Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Ηλιούπολη Αττικής’

Μια φωτογραφία που μάλλον έχασα

Posted by vnottas στο 17 Ιανουαρίου, 2014

(Κάποτε στην Ηλιούπολη Αττικής)

eikona1

 Η μικρή παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία πρέπει να υπάρχει ακόμη κάπου. Ίσως στο πατρικό σπίτι, ίσως ανακατεμένη μ’ εκείνες που συντηρεί κατ’ αποκλειστικότητα το μικρό μου αδελφάκι, στην Αθήνα.

Στην φωτογραφία, αν τα θυμάμαι σωστά, ένα μικρό μέρος καταλαμβάνω εγώ, τόσος δα, και κρατάω μια  ανθοδέσμη. Μιλάμε για τη δεκαετία του πενήντα, πρέπει να είμαι στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Τριγύρω διάφοροι τύποι της εποχής: Μεγάλοι κύριοι, κουστουμάτοι, με τα παντελόνια φαρδιά και τις ζώνες ψηλά στη μέση, μεγάλες κυρίες ταγιεράτες και καπελοφόρες.

Πέρα από την ομάδα των καλοντυμένων, δε θυμάμαι αν φαινόταν στο φωτογραφικό πλάνο, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι στο τοπίο κυριαρχούσε, η προαστιακή σχεδόν-ερημιά: εδώ κι εκεί τα μονόπατα, άντε δίπατα σπιτάκια, και τριγύρω άφθονα οικόπεδα-χωράφια. Όμως, κι ας μη το ξέραμε τότε (έξι χιλιόμετρα από την Ομόνοια),  η Αθήνα ήδη κόχλαζε και εγκυμονούσε: όπου να ’ναι από τις αγκυλόμορφες (αλλά πανάσχημες) σιδερένιες ¨αναμονές¨ θα ξεπετάγονταν πανωσηκώματα, υπερβάσεις και  λοιπές εξαμβλωματικές αυθαιρεσίες.

Μία ψηλή κυρία, στη μέση της φωτογραφίας σκύβει να πάρει τα λουλούδια και χαμογελά στον πιτσιρικά-εμένα, ο οποίος (πιτσιρικάς-εγώ) ντρέπεται λίγο, αλλά έχει αποφασίσει να τα βγάλει πέρα. Άλλωστε το καθήκον/ειδική αποστολή που μου έχει ανατεθεί δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Δεν έχει απαγγελία ούτε λόγια να τα θυμάσαι απ’ έξω. Το μόνο που μου είπανε είναι να παραδώσω τα άνθη στην ψηλή κυρία. Τα λόγια θα τα ‘λεγε, ή τα είχε ήδη πει -δεν θυμάμαι, ο κύριος Επίσημος.

assets_LARGE_t_1463_1284994

Εγώ βρίσκομαι εκεί γιατί οι γονείς μου, και οι δύο, συμμετέχουν στα τοπικά κοινά, πάντα με την αντιπολίτευση, που μετά την εμφύλια αιματηρή ταραχή προσπαθεί κουτσά στραβά να ανασυγκροτηθεί. Εμένα αυτές οι συλλογικές ιστορίες μου αρέσουν και μπλέκομαι ευχαρίστως στα πόδια τους χωρίς να με νοιάζει πολύ που κατά κανόνα χάνουμε. Οι εκλογές, για παράδειγμα, μου φαίνονται πανηγύρι: οι μεγάλοι σε έξαψη κι εγώ μαζί να ξενυχτάμε για να καταγράψουμε και να αθροίσουμε (στην πίσω όψη ψηφοδελτίων που περίσσεψαν) τα αποτελέσματα που ξεφουρνίζει κάθε τόσο σε δυσκοίλια καθαρεύουσα το Εθνικόν Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, Πρώτον Πρόγραμμα.

Εν πάση περιπτώσει, που και που υπάρχει και κάποια μικρή νίκη: κάποια πρόταση που περνάει στο συμβούλιο της κοινότητας, κάποιος δρόμος που ασφαλτοστρώνεται, μια στάση παραπέρα για το Λεωφορείο. Ή ακόμη, κάποια πλατεία να παίρνει ένα όνομα  της προκοπής, κάποιου που να τ’ αξίζει.

Το Πρώτο Δημοτικό Σχολείο όπου φοιτώ στις πρώτες τάξεις, είναι μακριά από το σπίτι. Ένα χιλιόμετρο και κάτι ανηφόρα (στον πηγαιμό) και δύο ρέματα ανεβοκατέβασμα. Πάντως, αν και ο τόπος είναι ακόμη αδιαμόρφωτος και αγροτικός, εδώ είναι μία από τις σπάνιες περιοχές της Αττικής όπου οι συγκυρίες έχουν επιτρέψει την σύνταξη ενός ρυμοτομικού σχεδίου. Άρα, διαθέτει δρόμους και πλατείες, μη ορατές δια γυμνού οφθαλμού, αλλά σαφώς τοπογραφημένες στο εν λόγω σχέδιο. Απέναντι από το Πρώτο Δημοτικό έχει προβλεφτεί μια τέτοια μεγάλη πλατεία.

αρχείο λήψης

Να ’μαι λοιπόν στα βαφτίσια της πλατείας, ανάμεσα στα πόδια των μεγάλων, με την ανθοδέσμη αγκαλιά  και την ψηλή κυρία (εμένα μου φαίνεται θεόρατη) να γέρνει προς τη μεριά μου. Ευτυχώς δε με τσιμπάει στο μάγουλο, πράγμα που αποτελεί μια από τις πιο ενοχλητικές συνήθειες των μεγάλων της εποχής, αλλά μου χαμογελάει!

Χαμογελάω επίσης κι εγώ και παραδίδω τα άνθη.

Όμως η κυρία δεν είναι το κυρίως τιμώμενο πρόσωπο. Το κατ’ εξοχήν τιμώμενο πρόσωπο, εκείνο που θα δώσει το όνομά του την πλατεία στέκεται εκεί δίπλα και προσπαθεί, μέσω διερμηνέως, να καταλάβει τα καλά λόγια που του αφιερώνουν οι ρήτορες κατά τη διάρκεια της τελετής.

Ο δωρητής του ονόματος της πλατείας δεν είναι στρατηλάτης, δεν είναι πολιτικός, δεν είναι καν καλλιτέχνης. Είναι εφευρέτης! Το έχουμε ήδη μάθει στο σχολείο και μοιάζει ακριβώς με αυτό που μάθαμε: ένας εφευρέτης ευεργέτης!

Είναι ηλικιωμένος, ασπρομάλλης και το μόνο στράτευμα που του ανήκει είναι ένα άγημα ενισχυμένων αντισωμάτων που ανακάλυψε κρυμμένο σε κάτι μούχλες (όπως μας διευκρίνισε η κυρία Ζωή, η δασκάλα μας, βιολίστρια, φίλη της μητέρας μου και κάπως σαν την κυρία Μιμ του Ντίσνεϊ)

Παραδίδω τα άνθη, κάνω μεταβολή και προκειμένου να αποφύγω τυχόν τσιμπήματα στο μάγουλο την κάνω διακριτικά. Δε θυμάμαι αν πήγα να παίξω ή να διαβάσω απαγορευμένη λογοτεχνία (¨Μικρό Ήρωα¨)

Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που συνάντησα τον Αλέξανδρο Φλέμιγκ. Την Αμαλία Φλέμιγκ θα τη συναντούσα ακόμη μία φορά καμιά εικοσαριά χρόνια αργότερα.

Βασίλης 4

(συνεχίζεται…)

Υστερόγραφο: Μπορεί να μη βρήκα (ακόμη) τη φωτογραφία για την οποία σας μιλάω παραπάνω, ψάχνοντας όμως  βρήκα μια επίσημη αναμνηστική φωτογραφία από το τέλος της τελετής. Βρίσκεται αναδημοσιευμένη στον επετειακό τόμο (Ηλιούπολη: Σελίδες Ιστορίας) που εξέδωσε ο Δήμος το 2006 

1Φλεμ

Σε κάποιες σελίδες του ίδιου τόμου βρήκα απεικονισμένο τον πατέρα μου Θανάση Νόττα: πρώτος αριστερά στην πρώτη (προεκλογική συγκέντρωση σε καφενείο της Κάτω Ηλιούπολης) και όρθιος τρίτος από τα δεξιά στη δεύτερη. Πρέπει να ήταν τότε 34 χρονών.

Θαν Ν

1Φλεμ2

Posted in ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μονόλογος

Posted by vnottas στο 15 Δεκεμβρίου, 2012

15

Γεννήθηκα σ’ ένα προάστιο.

Όχι βέβαια σαν κι αυτά που ξέρετε σήμερα. Πιο πολύ έμοιαζε με εξοχή κοντά στην πόλη. Δηλαδή ¨εξοχή¨ είναι μια κουβέντα. Ύπαιθρος, ταιριάζει καλύτερα. Ύπαιθρος που αρχίζει, αργά και βασανιστικά, να πήζει σε πόλη. Κάπως έτσι.

Από τη μια μεριά το βουνό. Αρχαίο. Στρογγυλεμένο. Με δάσος άκαφτο να κρέμεται στις βατές πλαγιές του και με προφήτη Ηλία σκαρφαλωμένο στο πρέπον υψόμετρο, να εποπτεύει όλο το χρόνο τις εξελίξεις στα πεδινά  και να πανηγυρίζει κάθε Ιούλιο.

Από την άλλη η θάλασσα. Ορατή. Σε απόσταση περίπου μια ώρα και κάτι παιδικό ποδαρόδρομο, αλλά ανήκουσα σε άλλο δήμο, παραλιακό.

Ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα, στα όρια των δύο δήμων, περιώνυμη οδική αρτηρία, ασφαλτοστρωμένη αλλά όχι ιδιαίτερα φαρδιά τότε, ερχόταν από τις νοτιοανατολικές παραλίες και οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο κέντρο της πόλης.

Κατά τα άλλα χωματόδρομοι, σπίτια από τούβλο – ένα ή δύο το πολύ πατώματα, λίγα πέτρινα εδώ κι εκεί και καμιά πλίθινη καλύβα απ τον καιρό που εδώ ήταν αγροί.

Τριγύρω άχτιστα οικόπεδα, αλάνες, χώμα στο χρώμα της ώχρας, σκόρπια δέντρα (πεύκα, κυπαρίσσια, συκιές, μουριές, καμιά αγριελιά, καμιά αυτοφυής πασχαλιά να ροδίζει) και αγριόχορτα. Την άνοιξη αγριολούλουδα, κατακόκκινες παπαρούνες και πλατώματα ολόκληρα γεμάτα με μαργαρίτες, κίτρινες και άσπρες. Χρώματα κι αρώματα.

Το καλοκαίρι τ’ αγριόχορτα ξεραίνονταν και τα καίγαμε, έτσι, για παιχνίδι, εμείς οι πιτσιρικάδες. Κανένας δεν το απαγόρευε, κανένας μεγάλος δεν ανησυχούσε που παίζαμε με τη φωτιά. Έδειχναν σα να χαίρονταν κι αυτοί, καθώς οι αραιοκατοικημένες σκοτεινές γειτονιές  άστραφταν από φιδωτές φλόγες τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες.

Έτσι κι αλλιώς, του Άη Γιάννη ανήμερα, 24 του Ιούνη – θερινό ηλιοστάσιο, ντάλα καλοκαίρι -, τις φωτιές τις έστηναν κι οι ίδιοι οι μεγάλοι. Ήταν ο Κλήδονας ο περίφημος, που τότε δεν τον πολυκαταλάβαινα. Έβλεπα να ενδιαφέρονται πιο πολύ γι αυτόν τα κορίτσια και μάλιστα τα πιο μεγάλα και να σιγοψιθυρίζουν και να χασκογελάνε, και δωσ ’ του πήδημα πάνω απ’ τη φωτιά, που τώρα ήταν μεγάλη και φουντωτή, καταμεσής στο δρόμο.

[Τότε τα εθνολογικά και τα παραδοσιακά δε με ενδιέφεραν ιδιαίτερα και τον Σεφέρη δεν τον ήξερα ακόμη:

Τα μονοκοτυλήδονα
και τα δικοτυλήδονα
ανθίζανε στον κάμπο
σου το ‘χαν πει στον κλήδονα
και σμίξαμε φιλήδονα
τα χείλη μας, Μαλάμω

 Ναι, Μαλάμω. Τότε τα κορίτσια τα φώναζαν ακόμη Μαλάμω, και Αστέρω, και Χάιδω βεβαίως – βεβαίως, αλλά τα αστικά υποκοριστικά είχαν ήδη αρχίσει να ξωπετάνε τα αρχαιοπρεπή και τα βουκολικά με κατάληξη σε ωμέγα. Τα αστικά χαϊδευτικά της εποχής ήταν δισύλλαβα και στρογγυλά: Βούλα, Κούλα, Μπούλα, Λούλα, Λόλα, Λέλα, Πόπη, Καίτη …

Αλλά στα κορίτσια θα επιστρέψουμε…  (αναπόφευκτα)].

 images (87)

Ας κλείνουμε όμως με  τα βασικά χαρακτηριστικά του σκηνικού: Το τοπίο των παιδικών μου χρόνων περιλάμβανε ακόμη τους πιο, ας πούμε μυστηριώδεις, από τους κοντινούς χώρους: τις ρεματιές. Ξεκίναγαν αδιαμόρφωτες στους πρόποδες του βουνού και κατέληγαν βαθιές ρωγμές με ιδιαίτερη χλωρίδα και μικρο-πανίδα, καθώς πλησίαζαν στη θάλασσα.

 Εκεί κάτω είχε πρώτες ύλες για παιχνίδια και πρώτες ύλες για φανταστικές ιστορίες και ονειροπολήσεις: άμμο, κροκάλες, φουντωτή πράσινη βλάστηση, πολλά καλάμια, καμιά αδέσποτη συκιά, κανένα βάτραχο, κανένα σκαντζόχοιρο που είχε κατηφορίσει απ’ το βουνό, μεγάλα σκουλήκια και μικρά φίδια.

Με τα γυρτά καλάμια και με χοντρό λάστιχο τετράγωνης διατομής από το ψιλικατζίδικο του κυρ Νίκου, μπορούσες να φτιάξεις υπέροχα τόξα, με τα λεπτά καλάμια και λίγο σύρμα, τυλιγμένο για βάρος στην κορυφή, είχες ωραιότατα βέλη.

Οι μανάδες φώναζαν, θα βγάλετε τα μάτια σας μ’ αυτά τα παιχνίδια, αλλά είχαν άδικο. Μόνο καμιά γρατζουνιά κι αυτή μόνο στις μάχες με την πάνω γειτονιά. Άλλωστε, άμα δεν  είχες τόξα, ήσουν καταδικασμένος να μάχεσαι μόνο με τα ξύλινα σπαθιά, ή, ακόμη χειρότερα, με σπερδούκλια που πόναγαν και πιο πολύ.

Οι ρεματιές τον χειμώνα κατέβαζαν νερό. Μερικές φορές με ορμή και με βροντώδη βουή που ακουγόταν ως μακριά. Τότε βασικά δεν μπορούσες να περάσεις απέναντι και έτσι τα όρια ανάμεσα στις γειτονιές ήταν πολύ ευδιάκριτα. Οι πέρα και οι δώθε! Απ’ το Ρέμα!

Πάντως όι κύριοι τόποι μυστηρίου, άμα ήσουν πιτσιρικάς τότε, εκεί, ήταν (φυσικά) πιο πέρα, στους άξονες τριών τουλάχιστον κατευθύνσεων: Προς το πευκοδάσος στις πλαγιές του βουνού, προς τη θάλασσα όπου κατέληγαν οι ρεματιές και, κυρίως,  προς την πόλη όπου κατέληγαν τα χοντροκομμένα λεωφορεία της εποχής.

 images (43)

(συνεχίζεται…)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »