Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Καραντίνα’

«στα εντευκτήρια του μυαλού συνωστίζονται τρελές αναμνήσεις ενός ανεπανάληπτου παρελθόντος…»

Posted by vnottas στο 31 Ιανουαρίου, 2021

Επειδή οι προηγούμενες μέρες ήταν κάπως ζόρικες άφησα για λίγο το Ιστολογοφόρο να πλέει από μόνο του παρασυρμένο από τους ανέμους και έρμαιο των (ασταθών) νόμων του τυχαίου. Τώρα που τα πράματα πάνε να καλυτερέψουν αντιλήφθηκα ότι στην αναμπουμπούλα δεν ανάρτησα ένα ως συνήθως ενδιαφέρον και διασκεδαστικό κείμενο του Βασίλη Μεταλλινού που έφτασε στη Γέφυρα μαζί με την καινούργια χρονιά.

Σήμερα λοιπόν έχουμε Μεταλλινό και  

 Ιστορίες καραντίνας με espresso lungo και άρωμα Orient express

The-History-of-the-Venice-Simplon-Orient-Express-1024x576

14 μήνες ταξιδιωτική αγαμησιά και στα εντευκτήρια του μυαλού συνωστίζονται τρελές αναμνήσεις ενός ανεπανάληπτου παρελθόντος…

Ανεπαισθήτως συνειδητοποιώ ότι πέρασαν 47 χρόνια απ’ το πρώτο μεγάλο ταξίδι.

Ιούλιος 1974, εποχή που ο Μάικλ Τζάκσον ήταν ακόμα μαύρος, το ραδιόφωνο στο κυλικείο του ΟΣΕ έπαιζε Terry Jacks  το «seasons in the sun», μαθητής 4ης Γυμνασίου δέκα έξι χρόνων, τελών υπό υπαρξιακή σύγχυση, ανυπόφορα διψασμένος για νέες εμπειρίες και με μια κάρτα interrail στη κωλότσεπη, ξεκινούσα με το Οριάν Εξπρές ένα ταξίδι 30 ημερών στην Ευρώπη.

Από τη Γη της Παραγγελίας του γλυκύβραστου και των λουκουμάδων στου “Λάζαρου” στη λεωφόρο Νίκης, προς τη Γη της Επαγγελίας της ροκ μουσικής, των συναυλιών, της δυτικής σκέψης και του ελεύθερου έρωτα.

Γενικώς κι αορίστως προς δυσμάς, από Γιουγκοσλαβία, Ιταλία προς Γαλλία για διάφορες συναυλίες με Bad Company, Procol Harum, Tangerine Dream, Lou Reed, Soft Machine, Ginger Baker, John Cale και βάλε…

Από την πρώτη μέρα στα βαθιά νερά και χωρίς αποσκευές…

1974

Θυμάμαι καθαρά τη μέρα που το παραγεμισμένο μου αλπινιστικό σακίδιο με τα «ψαγμένα» ταξιδιωτικά αξεσουάρ έκανε φτερά λίγο πιο πάνω απ’ το Βελιγράδι… Γινόταν χαμός στο τρένο από τουρίστες και όρθιους Γιουγκοσλάβους κρεμασμένους στ’ ανοιχτά παράθυρα ή χύμα στο πάτωμα, αναγκάζοντας κάθε επίδοξο επισκέπτη της τουαλέτας, να επιδίδεται σε τεχνικό σλάλομ προκειμένου να μην του σπάσουν τα φλοτέρ και τ΄αφήσει χύμα στο μουσαμά…

Φίσκα και το κουπέ, με δύο Ολλανδούς εκτός πλανήτου, με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα αποτίνοντας φόρο τιμής στην οινική παραγωγή Νεγκόσκα Γουμένισσας, μια ευτραφή Ιταλίδα αρχαιολόγο που έφτιαχνε στα γρήγορα πανίνι με τόνο και κρεμμύδι όπως οι Γιαπωνέζοι ξεπετούν τα τογιότα, μια τσιγγάνα απ’ το Τίτο Βέλες κι έναν μεσήλικα Δραμινό που γέμισε το πάτωμα με ντενεκέδες τελεμέ και ζεμπίλια με τουρσιά και τραχανάδες, καρφωμένα σφηνοειδώς σε κάτι πρισμένες βαλίτσες δεμένες με σπάγγο. Η μέρα περνούσε με την τσιγγάνα να υπόσχεται αντί ολίγων δολαρίων προβλέψεις και συμβουλές που θα μ’ επέτρεπαν στο μέλλον μαζί με τα εγγόνια μου να ζούμε ανάμεσα σε ρουμπίνια σε μέγεθος ντομάτας, τον Δραμινό να διηγείται τον τρόπο που  «καταστράφηκε»  από μια καλλιτέχνιδα, τους Ολλανδούς σε επαναλαμβανόμενες συνεδρίες ταυτόχρονου σουρώματος και την Ιταλίδα να παρακολουθεί με βυθισμένα τα όμορφα ζυγωματικά της σ’ ένα πανίνο με τόνο…

Κατά τις 9 το βράδυ στο Βελιγράδι, ένας τρομερός ορυμαγδός που συνήθως προηγείται της μετατόπισης τεκτονικών πλακών κι ένα δυνατό τράνταγμα στο βαγόνι έστειλε ένα χαρτόκουτο της τσιγγάνας στο κεφάλι Δραμινού. Όταν ο φόβος ενός σεισμού καταλάγιασε, καταλάβαμε ότι ενώθηκαν στον συρμό και τα βαγόνια που έρχονταν από Constantinople και ότι καινούργιοι επιβάτες ανέβαιναν στο τρένο, με ορισμένους να μοιάζουν σαν να επιστρέφουν από συνέδριο επαιτών. 

Κατά τις 3 τα ξημερώματα μας ξυπνάει ένας αρκουδοειδής «κολέγκας» φωνάζοντας «μπιλιέτ – μπιλιέτ», ενώ από πίσω του ένας αγριωπός τύπος με φάτσα-επιτομή όλων των καθαρμάτων των φιλμ νουάρ και την ψυχωτική ένταση των μελών της φαμίλιας Κορλεόνε, περιεργάζονταν το κουπέ μας προσποιούμενος ότι ψάχνει για θέση. Ξανακοιμάμαι  νανουρισμένος από το ροχαλιτό της τσιγγάνας που «έφερνε» σε συρίζοντα ατμό βικτωριανής τσαγιέρας και στο δεκάλεπτο πάνω, με ταρακουνάει ο Δραμινός φωνάζοντας «το σακίδιο… ξύπνα»…

Βγήκα σε κατάσταση ημιεκτόξευσης στον διάδρομο. Δυό Αμερικανοί τουρίστες μου έδειξαν με τα μάτια προς το βάθος δίπλα στην τουαλέτα. Κυαλάρισα αμέσως τη σκατόφατσα του …Κορλεόνε με το σακίδιό μου να στρίβει προς την τουαλέτα ακολουθώντας έναν ψιλόλιγνο με μαύρα ρούχα να σέρνει 2 βαλίτσες. Μου κόπηκε η ανάσα… Χρησιμοποιώντας ασκήσεις βαθιών αναπνοών που είχα αφομιώσει στην εντέλεια από μαθήματα υποκριτικής που έκανε μια φίλη μου σ’ ένα υπόγειο θεατρικό εργαστήρι, κατάφερα να διατηρήσω την αυτοκυριαρχία μου και να τρέξω προς το τέρμα του βαγονιού.

Το πάτωμα ήταν γεμάτο τουρίστες που κοιμόντουσαν μέσα σε σλίπιν μπαγκς. Τους πέρασα από πάνω, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να αναπαραστήσω τα Agusta A109… Στον πανικό μου κλώτσησα και κάτι θέρμος με νερό που έσκασαν πάνω σε μια τουρίστρια που ξύπνησε ουρλιάζοντας.

Οι δυό κλέφτες είχαν ανοίξει την πόρτα του βαγονιού και πετούσαν βαλίτσες και σακίδιο έξω στο σκοτάδι, στα χωράφια! Έπαθα αγκύλωση. Ήταν βέβαιο ότι αν τους ορμούσα, θα μ’ έβγαζαν κι εμένα για υγιεινό περίπατο στην Γιουγκοσλαβική ύπαιθρο! Μέχρι να συνέλθω τους  βλέπω να πηδούν κι αυτοί απ’ το τρένο. Έτρεξα αμέσως στην πόρτα. Οι τύποι ακόμα κουτρουβαλούσαν στο χορταριασμένο πρανές 2-3 μέτρων που χώριζε τις σιδηροδρομικές γραμμές με τα οργωμένα χωράφια. Αμέσως διαπίστωσα ότι η αμαξοστοιχία προχωρούσε με ταχύτητα θρησκευτικής λιτανείας…

train jump

Μια Αγγλίδα που έχασε τις βαλίτσες της τσίριζε σαν Απάτσι ανάμεσα στους έντρομους επιβάτες, ενώ ο σύντροφος της, ένας παιδαράς με φυζίκ ξυλοκόπου της Νεμπράσκα,  κοιτούσε την πόρτα με βλέμμα απλανές. Δευτερόλεπτα πριν είχε γραπώσει τον ένα κλέφτη απ’ τον γιακά κι ενώ ετοιμαζόταν να τον υποβάλλει σε γενική στέρηση των αισθήσεων, τα υπνωτιστικά μάτια του Γιουγκοσλάβου σε συνδυασμό με την λάμψη ενός στιλέτου Campoline Frosolone των 11 ιντσών, που σημάδευε την μικρή καρδιόσχημη αντλία που διευκολύνει την αιματική ροή… τον έκαναν να σηκώσει τα χέρια του σε ανάταση, ψιθυρίζοντας ακατανόητες συλλαβές σουφρώνοντας τα χείλη και μ’ ένα τικ στο μάτι που ‘μοιαζε με σήματα μορς…

Οι μάγκες την είχαν δουλέψει καλά την πατέντα. Είχαν σταμπάρει τα σημεία όπου ελάττωνε ταχύτητα το τρένο στις τρεις τα ξημερώματα, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν θα εγκατέλειπε το τρένο για να τους κυνηγήσει στη μέση του πουθενά μέσα στο σκοτάδι. Ευτυχώς είχα τα χρήματα, διαβατήρια κλπ σ΄ένα τσαντάκι μέσα στο παντελόνι μου, πίσω απ΄τη ζώνη.

 

Έτσι αναγκάστηκα να συνεχίσω το ταξίδι με μια νάυλον σακούλα με φτηνά εσώρουχα και t-shirts αγορασμένα σε παζάρια κι αργότερα μ’ενα φτηνό σακ βουαγιάζ, συνειδητοποιώντας τη χρησιμότητα του «άχρηστου» και πραγματοποιώντας έτσι την είσοδό μου στο βασίλειο της ταξιδιωτικής περιπέτειας.

Είναι απόλαυση να ταξιδεύεις και να αναθεωρείς σχεδόν τα πάντα, σε μια υπόγεια συναλλαγή μεταξύ τρέλας και σύνεσης,  κάνοντας την αποτυχία …νίκη!

Που να τα εξηγώ τώρα?

Μετά τις συναυλίες της Οράνζ (3ήμερο ευρωπαϊκό Γούντστοκ), συνέχεια προς Ισπανία όπου κατέβαιναν για γονιμοποίηση κάτι Σκανδιναβικές ανατομικές βόμβες ουρανίου αιθέρος, χωρίς ν’ απαιτούν στεφάνι, λίστα γάμου και παρανυμφάκια…

Mε δύο 36άρια φίλμ και μια Kodak instamatic, «τραβούσα» χαλαρά πριν εξαπλωθεί η επιδημία της νευρωτικής καταγραφής εμπειριών, όπου η εμπειρία της ταξιδιωτικής στιγμής έχει αντικατασταθεί …ολοκληρωτικά από την εμπειρία της ψηφιακής καταγραφής της!

Ήταν η εποχή που το ταξίδι το ζούσαμε -άχρι μυελού οστέων- για πάρτη μας, το γνώριζαν 5 φίλοι και 2-3 συγγενείς και δεν γινόταν ταξιδιωτικό σίριαλ εθνικής καθημερινότητας σε φόρα και τινές ακόμη μορφές κοινωνικού(?) ιστολογείν, με αντίδωρο τα …like!

Εποχή εντελώς ξένη από τους σύγχρονους ταξιδιωτικούς μηρυκασμούς, με ναϊφ ρομαντισμό και βαθιές ευαισθησίες…

Τελικά τι έμεινε μετά από 47 χρόνια στους δρόμους?

Ταξιδεύεις πραγματικά όταν βρίσκεσαι …εκεί που δεν θα ‘πρεπε να βρίσκεσαι (Α. Tabucchi). Άλλωστε το ψεύτικο ταξίδι είναι χαρτονόμισμα «πληρωτέο επί τη εμφανίσει» στις εικόνες  του fb και του instagram. Το αληθινό ταξίδι είναι επένδυση υψηλού ρίσκου στο χρηματιστήριο της ψυχής.

Πιθανόν και η επίμονη αναζήτηση των «χρήσιμων» πραγμάτων μπορεί να καταστήσει άχρηστo τo ίδιo το ταξίδι. Το χρήσιμο μπορεί να είναι ένα άχρηστο, καταπιεστικό βάρος.

Άλλωστε όταν η ευτυχία στοιχίζει πολλά …δεν είναι καλής ποιότητος!

Τέλος ο espresso lungo, τέλος και οι αναπολήσεις μετά φιλοσοφίας αμπέλου…

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »