Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Μάνη’

Ο πύργος στη Μάνη

Posted by vnottas στο 9 Απρίλιος, 2018

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

 

Ο ΜΑΝΙΑΤΙΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ

που έκαψαν οι δολοφόνοι του Λόρκα

                                                                         Στον πατέρα μου και τη Ναυσικά

.sketch_01

Ο μανιάτικος πύργος του παππού μου

ο πύργος που γεννήθηκα

χάσκει ερειπωμένος χωρίς στέγη.

Τον έκαψαν πριν χρόνια

οι δολοφόνοι του Λόρκα

τον έκαψαν οι αδίστακτοι

συνήθεις δολοφόνοι των ποιητών.

Στους τοίχους του δυο μαργαρίτες

και μια παπαρούνα φύτρωσαν

με πείσμα διεκδικούν τη ζωή.

Τώρα πια που το μίσος μου ξεθύμανε

τώρα που προσπαθώ να ξεπλύνω τις πληγές

με ανθόνερο και μοσχοσάπουνο

που ξαναστηλώνω τον πύργο

σαν κόρη οφθαλμού διαφυλάσσω

τις στέρεες συμπαγείς φωλιές

που έφτιαξαν άλλοτε ωδικά πουλιά

εντός του για να μη λησμονιούνται

οι δύσκολες μέρες της καταστροφής

για να μην ξεχνιούνται οι λυγμοί της γιαγιάς

δίπλα στους καπνούς των ερειπίων.

.

Ο πύργος που γεννήθηκα

ο μανιάτικος πύργος του παππού μου

ξαναστέκεται όρθιος

με νέα στέγη στην κορφή του.

Από τα ανοιχτά πολεμοχαρή παράθυρά του

ακούγονται μελωδίες νοσταλγικές

κατευθείαν μέσα

από τις φωλιές των ωδικών πουλιών

και μόνο αργά τις νύχτες

μια κουκουβάγια σκούζει πένθιμα

όπως τον καιρό των ερειπίων.

Μέχρι που θα το πάρει και αυτή απόφαση

ότι οι δολοφόνοι του Λόρκα

οι αδίστακτοι συνήθεις δολοφόνοι των ποιητών

μια οδυνηρή ουλή στη μνήμη πια

θα δείχνουν την τερατώδη εκδοχή

του ανεξήγητου κενού ζωής

και θα σωπάσει με μια πένθιμη

εμμονή φαιάς απελπισίας.

.

Όμως ο μανιάτικος πύργος του παππού μου

ο πύργος που γεννήθηκα

στέκεται πάλι όρθιος όπως τότε

έτοιμος να αντέξει τις ανεμοθύελλες

και τους άγριους βοριάδες του μέλλοντος.

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Θερινή συγκομιδή

Posted by vnottas στο 7 Αύγουστος, 2011

           Ήμουνα στην Αθήνα, και μετά λίγες μέρες στη Μάνη.                       Στην Αθήνα είδα κάποιους από τους παλιούς καλούς φίλους, και απόλαυσα την πόλη άδεια, με την λεπτή τριζάτη αττική ατμόσφαιρά να ‘χει για λίγο ξαναγυρίσει, ακόμη πιστή στο καλοκαιριάτικο ραντεβού με το «κλεινόν άστυ».

Στη Μάνη κατεβήκαμε  μαζί με τον Νίκο και την Ιωάννα και μείναμε φιλοξενούμενοί τους στο παλιό πατρικό πυργόσπιτο, ξαναφτιαγμένο από τον Νίκο. Μάνη λακωνική, λιτή, απέριττη, ξερή, σε αποχρώσεις του γαλάζιου και του κίτρινου. Άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τον τόπο τους σίγουρα παραπάνω από τον (χαμηλό) μέσο όρο των συνελλήνων. Άνθρωποι που παραμένουν και άνθρωποι που επιστρέφουν. Άνθρωποι που ξέρουν να μαζεύονται, να τα λένε να τα πίνουν. Μέρες όμορφες.

Γυρίζοντας έχω μαζί μου αδημοσίευτα ποιήματα του Νίκου των οποίων σκοπεύω να σας κάνω κοινωνούς. Στο ένα (Το ίχνος) ο Μοσχοβάκος αναστοχάζεται,  στο δεύτερο (Το τρίποντο της νίκης) δίνει την αισιόδοξη εκδοχή της ¨βολής¨, ενώ το τρίτο (Χωρίς έμπνευση) είναι ένα αριστοτεχνικό ομοιοκατάληκτο τρίστροφο, μορφή ποιητικής έκφρασης που κατά τη γνώμη μου στις μέρες μας αποκτά και πάλι ευρύτερο ενδιαφέρον.

Ιδού τα πονήματα:

  

Το Ίχνος

Ένα μεγάλο καρφί

ακριβώς στη μέση του τοίχου

Κάποτε εδώ κρεμάστηκαν

τα στέφανα του γάμου.

Μετά η φωτογραφία

όλης της οικογένειας

Λίγο αργότερα ήρθε φυσιολογικά

η γνωστή φιγούρα του Τσε

Ύστερα ακολούθησε το πτυχίο της νομικής

του μεγαλύτερου γιου.

Πέρασαν τα χρόνια κι έφτασε η ώρα

να κρεμαστεί το καπέλο του παππού. 

Πολύς καιρός πάει από τότε.

Σήμερα στο γυμνό τοίχο

ακριβώς στη μέση μια μεγάλη τρύπα υπάρχει

ίχνος του καρφιού που οξειδωμένο

έπεσε και χάθηκε

παρασύροντας μαζί του

μιαν ολόκληρη ζωή.

Το Τρίποντο της Νίκης

          Στους φίλους μου της Περικλέους

 Το παιχνίδι τελείωνε

όταν η μπάλα έφτασε στα χέρια μου.

Οι αντίπαλοι ανακουφίστηκαν

σχεδόν βέβαιοι πως ήταν ανέφικτο

από τόσο μακριά να ευστοχήσω

ούτε καν με εμπόδισαν να σουτάρω.

Με τη δαμόκλεια σπάθη του χρόνου

που έληγε στη σκέψη

έφυγε η μπάλα από μένα

και διαγράφοντας μία ουρανοπρεπή καμπύλη

κατευθύνθηκε στο αντίπαλο καλάθι.

 

Από τότε κάθε πανσέληνο

χρόνια τώρα το φεγγάρι

ακολουθώντας την ίδια ακριβώς τροχιά

θυμίζει στους απελπισμένους του κόσμου

πως πρέπει να επιχειρείται

το τρίποντο της νίκης  

Χωρίς έμπνευση

Το όμικρον το ύψιλον και το ωμέγα

ξεκίνησαν μια μέρα σαν κι αυτή

αράξανε σ’ ένα κεφάλι μέγα

που στέκοταν σε ώμους ποιητή.

Τριγύριζαν στους δρόμους του μυαλού του

σαν άκουσαν από μακριά ένα ου

φοβήθηκαν και κρύφτηκαν ωσότου

φανερώθηκαν με την μορφή ωού.

Ο νόστος της επιστροφής τα πνίγει

ανάθεμα σ’ αυτήν την κεφαλή

που έμπνευση δεν είχε ούτε λίγη

κι άναρθρα μόνο ξέρει να λαλεί.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »