Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Κράτης’

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο τρίτο: Εν τω μεταξύ, ο Οινοκράτης…

Posted by vnottas στο 22 Απρίλιος, 2018

Κεφάλαιο τρίτο: Εν τω μεταξύ, ο Οινοκράτης…

Όπου ο (αισιόδοξος) Οινοκράτης προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, αλλά δεν προλαβαίνει…

akontismos2

Ναι είμαι ο Οινοκράτης. Όνομα κατοχυρωμένο και καταγραμμένο πλέον στα μητρώα της Αθηναϊκής πολιτείας.  Είμαι ο Οινοκράτης πατρός γνωστού και διασήμου, όπως τουλάχιστον πρεσβεύει ο πλέον έγκριτος μεταξύ των κατοίκων της Αττικής Γης, ο φιλόσοφος Αριστοτέλης.

Ναι, τον συνάντησα. Να πω μάλιστα ότι ήταν εκείνος που ζήτησε να με δει. Ήταν χαμογελαστός, με κοίταζε με συμπάθεια και φαίνεται ότι η ιστορία μου τον διασκέδαζε -με την καλή έννοια. Μου έδωσε και μερικές συμβουλές, ίδιες με εκείνες που, όπως είπε, δίνει και στο γιο του, το νεαρό Νικόμαχο. Εγώ του χαμογέλασα επίσης και τον ευχαρίστησα τόσο για τη βοήθειά του στην έρευνα για τις ρίζες μου, όσο και για τις συμβουλές του.

Είμαι ο Οινοκράτης  ο εκ Συρακουσών και δεν νομίζω πως τα μυαλά μου έχουν πάρει πολύ αέρα. Αυτοσυγκρατούμαι και αυτοελέγχομαι. Εκείνο που μου επιτρέπω, μετά την κατάληξη της έρευνας που με αφορά, είναι το να θέτω κι άλλα ερωτήματα, χωρίς αναστολές. Έχω φυσική κλίση στα ερωτήματα και τώρα ξέρω πια και έναν από τους λόγους: αυτόν που το όνομά του αρχίζει από Άλφα, κι ας του άρεσαν τα παρανόμια και τα καλόβολα παρατσούκλια.

Είμαι ο Οινοκράτης ο ταξιδεμένος∙ και αυτόν τον καιρό, ανάμεσα στα πολλά καινούργια της νέας φάσης της ζωής μου, διαβάζω και γράφω. Διαβάζω στη βιβλιοθήκη του οίκου του Ευρύνου, αλλά και σε εκείνη του Λυκείου στην οποία ο Αριστοτέλης μου επέτρεψε ελεύθερη πρόσβαση, τιμής ένεκεν (προς τον ευρύστερνο Δάσκαλό του), πράγμα που σημαίνει διπλή τιμή για τον Οινοκράτη, τον διατελέσαντα έως και δούλο.

Γράφω. Αυτή τη φορά όχι μόνον προς το αγαπημένο μου Πουλχερίδιον.  Αν και, όπου να ‘ναι, θα της γράψω μια μεγάλη επιστολή, με λεπτομέρειες για όλα αυτά τα αναπάντεχα που μου συμβαίνουν. Γράφω για να βάλω λίγη τάξη σε αυτά (τα φύσει αντιφατικά) που προσλαμβάνω επειδή ζω και σ’ αυτά (τα επίσης ανακατεμένα) που μαθαίνω επειδή διαβάζω. Γι αυτό να μην παραξενευτείς άγνωστέ μου αναγνώστη και να με συγχωρήσεις που βασικά απευθύνομαι σε εμένα τον ίδιο.images (3)

Έτσι λοιπόν φίλτατε, ο νέος  Οινοκράτης διαβάζει, γράφει, παρακολουθεί με αυξημένο ενδιαφέρον τη συντροφιά των σκύλων, ή κυνικών, και κάνει μακρές συνομιλίες εκεί κάτω, στου Κυνοσάργους, με τον Κράτη τον Θηβαίο και την όμορφη Ιππαρχία, τη γυναίκα του. Αυτοί οι δύο είναι οι αγαπημένοι μου συνομιλητές πάνω σε θέματα όπως η αναζήτηση της Ευτυχίας, ή η σχέση αυτής της τελευταίας με την Αρετή, ή εάν -αυτή η τελευταία- είναι θέμα ιδιωτικό ή δημόσιο, και ένα σωρό άλλα, παρόμοια.  Αλλά, επίσης, ο νέος μου εαυτός Οινοκράτης, περνάει εξ ίσου καλά με τον παλιό όταν είναι μαζί με τον καλό του φίλο, τον Φιλήμονα και, τον πιο πρόσφατο, τον εξωτικό Χοντρόη, κάνοντας επισκέψεις στα αξιοθέατα της Αθήνας, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων γνωστών σημείων πόσης, εστίασης και γενικότερης ευδαιμονίας.

Ο Φιλήμονας γράφει κι αυτός. Και, επιτέλους, δίδαξε και ανέβασε με επιτυχία τα πρώτα του ¨αθηναϊκά¨ έργα. Μπορώ να πω ότι θεωρείται το ανερχόμενο αστέρι των αττικών θεάτρων. Και, ας προσθέσω, πως οι κωμωδίες του βγάζουν πολύ γέλιο, και πως μπορεί μεν να μην ασκούν άμεση κριτική στους Πολίτες και στην Πολιτεία, όπως συνέβαινε με τις αθηναϊκές κωμωδίες του παρελθόντος, αλλά τώρα, που η Πολιτεία μοιάζει αδύναμη και είναι υποχρεωμένη να δρα κάτω από την επίβλεψη εξωγενών παραγόντων, τα κείμενα του δικού μου εστιάζουν και περιγράφουν με σπαρταριστό τρόπο τους νέους τύπους που κυκλοφορούν γύρω μας: κυρίως κάτι λάτρεις του Νάρκισσου, κάτι χαζοχαρούμενους ψηλομύτες, κάτι αδιόρθωτους φιγουρατζήδες, κάτι αδίστακτους καταφερτζήδες, κάτι ανενδοίαστους κουτοπόνηρους, κάτι παράταιρους ερωτύλους, και κάτι άλλους παρόμοιους τύπους, από αυτούς που ευημερούν σε καιρούς κρίσης ή σε καιρούς που εγκυμονούν εκρήξεις.  Ξωπίσω του τρέχει και σημειώνει ακούραστος τις διασκεδαστικές αντιφάσεις της εποχής μας, ο ταλαντούχος μικρός -σχεδόν έφηβος πια- Μένανδρος, ο οποίος κρίνοντας από αυτά που τον βάζουν να απαγγέλει τις βραδιές στου Κυνοσάργους, μπορώ να πω πως είμαι σίγουρος ότι σύντομα θα είναι ένα ακόμη δημοφιλές ¨όνομα¨ για τους φίλους της κωμικής συγγραφής.images (2)

Υπάρχουν βέβαια και τα καθημερινά μου καθήκοντα τα οποία προσπαθώ να διεκπεραιώνω με συνέπεια. Αφού λοιπόν παρατηρώ πως η συντροφιά των κυνικών έχει περιορίσει τις παρεμβάσεις της σε θέματα κοινού ήθους και πως το τελευταίο καιρό περισσότερο φιλοσοφεί και φιλολογεί παρά δρα με απτό τρόπο, έχω στρέψει την προσοχή μου σε άλλα σημεία, τα οποία, αν και εκ πρώτης όψεως δεν μοιάζουν σχετικά με την επίσημη γνώση, είναι τόποι όπου μπορεί να μάθει κανείς πολλά, τόσο για όσα συμβαίνουν στον υπερπόντιο κόσμο, όσο και για τις τάσεις που διαρρέουν αφανώς την πολυσύνθετη   Αττική Γη. Ένα τέτοιο σημείο είναι, για παράδειγμα, το λιμάνι και η περιβάλλουσα αγορά του Πειραιά, όπου καταφτάνουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες, τις οποίες πρέπει να βρει και να αξιολογήσει κανείς έγκαιρα, δηλαδή προτού επηρεαστούν από τα φίλτρα των εμπόρων μετοίκων που είναι εγκατεστημένοι εκεί. Ένα άλλο είναι οι προθάλαμοι και οι βοηθητικοί χώροι των μεγάρων των εταιρών, όπου πολλές μικρές κι ελαφρόμυαλες μαθητευόμενες διασκεδάζουν σχολιάζοντας ό, τι τους φαίνεται εντυπωσιακό ή περίεργο από αυτά που λένε και κάνουν οι μεγαλόσχημοι πελάτες των κυράδων τους.

Έχω λοιπόν φροντίσει, με τη βοήθεια μερικών έξυπνων ανθρώπων με τους οποίους συναναστρέφομαι, ή μάλλον διατηρώ ¨τακτική επαφή¨, να έχω πρόσβαση σε αυτούς τους χώρους, και να μαθαίνω ενδιαφέροντα πράγματα.

Έτσι έμαθα έγκαιρα τους ψίθυρους ότι οι Λακεδαιμόνιοι, μετά την ήττα τους στη Μεγαλόπολη και παρά την απόφασή τους να ενδώσουν και να στείλουν εν τέλει στράτευμα στην εκστρατεία, παράλληλα αποφάσισαν να έχουν μυστικές επαφές με τμήμα της αθηναϊκής ηγεσίας, έτσι ώστε να έχουν κάποιο κοινά επεξεργασμένο σχέδιο για την περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο μειωθεί η μακεδονική επιρροή στον ελληνικό κορμό.

Έτσι έμαθα επίσης ότι αρκετοί ανώτεροι αξιωματικοί  του αντιβασιλέα Αντίπατρου έρχονται συχνά στην Αθήνα και ότι αποτελούν θαυμαστές των τοπικών εταιρών, στις οποίες αφηγούνται διασκεδαστικά επεισόδια για τις ατελείωτες διαμάχες ανάμεσα στον στρατηγό-τοποτηρητή και την Βασιλομήτορα Ολυμπιάδα. Ψιθυρίζεται μάλιστα, ότι αυτή η διαμάχη, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ο έλεγχος του Αλέξανδρου στον ελλαδικό χώρο εξασθενίσει, δεν αποκλείεται να φτάσει  σε στρατιωτική σύγκρουση, δεδομένου ότι η Ολυμπιάδα διαθέτει άμεση στήριξη από τα στρατεύματα της χώρας των Μολοσσών στην Ήπειρο, από όπου κατάγεται και όπου συχνά καταφεύγει.

Έτσι έμαθα ακόμη ότι στην Αθήνα, αυτά τα τελευταία χρόνια έχουν καταφτάσει αρκετοί επισκέπτες από τις χώρες της Δύσης και του Βορρά, οι οποίοι, χωρίς να έχουν την επίσημη ιδιότητα του Πρέσβη, ενδιαφέρονται να μάθουν τις πληροφορίες που  φτάνουν ως εδώ σχετικά με τις απώτερες βλέψεις του Αλέξανδρου και ιδιαίτερα με το εάν σκοπεύει, μετά τις επιτυχίες του στην Ανατολή, να στραφεί προς Δυσμάς.  

Ήμουν λοιπόν, όπως βλέπετε, αρκετά απασχολημένος με τα νέα και τα παλαιότερά μου καθήκοντα, και εύλογα μοιρασμένος ανάμεσα στην προσπάθεια  να φανώ αντάξιος της καλής μου μοίρας, αντάξιος της οικογένειας του Ευρύνου που μου είχε αμέριστα συμπαρασταθεί, αλλά και αντάξιος της Αθηναϊκής Πολιτείας  που με είχε αποδεχθεί, όταν ο Εύελπις με ειδοποίησε ότι θα έπρεπε να ετοιμαστώ για άμεση αναχώρηση. Προς την επελαύνουσα εκστρατεία. Τον ρώτησα γιατί, και μου είπε: ο Καλλισθένης κινδυνεύει.  Στόχος παλιών και νέων δολοπλοκιών, βρίσκεται σήμερα κατηγορούμενος για συνωμοσία ενάντια στον Βασιλέα. Ξέροντας τι συνέβη σε όσους υπέστησαν τις ίδιες κατηγορίες τον τελευταίο καιρό, ο Εύελπις ανησυχεί. Και όσο και αν ο Καλλισθένης του έχει ζητήσει να μην απομακρυνθεί από την Αθήνα μέχρις ότου ο ίδιος του στείλει σχετική εντολή, ο Εύελπις βλέποντας ότι δεν έχει ακόμα λάβει απάντηση από τον προϊστάμενό του στα επείγοντα απανωτά  μηνύματα που του έστειλε πρόσφατα, αποφάσισε να ξεκινήσει για την Ασία. Ο Αριστοτέλης (ο Εύελπις τον είδε για πρώτη φορά οργισμένο, μου είπε) συμφώνησε.images (10)

Ήταν αρχές της Άνοιξης και είχαν συμπληρωθεί περίπου δυόμισι χρόνια από  τότε που επιστρέψαμε στην Αθήνα. Αν και η πόλη αντιμετώπιζε δυσκολίες και είχαν προκύψει προβλήματα επισιτισμού, αν όχι σιτοδείας ήδη κατά τη δεύτερη χρονιά της παραμονής μας εδώ, αν πω  πως την είχα βαρεθεί  θα έλεγα ασύστολα ψέματα.

Ενώ ο Εύελπις συναντιόταν καθημερινά με τον Αριστοτέλη, εγώ ανέλαβα τις επείγουσες προετοιμασίες για το ταξίδι, με ανάμεικτα συναισθήματα. Ευχόμουν πολλά πράγματα, αρχίζοντας με την εύνοια του Αιόλου και του Ποσειδώνα, γιατί η Άνοιξη ήταν ακόμη άστατη και το θέρος μακριά, αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν κρύβω πως, πάνω απ’ όλα, ευχόμουν η Μοίρα να μου επιφυλάσσει τουλάχιστον μία ακόμη επιστροφή στην πόλη της Παλλάδας Αθηνάς.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο δωδέκατο: Πάμε Κόρινθο;

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2018

Κεφάλαιο δωδέκατο: Όπου ο Οινοκράτης, παρέα με μια εξελληνισμένη Χαχόμα, ξαναγράφει στο Πουλχερίδιον

(Αποσπάσματα από την επιστολή του Οινοκράτη)

cebcceb7cf87ceb1cebdceae-cf84cebfcf85-cf87cf81cf8ccebdcebfcf85-cf83cebaceb1cebdceb4ceb1cebbcf8eceb4ceb7-ceadcf81ceb3ceb1-cf83cf84ceb7-4

…Έτσι που λες, αγαπητό μου Πουλχερίδιον, εκείνο το βραδάκι βρέθηκα, μαζί με τον παλιόφιλο τον Φιλήμονα, στην αριστερή όχθη του Ιλισού κοντά στην πηγή της Καλλιρρόης, όπου πρέπει να σου πω πως  ήταν πολύ όμορφα, κι έπνεε μια αύρα δροσερή, και τα τζιτζίκια τζιτζίριζαν, αλλά μετά, όταν σκοτείνιασε και φάνηκαν τ’ αστέρια, αυτά σταμάτησαν, και τη μουσική επιμέλεια ανέλαβε μια χορωδία γρύλων, πολύ καλοί κι αυτοί,  και σε σκεπτόμουνα, και έλεγα: καλός ο Φιλήμονας, αλλά εάν ήταν εδώ το Πουλχεριδάκι, θα ήταν καλύτερα.

Είχε και ένα ανισόρροπο χρυσαφί φεγγάρι που κάποια στιγμή ξεπρόβαλε μισόγιομο από τη μεριά του Υμηττού (είναι γνωστό στην Αθήνα πως αυτό το βουνό δεν είναι εντελώς στα καλά του και σου ξεφουρνίζει κάθε φορά ό, τι θέλει, από περιεργόσχημα σύννεφα, έως τρελά χρυσαφιά μισοφέγγαρα!)  κι εγώ είχα πάρει μαζί μου ένα φλασκί χαχόμα, από εκείνη που είχαμε φτιάξει μαζί με τον Χοντρόη στην Ασία, για να κεράσω, άμα λάχει, τις νέες μου αποψινές γνωριμίες. Να σου πω την αλήθεια, την έχω δίπλα μου αυτή τη στιγμή την Χαχομίτσα∙ μόνον που την έχω αραιώσει κάπως με ρετσίνα για να φτουρήσει λίγο παραπάνω,  και μου κρατάει συντροφιά καθώς σου γράφω, και μου λείπεις, και σε σκέπτομαι!

Εσύ είσαι μικρή ακόμη, αγαπητή μου Πουλχεριδίνα και ίσως δεν μπορείς ούτε καν να φανταστείς τι μεγάλη ποικιλία ανθρώπων υπάρχει στο γύρο. Κι αυτοί εκεί που συχνάζουν στα πέριξ του  τρίτου γυμνάσιου, αυτοί που αυτοαποκαλούνται ¨σκύλοι¨, ενώ οι υπόλοιποι αθηναίοι τους θεωρούν ξέχωρη φιλοσοφική τάση και έχουν αρχίσει να τους ονομάζουν ¨κυνικούς¨, είναι αρκετά αλλιώτικοι από εκείνους που συναντάς κάθε μέρα… Ακόμη και σε μια πολύπλοκη και πολυποίκιλη και απρόβλεπτη πόλη σαν την Αθήνα. 

Πάρε, ας πούμε, έναν τύπο που τον λένε Κράτη… Όχι Οινοκράτη σαν τον υπογράφοντα (αυτός, όπως ξέρεις είναι ένας και μοναδικός και σου είναι αφοσιωμένος), αλλά Κράτη σκέτο. Τι κρατάει και σε τι είναι κραταιός αυτός ο τύπος; Άγνωστο. Είναι άτσαλος, στραβοχυμένος και μάλλον ασχημομούρης. Άμα όμως ανοίξει το στόμα και αρχίσει να μιλάει, ακόμη κι εγώ, που έχω πνεύμα κριτικό και δε γοητεύομαι εύκολα, λέω: Τι απίθανος τύπος! Όχι επειδή τα λέει καλά, δεν είναι δα κανένας χρυσόστομος ρήτορας. Αλλά γιατί αυτά που λέει έχουν ενδιαφέρον. Κι ας μην έχουν μεγάλη σχέση με αυτά που πιστεύουν οι περισσότεροι. Λέει, ας πούμε, πως σημασία στη ζωή έχουν τα απλά, τα ουσιαστικά  πράγματα και πως οι τυπολάτρες και οι ¨καθώς πρέπει¨ δεν κάνουν άλλο παρά βασανίζονται από μόνοι τους και μάλιστα χωρίς λόγο.

Αλλά μου προκύπτει ακόμη πιο απίθανος όταν μαθαίνω δυο τρία πράγματα γι αυτόν. Λοιπόν άκου: Λένε ότι στην πατρίδα του, τη Θήβα, ήταν πλούσιος. Από κληρονομιά.  Τα μοίρασε όμως όλα στους φτωχούς και ήρθε στην Αθήνα, για να μαθητεύσει στη σχολή που είχε ιδρύσει ο Αντισθένης, και στην οποία, εκείνη την περίοδο, κυριαρχούσε ο Διογένης από τη Σινώπη. Εδώ ζει φτωχικά, αλλά οι Αθηναίοι τον αγαπάνε. Όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές γι αυτόν. (Αλλά κι όσες δεν είναι, λένε,  τις ανοίγει μόνος του, γι αυτό μερικοί τον αποκαλούν¨ θυρεπανοίκτη¨, άρα ίσως να ‘ναι και ολίγον τι της ¨προσκολλήσεως¨).

Μετά την αποχώρηση του Διογένη από την Αθήνα, ανάμεσα στους ¨κύνες¨ είναι κάπως σαν αρχηγός και κάπως σαν δάσκαλος. Όμως ξέρεις ποιο είναι το πιο παράδοξο απ’ όλα, αγαπημένο μου Πουλχερίδιο; Υπάρχει μια όμορφη και πλούσια και έξυπνη ξανθιά που όχι μόνο τον λατρεύει και το παραδέχεται δημόσια, αλλά που τον έχει παντρευτεί κιόλας. Ε, ναι. Αυτός ο Κράτης έχει όλα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να τον αναδείξουν σε  ένα είδος ήρωα των σημερινών -παράξενων- καιρών! 

Αλλά άκου να σου πω πώς γνωρίστηκαν με την όμορφη ξανθιά που την λένε Ιππαρχία. Έχει γούστο!

Εκείνη είχε καταφτάσει με την οικογένειά της από τη Θράκη. Οι γονείς της ήταν πλούσιοι άποικοι στην Μαρώνεια, οι οποίοι κατάφεραν να μεταφέρουν την περιουσία τους στην Αθήνα, προτού η πόλη τους περάσει κάτω απ’ τον πλήρη έλεγχο του Φίλιππου. Η Ιππαρχία έχει έναν αδελφό -τον λένε Μητροκλή, που ενδιαφέρεται κι αυτός για τη φιλοσοφία∙  εντάχθηκε λοιπόν στους Περιπατητικούς του Αριστοτέλη. Όμως, όπως λένε και οι ¨σκύλοι¨: και οι φιλόσοφοι δεν είναι παρά άνθρωποι! Ακόμη και εκείνοι της εκλεκτής περιπατητικής σχολής!

Έτσι λοιπόν μια μέρα που ο Μητροκλής αγόρευε προς τους συμφοιτητές του στα πλαίσια μιας ρητορικής άσκησης, του συνέβη κάτι το κατ’ εξοχήν ανθρώπινο. Του ξέφυγε μία. Πορδή. Απ’ τις ηχηρές. Εκείνοι δεν συγκράτησαν τα γέλια τους. Και αυτό ανθρώπινο, εδώ που τα λέμε. Από τη μια οι υψηλόφρονες ρητορικοί λόγοι, κι απ’ την άλλη η πομπώδης μεν, αλλά τελείως φυσική υπόκρουση∙ ξεκαρδίστηκαν!

Αυτοί γέλασαν, αλλά ο Μητροκλής κλείστηκε σπίτι του με βαριά κατάθλιψη. Και ίσως να εγκατέλειπε για πάντα και την ρητορική και την φιλοσοφία, αν δεν κατέφθανε αρωγός στη δυστυχία του, αισιόδοξος και πειστικός ο Κράτης. Του εξήγησε ότι σε όλο αυτό το επεισόδιο, το φυσικό, το φυσιολογικό, το ανθρώπινο, υπήρξε η πορδή.   Το αφύσικο ήταν τα τεχνητά ρητορικά σχήματα που αυτός εκφωνούσε όταν, εκείνη, θεώρησε καλό να παρέμβει. Και αυτό, είπε, του το λέει με πλήρη αίσθηση ευθύνης, όχι ένας οποιοσδήποτε  υποκριτής, αλλά ένας γνωστός λάτρης της φακής!

Έτσι ο Μητροκλής είδε να ανοίγεται μπροστά του μια νέα, αλλιώτικη θέαση των πραγμάτων της ζωής. Και έγινε, όχι μόνο ακόλουθος στα φιλοσοφικά, αλλά και φίλος του Κράτη. Στενός. Τόσο που τον παρουσίασε και στην αδελφή του, η οποία τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα.

Αυτά τα ωραία συμβαίνουν εν Αθήναις γοητευτικό μου Πουλχερικάκι!

gr0063

Τι άλλο να σου πω για εκείνη τη βραδιά… Θα σου πω, αφού πρώτα πιω στην υγειά σου ολίγη Χαχορετσίνα ακόμη… πως όταν φτάσαμε, η συντροφιά των κυνικών συζητούσε για το θέατρο. Με το που μπήκαμε τα αυτιά του Φιλήμονα σηκώθηκαν αυτομάτως όρθια, γιατί το θέμα τον ενδιαφέρει εξόχως και έχει άποψη για όλα τα θεατρικά ζητήματα. Συγκεκριμένα μιλούσαν για το νέο νόμο που πέρασε πρόσφατα στη βουλή ο Λυκούργος και είχαν διαιρεθεί στα δύο, άλλοι υπέρ και άλλοι κατά. Ποιος νόμος; Θα σου εξηγήσω.

Στα αθηναϊκά θέατρα, όπως σίγουρα θα έχεις ακουστά, ανεβαίνουν κάθε χρόνο πολλές -και ως επί το πλείστον καλές, θα έλεγα- θεατρικές παραστάσεις. (Άμα θα έρθεις στην Αθήνα, σίγουρα θα σε πάω να δεις μερικές. Τί μερικές, όλες θα έλεγα). Αρκετές από αυτές αφορούν σε καινούργια έργα που παίρνουν μέρος σε διάφορους θεατρικούς διαγωνισμούς, ενώ άλλες είναι επαναλήψεις παλιότερων, συνήθως κλασικών έργων του προηγούμενου αιώνα. Είναι σχετικά με αυτές, τις τελευταίες, που έχει προκύψει πρόβλημα. Δηλαδή, συχνά, οι υπεύθυνοι για την διδασκαλία των παλιών καλών έργων, τα ¨εκσυγχρονίζουν¨, αλλάζοντας τα κείμενα των παλιών συγγραφέων και παρεμβάλλοντας δικά τους. Ο νόμος του Λυκούργου λοιπόν, απαγορεύει αυτές τις παρεμβάσεις, γιατί, όπως αναφέρει το σχετικό ψήφισμα, υπάρχει κίνδυνος να ξεχαστούν τα γνήσια αρχικά κείμενα των μεγάλων συγγραφέων του παρελθόντος.

¨Και ποια είναι τα αρχικά  κείμενα;¨ αναρωτήθηκαν μερικοί. ¨Υπάρχουν ακόμη;¨ Οπότε ο Λυκούργος πρόσθεσε στον νόμο τη δημιουργία μιας επιτροπής από ειδικούς που θα αποφανθεί για τη γνησιότητα και θα καθορίσει την τελική μορφή των κειμένων που θα καταχωρηθούν ως εγκεκριμένα και θα μπορούν να ανεβαίνουν στα αθηναϊκά θέατρα. 

Ο Φιλήμονας, υποθέτω επειδή δεν θέλει να αγγίξει κανένας τα δικά του έργα, ούτε τώρα ούτε στο απροσδιόριστο μέλλον, τάχθηκε αναφανδόν υπέρ του νέου νόμου. Εμένα πάλι μου έκανε εντύπωση πώς ένας αμούστακος πιτσιρικάς που τον έλεγαν νομίζω Μένανδρο, ήταν από τους πιο πειστικούς και ένθερμους υποστηρικτές των ¨δημιουργικών παρεμβάσεων¨. Νεωτεριστής ο μικρός και απ’ ό, τι έμαθα, γράφει κιόλας. Μου φάνηκε ήδη περίεργο που του έδωσαν το λόγο, όμως τελικά κατάλαβα ότι εδώ υπάρχουν αλλιώτικες προτεραιότητες απ’ ό, τι αλλού και πως οι ταλαντούχοι πιτσιρικάδες έχουν ειδική μεταχείριση.

images (10)

Στην υγειά σου και πάλι αξιολάτρευτο Πουλχεράκιο∙ πρέπει να σου εξομολογηθώ πως, δε ξέρω τι με έπιασε, αλλά νοιώθω μια επιθυμία απόψε να σου τα εξομολογηθώ όλα. Όλα όσα σκέπτομαι… αυτά που με παρηγορούν και αυτά που με τυραννάνε.

Λοιπόν, στο είπα; Ή δεν στο είπα; Δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή, αλλά θα σου το πω τώρα: Ανάμεσα σε όλα τα άλλα, ο φίλος σου ο Οινοκράτης βάλθηκε τον τελευταίο καιρό να ψάχνει τον πατέρα του! 

Δεν ξέρω πώς είσαι εσύ από άποψη πατρότητας, δηλαδή αν τον ξέρεις ή όχι εκείνον που έβαλε ένα χέρι στη μεταφορά σου σε αυτόν εδώ τον αλλόκοτο κόσμο, εγώ όμως έλαχε να μην τον γνωρίσω αυτόν τον τύπο, τον δικό μου, και μερικές φορές με πιάνει μια έντονη περιέργεια και θα ‘θελα να ξέρω ποιος θα μπορούσε να είναι.  Έχω λοιπόν αρχίσει να ρωτάω. Εσύ, βέβαια, θα μου πεις πως, αφού με σκάρωσαν στις Συρακούσες, τι στην ευχή τα σκαλίζω όλα αυτά εδώ στην Αθήνα; Αχ, Πουλχεριδάκο μου, ρωτάς γιατί δεν μπορείς να φανταστείς τι μπορεί να ανακαλύψει κανείς εδώ  πέρα. Τα πάντα. Άσε που έχω και μερικές – αδύναμες, εντάξει – ενδείξεις πως ο εν λόγω τύπος έχει κάποια σχέση με την Αθήνα.

Έτσι, εκείνο το βράδυ, αφού η κουβέντα περί θεάτρου εξαντλήθηκε χωρίς οι συζητητές να συμφωνήσουν, ούτε να πάρουν κάποια κοινή απόφαση, βρεθήκαμε, εγώ κι ο Φιλήμονας, σε μια μικρότερη συντροφιά, όπου βρισκόταν και ο Κράτης που σου έλεγα παραπάνω, μαζί με την ωραία ξανθιά Ιππαρχία (που φαίνεται πως δεν τον αφήνει  ν’ απομακρυνθεί δάκτυλο μακριά της), τον Μητροκλή, τον Φώκο (τον γιο του άρχοντα Φωκίωνα) και δυο τρεις από τους εξήκοντα καλαμπουριτζήδες του Κυνοσάργους. Ο Φιλήμονας έκανε τις οφειλόμενες συστάσεις και μετά είπαμε διάφορα, σιγοπίνοντας  αραιωμένο κρασάκι και αναψυκτικά που προμηθευτήκαμε από τους περιφερόμενους οινοχόους μικροπωλητές.

Εάν τυχόν μας άκουγες καθώς τα λέγαμε, εσύ Πουλχερινάκι μου,  που έχεις μυαλό ξυράφι, θα καταλάβαινες σίγουρα ότι αυτοί μου κάνανε έμμεσες ερωτήσεις προσπαθώντας να αποσαφηνίσουν τι θέλει άραγε αυτός ο περίεργος τύπος (εγώ) από την παρέα τους. Εγώ από την άλλη τους ρωτούσα διάφορα σχετικά με  τη φιλοσοφία των κυνών, προσπαθώντας να προβλέψω έως που θα μπορούσαν να φτάσουν όταν θα προσπαθήσουν, την επόμενη φορά, να περάσουν από τις θεωρίες (και τις κλοπές αγαλμάτων) σε πράξεις πιο ανυπότακτες.

Η συζήτηση είχε κάπως μπουκώσει, όταν ο Φιλήμονας μου θύμισε το φλασκί που, παρατηρητικός όπως είναι, με είχε δει να βάζω στο σακίδιό μου, πριν ξεκινήσουμε για εδώ. Ρώτησα λοιπόν ευγενικά τους υπόλοιπους αν θα μου επέτρεπαν να αναμίξω στο κρασί μου λίγο από αυτό το φανταστικό ανατολίτικο πρόσθετο, που είχα φέρει από την Ασία. Αυτοί, της Ιππαρχίας μη εξαιρουμένης, επέδειξαν φιλομάθεια και ενθουσιασμό για το εξωτικό ποτό και με ρώτησαν για την προέλευση και τις ιδιότητες της Χαχόμας. Τους είπα λίγο πολύ την αλήθεια. Δηλαδή πως πρόκειται για μια προσπάθεια ιδιόχειρης αναπαραγωγής ενός ιερού ιρανικού ποτού. Τους διαβεβαίωσα επίσης ότι το είχα ήδη δοκιμάσει και είχα διαπιστώσει ότι πέρα από μια έντονη ευεξία και μια ενίσχυση της ομιλητικής διάθεσης, δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής επικίνδυνες παρενέργειες. Μου επέτρεψαν λοιπόν να πιώ, και εγώ το έκανα στην υγειά τους.

Αφού με παρατήρησαν για λίγο, ο πρώτος που μου ζήτησε να δοκιμάσει κι αυτός, ήταν ο αδελφός της Ωραίας, ο Μητροκλής.  Μετά τον μιμήθηκαν και οι άλλοι. Εγώ, φυσικά, δεν είχα αντίρρηση, παράγγειλα αμέσως μια οινοχόη αραιωμένο οίνο και αφού πρόσθεσα μια πολύ μικρή ποσότητα χαχόμας, τους είπα ότι μπορούν να γευτούν το μείγμα και να μου πουν τη γνώμη τους.  

αρχείο λήψης (5)

Δεν μπορώ να πω, αγαπητό μου Πουλχεριάκι, ότι θυμάμαι με ενάργεια όλα όσα συνέβησαν από το σημείο εκείνο και πέρα. Γιατί αυτή τη φορά, (σε αντίθεση με την πρώτη φορά, στην Ασία, σε μια ταβέρνα των Σούσων)  ήπια και εγώ. Και μετά ξέχασα!

Μου έμειναν πάντως κάποιες ασαφείς εντυπώσεις και, ξανακουβεντιάζοντας με τον Φιλήμονα την άλλη μέρα, αφού διασταυρώσαμε όσα θυμόμαστε από την προηγούμενη, κατέληξα σε μία δύο σιγουριές.  

Πρώτο: η χαχόμα κάθε άλλο παρά έχει ξεθυμάνει. Λειτουργεί μια χαρά. Όχι βέβαια  με τα ίδια αποτελέσματα με τη γνήσια, δηλαδή εκείνη που ανακαλύψαμε με τον Χοντρόη στην υπόγεια περσική κάβα,  η οποία προκαλεί  μόνο κάτι περίεργα όνειρα… (έχω φέρει και απ’ αυτήν ένα μικρό παγούρι στην Αθήνα). Το αντίγραφο που φτιάξαμε εγώ κι ο Χοντρόης, ακόμη και σε ελάχιστη ποσότητα, εξακολουθεί να δημιουργεί στους συμπότες μια ευχάριστη αίσθηση  αμοιβαίας εμπιστοσύνης, μια εξομολογητική απενοχοποιητική διάθεση και, τέλος, έναν μάλλον ληθαργώδη ύπνο. (Άραγε γι αυτό μου φαίνεται ότι τώρα άρχισα λίγο να νυστάζω;) Από εκεί και πέρα επέρχεται το κενό! Η λησμονιά! Από ό, τι συνέβη μετά την λήψη δε θυμάσαι σχεδόν τίποτα.

Δεύτερο: Το μόνο που είναι αναγκαίο, εάν θέλει κανείς να χρησιμοποιήσει ¨επιχειρησιακά¨ την προσαρμοσμένη χαχόμα, δηλαδή για να μάθει πράγματα, είναι το να υπάρχει ένας νηφάλιος παρατηρητής σε θέση να παρακολουθήσει με ψυχραιμία τα τεκταινόμενα μετά την κατάποσή της από τους άλλους και να βγάλει τα αναζητούμενα συμπεράσματα. Αν ένας τέτοιος παρατηρητής δεν υπάρχει, εάν δηλαδή πιουν όλοι οι παρόντες, όπως συνέβη εκείνο το βράδυ, απομένει μόνο αυτό που κάναμε με τον Φιλήμονα: ήτοι η διασταύρωση των λίγων υπολειμμάτων μνήμης που απομένουν στους συμμετέχοντες. Αλλά και πάλι, αυτά που έρχονται στην επιφάνεια είναι συγκεχυμένα…

Εκτός και…

Εκτός και αν υπάρχει και ένα τρίτο χρήσιμο συμπέρασμα που το συνειδητοποιώ… μόλις τώρα!  

Μα ναι, μα ναι!

Υπάρχει ένας τρόπος να θυμηθεί κανείς τι συνέβη, όταν ακόμη και ο ίδιος βρισκόταν υπό την επιρροή αυτού του μυστήριου εξωτικού υγρού…

Να το ξαναπιεί!!!

Γιατί, βλέπεις Πουλχεριδέλι μου… Τώρα θυμάμαι!

Έχεις αντίρρηση; Μα ναι, έχεις δίκιο. Όποιος θα ξαναπιεί, λες, μπορεί προς στιγμήν να ξαναθυμηθεί, αλλά εν τέλει, μοιραία,  μόλις συνέλθει, θα ξαναξεχάσει!

Εκτός κι αν… λέω εγώ, όσα θυμηθεί, τα καταγράψει.

Έπεα πτερόεντα, αλλά τα γραπτά μένουν!

Γι αυτό σου λέω, ή μάλλον σου γράφω, Πουλχεριδόνι μου, τώρα αμέσως κι επί τόπου… αυτά που επιτέλους θυμάμαι.

images (28)

¨Ωραία είναι απόψε! Να επαναληφθεί!¨, είπε κάποιος.

¨Ναι, να ξαναβρεθούμε και να τα ξαναπιούμε¨, είπε κάποιος άλλος.

¨Αυτές τις μέρες. Αύριο ή μεθαύριο¨, ζήτησε κάποιος βιαστικός.

¨Δεν μπορώ¨, είπε ο Φώκος. ¨Ο Πατέρας μου, μου ανάθεσε μια επείγουσα διπλωματική αποστολή και αύριο φεύγω¨.

¨Για πού;¨

¨Για την Κόρινθο¨.

¨Για την Κόρινθο… Ωραία. Θα καλοπεράσεις. Εξάλλου έχουμε πολλούς οπαδούς εκεί!¨

¨Βέβαια. Χάρη στον μεγάλο Διογένη¨.

¨Ναι, είναι πολύ μεγάλος, σχεδόν αιωνόβιος!¨

¨Μη στεναχωριέσαι Ιππαρχία, ο παππούς είναι αειθαλής¨.

¨Δε ξέρω αν θα προλάβω να τον ‘δω. Έχω να συναντήσω μια αποστολή Λακεδαιμονίων¨ λέει ο Φώκος.

¨Όσο δαιμόνιοι κι αν είναι οι Λακεδαιμόνιοι, είναι αναπόφευκτα λακωνικοί. Δε θα σου φάνε πολύ χρόνο¨.

¨Εξαρτάται¨.

¨Εξαρτάται από τι; Τι έχεις να κάνεις με τους ζόρικους του νότου;¨

¨Το ζήτημα είναι τι σκοπεύουν να κάνουν αυτοί. Αυτό ενδιαφέρει τον πατέρα Φωκίωνα. Ο Αντίπατρος μπορεί να τους νίκησε στην Μεγαλόπολη, αλλά δεν τόλμησε να μπει στην Σπάρτη. Τον γερο -Φωκίωνα οι Σπαρτιάτες τον σέβονται. Γι αυτό δέχτηκαν να μιλήσουν με ένα δικό του, τώρα που το πανελλαδικό τμήμα της Κρυπτείας τους έχει σίγουρα πληροφορήσει ότι στην Αθήνα είναι πάλι στα απάνω τους οι αντιμακεδόνες. Δεν θέλουν όμως η συνάντηση να γίνει στη Σπάρτη. Δεν θέλουν να εμφανιστούν  εκεί αθηναίοι απεσταλμένοι. Ούτε κι αν είναι τελείως ανεπίσημοι. Έτσι θα τους συναντήσω διακριτικά στην πολυάριθμη και πυκνοκατοικημένη Κόρινθο¨.

¨Εσείς, οι Συρακούσιοι, τι λέτε;¨ ρώτησε κάποιος με ευχάριστο αν και κάπως αποχαυνωμένο ύφος.

¨Εγώ; Τίποτα¨, είπε ο Φιλήμονας.

¨Εσύ Οινοκράτη -όνομα και πράγμα; Τι έχεις να πεις;¨

¨Μπορώ να κάνω μια ερώτηση;¨ είπα εγώ. ¨Έχω ένα πρόβλημα¨.

¨Βεβαίως. Γι αυτό άλλωστε είμαστε εδώ¨, μου απάντησε ο Κράτης ο Θηβαίος.

¨Ξέρετε κανέναν Αθηναίο που το όνομά του να αρχίζει από Άλφα και που να ήταν στη Σικελία πριν καμιά σαρανταριά χρόνια ή, ακριβέστερα, τριάντα πέντε με σαράντα χρόνια πριν;¨

Κανένας δεν έδειξε να ξαφνιάζεται από το ετερόκλιτο αίτημά μου.

¨Στη Σικελία καλά, αλλά πού ακριβώς;¨

¨Στις Συρακούσες φυσικά, που αλλού;¨

¨Παρά την κατραπακιά που υπέστησαν οι Αθηναίοι στις Συρακούσες κατά την πρώτη σικελική εκστρατεία, απ’ ό, τι ξέρω, πολλοί εξακολούθησαν να ταξιδεύουν ως εκεί¨, είπε ο Θηβαίος. ¨Όμως για την περίοδο που σε ενδιαφέρει θα πρέπει να απευθυνθείς σε κάποιον αρκετά μεγαλύτερο στην ηλικία από εμάς. Εν πάση περιπτώσει, τι τον θέλεις;¨

¨Υπάρχουν πιθανότητες να είναι ο πατέρας μου¨, είπα εγώ χωρίς να δαγκωθώ.

¨Έγώ ξέρω έναν¨, είπε η Ιππαρχία. ¨Έχει πάει στη Σικελία. Το όνομά του όμως αρχίζει από Δέλτα¨.

¨Ο γερο-Διογένης;¨

¨Αυτός!¨

¨Το όνομά του δεν αρχίζει από Άλφα, αλλά ίσως να μπορεί να σου δώσει πληροφορίες για εκείνη την εποχή¨, είπε ο Μητροκλής, ¨αν και, ξέρεις, το βρίσκω λίγο χλωμό∙ πολλοί είναι εκείνοι που αγνοούν τον πατέρα τους μια ζωή, κι ας έχουν πολύ περισσότερα στοιχεία από σένα¨.

¨Ευχαριστώ. Λέω να πάω να τον βρω¨, είπα.

¨Άμα θέλεις έλα μαζί μου Φεύγω για την Κόρινθο αύριο, προς το μεσημέρι¨, είπε ο Φώκος

¨Με θέλεις πραγματικά;¨ απόρησα εγώ.

¨Μα και βέβαια. Εάν κάποιος σε παρακολουθεί και ενδιαφέρεται για σένα, είναι καλύτερο να τον έχεις κοντά σου και να τον εποπτεύεις και εσύ, παρά να μη ξέρεις που βρίσκεται και τι κάνει..¨.

¨Το βρίσκω σωστό. Εντάξει θα έρθω¨, είπα εγώ… και μετά το ξέχασα.

Όπως το ξέχασε και εκείνος.

 images (26)

Χωρίς λοιπόν, Πουλχεριδόπουλό μου, να ξέρω ούτε κι εγώ καλά – καλά το γιατί, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο κατά κάποιο τρόπο περιθωριακός, αλλά αγαπητός στους νέους και πασίγνωστος ανά το πανελλήνιο (ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη που του έκανε ο Αλέξανδρος) γερο-Διογένης , θα είχε κάτι να μου πει για τις Συρακούσες της περιόδου που γεννήθηκα. Έτσι, μαζί με τον Χοντρόη (τον Φιλήμονα τον εμπόδισε μια έξαρση έμπνευσης και γραψίματος που του συνέβη εκείνες τις μέρες) και αφού ζήτησα την άδεια του Εύελπι, ξεκίνησα για την Κόρινθο το μεσημέρι της επόμενης μέρας. Στην Κακιά Σκάλα, ακριβώς εκεί όπου ο Θησέας είχε εξουδετερώσει τον Σκίρωνα, έπεσα πάνω στον προπορευόμενο Φώκο. Τον ρώτησα πώς από εκεί και μου είπε πως έχει κάτι αγορές να κάνει στην Κόρινθο.

¨Και εγώ¨, του είπα, ¨έχω μια παραγγελία του προϊστάμενού μου¨.

images-27

Παραπονιούνται ορισμένοι Αθηναίοι για την Αθήνα. Λένε πως οι επιτυχίες των εμπόρων μπορεί να έφεραν πλούτο, όμως έχουν χαλάσει τον χαρακτήρα τόσο των ανθρώπων όσο και της πόλης. Τι να πουν τότε οι Κορίνθιοι! Η διαφθορά εδώ είναι ορατή όσο και ο πλούτος, τουλάχιστον άμα δεν ξέρεις πως οι Κορίνθιοι έχουν βρει έναν κάποιο τρόπο για να την αντιμετωπίσουν. Όπως θα σε πληροφορήσουν οι ίδιοι, εδώ, στην προχωρημένη Κόρινθο με τα δύο λιμάνια και την Δίολκο, τον πλακοστρωμένο διάδρομο όπου τα πλοία σέρνονται από την μια θάλασσα στην άλλη, εδώ, όπου επινοήθηκε το θαλάσσιο υπερόπλο των Ελλήνων, η τριήρης,  εδώ λοιπόν οι παρανομίες δεν υπάρχουν γιατί, απλούστατα, τα περισσότερα ανθρώπινα πάθη έχουν νομιμοποιηθεί. Και βέβαια, συνήθως, αποφέρουν κέρδη.   

Αλλά τι μπορώ να πω εγώ, που είμαι προϊόν του καλλίτερου επιτεύγματος της Κορίνθου: της αποικίας των Συρακουσών;! Δε λέω λοιπόν τίποτα, παρά  κόβω βόλτες μαζί με τον φίλο μου τον Χοντρόη και παρατηρώ τη μεγάλη Μητρόπολη. Πολυκοσμία και πλούτος. Στολίδια στις φορεσιές και στα κτίρια. Α, και κάτι που μου θυμίζει την πατρίδα: Στις δημόσιες επιγραφές αντί για Κάπα, βάζουν κι εδώ Qου. Qόρινθος.  Συγκινούμαι μια στάλα. Ύστερα αφήνω τον Ευτραφή να συνεχίσει την περιήγηση μόνος του και πάω να βρω τον διάσημο Αρχικύνα.

Diogenis.2

Όμως, ο Διογένης έχει πάει στη θάλασσα για μπάνιο και εγώ καταλήγω να τον περιμένω στημένος έξω από το πιθάρι του. Κι επειδή αργεί, κάθομαι στο γρασίδι του άλσους του αφιερωμένου στην Αφροδίτη στους πρόποδες της Ακροκορίνθου,  ακουμπάω την πλάτη μου στο κορμό ενός δέντρου, και αγναντεύω, στο βάθος απέναντι, το πολυτελές μέγαρο της μακαρίτισσας της Λαίδας,  της διασημότερης εταίρας της προηγούμενης γενιάς. Είναι ένα εντυπωσιακό παλάτι. Μετά, μέσα στη κάψα του απομεσήμερου, αποκοιμιέμαι.

Και σε βλέπω στον ύπνο μου. Είσαι εδώ, όχι όμως γιατί με αγαπάς και μ’ αποθύμησες, αλλά γιατί η κυρά σου η Θαίδα αποφάσισε να ‘ρθει να δει τον Εύελπι που άργησε να επιστρέψει στην εκστρατεία και σε πήρε μαζί της. Αλλά εμένα δε με νοιάζει καθόλου ο λόγος που ήρθες, παρά μου αρκεί που είσαι εδώ. Και φαίνεται πως είμαι καλά, και μοιάζει να χασκογελάω στον ύπνο μου, γιατί ακούω μια φωνή να λέει: ¨Τι να θέλει αυτός ο χαζοβιόλης και μου έφραξε την είσοδο στο σπίτι;¨

Για ογδοντάρης σε άνοψη  στέκεται καλά και στέκεται ακριβώς από πάνω μου σκουντώντας με με το μπαστούνι του. Ο Διογένης αυτοπροσώπως!

Αποξυπνάω και προσπαθώ να σηκωθώ όρθιος.

¨Συγχώρα με Δάσκαλε¨, του λέω. ¨Σε περίμενα, αλλά με ξεγέλασε ο Μορφέας. Ήρθα να σε βρω γιατί θέλω τη συμβουλή σου¨.

¨Και πώς σου ήρθε αυτή η φαεινή ιδέα νέε;¨ λέει και μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω στο πιθάρι του.

¨Εκείνοι που με συμβούλεψαν να ‘ρθω είναι οι μαθητές και οι ακόλουθοί σου στην Αθήνα. Ο Κράτης και οι άλλοι¨, λέω σκύβοντας για να μπω στο πήλινο σπίτι του.

Το μεγάλο δοχείο βρίσκεται στη σκιά ενός πυκνόφυλλου δέντρου και μέσα έχει δροσιά. Τέτοια μεγάλα πιθάρια φτιάχνουν μόνον εδώ στην Κόρινθο. Έχουν ειδικό σχήμα έτσι ώστε οι βαρουλκοί  να μπορούν να τα μεταφορτώσουν εύκολα από τα κάρα στα μεγάλα κορινθιακά εμπορικά πλοία. Το ότι μπορούν να μετατραπούν σε μικρό κατοικήσιμο διαμέρισμα, άμα στο πουν και δεν το δεις με τα μάτια σου, δεν το πιστεύεις.

¨Η αλήθεια είναι πως έχω καιρό να τους δω. Τι κάνουν; Είναι καλά; Ο Κράτης είναι πάντα με εκείνη τη θεληματική Ιππαρχία από την επαρχία;¨ λέει και μου κάνει νόημα να καθίσω.

Κάθομαι σε ένα μικροσκοπικό σκαμνί. Εκείνος αφήνει τη μαγκούρα και κάθεται σε ένα μεγαλύτερο.

Υπάρχει ένα φανάρι κρεμασμένο σε καρφί στον τοίχο, αλλά είναι σβηστό. Τα μάτια μου συνηθίζουν στο ημίφως. Άλλωστε, από το στόμιο μπαίνει αρκετό απογευματινό φως, ώστε να διακρίνει ο ένας το πρόσωπο του άλλου,

¨Τους είδα πρόσφατα και ήταν σίγουρα μαζί¨.

¨Κι εσύ, από πού είσαι νέε; Δε νομίζω ότι τα καλομιλάς τα αττικά, μάλλον δωρικό χρώμα έχει η λαλιά  σου¨.

Του εξηγώ πως κατάγομαι από τις Συρακούσες, πως έχω μείνει για χρόνια στην Αθήνα και πως τον τελευταίο καιρό ήμουν στην εκστρατεία. Του λέω επίσης πως υπήρξα ελεύθερος άποικος στη Σικελία, μετά δούλος -παιδαγωγός στην Αθήνα όπου, τώρα τελευταία, ενδέχεται να αποκτήσω την ιδιότητα του μέτοικου. Μετά του λέω πως του έχω φέρει πεσκέσι μια μικρή οινοχόη με ασιατικό ποτό.

Δεν εντυπωσιάζεται βέβαια, ούτε από τη βιοπεριγραφή μου ούτε από το δώρο, αλλά δείχνει να του αρέσει που είμαι κάπως περπατημένος και όχι κανένας φλώρος από αυτούς που τον κυνηγούν γοητευμένοι από τον αντικομφορμισμό του.

¨Και τι είναι αυτό στο οποίο ο υποφαινόμενος γέρος -πλην όμως θαλερότατος- Διογένης μπορεί να σε βοηθήσει;¨

images (21)

Του εξηγώ, ελπίζοντας ότι θα θελήσει, πριν φύγω, να δοκιμάσει τη χαχόμα.

Του λέω τι ακριβώς ψάχνω.

Κάνει έναν δυσερμήνευτο μορφασμό. Μου απαντάει ότι δεν έχει αντίρρηση να μου πει ό,τι ξέρει Όμως δεν νομίζει ότι θυμάται κάτι που θα έλυνε με μιας τις απορίες μου. Εκείνη την περίοδο οι δύο Διονύσιοι των Συρακουσών, και ο πατέρας και ο γιος, είχαν ανοιχτές τις θύρες της πόλης και για εμπόρους και για διανοούμενους και για καλλιτέχνες από τον ελληνικό κορμό. Προερχόμενους από όλες τις πόλεις. Και εκείνος ο ίδιος είχε κάνει ένα ταξίδι μέχρι τη Σικελία.

Ο Αριστοτέλης; Όχι. Δε θυμάται κάτι τέτοιο. Τα ταξίδια του Αριστοτέλη ήταν προς τα ανατολικά και τα βόρεια. Ήταν μάλλον ο Πλάτωνας που πηγαινοερχόταν στη Σικελία, αλλά αυτός δεν πιάνεται. Εκτός που το όνομα δε ταιριάζει, δε ταιριάζει ούτε η ηλικία -ήταν ήδη κάμποσο μεγάλος τότε- αλλά ούτε είχε ποτέ τη φήμη μεγάλου εραστή και γυναικοκατακτητή. Μόνον πλατωνικά πράγματα…

Αλλά, σχετικά με το πρόβλημά μου, ο Διογένης είχε να κάνει μια άλλη παρατήρηση:

¨Τι να τον κάνεις παιδί μου τον πατέρα σου; Δεν κάνουν πάντα καλό οι πατεράδες στα παιδιά τους¨. Έκανε πάλι έναν μορφασμό και το χέρι του αναζήτησε, ενστικτωδώς θα έλεγα, την οινοχόη που του έφερα και που την είχε αφήσει εκεί δίπλα. Την πήρε την ξεβούλωσε και τράβηξε μια μικρή ρουφηξιά. Το μάτι του γυάλισε.

¨Πάρε για παράδειγμα τον δικό μου¨, είπε ύστερα από λίγο. ¨Τον γνώρισα. Από την καλή και την ανάποδη. Σε διαβεβαιώνω ότι δε κέρδισα πολλά. Χρήματα ίσως ναι, αλλά κίβδηλα.

Τον έλεγαν Ικεσία και ήταν τραπεζίτης στη Σινώπη. Αγαπούσε το χρήμα. Το πολύ χρήμα. Το χρήμα καθεαυτό. Τόσο που είπε να φτιάξει χρήμα από μόνος του, για λογαριασμό του. Σαν καλός γιος τον βοήθησα και εγώ. Ήμουν μικρός και άμαθος τότε.   Μας έπιασαν. Η ποινή ήταν παραδειγματική: εξορία. Οι Σινωπιείς έπρεπε να μάθουν πως οι παλιοί καιροί τελείωσαν και πως με το χρήμα δε μπορεί να παίζει πλέον κανένας.

Εξορία λοιπόν. Φύγαμε προς τα δυτικά. Παραπλεύσαμε τη βόρεια Μικρά Ασία μέχρι το Βυζάντιο. Μεγάλο λιμάνι και ισχυρή αγορά. Ο πατέρας μου είχε αποθηκεύσει εκεί κάποια σημαντικά ποσά. Φυσικά θέλησε να μείνει εκεί, ενώ εγώ έκανα την πρώτη μου επανάσταση. Συνέχισα το ταξίδι ίσαμε την Αθήνα, όπου η ζωή μου άλλαξε ριζικά.  

Ο πατέρας μου ξανάκανε περιουσία, εξαγόρασε μερικούς στην πατρίδα και κατάφερε να επιστρέψει στη Σινώπη. Αμετανόητος. Και αδιόρθωτος. Όχι πολλά χρόνια αργότερα με ειδοποίησε πως θα έπρεπε και πάλι να φύγει εσπευσμένα από την πόλη, γιατί είχε και πάλι ξεσπάσει ένα οικονομικό σκάνδαλο στο οποίο ήταν μπλεγμένος. Σκόπευε, αυτή τη φορά, να έρθει στην Αθήνα. Του έγραψα ότι όσο με αφορά μπορεί να κάτι ό, τι θέλει. Και εγκατέλειψα την Αθήνα επειγόντως. Πήγα στην πατρίδα σου τις Συρακούσες και τελικά κατέληξα εδώ, στην Κόρινθο. Εκείνος δεν πρόλαβε να έρθει στην Αθήνα γιατί στο μεταξύ πέθανε.

Έμεινε για λίγο σιωπηλός χαϊδεύοντας αφηρημένα τη γενειάδα του.

¨Τώρα εγώ είμαι ένας σκύλος!  Κυνικός και αρχικυνικός. Ίσως λοιπόν να μην είναι συνεπές να ομολογήσω αυτό που θα σου πω. Εντούτοις, θα στο πω. Ξέρεις τι; Κατά βάθος αισθάνομαι νοσταλγία. Για τη Σινώπη και τη παιδική μου ηλικία. Για την περίοδο των μύθων και της αγνότητας. Κατάλαβες; Αυτή τη στιγμή, κατά έναν περίεργο και ασυνεπή τρόπο δεν είμαι παρά ένας νοσταλγός/κυνικός. Απαράδεκτο και όμως αληθινό…¨

Τον άφησα να μουρμουρίζει, αν και τα βλέφαρά του άρχισαν να κατηφορίζουν βαριά . Σηκώθηκα και εγκατέλειψα το  φιλόξενο πιθάρι ακροπατώντας.

……images (19)

Γύρισα σπίτι και σου έγραψα τα παραπάνω. Τώρα που τελείωσα θα διπλώσω την επιστολή μου και θα σημειώσω με μεγάλα γράμματα απ’ έξω: ¨Πριν το στείλω, να το διαβάσω απαραιτήτως ξανά!!!¨. Κι επειδή μπορεί να μη καταλάβω τι εννοώ, θα συμπληρώσω: Μπορεί να περιέχει πράγματα που μου ξέφυγαν ή δεν θυμάμαι (λόγω χαχόμας).

*

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο Έβδομο και Όγδοο : Περί των εξαφανισμένων χάλκινων ηρώων

Posted by vnottas στο 17 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

01_ceb1cf81cf87ceb1ceafceb1-ceb1ceb8ceaecebdceb1

Κεφάλαιο έβδομο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

Όταν άρχισε ο σαματάς, εγώ δεν είχα μιλήσει ακόμη. Όπως είχαμε συμφωνήσει θα έπαιρνα το λόγο τελευταίος, μετά τον Φωκίωνα και τον Δημοσθένη. Ο Φωκίωνας υπήρξε ολιγόλογος, ο δε Δημοσθένης, και να ήθελε να είναι σχοινοτενής, δεν πρόλαβε. Όταν άρχισε η φασαρία ήταν στην αρχή της ομιλίας του.

Εγώ τον παρακολουθούσα προσεκτικά ώστε να μπορέσω να καταλάβω, πέρα από τα ωραία ρητορικά του σχήματα, πού ακριβώς το πάει, αλλά όταν συνέβησαν τα απρόοπτα γεγονότα δεν είχε πει ακόμη αρκετά και, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε πει κάτι που να με εκπλήξει. Ήταν ο Δημοσθένης που περίμενα, με τη γνωστή του πολιτική και τη γνωστή λεκτική του δεινότητα.

Όμως, ξαφνικά τον είδα να σταματά και να κοιτάζει διερευνητικά το πλήθος. Θεώρησα ότι ήταν μια ηθελημένη σιγή που θα τραβούσε το ενδιαφέρον του κοινού στα όσα θα έλεγε αμέσως μετά. Ωστόσο, η σιγή του ρήτορα παρατάθηκε και εκείνο που άρχισε να ακούγεται ήταν φωνές από το πλάτωμα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κόσμος.

Είδα τον Δημοσθένη να εγκαταλείπει το βήμα και να κατεβαίνει κάτω. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Σίγουρα.

Κοιτάζω προσεκτικότερα και βλέπω ότι η προσοχή του κόσμου έχει συγκεντρωθεί στα αγάλματα. Κάποιος έχει τραβήξει το σκοινί. Τα αγάλματα είναι τώρα ξεσκέπαστα. Ο Πανόπτης Ήλιος έχει βουτήξει για τα καλά στα νερά του Σαρωνικού, αλλά η ορατότητα είναι ακόμη καλή. Μου φάνηκε ότι η μία προτομή ξασπρίζει κάπως ανώμαλα, ενώ και η άλλη επίσης γυαλίζει περίεργα.

Μα τα κατάμαυρα δαιμόνια των Μεσοποτάμιων, αυτοί εδώ δεν είναι οι ¨τυραννοκτόνοι¨! Όχι τουλάχιστον αυτοί που παραδώσαμε εμείς χτες. Είναι άλλοι! Κάποιος έχει αποφασίσει να χλευάσει και εμάς και τις αρχές της Αθήνας αντικαθιστώντας τις γνήσιες προτομές με αυτές εδώ.

¨Πρόκειται μόνον γι αυτό;¨ αναρωτιέμαι, ¨ή απόψε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ θα προσθέσουν στα παλιά και νέα θύματα;»

Ακούγονται δυνατοί διθυραμβικοί ήχοι. Τύμπανα; Κύμβαλα; Μάλλον κι απ’ τα δυο. Ανάμεσα στο πλήθος εμφανίζονται μεγάλες αγριωπές μάσκες πάνω σε σώματα που, παρά τη ζέστη, φορούν δέρματα ζώων. Τα όντα αρχίζουν να κινούνται ρυθμικά, μαγνητίζοντας τα βλέμματα  του πλήθους.

111258

Σκέφτομαι ότι, εκτός από μένα, θα πρέπει να έχουν μπει σε συναγερμό κι οι άλλοι πάνω στην εξέδρα των επισήμων. Εκείνοι άλλωστε έχουν τον πρώτο λόγο στην αντιμετώπιση του επεισοδίου. Στρέφω λοιπόν την προσοχή μου σ’ αυτούς.

Ο πρώτος που συνέρχεται απ’ την έκπληξη είναι ο Λυκούργος. Ανταλλάσσει μόνον μια ματιά με τον γηραιό άρχοντα Φωκίωνα και μετά, με μία  αποφασιστική κίνηση βγάζει το ιερατικό άμφιο αποκτώντας έτσι και πάλι τη γνωστή δυναμική εικόνα του στρατηγού. Κάνει νόημα στον επικεφαλής της φρουράς, κι εκείνος πλησίαζει.

Πρέπει να πω ότι γύρω μας υπήρχαν διαφορετικά είδη ένοπλων ομάδων: το εφημερεύον τμήμα της Φρουράς της Πόλεως, μία ομάδα τοξοτών από τη Θράκη που αστυνόμευαν τον συνολικό χώρο της Αγοράς και το ειδικό άγημα με στολή τελετής για την απόδοση τιμών στους επισκέπτες και τ’ αγάλματα. Αν ήταν επαρκείς ή λίγοι θα εξαρτιόταν από τον αριθμό και την ποιότητα των τυχόν επιτιθέμενων, προς το παρόν άγνωστα και τα δύο.

Να πω επίσης, ότι με την ιδιότητα του τιμούμενων, είχαν παραταχθεί στη βάση της εξέδρας και τα μέλη της δικής μας ομάδας, εκείνης που είχε την ευθύνη για την ασφάλεια των αγαλμάτων, απ’ την αναχώρηση απ’ τα Σούσα έως την παράδοσή τους, χτες το βράδυ,  στους Αθηναίους. Αυτοί είχαν αρχίσει να κινούν κάπως νευρικά τις όρθιες σάρισές τους, να επιδιώκουν την προσοχή μου και να με κοιτούν ερωτηματικά. Τους έκανα νεύμα να κάτσουν, προς το παρόν, στα αυγά τους.

images (7)

Ο επικεφαλής της φρουράς άκουγε τον Λυκούργο και κουνούσε καταφατικά το κεφάλι του. Μιλούσαν με τις κοφτές φράσεις που απαιτούν οι έκτακτες περιστάσεις. Αν κατάλαβα καλά ο στρατηγός του είπε να επέμβει αμέσως και να συλλάβει τους ταραξίες, χωρίς όμως αιματοχυσία. Εκτός κι αν κάτω από τα δέρματα κρύβουν όπλα και επιτεθούν.

Ύστερα ο  αξιωματικός απομακρύνθηκε και άρχισε να μοιράζει εντολές στη φρουρά, στους Σκύθες χωροφύλακες, ακόμη και στο τιμητικό άγημα. Είδα τους βόρειους ξανθούς αστυνομικούς να εναποθέτουν τα τόξα τους στο φορτηγό όχημα ανεφοδιασμού (την περίφημη ¨σαύρα¨) που τους συνοδεύει πάντοτε και να προμηθεύονται από εκεί κοντές ξύλινες ράβδους.

Ο Δημοσθένης επέστρεψε στην εξέδρα. Ήταν ασυνήθιστα χλωμός και λαχανιασμένος. «Τα αγάλματα αναπαριστούν  Λακεδαιμόνιους βασιλείς, αλλά ποιος  είναι ο δάκτυλος που κινεί αυτούς τους δαίμονες εκεί κάτω, δεν μπορώ να πω».  Στράφηκε προς τον Φωκίωνα: «Πρέπει να μάθουμε, στρατηγέ! Σε κάθε περίπτωση διακυβεύεται το κύρος της Πόλης μας!»

Ο Φωκίωνας δείχνει ήρεμος∙ προφανώς κρίνει επαρκείς τις πρωτοβουλίες του Λυκούργου.

Ο Αισχίνης, αντίθετα,  μοιάζει πιο ανήσυχος απ’ όλους. «Να που οδηγεί η ¨ηπιότητα!¨» μασουλάει ανάμεσα στα δόντια του. Μου φάνηκε ότι τα έχει βάλει με τον Λυκούργο. «Φρόντισε ώστε να καλυφτεί η εξέδρα με ισχυρό κλοιό οπλιτών», του λέει. «Μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι μασκοφόροι στασιαστές και να μας επιτεθούν όταν θεωρήσουν τη στιγμή κατάλληλη. Αν πρόκειται για Σπαρτιάτες, απελπισμένους μετά την πρόσφατη ήττα τους στη Μεγαλόπολη, θα δοθεί σίγουρα μάχη.  Ίσως θελήσουν να ξεμπερδεύουν μαζί μας μια και καλή. Πού θα ξαναβρούν ομού συγκεντρωμένη όλη την αθηναϊκή ηγεσία;». Κάνει μια μικρή παύση, αλλά στη φαρέτρα του έχει ακόμα ένα χτύπημα ουράς: «Αλλά δεν αποκλείω υπεύθυνοι να είναι οι δικοί μας, οι ¨αντιμακεδόνες¨, που θέλουν να χλευάσουν και να  υπονομεύσουν μια εκδήλωση φιλίας με τεράστια συμβολική σημασία∙ ή να πρόκειται ακόμη και για πράκτορες των Περσών!».

Ο Λυκούργος τον κοιτάζει, αλλά μάλλον έχει το νου του αλλού, προφανώς στους οπλίτες που παίρνουν θέση για να υλοποιήσουν τις εντολές του.

Όμως, φαίνεται ότι κάτι πήρε τ’ αυτί του Δημοσθένη εκεί παραδίπλα. Μάλλον τη λέξη ¨αντιμακεδόνες¨, οπότε  καταλαβαίνει τους υπαινιγμούς του Αισχύνη για υποτιθέμενες ευθύνες της δικής του παράταξης και, για μια στιγμή, χάνει τη ψυχραιμία του.  «Ας σοβαρευτούν οι ρητορίσκοι», λέει οργισμένος.  «Ποιος Αθηναίος, αντάξιος αυτής της ιδιότητας, θα βεβήλωνε μια εκδήλωση προς τιμήν των ηρώων Τυραννοκτόνων;»

Προφανώς η ερώτησή του κρίθηκε ως ρητορική, γι αυτό κανείς δεν του απάντησε.

21519-123

Ο Οινοκράτης, όταν κατάλαβε ότι κάτι το ανώμαλο συμβαίνει και ότι η τελετή έχει διακοπεί, αντέδρασε ενστικτωδώς. Εγκατέλειψε τα σκαλοπάτια της Ποικίλης Στοάς και έτρεξε προς την εξέδρα προσπαθώντας να καταλάβει αν ο αφέντης του κινδυνεύει ή όχι. Όταν έφτασε κοντά και είδε ότι ήμουν σώος κούνησε εύχαρις και τα δύο του χέρια προς το μέρος μου.  Τον είδα, τον φώναξα, και πλησίασε στη βάση της εξέδρας.

«Αν οι τύποι που χοροπηδάνε είναι ένοπλοι θα έχουμε σύγκρουση κι αν πρόκειται για κλιμάκιο Σπαρτιατών ίσως και σφαγή, αλλά δεν το νομίζω», του είπα.  «Εάν όμως στο τέλος το βάλουν στα πόδια, έχω οδηγίες για σένα: Επίλεξε έναν από τους μασκοφόρους και παρακολούθησέ τον. Βρες που θα καταλήξει. Θυμήσου ότι ψάχνουμε για τα αγάλματα, τα γνήσια, αυτά εκεί είναι πλαστά. Πάρε ένα άλογο από τους δικούς μας, μπορεί να σου χρειαστεί. Μόλις βρεις οτιδήποτε χρήσιμο έλα αμέσως να με βρεις. Είτε εδώ είτε στο κυλικείο του Πρυτανείου ή όπου αλλού∙ ψάξε με».

Ο Οινοκράτης μου κλείνει ¨συνωμοτικά¨ το μάτι, χαμογελάει και απομακρύνεται βιαστικός.

images (8)*

Είναι ενδιαφέρον  να παρακολουθεί κανείς πως αντιδρά η υψηλή ηγεσία της Αθήνας, όταν (πράγμα όχι σύνηθες) βρίσκεται σε απαρτία, συμπολίτευση και αντιπολίτευση μαζί, απέναντι σε μια απρόβλεπτη κατάσταση που εγκυμονεί, ενδεχομένως, σοβαρούς κινδύνους. Και επιπλέον, με το λαό αποκάτω, να μη ξέρει κανείς με σιγουριά με ποιον ενδέχεται να συμπαραταχθεί!  Περισσότερο ενδιαφέρον από οποιαδήποτε σχετική μελέτη και διατριβή. Ενδιαφέρον και ως απλό θέαμα-ακρόαμα.

Εκ των υστέρων, μπορώ να πω πως το απόλαυσα!

Πάντως -ευτυχώς για την αθηναϊκή ομόνοια- η φάση της μεγάλης έντασης δεν κράτησε πολύ ακόμη. Καθώς οι άνδρες της φρουράς συμπτύχθηκαν προτάσσοντας τις ασπίδες τους και κραδαίνοντας τις σπάθες (από την πλατιά και όχι την κοφτερή μεριά) και καθώς οι Σκύθες παρατάχθηκαν εκατέρωθεν και περίμεναν το σύνθημα της επίθεσης (χτυπώντας το ξύλινο ρόπαλο στη χούφτα του αριστερού χεριού), οι αγριωποί χορευτές κινούμενοι λες άπαντες από τα ίδια αόρατα νήματα, πέταξαν ταυτοχρόνως τα αυτοσχέδια κρουστά, έβγαλαν τα δέρματα που κάλυπταν τα σώματά τους, αλλά όχι τις μάσκες και, βάζοντας φτερά στα ποδάρια, άρχισαν να τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση.

images (5)

Εν τω μεταξύ οι θεατές, μετά την απροσδόκητη και μάλλον ¨ονειρική¨ εμφάνιση των χορευτών, έμοιαζαν να έχουν ξεπεράσει το αρχικό δέος που προκάλεσε η ¨ιερόσυλη εξαφάνιση των τυραννοκτόνων¨ και η αντικατάστασή τους. Τώρα θα έλεγα ότι είχαν αρχίσει να εισπράττουν το ενδόμυχα ¨τραγελαφικό¨ νόημα (ή μη-νόημα) της σκηνής. Έτσι δεν με παραξένεψε που, τελικά, δεν εμπόδισαν τους χοροπηδητές στη φυγή τους.

Η οποία φυγή δεν ήταν και τόσο τυχαία όπως είχε φανεί αρχικά, αλλά ήταν σοφά προσχεδιασμένη και βασισμένη σε πολύ καλή γνώση του εδάφους.  Ο κάθε φυγάς κατευθύνθηκε σε συγκεκριμένο σκοτεινό σημείο της Αγοράς, όπου βρήκε συνένοχους που τον βοήθησαν να εξαφανιστεί. Δεν κατάλαβα αν τους προμήθεψαν αλλιώτικα ρούχα, για να αναμειχθούν έτσι δήθεν ανέμελοι με τους θεατές, ή αν τους έδωσαν γρήγορα άτια  με τα οποία έγιναν καπνός στο σούρουπο. Το γεγονός είναι ότι λίγο αργότερα, αν εξαιρέσεις τους ¨τυραννοκτόνους¨ που εξακολουθούσαν να απουσιάζουν, κατά τα άλλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά!

images (17)

Η υψηλή εξέδρα παρακολούθησε τα γεγονότα με λιγότερο κέφι και περισσότερη αμηχανία από ό, τι ο κόσμος στο πλάτωμα. Αρχικά, βέβαια, η ανακούφιση υπήρξε το κυρίαρχο συναίσθημα. Βρέθηκε χρόνος να μου παρουσιάσουν επισήμως τον Δημοσθένη, με τον οποίο αντάλλαξα μια τυπική χειραψία. Κατέφτασε -καθυστερημένος- και ο ευτραφής ρήτορας Υπερείδης, ο οποίος άρχισε να ρωτάει ανήσυχος στο γύρο, ¨τι γίνεται παίδες; Έχουμε κίνημα;¨.  Πάντως το ερώτημα που έπρεπε (εκ των πραγμάτων) να απαντηθεί ήταν: Και τώρα τι κάνουμε;

Σαφώς έπρεπε να περιμένουμε το αποτέλεσμα της εξόρμησης της φρουράς. Αν μπορούσαμε να ανακρίνουμε έστω και έναν από αυτούς τους περίεργους αμφισβητίες θα μαθαίναμε ασφαλώς ενδιαφέροντα πράγματα .

Όμως πήρε να σκοτεινιάζει και ουδείς συλληφθείς κατέφτανε στην εξέδρα.

Επί πλέον ο μαζεμένος κόσμος δεν έλεγε να διαλυθεί, παρά περίμενε να δει τι θα γίνει.

Ο Φωκίωνας ζήτησε τη γνώμη των παρόντων. Ο Δημοσθένης ήθελε να μετακινηθούμε -όχι όλοι, μόνο η αθηναϊκή ηγεσία- στους πάγιους χώρους αντιμετώπισης κρίσεων, στον Άρειο Πάγο. Εγώ, που έτυχε να βρίσκομαι πλάι του και ρωτήθηκα αμέσως μετά, είπα να αποτολμήσω να εκφέρω γνώμη, αν και  θα έλεγε κανείς ότι κάτι τέτοιο δεν είναι η διπλωματικότερη κίνηση.

Είπα ότι θα έπρεπε να μείνουμε εδώ, περιμένοντας να δούμε τι θα καταφέρει η φρουρά. Εν τω μεταξύ, χωρίς να μεγαλοποιούμε τα γεγονότα με πρόωρους λόγους προς το κοινό, θα μπορούσαμε να διανείμουμε τα καλοψημένα πλέον σφάγια της θυσίας στον κόσμο.

Ο Δημάδης υπερθεμάτισε, ο Λυκούργος έδειξε μάλλον να συμφωνεί και ο Φωκίωνας κίνησε καταφατικά το δασύ λευκό του κεφάλι. Τα ψητά άρχισαν να μοιράζονται, και όσο για μας, οι υπηρέτες έφεραν αναψυκτικά και μεζέδες, ενώ οι μάγειροι του Πρυτανείου ειδοποιήθηκαν πως το δείπνο θα γινόταν μεν απόψε, αλλά με κάποια καθυστέρηση.

f2783012efaefa49f61bc6d7dfab9471--holidays-halloween-diy-halloween*

Ο Οινοκράτης δεν είχε καταλήξει ποιον θα παρακολουθούσε εν τέλει, μέχρι τη στιγμή που οι χοροπηδητές πέταξαν τις προβιές και τα άλλα δέρματα από πάνω τους. Τότε, με μία μόνη ματιά έκανε την επιλογή του. Δεν ήταν βέβαια τυχαίο πως η επιλογή αυτή διέθετε δύο εσπεριδοειδή στήθη και εξ ίσου ενδιαφέροντες γλουτούς. Το γεγονός ότι η κεφαλή της περιβαλλόταν από φίδια, μια και απεικόνιζε την Μέδουσα, ποσώς επηρέασε την απόφασή του.

Η ¨Μέδουσα¨ εκινείτο με εξαιρετική ταχύτητα, αλλά και χάρη. Χώθηκε στον δρόμο της Αγοράς στο οποίο έβλεπαν πολλά δημόσια κτίρια και τρύπωσε ανάμεσα στο παλιό και το νέο Βουλευτήριο. Στο πρώτο σκοτεινό σημείο που συνάντησε πέταξε το προσωπείο της Οφιούσας, το οποίο ο Οινοκράτης θεώρησε σωστό να περιμαζέψει ως ενθύμιο. Σε ένα άλλο σκοτεινό σημείο προμηθεύτηκε (ως δια μαγείας) ένα πέπλο με το οποίο έκρυψε την κόμη της. Πρέπει να είναι ξανθιά, κατέληξε ο Οινοκράτης από ό, τι πρόλαβε να δει.

Είχαν φτάσει στο ύψος του Πρυτανείου δηλαδή του κτιρίου όπου στεγάζονται οι πρυτάνεις (οι πενήντα βουλευτές της φυλής που κάθε φορά  -για τριάντα πέντε περίπου μέρες- ασχολούνται όχι με τη ψήφιση των νόμων αλλά με την εφαρμογή τους και τη διοίκηση). Το κτίριο ονομάζεται και Θόλος εξ αιτίας του κυκλικού του σχήματος, ή (η) Σκιάς γιατί μοιάζει με κυκλικό σκίαστρο ή και με μεγάλο ψάθινο καπέλο. Εκεί ο Συρακούσιος έχασε την πεπλοφόρο ξανθή νέα.

Ο Οινοκράτης ανέβηκε στο άλογο που μέχρι τότε το έσερνε απ’ τα χαλινάρια και άρχισε να γυρίζει γύρω από το κυλινδρικό κτίριο. Ήταν μόνο χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία που, σε μια στιγμή, το μάτι του περισσότερο διαισθάνθηκε παρά είδε, ότι μια μικρή σιδερένια πόρτα είχε μόλις ανοιγοκλείσει.  Η πόρτα αυτή δεν βρισκόταν πάνω στον καμπύλο τοίχο της Θόλου, αλλά σε ένα μικρότερο παράπλευρο χαμηλό κτίσμα προσαρτημένο στο Πρυτανείο.

αρχείο λήψης

Ο Οινοκράτης το ήξερε καλά αυτό το κτίσμα. Κάποιοι παλιοί του φίλοι που έτυχε να είναι ταυτόχρονα και πολύ καλοί μάγειροι, είχαν περάσει και θητεύσει εδώ. Γιατί εδώ βρίσκεται το περίφημο Μαγειρείο του Πρυτανείου. Η Πολιτεία των Αθηνών παρέχει εγγυημένα καλή τροφή στους πενήντα πρυτανεύοντες βουλευτές. Είναι κι αυτό ένα θέμα αρχής και κύρους. Εδώ διοργανώνονται και τα δημόσια γεύματα που η Πόλη προσφέρει σε επιφανείς φιλοξενούμενους.

Ο Οινοκράτης αφίππευσε και πήρε μια βαθειά εισπνοή… Ψάρι…! Η χαρακτηριστική οσμή τον πληροφόρησε ότι κάπου εδώ ετοιμάζεται, εκτός των άλλων,  μια υπέροχη λεμονάτη ψαρόσουπα. Ο Οινοκράτης ξεροκατάπιε, έδεσε τ’ άλογο σ’ ένα κάγκελο και έσπρωξε απαλά τη σιδερένια πόρτα. Αυτή έκανε πίσω χωρίς διαμαρτυρίες και τριξίματα.

images (14)

***

Κεφάλαιο όγδοο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

F7
*

Εμείς, στην εξέδρα, περιμέναμε. Αν και οι περισσότεροι παρόντες είχαν κάπως χαλαρώσει και αντάλλασσαν μεταξύ τους υποθέσεις και ευφυολογήματα σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα, με θορυβοδέστερο -ποιον άλλο;- τον Δημάδη, παρατήρησα ότι ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης δεν μιλιόντουσαν καν και, όταν δεν αντάλλασσαν ματιές μίσους, αγνοούσαν επιδεικτικά ο ένας τον άλλον.

«Τι τρέχει με αυτούς του δύο;» ρώτησα τον πατέρα Ευρύνου, που δεν είχε πτοηθεί από τα συμβάντα  και έδειχνε ευδιάθετος, «πρόκειται για τη γνωστή αμοιβαία αντιπάθεια ή έχει προκύψει κάτι καινούργιο;»

Γέλασε. «Πρόκειται για τη δίκη», μου είπε. «Ή μάλλον για την ατελείωτη σειρά δικανικών διαξιφισμών και συγκρούσεων στους οποίους έχουν εμπλακεί με πάθος οι δύο τους και στην οποία δε διστάζουν να αναμίξουν και τρίτους. Έτσι καταφέρνουν να φθείρουν εαυτούς, αλλήλους, και κυρίως την πόλη. Την πόλη που, κατά τα άλλα, παρακολουθεί τη σύγκρουση με νοσηρή περιέργεια».

«Υπάρχει ακόμη εκκρεμούσα δίκη; Πώς και δεν άκουσα τίποτα σχετικά;»

«Άκουσες. Και μάλιστα κάμποσα. Πριν φύγεις για την εκστρατεία».

«Πριν φύγω!; Για ποιο πράγμα μιλάμε; Λες για την μήνυση του Δημοσθένη κατά του Αισχίνη. Πως δωροδοκήθηκε από τον Φίλιππο;»

«Βλέπω ότι, παρά το ότι ήσουν-δεν ήσουν τότε δέκα χρονών, παρακολουθούσες ήδη τα πολιτικά συμβάντα. Όμως όχι, δε μιλάω για εκείνην τη δίκη, την περίφημη δίκη ¨περί παραπρεσβείας¨, που με υποκίνηση του Δημοσθένη προκάλεσε η καταγγελία κατά του Αισχίνη κάποιου Τίμαρχου. Μιλάω για την μεταγενέστερη καταγγελία, του Αισχίνη αυτήν τη φορά, ενάντια σε έναν κολλητό του Δημοσθένη, τον Κτησιφώντα».

«Τώρα θυμάμαι! Ο Κτησιφώντας ζήτησε να τιμήσει ο Δήμος τον Δημοσθένη γιατί είχε κάνει καλά τη  δουλειά που του ανατέθηκε. Μιλάμε, αν δεν κάνω λάθος, για τα οχυρωματικά έργα  κατά του Φίλιππου. Αλλά, φυσικά, ο Αισχίνης είχε αντιρρήσεις. Μα καλά, μη μου πεις ότι αυτή η ιστορία εκκρεμεί ακόμη!»

«Ναι αγόρι μου, εκκρεμεί. ‘Η μάλλον επιστρέφει στις αίθουσες των δικαστηρίων αυτές τις μέρες. Και έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα, η έκβασή της δεν αποκλείεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις. Τόσο σοβαρές που μπροστά τους η κλοπή των ¨τυραννοκτόνων¨ και τα χοροπηδήματα των αποψινών  μασκοφόρων θα μοιάζουν απλώς παιδιαρίσματα!»

Δίπλα μου κατέπλευσε ο πληθωρικός Δημάδης. Ο Ευρύνους πρόλαβε μόνο να προσθέσει στα όσα μου έλεγε πριν, τη φράση: «Να προσέχεις!»

Ο Δημάδης ήθελε να με ρωτήσει… για τον Βουκεφάλα! Ήθελε να μάθει τι κάνει αυτό το μυθικό πλέον άτι. Ή μάλλον ήθελε να μου πει ότι αγαπάει τα άλογα, ότι εκτρέφει και εκπαιδεύει ταχύτατους  τετράποδους δρομείς και  ότι, εάν προλάβει, σκοπεύει να πάρει μέρος στις αρματοδρομίες στα φετινά  Μεγάλα Παναθήναια. Εάν δεν προλάβει, θα λάβει σίγουρα μέρος στους Ολυμπιακούς, του χρόνου, στην εκατοστή δέκατη τρίτη Ολυμπιάδα.

images (16)

Παρατήρησε ότι τον κοίταζα κάπως αφηρημένα και επιτέλους ήρθε στην ουσία: Ήθελε να επιβεβαιώσει εάν θα συναντηθούμε αύριο και πού. Του είπα ότι το απόγευμα θα επισκεπτόμουν τον Αριστοτέλη, αλλά θα μπορούσε να με επισκεφτεί στο σπίτι του Λυκαβηττού το πρωί, όχι πολύ νωρίς, ας πούμε γύρω στη δεύτερη πρωινή ώρα. Είπε εντάξει, μου έριξε ένα πλατύ χαμόγελο και απομακρύνθηκε.

images (4)

Ο Οινοκράτης ξέρει τα κατατόπια. Καθώς προχωρεί προς το εσωτερικό του προσαρτημένου στη Θόλο οικήματος, αναρωτιέται εάν κάποιος από τους παλιούς του φίλους εργάζεται ακόμη εδώ. Για να το μάθει, δεν έχει παρά να ρωτήσει. Αποφασίζει: είναι εδώ γιατί ψάχνει έναν παλιό του φίλο. Βρήκε ανοιχτή τη πόρτα και μπήκε.

Υιοθετεί λοιπόν ύφος ανέμελο και προχωρεί προς τον κεντρικό χώρο των μαγειρικών εγκαταστάσεων, όπου μια πλειάδα ανδρών ποικίλης ηλικίας πλαισιωμένοι και από νεαρούς χειρώνακτες, ασκούν με εκφραστική, σχεδόν χορευτική αρμονία κινήσεων τη γαστρονομική τέχνη:  Ανακατεύουν, ψιλοκόβουν, τηγανίζουν, βράζουν, ψήνουν, ζυμώνουν πλάθουν, πλένουν, τεμαχίζουν, ξεπουπουλίζουν, μυρίζουν, δοκιμάζουν, επιδοκιμάζουν (τις δημιουργίες τους), αποδοκιμάζουν (των αλλονών), αλατίζουν, αρωματίζουν, φυσάνε (ό, τι καίει πολύ), ξεφυσάνε (όταν ζορίζονται).

«Συγγνώμη κύριοι», λέει ο Σικελός. «Θα μπορούσατε να μου πείτε εάν ο Πολύκαρπος από τη Γέλα βρίσκεται ακόμη εδώ γύρω;» Οι μάγειροι τον προσέχουν και, όχι χωρίς κάποια ενόχληση, μερικοί κουνάνε το κεφάλι τους αρνητικά.  Όχι δε ξέρουν κανέναν τέτοιο.

«Δούλευε εδώ πριν τέσσερα χρόνια», επιμένει ο Οινοκράτης.

Εκείνοι εξακολουθούν να κουνάνε τα κεφάλια τους πέρα δώθε, ώσπου ένας πετιέται και λέει: «Ρε παιδιά, μήπως λέει τον Κάρπο; Νομίζω πώς καταγόταν από τη Σικελία. Εσύ ρε Φιλήμονα, που είσαι από εκείνα τα μέρη, δεν τον θυμάσαι; »

Ο εν λόγω Φιλήμονας ανασηκώνει ένα κεφάλι πλαισιωμένο με σγουρά μαύρα μαλλιά. «Δεν ήμουνα  εδώ πριν τέσσερα χρόνια. Δε είχα έρθει ακόμη». λέει. «Αλλά ναι, τον θυμάμαι τον Κάρπο, ήταν εδώ όταν ήρθα, αλλά έμεινε λίγο. Εκτός από μάγειρας, ήξερε και τα ναυτικά. Αυτό τον έκαψε. Ο αφέντης του τον πούλησε σε καλή τιμή σ’ έναν πλοιοκτήτη».

images

Ύστερα το βλέμμα του μελαχρινού τριαντάρη Φιλήμονα, συναντάει εκείνο του Οινοκράτη και σκαλώνει εκεί. Αλλά και ο Οινοκράτης μένει μια στιγμή ακίνητος προσπαθώντας να συνδυάσει εικόνες και λοιπές μνήμες από το απώτατο παρελθόν. Η αναγνώριση είναι αμοιβαία και ταυτόχρονη:

«Φιλήμονα;»

«Τσίτσο;»

Ο Οινοκράτης ανατριχιάζει. Δεν ξέρει αν φταίει το παλιό του παρατσούκλι, -έτσι τον φώναζε κι η μακαρίτισσα η μάνα του σε στιγμές μητρικής τρυφερότητας- ή η ξαφνική ανεύρεση, όχι αυτουνού που περίμενε, αλλά ενός άλλου φίλου απ’ τον παλιό καλό καιρό των Συρακουσών.

Αγκαλιάζονται.

«Σε αιχμαλώτισαν κι εσένα πειρατές;» ρωτάει ο Οινοκράτης.

«Όχι, ήρθα εθελοντικά. Σκέφτηκα πως αυτή η πόλη δε μπορεί παρά να ανέχεται καλύτερα την αγαπημένη μου τέχνη».

Ο Οινοκράτης χαμογελάει. Ξέρει ποια είναι η αγαπημένη τέχνη του Φιλήμονα.

Δεν είναι ο εμπνευσμένος συνδυασμός γεύσεων. Είναι το ευφυές ανακάτεμα των ιδεών, έτσι ώστε να αναδεικνύεται καλύτερα ο εγγενής παραλογισμός της κάθε τάχα ¨γειωμένης¨ πραγματικότητας (τι είπα!). Με άλλα λόγια η κωμική ποίηση. Του δίνει δίκιο που ήρθε εδώ, στην Αθήνα. Η συγγραφή κωμωδιών δεν φτουράει ούτε στις  βασιλικές αυλές ούτε και σε εκείνες των τυράννων, ακόμη κι αν αυτοί οι τελευταίοι παρουσιάζονται μερικές φορές ¨φωτισμένοι¨ όσον αφορά σε άλλα είδη τέχνης. Η κωμωδία είναι εύθραυστο είδος που δεν σηκώνει πιέσεις. Άρα χρειάζεται την ανεκτικότητα των Αθηναίων. Το αττικόν άλας της κάνει καλό…

«Και πώς βρέθηκες στο Πρυτανείο;»

«Έχω προσληφθεί. Με μικρό μισθό, αλλά πες πως τα βγάζω πέρα. Ας είναι καλά οι ιταλικές συνταγές που είναι του συρμού στην Αθήνα, και εγώ που είμαι καλός στα ζυμαρικά όσο και στα άζυμα».

αρχείο λήψης (2)

Ο Οινοκράτης – Τσίτσος  σκέφτεται ότι η ώρα περνάει. Και ότι έχει μια αποστολή να εκτελέσει.

«Θα τα πούμε. Όλα. Και είναι πολλά…»,  λέει, «αλλά τώρα θέλω να μου κάνεις μια χάρη».

«Ναι. Πες μου».

«Πριν από μένα πρέπει να μπήκε εδώ μέσα μια ξανθούλα. Την είδες;»

«Ασφαλώς λες για τη μικρή Ιππαρχία. Πρέπει να πέρασε για να πάρει τον αδελφό της τον Μητροκλή. Δουλεύει κι αυτός εδώ. Είναι πρόσφυγες από εκείνους που κατάφυγαν στην Αθήνα μετά τις καταστροφές που έκανε ο Φίλιππος στο Βορρά. Κανονικά θα έπρεπε να μπει από την κύρια είσοδο, αλλά σήμερα φαίνεται να υπάρχει πανικός στο μαγαζί και ίσως την εμπόδισαν. Όχι μόνο είχαμε εδώ αυτά τα άσχημα αγάλματα που ήρθαν από την Ανατολή, αλλά ετοιμάζουμε και ένα τσιμπούσι για τους μεταφορείς. Ευτυχώς προς ώρας αναβλήθηκε, γι αυτό και έχω την ευχέρεια να σου μιλάω τώρα, αλλά δυστυχώς δεν ματαιώθηκε».

«Τι ακριβώς κάνει ο αυτός ο Μητροκλής στο πρυτανείο;»

«Δουλεύει στη γραμματεία που βοηθά τους πρυτανεύοντες βουλευτές στο διοικητικό τους έργο».

«Άρα δουλεύει απάνω, στο κυρίως κτίσμα, στη Θόλο;»

«Ναι».

«Άρα η μικρή πήγε προς τα εκεί».

«Μάλλον».

«Άντε, πάμε να τη βρούμε».

«Τι έγινε; Τόσο σου γυάλισε η νεαρά; Δε λέω, είναι ομορφούλα, αλλά δυστυχώς είναι δεσμευμένη. Με έναν Θηβαίο, απ’ όσο ξέρω».

«Δε μ’ ενδιαφέρει ο Θηβαίος, δείξε μου από πού θα ανεβώ πάνω».

«Δεν θα σου το συμβούλευα. Απάνω υπάρχει φρουρά και ο επικεφαλής λοχαγός μου φάνηκε σήμερα ιδιαίτερα ευέξαπτος. Αλλά θα δεις πόσο νευρικός θα γίνει εάν ανακαλύψει ότι μπαινοβγαίνει κόσμος στο πρυτανείο χρησιμοποιώντας τις πόρτες του μαγειρείου».

«Πώς τον λένε το λοχαγό;»

«Τον λένε Φώκο και δεν είναι όποιος κι όποιος. Είναι γιος του γέρο Φωκίωνα».

Στο κούτελο του Οινοκράτη εμφανίζονται οριζόντιες γραμμές.

«Είναι πάντα νευρικός αυτός ο Φώκος;»

«Όχι, είναι καλό και πράο παιδί. Αυτές τις τελευταίες μέρες μόνο είναι κάπως! Και ιδιαίτερα σήμερα. Κατά τη γνώμη μου φταίνε αυτά τα κακομούτσουνα αγάλματα που μας έφεραν εδώ».

«Ξέρεις πού ακριβώς φιλοξενούσατε τα αγάλματα;»

«Όχι».

«Ξέρεις πού θα μπορούσε να κρύψει κανείς εδώ μέσα κάτι σε μέγεθος προτομής; Δύο προτομών σε φυσικό μέγεθος, για να είμαι ακριβέστερος».

«Υποθέτω στην αποθήκη ξερών τροφίμων ή στο σκευοφυλάκιο».

«Πάμε».

«Τον βλέπεις εκείνον με τις γαλατικές μουστάκες; Εκείνον εκεί τον τεράστιο, με τον μπαλτά, λέω. Εάν δεν μου τον έχει πετάξει ακόμη κατακέφαλα που έπιασα κουβέντα μαζί σου, είναι επειδή η ομάδα βρίσκεται τρόπον τινά σε αναμονή. Μόλις έρθει η εντολή ξαναβάζουμε μπροστά τις φωτιές, γιατί όπως λέμε και στην πατρίδα, το καλό φαί πρέπει να είναι απολύτως ζεστό. Και εγώ στις φωτιές είμαι ειδικός».

«Μη φοβάσαι Φιλήμονα. Αναλαμβάνω κάθε ευθύνη. Έχε μου εμπιστοσύνη. Έλα!»

αρχείο λήψης (3)

Στην αποθήκη ξηρών τροφίμων δε βρήκαν τίποτα. Στο δωμάτιο με τα σκεύη ούτε. Εκεί όμως υπήρχε μια χαμηλή πόρτα. Ο Φιλήμονας είπε πως εκεί πίσω βάζουν τα χαλασμένα σκεύη πριν τα παραδώσουν στους τεχνίτες για επισκευή. Καζάνια ξεγάνωτα και άλλα τέτοια. Ο Οινοκράτης παίρνει μαζί του μια κουτάλα και μπαίνουν σκυφτοί. Η κουτάλα χρησιμεύει για μια αυτοσχέδια δοκιμή ήχου. Το αποτέλεσμα είναι αμέσως θετικό. Ο ήχος λέει ότι κάτω από τα αναποδογυρισμένα καζάνια υπάρχει πράγμα!

Όντως κάτω από το πρώτο καζάνι εμφανίζεται ο γενειοφόρος και κάτω από το διπλανό ο αμούστακος. Οι «τυραννοκτόνοι¨ έχουν επιστρέψει. Ο Οινοκράτης παίρνει μια βαθειά ανάσα ανακούφισης και δίνει μια επιβραβευτική κατραπακιά στη πλάτη του Φιλήμονα, που δεν πολυκαταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται.

«Έχω ένα άλογο έξω. Βοήθησέ με να τους βάλουμε σε δύο σάκους και να τους φορτώσουμε».

«Θα κλέψουμε τα αγάλματα; Είσαι καλά;»

«Όχι δα. Δεν τα κουβαλήσαμε από την Ασία για να τα κλέψουμε. Απλώς θα τα ξανα-παραδώσουμε στους ιδιοκτήτες. Έλα μαζί μου Φιλήμονα και να δεις πως θα σου βγει σε καλό. Τι θα έλεγες, ας πούμε, για μία διάκριση στον διαγωνισμό κωμωδίας στα προσεχή Λήναια; Ή προτιμάς τα ¨Διονύσια¨; Εντάξει!  Τί διάκριση… Ένα πρώτο βραβείο θα έλεγα!»

140

*

Στην εξέδρα ανεβαίνει ένας της Φρουράς και κατευθύνεται προς τον Λυκούργο. Η προσοχή όλων συγκεντρώνεται πάνω τους. Ο φρουρός κάτι λέει ψιθυριστά στον Άρχοντα κι εκείνος αρχίζει να περιφέρει το βλέμμα στους παρευρισκόμενους. Προφανώς κάποιον ψάχνει. Το βλέμμα του σταματάει πάνω μου. Μου κάνει νόημα να τον πλησιάσω.

«Ένας που ισχυρίζεται πως είναι υπηρέτης σου, σε ζητάει επειγόντως» μου λέει.

«Ο Οινοκράτης!», λέω και στρέφω τη προσοχή μου στην άκρη του ευρύχωρου κλοιού που οι φρουροί έχουν σχηματίσει γύρω από την εξέδρα.

Ο φρουρός καταφάσκει. «Ναι, έτσι είπε ότι τον λένε».

Δεν έχει πια πολύ φως στο πλάτωμα, έχει σχεδόν νυχτώσει, αλλά τον βλέπω. Με το ένα χέρι υψωμένο προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου, ενώ με το άλλο κρατάει σφικτά τα χαλινάρια ενός γκρίζου αλόγου. «Είναι όντως ο υπηρέτης μου», λέω. «Κατεβαίνω».

Αφήνω τους υπόλοιπους, μάλλον δυσαρεστημένους που δεν πρόκειται για την αναμενόμενη σύλληψη κάποιου ταραξία και κατευθύνομαι προς τον δαιμόνιο Συρακούσιο. Πλησιάζοντας βλέπω ότι χαμογελάει από το ένα αυτί ως το άλλο. Είναι παραπάνω από προφανές ότι έχει καλά νέα.

Ευτυχώς προσπαθεί να είναι περιεκτικός και σύντομος. Με τον τρόπο του!

«Ξέρεις τι έχω εδώ μέσα;» μου λέει και μου δείχνει δύο μεγάλους σάκους που κρέμονται εκατέρωθεν της πλάτης του ζωντανού.

Για να μη χάνουμε χρόνο του δίνω τη πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο νου.

«Βρήκες τα προσωπεία των άγριων διαδηλωτών», του λέω. «Μπράβο Οινοκράτη, είναι κι αυτό κάτι. Μήπως κατάφερες να δεις και τα πρόσωπά τους;»

 «Χα!» κάνει ενώ ταυτόχρονα λύνει το ένα σακί, το τοποθετεί στο έδαφος και το ανοίγει. Παίρνω έναν πυρσό από έναν οπλίτη εκεί δίπλα και τον πλησιάζω στο σκούρο όγκο που ήρθε στην επιφάνεια. Κοιτάζω προσεκτικά. Εάν δεν πρόκειται για αντικατοπτρισμό ή οφθαλμαπάτη, αυτός εδώ είναι ο ¨Αρμόδιος¨.

«Πού;» τον ρωτάω

«Στο Πρυτανείο. Συγκεκριμένα στα μαγειρεία. Εκεί με οδήγησε αυτός που παρακολούθησα. Πολύ κοντά στο σημείο όπου παραδώσαμε τα αγάλματα στους Αθηναίους».

«Ποιος;»

«Δεν ξέρω ακόμα, αλλά έχω κάποιες ιδέες που ίσως μας βοηθήσουν στην έρευνα».

«Έλα μαζί μου» του λέω, «αλλά μίλα μόνο αν σου δώσω το λόγο εγώ και πες μόνο όσα μου είπες ως τώρα. Για τις ιδέες σου θα μιλήσουμε διεξοδικά οι δυο μας. Αργότερα».

«Εννοείται», μου απαντάει. «Α, και κάτι άλλο, αυτός εκεί είναι ο παλιός μου φίλος ο Φιλήμονας, μελλοντικός διάσημος κωμικός ποιητής. Με βοήθησε στην ανάκτηση των αγαλμάτων και του εγγυήθηκα πλήρη κάλυψη απέναντι στα αφεντικά του. Δουλεύει εκεί, στο μαγειρείο της Θόλου».

Φωνάζω τους φρουρούς και έρχονται να βοηθήσουν.

Έτσι, μπροστά εγώ, πίσω μου οι προτομές στην αγκαλιά τεσσάρων γεροδεμένων οπλιτών, πιο πίσω περήφανος ο Οινοκράτης και ο -πως τον είπαμε; Φιλήμονας;-  να τα έχει κομμάτι χαμένα, και, ακόμη παρά πίσω, το γκρίζο άλογο που κανείς δε φρόντισε να δέσει κάπου, κατευθυνόμαστε, όλοι μαζί, προς την εξέδρα.

Ανεβαίνω στην εξέδρα μαζί με τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Οι χάλκινες προτομές, οι φρουροί και το άλογο μένουν στο έδαφος. Όπως είναι φυσικό, αισθάνομαι τώρα περισσότερη αισιοδοξία και το μυαλό μου είναι σαφώς πιο ξεκάθαρο. Μαζεύονται όλοι γύρω μου. Εάν υπήρχε μία ιαχή ανακούφισης θεωρώ ότι θα μπορούσε να αναδυθεί τώρα. Επειδή δεν (νομίζω ότι) υπάρχει, ακούω μόνο μια αυξημένη διάχυτη βαβούρα. Επωφελούμαι από την έκπληξή τους και παίρνω αμέσως το λόγο. Τους εξηγώ τι συνέβη:

Ο υπηρέτης μου ακολούθησε έγκαιρα έναν από τους μεταμφιεσμένους, Δεν μπόρεσε να τον συλλάβει, δεν είχε άλλωστε την σχετική αρμοδιότητα. Τον είδε να κατευθύνεται στη Θόλο, αλλά εκεί έχασε τα ίχνη του. Επειδή είχε από παλιά κάποιους φίλους ανάμεσα στους μαγείρους, κατάφερε να μπει στο παράπλευρο κτίσμα, στο μαγειρείο, και να κάνει μια μικρή αλλά αποτελεσματική έρευνα. Σε μια δευτερεύουσα  αποθήκη, σκεπασμένες με παλιά καζάνια, βρήκε τις προτομές. Νάτες!» Τους δείχνω τα σκούρα χάλκινα αγάλματα που φωτίζονται τώρα από τους πυρσούς των φρουρών. «Είμαι σίγουρος ότι σήμερα ή αύριο η φρουρά θα καταφέρει να εντοπίσει όλους τους υπεύθυνους για την απαγωγή και τα λοιπά αποψινά συμβάντα».

αρχείο λήψης

Δεν δείχνουν όλοι το ίδιο ενθουσιασμένοι με τις εξηγήσεις μου. Ο Δημοσθένης για παράδειγμα εξακολουθεί να είναι συνοφρυωμένος και στριφνός, αν και δεν ακούω με ακρίβεια όλα όσα λέει κάτω από τα μουστάκια του. Ο Δημάδης πάλι δείχνει πασίχαρης και δε σταματά τα φιλικά και επιβραβευτικά χτυπήματα στις πλάτες του Οινοκράτη και του Φιλήμονα. Ο κύριος λόγος -εικάζω- για τον οποίο ο Αισχίνης δεν γκρινιάζει αυτή τη στιγμή, είναι για να μη φανεί ότι συμφωνεί σε οτιδήποτε με τον Δημοσθένη.

Εμφανώς πιο αναπτερωμένος είναι πια κι ο γέρο -Φωκίωνας, ο οποίος και αναλαμβάνει ξανά τα ηνία. Αφού συνεννοηθεί  για λίγο με τον Λυκούργο, απευθύνεται στην ομήγυρη.

«Μετά από αυτή την αίσια εξέλιξη, θα πρέπει να επιστρέψουμε το γρηγορότερο στην ομαλότητα», λέει. «Οι προτομές μπαίνουν ήδη στη θέση τους και θα φρουρούνται για όσο χρειαστεί».

Κάνει μια παύση για να εξασφαλίσει μεγαλύτερη προσοχή και συνεχίζει: «Τα αποψινά γεγονότα δε πρέπει να μεγαλοποιηθούν, γιατί κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε τις σκοπιμότητες αυτών που τα προκάλεσαν, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Θεωρώ ότι πρέπει να ολοκληρώσουμε, έστω με συνοπτικές διαδικασίες, την αποψινή τελετή. Άλλωστε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ επέστρεψαν. Και όπως βλέπετε, ο λαός είναι ακόμη εδώ και, χάρη στα ψητά και τον οίνο που ευφραίνει γενικώς,  μου φαίνεται μάλλον ευτυχέστερος και πιο καλοπροαίρετος  από ό, τι πριν λίγο».

Στρέφεται προς τον Παιανέα: «Εάν ο ευπροσήγορος Δημοσθένης θέλει, νομίζω ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει, έστω και τώρα, την ομιλία που αναγκάστηκε να διακόψει προηγουμένως», και κοιτώντας έναν γύρο τους άλλους, προσθέτει: «Το επιβάλλουν οι αρχές της ισηγορίας που ισχύουν στην πόλη μας».

Ο Δημοσθένης όμως δεν θέλει. Διαφωνεί. Υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που τους έδωσα, ή μάλλον αυτές που μας προμήθεψε ο υπηρέτης μου και ο φίλος του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν τα γεγονότα. Όχι. Εκείνος θα μιλήσει την κατάλληλη ώρα. Όταν θα μάθει τι ακριβώς έχει συμβεί και γιατί.

«Εντάξει», λέει ο Φωκίωνας, χωρίς να δείξει ότι τον λυπεί ιδιαίτερα η άρνηση του ρήτορα. Ύστερα απευθύνεται σε εμένα:

«Αγαπητέ Εύελπι, είσαι όχι μόνο το τιμώμενο πρόσωπο αλλά και εκείνος που συνετέλεσε στη επίλυση μιας δυσάρεστης -ας τη πούμε έτσι- κατάστασης. Νομίζω ότι δε θα αρνηθείς να πεις λίγα λόγια στον κόσμο, σύμφωνα πάντα με το αρχικό πρόγραμμα της εκδήλωσης, και να κλείσεις έτσι την τελετή».

Του έκανα νεύμα κουνώντας καταφατικά την κεφαλή, ότι δεν είχα αντίρρηση.

«Ωραία. Ας ηχήσει λοιπόν η σάλπιγγα και ας σε αναγγείλει ο κήρυκας. Αμέσως μετά, θα πάμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο για το καθιερωμένο σε αυτές τις περιπτώσεις δείπνο. Εκεί θα μπορέσουμε να τα πούμε μεταξύ μας με μεγαλύτερη άνεση. Γιατί, μπορεί μεν να είμαι εγώ ο πρεσβύτερος και εκείνος που διαθέτει πολυθρόνα, αλλά καταλαβαίνω ότι κι εσείς, οι νεότεροι, πρέπει να έχετε πιαστεί καθισμένοι τόση ώρα σ’ αυτά τα άβολα έδρανα».

Έτσι η εκδήλωση ολοκληρώθηκε  με μια μικρή δική μου παρέμβαση, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί. Είπα λίγα. Τα αυτονόητα. Είπα δηλαδή ότι έρχομαι από το μέτωπο της εκστρατείας για να μεταφέρω την εκτίμηση του βασιλιά των Μακεδόνων στην πόλη της Παρθένου Αθηνάς και μαζί τα κειμήλια που έκλεψε παλιότερα ο Ξέρξης. Όμως δεν είμαι άγνωστος στους Αθηναίους, όπως δεν μου είναι άγνωστοι και εκείνοι. Ότι για πολλά χρόνια η οικογένειά μου ζει εδώ, μαζί τους, κάτω από τον ίδιο διαφανή αττικό ουρανό. Ότι η οικογένειά μου μετοίκησε εδώ γιατί πίστευε ανέκαθεν στην ανάγκη οι Έλληνες να είναι ενωμένοι και ισχυροί, αλλά μόνον εδώ μπόρεσε να εκφράσει ελεύθερα αυτές τις απόψεις. Η Αθήνα μας δέχτηκε χωρίς περιορισμούς και όρους και  πως, προσωπικά, αισθάνομαι ευγνώμων γι αυτό.

Όσο αφορά στην αποψινή τελετή, τους είπα χαμογελώντας πως νομίζω ότι εν τέλει, οι θεοί, έχουν τρόπους για να δείχνουν τη θέλησή τους, έστω κι αν συνηθίζουν -και μάλλον τους αρέσει- να μας  υποβάλουν σε λογής λογής δοκιμασίες. Σήμερα, κάποιοι θέλησαν να μας διασκεδάσουν χοροπηδώντας μπροστά μας και εξαφανίζοντας (μόνο για λίγο) τις τιμώμενες εικόνες. Τώρα όμως οι προτομές είναι στη θέση τους, οι θεοί πρέπει να μας ατενίζουν με ευαρέσκεια, και εγώ απευθύνω στους Αθηναίους τις βαθιές και από καρδιάς ευχαριστίες μου για την υποδοχή.

Αυτά τους είπα.

Μετά πήγαμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο. Ζήτησα την άδεια να κρατήσω κοντά μου τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Μου δόθηκε ευχαρίστως. Και κάτι άλλο. Η ψαρόσουπα μου φάνηκε εξαιρετική!

images (13)

(συνεχίζεται)

 

 

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο έκτο: Συνέλευση στου Κυνοσάργους

Posted by vnottas στο 10 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

8374527

[Αφιερωμένο στο μεσαίο μου αδελφάκι, που με διαβάζει με προσοχή (και ίσως κάποια νοσταλγία)]

Κεφάλαιο έκτο: Δέκα μέρες πριν, στο δήμο της Διομείας

.

Τον καιρό εκείνο, εάν κατευθυνόσουν προς το Αθηναϊκό Άστυ προερχόμενος από τα νοτιο-ανατολικά, είτε θα έπαιρνες τις παραλιακές οδούς που θα σε οδηγούσαν πρώτα στο Φάληρο και μετά στο δρόμο που παράτρεχε  το φαληρικό τείχος οπότε, ακολουθώντας τον, θα ανηφόριζες μέχρι την Πόλη, είτε πάλι μπορούσες να πάρεις το δρόμο που διένυε τους δυτικούς πρόποδες του Υμηττού, να περάσεις το δήμο του Ευωνύμου, να διασχίσεις τον εκτεταμένο δήμο της Αλωπεκής και να φτάσεις έτσι στο δήμο της Διομείας. Ο δήμος αυτός διαιρείτο σε δύο τμήματα, το ένα εντός και το άλλο εκτός των τειχών, που τα ένωνε η ομώνυμη Πύλη.

Το εκτός των τειχών τμήμα ήταν αραιοκατοικημένο και περιελάμβανε δύο χαμηλούς λόφους: ο ένας, ο ανατολικός, ήταν γνωστός από τον τάφο του Ισοκράτη που βρισκόταν εκεί, ο άλλος πάλι, δυτικότερα, είχε  στην κορυφή του ένα μικρό ναό-παρατηρητήριο απ΄όπου μπορούσε να εποπτεύσει κανείς την ακτή του Φαλήρου [1].

Στην περιοχή υπήρχαν δύο γειτονικά μεταξύ τους ιστορικά κτίσματα: το ένα ήταν ο ναός του Ηρακλή, το άλλο ήταν το τρίτο μεγάλο γυμνάσιο της Αθήνας που, όπως και τα άλλα είχε εξελιχθεί σε χώρο φιλοσοφικών αναζητήσεων. Η περιοχή ονομαζόταν Κυνοσάργους και, όπως είναι φυσικό, υπήρχε τουλάχιστον ένας μύθος που εξηγούσε το κάπως παράξενο αυτό όνομα.

Σε περίληψη, ο μύθος έλεγε τα εξής:

Κατ’ αρχήν ήταν ένας σκύλος άσπρος και, απ’ ό, τι προκύπτει, ξύπνιος και πεινασμένος, που έκοβε βόλτες στη περιοχή. Τον έλεγαν Αργό (που σύμφωνα με μερικούς σήμαινε τότε λευκός) και ήταν γρήγορος.

Επί πλέον υπήρχε ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Δίδυμο, ο οποίος ήθελε να τα έχει καλά με τους θεούς και  γι αυτό το λόγο είχε διοργανώσει εκεί κοντά μια θυσία.

Προτού όμως προλάβει ο βασιλιάς να διανείμει τα σφάγια σε θεούς και πιστούς, ο σκύλος εμφανίστηκε ταχύτατος μεσ’ απ’ τους θάμνους, βούτηξε το ψημένο κρέας και εξαφανίστηκε προς τα καλάμια του Ιλισού ποταμού που περνούσε κι αυτός από εκεί κοντά. Φρουροί και λοιποί ενδιαφερόμενοι έτρεξαν ξωπίσω του και εν τέλει κατάφεραν να βρουν κάποια υπολείμματα των εξαγιασμένων κρεάτων δίπλα  στην νότια όχθη του ποταμού.

Τότε παρενέβη ο ιερέας-αποκωδικοποιητής και είπε:

¨Εγώ λέω ότι ο σκύλος είναι θεόπεμπτος. Οι θεοί λένε ότι ο Δίδυμος δεν τη βγάζει καθαρή με μια απλή θυσία, αλλά ότι πρέπει να χτίσει, εκεί ακριβώς όπου βρέθηκαν τα κόκαλα, ένα ναό στον Ηρακλή¨.

Ο Δίδυμος είπε: ¨εντάξει¨ και έχτισε το ναό. 

Ο σκύλος αρκέστηκε στο να δώσει το όνομά του στην περιοχή: ο τόπος του Κυνός του Αργού, άλλως: Κυνοσάργους. 

Αργότερα οι αθηναίοι έφτιαξαν ένα ακόμη δημόσιο γυμνάσιο που πήρε και αυτό το όνομα του άσπρου σκύλου. Ακόμη αργότερα δημιουργήθηκε εκεί από τον μακαρίτη τον Αντισθένη μια (κάπως περιθωριακή, για να τα λέμε όλα) φιλοσοφική σχολή που πήρε το όνομα ¨οι σκύλοι¨ ή ¨οι κυνικοί¨.

 Κατά τα άλλα, στο σημείο αυτό ο Ιλισός,  αφού δεχτεί τα νερά της πηγής της Καλλιρρόης, προσπερνά κελαρυστός και, ρέοντας αφρισμένος πάνω στις κροκάλες, συνεχίζει την κατηφορική του πορεία δίπλα σε καλαμιές και πλατάνια, αναζητώντας την παρέα του Ηριδανού ή του Κηφισού ή ό, τι άλλο βρει τέλος πάντων, προκειμένου να μην καταλήξει στον Σαρωνικό μόνος του.

images (3).

Στους κατοίκους της Διομείας, τους Διόμειους, είχε συμβεί στο παρελθόν να περιπέσουν στην, ας πούμε ¨δυσμένεια¨, ενός δηκτικού πλην όμως δημοφιλέστατου τύπου που ονομαζόταν Αριστοφάνης, ο οποίος -ποιος ξέρει τι του είχαν κάνει του ανθρώπου- τους είχε κολλήσει το παρατσούκλι ¨οι Διομειαλαζόνες¨.

Ίσως να υπήρχε ένας ανιχνεύσιμος λόγος γι αυτό. Ίσως ο Αριστοφάνης από την μια και οι κάτοικοι του δήμου της Διομείας -ιδιαίτερα οι εκτός των τειχών- από την άλλη, να ανταγωνίζονταν,  ήδη από τότε, στην παραγωγή ενός δυσεύρετου και ως εκ τούτου πολύτιμου αγαθού. Του αστείου! Το αστείο ήταν ένα προϊόν των άστεων και δεν πρέπει να συγχέεται με το πιο διαδεδομένο ¨χωρατό¨, που προερχόταν κατ’ ευθείαν από την ύπαιθρο.

Αυτή, βέβαια, δεν είναι παρά μόνον μια υπόθεση γιατί τον καιρό που διέπρεπε ο Αριστοφάνης, οι κωμικοί της περιοχής δεν ήσαν ακόμη τόσο διάσημοι. Αλλά και το ¨πνεύμα¨ που καλλιεργούσαν και με το οποίο θα ξεκαρδίζονταν οι ίδιοι και οι  διαρκώς αυξανόμενοι οπαδοί τους, ήταν διαφορετικό από εκείνο του παλιού κωμωδιογράφου.

Ο Αριστοφάνης, όπως και οι περισσότεροι ομότεχνοι της γενιάς του, ήταν προσκολλημένος στην ιδέα μιας πολιτείας  κυρίαρχης και -κατά βάθος- γενικότερα αποδεκτής, έτσι ώστε να αξίζει τον κόπο να καταδικάσεις και να γελοιοποιήσεις εκείνους που, όντας ατομικιστές και επιδειξίες (φιλοπόλεμοι, ψευτοφιλόσοφοι, διεφθαρμένοι αναρριχητές και διαφθείροντες ισχυροί) έκαναν κακό στην κοινότητα.

Προτομή-του-Αριστοφάνη

Αντίθετα, εάν πάρουμε για παράδειγμα, τους ¨εξήκοντα¨ γελωτοποιούς του Κυνοσάργους, η κωμικότητά τους είχε διαφορετικές αφετηρίες. Αυτοί δεν έβλεπαν πια γύρω τους μια κοινότητα ικανή να επιβληθεί. Έβλεπαν κυρίως τις αντιφάσεις και τους χαρακτηριστικούς τύπους που είχαν δημιουργηθεί από τους περίεργους, ασυνεπείς και -με λίγη ή πολλή καλή θέληση- διασκεδαστικούς ¨νέους καιρούς¨.

Οι νεαροί ¨εξηντάρηδες¨ δεν πίστευαν ότι η παρέμβασή τους θα μπορούσε να διορθώσει την πολιτεία. Επομένως, περιορίζονταν σε εκείνο που έμοιαζε εφικτό: να δείξουν και να αναδείξουν την γελοιότητα των νέων «τύπων» που κυκλοφορούσαν πλέον στις πόλεις: τους κακόγουστους νεόπλουτους, τους επιδεικτικούς δοκησίσοφους ξερόλες,  τους αναίσχυντους ερωτύλους, τους ύπουλους καιροσκόπους, αλλά και τους πονηρούς υπηρέτες, τους κομψευόμενους αφέντες, τις εύπιστες κι αλλοπρόσαλλες κυράδες… Με άλλα λόγια, έβλεπαν ότι οι αντιφάσεις που κάθε λίγο εκρήγνυνταν γύρω τους μπορούσαν να προκαλέσουν ιαματικό γέλωτα, και αυτό τους αρκούσε.

Αλλά και πέρα από τα μέλη των ¨εξήκοντα¨, τις πλάκες και τις φάρσες που σκάρωναν (οι οποίες στη συνέχεια, σχολιάζονταν και  έτερπαν την αγορά και τα συμπόσια) υπήρχαν και εκείνοι που έγραφαν κωμικά επιγράμματα, ποιήματα, άσματα, αλλά και κωμωδίες ολόκληρες διεπόμενες από το νέο αυτό  πνεύμα.

Όλους αυτούς (περιθωριακούς φιλόσοφους, κωμικούς και κωμωδιογράφους του νέου ρεύματος, καθώς και σπουδαστές προβληματισμένους μεν, αλλά και έτοιμους να συμμετάσχουν σε κάθε λογής επεισοδιακή φάση) μπορούσες να τους συναντήσεις πλέον παντού, ακόμη και στην Αγορά ή και στα γυμναστήρια του Κλεινού Άστεως, όμως το μέρος όπου ήταν δυνατό να τους βρεις μαζεμένους να κουβεντιάζουν και να ανταλλάσσουν απόψεις και ιδέες περί του Παντός (επιστητού και μη), ήταν το εκτός των τειχών τμήμα του δήμου της Διομείας που, όπως είπαμε, οι Αθηναίοι αποκαλούσαν συνήθως Κυνόσαργες, συνηθέστερα στη γενική: (ο τόπος του) Κυνοσάργους.

images

Αυτό ακριβώς συνέβαινε και ’κείνο το διαυγές βραδάκι, το φωτισμένο από τον χρυσαφί κύκλο του φεγγαριού και πασπαλισμένο με άρωμα πεύκου που το απαλό αεράκι μετέφερε ως εδώ από τον Υμηττό. Ήταν το τελευταίο δεκαήμερο του Σκιροφοριώνα κι είχε αρχίσει να κάνει ζέστη. Καμιά τριανταριά νέοι ήταν μαζεμένοι στον Ιλισό, άλλοι ξαπλωμένοι στα χορτάρια της όχθης, άλλοι καθιστοί με τις πλάτες ακουμπισμένες στα δέντρα, άλλοι όρθιοι.

«Αυτοί εδώ μας δουλεύουν κανονικά» έλεγε ένας νεαρός με το μαλλί μακρύ σχεδόν όσο των εμπόλεμων Σπαρτιατών. «Λόγος περί Αληθείας πολύς, πράξεις Φιλαληθείας ουδεμία!».

«Θα έχουμε ακόμη μια εορτή, αγαπητέ Μέναιχμε! Ε και; Θα μας βγάλουν ακόμη μερικούς λόγους! Ε, λοιπόν; Θα επικαλεστούν πάλι το όνομα της Δημοκρατίας, αλλά αμφιβάλω αν θυμούνται τι ακριβώς είναι. Ίσως κάποιος θα έπρεπε να τους το θυμίσει!» είπε ένας με γένι που είχε αρχίσει να γκριζάρει, λίγο μεγαλύτερος από τους άλλους.

«Πείτε μου εσείς αγαπητοί εν Ιλισώ φίλοι. Είναι δημοκρατία να γιγαντώνεις τους μύθους που σε συμφέρουν; Είναι δημοκρατία να επινοείς καινούργια σοφίσματα; Είναι δημοκρατία να δημιουργείς σύγχυση στους γύρω σου και μετά από πάνω να ζητάς να σε επιβραβεύσουν;» αναρωτήθηκε ένας καστανομάλλης με μεγάλη μύτη που ακουμπούσε τη πλάτη πάνω στον κορμό μιας γέρικης ελιάς.

«Εμείς, οι άποικοι στο Βορρά, όταν οι επιδρομές του Φίλιππου μας ανάγκασαν να επιστρέψουμε στο Νότο, ήμασταν σίγουροι ότι εδώ θα βρίσκαμε προστασία και σιγουριά …», παρεμβλήθηκε  μια όμορφη ξανθή νέα,  «όμως δε βρήκαμε παρά λόγια… πολλά λόγια. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τώρα μας καλούν να γιορτάσουμε για τις προσφορές και τα δώρα του Αλέξανδρου!»

«Ω, τι σοβαρότητες είναι αυτές Ιππαρχία», διαφώνησε  ένας πιτσιρικάς, γύρω στα δώδεκα. «Εάν αυτά που συμβαίνουν δεν είναι παρά αστειότητες, δε έχουμε παρά να γελάσουμε λιγάκι μαζί τους!»

«Καλά τα λέει ο Μενανδράκος»,  τον υπερασπίστηκε ένας μεγαλύτερος με κοντό ιμάτιο, στηριγμένος σε μια τεράστια γκλίτσα.

«Να γελάσουμε; ναι! Να κάνουμε και τους άλλους να γελάσουν; Βεβαίως. Όχι όμως όπως οι μωροί κι οι μπουνταλάδες, δηλαδή χωρίς να ξέρουμε το λόγο. Και μάλιστα καλά. Ας μιλήσει λοιπόν όποιος νομίζει ότι ξέρει καλά τι τρέχει, και μετά, εάν συμφωνήσουμε, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε», είπε εκείνος με τα ίχνη γκρίζου στο γένι του, που ασήμιζαν τώρα στο φεγγαρόφως και ανασηκώθηκε εγκαταλείποντας τον κορμό της ελιάς. Το σώμα του ήταν κάπως στραβό, αλλά το πρόσωπό του είχε ευγενικά χαρακτηριστικά.

«Έχει δίκιο ο Κράτης!» φώναξε ο καστανομάλλης με τη μεγάλη μύτη. «Θα μιλήσω εγώ».

Τα βλέμματα στράφηκαν πάνω του. Τον ήξεραν όλοι. Είχε αρχίσει να φοιτά στο Λύκειο, αλλά μετά είχε στραφεί προς τους ¨σκύλους¨ με τους οποίους είχε γίνει πλέον κολλητός. Επιπλέον ήταν σταθερό μέλος της παρέας των εξήκοντα. Τον έλεγαν Καλλιμεδώνα, αλλά όλοι τον φώναζαν Κάραβο[2]

images (6)

«Ο Αριστοτέλης, μπορεί να υπήρξε ο δάσκαλος του Αλέξανδρου, επομένως δεν αποκλείεται να κληθεί κάποτε να απολογηθεί για τις πράξεις του μαθητή του, πάντως όλοι ξέρουμε πως είναι αξιόπιστος δάσκαλος και προσπαθεί να τεκμηριώσει όσα λέει. Φοίτησα κι εγώ κοντά του για ένα διάστημα, κι αν δεν είχα διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι εκεί μέσα παραείναι τυπικοί και μανιώδεις με τις κατατάξεις και τις κατηγοριοποιήσεις, ίσως και να ήμουν ακόμη εκεί πέρα. Πάντως ξέρω, όπως άλλωστε κι εσείς, ότι έχει τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη της Αθήνας. Ανάμεσα στο συγγράμματα υπάρχουν και κείμενα του μεγάλου Θουκυδίδη, τα οποία είχα την ευκαιρία να δω και να μελετήσω όταν παρακολουθούσα το Λύκειο. Θα επικαλεστώ λοιπόν τα κείμενα αυτά, αλλά και την άποψη του ίδιου του Αριστοτέλη που, απ’ ό, τι φαίνεται, τα στοιχεία του Θουκυδίδη τον έπεισαν. Σημειώστε ότι αυτά που θα σας πω ίσως σας φανούν γνωστά, γιατί υπάρχουν ακόμη γέροντες που λένε τα ίδια, ισχυριζόμενοι ότι έτσι τα άκουσαν από τους παππούδες τους.

«Φίλε… έλα στο ζουμί» φώναξε κάποιος στο βάθος που είχε μετατρέψει έναν κομμένο κορμό σε ανάκλινδρο.

«Έρχομαι και συμπτύσσω: Τι θα μας πουν σε λίγες μέρες ο Δημοσθένης, ο Φωκίωνας, ο Υπερείδης και οι λοιποί; Θα μας επαναλάβουν την γνωστή επίσημη εκδοχή. Θα μας πουν ότι επιστρέφουν οι ¨τυραννοκτόνοι¨ και ότι οφείλουμε να είμαστε ευτυχείς. Γιατί; Μα γιατί αυτοί οι δύο τύποι θυσιάστηκαν για να σκοτώσουν τους τυράννους και έτσι να  περάσει η εξουσία από τους Πεισιστρατίδες στο Δήμο της Αθήνας.

Τους είχαμε ήδη φτιάξει νέα αγάλματα, ταΐζαμε τιμής ένεκεν στο Πρυτανείο όσους δήλωναν απόγονοί τους και τώρα συν τοις άλλοις, θα είμαστε υποχρεωμένοι και στον Αλέξανδρο που μας στέλνει πίσω τις πρωτότυπες εικόνες τους…

Ας δούμε τώρα τι ισχυρίζεται ο Θουκυδίδης.

Ο ιστορικός λοιπόν λέει ότι…

Πρώτο: οι αποκληθέντες τυραννοκτόνοι σκότωσαν τον ένα μόνο από τους γιους του τύραννου Πεισίστρατου και μάλιστα όχι εκείνον που είχε κληρονομήσει και ασκούσε την κυρίως εξουσία, τον Ιππία, αλλά τον αδελφό του τον Ίππαρχο, που ως επί το πλείστον τον απασχολούσαν τα καλλιτεχνικά θέματα.

Δεύτερο: η αιτία του φονικού δεν είχε να κάνει με την πολιτεία, ούτε με το πολίτευμα, ούτε με τις διεκδικήσεις του λαού των Αθηνών. Επρόκειτο για ερωτική αντιζηλία.  Οι δύο τύποι ήταν μεταξύ τους εραστές που παρενοχλήθηκαν ερωτικά από τους Πεισιστρατίδες. Δεν ξέρω ακριβώς τι τύπου έρως συνέδεσε τους ήρωες αυτής της ιστορίας. Οι φίλοι, από τους παρόντες, που φοιτούν στην Ακαδημία και θεωρούνται ειδήμονες στα σχετικά με τον άτακτο ακόλουθο της Αφροδίτης, θα μπορούσαν ίσως να μας διαφωτίσουν εάν ένας τέτοιος έρωτας εμπίπτει στην κατηγορία του αποκαλούμενου ¨πλατωνικού¨ ή πρόκειται για κάποια επιβαρυμένη περίπτωση που προκαλεί μεγαλύτερα πάθη!

Ό, τι και να πούμε, το γεγονός είναι ότι υπήρξε αντιδικία, ζηλοτυπία, σύγκρουση και εντέλει φόνος.  Την πλήρωσε όπως σας είπα ο Ίππαρχος, αλλά ακριβώς επειδή ή όλη ιστορία ήταν περισσότερο πάθος παρά καλά προετοιμασμένη πολιτική συνωμοσία, οι ¨τυραννοκτόνοι¨ συνελήφθησαν αμέσως. Ο ένας σκοτώθηκε επί τόπου και ο άλλος αργότερα, χωρίς να ομολογήσει την ύπαρξη συνωμοσίας, αν και βασανίστηκε.

Γεγονός είναι επίσης ότι ο κυρίως τύραννος της εποχής, ο Ιππίας, όχι μόνο δε σκοτώθηκε, αλλά κυβέρνησε την Αθήνα για τρία – τέσσερα χρόνια ακόμη. Και μάλιστα, μετά τη δολοφονία του αδελφού του, με τρόπο ειδεχθέστερο από ό, τι πριν.

Αλλά το πιο ευτράπελο από όλα αυτά, εκείνο που αποδεικνύει ότι η Ιστορία από μόνη της και όχι ύστερα από δική μας επέμβαση, διαθέτει και πνεύμα και ειρωνεία και σαρκασμό, είναι ότι τον εν λόγω τύραννο, τον Ιππία, εκείνον δηλαδή που δεν ανέτρεψαν οι τυραννοκτόνοι, τον ανέτρεψαν τελικά οι Λακεδαιμόνιοι! Μάλιστα φίλοι μου. Οι Σπαρτιάτες! Οι θεωρούμενοι παραδοσιακοί προστάτες των απανταχού ολιγαρχικών! Εκείνος δε που υλοποίησε αυτό που ονομάστηκε ¨αποκατάσταση¨ (αν δεχτούμε  ότι ένα είδος Δημοκρατίας υπήρχε ήδη στην Αθήνα από την εποχή της νομοθεσίας του Σόλωνα) ή ¨δημιουργία¨ της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ήταν ένας απροκατάληπτος και -όπως τον περιγράφει ο Θουκυδίδης- απρόβλεπτος βασιλιάς της Σπάρτης: ο Κλεομένης (βίος και πολιτεία και ο ίδιος -αλλά δεν θέλω να επεκταθώ)  που ήταν γιος του Αναξανδρίδα και ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα των Θερμοπυλών!»

«Μα αυτή είναι μια ιστορική συγκυρία που αξίζει τον κόπο να γιορτάσουμε!» ακούστηκε μια εύθυμη φωνή από κάτω.

«Νομίζω πως ναι… και έχω μια ιδέα», είπε Κάραβος.

«Προτείνω να φτιάξουμε μια μικρή επιτροπή και να επεξεργαστούμε τις ιδέες μας», είπε ο Κράτης.

images (9).

Η Αθήνα είναι ένας τόπος με ενδιαφέρουσα και περιπλεγμένη ιστορία. Αυτό σημαίνει ότι το λεκανοπέδιο έχει ζήσει τα πάντα-όλα και το αντίθετό τους. Αυτά τα ¨όλα¨, κλασικά και μη, στην Αθήνα ήταν συνήθως εικονογραφημένα.  Κι αυτό γιατί στους Αθηναίους αρέσουν οι εικόνες: γλυπτές, ανάγλυφες, ζωγραφιστές, ακόμη και λεκτικές, από εκείνες που διακοσμούν την ακατάσχετη ροή των ρητορικών εμπνεύσεων.

Όμως, ακριβώς επειδή οι καιροί στην Αθήνα αλλάζουν συχνά και οι εμπειρίες πολλαπλασιάζονται επηρεάζοντας αναπόφευκτα και τα γούστα, είναι επακόλουθο ότι θα πρέπει να ανανεώνονται και οι σχετικές εικόνες.  Πράγματι οι Αθηναίοι τις ανανεώνουν.

Ωστόσο υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: Τι να κάνουν με τις παλιές εικόνες, όταν αυτές έχουν πια ξεπεραστεί από τους καιρούς ή από τους συσχετισμούς των δυνάμεων; Να τις καταστρέφουν;

Η εμπειρία είχε δείξει ότι η οριστική καταστροφή δεν είναι η καλύτερη λύση. Γιατί, (όπως λέει και η δημώδης φράση)¨έχει ο καιρός γυρίσματα¨∙ που πάει να πει ότι το ενδεχόμενο μιας ανακύκλωσης είναι πάντοτε πιθανό.

Τελικά οι Αθηναίοι βρήκαν τη λύση που τους φάνηκε πιο απλή και αποτελεσματική: Ήταν η  δημιουργία των περιφραγμένων χώρων εναποθήκευσης τετριμμένων εικόνων, των γνωστών και ως ΠΕΧΕΤΕ. Τον καιρό της αφήγησής μας, στις μάντρες των ΠΕΧΕΤΕ μπορούσες να βρεις άφθονο εικονογραφικό υλικό από περασμένες εποχές και παρελθόντα γούστα.

Σε μία από αυτές, ο φύλακας λεγόταν Δεινίας και ήταν ένθερμος φίλος των κυνικών και των κωμικών (αδιακρίτως) καθώς και των συγκεντρώσεων παρά τον Ιλισό. Ήταν λοιπόν αυτός που υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει έναν τουλάχιστον ¨Κλεομένη σε ορείχαλκο¨, καθώς και έναν Σπαρτιάτη, μάλλον σε μάρμαρο, που  έφερνε προς τον Λεωνίδα, αν και δεν ήταν σίγουρος πως επρόκειτο ακριβώς για τον ήρωα των Θερμοπυλών.

«Εντάξει μ’ αυτό»,  είπε ικανοποιημένος ο Κάραβος. Η φάση Βήτα θα είναι λίγο πιο δύσκολη. Η Θόλος του πρυτανείου, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες μου θα εναποτεθούν αρχικά οι ¨τυραννοκτόνοι¨ φρουρείται πολύ καλύτερα από τις αποθήκες των ξεπερασμένων εικόνων».

«Μην ανησυχείς», έσπευσε να τον καθησυχάσει ο Κράτης. Έχουμε κι εκεί έναν αφοσιωμένο φίλο. Θα εκπλαγείς όταν μάθεις για ποιον πρόκειται».

«…και να μη ξεχνάτε τη χορογραφία της φάσης Γάμα», είπε χοροπηδώντας η μικρή ξανθή Ιππαρχία. Θα σας την διδάξω εγώ και απαιτώ προσοχή και προσήλωση».

images (12).

[1] Στο λόφο αυτόν είχαν στρατοπεδεύσει οι Αθηναίοι μετά τη μάχη του Μαραθώνα και από εδώ είχαν δει και αποτρέψει μια προσπάθεια του περσικού στόλου να αποβιβάσει στρατεύματα στο Φάληρο.

[2] Κάραβος: Κερασφόρο σκαθάρι αποκαλούμενο και «κεράμβυξ». Η λέξη σημαίνει επίσης γαρίδα, ή και καράβι.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »