Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Μετάφραση’

Ο απεσταλμένος

Posted by vnottas στο 26 Νοεμβρίου, 2019

 

codex-39-960x720

Στέφανο Μπένι. Ψάχνοντας βρήκα κι αυτό…

Ο Απεσταλμένος

Πήγα σε χώρες μακρινές

για να συναντήσω την Οργή

αλλά ήμουν πάντοτε

ένας πλούσιος ανάμεσα σε φτωχούς

και επέστρεφα

για να δημοσιοποιήσω όσα είδα

ελαφρώς ηλιοκαμένος

.

Ήμουν αρκετά ειλικρινής

ποτέ πολύ ψεύτης

αλλά το κουράγιο

το πραγματικό

δεν το βρήκα ποτέ

.

Τώρα διευθύνω

μία σοβαρή και αξιόπιστη εφημερίδα

Οι φίλοι μου λένε

ότι δεν έχω πια φίλους

αλλά εγώ έχω μια μεγάλη συλλογή

από εξωτικά καπέλα

από δυνατά ποτά

από φωτογραφίες πεθαμένων

images

L’INVIATO

Visitai paesi lontani

per trovare la rabbia

ma fui sempre

un ricco tra i poveri

e tornavo a parlarne

un po’ abbronzato

Fui abbastanza sincero

e mai troppo bugiardo

ma il coraggio, quello vero

non lo trovai mai

Ora dirigo

un prestigioso giornale

i miei amici dicono 

che non ho piu’ amici

ma ho una grande collezione

di cappelli esotici

di liquori forti

di foto di morti

Ten-Ten

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | 1 Comment »

Περί ύπνου…

Posted by vnottas στο 23 Νοεμβρίου, 2019

images (24)

Κοιμήσου μικρή μου αγάπη

Κοιμάται το βαγόνι    

κοιμάται η πεταλούδα

στη σκοτεινή φωλιά της

κοιμάται η αρκούδα

.

Στη εύοσμη τη λάσπη

κοιμούνται τα γουρούνια

κοιμούνται τα μωρά

μέσα στην κούνια

κοιμάται o σκύλος

στο μικρό σπιτάκι

και στο χαλί της πόρτας

κοιμάται το γατάκι

.

Κοιμούνται οι αντιπρόσωποι

στο μοτέλ της Μπι Πι

κι εκεί ψηλά στο Χίλτον

οι αστέρες της Ποπ

κοιμούνται κι αυτοί

.

Κοιμούνται στο τσίρκο οι παλιάτσοι

και μεσ’ στη μαύρη νύχτα

στο περιπολικό

κοιμούνται οι μπάτσοι

.

Κοιμούνται οι άστεγοι

με τ’ οδόστρωμα στην πλάτη

κοιμάται και ο κόντες

στο θολωτό κρεβάτι

.

Κοιμάται ο μικρός Χριστός

κι έχει για μαξιλάρι

της φάτνης το χορτάρι

κοιμάται κι ο Πιλάτος

με ενοχές γεμάτος

.

Κοιμάται το βουβάλι

στη σαβάνα

κοιμάται το σκουλήκι

στη μπανάνα

Το πετροχελίδονο κοιμάται

στο καμπαναριό

και κάτω από στις βελέντζες

κοιμάται το χωριό

.

Το σαλιγκάρι τώρα

κουρνιάζει στην αιώρα

Κοιμάται η σουπιά

στην ακροθαλασσιά

το αγριογούρουνο

κοιμάται σε σουίτα

ενώ η νυχτερίδα

λουφάζει στη σοφίτα

.

Κοιμάται η μάνα

κοιμάται ο γιος

κοιμάται το κουνέλι

κοιμάται ο λαγός

Κάτω απ τα καμιόνια

φουσκωμένα γερά

κοιμούνται αγκαλιασμένα

τα ελαστικά

.

Κοιμούνται οι λίμνες

κοιμούνται τα βουνά

κοιμάται κι ο βρωμιάρης

που σε πήρε μακριά

.

χωρίς εσέ μικρή μου

γαμώτο, είμαι εγώ

που ’χω απομείνει μόνος

και μόνος ξαγρυπνώ

images (22)

Σημείωση: Βρήκα αυτούς τους στίχους στα Ιταλικά στο διαδίκτυο, χωρίς άλλες αναφορές  και υποθέτω ότι ανήκουν σε κάποιο ευρύτερο κείμενο του Stefano Benni, μια που εκτός από τον ¨ήρωα¨ που μονολογεί, υπάρχει ¨εκείνη¨ που την λένε Λιού και ο ¨κακός¨ που τον λένε Scandellari. Στην προσαρμογή στα Ελληνικά τους αφαίρεσα προκειμένου να γίνει το πόνημα ¨αυτοτελές¨.  Το αρχικό κείμενο έχει ως εξής:

Dormi, Liù

Dorme la corriera
dorme la farfalla
dormono le mucche
nella stalla

il cane nel canile
il bimbo nel bimbile
il fuco nel fucile
e nella notte nera
dorme la pula
dentro la pantera

dormono i rappresentanti
nei motel dell’Esso
dormono negli Hilton
i cantanti di successo
dorme il barbone
dorme il vagone
dorme il contino
nel baldacchino
dorme a Betlemme
Gesù bambino
un po’ di paglia
come cuscino
dorme Pilato
tutto agitato

dorme il bufalo
nella savana
e dorme il verme
nella banana
dorme il rondone
nel campanile
russa la seppia
sul’arenile
dorme il maiale
all’Hotel Nazionale
e sull’amaca
sta la lumaca
addormentata

dorme la mamma
dorme il figlio
dorme la lepre
dorme il coniglio
e sotto i camion
nelle autostazioni
dormono stretti
i copertoni

dormono i monti
dormono i mari
dorme quel porco
di Scandellari
che m’ha rubato
la mia Liù
per cui io solo
porcamadonna
non dormo più.

images (25)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | 1 Comment »

Περί ψυχής…

Posted by vnottas στο 22 Νοεμβρίου, 2019

Καμιά φορά κολλάς. Λες: θα σταματήσω εδώ για λίγο (ας πούμε στη δουλειά ενός συγγραφέα ή τραγουδοποιού που -καταρχάς- σου αρέσει) θα του αλλάξω λίγο τον κώδικα έκφρασης, όσο χρειάζεται για να τον κάνω πιο προσιτό στους -εξ ορισμού- φίλους του Ιστολογοφόρου και θα αναρτήσω ένα δείγμα, άντε δύο. Αλλά κολλάς. Και επανέρχεσαι. Άλλοτε δριμύτερος κι άλλοτε έτσι κι έτσι.

Κάτι τέτοιο μου συνέβη και παλιότερα με τον Μπρασένς, που μου άρεσε από τότε που ήμουν πιτσιρικάς -αν και τότε δεν καταλάβαινα γρι τι έλεγε- και άρεσε και στο γιό μου όταν ήταν πιτσιρίκος,  αλλά έμενε ως επί το πλείστον αμετάφραστος, άρα δυσπρόσιτος. Είπα να προσαρμόσω καναδυό τραγούδια στα ελληνικά και τελικά κόλλησα κι έφτασα τα σαράντα και. Τώρα η ιστορία αυτή επαναλαμβάνεται με τον Μπένι τον ιταλό συγγραφέα κυρίως διηγημάτων ή και ευρύτερων έργων που μοιάζουν με συναρμολογήσεις μικρών αφηγήσεων. Ποιήματα λίγα. Πάντως ευχαριστώ όσους μου έστειλαν την ευαρέσκειά τους για την επιλογή (λόγια ή like). Κάνει καλό.

Το κείμενο που ακολουθεί σήμερα θα έλεγα πως είναι ¨χύμα σκέψεις¨, δηλαδή εδώ αλλάζει κάπως το είδος και το ύφος της γραφής. Είναι πιο αποφθεγματικό. Ο Στέφανο Μπένι πάνω σε ένα θέμα δύσκολο: Ψυχή

 

209-600x660

 

Σου φαίνονται καιροί αυτοί

να μιλήσεις για ψυχή;

Σήμερα δεν έχει καν διαβόλους

που να τη διεκδικούν

οι Εξαποδώ πλέον

προτιμούν μετοχές και ομόλογα

η ψυχή είναι εντελώς εκτός μόδας

……

Αν η ψυχή σου πονάει

τα αντιβιοτικά δεν φτουράνε

οι γιατροί παραδίνονται

οι μηχανικοί δεν μετράνε

δεν επισκευάζεται η ψυχή.

…..

Και να σκεφτείς ότι υπάρχουν κοινότητες

με λίγες ψυχές

και πόλεις με ψυχές εκατομμύρια

αλλά δε φαίνονται

φαίνεται μόνο η κυκλοφοριακή κίνηση

και οι ουρές στα φανάρια

της ψυχής της αρέσει η μοναξιά 

…..

Εγώ την είδα, μια φορά, την ψυχή μου

μου έβγαινε από το στόμα

σαν τον καπνό ενός πούρου

με ρώτησε αν κουράστηκα να ζω

της είπα: ναι

αλλά δεν επέμεινα αρκετά

και μ’ έναν λυγμό

επέστρεψε στο συνηθισμένο της μέρος

έχει υπομονή η ψυχή

…..

Υπάρχουν ωραίες ψυχές

σε σώματα ασούρμπαλα

και φωτομοντέλα

με ψυχές φρικτές

και λάσπες ψυχής

μέσα σε πολλούς πολιτικούς

είναι κρυμμένη η ψυχή

…..

Ναι υπάρχουν χωριά

με λίγες ψυχές

και υπάρχουνε χώρες

με εκατομμύρια ψυχές

και όταν πεθαίνουν

κι ανεβαίνουν στον ουρανό

είναι σωστό υπερθέαμα

μία συμπαντική συμφόρηση

και οι εφημερίδες σχολιάζουν

εκατό χιλιάδες θύματα

αλλά ήτανε ψυχές μη χρήσιμες

λαών μακρινών

μεσοποταμίων

.

και για λίγο κλαίμε

μετά πλένουμε την ψυχή μας

και ξεχνάμε.

images (20)

 

Anima

ti sembrano tempi per parlar dell’anima?

Non ci sono più diavoli,

che la richiedono

preferiscono i titoli

è fuori moda l’anima.

Anima

se ti duole l’anima

non servono antibiotici

i medici si arrendono

non ci sono meccanici

non si ripara l’anima.

E ci sono paesi

di poche anime

e ci sono città

di milioni di anime

ma non si vedono

si vede solo il traffico

e le file ai semafori

è solitaria l’anima.

Anima

io l’ho vista una volta la mia anima

mi era uscita di bocca

come il fumo di un sigaro

mi ha chiesto se ero

stanco di vivere

ho detto: sì

ma vorrei insistere

e con un gemito

tornò al posto solito

è paziente l’anima.

Anima

ci sono belle anime

in corpi ridicoli

e fotomodelle

con anime orribili

e fanghiglia d’anima

dentro molti politici

è nascosta l’anima.

E ci sono villaggi

di poche anime

e ci sono paesi

di milioni di anime

e quando muoiono

e in cielo salgono

è un grande spettacolo

un ingorgo cosmico

e i giornali commentano

centomila vittime

ma erano anime inutili

di lontani popoli

mesopotamici

e si piange un attimo

poi ci si lava l’anima

e si dimentica.

(Stefano Benni)

αρχείο λήψης (15)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Αναδρομικό. Στην αυγουστιάτικη ζέστη: Μια φέτα καρπούζι

Posted by vnottas στο 21 Νοεμβρίου, 2019

40259l

(Στέφανο Μπένι, από τη συλλογή: Αργά ή γρήγορα η Αγάπη καταφτάνει)

[Να μιλάς για τον καιρό

είναι σαν να μη μιλάς καθόλου

όμως πρέπει να πω

ότι κάνει πραγματικά ζέστη!]

.

Καθώς ο Αύγουστος θα σβήνει

πολιτική και πειθαρχία

καθώς ως και με έναν υπουργό

θα πήγαινες στην παραλία…

.

Μια επιθυμία πορφυρή

παρ’ όλα αυτά αντιστέκεται

γερά μες το λιοπύρι

και σε φιλούν οι σύντροφοι

με κόκκινα τα χείλη

και η δροσιά σου η ζουμερή

τώρα τους περιλούζει

κι είναι για εσέ το πάθος

ω φέτα από καρπούζι

κόκκινη πασιονάρια

σημαία προλετάρια.

.

Τι κι αν το κίτρινο πεπόνι

με το προσιούτο ζευγαρώνει

κι ως καιροσκόπος μπουρζουάς

πάει και με εσάς πάει και με μας

εσύ μονάχη αντέχεις

κι ανάγκη δεν το έχεις

Σε εσέ μονάχα φτάνει

η δίψα και τα χέρια μας

και τότε μας χαμογελάς

σελήνη που αυξάνει

χυμός που περιλούζει.

Σε σένα υποκλινόμαστε

ω φέτα από καρπούζι

κόκκινη πασιονάρια

σημαία προλετάρια.

IMG_2263β

Quando l’agosto spegne
politica e disciplina
quando anche con Bisaglia
andresti in piscina
un rosso desiderio
eppur resiste
saldi nel solleone
i compagni ti baciano
con devota passione
tu, rossa passionaria
o anguria
bandiera proletaria

Se il borghese melone
gran qualunquista
sta con i fichi e il prosciutto
fa alleanza con tutto,
tu da sola rimani
e bisogno non hai
che della nostra sete
e delle nostre mani
nel ricurvo sorriso
del tuo quarto di luna
ci chiniam riverenti
sprofondando il viso
dolce come nessuna
o rossa passionaria
o anguria
bandiera proletaria.

images (13)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | 1 Comment »

Γάτα Υψηλοτάτη

Posted by vnottas στο 20 Νοεμβρίου, 2019

(Κι άλλοι γάτοι κι άλλος Μπένι κι άλλη μετάφραση…)

Ωδή στη γάτα

αρχείο λήψης (13)

Ω βασίλισσα του κήπου

ω τίγρις του κιμά

ω αστραπή που ξεκοιλιάζει

και την πιο γοργοπόδαρη

κρεατοκονσέρβα

Υψηλόφρων ακόμα και όταν

μασουλάτε μία ψείρα

Ω γκουρού

που τα γουργουρίσματά σας

συνοδεύουν τριζοβολώντας

τη Νιρβάνα

που με την ουρά σας απομακρύνετε

τις φιλοφρονήσεις των πληβείων

προς τη γούνα σας για την οποία

ουδείς εραστής πλήρωσε

προς την ομορφιά σας για την οποία

δεκάδες γάτοι

με φρικτές σερενάτες

προσγειώνουν τη σελήνη

.

Ω υπναλέα κυρίαρχε

ω γάτα Νεφέλη

που ποτέ δεν γερνάει

images (14)

A una gatta

O regina del giardino
tigre del ragù
lampo che sbrana
la più veloce carne in scatola
altera anche quando
mordicchia una piattola
o guru crepitante
di fusa nel nirvana
con la coda allontani
i complimenti plebei
Nella tua pelliccia, per cui
nessun amante pagò
nella tua bellezza, per cui
gatti a decine
di orrende serenate
atterriscono la luna
o sonnacchiosa sovrana
o Nuvola, gatta
che non invecchia mai

b0c9408689b5e26cd93b5c24d9bc91c4

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Η εξομολόγηση ενός ερωτευμένου γάτου ή -ίσως- γιατί τα τηλέφωνα πρέπει να γίνουν πιο φιλικά προς τους γάτους

Posted by vnottas στο 19 Νοεμβρίου, 2019

Ακόμη στίχοι του Stefano Benni, ακόμη μία από τις (σχετικά) άπιστες μεταφράσεις που σας φτιάχνω

82156636-gattino-parlando-su-un-telefono-cellulare-

Για μια γάτα

Τ’ αμάξια

τ’ αυτοκίνητα

τρέχουν πολύ γρήγορα

για τους γάτους

τους γάτους

που θέλουν

να διασχίσουν το δρόμο

για να αναζητήσουν

μιαν αγάπη

μιαν αγάπη

που  μένει στου δρόμου την απέναντι μεριά

(ναι, είναι γνωστό ότι ο έρως θέλει ρίσκο)

.

Και οι γάτοι

οι ψιψίνοι

είναι πολύ ανεξάρτητοι

για τις κυρίες

που θέλουν να τους χαϊδέψουν

για να μιμηθούν

μιαν αγάπη

μιαν αγάπη

όταν στο γύρο δεν έχει καμιά

(ούτε που να την πληρώσεις)

.

Και εάν τη νύχτα μου ‘ρχεται να τηλεφωνήσω

από τους δημόσιους θαλάμους ή από κανένα φτηνό μπαρ

ακούω τα κέρματα που πέφτουν

σαν τους παλμούς

της καρδιάς μου της μισοαθώας

και εσύ απαντάς βαριεστημένη

ενοχλημένη

κοιμισμένη

στις τρεις τη νύχτα τι άλλο να ήσουν

και σε ρωτάω αν είσαι μόνη και φυσικά τσαντίζεσαι

θέλεις να κοιμηθείς, θέλεις να μου το κλείσεις

και δεν καταλαβαίνεις πως…

Τα τηλέφωνα

τα τηλέφωνα

είναι πολύ άβολα

για τα νυχωμένα δάχτυλα των γάτων

των γάτων

που θέλουν να καλέσουν

μιαν αγάπη

μιαν αγάπη

που μένει σ’ άλλη γειτονιά

(και ποιος ξέρει αν θα ‘ρθει ξανά)

.

Και τη νύχτα

τη νύχτα

παραείναι πολλά τ’ αστέρια

πολλά τ’ αυτοκίνητα

και στους γάτους τους έρχεται να ξαπλώσουν

εκεί, ακριβώς τη μέση

του δρόμου

να κοιτάξουν ολόγυρα και να περιμένουν

μπας και κάποιος τους αγγίξει ευγενικά τον ώμο και τους πει

ο κόσμος τελείωσε, κύριε

μπορείτε να πηγαίνετε

.

Και εάν τη νύχτα σου ‘ρθει η επιθυμία

τηλεφώνησέ μου

από το σπίτι σου το ήσυχο

ή από παραλιακό ξενοδοχείο

ακούω τα κουδουνίσματα που με ξυπνάνε

σα να ‘ναι παλμοί

της καρδιάς σου της μισοαθώας

και σου απαντώ ενοχλημένος βαριεστημένος κοιμισμένος

στις τρεις τη νύχτα τι άλλο να κάνω

κι αν με ρωτάς αν είμαι μόνος λέω είμαι μόνος

είμαι μόνος είμαι μόνος πώς να στο εξηγήσω

.

Τα κέρματα τελείωσαν κύριε

είναι ώρα να πηγαίνετε

μα γιατί δεν καταλαβαίνετε πως…

αρχείο λήψης (7)

Stefano Benni, A una gatta

Le macchine
le macchine
sono troppo veloci
per i gatti
i gatti
che vogliono attraversar
per cercare
un amore
un amore
che dall’altra parte della strada sta
(si sa, bisogna rischiar)

E i gatti
i gatti
sono troppo indipendenti
per le donne
le donne
che li voglion carezzar
per mimare
un amore
un amore
quando proprio in giro non ce n’è
(neanche a pagar)

E se di notte mi vien voglia ti telefono
dalle cabine in autostrada da qualche squallido bar
sento i gettoni che cadono come battiti
del mio cuore ingenuo a metà
e tu rispondi annoiata
scocciata
addormentata
alle tre di notte cos’altro potresti far
e io ti chiedo sei sola e tu naturalmente ti incazzi
vorresti dormire vorresti riattaccar
e non capisci che…

I telefoni
i telefoni
sono troppo scomodi
per le zampe dei gatti
dei gatti
che voglion telefonar
per chiamare
un amore
un amore
che abita in un’altra città
(chissà se un giorno tornerà)

E la notte
la notte
ci sono troppe stelle
troppe macchine
e ai gatti
viene voglia di sdraiarsi
proprio in mezzo
alla strada
e guardare
e aspettar
che qualcuno gentile ti tocchi la spalla e dica
il mondo è finito, signore
se ne può andar

E se di notte ti vien voglia mi telefoni
dalla tua casa tranquilla o da un albergo sul mar
sento gli squilli che mi svegliano come battiti
del tuo cuore ingenuo a metà
e ti rispondo scocciato annoiato addormentato
alle tre di notte cos’altro potrei far
e se mi chiedi se sono solo dico son solo
sono solo solo solo come posso spiegar
i gettoni son finiti signore
è ora di andar
ma perché non capite che…

images (12)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | 1 Comment »

Ο ποιητής είναι…

Posted by vnottas στο 18 Νοεμβρίου, 2019

…κι αυτό είναι ένα ποίημα του Stefano Benni ή τουλάχιστον μια προσπάθεια απόδοσής του στα Ελληνικά που σας έφτιαξα

images (3)

Ο Ποιητής

Ο ποιητής είναι πουλί

που τις λέξεις ραμφίζει

κάτω από της καθημερινότητας το χιόνι

…που έρχεται στο πρεβάζι

κι αν πας να το πιάσεις

φτερουγίζει φοβισμένο.

Ο ποιητής είναι θηλυκό

μη χειραφετημένο.

Ο ποιητής είναι γερός και υγιής

μα στη ματιά του έχει κάτι τι

και εσύ θα πεις :

είναι ποιητής!

images (10)

Είναι αναλφάβητος συχνά

έτσι  όμως είναι πιο καλά

όλα τα λέει πιο απλά.

Ο ποιητής είναι ασθενής

πάσχει από άσθμα, έχει συκώτι, κρίσεις χολής

και είναι αντιπαθητικός,

είναι γκρινιάρης ακραιφνής,

και σκοτεινός:

αλίμονό σου αν τον φωνάξεις ¨ποιητή¨

Είμαι κομήτης, θα σου πει,

που αναγγέλλει ένα Σύμπαν Νέο.

Ανώφελος ολοσχερώς

είναι χαμένος διαρκώς,

δεν είναι άλλος

μονάχα ένας ενταγμένος παπαγάλος

κι αισθάνεται οργανικός

ή μάλλον

είναι φτιαγμένος απ’ αέρα

κι η πένα του εκφράζει πέρα ως πέρα

της γης των κολασμένων την οργή.

images (1)

Βρίσκεται πέρα από κάθε επιταγή

πάνω απ’ την πολιτική

πιο πάνω από της γης τη σφαίρα.

Είναι ξανθός, ο ποιητής, και φθισικός

πάντοτε αυτοκτονικός, ο ποιητής,

μα πονηρός

μια πρόκληση στου κόσμου την κοινοτοπία

είναι απολύτως και ολότελα ομαλός.

Ο ποιητής είναι ομοφυλόφιλος

Ο ποιητής είναι ένας άγιος

Ο ποιητής είναι ένας κατάσκοπος

Μετά, στα ξαφνικά, γίνεται άφαντος

και πάει σε νησάκι μακρινό

ή -ίσως- σε μπουρδέλο κοντινό

κι αφήνει πίσω του μεγάλο το κενό

στην ποίηση

τη δική του φυσικά  εννοώ.

.

Ο ποιητής είναι ο τίτλος

του ποιήματος αυτού εδώ

που έγραψα εγώ.

images (5)

Il poeta

Il poeta è un uccello
che becca le parole
sotto la neve del normale
viene sul davanzale
e scappa, impaurito
se lo vuoi catturare
Il poeta è femmina
Il poeta è gagliardo
ha qualcosa, nello sguardo
che tu dici: è un poeta
Spesso è analfabeta
ma è meglio
è piú immediato
il poeta è un ammalato
colitico, fegatoso, asmatico
il poeta è antipatico, scontroso
ombroso: guai
chiamarlo poeta
è una cometa
che annuncia un mondo nuovo
è assolutamente inutile
è un fallito
è un pappagallo di partito
è organico, no,
è fatto d’aria
ha nella penna tutta intera
la rabbia proletaria
è sopra la politica
è sopra il mondo
il poeta è tisico e biondo
il poeta è sempre suicida
il poeta è un furbone
il poeta è una sfida
alle banalità del mondo
il poeta è assolutamente
del tutto normale
il poeta è omosessuale
il poeta è un santo
il poeta è una spia
poi un giorno va via
in un isola lontana
o anche a puttana
e lascia un gran vuoto
nella poesia
la sua
il poeta è il titolo
di questa mia.

Stefano Benni

αρχείο λήψης (5)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 2 Σχόλια »

Μην περιφρονείς το λίγο

Posted by vnottas στο 17 Νοεμβρίου, 2019

 

Απόδοση στα ελληνικά ενός ποιήματος  του Stefano Benni

images (2)

Μην περιφρονείς το λίγο

Να μην περιφρονείς το λίγο,

Το λιγότερο, το όχι αρκετό

Το ταπεινό, τ’ αόρατο, το αχνό, το σιωπηλό

Γιατί όταν οι έρωτες και οι μεγάλες μάχες

Θα ‘χουνε πια περάσει

Κι όταν μονάχος περπατάς στο έρημο δωμάτιο

Δεν θα σου κάνει συντροφιά

Η φλόγα η υψιπετής, του θρίαμβου η φανφάρα

Αλλά μονάχα στάχτες ή -μπορεί- ένα μικρό ρυάκι

Ή μία νότα

Ή ο ψίθυρος μιας λέξης

Το λίγο, το λιγότερο, το όχι αρκετό

images (4)

 

Non disprezzare il poco

Non disprezzare il poco, il meno, il non abbastanza
L’umile, il non visto, il fioco, il silenzioso
Perché quando saranno passati amori e battaglie
Nell’ultimo camminare, nella spoglia stanza

Non resteranno il fuoco e il sublime, il trionfo e la fanfara
Ma braci, un sorso d’acqua, una parola sussurrata, una nota
Il poco, il meno il non abbastanza.

Stefano Benni

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Όταν οι αγελάδες κοιμούνται και φιλοσοφούν

Posted by vnottas στο 16 Νοεμβρίου, 2019

 

αρχείο λήψης (3)

Σήμερα σας έχω φτιάξει ακόμη μία μετάφραση στίχων του Stefano Benni. Όπως θα διαπιστώσουν οι ιταλομαθείς αντιπαραθέτοντας με το πρωτογενές κείμενο εδώ παρακάτω, πρόκειται για μια μετάφραση θα έλεγα απροκατάληπτη, για να μη πω κάπως άπιστη. Πάντως νομίζω πως παραμένει κοντά στο (τρυφερά σκωπτικό) πνεύμα του συγγραφέα.

αρχείο λήψης (2)

 

Οι αγελάδες

Κοιμούνται οι αγελάδες

μέσα στο στάβλο

κοιμούνται και η ανάσα τους σκαρώνει συννεφάκια

κοιμούνται και ονειρεύονται

πράσινα χορταράκια

ή μοσχαράκια παχουλά

και έναν ουρανό ψηλά -γαλάζιο

κι όμως ντυμένο στα λευκά

σαν γάλα

κι εκεί απογειώνονται, φτυστές σαν πεταλούδες

κι εκεί πετάνε,

μακριά απ’ όλα τ’ άλλα

ίδιες ελπίδες (φρούδες).  

.

Οι αγελάδες ίπτανται απ’ τα σύννεφα πιο πάνω

η κάθε μια τους στρουμπουλό

 ανεμοπλάνο

κι έπειτα στρέφουν τα όπλα τους

τα βιολογικά

και βομβαρδίζουν σωρηδόν, διαρροϊκά,

σφαγεία και χασάπικα

και άλλα καταστήματα αντιβουκολικά.

.

Μα ύστερα ξυπνάνε, είναι ήδη πρωί,  

η μέρα η επομένη.

Οι μύγες τριγυρνάνε

βουίζουν και τσιμπάνε

κι οι αγελάδες σκέφτονται πόσο η Ειμαρμένη

δεν έχει λογική.

Τι είναι εν τέλει η ζωή;

Σήμερα είμαστε εδώ, ευτυχισμένες όλες

και αύριο μπριζόλες.

αρχείο λήψης

Le mucche

Le mucche dormono
dentro la stalla stanno insieme strette
e con il fiato fan le nuvolette
e sognano
le mucche sognano
un cielo azzurro bianco come il latte in cui decollano come farfallette
e volano
le mucche volano
sopra le nuvole dall’alto puntano le naturali loro artiglierie
e poi bombardano le macellerie
ma poi si svegliano le mosche ronzano
è già mattino
e le mucche pensano
le mucche pensano al loro destino
cos’è la vita infine?
oggi siamo qui, domani scaloppine.

αρχείο λήψης (1)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Κι αν δεν σου φτάνει…

Posted by vnottas στο 14 Νοεμβρίου, 2019

s-l300

Ο Στέφανο Μπένι είναι ένας σύγχρονος ιταλός συγγραφέας γνωστός κυρίως για τα διηγήματα και τις νουβέλες του. Παλιότερα είχα αναρτήσει στο Ιστολογοφόρο την απόδοση στα ελληνικά ενός μικρού θεατρικού κειμένου με τίτλο Σέρλοκ Μπάρμαν καθώς και τη μετάφραση μιας σειράς θεατρικών μονολόγων με τίτλο Μπλουζ σε 16 Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Σήμερα σας έχω την απόδοση κάποιων στίχων που δημοσιεύτηκαν το 1991 (συλλογή: Ballate, εκδόσεις: Feltrinelli).

Stefano Benni

αρχείο λήψης (3)

 

Εγώ σε αγαπώ

Εγώ σε αγαπώ

κι αν δεν σου φτάνει

θα κλέψω απ’ τον ουρανό τ’ αστέρια

για να σου φτιάξω ένα γιορντάνι

κι ο άδειος ουρανός

δε πρόκειται να λυπηθεί γι αυτό που θα ‘χει χάσει

γιατί και μόνο η ομορφιά σου

φτάνει για να γεμίσει όλη την πλάση.

.

Εγώ σε αγαπώ

κι αν δεν σου φτάνει

τη θάλασσα θα αδειάσω

και τα μαργαριτάρια όλα

θα φέρω στην ποδιά σου

κι η θάλασσα δεν πρόκειται να κλάψει

για την αποκοτιά μου αυτή

γιατί

μήτε τα κύματα, οι σειρήνες ή τ’ αρχαία αγγεία

δεν έχουν την μαγεία

που έχει μια ματιά σου.

.

Εγώ σε αγαπώ

κι αν δεν σου φτάνει

τα ηφαίστεια θα κάνω να κοχλάσουν

και τη φωτιά στα χέρια σου θα βάλω

κι εκεί θα γίνει πάγος

του πάθους μου την κάψα να γλυκάνει.

.

Εγώ σε αγαπώ

κι αν δεν σου φτάνει

όταν οι ζέστες του καλοκαιριού σε ενοχλήσουν

έως και σύννεφα θα βρω τιθασευμένα

σταλαγματιές βροχής για να χαρίσουν

μόνο σε εσένα

κι αν ούτε και αυτό σου φτάνει

το χρόνο λέω να σταματήσω

και ύστερα με δέος θα ζωγραφίσω

επάνω στους πλανήτες τη μορφή σου

κι αν δε σου φτάνει

Άντε γαμήσου.

1e2e55b28764198e784e93d9ab29c968

Υστερόγραφο. Κουβεντιάζαμε με τον αδελφό μου για το παραπάνω πόνημα και μου λέει: ¨Το θυμάσαι το ποιηματάκι;¨

¨Ποιο ποιηματάκι;¨

¨Ένα από εκείνα τα κωμικά που πολύ μικροί μαθαίναμε απέξω, μας έβαζαν και τα απαγγέλαμε και εσκάγανε όλοι στα γέλια.¨

¨Ποιο απ’ όλα;¨

¨Το ‘Σ’ αγάπησα τρελά στ’ αλήθεια’¨

Λίγο ο ένας λίγο ο άλλος συναρμολογήσαμε δύο στροφές. Μετά έψαξα στο διαδίκτυο μπας και βρω κι άλλες, αλλά δεν. Εν πάση περιπτώσει ό,τι μαζέψαμε έχει ως εξής:

Σ’ αγάπησα τρελά στ’ αλήθεια

σταλαγματιά καρδιάς δε μου ‘μεινε στα στήθια

Το τι δεν έκανα για σε στοχάσου

Γι αυτή την άπονη σκληρή καρδιά σου

.

Εγώ να ξαναγείρω στο πλευρό σου;

Εγώ να ξαναπάρω πια φιλί δικό σου;

Εγώ να ξανακλάψω να πονέσω;

Να σε χέσω!

images (5)

 

Io ti amo

Io ti amo
e se non ti basta
ruberò le stelle al cielo
per farne ghirlanda
e il cielo vuoto
non si lamenterà di ciò che ha perso
che la tua bellezza sola
riempirà l’universo
.
Io ti amo
e se non ti basta
vuoterò il mare
e tutte le perle verrò a portare
davanti a te
e il mare non piangerà
di questo sgarbo
che onde a mille, e sirene
non hanno l’incanto
di un solo tuo sguardo
.
Io ti amo
e se non ti basta
solleverò i vulcani
e il loro fuoco metterò
nelle tue mani, e sarà ghiaccio
per il bruciare delle mie passioni
.
Io ti amo
e se non ti basta
anche le nuvole catturerò
e te le porterò domate
e su te piover dovranno
quando d’estate
per il caldo non dormi
E se non ti basta
perché il tempo si fermi
fermerò i pianeti in volo
e se non ti basta
vaffanculo.

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ρωτώντας την Πηνελόπη…

Posted by vnottas στο 25 Αυγούστου, 2019

39467d8b64c06713fefe4ad49c52e020

George Brassens:  Πηνελόπη

Εσύ γυναίκα ιδανική

του σπιτιού το τριζόνι

που η φορεσιά σου η σπιτική

λαδιές δε σηκώνει

η ακλόνητη εσύ Πηνελόπη.

Εσύ που πάντα ακολουθείς

το καλοκάγαθό σου ταίρι

σου ‘τυχε, πες μου, να βρεθείς

με σκέψεις πονηρές απ’ άλλα μέρη

που να σε πάρουν το κατόπι;

και να σε πάρουν το κατόπι;

.

Πίσω από τις κουρτίνες

της ζεστής σου φωλιάς

καθώς προσμένεις να επιστρέψει

ο Οδυσσέας της γειτονιάς

κι υφαίνουν τα λεπτά σου χέρια

δεν ονειρεύτηκες ποτέ

τις ώρες της μελαγχολίας

σε άλλης κλίνης ουρανό

με γεύση άλλης ουτοπίας

να μετράς τα νεόφαντα αστέρια;

να μετράς τα καινούργια τ’αστέρια;

.

Δεν έχεις άραγε ευχηθεί

μια ¨περιπέτεια¨ που περνάει

που σε τραβάει απ’ τα μαλλιά

που σ’ άλλο όνειρο σε πάει

και ψιθυρίζει  γι άλλες τρέλες;

Που στον λαχανόκηπό σου

φυτεύει μαργαρίτες

σου τάζει μήλα αμαρτωλά

και καμπανίτες και μηλίτες

και σ’ ανακατώνει τις δαντέλες

και να σ’ αναστατώνει τις δαντέλες

.

Δεν έχεις άραγε ευχηθεί

στο δρόμο σου να συναντήσεις

το γελαστό τ’ αερικό

που δε μπορείς να τ’ αγνοήσεις

με πονηριά να σε στοχεύει;

Που σάρκα  λεία, τρυφερή

στα κρύα αγάλματα χαρίζει

τους παίρνει κάθε αρετή

από τα βάθρα τα γκρεμίζει

και τα συκόφυλλα τους κλέβει

και τα φύλλα της συκής τους κλέβει

.

Αλλά… μη φοβάσαι, ο ουρανός

δε σου κρατάει κακία

δεν έχει λόγο σοβαρό

να βάλει  μια Αμαρτία

στων ατοπημάτων σου τη χύτρα.

Θα ‘ναι ένα λάθος τυπικό

σφάλμα αμελητέο

όψη του φεγγαριού κρυφή

κρίμα συγχωρητέο

και της Πηνελόπης τα λύτρα.

και της Πηνελόπης τα λύτρα.

Georges_Brassens

Από τον τροβαδούρο:

και μια ανάγνωση:

Pénélope

Toi l’épouse modèle,
Le grillon du foyer;
Toi qui n’a point d’accrocs
Dans ta robe de mariée;
Toi l’intraitable Pénélope
En suivant ton petit
Bonhomme de bonheur,
Ne berces-tu jamais
En tout bien tout honneur
De jolies pensées interlopes?
De jolies pensées interlopes…

.

Derrière tes rideaux,
Dans ton juste milieu,
En attendant l’retour
D’un Ulysse de banlieue;
Penchée sur tes travaux de toile,
Les soirs de vague a l’âme
Et de mélancolie
N’as tu jamais en rêve
Au ciel d’un autre lit
Compté de nouvelles étoiles?
Compter de nouvelles étoiles…

.

N’as-tu jamais encore
Appelé de tes vœux
L’amourette qui passe,
Qui vous prend aux cheveux?
Qui vous compte des bagatelles,
Qui met la marguerite
Au jardin potager,
La pomme défendue
Aux branches du verger,
Et le désordre a vos dentelles?
Et le désordre a vos dentelles…

.

N’as-tu jamais souhaite
De revoir en chemin
Cet ange, ce démon,
Qui son arc a la main
Décoche des flèches malignes?
Qui rend leur chair de femme
Aux plus froides statues,
Les bascul’ de leur socle,
Bouscule leur vertu,
Arrache leur feuille de vigne…
Arrache leur feuille de vigne…

.

N’ait crainte que le ciel
Ne t’en tienne rigueur,
Il n’y a vraiment pas la
De quoi fouetter un cœur
Qui bat la campagne et galope…
C’est la faute commune
et le péché véniel,
c’est la face cachée
de la lune de miel
et la rançon de Pénélope…
Et la rançon de Pénélope.

1--108-thumb-large

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, Μπρασένς: Προσαρμογές τραγουδιών, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ένα τραγούδι για τους καιρούς που περνάνε…

Posted by vnottas στο 8 Αυγούστου, 2019

Paris, Mai 1968.

 

Έπεσα πάνω σε ένα τραγούδι που μιλάει για τη νεανική εξέγερση του ’68. Τυχαία -η πεντηκονταετία από τα γεγονότα συμπληρώθηκε πέρυσι και με την ευκαιρία ειπώθηκαν ήδη πολλά. 

Αυτή τη φορά όμως οι έμμετρες σκέψεις ήταν τραγουδισμένες από τον Γάλλο τροβαδούρο στον οποίο το παρόν Ιστολογοφόρο έχει μια κάποια αδυναμία. Να λοιπόν που γυρίζουμε πίσω στη μουσική και τους στίχους του George Brassens.

Πρόκειται για τη ¨Λεωφόρο του καιρού που περνάει¨ (Boulevard du temps qui passe) και περιλαμβάνεται στο άλμπουμ Δον Ζουάν το οποίο κυκλοφόρησε το 1976. Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι πως ο Βrassens δεν είχε μέχρι τότε εκφραστεί με σαφήνεια υπέρ ή κατά της νεανικής εξέγερσης (όπως άλλωστε και ο Βrel -ο οποίος όμως είχε ήδη ξεκαθαρίσει την ευρύτερη θέση του από το ‘61. Τους χαρακτηριστικούς στίχους του Brel για τους μπουρζουάδες και τους γόνους τους θα βρείτε εδώ ). Όπως θα δείτε, ανάλογος  σκεπτικισμός επικρατεί και στο Boulevard du temps qui passe.

 Στις πρώτες έξι στροφές ο τροβαδούρος χρησιμοποιεί, με ύφος εξομολογητικό, το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: εμείς. Εμείς οι νέοι, οι ωραίοι, οι επαναστάτες. Στην έβδομη στροφή μιλάει για ¨αυτούς¨ και δε διστάζει να τους παρομοιάσει με ¨ασβεστωμένους τάφους¨ με αναφορά σε ένα απόσπασμα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (XXIII 27) όπου  ο Χριστός λέει: Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας

Σημείωση: Μια που τον καιρό εκείνο ξεκινώντας από τη Φλωρεντία είχα επισκεφτεί (με οτοστόπ) το Παρίσι, έχω κάποιες προσωπικές εντυπώσεις, που ίσως συμπεριλάβω σε προσεχή ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο.

Ακολουθούν:

*Το τραγούδι (ηχητικό)

* Μια απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα με τη (συνήθη) προσπάθεια οι στίχοι να ¨χωράνε¨ στη μουσική, έστω με λίγο ζόρι, έτσι ώστε το τραγούδι να αποκτήσει μια εκδοχή στην ελληνική γλώσσα.

* Μια πιο ¨ελεύθερη¨ απόδοση, εκτός μουσικής, δηλαδή απαλλαγμένη από το άγχος που δημιουργούν οι πολυσύλλαβες ελληνικές λέξεις όταν πρέπει να στριμωχτούν σε μια δοσμένη μελωδία.

* Το κείμενο στα γαλλικά

Γαλλικός-Μάης-1968

Το τραγούδι

 

Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΕΙ

Πλέον χωρίς το μπιμπερό

είπαμε ας πάμε έξω από ‘δω

όπου οι καιροί  μας προσπερνάνε

την ¨ξαστεριά¨ γυρεύοντας

γέρους κι οκνούς στοχεύοντας

που δεν τα παρατάνε

*

Κοίταξε, ήτανε μόλις χτες

στους δρόμους, μ’ όψεις γελαστές

-ποιοι τάχα θα μας υποτάξουν;-

Πατήσαμε φράχτες κι αυλές

κι ανάψαμε χαράς φωτιές

οι μπουρζουάδες να τρομάξουν.

*

Ψηλά τα λάβαρα ξανά

κι όρκος στο επτά -οκτώ -εννιά:

Να ξαναπέσει η Βαστίλη!

και  αγκαλιάσαμε με ορμή

όσες δεν άγγιζαν πια αυτοί

Έρως-Θεός μας είχε στείλει

*

Σε βάλτο μ’ έντυπα παπιά

εμείς τα γελαστά παιδιά

Πέτρες πετάξαμε  απ’ το δρόμο

Τίποτα πια δεν μένει ορθό:

ταμπού ή πίστη σε  θεό,

σε νόμο ή σε τρόμο

*

Σαν ήχησε ¨παύσατε πυρ¨,

άλλος κρανίο  του Βλαδιμίρ

κι άλλος γκριζάδα και ρυτίδες

και διαπιστώσαμε εκεί δα

πόσο στην άνοιξη  κοντά

είν’ οι αλκυονίδες

*

Γυρνάμε τότε: βήμα αργό!

 ναι, με τον τρόπο τον παλιό,

κι όσο κι αν φαίνεται αστείο

καθώς ξεφωνίζαμε εμείς την παλιά

στη γωνιά ήταν στημένη η νέα γενιά

για να μας στείλει στο γηροκομείο

******

…Όλους,  φθαρτούς και πλαδαρούς

Φαρισαίους και τάφους λευκούς

παιδιά  ενός Μάη που γερνάει

 τους είδαμε ξανά  εχτές

να επελαύνουν νέοι και νιες

στη λεωφόρο του καιρού που

[άτεγκτος]  περνάει

tmp163

Η λεωφόρος των Καιρών που Περνάνε

 

Από τη κούνια μόλις  είχαμε ξεμυτίσει

και είπαμε να κάνουμε μια βόλτα

εκεί που όλα είχαν ξεκινήσει:

Που πάει να πει  ωστόσο

εκεί  που οι καιροί,

ενώ κανένας δεν το περιμένει,

μοιάζουν αναγκασμένοι

το δέρμα τους να αλλάζουν κάθε τόσο

*

Ψέλναμε τα τραγούδια μας, τα επαναστατικά

ενάντια σ’ όλα τα κακά

και προπαντός

σ’ όσα κατάφερναν ακόμη οι παλιοί,

οι γερασμένοι, οι χοντροί, οι πλαδαροί

που ζουν -οχυρωμένα σκιάχτρα-

στων σκουριασμένων ιδεών τα κάστρα

 *

Μας είδαν όλοι – ήταν σαν χθες.

Νέοι, και υπερήφανοι,

ποδοπατώντας τα παρτέρια των παλιών

 ανάψαμε χαράς φωτιές

και λικνιστήκαμε σ’ αλλόκοτο χορό,

καθώς του φόβου το σκουλήκι

μέσα στον κάθε μπουρζουά

τρύπωνε ζοφερό.

*

Είπαμε:

εμείς θα επαναλάβουμε το επτά-οκτώ-εννέα

εμείς θα κυριεύσουμε μία Βαστίλη νέα

και από αύριο κιόλας, όλα θα ‘ ναι καινούργια

…κι ύστερα αγκαλιάσαμε λαίμαργα και με φούρια

εκείνες που δεν άγγιζαν οι μπουρζουάδες  πια

και για να πάνε όλα καλά στις νέες τις ημέρες

τους γονιμοποιήσαμε κάμποσες θυγατέρες.

*

Με ευθυμία εύλογη και κοροϊδευτική

ρίχναμε τους κυβόλιθους

στον βάλτο με τις πάπιες τους.

Τι θύελλα! Τι θέαμα! Τι υπερπαραγωγή!

Τίποτα πια δεν έμεινε ορθό

καθώς κατεδαφίζαμε ο, τι είχε κάποια σχέση

με τα δικά τους τα ταμπού, αρχές ή πίστη σε θεό.

*

Όμως, σαν σήμανε η κατάπαυση πυρός

δεν αναγνωρίζαμε ούτε κι εμάς τους ίδιους

άλλος δεν ήταν πια μαλλιάς, μα φαλακρός

και άλλος τους κροτάφους είχε γκρίζους

και έτσι καταλάβαμε  εν τέλει

– ο, τι κι αν υπαγόρευαν  οι ελπίδες-

πόσο είναι η άνοιξη κοντά

στις λιγοστές χειμερινές αλκυονίδες.

*

Γυρνάμε τότε, αλλάζουμε, σε βήμα πιο αργό

 ναι, πάνω κάτω, με τον τρόπο τον παλιό,

τον παραδοσιακό,

γιατί,

όσο κι αν φαίνεται αστείο,

καθώς ξεφωνίζαμε εμείς την παλιά,

στη γωνιά ήταν στημένη η νέα γενιά

για να μας στείλει στο γηροκομείο.

***********

…Όλους αυτούς τους φθαρτούς και  φτιαγμένους

φαρισαίους και τάφους ασβεστωμένους

στο καβούκι τους μέσα που παραπαίουν

ναι τους είδαμε χτες

υπερήφανους νέους  να κατηφορίζουν

στη λεωφόρο των καιρών που λακίζουν.

*

Μια ανάγνωση:

1110645760_small

 

Boulevard du temps qui passe

A peine sortis du berceau, 
Nous sommes allés faire un saut 
Au boulevard du temps qui passe, 
En scandant notre » Ça ira » 
Contre les vieux, les mous, les gras, 
Confinés dans leurs idées basses.

*

On nous a vus, c’était hier, 
Qui descendions, jeunes et fiers, 
Dans une folle sarabande, 
En allumant des feux de joie, 
En alarmant les gros bourgeois, 
En piétinant leurs plates-bandes.

*

Jurant de tout remettre à neuf, 
De refaire quatre-vingt-neuf, 
De reprendre un peu la Bastille, 
Nous avons embrassé, goulus, 
Leurs femmes qu’ils ne touchaient plus, 
Nous avons fécondé leurs filles.

*

Dans la mare de leurs canards 
Nous avons lancé, goguenards, 
Force pavés, quelle tempête! 
Nous n’avons rien laissé debout, 
Flanquant leurs credos, leurs tabous 
Et leurs dieux, cul par-dessus tête.

*

Quand sonna le » cessez-le-feu » 
L’un de nous perdait ses cheveux 
Et l’autre avait les tempes grises.

Nous avons constaté soudain 
Que l’été de la Saint-Martin 
N’est pas loin du temps des cerises.

*

Alors, ralentissant le pas, 
On fit la route à la papa, 
Car, braillant contre les ancêtres, 
La troupe fraîche des cadets 
Au carrefour nous attendait 
Pour nous envoyer à Bicêtre.

***

Tous ces gâteux, ces avachis, 
Ces pauvres sépulcres blanchis 
Chancelant dans leur carapace, 
On les a vus, c’était hier, 
Qui descendaient jeunes et fiers, 
Le boulevard du temps qui passe.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, Μπρασένς: Προσαρμογές τραγουδιών, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος οκτώ: Ο Πατέρας

Posted by vnottas στο 18 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, όγδοος μονόλογος: Ο Πατέρας. [Τελευταίο- ολόκληρο το θεατρικό κείμενο (8+8 μονόλογοι ) του Benni στη δεξια στήλη κάτω από τον τίτλο ¨Μεταφράσεις ποιημάτων και σχεδιάσματα κειμένων¨].

 

biker_bici_50x80

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Τραγούδησέ μου το ζεστό τίναγμα του οξέως

τον μόλυβδο στους πνεύμονες

του ποδηλάτου τη σκιά

στου ποταμού την πέρα όχθη.

Τραγούδησέ μου για τη μπάλα που πετάει

ανάμεσα σε ‘μένα και του γιου μου το χαμόγελο

τραγούδησέ μου για τα άρρωστα τ’ αστέρια

που απ’ το παράθυρο κοιτούσα.

.

Γιατί εγώ δεν ήξερα.

Εγώ αγνοούσα πόσα πράγματα συνέβαιναν 

και νόμιζα πως ήταν υποσχέσεις

για κάτι πιο μεγάλο

για κάτι πιο αληθινό

μα τώρα ξέρω

πως ήταν όλα αυτά η Ιστορία μου

Μπορώ να πω μονάχα τώρα

πως ήτανε μοναδικό σε όλη τη ζωή μου

εκείνο το απόγευμα.

Εκείνη η πληγή

θα παραμείνει πάνω μου η πιο βαθιά ουλή

Εκείνη υπήρξε η μοναδική μου αγάπη

κι οι φίλοι που χαιρέτισα εκείνη την ημέρα

για πάντα έφυγαν στ’ αλήθεια.

Ήμουν ευτυχισμένος

αν και αμφέβαλα

εκείνες οι σελίδες ήταν το βιβλίο μου.

Αφού υπήρξα κάτι περισσότερο

απ’ ο, τι είμαι τώρα ή ποτέ θα γίνω.

ΤΕΛΟΣ

didier2

13 αΠατέρας

13 βΠατέρας

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος επτά: Η μητέρα

Posted by vnottas στο 16 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, έβδομος μονόλογος (προτελευταίος).

.

Η ΜΗΤΕΡΑ

Τι κάνει ένας γέρος

μέσα σε έναν κόσμο από κρύσταλλα

ανάμεσα σε φλόγες και σ’ αστέρια

π’ ανάβουνε με κέρμα;

Θα υπάρξει άραγε ποτέ κανένας ήρωας

που να χαμογελάει φαφούτης;

Άντρα μου, δε μπορώ να σε φωνάξω

καθώς ορμάς προς τη φωτιά και τρέχεις.

Δεν ειν’ για σένα γέρο μου

αυτός ο σφάχτης μεσ’ το στήθος

και αγνοούνε τα κλειστά σου μάτια

αν είναι αυτός ο τελευταίος πόνος

ή το συνηθισμένο το λαχάνιασμα.

*

Ούτε για σένα ήτανε

όλος εκείνος ο παλιός καημός.

Η φάμπρικα σφιχτά αγκαλιασμένη

απ’ τη σκουριά και από τον κισσό

κοιμούνται οι δράκοι και δεν σκούζουν πια

λέβητες, φούρνοι και περιστροφείς

έχουνε την τραχιά ανάσα τους σβηστή.

Στον κάμπο τα πουλιά χοροπηδάνε

μεσ’ σε ξεθωριασμένους χωροδείκτες

και σε εξέδρες που δεν έχουνε κοινό.

Θα έχεις δίπλα σου το γιο σου

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης

θα σου κρατάει την κεφαλή ψηλά

όταν θα πέσεις νικητής

όταν ο γιος εσύ θα έχεις γίνει.

*

Ξύπνησε, πλυν’ τα πιάτα

ψάξε ακόμη για δουλειά

ή εάν προτιμάς

σκαρφάλωσε στα μολυσμένα σύννεφα

που απ’ το παράθυρο κοιτάζεις.

Εμένα θα με βρεις κοντά στο φως

π’ έλουζε το ποτάμι κάποιες νύχτες

εκεί θα είμαστε μαζί

χωρίς καν να βλεπόμαστε

από τον ήλιο τυφλωμένοι

χρυσάφι

απ’ τ’ ανακλώμενου νερού το φως.

Σαν τον καιρό που με ποδήλατα

κόβαμε βόλτες

στου ποταμιού την όχθη.

*

Εκεί θα σε προσμένω αύριο.

Εάν μ’ αναγνωρίσεις

θα είμαι ακόμη είκοσι χρονών.

 

70x50cm-12305

 

12 Μητέραα

12 Μητέραβ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος έξι: Ο Κίλερ

Posted by vnottas στο 8 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, έκτος μονόλογος.

Y2K 2

Ο ΚΙΛΕΡ

Τραγούδαγε απόψε η τηλεόραση

για χώρες μακρινές

όπου κυκλώνουν τα χωριά στον ύπνο

κι όπου χωρίς να κάνουνε διακρίσεις (θετικές)

σφάζουν γυναίκες και παιδιά

καθώς πηγαινοέρχονται τ’ όνειρο αιμορραγεί

το σπίτι πλημμυρίζοντας.

Αποκοιμήθηκε η πόλη ζωντανή

και ξύπνησε με το λαιμό κομμένο

θα ήθελα κι εγώ να κατορθώσω

τέτοια ωραία πράγματα

αλλά είστε πολλοί

και τους μισούς να εξόντωνα

θα μου ‘βαραίναν την καρδιά οι υπόλοιποι.

*

Ντύθηκα στα γαλάζια και έχωσα στη μπότα

στιλέτο ασημένιο

το Wesson έχω μέσα στο θηκάρι

και μια Beretta έβαλα στην τσέπη

το ένα σιωπηλό και γρήγορο

σαν ιδιαιτέρα γραμματεύς

η άλλη πάλι είναι μικρή και φλύαρη

φτυστή υστερική μετρέσα.

Κατέβηκα τη σκάλα και χαιρέτισα

πολλούς ανθρώπους -όλοι καθώς πρέπει.

Χάιδεψα ένα σκύλο,

χαμογέλασα

σε μία πιτσιρίκα φοβισμένη

όλο βυζιά και ματογυάλια

βγήκα στο δρόμο.

Ο αέρας στο περίπτερο

τα είχε βάλει με τον Τύπο

και τις εφημερίδες πάνω κάτω τίναζε

σα να ‘τανε κλωνάρια ενός δάσους

φύλλα ξερά και φύλλα τυπωμένα

πετούσανε αντάμα και χορεύανε.

Βροχή και μπόρα στης τιμής μου τον ορίζοντα

κι έκρυψε ο ουρανός το γαλανό του

στα ανατολικά

κι έβαλε μαύρα.

Τ’ άθλιο παρακαλετό

των πεινασμένων γλάρων αντηχούσε

το μίασμα τ’ αψύ του αποτεφρωτή

δάγκωνε την ατμόσφαιρα.

Δε θα μπορούσα ειλικρινά να φανταστώ

σκηνογραφία καλύτερη.

*

¨Βιντεοπαιχνίδια¨

έγραφε η ταμπέλα από νέον

κι έχυνε χρώμιο και διαμάντια

πάνω στις μηχανές που πέρναγαν

φέρνοντας στο μυαλό γιγαντιαία έντομα.

κι εγώ φαντάστηκα, πυροβολώντας,

όλα αυτά μαζί

να τα εξαφανίσω.

Περίμενα παίζοντας φλίπερ

Ήμουν ο λόρδος Raiden ενάντια στον Λυκάνθρωπο

δύο φορές ενίκησα δυο έχασα.

Doom, Σαράγιεβο, Βαγδάτη,

Αλγέρι, Κίγκαλι κι η γειτονιά σου

διάλεξε όπλο

διάλεξε εχθρό

έλα μικρέ μαζί μου

εγώ ειμ’ ένα λέιζερ καθαρό

μαχαίρι ακονισμένο

είμαι ο Σατανάς του Σαματά

είμαι η Τάξις και το Ένα

είμαι αυτός που όλα

τα ξεχωρίζει και τ’ απαριθμεί.

Μπορώ να κάνω φόνο για χρυσάφι

ή για ψιλά

όταν το φέγγος μου θ’ αντιληφθείς  

να αποδράσεις θα ‘ναι ανώφελο.

*

Τη Λίζα θα σκοτώσω ή το Γιο

ή τον τυφλό το Μάντη

ή το παιδί που μοιάζει μ’ Ινδιάνο

και κλαίει σιωπηλό σε μια γωνία

ή εκείνον το Χοντρό, το μελαγχολικό

με το πορνό στην τσέπη

ή την θλιμμένη γκόμενα που κάποιον περιμένει

καπνίζοντας.

Νεαροί καημοί σε αναμονή,

καλό είναι να μη βιάζεστε

ούτε να επιμένετε

θα σας χαρίσω την ειρήνη κάποια μέρα.

Η έσχατη χημεία είμαι εγώ

ο κλώνος που τη θέση σας θα πάρει

το δέντρο το άδικα κομμένο

και το 

κατασπαταλημένο 

το νερό

η πείνα, η παγωνιά, η εγκατάλειψη

εγώ είμαι το άρθρο το εξάστηλο

εγώ το άψυχο βιβλίο

εγώ του μίσους ο κρωγμός που εκπέμπεται

απ’ οποιοδήποτε κανάλι

εγώ είμαι το δίκιο και το κάτεργο

εγώ του καθενός

ο μέσος όρος.

*

Σ’ είδα να μπαίνεις Νεκροκεφαλή

κάτω από το τατουάζ, καρδιά

εάν στα κουτουρού πυροβολήσω

είτε εσύ θα είσαι είτε άλλος

κάνει το ίδιο.

Κάποιος δεν πλήρωσε, ε και;

Ήρθε μαντάμ η Ώρα, έτσι δεν είναι;

*

Μα, με ξαφνιάζει ένα  πρόσωπο

που τρέχει καταπάνω μου κραυγάζοντας

πρόσωπο γκρίζο, γέρικο

όπως θα είναι το δικό μου

σ’ είκοσι χρόνια.

.

Τα μάτια μου αν κλείσω ονειρεύομαι

του πυροβολισμού τη λάμψη και το βρόντο.

Σαν καταρράχτης πέφτει η νύχτα

πάνω στου νέον τις επιγραφές

καθώς το στρίβω στα σοκάκια

 με κοιτάζει.

Βρέχει. Τα ίχνη θα σβηστούν, ελπίζω.

Ήταν μονάχα ένας  γέρος.

Άλλο δεν έκανα παρά ν’ ακούσω

τα λόγια που μου είπατε.

Minolta DSC

 

10 Κίλερ α1.jpeg

10 Κίλερ α2.jpeg

11 Κίλερ γ

11 Κίλερ δ

images (16)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος πέντε: Η νεκροκεφαλή

Posted by vnottas στο 20 Μαΐου, 2017

αρχείο λήψης (3)

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, πέμπτος μονόλογος.

Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ

Κάτω από το τατουάζ υπάρχει η αμμουδιά

απ’ το εξώφυλλο μην κρίνεις το βιβλίο

ίσως τη μέρα να μην κάνω τόση εντύπωση

τη νύχτα όμως είμαι

Μπάσταρδος της Κολάσεως.

Κάποιος δε πλήρωσε; Και τι έγινε;

Είστε μήπως Μαντάμ απ’ την αστυνομία;

*

Παιδιά ελάτε εδώ, εδώ ειν’ η Παράγκα

όλα τα τέρατα εδώ

είναι σε προσφορά

υπάρχει εκείνος που τον πρόσβαλαν

υπάρχει εκείνη που την πρόδωσαν

και το μωρό το πεινασμένο

και ο γεροπαράλυτος

και ο μαροκινός

και ο ανθρωποφάγος

και ο τουφεκισμένος, ο κρεμασμένος,  ο στραγγαλισμένος

και ο φανατικός με το μαχαίρι του στο χέρι

όλοι αντάμα μεσ’ το ίδιο το κλουβί.

Πάνω στου λιονταριού το σώμα

πάτα το πόδι

πέτα τα πτώματα στο σκάμμα

την αγωνία και τον ρόγχο φωτογράφισε

κι έπειτα, με τη λίστα, γύρνα σπίτι.

*

Ήπια πολύ. Απ’ όλα καταβρόχθισα.

κι έχω τις τσέπες με λεφτά γεμάτες

Εγώ είναι που δεν πλήρωσα; Και τι έγινε;

Είστε μήπως Μαντάμ απ’ την αστυνομία;

Όταν θα φτάσει ο Κίλερ

θ’ ακούσω το τραγούδι του

μικρά και υγρά τα βήματα

σταγόνες από αίμα στο μαχαίρι

θα πάρω δρόμο,

θα σκαρφαλώσω σ’ ένα τρένο

θα πάω να γίνω χρυσοθήρας

στο Χόλυγουντ θα έχω μια πισίνα

ή ένα κότερο αραγμένο στη μαρίνα

ή θα με βρείτε πεθαμένο σε σουίτα

ή σε κανενός σταθμού

τ’ αποχωρητήρια.

Άθλιος, φουκαράς και βρώμικος

ή Αστραφτερός, Πολυτελής και Μέγας,

ό, τι το αίμα αγγίζει

θα μένει πάντα λερωμένο από αίμα.

*

Μικρή πλακέτα έχω στο λαιμό μου

ασημωμένη

γράφει πότε γεννήθηκα

μα έχει κι άλλο χώρο.

Θέλεις εσύ, μικρέ, να συμπληρώσεις τη γραφή;

Ο Φάντης Κούπα, ο πιτσιρικάς, ειν’ χαραγμένος

 απάνω στη λαβή του μαχαιριού μου

είμαι έτοιμος και μην κοιτάς

που μοιάζει παιδικό το πρόσωπό μου.

Κάτω από το τατουάζ υπάρχει η αμμουδιά

μην κρίνεις το βιβλίο απ’ το εξώφυλλο

ίσως τη μέρα να μην κάνω τόση εντύπωση

τη νύχτα όμως είμαι

Μπάσταρδος της Κολάσεως

*

Πράγμα γυρεύεις; Μια μονάχα στάλα;

Τι τα θες,

δουλειές να κάνεις είναι ωραίο πριν τον θάνατό σου.

Παίρνει μαζί του ο Ραμσής δολάρια στον τάφο

θάβει μαζί του ο εμίρης

νύφες καταψυγμένες

και η μοτοσικλέτα μου στο χώμα θα χωθεί

θα πάει ίσια κάτω ως τον πάτο

με πέρλες στολισμένη

για να πουλήσει ηρωίνη στους διαβόλους

ή

για να διαφθείρει τους αγγέλους

ή

τον κώλο της για να ‘χει να σκουπίσει.

Κρυμμένος είναι πάντα ο ουρανός μου

μαύρα γυαλιά φοράει

και να που τώρα ακούω

να πλησιάζουν βήματα

κι αν κάποιου έφτασε η σειρά

δε θα ‘θελα να είμαι εγώ Θεέ μου.

Θεέ, με τον παρά μου ας μπορούσα

τουλάχιστον το φόβο ν’ αγοράσω.

Εγώ είμαι που δεν πλήρωσα ε, και;

Είστε μήπως Μαντάμ

ο θάνατος;

images (2)

Κρανίο1

Κρανίο2

Κρανίο3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Των Δυτικών το Κάρμα και ο Ηράκλειτος (Occidentali’s Karma)

Posted by vnottas στο 16 Μαΐου, 2017

 images (8)

Προσωπικά με το Γιούρο-πανηγύρι, καμία ή, άντε καλά, πολύ μικρή σχέση. Τόσο μικρή, που μόλις και που πήρε τ’ αφτί μου ότι, ανάμεσα στο διάχυτο νταβαντούρι των ημερών, υπήρχε και ολίγον τι από Ηράκλειτο.

Φυσικά απόρησα. Όχι πολύ. Ξέρω ότι η αποκαλούμενη και ¨δημιουργική φαντασία¨ των σεφ-μαγείρων της μαζικής κουλτούρας όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει, άρα δεν πρόκειται να αφήσει να της γλιτώσουν ούτε οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ούτε καν ο (όπως και να το κάνουμε) στρυφνός και ζόρικος  Εφέσιος. (Πολύ περισσότερο που, απ’ ό, τι μαθαίνω, παλιότερα, τον επίζηλο τίτλο του Γιουροβιζιονικού ¨σούπερ σταρ¨ είχε διεκδικήσει -χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία- και ο μέγας Σωκράτης, αυτοπροσώπως).

Αφού λοιπόν στην προκείμενη περίπτωση, το ίδιο ο Βούδας – το ίδιο ο Κούδας, το ίδιο ο Ιησούς – το ίδιο κι ο Ιούδας, γιατί να μη πάρει διακεκριμένη θέση δίπλα στην αξύριστη Κοντσίτα Βούρστελ και μια κάποια ρήση αποσταγμένη από την αρχαία φιλοσοφική αναζήτηση;

Αυτά σκεφτόμουν καθώς διέκρινα ανάμεσα στα ηλεκτρονικά τάμπα-τούμπα το γνωστό ρηθέν ¨τα πάντα ρέι¨ (με την εράσμια προφορά που χρησιμοποιούν οι δυτικοί) και ως εκ τούτου είπα να σιγουρευτώ ψάχνοντας στο διαδίκτυο για να βρω τι ακριβώς λέει το ιταλικής προέλευσης άσμα.

Το βρήκα και εξεπλάγην. Και μετά άρχισα να ψάχνω πώς και έτσι. Και εντρύφησα (όσο μπόρεσα) στα πεπραγμένα του πρόσφατου φεστιβάλ πολιτισμικού αυτοχειριασμού.

Η έκπληξή μου οφείλεται στο ότι οι στίχοι του άσματος μου φάνηκαν ψαγμένοι. Επικρατέστερη εκδοχή για αυτή την ανακολουθία (μουσική: λάιτ-ποπ, προορισμός: η ΒούρστελΒίζιον, αλλά στίχοι που μοιάζουν ψαγμένοι, προβληματισμένοι, ειρωνικά καταγγελτικοί) καταλήγω ότι δεν μπορεί να είναι άλλο, παρά ότι οι Ιταλοί θέλησαν να κάνουν λίγη πλάκα με τους περιφερόμενους Βρυξελιώτες αηδούς (με ήτα).

Και φαίνεται να έχουν τους λόγους τους. Πρώτον, διαθέτουν κι αυτοί ένα ανάλογο, δικό τους, ετήσιο πανηγύρι, που όσο κι αν έχει παρακμάσει σε σχέση με παλιότερες εποχές, εξακολουθεί να κάνει (ανταγωνιστικό) παιχνίδι στις -εξ ίσου ανουσιοποιημένες (με ου) – παγκόσμιες μουσικές αγορές. Δεύτερον, όταν πριν λίγα χρόνια είπαν να πάψουν να σνομπάρουν το φεστιβάλ της Γιούρο και έστειλαν εκεί τρεις νεαρούς τενόρους, παρά το ότι αυτοί ήρθαν πρώτοι στην προτίμηση του κοινού, τους έθαψαν οι κριτικές επιτροπές με τους εκπροσώπους (στην ουσία) των (δισκογραφικών) αγορών.

Έτσι φέτος, αφού πρώτα εξέλεξαν στο Σαν Ρέμο (με δόση αυτοειρωνίας) τον άγνωστο γελαστό χοροπηδητή και την συμπαθή του μαϊμούδα, τους απέστειλαν με μάλλον χλευαστική διάθεση στο Κίεβο.

Υποθέτω ότι ήταν εν γνώσει του ότι με τέτοιους στίχους (σας παραθέτω παρακάτω μια πρόχειρη μετάφραση) δεν είχαν καμία ελπίδα διάκρισης.

Ωστόσο οι εκπλήξεις δε τελειώνουν εδώ. Όλως περιέργως το τραγούδι που βραβεύτηκε τελικά φέτος, δεν είχε καμιά σχέση με όλα τα υπόλοιπα. Ήταν παραδόξως, ένα έντονα πορτογαλικό (όχι αγγλόφωνο/παγκοσμιοποιητικό), μελωδικό και τρυφερό τραγούδι. Όμως δε ξέρω αν θα το βράβευαν, εάν δε τους έδινε την ευκαιρία (χάρη σε μια λυπηρή συγκυρία που έχει να κάνει με την υγεία του ερμηνευτή) να ξαναπροβάλουν τον  ήδη πολυδιαφημισμένο ¨μη κυβερνητικό ανθρωπισμό¨ τους. (ΑΑΑ Ζητείται Ανθρωπιά εικονική).

images (10)

Ακολουθεί μετάφραση του τραγουδιού.  [Λάβετε υπόψη α) ότι στο πρωτότυπο οι σύντομοι στίχοι είναι επιγραμματικοί, χωρίς κατ’ ανάγκην συντακτική σύνδεση μεταξύ τους και, ενίοτε, με αδύναμες ομοιοκαταληξίες β) το ¨ναμαστέ¨ δεν είναι ¨να ‘μαστε¨ (καλά), αλλά σανσκριτικής (γιογκικής ) προέλευσης επιφώνημα/χαιρετισμός: namah = υποκλίνομαι, te= εσένα γ) Δεν μεταφράζω τις επαναλήψεις της επωδού].

Των Δυτικών το Κάρμα

Να ζει κανείς ή  (σώνει και καλά) πρέπει να ζει;

Του Άμλετ η αμφιβολία

Σύγχρονη όσο ο άνθρωπος ο νεολιθικός

Βολέψου στο κλουβί σου, το δύο επί τρία

Διανοούμενοι σε καφενέ (και)

Διαδικτυολόγοι

 Των ανωνύμων selfιστών μέλη επίλεκτα

Ειν’ η νοημοσύνη ντεμοντέ

(οι) Απαντήσεις εύκολες

(και τα) Διλήμματα ανώφελα

Α Α Α Ζητούνται (ναι, ψάξε)

Ιστορίες με τέλος θεαματικό

Ελπίζοντας (ναι, έλπιζε)

(πως) Ό, τι κι εάν συμβεί, (θα είναι για καλό)

τα πάντα ρει

And “Singing in the rain”

(και ¨χορεύοντας στη βροχή¨)

Επωδός:

Μαθήματα Νιρβάνας

Ειναι κι ο Βούδας στην ουρά

(του κυκλικού χορού)

Για όλους στο προαύλιο μια ώρα 

(κι) από μια ώρα δόξας στον καθένα ,

Alé!

Το πλήθος ένα μάντρα φωνάζει

Η εξέλιξη (σκοντάφτει και) διστάζει 

Γυμνή η μαϊμού χορεύει

Των Δυτικών το κάρμα

Των Δυτικών το κάρμα

Γυμνή η μαϊμού χορεύει

Των Δυτικών το κάρμα

*

Βρέχει Chanel σταγόνες

Πάνω σε σώματα  αποστειρωμένα

Απ’ των ομοίων σου τις μυρουδιές, φυλάξου

Με το ιντερνέτ  όλοι (κι όλες) ξερόλες

Κόκα των λαών

Όπιο των φτωχών

*

Α Α Α Ζητείται ανθρωπιά εικονική

Sex appeal

Ό,τι κι αν γίνει, εν τέλει,

Τα πάντα ρει

And “Singing in the rain”

*

Σαν η Ζωή τα χάνει

(Ζωή αφηρημένη)

Οι άνθρωποι εκπίπτουν

Των Δυτικών το Κάρμα

Των Δυτικών το Κάρμα

Η Μαϊμού το λόγο παίρνει

Ναμαστέ αλέ!

Όμμμμ!

images (9)

ΟCCIDENTALI’S KARMA

Essere o dover essere
Il dubbio amletico
Contemporaneo come l’uomo del neolitico
Nella tua gabbia 2×3 mettiti comodo
Intellettuali nei caffè
Internettologi
Soci onorari al gruppo dei selfisti anonimi
L’intelligenza è démodé
Risposte facili
Dilemmi inutili

AAA cercasi storie dal gran finale,
Sperasi
Comunque vada, panta rei
And “Singing in the rain”

Lezioni di Nirvana
C’è il Buddha in fila indiana
Per tutti un’ora d’aria, di gloria (ale!)
La folla grida un mantra
L’evoluzione inciampa
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma

Piovono gocce di Chanel
Su corpi asettici
Mettiti in salvo dall’odore dei tuoi simili
Tutti tuttologi col web
Coca dei popoli
Oppio dei poveri

AAA cercasi umanità virtuale
Sex appeal
Comunque vada, panta rei
And “Singing in the rain”

Lezioni di Nirvana
C’è il Buddha in fila indiana
Per tutti un’ora d’aria, di gloria (ale!)
La folla grida un mantra
L’evoluzione inciampa
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma

Quando la vita si distrae
Cadono gli uomini
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia si rialza
Namaste, ale!

Lezioni di Nirvana
C’è il Buddha in fila indiana
Per tutti un’ora d’aria, di gloria (ale!)
La folla grida un mantra
L’evoluzione inciampa
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Om

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Τέσσερα: Λίζα

Posted by vnottas στο 13 Μαΐου, 2017

TheSovietMayanPlayingCards33

Η ΛΙΖΑ

Είχε, που λέτε, το χορό της

η Πολυπλοκότητα

κι ήταν παρών κι ο βασιλιάς

ο Χωρίς Σχήμα

κι ήτανε εκεί επίσης κι η βασίλισσα

η Αυτού Μεγαλειότης η Ασυνέπεια.

Τότε κάποιος εκμεταλλεύτηκε το Χάος

και σκότωσε την Διαφορά.

Χωρίς λοιπόν τη Διαφορά και τη Διευκρίνιση

θέλησε να μας κάνει να πιστέψουμε

ότι η Βία

άλλο δεν είναι παρά θέμα Αισθητικής

και πως ένα νεύμα Αγάπης

με ένα μινουέτο εξισούται

ή με μια ρεβερέντζα.

Από μακριά οι φωτογράφοι

τραβούσαν πόζες τολμηρές

σε πριγκιπέσσες και σε πρίγκιπες

που ‘καναν τάχα πως δεν τους αρέσει.

Το λόγο έπαιρναν

από τους Δούκες της Κουλτούρας

οι χειρότεροι

γιατί τους περισσότερο καλούς

τους είχαν πάρει από φόβο.

*

Δεν πρέπει να πεθαίνει πια κανείς

χωρίς μια σοβαρή συζήτηση

ακατασχέτως μιλώντας για τα θύματα

εμείς θα ξανανιώνουμε.

Νέες απαιτήσεις θα ‘χουνε τα σώματα

νέες θα ζητούν φροντίδες

καθώς  θ’ αποσαθρώνεται η ψυχή

τον κομμωτή σου να τον στήνεις, δεν αρμόζει.

.

Δε μου ταιριάζουν τα κακά τα συναισθήματα

ούτε και τα καλά

τα σκέτα συναισθήματα μ’ αρέσουν

τ’ αληθινά

εκείνα που δεν λέγονται.

Εγώ, π’ ακόμη σ’ όλα αυτά πιστεύω

είμαι η βασίλισσα κι η δούλα

που στα τραπέζια ανάμεσα πορεύεται

και σας πουλάει αρώματα

και μέσα από τα χέρια σας περνάει

χωρίς να λερωθεί.

Εγώ είμαι το πλάσμα

που λείπει από τον άθλιο κατάλογο

των τηλε-προγραμμάτων

κι όχι η μπριζόλα που χορεύει

εκείνη που λατρεύουν οι Αμερικάνοι

ούτε του Μπος η κούκλα

εγώ είμαι εκείνη που ερωτεύεται

και από μακριά ακτινοβολεί.

.

Είμαστε μόνοι και είμαστε τρελοί

λύκοι είμαστε στο δόκανο πιασμένοι

που όμως συνεχίζουν την τρεχάλα.

Γέροι με ένα μόνον πόδι

με τα ποδήλατα ερωτοχτυπημένοι

όλα τα κόλπα ξέρουμε

που δίδαξε ο Δράκος ο Μικρός.

 Ο Flannery μας φωνάζει στη βεράντα

και ηχεί του επιλοχία

η φιλαρμονική.

.

Προύχοντες όλοι εσείς των Οθονών

που επιμένετε ν’ αποκαλείτε ¨όνειρα¨

αυτά που ήδη αρχίσατε να χάνετε

αυτά που δε μπορείτε πια να δείτε

κι ό, τι έχει απομείνει από τον κόσμο.

Εγώ ζω

μόνη μου στον πυθμένα του ηφαίστειου

πέτα μου ένα σκοινί ν’ ανέβω

γυμνή θα βγω να σε αποτρελάνω.

Εγώ είμαι η δίψα

εγώ είμαι το νερό

εγώ είμαι ο Άγγελος κι ο Ευαγγελισμός

εγώ με τα μάτια κλειστά περπατώ

και ονειρεύομαι την ακροθαλασσιά

κι εκεί, στην ακροθαλασσιά, ξυπνώ

γιατί εγώ ξέρω να πετάω στο σκοτάδι.

και θα ‘θελα

σ’ όλους τους τοίχους

να γράψεις τ’ όνομά μου.

Σχεδίασα λοιπόν το πρόσωπό σου

στο μέρος που περισσότερο απ’ όλα

με τρομάζει

κι είναι εκεί που επιστρέφω κάθε νύχτα.

*

Κάτω απ’ την πόλη καίει ένα ηφαίστειο

κάτω απ’ το τατουάζ έχει μια αμμουδιά

πίσω απ’ τον κακότροπο τον άνθρωπο

είναι τα λόγια μας

και πέρα από κάθε αυτοθυσία βρίσκεται

μια σκοτεινή, τυφλή αναμονή

 αυτό μην το ξεχάσεις όταν

στους πρόποδες θα είσαι στου Μνημείου.

Εδώ μπορείτε να αγοράσετε τα κάδρα του Βαν Γκογκ

όσο εκείνος είναι ζωντανός

όταν πεθάνει αφήστε στους εμπόρους

κάθε αποστεωμένο μεγαλείο.

Μην αγαπάτε μόνον τους νεκρούς

τους ζωντανούς σ’ ένα χορό καλέστε.

.

Εγώ είμαι της πόλης το κορίτσι

αλλάζω κέφια κάθε τόσο

αλλά μη με φοβάστε ούτε εμένα

ούτε τις χίλιες δυο φωνές μου.

Άκου με, τραγουδάω, κι ανάμεσα στις νότες

είναι και τ’ όνομά σου.

χαρτί 8

6 Λίζα α τμήμα

7 Λίζα β τμήμα

7 Λίζα γ τμήμα

8 Λιζα δ τμήμα

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Τρία: Ο Γιος

Posted by vnottas στο 7 Μαΐου, 2017

images (39)

Ο ΓΙΟΣ

Άκουσε, άκουσε το μπλουζ του φλίπερ

όλοι εκτοξεύτηκαν, μαγεύτηκαν, πετάνε

συγκρούονται, σκουντιούνται

και πάλι ξαναρχίζουν

από το ένα φως μέχρι το άλλο

χωρίς ποτέ να σταματάνε

κι ουρλιάζει η πόλη από τη χαρά της.

Άκουσε, άκουσε τις γλώσσες της Βαβέλ.

.

Το τσίρκο μεσ’ το φλίπερ έχει ανάψει

– πυρκαγιά –

ακούς μουγκρίσματα, σαλπίσματα, κραυγές

και γρατζουνίσματα ηλεκτρικής κιθάρας.

Ωσάν συγχρονισμένες χορωδοί

ανοίγουν οι αλιγάτορες το στόμα

έλα μικρή μου στη σκοποβολή

κάποια ψυχή θα πιάσουμε

έλα μικρέ μαζί μας

και στη πισίνα θα σε πάμε των σειρήνων. 

Είναι αλήθεια, ο κόσμος ειν’ κακός

κι ότι ο κόσμος ειν’ κακός, είναι αλήθεια

μα όχι δα και τόσο πιο πολύ

απ’ ό, τι εμείς.

.

Τι είναι που σου λέει ο μεθυσμένος;

 ότι αντάμωσε έναν κομήτη, λέει,

και πως στον κώλο έχει μια πληγή

από τ’ αστέρια τα πολλά  

που έχει καβαλήσει ως τα τώρα.

Έχει στο μπαρ μία καρέκλα αδειανή

πέθανε ο ποιητής

μα είναι εδώ οι γόπες, το καπέλο, 

και στο ποτήρι πάνω

σημάδι από το σάλιο του.

untitled

Με έναν ύμνο από τη βίβλο την παλαιά

τον άνθρωπο-ποντίκι να τιμήσετε

που απ’ τους οχετούς

κατάφερε να φτιάξει μία θάλασσα

και π’ όλες της ερήμου τις οφθαλμαπάτες

τις ξεδιάλυνε

κι εγώ σου λέω γεια, μικρή γραφίδα.

Sweeney Pompeo, κένταυρε ποιητή

Τσέχε ζυθοποιέ αντίο

αντίο και σε εσέ μικρή απ’ τη Σαρδηνία

όλους σας έχω στην καρδιά μου

μα είν’ το φλίπερ που με σπρώχνει μακριά

μ’ ένα χλευαστικό κουδούνισμα.

Γεια σου Ινδιάνε, γεια σου Lee φαρμακερέ

Κι αν πέθανε ο Δάσκαλος

δεν πρόκειται να ξεχαστεί.

Sweeney_Agonistes

Μαύρα κοράκια παίζουν μουσική,

ο Βασιλιάς Μελάνης κλαίει

κοντά σε μία νέγρα ηλεκτρική

την drag queen την πιο γοητευτική

την πάπια Ντέζη, τη Λολίτα

εμείς οι ερωτευμένοι καθισμένοι

πετάμε απ’ το ‘να διάστημα στο άλλο

και γελάμε

κι ύστερα χάμω ξαναπέφτουμε

πιότερο ερωτευμένοι από πριν.

.

Έλα Λίζα,

του ερημωμένου μου βασίλειου άνασσα

μια βόλτα στα χορτάρια θα σε πάω

που ανάμεσα στις ράγες ξεφυτρώνουν,

στις σκονισμένους βάτους που

τα τρένα   χαστουκίζουν

εκεί θα σου χαρίσω έναν κρίνο

με πέπλο καλυμμένο

από σκιά και απ’ αιθαλομίχλη.

Ψηλά απ’ τις σιδερένιες γέφυρες

θα βλέπουμε αποκάτω στο κανάλι

ξεράσματα αφρού, κίτρινα απόνερα

και Οφηλίες πλαστικές

από εκεί θα φτάσουμε στη θάλασσα.

.

Καθώς σε έβλεπα να ξεπροβάλεις

μέσα από μια ομίχλης χορωδία 

με το κοντό σου το παλτό

μου κόπηκε η ανάσα.

Τα χείλη σου θα ‘θελα να δαγκώσω

να πιω απ’ την γωνία του ματιού σου

να κλέψω τα μαλλιά σου

ενώ όλα τριγύρω θα εκρήγνυνται

σε μια γιορτή κουδουνιστών θορύβων

από φλίπερ.

Έρωτα που στο στόμα μέσα έχεις

πικρό σημάδι πάλης

να που οι δρόμοι οι σκοτεινοί

μας υποδέχονται

και τα παράθυρα τα σφαλιστά

ανάβουνε

ενώ εμείς θα περπατάμε χέρι χέρι.

Είμαστε εμείς  η Πόλη και ο Κόσμος

εμείς μικρά φωτάκια

στου φλίπερ το πολύχρωμο κατάστρωμα.

.

Εσύ που ακονίζεις το μαχαίρι

πρόσεξε

δεν έχω μόνο μια καρδιά, αλλά πολλές

Άκουσε τα τύμπανα και τρέμε

Κατάρα μαύρη σ’ όποιον

τους εραστές χωρίζει.

images (2)

4 Πόλη β Γιος α τμημα

5 Γιος β

5 Γιος βν τμήμα

6 Γιος γ Λίζα α τμήμα γ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ 16. Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Δύο: Η Πόλη

Posted by vnottas στο 1 Μαΐου, 2017

Η Μπαλάντα της πόλης που πονάει: Μονόλογος δεύτερος

images (5)

.

Η ΠΟΛΗ (ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ)

Να μη φοβάσαι τις πολλές φωνές μου

ανάμεσά τους είναι μια που σε φωνάζει

κόλαση μην τον λες αυτόν τον τόπο

κανένας δε δικάζεται εδωπέρα

είναι η κόλαση που τρέφεται

με ετυμηγορίες

εδώ έχουν άλλα πράγματα, καλύτερα,

να κάνουν οι διαβόλοι.

.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

η πόλη που ονειρεύομαι

το μαγαζάκι με τα ντεμοντέ κουμπιά 

και στη βιτρίνα

το σκύλο τον φιλόσοφο.

Σ’ ένα παγκάκι καθισμένοι κάτι γέροι 

κατασκοπεύουνε των γυναικών τα χείλη

μέσα στα  λεωφορεία που περνάνε,

μα και τον Χάρο

που τους κόβει το εισιτήριο

¨νέους¨ να τους αποκαλεί και να γελάει.

.

Η κίνηση φρενήρης στο Υπερμάρκετ

αντιλαλούν καρδιές και καροτσάκια

βραδάκι, δείπνου μυρουδιές και φεγγαρόφως

και η μελαγχολία

μιας νεκροφόρας μαύρης

που στο νεκροτομείο μπαινοβγαίνει 

και τ’ άλλα τα αμάξια την σνομπάρουν.

.

Κορίτσια που σχολνούν απ’ το σχολείο

γελώντας, μοναχά ή σε παρέες

τα μάτια τους παραβαμμένα ίσως

και τονισμένοι οι αναστεναγμοί τους

δεν πάει πολύ που πρωτοερωτευτήκαν

και πάει μόλις λίγο

που τα  αφήσαν μοναχά. 

Τα αγόρια τις κοιτάζουν

άγγελοι τάχα άτονοι, πεσμένοι

γιατί ακόμη αρκετά δεν έχουν ζήσει

πραγματικά για να ‘ναι κουρασμένοι.

Νέοι ονειροπόλοι;

ή μήπως μαριονέτες

απ’ τους fashion καθοδηγητές υπογραμμένες;

Νέοι εξεγερμένοι;

ή μήπως γερασμένοι ηθοποιοί;

όλοι για μια στιγμή ελπίζουν το καλύτερο

κι εγώ μαζί τους.

.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

η πιτσαρία η χλωμή της νύχτας

γύρω μοναχικοί κακοποιοί

κοσμο-πουτάνες

νέγρες μικρές γυμνές στο κρύο

ένας ξερνάει ακουμπισμένος σ’ ένα τοίχο

κι άλλος μασάει ξαπλωμένος καταγής.

σα να ‘τανε αρχαίος και ρωμαίος

λάμπει το πεζοδρόμιο

από φτυσιές, σκατά και πενταροδεκάρες.

Εγώ βρίσκομαι μέσα μου – εσώκλειστος

μα βλέπω και γελάω και ακούω:

έντομα μέσα σε παγίδες από φως,

στραβά πετάγματα αλλόκοτων πουλιών,

τ’ ασθενοφόρο που γκαζώνει

τις πόρτες του βροντώντας,

τα σιωπηλά τα κοιμητήρια, τ’ άθλια πάρκα,

τ’ αμάξια τα ξεκοιλιασμένα,

τους κάδους τους καμένους,

τις φλύαρες κεραίες που πιάσανε κουβέντα μεταξύ τους,

τους λάκκους,

του δρόμου τα μπαλώματα

και

δέντρα στραβωμένα,

γεράνια απελπισμένα,

μέσα στα λούκια μουσική,

βήματα σκύλων επάνω στο χαλίκι

και πάνω στους μαρμαρωμένους βασιλιάδες

σκόνη.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

αφορισμένη της ασφάλτου όταν πιάνει η ζέστη

ή χιόνι βρώμικο

που καταπίνει αποτσίγαρα και ίχνη

ή μια μαργαρίτα που φυτρώνει

δίπλα στης υπονόμου το καπάκι

ή ένα τσαμπί σταφύλι

στον Μυστικό τον Κήπο.

.

Εγώ είμαι μια άλλη.

Μέσα μου, άμα λάχει, μπορείς και να χαθείς

μα σαν ξαναβρεθούμε

θα ‘ναι μια μάχη υπέροχη.

Απ’ όλες τις ψευτιές που μας δεσμεύουν

κι από τις αλυσίδες

από μονάχα μια, τουλάχιστον,

ας είσαι λεύτερος:

δεν πρέπει να ελπίζουμε,

μπορούμε,

κάθε στιγμή της μέρας.

images (4)

3 Πόλη α α

3 Πόλη α β

4 Πόλη β δ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 1 Comment »

Blues in sedici – Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μέρος δεύτερο, Μονόλογος ένα: ο Μάντης

Posted by vnottas στο 28 Απριλίου, 2017

Σήμερα αναρτώ την απόδοση στα ελληνικά του πρώτου μονόλογου του δεύτερου μέρους (secondo movimento) του Blues in sediciΗ μπαλάντα της πόλης που πονάει του Στέφανου Μπέννι.[1] 

Πρόκειται για ακόμη οκτώ ποιητικά κείμενα με τους ίδιους ήρωες του πρώτου μέρους. Αυτή τη φορά μονολογούν με διαφορετική σειρά: προηγείται πάντα ο τυφλός Μάντης και ακολουθούν η Πόλη (οι εποχές), ο Γιος, η Λίζα, η Νεκροκεφαλή, ο Κίλερ, η Μητέρα και, τελευταίος, ο Πατέρας.

Κατά τη μεταφορά στην ελληνική γλώσσα συνάντησα κάποιες δυσκολίες. Τα κείμενα κάνουν δέουσα χρήση της ¨ποιητικής άδειας¨ και συχνά απογειώνονται σε νοηματικές σφαίρες των οποίων οι σημασίες και οι συμβολισμοί είναι γνωστοί μόνο στον συγγραφέα. Για να λύσω το πρόβλημα ακολούθησα το πιο απλό δρόμο: απευθύνθηκα στον ίδιο (διατηρεί έναν ενδιαφέροντα ιστότοπο,  εδώκαι είχα μια ευγενική και κατατοπιστική απάντηση μέσα σε λίγες μέρες (από τη συνεργάτιδά του Viviana Dominici την οποία και ευχαριστώ).

Οι σύνδεσμοι για τους μονολόγους του πρώτου μέρους είναι οι εξής:

 Μπλουζ 1 (Ο τυφλός μάντης), Μπλουζ 2 (Ο Πατέρας), Μπλουζ 3 (Η Μητέρα), Μπλουζ 4 (Ο Γιος), Μπλουζ 5 (Η Λίζα), Μπλουζ 6, (Η Πόλη), Μπλουζ 7 (Ο Κίλερ), Μπλουζ 8(Η Νεκροκεφαλή)

………………………..

[1] Ο ίδιος γράφει το επίθετό του με δύο ¨ν¨ και δεδομένου ότι οι ιταλοί τα διπλά σύμφωνα τα προφέρουν, αποφάσισα να το μεταγράψω κι εγώ στα ελληνικά με δύο ¨ν¨ -αποφεύγοντας έτσι τη σύγχυση με το γελοιογραφικό ¨Μπένυ¨ που κυκλοφορεί τελευταία.

…………………………

images (46)

ΜΠΛΟΥΖ σε Δεκάξι

Δεύτερη Κίνηση

Ο ΜΑΝΤΗΣ

Τις πολλαπλές φωνές εγώ δεν τις φοβάμαι

γιατί έχω μάθει ανάμεσά τους να διακρίνω

εκείνη που μου μοιάζει

κι εκείνη που φωνάζει τ’ όνομά μου.

Εγώ δεν είναι πως την πόλη την φοβάμαι

μα ξέρω πως μπορεί ν’ αλλάξει σχήμα

σπηλιά να γίνει ή και δάσος μαύρο

και ξέρω ότι θα με κυνηγήσει

ανήλεη και γοργή

σαν λαίλαπα.

Εγώ τα όνειρα δεν τα φοβάμαι

είναι εκείνα όμως

που με προκαλούνε.

*

Είδα στον ύπνο μου

τράπεζες αδειανές και φωτισμένες

όπου, τη νύχτα, κάποιοι παρελαύνουν∙

φέρετρα ξεφορτώνουν πλαστικά

γεμάτα κόκαλα.

Χώρο δεν έχει πια στα κοιμητήρια

και έτσι οι πεθαμένοι

πρέπει να βολευτούν με κάποιο τρόπο

κάτω απ’ το πράσινο χαλί των μοκετών.

Έτσι κάθε πρωί θα περπατάμε

πάνω στα κόκαλα των σκελετών.

Έτσι τα σπόρια βλέπω να πετάγονται

από τα έγκλειστα φυτά

στις εσοχές των τοίχων.

Έτσι θ’ αποκοιμιούνται τα παιδάκια

γεμάτα μ’ ακατάβλητη, τυραννισμένη, ελπίδα.

.

Και κάπως έτσι θα ‘λεγα πως φθείρεται

-και αναπαύεται-

η πόλη αυτή που ενίοτε

λέω πως ειν’ δική μου

αφού ο καθένας απ’ τους άλλους

-κακόβουλα μιλώντας-

την κατηγορεί

έκπληκτος με των άλλων την κακία

ο κάθε πάσχων προσπαθώντας να διαγνώσει

τον πυρετό στων αλλονών τα μάτια.

*

Εγώ γέρος, τυφλός κι αναμενόμενος

βλέπω πάνω στη γέφυρα

δυο αγκαλιασμένους νέους

δεν καθρεφτίζει την εικόνα το νερό

-είν’ μαύρο-

μα ξέρω εγώ πόσο βαθιά είναι τα όνειρά τους

και πόσο πόνο ένα φιλί σε μια στιγμή γιατρεύει.

*

Βλέπω έναν άντρα να  μοντάρει ένα πιστόλι

σιγά σιγά, με ιερή ευλάβεια

κάποιος δεν πλήρωσε και πρέπει να πληρώσει

και είναι αυτό το μόνο πάθος

π’ ακόμα μας ανάβει.

Κρυμμένον βλέπω εκείνον που φοβάται.

*

Βλέπω έναν άντρα να προβάλλει τρέχοντας

πάει προς το βασίλειο του Raiden

κι είναι μια προφητεία που τον κυνηγά

δε θα ‘χει τις αμφιβολίες τ’ Αβραάμ

όμως το αίμα του

θα το υπερασπιστεί.

Ούτε ευτυχία υπάρχει

ούτε αυτοθυσία

θα υπάρξει όμως κάτι που τους μοιάζει.

Κάποιος θα πρέπει να το κάνει, γιε μου

τις προσβολές χρόνων πολλών

για να ξεπλύνει.

Γρήγορα τρέξε ω μικρό μου χέρι

των ημερών τράβηξε την αυλαία

ως τη σκηνή όπου εγώ δε βλέπω

μα εμένα με θωρούν οι άλλοι όλοι.

αρχείο λήψης2

1 Μάντης α χ

2 Μάντης β χ

2 Μάντης β χ β

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος οκτώ: Η νεκροκεφαλή

Posted by vnottas στο 18 Μαρτίου, 2017

αρχείο λήψης (2)

Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ

Άναψε την κονσόλα, νεαρέ

και μάθε πώς να σέρνεσαι

αν θέλεις κάποτε να γίνεις

φίδι χωρίς σκιά και ξύπνιο

σαν κι εμένα.

Εγώ είμαι το ψάρι το μικρό

 το πιο ιοβόλο.

Εγώ εγκαίρως έμαθα

πώς στο σκοτάδι να δαγκώνω.

Στις τσέπες μου δεν κουβαλάω πια 

φωτογραφίες

βρισιές δε γράφω πια στους τοίχους

ούτ’ ερωτόλογα.

Μ’ αρέσουνε οι νικητές

και οι ανοιχτοχέρηδες.

Μ’ αρέσει η Αποκάλυψη

αλλά με φωτισμό σωστό

και με σινιέ κουστούμια.

Να διακινώ μ’ αρέσει

και να καταναλώνω.

Μ’ αρέσει -αν μου επιτρέπετε

έτσι να εκφραστώ-

αυτό που σ’ όλους σήμερα

¨του θανατά¨ αρέσει.

images

Αγόρασε το πράμα μου

παρ’ το, είτ’ είσαι γέρος

είτε ακόμη είσαι νιος

είτε πατέρας είτε γιος,

αυτή είναι η μόνη μουσική

ολομερής που παίζει

σ’ οθόνες και ραδιόφωνα.

Και πες μου, τι νομίζεις πως

τα βιβλία θα μπορούσαν  να βοηθήσουν  

όταν θα είσαι πάνω στην καρέκλα

την ηλεκτρική;

images (79)

Οι έσχατοι ουκ έσονται οι πρώτοι

παρά ψοφάνε απ’ το κρύο ξαπλωμένοι

πάνω στις μαντεμένιες σχάρες

των υπονόμων

κι η νύχτα απ’ το τοπίο τους διαγράφει

σα να ‘ταν βάρκες που φουντάρανε στον πάτο.

Μη δίνεις βάση στις κραυγές

κι έλα να σε κεράσω.

Ξέρω μια Πολωνέζα που μπορεί

να σου ρουφήξει την καρδιά.

Και ξέρω κι ένα χάπι

που τα μυαλά στα ψήνει

έτσι μετά, μπορείς και να τα φας.

O Raiden μπορεί να καθαρίσει

πάνω από εκατό εχθρούς

πατώντας τα σωστά κουμπιά.

Κάτω, στο σκοτεινό σοκάκι

έχω αμάξι αεροδυναμικό

βγαλμένο από τα κόμικς,

χρώμα πράσινος δράκος

που ανέμελος φουμάρει ένα πούρο.

Έλα, σε περιμένω στο ημίφως.

Το σβήσιμο είναι

η υψηλή μου τέχνη.

αρχείο λήψης (4)

Θα ‘θελα να πεθάνω ακόμη νέος

μα για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα

να ξανανιώσω

γι αυτό με υπομονή θα περιμένω

η έσχατη κραυγή να ακουστεί

και θα ‘ναι η δική μου, όχι του κόσμου.

αρχείο λήψης (3)

[Με τον μονόλογο της Νεκροκεφαλής ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος -primo movimento το λέει ο Στέφανο Μπένι- του ¨Μπλουζ σε 16¨.  Όπως είδατε, γοητεύτηκα, κόλλησα και μετέφρασα περισσότερους μονόλογους από όσους είχα προαναγγείλει. Υπάρχει ωστόσο άλλο τόσο ¨μπλουζ¨, όπου οι ήρωες ξαναμονολογούν. Ίσως τους δούμε μαζί στο προσεχές μέλλον. Τώρα λέω να επιστρέψω στους (παραμελημένους) ήρωες του ιστορικού μυθιστορήματος].

Κρανίο 1

Κρανίο2

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος επτά: Ο Κίλερ

Posted by vnottas στο 17 Μαρτίου, 2017

(Εδώ παρακάτω η μετάφραση-απόδοση του έβδομου μονόλογου από το ¨Μπλουζ σε 16¨του Στέφανου Μπένι)

images (74)

 

Ο ΚΙΛΕΡ

Η μυρουδιά από δέρμα

που αναδύεται

απ’ των αυτοκινήτων τα καθίσματα

κι από των όπλων τα θηκάρια

το ξαφνιασμένο τρόμαγμα στα μάτια

αυτών που με φοβούνται.

Μ’ αρέσει βιαστικός να προσπερνάω

όπως οι τίτλοι κι οι επιγραφές

στο κάτω μέρος της οθόνης

χωρίς τίποτα πριν και τίποτα μετά.

Δεν λέω, είναι καλύτερα στα φιλμ 

όταν τινάζονται όλα στον αέρα

το αίμα τρέχει και λαμποκοπά

γελάει ο κόσμος και χειροκροτεί

και οι κακοί ανασταίνονται

για να ξανασκοτώσουν.

Μα έχω εγώ υπομονή: μια μέρα

όλοι τους θα με σέβονται

όπως τον δήμιο που του παίρνουνε συνέντευξη

-απ’ τις πλάτες-

στην αίθουσα επισήμων του Ιδρύματος.

Κι η φάτσα μου θ’ απεικονίζεται

σε κάρτες που οι συλλέκτες θ’ ανταλλάσσουν

κι ύστερα θα κολλάν -με ικανοποίηση-

στο Άλμπουμ των Μεγάλων Δολοφόνων.

*

Μη με ρωτάς ποιος είμαι

με ξέρει η καρδιά σου

μη με ρωτάς τι ειν’ αυτό που σου πουλάω

θα ‘ρθει η μέρα που θα τ’ αγοράσεις.

Έχω χαράξει -τατουάζ- ένα κρανίο

που θα ‘ναι το πορτρέτο σου μια μέρα.

Ξέρω εγώ τι θα επιθυμούσες

και τα εγκλήματα που στ’ όνειρό σου βλέπεις.

Ξέρω εγώ τι εσκεμμένα κρύβεις

πίσω από το θολό σου βλέμμα

πίσω απ’ την θωρακισμένη πόρτα σου

πίσω απ’ το αιμοχαρές σκυλί σου

πίσω απ’ τις ξυλιές που δίνεις στα παιδιά σου.

Ξέρω τι θα ‘θελες να πεις

τη νύχτα στο τηλέφωνο.

*

Μη με ρωτάς γιατί γυαλίζω το ντουφέκι

εγώ άλλο δεν κάνω, παρά ακούω

όσα μου ψιθυρίζεις.

images (73)

Κίλερ 1

Κίλερ 2

 

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος έξι: Η πόλη (ως βιντεοπαιχνίδι)

Posted by vnottas στο 16 Μαρτίου, 2017

(Συνεχίζουμε την προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά των μονολόγων των ηρώων του ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι)

p24_7 copy

Η ΠΟΛΗ (ως ΑΙΘΟΥΣΑ ΒΙΝΤΕΟΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ)

Είδα το φως.

Εκεί όπου η πόλη σκύβει και προσεύχεται

και ύστερα γκρεμίζεται στον καταρράχτη

της άβυσσου που ‘χει τα μάτια μύγας.

Ονείρου οθόνες,

χρώματα νέα, που κανείς δεν είδε ως τα τώρα

τον cyber Kabuki γοητεύουν.

images (43).

Είδε ο γεροζωγράφος ο Yomiuri  

στην κορυφή ενός ουρανοξύστη

μία ροδακινιά

και απ’ αυτήν εσκάρωσε φανέλα

του NBA

κι ύστερα ένα παιχνίδι βίντεο σχεδίασε

που ‘χει να κάνει με το μέλλον

της οικουμένης σύμπασας.

images (47)

Ρέει το αίμα, τα τέρατα ψοφάνε.

Γυμνές δονούμενες γυναίκες

με δέρμα από πίξελ

μας σαγηνεύουν.

Εκεί ‘μαστε κι εμείς

μελλοντικό μουσείο από κερί

διαφωτισμένοι και νεκροί.

Πολεμιστές που μ’ ένα κέρμα παίρνουν μπρος

πωλούνται σε τιμή του σκοτωμού

σε δέσμες ανά δέκα.

Γυμνά κρανία, τρυπημένες μύτες  

φυλή που απ’ τις πολλές τις κατακτήσεις

έχει πεθάνει.

Χωρίς να υπολογίσεις

την έκφραση που έχουμε εμείς

καθώς την Queen Alien εκτελούμε

και την απόχρωση που παίρνουνε τα μάτια

-εκείνη τη στιγμή-

της Φλόγας της Συνθετικής.

images (45)

Raiden με λένε

τα όπλα  μου εκπέμπουν φως και θα σε προστατέψω.

Κι αυτόν που βλέπεις από ‘δω τον λεν’ Κρανίο

ή Νεκροκεφαλή

Έχει απ’ όλα κι όλα τα πουλάει.

Σκάφη που φτάσαν από χώρες μακρινές

με καπετάνιους κάτι πλούσιους, δικούς μας,

λίγο βαριεστημένους,

φέρανε κόκα άφθονη

για το Νεκρό Κεφάλι.

Είμαι ψάρι μικρό γεμάτο αγκάθια

περήφανα δηλώνω, είμαι φασίστας

αλλά και το αντίθετο

μία χαρά μου πάει.

Τσίνα το λένε το κορίτσι μου

πούτσες και παγωτά γι αυτήν κάνει το ίδιο.

Ενδυμιόνη θα τη φώναζα, αν το ήθελε.

Πάρ’ τηνα, παίξε την,

χρησιμοποίησέ την

δε σε ζαλίζει, είναι καλή,  μπόνους ζωής σου δίνει

μάζεψ’ το  απ’ το δέντρο και πιο μακριά θα φτάσεις.

κούνα το Joystick,

κέρδισε πόντους, χώρο,

πήγαινε ως την έσχατη την Πύλη

εκεί θα βρεις τον Μπος

ή μια φτηνή Νιρβάνα

ή απ’ το Kyoto ένα γκονγκ

ή χάρτινες κορδέλες

μ’ επιθυμίες πάνω τους γραμμένες

από εκείνες που συλλέγουν οι γκουρού

για του MTV τα βίντεο.

images (48)

Άναψε τώρα το Μαντείο

 και ρώτησέ το

για μια δεκάρα από ψεύτικο χρυσάφι

όλα θα σου τα πει για την Wall Street

μία χλωμή Κασσάνδρα

images (44)

Και από ‘δω, το τζάκι μας, εδώ η θαλπωρή μας

εδώ το φρέον καίγεται κι οι οπτικές οι ίνες

τελειώσανε τα αστέρια εδώ

κι οι απορροφητήρες.

Ρίξε μου, σπρώξε, χόρεψε, σκότωσε, κάν’ τον μάγκα

μάσα την τσίχλα, φίλα με,

σκότωσε τη βασίλισσα

και πρόσεξέ με, είμαι εδώ, ο ουρανός δεν είναι.

d2b5c15e2574ee4b7d8c6a1421b18abb30371f7d_hq

Είναι δεκατριών χρονών. Ιζότα τ’ όνομά της

να παντρευτεί ένα τέρας είναι το ριζικό της.

Σωσ’ την.

Μα τι μπορώ να κάνω, αφού είναι όλα τέρατα

και το παιχνίδι τα ξερνά, μυριάδες μεσ’ το δρόμο;

Εμπιστέψου με

Είμαι της Πύλης ο Φρουρός

Αγόρασέ την, δοκίμασέ τηνε, θα δεις, κάνει καλό

προέρχεται από τόσο μακριά

όσο κι οι εξωγήινοι.

Θυμίαμα για τον  Rimbaud, (τον ποιητή)

έκσταση για τον Ryu, (τον γιαπωνέζο manga)

εκατομμύρια πόντοι

τριγράμματο έχω όνομα, μα είναι και το πρώτο

(οι μάγισσες γελάσανε με τούτον το χρησμό μου).

Μάζεψα από χάμω

το νέο υπερόπλο

μα ο σφυγμός μου αδύναμος κι έφευγε η ζωή μου

και η ανάσα μου βαριά, σαν μπάρα αναλογική

Έπεσα κάτω, μα…

Καινούργιο κέρμα  στη σχισμή

και νά’σου π’ ανασταίνομαι

πολλές φορές εμείς εδώ μπορεί ν’ αναστηθούμε

εδώ είδα το αίμα μου

σταγόνα τη σταγόνα

στις φλέβες να επιστρέφει

εδώ εγώ είδα το φως, καθώς

ερεθισμένες έτρεμαν οι φλέβες του λαιμού μου.

Εγώ θα είμαι ο νικητής

εγώ θα σε γλιτώσω

για μένα άλλος τόπος δεν υπάρχει.

Κι έξω είναι νύχτα.

images (1)

Η πόλη 1

Πόλη 2

Πόλη 3

 

images (42)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος πέντε: Λίζα

Posted by vnottas στο 14 Μαρτίου, 2017

(Μονόλογοι από το ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι. Η απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα)

ΛΙΖΑ

Εγώ με τα μάτια κλειστά περπατώ

και ονειρεύομαι την ακροθαλασσιά

τι λένε οι άλλοι δεν ακούω

-αν για το σώμα μου μιλάνε 

ή για το πεπρωμένο που επίκειται.

Έχω εγώ πόδια μικρά να δραπετέψω  

κι έχω έναν κώλο που θαυμάζω

όπως η κυρά-αλεπού θαυμάζει την ουρά της

-με ματαιοδοξία.

Θα ‘θελα να με σέβονται, όπως εγώ

σέβομαι τη βελανιδιά του κήπου

που πίνει τις σταγόνες του αίματός μας

όταν κρύβει τον ήλιο

κι όταν την οροφή ενός ονείρου 

μεσ’ στο σκοτάδι υποδείχνει.

Γελάω εγώ και σβήνω το κραγιόν μου

και ύστερα το ξανα-ματα-βάζω

να πω γιατί, δε θα ‘ξερα.

Θα ‘θελα, εγώ, ν’ αλλάζω κάθε ώρα

-μα άστατη μη με πείτε.

Χρειάζομαι αέρα καθαρό, καπνό κι ομίχλη

να φεύγω και να μένω

ν’ ανασηκώνομαι ψηλά, μετά να πέφτω χάμω,

-τρελή να μη με πείτε.

*

Θέλω μια πόλη, εγώ, που να μην είναι

μόνο ταμπέλες φωτεινές

εγώ αγαπώ τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις

κι όχι ό, τι έρχεται μετά

τους σμπάρους, τις σειρήνες.

Εγώ ακούω των σκύλων τους κλαυθμούς

απ’ τη φωλιά τους.

Στ’ αρώματα δουλεύω εγώ, στα σαμπουάν

κι όμως αισθάνομαι τη βρώμα της ανάσας

των κροκοδείλων.

Εγώ κλαίω σκυφτή

μπρος στο βωμό

του ραδιοφώνου ενός αυτοκινήτου

κλωτσάω εγώ και γρατζουνώ.

Εγώ δε θα ‘θελα ποτέ να γεννηθώ

και θα ‘θελα γριά να είμαι τώρα

όπως είναι φθαρμένο, γέρικο, σαθρό

ό, τι έμαθα ως τα τώρα απ’ τον κόσμο.

Θέλω στα μπράτσα σου να κοιμηθώ

και με τις ώρες να σ’ ακούω να μιλάς

για τον Γονιό σου

αλλά και να σ’ αφήσω μοναχό

κι η μηχανή να φλέγεται στη χαραγμένη άσφαλτο.

Θέλω

με το μικρό το δάχτυλο

το αίμα σου να γλύψω

και να σου τον ρουφήξω

και έπειτα ψυχρή σαν ντίβα σε ταινία

να τον δείξω

στις φίλες μου

και θα ‘θελα για μένανε να γράψεις

σ’ όλους τους τοίχους.

*

Ένα ψαλίδι έχωσα εγώ στο μπράτσο ενός τύπου

που πάνω μου σαλιάριζε

εγώ αιχμάλωτη στο δάσος

στα αποτρίχια των σκυλιών ανάμεσα

δαγκώνω κι υποφέρω.

Εγώ είμαι η βασίλισσα, η δούλα

εγώ δεν ξέρω απόψε που να πάω

ούτε και ξέρω, απόψε, στο σκοτάδι

πού θα σε βρω.

βββ

Λίζα

Λίζα2

Λίζα α3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος τέσσερα: Ο Γιος

Posted by vnottas στο 13 Μαρτίου, 2017

Απόδοση στα Ελληνικά του ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι.16

Ο ΓΙΟΣ

Σε είδα από την πόρτα της κουζίνας

είχες τον άσπρο αυχένα ενός γέρου

και είχε πάρει του κενού σου το σουλούπι

το πανωφόρι που στην είσοδο κρεμόταν.

Γύρω παλιές φωτογραφίες

κι ημερολόγια ετών που δεν υπάρχουν

-ναι, ζούμε μερικές φορές

σε χρόνια που ολότελα έχουν λήξει.

Σκυμμένος στο τραπέζι της κουζίνας

τα μπράτσα σου κλειστά και σταυρωμένα

σα να ‘θελες  την οικουμένη όλη

σφιχτά να την κρατήσεις να μη φύγει.

Μετρώντας τις σχισμές στο μουσαμά.

Ξεροκέφαλε

Πατέρα.

*

Θα ήθελα να μη μετρώ ορόφους

καθώς βυθίζεται αργά ο ανελκυστήρας

στα ισόγεια βάθη

αυτού του άσχημου κτιρίου

Ούτε να ανασαίνω μ’ ανακούφιση

καθώς αφήνω πίσω πια

αυτούς τους ξεφτισμένους τοίχους

Να ’μαι κοντά σου θα ‘θελα.

Μα δεν μπορώ.

*

Τα κύματα με παίρνουν και με πάνε

-έξω- σ’ ωκεανό κατάφωτο.

Εκεί όπου βροντάνε καταρρέοντας  

οι καταρράχτες

σε αίθουσες με βιντεοπαιχνίδια

πάλλονται κινητήρες, φτάνουνε αχοί από μακριά

Japan Redondo Seattle

λάμψεις, αστέρια, μπόνους, νέα όπλα,

σενάρια Mortal Kombat

όπως δεν έχεις δει ποτέ, ούτε στα όνειρά σου.

*

Το βλέμμα της

έρχεται και μ’ αρπάζει

μέσα απ’ αρώματα και διαφημίσεις ψεύτρες.

Η αντανάκλασή της στην βιτρίνα

τα χέρια της καθώς κινούνται

φτιάχνοντας τα πακέτα

να συσκευάζουν λακ για εύθυμους φασίστες

για τα δαιμόνια τζελ,

σπρέι για τις νεράιδες

και μυρωδιές που έρχονται από ‘κεί όπου γιορτάζουν

βαλσαμωμένοι πεζοναύτες

Μπάρμπι σε αποσύνθεση

αρτίστες τους κακούς που προσποιούνται 

τενόροι που το παίζουν ευεργέτες

σε μία πολυθρόνα πεθαμένοι

εδώ κι αιώνες

στου Motel Bates

το τελευταίο πάνω πάτωμα.

*

Όμως αποτελούμε, εγώ κι εκείνη

σύννεφο δίδυμο

κι αχτύπητο της κίνησης ζευγάρι.

Κάτω από ήλιο κίτρινο, φτιαγμένο από νέον

που κατακαίει τους δρόμους.

Εκεί όπου ο έμπορας αρέσκεται 

να σε φωνάζει ¨αδελφό¨

χάπια, αμφεταμίνες, πρόζακ, ξίφη,

εκεί δίνω τις μάχες μου εγώ και τραγουδώ

μπορείς πατέρα να μ’ ακούσεις;

*

Εσύ που με προστάτεψες βρυχώμενος

όταν πρωτοφοβήθηκα το θάνατο

και δίπλα μου ξαγρύπνησες στον πυρετό μου.

Εσύ που έξω απ’ το σχολείο δίσταζες

να μπεις μέσα μαζί μου ή όχι

κι από του φράχτη τις τσουκνίδες μ’ έβλεπες

να παίζω μπάλα

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης.

Εσύ π’ ακόμη ψάχνεις για ψωμί και γάλα

γέρος, χωρίς δουλειά

σκυφτός, τραυματισμένος, ακτήμονας, ατζέκος

πώς θα μπορέσω να σου πω ότι μεθάω

μ’ αυτό που ίσως εσένα σε σκοτώνει

την πόλη και τα ερπετά της

τον γίγαντα του Φεγγαριού που απόψε

θα κάψει όλες τις στέγες

και λέει, αύριο θα την δεις την πιο ωραία

εκείνη που την ομορφιά της περιφέρει

σαν κάτι που το λαχταράς,

σαν ένα όνομα,

σαν κάτι τι

που είναι αναγκαίο.

***

2850-old_toys_590_b

Γιος 1

Γιος βββ2

Γιος γ3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος τρία: Η μητέρα

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2017

Εδώ παρακάτω, η απόπειρα απόδοσης στα ελληνικά του τρίτου μονόλογου από το ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι. Εδώ μιλάει η Μάνα και απευθύνεται σε μας τους άλλους και στον Πατέρα.

ceaccf84ceb9cf84cebbcebf2

Η ΜΗΤΕΡΑ

Εκεί που τώρα ζω

μοιάζει με αμμουδιά ερημωμένη

μ’ αμμόλοφους και μ’ άγρια χορτάρια

ορίζοντα τα κύματα δεν έχουν

κι αλλάζουν ολοένα φως και χρώμα

όπως υπαγορεύουνε τα νέφη.

Δεν έχουμε, εμείς οι πεθαμένοι

ούτε σκοτάδι μήτε φως μηδέ Ημέρες

*

Συχνά μπορώ από ‘δω να σας διακρίνω

πέρα, απ’ της θάλασσας την άλλη όχθη

προσμένω μια σκιά, μία φωνή

τις φράσεις και τα γράμματά σας

τα κατασκοπεύω

και σαν ένα κερί ή ένας γάτος

με ένα φύσημα σας δείχνω την αράδα

που λέει για μένα.

*

Αλλά εδώ είναι ο τόπος μου ο νέος

και δεν μου επιτρέπεται ένα νεύμα

να σας γιατρέψω.

Μόνο κείνο το φύσημα

τ’ ανάλαφρο

σαν μια φωνή ερωτευμένη

σαν ένα κάλεσμα πίσω απ’ τον τοίχο

ή πέρα από το φράχτη με τα ρόδα

ενός πουλιού μυστήριο τραγούδι.

*

Περίμενα έξω απ’ το μπαρ

δε μ’ είδες

με δύναμη και με οργή μιλούσες

γι αγώνες και για δίκιο.

Με είδες και μου γέλασες

Άργησα, δεν κατάλαβαν  μου είπες.

Δεν πειράζει.

Στο λόφο πήγαινέ με ν’ ανασάνω.

Να πηδηχτούμε.

Να δούμε από ψηλά

τον τόπο της ζωής μας.

*

Κει κάτω, σταυρωμένος στην κουζίνα

είσαι ακόμη όπως σ’ αγαπούσα

αήττητος, περήφανος, δικός μου

ν’ ακούσεις δε μπορείς, μα στο φωνάζω.

16

*

LA MADRE

μάναα1

Μάνα α2

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος δύο: Ο Πατέρας

Posted by vnottas στο 10 Μαρτίου, 2017

(Από το ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ του Στέφανου Μπένι. Πρώτη κίνηση. Η απόδοση του δεύτερου μονόλογου)

16

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Έτσι στέκομαι εγώ: εσταυρωμένος

πάνω σ’ απόγευμα καθημερνό

όρθιος μπροστά στην άβυσσο

του τραπεζιού της κουζίνας με τ’ άπλυτα πιάτα

-έχουν κι αυτά δροσοσταλίδες-

να σκέφτομαι πως άλλο πια δεν πάει

ορθός να στέκω απέναντι στον άνεμο του πόνου

*

Τραγούδησέ μου το ζεστό τίναγμα του οξέως

τον μόλυβδο στους πνεύμονες

το λιγδερό γαλάκτωμα  που ρέει απ’ το ταβάνι

τον βρόντο, τη θερμότητα που ‘ρχεται απ’ τις πρέσες

τραγούδα μου το Κόκκινο,

του Αδέκαστου το Πράσινο

σακατεμένους σύντροφους

ομάδα περιφρούρησης στο χιόνι

και τις γροθιές που φάγαμε και δώσαμε

τραγούδα μου το φάκελο που γράφει

πως απ’ αυτό είσαι ελεύθερος

και πως για αυτό είσαι γέρος.

*

Τραγούδα μου τις μέρες

χωρίς αρχή, χωρίς σκοπό

και πες μου ποιο είναι τ’ Όνομα

που πρέπει να επικαλεστώ;

Έτυχε άραγε ο Θεός να μπει σε σουπερμάρκετ;

να ‘χει τα μάτια χαμηλά και κέρματα στη τσέπη

να ψάχνει γάλα -το φτηνό-

για τον μοναδικό του γιο, τον πεινασμένο;

Ξέρει ο Θεός το ντοματάκι σε κονσέρβα πόσο κάνει;

Έμεινε άραγε άνεργος για χρόνια;

Ξέρει ο Θεός τα κέρματα στη τσέπη να μετράει

σα να ξανάγινε παιδί;

Όχι αυτό δεν το επιτρέπει ο Θεός,

το θέλει μόνο

μέσα στην Ιερή την Κούρασή του.

*

Έτσι τον συναντάμε επιτέλους τον Πατέρα

στο πέρασμα με το ετοιμοθάνατο χαμόγελο

που ‘ χει στο στόμα το κορίτσι του ταμείου 

ύστερα από δεκάωρη εργασία.

Πένθιμα φώτα από νέον, στην ουρά,

διαλέγοντας απορρυπαντικά, να πλύνει στον Αιώνα

αυτά που θα λερώσουμε και θα ξαναφορέσουμε

νύφης φορέματα,  στολές  δολοφόνων

τα παλαιά πουκάμισα, τα ένδοξα μανικέτια

και μια φανέλα αθλητική, πράσινη, της θαλάσσης.

Αμίλητος με κοίταζε ο γιος μου

τη μακρινή εκείνη μέρα

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης

για τον πατέρα του περήφανος.

Τον ίδιο τον πατέρα του που τώρα

θέλει ο Θεός να σέρνεται

στου σουπερμάρκετ την ουρά

δίπλα στους γέρους με τα χαρτιά υγείας

και παραδίπλα, μια κυρία, ανήσυχη, ν’ ακούει το σκυλάκι

που δέσμιο σ’ ένα στύλο κλαψουρίζει

-υιός βουβός και ευσεβής που πάντα ίδιος μένει.

Ανάμεσα σε νέους που φιλιούνται

και ξεβουλώνουν μπύρες

και μία άλλη, αναποφάσιστη, κυρία

που έχει πολύ κρέας στο καρότσι  :

φαρμακερές γελάδες / κοτόπουλα απ’ τους πόλους / κόκαλα βροντοσαύρου.

*

Εγώ,

που το στερνό κουδούνισμα γνωρίζω του ταμείου

καθώς το βράδυ πέφτει χάφτοντας πεπρωμένα

Σου αγόρασα το γάλα που ξέρω πως σ’ αρέσει

μια πλάκα σοκολάτα μ’ ένα δωράκι μέσα

made in China.

Για τα τσιγάρα, κέρματα δεν περισσέψαν

μα δεν πειράζει λέω, δεν πειράζει.

*

Κι ενώ  ο Θεός κοιμάται πάνω σε νέφη μολυσμένα

κι ενώ στο έρμο γήπεδο μια μπάλα αναπηδάει

σελήνη μόνη και ηχηρή, φτιαγμένη από κουρέλια,

στου σουπερμάρκετ την αυλή ξεχύνεται ένα βόδι

σε εφιάλτη είδε ότι το σφάζουν

κι ο φόβος που το τυραννά, είναι που με ξυπνάει.

1

IL PADRE

Π12

Π2

Πας1

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει

Posted by vnottas στο 8 Μαρτίου, 2017

Δεκαετία του ’80. Νύχτα. Ένας πατέρας, άνεργος εργάτης, νιώθει κακό προαίσθημα και παίρνει τους δρόμους. Καταλήγει σε μια αίθουσα βιντεοπαιχνιδιών την ώρα που γίνεται ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σ’ έναν μπράβο-κίλερ και μια ομάδα μικροκακοποιών. Ο κίλερ πυροβολεί στα στραβά και ο πατέρας, που μπαίνει ανάμεσα για να προφυλάξει το γιό του, πεθαίνει.

Ο Στέφανο Μπένι (κατά την γνώμη μου ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς της γειτονικής Ιταλίας) διαβάζει στις εφημερίδες τη (μικρή) είδηση για το επεισόδιο, εμπνέεται και αποφασίζει να το καταγράψει σε στίχους. Προκύπτει έτσι το Μπλουζ σε Δεκάξι (στροφές).

*

Χτες το βράδυ δεν κλείναν τα μάτια μου. Παίρνω ένα βιβλίο (Η καθημερινή ζωή στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια) από εκείνα που έχω σωρεύσει για την τεκμηρίωση του (γνωστού στους επισκέπτες του Ιστολογοφόρου) ιστορικού μυθιστορήματος και προσπαθώ να το διαβάσω (αποκοιμιστικά), αλλά δε τα καταφέρνω γιατί (δε ξέρω αν φταίει η συγγραφέας ή η μετάφραση, μάλλον και τα δύο) είναι τόσο κακογραμμένο που μου ανεβάζει την αδρεναλίνη.

Σηκώνομαι και ψάχνω κάτι άλλο. Βρίσκω το μικρό τευχάκι με το ¨Μπλούζ¨. Το έχω φέρει επιστρέφοντας από την Ιταλία, δε θυμάμαι πότε, αλλά έχει τρυπώσει ανάμεσα σε άλλα ευτραφέστερα βιβλία και μου έχει διαφύγει.

Αρχίζω να το διαβάζω και κολλάω. Ο Μπένι γράφει ποίηση χωρίς μεγαλόσχημες λέξεις. Ποίηση συναρπαστική και (μου φαίνεται) μεταφράσιμη. Λέω να αποπειραθώ την απόδοση στα ελληνικά καναδυό στροφών. Ξενυχτάω χωρίς παράπονα και γκρίνιες.

Το Μπλούζ έχει οκτώ χαρακτήρες που μονολογούν δυο φορές ο καθένας: ο τυφλός Μάντης, ο Πατέρας, η Μάνα, ο Γιος, η Λίζα, η Πόλη (αίθουσα βιντεοπαιχνιδιών), ο Κίλερ και η Νεκροκεφαλή.

16

(Πρώτη κίνηση)

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΑΝΤΗΣ

Δε ξέρω με ποιο θαύμα και με ποιο σχέδιο βάση 

κλαδί – κλαδί το δέντρο μεγαλώνει

παίρνοντας ουρανό

ούτε ξέρω γιατί

τα παιδικά μου μάτια σας κοιτάζουν τώρα

μέσα από το πρόσωπο ενός γέρου.

Ίσως να ξέρω πότε ο κόσμος θα τελειώσει

και πότε ήταν ο παλμός του ο πρώτος.

Μα δε γνωρίζω

τον Γιό με τον Πατέρα τι ενώνει,

και τι τον Γιό με το Κορίτσι

των Αρωμάτων

και τι εκείνη με το Δολοφόνο,

με τη Νεκροκεφαλή

και με τον Raiden τον Φωτεινό

και τι μετέωρους στο σύρμα τους κρατάει όλους

ανάμεσα στην πρώτη και την τελευταία μέρα

ετούτης της πολύτιμης ζωής τους.

*

Μπορώ να ξέρω πότε θα πεθάνω:

θα ’ναι μία μέρα σαν όλες τις άλλες,

αλλά γιατί να νιώθω τέτοια λύπη

για κάθε αλλουνού το τέλος, δεν το ξέρω.

Γιατί -δεν ξέρω- ένα παιδάκι σα κι εμένα

στα δέντρα της αυλής χαρίζει ονόματα

και με φανταστικούς μιλάει φίλους

ενώ στρατιές ολόκληρες κινάνε

και τους νεκρούς φασκιώνουν με σεντόνια.

Αυτό δεν το γνωρίζω και ματώνω.

*

Εγώ δεν είναι πως την πόλη τη φοβάμαι

ούτε τις χίλιες δυο φωνές της,

γιατί έχω μάθει ανάμεσα τους να διακρίνω

εκείνη που φωνάζει τ’ όνομά μου.

Εγώ τα μάτια δε μπορώ να κλείνω

για νά ‘ρθουν οι ιστορίες μοναχές τους

να μ’ ανταμώσουν σαν αρώματα του κήπου

ή όπως του δέντρου το κλωνάρι

από μακριά τραβάει πίσωθέ του το ποτάμι.

Βάτραχοι, γρύλοι, και καπνοί από καμινάδες

μαζί με παλιοσίδερα βρεγμένα απ’ το φεγγάρι

πλήθη που φίσκα γέμισαν τους δρόμους

κι έπειτα κοιμηθήκαν μοναχά τους

τυφλότητα που τα όνειρα ανάβει

ανυπεράσπιστη η καρδιά, το μυστικό ανθίζει.

*

Εγώ που νέους νόμους δεν γυρεύω

που, όμως, την ψυχή μου την ακούω.

Εγώ βλέπω

-έναν άντρα, έτοιμος καθώς είναι να σκοτώσει,

-έναν που ψάχνει για δουλειά,

-έναν ερωτευμένο, 

-ένα κορίτσι αγέρωχο

-μια μαριονέτα από φως πάνω σε μια οθόνη 

-κι απάνω σ’ ένα μπράτσο χαραγμένη

μια νεκροκεφαλή,

-και, ακόμη, μια γυναίκα

στην όχθη μίας θάλασσας,

διάφανης τόσο, που κανείς

στα ίσια να κοιτάξει δεν αντέχει.

*

Εγώ, τυφλός και γέρος, βλέπω

τα πεπρωμένα γύρω να σαλεύουν

κι αισθάνομαι σα φύλλο  π’ αιωρείται

καθώς το σύμπαν ένα-ένα καταρρέει

μέσ’ στο τρεμάμενό μου το ποτήρι.

Γρήγορα τρέξε ω μικρό μου χέρι

των ημερών τράβηξε την αυλαία

ως τη σκηνή όπου εγώ δεν βλέπω

κι όπου εμένα με θωρούν οι άλλοι όλοι.

*

Έρωτα που στο στόμα μέσα έχεις

πικρό σημάδι πάλης

προλέγω εγώ πως η ελπίδα αγγίζει

ζωές που πάλι πάλλονται 

δονούνται, ξαναζούνε,

όπως το ψάρι που ξανά

στη θάλασσα επιστρέφει.

***

Μπένι α 1

Μπένι α 2

Μπένι β 2

STEFANO-BENNI

 

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δέκατο τρίτο. Η Μυώπη αναφέρει…

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2016

image002

Μέρος Δ. Κεφάλαιο 13.

 Λίγο νωρίτερα, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, στο κέντρο της Περσέπολης…

Η Μυώπη, σείοντας ανιχνευτικά την βακτηρία προσπαθεί να επιταχύνει το βήμα της, ενώ παράλληλα φροντίζει να μένει στην άκρη, μακριά από το κέντρο της οδού, όπου θα κινδύνευε να παρασυρθεί από τους ιππείς και τα διερχόμενα οχήματα. Που και που ακούει να την χαιρετούν και απαντά με τη γλυκιά καμπανιστή φωνή της προς την κατεύθυνση του χαιρετισμού. Που και που επίσης, ακούει κάποια σχόλια θαυμασμού που της προκαλούν ένα χαμόγελο ικανοποίησης και θλίψης μαζί.  

Η Μυώπη είναι μια όμορφη σχεδόν τυφλή νεαρή γυναίκα η οποία ανήκει πλέον στην υπηρεσία της Θαίδας της Αθηναίας και που, πιο μπροστά, ήταν μία από τους ταλαιπωρημένους και σακατεμένους ¨Ερετριείς¨, αυτούς που είχαν εμφανιστεί σχεδόν από το πουθενά πριν η στρατιά μπει στην Περσέπολη. Είχαν ισχυριστεί ότι είναι απόγονοι των Ελλήνων από την Ερέτρια, οι οποίοι είχαν αιχμαλωτισθεί από τον Ξέρξη και είχαν μεταφερθεί  στην Περσία, εδώ και κάμποσες γενιές, για να χρησιμέψουν ως εξειδικευμένοι δούλοι, κυρίως σε οικοδομικές εργασίες[1]. Ο Αλέξανδρος συγκινήθηκε από τα βάσανα της διαβίωσής τους στην Περσία που του αφηγήθηκαν και αφού τους χορήγησε δώρα, επέτρεψε σε όσους το επιθυμούσαν και το άντεχαν να ενταχτούν στους συνακολουθούντες την εκστρατεία.    

Η Θαίδα είχε ενδιαφερθεί για την νεαρή και την είχε προσλάβει στην υπηρεσία της, χωρίς ακόμη να ξέρει ότι, πέρα από την λεπτή της ομορφιά, διέθετε ένα τουλάχιστον σημαντικό προσόν: Η Μυώπη διέθετε εξαιρετική ακοή. Και επιπλέον, εκτός από την Ιωνική, γνώριζε καλά τις γλώσσες της αυτοκρατορίας των Περσών και ήταν σε θέση να καταλάβει κάποιες τοπικές διαλέκτους. Όταν η Θαίδα πληροφορήθηκε για αυτές τις ικανότητες, φρόντισε να αξιοποιήσει την νεαρή με διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν που είχε αρχικά στο μυαλό της.

Έτσι, με την πρόφαση κάποιων εξειδικευμένων αγορών, η Μυώπη είτε μόνη είτε συνοδευμένη από άλλες ακολούθους της Θαίδας, περιδιαβαίνει καθημερινά το κέντρο της πόλης φροντίζοντας όχι τόσο να ψωνίζει, όσο να ακούει  και στη συνέχεια να μεταφέρει στην κυρία της, ό,τι το ενδιαφέρον, το ασυνήθιστο, το διασκεδαστικό ή ανησυχητικό πέφτει στην οξεία αντίληψή της.

image006

Σήμερα, όσα φτάνουν ως τα αφτιά της Μυώπης δηλώνουν ότι η μέρα είναι σίγουρα αλλιώτικη απ’ τις άλλες. Ακούει περισσότερα κάρα να σέρνονται στα πλακόστρωτα, περισσότερα άλογα να τριποδίζουν ανάμεσα στο πλήθος, και τους ανθρώπους να τρέχουν περισσότερο βιαστικά από τις άλλες μέρες. Μερικοί τραγουδούν εμβατήρια άσματα, άλλοι ποδοκροτούν χορεύοντας αυτοσχέδιους πολεμικούς χορούς και ξεφωνίζοντας πολεμικά συνθήματα, ενώ οι φωνές των πωλητών σκεπάζονται όλο και συχνότερα από τις συγχρονισμένες ιαχές των στρατιωτικών τμημάτων που διασταυρώνονται καθώς πορεύονται από τον ένα στρατιωτικό καταυλισμό στον άλλον.  

Η φασαρία δεν εκπλήττει τη Μυώπη. Ξέρει ήδη ότι αύριο κιόλας η εμπροσθοφυλακή ξεκινάει κι ότι εδώ στην Πόλη των Περσών θα γίνουν απόψε οι τελετές της αναχώρησης. Εκείνα που της φάνηκαν αξιοπερίεργα και την κάνουν τώρα να προσπαθεί να επιταχύνει το βήμα της προκειμένου να επιστρέψει στον γυναικωνίτη μια ώρα αρχύτερα, είναι τα θραύσματα μιας συζήτησης ειπωμένης στα ελληνικά. Περίεργα, ανακατεμένα ελληνικά: κάποιοι που μιλάνε τα αιολικά των μακεδόνων, αλλά με τον λαϊκό τρόπο των συνακολουθούντων και κάποιοι που μιλάνε τα ελληνικά που η ίδια γνωρίζει καλά: ιωνικά, αλλά με την κοφτή, μη μελωδική επιρροή της περσικής: τα ιωνικά των ¨Ερετριέων αιχμαλώτων¨.

Αλλά, τέτοια γλωσσικά μείγματα, καθώς και πολλά άλλα παραπλήσια, ακούει κανείς καθημερινά στις κατακτημένες πόλεις. Εκείνο που ανησυχεί την Μυώπη είναι το περιεχόμενο της συνομιλίας που έφτασε ως αυτήν από εκείνη την ομάδα από ακαθόριστες σκιές  στο βάθος της στοάς. Οι σκιές μιλούσαν σιγανά και συνωμοτικά. Και μιλούσαν για φωτιά… Για μεγάλη φωτιά που θα κάψει τα πάντα… Απόψε ή το πολύ αύριο!

Η Μυώπη μισοκλείνει τα βλέφαρα προσπαθώντας να δώσει περιγράμματα στη θολούρα που την περιβάλλει. Ευτυχώς, αυτός ο λευκός όγκος που διαγράφεται αμυδρά τώρα απέναντί της δε μπορεί παρά να είναι ο γυναικωνίτης. Σε λίγο θα μπορέσει να τα αναφέρει όλα αυτά στην κυρά Θαίδα.

image008

[1] Υπάρχει σχετική αναφορά στο πέμπτο κεφάλαιο του πρώτου μέρος του παρόντος αφηγήματος.

(Συνεχίζεται… Στο επόμενο: Η ερωτική εξομολόγηση του Εύελπι)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »