Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Νίκος Μοσχοβάκος’

Νίκος, τέσσερα ποιήματα

Posted by vnottas στο 19 Δεκέμβριος, 2015

(γράφει  ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

Στριμωγμένοι σε εξισώσεις και τετραγωνικές ρίζες

που μόλις είχαν χαραχτεί με κιμωλία

στον πίνακα της τρίτης Γυμνασίου

οι αριθμοί άρχισαν να διαπληκτίζονται.

Η επιθετική διάθεση του τρία

απέναντι στο εφτά ήταν εμφανής

αλλά το πέντε ουδόλως συμφωνούσε

και το ψιθύρισε στο εννέα.

Μετά μπήκε στη μέση το δύο

και είπε τη γνώμη του

βρίσκοντας ανταπόκριση από το οχτώ.

Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε το ένα

 που μέσα σ’ απόλυτη ησυχία

αφού κανείς δεν το αμφισβητούσε

τονίζοντας μια μια τις συλλαβές

τους είπε χωρίς να δέχεται αντίλογο:

καλά τι αμετροέπεια είναι αυτή

λησμονήσατε ότι όλοι μας

προερχόμαστε εκ του μηδενός;

Τότε ακριβώς ήταν που ο  μαθηματικός

είπε στον καλύτερο της τάξης

καθάρισε παιδί μου τον πίνακα

τώρα θα συνεχίσουμε με γεωμετρία.

images (14)

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Μια Δευτέρα του 1946

πρωταπριλιά ήταν

έλαβα θέση κι εγώ

στην αφετηρία εκκίνησης

της λύσης του αινίγματος.

Πέρασαν τα χρόνια

κι ακόμη πορεύομαι αμήχανος

γεμάτος απορίες

καθώς οι ανισόπεδες διαβάσεις

δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο

το περίπλοκο εγχείρημα.

Ξέρω μόνο πως αποφασίζουν άλλοι

για την τύχη μου

ίσως κι εγώ για κάποιους απ’ αυτούς.

Γνωρίζω ακόμα πως ο καθένας

τελικά είναι ακριβός και μόνος.

Τέλος έμαθα πως τα μυστικά

δεν κρύβονται στους ίσκιους

αλλά συνήθως στο ξετσίπωτο φως.

Γεννήθηκα εδώ

στα χαλάσματα που γράφω τώρα

και ταλανίζομαι από το μύθο

της αιώνιας αλήθειας.

Τα βυσσινί μάτια της βουκαμβίλιας

του κήπου μου

γεμάτα από ήλιο

απλώς μου επιβεβαιώνουν

καθώς λιγοστεύει ο χρόνος μου

πως το αίνιγμα του κόσμου

είναι αξεδιάλυτο

γι αυτό συναρπαστικό κι ωραίο

όπως ακριβώς της πρωταπριλιάς του 1946

που πήρα θέση στη γραμμή εκκίνησης.

βουκαμβίλια-φωτογραφία

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΛΠΙΔΑ

Η τελευταία σου ελπίδα ειν’ ο λόγος

μου είπε η γριά Σειρήνα

κι εγώ σκέφτηκα ψύχραιμος:

εν αρχή ην ο λόγος

έχει δίκιο.

Αργότερα όμως άλλαξε γνώμη

η τελευταία σου ελπίδα ειν’ η θυσία

μου ψιθύρισε τραγουδιστά

κι εγώ φοβισμένος αναλογίστηκα:

θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης

ίσως να γνωρίζει.

Όμως αυτή συνέχισε ατάραχη

να μεταβάλει άποψη:

η τελευταία σου ελπίδα ειν’ ο θάνατος

κάγχασε μέσα στον ύπνο μου

φιλοσοφία μελέτη θανάτου εστί

μου  ‘ρθε στο νου

και προφασιζόμενος

ότι δεν αντέχω την μελέτη

την στραγγάλισα.

images (16)

ΕΠΑΝΟΔΟΣ

Τώρα που βρήκε τις λέξεις

δεν ήθελε με τίποτα να τις χάσει

τις συγκράτησε λοιπόν πάση θυσία.

Όμως τι απογοήτευση δοκίμασε

όταν έφτασε η ώρα να τις χρησιμοποιήσει

και διαπίστωσε με έκπληξη

ότι  μ’ αυτές τίποτα

δεν μπορούσε πια να πει

αφού ήταν τελείως ακατοίκητες.

Αυτά που εννοούσαν είχαν προ πολλού μετακομίσει.

Έτσι ξαναγύρισε στη σιωπή.

IMγG_1890

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η τρυφερή Μελίσσα

Posted by vnottas στο 8 Νοέμβριος, 2015

 Ο Νίκος «κεντάει» πάνω στον καμβά των παιδικών αναμνήσεων…  

    71237014

     ΜΕΛΙΣΣΑ

 (γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Μελίσσα τη λέγανε.  Ήταν πολύ όμορφη κι είχε μια καλοσύνη ανεπιτήδευτη, πηγαία που δε την βρίσκεις εύκολα.  Το χρώμα της σκούρο μελί, τα μάτια της βαθύ καφέ, ας μη χαμογελούσε απέπνεε μιαν αισιοδοξία μέσα από τη σιγουριά της.  Μέρα τη μέρα με κατάκτησε σε τέτοιο βαθμό που αναζητούσα να τη συναντήσω για να αισθανθώ βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά.  Ήταν ο πρώτος μου έρωτας και να σκεφτεί κανείς ότι δεν είχα συμπληρώσει τα πέντε.  Όταν πήγαινα στο χώρο της, σηκωνόταν με πλησίαζε με επεξεργαζόταν με περιέργεια και συμπάθεια τέτοια που με γέμιζε ευφορία.  Της άρεσε πολύ να χαϊδεύω το θαυμάσιο τρίχωμά της και μου το ανταπέδιδε ακουμπώντας τη πελώρια μουσούδα της πάνω στα ξανθά αχτένιστα μαλλιά μου.  Ακράδαντα πιστεύω μέχρι σήμερα ότι δεν έχει υπάρξει άλλη τέτοια αγελάδα. 

Η σχέση που μ’έδενε με τη Μελίσσα εκτός από ψυχική κι αισθηματική αποτελούσε εγγύηση για μένα, μια κι ο παππούς μου πλάι της έβαζε τη Παγώνα, άλλη αγελάδα, που ήταν χαρακτήρας κακός, επιθετικός, μ’έναν αδικαιολόγητο κυκλοθυμισμό κι άκρως επικίνδυνη σε όποιον την πλησίαζε.  Όχι μόνο δεν την αγαπούσα την κοκκινοτρίχα αυτή, αλλά τη φοβόμουν και την έτρεμα.  Τρεις φορές που χρειάστηκε μεσολάβησε αποφασιστικά η Μελίσσα για να με προστατέψει, απομακρύνοντάς την.  Η αλήθεια είναι ότι φαινόταν να την υπολογίζει η Παγώνα γι αυτό όταν μ’έβλεπε κοντά στην αγαπημένη μου, δεν ασχολιόταν καθόλου μ’εμένα παρ’ότι το βλέμμα της έκρυβε πάντα μιαν αδιευκρίνιστη απειλή.

Πέρασαν έτσι περίπου τέσσερεις μήνες.  Η συντροφιά με τη Μελίσσα πρωί απόγευμα γέμιζε τις παιδικές μου ώρες.  Ένα ανοιξιάτικο ξημέρωμα πολύ νωρίς πριν προβάλλει ο ήλιος, ξύπνησα τρομαγμένος από δυνατά χτυπήματα που ακούστηκαν στην εξώπορτα.  Άγνωστες φωνές έφτασαν στ’αυτιά μου.  Άκουσα τον παππού να τους αποκρίνεται λέγοντας : «Ένα λεπτό να βάλω το παντελόνι μου και θα σας πάω να τις δείτε.»  Ύστερα ακολούθησε παύση για μερικά λεπτά.  Σε λίγο όμως άκουσα μια βραχνή φωνή, δε θα σβήσει ποτέ από το μυαλό μου η χροιά της, να λέει : «Δεν υπάρχει κανένα θέμα διαλέξαμε αυτή που είπαμε, αύριο το πρωί θα έρθουμε με τα χρήματα ο λόγος μας όπως ξέρεις είναι συμβόλαιο.»  Μετά τα βήματά τους απομακρύνθηκαν κι ο ήχος τους στο λιθόστρωτο καθώς αργόσβηνε, ήταν σαν εισαγωγή σε μουσικό μελαγχολικό κομμάτι.   Ένα προαίσθημα λύπης με κυρίευσε.  Η τρελή μου υποψία επιβεβαιώθηκε όταν ο παππούς μου πληροφόρησε την γιαγιά πως οι άγνωστοι απ’το διπλανό χωριό διάλεξαν ν’αγοράσουν τη Μελίσσα.  Μαχαιριά στο στέρνο μου έπεσε το νέο.

Ντύθηκα βιαστικά κι έτρεξα στο στάβλο.  Ανύποπτη η αγαπημένη με περιεργάστηκε με κάποια απροσδιόριστη θλίψη, έτσι μου φάνηκε.  Ενώ τη χάιδεψα ένιωσα ρίγος, μουρχόταν να κλάψω.  Ήταν η πρώτη μου φορά που βίωνα ένα χωρισμό.  Αυτή ήρθε από πάνω μου και με την ανάσα της να μοσχοβολάει βίκο κι αγριόχορτα δρόσιζε το κεφάλι μου.  Θυμάμαι καθαρά τη μέρα εκείνου του μακρινού Απριλίου.  Ο λαμπρός ήλιος ανέβαινε καλπάζοντας στον ουρανό, τα πουλιά τραγουδούσαν ασταμάτητα κι άπειρα ζωύφια πετούσαν ζουζουνίζοντας.  Βράδιασε γρήγορα, πολύ γρήγορα έτσι μου φάνηκε.  Δεν θυμάμαι αν έφαγα, πότε και πως κοιμήθηκα.  Μια μαυρίλα μόνο τύλιγε τη σκέψη μου. 

Όταν το φως της αυγής άρχισε να μπαίνει από τον φεγγίτη και να διαλύει το σκοτάδι στο δωμάτιο, σηκώθηκα από νωρίς κι έτρεξα στη Μελίσσα.  Οι τελευταίες μας στιγμές, σκεφτόμουν μοιρολατρικά.  Περίμενα μ’ένα κόμπο στο στήθος να δω τους ανυπόφορους μισητούς εχθρούς να καταφθάνουν.  Δεν άργησαν.  Ήταν πολύ κεφάτοι.  χαιρέτησαν τον παππού, του μέτρησαν πολλά χαρτονομίσματα λέγοντάς του ταυτόχρονα πως είχαν μεταβάλλει γνώμη.  «Λέμε ν’αγοράσουμε την άλλη την κόκκινη εάν δεν υπάρχει αντίρρηση», κατέληξαν.  Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά, μουρχόταν να φωνάξω ζήτωωω ! …  Ο παππούς  δεν αρνήθηκε και μετά από λίγο η Παγώνα καπιστρωμένη και δεμένη μ’ένα σκοινί που την άκρη του κρατούσε ο ένας από τους αγοραστές, έφευγε μαζί τους.  Με κοίταζε με το απλανές βλέμμα της σαν να μου ζητούσε συγνώμη.  Εγώ ήδη την είχα συγχωρήσει.  Έμεινα για λίγο σκεπτικός μέχρι που χάθηκε απ’το οπτικό μου πεδίο η Παγώνα με τους νέους ιδιοκτήτες της. 

Πολύ αργότερα έμαθα ότι οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν πως «Ους οι θεοί βούλονται σώζεσθαι και εξ αυτών ανασπώσι των βαράθρων.»  Αν το ήξερα τότε θα ταίριαζε απόλυτα με τα όσα έγιναν.  Έτσι απροσδόκητα ξαναβρέθηκα με τη Μελίσσα.  Οι μέρες χάντρες στο κομπολόι του χρόνου συνέχισαν να παρέρχονται η μια μετά την άλλη, η μια μετά την άλλη…

Ένα μεσημέρι θυμάμαι ότι μετά το φαγητό ο παππούς διάβαζε στη γιαγιά δυνατά και πολλές φορές συλλαβιστά μιαν εφημερίδα που τυχαία είχε πέσει στα χέρια του.  Τα λόγια δυσνόητα για μένα τότε, όμως έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου ανεξίτηλα.  «Τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας οδηγήθηκαν και οι δύο καταδικασθέντες στο Γουδί στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων και πριν την ανατολή του ήλιου εθανατώθησαν δια τυφεκισμού.»  Τι πα να πει εθανατώθησαν δια τυφεκισμού  ; τόλμησα να ρωτήσω.  Δεν πρόλαβα να πάρω απάντηση γιατί μπήκε η μαμά μου στη κάμαρα κι ανήγγειλε το νέο που είχε φτάσει στ’αυτιά της.  Την Παγώνα λέει την είχαν σφάξει και το κρέας της πουλήθηκε στα χωριά της περιοχής μέχρι την Αρεόπολη.   Ο παππούς άφησε να του πέσει η εφημερίδα και κάτι σαν να συλλογίστηκε.  Η γιαγιά που πάντα ήταν πιο ψύχραιμη σχολίασε με ρεαλιστική αυθάδεια, αυτός ήταν ο προορισμός της, όπως όλων των αγελάδων.  Εγώ ανατρίχιασα και ταυτόχρονα μούρθε στο μυαλό η Μελίσσα.  Κυριολεκτικά είχε γλιτώσει από του χάρου τα δόντια.  Κατά βάθος είχα συγκλονιστεί από την τύχη της δύστροπης Παγώνας και την σκεφτόμουν χωρίς να μούρχονται οι κακές στιγμές της.

firing-squad-execution

Μετά απ’όλα αυτά μπορώ να πως ότι έγινα ακόμα πιο τρυφερός με τη Μελίσσα.  Χωρίς νάχω συνειδητοποιήσει τι είναι ο θάνατος, ένιωθα ότι είναι κάτι αμετάκλητο, χωρίς επιστροφή.  Όλα γίνονταν κάτω από τη σκιά του σ’ένα οδυνηρό άγνωστο θαμπό τοπίο.  Αυτό μου δημιουργούσε μιαν αναστάτωση στο στήθος.  Η σκέψη μου ταραζότανε ασυνήθιστα όταν προσπαθούσα να φτάσω σε κάποιο ξέφωτο διέξοδο.  Δεν κατάφερνα όμως νάχω κάποιαν εξήγηση.

Στο μεταξύ μπήκαμε στο καλοκαίρι.  Αίθριες διαυγείς μέρες και νύκτες αστρογεμισμένες, με συνέπεια εναλλάσσονταν και διέγραφαν την τροχιά του διανυόμενου χρόνου.  Ένα πρωινό του Ιουλίου, όταν ξύπνησα η μαμά μου ανακοίνωσε ότι θα φεύγαμε γιατί ο πατέρας μου μας περίμενε στην Αθήνα.  Μ’έπλυνε, με χτένισε, μ’έντυσε με τα καλά μου και κατεβήκαμε στο Γερολιμένα για να πάρουμε το πλοίο για Πειραιά.  Επειδή διέκρινε πως στεναχωρήθηκα μου υποσχέθηκε κατηγορηματικά πως σύντομα θα επιστρέφαμε.  Εγώ πάντως με δάκρυα στα μάτια είχα αποχαιρετήσει τη Μελίσσα γιατί κατά βάθος κάτι μου έλεγε ότι δεν πρόκειται να την ξαναδώ.  Αλλά κι εκείνη κάτι είχε ψυχανεμιστεί αφού εκτός από την έκδηλη μελαγχολία στα μάτια της, μουγκανίστηκε, πράγμα που δεν το συνήθιζε, δυο φορές δυνατά και παραπονιάρικα. Σαν το πλοίο προσάραξε στο λιμάνι του Πειραιά είδα έκπληκτος για πρώτη φορά αυτοκίνητα να κινούνται πάνω κάτω στους δρόμους ενώ ένα βυτιοφόρο υδροφόρος του Δήμου κατάβρεχε για να μη σηκώνεται σκόνη.  Εγώ σκεφτόμουν εκείνη.  Α γιατί να μην την έχω κοντά μου ;  Να βλέπουμε μαζί όλα αυτά τα θαύματα. 

Σιγά σιγά μπήκα σ’ένα νέο τρόπο ζωής.  Έμαθα να παίζω με τα παιδιά της γειτονιάς, έκανα τους πρώτους μου φίλους, όμως ποτέ δεν σταμάτησα να συλλογίζομαι τη Μελίσσα.  Οι λιγοστές ελπίδες μου για επιστροφή στο χωριό εξανεμίστηκαν μάλλον ανώδυνα αφού οι νέες συνθήκες διαβίωσης μου αποκάλυψαν ένα νέο κόσμο ωραιοποιημένο ή μπορεί κι ωραίο.   Χωρίς να το επιδιώξω έμαθα μετά από λίγο καιρό ότι ο παππούς που στο μεταξύ αρρώστησε, πούλησε και τη Μελίσσα.  Δεν ρώτησα τι απέγινε, από φόβο μήπως η απάντηση ήταν κάτι που δεν ήθελα ν’ακούσω.   Ποια ήταν η τύχη της άραγε ;  Ναι ήμουν δειλός, δεν θέλησα ποτέ μου να μάθω.  Μερικές φορές όταν την σκεφτόμουνα, χωρίς να το καταλαβαίνω ερχόντουσαν τα λόγια της εφημερίδας που διάβαζε κάποτε ο παππούς :  «Τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας οδηγήθηκαν και οι δύο καταδικασθέντες στο Γουδί στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων και πριν την ανατολή του ήλιου εθανατώθησαν δια τυφεκισμού.» 

Στο μεταξύ είχα μάθει τι πα να πει εθανατώθησαν δια τυφεκισμού κι αναρωτιόμουν χωρίς νάμαι σίγουρος, ποιος τάχα είχε θανατωθεί η Μελίσσα ή εγώ ;  Μια γλυκιά πληγή μέσα μου, μου θύμιζε διαρκώς ότι το μόνο που δεν θανατώθηκε ήταν αυτό που είχα νιώσει για κείνη.  Και μου ήταν αρκετό για να ελπίζω και να πορεύομαι.

Ν.Μ.

images

Επί τη (βουκολική) ευκαιρία σας θυμίζω δύο προσαρμογές στα ελληνικά στίχων του Μπρασένς που σας είχα φτιάξει παλιότερα (Β.Ν.)  Έδώ  και εδώ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Γενέθλιο…

Posted by vnottas στο 21 Οκτώβριος, 2015

Αυτή τη φορά προσπάθησα να αποσιωπήσω αυτήν την (αμφισβητούμενη) επέτειο (έστω ως προσωρινή επικράτηση επί του πανδαμάτορος), αλλά  δεν απέφυγα να ακούσω τις σκέψεις μου όπως τις διατύπωσε ο Νίκος, αφιερώνοντάς μου τους παρακάτω στίχους…

γεν1

(επί του θέματος, ιδού και λίγος Μπρασένς όπως σας τον μετέφρασα παλιότερα εδώ )

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Συννεφιές…

Posted by vnottas στο 21 Οκτώβριος, 2015

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΙΑ

Synefia

Αγάπησα τα σύννεφα

τα κάθε είδους σύννεφα.

Τα μαύρα της καταιγίδας

τα ρόδινα της αυγής

τα διάφανα άλλοτε του έρωτα

κι άλλοτε της προδοσίας

τα πυκνά της επανάστασης

τα πορφυρά του ηλιοβασιλέματος

τα γκρίζα της γονιμότητας

τα μεταβαλλόμενα της ειρωνείας

τα μενεξελιά της θλίψης

παλαιοτέρων ποιητών

ακόμη κι αυτά

που κάποιες φορές παίζουν με το φεγγάρι

ιδίως την πανσέληνο.

Ναι τ’ αγάπησα

και μέτρησα πολλές φορές

τον χρόνο μου μ’ αυτά.

Όμως ποτέ μου δεν μπόρεσα

ν’ αντέξω την συννεφιά.

ce63af7e92fd0180d3beff4f8e3bbafc-300x293

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο Νίκος ταξίδεψε στην Καππαδοκία…

Posted by vnottas στο 13 Ιουνίου, 2015

kappadokia2

… και έγραψε

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

 

Απολιθωμένοι φαλλοί αναπεπταμένοι

με τη βάλανο ατάραχη βραχώδη

στραμμένοι προς τον ουρανό απεγνωσμένα

αναζητούν έστω μια προσποιητή

συνουσία με τ’άστρα.

*

Ελπίζουν στην ανθεκτικότητά τους

ή σε μια νέα ηφαιστειακή έκρηξη

που θα δημιουργήσει τη ρεματιά των αιδοίων

για να τραγουδήσουν αισιόδοξα στο μέλλον.

Στην αληθινή κοιλάδα του έρωτα.

ballons-cappadocia

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Αχ Θαΐδα!

Posted by vnottas στο 13 Μαΐου, 2015

Αχ Θαΐδα. Δεν είναι μόνο ότι γοητεύεις τους ομόχρονούς σου, δεν είναι μόνο που διεκδικείς πρωταγωνιστικό ρόλο στο υπό εκπόνηση (ιστορικό;) μου μυθιστόρημα, αλλά επιπροσθέτως κατακτάς  το Νικόλαο που δε θέλει πολύ για να σου αφιερώσει τους στίχους του.

Άκουσε ω Θαΐδα και απόλαυσε:

Μεριλιν

[Μοσχοβάκος έφη:]

 

ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΗ ΘΑΪΔΑ

 

Είσαι τόσο πολυδάπανη Θαΐδα

που δεν θ’  αντέξουν για πολύ

τα οικονομικά μου.

Ήδη πούλησα δυο δούλους που είχα

Και το κτήμα μου στο Φάληρο.

Δεν συζητώ για τα χρυσά τάλαντα

που ήταν κληρονομιά μου

αυτά μου τ’ απέσπασες στην αρχή.

Τι να πω όμως

των φιλιών σου η έξαψη

αξίζει να πτωχεύσω

εκατό φορές.

Ξέρω βέβαια Θαΐδα

πως τους πτωχούς τους απεχθάνεσαι

αλλά δεν έχω άλλο τρόπο

να βρίσκομαι κοντά σου.

Αυτές τις μέρες

θα πουλήσω και τ’ άλογό μου

την επιτύμβια πλάκα

του τάφου των γονέων μου

και τους πήλινους αμφορείς

με το κρασί και το λάδι.

Ο ξεπεσμός μου για σένα Θαΐδα

θα μου δώσει εξ άλλου την ευκαιρία

που τόσο αποζητώ

να σου φτιάξω ένα τραγούδι

που θα στάζει το πόνο

της αγάπης που νιώθω για σένα

αξεπέραστη Θαΐδα.

 

 marilyn

Εδώ η Μέριλιν φωτογραφημένη από τον Richard Avedon το 1958.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τρία ποιήματα του Νίκου

Posted by vnottas στο 20 Απρίλιος, 2015

        

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Αυτά τα πουλιά τ’ουρανού

δεν είμαστε εμείς

είναι πουλιά

που βγήκαν απ’το ζευγάρωμά μας

κι έχουν κάτι από μας

όμως δεν είμαστε εμείς.

Πετούν με φτερά ορθάνοιχτα

πορεύονται σ’άγνωστους τόπους

ψάχνοντας επίμονα

αυτό που δεν βρήκαμε εμείς.

Είναι ανύποπτα για τις δυσκολίες

γι αυτό η πτήση τους

είν’ελεύθερη

χωρίς του κίνδυνου την απειλή

όπως ακριβώς πριν από μας

άλλα πουλιά

είχαν περήφανα πετάξει

που πάλι όμως δεν είμαστε εμείς.

Ας κουρνιάσουμε λοιπόν

στην ανώφελη γνώση μας

κι ας αφήσουμε τα πουλιά να πετούν.

 

105180

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ

 

Σε μισώ μου λες οργισμένα

κι εγώ σε μισώ σκέφτομαι

μα δε τολμώ να στο φωνάξω.

Είμαστε υποχρεωμένοι λοιπόν

μέσα στους μίσους τη δίνη ν’αγκαλιαστούμε

και στης μοναξιάς την έρημο

να διαιωνίσουμε το είδος

που κάποια στιγμή αργότερα

θα μιλήσει υποκριτικά

για της αγάπης το θαύμα

και το ανθρώπινο μεγαλείο.

 

      ΤΟ ΘΑΥΜΑ

 

Με ζυμάρι τα σύννεφα

πλάθω αγγέλους

μα κανένας δεν έμεινε.

Όλοι τους βιάστηκαν

να γίνουν γαλάζιος ουρανός.

genius-of-art-1820

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Οι εκδρομείς των ωραίων καιρών

Posted by vnottas στο 30 Μαρτίου, 2015

     

αDSCN1749Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Η ΕΚΔΡΟΜΗ

 

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ ανατολικό μπαλκόνι

αφήνει την δραμουντάνα

να σκορπίζει την πανάκριβη στάχτη

του αποτρόπαιου χρόνου.

Με την κλεψύδρα προς το τέλος της

ακίνητα τα πράγματα της κάμαρας

υποδέχονται το διαφανές σούρουπο

ιστό σοφής αράχνης

που περιβάλλει μ’ένα μυστικόφερτο

σφάχτη τις αναπολήσεις.

Η εκδρομή τέλειωσε λοιπόν

και στην άδεια σκέψη του εκδρομέα

κυριαρχεί νόστος ανεξέλεγκτος

εκτός συναλλαγής και διαπραγμάτευσης.

Κενά τα σακίδια

κι οι υδρίες χωρίς νερό πια

αποτιμούν το κόστος μιας μέρας

μιας ζωής ακόμα

που σαν εκδρομή πέρασε.

Τα όποια συναισθήματα

είναι ήδη χωρίς σημασία

αφού όλα αργά αργά τάπνιξε

πυκνό αδιαπέραστο σκοτάδι.

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ανατολικό μπαλκόνι

εξακολουθεί ν’αδειάζει ανέκφραστη

από την πανάκριβη στάχτη του κάποτε.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Φτηνά ξενοδοχεία

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

 

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

 

Φτηνά ξενοδοχεία λίγης ώρας

πολυκαιρισμένα φθαρμένα σεντόνια

χαλασμένα πατζούρια που τρίζουν

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες ξεθωριασμένες πινακίδες

στην οδό Αθηνάς

στην Εγνατία κοντά στο Βαρδάρη

στο Σκαραμαγκά πλάι στην Ιερά Οδό

δέχονται πρόσκαιρους

ή πληρωμένους έρωτες

κρατώντας τα μυστικά

σε κρύα σιωπηλά κρεβάτια.

Των αυτοκινήτων η βουή

το ψιχάλισμα της βροχής

πάνω στα θαμπά τζάμια

άλλοτε της λιακάδας η αίγλη

συνοδεύουν ακατάπαυστα

ενοχές και παροδικές απολαύσεις

που έχουν ταυτότητα

μόνο της αμφιβολίας την πίκρα

καθώς σέρνεται αδίστακτη σαρανταποδαρούσα

στης μοναξιάς την υγρασία.

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες μισοσβησμένες πινακίδες

φτηνών ξενοδοχείων λίγης ώρας

μ’ένα μελαγχολικό μειδίαμα

παρακολουθούν σαρκαστικά

τ’οδυνηρό πέρασμα του χρόνου.

DAY-USE

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Τι παλιά ιστορία αυτοί οι ρεαλιστές, οι πραγματιστές, οι προσγειωμένοι/απόκοτοι του δελτίου των οκτώ!

Posted by vnottas στο 5 Σεπτεμβρίου, 2014

images (17)

ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΠΟΚΟΤΟΣ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΗΣ

 

Κατά βάθος φθονούσε τον Ιππία

αν και δημοσίως τον αποδοκίμαζε

βεβαίως απεχθανόταν τον Εφιάλτη

παρότι τον έβρισκε αρκετά ρεαλιστή

λάτρευε τους ενδοτικούς

κι υπερασπιζόταν με πάθος τους μηδίσαντες.

*

Αυτό δα έλειπε να έχουν δίκιο

οι ρομαντικοί αιθεροβάμονες

κι ο συρφετός της Εκκλησίας του Δήμου.

Ο ίδιος ήταν απόκοτος

πολλές φορές κυκλοθυμικός

και προσποιούταν τον αδέκαστο.

*

Ναι πάντοτε μοχθώ για το εφικτό έλεγε

και σιχαίνομαι τους αχρείους δημεγέρτες

όπως αποκαλούσε τους πολιτικούς του αντιπάλους.

*

Η αλήθεια είναι ότι καλά τάχε καταφέρει

μέχρι τώρα στη ζωή του

αφού είχε ταυτίσει το επάγγελμα με την ιδεολογία του.

tv3

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Εκσυγχρονιστικό

Posted by vnottas στο 30 Ιουλίου, 2014

¨Εκσυγχρονιστικό¨ το λέω εγώ. Ο Νίκος, ίσως πιο απαισιόδοξα, το τιτλοφορεί απλώς ¨Σύγχρονο¨.

        images (14)

Νίκος Μοσχοβάκος

ΣΥΓΧΡΟΝΟ

 

Ανέπαφο είχε μείνει το βιβλίο.

Αν και βρέθηκε να στολίζει

τριών γενιών βιβλιοθήκες

κανείς ποτέ του δεν το άνοιξε

ούτε από περιέργεια.

Έτσι βρέθηκε στην κατοχή

του νέου κληρονόμου

ανθρώπου με αγωγή της εποχής

και γενικά ευσυνείδητου.

Αφού το εξέτασε εξωτερικά

και τίναξε τη σκόνη

που έμεινε στα χέρια του

είπε στην αλλοδαπή καθαρίστρια

-Αυτό να πάει για ανακύκλωση !

*

images (15)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ούτε δρομέας είμαι ούτε άλτης

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2014

Ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου

σδ

Πυγολαμπίδες άναψαν στο βάθος

φωτίστηκε το διάσελο κι οι βράχοι

δείχνουν το μονοπάτι χωρίς λάθος

το είδανε οι Πέρσες κι απ’ τη ράχη

 

το όρος άρχισαν να κατεβαίνουν

Ζητώ τα ανταλλάγματα επί τόπου

της προδοσίας κι όσα μου συμβαίνουν

δεν τα χωράει το μυαλό τ’ ανθρώπου

 

Τύψεις και φίδια ζώνουν τη ζωή μου

και μα τω Δία νιώθω πικραμένος

μια και δε γνώριζα προηγουμένως

τον πλούτο δεν τον χόρτασε η ψύχη μου

 

Ούτε δρομέας είμαι ούτε άλτης

το όνομά μου θα σας μείνει: Εφιάλτης

images

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Γράφω για σας και για σένα

Posted by vnottas στο 18 Απρίλιος, 2012

Γράφω για όλους εσάς

που συναντηθήκαμε κάποτε στο λεωφορείο

ή κοιταχτήκαμε από το παράθυρο του αυτοκινήτου

όταν μας σταμάτησε το κόκκινο στο δρόμο.

Γράφω για όλους εσάς

που λησμόνησα τις φυσιογνωμίες σας

κι ας πορευτήκαμε μαζί σε διαδηλώσεις

κι ας πανηγυρίσαμε μαζί στο γήπεδο.

 

Η καταρρακτώδης στιγμιαία βροχή

αλλά κι η σιγανή, του χρόνου που πέρασε,

έσβησε με ευκολία τις λεπτομέρειες των εικόνων.

 

Γράφω ακόμα χωρίς να ξεχνώ εσένα

που για λίγο διασταυρωθήκαμε

το μακρινό εκείνο καλοκαιρινό απομεσήμερο

στην Τραφάλγκαρ Σκουέαρ

ανάμεσα στο πλήθος λευκών και μαύρων

και καθώς προσπεράσαμε

ίσα που πρόλαβα ν’ ακούσω

πως μίλαγες Ισπανικά στη διπλανή σου

κι αναρωτιόμουν από τότε αν ήσουν

από την Αλμερία ή τη Σεβίλλη.

Στο βάθος του χρόνου όμως αποφάσισα

ότι είχες κάτι από το Μπουένος Άιρες.

 

Γράφω λοιπόν και μέσα

στο αβέβαιο τοπίο του χρόνου

ανακαλώ στη μνήμη μου

χρώματα και χαραμάδες

απ’ όπου διακρίνω

όλους εσάς που υπήρξατε

η άγνωστη κοίτη του ποταμού της ζωής μου.

 

Είναι ένα ακόμη από τα πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου, Λάκωνα ποιητή, φίλου, κωδικοποιητή της ευαισθησίας της γενιάς μου.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | 2 Σχόλια »