Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Κλείτος ο Μέλας’

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος όγδοο: Η τελική σύγκρουση. Κεφάλαιο δεύτερο: Αντιδρώντας στα άσχημα νέα.

Posted by vnottas στο 9 Απρίλιος, 2018

Κεφάλαιο δεύτερο: Αντιδρώντας στα άσχημα νέα.

(αφηγείται ο Εύελπις)

συρμένο-ά-ογο-χεριών-43913400

Η επιστολή της με τάραξε. Με το που την έλαβα. Προτού την διαβάσω. Δεν περίμενα να μου γράψει, αν και δε μπορώ να πω γιατί. Ίσως γιατί η Θαίδα δεν ήταν για μένα η καλή μου φίλη… Ήταν κάτι παραπάνω. Κάτι που αγαπούσα και φοβόμουν ταυτόχρονα. Κάτι που με είχε δεχτεί και με είχε απορρίψει. Κάτι που μου προξενούσε αισθήματα που δεν έλεγχα. Αισθήματα που η απόσταση μεταξύ μας και το πέπλο της πολύβουης πόλης των Αθηνών που με κάλυπτε, δεν κατάφερναν να καταπνίξουν εντελώς και που όλο σιγανο-σπινθήριζαν στο βάθος της ψυχής μου.

Αυτά τα σχεδόν δυόμισι χρόνια που βρισκόμουν στο ¨κλεινόν άστυ¨ είχα προσπαθήσει να βρω μια ισορροπία ανάμεσα στις κρυφές μου επιθυμίες και τα όσα φαίνονταν εφικτά. Εκείνη δεν είχε πάψει να υπάρχει ανάμεσα στις μύχιες σκέψεις μου, αλλά η απόσταση και η ένταση των καθηκόντων που θα έπρεπε να εκπληρώσω  εδώ, με βοηθούσαν να μην αιχμαλωτιστώ στο έλος των αδιέξοδων συναισθημάτων μου. 

Και ξαφνικά εκείνη μου γράφει… Όπως και στην πρώτη της επιστολή, τότε στα Σούσα, για να μου θυμίσει ότι παρά τις ειλημμένες αποφάσεις της και τις αντιξοότητες που παιδεύουν τη σχέση της μαζί μου, με προσέχει, με εποπτεύει, με σκέφτεται, με υπερασπίζεται. 

Αλλά αυτά τα διαπίστωσα μετά. Όταν διάβασα με προσοχή και συγκίνηση το γράμμα της.

ξξ

«Ναι δάσκαλε, δεν είναι η πρώτη φορά που ο ¨Ευδαιμονικός¨ και οι δικοί του βυσσοδομούν εις βάρος μας, αλλά είναι η πρώτη που ακούω να αναφέρουν το όνομά σου. Μέχρι στιγμής δεν τόλμησαν κάτι τέτοιο. Για κάποιο λόγο, που δεν είναι δύσκολο να τον μαντέψει κανείς -εσύ είσαι μακριά, εκείνοι είναι εκεί, κολακεύουν και μηχανορραφούν- πιστεύουν ότι τώρα είναι ισχυρότεροι από ό, τι άλλοτε. Πως η επιρροή τους στον Βασιλέα υπερτερεί της αφοσίωσης εκείνου προς εσένα. Όμως ομολογώ πως μου φάνηκε υπερβολικό, αν και όχι απίστευτο -τους έχω ικανούς για οτιδήποτε- να σε κατηγορούν ότι σχεδιάζεις να τον δολοφονήσεις. Πρέπει να εκτιμούν πως, όσο ο βασιλιάς σε αγαπάει, ο Καλλισθένης πρέπει να θεωρείται άτρωτος. Ακόμη και οι διενέξεις ανάμεσα στον Αλέξανδρο και μερικούς από τους πιο γνωστούς παλιούς στρατηγούς, των οποίων τις ανησυχίες ο Καλλισθένης έδειχνε να κατανοεί, παρά την τραγική τους κατάληξη  δεν άρκεσαν για να μειώσουν αποφασιστικά το κύρος του.

Για να τον εξουδετερώσουν πρέπει να απαλλαγούν πρώτα από σένα, τον δάσκαλο Αριστοτέλη…»

Ο Αριστοτέλης με κοιτάζει σκεφτικός.

«Και θέλεις να φύγεις; Να επιστρέψεις στην Ασία;» με ρωτάει.

«Αυτό αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε. Ίσως έχω παραμείνει εδώ περισσότερο από όσο θα έπρεπε, αλλά αυτές ήταν μέχρι στιγμής οι εντολές του Καλλισθένη».

«Τον ενημέρωσες γι αυτά που έμαθες;»

«Ναι και περιμένω με αγωνία την απάντησή του».

«Και του ζητάς να σου επιτρέψει να επιστρέψεις, υποθέτω».

«Ναι. Πιστεύω ότι ένα μέρος της  αποστολής μου εδώ έχει ολοκληρωθεί. Δε θα έλεγα βέβαια ότι η κατάσταση είναι ευνοϊκότερη από πριν. Μετά την καταδίκη του Αισχύνη και την αναχώρησή του, οι σχέσεις ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Μακεδόνες έχουν επιδεινωθεί, έστω κι αν δεν έχουν φτάσει σε ανοιχτή ρήξη. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, αυτή η αποφυγή της ρήξης είναι ίσως το μόνο θετικό. Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν τις μεγάλες δυσκολίες επισιτισμού που αντιμετωπίζει τα δύο τελευταία χρόνια η Αθήνα, θα έλεγα ¨πάλι καλά¨ που δεν είχαμε κάποιο επεισόδιο που θα οδηγούσε σε νέα ανοιχτή σύγκρουση».  

«Συμφωνώ», μου είπε ο δάσκαλος. «Προς στιγμήν μάλιστα φοβήθηκα ότι θα υπάρξουν επιπτώσεις και για το Λύκειο. Όσο κι αν αγαπώ την Αθήνα, έχω συνείδηση του γεγονότος ότι είμαι κι εγώ μέτοικος και όπως όλοι οι μέτοικοι πρέπει να είμαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή για αναχώρηση. Έστω και αν εδώ το έδαφος αποδείχτηκε εύφορο για το Λύκειο, το οποίο, θέλω να πιστεύω πως έχει αποκτήσει  γερές αθηναϊκές ρίζες».

«Αναμφίβολα δάσκαλε. Πάντως προς το παρόν η κατάσταση είναι μάλλον ήρεμη. Η ηγεσία δείχνει να εκτιμά το γεγονός πως οι Αθηναίοι πολίτες καλούνται από τους πρώτους να δηλώσουν αν ενδιαφέρονται να αποικήσουν τις νέες πόλεις, καθώς και οι πολεμιστές εάν επιθυμούν να συμμετάσχουν με καλή αμοιβή στην στρατιά».

Το γκρίζο βλέμμα του Αριστοτέλη με κοιτάζει πάλι ερωτηματικά.

«Μίλησες για την ολοκλήρωση μέρους της αποστολής σου… Δηλαδή; Τι άλλο…»

«Ένα άλλο μέρος δάσκαλε αφορά σε ‘σένα, το ξέρεις. Έπρεπε να θέσω στη διάθεσή σου κάθε πληροφορία που θα σε διευκόλυνε στο να έχεις μια ολοκληρωμένη άποψη για τα όσα συμβαίνουν στην εκστρατεία, έτσι ώστε να μπορείς να εκφέρεις τη γνώμη σου για το μελλοντικό ¨δέον γενέσθαι¨. Ο Καλλισθένης πιστεύει ότι, αρχίζοντας από εσένα, όλοι οι διανοητές θα πρέπει να πάρουν θέση για το τι θα συμβεί όταν οι στρατιωτικοί δεν θα είναι πλέον αναγκαίοι κι όταν η πρώτη γραμμή θα είναι εκείνη της αντιμετώπισης των ανθρώπινων αναγκών∙ όταν νέες πολιτείες θα πρέπει να οργανωθούν και  όταν παλιές και νέες ανάγκες ευτυχίας θα πρέπει να ικανοποιηθούν».

Χαμογελάει χωρίς να πάψει να δείχνει σκεφτικός. Μετά συνεχίζει εκείνος, σε πρώτο πρόσωπο…

«Κι εγώ, που δεν αρκούμαι σε ρητορικές διακηρύξεις, αλλά εμπιστεύομαι τον ορθό, συστηματικό λόγο, προσάρμοσα τις έρευνές μου στην αναζήτηση της πολιτικής ευνομίας και της κοινωνικής ανάπτυξης, όπως αυτές έχουν μέχρι τώρα εφαρμοστεί στις κυριότερες ελληνικές πόλεις και όχι μόνο. Έτσι κάθε τυχόν πρόταση για το αύριο θα βασιστεί στην διεξοδική και τεκμηριωμένη γνώση του παρελθόντος».

Σταματάει για λίγο και, καθώς εγώ δε σχολιάζω, συνεχίζει.

«Ξέρω πως ο Καλλισθένης, όπως και εσύ άλλωστε, θα θέλατε κάτι παραπάνω. Ξέρω πως επιθυμείτε να αλλάξετε τα πράγματα προς το καλύτερο και, όπως οι στρατηγοί πριν από τη μάχη ζητούν από τους ιερείς να εγγυηθούν, αν όχι την βοήθεια τουλάχιστον την καλή προδιάθεση των θεών, έτσι κι εσείς θα θέλατε να σας δώσουν οι διανοητές την έγκριση του Ορθού Λόγου. Μόνο που αυτός ο τελευταίος είναι πιο δύσκολος και σίγουρα πιο δυσπρόσιτος από τους παλιούς θεούς, που πολλές φορές ανακατεύονται στα ανθρώπινα από μόνοι τους, χωρίς καν να τους το ζητήσει κανείς».

Ο Αριστοτέλης άφησε μια βαθιά εκπνοή που έμοιαζε με αναστεναγμό.

«Ξέρω επίσης πως εδώ είμαστε στην πατρίδα του δάσκαλου Πλάτωνα, ο οποίος πρώτος προσπάθησε να αποδώσει στους φιλοσόφους τις πολιτικές τους ευθύνες. Και δεν κρύβω πως και εγώ ο ίδιος, άξιος μαθητής του δασκάλου μου, όπως ήθελα να είμαι, προσπάθησα νεότερος να ανακατευτώ στην άμεση πολιτική δράση. Όμως ούτε εκείνος στις Συρακούσες, ούτε εγώ στην Άσσο είχαμε εν τέλει ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα».

Η φωνή μου πρέπει να ακούστηκε κάπως απογοητευμένη:

«Όμως δάσκαλε, αν όσα μου γράφει η Θαίδα είναι αληθή, ο Καλλισθένης κινδυνεύει άμεσα. Τη Θαίδα δεν πρόλαβες να τη γνωρίσεις γιατί όταν έφυγε για την εκστρατεία εσύ μόλις είχες έρθει στην Αθήνα, όμως μπορώ να σε βεβαιώσω πως είναι αξιόπιστη…»

Η δική του φωνή αυτή τη φορά ακούστηκε κάπως αινιγματική:

«Δεν είπα πως δεν θα κάνουμε τίποτα. Άλλωστε αυτά που μάθαμε για τον Παρμενίωνα και τον γιο του μαζί με το τραγικό τέλος του Κλείτου αρκούν για να σημάνει ο συναγερμός. Εγώ θα γράψω αμέσως στον Αλέξανδρο. Και εσύ πριν φύγεις για το μέτωπο, θα έρθεις μαζί μου σε μια σημαντική συνάντηση. Θα δούμε, έχω ήδη συνεννοηθεί, έναν διανοητή από εκείνους που ανακατεύονται ενεργά, αλλά προτιμούν να το κρύβουν. Θα δεις, από αυτόν θα μάθουμε περισσότερα για αρκετούς τομείς που αφορούν στην σημερινή συγκυρία. Πρόκειται για έναν Πυθαγόρειο. Όχι, εγώ δεν ανήκω στους κύκλους τους, ούτε εκτελώ τα τελετουργικά τους που μου φαίνονται αστεία. Όμως γνωρίζω ότι, όπως ακριβώς και τον δάσκαλο Πλάτωνα, με σέβονται και με εκτιμούν. Εκείνον τον είχαν βοηθήσει πάνω από μια φορά. Ας δούμε λοιπόν τι μπορούν να κάνουν για εμάς σήμερα».

images (23)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος όγδοο: Η τελική σύγκρουση.   Κεφάλαιο πρώτο: Επιστολή απ’ τη Θαίδα

Posted by vnottas στο 31 Μαρτίου, 2018

Μέρος 8ο: Η τελική σύγκρουση 

Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις λαμβάνει μια ανέλπιστη, αν και πολύ επιθυμητή επιστολή.

1reh7b

Από την Θαΐδα προς τον Εύελπι τον Μεγαρέα.

Καλέ και αγαπημένε μου φίλε Εύελπι…

Δεν ήξερα ότι θα αισθανόμουν ξαφνικά την ανάγκη να σου γράψω και όμως συνέβη.

Ξέρω ότι δεν με κατάλαβες όταν αρνήθηκα να σε ακολουθήσω στην Αθήνα και ίσως ένιωσες απογοήτευση, ίσως και κάποια κακία απέναντί μου. Ξέρω πως είναι πιθανό να σκέφτηκες τότε πράγματα άσχημα για μένα. Ίσως τα σκέφτεσαι ακόμη, μα δεν σε κατηγορώ γι αυτό.

Εγώ αντίθετα, δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν μετάνιωσα για εκείνη μου την απόφαση ή όχι. Στο εξομολογούμαι κι ας μην ξέρω εάν αυτό έχει πλέον κάποια σημασία για σένα. Σίγουρα πάντως οι σκέψεις μου δεν επηρεάζουν τις αποφάσεις που έχουν πάρει για μας οι Μοίρες. Είμαστε μακριά, κι αν επικοινωνούμε είναι ίσως εξ αιτίας κάποιων μικρών, παράξενων κι ανυπότακτων θεών που δεν θέλουν να σπάσει οριστικά το νήμα που μας έδεσε, έστω για λίγο.

Αλλά δεν είναι μόνο η μεγάλη και ειλικρινής μου επιθυμία να έρθω κατά κάποιο τρόπο σε επαφή μαζί σου,  η αιτία που τα δάχτυλά μου καθοδηγούν σήμερα τη γραφίδα σε αυτή την επείγουσα επιστολή προς εσέ. Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι. Και ο βασικότερος είναι ότι εξακολουθώ να θέλω να είσαι γερός κι ευτυχισμένος, όπου κι αν βρίσκεσαι.

 Επομένως, -και το ξέρεις, δεν είναι η πρώτη φορά- θέλω να σε ειδοποιήσω για κάποια πράγματα που συμβαίνουν  εδώ, στην κεφαλή της εκστρατείας, και που αφορούν άμεσα τον προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, αλλά και εσένα που ξέρω πόσο αφοσιωμένος τού είσαι.

images (27)

Αλλά πρώτα ας σου πω δυο λόγια για το γενικότερο κλίμα που επικρατεί στο μέτωπο της εκστρατείας από τότε που λείπεις, όσο κι αν είμαι βέβαιη ότι είσαι ήδη λίγο πολύ ενήμερος για αυτά που συμβαίνουν εδώ.

Με δύο μόνο λόγια: Πορείες δύσκολες σε μέρη που δεν μοιάζουν με τα δικά μας και όπου επικρατούν οριακές συνθήκες. Συγκρούσεις με έναν εχθρό που, από ό, τι λένε οι στρατηγοί, αποφεύγει την ανοιχτή μετωπική αντιπαράθεση και προτιμά τώρα τον ανταρτοπόλεμο. Νίκες…, αν και όλο και πιο δύσκολες, δίχως καμία ανάπαυση πάνω στις δίκαιες δάφνες.

Πολλοί μακεδόνες οπλίτες εκφράζουν πλέον ανοιχτά την κούραση, το νόστο και τη δυσαρέσκειά τους, αλλά είναι επίσης πολλοί και οι ευγενείς που έχουν αρχίσει να διαμαρτύρονται ανοιχτά, όχι μόνο για την έλλειψη ανάπαυλας αλλά και γι άλλους σοβαρούς λόγους που έχουν να κάνουν με την αλλαγή της συμπεριφοράς του Βασιλιά.

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσεις ένα κύμα καχυποψίας που έχει καταλάβει την ηγεσία, ιδιαίτερα μετά την θλιβερή υπόθεση του Φιλώτα και τον φόνο του αξιοσέβαστου  και ισχυρού πατέρα του, του Παρμενίωνα. Η περίπτωσή τους άνοιξε πληγές και λιγόστεψε την τυφλή εμπιστοσύνη που επικρατούσε ίσαμε τώρα ανάμεσα στους απλούς στρατιώτες και τα κορυφαία στελέχη της στρατιάς.

Πολλοί ανησυχούν για αυτήν την κατάσταση -ανάμεσά τους και εγώ που όλους αυτούς τους ανθρώπους τους αγαπώ και τους συμπονώ, το ξέρεις- και πολλοί φοβούνται πως ενδέχεται στο προσεχές μέλλον να συμβούν χειρότερα.

images (8)

Και πράγματι, κάτι το φοβερό συνέβη μόλις χτες, και ακόμη τώρα που σου γράφω δεν έχω ακόμη ηρεμήσει τελείως από την γενική ταραχή που προξένησε. Ίσως, όταν φτάσει το γράμμα μου, να το έχεις ήδη μάθει. Ίσως να το μαθαίνεις τώρα καθώς διαβάζεις την επιστολή μου, μια που για να σου την στείλω όσο πιο γρήγορα γίνεται, θα χρησιμοποιήσω τους ανθρώπους που μου υπέδειξες πριν φύγεις.

Άκου: Ο Βασιλιάς σκότωσε χτες, με τα ίδια του τα χέρια, τον στρατηγό Κλείτο τον Μέλανα. Ναι, τον αδελφό της παραμάνας του, της Λανίκης, που ο Αλέξανδρος την αγαπάει σα δεύτερη μάνα και ίσως παραπάνω.

 Γινόταν μια  ακόμη γιορτή, καθώς η στρατιά άρχισε να μαζεύεται στα Μαράκανδα για να ξεχειμωνιάσει και στο συμπόσιο ήταν καλεσμένος πολύς κόσμος. Το κακό έγινε μπροστά στα μάτια όλων. Ο Αλέξανδρος το μετάνιωσε αμέσως, αλλά ήταν πια αργά. Τώρα είναι ακόμη κλεισμένος στα δώματά του και θρηνεί. 

Ήμουν εκεί και θα σου διηγηθώ τι ακριβώς είδα, αλλά σου λέω από τώρα πως πιστεύω ότι βασικός φταίχτης ήταν ο άκρατος οίνος. Όχι βέβαια πως δεν υπήρχε ήδη ένταση ανάμεσα στον Άνακτα και τους πιο παλιούς μακεδόνες στρατηγούς.  Ένταση, υπάρχει και είναι πλέον ορατή. Ιδιαίτερα μετά την θανάτωση του Φιλώτα και τον φόνο του Παρμενίωνα, τον οποίο, όπως ξέρεις, εκτιμούσαν και αγαπούσαν όλοι οι παλιοί μακεδόνες στρατιωτικοί.

300px-cottabos_player_louvre_ca1585

 Η χθεσινή βραδιά θα μπορούσε να είναι όπως όλες οι άλλες που διοργανώνονται εδώ στα Μαράκανδα, καθώς το γκρίζο φθινόπωρο τελειώνει και αρχίζει ο βαρύς, παράξενος χειμώνας αυτής της αλλόκοτης και σκοτεινής χώρας.  Υπήρχαν μουσικοί, υπήρχαν διασκεδαστές, υπήρχαν άφθονα ποτά, ελληνικά και ντόπια, υπήρχαν οι Πέρσες αριστοκράτες που πέρασαν με το μέρος μας, υπήρχε και ο ίδιος ο βασιλιάς, καθώς και πολλοί από τους πιο σπουδαίους στρατηγούς του.

Η αφορμή για τη γιορτή ήταν ο Διόνυσος στον οποίο αυτή τη μέρα του χρόνου οι Μακεδόνες συνηθίζουν να κάνουν θυσίες και τις δέουσες οινοκατανύξεις που του αρέσουν. Ο Αλέξανδρος όμως είπε όχι, αυτή την φορά οι εορταστικές τιμές και οι θυσίες δεν θα αποδοθούν στον γλεντζέ θεό, αλλά πως επιθυμεί να τιμήσει τους Διόσκουρους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη.

 Ο Αρίστανδρος, ο ιερέας-μάντης,  στραβομουτσούνιασε, αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Κάποιοι πολεμιστές ρώτησαν μήπως οι  ετεροθαλείς αδελφοί που μοιράζονταν εναλλάξ τη θεϊκή ιδιότητα έχουν τίποτα κατά του κρασιού, και όταν τους καθησύχασαν πως όχι, ότι οι σπονδές κι οι χοές θα γίνουν κανονικά και δεν θα είναι ούτε νηφάλιες ούτε άοινες, τότε συγκατάνευσαν ανακουφισμένοι.

Έτσι η γιορτή άρχισε και πήρε το κρασί να ρέει. Στην αρχή νερωμένο, έτσι ώστε οι συνεστιαζόμενοι να μη στερηθούν τη χαρά της συζήτησης και της ανταλλαγής απόψεων, αλλά  γρήγορα πέρασαν στο ανέρωτο, οπότε οι λογικές κουβέντες πνίγηκαν και ο λόγος πέρασε στους επαγγελματίες διασκεδαστές. Ανάμεσά τους ήταν κι ο Πράνιχος και ο Πιέρωνας, τους ξέρεις, αστείοι μα και φαρμακόγλωσσοι,  που άρχισαν να απαγγέλουν και να τραγουδάνε κάτι σατιρικούς στίχους που αναφέρονταν σ’ ένα πρόσφατο πολεμικό επεισόδιο. Ήταν  τότε που,  κυνηγώντας τους Σκύθες, πολλοί οπλίτες και αξιωματικοί ήπιαν νερό από ένα μολυσμένο πηγάδι και έπαθαν ξαφνική διάρροια. Έτσι η καταδίωξη σταμάτησε άδοξα, μετά από μόλις εκατό στάδια[1].  

Ο Αλέξανδρος, παρά το γεγονός ότι είχε πιει κι ο ίδιος από εκείνο το πηγάδι, γελούσε με τη καρδιά του, αλλά οι παλιοί αξιωματικοί δυσανασχετούσαν όλο και πιο φανερά. «Δεν είναι δυνατό να γελοιοποιούνται οι Μακεδόνες και μάλιστα με τους Πέρσες παρόντες», άρχισαν να ψιθυρίζουν στην αρχή και πνίγοντας τις φωνές (κάτω από τα γένια τους) ύστερα.

Ο Καλλισθένης, ο δικός σου, που όλως παραδόξως ήταν  παρών χτες βράδυ στο συμπόσιο, κατάλαβε έγκαιρα ότι η κατάσταση θα μπορούσε εύκολα να εκτροχιαστεί σαν κακο-συναρμολογημένο άρμα και έκανε με τρόπο νόημα στους κωμικούς να αλλάξουν θέμα, ενώ ταυτόχρονα ύψωσε το ποτήρι και τη φωνή του, για να ζητήσει από τους συμπότες να τιμήσουν ακόμη μια φορά τους  ημίθεους ήρωες Κάστορα και τον Πολυδεύκη.

Προς στιγμήν η ένταση έπεσε. Προτού όμως τα πνεύματα ηρεμήσουν εντελώς, το λόγο πήρε  ο Ανάξαρχος ο σοφιστής, που με την υποστήριξη των φωνασκούντων οπαδών του  άρχισε να λέει πως «όχι, οι Διόσκουροι είναι σίγουρα σημαντικές θεότητες, αλλά ωχριούν μπροστά σε κάποιον που βρίσκεται εκεί μπροστά τους και είναι σαφώς ανώτερος από τους δίδυμους ήρωες». Και πως αυτός είναι ο Αλέξανδρος, γιος του Διός και δημιουργός  άθλων ακόμη πιο αξιοθαύμαστων από εκείνους των γιών της Λήδας.

Ο Βασιλιάς  χαμογέλασε ικανοποιημένος. Όμως ο στρατηγός Κλείτος ανασηκώθηκε, σήκωσε ψηλά την κύλικά του και είπε:  «Θα πιω στην υγειά του Αλέξανδρου, ακόμη κι αν δεν είναι θεός. Γιατί για τους θεούς είναι εύκολο να κάνουν πράγματα θαυμαστά, αλλά πολύ πιο αξιοθαύμαστα, ακριβώς επειδή δεν διαθέτουν τις δυνάμεις των θεών, είναι εκείνα που μπορούν να κάνουν οι θνητοί όταν ενώσουν τις δυνάμεις τους. Πίνω λοιπόν για όσα άρχισε να θεμελιώνει ο βασιλιάς Φίλιππος, και σε όσα εξακολουθεί να φτιάχνει ο γιος του ο Αλέξανδρος μαζί με όλους εμάς, τιμώντας έτσι τους Μακεδόνες και ολόκληρο τον ελληνισμό».

Άκουσα με ευκρίνεια τα όσα είπε ο Κλείτος γιατί κι εγώ κι ο Πτολεμαίος καθόμασταν στο ίδιο μεγάλο τραπέζι μ’ αυτόν, απέναντι απ’ το τραπέζι του Βασιλιά και των στενών φίλων του. Δεν μπορώ  λοιπόν να σου πω εάν μέσα στη φασαρία της γιορτής και μέσα στην φτιαχτή ευδαιμονία του άκρατου οίνου, ο βασιλιάς άκουσε ακριβώς τα λόγια του Κλείτου ή αν παρανόησε αυτά που είπε. Εκείνο που μπορώ με βεβαιότητα να σου πω είναι πως όταν εκφωνήθηκαν οι λέξεις ¨δεν είναι θεός¨, είδα το χαμόγελο να παγώνει στα χείλη του.

Αλλά αυτό μάλλον το παρατήρησε και ο Ανάξαρχος από τα Άβδηρα και κατάλαβε ότι ανάμεσα στους ατμούς του κρασιού κυκλοφορούσαν σπίθες κρυφής οργής. Σπίθες που θα μπορούσαν, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να οδηγήσουν σε ισχυρή φωτιά,  ικανή να κάψει αυτούς που βλέπει σαν εχθρούς και ανταγωνιστές του.

«Αυτό μπορεί να θεωρηθεί αχαριστία Κλείτε» είπε με σφυριχτή φωνή. «Δεν μπορείς να μειώνεις τον Αρχηγό και Βασιλιά σου σε απλό θνητό, έτσι ώστε να μεγαλώνεις το ρόλο που αποδίδεις στον εαυτό σου και στους φίλους σου. Αν θέλεις παραπανίσια δόξα ψάξ’ την από μόνος σου. Μην κλέβεις εκείνη του βασιλιά σου!»

Ο Κλείτος, τον ξέρεις, είναι μελαχρινός και υψηλόσωμος και τα -πάνω από σαράντα πέντε- χρόνια που κουβαλάει, τον κάνουν να δείχνει επιβλητικός και έμπειρος. Όμως είναι πασίγνωστο και το αδύνατο σημείο του: είναι ευέξαπτος. Όταν λοιπόν σηκώθηκε και πάλι όρθιος με τα φρύδια να σχηματίζουν μια έντονη λεόντεια ρυτίδα ανάμεσα στα μαύρα του μάτια, όλοι σώπασαν περιμένοντας την επικείμενη έκρηξη του ηφαίστειου.

arxaia-ellada-00-loutroforos-min

Τότε ο Καλλισθένης κινήθηκε με αξιοθαύμαστη ηρεμία αλλά και ταχύτητα. Πλησίασε τον έτοιμο να εκραγεί στρατηγό και του είπε χαμηλόφωνα λίγα λόγια. Αποκρυπτογραφώντας τις κινήσεις του σώματός του εικάζω πως πρέπει να του είπε να δώσει τόπο στην οργή και να βγει για λίγο έξω από την αίθουσα του συμποσίου, στον καθαρό αέρα, και να μην επιστρέψει παρά μόνον όταν θα αισθανθεί ψύχραιμος και κύριος της συμπεριφοράς του.

Ο Κλείτος έμεινε για λίγο ακίνητος και σιωπηλός. Μετά ακούμπησε την κύλικά του  στο τραπέζι, έκανε μεταβολή και, σκυθρωπός, κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Ο Πτολεμαίος μου έκανε ένα χαμογελαστό νόημα, κάπως ότι το καθήκον τον καλεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της ηρεμίας, και τον ακολούθησε.  Ο Καλλισθένης επέστρεψε στη θέση του στο τραπέζι γύρω από το οποίο βρίσκονταν τα υψηλά στελέχη της επιμελητείας και των λογιστικών υπηρεσιών, κάθισε και άρχισε να μιλά χαμηλόφωνα με τον φίλο του τον Ευμένη τον Καρδιανό.

Οι κωμικοί είχαν κατανοήσει ότι είναι καιρός να αποσυρθούν αυτοβούλως και τη θέση τους είχαν πάρει οι αυλητρίδες και οι κιθαρωδοί στους οποίους λίγοι έδιναν πλέον προσοχή, καθώς οι ομάδες των αντρών σχολίαζαν τώρα μεταξύ τους τις φράσεις που είχαν ανταλλαγεί ανάμεσα στον στρατηγό και τον σοφιστή. Εν τω μεταξύ, ο Ανάξαρχος είχε πλησιάσει στο τραπέζι του βασιλιά, είχε πάρει ξανά το λόγο και κάτι έλεγε όρθιος, ενώ ο άνακτας έπινε και τον κοιτούσε με ευαρέσκεια. Τέντωσα το αφτί μου και κατάλαβα ότι μιλούσε για τον Δαρείο και τα διδάγματα που πρέπει να βγάλει κανείς από το γεγονός ότι ο Αχαιμενίδης είχε προδοθεί από τους δικούς του ανθρώπους. «Ο Αλέξανδρος όμως δεν είναι Δαρείος», υπογράμμισε φωναχτά ο Αβδηρίτης, «Ο Αλέξανδρος αντιλήφθηκε έγκαιρα τις παρόμοιες προδοτικές κινήσεις του Φιλώτα και απαλλάχθηκε έγκαιρα από μια επικίνδυνη φωλιά  ανταρτών».

foin

«Δεν με άκουσε ούτε μου εξήγησε τίποτα, κι αυτό με ανησυχεί Θαϊδα», μου είπε ο Πτολεμαίος όταν επέστρεψε ανήσυχος στο συμπόσιο μετά από λίγο. «Πάντως, αν και δεν κατάφερα να τον κάνω να ηρεμήσει, τον καταλαβαίνω. Θα σου πω τι νομίζω ότι συμβαίνει:

Μετά την εκτέλεση του Φιλώτα, ο οποίος διοικούσε το ιππικό των εταίρων, ο Αλέξανδρος το χώρισε σε δύο μέρη. Το ένα το ανέθεσε στον Ηφαιστίωνα κι έτσι είναι σα να το διοικεί απ’ ευθείας ο ίδιος. Επικεφαλής του άλλου τμήματος τοποθέτησε τον Κλείτο. Ο Κλείτος βρέθηκε έτσι ακούσιος αντικαταστάτης ενός ανθρώπου με τον οποίο είχε παρόμοιες αντιλήψεις σε πολλά θέματα.  Όπως ο Φιλώτας και ο Παρμενίωνας εκτιμά και αναγνωρίζει το θετικό ρόλο του βασιλιά Φίλιππου στην επίτευξη των σημερινών επιτυχιών∙ όπως όλοι οι παλιοί αξιωματικοί αποστρέφεται κάθε είδους μηδισμό, αρχίζοντας από την εθιμοτυπική προσκύνηση∙ όπως πολλοί απλοί οπλίτες πιστεύει πως η εξόρμηση χρειάζεται μια ανάπαυλα. Δε θα ήθελε με κανένα τρόπο να δημιουργηθεί η υποψία ότι άλλαξε απόψεις μόνο και μόνο για να του ανατεθεί μία ακόμη σημαντική θέση στο στράτευμα. Τον ενδιαφέρει να τον εκτιμούν οι οπλίτες, όσο τον ενδιαφέρει και να τον αγαπά ο βασιλιάς. Γι αυτό προτιμά να είναι σαφής και να τα λέει σταράτα».

mercgrec

Κάπως έτσι ήταν η ατμόσφαιρα στην αίθουσα των συνεστιάσεων όταν μια αναταραχή στην είσοδο τράβηξε την προσοχή των συνδαιτυμόνων. Ο στρατηγός Κλείτος  είχε και πάλι εμφανιστεί δριμύτερος, και η παρουσία του δημιουργούσε αμηχανία στη φρουρά και ανησυχία σε όποιον τον είχε ήδη διακρίνει καθώς προσπαθούσε και πάλι να πάρει το λόγο.

«Αφήστε τον», είπε ο Αλέξανδρος όταν κατάλαβε τι ακριβώς συνέβαινε στην είσοδο.

 Ο στρατηγός τότε στράφηκε προς τους συγκεντρωμένους και είπε: «Αν σας αρέσουνε οι στίχοι και τα ποιήματα, ακούστε αυτό που θα σας πω εγώ τώρα». Ανασήκωσε το ευθυτενές του ανάστημα και με στεντόρεια φωνή απάγγειλε τους παρακάτω στίχους από την ¨Ανδρομάχη¨ του Ευριπίδη[2]:

 

Αλίμονο, πόσο κακή / είναι αυτή η συνήθεια

που έχουμε στην Ελλάδα.

Όταν νικάει ο στρατός / και όταν στήνει τρόπαια

εκείνοι που κοπιάσανε  / διόλου δε λογαριάζονται

κι όλη τη δόξα παίρνει

ο στρατηγός , ο ξακουστός / που άλλο δεν κατέχει

παρά το δόρυ να κρατά / όπως χιλιάδες άλλοι

κι όμως, εν τέλει θα ’ναι αυτός / πού ‘χει το πάνω χέρι.

Κι άλλοι, δήθεν σπουδαίοι / κι ας μην αξίζουν τίποτα

περιφρονούν την πόλη

κι όλο στρογγυλοκάθονται / πάνω στην εξουσία

Κι όμως, υπάρχει κι ο λαός, / πιο δυνατός κι ανώτερος

τα μόνα που χρειάζεται: / η θέληση κι η τόλμη!

 

Οι στρατιωτικοί ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και σφυρίγματα ενθουσιασμού. Στο πρόσωπο του Άνακτα το ξαναμμένο  ερυθρό του οίνου αντικαταστάθηκε από το λευκό της ξαφνικής οργής.

«Τι θέλεις Κλείτο;

Να με προδώσεις; Ή προτιμάς να με δολοφονήσεις όπως οι αποστάτες Πέρσες τον Βασιλιά τους;»

Ο Κλείτος σήκωσε ψηλά το δεξί του χέρι και είπε: «Αυτό το χέρι δε θα σε αγγίξει ποτέ Αλέξανδρε. Κοίτα το όμως καλά και θυμήσου πως αυτό είναι το χέρι που σε έσωσε στον Γρανικό, όταν ο Σπιθριδάτης στόχευε την πλάτη σου».

Η φωνή του άνακτα έγινε οξεία απ’ την οργή: «Κλείτε ξεσηκώνεις το στράτευμα ενάντια στον βασιλιά σου! Αυτό είναι που θέλεις; Με αυτό θα είσαι ευχαριστημένος;»

Ο Κλείτος κοίταξε γύρω του τους στρατιωτικούς σα να ζητούσε την έγκριση και την συμπαράστασή τους.

«Ούτε τώρα είμαστε ευχαριστημένοι Αλέξανδρε», φώναξε. «Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε, όταν σε βλέπουμε να φοράς περσικά ρούχα και να φέρεις τα περσικά σύμβολα… Πώς να είμαστε ευχαριστημένοι όταν για να σου μιλήσουμε πρέπει να απευθυνθούμε στους ραβδούχους Πέρσες που σε περιτριγυρίζουν! Αυτοί είναι οι άνθρωποί σου Αλέξανδρε; Είναι τυχεροί, λέω εγώ, αυτοί που πέθαναν για χάρη σου χωρίς να προλάβουν να τα δουν όλα αυτά».

Ο Αλέξανδρος, χωρίς να μιλήσει έκανε νόημα στη φρουρά να συλλάβει τον στρατηγό. Η Φρουρά όμως δεν κινήθηκε κι αυτό ήταν κάτι το πρωτοφανές για όλους. Ο Άνακτας έψαξε, ασυναίσθητα ίσως, το προσωπικό του εγχειρίδιο. Όμως ήταν κι αυτός άοπλος, όπως και όλοι όσοι συμμετέχουν στα συμπόσια, σύμφωνα με το παλιό έθιμο των Μακεδόνων.

Η φωνή του Κλείτου ακούστηκε τώρα περιφρονητική:  «Να μη προσκαλείς στις γιορτές σου εκείνους που δεν φοβούνται να πουν τη γνώμη τους. Να καλείς μόνο τους βάρβαρους και τους δουλοπρεπείς που εντυπωσιάζονται από τον περσικό σου χιτώνα!»

Ο Αλέξανδρος ήταν πια εκτός εαυτού. Το πρώτο πράγμα που έπιασε και εκτόξευσε ενάντια στον Κλείτο ήταν ένα μήλο. Το δεύτερο ήταν ένα ακόντιο που απόσπασε από τον φρουρό που στεκόταν δίπλα του. Το δόρυ διαπέρασε τον στρατηγό πέρα ως πέρα.

Στην αίθουσα βασίλεψε απόλυτη σιγή. Το ουρλιαχτό πόνου που ακολούθησε ήταν του Αλέξανδρου.

Κοίταξα τον Πτολεμαίο πλάι μου. Είχε χλομιάσει. Τράβηξα το χέρι μου από το δικό του που με έσφιγγε χωρίς να καταλάβει ότι με πονούσε. «Πήγαινε» του είπα και εκείνος κινούμενος σα φάντασμα πλησίασε τον Βασιλιά πού θρηνούσε τώρα γερμένος πάνω στο πτώμα του Κλείτου του Μέλανα.

.ξ1

Αυτά είδα, μόλις χτες, καλέ μου Εύελπι. Λίγο αργότερα άνδρες της  προσωπικής φρουράς του Κλείτου μετέφεραν το σώμα του  στον βωμό τον αφιερωμένο στους δικούς μας θεούς∙ τον έχει στήσει ο Αρίστανδρος σε μια αίθουσα του Μεγάρου που μας φιλοξενεί. Στρατιώτες και αξιωματικοί, με τα μάτια δακρυσμένα παρελαύνουν ακόμη και σήμερα μπροστά στη σωρό, ενώ ο βασιλιάς θρηνεί αποσυρμένος στα διαμερίσματά του. Από ό, τι μου είπε ο Πτολεμαίος που ήταν ως τώρα εκεί, μαζί του βρίσκεται ο Καλλισθένης που προσπαθεί να τον παρηγορήσει (χωρίς επιτυχία, μου λέει ο Πτολεμαίος) χρησιμοποιώντας όποια λογικά επιχειρήματα μπορεί να βρει που να εξηγούν κάπως αυτά τα παράλογα γεγονότα. Εκεί είναι και ο σοφιστής Ανάξαρχος που λέει στο βασιλιά πως ό, τι κι αν έκανε είναι σωστό, αφού είναι εκείνος και κανένας άλλος που, ως μονάρχης, δικαιούται να καθορίζει τι είναι σωστό και τι λάθος. Εκεί βρίσκονται  και άλλοι εταίροι που, συγκλονισμένοι, αρκούνται στο να κλαίνε μαζί του.

.

Επειδή έμεινα και εγώ κατάπληκτη και θέλω να καταλάβω κάτι παραπάνω για αυτά τα συγκλονιστικά που συμβαίνουν γύρω μου, σήμερα το πρωί συγκάλεσα κοντά  μου τις δικές μου κοπέλες, αυτές που ζουν δίπλα στους επώνυμους που κρατούν τα ηνία σε διάφορες βαθμίδες της διοίκησης. Έτσι έμαθα πράγματα που δεν ήξερα, καθώς και άλλα που επιβεβαιώνουν όσα φοβόμουν, αλλά δεν ήθελα να παραδεχτώ.  

Γι αυτό, αμέσως μετά, αποφάσισα να σου γράψω, καλέ μου Εύελπι. Τώρα που έχω κάπως ηρεμίσει ελπίζω να μπορέσω να είμαι σαφής. Και να μη σου δώσω αφορμή να λες πως και η Θαΐδα, όπως όλες οι γυναίκες, εντυπωσιάζεται και φλυαρεί εύκολα.

Άκου λοιπόν την ουσία, όπως έφτασε σε μένα από τις διηγήσεις των έξυπνων και αξιόπιστων συνεργάτιδών μου: Η σκευωρία που υποψιαζόμασταν, ήδη πριν φύγεις για την Αθήνα, κάθε άλλο παρά έπαψε να υπάρχει. Ένας από τους κύριους στόχους της εξακολουθεί να είναι ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος. Απ’ όσα έφτασαν στα αυτιά των κοριτσιών μου, ο Ανάξαρχος και οι φίλοι του σκοπεύουν να τον εμπλέξουν σε υποτιθέμενη δολοπλοκία που αποσκοπεί στον φόνο του Αλέξανδρου και μάλιστα με εμπλοκή του Αριστοτέλη.

Παράλληλα υπάρχει και βρίσκεται σε εξέλιξη και άλλο σχέδιο, εκείνο που επιδιώκει  να μειώσει την επιρροή του στην αυλή,  μέσω της διάδοσης ανεξέλεγκτων φημών που να τον παρουσιάζουν ως μεγαλομανή που διεκδικεί τη δόξα του Βασιλιά, μόνο και μόνο επειδή είναι δική του δουλειά να την παρουσιάζει στον κόσμο και να την καταγράφει προς όφελος των μελλοντικών ιστορικών!  Επειδή όμως η επιρροή του Καλλισθένη πάνω στους εταίρους και τους λοιπούς στρατηγούς δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να παρουσιαστεί ως μεγάλη, έχουν σκοπό να εμπλέξουν τους νεαρούς βασιλικούς παίδες, οι οποίοι είναι γνωστό ότι βλέπουν τον Καλλισθένη όπως οι πατέρες τους έβλεπαν τον Αριστοτέλη: Με σεβασμό και θαυμασμό. Εδώ παρακάτω σου γράφω λεπτομέρειες για τα όσα ακριβώς μου είπαν οι κορασίδες. Εσύ, αγαπημένε μου φίλε Εύελπι, κρίνε και αποφάσισε τι μπορείς να κάνεις. Εγώ σπεύδω να σου διευκρινίσω ότι θα παραμείνω πλάι σου, οτιδήποτε κι αν χρειαστείς από μένα.

…………………..

[1] 18,5 χιλιόμετρα

[2] Ευριπίδης, ¨Ανδρομάχη¨, (695-715). Στίχοι που ο ποιητής βάζει στο στόμα του Πηλέα, εδώ σε ελεύθερη απόδοση.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Ιντερμέδιο VII. Κρίσιμα χρόνια (συνέχεια).

Posted by vnottas στο 23 Μαρτίου, 2018

Ιντερμέδιο έβδομο. Κρίσιμα χρόνια (συνέχεια).

Samarkand280

6. Εν τω μεταξύ το στράτευμα εξακολουθεί να προωθείται

Εν τω μεταξύ, τα διάφορα τμήματα του στρατεύματος εξακολούθησαν να προελαύνουν από την Παρθία και την Αρεία  προς την Δραγγιανή και μετά, ακολουθώντας τα ίχνη του Βήσσου, προς την Βακτριανή στέπα και τα ακραία βορειοανατολικά τμήματα της Αυτοκρατορίας των Περσών. Στην ουσία όμως η στρατιά κατευθύνεται προς το νέο στόχο: την πρόσβαση στον  κόσμο των Ινδιών, τον μυστηριώδη τόπο από όπου καταφθάνουν στην αυτοκρατορία μεταξένια και βαμβακερά υφάσματα, πολύτιμες πέτρες, καρυκεύματα, καθώς και άλλα σπάνια εξωτικά αγαθά. Αλλά για να υλοποιηθεί αυτός ο στόχος πρέπει πρώτα να εκκαθαριστούν τα ενδιάμεσα εδάφη από τον Βήσσο (ή, όπως είχε αυτοανακηρυχθεί, τον Αρταξέρξη τον Τέταρτο, επίδοξο Μεγάλο Βασιλέα), καθώς και από τους άλλους εξεγερμένους πρίγκιπες και τους, πολύ πιο επικίνδυνους, ντόπιους αντάρτες. 

Δεν υπάρχουν πολλές πόλεις σε αυτή την διαδρομή. Υπάρχουν κυρίως οχυρωμένοι οικισμοί, οι ¨Αβάρνες¨, όπως τους αποκαλούν οι γηγενείς, Μικρά φρούρια, χτισμένα σε μέρη που παρέχουν φυσική προστασία και είναι σε θέση να προβάλουν ισχυρή αντίσταση. Στην ίδια όμως αυτή διαδρομή θα θεμελιωθούν και νέες πόλεις, νέες Αλεξάνδρειες, όπου πέρα από τους παλαιότερους των στρατιωτών και μέρος των συνακολουθούντων, θα εγκατασταθούν και άποικοι που θα καταφτάσουν από τον ελλαδικό κορμό.
alex

Η πάρα πέρα πορεία στην άνυδρη στέπα και μετά στα χιονοσκεπή βουνά, θα είναι δύσκολη, περιπετειώδης, με αλλεπάλληλες αιματηρές συμπλοκές -κυρίως ενάντια σε μικρά ευέλικτα τμήματα ανταρτών, γεμάτη με ηρωικά επεισόδια, αλλά και μύθους που αναδεικνύουν τα πρόσωπα και τις αναπάντεχες καμπές της εποποιίας.

Μιλώ για μύθους που διανθίζουν και δραματοποιούν ως κάποιο βαθμό την πραγματικότητα, έχοντας λόγου γνώση, μια που ήταν η δική μας υπηρεσία που, ανάμεσα στις άλλες αρμοδιότητές της, φρόντιζε για την εικόνα που θα άφηνε η εκστρατεία στην ιστορία, καθώς και για την εικόνα που θα άφηνε πίσω ο Μακεδόνας Βασιλιάς που την καθοδηγούσε.

Θα είναι στην αρχή αυτής της διαδρομής που οι ορεσίβιοι Μάδροι, όχι μόνο θα αντισταθούν, αλλά και θα απαγάγουν τον Βουκεφάλα∙ τελικά όμως θα ηττηθούν και θα υποχρεωθούν να συνθηκολογήσουν πληρώνοντας μάλιστα σημαντική αποζημίωση στους Μακεδόνες και, φυσικά, επιστρέφοντας το αγαπημένο άλογο του Αλέξανδρου.

Θα είναι κατά τη διάρκεια της ίδιας προέλασης που υποτίθεται πως θα καταφτάσει η βασίλισσα των Αμαζόνων, η Θάληστρις, με ακολουθία τριακοσίων γυναικών-πολεμιστών και με αποκλειστικό σκοπό να ζητήσει από τον Αλέξανδρο να γίνει ο πατέρας του (μελλοντικού) παιδιού της και για αυτό τον λόγο θα στρατοπεδεύσει μαζί του για δεκατρείς ολόκληρες μέρες (και νύχτες!).

Θα είναι επίσης εδώ που ο σατράπης Σατιβαρζάνης, (ένας από τους πρίγκιπες που δολοφόνησαν τον Δαρείο), αφού πρώτα, πιθανότατα συνεννοημένος με τον Βήσσο, δήλωσε υποταγή στον Αλέξανδρο (και εκείνος έκανε το λάθος να τον εμπιστευτεί και να τον αφήσει στην διοίκηση της Αρείας κάτω από την εποπτεία μιας μικρής ομάδας Μακεδόνων),  θα επαναστατήσει και πάλι και αφού κατασφάξει την μακεδονική φρουρά, θα καταφέρει να ξεσηκώσει όλη την περιοχή.

Ο Σατιβαρζάνης θα βρεθεί αργότερα αντιμέτωπος με τμήμα της στρατιάς που θα στείλει εναντίον του ο Αλέξανδρος και όταν η μάχη αποβεί αμφίρροπη θα ζητήσει η έκβαση να κριθεί σε μονομαχία ανάμεσα στον ίδιο και όποιον μακεδόνα στρατηγό δεχτεί να τον αντιμετωπίσει. Η πρόκλησή του θα γίνει δεκτή και τελικά ο Σατιβαρζάνης θα σκοτωθεί μονομαχώντας, από το ακόντιο του Εριγύιου από την Μυτιλήνη.

Θα είναι ακόμη εδώ που στους επικίνδυνους εχθρούς του στρατεύματος θα προστεθούν τα σμήνη των κουνουπιών που κατακλύζουν τα έλη των λιμνών της Δραγγιανής. Το στράτευμα για να τα αποφύγει θα αναγκαστεί να μετακινηθεί σε χρόνο ακατάλληλο για τον ανεφοδιασμό, πριν δηλαδή ολοκληρωθεί η συγκομιδή στην περιοχή, με αποτέλεσμα πρόσθετες τροφοδοτικές δυσκολίες.

toxovolia1[…]

Η άνοιξη της επόμενης χρονιάς, θα βρει τον Αλέξανδρο στους πρόποδες ενός πανύψηλου και απρόσιτου όρους, του Παροπάμισου[1]. Το πέρασμα που θα επιλέξει για να περάσει στη Βακτριανή στέπα βρίσκεται σε εξαιρετικά μεγάλο ύψος και είναι ιδιαίτερα δύσβατο[2] . Το επιλέγει γιατί ο Βήσσος δεν έχει προλάβει να καταστρέψει υποχωρώντας τη συγκομιδή στην περιοχή αυτής της διαδρομής. Ωστόσο θα υπάρξουν και πάλι απώλειες. Δριμύ ψύχος και κρυοπαγήματα δυσκολεύουν την πορεία της στρατιάς. Οι οπλίτες αναγκάζονται να βάζουν μαύρα υφάσματα μπροστά στα μάτια τους για να μην τυφλωθούν από την αντανάκλαση του ήλιου και να δένουν σακούλες στα πόδια των υποζυγίων, ώστε αυτά να μη βυθίζονται εύκολα στο χιόνι. Εν τέλει θα χρειαστεί πάνω από ένα  δεκαπενθήμερο για καταφέρουν να διαβούν το πέρασμα  και να κατευθυνθούν προς τις δύο πιο σημαντικές πόλεις της σατραπείας.  Την Άορνο και την πρωτεύουσα πόλη της Βακτριανής, τα Βάκτρα.

Όταν ο Βήσσος μάθει ότι οι καιρικές συνθήκες και οι λοιπές δυσχέρειες δεν στάθηκαν αρκετές για να σταματήσουν τον Αλέξανδρο, θα υποχωρήσει ξανά, αυτή τη φορά πέρα από τον ποταμό Ώξο, προς την ακραία επαρχία της Σογδιανής, όπου ο σατράπης Σπιταμένης διοργανώνει ήδη την αντίσταση των γηγενών.

Ο Αλέξανδρος θα καταλάβει εξ εφόδου τα Βάκτρα, όπου θα πληρώσει και θα αποστρατεύσει τους τραυματίες και ασθενείς οπλίτες, καθώς και τους Θεσσαλούς ιππείς. Θα ακολουθήσει η πλήρης υποταγή της Βακτριανής και αμέσως μετά ο στρατηλάτης θα προχωρήσει εσπευσμένα προς τον ποταμό Ώξο.

Η στρατιά έφτασε στον ποτάμι, αφού πρώτα πέρασε με δυσκολία και με απώλειες μια άνυδρη περιοχή γεμάτη κινούμενους αμμόλοφους και παραπλανητικούς αντικατοπτρισμούς. Ο ορμητικός ρους του Ώξου στο σημείο εκείνο έχει πλάτος έξι στάδια, ο βυθός είναι αμμώδης και δεν επιτρέπει την τοποθέτηση πασσάλων,  ενώ ο Βήσσος, υποχωρώντας, είχε κάψει όλα τα πορθμεία.  Αποφασίστηκε λοιπόν να χρησιμοποιήσουν και πάλι τη μέθοδο που είχαν εφαρμόσει για να διαβούν, παλιότερα, τον ευρωπαϊκό ποταμό Ίστρο[3]. Γέμισαν τα δερμάτινα αντίσκηνα με ξερά φρύγανα και έφτιαξαν ¨ασκοσχεδίες¨, που έδεσαν γερά μεταξύ τους. Για να ολοκληρώσουν τη διάβαση με αυτόν τον τρόπο, τούς χρειάστηκαν πέντε ημέρες.

Skythian_archer_plate_BM_E135_by_Epiktetos

Εν τω μεταξύ στο στρατόπεδο των Ιρανών πριγκίπων στη Σογδιανή ξεσπούν έριδες. Απ’ ό, τι εκ των υστέρων μπορούμε να συμπεράνουμε, οι δύο ντόπιοι ευγενείς, ο Σπιταμένης και ο Δαταφέρνης, δεν έχουν πεισθεί πως ο Βήσσος είναι ικανότερος από τον Δαρείο στο να αντιμετωπίσει τους Έλληνες. Αποφασίζουν λοιπόν να απαλλαγούν απ’ αυτόν με την πιο απλή μέθοδο: Τον συλλαμβάνουν, υποκρίνονται ότι επιθυμούν συνθηκολόγηση και παραγγέλνουν στον Αλέξανδρο ότι θέλουν να του τον παραδώσουν. Προφανώς ετοίμαζαν αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον του. Όντως ο Μακεδόνας στέλνει στον οικισμό όπου κρατείται ο Βήσσος τον Πτολεμαίο του Λάγου, επί κεφαλής όμως ισχυρού στρατεύματος και εκείνοι αναγκάζονται τελικά να του παραδώσουν τον Βήσσο, χωρίς να εμφανιστούν οι ίδιοι, τάχα πως αισθάνονται αιδώ για την πράξη τους.

Τελικά ο Αλέξανδρος στέλνει  τον Βήσσο πίσω στα Εκβάτανα προκειμένου να δικαστεί για την προδοσία του απέναντι στον Δαρείο από τους ίδιους τους Πέρσες. Ο αποστάτης, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, είχε επιδείξει πατριωτική δράση, θα βασανισθεί και θα εκτελεστεί, ενώ τα ηνία της αντίστασης στην περιοχή της Σογδιανής θα αναλάβει ο σατράπης Σπιταμένης.

 

  1. Η εξέγερση στη Σογδιανή και η σύγκρουση με τους Σκύθες

Το καλοκαίρι αυτού του δεύτερου έτους, από το χρονικό διάστημα που εξιστορώ περιληπτικά στο παρόν κείμενο, αφού πρώτα το πεζικό αναδιοργανωθεί και μεγάλο μέρος από τα άλογα του ιππικού αντικατασταθούν  με ντόπια, η στρατιά προχωρεί προς  την πρωτεύουσα της Σογδιανής, τη Μαράκανδα (η ονομασία σημαίνει Πόλη του Ιερού Πυρός) την οποία και καταλαμβάνει και από εκεί κατευθύνεται προς το ακραίο όριο της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, τον ποταμό Ιαξάρτη, ο ρους του οποίου, όπως και του Ώξου, κατευθύνεται προς τον ανεξερεύνητο βορρά.

Εδώ ο Αλέξανδρος θέλει να εκτιμήσει τον κίνδυνο που ενδεχομένως αντιπροσωπεύουν οι φυλές των Σκύθων που βρίσκονται πέρα από το ποτάμι και  να δημιουργήσει ακόμη μια αμυντική συνοριακή πόλη, την Αλεξάνδρεια την πιο απομακρυσμένη. Πράγματι, στην περιοχή έχουν ήδη συσπειρωθεί Σκυθικές φυλές, οι οποίες επιτίθενται σε όποια απομονωμένα τμήματα της στρατιάς συναντούν, δημιουργώντας αλλεπάλληλες, επώδυνες  απώλειες. Ο Αλέξανδρος θα διαιρέσει το στράτευμα σε μικρότερα, πιο ευέλικτα τμήματα και οι Σκύθες θα αντιμετωπιστούν με επιτυχία, αν και, κατά τις συγκρούσεις ο ίδιος, καθώς δεν  παύει να μάχεται στην πρώτη γραμμή, θα τραυματιστεί από βέλος στην κνήμη.

Αλλά ενώ (κάπου στην άκρη του γνωστού κόσμου) η Αλεξάνδρεια η Έσχατη  θεμελιώνεται με γιορτές και αθλητικούς αγώνες, καταφτάνει η είδηση ότι στη Σογδιανή ξέσπασε επανάσταση υπό την καθοδήγηση του Σπιταμένη, ο οποίος ενισχυμένος και από Σκύθες έφιππους τοξότες, επιτίθεται στις μακεδονικές φρουρές, τις διαλύει, και πολιορκεί την Μαράκανδα.

Ο Αλέξανδρος στέλνει πίσω τον Κρατερό, ο οποίος σύντομα ανακτά τις μικρές περιφερειακές πόλεις∙ στέλνει επίσης ενισχύσεις στην Μαράκανδα, κάτω από τις διαταγές του αξιωματικού Μενέδημου.  Όταν όμως μαθαίνει ότι ο Μενέδημος έπεσε σε ενέδρα του Σπιταμένη και είχε μεγάλες απώλειες (πάνω από δύο χιλιάδες άνδρες), αν και τραυματίας, επιστρέφει κι ο ίδιος τάχιστα στην πρωτεύουσα της Σογδιανής, προκειμένου να ξεκαθαρίσει οριστικά τους λογαριασμούς με τον εξεγερμένο σατράπη.

Εκείνος ωστόσο, αμέσως μόλις  πληροφορείται ότι ο Αλέξανδρος κατευθύνεται εναντίον του, σπεύδει, ακόμη μια φορά, να εξαφανιστεί. 

Ο Αλέξανδρος θα διακόψει προς στιγμήν την καταδίωξη και θα επιστρέψει στα Βάκτρα έτσι ώστε ο κύριος όγκος της στρατιάς να περάσει τον σκληρό ασιατικό χειμώνα[4] στην πρωτεύουσα της Βακτριανής. 

images (16)

Αυτή την περίοδο θα γίνουν διπλωματικές προσπάθειες συμφιλίωσης με ορισμένες από τις πιο διαλλακτικές φυλές των Σκύθων και, την επόμενη άνοιξη, αφού το στράτευμα διαιρεθεί ξανά σε πέντε μικρότερα, ταχύτατα μέρη, θα ξεκινήσει και πάλι προς τη Σογδιανή, όπου έχουν ξεσπάσει νέες εξεγέρσεις.  Ενώ τα τέσσερα τμήματα εκτελούν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε όλη την σατραπεία, ο Αλέξανδρος, επικεφαλής του πέμπτου, κατευθύνεται στην πρωτεύουσα Μαράκανδα ελπίζοντας να βρει επιτέλους εκεί τον Σπιταμένη, τον πιο ικανό και επικίνδυνο από τους μέχρι τώρα αντιπάλους του.

Εκείνος όμως δεν θα είναι εκεί. Επωφελούμενος από την απομάκρυνση του κύριου όγκου της στρατιάς, επιτίθεται πίσω, στα Βάκτρα,  με μια σχετικά μικρή ομάδα εξακοσίων Μασαγετών ιππέων. Αλλά αυτό είναι κάτι που ο Αλέξανδρος έχει προβλέψει. Στα Βάκτρα θα βρίσκεται ο στρατηγός Κρατερός, με ιππικό και ικανό αριθμό οπλιτών, ο οποίος θα απωθήσει την επίθεση.

Ο Σπιταμένης θα αναγκαστεί να επιστρέψει στη Σογδιανή όπου, αφού  ανανεώσει τις δυνάμεις του με Βακτριανούς, Σογδιανούς και Μασαγέτες Σκύθες, θα καταλάβει μια σειρά  οικισμούς και φρούρια από όπου θα εξακολουθήσει να εξαπολύει επιθέσεις κατά των Μακεδόνων. Εναντίον του αυτή τη φορά θα κινηθεί ο στρατηγός Κοίνος, ο οποίος και θα τον νικήσει οριστικά. Οι Σπιταμένης υποχωρώντας άτακτα, θα προδοθεί τελικά από τους Μασαγέτες μισθοφόρους και θα αποκεφαλιστεί.

Στη Μαράκανδα όπου θα διαχειμάσει αυτή τη χρονιά η στρατιά[5] η ατμόσφαιρα θα είναι τεντωμένη. Όχι μόνο γιατί, παρά την εξουδετέρωση του Σπιταμένη, η Σογδιανή δεν έχει ακόμη υποταχθεί, αλλά και γιατί θα ξεσπάσουν έριδες στο στενό περιβάλλον του βασιλιά. Εδώ θα συμβεί ακόμα ένα δραματικό επεισόδιο που θα βαρύνει περισσότερο την κατάσταση . Ο φόνος του στρατηγού Κλείτου του Μέλανα.

………………………

[1] Πρόκειται για τον Ινδικό Καύκασο (Χιντού Κους),  ο οποίος από γεωγραφικό λάθος θεωρήθηκε ως ο κυρίως Καύκασος (που οριοθετεί την Ευρώπη σε σχέση με την Ασία) τον οποίο οι Έλληνες θεωρούσαν ως το βόρειο άκρο της περσικής αυτοκρατορίας. Γι αυτόν το λόγο οι Σκύθες που ζούσαν στα βόρεια αυτού του βουνού θεωρήθηκαν (και ονομάστηκαν τότε) Ευρωπαίοι Σκύθες.

[2] Πρόκειται για το πέρασμα Κάουακ, σε ύψος 3.500 μέτρων

[3] Ίστρος: Ελληνική ονομασία του ποταμού Δούναβη

[4] Χειμώνας του 329-328 π.Χ.

[5] Χειμώνας του 328-327 π.Χ.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »