Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Ισοκράτης’

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται την Ωραία των Αθηνών

Posted by vnottas στο 18 Οκτωβρίου, 2017

Μέρος Έβδομο: Η δίκη

Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται την Ωραία των Αθηνών

images (12)

Ο Εύελπις βρίσκεται στον  προθάλαμο της πολυτελούς κατοικίας της Φρύνης. Και περιμένει. Αδιαμαρτύρητα.

Η αναμονή αποτελεί αποδεκτή οφειλή στην ιδέα του κάλλους, για την οποία οι θεοί αποφασίζουν που και που, όχι πάντα, να δώσουν μια χειροπιαστή (ω πόσο!) γεύση στους θνητούς. Και η Φρύνη αποτελεί τη ζωντανή  απόδειξη ότι η ωραιότητα έχει θεία προέλευση, ο Εύελπις το ξέρει  και γι αυτό υποκλίνεται νοερά και περιμένει.

Ο προθάλαμος είναι διακοσμημένος με καλλιτεχνήματα εμπνευσμένα από την (νυν – προφανώς στο μέλλον θα υπάρξουν κι άλλες) Ωραία των Αθηνών και φιλοτεχνημένα από τους πιο γνωστούς γλύπτες και ζωγράφους της εποχής. Έτσι ώστε, σκέφτεται ο Εύελπις, οι θαυμαστές της ωραίας που φτάνουν μόνο μέχρι εδώ και δεν καταφέρνουν να περάσουν στα ιδιαίτερα δωμάτιά της, να παίρνουν τουλάχιστον μια ορατή (αν και όχι απτή)  δόση ομορφιάς και να αποζημιώνονται κάπως.

Όπως είναι αναμενόμενο, σε περίοπτες θέσεις υπάρχουν χάλκινα και μαρμάρινα έργα του Πραξιτέλη. Μερικά απ’ αυτά είναι οι δυσεύρετες αρχικές μελέτες-μικρογραφίες ογκωδέστερων έργων που κοσμούν σήμερα ναούς και πλατείες πολλών πόλεων.

Ο Εύελπις ξέρει, όπως άλλωστε όλη η πόλη, ότι ο διάσημος Αθηναίος γλύπτης, παρά τη διαφορά ηλικίας, υπήρξε  ο μεγάλος έρωτας της Φρύνης. Τα περίφημα αγάλματα της θεάς Αφροδίτης, τα ενέπνευσε εκείνη και φιλοτεχνήθηκαν με πρότυπο το δικό της σώμα και το δικό της πρόσωπο. Σήμερα ο Πραξιτέλης έχει περάσει τα εξήντα και απ’ ό, τι είπε στον Εύελπι η μητέρα του, η κυρά Άνθεμη, που είναι καλά πληροφορημένη περί τα ¨αθηναϊκά¨, δεν είναι και τόσο καλά στην υγεία του. Λέγεται ότι το εργαστήριο έχει περάσει πλέον στα χέρια των γιών του, του Κηφισόδοτου και του Τίμαρχου, αλλά η Φρύνη (και η κυρά Άνθεμη λέει πως το βρίσκει σωστό και το εγκρίνει) δεν έχει παύσει να επισκέπτεται και να συμπαραστέκεται στον αλλοτινό της έρωτα.

Στο μυαλό του Εύελπι έρχεται η παλιά χαριτωμένη ιστορία, τότε που ο Πραξιτέλης θέλησε να χαρίσει ακόμη ένα έργο του στη Φρύνη και εκείνη, φυσικά, απαίτησε το καλύτερο. Εκείνος της είπε να διαλέξει, αλλά εκείνη αρνήθηκε και επέμενε να της δώσει το δημιούργημα που ο ίδιος και όχι αυτή, θεωρούσε πιο πετυχημένο. Ο Πραξιτέλης όμως απέφευγε να της αποκαλύψει ποιο προτιμούσε. Της έλεγε ότι όλα ήταν σαν παιδιά του και άλλα τέτοια, που λένε συνήθως οι καλλιτέχνες.

Η Φρύνη όμως δεν το ‘βαλε κάτω, οπότε μια στιγμή εμφανίζεται ένας υπηρέτης, βαλτός από εκείνην, και λέει στον γλύπτη: ¨Τρέξε Πραξιτέλη, καίγεται το εργαστήρι σου και μερικά έργα καταστράφηκαν!¨ κι εκείνος, ανήσυχος, αυθόρμητα, εύχεται και ρωτάει: ¨Ελπίζω ανάμεσά τους να μην είναι ο Σάτυρος και ο Έρωτας;¨ Οπότε εκείνη χαμογελώντας θριαμβευτικά του λέει: ¨Δεν κάηκε τίποτα αγαπημένε μου Πραξιτέλη, αλλά ένα από αυτά τα έργα σίγουρα θα το χάσεις. Γιατί, αποφάσισα: ένα απ’ αυτά  είναι το άγαλμα που θα μου χαρίσεις!¨  

Έτσι η Φρύνη απέκτησε τον ¨Έρωτα¨ που στη συνέχεια τον αφιέρωσε στον ναό της Αφροδίτης στις Θεσπιές, την ιδιαίτερή της πατρίδα, ενώ ο ¨Σάτυρος¨ παρέμεινε στην Αθήνα και τοποθετήθηκε στην οδό των Τριπόδων, κάτω από την Ακρόπολη,  ούτως ώστε όλοι να μπορούν να θαυμάσουν έναν σάτυρο χωρίς τραγοπόδαρα μεν, πλην όμως νέο, όμορφο και μόνον υπαινικτικά λάγνο και θηριώδη.

images (6)

Ανάμεσα στις ζωγραφιές που κοσμούν τους τοίχους του προθάλαμου, ξεχωρίζει μια απεικόνιση της Φρύνης φτιαγμένη από τον Απελλή, τον εικονογράφο από την Σικυώνα. Ο Εύελπις τον θυμάται. Είχε γίνει ήδη γνωστός στην Αθήνα προτού γνωρίσει τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, τον οποίο και ακολούθησε στην ασιατική εκστρατεία ίσαμε την Έφεσο, ως προσωπικός του ζωγράφος. Ίσως η απουσία του από την Αθήνα να είναι η αιτία που τα έργα του όπου κυριαρχεί η εικόνα της, είναι λιγοστά.  Όμως, μια άλλη αιτία μπορεί να είναι ότι οι παρέες της Φρύνης απαρτίζονταν (και απαρτίζονται ακόμη) από καλλιτέχνες και πολιτικούς που αντιπαθούν, εάν δεν εχθρεύονται ανοιχτά, τους Μακεδόνες.  Αρχίζοντας από τον κολλητό της, τον ρήτορα Υπερείδη, όλοι σχεδόν οι φίλοι της ανήκουν στους Αθηνοκεντρικούς και στους Αντιμακεδόνες∙ επομένως δεν υπήρξε (πολύς) χώρος για εκείνους που, όπως ο Απελλής, ακολούθησαν τον Αλέξανδρο. Ο Υπερείδης είναι εκείνος που την είχε υπερασπιστεί όταν κατηγορήθηκε από κάποιον Ευθία για ασέβεια προς του παραδοσιακούς θεούς και επειδή (κατά τον Ευθία – ως άλλος Σωκράτης) εισήγαγε στην Αθήνα έναν λάγνο καινό δαίμονα, θρακικής προέλευσης, τον αποκαλούμενο Ισοδαίτη.

Ο Εύελπις χαμογελάει. Τη θυμάται τη δίκη της Φρύνης. Ήταν λίγο πριν την αναχώρησή του για την Ασία. Ήταν μία ακόμη περίσταση που οι Αθηναίοι είχαν διαιρεθεί: χωρισμένοι σε υπέρ και κατά του ζεύγους της κατηγορούμενης και του υπερασπιστή της, αλλά και διαιρεμένοι με βάση πόσο (και ποιο) μέρος του ωραίου της κορμιού είχε επιδειχθεί γυμνό στους δικαστές, προκειμένου η άψογη θέασή του να συνηγορήσει για την  γενικότερη αθωότητά της. Άλλοι έλεγαν ότι ήταν μόνο το αριστερό στήθος της, άλλοι το δεξί, άλλοι ισχυρίζονται ότι το θέαμα υπήρξε ολικό και πανοραμικό.

Υπήρξε επίσης διαφωνία σχετικά  με το εάν η αναζήτηση της ¨γυμνής¨ αλήθειας  ήταν  εύρημα της υπεράσπισης ή ήταν πρωτοβουλία της Φρύνης της ίδιας.  Ο Εύελπις θυμάται ότι είχε τόσο πολύ κόσμο στη δίκη (είχε γίνει χαμός από ντόπιους και ξένους επισκέπτες) που, τόσο η ακρόαση, όσο και η θέαση της διαδικασίας από το κοινό είχε καταντήσει προβληματική. Μέσα σε έναν τέτοιο σαματά και ένα τέτοιο στριμωξίδι, ο κάθε ένας είδε κι άκουσε ό, τι ήθελε.

Πάντως ο Εύελπις θυμάται πως, αν και τότε δεν ήταν τόσο ενήμερος για τις πολιτικές μανούβρες όσο τώρα, είχε ήδη θεωρήσει ότι η δίκη της Φρύνης ήταν στην ουσία μια πολιτική δίκη. Η ανερχόμενη τότε (μετά την ήττα των Αθηναίων στη Χαιρώνεια) παράταξη των φιλομακεδόνων, είχε βάλει στόχο την αντίπαλη ομάδα  και είχε εγκαλέσει το πιο τρωτό μέλος της, την Φρύνη, προκειμένου να αποδυναμώσει ένα από τα ηγετικά της στελέχη, τον (σύμφωνα με πολλούς ευνοούμενο εραστή της) ρήτορα Υπερείδη. Αυτήν τη δίκη οι φιλομακεδόνες την έχασαν, -οι φιλόκαλοι δικαστές αθώωσαν  τη Φρύνη- ευτυχώς χωρίς πολλές παράπλευρες απώλειες, μια που η πολιτική της συσπείρωσης των Ελλήνων (περί τους Μακεδόνες) έδειχνε να πετυχαίνει και η εκστρατεία προς ανατολάς ξεκινούσε θριαμβευτικά. ¨Όμως¨, σκέφτεται ο Εύελπις με το νου του στην επικείμενη δίκη που ξεκινάει ο Αισχίνης, ¨νομίζω πως σ’ αυτό έχει δίκιο ο Δημάδης, καλό θα είναι να μην επαναληφθεί μια δικαστική αποτυχία, γιατί, αυτήν τη φορά,  ενδέχεται να είναι περισσότερο επώδυνη για όλους¨.

images (5)

Ένα θρόισμα των παραπετασμάτων που χωρίζουν τον προθάλαμο από τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του οίκου της Φρύνης αποσπά τον Εύελπι από τους ¨εν αναμονή¨ συλλογισμούς του. 

Ακούγεται μια ευχάριστη καμπανιστή φωνή.

«Και όμως… Νομίζω πως σε θυμάμαι νεαρέ Μεγαρέα. Μα ναι, σίγουρα σε έχει πάρει το μάτι μου, παλιότερα, σε γιορτές και συναντήσεις. Αν και έχω την εντύπωση ότι, τότε, ήσουν μάλλον ντροπαλός και πως στις συντροφιές έμενες μάλλον στο περιθώριο».

Ο Εύελπις σηκώνεται και γέρνει το κεφάλι του μπροστά χαιρετίζοντας την οπτασία που εμφανίστηκε ανάμεσα στα κεντημένα παραπετάσματα.

«Εάν ωραία Φρύνη με θυμάσαι, έστω και αμυδρά, το θεωρώ μεγάλη μου τιμή», της λέει.

«Συνήθως έκανες παρέα με τους ακόλουθους του Ισοκράτη, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, ανήκω σε μια από τις τελευταίες φουρνιές των μαθητών της σχολής του, πριν ο δάσκαλος διαβεί την  Αχερούσια Πύλη».

Η Φρύνη του δείχνει μια πολυθρόνα και του κάνει νεύμα ότι μπορεί να καθίσει. Η ίδια κάθεται σε μια άλλη, απέναντί του. Εμφανίζονται δύο νεαρές θεραπαινίδες κρατώντας δίσκους με αναψυκτικά: μελίκρητο[1] και ένα είδος ελαφριού κυκεώνα[2]. Τα τοποθετούν στο χαμηλό τραπέζι  ανάμεσά τους και αποσύρονται. Η Φρύνη τον κοιτάζει ερωτηματικά, εκείνος της δείχνει τον κρατήρα με τον κυκεώνα και εκείνη του γεμίζει ένα σκύφο, ενώ για τον εαυτό της ετοιμάζει μία κύλικα με μελίκρητο.

Η Ωραία είναι τώρα ελαφρά ειρωνική: «Ώστε η μοίρα των ¨πανελλαδιστών¨ τους οδηγούσε εν τέλει στην αυλή των Μακεδόνων;…»

Ο Εύελπις έχει προς στιγμήν αφαιρεθεί θαυμάζοντάς την.  Η κόμμωσή της είναι περίτεχνη, αλλά το πρόσωπό της είναι καθαρό από ψιμύθια.  Φοράει ένα, εκ πρώτης όψεως απλό, λευκό πτυχωτό φόρεμα… Όμως η παρατήρησή της τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.

«Θα ήταν μεγάλη και εκλεκτή απόλαυση εάν θα είχα την ευκαιρία μα συζητήσω μαζί σου τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις αξιέραστη Φρύνη. Και είμαι απολύτως στη διάθεσή σου αν επιθυμείς κάτι τέτοιο. Ωστόσο επίτρεψέ μου πριν απ’ όλα να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου προς την Θαΐδα και να σου μεταφέρω την αγάπη, τον σεβασμό και την πάγια εκτίμησή της απέναντί σου».

Η Φρύνη χαμογελάει.

«Η Θαίδα είναι μια ταλαντούχα νέα» λέει. «Δεν ξέρω αν έκανε καλά όταν αποφάσισε να ακολουθήσει την εκστρατεία, αλλά ήμουν πάντοτε σίγουρη ότι και εκεί θα άφηνε το χνάρι της».

Η Φρύνη κοιτάζει τον συνομιλητή της κατά πρόσωπο, προσεκτικά. Προφανώς κάτι θα τον ρωτήσει και θέλει να ανιχνεύσει την απάντηση, όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στην έκφρασή του. «Αληθεύει ότι είναι αυτή που προκάλεσε την πυρκαγιά της Περσέπολης;»

Ο Εύελπις ξέρει ότι η Φρύνη δεν δίστασε να δείξει και μάλιστα με θεαματικό τρόπο τις δικές της απόψεις για όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, όταν πρότεινε στους Θηβαίους να αναγείρει και πάλι, με δικά της έξοδα, τα τείχη της πόλης που κατάστρεψε ο Αλέξανδρος. Η Ωραία δεν κατέχει μόνον άφθονο χρήμα, αλλά έχει και άποψη και κουράγιο: όλα τα απαραίτητα για να τροφοδοτηθεί ο μελλοντικός της θρύλος. Η (συντηρητική) ηγεσία της πόλης των Θηβών αρνήθηκε, αλλά η προσφορά πέρασε το ίδιο στην Ιστορία. Τώρα να που η Φρύνη ενδιαφέρεται, ίσως να ανησυχεί ή ίσως να χαίρεται, ακούγοντας πως η νεαρή Θαΐδα έκανε κάτι ακόμη πιο θεαματικό.  Έκαψε, ως νέα ενσάρκωση της Νέμεσης τα παλάτια της πρωτεύουσας των Περσών.

Ο Εύελπις ανασηκώνει το ένα φρύδι και της χαμογελάει.

«Όχι» της απαντά. «Δεν ήταν αυτή.  Άλλωστε πιστεύω ότι εάν το είχε κάνει εκείνη, εσύ θα το ήξερες ήδη». 

Η Φρύνη δεν αγνοεί το υπονοούμενο του Μεγαρέα. «Νομίζω ότι μου αποδίδεις γνώση πραγμάτων και εποπτεία των καταστάσεων που, δυστυχώς, δεν έχω. Ποιος ήταν λοιπόν ο εμπρηστής;»

«Θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντι σου ωραία Φρύνη και ελπίζω να είσαι και εσύ εξ ίσου ειλικρινής, αν και ξέρω λίγο-πολύ τόσο τις γενικότερες απόψεις σου, όσο και εκείνες των στενών σου φίλων. Αν αναρωτιέσαι γιατί αυτή η εμπιστοσύνη, θα σού πω ότι πιστεύω πως υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στους ανθρώπους που διαθέτουν καλή πίστη, όποια κι αν είναι η πολιτική που ο καθένας κρίνει προσφορότερη για την σημερινή κατάσταση».

«Σε ακούω με ενδιαφέρον νεαρέ Μεγαρέα».

«Σχετικά με την πυρκαγιά, αυτή φαίνεται πως ήταν το μοιραίο αποτέλεσμα της σύγκλισης δύο πραγμάτων: Αφ’ ενός η φωτιά στην Περσέπολη ήταν μια στρατηγική αναγκαιότητα στη διεξαγωγή ενός πολέμου σε εξέλιξη, όπου δεν έχει γραφτεί ακόμη το οριστικό τέλος, επομένως μερικά ¨εκφοβιστικά¨ ή απλώς ¨προληπτικά¨ μέτρα έχουν τους οπαδούς τους. Αφετέρου, ανεξάρτητα με το ποιος άναψε το δαδί, η απόδοση της ευθύνης στην Θαΐδα (όχι μόνο σε αυτήν, αλλά γενικότερα στην Αθηναϊκή πολιτική η οποία παρουσιάζεται ως παρεμβατική και εκδικητική) είναι  μια εσκεμμένη συκοφαντική επιχείρηση, έτσι ώστε να υπονομευτεί η σχέση της Αθήνας με τους Μακεδόνες προς όφελος άλλων πολιτικών και άλλων επιρροών. Γιατί δε ρωτάς τους Αθηναίους πρέσβεις που συνόδεψαν τα αγάλματα; Θα δεις ότι ξέρουν κάποια πράγματα και ενδεχομένως θα σου μιλήσουν σχετικά.

Όμως προηγουμένως με ρώτησες κάτι άλλο. Εάν η θεωρητική διδασκαλία του Δάσκαλου Ισοκράτη για ενότητα των Ελλήνων συμβιβάζεται με την συγκεκριμένη μακεδονική ηγεμονία, πρώτα του Φίλιππου και τώρα του Αλέξανδρου. Θα σου απαντήσω ευθέως: όχι. Όχι πλήρως.

Είναι αλήθεια ότι ο Δάσκαλος Ισοκράτης απογοητευμένος από τις έριδες και τις μικροκακίες των πολιτικών παρατάξεων είχε απευθυνθεί γραπτά προς τον Φίλιππο ζητώντας του να πάρει ενωτικές πρωτοβουλίες, όμως είναι αλήθεια επίσης, κακά τα ψέματα,  ότι η ηγεμονία και η καθοδήγηση των Ελλήνων που είχε αρχικά στο μυαλό του ο Ισοκράτης αφορούσε βασικά την Αθηναϊκή δημοκρατία. Αυτή είναι που θα έπρεπε να αναλάβει τα ηνία, όχι νικώντας σε έναν ακόμη καταστρεπτικό πόλεμο, αλλά επειδή, απλούστατα, θα μπορούσε να πείσει τους Έλληνες για το αυτονόητο: πόσο ανόητες και φθοροποιές είναι οι αλλεπάλληλες εσωτερικές συγκρούσεις.

Αλλά η Ιστορία ακολούθησε διαφορετικό ρου. 

Τώρα εσύ ίσως δεν έχεις άδικο να αναρωτιέσαι πώς και γιατί οι οπαδοί των θεωριών του Ισοκράτη υποστηρίζουν την ηγεσία των Μακεδόνων. Η ορθότερη απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι η πιο απλή: Ούτε η Αθήνα ούτε καμιά άλλη από τις παραδοσιακά ισχυρές ελληνικές πόλεις είναι σε θέση σήμερα να ηγηθεί σε ένα σοβαρό πανελλήνιο ενωτικό εγχείρημα. Η Ιστορία διανύει μία φανερή καμπή και είναι μοιραίο να εμφανιστούν νέοι πρωταγωνιστές. Ίσως με λιγότερη αίγλη αλλά με περισσότερη αποτελεσματικότητα, Εάν η ενότητα εξακολουθεί να είναι το πρώτο ζητούμενο, τότε δεν υπάρχουν περιθώρια για μεμψιμοιρίες.

Όμως, πρόσεξέ με Φρύνη: αυτό δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες του Νότου πρέπει να ακολουθήσουν τυφλά και άκριτα τους Μακεδόνες. Αντίθετα, πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση, αν όχι σε επιφυλακή». 

30fe7-6a0168e53be7ff970c01a511bd202b970c-pi

Η Φρύνη τον κοιτάζει με κάποια έκπληξη και τον διακόπτει χαμογελώντας. Ίσως λίγο θερμότερα απ’ ό, τι πριν.   «Θέλω να σου πω δύο πράγματα: το ένα είναι πως σε ευχαριστώ που δεν αναλώθηκες κάνοντάς μου μόνον τις συνήθεις φιλοφρονήσεις. Σε ακούω με ευχαρίστηση να μου μιλάς για τα κοινά. Όχι γιατί οι έπαινοι έπαψαν να μου αρέσουν, απλά γιατί, ακόμη και σ’ αυτούς, προτιμώ κάποια ποικιλία. Με ενδιαφέρει -πάντοτε με ενδιέφερε- το τι συμβαίνει γύρω μου και μου αρέσει να ενημερώνομαι και να συζητώ. Αυτό είναι κάτι που οι φίλοι μου το ξέρουν και με ευχαριστεί που το αναγνωρίζεις κι εσύ.

Το άλλο που θέλω να σου πω είναι ένα ερώτημα:  Νεαρέ Μεγαρέα προσπαθείς να με προσηλυτίσεις; Αν ναι, σε τι ακριβώς; Ξέρω πως γνωρίζεις ότι αρνήθηκα να ανεβώ στη Μακεδονία όταν με προσκάλεσε ο Φίλιππος και πως ούτε η γοητεία του νεαρού Αλέξανδρου στάθηκε ικανή να με κάνει να αλλάξω γνώμη. Ξέρεις επίσης ότι ανάμεσα στους στενούς μου φίλους βρίσκονται μερικοί από τους πιο αξιόλογους πολίτες της Αθήνας, οι οποίοι όμως δεν διακρίνονται για τη συμπάθειά τους προς τους στρατηλάτες του Βορρά».

«Αξιέραστη Φρύνη. Ούτε εσύ ούτε εγώ είμαστε γεννημένοι στην Αθήνα. Όμως φιλοξενηθήκαμε και γίναμε αποδεκτοί σ’ αυτήν την πόλη και μπορούμε να πούμε πως και οι δυο την αγαπάμε και επιθυμούμε να είναι ευημερούσα και ευτυχής. Αλλά το βασικότερο και περιεκτικότερο κοινό μας σημείο είναι ότι και οι δυο γνωρίζουμε πως ανήκουμε σε ένα ευρύτερο σύνολο, αισθητά διαφορετικό από τις ανοργάνωτες φυλές της Δύσης και του Βορρά, αλλά και διακριτό από τα μονολιθικά βασίλεια και τις αυτοκρατορίες της Ανατολής και του Νότου. Αυτό το σύνολο που συσπειρώθηκε άλλοτε νικώντας τους ασιάτες εισβολείς, μπορεί και πάλι να συμπτυχτεί και να επιτύχει θαυμαστά καινούργια πράγματα. Αρκεί στην απαράμιλλη ζωτικότητα των ελληνικών φύλων του βορρά που παίρνουν τώρα την πρωτοβουλία, να προστεθεί η σοφία και η εμπειρία της  παλιάς Ελλάδας. Πιστεύω πως σε μια τέτοια κατεύθυνση μπορούμε να συμβάλουμε, τόσο εγώ, ο φιλοξενούμενος στην Αθήνα Μεγαρεύς όσο κι εσύ, η καταγόμενη από τις Θεσπιές της Βοιωτίας αγαπημένη των Αθηνών».

Ένα καμπανιστό γελάκι, δείχνει την ευαρέσκεια της Φρύνης

«Αυτό που είπες για την αξία της εμπειρίας με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το ξέρεις. Για τα άλλα δεν ξέρω… ακόμη. Πάντως βρίσκω τη συζήτηση μαζί σου ενδιαφέρουσα. Νομίζω ότι μπορείς να με επισκέπτεσαι. Στο σπίτι μου θα συναντήσεις και θα μπορέσεις να συνομιλήσεις χωρίς τυπικότητες, αρκετούς σημαντικούς γηγενείς. Λίγο κυκεώνα ακόμη;»

Όμως, παρά την αυτοκυριαρχία του, που ο ίδιος θεωρεί δεδομένη, η προσοχή του Εύελπι έχει εστιαστεί στο γόνατο, καθώς και ένα τμήμα του μηρού της ωραίας που έχει εμφανιστεί ανάμεσα στις πτυχές του φορέματός της και έτσι, προσωρινά τουλάχιστον , δυσκολεύεται να απαντήσει…

……………….

[1] Μελίκρητος: υδρομέλι

[2] Κυκεών: κυρίως κρασί, αλλά ανακατεμένο με μέλι, τυρί,  και κριθαρένιο αλεύρι.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο έβδομο:Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έβδομο. Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

4792.480

Ο Εύελπις γνωρίζει τον διαβόητο Άρπαλο, αλλά όχι από κοντά. Έχει δει πολλές φορές παλιότερα το χαρακτηριστικό του σουλούπι ανάμεσα σε εκείνους που περιβάλλουν τον μακεδόνα βασιλιά όταν αυτός επιθεωρεί το στράτευμα ή όταν μιλάει στις ευρείες συσκέψεις των συμμάχων. Αλλά, μα τον Δία τον Χειραγωγό, δεν περίμενε να τον γνωρίσει προσωπικά κάτω από τέτοιες παράδοξες συνθήκες και, ακόμη περισσότερο, δεν περίμενε να δεχτεί απ’ αυτόν βοήθεια σε μια κρίσιμη συγκυρία.

Ο Άρπαλος πάλι, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον Εύελπι μόνον από το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του πολεμιστή που βλέπει μπροστά του. Αλλά μόλις ακούει το όνομά του, συνειδητοποίει ότι βρίσκεται απέναντί σ’ έναν από τους πιστούς του επικίνδυνου ραδιούργου, αλλά και φανατικού στις απόψεις του, Καλλισθένη. 

¨Ο Δίας ο Παιγνιώδης έριξε τους κύβους κι έφερε δυάρες¨ λέει μέσα του. ¨Να δεις που την παρτίδα θα την κερδίσει πάλι η τυφλή ανορθολογική Ειμαρμένη.  ¨Όμως¨, σκέφτεται αυτάρεσκα καθώς απλώνει το χέρι για να σφίξει -εγκάρδια θα έλεγε κανείς- εκείνο του Μεγαρέα, ¨τώρα στο παιχνίδι μπαίνει και ο Άρπαλος ο Απρόβλεπτος¨.

όπλα

 Οι ένοικοι της αγροικίας πάνω στο λόφο, (καμιά δεκαριά άτομα: ένας χωρικός, το άμεσο σόι του και μερικοί οικόσιτοι δούλοι), ήταν εκείνη την ημέρα τυχεροί μέσα στην ατυχία τους. Οι ένοπλοι που είχαν καταλάβει το αγροτόσπιτο το πρωί, δεν τους ήθελαν στα πόδια τους και τους είχαν κλειδώσει στο κελάρι, δεμένους χειροπόδαρα. Αυτό όμως αποδείχτηκε ικανό τεκμήριο για τους επτά  έλληνες που αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν εκεί, ότι οι ένοικοι δεν ήταν ανακατεμένοι στην ενέδρα και επομένως, αφού τους απελευθέρωσαν, το μόνο που ζήτησαν ήταν φιλοξενία για εκείνο το βράδυ.

Βέβαια, η επικοινωνία μαζί τους δεν υπήρξε εύκολη γιατί μιλούσαν μόνο ένα τοπικό ιδίωμα αρκετά δυσκατάληπτο ακόμη και για τον σωματοφύλακα Σωσίβιο, τον μόνο που ισχυριζόταν ότι ξέρει καλά τα περσικά. Από ό, τι τελικά κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν από αυτά που, πρόθυμα όσο και δυσνόητα  έλεγαν οι ντόπιοι, οι ανατολίτες που έστησαν την ενέδρα δεν ανήκαν στο τακτικό περσικό στράτευμα∙  πιθανότατα, είχαν κατεβεί από τα βουνά του βορρά όπου εξακολουθούν να δρουν ένοπλοι Ούξιοι.

image009

Ανάμεσα στον Μακεδόνα και στον Μεγαρέα κυκλοφορούν κάποιοι (όχι αδιόρατοι) σπινθήρες έντασης∙ ας πούμε όμως ότι είναι πολύ ασθενέστεροι από εκείνους που πιθανώς θα εκρήγνυνταν, αν στη συνάντησή τους δεν είχε προηγηθεί η σωτήρια παρέμβαση του Άρπαλου και η επακόλουθη από κοινού επικράτηση πάνω στους πολυάριθμους Ανατολίτες.  Ας προσθέσουμε ότι, αντίθετα,  τέτοιοι σπινθήρες είναι ανύπαρκτοι ανάμεσα στους ακολούθους τους. Οι τέσσερεις σωματοφύλακες πολεμιστές και ο ιπποκόμος αμαξάς-τοξότης, μετά την συμπλοκή έχουν εγκαρδίως συναδελφωθεί και είναι έτοιμοι να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη με ένα καλό φαγοπότι.  

Τώρα στην εστία του σπιτιού τριζοβολάει μια πλούσια φωτιά και στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονται οι έλληνες, έχουν απλωθεί διάφορα τοπικά εδέσματα, κυρίως άρτος, αλλαντικά και λαχανικά. Υπάρχει επίσης μια λήκυθος γεμάτη με άρακ, ένα δυνατό ποτό αρωματισμένο με άνηθο, με το οποίο πρωτύτερα ξέπλυναν τις όχι λίγες, αν και μάλλον επιφανειακές, πληγές τους. Είναι ένα ποτό που το έχουν ήδη συναντήσει στα παράλια της Συρίας∙ ο Εύελπις έχει ακούσει τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα να το συνιστά για τον καθαρισμό των τραυμάτων.

«Είναι εξ ίσου καλό στην κατάποση», αποφαίνεται ο Άρπαλος δοκιμάζοντάς το.

«Μόνο που απαιτεί πολύ νερό κατά την αραίωση» προσθέτει ο Εύελπις, κάνοντας νόημα στους δικούς του να ακολουθήσουν τη συμβουλή του για γερό αραίωμα.

«Εξαρτάται απ’ τον πότη. Υπάρχουν οι ανθεκτικοί και οι άμαθοι», διαφωνεί ο Άρπαλος, γεμίζοντας με μια μάλλον επιτηδευμένη κίνηση τον κύλικά του με το καυτερό υγρό.

Ο Εύελπις, παίρνει μια βαθειά ανάσα. Ο αέρας μέσα στο αγροτόσπιτο μυρίζει φλεγόμενο ξύλο, ψημένο λουκάνικο και αναθυμιάσεις από άρακ. Ύστερα κουνάει επιφυλακτικά το κεφάλι του και επικαλείται ένα δημοφιλές φιλοσοφικό απόφθεγμα.

«Παν μέτρον άριστον», λέει.

«Οι πόλεμοι αγαπητέ Μεγαρέα, δε ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά βρίσκονται εκτός μέτρου. Εγώ, τουλάχιστον, έχω αυτήν την εντύπωση». 

«Εγώ πάλι νομίζω, ευγενικέ Μακεδόνα, ότι καλά τα λένε οι φιλόσοφοι, αλλά πρέπει επίσης να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο κατηγορίες ¨μέτρου¨ και αυτός ο δυισμός μπερδεύει την κατάσταση». Το βλέμμα του Εύελπι καρφώνεται στα γαλανοπράσινα μάτια του Άρπαλου. «Το να βρεθεί το ¨ιδανικό μέτρο¨ δεν είναι δουλειά για μέτριους ανθρώπους», συνεχίζει. «Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει εκείνο των θνητών, εγκατεστημένο πάνω στις απλές και νόμιμες ανθρώπινες επιθυμίες (και ανάγκες) και εκείνο των θεοτήτων κρυμμένο μέσα στις φιλοδοξίες για την τελειότητα και τη θέωση.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν  ξέρει πότε μπορεί να χρησιμοποιήσει αβίαστα το ανθρώπινο ¨μέτρο¨, έτσι όπως το υπαγορεύει αυθόρμητα η ανθρώπινη φύση και πότε πρέπει να συμπεριφερθεί ακολουθώντας το ¨μέτρο¨ που υπαγορεύουν οι θεοί. Αυτό το δεύτερο φαίνεται ότι δεν είναι αυτόματα ορατό, αντίθετα, είτε πρέπει να το ψάξεις βαθειά μέσα σου, όπως συνιστούσε ο αείμνηστος Σωκράτης, είτε είσαι υποχρεωμένος να καταφύγεις στις ερμηνείες και τους χρησμούς των μάντεων και των ιερέων, που όμως, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε σαφείς…»

image002

Ο Άρπαλος κοιτάζει τώρα τον συνομιλητή του με περισσότερο ενδιαφέρον και χαμογελάει:

«Κάτι μου λέει ότι έχεις κι εσύ επισκεφτεί εκείνη τη φωλιά των ¨σκύλων¨, το γυμνάσιο του Κυνοσάργους στην Αθήνα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι και εσύ, όπως και εγώ άλλωστε, έχεις φτιάξει μια δική σου εκδοχή, μια δική σου παραλλαγή και ερμηνεία, των απόψεων των ¨κυνών¨. Τα λέω καλά;»

Ο Εύελπις, για να ακουστεί, υψώνει κάπως τη φωνή του, γιατί οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, έχουν αναπτύξει ξέχωρη φωναχτή συζήτηση που αφορά κάτι ανάμεσα στην κρυφή γοητεία των γυναικών της ανατολής και την προφανή γοητεία του χοιρινού στα κάρβουνα.

«Βασικά παρακολούθησα τη σχολή του Ισοκράτη.  Αλλά σχετικά με τα φιλοσοφικά θέματα, όποτε μπορούσα επισκεπτόμουν τόσο το Κυνόσαργες, όσο και την Ακαδημία. Εσύ πότε βρέθηκες στην Αθήνα;»

«Όπως ίσως ξέρεις… Διορθώνω: όπως σίγουρα ξέρεις, αφού απ’ ό, τι γνωρίζω είσαι ένας έμπιστος συνεργάτης του ¨παντογνώστη¨ Καλλισθένη, ήμουν στην Αθήνα πρόσφατα. Τελικά όμως, υπακούοντας στην έκκληση του αγαπητού μου Αλέξανδρου, να ‘μαι και πάλι στην Ασία.  Είχα όμως επισκεφτεί το Κλεινόν Άστυ και όταν ήμουν νεότερος, πριν την εκστρατεία, σε ένα, ας πούμε, εκπαιδευτικό ταξίδι.  Είναι γνωστό πως οι ψηλομύτες αθηναίοι ευπατρίδες επιτρέπουν στους αλλοδαπούς να παρακολουθούν μόνον το γυμνάσιο του Κυνοσάργους. Σπουδαίο δημόσιο ίδρυμα, το οποίο όμως υποτιμούν οι καθαρόαιμοι παίδες  των Αθηναίων. Εσύ πώς τα κατάφερες;»

«Είμαι γιος ενός πολιτικού πρόσφυγα από τα Μέγαρα, στον οποίο έχουν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια».  

«Α, έτσι», λέει ο Άρπαλος και, ενώ το βλέμμα του παίρνει μια νοσταλγική απόχρωση, σηκώνει ψηλά, σε μια κίνηση απροσδιόριστης πρόποσης τον κύλικα, και μετά κατεβάζει μονορούφι το δυνατό άρακ. «Ήτανε όμορφη η Αθήνα τότε,  όπως είναι σαγηνευτική και τώρα», λέει μετά. «Εμβριθείς Φιλόσοφοι, σπινθηροβόλοι ρήτορες, πλούσιες βιβλιοθήκες από όπου ακόμα και σήμερα προμηθεύομαι τα βιβλία που μου ζητάει ο βασιλιάς… Και βέβαια, η ωραιότερη από τις θέλξεις του Άστεως: Οι αθηναίες εταίρες. Οι μόνες γυναίκες με τις οποίες μπορείς να κάνεις έρωτα που  να εξάπτει το σώμα ως την πιο οξεία κορύφωση, αλλά και συζήτηση που να χαρίζει στο πνεύμα τις πιο λεπτές απολαύσεις!»  

αρχείο λήψης

Ο Εύελπις κοιτάζει παραξενεμένος τον συνδαιτυμόνα του. Αυτό δε το περίμενε. Ο ατάσθαλος φυγάς μοιάζει να έχει κάποια κοινά σημεία μαζί του. Την αδυναμία στις ωραίες καλλιεργημένες γυναίκες, την αγάπη για τις βιβλιοθήκες, τη νοσταλγία για την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς, που ο ίδιος -για να μην τον τυραννάει- προσπαθεί να καταπνίξει, αλλά που ο Μακεδόνας  -αν και έζησε πολύ λιγότερο εκεί- την ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν μου έλεγες», αλλάζει πάλι θέμα ο Άρπαλος, «ότι το περίφημο ελληνικό μας ¨μέτρο¨ είναι δυσπρόσιτο γιατί -όπως και οι κυνικοί, αν δεν κάνω λάθος, υποστηρίζουν- δεν έχουν αποδοθεί στην λέξη επακριβείς ορισμοί. Και ότι πρέπει να διακρίνουμε κατηγορίες και αποχρώσεις. Και ότι υπάρχει, κατ’ αρχήν,  το μέτρο της φύσης των ανθρώπων και το μέτρο των θεών. Δηλαδή από τη μια μεριά ένα ¨μέτρο¨ που, λέω εγώ, δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνο που ασυνείδητα διαθέτουν όλα τα ζωντανά όντα, από τους σκύλους-σκύλους, ως εμάς τους άνω θρώσκοντες, και, από την άλλη,  ένα ¨μέτρο¨ που οι θεοί μας το κοινοποιούν σπάνια και με φειδώ, ή, πάλι, μέσω μιας εξειδικευμένης ιεραρχίας μυημένων. Έτσι είναι; τα λέω σωστά;»  

Ο Άρπαλος παίρνει μια βαθειά ανάσα που καταλήγει σ’ ένα μικρό αρακογενές ρέψιμο.

«Εμένα», συνεχίζει χωρίς να περιμένει την απάντηση του Μεγαρέα, «δε μου φαίνεται και πολύ αισιόδοξη η άποψή σου. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, είμαστε αενάως καταδικασμένοι στην σύγχυση και το μπέρδεμα… Διαβλέπω μια απαισιοδοξία όμοια με εκείνη που κρύβεται πίσω από την ¨αναχωρητικότητα¨ ορισμένων κυνικών. Μια απαισιοδοξία που οδηγεί στον μονισμό και την επιδεικτική πενία των προσποιητά ευτυχισμένων σκύλων και που, προσωπικά, δε μ’ αρέσει».

¨Μα τι λέει τώρα ετούτος εδώ;¨ σκέπτεται ο Εύελπις. ¨Μα την Αθηνά την Σοφολογιότατη, με αποκαλεί απαισιόδοξο; Και μάλιστα με συγκρίνει με τους ΄σκύλους΄; Ποιος; Αυτός, που κάνει παρέα με τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη και την κλίκα του. Να τον αφήσω στη βακχική του ζαλάδα ή να του τα κάνω πιο λιανά;¨

Τελικά αποφασίζει ότι εντάξει, δεν πειράζει,  χάρη στα κοινά σημεία που διαπίστωσε λίγο πριν, μπορεί να πει -σε αυτόν, τον παράδοξο, έως τις προάλλες φυγά- ένα δύο πράγματα παραπάνω:

«Δεν κατάλαβες καλά άρχοντα μακεδόνα, ίσως γιατί προηγουμένως με διέκοψες θυμίζοντάς μου την Αθήνα, τις συγκινήσεις της και τα εφηβικά μου χρόνια.  Όμως, δεν ολοκλήρωσα τον συλλογισμό μου.

Εγώ, όπως και άλλοι άλλωστε, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα εργαλείο παραπάνω από τα άλλα ζωντανά, το μόνο που ενδέχεται να τους οδηγήσει στο ιδανικό ¨μέτρο¨. Μόνον που δεν το χρησιμοποιούν όσο συχνά και όσο επιδέξια θα έπρεπε.

Αυτό το εργαλείο, που άλλοι το αποκαλούν ¨νόηση¨ και άλλοι του δίνουν το όνομα του θεού Λόγου,  είναι εκείνο που μας βοηθάει να επεξεργαστούμε με τρόπο ωφέλιμο τις όποιες γνώσεις καταφέρνουμε να αποσπάσουμε από το σκοτεινό βασίλειο του Άγνωστου. Και μάλιστα πρόκειται για ένα εργαλείο που, με όσο περισσότερες γνώσεις το προμηθεύει κανείς, τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται. Μπορεί μεν να μην οδηγεί σ’ ένα αναλλοίωτο και  απόλυτο ¨δέον γενέσθαι¨, αλλά είναι σε θέση να προσδιορίσει το εκάστοτε κατάλληλο μέτρο, ή αν προτιμάς να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη χθόνια φύση από τη μια, και τους απαιτητικούς θεούς-πρότυπα των ανθρώπων από την άλλη. Μιλάω για το Μέτρο που άριστα προσαρμοσμένο από τον Λόγο θα έπρεπε να καθοδηγεί πράξεις και συμπεριφορές σε κάθε φάση και σε κάθε συγκυρία του ατομικού και του συλλογικού βίου.

Αυτή είναι η θεώρησή μου και δεν νομίζω ότι πρέπει να σου φανεί απαισιόδοξη. Γιατί, απλούστατα, δεν είναι. Κάθε άλλο. Πιστεύει βαθειά στον άνθρωπο και τις απεριόριστες δυνατότητες που κρύβει μέσα του».

Ο Μακεδόνας ρίχνει μια επίμονη διερευνητική ματιά στον Εύελπι, αλλά το άρακ κάνει πλέον ορατή την επιρροή του και το βλέμμα δεν προκύπτει τόσο σταθερό όσο θα το ‘θελε. Επομένως, το στρέφει προς τους ακόλουθους, που τώρα έχουν αρχίσει να τραγουδούν (επινοώντας μια πρώιμη όσο και παράφωνη πολυφωνικότητα) ένα δωρικό άσμα πορείας.images (17)

«Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι… πολύς λόγος γι αυτούς…», λέει σιγανά∙ και μετά, δυνατότερα:

«Πρόσεξέ με  Μεγαρέα, εγώ δεν είπα ότι είμαι αισιόδοξος. Είπα μόνον ότι δε μου αρέσει η απαισιοδοξία ορισμένων κυνικών, γιατί η θεωρία τους δεν περιέχει κανένα ικανό αντίδοτο στα όσα μελανά διαπιστώνει και στα όσα, ακόμη πιο μαύρα, προφητεύει. Εκτός βέβαια απ’ την αποχή από τις εγκόσμιες χαρές. Αυτοί οι τύποι καταδικάζουν (υποπτεύομαι μόνο στα λόγια) τη μόνη χειροπιαστή παρηγοριά που μπορώ να δω στο γύρο: την γήινη, εγκόσμια απόλαυση!»

Αλλά ο Εύελπις συνεχίζει απτόητος. Έχει αποφασίσει  (ευκαιρίας δοθείσης) να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα, ρωτώντας στα ίσια αυτόν εδώ τον περίεργο τύπο: 

«Και όσο για τους κυνικούς, με εκπλήττει που λες πως δεν τους πας. Κι αυτό γιατί απ’ ό, τι ξέρω, μερικοί από αυτούς που ακολουθούν την εκστρατεία, κατέχοντας μάλιστα αξιοζήλευτες θέσεις κοντά στον βασιλέα, κομπάζουν και καυχώνται ότι είναι φίλοι σου, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι  κι εσύ συμμερίζεσαι τα όσα λένε και κάνουν».

«Τα φαινόμενα συχνά απατούν Μεγαρέα. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις», απαντά ο Άρπαλος ξαναγεμίζοντας τον κύλικά του, και παραλλάσσοντας σε βήξιμο έναν (και πάλι αρακογενή) λόξυγκα. «Αναγνωρίζω ότι το κίνημα των σκύλων είχε τα τελευταία χρόνια μεγάλη απήχηση σχεδόν σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, κυρίως στις πιο πλούσιες, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Ομολογώ ότι κι εμένα με είχε επηρεάσει τον καιρό που μαθήτευα στο Κυνόσαργες. Τίποτα το παράξενο αφού, στην αρχή τουλάχιστον, οι σκύλοι -αντισυμβατικοί  ίσαμε την πρόκληση και ατημέλητοι έως αστείοι- αντιπροσώπευαν την εξέγερση των νέων ανθρώπων απέναντι στο κύμα -όχι αναζήτησης της ευδαιμονίας, πράγμα που θα ήταν θεμιτό- αλλά φτηνής χρησιμοθηρίας και χυδαίου πραγματισμού που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του  στον ελληνικό κόσμο. Όχι τόσο σε εμάς στο βορρά, που βρισκόμαστε ακόμα κοντά στα αρχέγονα ήθη, αλλά κυρίως στις πόλεις όπου έχουν πλέον αποκτήσει ουσιαστική ισχύ οι νεόπλουτοι έμποροι και οι μεγάλοι αστικοί δουλοκτήτες, τους ξέρεις, οι ιδιοκτήτες εργαστηρίων και οι ανάδοχοι των ορυχείων.

 Εμένα ξέρεις τι με είχε γοητεύσει πιο πολύ; Η περίφημη ¨ομάδα των εξήκοντα αστειευομένων φιλοσοφούντων¨ που κι αυτοί έδρευαν -και εδρεύουν ακόμη- εκεί, στο άλσος του Κυνοσάργους, δίπλα στην όχθη του Ιλισού. Πρώτη φορά έβλεπα η αναζήτηση μιας νέας ηθικής να συνοδεύεται από σάτιρα, εύχαρι διάθεση και ευφυολογήματα.

Έπειτα να σου πω και το άλλο. Ήμουν μαζί με τον Αλέξανδρο, διάδοχο ακόμη τότε, όταν επισκέφτηκε εκείνον τον απίθανο  τύπο στην Κόρινθο, τον Διογένη. Ο άνθρωπος αυτός, εκτός που ήταν μανούλα στα λογοπαίγνια, είχε αναμφίβολα κουράγιο. 

Όμως στη συνέχεια, με την έναρξη της εκστρατείας, νομίζω ότι πολλοί που διατέλεσαν ή και που εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται ¨κυνικοί¨, αλλαξοπίστησαν…»

«Σ’ αυτό δε μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου» συγκατανεύει ο Εύελπις, έκπληκτος γιατί η εικόνα που είχε μέχρι τώρα για τον Άρπαλο ήταν αρκετά πιο απλοϊκή και μονοσήμαντη. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο πρώην επικεφαλής των οικονομικών, δεν προμηθεύει απλώς βιβλία στον Αλέξανδρο, αλλά είναι εξοικειωμένος και με το περιεχόμενό τους. «Έχεις δίκιο Μακεδόνα. Από τότε που στις ομάδες των κυνικών (που, εδώ που τα λέμε, αρχικά αντλούσαν τις βασικές τους ιδέες από τη διδασκαλία του Σωκράτη), παρεισέφρησαν διάφοροι σχετικιστές σοφιστές, η  συμπεριφορά τους και κάμποσες από τις βασικές τους αρχές τροποποιήθηκαν.  Μερικοί έγιναν φανατικοί υποστηρικτές μιας ¨Αυτοκρατορίας¨ που να μοιάζει και να συνεχίζει κάπως πιο ¨εκσυγχρονισμένα¨ τη μηδική, μερικοί υποστηρίζουν την εκστρατεία με ένα σκυλίσιο ενδιαφέρον που θα μπορούσα, νεολογώντας, να αποκαλέσω ¨κυνισμό¨, μερικοί φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει στους ανώτατους κύκλους της ηγεσίας, και μερικοί από αυτούς δηλώνουν, και ίσως είναι, φίλοι σου». 

«Η Φιλία είναι μεγάλη κουβέντα, Μεγαρέα. Σου το λέει κάποιος που είναι γνωστός κυρίως ως ο ¨Φίλος του Βασιλέως¨ και που πολλοί τον υπολογίζουν μόνο χάρη σε αυτή την ιδιότητα. Δεν πρέπει να την χαραμίζεις χρησιμοποιώντας την για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση. Ακόμη κι εγώ, ο κατ’ εξοχήν ¨φίλος¨ δεν μπορώ να σου πω τι ακριβώς είναι. Μπορώ όμως να σου πω, και σου επιτρέπω να το μεταφέρεις και στον πολυπράγμονα προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, ότι οι σχέσεις μου με τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, -αυτόν κυρίως εννοείς, έτσι δεν είναι;- δε θα τις χαρακτήριζα ακριβώς φιλικές. Ο συγγενής του Αριστοτέλη ζει στο βασιλικό περιβάλλον και είναι αρκετά οξυδερκής ώστε να ξέρει καλά πόσο λίγες και πόσο ευάλωτες είναι οι πραγματικές φιλίες που αναπτύσσονται εκεί μέσα». 

ancient-gambling

Παρά την συνεισφορά του άρακ, η ένταση από τη μάχη άργησε να καταλαγιάσει εκείνη τη νύχτα και οι επτά έλληνες άργησαν να αφεθούν στις φροντίδες του Μορφέα. Ειπώθηκαν και άλλα πολλά, όπως γενικόλογες εικασίες για το ποιος μπορεί να κινεί εξεγερμένες ομάδες στα μετόπισθεν, τι δύναμη μπορεί να διαθέτουν ακόμη οι ήδη ηττημένοι βουνίσιοι Ούξιοι και άλλα.

Από ένα σημείο και μετά τραγουδήθηκαν, με τη συμμετοχή όλων, διάφορα χορωδιακά άσματα, άλλα εύθυμα και άλλα νοσταλγικά.

Ύστερα,  ο Εύελπις διάλεξε ένα (κατά τη γνώμη του) κατάλληλο σε διάσταση σβηστό κερί και χάραξε κατά μήκος του εγκοπές  σε πέντε ίσα διαστήματα, Μετά το άναψε, το έδωσε στον νεαρό οπλίτη από τα Πιέρια Όρη (που του φάνηκε ως ο πλέον νηφάλιος) και του ανάθεσε την πρώτη βάρδια σκοπιάς, που πάει να πει την αγρυπνία και επαγρύπνηση έως ότου η φλόγα φτάσει στην επόμενη εγκοπή του κεριού. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, σε βαθύ ύπνο.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Εύελπις ο Μεγαρεύς γράφει… (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 11 Φεβρουαρίου, 2015

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος της ¨Εισαγωγής¨ στο μυθιστόρημα με ιστορικές αναφορές και (προσωρινό) τίτλο ¨Κύλικες και Δόρατα¨.

Σημείωση: Στην εισαγωγή αλλά και στην υπόλοιπη αφήγηση, παρουσιάστηκε το γνωστό πρόβλημα των υποσημειώσεων: Φτιαγμένες για να προσφέρουν συμπληρωματικές εξηγήσεις, (εδώ για να αγκυρώσουν τον μύθο στο ιστορικό πλαίσιο) συχνά κόβουν το νήμα της ανάγνωσης, μπερδεύουν και ενοχλούν. Σε ένα επιστημονικό δοκίμιο κάτι τέτοιο είναι συγχωρητέο αν όχι αναγκαίο κακό. Σε μια μυθοπλασία όχι. Ομολογώ ότι στα προηγούμενα μυθιστορήματα (Το πολυτεχνείο τρέμει, ΜΠΑ!) χρησιμοποίησα τις υποσημειώσεις κυρίως για να τις σατιρίσω. Τις έβαζα εδώ κι εκεί ως σουρεαλιστική γαρνιτούρα. Στην ειδική όμως περίπτωση του αφηγήματος με ιστορικές αναφορές (όπως φιλοδοξεί να γίνει αυτό εδώ) η χρήση των υποσημειώσεων απαιτεί (τουλάχιστον)  διευκρινίσεις.

Διευκρινίζω λοιπόν ότι ειλικρινά δεν ξέρω αν θα υιοθετήσω τελικά τις υποσημειώσεις για να συνδέσω την πλοκή με το ιστορικό πλαίσιο ή αν θα φτιάξω ένα ξεχωριστό ¨παράρτημα¨ με τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες. Πάντως, μάλλον θα κρατήσω μερικές στο κάτω μέρος της σελίδας για να δώσω την μετάφραση στη νεοελληνική ορισμένων ¨ξεχασμένων¨ λέξεων της αρχαίας ή της κοινής ελληνικής, λέξεις που μου χρειάζονται για να δώσω στις περιγραφές άρωμα ιστορίας. Δεν αποκλείω εξ άλλου το περιεχόμενο ορισμένων υποσημειώσεων να είναι εξ ολοκλήρου φανταστικό.

Β. Νόττας

  Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση)

Κύλικες και δόρατα

 (Η συνέχεια και το τέλος της εισαγωγής)

GreekStudy

 

Α.5 Ο Εύελπις κάνει μνεία στα τελευταία γεγονότα πριν την έναρξη της εξόρμησης κατά των Περσών

Στο τριετές χρονικό διάστημα ανάμεσα στην εκφώνηση των ύστατων δημόσιων ομιλιών του Ισοκράτη και την επιστροφή του Αριστοτέλη στην Αττική,  συνέβησαν αλλεπάλληλα γεγονότα, τα οποία είχαν αποφασιστικές επιπτώσεις στις μετέπειτα εξελίξεις. Θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να αναφερθώ συνοπτικά στα σημαντικότερα από αυτά: Τη μάχη της Χαιρώνειας, την Πανελλήνια κοινή Συνεδρία  των Ελλήνων στην Κόρινθο και τη δολοφονία του βασιλέα Φιλίππου.

Κατ’ αρχήν, παρά τις παραινέσεις που περιέχονταν στους τελευταίους λόγους του Ισοκράτους και υπό τη σαγηνευτική επίδραση των αγορεύσεων του ρήτορα Δημοσθένη του Παιανιέα, οι Αθηναίοι συνασπισμένοι με το Κοινό των Θηβαίων και άλλες πόλεις, επιτέθηκαν κατά του Φιλίππου. Οι Μακεδόνες είχαν, βέβαια, ήδη προσπεράσει τις Θερμοπύλες, ανακαλώντας στους νότιους Έλληνες αμφίσημες μνήμες. Στο σημείο αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι ο Δημοσθένης του Δημοσθένους ο Παιανιεύς, αν και υιοθετούσε απόψεις που αντιπολιτεύονταν τις δικές μας, και ήταν οπαδός διαφορετικής ρητορικής τεχνικής, ήταν και είναι ένας  ρήτορας πρωτοφανούς δεινότητας. Οι Αθηναίοι λοιπόν πείσθηκαν να επιτεθούν και η σύγκρουση έλαβε χώρα στη Χαιρώνεια. Στη μάχη θριάμβευσαν οι Μακεδόνες.

Όμως στη συνέχεια δεν ακολούθησαν ούτε σφαγές ούτε καταστρεπτικά μέτρα κατά των ηττημένων. Αντίθετα, συνέβη εκείνο που ο σχεδόν εκατοντάχρονος Ισοκράτης -ο οποίος διάβηκε τον Αχέροντα λίγο μετά τη μάχη της Χαιρώνειας- είχε σφόδρα επιθυμήσει, αλλά δεν πρόλαβε να δει: Σε πανελλήνιο συνέδριο στην Κόρινθο αφού πρώτα αναγνωρίζεται από τους νικητές η ανεξαρτησία των ηττημένων πόλεων, δημιουργείται πανελλήνιος συνασπισμός. Η ηγεσία των κοινών στρατευμάτων ανατίθεται στους ισχυρότερους των ελλήνων, τους Μακεδόνες, οι οποίοι αναλαμβάνουν να συντονίσουν την εκστρατεία για την απελευθέρωση των μικρασιατικών ελληνικών πόλεων από την περσική επικυριαρχία.

philippos

Μετά το συνέδριο, ο Φίλιππος επιστρέφει στην Πέλλα ως πανελληνίως αναγνωρισμένος ηγέτης[1], αλλά, προτού προλάβει να αρχίσει τις προετοιμασίες της εκστρατείας, δολοφονείται κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου της κόρης του Κλεοπάτρας.

Στη πόλη των Αθηνών κυκλοφόρησαν τότε διάφορες εκδοχές για την δολοφονία αυτή. Άλλοι μίλησαν για πολιτική σκευωρία, άλλοι για κίνητρα που ανάγονταν σε ζηλοτυπίες στο εσωτερικό της μακεδονικής αυλής, ενώ πολλοί απέδωσαν την ευθύνη σε περσικό δάκτυλο, υπενθυμίζοντας τις αναλογίες ανάμεσα στη δολοφονία του Φίλιππου και εκείνη του Θεσσαλού βασιλιά Αίσονα. Είναι σε όλους γνωστό ότι ο Αίσονας δολοφονήθηκε κατ’ εντολήν των Περσών όταν αυτοί πληροφορήθηκαν ότι σχεδίαζε πανελλήνια εκστρατεία κατά της Αυτοκρατορίας.

 Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι δεν υπήρξαν αξιοσημείωτες αμφισβητήσεις όσον αφορά στη διαδοχή. Ο Αλέξανδρος ανακηρύσσεται βασιλεύς και αμέσως, με ακόμη μεγαλύτερη ζέση, αναλαμβάνει την προετοιμασία της εκστρατείας προς την Ανατολή, αρχίζοντας με την εξασφάλιση των βορείων συνόρων.  Πράγματι, πλαισιωμένος και από τα νότια στρατιωτικά σώματα που προέβλεπε η συμφωνία της Κορίνθου, εκστρατεύει με επιτυχία ενάντια στις επικίνδυνες φιλοπόλεμες φυλές, από την ορεινή περιοχή των Ιλλυρίων  έως την νότια όχθη του μεγάλου πλωτού ποταμού Ίστρου.

Εν τω μεταξύ, ο Αριστοτέλης του Νικομάχου αποφάσισε ότι έφτασε ο καιρός να επιστρέψει στην  πόλη των φιλοσόφων. […]

aristotelis

Α.6 Ο ενήλικος πλέον  Εύελπις παίρνει αποφάσεις για το μέλλον

Όταν ο Αριστοτέλης έφτασε και πάλι στο Άστυ των Αθηνών ύστερα από απουσία δώδεκα χρόνων, ο Ευρύνους, συνομήλικος και οικείος του από παλιά,  τον συνάντησε, τον καλωσόρισε και είχε μαζί του μακρά συνομιλία.

Εγώ ήμουν τότε νεαρός άνδρας είκοσι και ενός ετών. Εκτιμούσα την κοινωνία των Αθηναίων, αν και, παρά το ότι είχα πολλούς φίλους ανάμεσα στους νέους γηγενείς ευπατρίδες,  δεν ήμουν πλήρως ενσωματωμένος σε αυτήν. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι ως Μεγαρεύς δεν θα μπορούσα να θεωρηθώ ο πιο κατάλληλος για αφομοίωση στην κυριότερη πόλη των Ιώνων, αλλά και στο ότι, ακόμη κι εγώ ο ίδιος –επηρεασμένος ενδεχομένως από τις παραινέσεις του Ευρύνου και του Ισοκράτους- ήθελα να πιστεύω ότι ανήκω σε μια νέα, πανελλήνια αριστοκρατία, ουσιαστικά ανώτερη από τις τοπικές, ακόμη και από τη αθηναϊκή, την τόσο σπινθηροβόλο και ποικιλόμορφη.

Μία άλλη αιτία για την σχετική απομόνωσή μου από την κοινή δημόσια ζωή της πόλης, αιτία που ως Δωριεύς κατανοούσα και κατά βάθος συμμεριζόμουν, ήταν ότι δεν μπορούσα να συμμετάσχω στις πολεμικές επιχειρήσεις των Αθηναίων με την ιδιότητα του πολίτη, αλλά μόνον, εάν το επιθυμούσα ιδιαίτερα, ως μισθοφόρος. Αλλά δεν το επιθυμούσα. Μπορεί να γυμναζόμουν και να ασκούμουν κανονικά στις τέχνες του πολέμου, αλλά αποστρεφόμουν την ιδέα ότι η συμμετοχή μου σε οποιαδήποτε πολεμική διένεξη -και πολύ περισσότερο στις μεταξύ ελλήνων, εμφύλιες συγκρούσεις, θα μπορούσε να έχει ως κίνητρο τη χρηματική αμοιβή.

 

Από την άλλη πλευρά τον καιρό εκείνο, -δεδομένου ότι, όπως οι παιδαγωγοί μου συχνά υποστήριζαν,  η ανθρώπινη φύση υφίσταται αντιφατικές ροπές- πρέπει να ομολογήσω ότι ήμουν απολύτως γοητευμένος από δύο πράγματα.

Το ένα ήταν η σαγήνη που ασκούσε πάνω μου η ανάγνωση. Όντως, παρά το ότι σπούδαζα ρητορική σε μια πόλη που εθεωρείτο μοναδική σε αυτό το είδος επικοινωνίας, και παρά το ότι βρισκόμουν πλάι σε ορισμένους από τους καλλίτερους χειριστές του προφορικού λόγου όλων των πόλεων και όλων των εποχών, εγώ ήμουν ερωτευμένος με τον ακινητοποιημένο γραπτό λόγο, που εντρυφούσε σε τόσο διαφορετικά θέματα, και που ήταν για μένα όχημα όχι μόνο γνώσεων, αλλά και ταξιδιών σε τόπους συναρπαστικούς, έως τότε άγνωστους.

Akrop1

Το άλλο που με γοήτευε τότε, ήταν  κι αυτό ένα σύνολο από υπερβάσεις. αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την πόλη των Αθηνών. Υπερβάσεις σχετικές, όχι τόσο με τον νου, όπως η ανάγνωση των συγγραφών, όσο με την ικανότητα του να αισθάνεται και να συναισθάνεται κανείς ο, τι ενδεχομένως υπάρχει πέρα από τα κοινά καθημερινά βιώματα. Υπερβάσεις εφικτές με τη συνδρομή των τεχνών του κάλλους, της μίμησης και του θεάτρου. Υπερβάσεις σχετικές με την υποβλητικότητα των αθηναϊκών αρχιτεκτονημάτων, με την μέθεξη των εορταστικών τελετών και, ακόμη, έσχατον μεν, ουκ έλασσον δε, εφικτές χάρη στη συναναστροφή με εκείνη την σπάνια κατηγορία των ωραίων, καλλιεργημένων, και φιλόμουσων γυναικών, που οι Αθηναίοι αποκαλούν ¨εταίρες¨.  Υπερβάσεις που απ’ ο, τι γνωρίζω, μόνο η Αθηναϊκή Δημοκρατία προσέφερε τόσο απλόχερα και τόσο χειροπιαστά στους κοινωνούς της.

img1_22

Όσο όμως ελκυστικά κι ήσαν όλα αυτά, φτάνοντας στην πλήρη ανδρική ηλικία  έπρεπε να πάρω οριστικότερες αποφάσεις. Το είχα ήδη συζητήσει με τον γεννήτορα, αλλά να που είχα την ευκαιρία, όχι μόνο να έχω ακόμη μια έγκυρη γνώμη, αλλά, ίσως, και μια πολύτιμη συμβολή στην υλοποίηση μιας νέας πορείας. Παρακάλεσα λοιπόν  τον Ευρύνου να φροντίσει να συναντήσω κι εγώ τον παιδαγωγό του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα, τον Αριστοτέλη.

[…] 

Α.7 Η αναχώρηση

[…] Ο Δημάδης είχε καταφέρει να απαλλαγεί από τα παλιά του χρέη[2] και η πόλη των Αθηνών είχε γλιτώσει από τις κυρώσεις για την τελευταία της παρασπονδία. Η πόλη των Θηβών όχι. Οι αγγελιοφόροι και οι κατάσκοποι μετέφεραν ότι στην πρωτεύουσα πόλη των Βοιωτών, το μόνο σπίτι που έστεκε ακόμη όρθιο χωρίς να καπνίζει, ήταν εκείνο του ποιητή Πινδάρου. ¨Οι Μακεδόνες εκτιμούν τουλάχιστον την υμνητική ποίηση¨, σχολίαζαν τώρα πικρόχολα ορισμένοι ευπατρίδες. Αλλά πλέον στο Άστυ η περιρρέουσα κατάσταση είχε αλλάξει και οι Αθηναίοι ξανάρχισαν εσπευσμένα τις προετοιμασίες για τη συμμετοχή τους στην κοινή  εκστρατεία.

[…]

2

Στον αμαξιτό δρόμο που παρέτρεχε το βόρειο σκέλος των Μακρών Τειχών συνωστίζονταν  οχήματα, ιππείς και πεζοί παντός είδους, ενώ στην πειραϊκή απόληξη των τειχών και στο Νεώριο λιμένα, επικρατούσε γενικός αναβρασμός. Ένας μεγάλος αριθμός ποικιλόμορφων πλοίων είχε ανασυρθεί  από τους νεώσοικους, ενώ ένα πλήθος από τεχνίτες, ναυτικούς και λιμενεργάτες ανεβοκατέβαινε στα κήτη, τα καταστρώματα και τους ιστούς, εκτελώντας έργα ανασκευής, όπου κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο, και φορτώνοντας τα πλοία που κρίνονταν ετοιμοπόλεμα με προμήθειες και πολεμικό υλικό. Κωπηλάτες και πεζοναύτες ετοιμάζονταν στην προκυμαία για την επιβίβαση.

Η πόλη της Παλλάδος ήταν ακόμη κυρίαρχη στις θάλασσες και ήταν απολύτως φυσικό η συμμετοχή της στην εκστρατεία να είναι κυρίως ναυτική. Ήταν άλλωστε γνωστό ότι οι Μακεδόνες δεν κατείχαν αξιόλογο στόλο και ότι ήδη, μετά τις συμφωνίες της Κορίνθου, είχαν ενισχυθεί με πλοία από τα νησιά και άλλες ναυτικές πόλεις, όπως -ας το υπογραμμίσω- η ευημερούσα μεγαρική αποικία που ίδρυσε στο Βορρά ο ήρωας Βύζας: το Βυζάντιο.

Ένα τμήμα των εμπορευόμενων παροικούντων, οι οποίοι κατά τα φαινόμενα διέθεταν δικές τους πληροφορίες για τα επικείμενα, καθώς και ένα τμήμα από τους ενδεέστερους των κατοίκων της Αττικής, οι οποίοι ήσαν πάντα έτοιμοι να ενδώσουν σε υποσχέσεις πλουτισμού, είχαν  ήδη αρχίσει να αναχωρούν πεζή προς βορράν, προκειμένου, πιθανώς μαζί με άλλους ομοίους που θα προσθέτονταν καθ’ οδόν, να συμμετάσχουν στην εκστρατεία ως ¨συνακολουθούντες¨. Είναι αυτονόητο ότι από τον αναχωρούντα συρφετό δεν έλειπαν οι αυλητές, οι κιθαρωδοί, οι ηθοποιοί, που θα διασκέδαζαν και θα ενίσχυαν το ηθικό του στρατεύματος,  ούτε, βεβαίως, οι πόρνες και οι πορνοβοσκοί επιχειρηματίες που τις εκμεταλλεύονταν.

Εγώ, χάρη στην ειδική άδεια που μου είχε παραχωρήσει το  Στρατηγείο, θα επιβιβαζόμουν σε ένα από τα πολεμικά πλοία που έσπευδαν στα στενά του Ελλήσποντου, προκειμένου να συμμετάσχουν στη διεκπεραίωση των στρατευμάτων από την ευρωπαϊκή στην ασιατική όχθη. Εκεί θα αποβιβαζόμουν για να παρουσιαστώ στον Καλλισθένη, τον γραμματέα και επίσημο εξιστορητή του βασιλέα, ενώ τα πλοία θα παρέπλεαν την μικρασιατική ακτή βοηθώντας στην απελευθέρωση  των παραλίων ελληνικών πόλεων.

Για τον Καλλισθένη προοριζόταν η εκτενής επιστολή του Αριστοτέλους, που αυτήν τη στιγμή βρισκόταν επιμελώς συσκευασμένη ανάμεσα στις αποσκευές μου.

 Όπως ήδη ανέφερα[3], ο Σταγειρήτης, όχι μόνο είχε συναινέσει με έκδηλη ικανοποίηση στο αίτημά μου να  συμμετάσχω στην πανελλήνια εκστρατεία, αλλά και είχε εκφράσει την επιθυμία να συμπαρασταθώ εκ του σύνεγγυς στον μαθητή του, όχι τον Αλέξανδρο -όπως προς στιγμήν ήλπισα, αλλά τον Καλλισθένη, ο οποίος θα κατέγραφε την αλληλοδιαδοχή των γεγονότων, καθώς και ό, τι άλλο έκρινε ενδιαφέρον και χρήσιμο από τις γνώσεις και τις συνήθειες των ανατολικών λαών. Όλα αυτά, για τον φιλόσοφο, δεν ήταν μόνο απλές καταγραφές που θα ενίσχυαν το νου των μελλοντικών αναγνωστών, αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο: ¨Οι μεγάλες αλλαγές¨, είχε παρατηρήσει χαμογελώντας αινιγματικά, ¨υλοποιούνται, ίσως, από τα ξίφη, αλλά προετοιμάζονται, σίγουρα, από τις γραφίδες, ακόμη κι όταν αυτές μοιάζουν να αναφέρονται σε πράξεις που έχουν ήδη συντελεστεί¨.

 

Έτσι λοιπόν, εκείνη την ηλιόλουστη αττική ημέρα, αφού είχα αποχαιρετίσει νωρίς το πρωί στις προς τον Πειραιά πύλες των Αθηνών την συγκινημένη μητέρα και τις μικρότερες αδελφές μου, και αφού είχαμε, μαζί με τον πατέρα Ευρύνου και τον ακόλουθο υπηρέτη Οινοκράτη,  διανύσει έφιπποι τον δρόμο των βόρειων Μακρών τειχών, βρισκόμασταν επιτέλους στον σφύζοντα Νεώριο λιμένα αναζητώντας την τριήρη με τον  Ιχθυοκένταυρο ως επίσημον αναγνώρισης. Την ανακαλύψαμε στο βάθος του λιμενοβραχίονα σχεδόν έτοιμη προς απόπλου. Οι απαραίτητοι για τους ελιγμούς εξόδου ερέτες βρίσκονταν ήδη στις θέσεις τους, ο τυμπανιστής δοκίμαζε το ηχηρό όργανο συντονισμού με την συνεπικουρία του αυλητή, οι φωνές του κελευστή ήσαν σχεδόν ευδιάκριτες πάνω από τον γενικό αχό, ενώ μια μικρή ομάδα βαφέων έβαζε τις τελευταίες χρωματιστές πινελιές στη  διπλή, εκατέρωθεν της πλώρης, απεικόνιση του Ιχθυοκένταυρου.

Ο Οινοκράτης ανέλαβε να μεταφέρει τις αποσκευές από τον ημίονο που μας συνόδευε, στο κήτος. Το πλοίο δεν ήταν ιππαγωγό, οι ίπποι και ο ημίονος θα επέστρεφαν στο Άστυ με τον γεννήτορα, ενώ εγώ θα προμηθευόμουν τα απαραίτητα ζώα μετά την αποβίβαση στην απέναντι όχθη του Αιγαίου πελάγους.

 

Ο Ευρύνους ήταν συγκινημένος, όσο κι αν η δωρική του καταγωγή τον εμπόδιζε να το δείξει. Προσπαθούσε να με αποχαιρετίσει επαναλαμβάνοντας τις βασικότερες από τις παραινέσεις του, αλλά μια βουή αποτελούμενη από  θορύβους παράταιρους και αταίριαστους με το λιμενικό σκηνικό  τον διέκοψε. Ο Ευρύνους κατάλαβε πρώτος περί τίνος επρόκειτο, και μου έδειξε την καταφθάνουσα θορυβώδη πομπή με μια κίνηση της κεφαλής συνοδευόμενη από ένα μισό χαμόγελο.

¨Φαίνεται ότι θα έχεις ενδιαφέροντες συνεπιβάτες¨, μου είπε.

Το δικό μου χαμόγελο ήταν πλήρες. Πράγματι,  κατά τα φαινόμενα δεν ήμουν ο μόνος που διέθετε ειδική άδεια για να ταξιδέψει με το πολεμικό πλοίο.

Από το φορείο που είχε μόλις εναποτεθεί στην προκυμαία έβγαινε μια πασίγνωστη, πανέμορφη, απρόσμενη οπτασία. Πλαισιωμένη από μια ομάδα γυναικών και ευνούχων που τιτίβιζαν αδιάκοπα, προχώρησε αγέρωχη προς την τριήρη, ενώ μια νέα βοή από επιφωνήματα, θαυμασμού αυτή τη φορά, επικάλυψε τον ακραίο προβλήτα: Η εταίρα Θαΐδα, η Θεά!

[…]

(Στο επόμενο: Μέρος Α΄: Τρίτο δεκαήμερο του Ανθεστηριώνα, ημέρα Τρίτη από το τέλος του Μήνα. Κεφάλαιο πρώτο:  . Ο Εύελπις στα Σούσα)

χ

[1] Ας σημειωθεί ότι στο κείμενο δεν γίνεται αναφορά στις διαφωνίες και την μη συμμετοχή των Σπαρτιατών. Τουλάχιστον στα διασωθέντα τμήματα.

[2] Εδώ γίνεται αναφορά στη, μετά το θάνατο του Φιλίππου, νέα υπαναχώρηση της Αθηναϊκής πολιτικής και στην εκ νέου, από κοινού με τους Θηβαίους, εξέγερση, η οποία καταστάληκε με την ταχεία κάθοδο του Αλεξάνδρου και των συμμάχων και κατέληξε στην καταστροφή των Θηβών. Γίνεται επίσης νύξη στον ρήτορα Δημάδη (και αυτός Παιανιεύς όπως ο Δημοσθένης), ο οποίος αν και εκ των ηγητόρων του φιλομακεδονικού κόμματος είχε συμμετάσχει στην μάχη της Χαιρώνειας, όπου και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Μακεδόνες.  Ο Δημάδης, μεγαλόστομος και πνευματώδης, κατάφερε εν τέλει να γίνει συμπαθής στον τότε διάδοχο Αλέξανδρο.  Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου όταν οι συμπολίτες του ζήτησαν να μεσολαβήσει ώστε η τύχη των Αθηνών να είναι διαφορετική από εκείνη των Θηβών, απαίτησε ως αντάλλαγμα την παραγραφή των σωρευμένων χρεών του. Εκείνοι συναίνεσαν.

[3] Δυστυχώς η λεπτομερέστερη εξιστόρηση της συνάντησης του Εύελπι με τον Αριστοτέλη δεν διασώθηκε.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Ο Εύελπις ο Μεγαρεύς γράφει…

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2015

Μπήκε χρόνος καινούργιος στολισμένος με ελπίδες που προμηνύεται, αν όχι άλλο, ενδιαφέρων και πιθανότατα εφοδιασμένος με ανατροπές και εκπλήξεις. Μάλλον δεν πρόκειται να πλήξουν παρά μόνον οι αθεράπευτα καταδικασμένοι σε αρτηριοσκληρωτικό σνομπισμό. Οι υπόλοιποι, δε θέλει πολύ,  ενθουσιασμένοι, δαγκωμένοι, κοντοανασασμένοι, θα συμπάσχουμε…

images (19)

Και ενώ η πραγματικότητα εξελίσσεται πιο ενδιαφέρουσα από οποιαδήποτε μυθιστορία, λέω να ασχοληθώ λίγο με το παρόν Ιστολογοφόρο, που τελευταία αργοπλέει τροφοδοτούμενο από παλιότερους ανέμους και καύσιμα δανεισμένα από λιγοστούς καλούς φίλους. Επομένως… 

terpsi

Επομένως λέω να σας κοινοποιήσω κάποιες από τις ιστορίες που συντάσσω τον τελευταίο καιρό, παρά το  ότι είναι ακόμη ανολοκλήρωτες και η έκβασή τους αβέβαιη. Πρόκειται για τα πρώτα κείμενα του αφηγήματος με ιστορικές αναφορές για το οποίο σας έχω ήδη μιλήσει…

images (23)

Σήμερα αναρτώ τις πρώτες σελίδες από την εισαγωγή. Εδώ προσπαθώ να δώσω το περίγραμμα μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η μυθοπλασία. Επειδή πρόκειται για κείμενα λίγο-πολύ πρωτόλεια, τίποτα δεν αποκλείει να αλλάξουν εάν και όταν η αφήγηση  θα προχωρήσει και η πλοκή θα βρει τα τελικά της αυλάκια.

 images (39)

Σημείωση: Ο τίτλος καθώς και οι τίτλοι των επί μέρους ενοτήτων είναι προσωρινοί (πρόχειροι).

 Μήνυμα προς τους εθελοντές αναγνώστες: Καλό διάβασμα!

(Απόψεις και συμβουλές  ευπρόσδεκτες)

 images (80)

Β. Νόττας

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση

 

Κύλικες και Δόρατα (προσωρινός τίτλος)

images (30)

Εισαγωγή

  Όπου ο Εύελπις, έγκριτο μέλος της ομάδας των καταγραφέων – λογογράφων που ακολουθούν τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα, αποφασίζει να δημιουργήσει ιδιωτική συγγραφή και να περιγράψει τις προσωπικές του εντυπώσεις και σκέψεις σχετικά με τα εξαιρετικά περιστατικά που βιώνει.

images (19)

Πρόκειται για την μετάφραση στη νεοελληνική γλώσσα ορισμένων ευανάγνωστων σπαραγμάτων από τις καταγραφές του Ευέλπιδος του Μεγαρέως[1] που ανεβρέθησαν πρόσφατα. Το ακόλουθο τμήμα εκτιμάται ότι συνεγράφη περί το 330 πΧ.  στα Σούσα ή στην Περσέπολη.

Στη θέση των δυσανάγνωστων ή απολεσθέντων τμημάτων σημειώνεται το σύμβολο […]

sel100

 

 Α.1 Ο Εύελπις παρουσιάζει τον εαυτό του στους αναγνώστες και περιγράφει συνοπτικά τις περιβάλλουσες την συγγραφή συνθήκες

 Λέγομαι Εύελπις, γιος του Ευρύνου. Γεννήθηκα στη Μεγαρίδα Γη, και συγκεκριμένα στη Νίσαια το λιμάνι των Μεγάρων από το οποίο σήμερα βρίσκομαι αναρίθμητους παρασάγγες μακριά.

Η Μοίρα, που επιβλέπει την πορεία των ανθρώπων, όπως εξάλλου και των θεών, φρόντισε ώστε να γίνω μάρτυρας συγκλονιστικών γεγονότων, τα οποία είμαι βέβαιος ότι οι σοφοί θα καταγράψουν και οι αοιδοί θα τραγουδήσουν στις μελλοντικές γενιές.

Τα γεγονότα αυτά σημαίνουν την έναρξη νέων εποχών, και μάλιστα όχι μόνο για τις χώρες των Ελλήνων και των γειτόνων τους. Όλα δείχνουν ότι ο ρους της Ιστορίας έχει επιταχυνθεί και ότι οι επιπτώσεις των τρεχουσών εξελίξεων αποκτούν ήδη ευρύτερη, οικουμενική διάσταση.

Ευχαριστώ την Ειμαρμένη που με έκρινε άξιο, αν και ακόμη σε ηλικία που οι άλλοι κρίνουν νεανική[2], να ζήσω όλα αυτά από κοντά. Αλλά είναι πιο σωστό να πω ¨ηλικία που έκριναν ως νεανική¨ άλλοτε. Γιατί ποιος τολμά τώρα πια να χαρακτηρίσει οποιονδήποτε πολύ νέο για οτιδήποτε, όταν ο άρχοντας βασιλιάς που ηγείται των Μακεδόνων και των λοιπών Ελλήνων σ’ αυτήν την πρωτόφαντη νικηφόρο ¨ανάβαση¨ δεν έχει ακόμη φτάσει τα τριάντα έτη ζωής;

Ο Αλέξανδρος ο του Φιλίππου, επικεφαλής των στρατευμάτων των ¨αεί παίδων¨[3], βρίσκεται σήμερα θριαμβευτής στο κέντρο της αυτοκρατορίας των Περσών, εκείνων δηλαδή που κατά τη διάρκεια  αμνημόνευτων χρόνων αποτέλεσαν την κύρια απειλή ενάντια στην ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων.  

Όμως και πάλι τον λόγο μου θα πρέπει να διορθώσω: Εχθροί μέγιστοι, περισσότερο καταστροφικοί ακόμη και από την Αυτοκρατορία των Περσών, υπήρξαν για τους Έλληνες η Έριδα και η Διχόνοια, δαιμόνια που εύκολα παρεισφρέουν και επηρεάζουν τον ¨παιδιώδη¨ χαρακτήρα ημών των Ελλήνων. 

Δαιμόνια όμως που εν κατακλείδει υποχωρούν και ηττώνται, εάν όχι  από τις παραινέσεις των σοφών ανδρών όπως ο Ισοκράτης ο Αθηναίος, ασφαλώς από τα ξίφη και τον ενθουσιασμό των ακριτικών ελληνικών λαών, οι οποίοι άνοσοι στα παλαιά πάθη αποδεικνύονται ικανοί να ανοίξουν νέους κοινούς δρόμους. Σε αυτούς έλαχε εν τέλει η τιμή να ξεπεράσουν την παρακμή και την αδυναμία που επέφεραν οι ανηλεείς εμφύλιοι πόλεμοι.

[…]

Ευελπιστώ ότι κάποτε οι λόγοι που καταγράφω εδώ ενδέχεται να αντιγραφούν και να φτάσουν με αυτόν τον τρόπο σε περισσότερους αναγνώστες, που θα βρίσκονται αλλού ή ακόμη και άλλοτε, στην δυσδιάκριτη χώρα του μέλλοντος.

Γιατί αυτή είναι ακριβώς η δύναμη της γραφής: όσα απαθανατίζει είναι δυνατό να ξεπερνούν τα όρια που θέτουν τόσο οι αποστάσεις, όσο και ο χρόνος.  

Κι επειδή οι αναγνώστες που ίσως προσλάβουν τα όσα γράφω μου είναι άγνωστοι, όπως πιθανότατα θα τους προκύπτω άγνωστος κι εγώ, θεωρώ πρέπον να αναφέρω εδώ, καθώς αρχίζω την αφήγησή μου, ορισμένες κατατοπιστικές πληροφορίες. Σκοπός μου είναι να γίνει πιο κατανοητή η ανάγνωση των όσων διηγούμαι σε εκείνους που είτε στο χώρο είτε στον χρόνο βρίσκονται μακριά από εμένα.

 Α.2 Ο Εύελπις διευκρινίζει τα σχετικά με την οικογένεια, την καταγωγή, και την παιδεία του, κάνοντας νύξεις στις αιώνιες εντάσεις ανάμεσα στους Μεγαρείς και τους Αθηναίους

 Ανάφερα ήδη πως με αποκαλούν ¨φορέα καλής ελπίδας¨, ανάγραψα επίσης το όνομα του Ευρύνου, του γεννήτορα και τον τόπο καταγωγής μου. Όμως, θα πρέπει να διευκρινίσω πως παρά το ότι αποτελώ καρπό της Γης των Μεγάρων, ανατράφηκα στην γειτονική Αττική Γη και έλαβα αθηναϊκή παιδεία. Αυτό συνέβη διότι ο Ευρύνους, υπέρμαχος των ειρηνικών σχέσεων ανάμεσα στις όμορες πόλεις, αναγκάστηκε να μετοικήσει  με ολόκληρη την οικογένεια από τη Νίσαια στο άστυ των Αθηνών, σε μία περίοδο κατά την οποία στα Μέγαρα κυριαρχούσαν οι φίλοι των Λακεδαιμονίων.

Ας υπενθυμίσω στο σημείο αυτό, ότι οι εναλλαγές στον τρόπο που οι συμπολίτες μου αντιμετώπισαν τις άλλες ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα την ισχυρή γειτονική πόλη των Αθηνών, υπήρξαν αλλεπάλληλες.

Συχνά οι περίοδοι θανάσιμης έχθρας διακόπτονταν από περιόδους προσπαθειών αποκατάστασης των σχέσεων καλής γειτονίας. Οι εναλλαγές δε αυτές συνεχίζονται αέναα, από την εποχή του ιδρυτή ήρωα Μεγαρέα έως και σήμερα.

Οι λόγοι για την δημιουργία και την εμμονή του εριστικού κλίματος μεταξύ Μεγαρέων και Αθηναίων υπήρξαν πολλαπλοί. Μεταξύ των προφανέστερων το ότι τα Μέγαρα δημιούργησαν αποικίες και κατά συνέπεια ανάπτυξαν στόλο και εμπορικές δραστηριότητες ανταγωνιστικές με εκείνες των Αθηνών, καθώς επίσης ότι οι Μεγαρείς είμαστε απόγονοι Δωριέων και όχι Ιώνων και αυτό μας εντάσσει εγγύτερα στους έτερους ισχυρούς Έλληνες, τους Λακεδαιμόνιους.

Για τους πολίτες της Σπάρτης, ηγήτορες των Λακεδαιμονίων, δεν ήμασταν άλλο παρά προχωρημένο φυλάκιο της Δωρικότητας στα σύνορα με τις ¨μαλθακές¨ χώρες των Ιώνων.  Οι Αθηναίοι πάλι, μας θεωρούσαν άλλοτε πολύτιμους φίλους, κατόχους ασφαλών λιμανιών στο Σαρωνικό, αλλά και στον Κορινθιακό κόλπο, άρα θυροφύλακες των δυτικών θαλασσών, και άλλοτε ετεροκινούμενους προξενητές άγους[4] και διαρκών  ανασφαλειών. Οι αμαθέστεροι δε των Αθηναίων δεν δίσταζαν να λοιδορήσουν τον ¨μεγαρίζοντα¨ τρόπο ζωής.

Η αντιδικία με την πόλη των Αθηνών κατέληξε να έχει καταστροφικές συνέπειες για την χώρα των Μεγάρων. Είναι δε πιθανό να συνεισέφερε στην έναρξη του μεγάλου αδελφοκτόνου πολέμου  που ακολούθησε τις παλιές ένδοξες μέρες, τότε που οι Έλληνες απέκρουσαν από κοινού τους εξ ανατολών αυτοκρατορικούς εισβολείς.

 Α.3 Ο Εύελπις κάνει μνεία στις φιλικές σχέσεις ανάμεσα στον γεννήτορα Ευρύνου και τον αθηναίο διδάσκαλο Ισοκράτη.

Ο Ευρύνους, ζώντας στην εποχή που ακολούθησε την κοινή κατάρρευση της ισχύος των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων, που είχαν άπαντες εξαντληθεί από την πολύχρονη αλληλοκαταστροφή, θεώρησε πρέπον να υποστηρίξει ενεργά την αποκατάσταση της πνευματικής και πολιτικής ενότητας όλων των απογόνων του προπάτορα Έλληνα. Ασφαλώς γνώριζε και συμμεριζόταν σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις για τη δημιουργία μιας πανελλήνιας δύναμης, που ένθερμα διακήρυσσε ο Ισοκράτης των Αθηνών.

Ο Ισοκράτης, διδάσκαλος της ρητορικής τέχνης και συγγραφέας δεοντολογικών διατριβών, δεν είχε απ’ ευθείας ανάμιξη στην πολιτική ζωή του Αθηναϊκού Άστεως. Δεν επιχείρησε ποτέ την άμεση εκλογή του σε δημόσιο αξίωμα, και εθεωρείτο υπεράνω των καθέκαστα πολιτικών παρατάξεων. Αυτό δεν εμπόδιζε, αλλά μάλλον ενίσχυε την μεγάλη επιρροή που ασκούσε μέσω των λόγων του, οι οποίοι καταγράφονταν και κυκλοφορούσαν όχι μόνο εντός των Αθηνών, αλλά σε ένα ευρύτερο, πανελλήνιο κοινό. Οι λόγοι αυτοί ήταν επικεντρωμένοι στην επείγουσα αναγκαιότητα για ενότητα και συσπείρωση όλων των Ελλήνων, ούτως ώστε να ξεπεραστούν οι αυτοκαταστροφικές τάσεις των τελευταίων δεκαετιών, αλλά και για να αντιμετωπιστεί η πάντοτε επικρεμάμενη ασιατική απειλή.

Ο Ευρύνους γνώριζε προσωπικά τον γέροντα διδάσκαλο της ρητορικής της γειτονικής μητροπόλεως, διατηρούσε φιλικές σχέσεις μαζί του και προμηθευόταν τακτικά τις Ισοκράτειες συγγραφές.

Αν και οι μνήμες μου από την περίοδο της μετοίκησης της οικογένειας του Ευρύνου από την Μεγαρίδα στην Αττική είναι συγκεχυμένες λόγω της τότε μικρής μου ηλικίας, γνωρίζω από τις αφηγήσεις των οικείων ότι ο σεβάσμιος  Ισοκράτης και οι συννοούντες, ήταν εκείνοι που φρόντισαν να διευκολύνουν την εγκατάσταση του Ευρύνου στο Άστυ των Αθηνών, και μάλιστα όχι με την ιδιότητα του παροίκου, αλλά με εκείνη του επιφανούς φιλοξενούμενου.

[…]

gse_multipart56443

 Είχα λοιπόν την ευκαιρία να σπουδάσω κοντά στον γηραιό μεν, πλην όμως ευθαλή Ισοκράτη, ο οποίος συμπεριφέρθηκε απέναντί μου με τρόπο ανάλογο της εκτίμησης και της φιλίας που έτρεφε προς τον πατέρα Ευρύνου.

Ο Ισοκράτης, όπως άλλωστε και ο Πλάτων, ο επώνυμος ιδρυτής της αθηναϊκής φιλοσοφικής Ακαδημίας, έχοντας αμφότεροι παρακολουθήσει στο παρελθόν  τη διδασκαλία του αείμνηστου Σωκράτη του Σοφρωνίσκου, συνέχιζαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παιδαγωγική προσπάθεια εκείνου. Ο Πλάτωνας όμως, αν και λίγο νεότερος απ’ τον Ισοκράτη απεβίωσε πρώτος, όταν εγώ ήμουν μόλις εννέα ετών και έτσι δεν πρόλαβα να παρακολουθήσω προσωπικά τις ενδιαφέρουσες διαλέξεις του. Μπορώ πάντως να μαρτυρήσω ότι αυτές είχαν ευρύ αντίκτυπο ανάμεσα στους λόγιους Αθηναίους και ότι συχνά γίνονταν αφορμή για μακρές και έντονες συζητήσεις, τόσο ανάμεσα στον πατέρα μου τον Ευρύνου και ους φίλους του, όσο και ανάμεσα σε εκείνους που σύχναζαν στην σχολή ρητορικής του Ισοκράτη. Ακόμη και ο ίδιος ο Ισοκράτης, ο οποίος συχνά περιέπαιζε τους περί την Ακαδημία ως ¨θεωρητικολογούντες και επιστημολογούντες, πλην όμως τυρβάζοντες μακράν της πραγματικότητος¨, έδειχνε ενδιαφέρον για τα όσα λέγονταν εκεί σχετικά με την ¨ιδανική πολιτεία¨, τους ¨φιλοσοφούντες πολιτικούς¨ και τους ¨πολιτευόμενους φιλοσόφους¨.

 Ένας από εκείνους που μαθήτευσαν επί μακρόν κοντά στον Πλάτωνα, και μάλιστα ένας από εκείνους που ο Πλάτων θεωρούσε από τους πλέον διαυγείς, ευρυμαθείς και διορατικούς νέους φιλοσόφους, ήταν ο Αριστοτέλης ο του Νικομάχου. Ο Αριστοτέλης προέρχεται από τα Στάγειρα, μια από τις βόρειες αποικίες της νήσου Άνδρου και των Χαλκιδαίων.

 Α.4 Ο Εύελπις αναφέρεται στις σχέσεις ανάμεσα στον Ισοκράτη και τον Αριστοτέλη τον Σταγειρήτη

Όταν ο γηραιός πλην όμως οξύνους Ισοκράτης πείστηκε ότι το ιδανικό της ενότητας των ελλήνων θα μπορούσε να υλοποιηθεί όχι μόνον υπό την ηγεσία των Αθηναίων ή έστω μιας από τις άλλες γνωστές παλιές ελληνικές πόλεις, αλλά ότι σημείο εστίασης θα μπορούσε να είναι η ανερχόμενη Μακεδονική δύναμη, φρόντισε να απευθύνει επιστολές και παραινέσεις απ’ ευθείας στον βασιλέα Φίλιππο,  προς τον οποίο εξ άλλου προσέβλεπε ήδη ανεπιφύλακτα η φιλομακεδονική μερίδα των συμπολιτών του. Όμως, εκτός από αυτό, ο Ισοκράτης φρόντισε να έρθει σε ιδιαίτερη επαφή με τον βορειοελλαδίτη διανοητή Αριστοτέλη.

Αυτός ο τελευταίος, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα είχε αποχωρήσει από την Αττική και αφού προσπάθησε να  εφαρμόσει τις αρχές της Πλατωνικής Ακαδημίας στη  Άσσο[5] και στη Μυτιλήνη, στη συνέχεια αποδέχτηκε πρόσκληση του Φιλίππου του Μακεδόνα και ανάλαβε την διαπαιδαγώγηση του δεκατριετούς γιου του, του σημερινού βασιλέα Αλεξάνδρου.

Από ό, τι υπέπεσε στην αντίληψή μου – διότι ο Ισοκράτης δεν δίσταζε να μιλάει χωρίς επιφυλάξεις για όσα τον απασχολούσαν, ιδιαίτερα όταν βρισκόταν στο οικείο περιβάλλον του οίκου του Ευρύνου – ο Αριστοτέλης του είχε απαντήσει, διαβεβαιώνοντάς τον μεταξύ άλλων ότι η παιδεία του νεαρού διαδόχου είχε ήδη ως άξονα το ελληνικό φρόνημα[6], όπως αυτό περιγράφεται στα Ομηρικά Έπη. Και ότι η δική του καθοδήγηση δεν θα μπορούσε παρά να εστιάζεται στις κοινές αξίες των ελλήνων.  

Θυμάμαι επίσης ότι ο Ισοκράτης αναφερόταν συχνά στην υπόσχεση του Αριστοτέλη να επιστρέψει στην πόλη των Αθηνών, μόλις θα ολοκλήρωνε τα παιδαγωγικά του καθήκοντά στην Μακεδονία.

Είναι πιθανό ότι ο γηραιός διδάσκαλος θεωρούσε τον Σταγειρίτη φιλόσοφο ως ενδεχόμενο συνεχιστή της δικής του προσπάθειας  για την πνευματική ενίσχυση της συνοχής των Ελλήνων. Ο Αριστοτέλης διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα για κάτι τέτοιο: διέθετε σπάνιες νοητικές ικανότητες, βορειοελλαδική προέλευση και μάλιστα από πόλη που είχε υποστεί τις συνέπειες της Μακεδονικής επέκτασης[7] -για τις οποίες εν τούτοις ο ίδιος δεν έδειξε μνησικακία- και επιπλέον είχε ήδη διαμείνει επί μακρόν στην πόλη των Αθηνών και ήταν μέτοχος της αθηναϊκής παιδείας.

 Ίσως πάλι ο Ισοκράτης να αποσκοπούσε σε κάτι περισσότερο από αυτό. Έχω την εντύπωση ότι ο επίμονος γέροντας είχε καταστρώσει ένα πληρέστερο σχέδιο: δίπλα σε έναν ικανό άνδρα όπως ο Αριστοτέλης, θα μπορούσαν να συμπαραταχθούν  ορισμένοι από τους μαθητές της δικής του ρητορικής σχολής, επιλεγμένοι από τον ίδιο και άπαντες ομού να αποτελέσουν τον εναρκτήριο πυρήνα μιας νέας, πανελλήνιας ηγετικής τάξης.  Ένας από αυτούς, εάν συνέχιζα να είμαι επιμελής και αξιόπιστος ακόλουθός του, θα μπορούσα να ήμουν κι εγώ, ο Δωριεύς Εύελπις από τα Μέγαρα. Ο ίδιος ο διδάσκαλος, λίγο πριν από το θάνατό του, μου είχε πει ότι στις επιστολές του προς τον Αριστοτέλη είχε ήδη αναφέρει το όνομά μου με τρόπο επαινετικό.

Πράγματι, η υπόσχεση του Αριστοτέλη για επιστροφή στο Αθηναϊκό Άστυ υλοποιήθηκε ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Φιλίππου και την ανάληψη της ηγεσίας των Μακεδόνων από τον Αλέξανδρο, δηλαδή μόλις πέντε έτη πριν από σήμερα. Δυστυχώς ο Ισοκράτης είχε ήδη αποβιώσει τρία χρόνια νωρίτερα, όταν εγώ ήμουν ακόμη δεκαοκτώ ετών.

[…]    

(συνεχίζεται)

fbfe3c002fabfff4dd336e5a58367a4b

[1]   Η παρουσία του Ευέλπιδος στην ακολουθία του Αλεξάνδρου επιβεβαιώνεται και σε κείμενα που εικάζεται ότι ανήκουν στον Καλλισθένη, συγγενή του Αριστοτέλη, ιστορικό και έμπιστο γραφέα  των επισήμων επιστολών του Μακεδόνα βασιλέα.

[2] Από τα αναγραφόμενα προκύπτει ότι Εύελπις πρέπει να είχε περίπου την ίδια ηλικία με τον Αλέξανδρο, επομένως όταν συντάχθηκε το παρόν τμήμα των κειμένων πρέπει να ήταν 26 ετών.

[3] Ο Εύελπις προφανώς γνωρίζει τα όσα αναφέρει ο Πλάτων  στον Τιμαίο, σχετικά με τον διάλογο ανάμεσα σε Αιγύπτιο ιερέα  και τον Σόλωνα τον Νομοθέτη. Ο ιερέας φέρεται να λέει στον Αθηναίο σοφό: Ὦ Σόλων, Σόλων, Ἕλληνες ἀεί παῖδές ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν. Νέοι ἐστέ τάς ψυχάς πάντες. Οὐδεμίαν γάρ ἐν αὐταῖς ἔχετε δι’ ἀρχαίαν ἀκοήν παλαιάν δόξαν οὐδέ μάθημα χρόνῳ πολιόν οὐδέν.

Δηλαδή: Σόλωνα, Σόλωνα, εσείς οι Έλληνες μένετε πάντα παιδιά και δεν υπάρχει κανένας γέροντας Έλληνας. Νέοι είστε στις ψυχές σας όλοι. Γιατί δεν έχετε πεποιθήσεις ριζωμένες σε κληρονομικές δοξασίες ούτε γνώσεις γερασμένες.

[4] Προφανώς εδώ γίνεται υπαινιγμός στην υπόθεση του Κυλώνειου Άγους,  που είχε ως πρωταγωνιστή τον Κύλωνα, αθηναίο μεν ευπατρίδη, αλλά υποκινούμενο από τον πεθερό του, τον τύραννο των Μεγάρων Θεαγένη.   

[5] Ο Εύελπις αναφέρεται εδώ στις πλατωνικές αντιλήψεις περί του ηγετικού ρόλου των φιλοσόφων στην ιδανική Πολιτεία, καθώς και στην προσπάθεια του Αριστοτέλη να συνεισφέρει στην διοίκηση της μικρασιατικής πόλης Άσσου από τους πλατωνικούς Ερμεία,  Έραστο και Κορίσκο

[6] Προφανώς στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά στους προγενέστερους παιδαγωγούς του Αλέξανδρου,  όπως ο Λεωνίδας, Μολοσσός από την Ήπειρο και ο  Λυσίμαχος από την Ακαρνανία.

[7] Εδώ γίνεται μνεία στην πολιορκία και καταστροφή της πόλης των Σταγείρων από τον Φίλιππο το 349 π.Χ. Ο Φίλιππος επανοικοδόμησε την πόλη προς τιμήν του Αριστοτέλους.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »