Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Ιστορικό μυθιστόρημα’

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο Όγδοο: Η μύηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Μαΐου, 2016

 

οο

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο όγδοο. Ο Οινοκράτης και η μυητική τελετή

Εάν ο Οινοκράτης δεν είχε δει τον τελευταίο καιρό όνειρα, όνειρα από εκείνα που εξελίσσονται κάπου ανάμεσα σ’ ένα ασαφές υπερβατικό σκηνικό και σε μια θολή γήινη πραγματικότητα, ίσως δεν θα είχε μέτρο σύγκρισης προκειμένου να περιγράψει την εμπειρία της ημέρας εκείνης. Ωστόσο, καταλήγει ότι αυτήν την αίσθηση, την κάπως περίεργη, την κάπως ανησυχητική, την με κάποια έξαρση, την με κάποιο κατακάθι,  την είχε ¨εν τινι μέτρω¨ ξανααισθανθεί μόνον σε αυτά τα αλλόκοτα όνειρα που   τον κατακλύζουν τελευταία.

Είχαν έρθει να τον πάρουν δύο εντυπωσιακοί παιδαράδες οπλίτες, ντυμένοι με την καλή τους στολή, που είναι και οι τελευταίοι των οποίων είδε τα πρόσωπα εκείνη τη μέρα.  Αυτοί, χωρίς περιττά λόγια, -για να είμαστε πιο ακριβείς, χωρίς να βγάλουν μιλιά –  περιορίστηκαν στο να του δέσουν τα μάτια με ένα μαλακό μαύρο ύφασμα και, μετά, να τον επιβιβάσουν σε μια κλειστή άμαξα.

Καλπασμός, τίκι τάκα πάνω στο λιθόστρωτο των δρόμων των Σούσων και μετά σούρσιμο πάνω σε χωματόδρομους ποιος ξέρει που.

Χλιμίντρισμα, σταμάτημα κάπου, ή κάπου αλλού!

Κάποιος να τον τραβάει για να κατεβεί απ’ την άμαξα.

Κάποιος να του δίνει την άκρη ενός μπαστουνιού. Κάποιος, που κρατάει την άλλη άκρη, να τον τραβάει προς τα κάπου.

Περπάτημα. Στροφές. Μυρωδιά υγρασίας, ίσως μούχλας.

Σκαλοπάτια ανηφορικά. Σκαλοπάτια κατηφορικά, γλιστερά.

Αντήχηση. Για να φτιάχνει τέτοια αντήχηση, ο χώρος πρέπει να είναι κλειστός και ψηλοτάβανος, ίσως θολωτός.

Τον στήνουν όρθιο σε κάποιο σημείο. Μυρωδιές μυστηριώδεις, απροσδιόριστης προέλευσης, που αιωρούνται…

Τώρα επικρατεί απόλυτη σιγή!

ο

Έξαφνα, μια συγχρονισμένη χορωδιακή βοή αρχίζει υπόκωφα και ανελίσσεται αστραπιαία σε οξύτατη ιαχή.

Ο Οινοκράτης τρομάζει, όπως θα τρόμαζε οποιοσδήποτε που θα του έκαναν ξαφνικά και απροειδοποίητα ¨μπαμ¨ πίσω από τ’ αφτί∙ για να τα λέμε όλα: ίσως και λίγο περισσότερο.

Η ιαχή καταλαγιάζει και μετατρέπεται σε μια σχεδόν ψιθυριστή μουρμούρα. Ο Οινοκράτης ηρεμεί και προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς λένε. Δεν τα καταφέρνει.

Παύση. Δονούμενη ανησυχητική σιγή.

Κάποιος του βάζει ένα κουτάλι ανάμεσα στα δόντια. Κατάποση εκ των πραγμάτων στραβή. Γεύση γλυκόπικρη!

Παύει να είναι ακριβώς ξύπνιος ή ακριβώς εν υπνώσει, αλλά αρχίζει να καταλαβαίνει για ποιο πράγμα μιλάει το μουρμουρητό που ξαναρχίζει.

Πρόκειται για μια θεϊκή ιστορία!

Άγνωστη;

Όχι. Γνωστή!

Prometheus-Hercules

Ζωντανεύει ο ¨μύθος¨ του τιτάνα Προμηθέα, εκείνου που ¨πρώτα σκέφτεται¨. Του γιού του Ιαπετού και της Θέμιδας, της μητέρας προστάτιδας της ανθρώπινης τάξης και των θεσμών.

Του Προμηθέα που μεγαλώνει αλλιώτικος από τους άλλους τιτάνες και αλλιώτικος κι από τους Ολύμπιους.

Του Προμηθέα που αγαπάει τους θνητούς σε βαθμό που να αποπειραθεί, για χάρη τους, να ξεγελάσει τους θεούς.

Του Προμηθέα που μπάζει τους θνητούς στο θεϊκό παιχνίδι, χαρίζοντάς τους καινούργια μυστήρια όπλα!

Του Προμηθέα που δρα κρυφά για το κοινό ανθρώπινο καλό.

Του Προμηθέα που δρα κρυφά, αλλά χαρίζει τη Γνώση!

Του Προμηθέα που παρακούει, αλλά ¨προμηθεύει¨ την φωτιά της κατασκευής και της κάθαρσης!

Του Προμηθέα που θα διωχθεί, θα βασανιστεί!

Του Προμηθέα που θα δικαιωθεί τελικά χάρη στην παρέμβαση του ημίθεου προγόνου: του μαχητή Ηρακλή!

Μία φωνή, μόνη, αναρωτιέται:

«Είναι ένοχος για όλα αυτά ο Προμηθέας;»

«Όχι», απαντούν εν χορώ πολλές φωνές. «Είναι αθώος!»

«Είναι αθώος», ψελλίζει και ο Οινοκράτης, πεισμένος μεν, αλλά με βαριά βλέφαρα.

Πρέπει κάπου να υπάρχει ένα κύμβαλο με ήχο βαθύ. Ηχεί και η αφήγηση ολοκληρώνεται.

Κάποιος πλησιάζει και αφαιρεί τον μαύρο επίδεσμο από τα μάτια του Οινοκράτη.

Η ορατότητα δεν βελτιώνεται. Η αίθουσα είναι μαύρη. Η οροφή δεν διακρίνεται, ούτε οι περιμετρικοί τοίχοι. Οι παρόντες είναι τυλιγμένοι στο ανεπαρκές ημίφως λίγων και ασθενικών επικρεμάμενων καντηλιών και σε μελανές τηβέννους. Και φορούν μάσκες που μοιάζουν με εκείνες των ηθοποιών στις τραγωδίες.

greek11

Ένας απ’ αυτούς κάνει δυο βήματα μπροστά και ρωτάει υψηλόφωνα.

«Εσύ ποιος είσαι;»

Ο Οινοκράτης δεν είναι σε θέση να απαντήσει και κατά συνέπεια δεν απαντά. Βρίσκεται ακόμη στον Καύκασο και παρακολουθεί με δέος την απελευθέρωση του Προμηθέα από τον Ηρακλή τον ροπαλοφόρο, κάτω από τις επευφημίες των θνητών που έτυχε να είναι ζωντανοί εκείνη την ηρωική-θεϊκή περίοδο.

Ένας καταρράκτης από ψυχρό νερό που προέρχεται από κάπου ψηλά, τον κατάμουσκεύει και τον επαναφέρει στην (αλλοιωμένη) πραγματικότητα.

«Εσύ ποιος είσαι;», επαναλαμβάνει η Φωνή.

«Ο Οινοκράτης», λέει ο Οινοκράτης με επιφύλαξη.

«Και τι θέλεις;» επιμένει η Φωνή.

«Να υπηρετήσω», απαντά ο Σικελός που για αυτή την ερώτηση είναι κατάλληλα δασκαλεμένος.

«Στο όνομα ποίου;» ρωτάει μια άλλη φωνή.

«Του προστάτη της Γνώσης. Του Προμηθέα».

«Για ποιον;»

«Για την πατρίδα, τον βασιλέα,  την εκστρατεία».

«Και ποίος ο ανάδοχος;» ακούγεται μια ακόμη φωνή.

Ευτυχώς σε αυτή την ερώτηση απαντούν από μόνοι τους και από κοινού οι υπόλοιποι, γιατί ο Οινοκράτης νόμιζε ότι ανάδοχος ήταν ο αφέντης του.

«Ο φέρων το Κάλλος του Σθένους!» χορ-ωδούν οι φωνές έμπλεες σεβασμού.

οοο

Του έγιναν κι άλλες ερωτήσεις, περισσότερο για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του τελετουργικού, παρά για να μάθουν κάτι καινούργιο οι μασκοφόροι, γιατί ο Οινοκράτης είχε ήδη καταθέσει γραπτά τις βασικές απαντήσεις στα πιο εύλογα ερωτήματα των υπηρεσιών, ακολουθώντας τις συμβουλές που του είχε δώσει ο Εύελπις πριν φύγει.

Όταν οι ερωτήσεις τελείωσαν, του ζητούν να μπει μέσα σε μια ξύλινη κάσα που βρίσκεται  ακουμπισμένη εκεί κοντά, αν και δε την είχε παρατηρήσει πρωτύτερα. Μπαίνει και ξαπλώνει μέσα της, ενώ οι μασκοφόροι αποχωρούν ένας ένας, προφανώς για να πάνε να συσκεφτούν και να βγάλουν την τελική ετυμηγορία.

Κάποιος, πριν φύγει, καρφώνει το καπάκι του κιβώτιου που εγκυμονεί πλέον Οινοκράτη σε κατάσταση ημιεγρήγορσης. Ευτυχώς οι σανίδες του κουτιού έχουν μεταξύ τους κενά απ’ όπου ο υγρός αέρας της αίθουσας μπορεί να φτάσει ως τα ρουθούνια του -συμβολικά νεκρού- μουσκεμένου επίδοξου κρατικού λειτουργού

ξξ

Στη κοιλιά της κάσας το υποψήφιο μέλος των υπηρεσιών περιμένει… Ώρες, που του φαίνονται ατέλειωτες. Φτερνίζεται. ¨Πάλι καλά που μου κάνουν τη συντομευμένη διαδικασία… Πού και να μου κάνανε την ΄αναλυτική΄¨, σκέφτεται (καθώς σιγά σιγά ανακτά την γνωστή του θυμοσοφία)  και παρηγοριέται.

 

Κάποτε ακούγονται και πάλι ήχοι προσέλευσης. Ένας ξεκαρφωτής ανοίγει την κάσα, ενώ οι λοιποί μασκοφόροι επιδίδονται σε άσματα μάλλον πανηγυρικού χαρακτήρα.

Ο Οινοκράτης βγαίνει με δυσκολία από το κιβώτιο και προσπαθεί να ξεαγκυλωθεί και να στηθεί όρθιος. Ίσως και να τα κατάφερνε, εάν δεν τον πλησίαζε ένας, με τραγική έκφραση (στη μάσκα) και δεν τού έλεγε με εγκάρδια ιλαρότητα: «Συγχαρητήρια νέε! Τα κατάφερες!», ενώ παράλληλα του καταφέρει ισχυρή κατραπακιά οικειότητας στην πλάτη. Ο Οινοκράτης παραπαίει.

«Είσαι πλέον εις εξ ημών», τον διαβεβαιώνει ένας άλλος, με μια κατραπακιά που, προερχόμενη από την άλλη του πλευρά, τον βοηθάει να ξαναβρεί μια στοιχειώδη ισορροπία, πριν πλακώσουν ενθουσιασμένοι και οι υπόλοιποι.

Τελικά του ξαναδένουν τα μάτια και του δίνουν πάλι το μπαστούνι.

Όχι πολύ αργότερα από ¨σε λίγο¨ θα βρεθεί και πάλι μπροστά στην πόρτα της οικίας  που έχει παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Εύελπι και τον πιστό του (τέως υπηρέτη, νυν συνεργάτη και, κυρίως – πλέον- μέλος των αφανών υπηρεσιών) Οινοκράτη  (τον πρώτο, μεταξύ άλλων, στη σύνθεση ευεργετικών αφεψημάτων).

αρχείο λήψης

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο έβδομο:Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έβδομο. Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

4792.480

Ο Εύελπις γνωρίζει τον διαβόητο Άρπαλο, αλλά όχι από κοντά. Έχει δει πολλές φορές παλιότερα το χαρακτηριστικό του σουλούπι ανάμεσα σε εκείνους που περιβάλλουν τον μακεδόνα βασιλιά όταν αυτός επιθεωρεί το στράτευμα ή όταν μιλάει στις ευρείες συσκέψεις των συμμάχων. Αλλά, μα τον Δία τον Χειραγωγό, δεν περίμενε να τον γνωρίσει προσωπικά κάτω από τέτοιες παράδοξες συνθήκες και, ακόμη περισσότερο, δεν περίμενε να δεχτεί απ’ αυτόν βοήθεια σε μια κρίσιμη συγκυρία.

Ο Άρπαλος πάλι, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον Εύελπι μόνον από το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του πολεμιστή που βλέπει μπροστά του. Αλλά μόλις ακούει το όνομά του, συνειδητοποίει ότι βρίσκεται απέναντί σ’ έναν από τους πιστούς του επικίνδυνου ραδιούργου, αλλά και φανατικού στις απόψεις του, Καλλισθένη. 

¨Ο Δίας ο Παιγνιώδης έριξε τους κύβους κι έφερε δυάρες¨ λέει μέσα του. ¨Να δεις που την παρτίδα θα την κερδίσει πάλι η τυφλή ανορθολογική Ειμαρμένη.  ¨Όμως¨, σκέφτεται αυτάρεσκα καθώς απλώνει το χέρι για να σφίξει -εγκάρδια θα έλεγε κανείς- εκείνο του Μεγαρέα, ¨τώρα στο παιχνίδι μπαίνει και ο Άρπαλος ο Απρόβλεπτος¨.

όπλα

 Οι ένοικοι της αγροικίας πάνω στο λόφο, (καμιά δεκαριά άτομα: ένας χωρικός, το άμεσο σόι του και μερικοί οικόσιτοι δούλοι), ήταν εκείνη την ημέρα τυχεροί μέσα στην ατυχία τους. Οι ένοπλοι που είχαν καταλάβει το αγροτόσπιτο το πρωί, δεν τους ήθελαν στα πόδια τους και τους είχαν κλειδώσει στο κελάρι, δεμένους χειροπόδαρα. Αυτό όμως αποδείχτηκε ικανό τεκμήριο για τους επτά  έλληνες που αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν εκεί, ότι οι ένοικοι δεν ήταν ανακατεμένοι στην ενέδρα και επομένως, αφού τους απελευθέρωσαν, το μόνο που ζήτησαν ήταν φιλοξενία για εκείνο το βράδυ.

Βέβαια, η επικοινωνία μαζί τους δεν υπήρξε εύκολη γιατί μιλούσαν μόνο ένα τοπικό ιδίωμα αρκετά δυσκατάληπτο ακόμη και για τον σωματοφύλακα Σωσίβιο, τον μόνο που ισχυριζόταν ότι ξέρει καλά τα περσικά. Από ό, τι τελικά κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν από αυτά που, πρόθυμα όσο και δυσνόητα  έλεγαν οι ντόπιοι, οι ανατολίτες που έστησαν την ενέδρα δεν ανήκαν στο τακτικό περσικό στράτευμα∙  πιθανότατα, είχαν κατεβεί από τα βουνά του βορρά όπου εξακολουθούν να δρουν ένοπλοι Ούξιοι.

image009

Ανάμεσα στον Μακεδόνα και στον Μεγαρέα κυκλοφορούν κάποιοι (όχι αδιόρατοι) σπινθήρες έντασης∙ ας πούμε όμως ότι είναι πολύ ασθενέστεροι από εκείνους που πιθανώς θα εκρήγνυνταν, αν στη συνάντησή τους δεν είχε προηγηθεί η σωτήρια παρέμβαση του Άρπαλου και η επακόλουθη από κοινού επικράτηση πάνω στους πολυάριθμους Ανατολίτες.  Ας προσθέσουμε ότι, αντίθετα,  τέτοιοι σπινθήρες είναι ανύπαρκτοι ανάμεσα στους ακολούθους τους. Οι τέσσερεις σωματοφύλακες πολεμιστές και ο ιπποκόμος αμαξάς-τοξότης, μετά την συμπλοκή έχουν εγκαρδίως συναδελφωθεί και είναι έτοιμοι να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη με ένα καλό φαγοπότι.  

Τώρα στην εστία του σπιτιού τριζοβολάει μια πλούσια φωτιά και στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονται οι έλληνες, έχουν απλωθεί διάφορα τοπικά εδέσματα, κυρίως άρτος, αλλαντικά και λαχανικά. Υπάρχει επίσης μια λήκυθος γεμάτη με άρακ, ένα δυνατό ποτό αρωματισμένο με άνηθο, με το οποίο πρωτύτερα ξέπλυναν τις όχι λίγες, αν και μάλλον επιφανειακές, πληγές τους. Είναι ένα ποτό που το έχουν ήδη συναντήσει στα παράλια της Συρίας∙ ο Εύελπις έχει ακούσει τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα να το συνιστά για τον καθαρισμό των τραυμάτων.

«Είναι εξ ίσου καλό στην κατάποση», αποφαίνεται ο Άρπαλος δοκιμάζοντάς το.

«Μόνο που απαιτεί πολύ νερό κατά την αραίωση» προσθέτει ο Εύελπις, κάνοντας νόημα στους δικούς του να ακολουθήσουν τη συμβουλή του για γερό αραίωμα.

«Εξαρτάται απ’ τον πότη. Υπάρχουν οι ανθεκτικοί και οι άμαθοι», διαφωνεί ο Άρπαλος, γεμίζοντας με μια μάλλον επιτηδευμένη κίνηση τον κύλικά του με το καυτερό υγρό.

Ο Εύελπις, παίρνει μια βαθειά ανάσα. Ο αέρας μέσα στο αγροτόσπιτο μυρίζει φλεγόμενο ξύλο, ψημένο λουκάνικο και αναθυμιάσεις από άρακ. Ύστερα κουνάει επιφυλακτικά το κεφάλι του και επικαλείται ένα δημοφιλές φιλοσοφικό απόφθεγμα.

«Παν μέτρον άριστον», λέει.

«Οι πόλεμοι αγαπητέ Μεγαρέα, δε ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά βρίσκονται εκτός μέτρου. Εγώ, τουλάχιστον, έχω αυτήν την εντύπωση». 

«Εγώ πάλι νομίζω, ευγενικέ Μακεδόνα, ότι καλά τα λένε οι φιλόσοφοι, αλλά πρέπει επίσης να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο κατηγορίες ¨μέτρου¨ και αυτός ο δυισμός μπερδεύει την κατάσταση». Το βλέμμα του Εύελπι καρφώνεται στα γαλανοπράσινα μάτια του Άρπαλου. «Το να βρεθεί το ¨ιδανικό μέτρο¨ δεν είναι δουλειά για μέτριους ανθρώπους», συνεχίζει. «Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει εκείνο των θνητών, εγκατεστημένο πάνω στις απλές και νόμιμες ανθρώπινες επιθυμίες (και ανάγκες) και εκείνο των θεοτήτων κρυμμένο μέσα στις φιλοδοξίες για την τελειότητα και τη θέωση.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν  ξέρει πότε μπορεί να χρησιμοποιήσει αβίαστα το ανθρώπινο ¨μέτρο¨, έτσι όπως το υπαγορεύει αυθόρμητα η ανθρώπινη φύση και πότε πρέπει να συμπεριφερθεί ακολουθώντας το ¨μέτρο¨ που υπαγορεύουν οι θεοί. Αυτό το δεύτερο φαίνεται ότι δεν είναι αυτόματα ορατό, αντίθετα, είτε πρέπει να το ψάξεις βαθειά μέσα σου, όπως συνιστούσε ο αείμνηστος Σωκράτης, είτε είσαι υποχρεωμένος να καταφύγεις στις ερμηνείες και τους χρησμούς των μάντεων και των ιερέων, που όμως, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε σαφείς…»

image002

Ο Άρπαλος κοιτάζει τώρα τον συνομιλητή του με περισσότερο ενδιαφέρον και χαμογελάει:

«Κάτι μου λέει ότι έχεις κι εσύ επισκεφτεί εκείνη τη φωλιά των ¨σκύλων¨, το γυμνάσιο του Κυνοσάργους στην Αθήνα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι και εσύ, όπως και εγώ άλλωστε, έχεις φτιάξει μια δική σου εκδοχή, μια δική σου παραλλαγή και ερμηνεία, των απόψεων των ¨κυνών¨. Τα λέω καλά;»

Ο Εύελπις, για να ακουστεί, υψώνει κάπως τη φωνή του, γιατί οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, έχουν αναπτύξει ξέχωρη φωναχτή συζήτηση που αφορά κάτι ανάμεσα στην κρυφή γοητεία των γυναικών της ανατολής και την προφανή γοητεία του χοιρινού στα κάρβουνα.

«Βασικά παρακολούθησα τη σχολή του Ισοκράτη.  Αλλά σχετικά με τα φιλοσοφικά θέματα, όποτε μπορούσα επισκεπτόμουν τόσο το Κυνόσαργες, όσο και την Ακαδημία. Εσύ πότε βρέθηκες στην Αθήνα;»

«Όπως ίσως ξέρεις… Διορθώνω: όπως σίγουρα ξέρεις, αφού απ’ ό, τι γνωρίζω είσαι ένας έμπιστος συνεργάτης του ¨παντογνώστη¨ Καλλισθένη, ήμουν στην Αθήνα πρόσφατα. Τελικά όμως, υπακούοντας στην έκκληση του αγαπητού μου Αλέξανδρου, να ‘μαι και πάλι στην Ασία.  Είχα όμως επισκεφτεί το Κλεινόν Άστυ και όταν ήμουν νεότερος, πριν την εκστρατεία, σε ένα, ας πούμε, εκπαιδευτικό ταξίδι.  Είναι γνωστό πως οι ψηλομύτες αθηναίοι ευπατρίδες επιτρέπουν στους αλλοδαπούς να παρακολουθούν μόνον το γυμνάσιο του Κυνοσάργους. Σπουδαίο δημόσιο ίδρυμα, το οποίο όμως υποτιμούν οι καθαρόαιμοι παίδες  των Αθηναίων. Εσύ πώς τα κατάφερες;»

«Είμαι γιος ενός πολιτικού πρόσφυγα από τα Μέγαρα, στον οποίο έχουν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια».  

«Α, έτσι», λέει ο Άρπαλος και, ενώ το βλέμμα του παίρνει μια νοσταλγική απόχρωση, σηκώνει ψηλά, σε μια κίνηση απροσδιόριστης πρόποσης τον κύλικα, και μετά κατεβάζει μονορούφι το δυνατό άρακ. «Ήτανε όμορφη η Αθήνα τότε,  όπως είναι σαγηνευτική και τώρα», λέει μετά. «Εμβριθείς Φιλόσοφοι, σπινθηροβόλοι ρήτορες, πλούσιες βιβλιοθήκες από όπου ακόμα και σήμερα προμηθεύομαι τα βιβλία που μου ζητάει ο βασιλιάς… Και βέβαια, η ωραιότερη από τις θέλξεις του Άστεως: Οι αθηναίες εταίρες. Οι μόνες γυναίκες με τις οποίες μπορείς να κάνεις έρωτα που  να εξάπτει το σώμα ως την πιο οξεία κορύφωση, αλλά και συζήτηση που να χαρίζει στο πνεύμα τις πιο λεπτές απολαύσεις!»  

αρχείο λήψης

Ο Εύελπις κοιτάζει παραξενεμένος τον συνδαιτυμόνα του. Αυτό δε το περίμενε. Ο ατάσθαλος φυγάς μοιάζει να έχει κάποια κοινά σημεία μαζί του. Την αδυναμία στις ωραίες καλλιεργημένες γυναίκες, την αγάπη για τις βιβλιοθήκες, τη νοσταλγία για την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς, που ο ίδιος -για να μην τον τυραννάει- προσπαθεί να καταπνίξει, αλλά που ο Μακεδόνας  -αν και έζησε πολύ λιγότερο εκεί- την ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν μου έλεγες», αλλάζει πάλι θέμα ο Άρπαλος, «ότι το περίφημο ελληνικό μας ¨μέτρο¨ είναι δυσπρόσιτο γιατί -όπως και οι κυνικοί, αν δεν κάνω λάθος, υποστηρίζουν- δεν έχουν αποδοθεί στην λέξη επακριβείς ορισμοί. Και ότι πρέπει να διακρίνουμε κατηγορίες και αποχρώσεις. Και ότι υπάρχει, κατ’ αρχήν,  το μέτρο της φύσης των ανθρώπων και το μέτρο των θεών. Δηλαδή από τη μια μεριά ένα ¨μέτρο¨ που, λέω εγώ, δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνο που ασυνείδητα διαθέτουν όλα τα ζωντανά όντα, από τους σκύλους-σκύλους, ως εμάς τους άνω θρώσκοντες, και, από την άλλη,  ένα ¨μέτρο¨ που οι θεοί μας το κοινοποιούν σπάνια και με φειδώ, ή, πάλι, μέσω μιας εξειδικευμένης ιεραρχίας μυημένων. Έτσι είναι; τα λέω σωστά;»  

Ο Άρπαλος παίρνει μια βαθειά ανάσα που καταλήγει σ’ ένα μικρό αρακογενές ρέψιμο.

«Εμένα», συνεχίζει χωρίς να περιμένει την απάντηση του Μεγαρέα, «δε μου φαίνεται και πολύ αισιόδοξη η άποψή σου. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, είμαστε αενάως καταδικασμένοι στην σύγχυση και το μπέρδεμα… Διαβλέπω μια απαισιοδοξία όμοια με εκείνη που κρύβεται πίσω από την ¨αναχωρητικότητα¨ ορισμένων κυνικών. Μια απαισιοδοξία που οδηγεί στον μονισμό και την επιδεικτική πενία των προσποιητά ευτυχισμένων σκύλων και που, προσωπικά, δε μ’ αρέσει».

¨Μα τι λέει τώρα ετούτος εδώ;¨ σκέπτεται ο Εύελπις. ¨Μα την Αθηνά την Σοφολογιότατη, με αποκαλεί απαισιόδοξο; Και μάλιστα με συγκρίνει με τους ΄σκύλους΄; Ποιος; Αυτός, που κάνει παρέα με τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη και την κλίκα του. Να τον αφήσω στη βακχική του ζαλάδα ή να του τα κάνω πιο λιανά;¨

Τελικά αποφασίζει ότι εντάξει, δεν πειράζει,  χάρη στα κοινά σημεία που διαπίστωσε λίγο πριν, μπορεί να πει -σε αυτόν, τον παράδοξο, έως τις προάλλες φυγά- ένα δύο πράγματα παραπάνω:

«Δεν κατάλαβες καλά άρχοντα μακεδόνα, ίσως γιατί προηγουμένως με διέκοψες θυμίζοντάς μου την Αθήνα, τις συγκινήσεις της και τα εφηβικά μου χρόνια.  Όμως, δεν ολοκλήρωσα τον συλλογισμό μου.

Εγώ, όπως και άλλοι άλλωστε, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα εργαλείο παραπάνω από τα άλλα ζωντανά, το μόνο που ενδέχεται να τους οδηγήσει στο ιδανικό ¨μέτρο¨. Μόνον που δεν το χρησιμοποιούν όσο συχνά και όσο επιδέξια θα έπρεπε.

Αυτό το εργαλείο, που άλλοι το αποκαλούν ¨νόηση¨ και άλλοι του δίνουν το όνομα του θεού Λόγου,  είναι εκείνο που μας βοηθάει να επεξεργαστούμε με τρόπο ωφέλιμο τις όποιες γνώσεις καταφέρνουμε να αποσπάσουμε από το σκοτεινό βασίλειο του Άγνωστου. Και μάλιστα πρόκειται για ένα εργαλείο που, με όσο περισσότερες γνώσεις το προμηθεύει κανείς, τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται. Μπορεί μεν να μην οδηγεί σ’ ένα αναλλοίωτο και  απόλυτο ¨δέον γενέσθαι¨, αλλά είναι σε θέση να προσδιορίσει το εκάστοτε κατάλληλο μέτρο, ή αν προτιμάς να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη χθόνια φύση από τη μια, και τους απαιτητικούς θεούς-πρότυπα των ανθρώπων από την άλλη. Μιλάω για το Μέτρο που άριστα προσαρμοσμένο από τον Λόγο θα έπρεπε να καθοδηγεί πράξεις και συμπεριφορές σε κάθε φάση και σε κάθε συγκυρία του ατομικού και του συλλογικού βίου.

Αυτή είναι η θεώρησή μου και δεν νομίζω ότι πρέπει να σου φανεί απαισιόδοξη. Γιατί, απλούστατα, δεν είναι. Κάθε άλλο. Πιστεύει βαθειά στον άνθρωπο και τις απεριόριστες δυνατότητες που κρύβει μέσα του».

Ο Μακεδόνας ρίχνει μια επίμονη διερευνητική ματιά στον Εύελπι, αλλά το άρακ κάνει πλέον ορατή την επιρροή του και το βλέμμα δεν προκύπτει τόσο σταθερό όσο θα το ‘θελε. Επομένως, το στρέφει προς τους ακόλουθους, που τώρα έχουν αρχίσει να τραγουδούν (επινοώντας μια πρώιμη όσο και παράφωνη πολυφωνικότητα) ένα δωρικό άσμα πορείας.images (17)

«Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι… πολύς λόγος γι αυτούς…», λέει σιγανά∙ και μετά, δυνατότερα:

«Πρόσεξέ με  Μεγαρέα, εγώ δεν είπα ότι είμαι αισιόδοξος. Είπα μόνον ότι δε μου αρέσει η απαισιοδοξία ορισμένων κυνικών, γιατί η θεωρία τους δεν περιέχει κανένα ικανό αντίδοτο στα όσα μελανά διαπιστώνει και στα όσα, ακόμη πιο μαύρα, προφητεύει. Εκτός βέβαια απ’ την αποχή από τις εγκόσμιες χαρές. Αυτοί οι τύποι καταδικάζουν (υποπτεύομαι μόνο στα λόγια) τη μόνη χειροπιαστή παρηγοριά που μπορώ να δω στο γύρο: την γήινη, εγκόσμια απόλαυση!»

Αλλά ο Εύελπις συνεχίζει απτόητος. Έχει αποφασίσει  (ευκαιρίας δοθείσης) να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα, ρωτώντας στα ίσια αυτόν εδώ τον περίεργο τύπο: 

«Και όσο για τους κυνικούς, με εκπλήττει που λες πως δεν τους πας. Κι αυτό γιατί απ’ ό, τι ξέρω, μερικοί από αυτούς που ακολουθούν την εκστρατεία, κατέχοντας μάλιστα αξιοζήλευτες θέσεις κοντά στον βασιλέα, κομπάζουν και καυχώνται ότι είναι φίλοι σου, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι  κι εσύ συμμερίζεσαι τα όσα λένε και κάνουν».

«Τα φαινόμενα συχνά απατούν Μεγαρέα. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις», απαντά ο Άρπαλος ξαναγεμίζοντας τον κύλικά του, και παραλλάσσοντας σε βήξιμο έναν (και πάλι αρακογενή) λόξυγκα. «Αναγνωρίζω ότι το κίνημα των σκύλων είχε τα τελευταία χρόνια μεγάλη απήχηση σχεδόν σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, κυρίως στις πιο πλούσιες, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Ομολογώ ότι κι εμένα με είχε επηρεάσει τον καιρό που μαθήτευα στο Κυνόσαργες. Τίποτα το παράξενο αφού, στην αρχή τουλάχιστον, οι σκύλοι -αντισυμβατικοί  ίσαμε την πρόκληση και ατημέλητοι έως αστείοι- αντιπροσώπευαν την εξέγερση των νέων ανθρώπων απέναντι στο κύμα -όχι αναζήτησης της ευδαιμονίας, πράγμα που θα ήταν θεμιτό- αλλά φτηνής χρησιμοθηρίας και χυδαίου πραγματισμού που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του  στον ελληνικό κόσμο. Όχι τόσο σε εμάς στο βορρά, που βρισκόμαστε ακόμα κοντά στα αρχέγονα ήθη, αλλά κυρίως στις πόλεις όπου έχουν πλέον αποκτήσει ουσιαστική ισχύ οι νεόπλουτοι έμποροι και οι μεγάλοι αστικοί δουλοκτήτες, τους ξέρεις, οι ιδιοκτήτες εργαστηρίων και οι ανάδοχοι των ορυχείων.

 Εμένα ξέρεις τι με είχε γοητεύσει πιο πολύ; Η περίφημη ¨ομάδα των εξήκοντα αστειευομένων φιλοσοφούντων¨ που κι αυτοί έδρευαν -και εδρεύουν ακόμη- εκεί, στο άλσος του Κυνοσάργους, δίπλα στην όχθη του Ιλισού. Πρώτη φορά έβλεπα η αναζήτηση μιας νέας ηθικής να συνοδεύεται από σάτιρα, εύχαρι διάθεση και ευφυολογήματα.

Έπειτα να σου πω και το άλλο. Ήμουν μαζί με τον Αλέξανδρο, διάδοχο ακόμη τότε, όταν επισκέφτηκε εκείνον τον απίθανο  τύπο στην Κόρινθο, τον Διογένη. Ο άνθρωπος αυτός, εκτός που ήταν μανούλα στα λογοπαίγνια, είχε αναμφίβολα κουράγιο. 

Όμως στη συνέχεια, με την έναρξη της εκστρατείας, νομίζω ότι πολλοί που διατέλεσαν ή και που εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται ¨κυνικοί¨, αλλαξοπίστησαν…»

«Σ’ αυτό δε μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου» συγκατανεύει ο Εύελπις, έκπληκτος γιατί η εικόνα που είχε μέχρι τώρα για τον Άρπαλο ήταν αρκετά πιο απλοϊκή και μονοσήμαντη. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο πρώην επικεφαλής των οικονομικών, δεν προμηθεύει απλώς βιβλία στον Αλέξανδρο, αλλά είναι εξοικειωμένος και με το περιεχόμενό τους. «Έχεις δίκιο Μακεδόνα. Από τότε που στις ομάδες των κυνικών (που, εδώ που τα λέμε, αρχικά αντλούσαν τις βασικές τους ιδέες από τη διδασκαλία του Σωκράτη), παρεισέφρησαν διάφοροι σχετικιστές σοφιστές, η  συμπεριφορά τους και κάμποσες από τις βασικές τους αρχές τροποποιήθηκαν.  Μερικοί έγιναν φανατικοί υποστηρικτές μιας ¨Αυτοκρατορίας¨ που να μοιάζει και να συνεχίζει κάπως πιο ¨εκσυγχρονισμένα¨ τη μηδική, μερικοί υποστηρίζουν την εκστρατεία με ένα σκυλίσιο ενδιαφέρον που θα μπορούσα, νεολογώντας, να αποκαλέσω ¨κυνισμό¨, μερικοί φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει στους ανώτατους κύκλους της ηγεσίας, και μερικοί από αυτούς δηλώνουν, και ίσως είναι, φίλοι σου». 

«Η Φιλία είναι μεγάλη κουβέντα, Μεγαρέα. Σου το λέει κάποιος που είναι γνωστός κυρίως ως ο ¨Φίλος του Βασιλέως¨ και που πολλοί τον υπολογίζουν μόνο χάρη σε αυτή την ιδιότητα. Δεν πρέπει να την χαραμίζεις χρησιμοποιώντας την για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση. Ακόμη κι εγώ, ο κατ’ εξοχήν ¨φίλος¨ δεν μπορώ να σου πω τι ακριβώς είναι. Μπορώ όμως να σου πω, και σου επιτρέπω να το μεταφέρεις και στον πολυπράγμονα προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, ότι οι σχέσεις μου με τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, -αυτόν κυρίως εννοείς, έτσι δεν είναι;- δε θα τις χαρακτήριζα ακριβώς φιλικές. Ο συγγενής του Αριστοτέλη ζει στο βασιλικό περιβάλλον και είναι αρκετά οξυδερκής ώστε να ξέρει καλά πόσο λίγες και πόσο ευάλωτες είναι οι πραγματικές φιλίες που αναπτύσσονται εκεί μέσα». 

ancient-gambling

Παρά την συνεισφορά του άρακ, η ένταση από τη μάχη άργησε να καταλαγιάσει εκείνη τη νύχτα και οι επτά έλληνες άργησαν να αφεθούν στις φροντίδες του Μορφέα. Ειπώθηκαν και άλλα πολλά, όπως γενικόλογες εικασίες για το ποιος μπορεί να κινεί εξεγερμένες ομάδες στα μετόπισθεν, τι δύναμη μπορεί να διαθέτουν ακόμη οι ήδη ηττημένοι βουνίσιοι Ούξιοι και άλλα.

Από ένα σημείο και μετά τραγουδήθηκαν, με τη συμμετοχή όλων, διάφορα χορωδιακά άσματα, άλλα εύθυμα και άλλα νοσταλγικά.

Ύστερα,  ο Εύελπις διάλεξε ένα (κατά τη γνώμη του) κατάλληλο σε διάσταση σβηστό κερί και χάραξε κατά μήκος του εγκοπές  σε πέντε ίσα διαστήματα, Μετά το άναψε, το έδωσε στον νεαρό οπλίτη από τα Πιέρια Όρη (που του φάνηκε ως ο πλέον νηφάλιος) και του ανάθεσε την πρώτη βάρδια σκοπιάς, που πάει να πει την αγρυπνία και επαγρύπνηση έως ότου η φλόγα φτάσει στην επόμενη εγκοπή του κεριού. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, σε βαθύ ύπνο.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο έκτο: Το παρελθόν του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 26 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έκτο

Όπου ο Οινοκράτης προσπαθεί να ανασυγκροτήσει την ιστορία της ζωής του

 esopo

Ο Οινοκράτης κοιμάται υπό την επιρροή της αιρετικής (αυτοσχέδιας και πειραματικής) Χαχόμας. Ποιος ξέρει αν αυτά που θα περάσουν από το  μυαλό του απόψε θα τα θυμάται και αύριο, ή αν θα περάσουν κατ’ ευθείαν στο βασίλειο της Λήθης.

[Η Λήθη…; μα αυτή δεν είναι μια θεά που γνώρισε σε κάποιο πρόσφατο ταξίδι; Τέλος πάντων]. 

Άλλα τον απασχολούν αυτή την περίοδο, έτσι νομίζει. Του ζήτησαν να αφηγηθεί την ιστορία του. Αυτό αποτελεί μέρος του τυπικού της μύησής του στο σώμα των ¨αφανών¨. Η αφήγηση, του έχει πει ο Εύελπις χαμογελώντας με νόημα, πρέπει να είναι ειλικρινής και επαληθεύσιμη.

Να λοιπόν που ο Οινοκράτης πλέει σ’ έναν παράξενο κόσμο που ευνοεί (ευνοεί ή επιβάλλει;) τους αναστοχασμούς και τα ξεκαθαρίσματα. Ευκαιρία; Ίσως.

Μπορεί να ανασκοπήσει τις σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες της ζωής του (αν δεν κάνει λάθος στους υπολογισμούς -δεν κάνει: αισθάνεται περίεργα διαυγής- πρέπει να είναι πλέον περίπου τριάντα εφτά ετών).

Έχει πολύ καιρό να κάνει τέτοιου είδους ανακεφαλαίωση. Ίσως, όταν ξεκίνησε ακολουθώντας τον Εύελπι στο ταξίδι για την Ανατολή και την Εκστρατεία, να είχε κάνει παρόμοιες σκέψεις, αλλά συνήθως τις αποφεύγει. Ξέρει ότι εάν ένας δούλος αρχίσει να κάνει είτε ¨αντικειμενικούς¨ αναλογισμούς του παρελθόντος είτε ¨εφικτά¨ σχέδια για το μέλλον, αυτό σημαίνει ότι θέλει να προκαλέσει την Ειμαρμένη και ότι πάει γυρεύοντας.

Οι δούλοι, σκέφτεται, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν γεννήθηκαν στερημένοι, πρέπει να στήνουν από μόνοι τους το σκηνικό της ύπαρξής τους και να το πιστεύουν σαν να ήταν πραγματικό. Μόνο έτσι μπορούν -ίσως- να καταπιούν τις αντιξοότητες, τις αντιφάσεις και τα ζόρια της εξάρτησης.  Τα αντικειμενικά, τα ειλικρινή  και τα εφικτά ας τα αφήνουν για εκείνους που μπορούν να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους και για τους άλλους.

Αν ένας δούλος -καταλήγει ο Οινοκράτης καθώς υπερίπταται της ζωής του- θέλει σώνει και καλά να κάνει κάτι, κάτι που να επιβεβαιώνει ότι υπάρχει, ή που να αφήνει κάποιο σημάδι ότι υπήρξε, πρέπει να το κάνει χωρίς στοχασμούς, σκέψεις και περιττά σχόλια.

Να το κάνει τελεία και παύλα! (…θα έλεγε αν τα σημεία στίξης είχαν ήδη επινοηθεί).

image002

Ωστόσο, τώρα που με τη βοήθεια του μαγικού υγρού μπορεί να ατενίσει την πορεία της ζωής του από ψηλά, αντιλαμβάνεται πως αυτή παίρνει πάλι στροφή.

…Και να που, ακόμη και εάν ο ίδιος θα προτιμούσε να το αποφύγει, του ζητούν να πει πράγματα για τον πρότερο βίο του!

Η κατάσταση ενέχει αναμφίβολα (εκτός από χρωματιστά χαχομικά νέφη) μια κάποια ειρωνεία: για να γίνει ένας από τους ¨αφανείς¨ του ζητούν να ανασύρει  από την ηθελημένη αφάνεια περασμένες περιόδους. Και μάλιστα με τρόπο ¨αντικειμενικό¨ και ¨επαληθεύσιμο!¨

Ας είναι.

images (6)

Ο Οινοκράτης αφήνεται να βυθιστεί για λίγο στον κόσμο του άλλοτε! Και προσπαθεί να μείνει στα σημεία που μοιάζουν στέρεα και δεδομένα.

Όπως, ας πούμε, ότι η πορεία της ζωής του ακολούθησε την κατεύθυνση Δύση – Ανατολή. Ξεκίνησε στις Συρακούσες, σε αυτή τη μεγάλη, τη μεγαλύτερη ίσως πόλη της Μέσης Δύσης, συνεχίστηκε στην Αθήνα των φιλοσόφων και των ρητόρων και, εδώ και τέσσερα χρόνια διασχίζει την Ασία με τεθλασμένο τρόπο, αλλά πάντα, εν τέλει, με κατεύθυνση εκ δυσμών προς ανατολάς.  

Ο Οινοκράτης γεννήθηκε στις Συρακούσες. Δεν μπορεί να πει πότε ακριβώς ούτε με βάση τις ολυμπιάδες, που πάντοτε τον μπέρδευαν,  ούτε με βάση τους άρχοντες της Αττικής που ουδέποτε απομνημόνευσε ποιοι ήταν∙ ξέρει πάντως ότι όταν γεννήθηκε δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που την εξουσία στην σικελική μεγαλούπολη είχε αναλάβει ο Διονύσιος ο Νεότερος (τι να κάνει άραγε σήμερα αυτή η τυραννισμένη ψυχή; Να αληθεύει ότι τον έχουν μεταφέρει στην Κόρινθο όπου επιβιώνει διδάσκοντας φιλοσοφία;) Τότε, ο επίσημος τίτλος του Συρακούσιου ηγέτη, όπως και του ομώνυμου πατέρα του, ήταν ¨Στρατηγός Αυτοκράτωρ¨, αλλά ο Οινοκράτης ξέρει ότι στην Αθήνα τους αποκαλούσαν και τους δυο, επιτιμητικά και υποτιμητικά, ¨τυράννους¨.

assets_large_t_420_54035522

Οι πρώτες του αναμνήσεις είναι γεμάτες από γυναίκες. Όμορφες γυναίκες που τον φροντίζουν, του μιλάνε, παίζουν μαζί του. Η μητέρα του και άλλες. Τις θυμάται απαλές, τρυφερές, να τιτιβίζουν γύρω του μιλώντας και τραγουδώντας σε μια εύηχη γλώσσα φτιαγμένη από λέξεις που προέρχονταν, άλλες από το σικελικό ιδίωμα και άλλες από τα δωρικά ελληνικά των Συρακούσιων.

Όχι, μόνιμη ανδρική παρουσία δεν υπάρχει σε αυτό το ιδιόμορφο γυναικείο κοινόβιο, αν και, αραιά και πού, οι γυναίκες μπαίνουν σε κατάσταση συναγερμού και τελικά εμφανίζονται κάποιοι άνδρες, μεγάλοι, με πολυτελή χρωματιστά ρούχα και αξιοσέβαστες γενειάδες.

Ένας από αυτούς μοιάζει να βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής των γυναικών και ιδιαίτερα της μητέρας του περισσότερο από τους άλλους. Δεν τον συνάντησε πολλές φορές και τον θυμάται μόνον αμυδρά. Δεν ήταν ντόπιος και ντυνόταν με τον τρόπο που, όπως θα διαπιστώσει αργότερα, συνηθίζεται στο κλεινόν άστυ των Αθηνών. Ήταν ψηλός και ευρυτενής  και, αν και δεν έμοιαζε στρατιωτικός, όλοι, οι γυναίκες και οι υπηρέτες, τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό και ίσως με κάποιο φόβο.

Από ένα σημείο κι ύστερα έπαψε να τους επισκέπτεται. Ο Οινοκράτης όμως ξέρει ότι εξακολούθησε να τους προστατεύει από μακριά, μέσω των πολλών φίλων που είχε στις σικελικές αποικίες. Η μητέρα του τού εξομολογήθηκε πριν πεθάνει ότι σε αυτόν τον άνδρα οφείλει τις σπουδές του. Ο δάσκαλος μάλιστα που του έμαθε τα ιωνικά ελληνικά όπως τα μιλούν στην Αθήνα ήταν ένας από τους φίλους αυτού του ψηλού καλοστεκούμενου γηραιού άνδρα των παιδικών του αναμνήσεων. 

Ίσως η μητέρα του είχε σκοπό να του πει περισσότερα, ίσως είχε σκοπό να του μιλήσει ακόμη και για τον πατέρα του και να πάψει να ισχυρίζεται ότι δεν είχε καμιά σημασία ποιος ήταν, αφού ο ίδιος ήταν ένα δώρο που της έστειλαν οι θεοί -έτσι τον διαβεβαίωνε στις στιγμές μητρικής τρυφερότητας-, αλλά ο θάνατός της ήταν πρόωρος και ξαφνικός. Σκοτώθηκε, μαζί με πολλές άλλες γυναίκες του κοινοβίου, στα αιματηρά επεισόδια  που συνόδευσαν τις εξεγέρσεις εκείνης της περιόδου.

Η ζωή στις Συρακούσες τον καιρό εκείνο σπαραζόταν από βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στους οπαδούς του Διονύσιου (του οποίου ο ομώνυμος πατέρας – προκάτοχος κυριάρχησε στην πόλη επί σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες) και  άλλους διεκδικητές που είχαν σωρευτεί κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής περιόδου εξουσίας του Πρεσβύτερου. 

Βέβαια, στο πολιτικό παιχνίδι έπαιζαν κι άλλοι παράγοντες, όπως η μητροπολιτική Κόρινθος, οι σύμμαχοι των Συρακουσίων απ’ την εποχή του πελοποννησιακού πολέμου και έκτοτε πανταχού παρόντες Λακεδαιμόνιοι, καθώς και οι πράκτορες των Καρχηδόνιων, των αιωνίων αντιπάλων (όσο κι αν ο πρεσβύτερος Διονύσης τους είχε περιορίσει στην δυτική άκρη της νήσου και όσο κι αν ο νεώτερος είχε συνάψει μαζί τους ειρήνη). 

aphrodite eros

Στο κοινόβιο, που τελούσε υπό την εποπτεία και την προστασία των αρχοντικών ανακτόρων, απ’ ό, τι θυμάται ο Οινοκράτης, οι γυναίκες δεν μιλούσαν πολύ για τις πολιτικές εξελίξεις. Ωστόσο του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η μητέρα του προτιμούσε τον παλιό ηγέτη από τον καινούργιο (απ’ ό, τι φαίνεται, ο πατέρας Διονύσης  είχε ιδρύσει το κοινόβιο όπου διέμεναν με ασφάλεια οι γυναίκες που προσέφεραν ποικίλες μεν, πλην όμως άτυπες υπηρεσίες στην πόλη-κράτος), αλλά και ότι συμπαθούσε κατά κάποιο τρόπο τους εξεγερμένους. 

Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, αποτελεί ακόμη μια από της συνήθεις ειρωνείες της Μοίρας που η μητέρα του σκοτώθηκε όταν (ο Οινοκράτης ήταν τότε πάνω κάτω δέκα χρονών) οι εξεγερμένοι κατάφεραν να επιβληθούν, ενώ ο Διονύσιος αναγκάστηκε να αποσυρθεί στην πόλη  των  Επιζεφύριων Λοκρών, στις ανατολικές ακτές της ηπειρωτικής Ιταλίας,  παίρνοντας μαζί του ό, τι μπορούσε από αυτά που θεωρούσε δικά του. Ανάμεσά τους και ό, τι είχε απομείνει από το κοινόβιο των γυναικών όπου συμπεριλαμβανόταν και ο μικρός, τελείως ορφανός πλέον, Οινοκράτης.

Ο μικρός συρακούσιος κατάφερε να πάρει μαζί του ένα μόνο πράγμα: ένα δακτυλίδι που ανήκε στη μητέρα του, αν και θα μπορούσε να χωράει μόνο σ’ ένα ανδρικό δάκτυλο. Ένα δακτυλίδι μ’ ένα ελληνικό γράμμα σκαλισμένο επάνω του. Ο Οινοκράτης μπορούσε να κάνει βάσιμες εικασίες, (αλλά τώρα που υπερίπταται της ζωής του  γλιστρώντας πάνω στα χαχομικά σύννεφα, είναι απολύτως σίγουρος)  ότι το όνομα του πατέρα του αρχίζει με αυτό το γράμμα: το άλφα. 

Οι Επιζεφύριοι είναι αποικία των Λοκρών της κεντρικής Ελλάδας και είναι γνωστοί, τόσο  για την ομορφιά των κατοίκων τους, όσο και για μια κάποια μητριαρχική παράδοση που είναι φανερή στα ήθη τους. Σύμμαχοι του πρεσβύτερου Διονύση δέχτηκαν, στην αρχή φιλικά τον γιο του, ο οποίος όμως δε δίστασε (ούτε δυσκολεύτηκε) να τους επιβάλει την προσωπική του επικυριαρχία ενόψει της προετοιμασίας για την από κοινού  στρατιωτική ανάκτηση των Συρακουσών.

Το πέρασμα από την θαλπωρή του γυναικείου κοινόβιου,  στην σχεδόν δωρική αυστηρότητα του στρατοπέδου όπου τον τοποθέτησαν προκειμένου να μαθητεύσει στα όπλα και την πειθαρχία, δεν ήταν εύκολο για τον μικρό Συρακούσιο. Ωστόσο είχε καταφέρει τελικά να προσαρμοστεί και, μεγαλώνοντας, να αναλάβει κάποιες ευθύνες και καθήκοντα στο στράτευμα. 

Ναι, είχε όντως υπάρξει για ένα διάστημα σιτιστής υπαξιωματικός στο πεζικό, ενώ αργότερα, ανήσυχος νέος- λάτρης της περιπέτειας, όπως είχε εξελιχθεί, ζήτησε να ενταχθεί στο ναυτικό σώμα που περιπολούσε τις ακτές των Επιζεφυρίων, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο απόπλους και η προσέλευση των πλοίων στον Λιμένα, καθώς και η καταπολέμηση των πειρατών (κυρίως Ιλλυρίων) που λυμαίνονταν την Αδριατική.

Δεν ήταν τελικά μια ευτυχής επιλογή. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας περιπολίας η τριήρης στην οποία επέβαινε έπεσε σε ενέδρα ισχυρής ναυτικής δύναμης που περισσότερο από πειρατική ήταν μάλλον οργανωμένη από τους γνωστούς Καρχηδόνιους, και αιχμαλωτίστηκε. Πράγματι, ήταν Καρχηδόνιοι οι έμποροι που τον ανέλαβαν και που τελικά τον μετέφεραν στον  Πειραιά προς πώληση.

Ο Οινοκράτης τα σκέφτεται όλα αυτά, αλλά κατά βάθος άλλα, πιο συνοπτικά και κατά τη γνώμη του πιο περιεκτικά, είναι εκείνα που εκφωνεί δυνατά, σαν να ήταν αυτήν τη στιγμή μπροστά  στην επιτροπή που θα τον εξετάσει. Τους λέει υψηλόφωνα και αποφασιστικά (αλλά δεν τον ακούει ούτε καν ο Χοντρόης που μακάριος  κοιμάται λίγες σπιθαμές παραπέρα):

¨Κύριοι, είμαι ο Οινοκράτης, ο από λάθος της Ειμαρμένης δούλος, κατά βάθος όμως ελεύθερος∙ επιλέγοντάς με κερδισμένοι είστε εσείς! ¨

Αλλά αφού δεν ξέρει πόσο θα εκτιμούσαν μια τέτοια λιτή διατύπωση προερχόμενη από κάποιον γνωστό για την  αυθόρμητη ευφράδειά του, εξακολουθεί να προσπαθεί να βρει έναν άλλο τρόπο, συμβατό με το περίφημο ελληνικό μέτρο, για να εξωτερικεύσει τα (ενοχλητικά για τον ίδιο) βιογραφικά στοιχεία που του ζητούν αυτοί οι προνομιούχοι αφανείς των ¨υπηρεσιών¨.

Sxedio_04

***

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα

Posted by vnottas στο 14 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα. (Στη μέση περίπου της απόστασης Σούσα – Περσέπολη, απομεσήμερο).

img15

Στις παρυφές της βασιλικής οδού η καταιγίδα έχει κοπάσει. Ο απογεματινός ήλιος, ορατός και πάλι, κατηφορίζει ανέμελος προς τα δυτικά, ενώ η πορεία του Εύελπι και των σωματοφυλάκων του προς τα νοτιο-ανατολικά, όχι μόνον έχει ανακοπεί, αλλά και κινδυνεύει με οριστικό, όσο και μοιραίο τέλος.

Μπορεί μεν να έχουν εξουδετερώσει τρεις – τέσσερεις από τους ένοπλους που τους επιτέθηκαν εξορμώντας από την αγροικία πάνω στον λόφο, αλλά τώρα βλέπουν πολύ περισσότερους να κατεβαίνουν από το ύψωμα και να προσπαθούν να τους περικυκλώσουν.

Και δεν είναι μόνον αυτό: Οι σκέψεις που περνούν (αστραπιαία-εννοείται) από το νου του Εύελπι, του υπενθυμίζουν ότι ορισμένα από τα  σημαντικά μηνύματα που μεταφέρει βρίσκονται σε γραπτή μορφή στον σάκο με τις αποσκευές, πάνω στο άλογό του. Σκέφτεται ότι προκειμένου να σώσει τις επιστολές, η ταχύτατη υποχώρηση είναι πλέον η μόνη ενδεδειγμένη λύση.

Ή μάλλον θα μπορούσε να είναι, αν τα άλογα βρίσκονταν ακόμη δίπλα τους. Όμως οι τρεις έλληνες, όταν αντιλήφτηκαν ότι είναι στόχος τοξοτών, ξεκαβαλίκεψαν, προκειμένου να τα προφυλάξουν τα πολύτιμα ζώα από τα βέλη. Τώρα, τα τρία άλογα ενοχλημένα από την φασαρία της συμπλοκής έχουν απομακρυνθεί και βρίσκονται στην άλλη μεριά του καλαμώνα, δίπλα στον δρόμο. Για να τα φτάσουν πρέπει να διασχίσουν και πάλι το στενό μονοπάτι ανάμεσα στα καλάμια.

Δεν θα είναι εύκολο. Μερικοί από τους άγνωστους ένοπλους έχουν ήδη καταφέρει να  φτάσουν ως το μονοπάτι και να το φράξουν προτείνοντας τα αιχμηρά τους ακόντια. Οι τρεις  προσπαθούν να μετακινηθούν προς τα κει με πλάγια βήματα και κρατώντας τις ασπίδες ψηλά, έτσι ώστε να εξουδετερώσουν τυχόν βολές δοράτων από την μεριά του λόφου. Αλλά, οι ανατολίτες έχουν πλέον συσπειρωθεί στους πρόποδες και τώρα επιτίθενται κραδαίνοντας ξίφη και δόρατα, και συγκλείνοντας με ορμή, εναντίον τους.

ηη

Οι θεοί που θα επέμβουν την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν είναι ούτε από μηχανής, ούτε εκ προμελέτης. Δεν είναι καν θεοί. Είναι ταξιδιώτες επαρκώς περίεργοι και δεόντως γενναίοι, οι οποίοι έχοντας ξαναπάρει το δρόμο προς την Περσέπολη, ύστερα από μια παρατεταμένη διακοπή σε ένα χάνι (πρώτα για φαί και μετά λόγω της ξαφνικής μπόρας), παραξενεύονται όταν βλέπουν τα τρία άλογα να στέκονται φορτωμένα με πλήρη ταξιδιωτικό εξοπλισμό, αλλά χωρίς καβαλάρηδες, στο ρείθρο του βρεμένου δρόμου.  

Οι ταξιδιώτες είναι τέσσερεις: Δύο οπλισμένοι ιππείς και άλλοι δύο πάνω σε μια πολυτελή  τρίιππο αρμάμαξα: ο ένας επιβάτης και ο άλλος ηνίοχος. Ένα ακόμη άλογο ακολουθεί δεμένο χαλαρά πίσω απ’ την καρότσα.

Σε μια στιγμή, ο προπορευόμενος ιππέας, τραβάει τα χαλινάρια, και κάνει νόημα στον άλλο.   Ο άλλος, ένας μεγαλόσωμος καβαλάρης κάνει με την σειρά του νεύμα ότι, ναι, τα είδε κι αυτός τα εγκαταλειμμένα άλογα  και πλευρίζει την άμαξα για να αναφέρει σχετικά στον επιβάτη. «Τα δύο είναι σίγουρα θεσσαλικά…» ακούγεται να λέει. Ο επιβάτης κάτι του απαντάει και ο σωματώδης γνέφει στον ηνίοχο να κάνει κράτει.

Ο αμαξάς σταματάει το όχημα, και μετά σηκώνει το χέρι δείχνοντας έναν  μικρό λόφο στα δεξιά τους, λίγο παρακάτω. Κάποιες φιγούρες κινούνται εκεί πέρα, ενώ τώρα που σταμάτησε ο θόρυβος της άμαξας, φτάνουν ως εδώ απόηχοι από κραυγές.

 Ο σωματώδης ξεκαβαλικεύει και ξεκινάει, προφανώς για αναγνώριση, προς τις καλαμιές που χωρίζουν τον δρόμο από τον λόφο. Ο άλλος ιππέας κατεβαίνει κι αυτός απ’ το άτι του και φέρνει το άλογο, που ως τώρα ακολουθούσε, δίπλα στην άμαξα. Έπειτα, αφού βοηθήσει τον επιβάτη που εμφανίζεται στην πόρτα να το καβαλήσει, ακολουθεί τον προηγούμενο στα καλάμια. Ο αμαξάς κάτι ψάχνει πίσω του και μετά ανασηκώνεται, πάντα στην υπερυψωμένη του θέση κρατώντας ένα μικρό, αλλά όπως σύντομα θα αποδειχθεί θαυματουργό, θρακιώτικο τόξο.

images (6)

Ο Εύελπις (που μάχεται χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα που έχει μάθει όταν εκπαιδευόταν στην εκ του σύνεγγυς μάχη, στα γυμναστήρια της Αθήνας) όσο κι αν είναι θανάσιμα αφοσιωμένος στην σωστή εκτέλεση των σωστών κινήσεων, έχει ξαφνικά την εντύπωση ότι από πάνω του ξανάρχισαν να ίπτανται βέλη, και μάλιστα, αν είναι δυνατόν(!), αυτή την φορά με ανάποδη φορά!

Και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης, αντιλαμβάνεται ότι ένας από τους αντιπάλους (στην δεξιά του πλευρά, εκείνη στην οποία είναι ακάλυπτος αφού οι δύο άλλοι έλληνες μάχονται στα αριστερά του) πέφτει ακαριαία από καίριο χτύπημα προερχόμενο από άγνωστο ξίφος. Ρίχνει μια λοξή ματιά και συνειδητοποιεί ότι ένας εύσωμος πολεμιστής έχει εμφανιστεί δίπλα του και προχωρεί ακάθεκτος αποδεκατίζοντας τους επιτιθέμενους. Παρακάτω, ένας ακόμη μάχεται με αποτελεσματικότητα, ενώ ένας τρίτος, έφιππος, τους καθοδηγεί από την πλευρά του δρόμου, χωρίς να είναι άμεσα αναμειγμένος στη μάχη.  Κάποιος πρέπει επίσης να βοηθάει ρίχνοντας απανωτά  εύστοχα βέλη από μακριά.   

Ε ναι! Έστω και αν, αριθμητικά, ο συσχετισμός ανάμεσα στους πολλούς επιτιθέμενους και τους σχετικά λίγους αμυνόμενους δεν άλλαξε δραματικά, στην ουσία η παρουσία των απρόσμενων ενισχύσεων δίνει τώρα στην σύγκρουση άλλη τροπή. Όσοι από τους ανατολίτες δεν έχουν ακόμη πλησιάσει, αποφασίζουν τελικά να κάνουν μεταβολή και, παρακάμπτοντας τον μικρό λόφο, να εξαφανιστούν πίσω του. Προφανώς εκεί έχουν αφήσει τα άλογά τους, πράγμα που επαληθεύεται από τα ποδοβολητά που θα ακουστούν να απομακρύνονται από εκείνη την κατεύθυνση, αμέσως μετά. Αλλά και εκείνοι που βρίσκονται πλησιέστερα δεν αργούν να πετάξουν τα όπλα τους για να καταφέρουν καλύτερα μια άτακτη αλλά ταχύτατη υποχώρηση/φυγή προς την ίδια κατεύθυνση. Όσοι δεν προλαβαίνουν, εξουδετερώνονται με ευκολία από τους (τώρα πέντε) μαχητές.

bactria_cretan_archer

Ο Εύελπις θηκαρώνει το ξίφος του και απλώνει το χέρι προς τον εύσωμο πολεμιστή:

«Αναρωτιέμαι ποιος καλός Θεός σας έστειλε, φίλε.  Εύχαρεις στώμεν για την παρέμβαση και την βοήθειά σας».

«Πέρα από τους θεούς, απευθύνσου στον κύριό μας», απαντά εκείνος, προτείνοντας την δεξιά παλάμη, ενώ με τον δείκτη της αριστερής δείχνει προς τον δρόμο από όπου ατενίζει τις εξελίξεις, ο (τώρα έφιππος) τέως επιβάτης της πλούσιας κλειστής άμαξας. «Αυτός αποφάσισε να σας δώσουμε ένα χέρι».

Ο Εύελπις σφίγγει το στιβαρό άκρο και στρέφει το βλέμμα του προς τον καβαλάρη, αλλά ο ήλιος που έχει γείρει αποφασιστικά πλέον προς τα εκεί τον εμποδίζει να τον δει καθαρά.

«Βέβαια», συμφωνεί με τον γιγαντόσωμο. «Μόνο πες μου πως ονομάζεται ο κύριός σου».

Την απάντηση δίνει ο άλλος πολεμιστής που πλησιάζει κι αυτός τον Εύελπι, αφαιρώντας το κράνος του και επιτρέποντας έτσι σε ένα ευμέγεθες ζεύγος ακουστικών πτερυγίων να αναπτυχθεί πλήρως στην απογευματινή αύρα. «Είναι ο Άρπαλος, ο Άρχοντας Εταίρος από την Αιανή της Μακεδονίας», λέει. «Εγώ είμαι ο Σωσίβιος, όνομα και πράγμα θα έλεγα, και αυτός από δω ο μικρούλης, λέγεται Κάνθαρος».

***

ρρ2

Ο Άρπαλος του Μαχάτα, ζορίζοντας κάπως τον εαυτό του, είχε καταφέρει να παραμείνει, σχεδόν ως το τέλος, στην Σύσκεψη των Ανησυχούντων Αυτοκρατορικών.  Πήρε όμως την απόφαση να εγκαταλείψει, το ίδιο εκείνο βράδυ, το βαρύ και δυσάρεστο περιβάλλον του ναού του Μαρδούκ και, πάντα υπό την (υποτιθέμενη) ιδιότητα του εμπόρου, μετακόμισε σε έναν πολυτελή παλιό ξενώνα των Σούσων.  Ήθελε να αφιερώσει τις επόμενες μέρες στο να περιηγηθεί αυτή την μεγάλη παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, η οποία του φάνηκε σαγηνευτικά μυστηριώδης.

Εντούτοις δεν κατάφερε να αποφύγει μία (εδώ που τα λέμε αναμενόμενη) επίσκεψη του Ανάξαρχου. Το μόνο που -όχι εύκολα- κατόρθωσε απέναντι στον επίμονο και πονηρό Αβδηρίτη, ήταν  να μην πάρει συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με τις (σύμφωνα με εκείνον) δελεαστικές του προτάσεις.

Πάντως, αυτές  οι μέρες των  νυχτερινών περιηγήσεων τον βοήθησαν να ξεκαθαρίσει κάπως τις ιδέες του σχετικά με το άμεσο μέλλον. Τελικά αποφάσισε να ξαναπάρει την ταυτότητα του Μακεδόνα Άρχοντα και, χωρίς να ζητήσει τη βοήθεια του επίσημου στρατεύματος, αρκέστηκε στο να προσλάβει έναν ικανό ιπποκόμο/ηνίοχο -παλιό φίλο του σωματοφύλακα Σωσίβιου, να αγοράσει μερικούς ακόμη ίππους και να ξεκινήσει και πάλι το ταξίδι. Αυτή τη φορά με προορισμό την Περσέπολη και τον Αλέξανδρο.

Στα μισά περίπου του δρόμου, συνάντησε τρία αδέσποτα αλλά φορτωμένα άλογα. Οι αναβάτες πρέπει να ήταν έλληνες και προφανώς κινδύνευαν. Ήταν μια μέρα που είχε ξεκινήσει αισιόδοξα. Η ιδέα να ανεβεί στο άλογό του και να ρίξει τους στρατιώτες του στη μάχη, του άρεσε.

mom-aggeio

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο τέταρτο: Ω Χαχόμα!

Posted by vnottas στο 8 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο τέταρτο: Ω Χαχόμα! (δοκιμές)

20071030145259E312_8402

Ο Οινοκράτης είναι κάπως αλλιώτικος αυτές τις μέρες, ο Χοντρόης το αντιλαμβάνεται και διατυπώνει την ανησυχία του:

 «Τεταμένην την υμετέραν όψιν φέρεις ω Οίνον Εκράτα. Τις ουν η της εντάσεως ταύτης αίτια εστί;»

Ο Οινοκράτης του στέλνει μισό χαμόγελο, αλλά δεν του απαντάει.

Πράγματι, παρά την (γνωστή) ¨φιλοσοφική¨ του προδιάθεση, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτές τις μέρες είναι απολύτως ήρεμος.

Κοίτα κάτι μυστήρια πράγματα: η ενδεχόμενη ριζική αλλαγή της ζωής του τον απασχολεί λίγο, ενώ αυτή, η μόνον μία, ¨ημέρα της κρίσεως-μυήσεως¨ τον  ανησυχεί περισσότερο. Αλλά για όλα αυτά δε μπορεί να μιλήσει στον Χοντρόη, που στριφογυρίζει σαν σβούρα γύρω του, γιατί το πρώτο σίγουρο πράγμα που ξέρει για τις ¨υπηρεσίες¨ είναι ότι απαγορεύεται αυστηρώς και δια ροπάλου (αν όχι δια μαχαίρας) να μιλάει γι αυτές με τους μη μυημένους. Εάν  ο Εύελπις ήταν εδώ, εντάξει, με αυτόν θα μίλαγε… και εκείνος θα του έδινε σίγουρα κάποιες συμπληρωματικές  διευκρινίσεις και θα τον καθησύχαζε. Αλλά πού ‘ντος; 

«Χοντρόη, πάψε να περιφέρεσαι και φέρε κάτι να πιούμε».

Ο Ασιάτης κουνάει το κεφάλι του επιδοκιμαστικά και κατευθύνεται προς τα ράφια με τα οινοδοχεία, ανάμεσα στα οποία και μια μικρή λήκυθος  γεμάτη με την (οικιακής κατασκευής) «αιρετική χαχόμα».

«Όχι, όχι απ’ αυτό. Δεν είδες τι παρενέργειες προκάλεσε στο οινοποτείο; Δεν θέλεις να με δεις τέζα, να παραμιλάω, έτσι δεν είναι; Ή μήπως πονηρέ ασιάτη αυτό ακριβώς θέλεις; Μην αρχίζεις τα άπαπα, και τα πωπωπω! και φέρε κανονικό ελληνικό κρασάκι».

king-of-wine1

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης, δεν έχουν ακόμη προλάβει να κουβεντιάσουν με ηρεμία (έπεσε πολλή αναμπουμπούλα τις τελευταίες μέρες) σχετικά με τα οινοποιητικά-χαχομοπαραγωγικά τους πειράματα, ούτε κάθισαν να βγάλουν τα απαραίτητα καταληκτικά συμπεράσματα από τα όσα (θεαματικά) συνέβησαν τις προάλλες στο οινοποτείον ¨Η ωραία Πατρίς¨.

Ο Οινοκράτης, για να ξεκολλήσει το μυαλό του από τη δοκιμασία στην οποία πρόκειται να υποβληθεί αύριο, στρέφει τώρα τις σκέψεις του σ’ αυτό το θαυματουργό ποτό, ή μάλλον στα θαυματουργά ποτά, μια που οι χαχόμες είναι δύο.

Η πρώτη, η γνήσια, δηλαδή εκείνη που βρήκαν στο κελάρι του σπιτιού εγκαταλειμμένη από τους πρώην ενοίκους και την οποία είχε -έως πρόσφατα- κατάσχει ο Εύελπις, εκτός από την απαράμιλλη γεύση της και την ικανότητά της να σε μεταφέρει ¨εν εξάρσει¨ σε αλλόκοτες σφαίρες της αισθητής πραγματικότητας, δεν έχει ακόμη επαρκώς αναλυθεί σχετικά με τυχόν άλλες επιπτώσεις και παρενέργειες. Έτσι κι αλλιώς, εκτός από τον Χοντρόη, μαζί με τον οποίο την είχαν δοκιμάσει όταν την ανακάλυψαν (τηρώντας μάλιστα όλες τις τελετουργικές προφυλάξεις), την έχει πιει μόνον ο ίδιος ο Οινοκράτης. Τώρα που τα ξαναφέρνει στο νου του όλα αυτά, του δημιουργείται η υποψία ότι η κατάποσή της δεν είναι άσχετη με τα παράξενα όνειρα που αναστατώνουν τις νύχτες του τον τελευταίο καιρό.

«Εσύ Χοντρόη, μετά που ήπιαμε Χαχόμα στο κελάρι, είδες κανένα όνειρο;» ρωτάει τον στρογγυλό του φίλο.

kreas-arxaia-ellada-509

«Παπαράδοξον!», κάνει απορημένος ο Πέρσης καθώς αφήνει στο τραπέζι μία μικρή οινοχόη και δύο κύλικες και τοποθετεί το ομόκεντρο σώμα του στον πάγκο απέναντι από τον Σικελό. «Ομοίαν ήθελον ερώτησιν υποποποβάλλη υμίν!»

«Γιατί; Είδες κάτι; Τι είδες;»

«Ενύπνιον ολοσχερώς μέλαν! Και δύσοσμον ώσπερ αι δάδαι αι κατακαίουσαι το έλαιον, το αυτοφυώς αναδυόμενον».

«Δηλαδή; Γίνε σαφέστερος».

 «Γιγνώσκεις την Ναφάθα; το μελανόν έλαιον;

«Νομίζω ότι ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς. Είδα ότι εδώ το χρησιμοποιούν στους φανούς και τις δάδες. Έχουμε και ‘μείς στη Σικελία. Αναβλύζει μαζί με κατράμι σε ορισμένα σημεία στις παρειές της Αίτνας, και βρωμάει. Οι ιερείς λένε ότι πρόκειται για τα απόβλητα ύδατα από τα εργαστήρια του Ηφαίστου».

«Άκουσόν με, ω Οίνον Εκράτα.  Ήτο η νυξ της καταποπόσεως. Ότε, εν μέσω της νυκτός, ιδού το ενύπνιον όπερ είδον: Απάπαντα μελανά εγεγόνεσαν! Επί ίσης ρευστά!  Και δύσοσμα! Μελανή ρυπαπαρότης προς Ναφάθα ομοιάζουσα την υφήλιον γαία πεπλημμύρησεν. Μελανός ο αήρ, μελανόν το ύδωρ, μελανόν το έδαφος.

Ανέμενον ότι ανησυχούντες οι άνθρωποι αντιδρώσιν… Πλην όμως ουδεμία αντίδρασις! Τουναντίον! Απαπάντες έχαιρον∙ τυφλοί τε  και αγνοούντες την ρύπανσιν, την δύσοσμον ελαιώδη ουσίαν ώσπερ χρυσόν ελάτρευον.

Αναπνέειν ου δυνάμενος αφύπνησον, ηγέρθην τε ανακουφισθείς ότι ουκ αληθή ταύτα έσονται ».

 «Περίεργο!» αναλογίζεται φωναχτά ο Οινοκράτης. «Κι εγώ, όταν με επισκέφτηκε ο Όνειρος εκείνο το βράδυ, αλλά και τις άλλες φορές που δοκίμασα τη Χαχόμα τη γνήσια, κάτι τέτοια ανακόλουθα όνειρα είδα. Αρχίζω να πιστεύω ότι τα προκαλεί αυτό το ποτό που βρήκαμε στο υπόγειο. Λες να θέλουν να πουν κάτι όλα αυτά; Λες να προφητεύουν πράγματα…;»

Ο Χοντρόης ακούγεται τώρα φοβισμένος.

«Λέγω, λέγω, τα μάλα λέγω, ω Οινον Εκράτα!» συγκατανεύει.  «Ποποτόν ιερόν τε θαυματουργόν εστί. Επί ίσης πιπικίνδυνον αποβεί δύναται».

138.256

«Αλλά και η άλλη Χαχόμα, εκείνη που φτιάξαμε μόνοι μας τις προάλλες, είδες τι χαμό προκάλεσε στο οινοποτείο! Φαίνεται ότι κάνει τους πότες να μιλάνε, να λένε ακόμα και εκείνα που μάλλον δε θα θέλανε να πουν.  Και μετά τους αποστέλλει αυτόματα στο βασίλειο του Μορφέα. Το μόνο που δεν ξέρουμε είναι αν θυμούνται τίποτε από όλα αυτά όταν ξυπνάνε…».

Ο Οινοκράτης ρίχνει ένα επίμονο βλέμμα, πρώτα στον Χοντρόη και μετά στο ράφι με τα οινοδοχεία, «…αλλά μπορούμε να το μάθουμε» συμπληρώνει, καθώς μια ιδέα ωριμάζει μέσα του.

Ο Πέρσης την διαισθάνεται (την ιδέα).

«Ουχί!» λέει.

«Ναι. Φερ την. Άλλαξα γνώμη».

«Αλλά, σοβαρήν τινά εργασίαν ες αύριον έξεις. Σύ είπας».

«Γι αυτό και θα χρειαζόμουν έναν καλό ύπνο. Αλλά, δυστυχώς δεν πρόκειται για μένα, εσύ θα πιείς. Εγώ θα είμαι ο παρατηρητής. Μη φοβάσαι, θα ρίξουμε μόνον ένα δακτυλάκι στο κρασί που έφερες. Εξάλλου είδες, ο Άρπαλος και οι δικοί του μια χαρά ήταν την άλλη μέρα».

«Ορθόν ουκ έσοιτο!», διαμαρτύρεται ο Χοντρόης.

«Είπα και ελάλησα!», κλείνει δημοκρατικά το ζήτημα ο Οινοκράτης.

dionisos

Ύστερα από λίγο.

Ο Οινοκράτης παρατηρεί και μετανιώνει που δε φρόντισε να μάθει επαρκώς τη γλώσσα των Περσών.

Και αυτό γιατί ο Χοντρόης ανεβασμένος τώρα πάνω στο τραπέζι αγορεύει ακατασχέτως (τύφλα να ‘χει ο Δημοσθένης). Και μάλιστα υπογραμμίζει τα λόγια του με άφθονες χειρονομίες που ούτε της ιταλικής σχολής να ήτανε, εγκαινιάζοντας έτσι μία νέα χειρονομούσα ρητορική που αγγίζει τα όρια της Τερψιχορείου Ορχήσεως. Ως εκ τούτου μοιάζει να λέει πράγματα ενδιαφέροντα, μόνον που τα αρθρώνει στην περσική γλώσσα, την οποία, αντίθετα με την ελληνική, φαίνεται να την μιλάει (κυριολεκτικώς) φαρσί.

Ο Σικελός προσπαθεί να παρέμβει φωνάζοντάς του: «Στα ελληνικά Χοντρόη, στα ελληνικά», αλλά ο Πέρσης δε του δίνει καμία σημασία. Μόνον όταν ο Οινοκράτης απηυδισμένος τον τραβάει από την ρόμπα και κινδυνεύει να κατρακυλήσει από το τραπέζι, αντιδρά παραπατώντας και λέει: «Ποι-ποι-ποι-ποίος εμέ πα-πα-παρενοχλείν;» και, πριν ο Οινοκράτης προλάβει να του απαντήσει, εκπέμπει ένα απροσδιόριστης σημασίας και γλωσσικής προέλευσης «Ουγκ!!!», και πέφτει, πρώτα στο τραπέζι και μετά στο πάτωμα, όπου μετατρέπει την χορογραφημένη του αγόρευση σε ένα υψηλής συχνότητας ροχαλητό.

Ο Οινοκράτης μένει για λίγο σκεφτικός. Η ένταση δεν τον έχει εγκαταλείψει. Κοιτάζει μια την οινοχόη και μια τον Χοντρόη που κοιμάται θορυβωδώς και μακαρίως…

Ύστερα, απλώνει το χέρι, πιάνει από το λαιμό το αγγείο, το αναστρέφει και ρίχνει μια γουλιά στον κύλικά του. Μετά τον σηκώνει ψηλά, προφέρει μια ευχή στο σικελικό ιδίωμα, και κατεβάζει με μιας το μείγμα. 

Ελπίζει, αν όχι άλλο, σε έναν γερό, βαθύ, αναζωογονητικό ύπνο.

images (2)

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο: Συναπαντήματα)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ’, κεφάλαιο τρίτο. Ιππεύοντας προς την Περσέπολη

Posted by vnottas στο 4 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο τρίτο: Ενέδρα στην Βασιλική Οδό

 γγ

Ο Εύελπις  διασχίζει έφιππος τη νότια Σουσιανή συνοδευόμενος από δύο μακεδόνες ιππείς που του παραχώρησε ο φρούραρχος των Σούσων, ο Μάζαρος. Το ταξίδι της επιστροφής στην Περσέπολη πάει μέχρι στιγμής μια χαρά, ο καιρός φαίνεται  καλός και στους σταθμούς η κατάσταση είναι πιο λειτουργική από το πως ήταν όταν πέρασε από κει, με αντίστροφη φορά, όχι πολύ καιρό πριν. 

Βέβαια, ο κύριος παράγοντας αναστάτωσης την τελευταία φορά ήταν το τεράστιο καραβάνι με τους θησαυρούς, τα εκατοντάδες υποζύγια, τους αγωγιάτες και τους συνοδούς οπλίτες, που ο ίδιος συνόδευε προς τα Σούσα. Τώρα, που η κατάσταση είναι πιο ομαλή μπορεί να αντιληφθεί καλύτερα το πόσο καλά οργανωμένοι είναι οι περσικοί δρόμοι, καθώς και κατά πόσο οι δημόσιες οδοί αποτελούν την ραχοκοκαλιά των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Ακόμη και όταν η φύση έχει φροντίσει ώστε να υπάρχουν πλωτά ποτάμια ή προσιτές ακτοπλοϊκές διαδρομές, χρειάζονται βατοί και ασφαλείς δρόμοι, αλλιώς είναι ανώφελο να μιλάει κανείς για ¨μεγάλες χώρες¨ κι ακόμη περισσότερο για ¨αυτοκρατορίες¨.  

Ευτυχώς η πολεμική αναταραχή δεν έχει επηρεάσει καταλυτικά την περσική διοίκηση των οδών, καθώς οι μακεδόνες έχουν περιοριστεί στο να εγκαταστήσουν μικρές φρουρές στα κομβικά σημεία και έχουν, για την ώρα, επιβεβαιώσει στη θέση του το ντόπιο προσωπικό. Άλλωστε, απ’ ό, τι φαίνεται, η τεράστια διοικητική μηχανή των περσών έχει τη δική της ¨αδράνεια¨ και μπορεί να λειτουργεί για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς να είναι πολύ ευαίσθητη σε εξωτερικούς τρανταγμούς και ανισορροπίες.

assets_LARGE_t_420_54362327

Οι τρεις ιππείς δεν ζορίζουν τα άλογά τους, παρά τα αφήνουν να τρέξουν αβίαστα στα λιθόστρωτα τμήματα του δρόμου, ενώ τριγύρω το έδαφος έχει ήδη αρχίσει να πρασινίζει προοιωνίζοντας την επερχόμενη άνοιξη. Στο βάθος στα αριστερά διαγράφεται, χιονοσκεπές, το νότιο τμήμα της οροσειράς του Ζάγκρου. Πάνω από τις λευκές κορυφές, σε οριζόντια παράταξη εμφανίζονται τώρα κάποια μελανά σύννεφα, που προς το παρόν μοιάζουν μακρινά και ακίνδυνα.

Ο Εύελπις θέλει να πιστεύει ότι και πίσω, στα Σούσα, όλα θα πάνε καλά: ότι ο Καλλισθένης σύντομα θα αναρρώσει και ότι ο ίδιος, πριν από την αναχώρησή του, έπραξε όλα τα απαραίτητα ώστε οι εκκρεμότητες να αντιμετωπιστούν με τον καλύτερο τρόπο. Ο Καλλισθένης, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε λάβει μια νέα εκτενή επιστολή του Αριστοτέλη, του είχε δώσει, εκτός από έναν γραπτό χαιρετισμό που απευθυνόταν προσωπικά στον Βασιλέα,  μια μακρά επιστολή προορισμένη για τον Ευμένη τον Καρδιανό. Οι δύο πάπυροι βρίσκονται τώρα, συσκευασμένοι με προσοχή μαζί με τον λοιπό ταξιδιωτικό εξοπλισμό, μέσα στον σάκο που κρέμεται στο αριστερό πλευρό του αλόγου του, εξισορροπώντας την ασπίδα, που είναι στερεωμένη στο δεξί.

Ο Εύελπις έχει ακόμη φροντίσει πριν φύγει από τα Σούσα για τη δημιουργία μιας ομάδας ¨ειδικών καθηκόντων¨,  με επικεφαλής τον έμπιστο λόγιο μεταφραστή Νικία. Η ομάδα αυτή θα πρέπει, όχι μόνο να συλλέξει το συντομότερο ακριβείς και έγκυρες  πληροφορίες για τις διαδικασίες που έφεραν στον περσικό θρόνο τον σημερινό φυγά-αυτοκράτορα Δαρείο τον Κοδομανό (έξη χρόνια πριν, το ίδιο έτος που στη Μακεδονία ανέλαβε τα ηνία ο Αλέξανδρος), αλλά και να καταγράψει επείγουσα λεπτομερή έκθεση για τους τυχόν ακόμη ενεργούς διεκδικητές του θρόνου: ποιοι είναι, πού βρίσκονται αυτή την στιγμή, πόσο εκτιμάται η πραγματική δύναμη/εξουσία/κύρος που ενδεχομένως  ακόμη κατέχουν ανάμεσα στους ντόπιους ευγενείς και τους πληθυσμούς της περιοχής… και τα λοιπά. Η αλήθεια είναι ότι για όλα αυτά υπάρχουν πληροφορίες, μερικές απ’ αυτές ήδη συλλεγμένες από την εποχή του Φίλιππου, αλλά τώρα που οι Μακεδονικές υπηρεσίες έχουν ασύγκριτα καλύτερη επιτόπια πρόσβαση, μπορούν να τα ξαναδούν όλα με ακριβέστερη οπτική και να βγάλουν ασφαλέστερα συμπεράσματα.

Exopli6

Ο Εύελπις χαμογελάει γιατί του έρχεται στο νου μια ακόμη ¨επαφή¨ που είχε πριν αφήσει τα Σούσα. Ήταν η συνάντησή του με τον βαβυλώνιο ιερέα Μαρτούκη που, μαζί με τον λόγιο Ηρακλείδη από την Αμφίπολη, ασχολείται με την μετάφραση της στήλης του Χαμουραμπί (όπου είναι χαραγμένοι οι νόμοι του παλιού βασιλιά), στην παλιά πτέρυγα του θησαυροφυλακίου∙ τον  βαβυλώνιο, που όλοι θεωρούσαν ως έναν αφοσιωμένο και άξιο εμπιστοσύνης μελετητή, αλλά που ο Οινοκράτης είχε εντοπίσει ανάμεσα στους συμμετέχοντες στην ύποπτη συγκέντρωση στο ναό του Μαρδούχ, μαζί με τον Ανάξαρχο, τον Άρπαλο και ποιος ξέρει ποιους άλλους.

Ο Μαρτούκης προσπάθησε για λίγο, στην αρχή, να κάνει τον άσχετο και το κουρεμένο γίδι (κορόγιδο), αλλά αμέσως μετά, χωρίς καν να χρειαστούν ιδιαίτερες απειλές ή υποσχέσεις από την πλευρά του Εύελπι,  κατάλαβε ότι τον συνέφερε να παραδεχτεί τη συμμετοχή του στη συγκέντρωση του ναού.

Είπε ότι τον είχαν προσκαλέσει λόγω των ειδικών νομικών του γνώσεων και θεώρησε καλό να συμμετάσχει, όσο κι αν ψιλοκαταλάβαινε ότι η σύσκεψη είχε μάλλον πολιτικό παρά επιστημονικό περιεχόμενο.

Πάντως, όσο κι αν αρχικά θεωρούσε ότι τέτοιες συναντήσεις βοηθούν στην κατανόηση και τη συνεργασία ανάμεσα στους ντόπιους και τους έλληνες, τώρα που ξέρει ότι η ελληνική διοίκηση τις δεν τις εγκρίνει, δεν πρόκειται, ά πα πα, να ξαναπατήσει σ’ αυτές.

Από τους συμμετέχοντες γνώριζε μόνο τους βαβυλώνιους ιερείς και -μόνον εξ ονόματος- μερικούς από τους οικονομικούς παράγοντες που προέρχονται από τα μέρη του, απ’ τη μεγάλη μεσοποτάμια πρωτεύουσα, τη Βαβυλώνα.

Ο Εύελπις θυμήθηκε τις ¨προειδοποιήσεις¨ του πέρση ανακτορικού ιερέα Αζάρη. Ίσως του παρουσιαζόταν μια ευκαιρία να επαληθεύσει προς τα που το πάει το βαβυλωνιακό ιερατείο. ¨Ας βάλουμε μπρος το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι¨, σκέφτηκε.

«Δεν χρειάζεται να πάψεις να συμμετέχεις σε αυτού του είδους τις συγκεντρώσεις», είπε με μειλίχιο ύφος στον Μαρτούκη.   «Αρκεί, πριν και μετά από κάθε μια από αυτές, να ειδοποιείς και να ενημερώνεις διεξοδικά τον άνθρωπο που θα σου υποδείξω. Εάν το πράξεις με συνέπεια οι σχέσεις σου με την διοίκηση θα παραμείνουν θετικές, εάν όχι, δεν μπορώ να σου εγγυηθώ τίποτα. Όλα μπορούν να σου συμβούν».

Ο Εύελπις συνόδευσε τις προειδοποιήσεις του μ’ ένα δυσερμήνευτο χαμόγελο, αλλά όταν παρατήρησε το χαμόγελο με το οποίο ο βαβυλώνιος αποδέχτηκε την πρότασή του, αναρωτήθηκε ποιος άραγε από τους δύο θα είναι τελικά ο γάτος και ποιος το ποντίκι.

Πάντως συμπλήρωσε: «Ο άνθρωπος στον οποίο θα δίνεις λεπτομερή αναφορά λέγεται Οινοκράτης και θα τον γνωρίσεις σύντομα».

Μια σκιά περνάει πάνω από τους καβαλάρηδες χλομιάζοντας την μέχρι τώρα φωτεινή μέρα. Οι μελανίες έχουν ταξιδέψει γοργά από την ανατολική άκρη του ορίζοντα ως τα εδώ και, φουσκωμένοι και μαυριδεροί, αρχίζουν να παρεμβάλλονται ανάμεσα στους ιππείς και το άρμα του Φοίβου. Τους συνοδεύουν εδώ και ’κει ριπές ανατολικού ανέμου.

Thessalikos Ippeas 750 πχ

Ο Εύελπις στερεώνει καλύτερα τον μανδύα στον ώμο του.

Οι σκέψεις του τώρα εστιάζονται στον πιστό του υπηρέτη. Πριν φύγει του είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να τον εντάξει -επάξια, αυτό δε χωράει συζήτηση- στις υπηρεσίες. Είχε οριστικοποιήσει αυτή την απόφαση τις προάλλες, μετά τις τελευταίες επιτυχείς παρακολουθήσεις του,  αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Οινοκράτης έχει ήδη αποδείξει, από παλιά, ότι διαθέτει οξύνοια, ετοιμότητα και κυρίως ότι μπορεί να του έχει κανείς εμπιστοσύνη.  Ο Καλλισθένης είναι ενημερωμένος και δεν έχει αντίρρηση.

Ο Μεγαρέας είχε εξηγήσει στον Σικελό ότι πρόκειται για την οργανική του ένταξη στον τομέα που έχει ως κύρια αποστολή τη συλλογή των πληροφοριών που κρίνονται ωφέλιμες για την επίτευξη των στόχων της εκστρατείας. Δεν χρειάστηκαν πολλές λεπτομέρειες∙ ο Οινοκράτης είχε ήδη σχηματίσει από μόνος του μια αρκετά καλή εικόνα για αυτές  τις δραστηριότητες.

Όμως, βέβαια, η ένταξη κάποιου στις υπηρεσίες δεν είναι υπόθεση μιας απλής εντολής. Υπάρχουν κανόνες και διαδικασίες (ακόμη και κάποια τελετουργικά) που πρέπει να εφαρμοστούν. Έτσι τουλάχιστον επιβάλλει η παράδοση, η οποία ισχύει λίγο πολύ στα περισσότερα σύγχρονα στρατεύματα (αν εξαιρέσουμε τα τελείως βαρβαρικά που λειτουργούν ως αυθόρμητες ορδές), αν και, απ’ ό, τι ξέρει ο Εύελπις,  οι ρίζες των οργανωμένων κρυφών υπηρεσιών πρέπει να είναι λακεδαιμόνιες[1]

Τον κατατόπισε πάντως για μια σειρά τυπικές διαδικασίες που θα έπρεπε να ακολουθηθούν. Ύστερα του διευκρίνισε ότι η πρώτη του αποστολή θα ήταν το να εποπτεύει διακριτικά τα όσα θα έπρεπε να συμβούν μετά την αναχώρηση του Εύελπι για την Περσέπολη.

Ο Οινοκράτης του διατύπωσε μία μονάχα ανησυχία. Αναρωτιόταν κατά πόσο τα νέα του καθήκοντα θα του επέβαλαν να απομακρυνθεί από τον κύριό του. Έχει, είπε, αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις απέναντι στον πατέρα Ευρύνου και δε θα ήθελε να τις αθετήσει.

Ο Εύελπις του απάντησε αρνητικά, αλλά και του εξήγησε πως αν όλα πάνε καλά από δω και πέρα, για ορισμένα βασικά πράγματα της ζωής του, ο Οινοκράτης, θα έπρεπε να παίρνει τις αποφάσεις από μόνος του.

akontismos2

 Στα νότια του κάτω Ζάγκρου η περιοχή έχει ξαφνικά σκοτεινιάσει,  πήρε να βρέχει, και η Βασιλική οδός έχει χάσει την κίτρινη ευθύτητά της. Σιγά σιγά, οι ρεματιές που φτάνουν ως εδώ από τα βουνά της οροσειράς, αρχίζουν να μετατρέπονται σε χειμάρρους και να βρυχώνται απειλητικά, ενώ σε πολλά σημεία τα νερά σκέπασαν ήδη την επιφάνειά του δρόμου, κρύβοντας τις ανωμαλίες και δυσκολεύοντας τον καλπασμό των τριών ιππέων.

Ο Εύελπις κάνει νόημα στους δύο καβαλάρηδες που τον ακολουθούν ότι θα πρέπει να σταματήσουν στο πρώτο κατάλυμα που θα βρουν, ανεξάρτητα αν αυτό είναι κανονικός σταθμός ανεφοδιασμού ή όχι. Ύστερα χαϊδεύει καθησυχαστικά τον λαιμό του αλόγου του, που απ’ ό, τι φαίνεται δεν είναι μαθημένο σε βροντές, νεροποντές και μουσκέματα.

Είναι ένα γκρίζο άτι που το απόκτησε σε αρκετά αλμυρή τιμή κάπου στη νότια Συρία κατά την επιστροφή της στρατιάς από την Αίγυπτο, ύστερα από επίμονες προτροπές του Οινοκράτη.  Ο υπηρέτης του, ισχυριζόταν ότι είχε μάθει από σίγουρες πηγές πως τα άλογα της περιοχής των Αράβων έχουν εξαιρετικές ικανότητες, αλλά ο Εύελπις δεν πείσθηκε παρά μόνον όταν συμφώνησαν και οι Θεσσαλοί φίλοι του, οι μόνοι έλληνες που θεωρούνται ειδικοί στα άλογα, ότι το συγκεκριμένο άτι ήταν καλό.  Ο Οινοκράτης ήταν και ο ονοματοδότης του ζωντανού,  το είχε αποκαλέσει ¨γοργόν ως βέλος¨ και το ¨Βέλος¨ του έμμεινε ως όνομα.

663004-lightning_strike_680_275061_34N231

Η λάμψη και  ο θόρυβος ενός κεραυνού κάπου εκεί κοντά επαναφέρουν τον Μεγαρέα στην ζόρικη (οδική) πραγματικότητα. Ο καιρός έχει αγριέψει ακόμη περισσότερο.

Ο Εύελπις διακρίνει στα δεξιά του δρόμου πίσω από μια συστάδα ψηλών καλαμιών ένα ύψωμα πάνω στο οποίο υπάρχει μια πλίνθινη αγροτική κατασκευή, πιθανότατα μια αγροικία, οπότε τραβάει τα ηνία του αλόγου του και σηκώνει το χέρι δείχνοντάς την στους ακόλουθούς του. Εκείνοι του κάνουν νεύμα ότι την είδαν κι αυτοί και έτσι, τώρα, η μικρή ομάδα εγκαταλείπει την κύρια οδό και παίρνει ένα παράπλευρο ανηφορικό μονοπάτι προς την κατεύθυνση του κτίσματος. Διασχίζουν με δυσκολία την συστάδα με τα καλάμια, ενώ οι ριπές του ανέμου που τους περιτρέχει τρυπώνουν ανάμεσα στα σπαθωτά φύλλα προκαλώντας περίεργα  σφυρίγματα που, μαζί με τους ήχους της απρόοπτης μπόρας, συνθέτουν αλλόκοτες άγριες μελωδίες. Οι τρεις ξεπερνούν τα καλάμια και, όντως, ένας μικρός λόφος ξεχωρίζει τώρα αδρά μέσα στη ομιχλώδη γκριζάδα. Στην κορυφή του, το κτίσμα δείχνει να είναι γερό και σε θέση να εποπτεύει το τμήμα εκείνο της Βασιλικής οδού.

Μια κραυγή που προέρχεται από έναν από τους δύο συνοδούς φτάνει ως τα αυτιά του Εύελπι, αλλά ο θόρυβος του ανέμου τον εμποδίζει να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Ευτυχώς όμως, υπάρχει κάποιος που την καταλαβαίνει, με τον τρόπο του βέβαια, και αντιδρά. Η αντίδραση αυτή  θα αποδειχθεί ευεργετική για τον λόγιο από τα Μέγαρα.

Εκ των υστέρων βέβαια, ξέρουμε ότι ο συνοδός κραύγασε τη λέξη  ¨βέλος!¨, ότι η κραυγή αυτή αποτελούσε προειδοποίηση προς τον Μεγαρέα και σήμαινε ¨πρόσεχε, ένα βέλος κατευθύνεται ίσια πάνω σου¨, ενώ τα αυτιά που την συνέλαβαν πλήρως ανήκαν στο ομώνυμο άλογο. Το αραβικό άτι θεώρησε ότι κάποιος το φωνάζει με ένταση και, ακούγοντας την κραυγή θεώρησε καλό, για μια τόση δα στιγμή, να ανακόψει τον ανηφορικό βηματισμό του. Έτσι, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια φαρμακερή σαϊτιά έχασε κατ’ ελάχιστον το στόχο της και πέρασε ανάμεσα   στον Εύελπι και τον αυχένα του ζωντανού, για να καταλήξει άπραγη ανάμεσα στις καλαμιές.

Ο Μεγαρέας καταλαβαίνει σχεδόν αμέσως ότι υπήρξε στόχος εκηβόλου όπλου. Αφιππεύει αστραπιαία, τραβάει την ασπίδα από το πλευρό του αλόγου και σπρώχνει το ζώο μακριά του, πίσω στα καλάμια. Ένας ιππέας πρέπει να προστατεύει το άλογό του από τις ύπουλες, αλλά και από τις άστοχες, σαϊτιές των τοξοτών.  Τον ίδιο άγραφο κανόνα των καβαλάρηδων έχουν ακολουθήσει και οι δύο συνοδοί∙ έχουν ξεπεζέψει και τον πλησιάζουν τώρα σκυφτοί δημιουργώντας με τις μεγάλες κυκλικές ασπίδες τους ένα στοιχειώδες προκάλυμμα ενάντια στις σαίτες που εκτοξεύονται τώρα πυκνότερες από την μεριά του κτίσματος.  

«Ενέδρα, και δεν ξέρουμε πόσοι είναι»,  συνοψίζει την κατάσταση ο Εύελπις. «Πιθανότατα είχαν σκοπό να μας χτυπήσουν παρακάτω, στο σημείο που ο δρόμος πλησιάζει πολύ  στον λόφο, αλλά όταν μας είδαν να αλλάζουμε πορεία και μάλιστα να κατευθυνόμαστε προς το μέρος τους, μας επιτέθηκαν χωρίς καθυστέρηση». 

«Το κακό  είναι ότι από ‘κει πάνω μπορούν να ελέγχουν μεγάλο κομμάτι του δρόμου» παρατηρεί ένας από τους συνοδούς, ένα γεροδεμένο παλικάρι που είχε φτάσει στα Σούσα με την τελευταία φουρνιά ενισχύσεων από την Πιερία,  «οπότε, ακόμη κι αν καταφέρουμε να συμμαζέψουμε τα άλογα και να επιστρέψουμε στην βασιλική οδό, έτσι και εξακολουθήσουμε την πορεία προς την Περσέπολη, θα εκτεθούμε άμεσα στις βολές τους».

Ο νεαρός έχει δίκιο, σκέφτεται ο Εύελπις. Η μόνη σχετικά ασφαλής διέξοδος θα ήταν να γυρίσουν πίσω στο δρόμο και μετά ακόμη πίσω προς τα δυτικά, ελπίζοντας ότι οι τοξότες δεν θα τους ακολουθήσουν έφιπποι ή, τουλάχιστον, ότι έφιπποι δεν θα είναι αρκετά καλοί στο σημάδι.

Ύστερα θα μπορούσαν να αναζητήσουν βοήθεια στο πλησιέστερο μακεδονικό φυλάκιο -το τελευταίο το είχαν συναντήσει σχεδόν μια μέρα πορεία προς τα πίσω- και να επιστρέψουν εδώ με ενισχύσεις. Βέβαια, είναι πιθανό ότι τότε, οι τοξότες θα έχουν κάνει φτερά και εκείνο που θα μένει από την επίθεση δε θα είναι παρά μια σειρά εικασιών και υποθέσεων: καραούλι τυχαίων ληστών, έναρξη ένοπλης αντίστασης των ντόπιων ή ενέδρα κάποιων που τα έχουν συγκεκριμένα (και θανάσιμα) μαζί του;

Εν τέλει η ιδέα της υποχώρησης μπροστά στην πρώτη κακοτοπιά δεν του αρέσει καθόλου.

«Ας κάνουμε πίσω ως τα καλάμια ώστε να έχουμε προστατευμένα τα νώτα μας, και ας περιμένουμε», λέει. «Δε θα μας τοξεύουν επ’ αόριστον. Ίσως προτιμήσουν να αναμετρηθούν από κοντά∙ ας πάρουμε μια ιδέα για το πόσοι είναι». Οι δύο συνοδοί γνέφουν καταφατικά και η τριάδα συσπειρωμένη πίσω από τις μεγάλες κυκλικές ασπίδες υποχωρεί με μικρά βήματα ως τον καλαμώνα.

images (3)

Η θύελλα έχει  κάπως αποδυναμωθεί δίνοντας τη θέση της σε μια ψιλή σποραδική βροχή, ενώ εγκάρσιες χαρακιές ήλιου αρχίζουν να διασχίζουν τα σύννεφα αποδομώντας τα. Ύστερα  από λίγο οι σαϊτιές από τον λόφο σταματούν και  οι θύρες του κτίσματος ανοίγουν. Ένα μικρό κομμάτι ήλιου ανακλάται στις πανοπλίες των οπλιτών που εμφανίζονται εκεί πάνω. Οι ενδυμασίες και ο οπλισμός τους (έχουν αφήσει τα τόξα και κραδαίνουν τώρα σπάθες, ακόντια και μικρές ασπίδες) είναι σίγουρα ανατολίτικος. 

«Τέσσερεις, πέντε, έξη…» τους μετράει ο Εύελπις. «Δύο στον καθένα… Και δεν είναι παρά τοξότες».

«Δεν υπάρχει πρόβλημα», συμφωνεί και ο νεαρός από τα Πιέρια όρη, ενώ ο άλλος σωματοφύλακας, ένας ψηλός ψημένος στρατιώτης που απ’ ό, τι φαίνεται δεν έχει και τόση εμπιστοσύνη στις πολεμικές αρετές του λόγιου που συνοδεύουν, κάνει μερικά βήματα εμπρός, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει πρώτος όποιον τολμήσει να πλησιάσει.

Circle of Spring Flowers

Οι επιτιθέμενοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την κατηφόρα ώστε να αυξήσουν την ορμή της επίθεσής τους, αλλά τα βρεμένα χόρτα είναι γλιστερά και δυσκολεύουν την καλή επαφή με το έδαφος. Έτσι η κάθοδός τους επιταχύνεται πέραν του δέοντος και  οι ενστικτώδεις κινήσεις που κάνουν προκειμένου να διατηρήσουν την ισορροπία τους κουτρουβαλώντας, δημιουργεί ένα ελαφρώς κωμικό θέαμα.

Οι δύο πρώτοι που φτάνουν τους αμυνόμενους απωθούνται και εξουδετερώνονται εύκολα από την ασπίδα και το ξίφος του ψηλού σωματοφύλακα, ενώ  ο νεαρός Πιέριος παραμερίζει την τελευταία στιγμή (με μια κίνηση που θυμίζει Κρήτη και τους περίφημους χορούς με τους ταύρους)  αφήνοντας τον αντίπαλό του  να πέσει άτσαλα, πρώτα πάνω στις καλαμιές και μετά στο βρεμένο χώμα.

Ένας άλλος φτάνει μπροστά στον Εύελπι με το δόρυ του προτεταμένο, αλλά την τελευταία στιγμή  είναι υποχρεωμένος, αντί να το εξακοντίσει, να το ακουμπήσει στο έδαφος σαν να ήταν μπαστούνι, προκειμένου να μη γλιστρήσει. Ο Μεγαρέας επωφελείται και με μια καλοζυγισμένη σπαθιά κόβει το αυτοσχέδιο στήριγμα στα δύο, και μετά δίνει μια συμπληρωματική  σπρωξιά στον επιτιθέμενο που πέφτει τυλιγμένος στα δύο, όμοιος με τη σφαίρα του γνωστού παιδικού αθλήματος ¨λακτίζειν¨.  

Δύο από τους ανατολίτες που έχουν καταφέρει να αναχαιτίσουν την γλίστρα και βρίσκονται ακόμη αρκετά μακριά από τους έλληνες, κάνουν τώρα απεγνωσμένα νοήματα προς την αγροικία πάνω στο λόφο. Προφανώς ζητούν ενισχύσεις. Οι από πάνω δεν αργούν να αντιδράσουν. Σε λίγο, ένας ένας,  εμφανίζονται στην κορυφή καμιά δεκαριά ακόμη ένοπλοι, που με προσεκτικές, αργές κινήσεις αρχίζουν να κατεβαίνουν την πλαγιά σχηματίζοντας μια καμπύλη μέσα στην οποία, είναι φανερό ότι στοχεύουν να θηλυκώσουν τους ‘Ελληνες.

«Μα τον Δία τον Αστραποβρόντη, τα πράγματα σκουραίνουν», αποφαίνεται ο έμπειρος παλιός στρατιώτης.

«Μα τις εννέα κεχαριτωμένες κόρες του, έχεις δίκιο», συμφωνεί ο νεότερος.

Ο Εύελπις συνοφρυώνεται. Απεγνωσμένη άμυνα ή  εσπευσμένη φυγή; Τα ενδεχόμενα δεν είναι πολλά και ο χρόνος για να πάρει μια απόφαση ελάχιστος.

1238.w.600

[1] Όσο και αν πριν απ’ την επικράτηση των Σπαρτιατών στον πελοποννησιακό πόλεμο, πολλές πλευρές της ζωής, των ηθών και της πολιτειακής τους οργάνωσης ήταν καλυμμένες από τα πέπλα επικών μύθων (που διέπονταν από ανδρεία, δύναμη, γενναιότητα), όταν μετά τη νίκη χρειάστηκε να εξάγουν τα πρότυπά τους προς άλλες πόλεις, οι λοιποί Έλληνες ανακάλυψαν με έκπληξη ότι ο χαρακτήρας των Λακεδαιμονίων δεν απέκλειε, κάθε άλλο, την ύπαρξη μη ηρωικών θεσμών, όπως για παράδειγμα εκείνον της Κρυπτείας.  Όταν επρόκειτο για την επιβίωση της Πόλης και την διάσωση των πατροπαράδοτων αρχών που ρύθμιζαν τη ζωή των Ίσων, οι Σπαρτιάτες ήταν τελείως απροκατάληπτοι και οι μυστικές και εκτός κανόνων δραστηριότητες  ήταν απολύτως επιτρεπτές. Αρχικά, οι μυστικές δραστηριότητες της  ¨Κρυπτείας¨ είχαν ως στόχο την εξασφάλιση της υποταγής των ειλώτων, αλλά στη συνέχεια φαίνεται ότι έγιναν σημαντικό εργαλείο στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της Σπάρτης.

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο ¨Ω Χαχόμα!¨)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δεύτερο. Ο Οινοκράτης προάγεται.

Posted by vnottas στο 24 Μαρτίου, 2016

esopo

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο δεύτερο: Πως πήρε ο Οινοκράτης την αναβάθμισή του

Στην αρχή ο Οινοκράτης δεν το πήρε καλά που όλοι έφευγαν από τα Σούσα εκτός απ’ τον ίδιο. Πρώτα τον ενόχλησε που αναχώρησαν βιαστικά ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον. Για να τα λέμε όλα, ιδιαίτερα  το Πουλχερίδιον. Αν ο νεαρός Θεσσαλός  αξιωματικός θα έπρεπε να φύγει για λόγους καθήκοντος, ποιος ο λόγος να φύγει άρον άρον και η γοητευτική μικρή σουρπουίτσα;

Παρ’ όλα αυτά φρόντισε να τους ετοιμάσει τα απαραίτητα εφόδια για το ταξίδι και εκείνο το πρωί -τί πρωί, δεν είχε ακόμη καλοφέξει κι ένα υγρό γκρίζο πέπλο σκέπαζε ακόμη τα Σούσα- τους αγκάλιασε, τους φίλησε σταυρωτά και τους δύο και τους ευχήθηκε οι θεοί των ταξιδιωτών να τους παραστέκονται και να τους προστατεύουν.

Αλλά, σαν να μην έφτανε η αναχώρηση των δύο νέων, ο Εύελπις τον ειδοποίησε ότι και εκείνος επρόκειτο να φύγει για την Περσέπολη μέσα στις επόμενες μέρες. ¨Μόνος σου; Μετά την απόπειρα;¨ είχε απορήσει ο Οινοκράτης. ¨Τρόπος του λέγειν!¨, είχε απαντήσει ο Μεγαρέας προκαλώντας έναν αδιευκρίνιστο μορφασμό του υπηρέτη. ¨Θα πάρω μαζί μου έναν – δυο ιππείς… Θα έχω προστασία, μην ανησυχείς¨.

Προς στιγμήν ο Οινοκράτης αισθάνθηκε αποπροσανατολισμένος. Τι στην ευχή  ¨ακόλουθος¨ ήθελε να πιστεύει πως είναι, αν ο αφέντης του ξεκινούσε για ταξίδι χωρίς αυτόν, άρα μοναχός και αβοήθητος;

Γιατί ο Οινοκράτης θεωρούσε  ότι ο ρόλος του δίπλα στον Εύελπι δεν ήταν βέβαια εκείνος του οποιουδήποτε αδιαφοροποίητου δούλου, ούτε ενός απλού θεράποντα ¨οικέτη¨, αλλά ενός τέως παιδ-αγωγού, που έχοντας συμβάλει στη δημιουργία ενός άρτιου άνδρα, μπορούσε πλέον να αναλάβει τον τιμητικό ρόλο του προστάτη ¨ακόλουθου¨.

Όμως αυτές οι ανησυχίες εξαλείφθηκαν όταν, στη συνέχεια, ο αφέντης τον ενημέρωσε για τις γενικότερες προθέσεις του, μερικές από τις οποίες αφορούσαν άμεσα τον πολυπράγμονα υπηρέτη.

Ε, ναι! Η ζωή επιφυλάσσει εκπλήξεις και αλλαγές.

Ακόμη και η ζωή ενός δούλου μπορεί να κρύβει κάποιες στιγμές κατά τις οποίες είναι δυνατό να συμβούν πράγματα απρόσμενα!  

mercgrec

Καθώς άκουγε τις αποφάσεις του κυρίου του, ο Οινοκράτης ξέχασε την όποια πρωινή δυσαρέσκεια κι ένα πλατύ χαμόγελο αναρτήθηκε στο μελαχρινό του πρόσωπό: Στο μέλλον του ανάτελλε κάτι  νέο κι ανέλπιστο.

Εντάξει, γνωρίζοντας καλά τον Εύελπι ήξερε ότι κάποια αμοιβή για τον δημιουργικό ζήλο που είχε επιδείξει τις τελευταίες μέρες ήταν αναμενόμενη. Αλλά την επίσημη ένταξή του -ως δόκιμο μέλος- στις αφανείς υπηρεσίες; όχι, αυτήν ειλικρινά δεν την περίμενε. 

Ο Οινοκράτης γνώριζε ότι οι Υπηρεσίες μπορεί να μην έχουν και τόσο σαφείς αρμοδιότητες, αλλά ήταν βέβαιος ότι διαθέτουν αδιαμφισβήτητη  -έστω και αν καλυμμένη- εξουσία. Είναι ένα σώμα στο οποίο είναι δύσκολο, αν και όχι αδύνατο, να ενταχθεί ένας δούλος. Εάν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, αποτελεί, όχι μόνο μια τιμητική επιλογή και μια επίσημη αναγνώριση αλλά και ένα αποφασιστικό σκαλοπάτι προς την πλήρη χειραφέτηση του επιλεγέντος. Σίγουρα πράγματα!  

Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε ότι ο Οινοκράτης δεν ενδιαφερόταν και τόσο έντονα για την επίσημη ανακήρυξη της ελευθερίας του. Ο Οινοκράτης, μέσα του, είχε μια εγγενή τάση να  ¨φιλοσοφεί¨, τόσο τις αντιξοότητες, όσο και τις εκπλήξεις της ζωής. Έτσι, εδώ και καιρό είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό του ότι την όποια ανεξαρτησία την κερδίζει κανείς με καθημερινό ¨αγώνα παρουσίας¨. Ακόμη και ένας  αιχμαλωτισμένος δούλος.

 Βασικά αυτό σημαίνει να καταφέρνεις να έχεις άποψη για ό, τι συμβαίνει γύρω σου, να προσπαθείς να κοινοποιήσεις αυτήν την άποψη στους άλλους και, όποτε αυτό δεν είναι πρακτικά αδύνατο, να τη βάζεις σε εφαρμογή. Έστω εν μέρει. Πίστευε ότι όταν κατάφερνε κάτι τέτοιο, αποδεικνυόταν πιο χειραφετημένος από   πολλούς ¨ελεύθερους¨  και ¨απελεύθερους¨ που είχε γνωρίσει στην Αθήνα και, παλιότερα, στις Συρακούσες.

Πάντως, όσο κι αν είχε κατορθώσει (λίγο ή πολύ) να πείσει τον εαυτό του για την ορθότητα της παραπάνω φιλοσοφικής προσέγγισης, αυτό δεν τον εμπόδισε εκείνο το πρωί να νοιώσει μια ανυπόκριτη αυθόρμητη χαρά εν όψει μιας ενδεχόμενης μελλοντικής τιμητικής απελευθέρωσης.

images (3)

Ο Εύελπις μίλησε στον Οινοκράτη για τις αρχές και τη βασική μεθοδολογία των Υπηρεσιών και του έδωσε να απομνημονεύσει μερικά κείμενα που θα του χρησίμευαν κατά την τελετή ένταξης. ¨Είσαι τυχερός¨, του είπε, ¨ο Καλλισθένης συμφώνησε να ακολουθήσουμε για την ένταξή σου το συντομευμένο τυπικό και έτσι θα γλιτώσεις κάποιες μυητικές ταλαιπωρίες, όχι όλες¨.

Ο Οινοκράτης υποσχέθηκε ότι θα κάνει το παν για να είναι έτοιμος, έτσι ώστε η διαδικασία να ολοκληρωθεί το συντομότερο.

Ύστερα ο Εύελπις του εξήγησε τι περίμενε απ’ αυτόν κατά τη διάρκεια της απουσίας του από τα Σούσα. Ο Οινοκράτης που τον παρακολουθούσε προσεκτικά, κατάλαβε ότι εάν δεν θα συνόδευε αυτή τη φορά τον Εύελπι, ήταν γιατί θα είχε δουλειά  να κάνει στα Σούσα  και, παρά το γεγονός ότι ως γνωστόν δεν ήταν οπαδός του ¨λακωνίζειν¨ -κάθε άλλο-, αυτή τη φορά αρκέστηκε στο να ακούει και να κουνάει που και που καταφατικά το κεφάλι του.

dioniso

…και μια (πειραματική) ανάγνωση

(Συνεχίζεται… Στο επόμενο: Ιππεύοντας προς την Περσέπολη)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Προς τους συμπάσχοντες ¨ναυτιλλομένους¨ στον ωκεανό της ερασιτεχνικής συγγραφής: Λίγα λόγια για το μυθιστόρημα που δημοσιεύεται στο Ιστολογοφόρο, ενώ εκπονείται.

Posted by vnottas στο 28 Φεβρουαρίου, 2016

 

 images (1)

Με το δωδέκατο κεφάλαιο, που ήδη ανάρτησα με τίτλο ¨Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!¨, καθώς και το τρίτο ιντερμέδιο, που θα βρείτε εδώ παρακάτω, συμπληρώνεται το τρίτο μέρος του (υπό εκπόνηση) ιστορικού μυθιστορήματος. [Προσωρινός τίτλος: ¨Κύλικες και δόρατα¨, προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λογίου, στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα] .

Σημειώνω για τους φίλους που παρακολουθούν τις σχετικές αναρτήσεις ότι μπορούν τώρα να βρουν και το Γ΄ μέρος, δημοσιευμένο σε μια ενιαία σελίδα, όλο μαζί με τη σειρά, κάνοντας ¨κλικ¨ είτε στις οριζόντιες γραμμές των συνδέσμων κάτω από τον τίτλο του ιστολογίου είτε αριστερά στην κάθετη στήλη των ¨σελίδων¨. (Η συγγραφή του τέταρτου μέρους προχωρεί, υπολογίζω ότι πρέπει να βρισκόμαστε κάπου στη μέση).

Εδώ θα περιοριστώ σε μερικές γενικές παρατηρήσεις-εξομολογήσεις σχετικές με τα πιο ενδιαφέροντα αφενός, και τα πιο ζόρικα αφετέρου, σημεία ενός ¨συγγραφικού παιχνιδιού¨ αυτού του είδους.

corsi_di_scrittura

α. Γενικότερη απορία: Είναι άραγε ¨καλό πράγμα¨ να ασχοληθεί κανείς (ερασιτεχνικά πάντα) με τη συγγραφή ενός ¨ιστορικού¨ μυθιστορήματος;

Απάντηση: Δε ξέρω ποια μπορεί να είναι η γενικότερη απόφανση για την ποιοτική στάθμη του τελικού αποτελέσματος, αλλά μπορώ να αναφερθώ σε δύο πράγματα που τα θεωρώ ως εκ των προτέρων θετικά:

Το ένα είναι το πάγιο κέρδος για όποιον φτιάχνει μύθους είτε τους εντάσσει σε κάποια συγκεκριμένη εποχή είτε όχι: Ταξιδεύει, συμπάσχοντας με τους ήρωές του, σε αταξινόμητους τόπους της μνήμης και της φαντασίας, όπου μπορεί (ενδεχομένως) να ανακαλύψει ¨πράγματα¨, αλλά και να δημιουργήσει ¨θαύματα¨ ( Μήπως κάθε συγγραφέας δεν είναι ένας μικρός ερασιτέχνης θεός, που ξέρει τα πάντα και μπορεί να κάνει τα πάντα για τους ήρωές του;)

Το άλλο καλό αφορά ειδικά στις περιπτώσεις που ο μύθος εντάσσεται σε ιστορικά πλαίσια: Σε προτρέπει να εντρυφήσεις  με τρόπο ζωντανό (έως συναρπαστικό) σε μια άλλη εποχή. Που πάει να πει ότι μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα. Ομολογώ ότι ξέρω πια για την εποχή κατά την οποία δρουν οι ήρωές μου πολύ περισσότερα από όσα γνώριζα όταν άρχισα τη συγγραφή.

Βέβαια σε αυτή την περίπτωση δεν μπορείς να κάνεις ό, τι θέλεις με τους ήρωές σου, τουλάχιστον με εκείνους για τους οποίους μιλάει η Ιστορία. Γι αυτό είσαι υποχρεωμένος να μάθεις καλά όσα έχουν ήδη ειπωθεί γι αυτούς, έτσι ώστε να μη πέσεις σε απαράδεκτες αντιφάσεις. Μπορείς όμως πάντα να  τους πλαισιώσεις με φανταστικούς, καθαρά μυθιστορηματικούς ήρωες, για τους οποίους ισχύει και πάλι η κοπτοραπτική σου δυνατότητα.

435275-book

β. Πώς (και γιατί) έγινε η επιλογή της συγκεκριμένης εποχής;

Απάντηση: Στο παλιότερο σύγγραμμά μου ¨Από τον βωμό και τον άμβωνα στην οθόνη¨ είχα υποστηρίξει ότι σε κάθε επικοινωνιακά καθορισμένη ιστορική περίοδο, υπάρχει και μία κυρίαρχη ομάδα επικοινωνητών οι οποίοι ασκούν εξουσία (πειθούς) μαζί (ή ενάντια) με εκείνους που εκφράζουν συνασπισμούς εξουσίας βασισμένους σε άλλες σημαντικές ανθρώπινες δραστηριότητες (πολιτική, οικονομία, κλπ).

Έτσι, πριν επινοηθεί η γραφή, την εποχή του προφορικού λόγου, την επικοινωνιακή ηγεσία διατηρούν επί χιλιετίες οι ¨μάγοι¨, ενώ η ¨οργάνωση των αναγκαίων αφηγήσεων¨ που εξασφαλίζει η γραφή, επέτρεψε την αντικατάστασή τους από τους ¨ιερείς¨.  Με τον ίδιο τρόπο η τυπογραφία θα δώσει την επικοινωνιακή εξουσία στους διανοούμενους, ενώ τα ΜΜΕ θα την μεταφέρουν (εν τέλει)  στους ¨ανθρώπους της εικόνας¨, τους διαφημιστές και τους δημοσιοσχετίστες.  Με άλλα λόγια, όσο ο άνθρωπος, για να βρει απαντήσεις στα πάγια υπαρξιακά ερωτήματά του, θα καταφεύγει στη σφαίρα της μεταφυσικής (αρχαϊκή περίοδος), η επικοινωνιακή εξουσία θα καταλήγει στα χέρια μάγων και ιερέων, όταν (με αρκετή δόση οίησης) αποφασίζει να χειραφετηθεί,  την επικοινωνιακή εξουσία την αναλαμβάνουν διανοούμενοι και επιστήμονες (περίοδος νεοτερικού ανθρωπισμού-μοντερνισμού).  Και όταν ο Άνθρωπος παύει να πιστεύει τόσο στο θεό όσο και στον εαυτό του, τότε έρχεται η ώρα των σχετικιστών, αυτοϊκανοποιούμενων πραγματιστών, των ¨μεταμοντέρνων¨.

Σε αυτή την γενικότατη διάκριση εποχών και κυρίαρχων επικοινωνιακών ομάδων, υπάρχει μια σημαντική εξαίρεση που αφορά σε μια περίοδο (ανολοκλήρωτου) ανθρωπισμού που αναφύεται μέσα σε ένα περιβάλλον πλήρους αρχαϊκότητας. Πρόκειται για την ελληνική και ρωμαϊκή περίοδο, κατά τις οποίες αναπτύσσεται ένας πρώιμος ¨μοντερνισμός¨, που όμως δεν πρόκειται να εδραιωθεί αν και συνοδεύτηκε από ηχηρές καινοτομίες, κυρίως στο πολιτικό και το επικοινωνιακό πεδίο (επινόηση του πολιτεύματος της Δημοκρατίας, έξοδος της Γνώσης από ανάκτορα και ναούς και διάδοσή της). 

Οι φιλόσοφοι, οι ποιητές, οι επιστήμονες (δηλαδή οι ¨επικοινωνητές¨ αυτής της περιόδου) θα βάλουν τα θεμέλια που θα διευκολύνουν την πολύ μεταγενέστερη Αναγέννηση, που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε δραστικές αλλαγές, στη γαλλική επανάσταση και στον (σύγχρονο) κόσμο που, μέχρι πρόσφατα, νομίζαμε γνωστό και οικείο.

4543847_6d44229b73_m

Με βάση λίγο πολύ τα παραπάνω, μου είχε δημιουργηθεί η σκέψη: Τι θα συνέβαινε εάν κάποιος από τους ¨επικοινωνητές¨ της κλασικής αρχαιότητας συνειδητοποιούσε έστω μερικά, σε τι κοσμογονικές εποχές ζούσε και εάν αποφάσιζε να επινοήσει και να προτείνει μια πολιτική για την ολοκλήρωσή των επωαζόμενων αλλαγών;

Θα μου πείτε πως ο Πλάτωνας, για παράδειγμα, αλλά και ο Αριστοτέλης, ίσως και ο Ισοκράτης και άλλοι γνωστοί διανοητές θα μπορούσαν να ιδωθούν κάτω από αυτό το πρίσμα. Σύμφωνοι, αλλά θα χρειαζόταν μια (επώδυνη, αλλά και ούτως ή άλλως πολύ δύσκολη) τομή πάνω στο πολυσχολιασμένο και πολυσχιδές έργο τους, που θα δυσκόλευε τη μυθοπλαστική επέμβαση.

Τελικά θεώρησα ότι ένα κατάλληλο τέτοιο πρόσωπο θα μπορούσε να είναι ο μαθητής του Αριστοτέλη και ιστορικός της επεκτατικής φάσης του αρχαίου ελληνογενούς νεοτερισμού, ο Καλλισθένης.

images (4)

Ξεκίνησα λοιπόν για να μιλήσω περί μιας (ενδιαφέρουσας κατά τη γνώμη μου) εποχής, εστιάζοντας σε κάποιον που μπορεί να αναλάβει τον δραματικό  ρόλο του έντιμου αλλά και ενεργού διανοητή, σκαπανέα μιας νέας αντίληψης μέσα σε ουσιαστικά ανώριμες συνθήκες.  Τον Καλλισθένη που  δρα πλάι στον Αλέξανδρο (κατά κάποιο τρόπο πρώιμο Ναπολέοντα) και τον στηρίζει έως ότου τα γεγονότα τον υποχρεώσουν να προσγειωθεί και να αμφισβητήσει τον βασιλιά και τις επιλογές του.

Βέβαια, όπως είδατε, κατά την εκπόνηση, με γοήτευσαν και άλλοι χαρακτήρες που εκκολάφτηκαν καθ’ οδόν για να εξυπηρετήσουν τις μυθοπλαστικές ανάγκες, όπως ο βασικός συν-αφηγητής Εύελπις, ο δούλος-¨προλετάριος¨ Οινοκράτης, το Πουλχερίδιον και άλλοι.

Αλλά για να επανέλθω στο ερώτημα περί της επιλογής της συγκεκριμένης εποχής, ας πω ότι, ό, τι κι αν ισχυρίζονται οι πιο φαντασμένοι από τους ενσωματωμένους ιστορικούς, καμιά επιλογή πάνω στο ¨άμοιρο¨ (κακόμοιρο) σώμα της Ιστορίας δεν είναι άμοιρο των τρεχουσών (σημερινών) καταστάσεων και αναγκών.

Υπενθυμίζω ότι όταν η ανερχόμενη αστική τάξη στην Ευρώπη είχε ανάγκη από σημεία αναφοράς για να δείξει ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς την κηδεμονία του μεσαιωνικού ιεραρχείου και των ευγενών, έφτιαξε ένα ολόκληρο πολιτιστικό ρεύμα (κλασικισμός) γεμάτο αναφορές στην αρχαία ελληνική δημοκρατία, ενώ όταν, σχετικά πρόσφατα,  ο εγκατεστημένος πλέον καπιταλισμός αποφάσισε να γίνει ¨οικουμενικός¨, να που οι αναφορές αυτές αντικαταστάθηκαν από άλλες που μιλάνε (περισσότερο και θαυμαστικά) για τις αυτοκρατορίες του Αλέξανδρου ή των Ρωμαίων.

Άρα είναι αναμενόμενο πως, κατά βάθος, είναι οι αυτοκρατορικές τάσεις που μπορεί να διαγνώσει κανείς (χωρίς πολύ κόπο) στην εποχή μας, που διαγείρουν το ενδιαφέρον (προς αποφυγή ή προς μίμηση) για τις ¨αυτοκρατορικές¨ περιόδους της ιστορίας.

Επί πλέον, ο τέταρτος πΧ αιώνας παρουσιάζει μία ακόμα ενδιαφέρουσα ιδιομορφία. Ενώ διάφοροι παράγοντες (όπως η δουλοκτησία που καθιστά μη αναγκαίες τις μηχανές) εμποδίζει τις εκδηλωμένες νεοτερικές τάσεις να ¨ωριμάσουν¨, και ενώ η Δημοκρατία, όπου ακόμη υπάρχει, βρίσκεται σε κρίση, εκδηλώνονται εν τη γενέσει και φαινόμενα με χαρακτήρα σχετικιστικό και ¨μεταμοντέρνο¨∙ μιλάω κυρίως για τον ατομικισμό που εμπεριέχεται στις απόψεις αρκετών από τους ¨σοφιστές¨, όπως εκ των υστέρων ονομάστηκαν. (Τόσο που είναι να απορεί κανείς που οι μεγάλες σημερινές εταιρίες διαφήμισης και δημοσίων σχέσεων, δεν χρησιμοποιούν στην επωνυμία τους το όνομα των διασήμων αυτών προδρόμων!)

Alessandro

γ. Ερώτηση: Σε γενικότερο επίπεδο, σε τι διαφέρει και σε τι μοιάζει μια τέτοια αρχαία εποχή με τη δική μας; Για ποια θέματα έχουμε λίγο πολύ κοινά σημεία αναφοράς με τους ¨τότε¨ και για ποια είναι αναγκαίο (όταν συγγράφεις ιστορικό μυθιστόρημα) να δίνεις στον αναγνώστη εξειδικευμένες διευκρινίσεις;

Απάντηση: Όπως έλεγε ένας (ενδιαφέρων) τύπος, του οποίου τα συγγράμματα είχα χρησιμοποιήσει όταν δίδασκα (ο Ρεζίς Ντεμπρέ), ο άνθρωπος όντως προοδεύει (και ως εκ τούτου αλλάζει), εάν ως πρόοδο θεωρήσουμε το γεγονός ότι καταφέρνει να σωρεύει, όλο και ταχύτερα, γνώσεις για τον υλικό κόσμο, δηλαδή για τα ¨πράγματα¨ γύρω του, ενώ  όσον αφορά στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους (ατομικές ή συλλογικές), η πρόοδος είναι πολύ πιο αργή και συζητήσιμη. Γι αυτό και καταφέρνουμε να συμπάσχουμε με τα πάθη ανθρώπων/λογοτεχνικών ηρώων που έζησαν σε πολύ προγενέστερες εποχές, όπως ας πούμε ο Οιδίποδας ή ο Μάκβεθ, έστω κι αν στις εποχές εκείνες η γνώση επί των ¨πραγμάτων¨ ήταν πολύ διαφορετική από την σημερινή: άλλη η τότε τεχνογνωσία, άλλες οι τεχνολογικές εφαρμογές, πλην όμως εμείς και εκείνοι μοιάζουμε επαρκώς.  Αν δεν υπήρχε αυτό το (συναισθηματικό) κοινό πεδίο αναφοράς ανάμεσα στο σήμερα και το χτες, αν όχι τίποτα άλλο, το ιστορικό μυθιστόρημα θα ήταν ανέφικτο ή ακριβέστερα  ξενέρωτο.

Ωστόσο υπάρχουν μερικά σημεία που πρέπει κανείς να προσέξει ιδιαίτερα. Για την περίπτωση της συγκεκριμένης συγγραφικής προσπάθειας θα αναφερθώ σε δύο από αυτά. 

Το πρώτο είναι η δουλοκτησία. Νομίζω ότι ο σημερινός αναγνώστης δύσκολα μπορεί να εξοικειωθεί με τις (ιδιάζουσες σε σχέση με τις σημερινές) ανθρώπινες σχέσεις που πρέπει να αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα δουλοκτητικό περιβάλλον, και μάλιστα σε μια εποχή που το φαινόμενο θεωρείται αποδεκτό, αν όχι αυτονόητο, χωρίς κάποια βοήθεια από τον αφηγητή. Αλλά αυτός ο τελευταίος όχι μόνο πρέπει να ενημερωθεί (όσο μπορέσει) αλλά και να υποθέσει και να επινοήσει.

Το δεύτερο είναι ο πόλεμος. Εικάζω ότι στις προ της ατομικής βόμβας εποχές, και ακόμη περισσότερο στις προ της πυρίτιδας, ο πόλεμος (που δεν μπορούσε -τότε- να θεωρηθεί μια επίφοβη αιτία συλλογικής αυτοκτονίας) ήταν πολύ περισσότερο μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Την εποχή για την οποία συγγράφω, ο πόλεμος, (ως πατήρ πάντων) αποτελούσε μια σχεδόν διαρκή ενασχόληση ατόμων και κοινωνιών και, αν όχι άλλο τι, είχε ακόμη το θεό του!

fotolia_61399889_med_hr

δ. Πώς είναι να γράφεις και να αναρτάς κομμάτι-κομμάτι τα γραφόμενα στο διαδίκτυο;

Απάντηση: Το να δημοσιεύεις ενώ ακόμη γράφεις δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο. Το έκαναν οι μεγάλοι πρόδρομοι (με τα ένθετα στις εφημερίδες Feuilleton) ήδη τον 19ο αιώνα με μεγάλη επιτυχία, το κάνουν οι σεναριογράφοι των τηλεοπτικών σειρών ακόμη και σήμερα. Εκείνο που είναι νέο, είναι η δυνατότητα άμεσης ¨επικοινωνιακής ανάδρασης¨ που επιτρέπει  το διαδίκτυο. Εάν δεν επωφελούνται οι επαγγελματίες, είναι γιατί το προϊόν στο μανταλάκι του ιστού δεν είναι εμπορεύσιμο. Αντίθετα, το διαδίκτυο είναι η χαρά και η ευκαιρία των ¨εραστών της τέχνης¨ της γραφής.  Έλαβα ήδη χρήσιμες παρατηρήσεις από αναγνώστες των αναρτήσεων και τους ευχαριστώ.

Υπάρχει ακόμα κάτι που είναι καινούργιο και ευχάριστο: Μειώνεται ο συχνά αυθαίρετος ρόλος του έκδοτη, καθώς και εκείνων, των υποτίθεται ειδημόνων (ή συχνά εγκάθετων) ¨αναγνωστών¨ που επιλέγουν για λογαριασμό του, τι πρέπει να εκδοθεί και τι όχι.   

scrivere-s

 ε. Τι γράφεται με βάση έναν αρχικό σκελετό πλοκής και τι επινοείται καθ’ οδόν;

Απάντηση: Στην περίπτωσή μου, πέρα από την ¨αρχική υπόθεση¨ που συμπεριλαμβάνει τον εντοπισμό της ιστορικής περιόδου  και υποδεικνύει τον βασικό ¨ιστορικά υπαρκτό¨ ήρωα, τα άλλα επινοούνται καθώς ο μύθος παίρνει γραπτή μορφή. Το ίδιο συνέβη και με τα άλλα δύο μυθιστορήματά μου, που ήταν αποκλειστικώς προϊόντα φαντασίας. Αν περίμενα να ολοκληρωθεί πλήρως η ιστορία σε μια συνεπή προκατασκευή, μάλλον δε θα άρχιζα ποτέ να γράφω.

assets_large_t_420_54035522

ζ. Ποιος είναι ο γλωσσικός τύπος που ενδείκνυται σε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην κλασική αρχαιότητα;

Απάντηση: Δεν ξέρω. Μάλλον όχι τα αρχαία ελληνικά. Διαισθάνομαι όμως ότι το θέμα και η εποχή όπου εξελίσσεται η πλοκή, δε μπορεί παρά να επηρεάσει τον γλωσσικό τύπο που υιοθετείται. Όσο και αν επιλέγεις (τη δική σου) δημοτική, αποκλείεται να αποφύγεις την λόγια λέξη, την ασυνήθη σύνταξη, που όμως δίνει στην αφήγησή σου το απαραίτητο χρώμα.

Νομίζω ότι, εν τέλει, πρέπει να βρεις ένα συνδυασμό ανάμεσα στις απαιτήσεις της τρέχουσας γραμματικής και σύνταξης, της εσωτερικής γλωσσικής συνέπειας της διήγησης, και -ακόμη περισσότερο -των δύο βασικών γλωσσικών αισθημάτων: του δικού σου και εκείνου που υποθέτεις ότι διαθέτουν οι αναγνώστες σου. Ο συνδυασμός αυτός εμπεριέχει (μοιραία) αντιφάσεις. Πολύ περισσότερο όταν βάζεις τους διάφορους ήρωές σου να διηγούνται σε πρώτο πρόσωπο. Αλλά και όταν μιλάς εσύ. Οπότε συμβαίνει, άλλοτε να σου φαίνεται αποδεκτή η γενική ¨του Αλέξανδρου¨ και άλλοτε πάλι να μπορείς να γράψεις μόνον ¨του Αλεξάνδρου¨,   άλλοτε ¨του λογίου¨ και άλλοτε ¨του λόγιου¨, άλλοτε ¨απαραδέκτως¨ και άλλοτε ¨απαράδεκτα¨. Υπομονή! Πες ότι η ήδη πλούσια ελληνική γλώσσα, διαθέτει και αποχρώσεις κρυμμένες μέσα στους διαφορετικούς τονισμούς.(Έτσι μου ‘ρχεται να αναγράφω μερικές τέτοιες λέξεις άτονα και να διαλέγει τονισμό ο αναγνώστης!)

[ Βέβαια ίσως θα παρατηρήσατε ότι μου έχει προκύψει και ένας ¨ήρωας¨ (ο πέρσης Χοντρόης)  που προσπαθεί να μιλήσει  αρχαία ελληνικά (είναι ο μόνος) , αλλά που -ευτυχώς- δεν τα καταφέρνει].

passal1

η. Τι γίνεται με τις (αντιπαθητικές) υποσημειώσεις.

Απάντηση: Έχω ήδη γράψει σχετικά σε προηγούμενο σημείωμα. Οι υποσημειώσεις ενδείκνυνται στα συγγράμματα, αλλά στα μυθιστορήματα ενοχλούν. Εάν εμένα μου προκύπτουν αυθορμήτως, λόγω πανεπιστημιακής διαστροφής, οι αναγνώστες μου δε μου φταίνε σε τίποτα, να τους διακόπτω κάθε τόσο για να τους στείλω στο τέλος της σελίδας, όπου να τους κάνω τον έξυπνο με κειμενάκια που μπορεί να είναι και πλεοναστικά.  (Επαναλαμβάνω ότι, αν τις έχω χρησιμοποιήσει και στα άλλα μυθιστορήματά μου, το έκανα χάρη αστεϊσμού, για να σατιρίσω την συχνά αδόκιμη χρήση τους κυρίως στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, όπου εξάλλου διαδραματίζονταν εκείνες οι ιστορίες).

 Έλα όμως που στη περίπτωση του ιστορικού αφηγήματος, βοηθούν αποτελεσματικά για να εντάξεις το φανταστικό στο ιστορικό μέρος, και σίγουρα βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση αυτών που θέλεις να πεις.  Σκέφτομαι τελικά να τις μαζέψω, μαζί με κάποιες από τις σκέψεις που σας εκμυστηρεύομαι εδώ, σε ένα είδος παραρτήματος-επιμυθίου στο τέλος του μυθιστορήματος, όταν βέβαια αυτό ολοκληρωθεί.

scrittura-creativa

θ. Είναι απαραίτητη η εικονογράφηση;

Απάντηση: Δεν θα έλεγα. Υποτίθεται ότι η μυθιστορηματική αφήγηση είναι αυτάρκης. Όμως δεν μπορώ να μην εξομολογηθώ την νοσταλγία (μου, αλλά την έχει αποδεχθεί και ο Έκο), για εκείνα τα πρώτα ιστορήματα της (πάλαι ποτέ) παιδικής ηλικίας, όπου ο πρώτος σαγηνευτής των αναγνωσμάτων ήταν η εικόνα. Πολύ θα ήθελα αν και όταν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γίνει βιβλίο, να υπάρχουν εικονογραφικοί υπαινιγμοί που να παραπέμπουν στα αναγνώσματα εκείνης της εποχής. Για την ώρα εκμεταλλεύομαι τη δυνατότητα, που μου δίνει το διαδίκτυο, να ψάχνω και να δανείζομαι  τις ζωγραφιές που βρίσκω προσιδιάζουσες στο  κείμενο

shutterstocktypewriter2

ι. Θα γίνουν αλλαγές στα κομμάτια που έχουν ήδη αναρτηθεί;

Εννοείται. Αλλά όχι πολλές. Εκτός κι αν ανακαλύψω στο τέλος ότι υπάρχουν μεγάλα πλεοναστικά τμήματα, οπότε θα είμαι υποχρεωμένος να τα κόψω. Όμως εάν κρίνω από προηγούμενες συγγραφές τα περισσότερα κομμάτια διορθώνονται μεν, αλλά παραμένουν εν πολλοίς στην αρχική τους διατύπωση. Υπάρχουν, βέβαια, οι εκ των υστέρων αλλαγές που οφείλονται σε μικρές καθ’ οδόν τροποποιήσεις του μύθου. Για παράδειγμα ίσως χρειαστεί να προσθέσω ορισμένα κεφάλαια με πρωταγωνίστρια την Θαϊδα (ένα στο δεύτερο και ένα στο τρίτο μέρος) ή να αλλάξω την προέλευση του αλόγου του Εύελπι, γιατί τώρα το θέλω αραβικό και όχι θεσσαλικό.

Αυτά για την ώρα, ευχαριστώ για την παρέα, γεια χαρά.

Il-Focusing-e-la-scrittura

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δωδέκατο. Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2016

Κεφάλαιο δωδέκατο

Όπου η ημέρα τελειώνει, ο Εύελπις επιστρέφει στο κατάλυμά του και ο Οινοκράτης ταξιδεύει στο βασίλειο της Λήθης

MEANDOS-Ηρακλής

Δεν έχω χρόνο να σημειώσω λεπτομερώς τα όσα συνέβησαν σήμερα. Ας πω μόνον ότι αισθάνομαι ικανοποιημένος, γιατί έγιναν αποφασιστικά βήματα για να διαλευκανθεί η υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο. Και όχι μόνο. Έχουν προκύψει κι άλλα πράγματα, άλλες πληροφορίες, τη σημασία των οποίων πρέπει να κρίνει ο προϊστάμενός μου.

Υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία κι εγώ πρέπει τώρα να τα καταγράψω μαζί με τα βασικά συμπεράσματα. Αύριο, αφού πάρω την έγκριση του Καλλισθένη, πρέπει να στείλω συνεκτική αλλά σαφή έκθεση των γεγονότων προς το συμβούλιο των εταίρων στην Περσέπολη,  μέσω του Ευμένη. Αυτού του τύπου οι αναφορές καλό είναι να γίνονται  χωρίς χρονοτριβή. Αλλιώς ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να κατηγορηθείς ότι καθυστερείς εσκεμμένα και άντε μετά να ξεμπλέξεις… (είναι πια επιβεβαιωμένο ότι οι καλοθελητές δεν λείπουν).

Έδωσα ήδη εντολή στον Ευρυμέδοντα να είναι έτοιμος για αναχώρηση αύριο κιόλας, νωρίς το πρωί.

Όμως δε μπορώ να εμποδίσω μια συνεπαγόμενη σκέψη που αναδύεται και με αναστατώνει: αυτό σημαίνει ότι θα επιστρέψει στη Περσέπολη και η μικρή ακόλουθος. Όχι πως με ενδιαφέρει το διασκεδαστικό Πουλχερίδιον, αλλά η εσπευσμένη επιστροφή της σημαίνει ότι πρέπει να γράψω με διαύγεια, με πειστικότητα, με αγάπη, αλλά και με ευγνωμοσύνη στην Θαΐδα. Απόψε.

Θα ‘θελα να είμαι πιο ξεκούραστος. Θα ‘θελα να μπορώ να έχω χρόνο για να εκφράσω πειστικά ένα σωρό συναισθήματα και αποχρώσεις που ακόμη δεν έχω βάλει σε αρκετή τάξη ώστε να μπορώ να τις εξωτερικεύσω με λίγες γραπτές φράσεις. Θα ‘θελα να μπορώ να της μιλήσω από κοντά, θα ‘θελα να της μιλώ και να παρακολουθώ το  ωραίο της πρόσωπο, να διαβάζω εκεί όσα τα δικά της λόγια δεν θα μου πουν. Θα ‘θελα  να την κάνω να καταλάβει ότι για μένα ήταν, είναι και θα είναι σημαντική.

Ίσως θα έπρεπε όλα αυτά, απλώς, να τα έχω ήδη κάνει, καιρό πριν.

Έστω, αλλά απόψε πρέπει να της γράψω. Αμέσως μετά τη σύνταξη του σκελετού της αναφοράς.

Παρά τη κούραση, με περιμένει ξενύχτι και διαισθάνομαι ότι μόνο ο Οινοκράτης με τα θαυματουργά του αφεψήματα μπορεί να με βοηθήσει.

Ας πω με την ευκαιρία ότι σήμερα ο Οινοκράτης με εξέπληξε ακόμη μια φορά. Θετικά. Όχι, βέβαια γιατί ξεπετάχτηκε μπροστά μου μαζί με τον αστείο φίλο του μέσα στο θησαυροφυλάκιο, εκεί που δεν τον περίμενα και παρά λίγο να τον τρυπήσω με το σπαθί μου, αλλά γιατί ακόμη μια φορά αυτοσχεδίασε και πήρε πρωτοβουλίες που έφεραν αποτελέσματα. Και εδώ που τα λέμε δεν δίστασε να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Αν τον έπιαναν οι ένοπλοι του τεμένους, το λιγότερο θα τον έσπαζαν στο ξύλο, για να μη πω τι θα μπορούσε να του συμβεί αν οι σωματοφύλακες του Άρπαλου έπαιρναν χαμπάρι ότι τους παρακολουθεί.  Ήταν γενναίος και κατά συνέπεια τυχερός: όχι μόνο βρήκε διέξοδο από τη φωλιά των συνωμοτών, αλλά και ανακάλυψε το σημείο από το οποίο εισέβαλαν στο θησαυροφυλάκιο οι μαυροφόροι και απ’ όπου, στη συνέχεια, απέδρασαν οι επιζήσαντες.

Greek-Persian_duel

Τον Οινοκράτη πρέπει να τον αξιοποιήσουμε καλύτερα.  Μετά το δείπνο, που ζήτησα κατ’ εξαίρεση να κάνουμε απόψε όλοι μαζί, (εγώ, οι δύο φιλοξενούμενοι, ο Οινοκράτης και ο χοντρουλός ντόπιος φίλος του) του έδωσα τα συγχαρητήριά μου για τις πληροφορίες, καθώς και για την ανακάλυψη της υπόγειας σύνδεσης του Θησαυροφυλακίου με τον λαβύρινθο του υπεδάφους. Μου απάντησε ότι στεναχωρήθηκε που δε μπόρεσε ν’ ακούσει (¨γαμώ το¨ είπε, ¨είχα και τον φίλο μου για τη μετάφραση μαζί!¨) τι έλεγαν στην περίφημη αυτή ¨συγκέντρωση¨.

Του είπα ότι αυτά που κατάφερε ήταν υπεραρκετά και τον ρώτησα πώς αλλιώς θα μπορούσα να τον ανταμείψω. Μου απάντησε πως  αυτού του είδους τα καθήκοντα τα ευχαριστιέται και ότι του αρκεί να είναι μου χρήσιμος.

Ανεξάρτητα από το τι θα κάνω γι αυτόν στο μέλλον, ευτυχώς θυμήθηκα ότι υπάρχει κάτι που του αρέσει και που θα μπορούσα να του το προσφέρω άμεσα. Πήρα από το συρτάρι με τη γραφική ύλη το κλειδί που είχα κρύψει εκεί, ξεκλείδωσα το κατάλληλο φοριαμό, βρήκα τον αμφορίσκο με το προσφιλές του ντόπιο ποτό και του το επέστρεψα.

Χαμογέλασε μέχρι τ’ αυτιά και με ρώτησε αν θα ήθελα να κάνουμε μαζί μια πρόποση. Του υπενθύμισα ότι αν θέλει να τσουγκρίσουμε τους κύλικές μας, είναι προτιμότερο να μου φτιάξει κάτι που να με κρατήσει ξύπνιο. Απευθύνθηκε στους άλλους παρόντες, αλλά ατύχησε. Ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον εν όψει και της αυριανής τους αναχώρησης είχαν άλλα σχέδια για το υπόλοιπο της βραδιάς, ενώ ο στρουμπουλός φίλος του είχε ήδη αρχίσει να ροχαλίζει στραβοβολεμένος στην κόγχη ενός γωνιακού πάγκου.

Ο Οινοκράτης τράβηξε μια γερή γουλιά στην υγειά μου και εξαφανίστηκε στον χώρο παρασκευής εδεσμάτων για να μου ετοιμάσει  το θαυματουργό του ενεργειακό ελιξίριο.

***

aee9b-_

Εκείνο το βράδυ ο πολυπράγμονας (μεταξύ άλλων χαχομοπαραγωγός και χαχομοκαταναλωτής) Οινοκράτης ονειρεύτηκε. Ήταν κι αυτό ένα ενύπνιο κάπως περίεργο. Ιδού πως το διηγήθηκε στο Πουλχερίδιο, μόνο σ’ αυτό, όταν το ξεμονάχιασε για λίγο το επόμενο ξημέρωμα, λίγο πριν την αναχώρησή της για την Περσέπολη.

Είδα που λες Πουλχερίδιον, ότι ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου και δε θυμόμουνα ούτε ποιος είμαι, ούτε πού είμαι, ούτε γιατί είμαι. Καλά, αυτό το τελευταίο δε το ξέρω ούτε τώρα, αλλά που θα πάει, με τόσους φιλόσοφους που συναναστρέφεται ο αφέντης μου, αργά η γρήγορα θα καταφέρω να το μάθω.

Ήμουνα που λες σ’ έναν παράξενο τόπο, ούτε θαμπό, ούτε ομιχλώδη όπως συμβαίνει συνήθως στα όνειρά μου, αλλά κατά κάποιο τρόπο υπερβολικά διαυγή, χρωματιστό και συγκεκριμένο. Κάπως σαν η πραγματικότητα να ήταν ένα τεράστιο ψηφιδωτό και να την είχε σχεδιάσει, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, ένας υπερβολικά επιμελής ζωγράφος με δισεκατομμύρια λαμπερές ψηφίδες.

Ήμουν σε κάτι σαν μεγάλη πλατεία. Είχε και λίγα δέντρα εδώ κι εκεί με μια πινακίδα φυτεμένη μπροστά σε καθένα απ’ αυτά πρέπει να αναγραφόταν εκεί το όνομά τους, κάτι σαν επιτάφια επιγραφή, σαν να ήταν τα τελευταία του είδους τους.

αρχείο λήψης

Σ’ αυτόν τον κόσμο συνέβαιναν πράγματα απίθανα.

Γύρω μου κυκλοφορούσαν άνθρωποι πολλοί… ο καθένας μόνος του.

 Άνθρωποι; Τι λέω; Εγώ δεν καταλάβαινα τι ήταν. Σου είπα, δε θυμόμουνα τίποτα, κενό! Η μνήμη μου ήταν σαν άμμος. Άμμος ακίνητη, όπου όσο κι αν έσκαβα δεν έβρισκα  τίποτα!

Τους κοίταξα πιο προσεκτικά και μου φάνηκε πως είναι θεοί. Μόνο που δε φανταζόμουνα πως οι θεοί είναι τόσοι πολλοί! Τους είχα για λιγότερους.

Μη γελάς Πουλχερίδιον, έχω ξαναδεί θεούς στον ύπνο μου. Κάπως αλλιώτικους.

Κοίτα, αυτοί εδώ φορούσαν ρούχα πολυτελή και πολύχρωμα άνδρες και γυναίκες -δύσκολο να τους ξεχωρίσεις- όλοι πάνω κάτω τα ίδια. Κι έπειτα είχαν άρματα τετράτροχα, που πήγαιναν μόνα τους, χωρίς άλογα ή άλλα ζώα… Και, άκου να δεις:  αντί για άλογα μερικοί ίππευαν δύο ενωμένους τροχούς, όχι δίπλα δίπλα, όπως στα δικά μας κάρα, αλλά ο ένας τροχός μπροστά και ο άλλος πίσω! Κι όμως, μ’ ένα μαγικό τρόπο αυτές οι δίτροχες κατασκευές έστεκαν όρθιες και είχαν κι αναβάτες… Και μάλιστα έτρεχαν!

mobile

Ένα άλλο πράγμα που μου φάνηκε αλλόκοτο ήταν πως σχεδόν όλοι κρατούσαν στα χέρια τους μικρά πλατιά κυτία. Σ’ αυτά τα μικρά κυτία απευθύνονταν και μιλούσαν. Ναι, τους μιλούσαν με όλων των ειδών τις εκφράσεις: αδιάφορα, έντονα, χαμογελαστά, άγρια, εμπιστευτικά, μελιστάλαχτα, απειλητικά, κρύα, ένθερμα, με υπονοούμενα, με ζέση, με καημό, με…Τέλος πάντων μου φάνηκε ότι, αν και αυτά τα όντα μισούσαν τις συντροφιές και τις παρέες και ο ένας άφηνε τον άλλο παγερά αδιάφορο, με το κουτάκι είχαν σχέσεις συναισθηματικές!

¨Τι υποκατάστατο!¨,  είπε μια φωνή μέσα μου και μετά εγώ είπα: ¨Ας είναι ο, τι θέλουν. Θα τους μιλήσω¨.

Προσπάθησα.

Δεν πήρα καμία απάντηση. Μερικοί με αντιμετώπισαν σαν να μην άξιζα καμία προσοχή, καμία σημασία. Μερικοί δε με πρόσεξαν καν. Καναδύο μου επέδειξαν το κουτάκι τους πάνω στο οποίο φωσφόριζαν κάτι διασταυρούμενες γραμμές, λες κι αυτό θα μπορούσε να απαντήσει στην απορία μου: πού είμαι; Μετά αδιαφόρησαν κι αυτοί.

Δεν ήξερα τι να κάνω Πουλχερίδιον, αλλά όπως (αν δεν ξέρεις) θα μάθεις, ο Οινοκράτης διαθέτει υπομονή και επιμονή αρκετή για να βγάζει πέρα όταν είναι ξύπνιος σκέψου τι μπορεί να κάνει όταν ονειρεύεται!

Σκέφτηκα ότι αυτοί εδώ οι τύποι δε μιλάνε μεταξύ τους, γιατί τους απαντάει σε όλα το κουτί! Ίσως πιο έγκυρα! Ίσως πιο έγκαιρα!

Ίσως θα μπορούσε να απαντήσει και σε μένα!  Οπότε… picture-001

Οπότε, το έκλεψα!

Ποιο; Μα το κουτάκι. Ήταν ένας που καθόταν λίγο παρακεί σ’ ένα δημόσιο κάθισμα, στην πλατεία. Τον πήρε ο ύπνος μετά το τέλος μιας ατέλειωτης συνομιλίας με το κυτίο. Πλησίασα ανάλαφρος και το έβγαλα απαλά από το θυλάκιο του αμπέχονού του.

Μετά το ‘βαλα στα πόδια και χώθηκα σ’ ένα άλσος με ανώνυμους ασθενικούς θάμνους, δίπλα στην πλατεία. Σταμάτησα μόνον όταν μου φάνηκε πως είμαι αρκετά απαρατήρητος, αν όχι μόνος.

 

Το κυτίο ήταν μια σπιθαμή μικρό και είχε πάνω του παράξενα χρωματιστά σχέδια. ¨Πού είμαι;¨ του λέω. Τίποτα αυτό. ¨Τι κάνω εδώ πέρα; Γιατί αυτοί εδώ μιλάνε μόνο με σένα; Γιατί δε μου μιλάς;  Το ξέρω πως μπορείς να μιλάς, σε πήρε τ’ αυτί μου προηγουμένως που μίλαγες…¨

Πήρα να πασπατεύω τις δύο πλατιές του επιφάνειες. Η μία ήτανε λεία. Η άλλη πάνω της είχε μικρές ανεπαίσθητες ανωμαλίες. Ξαφνικά, αυτό το ορθογώνιο πλακίδιο, ας το πούμε έτσι, άρχισε να ηχεί και να χοροπηδάει μεσ’ στα χέρια μου. Μού ήρθε κόλπος και δε ξέρω πώς και δεν ξύπνησα!

Θα ξυπνούσα σίγουρα, αν δεν αισθανόμουν κάτι το απαλό, το καθησυχαστικό, να αγγίζει το χέρι μου! Σήκωσα τα μάτια από το αναθεματισμένο κουτί.

250px-Mnemosyne_(color)_Rossetti

Μια γυναίκα, μια θεά, στεκότανε δίπλα μου! Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Ήταν όμορφη σαν κι εσένα! Σου έμοιαζε.

¨Ποια είσαι;¨ της λέω.

¨Η Λήθη¨ μου λέει. ¨Και αυτό εδώ είναι το βασίλειό μου¨.

Κατάλαβες Πουλχερίδιον; Ήταν η θεά Λήθη. Και σου έμοιαζε! Ξέρω γιατί, και θα σου το πω κι ας είναι πρωί, άρα ώρα ακατάλληλη. Γιατί κι εσύ, όπως και εκείνη, μπορείς να κάνεις τους άντρες να ξεχνάνε. Τα πάντα! Μη γελάς, αυτό θα σου το εξηγήσω μια άλλη στιγμή.

Την κοιτάζω, που λες  παραξενεμένος… και γοητευμένος!

¨Ναι¨,  μου λέει, ¨τα βρήκα επιτέλους μαζί της!¨

¨Με ποια;¨ ρωτάω, γιατί τώρα που έχω κάποιον να απαντάει θέλω να τα μάθω όλα.

¨Με την ξαδέλφη μου, με ποια άλλη. Την Μνημοσύνη! -την φωνάζουν και Μνήμη, αλλά εγώ τη λέω Μιμή. Δεν είναι πραγματική εξαδέλφη μου αλλά, τι τα θες, όλοι εμείς οι θεοί είμαστε λίγο πολύ συγγενείς… μακρινά ξαδέλφια¨.

¨Ήσασταν τσακωμένες;¨

¨Κοίτα, κολλημένη εκείνη – ανάλαφρη εγώ, αδυσώπητη εκείνη – επιεικής εγώ, σχολαστική εκείνη – ανέμελη εγώ… ήταν φυσικό να έχουμε διαφορές.

Εκείνη βέβαια μεγαλοπιάνεται. Ισχυρίζεται πως κατάγεται κατευθείαν από τον γεννήτορα των Θεών, τον Ουρανό και ότι τις κόρες της (κάτι κοσμικές καλλιτεχνίζουσες) τις έχει κάνει με το Δία. Έτσι λένε όλες! Έτσι διαδίδει κι αυτή, μόνο που ετούτη, έτσι και σφηνώσει κάτι στο μυαλό των θνητών, δεν μπορώ να το ξεβιδώσω ούτε καν εγώ. Τέλος πάντων, δυσκολεύομαι¨. 

¨Και τώρα τα βρήκατε; συμφιλιωθήκατε;¨

¨Έβαλε ένα χέρι κι ο Ήφαιστος¨

¨Ο σιδηρουργός;¨

¨Ο μέγας τεχνουργός και τεχνοκράτης! Επινόησε έναν νέο χώρο, όπου η μνήμη μπορεί να βασιλέψει από μόνη της όσο θέλει, μ’ όποιο τρόπο της αρέσει, να αποθηκεύει ο, τι θέλει, όσα θέλει, σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Και εγώ συμφώνησα: ας πάει εκεί κι ας κάνει ό, τι της κατεβεί. Αρκεί τελικά να μου αφήσει τους θνητούς απερίσπαστους, στη διάθεσή μου¨. 

¨Και εκείνη δέχτηκε;¨

¨Έβαλε έναν όρο. Για ένα διάστημα να ελέγχει τη μνήμη του καθενός από μακριά, πράγμα που έγινε δυνατό χάρη σ’ αυτή την επινόηση του Ήφαιστου που κρατάς στο χέρι σου¨.

hfaistos

Ανασήκωσα το κυτίο και το παρατήρησα με περισσότερο ενδιαφέρον.

¨Κι εσύ;¨ τη ρώτησα.

¨Α, μα αυτό το κουτί με βολεύει! Οι δικοί μου ξεχνάνε πιο εύκολα τώρα. Είναι καθησυχασμένοι. Πιστεύουν ότι μπορούν να ‘χουν εμπιστοσύνη στις τέχνες του Ήφαιστου. Χα! Τον τελευταίο καιρό ο Χωλός ο Κερασφόρος (λέμε τώρα) παράγει άφθονα τεχνο-μπιχλιμπίδια κι έχει μεγάλη πέραση¨.

¨Σε βρίσκω πολύ γοητευτική¨ της λέω Πουλχερίδιον, γιατί σου έμοιαζε.

¨Α, όπως και να το κάνουμε είμαι πολύ πιο σαγηνευτική από την κολλημένη την Ξαδέλφη. Έτσι είμαστε όλοι στο σόι μου¨.

¨Το σόι σου; ποιο είναι το σόι σου;¨

¨Τι; Δε το ξέρεις;

Η μητέρα μου είναι η Έριδα, εκείνη με το μήλο. Αδελφός μου είναι ο Ύπνος στην αγκαλιά του οποίου βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή, γι αυτό μπορώ κι επικοινωνώ μαζί σου με άνεση… και τον άλλο μου αδελφό δεν τον γνώρισες ακόμη, αλλά που θα πάει… θα τον γνωρίσεις. Είναι ο Θάνατος¨.

Άφησε ένα κρυστάλλινο γέλιο που σιγά σιγά έγινε απόμακρος ανησυχαστικός απόηχος και εξαφανίστηκε.

danteinriverlethe

Ένα μικρό κρυστάλλινο γελάκι εξέπεμψε και το Πουλχερίδιον και εξαφανίστηκε κι αυτό, προκείμενου να ολοκληρώσει τις τελευταίες λεπτομέρειες της προετοιμασίας των αποσκευών της για το ταξίδι.

(Τέλος του τρίτου μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο ενδέκατο. Υπόγεια διαδρομή

Posted by vnottas στο 22 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο ενδέκατο: Όπου το δίδυμο των ερασιτεχνών ανιχνευτών καταλήγει στο υποχθόνιο τμήμα των Σούσων

138.256

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης, μασουλώντας με βουλιμία φανατικού πιστού το ευλογημένο άρτυμα που προμηθεύτηκαν από τους μικροπωλητές στο προαύλιο (κάτι σαν μαλακό τυρί αλειμμένο σε μια άζυμη πίτα), ανηφορίζουν την εξωτερική μνημειακή κλίμακα και εισέρχονται στο ψηλοτάβανο πρώτο πάτωμα του πολυώροφου Ναού του Μαρδούκ.

Ο Οινοκράτης θέλει να μαζέψει κι άλλες πληροφορίες γι αυτό το παράξενο συγκρότημα κτιρίων όπου -είναι πλέον πεισμένος- εξυφαίνεται κάτι σκοτεινό και συνωμοτικό. Θέλει να εξακριβώσει με ποιο τρόπο ο ναός επικοινωνεί εσωτερικά με τα υπόλοιπα κτίσματα, σε κάποιο από τα οποία πρέπει να έχουν μαζευτεί εκείνοι που τρύπωσαν μέσα από την παράπλευρη ελεγχόμενη είσοδο: ο Άρπαλος και οι σωματοφύλακές του, ο γραμματικός του Ανάξαρχου, καθώς και άλλοι που ίσως, εξ αιτίας της σκοτεινιάς του δειλινού και του πλήθους των επισκεπτών του παρακείμενου ναού, δεν κατάφερε να αναγνωρίσει. Και, σε κάθε περίπτωση, θέλει η αποψινή αναφορά του στον Εύελπι να διανθίζεται με τα κατάλληλα στοιχεία που θα κάνουν τις περιγραφές του πιο ακριβείς, ζωντανές και ενδιαφέρουσες.

 Φαίνεται ότι οι πιστοί των θεοτήτων της Βαβυλώνας στα Σούσα είναι πολλοί, γιατί ο πρώτος όροφος του ναού, παρά το μεγάλο του μέγεθος, έχει ήδη αρχίσει να γεμίζει. Στο κέντρο της αίθουσας, πάνω από τα κεφάλια των πιστών (που δεν έχουν πάψει να ψέλνουν, άλλοι μουρμουριστά, άλλοι μασουλώντας και άλλοι με μεράκι επαγγελματία αοιδού) υψώνεται το άγαλμα του γενειοφόρου, ροπαλοφόρου και φτερωτού Μαρδούκ, απεικονισμένου ύστερα από κάποια δύσκολη μάχη,  ενώ τριγύρω τού κάνουν παρέα οι απεικονίσεις άλλων θεών, προφανώς από το ίδιο θεϊκό βαβυλωνιακό σόι. Στο βάθος διακρίνονται οι σκάλες που, προερχόμενες από τα έγκατα του κτίσματος, οδηγούν στους πιο πάνω ορόφους (και αντιστρόφως).

Σε μια στιγμή, το πλήθος παύει τον ψαλμό, καθώς στην υπερυψωμένη εξέδρα που έχει στηθεί κάτω από το άγαλμα του Μαρδούκ ανεβαίνουν τρεις ρασοφόροι ιερωμένοι, ο ένας απ’ τους οποίους, εκείνος που κρατάει μια γκλίτσα ψηλότερη απ’ το μπόι του, ανοίγει διάπλατα τα χέρια και αρχίζει να απαγγέλει δυνατούς ακατανόητους ήχους, που επαναλαμβάνουν πρώτα οι συνοδοί του και μετά όλο μαζί το εκκλησίασμα. Οι δύο λαθραίοι πιστοί τους μιμούνται ανοιγοκλείνοντας τα στόματά τους όσο μπορούν πιο πειστικά, ενώ παράλληλα προωθούνται στο εσωτερικό του κτίσματος παρατηρώντας  δεξιά κι αριστερά τον χώρο.

clp_assyrian2

«Αυτές οι πλαϊνές πύλες βγάζουν σίγουρα στο εσωτερικό του συγκροτήματος, αλλά εάν βγούμε από εκεί θα μας εντοπίσουν σίγουρα», λέει στο αυτί του Χοντρόη ο Οινοκράτης. «Ίσως εκείνες οι σκάλες στο βάθος να οδηγούν σε κάποιο πιο ασφαλές υπόγειο πέρασμα. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά. Σιγά σιγά…»  

Κάνουν να προχωρήσουν προς το βάθος της αίθουσας, αλλά δεν έχουν διανύσει παρά ένα μικρό τμήμα της απόστασης που τους χωρίζει από τις σκάλες, όταν ο Μαγκουροφόρος ιερέας βγάζει μια οξεία παρατεταμένη κραυγή, που τους τρομάζει και τους ακινητοποιεί.

Όμως δεν πρόκειται παρά για μια συνθηματική ιαχή, εγκεκριμένη και συμφωνημένη με τον εν λόγω θεό, γιατί και σ’ αυτόν, όπως και σε πολλούς άλλους θεούς αρέσουν τα συνθήματα, τα παρασυνθήματα, καθώς και τα νεύματα (σημεία) αλληλο- αναγνώρισης.  Πράγματι στο άκουσμα της κραυγής, όλοι οι εκκλησιαζόμενοι ομού και χωρίς εξαιρέσεις κάνουν την εξής χαρακτηριστική κίνηση, ο συμβολισμός της οποίας είναι προφανής. Ανασηκώνουν το αριστερό χέρι ως το ύψος της μύτης τους και εισπνέουν βαθειά, γιατί μόνον έτσι μπορούν να έχουν επαφή με την οσμή της πλάσης και να δηλώσουν (αλληγορικά) ότι όχι μόνο την ανέχονται και την εγκρίνουν, αλλά και ότι τους αρέσει σφόδρα. Μετά κατεβάζουν (το χέρι) ως το κέντρο της κοιλιακής χώρας την οποία και πιέζουν με τον δείκτη. Αυτή η κίνηση συμβολίζει ότι ο θεός τους μπορεί μεν να είναι γενειοφόρος και εκ πρώτης όψεως αρσενικός, αλλά επειδή ακριβώς είναι θεός μπορεί να δημιουργεί, να φτιάχνει και να γονιμοποιεί από μόνος του, χάρη στη Θεία Κοιλιά του (ένα απλούστερο ομοίωμα της οποίας είχε την καλοσύνη να χαρίσει και στα θηλυκά θνητά δημιουργήματά του).

 Μετά το χέρι κατεβαίνει προς το υπογάστριο, και ενώ τα δάκτυλα και η παλάμη σχηματίζουν μία δράκα (χούφτα), το ανασηκώνουν ελαφρά και συμβολικά (το υπογάστριο μαζί με ό, τι βρουν εκεί). Αυτή είναι η πιο μυστηριακή από τις φάσεις της Συμβολικής Κίνησης, για την ερμηνεία της οποίας ερίζουν διάφορες ερμηνευτικές ιερατικές σχολές. Υπάρχουν οι καθησυχαστικές και οι αποκαλυπτικές εκδοχές, καθώς και μία εσωτεριστική που απαγορεύει κάθε ανάλυση της τελικής φάσης του καθ-ιερωμένου νεύματος, για λόγους που, ακριβώς επειδή είναι μυστικιστικοί, δεν μπορούν να αποκαλυφθούν παρά σε μυημένους υψηλής πιστότητας και κατοχυρωμένης προέλευσης.

Το νεοϊδρυθέν δίδυμο της παραλλαγμένης εξερευνητικής δράσης καταλαμβάνεται εξαπίνης. Η συλλογική χορογραφική κίνηση του εκκλησιάσματος είναι τόσο αυθόρμητη, αλλά και τόσο άρτια συντονισμένη, που δεν προλαβαίνουν να σκαρώσουν παρά μια ανεπιτυχή προσομοίωσή της, με αποτέλεσμα οι διπλανοί να τους ρίξουν βλέμματα ερωτηματικά έως δυσαρεστημένα  του τύπου : Αχ αυτοί οι νεόφυτοι! Δεν θα έπρεπε να τους επιτρέπουν τη συμμετοχή στις τελετές πριν μάθουν καλά το τελετουργικό.  

images (2)

Δεν έχουν άδικο. Οι δύο δεν κατανόησαν αρκετά το προσωπικό ομολογητικό περιεχόμενο του Νεύματος και έτσι, αντί να το εφαρμόσουν σε πρώτο (νοηματικό) πρόσωπο, δηλαδή στον εαυτό τους, πήγαν να το εφαρμόσουν ο ένας στον άλλο. Έτσι, ο μεν άτσαλος Χοντρόης παραλίγο να βγάλει το μάτι του Οινοκράτη, μια που δεν κατάφερε να βρει τη μύτη του με την πρώτη, ενώ αυτός ο τελευταίος κατά τη διάρκεια της προσομοίωσης της τρίτης φάσης του νεύματος προκάλεσε στον Χοντρόη οξύτατο πόνο στις κάτω κοιλιακές χώρες, με αποτέλεσμα ο Ασιάτης να κοκκινίσει ως βρασμένο τεύτλο και να χοροπηδήσει ως (παχουλό) ερίφιο σε κατηφόρα ορεινής περιοχής.

Ευτυχώς ο αρχιερέας εκπέμπει την κραυγή που σημαίνει ¨τέρμα τα νεύματα¨ και το πλήθος ηρεμεί, ενώ οι δύο καταφέρνουν να προωθηθούν ακόμη λίγο προς τα ενδότερα. Πριν προλάβουν όμως να πάρουν μια ανάσα, ο ένας από τους συνοδούς του ραβδούχου ιερέα θέλει να πει κι αυτός κάτι, δικό του, και το λέει με μια κοφτή λαρυγγώδη φράση. Σε απάντηση το εκκλησίασμα βγάζει από τα θυλάκιά του ένα είδος μαύρης κονκάρδας και καθένας την στερεώνει στο στήθος του.

Ο Οινοκράτης προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό το μαύρο πράγμα και, παρατηρώντας καλλίτερα τους πλαϊνούς του, αναγκάζεται (όχι χωρίς έκπληξη) να παραδεχτεί ότι πρόκειται για μια κεραμική καρφίτσα που αναπαριστά ένα είδος μαύρης κατσαρίδας.  Μερικοί μάλιστα (με πιο φανατική φάτσα) έχουν αναρτήσει στο στήθος τους μια πραγματική μεγάλη μαύρη αποξηραμένη κατσαρίδα. Ο Οινοκράτης φυσικά αγνοεί το πραγματικό νόημα του συμβόλου, και για αυτό, αφού πρώτα προσπαθεί να σκεφτεί πού θα μπορούσε να βρει κάτι το μαύρο για να το βάλουν στο στήθος τους και αφού πειστεί ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, κάνει νόημα στον Χοντρόη ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να εγκαταλείψουν αμέσως την αίθουσα. (Για την πληρότητα της παρούσας αφήγησης, ας σημειώσουμε ότι η ανάρτηση στο στήθος ενός είδους μαύρης κανθαρίδας, είχε να κάνει με το προφητικό μέρος της εν λόγω λατρείας και υποδήλωνε ότι οι πιστοί δεν θα αλλαξοπίστηζαν, αλλά  θα παράμεναν αφοσιωμένοι στον θεό τους, ακόμη και εάν εκείνος στην επόμενη απόπειρα δημιουργίας διάλεγε ως εκλεκτό και προνομιούχο πλάσμα το συμπαθές αυτό οικόσιτο έντομο).

Όμως οι εξελίξεις εμποδίζουν ακόμη μια φορά τους ελιγμούς του Οινοκράτη. Δηλαδή, συμβαίνουν δύο πράγματα: Από την αριστερή (μπαίνοντας) παράπλευρη πύλη αρχίζει να εισέρχεται στο ναό μια πομπή αποτελούμενη από (κι άλλους!) ιερείς, (κάποιους) κουκουλοφόρους και (καλοθρεμμένα) τετράποδα μηρυκαστικά -προφανώς ετοιμάζεται κάποια θυσία-, ενώ ταυτόχρονα όλες οι άλλες πύλες κλείνουν και μπροστά τους παρατάσσονται σωματώδεις ένοπλοι.

«Στις σκάλες», σφυρίζει ο Οινοκράτης στον Χοντρόη και, κρατώντας τα χέρια χιαστί μπροστά στο στήθος τους ώστε να μην είναι άμεσα ορατή η έλλειψη του μαύρου εμβλήματος, προχωρούν προς το κλιμακοστάσιο, το φτάνουν, και βλέπουν με ανακούφιση ότι δεν υπάρχει εκεί κάποιος φρουρός που να εμποδίζει την κάθοδο (αυτή τους ενδιαφέρει, άλλωστε η μόνη εναλλακτική κατεύθυνση, η άνοδος, όπως θα μάθει αργότερα ο Οινοκράτης, είναι παγιδευμένη και τα κλειδιά που εξουδετερώνουν τις παγίδες είναι γνωστά μόνο στους μυημένους βαθμού ανάλογου με το ύψος του ορόφου. Εκείνοι που μπορούν να φτάσουν στην τελευταία εσοχή του κλιμακωτού τεμένους είναι ελάχιστοι).

Καθώς λοιπόν οι πιστοί είναι προσηλωμένοι στην εισερχόμενη πομπή, οι δύο κατεβαίνουν, όσο πιο αδιάφορα αλλά και σβέλτα μπορούν, τα πέτρινα σκαλοπάτια.

assyrians

Φτάνουν στο επόμενο πλατύσκαλο και βρίσκονται σε έναν επίπεδο χώρο όπου διασταυρώνονται δύο υπόγειοι διάδρομοι, ενώ η σκάλα συνεχίζει απτόητη την κάθετη πορεία της προς τα μυστηριωδέστερα  βάθη του τεμένους. Η αίσθηση του προσανατολισμού που δεν λείπει από τον Οινοκράτη, του υπαγορεύει να ακολουθήσει τον διάδρομο προς τα αριστερά, γιατί προς τα ‘κει πρέπει να βρίσκεται η πύλη απ’ την οποία έχουν μπει στο συγκρότημα ο Άρπαλος και οι άλλοι. Προχωρούν λοιπόν αριστερά.

Το τμήμα της υπόγειας σήραγγας όπου θα βρεθούν τώρα δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, χαμηλοτάβανο, υγρό και  σκοτεινό.  Κάθε άλλο. Είναι μια καλοφωτισμένη υπόγεια στοά που ενώνει τον ναό με κάποιο άλλο επίσης σημαντικό σημείο του συγκροτήματος. Επομένως είναι πολύ πιθανόν να κυκλοφορεί κόσμος εκεί κάτω και ως εκ τούτου, οι δύο ερασιτέχνες ανιχνευτές είναι υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν το κλεφτό γρήγορο βάδισμά τους και να προσποιηθούν την πιο αργή και σίγουρη κίνηση κάποιου που ανήκει στο περιβάλλον και ξέρει που πάει.

Φαίνεται ότι τα καταφέρνουν αρκετά καλά, γιατί αυτό το άνετο ύφος δεν θα αργήσει να αποδώσει όταν,  ύστερα από λίγο, βρίσκονται στη ρίζα μιας άλλης σκάλας και, πριν προλάβουν να αντιδράσουν, βλέπουν  να την κατεβαίνει διστακτικά ένας νεαρός υπηρέτης με ένα δίσκο στο χέρι. Πράγματι, αυτός ο τελευταίος τους απευθύνει το λόγο με ύφος παρακλητικό και σε μια περσική που ακόμη και ο Οινοκράτης καταλαβαίνει ότι δεν είναι η μητρική του γλώσσα.

«Τι λέει;» ρωτάει ανάμεσα στα δόντια του τον Χοντρόη.

Επίσης σφυριχτά, ο Πέρσης τον πληροφορεί ότι ο υπηρέτης θέλει να μάθει αν έχουν την καλοσύνη να του πουν πού ακριβώς είναι η συγκέντρωση, γιατί του ο αφέντης του παράγγειλε κάτι, αλλά αυτός εδώ χάθηκε.

 Ο Οινοκράτης κορδώνεται: «Παίξε το σκληρός και ρώτα τον ποιος είναι ο αφέντης του».

Ο Χοντρόης προσπαθεί να κάνει την φωνή του πιο ζόρικη και καταφέρνει να την κάνει πιο τσιριχτή. Ο υπηρέτης απαντά, χωρίς αντιρρήσεις, ότι είναι στην υπηρεσία του Βαβυλώνιου ιερέα και λογίου Μαρτούκη, ή κάπως έτσι.

«Ρώτα τον αν ο αφέντης του είναι στη συγκέντρωση της Ιερής Εποπτικής Επιτροπής ή στην άλλη»

«Δε ξέρω τίποτα για Ιερή Επιτροπή, σίγουρα είναι στην άλλη. Στην άλλη!», απαντά ο υπηρέτης. «Σε εκείνη που συμμετέχουν Βαβυλώνιοι και Έλληνες», συμπληρώνει εξυπηρετικός.

Ο Χοντρόης μεταφράζει το κατά δύναμιν και στο πρόσωπο του Οινοκράτη απλώνεται ένα χαμόγελο ικανοποίησης

«Στείλε τον τώρα να κάνει μια μεγάλη βόλτα στα επάνω, όχι, καλύτερα στα κάτω-κάτω πατώματα!»

Πράγματι ο Στρουμπουλός με μια επίδειξη μιμικής και γλωσσικής πειστικότητας καταφέρνει να στείλει τον υπηρέτη στη σκάλα που είχαν οι ίδιοι κατεβεί πριν λίγο, αυτή που κατεβαίνει ακόμα πιο κάτω, προς τα μυστηριώδη βάθη του ναού.  

images (37)

Το χαμόγελο στο πρόσωπο του πολυμήχανου Οινοκράτη καθώς παρακολουθεί τον νεαρό να απομακρύνεται στην υπόγεια στοά δεν έχει ακόμη σβήσει, και στο μυαλό του έχει ήδη αρχίσει να σχηματίζεται το σκαρίφημα των αμέσως προσεχών τους ενεργειών. Με δυο λόγια πρέπει: να βρουν και να πλησιάσουν  την αίθουσα αυτής της επιβεβαιωμένης πλέον ¨συγκέντρωσης¨, να δουν ό, τι είναι να δουν, ν’ ακούσουν ό, τι είναι να ακούσουν και μετά να την κάνουν για το σπίτι με τον γαλατικό τρόπο, δηλαδή στη ζούλα και χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανένας .

Πρώτα όμως πρέπει να επιλέξει αν θα μείνουν στα υπόγεια ή αν θα πρέπει να ανεβούν τη σκάλα απ’ όπου κατέβηκε ο νεαρός υπηρέτης. Καταλήγει ότι, όσο συνωμοτική κι αν είναι αυτή  η ¨συγκέντρωση¨ μάλλον δεν θα την έχουν θάψει εδώ κάτω και ότι, ούτως η άλλως, καλό είναι να μη παγιδευτούν στην υποχθόνια περιοχή, αλλά να πλησιάσουν την επιφάνεια και την ενδεχόμενη έξοδο. Κάνει λοιπόν νόημα στον Χοντρόη δείχνοντάς του με το δείκτη προς τα πάνω. Ωστόσο, πριν αυτός προλάβει να ανταποκριθεί, βαριά ρυθμικά βήματα ακούγονται από τον πάνω όροφο.

«Ώχ!» κάνει ο Οινοκράτης και αλλάζοντας κατεύθυνση, εγκαταλείπει τη σκάλα και, τραβώντας τον Χοντρόη από την άκρη της ρόμπας του, κατευθύνεται όσο πιο γρήγορα μπορεί προς την άλλη, την τελείως  άγνωστη και, από ένα σημείο και μετά, σκοτεινή άκρη του διαδρόμου.

«Τι εισ’ εσύ, εκεί κατ’» φωνάζει σε παραφθαρμένη περσική ένας ψηλός ένοπλος, που μαζί με άλλους τρεις εμφανίζεται στην κορυφή της σκάλας. Οι δύο παρείσακτοι βρίσκονται λίγα μέτρα πριν από το σκοτεινό τμήμα της στοάς, και επιταχύνουν, ωστόσο ο εξοικειωμένος πλέον μεταφραστής Χοντρόης δεν παραλείπει να απαντήσει στο ίδιον ιδίωμα: «Έκτακτον Προσωπιπικόν! Δια τας ανάγκας της συγκεντρώσεως!»

images (8)

Φτεροπόδαροι σαν τον Ερμή, οι δύο τρέχουν. Για ένα διάστημα ο διάδρομος φωτίζεται αμυδρά από σποραδικούς πυρσούς, αλλά οι δύο φυγάδες, καθώς πίσω τους αντηχούν τα τρεχαλητά των διωκτών τους, προτιμούν ενστικτωδώς το σκοτάδι. Ευτυχώς, ακόμα και στο σκοτεινό τμήμα η σήραγγα διακλαδώνεται, άρα η διαδρομή γίνεται πραγματικός λαβύρινθος όπου υπάρχει η πιθανότητα να ξεφύγουν. Πράγματι, μετά μερικά στάδια αδιάκοπου τρεχαλητού, οι ήχοι πίσω τους εξασθενούν και εξαφανίζονται.

«Σταμάτα να πάρουμε μια ανάσα», λέει ο (πάντα προνοητικός) Οινοκράτης και αφού βγάλει και πετάξει τη ντόπια χλαμύδα, ψάχνει στα θυλάκια του ιδρωμένου ιμάτιού του, απ’ όπου βγάζει έναν μικρό πυρόλιθο. Με την βοήθεια της πυρογόνου πέτρας ανάβει έναν  δαυλό που αποσπά από τον τοίχο του διαδρόμου. «Το θέμα είναι τώρα να βρούμε μια έξοδο στην επιφάνεια. Πρέπει πλέον να έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από τον περίβολο του συγκροτήματος».

«Άνω διέξοδον ουκ είδον. Μηδέ ετέραν», παρατηρεί ο Χοντρόης.

«Ωστόσο, η στοά είναι ανηφορική, αυτό θα το κατάλαβες υποθέτω. Όπου να ‘ναι πρέπει να μας βγάλει έξω. Πέτα τη χλαμύδα που αγοράσαμε για να μη σε δυσκολεύει και ξεκινάμε».

Ξαναξεκίνούν. Πράγματι ο υπόγειος διάδρομος έχει γίνει αισθητά ανηφορικός∙ και όχι μόνο. Σε λίγο συνάντούν σκάλες… και έπειτα κι άλλες σκάλες…

«Τούτο δυσνόητον εστί. Εν τοιάυτη ανόδω ευρισκόμενοι,  εν τη πιπιφανεία καταφθάσαντες προ πολλού δει εσόμενοι!», παρατηρεί αγκομαχώντας έντονα ο Κυκλικός Δρομέας.

Ο Οινοκράτης σταματάει προς στιγμήν και, κουνώντας το σγουρόμαλλο καταϊδρωμένο κεφάλι του, αποφαίνεται: «Εκτός… Μα ναι! Ξέρεις που βρισκόμαστε τώρα Χοντρόη; Στα έγκατα της υπερυψωμένης Ακρόπολης. Πιθανότατα κάτω από τα περσικά ανάκτορα. Πες στους θεούς σου να βάλουν κι αυτοί ένα χέρι να βρούμε διέξοδο, και μάλιστα βγαίνοντας να αντικρύσουμε φιλικά πρόσωπα που να μη μας θεωρήσουν εισβολείς και μας επιτεθούν».

Αφού διανύσουν ένα ακόμη απροσδιόριστο τμήμα της στοάς και αφού σκαρφαλώσουν λαχανιασμένοι ακόμη μερικές ανοδικές κλίμακες, ο Οινοκράτης ξαφνικά σταματά και σβήνει τον δαυλό που  ακόμη φέγγει ασθενικά. «Ναι δεν έκανα λάθος, σε εκείνο το σημείο απέναντι υπάρχει αχνό φως», αποφαίνεται.

Πλησιάζουν το σημείο όπου, από κάποια αδιόρατη πηγή, εκπέμπονται οι ασταθείς ανταύγειες μιας φλόγας. Πλησιάζουν και, περισσότερο μέσω της αφής παρά οπτικά, διαπιστώνουν ότι εκεί υπάρχει ένα  πρόσφατο ρήγμα στον τοίχο. Πιθανόν μια παλιά εντοιχισμένη πόρτα που πρόσφατα γκρεμίστηκε και, πίσω από το άνοιγμα, αντηχούν κάποιοι δυσδιάκριτοι ήχοι.

Οπότε ο Χοντρόης θα είναι ο πρώτος που θα ανακράξει:

«Φωναί! Αι φωναί ελληνικαί ομοιάζουν. Πιπιθανότατον της των θεών ευνοίας τυγχάνομεν, ω Οίνον -Εκράτα!»

zoroastrian-creation-myth

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο ένατο. Η σύσκεψη

Posted by vnottas στο 13 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο ένατο

Οι συνωμότες συσκέπτονται

ξ

Ο Άρπαλος δεν έχει ενημερωθεί για την πλήρη σύνθεση της σύσκεψης στην οποία είναι καλεσμένος. Εδώ που τα λέμε, δεν έχει καν επιδιώξει να μάθει περισσότερα από όσα ανάφερε ο Ανάξαρχος στο μήνυμά του.

Για την ώρα ο τέως φυγάς απολαμβάνει με ικανοποίηση τη γεύση της επιστροφής του στην εκστρατεία, επιστροφή που θέλει να ερμηνεύει σαν μια επιβεβαίωση της αναγκαιότητας που νιώθει απέναντί του η Ιστορία η ίδια, με τρόπο ωστόσο ανερμήνευτο ή για λόγους που ο ίδιος προτιμά να αγνοεί. (Μιλάμε για μια Ιστορία με το Ι κεφαλαίο που έχει, ίσως, την μορφή του Αλέξανδρου αναψοκοκκινισμένη από τις μάχες!)

Αν η Ιστορία τον έχει ανάγκη, αυτός θα μπορούσε ίσως να της ρίξει μια ματιά, θα μπορούσε όμως και να την αφήσει να κυλίσει χωρίς να κάνει άλλο παρά να υπάρχει ευδαιμονικά ανάμεσα στα πράγματα που είναι προορισμένα να αλλάξουν, κινούμενα από ωθήσεις που δεν αισθάνεται να τον αφορούν.

Αν η Μοίρα του έχει φερθεί με τρόπο αντιφατικό δικαιούται να είναι και εκείνος μια ιδέα αντιφατικός απέναντί της. Για την ώρα δεν θα της πάει κόντρα, το πολύ να επιτείνει μια στάλα, την ένταση του παιχνιδιού, έτσι για να δείξει (στη Ειμαρμένη και στον εαυτό του) ότι είναι ένα πιόνι ατίθασο,  μια γλώνη[1] ελαφρώς απρόβλεπτη και ίσως διασκεδαστική! Όταν τα πράγματα θα ξεκαθαρίσουν επαρκώς -ελπίζει ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί σύντομα-, τότε θα μπορέσει  να πάρει περισσότερες (και διασκεδαστικότερες) πρωτοβουλίες.

φ3

Έτσι εκείνο το βράδυ, καθώς διασχίζει τους καταθλιπτικούς βαριοστολισμένους διαδρόμους ενός κτίσματος παράπλευρου στο κυρίως τέμενος του βαβυλώνιου θεού και κατευθύνεται προς την αίθουσα που θα φιλοξενήσει τη σύσκεψη, έχει περισσότερη περιέργεια παρά ανησυχία για αυτές τις ¨κρίσιμες καταστάσεις¨ που δημιουργούν παρενέργειες και ¨επείγοντα προβλήματα¨, όπως ανάφερε ο Ανάξαρχος στην επιστολή του.

Ο Άρπαλος περνά από έναν προθάλαμο όπου είναι ήδη εγκατεστημένοι οι λιγοστοί αλλά πλήρως οπλισμένοι και απολύτως έμπιστοι σωματοφύλακες των συμμετεχόντων, ντόπιοι και έλληνες. Ανάμεσα τους διακρίνει και τους δύο δικούς του, οι οποίοι, τώρα που έχουν την πραγματική τους ιδιότητα, εκείνη των αφοσιωμένων φυλάκων-συνοδών, σπεύδουν να τον χαιρετίσουν όσο τελετουργικά χρειάζεται, έτσι ώστε να υπογραμμιστεί η σπουδαιότητα του αφέντη τους.

Ο Μακεδόνας εταίρος τους κλείνει το μάτι και, χαμογελώντας με την άκρη των χειλιών του, προχωρεί στην όμορη αίθουσα.

Ο χώρος όπου θα φιλοξενηθεί η σύσκεψη δεν είναι εξαιρετικά μεγάλος, ωστόσο είναι πολυτελώς διακοσμημένος, με την ασιατική (παραφορτωμένη) έννοια του όρου. Στο κέντρο υπάρχει ένα μεγάλο τραπέζι, ήδη γεμάτο αμφορείς με ηδύποτα και πιατέλες με ξερούς καρπούς. Ο Άρπαλος στο φως των περιμετρικών φανών και των επιτραπέζιων κηροπηγίων διακρίνει όχι πάνω από μια δωδεκάδα ανθρώπους.  Έχοντας αφαιρέσει τους ανώνυμους μανδύες χάρη στους οποίους ανακατεύτηκαν με τους προσκυνητές και μπήκαν απαρατήρητοι στο συγκρότημα, φορούν τώρα, άλλοι ντόπιες και άλλοι ελληνικές περιβολές. Καθώς ο Άρπαλος μπαίνει στην αίθουσα, τους βρίσκει  χωρισμένους σε μικρές ομάδες, να συζητούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, μερικοί όρθιοι, μερικοί καθισμένοι στις πολυθρόνες που πλαισιώνουν το τραπέζι. Ένας από αυτούς ανασηκώνεται και, με έκφραση ενθουσιασμού, ανοίγει τα μπράτσα του και κατευθύνεται προς τον Μακεδόνα.

Χωρίς τίτλο

«Άρπαλε του Μαχάτα, φίλτατε και αγαπητέ, πόσο χαίρομαι που είσαι και πάλι μαζί μας. Ξέρε ότι οι φίλοι σου δεν έπαψαν να σε σκέφτονται και να επιθυμούν την επιστροφή σου!»

Ο Άρπαλος αναγνωρίζει τον μεσήλικα άνδρα με το ελαφρώς σκυφτό σουλούπι την πεταχτή κοιλιά, την χοντρή μεγάλη μύτη και την αραιή γενειάδα.  Του χαμογελάει, όχι τόσο από συμπάθεια, όσο γιατί του έρχονται ξαφνικά στο νου οι ευτράπελες ιστορίες που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, ιδίως στην Αθήνα, για τους Αβδηρίτες[2]. Και ο Ανάξαρχος, μοιάζει περισσότερο με τον κλασικό γκαφατζή και μωροφιλόδοξο Αβδηρίτη των εύθυμων ιστοριών, τον ικανό να αρπαχτεί και να εμπλακεί σε περιπέτειες με ευτελή κίνητρα, παρά με σοφό και  πολυπράγμονα φιλόσοφο της αυλής του Αλέξανδρου.

«Κι εγώ χαίρομαι που επέστρεψα Ανάξαρχε», του απαντά όσο καταφέρνει πιο εγκάρδια.  «Όσο κι αν η Αθήνα είναι ένας τόπος που γοητεύει τους πάντες, γνωρίζω ότι το μέλλον του κόσμου μας κρίνεται εδώ, στην Ασία. Ας πούμε λοιπόν ότι αυτός είναι ο λόγος που είμαι και πάλι εδώ. Σε σένα πάντως μπορώ να εκμυστηρευτώ ότι δεν είναι ¨η οικουμένη¨ εκείνο που με απασχολεί περισσότερο αυτή την περίοδο».

«Κι  όμως θα έπρεπε», παρατηρεί ο Ανάξαρχος. «Γνωρίζω και, φυσικά, εκτιμώ τα θέλγητρα της Αθήνας και τις εκλεπτυσμένες απολαύσεις της. Ξέρω επίσης, από τις γοργοπόδαρες φήμες που έφτασαν ως εδώ, ότι υπήρξες επάξιος εκφραστής των νέων καιρών κατά τη παραμονή σου στην Αττική. Το όνομα της ωραίας Πυθιονίκης συνόδευε συχνά αυτές τις φήμες και έτσι καταλαβαίνω ότι η απομάκρυνσή σου από το Αθηναϊκό Άστυ μπορεί και να είχε και κάποιες επώδυνες όψεις. Ωστόσο, για τους νέους και φιλόδοξους ανθρώπους, η Αθήνα ανήκει πλέον περισσότερο στο παρελθόν παρά στο μέλλον. Αναλογίσου τι ευκαιρίες ανοίγονται εδώ!»

images (3)

«Ξέρεις πολλά πονηρέ Αβδηρίτη», γελάει ο Άρπαλος. «Μην ανησυχείς πάντως, η ωραία Πυθιονίκη δέχτηκε να με ακολουθήσει στην περιπέτεια της εκστρατείας. Δε περιμένει παρά το μήνυμά μου ότι όλα εξελίσσονται αίσια, για να ξεκινήσει το ταξίδι της προς τα εδώ».

«Ωραία. Και εμείς σε καλέσαμε σε αυτήν τη σύσκεψη για να δεις με τα ίδια σου τα μάτια ότι φροντίζουμε να πάνε όλα κατά τον καλύτερο και τον επικερδέστερο τρόπο».

Ο Μακεδόνας διατηρεί το αποστασιοποιημένο ύφος του, δεν απαντά, και ο Ανάξαρχος αποφασίζει να γίνει πιο συγκεκριμένος.

«Οι ντόπιοι, Άρπαλε, έχουν επινοήσει τρόπους που επιτρέπουν  την αποτελεσματική διοίκηση μεγάλων πληθυσμών και τεράστιων εκτάσεων. Οι δικές μας κλίμακες ήταν μέχρι τώρα μικρές, επαρχιακές. Εδώ μπορούν να γίνουν μεγάλα έργα και να κερδηθούν τεράστιες περιουσίες, αρκεί να μάθουμε τα απαραίτητα από τους ντόπιους και να εκμεταλλευτούμε την εμπειρία τους. Γι αυτό σήμερα θα γνωρίσεις μερικούς σημαντικούς τύπους, που έχουν να μας πουν ενδιαφέροντα πράγματα».

Ο Άρπαλος παρατηρεί προσεκτικότερα τους καλεσμένους και ανάμεσά τους αναγνωρίζει τον Ονησίκριτο από την Αστυπάλαια, έναν από τους ακόλουθους του Ανάξαρχου, που λέγεται ότι καταγράφει κι αυτός τα γεγονότα της εκστρατείας με σκοπό να συγγράψει στο μέλλον κάποιο ιστορικό σύγγραμμα. Τον ξέρει, ο νησιώτης ανήκει σε εκείνους τους εύπορους έλληνες που, αφού ερωτοτρόπησαν για λίγο με τον σαγηνευτικό εξτρεμισμό του Διογένη και των κυνικών, εντάχθηκαν στην εκστρατεία δίνοντας στον κυνισμό μια δική τους, τελείως χρησιμοθηρική εκδοχή, ικανή να προσαρμοστεί με τον πραγματισμό των οπαδών της Αυτοκρατορίας.  Ο Ονησίκριτος στην αρχή είχε επιδιώξει να ενταχθεί στην ομάδα του Καλλισθένη, αλλά αυτοί οι ψηλομύτες, σκέφτεται ο Άρπαλος, τον απέρριψαν.

φ

«Ο Ονησίκριτος θα εκφωνήσει μια γενική εναρκτήρια εισήγηση», τον πληροφορεί ο Άνάξαρχος, «μετά θα ακούσουμε τους άλλους και στο τέλος ελπίζω να πάρουμε μερικές εποικοδομητικές αποφάσεις»

«Ποιοι είναι οι άλλοι;»

«Οι Μακεδόνες που βλέπεις στο βάθος, είναι ο Πείθων ο εταίρος, και ο Αλκέτας ο πεζέταιρος∙ πρέπει να τους ξέρεις, πολεμούν υπό τη διοίκηση του στρατηγού Παρμενίωνα»

«Καλά, μα τι θέλουν εδώ οι άνθρωποι του γερο Παρμενίωνα; Αυτός, απ’ ότι ξέρω  είναι κολλημένος στα παλιά επαρχιώτικα μακεδονικά έθιμα. Δε θα δεχόταν ποτέ να ανακατευτεί με εσάς, τους αυτοκρατορικούς».

«Αυτός ναι, έχεις δίκιο, όμως δεν ισχύει το ίδιο για μερικούς από τους αξιωματικούς του. Και αυτούς τους αξιωματικούς κρίναμε ορθό να τους πλησιάσουμε. Πρώτον, γιατί έτσι η πλοκή των ενεργειών μας γίνεται περισσότερο δυσεπίλυτη για όποιον θελήσει να χώσει τη μύτη του στις υποθέσεις μας, και, αν τυχόν υπάρξουν διαρροές σχετικές με αυτές τις συγκεντρώσεις, θα είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς  ποιος πραγματικά τις συγκάλεσε. Έπειτα, η αλήθεια είναι ότι αν εξαιρέσουμε εσένα, δεν έχουμε πολλούς φίλους ανάμεσα στους Μακεδόνες. Έτσι, αυτοί οι ελάχιστοι που μπορέσαμε να πλησιάσουμε είναι πολύτιμοι γιατί μας μεταφέρουν πληροφορίες για το τι σκέφτεται ο μακεδονικός πυρήνας του στρατεύματος. Μην ξεχνάς ότι ανήκουν στο Κοινό των Μακεδόνων το οποίο, έστω θεωρητικά, εξακολουθεί να είναι το ανώτατο όργανο του μακεδονικού φύλου».

images (2)

«Είναι αλήθεια ότι έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που συγκλήθηκε για τελευταία φορά, η συνέλευση των μακεδόνων πολεμιστών», παραδέχεται ο Άρπαλος.

«Και ούτε πρόκειται να συγκληθεί πριν κατακτηθεί ολόκληρη η κυρίως Περσία ή, τουλάχιστον, πριν λήξει η υπόθεση ¨Δαρείος¨. Αλλά ούτε κι αυτό πρόκειται να αργήσει. Μόλις ο καιρός γλυκάνει το στράτευμα θα προελάσει προς βορράν, ακολουθώντας τα ίχνη του φυγά βασιλέα. Είναι σίγουρο».

«Πες μου για τους άλλους αποψινούς προσκεκλημένους»

«Οι τύποι με τις μακριές ρόμπες είναι υψηλόβαθμοι ιερείς. Όχι, δεν είναι οι ιερείς των θεών των Περσών, οι οποίοι ακόμα δυσανασχετούν και αντιστέκονται στην προέλασή μας∙ αυτοί εδώ ανήκουν στα ιερατεία των ντόπιων θεών της Μεσοποταμίας. Ετούτοι, όπως ξέρεις, ακολούθησαν το παράδειγμα του αιγυπτιακού ιερατείου και διαπραγματεύτηκαν αντί να αντισταθούν. Βέβαια οι Αιγύπτιοι συνάδελφοί τους πρόλαβαν να προσφέρουν στον Αλέξανδρο την πατρότητα του Άμμωνα, αφού πρώτα μεταμφίεσαν, αυτόν τον παλιό τους θεό, σε Δία. Όμως κι αυτοί εδώ έχουν πολλά άλλα να προσφέρουν στη Αυτοκρατορία: όχι μόνο τη θρησκευτική νομιμοποίηση της νέας εξουσίας, όχι μόνο την αυτονόητη άμεση επιρροή πάνω στις μάζες των λαών που υπήρξαν κατακτημένοι από τους Πέρσες, αλλά και κάτι πολύ πιο χειροπιαστό από όλα αυτά: χρήματα. Χρήματα αγαπητέ μου Άρπαλε!

Και κάτι άλλο, ακόμη πιο πολύτιμο. Αυτοί εδώ κατέχουν τη τέχνη του πολλαπλασιασμού των χρημάτων, με τρόπους νέους, άγνωστους στο ταμείο της Δήλου, ή των Δελφών ή του Παρθενώνα των Αθηνών.

Ξέρεις τι κατάλαβα Άρπαλε; Οι νέοι τρόποι πλουτισμού απαιτούν ανταλλαγές, οι ανταλλαγές απαιτούν εμπιστοσύνη, η εμπιστοσύνη ενισχύεται από την πίστη σε κοινούς φιλοχρήματους θεούς και οι θεοί αυτοί έχουν ανάγκη από έξυπνα και προσαρμοστικά ιερατεία. Εμείς, αν θέλουμε να εγκαταστήσουμε με επιτυχία τη Νέα μας Αυτοκρατορία, πρέπει να τα βρούμε μαζί τους. Τα ανταλλάγματα που ζητούν δεν είναι παράλογα, θα δεις».

«Εκείνον τον ιερέα εκεί κάτω μου φαίνεται ότι τον έχω ξαναδεί».

Δεν αποκλείεται. Τον λένε Μαρτούκη. Είναι καλός γνώστης της ελληνικής γλώσσας, και θεωρείται άριστος ιερέας – μελετητής της ιστορίας της Βαβυλώνας και ιδιαίτερα της εποχής του παλιού βασιλιά Χαμουραμπί. Σημείωσε ότι πρόκειται για το βασιλιά που καθιέρωσε αυτό που ήδη αρχίσαμε να αποκαλούμε ¨πιστωτικό σύστημα¨: το ενδιαφέρον αυτό σύστημα πλουτισμού που οι ανατολίτες έχουν τελειοποιήσει.

 Ξέρεις ποιο είναι το αστείο στην περίπτωσή του; Αν και είναι δικός μας άνθρωπος -τον μυήσαμε εδώ και καιρό μια που οι γνώσεις του μας είναι χρήσιμες- δεν τον φέραμε εμείς από την Βαβυλώνα στα Σούσα για τη σύσκεψη. Ήταν ήδη εδώ. Και ξέρεις ποιος τον έφερε; Ο Καλλισθένης, που τον χρησιμοποιεί ως μεταφραστή κειμένων που περιλαμβάνονται στους θησαυρούς που τακτοποιεί. Αυτό είναι κάτι που, εκτός των άλλων, μας επιτρέπει να έχουμε κάποιες, έστω λίγες, πληροφορίες για το τι κάνουν αυτοί οι μυστικοπαθείς στο άντρο τους».

images (1)

«Και εκείνοι οι παχουλοί, στο βάθος;»

«Α, αυτοί αποτελούν μια, ας πούμε, ¨άθεη¨ παραλλαγή τω προηγούμενων.  Όχι ότι δεν έχουν τον θεό τους, τον έχουν, αλλά πρόκειται για έναν θεό που το χρήμα τον ενδιαφέρει. Αντιπροσωπεύουν έναν παλιό οίκο ιδιωτών εμπόρων από την Βαβυλώνα, αλλά μιλάνε και για λογαριασμό άλλων μεσοποτάμιων εμπόρων και τραπεζιτών. Αυτοί μοιάζουν κάπως με τους πλούσιους μέτοικους της Αθήνας, αλλά εδώ πρόκειται για άλλη κλίμακα ποσών. Μπορούν να διαπραγματευτούν γιατί διαισθάνθηκαν έγκαιρα τις αλλαγές που εγκυμονούν οι καιροί και φρόντισαν να κρύψουν τεράστια πλούτη σε διάφορα σημεία του εμπορικού τους δικτύου.  

Είναι κι αυτοί δυσαρεστημένοι από τους Πέρσες μονάρχες που τις τελευταίες δεκαετίες έβαλαν χέρι στα πλούτη των εμπορικών οίκων και των τραπεζών προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις εκστρατείες, αλλά και τις εμφύλιες διαμάχες τους. Με αντάλλαγμα ορισμένα εμπορικά προνόμια, θα χρηματοδοτούσαν ευχαρίστως και αφειδώς τη συνέχιση της εκστρατείας προς τις χώρες των Ινδών».

Μιλώντας ο Ανάξαρχος πλησίασε μια ευμεγέθη κλεψύδρα, τοποθετημένη σε μια ειδική στήλη σε περίοπτο σημείο της αίθουσας, όπου οι τελευταίοι κόκκοι άμμου έρρεαν από το άνω προς το κάτω διάζωμα, και την αντέστρεψε. Μετά ανέβασε την ένταση της φωνής του και είπε:

Αγαπητοί φίλοι μπορούμε να αρχίσουμε. Την συνοπτική περιγραφή της σημερινής κατάστασης θα κάνει ο λογογράφος Ονησίκριτος

***

[1] Γλώνη ή γλήνη: Κούκλα, μαριονέτα

[2] Άβδηρα: Πλούσια πόλη των θρακικών παραλίων που έχτισαν αρχικά άποικοι απ’ τις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας και, μετά την καταστροφή της από τη θρακική φυλή των Τριβαλλών, επανοικοδόμησαν άποικοι από την επίσης μικρασιατική Τέω.  Οι Αβδηρίτες είχαν υποδεχθεί φιλικά τους Πέρσες (από τους οποίους είχαν δεχθεί πλούσια δώρα) κατά την εισβολή του 462 π.Χ. και ίσως αυτή να είναι η απώτερη αιτία των σκωπτικών σχολίων που κυκλοφορούσαν εις βάρος τους μεταξύ των λοιπών Ελλήνων. Στις σατιρικές αυτές ιστορίες οι Αβδηρίτες παρουσιάζονται ως ανόητοι και μωροφιλόδοξοι: Κατασκευάζουν  πολυτελή υδραγωγεία χωρίς να διαθέτουν επαρκές νερό,  φτιάχνουν τεράστιες πύλες στα τείχη της πόλης τους αγνοώντας τις βασικές αρχές της περιαστικής άμυνας, και εμπλέκονται σε ατελείωτες δικαστικές διαμάχες για ευτελείς λόγους (¨περί όνου σκιάς¨). Μετά την μάχη των Πλαταιών, τα Άβδηρα εντάχθηκαν στην Αττική Συμμαχία της Δήλου, πληρώνοντας ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή. Διάσημοι Αβδηρίτες υπήρξαν οι φιλόσοφοι Λεύκιπος, Δημόκριτος και άλλοι. Γνωστός Αβδηρίτης και ο σοφιστής Ανάξαρχος που αναφέρεται εδώ. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο όγδοο. Οι εκμυστηρεύσεις του Σατράπη.

Posted by vnottas στο 6 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο όγδοο.  Ακρόπολη των Σούσων

Όπου ο σατράπης της Σουσιανής κάνει διαφωτιστικές εκμυστηρεύσεις

1

Οι διοικητικές υπηρεσίες της Σατραπείας της Σουσιανής βρίσκονται ως επί το πλείστον στο επίπεδο, κάτω τμήμα της πόλης, ωστόσο, ο ίδιος ο σατράπης κατοικεί σε ένα μέγαρο προσαρτημένο στο συγκρότημα των  βασιλικών ανακτόρων, πάνω στην υπερυψωμένη Ακρόπολη. Εκεί κατευθύνομαι τώρα συνοδευόμενος πάντα από τον Νικία, τον λόγιο που γνωρίζει καλά την περσική γλώσσα.

Ο Αβουλίτης, όπως και οι άλλοι σημερινοί συνομιλητές μου, έχει ειδοποιηθεί  για την επικείμενη επίσκεψη ενός εκπροσώπου της ελληνικής διοίκησης και περιμένει ήδη στην αίθουσα υποδοχής του κτιρίου, πλαισιωμένος από δύο εντυπωσιακά στολισμένους άντρες της προσωπικής του φρουράς. Ωστόσο δείχνει να παραξενεύεται, αν όχι να δυσανασχετεί (και τα ήδη σμιχτά μαυριδερά του φρύδια συνοφρυώνονται ακόμη περισσότερο), όταν διαπιστώνει ότι ο επισκέπτης του δεν είναι ο φρούραρχος Μάζαρος ή ο πολιούχος Αρχέλαος, αλλά ένας από τους συνεργάτες του λόγιου Καλλισθένη, αυτού που ο  πέρσης πρέπει να θεωρεί ως έναν ισχυρό μεν, αλλά και σκοτεινό παράγοντα, με αρμοδιότητες κάπως ασαφείς. Επί πλέον το γεγονός ότι εμφανίζομαι με κάποια ενοχλητική καθυστέρηση, ενισχύει τον έκδηλο εκνευρισμό του.

Εγώ δεν είχα μέχρι τώρα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον ευπροσάρμοστο τέως αξιωματούχο του Δαρείου. Έχω όμως ακούσει τον Καλλισθένη να λέει πως ο Αβουλίτης αποτελεί την προσωποποίηση μιας από τις αιτίες της παρακμής της περσικής αυτοκρατορίας: την στελέχωσή της με ανθρώπους προσκολλημένους στην εξουσία, όχι για την εξυπηρέτηση κάποιου ιδανικού, όχι για το καλό της πολιτείας όποιο κι αν είναι το καθεστώς της, και ούτε – όπως αποδεικνύεται στην πράξη- γιατί είναι αφοσιωμένοι στον μεγάλο ¨Βασιλέα των Βασιλέων¨. Άνθρωποι σαν τον Αβουλίτη είναι προσκολλημένοι στην εξουσία για έναν στοιχειωδέστερο λόγο: απλά και μόνο γιατί εξουσία σημαίνει προνόμια. Ο Αβουλίτης ζει για να απολαμβάνει αυτά τα προνόμια και του είναι αδιάφορο με ποιον θα συμμαχήσει ή σε ποιον θα υποταχτεί προκειμένου να μην τα χάσει.

7

«Αβουλίτη, Σατράπη της Σουσιανής χάρη στη μεγαθυμία του Βασιλέα Αλέξανδρου, σε χαιρετώ!» του λέω, έτσι για να του κόψω την πόζα και ελπίζοντας ότι ο Νικίας θα αποδώσει την ειρωνική μου διάθεση στα περσικά. «Είμαι ο Εύελπις του Ευρύνου, και αυτήν τη στιγμή αντικαθιστώ τον Λόγιο Καλλισθένη που έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας μέσα στον χώρο των ανακτόρων».

«Η ευθύνη για την ασφάλεια στα ανάκτορα και σ’ ολόκληρη την Ακρόπολη ανήκει στην ελληνική διοίκηση», μουρμουρίζει ανάμεσα στα στριφτά μουστάκια του ο σατράπης, αλλά ο Νικίας πιάνει τα  λόγια του και μου τα μεταφράζει.

«Και βέβαια», του απαντώ. «Γι αυτό βρίσκομαι εδώ. Διεξάγω έρευνα για την απόπειρα και ζητώ την άμεση και αμέριστη συνεργασία σου».

Δεν χρειάζεται να γίνω πιο επιγραμματικός, ο σατράπης δείχνει να μαλακώνει με αστραπιαία ταχύτητα.  Τα κρυμμένα κάτω από τον μύστακα χείλια του ανοίγουν (αποκαλύπτοντας μια σειρά αιχμηρά δόντια) και ένα χαμόγελο που πολύ θα ήθελε να φανεί εγκάρδιο καλύπτει τη γενειοφόρο φάτσα του.

«Κάθισε, αξιότιμε εκπρόσωπε του επιφανούς Καλλισθένη, και θα προσπαθήσω να ανταποκριθώ σε όλες σου τις επιθυμίες», μου λέει τώρα, σύμφωνα με τον διερμηνέα.

Καθόμαστε, ενώ οι δύο στολισμένοι σωματοφύλακες κατευθύνονται προς την είσοδο της αίθουσας προκειμένου να στηθούν εκεί, αλλά ο σατράπης τους κάνει νόημα να αποσυρθούν κι αυτοί εξαφανίζονται κλείνοντας πίσω τους την πόρτα.

images (14)

Υποπτεύομαι ότι ο Αβουλίτης έχει προετοιμάσει ¨εμπιστευτικές¨ εκμυστηρεύσεις που βεβαίως προορίζονταν για πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους, αλλά που εν τέλει μάλλον αποφασίζει να τις κάνει σ’ εμένα.

«Πληροφορήθηκα το δυσάρεστο περιστατικό», μου λέει. «Και προτίθεμαι να διενεργήσω έρευνα ανάμεσα στους πέρσες των ανακτόρων…»

«Δεν χρειάζεται», διακόπτω (τον Νικία που μεταφράζει). «Αρκεί η φιλότιμη συνεργασία σου στην έρευνα που διεξάγουμε εμείς».

«Όμως, σε αυτήν την περίπτωση μπορώ να κάνω μόνο εικασίες», αντιδρά. «Ενώ αν μου επιτραπεί να διερευνήσω διεξοδικά  το τι συνέβη, τα όσα θα σου πω θα είναι τεκμηριωμένα».

Είναι προφανές ότι ο Αβουλίτης, όχι μόνο είναι ενήμερος για την απόπειρα, αλλά και καταλαβαίνει ότι δημιουργούνται υποψίες για τον ίδιο, πιθανώς και για τη Σισύγαμβρη και θέλει να τις διασκεδάσει. Βέβαια, μάλλον μας θεωρεί αφελείς αν πιστεύει ότι θα αναθέσουμε σ’ αυτόν τον ίδιο την διαλεύκανση της υπόθεσης. Αλλά μάλλον δεν το πιστεύει και γι αυτό εγκαταλείπει το αίτημα χωρίς πολλές αντιρρήσεις.

«Ακούω τις εικασίες» του λέω. Και σε παρακαλώ να είσαι όσο πιο λακωνικός μπορείς» [1]

«Ανάμεσα στους πέρσες ευγενείς υπάρχουν αυτή την στιγμή τουλάχιστον τρεις ομάδες ή μάλλον τρεις τάσεις:», αρχίζει την αφήγησή του ο Αβουλίτης, «Από την μια μεριά εκείνοι που είναι προσκολλημένοι στον Δαρείο, πρόκειται κυρίως για τους συγγενείς του ή ανθρώπους που ευεργετήθηκαν από τους Αχαιμενίδες, από την άλλη εκείνοι που σαν και εμένα αναγνωρίζουν τη στρατιωτική ανωτερότητα των Μακεδόνων και αποδέχονται τη δημιουργία μιας ελληνοπερσικής διοίκησης και, τέλος, λιγότεροι αλλά φανατικοί, ορισμένοι ¨φιλοπάτριδες¨ που ψέγουν τον Δαρείο για υποχωρητικότητα, για ανικανότητα να αντισταθεί στην επέλαση των Ελλήνων και για διάθεση συμβιβασμού με τους εισβολείς. Για αυτούς ο Δαρείος πρέπει να ανατραπεί και εμείς που αποδεχτήκαμε την επικυριαρχία των Μακεδόνων να σταυρωθούμε δημόσια».

«Βρίσκω την ¨εικασία¨ σου αληθοφανή», του λέω. «Αλλά θα ήθελα να μου πεις τα ονόματα μερικών από αυτούς του τελευταίους».

«Αν δεν κάνω λάθος έλαβες μέρος στην εκστρατεία κατά της Περσέπολης…»

Διαπιστώνω ότι ξέρει για μένα περισσότερα από όσα θα ήθελε να παραδεχτεί.

«Ναι, ήμουν παρών» του απαντώ.

«Στην Περσική Πύλη συναντήσατε ισχυρή αντίσταση, έτσι δεν είναι; Θυμάσαι το όνομα του αρχηγού των ιρανικών δυνάμεων στο πέρασμα»;

«Ο Αριοβαρζάνης;»

«Ναι, ο γιος του Αρτάβαζου, του σατράπη της  Φρυγίας»

«Καλά, αλλά μάθαμε ότι αυτός μετά την ήττα, αφού περιπλανήθηκε για λίγο στα βουνά του Ζάγκρου, τελικά ενώθηκε με τα στρατεύματα του Δαρείου στο βορρά της οροσειράς».

«Εκείνο που δε ξέρετε είναι ότι, αφού επέστρεψε ως ¨ηττημένος¨ μεν, αλλά ¨ήρωας¨, στα βασιλικά στρατεύματα, είχε μια μυστική συνάντηση με έναν άλλο, πολύ πιο ισχυρό και επικίνδυνο σατράπη».

«Ποιον;»

2

«Θυμάσαι στην σύγκρουσή σας με τον Δαρείο στα Γαυγάμηλα ποιος ήταν επικεφαλής των στρατευμάτων από τη Βακτριανή και τη Σογδιανή, που σας πολέμησαν με μένος;»

«Μιλάς για τον Βήσσο;»

«Ναι, μιλάω για τον Βήσσο, η σατραπεία του οποίου δεν έχει ακόμη υποταγεί, και ο οποίος πιθανολογώ – αλλά εξηγούμαι, πρόκειται για εικασία – ότι ηγείται μιας εξέγερσης ορισμένων σατραπών κατά του Δαρείου».

«Ενδιαφέρον», παρατηρώ, και αρχίζω να καταλαβαίνω που το πάει. «Αλλά πως τα  συνδέεις όλα αυτά με τη χθεσινή απόπειρα».

«Εάν υποθέσουμε ότι ο Βήσσος παίρνει πρωτοβουλίες εναντίον σας χωρίς την έγκριση του Δαρείου, το πρώτο που πρέπει να κάνει για να αποκτήσει συμμάχους ανάμεσα στους άλλους ευπατρίδες είναι το να τους πείσει για την αξιοπιστία των προθέσεών του. Να τους πείσει δηλαδή ότι δεν θα τους εγκαταλείψει ξαναβρίσκοντάς τα με τον Δαρείο, όταν αυτοί θα έχουν πια εκτεθεί. Οι καιροί είναι δύσκολοι και οι πέρσες άρχοντες είναι δύσπιστοι. Και, εδώ που τα λέμε, (εδώ ο Αβουλίτης ρίχνει ένα πικρό ή ίσως χαιρέκακο χαμόγελο) γιατί να μην είναι, όταν βλέπουν τον ίδιο τον Δαρείο να παραπαίει και να κάνει προτάσεις συμβιβασμού στον Αλέξανδρο;

Ο Βήσσος λοιπόν πρέπει σε αυτήν την περίπτωση να κάνει πρώτα ένα αποφασιστικό βήμα που θα του στερεί κάθε δυνατότητα υπαναχώρησης. Και αυτό το βήμα -εικάζω- δεν μπορεί παρά να είναι μόνον ένα».

«Δηλαδή;»

«Να ανακηρυχθεί ο ίδιος αυτοκράτορας». 

Μα ναι, είναι μια εκδοχή που ήδη θεωρούσα ότι πρέπει να διερευνηθεί… Όχι με πρωταγωνιστή τον Βήσσο, τις προθέσεις του οποίου αγνοούσα, αλλά οπωσδήποτε κάποιον από τους δυσαρεστημένους με τον Δαρείο πέρσες ευγενείς.

 «Ασφαλώς με τρόπο πανηγυρικό», προσθέτω.

«Ασφαλώς» συμφωνεί. «Αν δεν δείξει ότι έχει τα κότσια να διακινδυνεύσει το κεφάλι του  προχωρώντας σε μια πράξη χωρίς επιστροφή, -και μια τέτοια πράξη είναι το να φορέσει την αυτοκρατορική τιάρα- οι άλλοι, ακόμη κι αν συμφωνούν μαζί του και καταδικάζουν την άτολμη συμπεριφορά του Δαρείου, δεν πρόκειται να τον ακολουθήσουν…»

«Οπότε θα ήταν χρήσιμο γι αυτόν να επικυρώσει την στέψη του με τη κατοχή και την επίδειξη κάποιου ιερού κειμήλιου που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο θησαυροφυλάκιο των Σούσων… Έτσι λες ότι έχουν τα πράγματα Αβουλίτη;»

«Πρόκειται για μια εικασία» μου υπογραμμίζει σχεδόν με παράπονο που δεν τον αφήνουμε να το ψάξει από μόνος του, «αλλά μια εικασία θεμιτή, αν κάποιος γνωρίζει τη νοοτροπία των ημών των Περσών».

 «Έχω ακόμη μια ερώτηση σατράπη Αβουλίτη. Ποιο αντικείμενο, από εκείνα που υπάρχουν στο θησαυροφυλάκιο των Σούσων θα μπορούσε να έχει τέτοια εμβληματική αξία ώστε ο Βήσσος να διοργανώσει μια επιχείρηση ανάκτησής του».

Το παίζει για λίγο σκεφτικός. Ύστερα μου λέει.

«Υπάρχουν αρκετά. Το ποιο έχει, ενδεχομένως, διαλέξει, εξαρτάται   από τα παράπλευρα μηνύματα που θέλει να στείλει στους άλλους σατράπες και στον λαό των περσών. Εγώ στη θέση σου θα έψαχνα ανάμεσα στα αντικείμενα που ανήκαν στον τελευταίο Αχαιμενίδη βασιλέα, πριν από τον Δαρείο τον Κοδομανό».

«Για ποιο λόγο;»

«Γιατί ο Αρταξέρξης ο τέταρτος δολοφονήθηκε ύστερα από συνωμοσία των αυλικών προκειμένου να αναλάβει την αυτοκρατορία ο Δαρείος. Ο Βήσσος, αν κατάφερνε να στεφθεί με τα σύμβολά του, θα παρουσιαζόταν ως εκδικητής του προηγούμενου βασιλιά και αποκαταστάτης κάποιας παλιότερης νομιμότητας.  Έπειτα λάβε υπ’ όψιν σου ότι, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κάθε αυτοκράτορας φέρει και τιμά τα ιδιαίτερα εμβλήματα των προηγούμενων αυτοκρατόρων που είχαν το ίδιο όνομα. Επομένως ανάμεσα στα εμβλήματα του Αρταξέρξη του Δ΄ που βασίλεψε μόνο δυο χρόνια, θα βρεις εκείνα των τριών προγενέστερων ομώνυμων βασιλέων. Μπορεί να μην ήταν όλοι τους εξ ίσου δημοφιλείς, αλλά τα εμβλήματά τους θυμίζουν στους λαούς της αυτοκρατορίας τις εποχές της αδιαμφισβήτητης αυτοκρατορικής δύναμης. Ο κάτοχός τους, ιδιαίτερα αν τα έχει ανακτήσει από τους έλληνες, αποκτά σημαντικό κύρος και αναγνώριση».

artaxerxes

Δε ξέρω τι μαθαίνουν οι λαοί της αυτοκρατορίας για τους παλιούς ηγέτες τους και για ποιους λόγους τους ανακηρύσσουν μετά θάνατον ¨ήρωες – πατέρες¨, εγώ όμως, δυο τρία βασικά πράγματα για τους βασιλείς των περσών τα είχα μάθει ήδη στα πρώτα χρόνια της φοίτησής μου κοντά στον Ισοκράτη. Και όχι μόνο τα σχετικά με κάποιους ευρύτερα γνωστούς όπως ο Κύρος ο Β΄, ή ο Δαρείος ο Α΄ αλλά και για εκείνους που έφεραν το περσικό όνομα Αρταξάθρα (βασίλειο της αλήθειας, της ορθότητας), που εμείς το εξελληνίσαμε σε ¨Αρταξέρξης¨.

Ο τελευταίος Μεγάλος Βασιλέας, πριν τον Δαρείο τον Κοδομανό, ο Αρταξέρξης, ο Δ΄, όντως βασίλεψε πολύ λίγο. Τον δηλητηρίασε ένας παντοδύναμος αυλικός, αιγυπτιακής καταγωγής, ο περιβόητος Βαγώας (που στα περσικά σημαίνει ευνούχος). Ήταν ο ίδιος που τον είχε στέψει βασιλιά δυο-τρία χρόνια πριν, δολοφονώντας τον Αρταξέρξη τον Γ΄ και πολλούς από τους υπόλοιπους επίδοξους διαδόχους. Εμείς δεν συνηθίζουμε να προάγουμε ευνούχους στα ύπατα αξιώματα, στις αυτοκρατορίες όμως φαίνεται ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Ο Βαγώας λέγεται ότι είχε αποκτήσει εξουσία και πλούτο γιατί είχε συμβάλει στην ανάκτηση της επαναστατημένης Αιγύπτου, αλλά ο Ισοκράτης (στις τελευταίες του παραδόσεις) μας έλεγε ότι εκείνος που  είχε ουσιαστικά επιτύχει αυτήν τη νίκη ήταν ένας έλληνας μισθοφόρος, ο Μέντωρ ο Ρόδιος[2], ενώ ο πλούτος του Βαγώα οφειλόταν, συν τοις άλλοις, στο ότι είχε κατάσχει ιερά αιγυπτιακά κείμενα και, προκειμένου να τα επιστρέψει, είχε ζητήσει και πάρει από τους ιερείς τεράστια ποσά .

Ο προηγούμενος Αρταξέρξης, ο Γ΄, αν και όταν ανέβηκε στο θρόνο ήταν πάνω από εξήντα πέντε χρονών, πρόλαβε πριν καταπιεί το δηλητήριο του Βαγώα, να  βασιλέψει για καμιά εικοσαριά χρόνια. Φημολογείται ότι ήταν ζόρικος τύπος. Εκτός  από την επανάκτηση της Αιγύπτου είχε καταστείλει μια μεγάλη εξέγερση των Φοινίκων.

Τον ακόμη προγενέστερο Αρταξέρξη τον Β΄, εμείς οι Έλληνες τον θυμόμαστε για δύο λόγους:  ο ένας είναι ότι πρόκειται για αυτόν που νίκησε σε (κυριολεκτικά) αδελφοκτόνο πόλεμο τον (αδελφό του) Κύρο,  εκείνον που είχε προσλάβει τους ¨Μυρίους¨ έλληνες μισθοφόρους∙ ο άλλος είναι γιατί οι ενδοελληνικές έριδες (όπως υπογράμμιζε συχνά ο Ισοκράτης) είχαν επί των ημερών του οδηγήσει στην επώδυνη Ανταλκίδειο Ειρήνη,  που εκτός από την επιστροφή των παράλιων μικρασιατικών πόλεων στην περσική επικυριαρχία, τού επέτρεψε για μεγάλο διάστημα (ουσιαστικά μέχρι την νίκη των Θηβαίων επί των Σπαρτιατών) να διαιτητεύει ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις.

Υπήρξε ακόμη ένας Αρταξέρξης, ο Α΄, ο επιλεγόμενος και Μακρυχέρης (φαίνεται ότι όντως είχε το δεξί χέρι μακρύτερο από το αριστερό). Αυτόν εδώ εμείς οι έλληνες μπορούμε να τον θυμόμαστε χωρίς δυσαρέσκεια. Ήταν ο γιος και διάδοχος  του γνωστού Ξέρξη που υπέστη την πανωλεθρία της Σαλαμίνας, ενώ είχε υποστεί και ο ίδιος βαριά ήττα από τον Αθηναϊκό στόλο, πράγμα που τον υποχρέωσε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων της ασιατικής όχθης του Αιγαίου.

Αυτούς λοιπόν τους βασιλείς θέλουν να ανακαλέσουν στη λαϊκή μνήμη οι πέρσες πρίγκιπες προκειμένου να διεκδικήσουν την εξουσία που ακόμη διαχειρίζεται ο Δαρείος; Δεν μου φαίνονται και ιδιαίτερα σπουδαίοι, αλλά παραδέχομαι ότι δεν γνωρίζω αρκετά καλά τη νοοτροπία αυτών εδώ των λαών ώστε να μπορώ να κρίνω με σαφήνεια τις ενέργειές τους.

3 (Persep)

Αποχαιρέτησα τον Αβουλίτη αφού πρώτα τον διαβεβαίωσα ότι εφ’ όσον εκτελεί με ευσυνείδητο τρόπο τα εισπρακτικά του καθήκοντα και φροντίζει ώστε να είναι ανέφελες οι σχέσεις του με τις ελληνικές αρχές, δεν έχει λόγο να ανησυχεί για τη θέση του ως σατράπης της Σουσιανής. Δεν είναι ότι είμαι απόλυτα πεισμένος για κάτι τέτοιο, αλλά θεώρησα ότι έπρεπε να του πω έναν καλό λόγο, μια που αυτά που εκείνος μου είπε δίνουν κατά πάσα πιθανότητα το νήμα για το ξεμπέρδεμα της υπόθεσης της απόπειρας.

Μετά, αφού ευχαρίστησα και αποχαιρέτισα τον Νικία κατευθύνθηκα προς το κατάλυμα του Καλλισθένη, ελπίζοντας ότι θα βρω τον προϊστάμενό μου καλύτερα απ’ ότι τον άφησα το πρωί.

5

[1] Σημείωση του Εύελπι στο περιθώριο του φύλλου παπύρου: Δεν ξέρω με ποιο συνώνυμο απέδωσε το ¨λακωνικός¨ στα περσικά ο Νικίας, εκτός κι αν η φήμη των νότιων Πελοποννήσιων έχει φτάσει ως τα εδώ εμπλουτίζοντας και την περσική γλώσσα με ένα ακόμη συνώνυμο του ¨ολιγόλογου¨.

[2] Ο Μέντωρ ο Ρόδιος, καθώς και ο νεότερος αδελφός του Μέμνων υπήρξαν ικανοί στρατιωτικοί στην υπηρεσία των τελευταίων περσών ηγεμόνων

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο  έκτο: Στον ανακτορικό ναό του Αχούρα Μάσδα

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2015

images (7)

Όπου ο Εύελπις συναντά τον Πέρση αρχιερέα Αζάρη

Στα ανατολικά του ανακτορικού συγκροτήματος ο Αζάρης μας υποδέχεται στον πρόναο του τεμένους του Αχούρα Μάσδα και μετά μας οδηγεί σε μια ακόμη ψηλοτάβανη αίθουσα στολισμένη με περίτεχνα ανάγλυφα και επιπλωμένη με πολυτελή καθίσματα.  Μια μεγάλη φωτιά με έντονες γαλαζωπές φλόγες καίει στο κέντρο του χώρου μέσα σε έναν ορειχάλκινο δίσκο. Ο μακροπρόσωπος ιερέας μας κάνει νόημα να καθίσουμε γύρω απ’ το χαμηλό τραπέζι, όπου έχουν ήδη σερβιριστεί πολύχρωμα ποτά.

Δεν χρειάζεται να του κάνω προκαταρκτική ενημέρωση για τα όσα έχουν συμβεί, γιατί ο ιερωμένος παίρνει πρώτος το λόγο και μου λέει σε κατανοητά ελληνικά ότι γνωρίζει τα σχετικά με την χθεσινή απόπειρα, ότι την καταδικάζει απερίφραστα και ότι έχει ήδη ζητήσει τη συμβολή των θεών του στην ταχεία ίαση του Καλλισθένη.

Δεν εκπλήττομαι. Όπως και να ‘χουν τα πράγματα θα ήταν δύσκολο η αναστάτωση που δημιουργήθηκε μετά την συμπλοκή, χτες, να περνούσε απαρατήρητη από τους Πέρσες που εξακολουθούν να διαμένουν στην Ακρόπολη των Σούσων. Ιδιαίτερα απ’ αυτούς που δεν τελούν υπό άμεση επιτήρηση, και ακόμη περισσότερο από έναν ιερέα∙ αυτοί είναι γνωστό ότι καταφέρνουν να τα μαθαίνουν όλα πρώτοι. Αναμενόμενη είναι και η λεκτική καταδίκη της χθεσινής επίθεσης, καθώς και τα ¨περαστικά¨ για τον Καλλισθένη. Ίσως πιο αξιοπερίεργη προκύπτει η σχετικά καλή χρήση από μέρους του της ελληνικής γλώσσας∙ χτες μιλούσε και έψελνε μόνο στα περσικά.

DSC_0554_zpsltzsom9j

Είναι αρκετά ευφυής για να καταλάβει την απορία μου και σπεύδει να διευκρινίσει ότι όταν ήταν νεότερος είχε ζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα στις ελληνικές  πόλεις της ασιατικής ακτής που μέχρι πρόσφατα τελούσαν υπό τον έλεγχο της αυτοκρατορίας. Όταν συναντηθήκαμε χτες το πρωί είχε χρησιμοποιήσει τα περσικά γιατί ήταν παρούσα η βασιλομήτωρ, προς την οποία θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να επιδείξει τον απαραίτητο σεβασμό.

Ο Νικίας βλέποντας ότι δε θα χρειαστεί η μεταφραστική του βοήθεια ανασηκώνεται, αλλά του κάνω νόημα να παραμείνει. Θεωρώ ότι υπάρχει πάντα η περίπτωση να υπάρξουν προβλήματα γλωσσικής κατανόησης. Μετά απευθύνομαι στον Αρχιερέα.

«Ποια είναι λοιπόν η άποψή σου για τα όσα συνέβησαν Μεγάλε Ερμηνευτή του Αχούρα Μάσδα;»

Ένα χαμόγελο τέμνει οριζόντια το επίμηκες πρόσωπό του αποκαλύπτοντας δύο ευμεγέθεις κονικλοειδείς κοπτήρες.

«Η ερώτησή σου απευθύνεται στον ηττημένο Πέρση ή στον Ιερέα;»

Αυτός εδώ αρχίζει να μου προκύπτει πιο σύνθετος, πιο μπερδεμένος, απ’ ότι προμηνύει το ελαφρώς φαιδρό παρουσιαστικό του. Βέβαια, ξέρω πια ότι οι Πέρσες έχουν μανία με τους διχασμούς και τις διχοτομήσεις. Αλλά αφού του αρέσουν οι ερωτήσεις, είναι η σειρά μου:

«Ποιος από του δύο έχει να μου πει κάτι το ενδιαφέρον;»

images (9)

«Ως Πέρσης», μου απαντά, «θεωρώ περιττό να προσθέσω οτιδήποτε στα όσα είναι αυτονόητα. Μια επιθετική ενέργεια ενάντια στις ισχυρές και μέχρι στιγμής αήττητες δυνάμεις των εισβολέων είναι αναμενόμενη και, απ’ ότι ξέρω, σύμφωνη με τη θέληση όλων των Θεών του πολέμου, συμπεριλαμβάνοντας και τον δικό σας τον Άρη. Ανάλογες ενέργειες αντίστασης θα κάνατε κι εσείς, ή μάλλον έχετε ήδη κάνει στο παρελθόν και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία. Δεν έχω να προσθέσω τίποτα άλλο μια που αγνοώ οτιδήποτε αφορά το συγκεκριμένο περιστατικό.

«Και ως αρχιερέας;»

«Ως ιερέας, οφείλω να έχω μια γενικότερη οπτική πάνω στα όσα έχουν προδιαγράψει οι θεότητες. Και δεν έχω αντίρρηση να σου πω όσα μου υπαγορεύει αυτή η οπτική. Όμως αυτά δεν έχουν άμεση σχέση με το χτεσινό επεισόδιο. Αφορούν στο πως μπορούμε να κάνουμε λιγότερο επώδυνη τη σημερινή σχέση ανάμεσα σε Έλληνες και Πέρσες.  Επομένως θα καταχραστώ τον πολύτιμο χρόνο σου, μόνον εάν εσύ το κρίνεις χρήσιμο.

Σκέφτομαι ότι ο Αζάρης θέλει να διατυπώσει με τρόπο λογικό, αυτά που η Σισύγαμβρη έχει συλλάβει από ένστικτο. Δηλαδή πως ο συμβιβασμός του Αλέξανδρου με τον Δαρείο -επικυρωμένος αν είναι δυνατό και από έναν δυναστικό γάμο- και η συνεπακόλουθη μοιρασιά της αυτοκρατορίας, θα μπορούσε να είναι, εν τέλει, η καλύτερη λύση.

«Σε ακούω σεβάσμιε Ιερέα», του λέω.

Παίρνει μια ανάσα, και αρχίζει ως εξής:

«Έρχεστε από μακριά, αν και τα ήθη σας δεν μας είναι άγνωστα. Ορισμένες από τις πόλεις σας θα έλεγα ότι ¨κοσμούσαν¨ μέχρι πρόσφατα την αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών. Κάποιες απ’ αυτές, όπως την Μίλητο για παράδειγμα,  τις γνώρισα  όταν ήμουν νέος και πρέπει να πω ότι τις θαυμάζω για τη ζωτικότητά τους. Θα σου εξομολογηθώ ότι, ήδη από τότε,  φοβόμουν ότι αν οι πόλεις των Γιουνάν ομονοήσουν και στραφούν προς ανατολάς, η Αυτοκρατορία θα κινδύνευε. Δυστυχώς για εμάς, οι φόβοι μου επαληθεύτηκαν.

Σήμερα τα στρατεύματά σας έχουν αποκόψει την χώρα των Περσών από τις πιο εύφορες προσαρτήσεις της, τη Δυτική Ασία, τη Συρία και την πεδιάδα των δύο Ποταμών.  Για να μη μιλήσω για την Αίγυπτο, όπου όμως δεν είχαμε καταφέρει να στερεώσουμε την επικυριαρχία μας. Όμως τα εδάφη  που γέννησαν τους Πέρσες, η κοιτίδα και η αφετηρία τους, είναι ακόμη σε θέση να αντισταθούν. Ο Μεγάλος Βασιλέας βρίσκεται ήδη εκεί και ετοιμάζει την αντεπίθεση. Όσο επώδυνη κι αν είναι η άλωση και η καταστροφή της Περσέπολης, ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, και οι μελλοντικές καταστροφές δεν αποκλείεται να μην αφορούν μόνο τους Πέρσες».

images (5)

«Θέλεις να πεις ότι για το κοινό καλό συντάσσεσαι με εκείνους που επιθυμούν να πάψουν οι εχθροπραξίες και βρεθεί μια συνεννόηση;» 

Ο Αζάρης με κοιτάζει με βλέμμα εξεταστικό και έντονο.

«Όχι μόνον αυτό», υπερθεματίζει.

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή για να αποφευχθούν οι μαζικοί σκοτωμοί, για να επέλθει η ομόνοια μεταξύ των λαών μας και για να δημιουργηθεί μια κοινή μελλοντική Ιστορία, δεν αρκεί να τα βρουν μεταξύ τους οι στρατηλάτες». 

«Αλλά;»

«Πρέπει να συμφωνήσουν οι Θεοί!»

Τώρα ναι, αρχίζω να καταλαβαίνω καλύτερα που το πάει ο Αζάρης.

«Νομίζεις, Μεγάλε Αρχιερέα,  ότι οι δικοί σας θεοί θα είχαν αντίρρηση σε μια συμφωνία ανάμεσα σε Έλληνες και Πέρσες;»

«Δεν το νομίζω, αλλά σε κάθε περίπτωση εδώ είμαστε και μπορούμε να κάνουμε επίκληση στην ευμένεια και την κατανόηση τους. Ελπίζω να γίνομαι κατανοητός». Σιωπά πάλι για λίγο και μετά επανέρχεται. «Όμως δεν ξέρω πως θα το πάρουν οι δικοί σας Θεοί. Όπως δεν ξέρω ποιος είναι ο πιο έγκυρος μεσολαβητής με τους Θεούς σας».

Τον κοιτάζω ερωτηματικά…

«Μα ναι», συνεχίζει, «το μόνο που ξέρω είναι ότι ο Βασιλεύς των Μακεδόνων συνοδεύεται από έναν μάντη – ιερέα, τον οποίο συμβουλεύεται συχνά∙ κάποιοι μιλάνε και για κάποιο είδος μάγισσας, αλλά πιθανόν πρόκειται για φήμες. Όμως δεν βλέπω πουθενά το επίσημο Ιερατείο των Ελλήνων Θεών».

images (6)

Αν ο Καλλισθένης δεν μου είχε μιλήσει -συχνά θα έλεγα- για τους τρόπους με τους οποίους οι ανατολίτες ιερείς ανακατεύονται και διεκδικούν ένα τμήμα της εξουσίας, ομολογώ ότι θα είχα μείνει ενεός με τον τρόπο που τούτος εδώ συλλογιέται.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αντιμετωπίσαμε ήδη αυτό το φαινόμενο στην Αίγυπτο: Ένα πανίσχυρο ιερατείο, με γνώσεις καλυμμένες από πέπλα θεϊκού μυστηρίου, αλλά ικανό να εγγυηθεί χειροπιαστά πράγματα, όπως τη συναίνεση των υπηκόων και την κατά το δυνατό ομαλή καθοδήγηση της χώρας. Αυτοί είναι που μεσολάβησαν στην αναίμακτη παράδοση της Αιγύπτου στους Έλληνες και που διευθέτησαν την ¨υιοθέτηση¨ του Αλέξανδρου από τους θεούς τους. Όμως στην Αίγυπτο η στρατιά έμεινε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και, όσο και εάν η ομάδα μας ενδιαφέρεται για αυτά τα θέματα, δεν προλάβαμε να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε καλύτερα τη νοοτροπία και τις μεθόδους τους.

Να όμως που και εδώ, απ’ ό, τι φαίνεται, το ιερατείο διεκδικεί τη συμμετοχή του στις εξελίξεις. Ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να μάθω περισσότερα για τις προθέσεις τους από αυτόν εδώ τον υψηλόβαθμο ανακτορικό ιερέα που δηλώνει πρόθυμος να συνεργαστεί.

«Ο Αρίστανδρος από την Τελμησσό» του απαντώ, «ο ιερέας που συμβουλεύει τον άνακτα, είναι ένας ικανός μάντης και το έχει αποδείξει σε πολλές περιπτώσεις. Οι συμβουλές του θεωρούνται πάντα πολύτιμες, αλλά, όπως συμβαίνει και με τους λοιπούς μάντεις, αμφισβητούνται μόνο σε μία περίπτωση: εάν συμβεί να συγκρουστούν με αυτά που υπαγορεύει μια άλλη θεότητα, που δε διαθέτει ναούς και βωμούς θυσιών, η οποία όμως είναι όλο και πιο σημαντική για τους Έλληνες, όπως ίσως γνωρίζεις από την περίοδο που έζησες στην Ιωνία. Η θεότητα αυτή, που αποκαλείται Λόγος ή Λογική, μπορεί να μην έχει ιερείς, υποστηρίζεται όμως από ανθρώπους αποδεδειγμένης σοφίας, καθώς και από πειστικούς ρήτορες. Ο Αριστοτέλης ο δάσκαλος του Αλέξανδρου είναι ένας από εκείνους που διερευνούν τους νόμους που υπαγορεύει ο Λόγος».

Ο Αζάρης κάνει μια μικρή κίνηση δυσανασχέτησης, αλλά ¨τσιμπάει¨.

«Αυτά που μου λες μπορεί να ισχύουν για ορισμένους από σας. Κυρίως για τους Αθηναίους και τους οπαδούς τους. Όμως αγαπητέ μου, ο καιρός των Αθηναίων έχει περάσει. Ξέρουμε ότι ηττήθηκαν στους εσωτερικούς πολέμους της Ελλάδας, όπως εξ άλλου εξαντλήθηκαν και οι φονταμενταλιστές Λακεδαιμόνιοι. Και εγώ σε ερωτώ: οι Μακεδόνες που σήμερα ηγούνται σ’ αυτή την προσπάθεια οικουμενικής εξάπλωσης των Ελλήνων, διαθέτουν πειθώ και χειριστές πειθούς, έτσι ώστε να ελπίζουν να πείσουν τις μάζες των Ασιατών και να γίνουν αποδεκτοί ως μία νέα ηγετική τάξη στις χώρες της Ανατολής;  Δεν διστάζω να σου πω ότι, από αυτά που είμαι σε θέση να παρατηρήσω, η άποψή μου είναι αρνητική. Δεν διαθέτετε έναν τέτοιο εργαλείο.

Ahuru-Mazda-Persian-Achaemenid-wall-art-reliefZoroastrian-god

Θα σου πω κάτι ακόμα. Από ό, τι αναφέρουν οι γραφές αντιμετωπίσαμε κι εμείς ανάλογα προβλήματα όταν κατακτήσαμε τις χώρες της Μεσοποταμίας. Εδώ υπήρχαν ισχυροί θεοί και τολμώ να πω, ένα ακόμη πιο ισχυρό ιερατείο. Τα προβλήματα που μας δημιούργησαν δεν τα λύσαμε ποτέ στο σύνολό τους. Δυστυχώς και για εσάς, το ιερατείο αυτό υπάρχει ακόμη.

Ξέρω ότι σας διευκόλυναν να καταλάβετε την Βαβυλώνα, ξέρω επίσης ότι πήραν τα πρώτα ανταλλάγματα. Οι Μακεδόνες τους επέτρεψαν να ξαναλειτουργήσουν ορισμένους ναούς που εμείς είχαμε κλείσει, και να ιδρύσουν νέους. Ξέρω επίσης ότι σας προτείνουν, – διακριτικά γιατί δε θέλουν να γίνει γνωστό το ύψος του πλούτου  που έχουν ακόμη στα χέρια τους- τη συμβολή τους στη χρηματοδότηση της εκστρατείας. Σχετικά με αυτό, ένα έχω να πω: Αν δεν είστε εξαιρετικά προσεκτικοί θα διαβρωθείτε χωρίς καν να το αντιληφθείτε».

Τον κοιτάζω προσεκτικά. Αν και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του εξακολουθούν να παραπέμπουν σε άνδρα εύθυμο αν όχι φαιδρό, παρατηρώντας τον νομίζω ότι διακρίνω τα ίχνη μιας πραγματικής ανησυχίας. Το θέμα είναι τι τον ανησυχεί πραγματικά. Αποφασίζω να του θέσω άμεσες ερωτήσεις, ώστε να εκμαιεύσω μια απάντηση έξω από τους μεγάλους εμφανείς κοπτήρες του.

«Τι είναι λοιπόν Μεγάλε Αρχιερέα εκείνο που προτείνεις στους Μακεδόνες;»

«Προτείνω την ασφαλέστερη δυνατή συμμαχία: μια συμμαχία Θεών.  Ή μάλλον, για να είμαι ακριβέστερος, προς το παρόν προτείνω μια εκεχειρία. Οι Θεοί μας δεν θα σας πολεμήσουν, αντίθετα θα επιτρέψουν την αποδοχή σας από τις μάζες. Εσείς δε θα πολεμήσετε τους θεούς μας. Αργότερα, είναι σίγουρο ότι οι συνθήκες θα οδηγήσουν στη γέννηση νέων θεοτήτων, που θα έχουν τα καλύτερα από τα κοινά χαρακτηριστικά των λαών μας και θα είναι ικανές να καθοδηγήσουν τη νέα Ελληνοασιατική Αυτοκρατορία».

Ρίχνω μια ματιά στον Νικία δίπλα μου και με κοιτάζει κι αυτός. Το βλέμμα του εμπεριέχει ερωτηματικά και αρκετή δόση έκπληξης…

«Αλλιώς…;»

«Αλλιώς είναι πολύ πιθανές οι ακόλουθες εξελίξεις: Εσείς, δεδομένου ότι δεν διαθέτετε ένα οργανωμένο ιερατείο, και επί πλέον αγνοείτε τα τοπικά ήθη και την τοπική νοοτροπία, θα αναγκαστείτε να αποδεχτείτε την στήριξη των Μάγων της Βαβυλώνας, (εσείς τους αποκαλείτε έτσι, αν και δεν έχουν καμιά σχέση με τους παλιούς Μάγους των Μήδων ή τους δικούς μας Μάγους του ήπιου Ζωροαστρισμού) Αυτούς που είμαι σίγουρος ότι ήδη προσπαθούν να σας πείσουν ότι γνωρίζουν καλύτερα τους λαούς της εύφορης πεδιάδας. Έτσι θα τους παραδώσετε, αμαχητί, την σημαντική εξουσία της πειθούς. Μη ξεχνάτε, όμως, ότι είναι ισχυρότεροι από ότι φαντάζεστε και ότι ξέρουν να διακινούν, μαζί με τη λατρεία των θεών τους, αφανή μεν, αλλά πραγματικό πλούτο. Επομένως θα είναι επικίνδυνοι για σας, ακόμη και αν δεχτούν να θεοποιήσουν τον βασιλιά σας∙ ίσως μάλιστα σε αυτή την περίπτωση να αποδειχτούν ακόμα περισσότερο επίφοβοι, γιατί θα ζητήσουν να αναλάβουν οι ίδιοι τα τελετουργικά της λατρείας και μαζί  όλα τα σχετικά προνόμια».

«Και εσείς; Τι θα κάνετε σ’ αυτή την περίπτωση;»

«Εμείς θα βρεθούμε υποχρεωμένοι να κάνουμε παραχωρήσεις προς ορισμένες ομάδες φανατικών που επιθυμούν την εφαρμογή μιας ακραίας εκδοχής της διδασκαλίας του προφήτη Ζαρατούστρα και οι οποίοι έχουν ενισχυθεί έντονα τον τελευταίο καιρό. Κατηγορούν το ιερατείο για υπερβολική ανοχή απέναντι στις άλλες θεότητες και τους ηγεμόνες για πολιτική υποχωρητικότητα απέναντι στους μη Πέρσες, καθώς και αναποτελεσματική αντίσταση στην επέλαση των Ελλήνων. Διακατέχονται από υπερβολική επιθυμία να προσδιορίζουν κάθε φορά και με κάθε ευκαιρία το ¨καλό¨ που πρέπει να προστατευτεί και το ¨κακό¨ που πρέπει να πολεμηθεί. Να σκεφτείς ότι απεχθάνονται τους ναούς και ότι προτιμούν να ιερουργούν στην ύπαιθρο και να αφήνουν τους νεκρούς στο έλεος των όρνεων, παρά να τους θάβουν.  Αν επικρατήσουν δεν θα έχουμε προβλήματα μόνο εμείς, αλλά και εσείς».

***

page21

Με τον Νικία πάντοτε πλάι μου, εγκαταλείπω τον Ναό του Αχούρα Μάσδα  και κατευθύνομαι προς τον χώρο σίτισης της φρουράς. Έχει ήδη μεσημεριάσει για τα καλά και αισθάνομαι ότι, πριν συναντήσω τον Πέρση σατράπη, πρέπει κάτι να βάλω στο στόμα μου και να στυλωθώ.

Καθόμαστε στα τραπέζια των αξιωματικών και ενώ περιμένουμε τους υπηρέτες να μας φέρουν τους δίσκους που παραγγέλλουμε,  προσπαθώ να συνοψίσω τα αποτελέσματα από τις πρώτες αυτές επαφές. Το πρώτο μου συμπέρασμα είναι μάλλον απαλλακτικό για τους δύο πρωινούς μου συνομιλητές. Σίγουρα έχουν συγκεκριμένες επιδιώξεις και πιθανότατα ενεργούν παρασκηνιακά για να τις υλοποιήσουν, αλλά αν τα όσα διηγούνται είναι αληθινά (και δε βλέπω γιατί να μην είναι) δεν έχουν λόγο να είναι αναμεμιγμένοι στη χθεσινή απόπειρα. Η βασιλομήτωρ επιθυμεί την ευόδωση μιας συνεννόησης ανάμεσα στο Δαρείο και τον Αλέξανδρο, και η ανάμιξή της σε κάθε ενέργεια που οξύνει το κλίμα στα ανάκτορα δυσχεραίνει την υλοποίηση αυτής της επιθυμίας.

Ο Αζάρης πάλι, έχει δικά του σχέδια για τη αυριανή δομή της εξουσίας στην Ανατολή. Σχέδια που σύμφωνα με τις εκμυστηρεύσεις του αποβλέπουν σε έναν ¨αμοιβαία επωφελή¨ συμβιβασμό ανάμεσα στους πέρσες, -αλλά εννοεί κυρίως το επίσημο περσικό ιερατείο- και τον Μακεδόνα.

Οι απόψεις του μου φάνηκαν ενδιαφέρουσες, μια που εξαρτώνται από εντάσεις που δεν δίστασε να μου περιγράψει: φαίνεται  ότι στο χώρο των ιερέων υπάρχει μια διπλή έντονη ρήξη. Αφενός ανάμεσα στο αυτοκρατορικό ιρανικό ιερατείο και το ντόπιο ιερατείο που καθοδηγείται από τους μάγους της Βαβυλώνας και αφετέρου ανάμεσα στους ιερείς της επίσημης θρησκείας και κάποιων ζηλωτών που επιζητούν την κάθαρση της ¨λατρείας του πυρός¨ από τις ¨μαλθακές¨ αυτοκρατορικές αντιλήψεις, την επιστροφή στην αρχική της καθαρότητα και , γιατί όχι, στην αρχική της επιθετικότητα.

Μπορεί, σκέφτομαι, να μην έχω ακόμη κάτι το χειροπιαστό για τους υπεύθυνους της χθεσινής δολοφονικής απόπειρας, αλλά οι πιθανοί ένοχοι ανάμεσα στους ένοικους του παλατιού, μειώθηκαν ήδη κατά δύο. Κάτι είναι κι αυτό για την ώρα.

Μα τον Δία (ποιον άλλο;) δεν βλέπω την ώρα να συζητήσω όλα αυτά με τον Καλλισθένη, του οποίου οι αναλύσεις σχετικά με την σημασία της ¨εξουσίας της πειθούς¨ ακόμη μια φορά επαληθεύονται. Αλλά πρέπει ακόμη να δω τον ντόπιο Σατράπη.

αρχείο λήψης (4)

Φτάνουν οι δίσκοι με τα εδέσματα και ένας αμφορίσκος με αραιωμένο κρασί.

 «Ας ελπίσουμε» λέω στον Νικία ανυψώνοντας με ευχητήριο τρόπο το ποτήρι μου, «ότι από τον Αβουλίτη θα εκμαιεύσουμε πιο συγκεκριμένα πράγματα».

«Είθε!» μου απαντάει.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, κεφάλαιο πέμπτο. Όπου ο Παλαμήδης εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του.

Posted by vnottas στο 23 Νοεμβρίου, 2015

Κεφάλαιο πέμπτο. Κεντρική αγορά των Σούσων: η Πλατεία των Παιγνίων.

Όπου ο Παλαμήδης εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του.

images (7)

Ακούγοντας το όνομα της Θαΐδας ο Παλαμήδης ξαναβάζει το βαλάντιο, που είχε ασυνείδητα ανασύρει καθώς παρακολουθούσε το παιχνίδι των κύβων, στο θυλάκιο κάτω από τον μανδύα του και χαμογελάει.

«Ώστε σας στέλνει η Θαΐδα», λέει φωνάζοντας ώστε να καταφέρει να ακουστεί πάνω από τη βαβούρα του παιχνιδιού. «Τι κάνει αυτή η ψυχή;  Και τι μπορώ να κάνω εγώ γι αυτήν; Μου φαίνεται σαν χτες, κι όμως τώρα που το σκέπτομαι, την τελευταία φορά που την είδα ήμασταν ακόμη στην Αθήνα…

Αλλά, περιμένετε, εδώ έχει πολλή φασαρία. Δε μπορεί να μιλήσει κανείς. Πάμε να καθίσουμε σ’ εκείνο το περιστύλιο, στο βάθος».

Ρίχνει μια περιστροφική ματιά στους τέσσερεις που έχουν μαζευτεί γύρω του. «Μα πόσοι είστε; Είναι και ο παχουλός Πέρσης μαζί σας; Εντάξει, ελάτε όλοι.   Αν δεν μου φέρνετε δυσάρεστα νέα, θα σας κεράσω ένα ποτήρι κρασί».

«Η νεαρή από ‘δω είναι ακόλουθός της Θαΐδας», διευκρινίζει ο Ευρυμέδοντας καθώς προχωρούν προς το περιστύλιο, όπου  κάτω απ’ τον ίσκιο μιας συστάδας φοινικόδεντρων και πάνω σε στενόμακρους πάγκους σερβίρουν ποτά και μεζέδες από ένα παρακείμενο περσικό μαγαζί. «Θα σου εξηγήσει η ίδια περί τίνος πρόκειται».

Κάθονται στα πέτρινα πεζούλια που περιστοιχίζουν τους πάγκους και το Πουλχερίδιον εξηγεί στον απόμαχο τι ακριβώς θέλει η κυρά της απ’ αυτόν. Ύστερα βγάζει από το δισάκι που έχει περασμένο στον ώμο της το μικρό κύλινδρο και του τον δίνει.

«Αυτό είναι όλο;» αναρωτιέται ο Παλαμήδης, παίρνοντας στα χέρια του τον πάπυρο. «Να πεις στην κυρά σου ότι θα εκτελέσω την επιθυμία της μετά χαράς. Και να της μεταφέρεις την αγάπη μου. Πες της ότι η Αθήνα δε θα είναι ίδια χωρίς αυτήν». Ύστερα σηκώνει το χέρι του και ένας αεικίνητος σερβιτόρος εμφανίζεται για να πάρει παραγγελία.

arhaia-ellada-diatrofi

«Εύχομαι οι θεοί να σου χαρίσουν αίσια επιστροφή», λέει ο Ευρυμέδοντας και αφού χύσει μια γουλιά κρασί στο δάπεδο, σηκώνει τον κύλικα ψηλά. Οι άλλοι τον μιμούνται.

«Σας ευχαριστώ» απαντάει ο απόμαχος, υψώνοντας κι αυτός τον κύλικά του με το αριστερό χέρι.

Πίνουν.

«Ποια, άραγε, θα μπορούσε να είναι η ευτυχέστερη στιγμή μιας εκστρατείας παρά η επιστροφή των νικητών στην πατρίδα», παρατηρεί ο Ευρυμέδοντας και νιώθει να τον πλημμυρίζει κάτι σαν απρόβλεπτη συγκίνηση, που ξαφνιάζει και τον ίδιο.

Ο Παλαμήδης τον κοιτάζει προσεκτικότερα.

«Βλέπω ότι δεν είσαι Μακεδόνας, και σίγουρα ούτε Αθηναίος… Σε ποια μονάδα υπηρετείς συμπολεμιστή;»

«Είμαι Θεσσαλός ιππέας από την Φάρσαλο, αλλά μ’ έχουν αποσπάσει στην υπηρεσία των λογογράφων, εννοώ εκείνους που βρίσκονται υπό την ηγεσία του Καλλισθένη του Ολύνθιου και του Ευμένη του Καρδιανού».

Ο απόμαχος κουνάει το κεφάλι του με νόημα. «Οι οποίοι, από ό, τι ξέρουμε όλοι, είναι κάτι παρά πάνω από απλοί καταγραφείς των γεγονότων…».

Ο Ευρυμέδοντας, που έχει ακούσει κι άλλες φορές αυτό το σχόλιο, ειπωμένο άλλοτε με φόβο, άλλοτε με ψόγο, σπάνια με σκωπτική διάθεση, χαμογελάει: «Δεν γίνεται καταγραφή χωρίς πρώτα να συλλεχθούν και να αξιολογηθούν πληροφορίες».

«Έχεις δίκιο» παραδέχεται ο Αθηναίος. «Ούτε πόλεμος. Ούτε καν συντονισμός της εκστρατείας».

αρχείο λήψης (1)

Ο Παλαμήδης μένει για λίγο σιωπηλός κι έπειτα κοιτάζει τον νεαρό Θεσσαλό στα μάτια.

«Κοίτα συμπολεμιστή. Εγώ, καλώς ή κακώς φεύγω. Όχι επειδή το ζήτησα, αλλά επειδή έτσι το θέλησε η ειμαρμένη. Αφού όμως το ‘φεραν οι θεοί πριν φύγω να συναντήσω κάποιον σαν κι εσένα, δηλαδή κάποιον από εκείνους που ανάμεσα στα καθήκοντά τους είναι να ενδιαφέρονται για το τι γίνεται στη βάση του στρατεύματος, για το τι λένε και τι σκέπτονται οι οπλίτες, λέω να σου πω μερικές κουβέντες, κι εσύ καν’ τες ό, τι θέλεις.

Αν θες, κράτα τες για τον εαυτό σου∙ είσαι νέος και μπορεί να σε βοηθήσουν να καταλάβεις καλύτερα τι τρέχει γύρω μας αυτήν τη μπερδεμένη και πυκνή σε γεγονότα εποχή, ή αν θες πάλι ανάφερέ τες στους ανώτερούς σου∙ κανονικά, κι αν δεν έχω εκτιμήσει λάθος τη δουλειά που κάνουν, θα πρέπει, όσα σου πω, να τους ενδιαφέρουν.

Σου μιλάει ένας Αθηναίος πολίτης, από εκείνους που, όταν καλούνται να συναποφασίσουν στην εκκλησία του Δήμου για σημαντικά ζητήματα, θέλουν να γνωρίζουν όσο γίνεται  περισσότερα για τα επίμαχα θέματα. Ένας από εκείνους που εκτιμούν  τις πληροφορίες, και περισσότερο εκείνες που με την κατάλληλη επεξεργασία καταλήγουν σε πολύτιμες γνώσεις».

Ο Ευρυμέδοντας κοιτάζει κι αυτός παρατηρητικά τον απόμαχο.  Προς στιγμήν αναρωτιέται αν τον περιμένει μια ακόμη φλυαρία από εκείνες που συνηθίζουν οι ηλικιωμένοι, αυτοί τέλος πάντων που εγκαταλείπουν την ενεργό δράση, ή εάν αυτός ο συμπαθής ψηλός γκριζομάλλης έχει να του πει κάτι το ενδιαφέρον. Αποφασίζει ότι  ακόμη κι αν ισχύει η πρώτη εκδοχή, είναι ορθό να δείξει τον πρέποντα σεβασμό προς τον τραυματισμένο πολεμιστή. Έπειτα, δεν έχει κανείς κάθε μέρα την ευκαιρία να ακούσει την περίφημη αττική διάλεκτο όπως την μιλάει ένας γνήσιος Αθηναίος.

Ο Θεσσαλός ρίχνει μια ματιά και στους άλλους: Ο Οινοκράτης, πλάι του, δείχνει να ενδιαφέρεται για τη συζήτηση, ενώ στην άλλη του πλευρά το  Πουλχερίδιον έχει κουρνιάσει κάτω από τη στρατιωτική του χλαμύδα, μια που το λεπτό της φόρεμα δεν αρκεί για να την προφυλάξει από την πρωινή ψύχρα. Ο Χοντρόης περιφέρει (κυκλικά) το ανήσυχο βλέμμα του στον δρόμο, έξω από το περιστύλιο.

«Σε ακούω συμπολεμιστή», λέει ο Ευρυμέδων.

zari

«Είμαστε σε αυτή την εκστρατεία εδώ και τέσσερα χρόνια. Νικάμε. Και όχι τον οποιοδήποτε δικό μας, ή κάποια από τις άγριες συνοριακές φυλές του βορρά, αλλά την μεγάλη Περσική Αυτοκρατορία. Οι μισθοί των στρατιωτών φτάνουν πλέον χωρίς καθυστερήσεις. Κι εμείς οι τραυματισμένοι και οι απόμαχοι επιστρέφουμε με τιμές στην Ελλάδα.

Πράγματι έτσι είναι και γι αυτό θα είχες ίσως δίκιο να μου πεις: τι θέλεις Παλαμήδη και γκρινιάζεις; Τι έχεις δει που δεν πάει καλά; Τι βλέπεις εσύ που οι αρχηγοί δεν βλέπουν;

Τι βλέπω… Ας αρχίσουμε από αυτό που μπορείς να δεις και εσύ Θεσσαλέ. Κοίτα εκεί έξω. Τους βλέπεις τους πάγκους με τα παιχνίδια; Εγώ τους γνωρίζω καλά. Δεν πρόκειται, όπως μοιάζει, για τη δίκαια αναψυχή των πολεμιστών που μετά τις πολεμικές συγκρούσεις στριμώχνονται και εκτονώνονται γύρω από τα ζάρια∙ πρόκειται για την αναπάντεχη, οργανωμένη και κρυφή ήττα τους! Ξέρω τι σου λέω.

Στην αρχή, καταφτάνουν γύρω από αυτά τα τραπέζια άμαθοι. Νομίζουν ότι αφού οι θεοί τους γλίτωσαν από τους κινδύνους της μάχης, είναι πλέον άτρωτοι σε οποιαδήποτε διακινδύνευση. Όμως, μετά από μικρό χρονικό διάστημα, έχουν πια εθιστεί στον  τζόγο.

Τι κι αν το ξέρουν πως πρόκειται για απάτη. Τι κι αν ξέρουν ότι εκτός από τους επιτήδειους που στήνουν τα παιχνίδια, είτε τους δικούς μας είτε τους ντόπιους, δεν κερδίζει κανένας άλλος. Παίζουν και χάνουν. Αυτοί, που η Ιστορία θα καταχωρήσει ως τους κατ’ εξοχήν νικητές! Χάνουν κανονικά. Συστηματικά.

Δεν ξέρω αν παίζεις Θεσσαλέ, αλλά σίγουρα θα έχεις ακουστά για εκείνους, είναι πια πολλοί, που έχασαν περιουσίες ολόκληρες σ’ ένα ανόητο στοίχημα.

Και τι έγινε, θα μου πεις. Ας χάσουν και κανένα μισθό. Παθήματα, μαθήματα. Αυτοί δε θα ζήσουν όπως εμείς στις περίκλειστες αυτόνομες πόλεις μας, όπου όλοι εποπτεύουν και προστατεύουν όλους και κυρίως τους νέους. Αυτοί εδώ θα ζήσουν στη νέα μεγάλη ενιαία αυτοκρατορία. Πρέπει να μάθουν να αυτόπροστατεύονται.

Ίσως θα έπρεπε να είναι έτσι. Όμως δεν είναι. Η απομύζηση των οπλιτών δεν γίνεται μόνο με τα τυχερά παιχνίδια. Έχει κι άλλα σαγόνια.

Για κοίτα εκεί παρακάτω, όχι δε λέω για τους μπερντέδες των πορνείων, κοίταξε εκείνα τα πολυτελή τραπέζια πού ‘ναι στημένα στην άκρη του δρόμου, μπροστά από τα μαγαζιά και τις αποθήκες των ντόπιων -οι οποίες, αν πλησιάσεις, θα διαπιστώσεις ότι είναι γεμάτες με λάφυρα πολέμου.

Romanreliefbank

Σε τούτη τη γωνιά της Αγοράς είναι μαζεμένα τα περισσότερα τραπέζια. Πρόσεξε τους τραπεζίτες τους. Δεν είναι μόνον οι γνωστοί συνακολουθούντες, οι νομισμανταλλάκτες και οι αργυραμοιβοί.   Τα διακρίνεις τα σαρίκια και τις πολύχρωμες στολές των ντόπιων τοκογλύφων; Τους βλέπεις, με τους γραφείς και τους δραγουμάνους από κοντά, να διαλαλούν το εμπόρευμά τους; το Χρήμα! Βλέπεις τους δούλους που από τους κουβάδες με την νωπή άργιλο φτιάχνουν τα πλακίδια όπου θα καταγραφούν οι όροι των συναλλαγών;  Το ξέρεις ότι οι περισσότεροι είναι Βαβυλώνιοι που ισχυρίζονται ότι έχουν ειδική άδεια, μετά από την αναίμακτη παράδοση της πόλης τους, να δανείζουν έντοκα τους οπλίτες μας και να αγοράζουν τα λάφυρα;

Μα ναι, τα ξέρεις όλα αυτά. Κυκλοφορείς στη πόλη και τα βλέπεις. Εκείνο που ίσως δε ξέρεις είναι πόσοι από τους στρατιώτες μας είναι ήδη καταχρεωμένοι.

Χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιήσουν, έχουν διανύσει έναν  πλήρη κύκλο από αίμα και χρήμα, χωρίς τελικά να αποκομίσουν παρά χρέη. Μάχες, νίκες, λάφυρα που έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να αποθηκευτούν και  που ανταλλάσσονται με νομίσματα. Χρήματα και τιμαλφή, κερδισμένα χάρη στα ξίφη που όμως θα διασπαθιστούν για να δημιουργηθούν τελικά νέα χρέη.

Όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον ανεξέλεγκτο ή πιθανότατα, λέω εγώ, ελεγμένο από δυσδιάκριτους παράγοντες, που η ηγεσία πρέπει να βρει και να εξουδετερώσει. Έγκαιρα. Εάν Θεσσαλέ, δεν πάρετε μέτρα, σε λίγο καιρό τα προβλήματα που σωρεύονται στο στράτευμα θα οδηγήσουν σε εκτροπές που δε θα μπορείτε πια να ελέγξετε».greekvases-2-640

Καθώς ο Παλαμήδης εκφράζει τις ανησυχίες του για την πορεία της εκστρατείας και ενώ ο νεαρός Ευρυμέδοντας, ο Οινοκράτης, ακόμη και το Πουλχερίδιον, τον παρακολουθούν τώρα με ενδιαφέρον, ο μόνος που μοιάζει να είναι αλλού είναι ο Χοντρόης.  Ο Πέρσης έχει προσηλώσει το βλέμμα του στο βάθος, απέναντι από το περιστύλιο, όπου σε μια πρόχειρα περιφραγμένη αυτοσχέδια αρένα, ετοιμάζεται η διεξαγωγή ενός αγώνα ταχύτητας με πρωταγωνιστές, αν κρίνει κανείς από τις υλακές που φτάνουν ως εδώ, σκύλους-δρομείς.

Δεν είναι η κυνοδρομία που έχει τραβήξει τη προσοχή του Χοντρόη -αυτό το παιχνίδι είναι γνωστό στα Σούσα και δεν εντυπωσιάζει κανένα- αλλά κάποιοι από τους  επισκέπτες που καταφτάνουν για να παρακολουθήσουν τον αγώνα και να στοιχηματίσουν.

Ο Πέρσης περιστρέφει τώρα το στρογγυλό του κεφάλι προς τον Οινοκράτη και προσπαθεί να του κάνει διακριτικά νόημα, αλλά εκείνος είναι προσηλωμένος στην αγόρευση του Παλαμήδη και δεν παίρνει χαμπάρι, έτσι ο Χοντρόης τον τραβάει απ’ το ιμάτιο, και όταν εκείνος σκύβει του λέει.

«Παπαρατήρησε έναντι, Οίνον-Εκράτη. Ανεφάνη Χωλός μετά των αυτού συνοδών».

«Τι λες Χοντρόη; Τι θέλεις τώρα πάλι…» αρχίζει να διαμαρτύρεται ο Οινοκράτης, αλλά μετά διαπιστώνει περί τίνος πρόκειται:   Στο βάθος, ανάμεσα στους κυνόφιλους τζογαδόρους έχει εμφανιστεί η χαρακτηριστική φιγούρα του Άρπαλου καθώς και των σωματοφυλάκων του, του μετρίως γιγαντιαίου Κάνθαρου και του ακουστικώς προικισμένου Σωσίβιου.

Ο Οινοκράτης καταπίνει βιαστικά το υπόλοιπο κρασί του, ζητά ευγενικά την άδεια να εγκαταλείψει την συντροφιά προκειμένου να ασχοληθεί με τις δουλειές της ημέρας και, τραβώντας τον Χοντρόη από το μανίκι, εξαφανίζεται μέσα στο πολύχρωμο πλήθος που έχει γεμίσει το πλάτωμα μπροστά από το περιστύλιο.

αρχείο λήψης (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος Γ΄κεφάλαιο τρίτο και τέταρτο. Στο ναό του Μαρδούκ – Σισύγαμβρις

Posted by vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2015

Μέρος Γ Κεφάλαιο τρίτο.

Πρωί. Στο ναό του Μαρδούκ, στα Σούσα

 

images (1)

Ο Άρπαλος σηκώνει το κεφάλι και περιεργάζεται τις τρομακτικές φιγούρες που μοιάζουν να κρέμονται από την οροφή και να τον απειλούν: Δαιμόνισσες και  δαίμονες σκαλισμένοι σε σκούρες σκληρές πέτρες, με πρόσωπα εξωτικά, σώματα παραμορφωμένα και μέλη δανεισμένα από οξύνυχα αιμοβόρα ζώα. Μετά, κατεβάζει το βλέμμα πιο χαμηλά, όπου κυκλοφορούν μεταλλικοί δράκοι με κέρατα και φολιδωτά κορμιά, Εδώ κι εκεί είναι τοποθετημένα σκυθρωπά αγάλματα θεοτήτων και στο κέντρο κυριαρχεί ένας ογκωδέστερος εξανθρωπισμένος γενειοφόρος Θεός, όμοιος με έναν άλλο, φτερωτό, που απεικονίζεται στο βάθος, σε ένα μεγάλο επιτοιχισμένο ανάγλυφο. Μια βαριά δυσάρεστη μυρωδιά αιωρείται στη σκοτεινή αίθουσα μαζί με τις αναθυμιάσεις των λιγοστών αναμμένων κεριών. «Δε διάλεξα το καλύτερο μέρος για να φιλοξενηθώ», σκέφτεται ο Μακεδόνας.

Ο τέως γενικός θησαυροφύλακας και τέως φυγάς βρίσκεται σ’ ένα κτιριακό συγκρότημα που ανήκει στους ιερείς του θεού Μαρδούκ, του αρχαίου αλλά ακόμη ισχυρού πολιούχου θεού της Βαβυλώνας. Η ισχύς του Μαρδούκ επαληθεύεται και από το ότι, παρά τη φανερή δυσαρέσκεια, τόσο του παλιού ορθόδοξου ιερατείου του Πέρση θεού Αχούρα Μάσδα, όσο και των οπαδών του ανακαινιστή Ζωροάστρη, διαθέτει ακόμη ναούς και σε κάποιες άλλες μεγάλες πόλεις, πλην της Βαβυλώνας, κυρίως στα Νότια και τα Δυτικά της Περσικής Αυτοκρατορίας. Όπως αυτός εδώ, που λειτουργεί στα Σούσα, όχι μόνο ως σημείο αναφοράς για τους πιστούς της παλιάς μεσοποτάμιας θρησκείας, αλλά και σαν βάση εξόρμησης και τραπεζιτικό παράρτημα για τους Βαβυλώνιους που εμπορεύονται στην Σουσιανή επαρχία.   

tiamar

Η αλήθεια είναι ότι ο Μαρδούκ, όπως άλλωστε και ο φοινικικής προέλευσης Βάαλ και άλλοι ελάσσονες θεοί που λατρεύονται από τους ¨Μάγους[1]¨ του βαβυλωνιακού ιερατείου, πάει καιρός που δεν τα πάνε και τόσο καλά με την Ιρανική διοίκηση. Όχι μόνο γιατί αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό των Ζωροαστρών, αλλά και γιατί η δυναστεία των Αχαιμενιδών έχει αρχίσει, ήδη από την εποχή του Ξέρξη, να βάζει χέρι στους θησαυρούς των πλούσιων ναών, μειώνοντας τα αποθεματικά και το κύρος των παλιών Μεσοποτάμιων θεών. Όπως είναι επίσης αλήθεια -σκέφτεται ο Άρπαλος- ότι τώρα τελευταία προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις νέες ισορροπίες που δημιούργησε η προέλαση των Ελλήνων, για να επανακτήσουν ισχύ και κέρδη.

Ο Άρπαλος έχει φροντίσει να πληροφορηθεί για τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της αναίμακτης παράδοσης της Βαβυλώνας. Ξέρει για τις υποσχέσεις των Βαβυλωνίων ¨Μάγων¨ προς τους Μακεδόνες, χάρη στις οποίες ο Αλέξανδρος έχει επιτρέψει την εκ νέου οικοδόμηση των καταστραμμένων ναών και την επαναλειτουργία πολλών άλλων που οι Πέρσες είχαν σφραγίσει εδώ και δεκαετίες. Ξέρει επίσης ότι οι ¨Μάγοι¨ κάθε άλλο παρά έχουν αποσυρθεί οικειοθελώς από τα παιγνίδια του πλούτου και της εξουσίας μόνο και μόνο επειδή ο Δαρείος χάνει, προς το παρόν, ορισμένες μάχες απ’ το παιδαρέλι από το βόρειο Γιουνάν.

Έτσι ο Άρπαλος δεν εξεπλάγη ιδιαίτερα που ο Ανάξαρχος, στο επείγον μήνυμα που του έστειλε με προσωπικό αγγελιοφόρο από την Περσέπολη,  τον συμβούλευσε να διανυκτερεύσει, κατά την παραμονή του στην Πόλη των Κρίνων, στο κτίσμα των βαβυλωνίων ιερέων. Ο Άρπαλος ακολούθησε τη συμβουλή, αν και η βαριά, σκοτεινή ατμόσφαιρα των διαμερισμάτων όπου διανυκτέρευσε και του πρώτου από τους πολλούς ορόφους του ναού όπου τον ξεναγεί τώρα ένας σκυφτός ξερακιανός ιερέας, τον ψυχοπλακώνει και τον δυσαρεστεί.

1411302621_112445_1411321976_noticia_grande

Ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης, επαγγελματίας σοφιστής και επίδοξο μέλος των στενών αυλικών κύκλων, στο μήνυμά του, αφού πρώτα χαιρέτιζε θερμά την επιστροφή του Άρπαλου πίσω στην προελαύνουσα εκστρατεία, αφού  αφιέρωνε αρκετές αράδες εξυμνώντας τις αρετές του γιου του Μαχάτα, (τις οποίες εννοείται ότι ο ίδιος  είχε αμέσως αντιληφθεί, αν και προφανώς είχαν παρεξηγηθεί από τους άλλους) και αφού έκανε ορισμένες νύξεις σχετικά με το θετικό ρόλο που προσωπικά έπαιξε στην απόφαση του Αλέξανδρου να συγχωρήσει τον παιδικό του φίλο, του ζητούσε να συναντηθούν ¨για να αντιμετωπίσουν από κοινού και προς αμοιβαίο όφελος τις ευκαιρίες και τα προβλήματα που καθημερινά παρουσιάζονται¨.  Ευκαιρίες και προβλήματα που έχουν πάρει πλέον επείγοντα χαρακτήρα και που απαιτούν άμεση συσπείρωση των ¨εχεφρόνων¨ Εκείνο που τώρα χρειάζεται είναι μια άμεση παρέμβαση, δεδομένου ότι η εκστρατεία έχει φτάσει πλέον σε κρίσιμη φάση.

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πρόταση που θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν -έγραφε χωρίς να διευκρινίζει περισσότερα. Υπογράμμιζε όμως ότι οι αποφάσεις που θα παρθούν τώρα, θα επηρεάσουν την μελλοντική διαμόρφωση της οικουμένης (- αυτό ήταν ένα επιχείρημα που ο Άρπαλος έχει βαρεθεί να ακούει και, εδώ που τα λέμε, τον ενδιαφέρει ελάχιστα).

Εφόσον ο ίδιος βρισκόταν στην Περσέπολη και ο Άρπαλος στην Βαβυλώνα, ο Ανάξαρχος πρότεινε να μοιραστούν την απόσταση και να συναντηθούν στην -ενδιάμεση- πόλη των Σούσων. Εάν δε ο Άρπαλος δεν έχει αντίρρηση, θα μπορούσε να οργανωθεί στα Σούσα μια άτυπη και, φυσικά, άκρως μυστική σύσκεψη που θα συμπεριλαμβάνει και άλλους παράγοντες που συμμερίζονται τις ανησυχίες για την κρισιμότητα της στιγμής.

Ο Άρπαλος απάντησε με τον ίδιο αγγελιοφόρο ότι δεν είχε αντίρρηση, και ότι θα βρισκόταν στα Σούσα την προτεινόμενη ημερομηνία.

foin

Τελικά ο επιστρέψας τέως φυγάς και ο ξερακιανός ιερέας βγαίνουν από τον ναό περνώντας μια αψιδωτή πλευρική πύλη, κατεβαίνουν την εξωτερική σκάλα και βρίσκονται σε ένα αίθριο που το λούζει ο πρωινός ήλιος. Κάπου κοντά πρέπει να ρέει ο ποταμός Χοάσπης, όχι τόσο ορμητικά ώστε να εμποδίζει τα πλεούμενα να τον ανεβαίνουν μεταφέροντας εμπορεύματα από την πεδιάδα και την ακτή, άλλα ούτε και τόσο ήρεμα ώστε να μην ακούγεται  ως εδώ η υποβλητική βουή των νερών που ρέουν. Στον υπαίθριο αυτόν χώρο βλέπουν επίσης οι αποθήκες και οι στάβλοι του συγκροτήματος. Ο Κάνθαρος και ο Σωσίβιος περιμένουν εκεί έξω τον Άρπαλο.

Ο Μακεδόνας, βγαίνοντας, παίρνει μια βαθιά  ανάσα ανακούφισης και ρωτάει τον σκυφτό συνοδό του αν υπάρχει κίνδυνος η επικείμενη συγκέντρωση των επιφανών καλεσμένων να τραβήξει την προσοχή των αρχών και των περιπόλων που ελέγχουν την κατεχόμενη πόλη. Εκείνος του απαντά ότι οι αποψινοί επισκέπτες έχουν οδηγίες να καταφτάσουν διακριτικά, χωρίς τα εμβλήματα της όποιας εξουσίας τους και να αναμειχτούν με τους προσκυνητές που προβλέπεται ότι θα έρθουν απόψε στο τέμενος κατά εκατοντάδες, από ολόκληρη τη Σουσιανή, για να συμμετάσχουν σε μια μεγάλη και σημαντική τελετή: την επέτειο της νίκης του Μαρδούκ κατά του Χάους. 

Ο Άρπαλος έχει ακόμη μία ερώτηση: πότε ακριβώς θα καταφτάσουν οι άλλοι συμμετέχοντες στην ¨συνάντηση¨. Ο ξερακιανός ιερέας του απαντά ότι ο ναός έχει ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος να φιλοξενήσει τη σύσκεψη των ¨ανώνυμων¨ μεν, πλην όμως επιφανών παραγόντων, την ίδια εκείνη μέρα, με τη δύση του ήλιου.  

Ο Άρπαλος στρέφεται προς του δύο συνοδούς του: «Παίδες, φέρτε τα άλογα∙ έχουμε χρόνο για μια βόλτα στα αξιοθέατα των Σούσων».

priests-of-fish-god

[1] Η αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας συνάντησαν πολλούς ¨Μάγους¨. Η ρίζα της λέξης είναι περσική (ακριβέστερα Μηδική) και αναφέρεται αρχικά σε μια από τις φυλές των Μήδων, η οποία ασκούσε ιερατικά καθήκοντα και εξακολούθησε να τα ασκεί και μετά την επικράτηση των Περσών. Πάντως η λέξη  ¨Μάγοι¨ χρησιμοποιείται συχνά από τους αρχαίους ιστορικούς για να κατονομαστεί το ιερατείο της Βαβυλώνας ή και, γενικότερα, οι Χαλδαίοι της Μεσοποταμίας.  

***

Μέρος Γ Κεφάλαιο τέταρτο.

Όπου ο Εύελπις συναντά την Συσίγαμβρη

upl555d7dd0691af

Οι διάδρομοι μέσα σ’ αυτό το τεράστιο κτίριο είναι κυριολεκτικά ατελείωτοι και λαβυρινθώδεις. Τουλάχιστον για μένα, που δεν συχνάζω σε αυτή την πτέρυγα των ανακτόρων. Ο Νικίας πλάι μου, δείχνει πιο άνετος∙ είναι που συμμετέχει στις παραδόσεις μαθημάτων ελληνικής γλώσσας προς τα μέλη της βασιλικής οικογένειας και κυκλοφορεί σε αυτήν τη διαδρομή καθημερινά. Καθώς προχωρούμε ο λόγιος με ενημερώνει για την συμπεριφορά των υψηλών μαθητών του τις τελευταίες μέρες. Δεν φαίνεται να έχει προκύψει κάτι το ιδιαίτερα αξιοσημείωτο.

Μας συνοδεύουν δύο Μακεδόνες φρουροί οι οποίοι, όταν επιτέλους φτάνουμε στην δίφυλλη πόρτα των διαμερισμάτων της βασιλομήτορος, την ανοίγουν αλλά δεν την προσπερνούν, παρά παίρνουν θέση εκατέρωθεν για να μας περιμένουν. Στην πόρτα εμφανίζεται ένας Πέρσης που αναλαμβάνει να εκφωνήσει την άφιξή μας.

Η Σισύγαμβρη δεν παύει να με εντυπωσιάζει. Σήμερα είναι καθισμένη σε μια πολυτελή πολυθρόνα, σε ένα υπερυψωμένο τμήμα του δαπέδου στο κέντρο της αίθουσας.  Φοράει έναν μαύρο χιτώνα και από πάνω έναν λευκό φαρδύ μανδύα διακοσμημένο με χρωματιστές ταινίες και πολύτιμες πέτρες. Πάνω στην περίτεχνη κόμμωσή της είναι στερεωμένη (ελαφρώς γυρτά προς τα πίσω, γιατί όρθια επιτρέπεται  να την φοράει μόνον ο Πέρσης αυτοκράτορας αυτοπροσώπως) η τιάρα, αυτή η μη πολεμική περικεφαλαία που τόσο αρέσει στους ντόπιους άρχοντες.

Άντε να της πάρεις τον αέρα, σκαρφαλωμένη όπως είναι εκεί πάνω, σκέφτομαι, καθώς γέρνω ελαφρά το κεφάλι και ανυψώνω σε χαιρετισμό το δεξί μου χέρι. Ευτυχώς η Σισύγαμβρη σηκώνεται και κατεβαίνει από την εξέδρα, χωρίς όμως να μας πλησιάσει ιδιαίτερα. Έχω ακόμα μια φορά την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι, ακόμη και εάν δε φορούσε αυτό το πανύψηλο καπέλο, δε θα έπαυε να είναι μία ψηλόκορμη ωραία γυναίκα κάποιας απροσδιόριστης ηλικίας. Εστιάζω στο βλέμμα της: είναι ερωτηματικό ή μήπως κάπως περιπαικτικό;

«Πες της», λέω στον Νικία, «ότι δε θα την ενοχλούσαμε χωρίς να την έχουμε ειδοποιήσει πολύ πιο έγκαιρα, εάν δεν προέκυπταν απρόβλεπτα γεγονότα, σχετικά με τα οποία, πες της, υποθέτω ότι θα έχει ήδη πληροφορηθεί».

Ο Νικίας μεταφράζει και η Σισύγαμβρη συνοφρυώνεται προσπαθώντας, φαντάζομαι, να καταλάβει  το ακριβές νόημα αυτής της σειράς δυσπρόφερτων ήχων που παράγει ο διερμηνέας.   Μετά κουνάει το κεφάλι της με έναν τρόπο που, αν αποκωδικοποιώ σωστά, σημαίνει ότι δεν ξέρει ή εν πάση περιπτώσει ότι δεν ξέρει με σιγουριά τι ακριβώς έχει συμβεί.

«Πες της ότι ο Καλλισθένης έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας μέσα στον ευρύτερο χώρο των ανακτόρων και ότι διεξάγεται έρευνα για να εντοπιστεί η ταυτότητα και τα κίνητρα εκείνων που οργάνωσαν την επίθεση. Πες της ότι την παρακαλώ να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις που θα μας διευκολύνουν να βρούμε τους ενόχους και να αποφύγουμε τη λήψη δυσάρεστων έκτακτων μέτρων γενικότερης κλίμακας».

Ο Νικίας αποδίδει στα περσικά τα λόγια μου και η Ιρανή αυτή την φορά απαντά. Η άκαμπτη αταραξία της έχει τώρα κάπως υποχωρήσει και στη θέση της διακρίνω μια πιο ανθρώπινη αντίδραση∙ θέλει να μάθει σε τι κατάσταση βρίσκεται ο Καλλισθένης. Την καθησυχάζω.

Γίνεται κάπως πιο ομιλητική. Μου λέει ότι όντως κυκλοφόρησε ανάμεσα στο ιρανικό προσωπικό η φήμη ότι κάτι συνέβη στο θησαυροφυλάκιο και ότι από χτες το μεσημέρι υπήρξε ασυνήθιστη παρουσία ελλήνων αξιωματούχων στα ανάκτορα, αλλά ότι μόλις τώρα μαθαίνει για τον τραυματισμό του Καλλισθένη. Ρωτάει αν θα επιθυμούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον προσωπικό της γιατρό.

Της απαντώ ότι προς το παρόν δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο και την ευχαριστώ εκ μέρους της ελληνικής διοίκησης για το ενδιαφέρον της. Ύστερα την ρωτάω αν γνωρίζει την ύπαρξη μυστικών διαδρόμων που να οδηγούν στο θησαυροφυλάκιο ξεκινώντας από άλλα σημεία των ανακτόρων.

Μένει για λίγο σκεπτική και μετά μου λέει ότι τα περσικά ανάκτορα των Σούσων έχουν οικοδομηθεί από τον Μεγάλο Βασιλέα Δαρείο τον πρώτο, δυο εκατοντάδες χρόνια πριν και ότι έχουν επίσης προστεθεί κατασκευές  από άλλους Αχαιμενίδες βασιλείς.  Δεν αποκλείει στα αρχεία να υπάρχουν ακόμη τα σχετικά σχεδιαγράμματα. Όμως για ¨μυστικούς υπόγειους διαδρόμους¨ τα μόνα που έχει ακούσει βρίσκονται  στους περιπετειώδεις διασκεδαστικούς μύθους που διηγούνται οι επαγγελματίες παραμυθάδες στις γιορτές. Αν τους πιστέψει κανείς, υπάρχει ολόκληρο δίκτυο από διαδρόμους στο υπέδαφος της Ακρόπολης.  Η ίδια όμως δεν έχει επισκεφτεί ποτέ κανέναν και έτσι δεν μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια στην ερώτησή μου.

Λέω στον Νικία να την ρωτήσει ευθέως αν θεωρεί ότι ανάμεσα στους Πέρσες που ακόμη διαμένουν στα ανάκτορα, είτε ως ¨υποχρεωτικά¨ φιλοξενούμενοι, είτε επειδή διατήρησαν τις θέσεις τους χάρη στη γενναιοδωρία του Αλέξανδρου, όπως ο Σατράπης Αβουλίτης, υπάρχουν κάποιοι που θα μπορούσαν να έχουν οργανώσει ή απλώς βοηθήσει στην εκτέλεση αυτής της επίθεσης.

Η Σισύγαμβρη μένει σιωπηλή, δείχνοντας ότι η συνεργασιμότητά της έφτασε στα όρια της.

Εντάξει, δεν περίμενα να απαντήσει. Είναι γνωστό ότι επιθυμεί τον συμβιβασμό ανάμεσα στον γιο της και τον Αλέξανδρο, αλλά δε παύει να είναι μια περσίδα βασίλισσα.

Εγώ οφείλω να επιμείνω. «Ρώτησέ την τώρα Νικία αν, κατά τη γνώμη της, υπάρχει κάτι ανάμεσα στα αποθηκευμένα λάφυρα που θα ενδιέφερε τους ιρανούς που αντιστέκονται στην ελληνική επέκταση, έτσι ώστε να οργανώσουν μια επιχείρηση ανάκτησής του. Κάποιο σύμβολο, κάποιο κειμήλιο. Κάτι που ενδεχομένως θα τους ενίσχυε το ηθικό και θα τους συσπείρωνε».

Η Σισύγαμβρη παίρνει πάλι το υπεροπτικό της ύφος. «Οι Πέρσες και οι λαοί που τους ακολουθούν, όσο ζει ο Μεγάλος Βασιλέας, δεν έχουν ανάγκη από σύμβολα για να συσπειρωθούν. Αρκούν τα κελεύσματα και τα εμβλήματα του μονάρχη τους», απαντά.

«Ρώτα την αν είναι το ίδιο σίγουρη ότι δεν υπάρχουν ευγενείς που θα επιθυμούσαν να πάρουν τη θέση του Δαρείου, ίσως επειδή τον θεωρούν εξαιρετικά συμβιβαστικό, και ότι αυτοί δεν θα ήταν ικανοί να πάρουν πρωτοβουλίες, ώστε να δείξουν ότι μπορούν να τα βάλουν με τους Έλληνες».

Εκείνη μένει και πάλι σιωπηλή για λίγο.

«Αυτό δεν το αποκλείω» λέει τελικά και η φωνή της φτάνει στ’ αφτιά μου λιγότερο  σίγουρη.

«Πες της ότι θα είμαι στη διάθεση της, αν θελήσει να μου πει κάτι περισσότερο» λέω στον Νικία. «Και», συνεχίζω με χαμηλότερη φωνή, «μετά αποχαιρέτισέ την. Δεν νομίζω ότι θα εκμαιεύσουμε τίποτα άλλο εδώ. Πάμε να δούμε τον Αβουλίτη, ή μάλλον όχι, αυτόν ας τον αφήσουμε λίγο να περιμένει, πάμε στον Αζάρη».

h garden 2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο δεύτερο Ο Παλαμήδης

Posted by vnottas στο 1 Νοεμβρίου, 2015

ancient greek games1

Κεφάλαιο δεύτερο. Όπου το Πουλχερίδιον και οι συνοδοί του αναζητούν τον Παλαμήδη τον Αθηναίο

Ο Εύελπις έχει ήδη αναχωρήσει για την Ακρόπολη και έτσι τώρα, σύμφωνα με τις εντολές του, ο Οινοκράτης μπορεί να περιποιηθεί το ζευγάρι των προσωρινών φιλοξενούμενων. Τους γνωρίζει, άλλωστε, και τους δύο.

Τον Θεσσαλό, που είναι ένα από τα στρατιωτικά μέλη  της ομάδας του Καλλισθένη, τον ξέρει καλλίτερα, αλλά και η νεαρή προστατευόμενη της Θαΐδας δεν του προκύπτει εντελώς άγνωστη: το οξυδερκές (και κοφτερό) μάτι του την έχει εντοπίσει ήδη παλιότερα, αν και μέχρι σήμερα δεν είχε την ευκαιρία να τη γνωρίσει από κοντά.

 Ετοίμασε λοιπόν, με τη βοήθεια του Χοντρόη, ένα γενναιόδωρο πρωινό, το οποίο τώρα σερβίρει στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι της αίθουσας του μαγειρείου.

«Αν η κυρά μου μάθαινε ότι είμαι εδώ από χτες και δε παράδωσα ακόμη το γράμμα της στον Παλαμήδη τον Αθηναίο, θα με σκότωνε!» δηλώνει το Πουλχερίδιον μ’ ένα  ύφος κάπου ανάμεσα στο τρομαγμένο και το ναζιάρικο, ενώ ταυτόχρονα βουτάει ψωμί στο αχνιστό ζωμό του πινακίου της.

«Ναι, αλλά αν κατάλαβα καλά, αυτό το γράμμα δεν απευθύνεται στον Παλαμήδη τον ίδιο, πρόκειται για μια επιστολή που ο απόστρατος θα μεταφέρει στην Αθήνα, έτσι δε μου ‘πες;» παρατηρεί ο Ευρυμέδοντας.

«Ναι. Είναι μια γραφή που η κυρά μου στέλνει στη φίλη της την κυρά Φρύνη, την Ωραία των Αθηνών∙ είμαι σίγουρη ότι θα την έχεις ακουστά».

Ο Οινοκράτης εκείνη τη στιγμή ακουμπάει στο τραπέζι, ακριβώς μπροστά στο Πουλχερίδιον, με επιδεικτική κίνηση και έκδηλη περηφάνια, ένα σπάνιο έδεσμα: μαύρες ελιές Πελοποννήσου ξιδάτες!

Ο Ευρυμέδοντας του κλείνει το μάτι. «Κάτι ξέρουμε κι εμείς οι καμπίσιοι, απ’ αυτά που γίνονται στα μεγάλα άστεα… Και για τις ωραίες γυναίκες που βασιλεύουν εκεί. Εξ άλλου η Φρύνη είναι πιο διάσημη ακόμη κι απ’ αυτές  εδώ τις ελιές», λέει χαμογελώντας. Ύστερα παίρνει μια ζουμερή ξιδάτη και την δοκιμάζει. «Από τις Καλάμες των Φηρών[1]! Που τις βρήκες αθεόφοβε Οινοκράτη;»

Κι επειδή ο Σικελός το παίζει μυστηριώδης και αντί να απαντήσει ανασηκώνει τους ώμους, ο Ευρυμέδοντας στρέφεται πάλι στη νεαρή:

«Μην ανησυχείς Πουλχερία που δεν καταφέραμε να παραδώσουμε χτες κι αυτή την επιστολή, ο Παλαμήδης δεν πρόκειται να φύγει σύντομα. Στο είπα ήδη: Για να αναχωρήσουν οι απόμαχοι πρέπει πρώτα να καλυτερέψει ο καιρός, έπειτα οι οιωνοσκόποι να αποφανθούν επισήμως ότι  έφτασε η κατάλληλη μέρα και, επί πλέον, πρέπει να προηγηθούν όλες οι απαραίτητες τελετές.  Επομένως το γράμμα δε πρόκειται να καθυστερήσει εξ αιτίας σου».

«Όμως σήμερα θα πάμε, να ξεμπερδεύουμε με την επιστολή, έτσι δεν είναι Ευρυμεδοντάκη μου;»

«Τι μανία με αυτά τα υποκοριστικά, Πουλχερία; Δε μπορείς να με λες Ευρυμέδοντα όπως όλος ο κόσμος; Τι κακό έχει το όνομά μου;  Μου το δώσανε σε ανάμνηση της νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών στον ποταμό Ευρυμέδοντα[2] καμιά εκατοστή και βάλε χρόνια πριν. Οι  θεσσαλικές πόλεις δεν συμμετείχαν επισήμως σ’ εκείνη την εκστρατεία, αλλά κάποιοι πρόγονοί μου ήταν εκεί. Σημαίνει μέδω, εκτείνομαι, ενδιαφέρομαι, κυριαρχώ ευρέως. Δε σ’ αρέσει;  

«Ω, είναι υπέροχο γλυκέ μου. Μόνο να, πώς να στο πω, είναι για ό, τι μου αρέσει, για ό, τι με γοητεύει που φτιάχνω τα δικά μου ονοματάκια», λέει το Πουλχερίδιον με το πιο σαγηνευτικό του χαμόγελο.

«Και το δικό σου; ¨Πουλχερία!¨,  δε το ‘χω ξανακούσει… Μόνη σου το ‘φτιαξες;»

«Μου το έδωσε η κυρά μου, η Θαΐδα. Λέει ότι προέρχεται από τις χώρες της Ιταλίας και σημαίνει όμορφη.  Λοιπόν τι λες, θα πάμε να παραδώσουμε την επιστολή σήμερα;»

Ο Θεσσαλός νεύει καταφατικά και απευθύνεται στον Σικελό.

«Οινοκράτη ξέρεις αν τους επαναπατριζόμενους τους έχουν ακόμη στο κτίριο των καραβανιών, στο κέντρο;» 

«Ο Οινοκράτης, αν και δεν είναι παρά μόλις προχτές που επέστρεψε στην Πόλη των Κρίνων, συμβαίνει να το ξέρει κι αυτό», αποκρίνεται ο ερωτώμενος με το αγαπημένο του ύφος, εκείνο του ειδήμονα επί του παντός (επιστητού και μη).  «Απ’ ότι, λοιπόν, ξέρω, εκεί είναι  και εκεί θα μείνουν μέχρι την αναχώρησή τους.

Όμως τους περισσότερους θα τους βρείτε στο κτίριο μόνο τη νύχτα. Όσοι δεν έχουν σοβαρό πρόβλημα υγείας, όλη μέρα γυρίζουν εδώ κι εκεί. Όπως καταλαβαίνετε, πριν επιστρέψουν στις οικογένειες και στα σόγια, συλλέγουν τις τελευταίες αναμνήσεις από την ασιατική τους περιπέτεια.

Πάντως, οι πιο πολλοί απ’ αυτούς συχνάζουν σε ορισμένα ¨συγκεκριμένα¨ σημεία της Αγοράς, και, βεβαίως, αν θέλετε, μπορώ να σας πάω εγώ ως τα εκεί. Εξ άλλου, έχω να κάνω κι άλλες δουλειές στο κέντρο».

*greekvases-2-640

Ο Παλαμήδης, αν και ψηλός και γεροδεμένος, είναι πια κοντά στα πενήντα και έτσι, ακόμη κι αν δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι και δεν δυσκολευόταν πλέον να χειριστεί τα βαριά όπλα, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι θα είχε, έτσι κι αλλιώς, αρχίσει να σκέπτεται την αποχώρησή του από την  άμεση πολεμική δράση. Και πράγματι, την σκεφτόταν ήδη πριν τραυματιστεί, καθώς μαζί με την ηλικία και τα παρατρεχάμενά της, αυξήθηκε μέσα του και η νοσταλγία για το πατρώο Αθηναϊκό Άστυ.

Όμως αυτό το τελευταίο διάστημα, από τότε που τον καταχώρησαν στον κατάλογο όσων πρόκειται να επαναπατριστούν λόγω ανήκεστου τραυματισμού και τον έστειλαν στα Σούσα σε αναμονή της αναχώρησης, το άλγος του νόστου περιορίστηκε και άρχισε να βλέπει τον κατακτημένο τόπο με κάπως διαφορετικό μάτι, που πάει να πει με λιγότερες προκαταλήψεις και με περισσότερο ενδιαφέρον και περιέργεια.

 Ίσα με τώρα, το άγχος των αλλεπάλληλων μαχών και η αναπόφευκτα τεντωμένη ατμόσφαιρα του στρατοπέδου, του δημιουργούσαν άλλου είδους συναισθήματα απέναντι στους λαούς και τις χώρες που υπέκυπταν καθώς το στράτευμα προήλαυνε. Συναισθήματα όχι απολύτως σαφή, αλλά, βέβαια, ούτε ψύχραιμα ούτε και ιδιαιτέρως φιλικά.

Τώρα όμως ο Παλαμήδης θέλει να μάθει περισσότερα, ό, τι τέλος πάντων προλάβει, για την κοινωνία αυτού του περίεργου τόπου όπου έδωσε τις τελευταίες του μάχες.

Έτσι ο απόμαχος περνάει αυτές τις ύστατες μέρες της παραμονής του εδώ τριγυρίζοντας στα σοκάκια και τις αγορές της Πόλης των Κρίνων και συλλέγοντας κυρίως οπτικές εντυπώσεις∙ εκτός κι αν είναι τυχερός και συναντήσει κανένα ελληνομαθή ντόπιο ή κάποιον Έλληνα που να γνωρίζει την τοπική γλώσσα, οπότε μπορεί να μάθει κάτι περισσότερο ρωτώντας και συζητώντας.

Στις περιηγήσεις του αυτές ο Παλαμήδης προσπαθεί να αποφύγει ορισμένα σημεία της πόλης, τα οποία αντίθετα είναι πολύ δημοφιλή ανάμεσα σε πολλούς συναδέλφους του – είτε υπό αποστρατεία είτε όχι. Πρόκειται για τους χώρους εκείνους που είναι αφιερωμένοι στα παιχνίδια: Παίγνια επιτραπέζια, κυρίως κύβοι και αστράγαλοι, συνήθως γύρω από πολύχρωμους πάγκους που οι επιτήδειοι συνακολουθούντες μεταφέρουν από τους καταυλισμούς τους στις αγορές των νεοκατακτημένων πόλεων, αλλά και παιχνίδια στοιχημάτων, που οργανώνονται  σε αυτοσχέδιες αρένες, όπου κοκόρια και σκύλοι διεκδικούν πρωταθλήματα (ελεύθερης όσο και θανάσιμης) πάλης και ταχύτητας. Καμιά φορά, παρά την σχετική απαγόρευση του φρουραρχείου, τα στοιχήματα στήνονται για αγώνες ανάμεσα σε γεροδεμένους σκλάβους.

Ο Παλαμήδης, υπήρξε θύμα μιας ισχυρής έλξης προς αυτά τα παιχνίδια και το ξέρει, όπως ξέρει και ότι οι δαίμονες-υποκινητές βρίσκονται ακόμη μέσα του.  Έτσι, συχνά, οι φυγόκεντρες δυνάμεις που επιβάλει στον εαυτό του δεν καταφέρνουν να υπερκεράσουν τις παιγνιομόλους που του υποβάλλουν ύπουλα οι δαίμονες και ο Παλαμήδης ύστερα από σπειροειδείς περιπάτους, βρίσκεται παγιδευμένος δίπλα στα τραπέζια του τζόγου, να παρακολουθεί προσπαθώντας να μην παίξει.

Εκεί, στη γειτονιά των παιγνίων, στην άκρη της Αγοράς,  οδηγεί τον Ευρυμέδοντα και την μικρή Πουλχερία ο Οινοκράτης, ο οποίος έχει πάρει μαζί του, μπας και τυχόν χρειαστεί γλωσσική βοήθεια, τον κολλητό του πλέον, Χοντρόη. Αφού λοιπόν έχει ήδη ρωτήσει δυο τρεις από τους περιφερόμενους έλληνες στρατιωτικούς, ο τελευταίος απ’ αυτούς τού έχει υποδείξει μια ομάδα οπλιτών, που αν κρίνει κανείς από τις στολές τους προέρχονται από διαφορετικά σώματα, οι οποίοι φωνασκούν στριμωγμένοι γύρω από ένα υπαίθριο τραπέζι.  Παρά τη βοή της αγοράς και τις φωνές των παικτών, από εκείνη τη μεριά προέρχεται διακριτός ο ήχος των κύβων που κατρακυλάνε στην τάβλα.

Ο Σικελός προκειμένου να ολοκληρώσει αισίως την έρευνα που έχει οικειοθελώς αναλάβει, αρχίζει να φωνάζει: «Παλαμήδης… Παλαμήδης από την Αθήνα… Είναι εδώ ο Παλαμήδης ο Αθηναίος; Μήνυμα από την καλλίπυγο Θαΐδα για τον Παλαμήδη τον εξ Αθηνών»

ancient-gambling

[1] Φηρές ή Φαρές: Αρχαία πόλη, περίπου στη θέση της σημερινής Καλαμάτας. Οι αρχαίες Καλάμαι ήταν γειτονικό χωριό.

[2] Ευρυμέδοντας Ποταμός: Ποταμός της Μικράς Ασίας που εκβάλλει στον κόλπο της Αττάλειας απέναντι απ’ την Κύπρο. Εκεί οι Έλληνες, υπό την ηγεσία του Κίμωνα του Αθηναίου, νίκησαν τους Πέρσες περί το 466 πΧ.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος τρίτο: Έρευνες

Posted by vnottas στο 17 Οκτωβρίου, 2015

Η διαμόρφωση (ας την πούμε έτσι) του τρίτου μέρους των περιπετειών του Εύελπι του Μεγαρέα (γραμματικού στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου κατά την εκστρατεία των Ελλήνων εναντίον της ανατολικής Αυτοκρατορίας) βρίσκεται σε καλό σημείο, γι αυτό λέω να αρχίσω την ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο των πρώτων κεφαλαίων.

Στο τρίτο μέρος, όπως και στα δύο προηγούμενα (θα) εξιστορούνται τα γεγονότα μιας μόνο ημέρας (αυτή την φορά της τελευταίας μέρας του Ανθεστηρίωνα, καθώς τελειώνει ο χειμώνας και αρχίζει η άνοιξη του 330 πΧ), ενώ η δράση θα εξακολουθήσει να εκτυλίσσεται στην πρωτεύουσα πόλη της Σουσιανής, την πόλη των Κρίνων (Σούσα).

Σε γενικές γραμμές θα παρακολουθήσουμε τις έρευνες που διεξάγει ο Εύελπις προκειμένου να εξιχνιάσει την υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο και, παράλληλα, τον Οινοκράτη και τους φίλους του να παρακολουθούν κατά πόδας τον Άρπαλο και τους σωματοφύλακές του. Έτσι θα βρεθούμε στα διαμερίσματα της βασίλισσας Σισύγαμβρης, στον ανακτορικό ναό του Αχούρα Μάσδα, στη ¨γειτονιά των παιχνιδιών¨ της Αγοράς των Σούσων, στον ναό του βαβυλώνιου θεού Μαρδούκ, και αλλού. Κάθε παρατήρηση είναι ευπρόσδεκτη. Προς τους (εθελοντές) αναγνώστες: καλό διάβασμα.

images (2)

Μέρος Γ΄: Τελευταία μέρα του Ανθεστηριώνα μήνα

Κεφάλαιο πρώτο.

Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται τον τραυματισμένο Καλλισθένη

Όταν ξυπνάω, ο ήλιος έχει μόλις εγκαταλείψει τις κορφές του Ζάγκρου κι ανηφορίζει στον ουρανό των Σούσων, ενώ οι ακτίνες του διαπερνούν εγκάρσια τα ψηλά παράθυρα φωτίζοντας το υπνοδωμάτιο.

Δε νιώθω ξεκούραστος, αλλά τεντωμένος και στο μυαλό μου τριγυρίζουν ακόμη στρόβιλοι από όνειρα. Όνειρα από εκείνα που πλημμυρίζουν τις νύχτες μου τον τελευταίο καιρό. Όνειρα περίεργα, ακαταστάλαχτα, ανακατεμένα με νυχτερινές σκέψεις, άσχετες η μια με την άλλη, που όμως μου φαίνονται πλεγμένες, όλες μαζί, σε ακατανόητα, παράξενα σκηνικά…

Υπάρχουν μερικές μορφές που, καθώς ξυπνώ, διακρίνονται ακόμη ανάμεσα στα νέφη που χωρίζουν τον ενύπνιο κόσμο από εκείνον τη εγρήγορσης και με κοιτάζουν σαν να θέλουν κάτι να μου πουν και δεν πρόφτασαν: Η Θαΐδα, ο Καλλισθένης, ή ακόμη και, τρεχάτος, ιδρωμένος και ανήσυχος, ο Οινοκράτης ο υπηρέτης μου.

Τινάζω το κεφάλι μου δεξιά κι αριστερά και οι μορφές θολώνουν και διαλύονται. Κατευθύνομαι στον λουτήρα,   παίρνω με τις χούφτες μου κρύο νερό από τη λεκάνη που μου έχει ετοιμάσει ο Οινοκράτης  και καταβρέχω το πρόσωπό μου. Στη θέση των σκιών σχηματίζονται τώρα οι μνήμες της χτεσινής μέρας: η εισβολή των μαυροφορεμένων δολοφόνων στο θησαυροφυλάκιο, ο τραυματισμός του Καλλισθένη, η επείγουσα έκτακτη σύσκεψη με τον φρούραρχο και τον διοικητή της πόλης των Σούσων…

Ναι, όλα αυτά, αλλά και κάτι άλλο που μου άφησε αλλιώτικη γεύση, αν και όχι άσχετο με τα προηγούμενα: το μήνυμα της Θαΐδας, φιλικό, ίσως τρυφερό, που με προειδοποιεί ότι οι ¨άλλοι¨, δηλαδή ο γλοιώδης Ανάξαρχος και οι δικοί του, δεν περιορίζονται πια στις έμμεσες διαβολές αλλά έχουν αποφασίσει να επιτεθούν με νέους δόλιους  τρόπους στον Καλλισθένη και την ομάδα μας.

Βάζω φωνή και ο Οινοκράτης σκάει μύτη στην άλλη άκρη της μεγάλης κάμαρας και με καλημερίζει. Είναι φορτωμένος με τον ιματισμό μου, έναν ενισχυμένο δερμάτινο θώρακα και το ξίφος μου.

images

«Το σπαθί ναι, τον θώρακα όχι», του λέω. «Και κοίτα, σήμερα, για λόγους ας πούμε εθιμοτυπικούς, θα πρέπει να το παίξουμε κομψοί. Ίσως χρειαστεί να συναντήσω ό, τι μας απόμεινε από  την περσική διοίκηση και το ντόπιο  βασιλικό οίκο. Γι αυτό βγάλε και ετοίμασε την καλή πορφυρή χλαμύδα. Όμως πρώτα φτιάξε μου δύο πράγματα: κάτι να με κρατήσει ξύπνιο και διαυγή, γιατί απόψε κοιμήθηκα ελάχιστα και ένα γερό πρωινό».

Παίρνει μια απορημένη έκφραση και ανασηκώνει τον βαρύ θώρακα που με δυσκολία κρατάει στο δεξί του χέρι. «Μα αφέντη», ενίσταται, «αν ο κύριος Καλλισθένης φορούσε χτες τον θώρακά του, σήμερα η υγεία του θα ήταν πολύ καλύτερη, δε θα ήταν;»

Ίσως έχει δίκιο. Αλλά δε μου πάει να φορτωθώ τον βαρύ  θώρακα λες και πάω σε προκαθορισμένη ένοπλη σύγκρουση.

Ο Οινοκράτης αφήνει τα ιμάτια σε έναν περσικό κλισμό[1], το ξίφος με τον τελαμώνα[2] πάνω σε έναν ελληνικό δίφρο οκλαδία,[3] που κι εγώ δε ξέρω πως βρέθηκε εκεί δίπλα, και κάνει να αποσυρθεί, αλλά τον σταματάω.

«Για πες μου, τι ήταν αυτά που μου έλεγες χτες; Είχα πολλά στο κεφάλι μου και μέσα στην αναστάτωση που επικρατούσε δεν σε πρόσεξα καλά. Κάτι έλεγες για ένα οινοποτείο… Καλά μωρέ Οινοκράτη, δεν είπαμε να αποφεύγουμε τις ακρατο-κατανύξεις; Και μάλιστα μεσημεριάτικα; Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις; Γιατί, αν δεν έχεις, να σου αναθέσω μερικές πρόσθετες δουλειές…»

«Όχι αφέντη, θα σου εξηγήσω τι έγινε. Βγήκαμε με τον Χοντρόη για ψώνια στην αγορά∙ ψάχναμε κυρίως φρέσκα λαχανικά που, βέβαια, δεν υπάρχουν στο κελάρι,  και μια που έφτασε η ώρα του μεσημεριανού φαγητού είπαμε να τσιμπήσουμε κάτι…»

«Και τι έγινε; Πέσατε πάνω σε ανθρώπους του Άρπαλου;»

«Όχι αφέντη. Στο οινοποτείο κατέφτασε ο Άρπαλος ο ίδιος. Ξανθός, κουτσός και υπερόπτης, μαζί με δύο τύπους που πρέπει να ‘ναι οι σωματοφύλακές του. Στην αρχή δεν είπε ποιος είναι, αλλά αργότερα, όταν μέθυσε, όχι μόνο παραδέχτηκε ότι παρίστανε τον έμπορο ενώ στην πραγματικότητα είναι φίλος και εταίρος του βασιλιά, αλλά και κάτι του ξέφυγε για μια συνωμοσία που εξυφαίνεται εδώ, στα Σούσα. Βέβαια, επειδή οι περισσότεροι από τους πελάτες του οινοποτείου ήταν σκνίπα, κανένας δε νοιάστηκε για το τι έλεγε ο χωλός δήθεν έμπορος. Κανένας εκτός από τον υποφαινόμενο Οινοκράτη, ο οποίος ακολουθώντας τη σοφή παραίνεση του κυρίου του, ήταν απολύτως νηφάλιος, ή εν πάση περιπτώσει νηφάλιος μέσα σε λογικά πλαίσια. Κι επειδή ξέρω ότι ο Αφέντης δεν συμπαθεί τον γιο του Μαχάτα, έσπευσα να σε ειδοποιήσω για το τι είδα και τι άκουσα».

Σκέφτομαι για μια στιγμή τις διευκρινίσεις του υπηρέτη μου∙ σήμερα οι κουβέντες του είναι περισσότερο κατανοητές∙ προφανώς εκείνος είναι πιο σαφής κι εγώ (αν και δεν το πολύ-αισθάνομαι) πιο ξεκούραστος απ’ ό, τι χτες το βράδυ.

«Καλά έκανες Οινοκράτη», του λέω. «Και κοίτα, όταν ¨ξαναβγείς για ψώνια¨ στην αγορά, έχε το νου σου και δες αν υπάρχουν κι άλλοι που να πρόσεξαν την παρουσία του Άρπαλου στα Σούσα. Κι αν όντως κυκλοφορεί εδώ, μάθε που βρίσκεται και ειδοποίησέ με. Δε θέλω να αναμείξω τις υπηρεσίες που εποπτεύουν.  Το θέμα είναι λεπτό. Ο  Άρπαλος είναι ένας επικίνδυνος τύπος, όμως είναι πράγματι κολλητός του βασιλιά που απ’ ότι φαίνεται του τα συγχωρεί όλα. Τι λες, μπορείς να τα καταφέρεις;».

Στο πρόσωπο του υπηρέτη μου απλώνεται ένα χαμόγελο ικανοποίησης: ψοφάει να του δίνω πρωτοβουλίες, αλλά κι όταν δεν του δίνω, τις παίρνει μόνος του!

«Βεβαίως», μου απαντά και κάνει πάλι να αποσυρθεί για να βάλει το θώρακα στη θέση του και να ετοιμάσει το πρωινό. Αλλά τον σταματάω ξανά.

«Α, και κάτι άλλο. Τον Ευρυμέδοντα και τη μικρή της Θαΐδας, τους βόλεψες;»

«Βεβαίως. Το σπίτι είναι μεγάλο».

«Περιποιήσου τους, μέχρι να δούμε τι μηνύματα θα χρειαστεί να μεταφέρουν γυρίζοντας πίσω».

Ο Οινοκράτης εξαφανίζεται στα ενδότερα και εγώ προσπαθώ να καταστρώσω νοερά ένα πρόγραμμα  με τα όσα θα πρέπει να κάνω σήμερα. Τελικά καταλήγω ότι δε μπορώ να προγραμματίσω τίποτα πριν δω τον Καλλισθένη.

***

bronce-carriazo-tartessos11

Ο Καλλισθένης είναι χλωμός και έχει τα μάτια κλειστά.

«Είναι φυσιολογικό, με το αίμα που έχασε», μου λέει ο Φίλιππος ο γιατρός.

Ο Φίλιππος έχει διανυκτερεύσει εκεί, δίπλα στον τραυματία. Δεν είναι μόνο ότι συμπαθεί τον Καλλισθένη, είναι και που δεν ξεχνά ότι ο Ολύνθιος τον υποστήριξε  όταν ο στρατηγός Παρμενίωνας τον είχε κατηγορήσει ότι εξαγοράστηκε από τους Πέρσες  και ότι σκόπευε να δολοφονήσει τον Αλέξανδρο.

Ήμασταν στην Τύρο, τρία χρόνια πριν.

Ο βασιλιάς είχε κολυμπήσει ιδρωμένος στα κρύα νερά του ποταμού Κύδνου και αρρώστησε. Ο Φίλιππος ετοίμασε ένα δραστικό υγρό ίαμα, αλλά πριν το πιεί ο Αλέξανδρος, έφτασε  ένας αγγελιαφόρος με επείγον μήνυμα από τον Παρμενίωνα. Ο στρατηγός έγραφε ότι είχε πληροφορίες πως ο γιατρός είχε ‘ρθει σε μυστική επαφή με τον Δαρείο, ο οποίος μάλιστα του υποσχέθηκε να τον παντρέψει με μια απ’ τις κόρες του, αν εξουδετέρωνε τον Μακεδόνα.

Στον Αλέξανδρο δεν καλοφάνηκε που ο Παρμενίωνας είχε δικό του δίκτυο συλλογής πληροφοριών και μάλιστα ότι επόπτευε ανθρώπους του στενού βασιλικού περιβάλλοντος, όπως ο γιατρός. Πάντως, ζήτησε τη γνώμη του Καλλισθένη, ο οποίος του είπε πως εύρισκε άδικη και ατεκμηρίωτη την κατηγορία και ότι ο ίδιος ήταν έτοιμος να εγγυηθεί για την εντιμότητα του Ακαρνάνα.  Ο Αλέξανδρος πείστηκε, ήπιε το φάρμακο και ήδη την επόμενη μέρα ήταν πολύ καλύτερα.

Ωστόσο ο βασιλιάς είχε αρχίσει να δυσπιστεί απέναντι στον γέρο στρατηγό. Ο Παρμενίωνας από την άλλη, σε αντίθεση με τους πιο πολλούς Μακεδόνες αξιωματικούς που συμπαθούν τον Καλλισθένη, πνέει από τότε μένεα εναντίον του και ισχυρίζεται ότι υπερασπιζόμενος τον Ακαρνάνα έβαλε σε κίνδυνο  την ασφάλεια του Αλέξανδρου και,  κατά συνέπεια, της εκστρατείας.

«Πώς είναι Φίλιππε;» ρωτάω τον γιατρό.

«Σήμερα θα δείξει. Πάντως είμαι αισιόδοξος».

«Θα μπορέσει να μου μιλήσει;»

«Πιστεύω πως ναι. Έχει πυρετό, αλλά καίει λιγότερο από όσο περίμενα. Πάντως δε πρέπει να ελπίζεις πολλά, σήμερα τουλάχιστον. Ακόμη κι αν όλα πάνε καλά, η ανάρρωσή του θα απαιτήσει αρκετό χρόνο».

«Πόσο;» Η φωνή που διατυπώνει αυτήν τη μονολεκτική ερώτηση δεν είναι η δική μου. Είναι η εξασθενημένη φωνή του Καλλισθένη, ο οποίος έχει ανοίξει τα μάτια και μας κοιτάζει. Το καστανό του βλέμμα αντανακλά εξάντληση και φυσικό πόνο.

«Ω, καλώς τον! Πώς αισθάνεσαι φίλε μου Καλλισθένη;» ρωτάει αντί να απαντήσει ο Φίλιππος. «Πονάς πολύ;»

Ο τραυματισμένος απαντά αρθρώνοντας τις λέξεις με δυσκολία: «Και πονάω και κολλάω και κάτι μου μυρίζει…»

«Θα ήταν περίεργο και σίγουρα ανησυχητικό αν δεν πόναγες∙ κολλάς γιατί έχω επαλείψει τις πληγές σου με μέλι, έτσι θα αποφύγουμε να κακοφορμίσουν∙ κι εκτός από μέλι έχω βάλει και δίκταμο από την Κρήτη, αυτό είναι που μυρίζει. Είσαι τυχερός που είχα λίγο μαζί μου, γιατί η φαρμακαποθήκη των Σούσων δεν έχει ακόμη πλήρεις προμήθειες», τον καθησυχάζει ο γιατρός.

Μετά, καθώς βλέπει ότι ο Καλλισθένης κινείται κάπως σα να θέλει να ανασηκωθεί, η φωνή του γίνεται πιο έντονη. «Και μη κουνιέσαι! Αν δε μείνεις όσο πιο ακίνητος γίνεται, αυτό το ¨πόσο¨ που ρώταγες πριν θα είναι ιδιαίτερα μακρύ! Είπα, μην κουνιέσαι. Θα σε ανασηκώσουμε εμείς».

Μιλώντας, παίρνει ένα κεντημένο περσικό προσκέφαλο και μου κάνει νόημα να τον βοηθήσω. Πιάνουμε προσεκτικά τον κορμό του Καλλισθένη, τον ανασηκώσαμε λίγο και ο Φίλιππος προσθέτει το μαξιλάρι στην πλάτη του.

Ύστερα, αφού πρώτα με συμβουλεύσει να μην κουράσω πολύ τον πληγωμένο, ο γιατρός απ’ την Ακαρνανία αποσύρεται διακριτικά.

Το ταλαιπωρημένο βλέμμα του Καλλισθένη εστιάζεται τώρα σε εμένα.

«Πες μου», λέει σιγανά.myth_Adis

Προσπαθώ να του αφηγηθώ συνοπτικά όσα συνέβησαν χτες, μετά την επίθεση εναντίον μας και ενώ εκείνος ήταν ναρκωμένος από το παρασκεύασμα του Ακαρνάνα. Πρώτα του αναφέρω τη σύσκεψη με τον Αρχέλαο και τον Μάζαρο και τα όσα αποφασίσαμε εκεί.

«Ναι», συμφωνεί. «Ο Μάζαρος ας αναλάβει την έρευνα στη φρουρά, ενώ με τους Πέρσες -κυρίως τους ¨φιλοξενούμενους¨- σωστό είναι να μιλήσεις εσύ. Εμείς έχουμε αναλάβει την ευθύνη γι αυτούς. Να είσαι διακριτικός, αλλά μην τους αφήσεις να σου πάρουν τον αέρα».

«Λέω, εκτός από τη Σισίγαμβρη και τον Αβουλίτη, να μιλήσω και με τον αρχιερέα, τον Αζάρη».

«Σωστά», συμφωνεί. «Και να έχεις κατά νου ότι οι ιερείς της Ανατολής ανακατεύονται στην πολιτική πολύ εντονότερα από τους δικούς μας, κι ας παριστάνουν τους υπεράνω».

Του λέω ακόμη για την άφιξη του Ευρυμέδοντα με τους παπύρους και τις περγαμηνές, καθώς και την επιστολή του Ευμένη. Μου ζητάει να του την διαβάσω, πράγμα που κάνω. «Σήμερα το πρωί του έστειλα το γράμμα που είχαμε πει χτες, ζητώντας του να μεσολαβήσει στον βασιλιά για να σωθούν οι συγγραφές, αλλά όπως βλέπεις είχε ήδη δράσει από μόνος του. Είναι φανερό ότι το μόνο που μπόρεσε να κάνει, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, είναι το να σώσει μερικά βιβλία», καταλήγω.

Στο μέτωπό του Καλλισθένη προστίθεται μια ρυτίδα. «Όλα δείχνουν ότι τα ανάκτορα της Περσέπολης θα καταστραφούν», λέει με θλίψη. «Και δεν ξέρω τι θα μπορούσαμε να κάνουμε για να το αποτρέψουμε. Η πρωτοβουλία του Ευμένη να σώσει αυτά τα βιβλία και να τα στείλει εδώ, είναι αναμφίβολα  γενναία.  Όμως φοβάμαι ότι δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο αυτή την στιγμή∙ δεν έχουμε άλλους ισχυρούς φίλους κοντά στον βασιλιά αυτή την περίοδο».

Μένουμε για λίγο σιωπηλοί.

«Υπάρχει ακόμη κάτι, μάλλον απρόσμενο», προσθέτω μετά.

Βγάζω από τον σάκο μου τον μικρό κύλινδρο με το μήνυμα της Θαΐδας και του το διαβάζω.

Στο πρόσωπο του Καλλισθένη, παρά τις πληγές και τους πόνους, εμφανίζεται προς στιγμή μια ιδέα χαμόγελο: «…ανίκατε μάχαν»,  θέλει να με πειράξει, αλλά ύστερα σοβαρεύει και με κοιτάζει ερωτηματικά.  «Λες;»

Συνοφρυώνομαι. «Να έφτασαν ως εκεί; Να μίσθωσαν αυτοί τους μαυροφορεμένους; Δε θα ήταν πολύ ευφυές από μέρος τους, αλλά τι να πω; Είναι ικανοί για όλα. Πάντως, αν το μήνυμα της Θαΐδας είχε φτάσει λίγες ώρες νωρίτερα, ίσως να ‘χαμε το νου μας και  να προσέχαμε περισσότερο.  Δεν ξέρω…

Και, συν τοις άλλοις, τώρα που το σκέπτομαι, αν λάβεις υπόψη σου…»

«Τι;»

«Ότι ένας από τους δικούς τους βρίσκεται αυτές τις μέρες στα Σούσα…»

«Ποιος;»

«Ο ισχυρότερος. Αυτός που προς στιγμήν τους είχε εγκαταλείψει αναζητώντας άλλες ευδαιμονίες, αλλά τελικά αποφάσισε ότι προτιμά αντί για τους Μεγαρίτες και τους Αθηναίους να ταλαιπωρεί εμάς! Ο Άρπαλος του Μαχάτα».

«Ήξερα ότι επέστρεψε, αλλά είχα την εντύπωση ότι ο Αλέξανδρος του είχε δώσει κάποιες αρμοδιότητες στην Βαβυλώνα για να τον κρατάει απασχολημένο και προπαντός για να τον κρατάει μακριά από τους νέο-κατακτημένους θησαυρούς. Αυτό τουλάχιστον τον είχαμε συμβουλέψει όταν θέλησε να τον συγχωρήσει για την υφαρπαγή και τη λιποταξία και να του επιτρέψει να γυρίσει πίσω. Εσύ πώς έμαθες ότι είναι εδώ;»

«Αν και ήταν μεταμφιεσμένος –παρίστανε τον έμπορο- τον αναγνώρισε ο Οινοκράτης, που όπως ξέρεις κόβει το μάτι του».

«Δε ξέρω ποιανού το μάτι κόβει, αλλά τώρα πρέπει να σας διακόψω εγώ. Για σήμερα ξεπεράσαμε τα θεμιτά όρια». Στο παραπέτασμα της εισόδου του δωματίου εμφανίζεται και πάλι ο γιατρός. Αυτή τη φορά κρατάει έναν κύλικα και ένα κοχλιάριο[4]. «Ο ασθενής πρέπει να ηρεμήσει και να αναπαυθεί και εδώ έχω κάτι που σίγουρα θα τον βοηθήσει», λέει και είναι φανερό ότι δε σηκώνει αντιρρήσεις.

Αποχαιρετώ τον Καλλισθένη και το γιατρό, παίρνω την κόκκινη χλαμύδα μου από τον προθάλαμο όπου την είχα αφήσει μπαίνοντας, και μαζί με τον Νικία τον λόγιο μεταφραστή που ειδοποιημένος με περιμένει επίσης εκεί, κατευθύνομαι προς τα διαμερίσματα των ανακτόρων όπου διαμένει η βασιλομήτωρ Σισύγαμβρη.

3σimages

1 Κλισμός: κάθισμα παρόμοιο με τη σημερινή καρέκλα.

[2] Ο Κολεός (θήκη, περίβλημα) του κλασικού αθηναϊκού σπαθιού κρεμόταν συνήθως από τον ώμο με τελαμώνα (λουρί).

[3] Δίφρος οκλαδίας: αναδιπλούμενο σκαμνάκι που χρησιμοποιούταν στις οικίες, αλλά και στις εκστρατείες.

[4] Κοχλιάριο: Κουταλάκι

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Όχι δε το εγκατέλειψα, αργά μεν, αλλά προχωράει…

Posted by vnottas στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

images (5)

Στο υπό εκπόνηση μυθιστόρημα με ιστορικές αναφορές (με τον τελείως προσωρινό τίτλο ¨Κύλικες και δόρατα¨) έχετε ήδη παρακολουθήσει (μέρος Α΄) τα όσα συνέβησαν μια χειμωνιάτικη μέρα του 330 π.Χ. στον Εύελπι τον Μεγαρέα, γραμματικό στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα και μέλος της ισχυρής ¨επικοινωνιακής¨  ομάδας που διοικείται από τον ιστορικό Καλλισθένη τον Ολύνθιο. Το συνολικό πρώτο μέρος μαζί με μια εισαγωγή στο ¨κλίμα¨ της εποχής (αντλημένο από υποτιθέμενα ευρήματα ανασκαφών) βρίσκεται πάντα αναρτημένο, όλο μαζί με τη σειρά, στις ¨σελίδες¨ και για να το βρείτε αρκεί ένα κλικ στον σχετική αναγραφή ακριβώς κάτω από τον τίτλο του Ιστολογοφόρου. Σήμερα αναρτώ το τελευταίο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του  μυθιστορήματος. Αναρτώ επίσης εδώ παρακάτω, σε κανονική ροή, ένα ακόμη ιντερμέδιο (ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο μέρος), καθώς και όλο το δεύτερο μέρος, μαζεμένο και με τη σειρά: κλικ στις ¨σελίδες¨ (αριστερή στήλη κάτω, ή δίπλα στο πρώτο, κάτω από τον τίτλο).

Όπως θα είδατε το δεύτερο μέρος εξακολουθεί να διαδραματίζεται στα Σούσα και αφηγείται τα όσα συμβαίνουν την αμέσως επόμενη μέρα. (Μεταξύ άλλων τη δολοφονική απόπειρα κατά του Καλλισθένη, την άφιξη του Άρπαλου στα Σούσα, τις περιπέτειες του Οινοκράτη, του Χοντρόη του Πουλχερίδιου  κ.α.).

Ευχαριστώ τον Λευτέρη Καβαλιέρο για τις εύστοχες παρατηρήσεις του και βέβαια τον Νίκο Μοσχοβάκο και τον ξενιτεμένο αδελφό μου Αλέξανδρο Νόττα που έχουν άμεση επαφή με τα χειρόγραφα (και λένε ενθαρρυντικά λόγια).

Με λιγότερα λόγια: η περιπέτεια συνεχίζεται…

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση, Ιντερμέδιο ΙΙ: Επιστολές

Posted by vnottas στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

Επιστολή Ι

 grafi iii

Από την Θαΐδα την Εξ Αθηνών προς τον Εύελπι τον Μεγαρέα.

Αγαπητέ Εύελπι

Εύχομαι οι θεοί που αγαπούν τις τέχνες του λόγου να σου συμπαρίστανται.

Σου αποστέλλω την παρούσα γραφή γιατί έμαθα ορισμένα πράγματα που σε αφορούν και πιστεύω ότι καλό είναι να τα μάθεις κι εσύ.

Όπως ασφαλώς ήδη ξέρεις, στο βασιλικό περιβάλλον υπάρχουν ορισμένοι που σε αντιπαθούν, όπως αντιπαθούν και εχθρεύονται και τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο, τον επικεφαλής της υπηρεσίας στην οποία ανήκεις. Μιλώ για εκείνους που θέλουν να αποκαλούνται ¨οπαδοί της σοφίας¨ και είναι συγκεντρωμένοι γύρω από τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη.

Από ό, τι είμαι σε θέση να ξέρω, οι εν λόγω  σοφιστές δεν περιορίζονται πλέον στο να σχολιάζουν ή να διαδίδουν φήμες σχετικά με τις υποτιθέμενες διαφωνίες του Ολύνθιου με την βασιλική πολιτική, αλλά σκοπεύουν να προχωρήσουν σε δραστικότερες ενέργειες εναντίον του και εναντίον των πιστότερων συνεργατών του, όπως εσύ.

Δυστυχώς δεν έμαθα ποιες ακριβώς θα είναι αυτές ενέργειες, ούτε πότε ακριβώς θα εκδηλωθούν. Όμως από το ύφος και το μένος με το οποίο διατυπώνουν τις προθέσεις τους, συμπεραίνω ότι δεν θα αργήσουν να περάσουν στη δράση. Γι αυτό έκρινα ότι θα έπρεπε να σε ειδοποιήσω έγκαιρα και γι αυτό σου στέλνω την παρούσα επιστολή μέσω της μικρής Πουλχερίας.

Πάντως, νομίζω ότι θα σε ενδιαφέρει να μάθεις πως οι περισσότεροι από τους εταίρους του Αλέξανδρου, εκτιμούν το κουράγιο με το οποίο ο Καλλισθένης επιμένει στις απόψεις του εναντίον αυτού του περίεργου όσο και απρόσμενου  ¨μηδισμού¨ που εμφανίστηκε τελευταία στις τάξεις μας. Πολλοί μάλιστα από τους ισχυρούς εταίρους θεωρούν ότι τόσο ο Ολύνθιος όσο και ο Ευμένης ο Καρδιανός, παρά το ότι δεν είναι Μακεδόνες, καλώς έχουν αναλάβει υψηλά καθήκοντα στην εκστρατεία και καλώς έχουν αυξημένη εξουσία.

 Ίσως σε ξενίσει το ότι θέλησα να σε ειδοποιήσω. Δεν πρέπει. Θα σου πω ότι μου ήσουν πάντοτε συμπαθής και ότι πάντοτε εκτιμούσα την ευγενική και διακριτική σου συμπεριφορά.

Σε παρακαλώ να προσέχεις και εύχομαι να σε ξαναδώ υγιή και ευδαίμονα στην Περσέπολη ή όπου αλλού.

Η φίλη σου Θαΐδα.

αDSCN1769

Υστερόγραφο: Σε παρακαλώ φρόντισε ώστε η νεαρή Πουλχερία να επιστρέψει ασφαλής στην Περσέπολη.

 

Επιστολή ΙΙ

Από τον Ευμένη τον Καρδιανό προς τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο

Αγαπητέ Καλλισθένη χαίρε

Γνωρίζοντας το ενδιαφέρον σου για τη περισυλλογή οποιωνδήποτε  πηγών γνώσης μπορούν να διασωθούν από τους κινδύνους των μαχών, σπεύδω να σου αποστείλω ορισμένους παπύρους που, ύστερα από μια πρώτη εξέταση με την βοήθεια των μεταφραστών, μου φάνηκαν ενδιαφέροντες. Σου στέλνω επίσης συγγραφές πάνω σε περγαμηνές, ορισμένες εκ των οποίων είναι δεμένες με τον τρόπο που ακολουθούν στην μεσογειακή πόλη  Βύβλο. Στο συνοδευτικό υπόμνημα υπάρχει μνεία στο περιεχόμενο των κειμένων, ενώ για ορισμένα έχει εκπονηθεί μια πρώτη πρόχειρη μετάφραση από τους συνεργάτες της ομάδας μας.

Εδώ η πόλη, -κατ’ εξοχήν περσική αυτοκρατορική πόλη, αλλιώτικη από τις πόλεις που κατακτήσαμε ως τα τώρα- όπως ξέρεις υπέστη ήδη δήωση και ειλικρινά δεν ξέρω αν τα ανάκτορα και η προσκείμενη σε αυτά παπυροθήκη θα διασωθούν τελικά. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο πήρα την πρωτοβουλία της αποστολής των συγγραφών. Γεγονός είναι ότι το θέμα της καταστροφής των ανακτόρων συζητιέται και ότι, όπως καταλαβαίνεις, υπάρχουν φωνές -οι γνωστές- που επιμένουν να προτρέπουν τον άνακτα σε πολιτικές ¨επίδειξης ισχύος¨. Όπως και να χει, οι σχετικές αποφάσεις δε θα αργήσουν να υλοποιηθούν γιατί το στράτευμα δεν πρόκειται να ακινητοποιηθεί εδώ επί μακρόν. Ο Δαρείος, εκεί στο βορρά όπου έχει καταφύγει, δεν πρέπει να έχει χρόνο να ανασυγκροτήσει μεγάλες αξιόμαχες δυνάμεις.

Θέλω να ελπίζω ότι θα επιστρέψεις σύντομα στο κύριο σώμα της εκστρατείας ώστε να αντιμετωπίσουμε όλα τα προβλήματα από κοινού.

Ας είσαι γερός

Ευμένης ο του Ιερωνύμου εκ Καρδίας

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: το τελευταίο κεφάλαιο του Β΄ μέρους.

Posted by vnottas στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

Μέρος Β Κεφάλαιο ένατο

Αργά τη νύχτα της δεύτερης μέρας (σημειώσεις του Εύελπι)

 images (3)

…Η Νύχτα έχει προχωρήσει και η αυριανή μέρα προοιωνίζεται δύσκολη. Αισθάνομαι τα μάτια μου να τσούζουν και το κεφάλι μου έχει βαρύνει, ωστόσο νομίζω ότι τα βασικά σημερινά γεγονότα τα σημείωσα∙ ίσως και κάτι παραπάνω. Δε μένει παρά να συμπληρώσω ότι ο Καλλισθένης, όταν τον επισκέφτηκα πριν φύγω από τη ζώνη των ανακτόρων, ήταν βυθισμένος σε έναν αφύσικο βαθύ ύπνο που οφειλόταν στα βότανα του Φίλιππου και ήταν φασκιωμένος με επιδέσμους που εδώ κι εκεί είχαν κοκκινίσει, αν και δεν αιμορραγούσε πια.

Ο γιατρός ήταν ακόμη εκεί και προσπαθούσε να είναι καθησυχαστικός. Οι δύο βασικές πληγές βρίσκονταν στον αριστερό ώμο (εκείνη που είχαν προκαλέσει οι εισβολείς στην αρχή, καθώς ο Καλλισθένης έβγαινε από την ¨Αίθουσα των Ελλήνων¨) και στον μηρό (εκείνη που προκάλεσε ο δεύτερος εισβολέας πέφτοντας πάνω του, ύστερα από τη δική μου τρικλοποδιά), και οι δυο έξω από τις ζώνες που συνήθως κρύβουν τα πιο ευαίσθητα όργανα του σώματος. Οι πληγές είχαν καθαριστεί με αποσταγμένο παλιό κρασί και δεθεί σφιχτά, αλλά ο τραυματισμός, μου εξήγησε ο Φίλιππος, είχε ανατρέψει βίαια την εσωτερική ισορροπία του οργανισμού και το πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η ανατροπή θα φανεί από τον πυρετό που θα ανεβάσει ή από άλλα ανησυχαστικά φαινόμενα που συνήθως παρουσιάζονται μετά τον τραυματισμό.

Αύριο θα είναι σε θέση να μου πει περισσότερα. Απόψε, ένας υπηρέτης είναι επιφορτισμένος να τοποθετεί στο μέτωπο του Καλλισθένη επιθέματα νοτισμένα σε μια υγρή ουσία που ο γιατρός είχε παρασκευάσει σε μια λεκάνη.

Ήμασταν τυχεροί που ο Φίλιππος ο Ακαρνάνας βρίσκεται εδώ. Είχε καθυστερήσει στη Βαβυλώνα, γιατί εκεί είναι συγκεντρωμένοι οι βαρύτερα τραυματισμένοι μαχητές και, επιστρέφοντας στα προελαύνοντα στρατεύματα, έχει σταματήσει για λίγο στα Σούσα, προκειμένου να επιβλέψει τη δημιουργία της τοπικής υγειονομικής υπηρεσίας. Παρά τα κατάλευκα μαλλιά και γένια του, είναι ένας ζωντανός και αεικίνητος άνθρωπος που έχει μυηθεί στην ιατρική στο ονομαστό Ασκληπιείο της Επιδαύρου.  

arxaia_farmaka_04-02-2012

Πριν σταματήσω αυτή την πρόχειρη καταγραφή, ας πω ακόμη ότι, πριν πάω να δω πως τα πάει ο Καλλισθένης, δέχτηκα δύο μηνύματα. Το πρώτο το μετέφερε ο Ευρυμέδοντας ο Θεσσαλός, ο οποίος κατέφτασε από την Περσέπολη με μια άμαξα γεμάτη κυλίνδρους παπύρων και βιβλία από διπλωμένες περγαμηνές. Το μήνυμα προέρχεται από τον Ευμένη τον Καρδιανό και δεν απευθύνεται σε εμένα, αλλά στον Καλλισθένη. Δεν το άνοιξα, αλλά μπορώ να υποθέσω σε τι αναφέρεται: Ο Ευμένης, αν και δεν έχει ακόμη λάβει τη δική μου επιστολή (που έφυγε για την Περσέπολη μόλις σήμερα το πρωί), πήρε πρωτοβουλία από μόνος του, και διέσωσε κάποια από τα γραπτά κείμενα που βρήκε εκεί. Ο Καλλισθένης, όπως και εγώ άλλωστε, θα χαρεί όταν το μάθει, ελπίζω αύριο.

Το άλλο είναι ένα μήνυμα για μένα και προέρχεται από την Θαΐδα. Το μετέφερε η μικρή Πουλχερία, μια από τις ακολούθους της. Αυτή τη στιγμή  ο μικρός κύλινδρος βρίσκεται εδώ δίπλα μου  και είναι ακόμη κλειστός.

Αναρωτιέμαι αν, ίσα με τώρα, γράφω και ξαναγράφω διάφορα πράγματα, γιατί θέλω να καθυστερήσω τη στιγμή που θα ξεσφραγίσω το γράμμα της. Καθυστερώ τη στιγμή που φοβάμαι ότι θα ανακαλύψω, με απογοήτευση, ότι δεν απευθύνεται σε εμένα παρά για κάποιο δευτερεύον, ασήμαντο θέμα, ή μήπως πάλι καθυστερώ τη στιγμή που θα ανακαλύψω με χαρά ότι η Θαΐδα απευθύνεται σε εμένα για κάτι σημαντικό, γιατί με χρειάζεται, γιατί, για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω, έπαψε να αδιαφορεί πανηγυρικά για την διακριτική μου παρακολούθηση, και το φανερό μου ενδιαφέρον γι αυτήν; 

Όπως και να ναι,  ήρθε η ώρα να διαβάσω το γράμμα της και να μάθω.

Τέλος του Β΄ μέρους

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Στο οινομαγειρείο της Βαβυλωνίου Πύλης

Posted by vnottas στο 22 Αυγούστου, 2015

Μέρος Β΄ Κεφάλαιο έβδομο. Όπου η αιρετική αυτοσχέδια χαχόμα επιδρά κάπως διαφορετικά από τη γνήσια.


3C91DAAFDECEB72731FD21EE1DC07A7B

Το ¨Οινοποτείον μετά Τραγημάτων[1] ¨Η Ωραία Πατρίς¨ βρίσκεται κοντά στα τείχη, στη βορειοδυτική άκρη της πόλης των Σούσων. Συγκεκριμένα η πρόσοψή του βλέπει σε μια μικρή πλατεία με κρήνη και περιστέρια, ακριβώς απέναντι από την Πύλη που οδηγεί προς τη Βαβυλώνα.

Ένας καπάτσος Κορίνθιος, αφού κατάφερε να πάρει τη σχετική άδεια στο άψε σβήσε, έχει μετατρέψει ένα εγκαταλειμμένο οίκημα (παλιότερα τμήμα του χώρου προσωρινής αποθήκευσης των εμπορευμάτων που μπαινοβγαίνουν στην πόλη) σε ένα κοινωφελές (αλλά κυρίως επωφελές για τον ίδιο) μη κυβερνητικό ίδρυμα, αφιερωμένο στον Διόνυσο τον Μετανάστη, τους πιστούς και τους συμπαθούντες του.

Απ’ ότι θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς από την περιποιημένη είσοδο και τις έγχρωμες ζωγραφιές που την κοσμούν, το ¨Οινοποτείον¨ τα πάει εξαιρετικά καλά. Οι γαστρονομικές του δραστηριότητες έχουν απ’ ό, τι φαίνεται επεκταθεί και οι αλλεπάλληλες πρόσθετες επιγραφές κάτω από την επωνυμία του καταστήματος, δίνουν στους υποψήφιους πελάτες χρήσιμες συμπληρωματικές πληροφορίες, όπως:

¨Οίνοι ημέτεροι άρτι αφιχθέντες εξ Ελλάδος¨,

¨Και τοπικούς οίνους, επιλεγμένους έχομεν¨,

¨Διαθέτομεν πρωϊνόν Ακρατισμόν[2], μεσημβρινόν Άριστον[3] και εσπερινόν Δείπνον¨,

¨Γέυσεις ελληνικαί παραδοσιακαί¨,

¨Ποικιλία αρτυμάτων[4]¨,

¨Πεπλατισμένοι άρτοι μετά βραχέων οβελιδίων οπτού κρέατος δια τους ταξιδιώτας¨,

¨Μέλας ζωμός κατόπιν παραγγελίας¨,

¨Εις το βάθος εσωτερική αυλή θερινής χρήσεως μετά σκιάστρου¨.

¨Τιμαί ασυναγώνισται¨,

Σε μια γωνιά της πρόσοψης, έχει προστεθεί μία ακόμη επεξήγηση, αυτήν τη φορά σε σφηνοειδή γραφή, η οποία κρίθηκε απαραίτητη για να αποφεύγονται εγκαίρως τυχόν παρεξηγήσεις. Έλεγε πάνω κάτω τα ακόλουθα:

¨Πολυπολιτισμική πολιτική: Ευπρόσδεκτοι Πέρσες και λοιποί γηγενείς.

Απελεύθεροι: Δεκτοί εάν φέρουν τα κατάλληλα διακριτικά.

Δούλοι: Δεκτοί μόνον εάν συνοδεύονται¨.

9033

Περιττό να πούμε ότι οι άνδρες της ελληνικής φρουράς που υπηρετούν στην Πύλη προς την Βαβυλώνα, είναι ενθουσιασμένοι από το μαγαζί που λειτουργεί τόσο κοντά στις εγκαταστάσεις τους, και δεν παραλείπουν να το επισκέπτονται όσο συχνά τους επιτρέπει η άσκηση των λοιπών τους καθηκόντων.

Πολλοί είναι και οι ευκαιριακοί θαμώνες, δηλαδή οι ταξιδιώτες που προέρχονται από την Βαβυλώνα και άλλες πόλεις του Βορρά, οι οποίοι σταματούν εδώ για να ξαποστάσουν από την κούραση της διαδρομής και να μαζέψουν χρήσιμες πληροφορίες πριν μπουν στο εσωτερικό της πόλης.

Έτσι, όταν ο Οινοκράτης και ο στρογγυλός του συνεργάτης ο Χοντρόης φτάνουν στο ¨Οινοποτείον¨ γύρω στην ώρα του μεσημεριού, οι πάγκοι και τα υπόλοιπα καθίσματα της αίθουσας είναι ήδη γεμάτα πελάτες και με δυσκολία καταφέρνουν να βρουν δυο σκαμνιά και ένα μικρό τετράγωνο τραπέζι.

fishplate1

Εκείνο το πρωί οι δύο υπηρέτες είχαν αποφασίσει ότι σήμερα, προκειμένου να αποκρυπτογραφήσουν με ασφάλεια τις δυνατότητες του προϊόντος των πειραμάτων τους, θα υποδύονταν τους εξής ρόλους: Ο Οινοκράτης θα ήταν έμπορος προερχόμενος από την Μεγάλη Ελλάδα και ο Χοντρόης θα ήταν ο ντόπιος δούλος-διερμηνέας του. Με αυτές τις ιδιότητες θα επισκέπτονταν αυτόν τον δημοφιλή νέο ιδιωτικό ¨ναό του Διονύσου¨ που είχε ανοίξει στα βόρεια τείχη, όχι πολύ μακριά από το σπίτι.

Έβαλαν λοιπόν στους σάκους τους από ένα καλοταπωμένο γυάλινο φιαλίδιο έκαστος, (γεμάτο με την αιρετική Χαχόμα, που είχε πλέον κατακαθίσει και είχε πάρει μια διαυγή χρυσαφιά απόχρωση),  έβαλαν στα κεφάλια τους ο μεν Οινοκράτης έναν πλατύγυρο πέτασο κατεβασμένο ως τα φρύδια ο δε Χοντρόης ένα φρυγικό σκούφο και ξεκίνησαν σε αναζήτηση του κατάλληλου πότη/δοκιμαστή.

ancient_food_1.aspx

Στο εσωτερικό του οινοποτείου αιωρούνται βαριές μυρουδιές με αποτέλεσμα ο Χοντρόης να στραβομουτσουνιάσει, σε αντίθεση με τον Οινοκράτη που τις βρίσκει απολύτως του γούστου του και χαμογελάει κατευχαριστημένος. Μετά απλώνει το χέρι του και συλλαμβάνει μια διερχόμενη μελαχρινή σερβιτόρα.

«Ρεβίθια με ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμυδάκι, ελιές και δύο σκύφους άωτους[5] λευκό κρασάκι από τα νησιά. Γάρο[6] έχετε;»

«Οινόγαρο και ελαιόγαρο. Αλλά τα ψαράκια έχουν έρθει αλατισμένα από κάτω, από τον κόλπο των Περσών».

«Σίγουρα δεν είναι ποταμίσια;»

«Όχι, θαλασσινά».

«Τότε μία και μία. Καν’να πιτσουνάκι έχει;»

«Της πλατείας», η σερβιτόρα του δείχνει προς τη μικρή πλατεία έξω απ’ το κατάστημα, όπου φτεροκοπάει μια παρέα από συγγενείς του εδέσματος, «αλλά», συμπληρώνει, «μαγειρεμένα με παλιά Συβαρίτικη συνταγή».

«Περίφημα», ενθουσιάζεται ο Σικελός. «Βάλε κι απ’ αυτά∙ από δύο σε κάθε δίσκο».

image041

«Τρώγε Ευτραφή γιατί θα χάσεις το ¨εύσχημον¨, που στην περίπτωσή σου είναι το ¨σφαιρικόν¨ με αποφύσεις. Σήμερα κερνάω εγώ.

Κι αν ακόμα την έχουμε πατήσει με την Χαχόμα σου, να μας μείνει τουλάχιστον ένα καλό φαγοπότι εκτός υπηρεσίας».

Ο Χοντρόης περιφέρει το βλέμμα του στο θορυβώδες και ελαφρώς ομιχλώδες περιβάλλον.

«Άπαντα ταύτα άδειαν φέροντα εισί», αποφαίνεται συγκαταβατικά.

«Τι είπες;»

«Ένδειαν φέροντα;» τροποποιεί, όχι πολύ σίγουρος, ο Ασιάτης.

«Θα με τρελάνεις Χοντρόη. Σιγά μη φέρουν και μεταδοτικά νοσήματα. Εν-δι-α-φε-ρο-ντα  θέλεις να πεις, υποθέτω!»

«Ακριβώς! Οίτινα λέγεις ουκ διαφέροντα των υποθέτων λέγω και εγώ!», αποδέχεται ο ελληνομαθής Χοντρόης, που, όπου μπορεί, βάζει ολίγη από τελικόν νι.

«Καλά άσε», εγκαταλείπει ο Οινοκράτης.

dionisos

Οι δύο συνεργάτες (είναι κάπως πρόωρο να μιλήσουμε για φιλία, αλλά το μέλλον άδηλον), έχουν εκκαθαρίσει  πλέον το μεσημεριανό τους Άριστον, έχουν πιεί το περιεχόμενο των σκύφων τους (έτσι ώστε το ηθικό τους να πάρει την ανιούσα) και, ανταλλάσσοντας το κατάλληλο βλέμμα (πράγμα που στην περίπτωσή τους είναι μια μορφή επικοινωνίας αποτελεσματικότερη από τις άλλες), αποφασίζουν να προχωρήσουν στην (προσχεδιασμένη) δράση.

Μετά από αυτή την εξουθενωτική, όσο και κατατοπιστική πρόταση, δε μένει παρά να πούμε ότι τα δύο φιαλίδια με την απαστράπτουσα αιρετική χαχόμα έχουν ανασυρθεί από τους σάκους και έχουν τοποθετηθεί τώρα πάνω στο μικρό τραπέζι, ο δε Οινοκράτης ξεροβήχει, παίρνει βαθειά ανάσα και ετοιμάζεται να προκαλέσει το ενδιαφέρον των θαμώνων μιλώντας φωναχτά πάνω από τη γενική βαβούρα.

Τον εμποδίζει όμως η έλευση νέων πελατών που, ανασηκώνοντας το υφαντό παραπέτασμα της εισόδου, εισέρχονται τη στιγμή αυτή στο οινοποτείο. Είναι τρεις Έλληνες με ταξιδιωτική περιβολή, πιθανώς Μακεδόνες αν κρίνει κανείς από τις τεράστιες ¨καυσίες¨[7]που αφαιρούν από τα κεφάλια τους μπαίνοντας. Ο ένας είναι ογκώδης και προηγείται ανοίγοντας αυταρχικά δρόμο ανάμεσα στους πάγκους και τα τραπέζια, ο δεύτερος είναι νεότερος, ξανθωπός και κουτσαίνει ελαφρά παρά την ενισχυμένη σόλα στο αριστερό του σανδάλι και ο τρίτος, ένας κοντοκουρεμένος με μεγάλα αυτιά, τους ακολουθεί διερευνώντας ταυτόχρονα με το ανήσυχο βλέμμα του δεξιά κι αριστερά.

Ένας παχουλός αεικίνητος τύπος εμφανίζεται από την πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα και απευθύνεται προς τους τρεις νεοφερμένους με ελαφρώς πελοποννησιακή προφορά.

«Από ’δω ευγενῐκοί μου πελάτες. Καλῐώς ήλθατε. Μικρέ, φέρε τρεις καρέκλῐες για τους κυρίους».

Οι τρεις βολεύονται σ’ ένα πρόσθετο τραπέζι, εκεί δίπλα, και παραγγέλνουν, ενώ στο μαγαζί επανέρχεται η συνηθισμένη βοή.

Ο Οινοκράτης ξεροβήχει, κορδώνεται ελαφρά για να αυξήσει την εμβέλεια της φωνής του και… ξαναμαζεύεται γιατί διαπιστώνει ότι η προσοχή του κοινού έχει τώρα προσελκυστεί από τρεις νεαρές, μια αυλητρίδα, μια κιθαρωδό και μια αοιδό, που περιβεβλημένες με κοντούς πτυχωτούς χιτώνες εμφανίζονται ως δια μαγείας σε μια μικρή εξέδρα στο βάθος της αίθουσας και αρχίζουν να εκτελούν τις τελευταίες αθηναϊκές μουσικές επιτυχίες.

minoan-ladies-in-blue-fresco-ca-1525-1450-bc

‘Όμως, ύστερα από λίγο, οι θαμώνες επιστρέφουν στις συζητήσεις τους και ο χαοτικός θόρυβος επιστρέφει στο σύνηθες μέσο επίπεδο, συν κάποιες αποχρώσεις από το μη περσικό μουσικό χαλί της τριάδας.

Αυτή τη φορά, η φωνή του Οινοκράτη ακούγεται δυνατή και μάλλον αγανακτισμένη πάνω από τη γενική βαβούρα.

«Μα όχι σου λέω, όχι. Αν αληθεύουν αυτά που μου λες είναι πολύ επικίνδυνο. Πρέπει να διαθέτεις όρχεις τετράγωνους και στόμαχο σιδηρούν για να το δοκιμάσεις!»

«Εν τούτοις λέγω υμίν ότι τούτο αποτελεί προϊόν διασταυρώσεως. Ούτω διαβεβαιούσασι ημάς οι παπαράξαντες γεωργοί», απαντά επίσης φωναχτά ο Ασιάτης. «Άμπελος εξ Ελλάδος υποποβληθείσα εις εμβόλιμον εμβολιασμόν γηγενούς φυτού!»

«Να τα λες όλα. Όχι απλώς ¨φυτού¨. ¨Μυστηριώδους φυτού¨, πες καλύτερα. Και δε ξέρουμε καν εάν είναι ντόπιο. Φημολογείται ότι προέρχεται από την μυστηριώδη Ινδία!»

Ο Οινοκράτης καθώς ξεφωνίζει τα παραπάνω, ρίχνει μια κλεφτή περιστροφική ματιά ολόγυρα και διαπιστώνει ότι εκτός από δυο-τρία κεφάλια που έχουν στραφεί ερωτηματικά προς  το μέρος τους με ύφος ¨τι έπαθαν αυτοί οι μαλάσσοντες και φωνασκούν;¨ οι υπόλοιποι μάλλον αδιαφορούν πανηγυρικά. Ωστόσο, παρατηρεί επίσης ότι τα ημικυκλικά φρύδια του συνδαιτυμόνα του ανεβοκατεβαίνουν, υποδεικνύοντας ότι, ακριβώς από πίσω, ο ένας από τους τρεις νεοφερμένους έχει στρίψει το κάθισμά του και τους παρατηρεί προσεκτικά.

Ο Οινοκράτης γυρίζει και αυτός πάνω στο στριμωγμένο του σκαμνί προς τον ξανθό Έλληνα της πλαϊνής συντροφιάς. «Καλά δε τα λέω αγαπητέ μου κύριε; Το εμπόριο έχει το ρίσκο του, δε λέω, αλλά το γουρούνι στο σακί καλό είναι να το αποφεύγουμε… έτσι δεν είναι;»

«Εσύ από πού είσαι;» Η ερώτηση προέρχεται από τον αυτιά με το ανήσυχο βλέμμα.

«Να σας συστηθώ», ανασηκώνεται ο Σικελός. «Κράτης, έμπορος Συρακούσιος. Από ’δω ο Ρόης, ο ντόπιος μεταφραστής μου∙ τον αγόρασα ευκαιρία αλλά κάνει αρκετά καλή δουλειά».

«Καλά το κατάλαβα», λέει ο αυτιάς στον ογκώδη, κάπως έτσι είναι η προφορά των ελληνικών στις Δυτικές Αποικίες. Βέβαια, μετράει και ποια είναι η μητρόπολη». Γυρίζει προς τον Σικελό: «Εσείς στις Συρακούσες  κατάγεστε από τους Κορίνθιους αν δεν κάνω λάθος, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, βέβαια», λέει βιαστικά ο Οινοκράτης που δεν θέλει να χάσει τον έλεγχο της συζήτησης. Και προσθέτει:

«Με ποιους έχω την τιμή;»

«Έμποροι και εμείς», λέει κοφτά ο ξανθωπός, χωρίς να διευκρινίσει άλλο. Μετά προσθέτει: Αυτή η ιδέα της προσαρμογής της αμπέλου μέσω διασταυρώσεως είναι ενδιαφέρουσα. Και εάν οργανωθεί συστηματικά μπορεί να αποβεί…»

«Λίαν ποπωφελής» πάει να συμπληρώσει ο Χοντρόης, αλλά μια φάπα από τον Οινοκράτη του υπενθυμίζει ότι οι δούλοι δεν ανακατεύονται απρόσκλητοι στις συζητήσεις των αφεντικών.

«Όλα εξαρτώνται από τα αποτελέσματα των σχετικών προσπαθειών, ευγενικέ μου κύριε», λέει ο Σικελός στον ξανθωπό.

«Κι αν κατάλαβα καλά», επιμένει εκείνος, «αυτό που έχετε εκεί είναι το τελικό προϊόν ενός τέτοιου πειραματισμού των ιθαγενών γεωργών».

«Βεβαίως!»

«Καλά, πότε πρόλαβαν;», παρεμβαίνει δύσπιστος ο αυτιάς.

«Α, οι προσπάθειες άρχισαν πριν από την εκστρατεία», επινοεί ο επινοητικός Οινοκράτης. «Για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση από τη μεριά των χιλιάδων Ελλήνων μισθοφόρων που υπηρετούσαν κατά καιρούς τους τοπικούς άρχοντες, βασιλιάδες και σατράπηδες».

«Δε μου λες ω Κράτη», παίρνει τώρα το λόγο ο ογκώδης, τον οποίο απ’ ό, τι φαίνεται οι χρυσαφιές ανταύγειες των φιαλιδίων  δεν αφήνουν αδιάφορο, «εγώ ξέρω ότι οι Κορίνθιοι δεν φτιάχνουν μόνον καλό κρασί, ξέρουν και να το πίνουν. Τώρα, εκεί στις Συρακούσες, την ξεχάσατε την τέχνη της πόσης; Τι είναι αυτά που ακούμε; -τι ¨ακούμε¨, μας ξεκούφανες- φοβάσαι να πιείς από αυτό το δειγματάκι που έχεις εκεί πέρα;»

«Να πιώ; Α πα πα! ευγενικέ μου κύριε».

«Και τι θα έλεγες αν το δοκιμάζαμε εμείς», παίρνει το λόγο ο ξανθωπός χαμογελώντας, ενώ δυο μικροί άσωτοι και ευτράπελοι δαιμονίσκοι εμφανίζονται στιγμιαία στο βλέμμα του.

«Σε αυτήν την περίπτωση, εξ ίσου αγαπητέ μου κύριε, θα πρέπει να δηλώσετε μεγαλοφώνως ότι το πίνετε με δική σας πρωτοβουλία και ευθύνη», διευκρινίζει ο προνοητικός Οινοκράτης.

Ο Ξανθός απλώνει το χέρι του και παίρνει τα δύο φιαλίδια από το τραπέζι των δύο, ας πούμε διστακτικών, εμπόρων και μετά δίνει το ένα στον μετρίως γιγαντιαίο συνοδό του.

«Κάνθαρε, για κάνε μια δήλωση».

image269

Ο ογκώδης σηκώνεται όρθιος, ενώ ο αυτιάς, που επίσης σηκώνεται, αρχίζει να χτυπάει παλαμάκια. Μερικοί από τους θαμώνες γυρίζουν προς το μέρος τους.

«Ο πατριώτης από ’δω», αρχίζει ο Κάνθαρος με βροντερή φωνή, «έχει κρασάκι ανάμικτο, ελληνικό και ντόπιο, και φοβάται να το δοκιμάσει γιατί του είπανε, λέει, κάτι για ασιατικά μυστήρια και τα τοιαύτα! Ας γελάσω, χα, χα, χα! Εγώ λέω να του το δοκιμάσουμε εμείς, τι λέτε;»

«Ναι», «ναι», «δώσε» «βάλε», απαντούν κάποιοι, ενώ όλο και περισσότεροι προσέχουν το εν εξελίξει χαριτωμένο επεισόδιο.

Ο ξανθωπός κάνει ένα παρακινητικό νεύμα στον σχεδόν τεράστιο και εκείνος σηκώνει το φιαλίδιο και πίνει μια γερή γουλιά.

Για μια στιγμή μένει ακίνητος. Μετά ανοίγει διάπλατα τα μάτια του όπου ένας προσεκτικός παρατηρητής θα διέκρινε δύο κοχλιοειδείς όφεις να περιστρέφονται βουστροφηδόν. (Ας σημειώσουμε όμως ότι οι προσεκτικοί παρατηρητές σπανίζουν αυτήν τη στιγμή στο οινοποτείο). Μετά, ένα όλβιο χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό του.

 Ύστερα ομιλεί και λέει με πειστική μακαριότητα:

«Με λένε Κάνθαρο και είμαι καλά!»

Αυτές οι λέξεις και κυρίως το ευτυχές ύφος του συντρόφου του, οδηγούν τον αυτιά με το ανήσυχο βλέμμα στο να ξεπεράσει τους έμφυτους ενδοιασμούς του και να αρπάξει το φιαλίδιο από το χέρι του Κάνθαρου.

«Υγιαίνομεν», λέει και κατεβάζει μια επίσης ικανοποιητική δόση.

«Εις υγείαν», του απαντούν οι από κάτω.

Αυτή τη φορά δεν είναι αναγκαίοι οι τυχόν προσεκτικοί παρατηρητές. Οποιοσδήποτε μπορεί να δει τα ώτα του αυτιά, τα οποία, αφού πρώτα πέσουν σαν μαραμένα φύλλα, αρχίζουν να ανασηκώνονται αργά, ως ιστία αποπλεούσης τριήρους, κοκκινίζοντας όλο και πιο έντονα.

«Είμαι ο Σωσίβιος», αναφωνεί το άλικο ιστιοφόρο. «Μέχρι στιγμής ήμουν ανήσυχος και ανιχνευτικός σωματοφύλακας. Τώρα είμαι απλώς αλλού!»

Οι καταπόσεις έχουν πλέον τραβήξει το ενδιαφέρον ολόκληρης της αίθουσας.

Μερικοί χειροκροτούν, άλλοι ποδοκροτούν, άλλοι απλώς επιδοκιμάζουν, άλλοι πάλι, θέλουν να δοκιμάσουν κι αυτοί. Μια παρέα νεαρών στο βάθος αρχίζει να φωνάζει χορηδόν: «Κέ-ρα-σμα, κέ-ρα-σμα!»

Ο ανοιχτόχρωμος νεαρός μοιάζει να έχει μια ιδέα. Κάνει νόημα στον κάπελα που έχει εμφανιστεί στην πόρτα της κουζίνας για να δει τι τρέχει, και καθώς αυτός πλησιάζει του παραγγέλνει μια μεγάλη γαβάθα κρασί, την πιο μεγάλη που διαθέτει, και μια κουτάλα.

«Έγινῐε», απαντάει εκείνος και εξαφανίζεται προκειμένου να επιστρέψει σε λίγο κρατώντας με τη βοήθεια ενός σερβιτόρου ένα είδος γαλατικής χύτρας γεμάτης με αραιωμένο κοκκινέλι.

Ο ξανθωπός στηρίζεται στο τραπέζι και σηκώνεται όρθιος. Ύστερα κάνει δύο πράγματα στη σειρά:

Πρώτα απευθύνεται στο κοινό του οινοποτείου.

«Κέρασμα θέλετε; Εντάξει, κάτι μπορεί να γίνει!»

Ξεταπώνει το φιαλίδιο που κρατάει ο ίδιος και το σηκώνει ψηλά, έτσι ώστε να θαυμάσουν όλοι τις χρυσαφιές του ανταύγειες∙ μετά το αναποδογυρίζει στη χύτρα. «Πιάσε την κουτάλα, ανακάτεψέ το καλά και γέμισέ τους τα ποτήρια», λέει στον κάπελα.

Από κάτω σηκώνεται αν όχι μια θύελλα, τουλάχιστον μία βροχή επιδοκιμασιών και εγκρίσεων.

Ύστερα ο νεαρός παίρνει από τα χέρια του αποσβολωμένου Σωσίβιου το φιαλίδιο με την εναπομείνασα αιρετική Χαχόμα και το κατεβάζει μονοκοπανιά, σα να ήταν σκυθική ¨βότακα¨.

Αισθάνεται τα μάτια του να διαστέλλονται. Για μια στιγμή αισθάνεται κάτοχος του απώτερου νοήματος της Ζωής και του Σύμπαντος και των Πάντων, αλλά δυστυχώς δεν διαθέτει τις κατάλληλες λέξεις για να κοινοποιήσει αυτήν την στιγμιαία ενόραση στους συνανθρώπους του. Ωστόσο τον καταλαμβάνει μια έντονη ανάγκη να δηλώσει κάτι, οτιδήποτε, ο, τι του έρχεται πρώτο στο στόμα:

«Είμαι ο Άρπαλος και από μένα μπορείτε να τα περιμένετε όλα» λέει. «Πράγματι, είμαι εδώ, στα Σούσα για να συμμετάσχω σε μία συνομωσία!»

Εάν οι συνθήκες που επικρατούν αυτήν τη στιγμή στο εσωτερικό του οινοποτείου ήταν φυσιολογικές, ίσως κάποιος να αντιδρούσε σε αυτές τις δηλώσεις και να υπέβαλε στον δηλωσία κα’να διευκρινιστικό ερώτημα, του τύπου:

¨Συγγνώμη κύριε Άρπαλε, για ποια συνομωσία είπατε;¨

ή ακόμη και:

¨Μα, είστε ο Άρπαλος του Μαχάτα; το γνωστό μέλος του στενού κύκλου του βασιλιά Αλέξανδρου;¨

Όμως οι θαμώνες είναι απασχολημένοι, άλλοι να σχηματίζουν μια διεκδικητική θορυβώδη ουρά μπροστά στη χύτρα και άλλοι να γεμίζουν και να καταναλώνουν ήδη το μείγμα που τους προσφέρει ο εστιάτορας με την κουτάλα. Αυτοί οι τελευταίοι δεν αποσβολώνονται, δεδομένου ότι η Χαχόμα που καταπίνουν είναι αρκούντως αραιωμένη (θα πέσουν ξεροί λίγο αργότερα), αλλά επιδίδονται σε μια σειρά απρόβλεπτων όσο και αυθόρμητων συμπεριφορών που επαυξάνει κατακόρυφα το γνωστό χάος του οινοποτείου.

Ωστόσο, υπάρχει τουλάχιστον ένας που παρατηρεί εξεταστικά τις εξελίξεις. Πρόκειται φυσικά για τον Οινοκράτη, ο οποίος δεν παρατηρεί μόνον, αλλά και κρατάει σημειώσεις. Για να τα καταφέρει χρησιμοποιεί μια πλακέτα αλειμμένη με κερί γραφής (που έβγαλε απ’ το σάκο του) και το μικρό στιλέτο με τη βοήθεια του οποίου ξεκοκάλιζε πριν λίγο τα πιτσουνάκια.

Στην πλακέτα έχει ήδη αναγράψει τα εξής:

Κατάποση αμιγούς αιρετικής χαχόμας από τρεις εθελοντές:

Ποσότης: Λίγοι κυβικοί δάκτυλοι έκαστος (περίπου ένα τρίτο του φιαλιδίου).

Ορατές  επιπτώσεις:

α. Αποσβόλωση; ναι

β. Απουσία από τα εδώ δρώμενα και προσωρινή μετάβαση σε άγνωστες σφαίρες της ύπαρξης; πιθανόν

γ. Παραληρηματικές ανακοινώσεις; μάλλον

δ. Επαληθ…

Σε αυτό ακριβώς το σημείο συνειδητοποιεί τις δηλώσεις του τρίτου εθελοντή πότη, που μόλις άκουσε. Ανασηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζει τον προσωρινά αποχαυνωμένο.

Μα ναι, αυτό το όνομα το έχει ξανακούσει. Άρπαλος! Το αναφέρει που και που ο Εύελπις. Συχνά με απέχθεια και ακόμη πιο συχνά με περιφρόνηση. Μα δεν είναι ο χωλός φίλος του Αλέξανδρου, αυτός που ήταν μπλεγμένος σε ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο;

Μα ναι, αυτός είναι!

Τι θέλει άραγε εδώ πέρα και μάλιστα υποδυόμενος τον έμπορο;

Αλλά… είπε, (δεν είπε;) και κάτι για μια συνομωσία που εξυφαίνεται…

Ο Οινοκράτης μαζεύει βιαστικά τα πράγματά του και λέει ψιθυριστά στο αυτί του Χοντρόη: «Δικέ μου, πρέπει να φύγω αμέσως. Συμβαίνει κάτι σημαντικό και πρέπει να ειδοποιήσω τον Εύελπι. Πληρώνω το λογαριασμό και έφυγα. Εσύ μείνε και παρατήρησε προσεκτικά τι θα γίνει στη συνέχεια. Θα μου τα πεις αναλυτικά στο σπίτι».

«Έσο ήσυχος» του απαντά καθησυχαστικά ο Ασιάτης. «Παπαρατηρήσω πάπαντα»

king-of-wine1

Όπως θα έχετε παρατηρήσει και εσείς, ιστοριόφιλοι αναγνώστες, ο Χοντρόης έχει μια προφανή αδυναμία στις συλλαβές πα, και πο και πι, τις οποίες, ποιος ξέρει για ποιο λόγο, θεωρεί ως απαραίτητες συνιστώσες της ελληνικής γλώσσας. Δεν χάνει λοιπόν ευκαιρία να τις αρθρώνει, συνήθως ως διακοσμητικό αναδιπλασιασμό μπροστά από λέξεις που περιέχουν ένα τουλάχιστον πι και που τον εμπνέουν. (Ο Οινοκράτης πιθανολογεί ότι ο παλιότερος έλληνας αφέντης του Σφαιροειδούς, εκείνος κοντά στον οποίο έμαθε τα ελληνικά(;), πρέπει κατά κάποιο τρόπο να τραύλιζε).

Απόψε όμως ο Χοντρόης δεν έχει ανάγκη από τέτοιες λέξεις-αφορμή προκειμένου να εκφέρει μια ολόκληρη ακολουθία από πιποφόρα επιφωνηματικά, όπως:

«Πα πα πα πά!!!»,

«Πω πω πω πω!!!»,

καθώς και άλλα παραπλήσια.

Το θέαμα-ακρόαμα που μπορεί να απολαύσει όποιος, μη έχοντας υποστεί την επιρροή της αιρετικής Χαχόμα, είναι σε θέση να παίξει το ρόλο του (νηφάλιου) θεατή-ακροατή, είναι ομολογουμένως απολαυστικό!

Συγκεκριμένα:

Ορισμένοι θαμώνες, μόλις καταπιούν γουλιές από το κέρασμα, παρουσιάζουν την τάση να εξομολογηθούν αυθορμήτως τις στιγμιαίες έλξεις ή απωθήσεις που τους εμπνέει ο πλησιέστερος άλλος (ενδιαφέρον- αδιαφορία, συμπάθεια-αντιπάθεια, έλξη-απώθηση, κλπ. ). Όλα αυτά εκφέρονται ως επί το πλείστον με επιφωνήματα, τα οποία ως ευκόλως εννοούμενα, λέω να παραλείψω.

Αυτός ο άλλος όμως, ούτε κολακεύεται ούτε θυμώνει, αλλά διατυπώνει με τη σειρά του, όσο πιο φωναχτά μπορεί, την αντίστοιχη άποψή του στον προηγούμενο, εάν βέβαια αυτός είναι ακόμη εκεί και δεν έχει μετακινηθεί  ώστε να βρει κάποιον τρίτο για να του την πει κι αυτουνού με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό.

Βέβαια η επιλογή του καθένα δεν είναι τελείως τυχαία, δεδομένου ότι, για παράδειγμα, οι απλοί φαλαγγίτες, προτιμούν να την πουν στους λοχίες και τους λοχαγούς τους.

Πάντως, σιγά σιγά, το πολυπληθές ανδρικό κοινό του οινοποτείου (με κάποιες βέβαια εξαιρέσεις) καταλήγει να εκφράζει τον ενδόμυχο και απαλλαγμένο αναστολών θαυμασμό του, συγκεντρωμένο γύρω από τις σχετικά λίγες σερβιτόρες και καλλιτέχνιδες του προσωπικού. Αυτές, αν και δεν έχουν πιει από τη χύτρα, ενθουσιάζονται από την αποψινή ανταπόκριση στην γοητεία τους και επιδίδονται σε ακραίους ακκισμούς και τσαλιμάκια.

Οι λικνιστικές αυτές κινήσεις δεν αργούν να μετατραπούν σε χορό, ο οποίος επίσης δεν αργεί να εξελιχθεί σε συλλογικό κωμικό χορόδραμα με τη συνοδεία αυτοσχέδιων κρουστών οργάνων (τραπέζια, σκαμνιά, πλάτες, γλουτοί ή κεφαλές παρακειμένων συνδαιτυμόνων).

Οι μόνοι που δεν συμμετέχουν είναι οι τρεις έλληνες που έχουν πιει την αναραίωτη Χαχόμα, οι οποίοι έχουν μεν καταρρεύσει  εξαντλημένοι στα καθίσματά τους, αλλά κάθε τόσο αναδεύονται και εξαπολύουν ψιθυριστά κάποια επιπλέον εξομολόγηση που δεν ακούγεται.

Σε μια στιγμή ένας αξύριστος σωματώδης οδοιπόρος πλησιάζει τον Χοντρόη και αρχίζει να του εκφράζει τον ανυπόκριτο θαυμασμό για την έλξη που ασκούν οι τέλειες ομόκεντρες καμπύλες του.

«Πα πα πα!» αντιδρά εκείνος και αποδρά ολοταχώς από το οινοποτείο, χάνοντας έτσι την τελική φάση του επεισοδιακού συμβάντος, η οποία δεν θα αργήσει να επέλθει:  Ενώ όλα δείχνουν ότι το παράξενο γλέντι θα εξελισσόταν σε ένα μεγαλοπρεπές αυτοσχέδιο όργιο, οι συμμετέχοντες αρχίζουν να πέφτουν ένας ένας σε ξαφνικό, βαθύ, ληθοφόρο λήθαργο, με τελικό αποτέλεσμα οι θηλυκές πρωταγωνίστριες να απομείνουν  ολομόναχες, μάλλον απογοητευμένες και επιπλέον με τον Κορίνθιο να τους φωνάζει ότι κάποτε επιτέλους πρέπει να μπει κάποια τάξη εκεί μέσα!

snap

[1] Τραγήματα: Μεζέδες, προσφάγια.

[2] Πρωϊνός Ακρατισμός: Ψωμί βουτηγμένο σε άκρατο (μη αραιωμένο) κρασί, συνηθισμένο ελληνικό πρωϊνό.

[3] Άριστον: Το μεσημεριανό γεύμα.

[4] Άρτυμα: Καρύκευμα, μυρωδικό.

[5] Σκύφοι άωτοι: Ευρύχωρα κωνικά ποτήρια χωρίς αυτιά-λαβές.

[6] Γάρος ή γάρον: Δημοφιλής κατά την αρχαιότητα σάλτσα, με βάση μικρά ψάρια διατηρημένη στο αλάτι και αραιωμένη με νερό, ή κρασί, ή λάδι.

[7] Καυσία: Ένα είδος αρχαιοελληνικού ¨σομπρέρο¨ (με την ίδια εξάλλου λειτουργία, την προστασία από τον ήλιο και τον καύσωνα) στο οποίο είχαν αδυναμία οι Μακεδόνες. Εξ αιτίας αυτού του καπέλου οι Πέρσες αποκαλούσαν τους Μακεδόνες  Yauna takabara , δηλαδή Έλληνες με καπέλα σε μέγεθος ασπίδας.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Άρπαλος

Posted by vnottas στο 17 Αυγούστου, 2015

Μέρος Β, Κεφάλαιο έκτο           

Όπου ενώ μια ακόμη άμαξα φτάνει στα Σούσα, ο Άρπαλος συλλογιέται…

 view_33_87035749

Αργά το πρωί εκείνης της ίδιας μέρας, καθώς ο Καλλισθένης και ο Εύελπις περιηγούνται τα άδυτα του θησαυροφυλακίου, καθώς ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης εκτελούν τα χαχομικά τους πειράματα και καθώς η μεταφορική άμαξα με τον Ευρυμέδοντα και το Πουλχερίδιον κατευθύνεται με καθυστέρηση μόλις μιας νύχτας στην νότια είσοδο της πόλης των Κρίνων, στην βορειοδυτική πύλη, εκείνη στην οποία καταλήγει  η ¨βασιλική οδός¨ που έρχεται από την Βαβυλώνα, πλησιάζει ακόμη μια αρμάμαξα[1]. Είναι μια μεγάλη και καλοφτιαγμένη περσική κατασκευή, που την σέρνουν τρεις εύρωστοι ίπποι ζεμένοι με τον σκυθικό τρόπο.

Τρείς είναι και οι επιβάτες.

Ο ηνίοχος, κάτω από ένα υπερμέγεθες ψάθινο καπέλο στηριγμένο σε δυο επίσης τεράστια αυτιά, ξεφωνίζει παροτρύνσεις που, αν κρίνει κανείς από την αντίδραση των αλόγων, πρέπει να είναι αρκούντως εκνευριστικές. Τα άλογα εν τέλει εκτονώνονται καλπάζοντας προς τα μπρος, ενώ το κιτρινωπό τοπίο φεύγει γλιστρώντας γοργά προς τα πίσω.

Δίπλα του, αδιαφορώντας για τους θορύβους και τα σκαμπανεβάσματα,  λαγοκοιμάται ένας γίγαντας μετρίου (για γίγαντες) μεγέθους . 

Στο τμήμα των επιβατών της καρότσας βρίσκεται ο τρίτος της παρέας, ο νεότερος, με μαλλιά ανοιχτόχρωμα και μάτια επίσης κλειστά. Μόνο που αυτός δεν κοιμάται. Σκέφτεται. Τα ταξίδια του δημιουργούν πάντοτε σκέψεις, κυρίως απολογιστικές, ανασκοπητικές, αυτό-εξομολογητικές. Όταν ταξιδεύει τις αντέχει περισσότερο.

21-7

Είπα αυτό το ταξίδι να το κάνω ως άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Στην περίπτωσή μου μαθαίνεις περισσότερα όταν οι άλλοι δεν ξέρουν ποιος είσαι…

Ποιος είσαι άραγε Άρπαλε;

Είσαι ο Άρπαλος ο γιος του  Μαχάτα, ο Ελιμιώτης από την Αιανή; Αυτός που ο Μαχάτας τον ήθελε Μαχάτα κι αυτόν, ένα μικρό είδωλο του εαυτού του, κι όταν είδε ότι  το βρέφος είχε το ένα ποδάρι κοντύτερο από τ’ άλλο και ούτε δρομέας, ούτε άλτης, ούτε παλαιστής, ούτε βέβαια καβαλάρης μαχητής θα γινόταν ποτέ, τον ξέχασε κι αδιαφόρησε ολότελα γι αυτόν;

Είσαι ο Άρπαλος, που αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, πιτσιρίκος κι αυτός τότε -μόλις λίγο μεγαλύτερός σου-, αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος να σε προστατεύει από τις καζούρες και τα άγρια αστεία των άλλων αρχοντο- πιτσιρικάδων, αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος να πατήσει πόδι και να πει: χωρίς αυτόν εδώ το μικρό μου φίλο, ούτε κι εγώ εντάσσομαι στους ¨βασιλικούς παίδες¨, αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, είναι σίγουρο πως θα σε εξαιρούσαν απ’ την αυλή του Φίλιππου και θα σ’ έδιωχναν χωρίς πολλές κουβέντες και δίχως βέβαια ο Μαχάτας να διαμαρτυρηθεί για την προσβολή! Αυτός ο Άρπαλος είσαι;

Την προσβολή! Χα! Τώρα που δεν είσαι πια ούτε παιδί ούτε αφελές μειράκιον, ξέρεις ότι οι ¨παίδες¨ της αυλής των βασιλέων δεν είναι μόνο προνομιούχα τέκνα των αρχόντων της επαρχίας που ανατρέφονται μαζί με τους διαδόχους για να προετοιμάσουν την αυριανή αυλή, αλλά, κυρίως, είναι όμηροι του άρχοντα που το παίζει βασιλιάς, έτσι ώστε οι ήσσονες  ισχυροί της περιφέρειας να μη του κουνιούνται και να μην τον αμφισβητούν.    

1270645791465_3

Μα όχι δικέ μου, εσύ είσαι ο Άρπαλος ο Μακεδόνας, ο ευπατρίδης, ο ταξιδεμένος, ο κολλητός του βασιλιά Αλέξανδρου!

Κολλητός; Δε θα ’λεγα. Όχι πια. Εκείνος δεν είναι πλέον εδώ, εκείνος είναι αλλού, εκείνος έχει πάει να κατακτήσει την οικουμένη. Δεν έχει καιρό πια για τον μικρό του φίλο. Τι κι αν φροντίζει να σου αναθέτει αρμοδιότητες και καθήκοντα. Χωρίς καν να σε ρωτήσει.

Παραπονιέσαι; Ναι, όταν είσαι μόνος σου, ή ακριβέστερα όταν ξεμένεις με τα χλωμά σου φαντάσματα, αυτά που, απρόσκλητα, σε συνοδεύουν και σε περιγελούν και σφυρίζουν σα φίδια στα αυτιά σου, τότε μπορεί και να παραπονιέσαι.

Κι όμως, εκείνος σου έδωσε τη μεγαλύτερη εξουσία μετά από τη δική του. Ίσως, στο μέλλον, ακόμα μεγαλύτερη κι απ’ τη δική του. Εκείνος είναι πολεμιστής και βασιλιάς, έχει στρατεύματα και υπουργούς και συμβούλους. Εσένα σου έδωσε το χρήμα, τον πλούτο, τον αμύθητο πλούτο της Ασίας. Ο Άρπαλος ο επί των χρημάτων!

Χρήματα! Θυμάμαι, έχουν περάσει μόλις λίγα χρόνια κι ας μοιάζουν αιώνες, που ήμουν στην Αθήνα, πριν ακόμη ξεκινήσει η εκστρατεία. Θυμάμαι ότι είχα βρεθεί εκεί ακολουθώντας την παραίνεση του Αριστοτέλη ότι  ¨η άγρα της γνώσης απαιτεί  κίνηση, θέλει ταξίδια¨. Κι εγώ είχα βαλθεί να σπουδάσω τη ζωή ταξιδεύοντας, έστω κούτσα κούτσα∙ και όπως είναι λογικό, ¨εξ Αθηνών άρξασθαι¨.

Οι Αθηναίοι είναι εκείνοι που περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα ξέρουν τη δύναμη και τα όρια του πλούτου. Θυμάμαι πόσο είχα γελάσει και πόσο είχα προβληματιστεί όταν στο θέατρο του Διονύσου είχα παρακολουθήσει ένα έργο για τον Πλούτο, γραμμένο από αυτόν τον παλιό θεομπαίχτη, τον Αριστοφάνη. Ο Πλούτος δεν ήταν παρά ένας θεός θεόστραβος, που καταλήγει πάντα στα χέρια των κακών και των ανάξιων.

Κάτι τέτοιο εξάλλου πιστεύαμε και όλοι εμείς (όλοι εσείς είναι ορθότερη διατύπωση), εμείς, η συντροφιά των ¨βασιλικών παίδων¨ του Φιλίππου, όταν συζητούσαμε για τη ζωή που μας περιμένει και τη στάση μας απέναντί της. Εσείς τον κόσμο θα τον κατακτούσατε με την τόλμη και την γενναιότητα στο πεδίο της μάχης, όπως οι ανένδοτοι Σπαρτιάτες τους οποίους ενδόμυχα θαυμάζετε. Εμένα οι Σπαρτιάτες θα με έριχναν στον Καιάδα και θα ξεμπέρδευαν. Το Χρήμα ήταν δευτερεύον. Το πολύ πολύ να μπουκώναμε μ’ αυτό τους μέτοικους των πόλεων για να κάθονται ήσυχοι και να μην συνωμοτούν.

Και όμως, τι ειρωνεία! Εδώ στην Ασία, ο τριφηλός πλούτος, το προϊόν, όπως και να το κάνουμε, της τόλμης και της γενναιότητάς σας, έρχεται να κατακάτσει στην αγκαλιά του Άρπαλου του Χωλού!

Θα έπρεπε να υποκλιθώ εδαφιαία όταν ο Αλέξανδρος με όρισε Ύπατο διαχειριστή των χρημάτων;  Θα έπρεπε να πέσω χάμω γονυπετής; Ή μήπως θα έπρεπε να ευχαριστήσω με τον περσικό τρόπο έρποντας στο δάπεδο; Δεν έκανα τίποτα απ’ όλα αυτά.. Ήμουνα συνεπής με τις δικές σας απόψεις για τον Πλούτο. Δεν τον υπερεκτιμούσα.

Θα έπρεπε ίσως να αρνηθώ; Δεν έκανα ούτε αυτό.

Έπρεπε να δοκιμάσω, να πειραματιστώ. Τι σόι εξουσία, τι σόι ικανοποίηση, τι σόι  πλήρωση και ευτυχία σου δίνει η κατοχή και η κατανάλωση του μεγάλου πλούτου.

Αποδέχτηκα το διορισμό, ενώ οι εσείς οι άλλοι ξεκινούσατε και πάλι ακάθεκτοι κυνηγώντας την ουρά της ιπτάμενης πτερωτής Νίκης στα πέρατα του κόσμου.

Έφερα εταίρες, έφερα κρασιά, έφερα ζώα και φυτά από τα πάτρια  εδάφη για να δω αν πιάνουν εδώ, έφερα και βιβλία, γιατί εκείνος, όταν θέλει να διαβάσει, σ’ εμένα απευθύνεται. Δεν αντέδρασε κανείς.

Έκανα συμπόσια και γλέντια και όργια που θα μείνουν ιστορικά, αλλά και πάλι, εκτός από κάτι πιστούς σκύλους, φανατικούς και αιθεροβάμονες σαν τον Καλλισθένη, που κάτι άρχισαν να σχολιάζουν και να διαμαρτύρονται, οι άλλοι μιλιά! Μερικοί χωριάτες της φάλαγγας με χειροκρότησαν κιόλας. Αυτός ναι, ξέρει να είναι κατακτητής, σιγανο-ψιθύριζαν μεταξύ τους.

Λένε ότι, όταν πήρα όσα τάλαντα μπόρεσα και την κοπάνισα για τα Μέγαρα, κι από κει -φυσικά- για την Αθήνα, ήταν το φιλαράκι μου ο Ταυρίσκος[2], ο κακός που με παρέσυρε.

Δεν είναι αλήθεια. Εγώ τον παρέσυρα γιατί χρειαζόμουν ένα βοηθό κι έναν παθιασμένο  συνένοχο που να κρατάει το ηθικό μου ψηλά. Γιατί, μα τον Δία, ο Ταυρίσκος όντας εκ γενετής  φτωχός και κακομοίρης λατρεύει το Χρήμα ανεπιφύλακτα. Να το έχει και να το ξοδεύει. Χωρίς φιλοσοφικές απορίες, ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Ελπίζω να το γλεντάει το μερίδιό του, αν και, εδώ που τα λέμε, άλλο η Ήπειρος, όπου έχει καταφύγει και άλλο η Αθήνα, όπου βρέθηκα τελικά εγώ.

Στην Αθήνα επιτέλους και πάλι. Στο κλεινόν άστυ, όπου γλεντούσα και γελούσα, καθώς σκεφτόμουν τα ¨επιγραμματικά¨ των ιστορικών του μέλλοντος: Αλέξανδρος ο μέγας Κατακτητής, Άρπαλος ο μέγας Άρπαγας! Ποια η διαφορά; Λίγοι δάκτυλοι μείον στο πόδι του δεύτερου.

Στην Αθήνα, γελώντας σαρκαστικά και περιμένοντας τις αντιδράσεις τους, την αντίδραση εκείνου…

Και μα τους Αρχιδαίμονες και τα μικρά δαιμόνια μαζί, εκείνος αυτή τη φορά αντέδρασε… Αλλά πώς;

Σάμπως επικήρυξε τον μεγάλο κλέφτη Άρπαλο που άρπαξε τα τάλαντα κι έφυγε; Σάμπως ζήτησε την έκδοσή του από τους άσπονδους φίλους του, τους Αθηναίους; Μήπως με εξόρισε δια παντός;

Τίποτα από όλα αυτά. Η τιμωρία που μου επέβαλε ήταν πρωτότυπη.

Με συγχώρεσε! Και όχι μόνον αυτό. Μου επέτρεψε να γυρίσω στα κατακτημένα βασίλεια. Σαν να μην συνέβαινε τίποτα… ή σαν να αδιαφορούσε πλήρως, ό, τι κι αν έκανα!

Μα τι, μα τον Ερμή τον Παμπόνηρο, πρέπει να κάνει κανείς για να τραβήξει επιτέλους την προσοχή; Ή εγώ την προσοχή δεν την αξίζω;

Αμ’ κάνετε λάθος φιλαράκια εταίροι, κι εσύ αλλοπαρμένε Καλλισθένη, αν νομίζετε ότι επιτηρώντας με θα με εξουδετερώσετε, Είμαι πάλι εδώ, με μεγαλύτερη όρεξη αυτή τη φορά. Να είστε σίγουροι ότι αργά η γρήγορα θα σας κάνω και πάλι να εκπλαγείτε.07dechirico

Την προηγούμενη νύχτα έβρεξε κι εδώ κι εκεί λούμπες νερό αντανακλούν τον πρωινό ήλιο. Πάντως, το τρί-ιππο αμάξι κυλάει γοργά προς τα Σούσα. Κατά πάσα πιθανότητα το μεσημέρι θα είναι εκεί.

*****

[1] Αρμάμαξα: Κλειστή άμαξα για επιβάτες ή φορτία.

[2] Η μόνη αναφορά στον Ταυρίσκο που βρήκα, βρίσκεται στην Αλεξάνδρου Ανάβαση του Αριανού (3ο βιβλίο, παρ.6η) και είναι η ακόλουθη: «ὀλίγον δὲ πρόσθεν τῆς μάχης τῆς ἐν Ἰσσῷ γενομένης ἀναπεισθεὶς πρὸς Ταυρίσκου ἀνδρὸς κακοῦ Ἅρπαλος φεύγει ξὺν Ταυρίσκῳ. καὶ ὁ μὲν Ταυρίσκος παρ᾿ Ἀλέξανδρον τὸν Ἠπειρώτην ἐς Ἰταλίαν σταλεὶς ἐκεῖ ἐτελεύτησεν».

(Συνεχίζεται… Στο επόμενο Μέρος Β΄ Κεφάλαιο έβδομο. Στο οινομαγειρείο της Βαβυλωνίου Πύλης)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Β, κεφάλαιο πέμπτο: Τα μάρμαρα , η εισβολή

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2015

images (24)

Μέρος Β΄ Κεφάλαιο πέμπτο

Αφηγείται ο  Εύελπις (συνέχεια): Μάρμαρα, άλλα κλοπιμαία και μια ένοπλη εισβολή

Προχωρώντας προς την ¨Αίθουσα των Ελλήνων¨ είχα την ευκαιρία να ρωτήσω τον Καλλισθένη για κάτι άλλο, μια απορία που μου είχε δημιουργηθεί το πρωί, αλλά δεν είχα μέχρι στιγμής την ευκαιρία να του ζητήσω να μου την διευκρινίσει.

«Γιατί είπες στη Σισύγαμβρη ότι μπορεί να φύγεις; Υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο;»

Κοντοστάθηκε, έριξε μια ματιά γύρω, στο διάδρομο που αυτή τη στιγμή ήταν άδειος,  με κοίταξε προσεκτικά και έμεινε για λίγο σιωπηλός.

«Σήμερα το πρωί», μου είπε τελικά, «έλαβα μια επιστολή από τον Αριστοτέλη. Απαντά σε μια προγενέστερη δική μου, όπου τον ενημέρωνα για τα τελευταία γεγονότα, την προέλαση του στρατεύματος, την πτώση των περσικών μητροπόλεων και τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί εδώ. Ο Αριστοτέλης κρίνει ότι οι εξελίξεις έχουν επιταχυνθεί και ότι επίκεινται επιπτώσεις στη ζωή και τηνιστορία των ελλήνων. Το να είναι οι επιπτώσεις αυτές θετικές και γόνιμες εξαρτάται από όλους εμάς.

Καταλήγοντας μου ζητάει να συναντηθούμε και ρωτάει αν θα μπορούσα να βρω κάποιο τρόπο να επισκεφτώ την Αθήνα το συντομότερο.  Να συζητήσουμε και να ανταλλάξουμε πληροφορίες και απόψεις».

«Ναι, όμως…»

«Έχεις δίκιο, με τις τρέχουσες συνθήκες δε μπορώ να μετακινηθώ, εκτός και…». Είχαμε φτάσει μπροστά σε μία ακόμη πόρτα. «Θα σου εξηγήσω», είπε και την έσπρωξε.

Βρεθήκαμε σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου απ’ ότι φαίνεται οι τακτοποιήσεις είχαν ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα ο χώρος να είναι μεν γεμάτος αντικείμενα, αλλά άδειος από ανθρώπους. Άναψα μερικούς πυρσούς για να βελτιώσω την ορατότητα και πήρα μια βαθειά ανάσα. Ένα μαγικό σκηνικό που μύριζε πατρίδα αναδύθηκε μπροστά μου. Αγάλματα, κοσμήματα, κομψά κεραμικά παντός είδους, μια γωνιά της Ελλάδας φυλακισμένη μέσα στο περσικό παλάτι.

Με συνεπήρε μια γλυκόπικρη αίσθηση νοσταλγίας, την οποία ανέκοψε ο Καλλισθένης οδηγώντας με σε ένα συγκεκριμένο σημείο στο βάθος της αίθουσας. Εκεί, πάνω σε μαρμάρινα βάθρα ύψους πέντε περίπου ποδών, ήταν τοποθετημένες, πλάι πλάι, δύο ευμεγέθεις χάλκινες προτομές. Δύο άνδρες, ένας νεότερος κι ένας πρεσβύτερος. Καλαίσθητη αθηναϊκή γλυπτική, τίποτα παραπάνω.

«Τους αναγνωρίζεις;», με ρώτησε.

Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.

«Αυτό σημαίνει ότι στα μεταγενέστερα αγάλματά τους, τα οποία σίγουρα γνωρίζεις, χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά μοντέλα, πιθανώς πιο όμορφα».

Πήρε έναν πυρσό από τον τοίχο και τον πλησίασε στις προτομές, έτσι μπόρεσα να διαβάσω τις επιγραφές στη βάση τους: ¨Αρμόδιος¨ στη μια και ¨Αριστογείτων¨ στην άλλη.

«Μη μου πεις! Οι τυραννοκτόνοι!»

«Ε, ναι! Πρόκειται για ό, τι το πιο συμβολικό από τα λάφυρα που πρόλαβε να πάρει μαζί του ο Ξέρξης, όταν τελικά έφυγε κυνηγημένος από τα μέρη μας[1]».

«Νόμιζα ότι τα αρχικά αγάλματα έμοιαζαν με εκείνα που έφτιαξαν ο Κριτίας και ο Νησιώτης μετά τη νικηφόρα ναυμαχία στη Σαλαμίνας∙ βρίσκονται σε περίοπτο σημείο της Αγοράς της Αθήνας και τα θαυμάζουν όλοι όσοι περνούν από εκεί».

350px-Die_Ermordung_des_Hipparchos

«Εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι αυτά εδώ είναι τα αρχικά, και επομένως απεικονίζουν πιστότερα τα χαρακτηριστικά των  τιμώμενων ανδρών.

»Τα αγάλματα που ξανάφτιαξαν οι Αθηναίοι σε πείσμα του Ξέρξη και με τα οποία αντικατέστησαν αυτά εδώ, τα έχω δει. Είναι όντως εξαιρετικής ομορφιάς. Συμβολίζουν κυρίως τις νίκες επί των εισβολέων: μας τα κλέψατε; εμείς φτιάξαμε ωραιότερα και μεγαλοπρεπέστερα!

»Αυτά εδώ φιλοτεχνήθηκαν πολύ πιο παλιά για να τιμήσουν κυρίως τη νεότευκτη ή μάλλον την υπό δημιουργία, τότε, Δημοκρατία, το αγαπημένο πολίτευμα των Αθηναίων, αν και, μεταξύ  μας, πολλά και αντιφατικά λέγονται για τους πραγματικούς λόγους που δολοφονήθηκε ο εν λόγω τύραννος, πριν έρθει η εποχή του Κλεισθένη και αργότερα του Περικλή. 

«Για πες μου, τι ακριβώς έγινε;», η περιέργειά μου είχε εξαφθεί.

«Γι αυτό το θέμα υπάρχουν πολλές μαρτυρίες στη βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη, στην Αθήνα. Όταν βρεθείς πάλι εκεί είμαι βέβαιος ότι θα χαρεί να σου επιτρέψει να ψάξεις. Όμως…»

Έγινε πάλι σκεπτικός.

«Όμως Εύελπι, νομίζω ότι αυτές οι προτομές μπορεί να μου δώσουν την ευκαιρία να υλοποιήσω τ