημένα κρέατα

κυρίως τα κοψίδια από αγριογούρουνα

-άλλωστε βλέπω ένα σωρό στους δρόμους κάθε μέρα-

Θέλω να γίνω χριστιανός και δεν μπορώ

βλέπω τον Αη-Γιώργη τον  δράκο να σκοτώνει

και φρικάρω

σιγά τα μάτια της ομορφονιάς που φύλαγε

ο φουκαράς ο δράκος

γιατί η πραγματική αλήθεια είναι

πως η βασιλοπούλα τον είχε pet  τον δράκο…

Θέλω να γίνω ιδεαλιστής και δεν μπορώ

γιατί ο κόσμος  δίπλα μου διαρκώς ξεχνά

το τι  σημαίνει Δεξιά -γαμώ τη μνήμη του-

Θέλω να γίνω οραματιστής

μα έχω γλαύκωμα παρέα

με  σύνδρομο της ματαιότητας στα μάτια

Θέλω να φύγω μα φοβάμαι

πως έχουν κλείσει όλους τους δρόμους για καλά

‘μέσα στων προαστίων το σούρουπο’

Θέλω να πέσω με τα μούτρα μες στον Ντοστογιέφσκι

θέλω να κλέψω το ‘παλτό’ του Γκόγκολ

να πιώ μέχρι σκασμού με τον Μπουκόβσκι

-αλλά τα τίναξε ο μπεκρούλιακας-

Θέλω να πάω  και στην Ύδρευση και  να μιλήσω

στον  Διευθύνοντα, θέλω στ αλήθεια να του πω

 ‘καλά είσαι τόσο μαλάκας  που πιστεύεις πως πρέπει

να πληρώνουμε για το νερό ..’

Θέλω να κάνω χίλια δυο

κι ούτε τα δυο δεν κάνω

Γι αυτό θα  αγοράσω  μήλα

να σε βρω στο δρόμο και να σου πω

‘πάρε δυο μήλα και φύγε

πάρε δυο μήλα Λόλα

πάρε δυο μήλα και φύγε’…

3


				

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Καημός ή Αχ, Ηλία μου, αχ…

Posted by vnottas στο 29 Αύγουστος, 2014

 β

Αχ……..

Ηλίας Κουτσούκος

 

Αχ αυτή η μαύρη πέτρα μέσα μου

που γύρω της γυρνούν-γυρνούν

όλοι οι μουσουλμάνοι του μυαλού μου…

Αχ το μπλε  φουστανάκι σου

όταν στους αστραγάλους  σου πέφτει υποταγμένο

Αχ τα ρυτιδιασμένα χέρια απ τους χρόνους

σαν χαλασμένο απ τον καιρό  ακορντεόν

Αχ οι σελίδες που διαβάζεις και δεν σου τελειώνουν

Αχ  το διαδίκτυο που μες στο δίχτυ του σε μπλέκει

ενώ δεκάδες χρόνια μόνος είσαι

Αχ  η καινή Διαθήκη πόσα κενά σου αφήνει

Αχ πως μετράς τα αχ με μια προπαίδεια που δεν αρκεί

όλο αφαιρέσεις που προσθέτουνε μηδέν

Αχ τα στήθη σου που γαμούν την άνοιξη

 όταν θέλουν να αντισταθούν στον μαύρο άνεμο

Αχ το ενδεικτικό σου όλο ‘λίαν καλώς’ χωρίς αντίκρισμα

Αχ το μυαλό σου όταν φτιάχνει εφιάλτες

ή όταν πλάθει όνειρα ανεκπλήρωτα…

Αχ οι χερσαίες δυνάμεις που κατακτούν

κι η αεροπορία που ύπουλα χτυπά

το ναυτικό που υποχωρεί

μέσα σε προπετάσματα καπνού…

Αχ η αδήλωτη εργασία κι ο έρωτας δίχως ένσημα

η βαρετή λύση της εξίσωσης κι η έρευνα για τον καρκίνο

που συνέχεια συνεχίζεται, συνεχίζεται, συνέχεια…

Αχ η μητέρα σου που σε προσέχει

κι ο πατέρας σου όταν αντιπαθεί τον αρραβωνιαστικό σου…

Αχ η μαρμελάδα από φράουλα

το κοτόπουλο με σάλτσα και το μαύρο ψωμί

Αχ τα παιδάκια στα φανάρια

κι ο φακός χωρίς μπαταρία στη διακοπή ρεύματος

Αχ τα μέσα έξω σου και τα έξω σου μέσα…

Αχ η Δημοκρατία που ξεψυχά

κι ο δικτάτορας που κοιτάζει τον καθρέπτη του

να  γράφει  ‘έσο έτοιμος’…

Αχ η Κοκκινοσκουφίτσα που δεν αγάπησε το λύκο

Αχ οι βλαμμένοι κυνηγοί

και τα χελιδόνια που φεύγουν

αχ αχ αχ

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Δεν αρκεί η γλώσσα

Posted by vnottas στο 12 Αύγουστος, 2014

 

α

Ηλίας Κουτσούκος

Δεν αρκεί η γλώσσα

*

Όχι δεν αρκεί η γλώσσα

για να πει τι κουβαλώ μες στο κεφάλι μου

π.χ.  δυο καλάμια για ψάρεμα

μια οδοντόβουρτσα

μια κολόνια «yardley»

μια βεβαίωση απ το Αστυνομικό Τμήμα  -του Ηλιακού μας Συστήματος-

ότι είμαι σταθερός κάτοικος της Γης…

ένα κρυφό «στο διάολο» που είπα στον πατέρα μου μικρούλης

το αριστερό μου χέρι κόκκαλο από το κρύο

κρατώντας το τιμόνι από ένα σαράβαλο ποδήλατο

στην ωριαία διαδρομή

πήγαινε-έλα στο γυμνάσιο

το χτυποκάρδι μήπως και πει εκείνη την πρώτη ώρα

ο γαμημένος θεολόγος το όνομα σου

Όχι δεν αρκεί η γλώσσα

για να πει πως γίνανε τα μεγάλα μαύρα μάτια σου

κόκκινα από το κλάμα

αφού ποτέ δεν θα βρισκόμασταν ξανά

Όχι δεν αρκεί ούτε στην βεβαιότητα

στο ένα και ένα ίσον δύο

το ναι και το όχι

το ίσως και το μπορεί

το ξέρω και δεν ξέρω

Δεν αρκεί στην εικόνα

του διπλωμένου ανθρώπου

που γονατίζει στο ελέησον με Κύριε

ή στο βρωμερό καθίκι

που υπογράφει μια υποθήκη

στο δυνάστη που γράφει «απορρίπτεται»

Όχι δεν αρκεί

για τους μεγάλους έρωτες

τα μισόκλειστα βλέφαρα

τα κλειστά από το θάνατο μάτια

το χαλασμένο μπουζί της καρδιάς σου

οι μπαταρίες σου μέσα στη θλίψη

το θερμόμετρο

η κρέμα σαντιγί

ο ζεστός καφές

το δωμάτιο με θέα

τα μακαρόνια με θαλασσινά

η πιστωτική που τέλειωσε

Ούτε βέβαια αρκεί

αν επικοινωνείς καλύτερα με τον σκύλο σου

από ένα μοντέρνο φιλόσοφο

που εξηγεί τα κόλπα της γλώσσας

το διαρκές ελλιπές μοριακό σου βάρος

δεν αρκεί ότι σου λείπει

ούτε η λύπη-παλλίροια

δεν αρκεί, δεν αρκεί, δεν αρκεί

σου λέω.

images (40)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

¨να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω…¨

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2014

Βιβλία στη κάψα του καλοκαιριού

Προτάσεις του Ηλία Κουτσούκου

 

1.  ‘να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω’

της Μαργκερίτε Χουμς

images (10)

 Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-ποταμό, 814 σελίδων, όπου η γερμανοτραφής συγγραφέας κάτω από φοβερή ψυχολογική πίεση στοιχειώνει τον μύθο της.

Μια γεροντοκόρη δασκάλα πιάνου που ζει πέντε δεκαετίες με τους γονείς της έξω από το Μόναχο, αποφασίζει να τους σκοτώσει και να τους θάψει στον κήπο με τη συμπαράσταση του εξηντάχρονου Αλγερίνου κηπουρού Μπεν-Αλί. Καταστρώνει το σχέδιο της με κάθε λεπτομέρεια πλην όμως την τελευταία στιγμή ο μελλοντικός εραστής της μετανιώνει γιατί αντιμετωπίζει πρόβλημα στον προστάτη κι αυτή του αποκόπτει μ ένα κλαδευτήρι τα γεννητικά του όργανα –ενώ αυτός κοιμάται- τα  οποία  και στέλνει με κούριερ στην πρεσβεία της Αλγερίας στο Βερολίνο..

 

2. ‘τι  θα σου μαγειρέψω απόψε αγαπημένη’

Του Νορβηγού συγγραφέα Ματέους Σλουγκεμπόργκ

αρχείο λήψης (1)

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται  στη σύγχρονη Νορβηγία όπου ένα ζευγάρι απ το Μπέργκεν που διατηρεί εστιατόριο σολομών, αποφασίζει να περάσει τις διακοπές του σε διαφορετικά φιόρδ της πανέμορφης χώρας. Ο Κερτ -μάγειρας στο επάγγελμα, 32 χρόνων- σ’ αυτές τις διακοπές έχει πάμπολλες εκπλήξεις για τη γυναίκα του Χανελόρε και μαγειρεύει για αυτή διαφορετικές σάλτσες με κρέατα που προέρχονται από κομμάτια δασοφυλάκων και μοναχικών ψαράδων των φιόρδ. Η Χανερόλε ζει το πιο όμορφο  καλοκαίρι της, το οποίο και καταγράφει κάθε βράδυ στο ημερολόγιο της…

 

‘Το ταχυδρομείο δεν πρόκειται να ανοίξει’

Εκπληκτική νουβέλα του άνεργου συγγραφέα Φρανσουά Εκπεσώ

images (11)

Ο πενηντάχρονος Γκιγιώμ Λιμιέρ παίρνει ένα επίσημο γράμμα απ τη Γενική Διεύθυνση των Ταχυδρομείων της Γαλλίας, όπου του ανακοινώνεται η απόλυσή του στα πλαίσια των περικοπών. Τότε βάζει μπρος στο σχέδιο του και με δυο τεράστια μπετόνια βενζίνης περιλούει μέρα-μεσημέρι το ταχυδρομείο της κωμόπολής του στο Αντρε-νου της Βρετάνης και καίει τρεις  υπαλλήλους, τέσσερις πελάτες και τον Διευθυντή…

Στη δίκη που ακολουθεί, ο εμπρηστής Γκιγιώμ βρίζει ασύστολα τον Δικαστή της έδρας, αποκαλύπτωντας
πως η γυναίκα του είναι λεσβία κι έχει πολύχρονη σχέση με τη γυναίκα του Διευθυντή του ταχυδρομείου.

 

‘Θαρχόμαστε  συνέχεια στο σπίτι σας’

 του Σομαλού συγγραφέα Αχμέτ αλ-μπεν- Λίλι

images (13)

Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα 617 σελίδων, όπου ο άγνωστος στο Ευρωπαικό κοινό Αχμέτ  αλ-μπεν  Λίλι από το Μογκαντίσου της Σομαλίας, εξηγεί με απίστευτο μίσος γιατί οι ισλαμιστές θα ταξιδεύουν συνεχώς και αενάως ως λαθρομετανάστες σε χώρες της Μεσογείου με στόχο να νοθεύσουν γεννητικά τον πληθυσμό της γηραιάς ηπείρου, ώστε οι ‘δυτικοί’ ν’ αποφασίσουν ν’ αλλάξουν πολιτική απέναντι στο Ισλάμ και να πάψουν να είναι τα γκαρσόνια  ή οι μπάτλερ των ΗΠΑ.

 

ΥΓ.  Αν βρείτε τα παραπάνω βιβλία για το καλοκαίρι, ας με πάρετε τηλέφωνο..

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τα σιτοχώραφα ως θέμα…

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2014

Yellow grain ready for harvest growing in a farm field

γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 

Τα σιτοχώραφα είναι ένα σπουδαίο θέμα γιατί μπορείς να κάνεις μια μεγάλη βόλτα μέσα τους την άνοιξη και αρχές του καλοκαιριού.

Αν φυσάει ακούς ένα περίεργο ήχο με αλλαγές λες και μιλούν άγγελοι μεταξύ τους.

Αν δεν φυσάει πάλι νομίζεις πως  κάποιος ψιθυρίζει δίπλα σου.

Ενώ βαδίζεις μέσα στα σιτοχώραφα ακούς μικρούλια τρωκτικά που κρύβονται βιαστικά στις φωλιές τους γιατί τα τρόμαξες με την παρουσία σου.

Τα σιτοχώραφα είναι τα πλέον κατάλληλα μέρη όπου μπορεί  να περπατήσει ένας άνθρωπος με μπαρουτιασμένο μυαλό, ένας με διπολικό σύνδρομο στο κεφάλι του ή μια ξεμυαλισμένη από έρωτα κοπέλα, ένας πιτσιρίκος που τον έδειραν οι συμμαθητές του στο επαρχιακό δημοτικό, ή ένας παππούς που αρνείται πεισματικά να παίξει τάβλι ή χαρτιά στο καφενείο του χωριού.

Σιτοχώραφα δεν υπάρχουν στη πλατεία Συντάγματος και γενικά στις μεγάλες πλατείες των  πόλεων κι αυτό -κατά τη γνώμη μου- είναι ένα τεράστιο εθνικό θέμα που δεν πρόκειται να λυθεί από τις Κυβερνήσεις διότι κανείς πρωθυπουργός δεν έχει κάνει βόλτα σε σιτοχώραφα μόνος του.

Campo-di-grano

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Έπεα ραντισμένα

Posted by vnottas στο 12 Ιουνίου, 2014

Ήτανε μέρα Κυριακή, μεσημεράκι. Σκόρπιες ξαφνικές ριπές ανέμου και το μπουρίνι έριχνε κουβάδες νερό (τον ένα πίσω από τον άλλο με ασυνεχή τρόπο) πάνω στις λαμαρίνες των δυο αυτοκινήτων που προσπαθούσαν να βγουν από τη Θεσσαλονίκη τραβώντας προς τα νότια. Μπροστά πήγαινε ο Ηλίας και η Μαρία. Ο Ηλίας είχε ξαναπάει στη παραθαλάσσια ταβέρνα με τη ¨σερβιτόρα που εξαφανίζεται πίσω απ την κουρτίνα¨ κι ήξερε το δρόμο. Πίσω εγώ οδηγώντας τσαλαβουτηχτά τον ¨Χοντρό¨ μαζί με τη Σόφη και τον Νίκο με την Ιωάννα, κοντά μας τις μέρες εκείνες. Όπου, που λέτε, φρενάρει ο Ηλίας   έξαφνα μπροστά μου δεξιά. Σταματάω κι εγώ παραπίσω και τον βλέπω να κατεβαίνει, να πλησιάζει το παράθυρο του συνοδηγού και να δίνει στον Νίκο χαρτί τυλιγμένο σε κύλινδρο και ασφαλισμένο με κόκκινη κορδέλα. Μετά τρέχοντας για να προφυλαχτεί από το κατεβατό επιστρέφει στο αμάξι του και βάζει μπρος.  Λίγο αργότερα φτάσαμε στη ¨σερβιτόρα¨ όπου μας περίμεναν ο Φάνης και η Μαρία. Καθησαμε έξω, η μπόρα σταμάτησε και το τσίπουρο ήταν καλό.

Το χαρτί έγραφε τα εξής:

2822D

Αλλάχ ου ακμπάρ…

Επειδή είμαι ηττημένος κατά κράτος

οριζοντίως και καθέτως

επί δεκαετίες οργισμένος είμαι.

Κάποιες νύχτες

όταν το μίσος κάνει κόκκινο το μυαλό μου

για εντελώς συγκεχυμένους λόγους

βγαίνω έξω μ ένα σπουδαίο

κοφτερό κυρτό μαχαίρι

και σφάζω λάστιχα ακριβών αυτοκινήτων

ή μια γραμμή τραβάω

από τη μία άκρη ως την άλλη

της τσίλικης μοντέρνας λαμαρίνας…

Ω τι ωραία που είναι

να σκέφτομαι την άλλη μέρα

τον καθώς-πρέπει κύριο

που θ’ αντικρύσει το τέλειο  κωλάμαξο του

σημαδεμένο με βαθιές γραμμές…

Και χέστηκα για αυτούς που βρίσκουν

αυτή τη πράξη βάρβαρη ή κομπλεξική.

Εξάλλου πάντα ήμουνα κομπλεξικός από μικρός

πιστεύοντας πως είμαι λύκος

και κάθε που ερχότανε πανσέληνος

ήθελα να ουρλιάζω σ’ ένα πατέρα που δεν έχω

γιατί εξαφανίστηκε σε κάποια νεφελώματα

του σύμπαντος

που δεν μπορεί ούτε ο Χαμπλ να δει

ούτε το τηλεσκόπιο Αρεσίμπο…

Μονάχος είμαι

και έχω μέσα μου δεκάδες άλλους

που το κουμάντο κάνει ένας Αραβας

μ’  ένα καμπυλωτό δαμασκηνό σπαθί.

τον έχω δει να κατασφάζει τους αγγέλους μου

τον έχω δει αγριεμένο να μου φωνάζει ‘βούλωστο’

Όμως όταν γυρνώ τις νύχτες

απ’ τους βανδαλισμούς των ακριβών αυτοκινήτων

κάθεται ήρεμος, χαιδεύει τη γενειάδα του

χαμογελάει και μου λέει

‘Αλλάχ ου ακμπάρ…’

ΥΓ Αν είναι αλήθεια ότι τα καλλιτεχνικά μηνύματα ολοκληρώνουν την διαδρομή τους ανοικτά στις υποκειμενικές/προσωπικές αποκωδικοποιήσεις του καθε  ¨αναγνώστη¨, τότε το παραπάνω έξοχο ποίημα του Ηλία Κουτσούκου,  θα ανακαλεί  (μαζί με άλλα που τα κρατάω για μένα) λόγια ραντισμένα από χοντρές ψιχάλες βροχής με γεύση τσίπουρου, καθώς και την ανάμνηση μιας εφηβικής συλλογής καμωμένης από (αποκολλημένα) σήματα αυτοκινήτων.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Οι φίλοι μου, γράφουν… (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2014

Ο Ηλίας για τον περιπλανώμενο βρικόλακα

images (40)

Ηλίας Κουτσούκος

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΒΡΙΚΟΛΑΚΑ

 

Έτσι κατάντησα να γυρνώ

τις νύχτες που δραπετεύω

απ το αστικό μου άσυλο στις τρεις της νύχτας

κι αρχίζω το σώμα μου να περιφέρω σε στενά

με ξενικά ονόματα

οδοί Παβέζε, Χεμινγουέη, Μονρόε

Κέσλερ, Σίντμπεργκ, Φροστ και άλλα.

Μπαίνω σε μπαρ που πίνουν μπύρες

δίποδα με περιβραχιόνια-αγκύλες-

και σ άλλα που μπορείς να παραγγείλεις

μόνο μολότοφ με αψέντι ή χειροβομβίδες

ξυράφια ή στιλέτα margarita…

Ακούγεται διαρκώς μια μουσική

Βάγκνερ, Μάλερ , Ντβόζαρκ…

και συναντώ επίσης σε διάφορες γωνιές

γριές ξεδοντιασμένες που τραγουδούν

τραγούδια παιδικά, του στυλ

‘περνά-περνά η μέλισσα’

ή  ‘φεγγαράκι μου λαμπρό’

και περπατώ χαμογελώντας δίχως λόγο

-κανένας δεν με βλέπει-

Μονάχα ένας, σινιάλο κάνει

φορώντας ένα κόκκινο καπέλο…

Τον πλησιάζω, του μιλώ, έχω χαθεί’ του λέω.

Μου απαντά μ’ ευγένεια

λέγεται Ίταλο Καλβίνο

και με ενημερώνει πως βρίσκομαι

σε συνεχές ταξίδι επί αοράτων πόλεων

με συμβουλεύει με χαμόγελο

να μη τρομάζω και να μην περίεργα αντιδρώ

στο τέλος-μου εξηγεί-

‘θα επιστρέψεις σαν καλό παιδί

στο κρεβατάκι σου

και το πρωί θα σηκωθείς περδίκι

τουτέστιν δηλαδή, δεν θα θυμάσαι τίποτα..’

μόνο αυτό μπορώ να πω,

γαμώ τον Φρόυντ

κι όλα  τα πάθη της ψυχής…

images (44)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Περπατώντας στην παραλία

Posted by vnottas στο 6 Φεβρουαρίου, 2014

 κερί

Ηλίας Κουτσούκος Λεωφόρος baypass….

Ο Ηλίας πήγε στην παραλία, είδε τους περιπατητές κι έγραψε ένα ποίημα γι αυτούς. Σε τρίτο πληθυντικό πρόσωπο. Εγώ είδα το ποίημα και μου ’ρθε να το διαβάσω σε πρώτο ενικό. Έτσι, για να δω αν τ’ αντέχω! Ο Ηλίας είμαι σίγουρος πως θα μου συγχωρέσει την μετατροπή…

images (4)

Περπατώ  βιαστικά κοιτώντας μπροστά,

δίπλα στο νερό μ’ ένα ρυθμό περίεργο, του στυλ

ούτε βολτάρω ούτε θα συναντήσω κάποιον,

αλλά πηγαίνω τα χιλιόμετρα μου, όπως μου  είπε ο γιατρός.

Έτσι βαδίζω βιαστικά

Οι σκέψεις είναι σε απαγόρευση και το κεφάλι άδειο

ούτε οι όμορφες που ήθελαν  και φύγαν

ούτε οι μέτριες που μείναν να με  γονατίσουν

ούτε ο βλάκας πάνω μου στη δουλειά

ούτε κυρίως πως καλύτερα θα ήταν, να ήμουν άλλος…

Όλες οι ήττες σε απαγόρευση

παρά μονάχα η επιθυμία

να κάψω  κι άλλες ώρες ζωντανός

σ’  αυτό το playstation της ζωής εν γένει

είμαι ο packman

που τους τρώει όλους.

Κι όλο βαδίζω

από το Μέγαρο της Μουσικής ίσα με το λιμάνι

κι όταν γυρίζω σπίτι ακούγεται μια φράση

που δεν απαντιέται ‘καλέ μου γύρισες…’

Όμως το ξέρω καλά

πως είναι ο γυρισμός μου

εντελώς αναίτιος πλην όμως απαραίτητος

μέχρι την τελευταία βάρδια  του βηματοδότη

μέχρι εκεί που την κατάσταση ελέγχει  πια η Αρρυθμία

κι οι βόλτες θα συνεχιστούν στα πάρκα του επέκεινα

και σ’  άλλες παραλίες…

ή  σε κοιλάδες σκοτεινές χωρίς το πρόβλημα

πώς να διαχειριστώ το είναι μου, στο βάδην της απώλειας

και πως το τίποτά μου  σε θερμίδες θα μετρήσω….

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Όταν μου λείπει η Έμπνευση Δεν ξέρω τι να κάνω…

Posted by vnottas στο 1 Σεπτεμβρίου, 2013

Ωραίος, πρόσφατος Ηλίας Κουτσούκος

Pioggia_thumb1

Όταν μου λείπει η Εμπνευση Δεν ξέρω τι να κάνω…

Τώρα είναι που Δεν ξέρω τι να κάνω

Κάθομαι και καπνίζω σαν αράπης

δυο λεύγες παραπέρα από μένα…

Κοιτάζω δήθεν σιτοχώραφα ανύπαρκτα με μπόλικη σοδειά

Πιάνει να βρέχει όπως πρέπει ασταμάτητα

με αστραπές βροντές και φωτορυθμικά

λες κι έχει ο Χριστός γενέθλια σε ντίσκο…

Θα πιούμε του σκασμού

μπορεί και ν’ απαγγείλω Πούσκιν στο πρωτότυπο

που να γουστάρουν σαν τρελές οι γκόμενες-ελίτ

να κλείνουν λιγωμένες τα ματόκλαδά τους

κι ύστερα να τις παρατάω στα κρύα του λουτρού – έτσι μου έλεγε

η μανούλα μου πως χύνω πάντα τη καρδάρα με το γάλα –

Φτιάχνω θεατρικά των δυο λεπτών

Τουτέστιν, αίφνης μπαίνει στο σκηνικό Βαλκάνιος αλήτης

στο λόμπι του Astoria και λέει με στεντόρεια φωνή

‘μουνάκια Αμερικάνοι θα πεθάνετε…’

Όμως στο τέλος δεν τραβώ πιστόλι, παρά τους λέω

‘πλάκα σας έκανα και άντε γεια κωλόφλωροι’…

Όταν μου λείπει  η Εμπνευση Δεν ξέρω τι να κάνω..

 

images (1)

… και μια (παρορμητική) ανάγνωση

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Στα απρόβλεπτα μονοπάτια του έρωτα…

Posted by vnottas στο 5 Μαρτίου, 2013

 παρ122

 Και να που απρόοπτα τίθεται επί τάπητος θέμα: Στα απρόβλεπτα μονοπάτια του έρωτα τι είναι χειρότερο να σου συμβεί; Μια αγάπη ανολοκλήρωτη ή μια αγάπη χωρίς ανταπόκριση; Χειρότερη είναι μια αγάπη χωρίς ανταπόκριση, τείνω να υποστηρίξω εγώ. Άρνηση, απόρριψη: κακές κουβέντες, πληγώνουν ανεπανόρθωτα. Ενώ μια αγάπη που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί επειδή το περιβάλλον ή η μοίρα το αρνιέται πεισματικά, διαθέτει ακέραιες έγχρωμες ελπίδες και ονειρικές προβολές στο έτσι κι αλλιώς άδηλο και αδιερεύνητο ¨παραπέρα¨. Κι ο Ηλίας, κυνικός στην πανοπλία και τρυφερά ρομαντικός από κάτω μάλλον έχει κατά βάθος την ίδια άποψη (λέω εγώ τώρα, -και ο Νίκος που ήταν εδώ αυτές τις μέρες, συμφωνεί μαζί μου). Απόδειξη το ποίημά του που σας παραθέτω παρακάτω, όπου ο Έρωτας, ομολογημένα παρών, έχει εμπόδια: όχι ταξικά (όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες), όχι κάστας (όπως στον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα), όχι απόστασης και εκδίκησης (όπως εκείνος του  Έντμοντ Νταντές και της Μερσέντες του στον Κόμη Μοντεκρίστο), αλλά άλλα, γενετικά θα έλεγα, όμως αυτό δεν εμποδίζει το ποίημα να απογειώνεται και να τελειώνει με μια διαπίστωση ανταπόκρισης, άρα μια μικρή υπόσχεση υπέρβασης και απόδρασης  (στον κατ’ εξοχήν ερωτικό χώρο της μαγείας και της φαντασίας) Δείτε το: 

*

Μαύρο  χαβιάρι… στα Ηνωμένα Βουστάσια

Ηλίας Κουτσούκος 

*

Δουλεύω χρόνια στα Ηνωμένα Βουστάσια

ταΐζω, καθαρίζω, προσέχω

μοσχάρια, γελάδες, γουρούνια ,

βάζω σανό, ρίχνω πίτουρα, φτυαρίζω κοπριές

γενικά, σκατά καθαρίζω και συνέχεια ακούω

‘Δημητράκη κι από δω, Δημητράκη κι από κεί

κι άλλες καρπουζόφλουδες  Δημητράκη..’

Όμως εμένα το μυαλό μου είναι απέναντι,

εκεί που συνορεύει ετούτο το βουστάσιο

μ’ ένα ιπποφορβείο και κάθε απόγευμα αργά

βγαίνει για βόλτα

μια φοράδα μαύρη

που την φωνάζουν ‘black kaviar’.

Στο φράχτη κάθομαι και τη κοιτάω

έτσι περήφανη που ανεμίζει η χαίτη

γύρω απ το μακρύ λαιμό της

και πως σηκώνεται στα μπροστινά της πόδια

βγάζοντας στον αέρα χνώτο δυνατό

σαν αναστεναγμό  του ανέμου επάνω από χωράφια του Απρίλη…

Με βλέπει που τη βλέπω και σκέφτομαι πως σκέφτεται

‘νάτος ο Δημητράκης από δίπλα που καθαρίζει τα σκατά..’

και τότε μούρχεται να κλάψω

γιατί μονάχα

τις δικές της κοπριές θάθελα να καθάριζα….

και κείνη το καταλαβαίνει.

Έρχεται προς το μέρος μου

τα γόνατά μου λύνονται

καθώς κοιτάζω τη μαύρη θάλασσα πούχει το βλέμμα της

καθώς το χέρι μου απλώνω πάνω απ’ το φράχτη

και τη χαιδεύω ανάμεσα στα δυό της μάτια…

Σκύβει εκείνη το κεφάλι της

και το αριστερό της πόδι ξύνει με δύναμη το χώμα

κι ύστερα μ’ ένα δυνατό χλιμίντρισμα σαν ‘γεια σου’

γυρνάει πίσω και καλπάζει

Το χώμα που έξυσε κοιτάζω

και σαν να βλέπω το όνομά μου ‘Δημητράκης’

πως έχει χαραγμένο….


images (18)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | 2 Σχόλια »

Φύλλα του χαλκοπράσινου

Posted by vnottas στο 14 Φεβρουαρίου, 2013

Ήταν προχτές. Ο Ηλίας και η Μαρία με τα μαλλιά στο χρώμα του χαλκού, είχαν φορέσει τα κράνη τους, είχαν ιππεύσει τη 1200άρα στρίγκλα τους και είχαν ανηφορίσει στη πάνω Πόλη, να τα πούμε. Είχαμε τσίπουρο και κρασάκι και η Σόφη είχε σκαρώσει την μακαρονάδα των αγανακτισμένων καρβουνιάρηδων. Και τα ήπιαμε. Και ο Ηλίας έλεγε πως η νοσταλγία κατά κάποιο τρόπο δεν τον αφορά, και ρωτούσε εμένα τι κυρίως νοσταλγώ από τις χώρες του πέρα και του τότε. Και εγώ του έλεγα: τις επιθυμίες! Κι εκείνος έκανε ότι δεν καταλαβαίνει. Και οι γυναίκες κοίταγαν με τρόπο που υποδήλωνε ότι θα έπρεπε να φανεί ως κατανόηση. Και αφού είπαμε πολλά, την άλλη μέρα ο Ηλίας μου έστειλε τους (εκπληκτικούς και αδημοσίευτους) στίχους του που ακολουθούν… (πείτε μου τώρα εσείς…)

 images (15)

Φύλλα του χαλκοπράσινου μέσα μου

από δάση που περπάτησα μικρούλης

χωρίς διόλου να φοβάμαι

μέσα σε όνειρα πως ήμουν άλλος

και δήθεν έφευγα σε χώρες μαγικές

όπου φυσούσαν άνεμοι ασημένιοι και μιναρέδες είχανε

φτιαγμένους από κατακόκκινα φιλιά

 

Φύλλα πεσμένα που σας βλέπω

που προσπαθείτε με απόγνωση

στο γκρίζο μίζερων πεζοδρομίων

να δώσετε ελεημοσύνη μάταια,

αχ, νάσασταν ιπτάμενα χαλιά,

αντί να σας μαζεύουν το πρωί

εργάτριες του δήμου με φραπέ στο χέρι…

 

Πώς πέφτετε ξερά γαμώ τη τύχη μου;

ε, πώς;

 

Μου λέτε δήθεν

 να περιμένω κι άλλη άνοιξη

αφού σας το ‘χω πει χίλιες φορές:

τίποτα δεν ανοίγει μπρος μου, τόσες Άνοιξες,

κι οι άλλοι γύρω μου έχουν παραιτηθεί.

 

Περίμενε, περίμενε, περίμενε

κοντεύω να γεράσω εξήντα χρόνια τώρα

με κοντό παντελονάκι και στα γόνατα πληγές

και να το παίζω πως μεγάλωσα

 

Πότε θα ’ρθει αυτός ο άνεμος

να με σκορπίσει σαν και σας,

ε πότε;

Κρυφτό να παίξουμε, κυνηγητό,

κλέφτες και αστυνόμοι,

Πότε στους ασημένιους μιναρέδες με τα κατακόκκινα φιλιά

πότε θα φτάσω;

ας μου πείτε….

images (14)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κατόπιν ρίχνουμε λάδι αδικημένων δίχως λόγο…

Posted by vnottas στο 9 Φεβρουαρίου, 2013

 (κι άλλος Ηλίας Κουτσούκος – εδώ σε μαγειρική έξαρση)

ricettario

Συνταγή με μοσχάρι στο φούρνο…

 Παίρνουμε 2 λίβρες κρέας πολιτών – που έτσι κι αλλιώς μοσχάρια είναι – φέτες λεπτές τους κόβουμε με τη λεπίδα σαν ξυράφι μαχαιριού που ‘χει γραμμένο στη λαβή του ‘1789’ [να μη ξεχνιόμαστε]…

Κατόπιν ρίχνουμε λάδι αδικημένων δίχως λόγο, που ‘χει οξύτητα μηδέν  και βάζουμε μπαχαρικά στο κρέας, πιπέρι Ινδίας καυτερό απ τη Μομπάλ  που τύφλωσε η πολυεθνική της μπαταρίας γύρω στους 100.000 φουκαράδες, μπούκοβο απ το Βούκαβαρ που σφάξανε πολλούς αθώους μόλις πριν λίγα χρόνια ήταν, αλείφουμε το κρέας με μια καυτερή κετσάπ φτιαγμένη από μολότοφ που παρασκευάσθηκε για δήθεν ‘άνδρες’ της εννόμου Τάξεως και δίπλα βάζουμε πατάτες προλετάριους λίγο χοντροκομμένες – γιατί τέτοιοι οι προλετάριοι είναι αφού τη φάγανε  απ τους ενδιάμεσους αστούς στην Ιστορία -κι ύστερα ανοίγουμε το φούρνο στα 200.

Αφήνουμε να κάψει γι ένα εικοσάλεπτο – όσο χρειάζεται μια επιχείρηση τρομοκρατίας σ’ ένα χώρο μαζικό – και βάζουμε το κρέας να ψηθεί δυο ώρες….

Μόλις κτυπήσει καμπανάκι – ότι ψήθηκε – το αφήνουμε και άλλες δέκα ώρες, ώστε να γίνει κάρβουνο και να μη τρώγεται με τίποτα, γιατί τέτοια μαλακισμένη είναι η συνταγή, όπως αρμόζει σε αυτούς που το πιστεύουν πως γίνεται γκουρμέ αυτός ο κόσμος…

αρχείο λήψης (1)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Όπου στους κάμπους της Κριμαίας μαζεύεται το Ιππικό της Ομορφιάς

Posted by vnottas στο 7 Φεβρουαρίου, 2013

(εξαιρετικός Ηλίας Κουτσούκος σε μεγάλη φόρμα)

ceb7cebbceb9ceb1cf83-cebacebfcf85cf84cf83cebfcf85cebacebfcf83

amazone_couleurs_cheval_bleu

Το Ιππικό της Ομορφιάς από τους κάμπους της Κριμαίας..

[ μικρό και υποθετικό  θα έλεγα, συμβάν]

 

Όπου στους κάμπους της Κριμαίας

μαζεύεται το Ιππικό της Ομορφιάς.

Στ’ αριστερά λεπτές με λυπημένο βλέμμα Μολδαβές,

στο κέντρο λυγερόκορμες και άγριες Ρωσίδες

και από τα δεξιά, αμετανόητες στον πόθο Ουκρανές.

Μόλις το σύνθημα φωνάζει μια Μοσχοβίτισσα θεά

ορμούν ακάθεκτες μπροστά με γυμνωμένα ξίφη

κι ως δια μαγείας   -άλλωστε πως θα ήταν ποίημα..-

βρίσκονται στη γωνία Παύλου Μελά και Τσιμισκή

και με ταχύ γκαλόπ παίρνουν κεφάλια από αστούς

που σταματήσανε μέσα στον πανικό τα αυτοκίνητα τους.

Θερίζουν απ τη μέση τα κορμιά ανέραστων ανδρών

ανοίγουνε καπό  και ελευθερώνουνε τα άλλα τα ‘άλογα’

που ενώνονται μαζί τους τρισευτυχισμένα..

Σταυροκοπιούνται γέροι και γριές

που δεν γνωρίσανε ποτέ τους οργασμό ζωής,

προσεύχονται στη Παναγιά καλόγριες,

ενώ τους φεύγει το τσερβέλο μες στα αίματα.

Είναι ακριβώς εκείνη η υπέροχη στιγμή

που λέει δήθεν ο σοφός λαός… ‘γίνεται της πουτάνας..’

Και μια ξανθιά πανέμορφη,

που  αμανάτι έχει μείνει  από διαδήλωση αναρχικών,

φωνάζει με τον τηλεβόα της μ’ όλη της τη φωνή

‘από αυτό το πατατράκ

κανείς σας δεν γλυτώνει

μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι..’

Και δώσ’ του τα κεφάλια να σκορπίζονται

μέχρι το Ιππικό της Ομορφιάς να φτάσει στον Βαρδάρη,

όπου και εξαφανίζεται στον γαμημένο χωροχρόνο….

Όπως ήρθε.

amazone

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »