Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Κάνθαρος’

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο: Ώρα για αποφάσεις (και τεχνάσματα)

Posted by vnottas στο 8 Αύγουστος, 2018

Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο (τελευταίο):

Ώρα για αποφάσεις και τεχνάσματα

(αφηγείται ο Εύελπις) 

images (32)

«Λοιπόν; Τι κάνουμε;», ρωτάει ο Ευρυμέδοντας.

«Εσείς οι τέσσερις θα μείνετε εδώ. Για όσο χρειαστεί», λέω στους νεοαφιχθέντες. «Χωρίς να κάνετε την παραμικρή φασαρία. Προσέξτε αυτή την πόρτα. Κρατήστε την αμπαρωμένη. Εάν από την άλλη μεριά προκύψουν φρουροί, για να την ρίξουν θα χρειαστούν κάποιο χρόνο. Ειδοποιείστε με αμέσως. Ένας από σας, ο πιο αετομάτης να παρακολουθεί από το παράθυρο τι γίνεται έξω. Δεν είναι πολύ πιθανό, αλλά δεν αποκλείεται να εμφανιστούν φρουροί και από εκεί. Εγώ κι ο Καλλισθένης επιστρέφουμε στο δωμάτιό του. Έχουμε να πούμε ακόμη μερικά πράγματα. Λίγα. Εσύ Οινοκράτη έλα μαζί μας. Φέρε και ό, τι απόμεινε από τον Δυσαρεστημένο. Κάνθαρε, δώσ’ του ένα χέρι».

Ο Οινοκράτης ξέρει πότε πρέπει να δρα άμεσα και πότε τον παίρνει να ξεφουρνίζει τις συνηθισμένες του αντιρρήσεις. Αυτήν τη φορά αρπάζει τη σορό από τις μασχάλες,  χωρίς σχόλια, και με τη βοήθεια του Τεράστιου την μεταφέρουν πίσω στον χώρο απομόνωσης του Καλλισθένη.image002

Ο Καλλισθένης είναι σκεφτικός. Κοιτάζει επίμονα το απλανές βλέμμα του Μακαρίτη, ο οποίος έχει τοποθετηθεί ύπτια πάνω στο κρεβάτι. Σκύβει και του κλείνει τα μάτια.

«Λοιπόν;» μου λέει χωρίς να με κοιτάζει.

«Έχω μια τελευταία πρόταση, Δάσκαλε. Δεν ξέρω ποιος, θεός ή δαίμονας, μου την ενέπνευσε μόλις τώρα! Στην λέω με λίγα λόγια γιατί αν καθυστερήσουμε κι άλλο, σε λίγο θα πάψουμε να έχουμε οποιαδήποτε εναλλακτική λύση.

Σε ρωτώ λοιπόν ευθέως: τι θα έλεγες αν εσύ μεν βρισκόσουν σε έναν τόπο φιλόξενο, γεμάτο σοφούς και καλοπροαίρετους ανθρώπους, ναι αυτόν που σου περιέγραψα πριν, ενώ για όλους τους υπόλοιπους θα είσαι νεκρός; Και επειδή θα είσαι νεκρός δεν θα σε ψάχνουν ούτε θα σε κυνηγάνε; Ίσως συνεχίσουν να σε κατηγορούν, είναι πιθανό γιατί είναι οι ιδέες σου που ενοχλούν, αλλά εσύ θα μπορείς ακόμη να παράγεις και νεοτερισμούς και ιδέες. Και, ίσως, έμμεσα, να μπορείς και να απαντάς.

Βέβαια για το πώς και γιατί πέθανες θα κυκλοφορήσει κάποια επίσημη εκδοχή. Αλλά μπορεί να υπάρξει και ένα δικό σου χειρόγραφο σημείωμα όπου να περιγράφεις τη δική σου άποψη, για το τι πρέπει και τι μπορεί να κάνει όποιος κατηγορείται άδικα από αυτούς που υπηρετεί και θαυμάζει».

Με κοιτάζει χωρίς να μιλάει.

«Δάσκαλε σε παρακαλώ να βιαστείς. Αν επιστρέψουν οι περιπολίες ο Χάροντας θα πρέπει να ψάξει μεγάλη βάρκα για να μας πάει όλους μαζί στο βασίλειο του Άδη».

Είμαι σίγουρος ότι τον πλημμυρίζουν συναισθήματα. Αντιφατικά. Ίσως, ο νεκρός στο κρεβάτι, του κάνει νόημα να πάει μαζί του και ίσως αυτή η έκκληση δεν είναι πια και τόσο ελκυστική. Αυτό θέλω να ελπίζω. Ωστόσο το πρόσωπό του μοιάζει ανέκφραστο, αλλά εγώ που τον ξέρω καλά δε ξεγελιέμαι. Περιμένω.

Εν τέλει, το γνέψιμο της κεφαλής του είναι καταφατικό.

Ο αναστεναγμός μου είναι βαθύς, αλλά δεν αφήνω την ανακούφιση να με απασχολήσει πάνω από μία στιγμή. «Έχε μου εμπιστοσύνη, Δάσκαλε» λέω μόνον.

.Oineus_Staatliche_Antikensammlungen_1905

«Δάσκαλε γδύσου. Εσύ Οινοκράτη φώναξε τον φίλο σου τον Χοντρόη και γύρνα αμέσως εδώ. Μετά απάλλαξε τον Μεταστάντα από όλα του τα ρούχα».

Ο Χοντρόης καταφτάνει τρέχοντας (για να μη πω ¨κυλιόμενος¨, όπως θα έλεγε ο Οινοκράτης).

«Μάζεψε όσους φανούς και πυρσούς, αναμμένους ή σβηστούς, βρεις στους διαδρόμους εδώ γύρω. Φέρε τους εδώ. Αν τυχόν δεις κανέναν αμφορέα με λάδι ή με αυτή την βρωμούσα ουσία που καίνε σ’ αυτά τα μέρη, φερ’ τον κι αυτόν.   Πρόσεξε όμως. Οι φρουροί μάλλον είναι όλοι μαζεμένοι στην άλλη πλευρά του κτιρίου, αλλά μπορεί κάποιος να έχει απομείνει στα πέριξ. Α, και κάτι άλλο: αν βρεις κανένα πυρίμαχο δοχείο, από εκείνα όπου βράζουν τις σούπες φέρ’ το. Θα το χρειαστούμε.

«Θεώρει ήδη άπαν τούτο πεπεπεπραγμένον!» λέει και εξαφανίζεται.ν

Ο Οινοκράτης έχει απαλλάξει τον Αποδημήσαντα από τη στολή του. Την δίνω στον Καλλισθένη και παίρνω τα δικά του ιμάτια. Τα περνάω στον Σικελό και του κάνω νόημα να τα φορέσει στον τεθνηκότα.  Ίσως αυτός  είναι λίγο πιο σωματώδης από τον προϊστάμενό μου, αλλά νομίζω ότι (στην τωρινή του κατάσταση) δεν θα διαμαρτυρηθεί για το στένεμα!  

Έχω ξεχάσει τίποτα; Α, ναι. Και είναι σημαντικό! Γυρίζω προς τον Καλλισθένη και τον παρακαλώ να μου δώσει το δαχτυλίδι του. Μου το δίνει χωρίς να πει λέξη. Το στριμώχνω στο χοντρό δάχτυλο του πτώματος αφού πρώτα το απαλλάξω από μερικά φτηνά μπιχλιμπίδια που προσπαθούσαν να το διακοσμήσουν. Όταν ο Οινοκράτης τελειώνει το ντύσιμο και ο τέως υπαξιωματικός της φρουράς έχει επιτέλους μεταμφιεστεί σε (κακάσχημο) λόγιο, του λέω να μου δώσει το ¨ύδωρ της Στυγός¨.  Με κοιτάζει ερωτηματικά.

«Φερ’ το» του λέω. «Θέλω να δω τι πραγματικά καταφέρνει». Βάζει με προσοχή το χέρι στο δισάκι του, βγάζει ένα δέμα τυλιγμένο με πανί και μου το δίνει.

Πριν το ξετυλίξω, βλέπω ότι Καλλισθένης έχει πια αποκτήσει την εμφάνιση παλιάς καραβάνας του πεζικού που μόλις επέστρεψε από αιματηρή μάχη. Του λέω: «Δύο πράγματα απομένουν Δάσκαλε: Το ένα είναι πως, εάν θέλεις, μπορείς να γράψεις δυο λόγια που να αφήνουν να εννοηθεί πως αυτοκτονείς. Το δεύτερο, να διαλέξεις ποιες από  τις γραφές σου θέλεις να πάρουμε μαζί μας. Υποθέτω κυρίως τη σύνοψη των ιδεών που έφτιαξες πρόσφατα, αλλά εάν κρίνεις πως εδώ υπάρχουν και άλλα κείμενα που θα τα χρειαστείς, παρ’ τα κι αυτά.

Γνέφει καταφατικά και κάθεται στο τραπέζι.

images (14)

Εγώ ξεδιπλώνω το πανί και φέρνω στην επιφάνεια την οπλή με το καταραμένο δηλητήριο. Με τη βοήθεια του υφάσματος καταφέρνω να την ξεταπώσω, χωρίς να αγγίξω την τραχιά της επιφάνεια. Απλώνω το χέρι κρατώντας το σώμα μου μακριά από το πτώμα. Κάνω νόημα στον Οινοκράτη να απομακρυνθεί κι αυτός. Ρίχνω μερικές σταγόνες πάνω στα ιμάτια του Καλλισθένη που τώρα καλύπτουν τον δεσμοφύλακά του.

Συμβαίνουν τα εξής. Με τη σειρά. Ένα: από το σημείο όπου έπεσαν οι σταγόνες ανεβαίνει ένας πηκτός λευκός ατμός. Δύο: μια απαίσια μυρωδιά απλώνεται στο δωμάτιο.  Τρία: στο σημείο όπου οι σταγόνες ήρθαν σε επαφή με τα ρούχα, υπάρχει μια τρύπα ήδη μεγάλη σαν γροθιά, που εξακολουθεί να μεγαλώνει. Σε βάθος, έχει διαπεράσει το ύφασμα, τη σορό και το κρεβάτι. Δε μπορώ να δω παρακάτω, αλλά υποθέτω ότι στο πέτρινο πάτωμα υπάρχει τώρα μια λακκούβα.  

Γυρίζω προς τον Οινοκράτη και του δίνω την οπλή: «Όπως κατάλαβες, θα βάλουμε φωτιά και ό, τι απομείνει από αυτόν εδώ, πρέπει να θυμίζει Καλλισθένη. Επειδή όμως δεν θα είμαστε πια εδωπέρα -ελπίζω- για να ελέγξουμε τα αποτελέσματα της καύσης, χρησιμοποίησε αυτό φριχτό υγρό και σιγουρέψου ότι, τουλάχιστον, δεν θα μείνει τίποτα που να θυμίζει ποιος ήταν πραγματικά αυτός εδώ ο φουκαράς. Πρόσεξε μονάχα να μην αλλοιωθεί το δαχτυλίδι.

Είναι απαίσια δουλειά. Θα τα καταφέρεις;»

Με κοιτάζει παραξενεμένος. Έχει δίκιο – η απάντησή του είναι γνωστή: «Εννοείται» μου λέει.

Εν τω μεταξύ στην είσοδο του δώματος έχει εμφανιστεί ο Χοντρόης. Φορτωμένος. Κουβαλάει φανάρια, δαυλούς ένα αγγείο με λάδι που κρίνοντας απ τη μυρωδιά είν’ απ’ εκείνα που δεν τρώγονται, αλλά σίγουρα καίγονται,  καθώς και ένα σκεύος με καπάκι που ασφαλώς είναι το πυρίμαχο που του ζήτησα. Παίρνω από τα χέρια του αυτό το τελευταίο και του λέω να ακουμπήσει τα υπόλοιπα χάμω και να πάει να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους ότι φεύγουμε.

Πλησιάζω τον Καλλισθένη. Τον ρωτάω αν συνέταξε το αποχαιρετιστήριο μήνυμα. Μου λέει όχι, δεν έχει έμπνευση αυτή τη στιγμή. Όχι, για να γράψει κάτι τόσο καλό, όσο θα ήθελε, ή όσο απαιτούν οι περιστάσεις. Όμως έχει ετοιμάσει τα συγγράμματα που θα πάρει μαζί του. Να ‘τα! Έτοιμα, συσκευασμένα και δεμένα με χοντρό σπάγκο.

«Προσπάθησε δάσκαλε», τον ικετεύω.

Έρχονται οι υπόλοιποι. Πρώτος μπαίνει ο Κάνθαρος ο οποίος βλέποντας έναν φρουρό να κάθεται στο τραπέζι, τραβάει το ξίφος του. Του κάνω νεύμα ότι όλα πάνε καλά. Και οι άλλοι, βλέποντας καλύτερα το σκηνικό, καταλαβαίνουν ότι ο Καλλισθένης θα έρθει τελικά μαζί μας και χαμογελάνε ικανοποιημένοι,

«Βάζουμε φωτιά και φεύγουμε», τους λέω με χαμηλή, αλλά έντονη φωνή. «Επιδίωξή μας να καεί καλά αυτός εδώ ο χώρος. Δεν μας ενδιαφέρει το υπόλοιπο κτίριο και δεν έχουμε κάτι ενάντια στους φρουρούς.  Βγάλτε έξω αυτόν εδώ τον πάκο με τα συγγράμματα, θα τον πάρουμε μαζί μας  φεύγοντας».

Απ’ ό, τι φαίνεται εκείνος που ξέρει καλύτερα από εμπρησμούς είναι ο Σωσίβιος- Αυτιάς, ο οποίος και δίνει οδηγίες στους άλλους.

Εγώ πλησιάζω και πάλι τον προϊστάμενο και Δάσκαλό μου.

«Δυο λόγια… μονάχα», του λέω.

«Αφού επιμένεις, εντάξει», μου απαντάει αυτή τη φορά.

Στέκομαι από πάνω του και παρατηρώ την γραφή που σχηματίζεται πάνω στον κιτρινωπό πάπυρο…

Λέει:

Οι Ιρανοί ισχυρίζονται πως το πυρ επιφέρει τον εξαγνισμό και την κάθαρση. Γι αυτό το λατρεύουν. Για εμάς τους Έλληνες το πυρ είναι ένα επίζηλο δώρο των Τιτάνων απαραίτητο για τη Δημιουργία. Για εκείνο δηλαδή που έχουμε, έστω κατ ελάχιστον, κοινό με τους Θεούς. Για αυτό και το σεβόμαστε. Για εμένα το πυρ είναι ένα υστερόγραφο, που λέει: ¨Κοιτάξτε τα κείμενα. Ο Καλλισθένης έχει μιλήσει εκεί. Με προβληματισμό, αλλά χωρίς πίεση και εξαναγκασμό. Με αισιοδοξία και χωρίς υστερόβουλες σκέψεις. Με ειλικρίνεια και θα έλεγα με αγάπη¨. Πριν με κρίνετε κοιτάξτε τα κείμενα…

«Είναι μια χαρά Δάσκαλε» του λέω.

Τυλίγω τον πάπυρο και τον τοποθετώ στο πυρίμαχο αγγείο. Θα το αφήσω στην έξοδο για να γλιτώσει από τη μεγάλη φωτιά που σε λίγο θα έχει φουντώσει εδώ μέσα.

dioniso

 

[Τέλος του μυθιστορήματος. Προσεχώς: ο Επίλογος]

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο δωδέκατο: Πώς θα τον πάρουμε από ‘κει;

Posted by vnottas στο 2 Αύγουστος, 2018

Μέρος 8ο

Κεφάλαιο 12: Πώς θα τον πάρουμε από εκεί;

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

138.256

Είναι πολλά αυτά που δεν πρόλαβα να πω στο Πουλχερίδιον. Να του πω για παράδειγμα πως η έρευνα για την αναζήτηση της πατρικής μου ρίζας, για την οποία της είχα ήδη γράψει λίγα πράγματα, είχε κατά κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί και ότι ο υποφαινόμενος θαυμαστής και ερωτευμένος μαζί της Οινοκράτης, είναι πιθανότατα απόγονος ενός μεγάλου σοφού. Να της πω ότι αυτό το είχε μάθει όλη η καλή Αθήνα (στο κλεινόν Άστυ δεν φτουράνε τα μυστικά) και, προτού την εγκαταλείψουμε εσπευσμένα, οι Αθηναίοι έδιναν μάχη ποιος θα τον πρωτοπροσκαλέσει στον οίκο του, και ποιος θα τον πρωτοπεριποιηθεί.

Όμως τα σχέδιά μου να βρεθώ απόψε και πάλι κοντά της και να μπορέσω να της μιλήσω με άνεση, για αυτά και για άλλα πολλά, ανατράπηκαν. Ο Εύελπις επιστρέφοντας από την πρώτη συνάντησή του με τον Καλλισθένη, και αφού έκανε μια σύντομη επίσκεψη στη Θαΐδα, μας κάλεσε, όλη την συντροφιά του ταξιδιού, σε επείγουσα σύσκεψη.

Έτσι βρεθήκαμε καθισμένοι γύρω από ένα χιλιοχαραγμένο ξύλινο τραπέζι στην άκρη της χαμηλοτάβανης αίθουσας μιας ντόπιας ταβέρνας. Μέσα, το απογευματινό φως έφτανε λιγοστό, οι φανοί ήταν ήδη αναμμένοι, ενώ οι ήχοι από τις κουβέντες δεν έφταναν μακριά από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, καθώς ανακατεύονταν με τον υγρό αέρα φτιάχνοντας ένα ακαθόριστο βουητό,

Ήμασταν λοιπόν έξη: ο Εύελπις, εγώ, ο απαραίτητος πλέον Χοντρόης (που αν όχι άλλο τι, έχω βάσιμες ενδείξεις πως η παρουσία του μας φέρνει γούρι, ή εν πάση περιπτώσει πως μας δημιουργεί καλή διάθεση), ο γιγαντιαίος Κάνθαρος, ο εύστροφος Αυτιάς (έχω σχεδόν ξεχάσει ότι κανονικά τον λένε Σωσίβιο)  και, αφού πήρα πρώτα τη συναίνεση του προϊσταμένου μου, είχα προσκαλέσει και τον παλιό μας συνεργάτη και φίλο (δε ξέρω πώς, αλλά τελευταία μου είναι πιο συμπαθής από άλλοτε) τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό. Ο  Μεγαρέας χάρηκε που τον είδε και τον αγκάλιασε εγκάρδια.

Όλοι ήξεραν περίπου τι επιδιώκαμε, αλλά είχα θεωρήσει καλό να τους βάλω πρώτα να ορκιστούν -ας πούμε με τελετουργική σοβαρότητα- εχεμύθεια και αφοσίωση στην ομάδα.

c5188e0727de4bc5f6ed0bdfc454b451

Το δειλινό εκείνο, λοιπόν, στην βακτριανή ταβέρνα, ο Εύελπις μας ενημέρωσε διεξοδικά: Ο Καλλισθένης, προφανές θύμα μιας συνωμοσίας ανάλογης με εκείνες που άρχισαν τον τελευταίο καιρό να κατατρώγουν την εκστρατεία από τα μέσα, είναι, προς το παρόν, καλά στην υγεία του. Εκείνη που μοιάζει περιορισμένη είναι η γνωστή σε όλους μας αισιοδοξία που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε. Ίσως μετά τις ιστορίες του Παρμενίωνα και του Κλείτου να μην έχει εντελώς άδικο. Πάντως δεν σκέφτεται την περίπτωση της απόδρασης. Αντίθετα προτιμά να γίνει αυτόχειρας. Μάρτυρας μιας επαγγελλόμενης νέας εποχής. Της εποχής του Ανθρώπου. Ο Εύελπις είχε προσπαθήσει να τον εγκαρδιώσει. Να του πει πως ο Αριστοτέλης θα παρέμβει και ο Αλέξανδρος θα καταλάβει τι παιχνίδια παίζονται και θα αλλάξει συμπεριφορά και πολιτική. Αν αυτό δεν συμβεί, ο Εύελπις ανέλαβε τη μοιραία υποχρέωση. Να τον προμηθεύσει με ένα από τα ανώδυνα δηλητήρια που απ’ ό, τι λέγεται αφθονούν σ’ αυτά εδώ τα μέρη. Αλλά μόνον εάν δεν βρεθεί άλλη, εναλλακτική λύση. Γι αυτό ο Καλλισθένης θα πρέπει να περιμένει. Έστω λίγες, μια-δυο μέρες.

«Δέχτηκε;», ρωτήσαμε εναγωνίως εμείς.  

«Ευτυχώς ο Καλλισθένης, μπορεί μεν να είναι σκεπτικιστής όσον αφορά στην προσωπική του μοίρα, είναι όμως αισιόδοξος όσον αφορά τις ιδέες που προασπίζεται. Γι αυτό θέλει να τις καταγράψει. Και αυτό κάνει. Αυτές λοιπόν τις λίγες μέρες, τις χρειάζεται», μας απάντησε ο Μεγαρέας, ο δικός μου. Και συνέχισε: «Όμως όταν έφυγα από την φρουρά, πέρασα από το μέγαρο όπου έχει καταλύσει η Θαΐδα∙ απ’ ό, τι έμαθα εκεί, ο χρόνος που διαθέτουμε είναι όντως μετρημένος».

«Γιατί; Τι συμβαίνει;», ρώτησε ο Αυτιάς

«Ο Πτολεμαίος έστειλε μήνυμα στην Θαίδα, το οποίο έφτασε σήμερα. Δύο πράγματα από αυτά που γράφει μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα και η Θαίδα μου τα μετέφερε αυτολεξεί: Πρώτο. Η αναμενόμενη, δεύτερη Επιστολή του Αριστοτέλη προς τον Αλέξανδρο έφτασε. Και ο Βασιλιάς θύμωσε. Περίμενε ότι ο Δάσκαλος θα επιδοκίμαζε τις απόψεις και τις ενέργειές του, και πως θα τον συνέχαιρε γι αυτές. Έτσι θα του έδινε επιχειρήματα που θα ανέτρεπαν τις διαδόσεις ότι ο Αριστοτέλης τον αντιπολιτευόταν. Αντί όμως για επιδοκιμασία και επιβράβευση για τον Αλέξανδρο, ο Δάσκαλος υπερασπιζόταν και πάλι τον συγγενή του. Και έκανε μνεία σε κάποιες ιδέες, όχι άγνωστες, αλλά που τώρα φάνηκαν στον Βασιλιά συγκεχυμένες και άκαιρες. Ιδέες που για να γίνουν κατανοητές και επίκαιρες, ο αέρας θα πρέπει να πάψει να μυρίζει απ’ το αίμα και τον ιδρώτα των μαχών. Έτσι φαίνεται πως είπε ο Αλέξανδρος.

Το δεύτερο είναι πως η περιοδεία του βασιλιά στα σύνορα με τους Ινδούς τελειώνει. Αν όχι αύριο, από μεθαύριο το πολύ, θα πρέπει  να είναι πάλι εδώ. Και η υπόθεση ¨Καλλισθένης¨ θα λήξει. Πιθανότατα άσχημα.  Γι αυτό ό, τι κι αν κάνουμε, διαθέτουμε μόνο την αυριανή μέρα για προετοιμασία και την αυριανή νύχτα για εκτέλεση».

Ύστερα ο Εύελπις μας ζήτησε να πούμε, κατά τη γνώμη του ο καθένας, πώς θα μπορούσαμε να συμβάλουμε στην απελευθέρωση του Καλλισθένη.

Ο Αυτιάς πήρε το λόγο πρώτος και είπε πως, από ό, τι φρόντισε ήδη να μάθει, ο δήθεν ζόρικος επικεφαλής της φρουράς είναι ένα τύπος που εξαγοράζεται και μάλιστα χωρίς δυσκολίες. Αυτό τουλάχιστον κυκλοφορεί ανάμεσα στους συνακολουθούντες καθώς κι ανάμεσα στον ¨υπόκοσμο¨ της εκστρατείας. Θα μπορούσε, είπε, να διαπραγματευτεί μαζί του ο ίδιος, έτσι ώστε να μην υπάρξουν συγκρούσεις κατά την απόδραση.

«Και να υπάρξουν», συμπλήρωσε ο Κάνθαρος, φουσκώνοντας το στήθος και τους μύες του, «νομίζω ότι εμείς οι έξι, μπορούμε άνετα να τα βγάλουμε πέρα με καμιά δωδεκαριά φρουρούς. Οι δεσμοφύλακες δεν είναι δα οι επίλεκτοι της στρατιάς. Εγώ αναλαμβάνω τους μισούς!»

«Θέλω να σας πω», είπε ο Ευρυμέδοντας «ότι γνωρίζω καλά τα Βάκτρα καθώς και τις γύρω περιοχές. Ξέρω μάλιστα και κάποια σημεία-καταλύματα όπου θα μπορούσε να καταφύγει ο Ολύνθιος μέχρις ότου τον φυγαδέψουμε σε ασφαλέστερο, πιο απομακρυσμένο μέρος. Αρκεί να δεχτεί να αποδράσει».

«Εάν δεν δεχτεί, και εάν κατάλαβα καλά», είπα εγώ «θα πρέπει ή να του προμηθεύσουμε  το δηλητήριο που ζήτησε ή να τον πάρουμε μαζί μας χωρίς τη θέλησή του».

«Ναι. Έτσι είναι Οινοκράτη. Νομίζεις ότι μπορείς να βρεις ένα τέτοιο φαρμάκι;» είπε ο ευσυνείδητος Εύελπις που ήθελε να τηρήσει, όσο γίνεται, την υπόσχεσή του.

«Θα ψάξω. Μη ξεχνάς όμως ότι έχουμε ακόμη  εκείνο το πολύ δραστικό οξύ που μας φόρτωσαν οι Άλλοι. Αν δρα τόσο ακαριαία όσο φημολογείται, όποιος το πάρει μάλλον δεν θα προλάβει να υποφέρει καθόλου πριν αποδημήσει οριστικά. Επίσης θέλω να πω πως διαθέτω και μια άλλη πόσιμη ουσία -την ξέρεις Εύελπι- που επιφέρει βαθύ ύπνο, όχι βέβαια αμέσως, αλλά δε θέλει και πολύ,. Ίσως μας χρειαστεί αν αποφασίσουμε να τον πάρουμε μαζί μας εκόντα ή άκοντα».

Ο Εύελπις έγνεψε καταφατικά. Μετά τα μάτια στράφηκαν προς τον Χοντρόη, χωρίς βέβαια να περιμένουν πολλά πράγματα, ο οποίος, όμως, δήλωσε με αναδιπλασιασμένη γενναιότητα: 

«Οπ οπ όπερ θέλει εμοί διαταχθεί, πράξω!»

e89f1-makedoniki-falagga

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα

Posted by vnottas στο 14 Απρίλιος, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα. (Στη μέση περίπου της απόστασης Σούσα – Περσέπολη, απομεσήμερο).

img15

Στις παρυφές της βασιλικής οδού η καταιγίδα έχει κοπάσει. Ο απογεματινός ήλιος, ορατός και πάλι, κατηφορίζει ανέμελος προς τα δυτικά, ενώ η πορεία του Εύελπι και των σωματοφυλάκων του προς τα νοτιο-ανατολικά, όχι μόνον έχει ανακοπεί, αλλά και κινδυνεύει με οριστικό, όσο και μοιραίο τέλος.

Μπορεί μεν να έχουν εξουδετερώσει τρεις – τέσσερεις από τους ένοπλους που τους επιτέθηκαν εξορμώντας από την αγροικία πάνω στον λόφο, αλλά τώρα βλέπουν πολύ περισσότερους να κατεβαίνουν από το ύψωμα και να προσπαθούν να τους περικυκλώσουν.

Και δεν είναι μόνον αυτό: Οι σκέψεις που περνούν (αστραπιαία-εννοείται) από το νου του Εύελπι, του υπενθυμίζουν ότι ορισμένα από τα  σημαντικά μηνύματα που μεταφέρει βρίσκονται σε γραπτή μορφή στον σάκο με τις αποσκευές, πάνω στο άλογό του. Σκέφτεται ότι προκειμένου να σώσει τις επιστολές, η ταχύτατη υποχώρηση είναι πλέον η μόνη ενδεδειγμένη λύση.

Ή μάλλον θα μπορούσε να είναι, αν τα άλογα βρίσκονταν ακόμη δίπλα τους. Όμως οι τρεις έλληνες, όταν αντιλήφτηκαν ότι είναι στόχος τοξοτών, ξεκαβαλίκεψαν, προκειμένου να τα προφυλάξουν τα πολύτιμα ζώα από τα βέλη. Τώρα, τα τρία άλογα ενοχλημένα από την φασαρία της συμπλοκής έχουν απομακρυνθεί και βρίσκονται στην άλλη μεριά του καλαμώνα, δίπλα στον δρόμο. Για να τα φτάσουν πρέπει να διασχίσουν και πάλι το στενό μονοπάτι ανάμεσα στα καλάμια.

Δεν θα είναι εύκολο. Μερικοί από τους άγνωστους ένοπλους έχουν ήδη καταφέρει να  φτάσουν ως το μονοπάτι και να το φράξουν προτείνοντας τα αιχμηρά τους ακόντια. Οι τρεις  προσπαθούν να μετακινηθούν προς τα κει με πλάγια βήματα και κρατώντας τις ασπίδες ψηλά, έτσι ώστε να εξουδετερώσουν τυχόν βολές δοράτων από την μεριά του λόφου. Αλλά, οι ανατολίτες έχουν πλέον συσπειρωθεί στους πρόποδες και τώρα επιτίθενται κραδαίνοντας ξίφη και δόρατα, και συγκλείνοντας με ορμή, εναντίον τους.

ηη

Οι θεοί που θα επέμβουν την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν είναι ούτε από μηχανής, ούτε εκ προμελέτης. Δεν είναι καν θεοί. Είναι ταξιδιώτες επαρκώς περίεργοι και δεόντως γενναίοι, οι οποίοι έχοντας ξαναπάρει το δρόμο προς την Περσέπολη, ύστερα από μια παρατεταμένη διακοπή σε ένα χάνι (πρώτα για φαί και μετά λόγω της ξαφνικής μπόρας), παραξενεύονται όταν βλέπουν τα τρία άλογα να στέκονται φορτωμένα με πλήρη ταξιδιωτικό εξοπλισμό, αλλά χωρίς καβαλάρηδες, στο ρείθρο του βρεμένου δρόμου.  

Οι ταξιδιώτες είναι τέσσερεις: Δύο οπλισμένοι ιππείς και άλλοι δύο πάνω σε μια πολυτελή  τρίιππο αρμάμαξα: ο ένας επιβάτης και ο άλλος ηνίοχος. Ένα ακόμη άλογο ακολουθεί δεμένο χαλαρά πίσω απ’ την καρότσα.

Σε μια στιγμή, ο προπορευόμενος ιππέας, τραβάει τα χαλινάρια, και κάνει νόημα στον άλλο.   Ο άλλος, ένας μεγαλόσωμος καβαλάρης κάνει με την σειρά του νεύμα ότι, ναι, τα είδε κι αυτός τα εγκαταλειμμένα άλογα  και πλευρίζει την άμαξα για να αναφέρει σχετικά στον επιβάτη. «Τα δύο είναι σίγουρα θεσσαλικά…» ακούγεται να λέει. Ο επιβάτης κάτι του απαντάει και ο σωματώδης γνέφει στον ηνίοχο να κάνει κράτει.

Ο αμαξάς σταματάει το όχημα, και μετά σηκώνει το χέρι δείχνοντας έναν  μικρό λόφο στα δεξιά τους, λίγο παρακάτω. Κάποιες φιγούρες κινούνται εκεί πέρα, ενώ τώρα που σταμάτησε ο θόρυβος της άμαξας, φτάνουν ως εδώ απόηχοι από κραυγές.

 Ο σωματώδης ξεκαβαλικεύει και ξεκινάει, προφανώς για αναγνώριση, προς τις καλαμιές που χωρίζουν τον δρόμο από τον λόφο. Ο άλλος ιππέας κατεβαίνει κι αυτός απ’ το άτι του και φέρνει το άλογο, που ως τώρα ακολουθούσε, δίπλα στην άμαξα. Έπειτα, αφού βοηθήσει τον επιβάτη που εμφανίζεται στην πόρτα να το καβαλήσει, ακολουθεί τον προηγούμενο στα καλάμια. Ο αμαξάς κάτι ψάχνει πίσω του και μετά ανασηκώνεται, πάντα στην υπερυψωμένη του θέση κρατώντας ένα μικρό, αλλά όπως σύντομα θα αποδειχθεί θαυματουργό, θρακιώτικο τόξο.

images (6)

Ο Εύελπις (που μάχεται χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα που έχει μάθει όταν εκπαιδευόταν στην εκ του σύνεγγυς μάχη, στα γυμναστήρια της Αθήνας) όσο κι αν είναι θανάσιμα αφοσιωμένος στην σωστή εκτέλεση των σωστών κινήσεων, έχει ξαφνικά την εντύπωση ότι από πάνω του ξανάρχισαν να ίπτανται βέλη, και μάλιστα, αν είναι δυνατόν(!), αυτή την φορά με ανάποδη φορά!

Και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης, αντιλαμβάνεται ότι ένας από τους αντιπάλους (στην δεξιά του πλευρά, εκείνη στην οποία είναι ακάλυπτος αφού οι δύο άλλοι έλληνες μάχονται στα αριστερά του) πέφτει ακαριαία από καίριο χτύπημα προερχόμενο από άγνωστο ξίφος. Ρίχνει μια λοξή ματιά και συνειδητοποιεί ότι ένας εύσωμος πολεμιστής έχει εμφανιστεί δίπλα του και προχωρεί ακάθεκτος αποδεκατίζοντας τους επιτιθέμενους. Παρακάτω, ένας ακόμη μάχεται με αποτελεσματικότητα, ενώ ένας τρίτος, έφιππος, τους καθοδηγεί από την πλευρά του δρόμου, χωρίς να είναι άμεσα αναμειγμένος στη μάχη.  Κάποιος πρέπει επίσης να βοηθάει ρίχνοντας απανωτά  εύστοχα βέλη από μακριά.   

Ε ναι! Έστω και αν, αριθμητικά, ο συσχετισμός ανάμεσα στους πολλούς επιτιθέμενους και τους σχετικά λίγους αμυνόμενους δεν άλλαξε δραματικά, στην ουσία η παρουσία των απρόσμενων ενισχύσεων δίνει τώρα στην σύγκρουση άλλη τροπή. Όσοι από τους ανατολίτες δεν έχουν ακόμη πλησιάσει, αποφασίζουν τελικά να κάνουν μεταβολή και, παρακάμπτοντας τον μικρό λόφο, να εξαφανιστούν πίσω του. Προφανώς εκεί έχουν αφήσει τα άλογά τους, πράγμα που επαληθεύεται από τα ποδοβολητά που θα ακουστούν να απομακρύνονται από εκείνη την κατεύθυνση, αμέσως μετά. Αλλά και εκείνοι που βρίσκονται πλησιέστερα δεν αργούν να πετάξουν τα όπλα τους για να καταφέρουν καλύτερα μια άτακτη αλλά ταχύτατη υποχώρηση/φυγή προς την ίδια κατεύθυνση. Όσοι δεν προλαβαίνουν, εξουδετερώνονται με ευκολία από τους (τώρα πέντε) μαχητές.

bactria_cretan_archer

Ο Εύελπις θηκαρώνει το ξίφος του και απλώνει το χέρι προς τον εύσωμο πολεμιστή:

«Αναρωτιέμαι ποιος καλός Θεός σας έστειλε, φίλε.  Εύχαρεις στώμεν για την παρέμβαση και την βοήθειά σας».

«Πέρα από τους θεούς, απευθύνσου στον κύριό μας», απαντά εκείνος, προτείνοντας την δεξιά παλάμη, ενώ με τον δείκτη της αριστερής δείχνει προς τον δρόμο από όπου ατενίζει τις εξελίξεις, ο (τώρα έφιππος) τέως επιβάτης της πλούσιας κλειστής άμαξας. «Αυτός αποφάσισε να σας δώσουμε ένα χέρι».

Ο Εύελπις σφίγγει το στιβαρό άκρο και στρέφει το βλέμμα του προς τον καβαλάρη, αλλά ο ήλιος που έχει γείρει αποφασιστικά πλέον προς τα εκεί τον εμποδίζει να τον δει καθαρά.

«Βέβαια», συμφωνεί με τον γιγαντόσωμο. «Μόνο πες μου πως ονομάζεται ο κύριός σου».

Την απάντηση δίνει ο άλλος πολεμιστής που πλησιάζει κι αυτός τον Εύελπι, αφαιρώντας το κράνος του και επιτρέποντας έτσι σε ένα ευμέγεθες ζεύγος ακουστικών πτερυγίων να αναπτυχθεί πλήρως στην απογευματινή αύρα. «Είναι ο Άρπαλος, ο Άρχοντας Εταίρος από την Αιανή της Μακεδονίας», λέει. «Εγώ είμαι ο Σωσίβιος, όνομα και πράγμα θα έλεγα, και αυτός από δω ο μικρούλης, λέγεται Κάνθαρος».

***

ρρ2

Ο Άρπαλος του Μαχάτα, ζορίζοντας κάπως τον εαυτό του, είχε καταφέρει να παραμείνει, σχεδόν ως το τέλος, στην Σύσκεψη των Ανησυχούντων Αυτοκρατορικών.  Πήρε όμως την απόφαση να εγκαταλείψει, το ίδιο εκείνο βράδυ, το βαρύ και δυσάρεστο περιβάλλον του ναού του Μαρδούκ και, πάντα υπό την (υποτιθέμενη) ιδιότητα του εμπόρου, μετακόμισε σε έναν πολυτελή παλιό ξενώνα των Σούσων.  Ήθελε να αφιερώσει τις επόμενες μέρες στο να περιηγηθεί αυτή την μεγάλη παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, η οποία του φάνηκε σαγηνευτικά μυστηριώδης.

Εντούτοις δεν κατάφερε να αποφύγει μία (εδώ που τα λέμε αναμενόμενη) επίσκεψη του Ανάξαρχου. Το μόνο που -όχι εύκολα- κατόρθωσε απέναντι στον επίμονο και πονηρό Αβδηρίτη, ήταν  να μην πάρει συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με τις (σύμφωνα με εκείνον) δελεαστικές του προτάσεις.

Πάντως, αυτές  οι μέρες των  νυχτερινών περιηγήσεων τον βοήθησαν να ξεκαθαρίσει κάπως τις ιδέες του σχετικά με το άμεσο μέλλον. Τελικά αποφάσισε να ξαναπάρει την ταυτότητα του Μακεδόνα Άρχοντα και, χωρίς να ζητήσει τη βοήθεια του επίσημου στρατεύματος, αρκέστηκε στο να προσλάβει έναν ικανό ιπποκόμο/ηνίοχο -παλιό φίλο του σωματοφύλακα Σωσίβιου, να αγοράσει μερικούς ακόμη ίππους και να ξεκινήσει και πάλι το ταξίδι. Αυτή τη φορά με προορισμό την Περσέπολη και τον Αλέξανδρο.

Στα μισά περίπου του δρόμου, συνάντησε τρία αδέσποτα αλλά φορτωμένα άλογα. Οι αναβάτες πρέπει να ήταν έλληνες και προφανώς κινδύνευαν. Ήταν μια μέρα που είχε ξεκινήσει αισιόδοξα. Η ιδέα να ανεβεί στο άλογό του και να ρίξει τους στρατιώτες του στη μάχη, του άρεσε.

mom-aggeio

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »