Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Πουλχερίδιον’

Κύλικες και Δόρατα: Ο Επίλογος

Posted by vnottas στο 21 Αύγουστος, 2018

images (21)

Επίλογος ένα:  Καλλισθένης

Εκείνο το βράδυ έσταξε λίγο, αλλά τελικά δεν έβρεξε∙  ο ουρανός ωστόσο, έμεινε νεφελώδης και σκοτεινός∙

Η συντροφιά των ιππέων, ακολουθώντας στενά παράμερα σοκάκια, έφτασε κοντά στην κεντρική πλατεία των Βάκτρων, εκεί όπου διασταυρώνονται οι κύριοι δρόμοι για να καταλήξουν ύστερα ακτινωτά στις περιμετρικές πύλες των τειχών.  Πίσω τους, οι φλόγες, αφού ξεπετάχθηκαν απότομα φωτίζοντας ένα τμήμα του χαμηλού νυχτερινού θόλου, είχαν αρχίσει κάπως να καταλαγιάζουν. Προφανώς είχαν επέμβει οι φρουροί, καθώς και μερικοί από τους άνδρες των  περιπόλων που είδαν τη φωτιά να κοκκινίζει ξαφνικά τη βόρεια πλευρά της πόλης και έτρεξαν να βοηθήσουν στην κατάσβεση.  

Οι εφτά καβαλάρηδες (και το άλογο όπου είχαν φορτωθεί τα έγγραφα, καθώς και μερικά άλλα πράγματα του Καλλισθένη), απέφυγαν να διασχίσουν την πλατεία και σταμάτησαν για λίγο σε έναν μεγάλο δημόσιο Κήπο, έρημο αυτήν την ώρα. Ήθελαν να αποχαιρετίσουν τον Δάσκαλο που θα συνέχιζε προς τα γειτονικά βουνά συνοδευμένος από τον Ευρυμέδοντα και τον Κάνθαρο. Τον πρώτο γιατί, αν και κατάκοπος, ήξερε το δρόμο καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο και τον δεύτερο γιατί δήλωσε πως αισθάνεται άνετος και ξεκούραστος.

 Ξεπέζεψαν και αγκάλιασαν τον Καλλισθένη ένας ένας. Ο Χοντρόης υπέβαλε το σεβασμό και  τις ευχές του στο ιδιόρρυθμο γλωσσικό του ιδίωμα, ο Σωσίβιος ευχήθηκε στον Καλλισθένη να του πάνε από εδώ και μπρος όλα αίσια και συνέστησε στον Ευρυμέδοντα να αναπαυθεί καλά και να μην επιχειρήσει για δεύτερη φορά, άυπνος, την επιστροφή απ’ τον βουδιστικό ναό στα Βάκτρα.

Ύστερα ήρθε η σειρά του Οινοκράτη. Ο Καλλισθένης τον αγκάλιασε με φιλική οικειότητα και του είπε πως λυπάται που δεν πρόλαβαν να μιλήσουν για τις περιπέτειες του ταξιδιού στην Αθήνα. Ο Σικελός του απάντησε πως ελπίζει ότι θα τα πουν όλα και με λεπτομέρειες είτε στην Ασία είτε στην Ελλάδα, αλλά, σε κάθε περίπτωση, σύντομα.

Ο Εύελπις είναι τεντωμένος, αλλά και ευδιάθετος. Αγκαλιάζει τον Ολύνθιο τελευταίος. Θα ήθελε να τον συνοδέψει μέχρι το τέλος της διαδρομής, αλλά πρέπει να ενημερώσει άμεσα τον Ευμένη για όσα συνέβησαν απόψε. «Ευχαρίστησέ τον εκ μέρους μου». λέει ο Δάσκαλος. «Πες του πως η αλληλεγγύη του δεν με εξέπληξε. Ήξερα πως έχω έναν καλό φίλο. Ευχαρίστησε επίσης τη Θαίδα. Και τον Αριστοτέλη».

«Να είσαι ήσυχος Δάσκαλε, θα μεταφέρω τα μηνύματά σου», λέει ο Μεγαρέας. «Και τα κείμενά που μου έδωσες θα παραδοθούν στον Σταγειρίτη. Με μεγάλη μου χαρά θα του κοινοποιήσω πως ό, τι κι αν θα λένε οι φήμες, είσαι ζωντανός και ασφαλής».  

Μετά σκέφτεται κάτι ακόμη: «Ίσως θα είναι καλό, για λόγους ασφάλειας, εκεί που θα πας, να μη χρησιμοποιήσεις το πραγματικό σου όνομα, αλλά ούτε ένα παρανόμι όπως ο ¨Έλληνας¨ ή ο ¨Φιλόσοφος¨. Θα ήθελα πάντως να ξέρω τι όνομα θα διαλέξεις για να διευκολυνθώ όταν – ελπίζω όπου να ‘ναι- θα έρθω ξανά σε επαφή μαζί σου.  

Ο Καλλισθένης το σκέφτεται. «Ως τώρα ¨εξεστράτευσα¨ κι από δω και μπρος θα ήθελα να ¨οδεύω¨ ως περιηγητής. Ας φτιάξουμε λοιπόν μια καινούργια λέξη από αυτές τις δύο. Τι θα έλεγες για το ¨Ταξιδιώτης¨;

«Καλό μου φαίνεται», αποφάνθηκε ο Εύελπις.

img15

Επίλογος δύο: Εύελπις – Ευμένης

Ο Εύελπις επισκέφτηκε τον Ευμένη στο προσωπικό του κατάλυμα . Αν και ήταν προχωρημένη νύχτα, ο Καρδιανός τον περίμενε ξύπνιος και ανήσυχος. Όταν έμαθε πως ο Ολύνθιος φίλος και συνεργάτης του  αποδέχθηκε τελικά να φυγαδευτεί, η ένταση καταλάγιασε, οι ρυτίδες στο μέτωπό του έγιναν λιγότερο βαθιές και οι κινήσεις του πιο ήρεμες.

Ζήτησε να μάθει τις λεπτομέρειες. Ο Εύελπις του αφηγήθηκε τα γεγονότα  των τελευταίων ωρών και του εξήγησε πώς και γιατί ο Καλλισθένης θα μπορούσε από τώρα και στο εξής να θεωρείται νεκρός.

«Ακόμη καλύτερα έτσι!» αποφάνθηκε ο Ευμένης.  «Μην ανησυχείς», πρόσθεσε. «Εάν τα τεκμήρια που απόμειναν επί σκηνής είναι αυτά που μου περιγράφεις, δεν θα είναι δύσκολο ο μεν Καλλισθένης να θεωρηθεί ¨αυτόχειρας¨, ο δε επικεφαλής της φρουράς ¨εξαφανισμένος λιποτάκτης¨. Άλλωστε θα ζητήσω τη σχετική έρευνα να την αναλάβει η υπηρεσία μας. Ο φρούραρχος των Βάκτρων δε θα έχει αντίρρηση. Είναι μια παλιά καραβάνα του πεζικού και απ’ όσο τον ξέρω είναι κι αυτός απ’ εκείνους που δεν τους αρέσει να ανακατεύονται σε υποθέσεις με ¨πολιτική¨ διάσταση.

Θα βγάλουμε μια σύντομη ανακοίνωση που θα μιλάει για ¨έρευνα που διεξάγεται σχετικά με την αυτοκτονία του Ολύνθιου¨. Κάνει μια σύντομη παύση και σκέφτεται μεγαλόφωνα: «Και όπως είναι προβλέψιμο, στα παρασκήνια θα κυκλοφορήσουν διάφορες εκδοχές που μάλλον θα μπερδέψουν τους ιστορικούς του μέλλοντος.  Εμείς δεν θα επιμείνουμε. Θα τους αφήσουμε να υποστηρίξουν ό, τι προτιμούν».

«Και στον Αλέξανδρο τι θα πεις;»

«Στην ουσία την αλήθεια, αλλά με τον τρόπο που θα κρίνω πως πρέπει να την ακούσει».

«Δηλαδή

«Ο Αλέξανδρος επιστρέφει αύριο. Το μυαλό του θα είναι επικεντρωμένο στην εκστρατεία. Θα θέλει πριν από όλα να μάθει αν η επιμελητεία είναι έτοιμη να στηρίξει την νέα εξόρμηση. Ωστόσο είμαι σίγουρος πως  θα ενδιαφερθεί να μάθει και εάν ο Καλλισθένης ομολόγησε τη συμμετοχή του στην απόπειρα δολοφονίας. Θα μιλήσω μαζί του και θα του πω πως, από ό, τι όλα δείχνουν, ο Ολύνθιος αυτοκτόνησε αυτοπυρπολούμενος χωρίς να ομολογήσει καμία συμμετοχή. Εάν αντιδράσει όπως στην περίπτωση του Κλείτου του Μέλανα, θα τον παρηγορήσω, όπως έκανε τότε και ο Καλλισθένης. Εάν χαρεί γιατί θα θεωρήσει πως έχει έναν εχθρό λιγότερο, θα του πω και πάλι αυτά που του έλεγε ο Ολύνθιος. Με δύο λόγια: επικίνδυνοι δεν είναι αυτοί που του λένε τις σκληρές αλήθειες, αλλά αυτοί που τον κολακεύουν, ό, τι κι αν κάνει».

Μετά με κοίταξε προσεκτικά  

«Εσύ τώρα, πες μου, τι σκέφτεσαι…;»

«Όπως σου είπα, ο Καλλισθένης μου άφησε ορισμένα κείμενα. Είναι γραμμένα όταν σκόπευε να αυτοκτονήσει. Ανέλαβα να τα παραδώσω στον Αριστοτέλη, ενώ ένα αντίγραφο (θα το φτιάξω προσωπικά εγώ) προορίζεται για εσένα. Κατά τα άλλα, μετά την ¨αποχώρηση¨ του Καλλισθένη δεν ξέρω ούτε κι εγώ ποια ακριβώς είναι η θέση μου στην εκστρατεία. Μάλλον εσύ είσαι ο αρμοδιότερος να αποφασίσεις και να μου πεις».

«Κοίτα, έχω ήδη ενημερώσει τον Αλέξανδρο ότι επέστρεψες ύστερα από δική μου εντολή, φέρνοντας προσωπικά την αναφορά σου για την κατάσταση που επικρατεί αυτή την στιγμή στην Ελλάδα. Στο επιτελείο υπάρχει ήδη μια ανάλογη αναφορά που προέρχεται από τις υπηρεσίες του αντιβασιλέα Αντίπατρου. Υποτίθεται ότι πρέπει να τις μελετήσω και τις δύο -είναι μια δουλειά που κανονικά θα έπρεπε να κάνω σε συνεργασία με τον Καλλισθένη- και να αποφανθώ εάν υπάρχουν ανεξήγητες αντιφάσεις.  Εναντίον σου δεν υπάρχουν αυτήν τη στιγμή συγκεκριμένες κατηγορίες (αν και οι φήμες σε αναμειγνύουν σε πολλά) και μετά την ¨αναχώρηση¨ του Καλλισθένη είσαι αντικειμενικά χρήσιμος εδώ, στην εκστρατεία. Παρ’ όλα αυτά νομίζω πως είναι πιο φρόνιμο, για όλους μας, να επιστρέψεις επί του παρόντος, στην Αθήνα. Άλλωστε δεν τα πήγες άσχημα εκεί κάτω. Μείνε εδώ λίγες μέρες ακόμη, τελείωσε την αντιγραφή των κειμένων του Καλλισθένη, βοήθησέ με να αξιολογήσουμε την κατάσταση στον ελληνικό χώρο και μετά, εγώ θα ακολουθήσω τη στρατιά προς ανατολάς και εσύ γύρισε στην Αθήνα.

Ο Εύελπις κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Ναι, όπως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, προτιμά να επιστρέψει οίκαδε.

images (13)

Επίλογος τρία: Εύελπις – Θαίδα

Ο Εύελπις δεν είχε ακόμη αποφασίσει πότε θα πήγαινε να αποχαιρετίσει την Θαίδα. Βέβαια, θα προτιμούσε να την δει προτού επιστρέψει ο μνηστήρας της. Και αυτό θα συνέβαινε σήμερα ή αύριο. Άρα θα έπρεπε μάλλον να βιαστεί. Όμως, ο Οινοκράτης εκείνο το πρωί ζήτησε να του μιλήσει για ένα προσωπικό του θέμα, και μετά απ’ αυτήν τη συνομιλία, αποφάσισε ότι πρέπει να την δει τώρα αμέσως.   Ωστόσο είπε να είναι πιο διακριτικός απ’ όσο μέχρι στιγμής, γι αυτό έστειλε τον Οινοκράτη να ρωτήσει αν είναι σε θέση να τον δεχτεί. Ο Οινοκράτης γύρισε πίσω φέρνοντας καταφατική απάντηση. Ναι, η ωραία της εκστρατείας θα τον δεχόταν. Πήγε λοιπόν στην κεντρική πλατεία και αγόρασε ένα κόσμημα που είχε εντοπίσει εκεί τις προηγούμενες μέρες. Ένα πανέμορφο περιδέραιο με σμαλτωμένη στο κέντρο την εικόνα ενός χελιδονιού. Για να της το χαρίσει. Ως δώρο αποχαιρετισμού.

Εκείνη τον περίμενε όρθια, χαμογελαστή και πιο όμορφη παρά ποτέ,.

«Όχι, δεν παραξενεύομαι που ήρθες να με δεις. Υποθέτω πως φεύγεις για την Αθήνα. Δεν χαίρομαι γι αυτό. Θα μου λείψεις. Αλλά ίσως είναι το καλύτερο για σένα αυτή τη στιγμή», του είπε. «Άλλωστε την επίσκεψή σου την περίμενα. Η τελευταία φορά που σε είδα δεν θα μπορούσε να είναι η τελευταία που βλεπόμαστε. Υποπτεύομαι ότι από ένα σημείο και μετά δεν άκουγες καν τι σου έλεγα…»

Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε με τρυφερότητα. «Όμως θέλω να σου πω πως ξέρω, πως είμαι σίγουρη, ότι κατά βάθος με καταλαβαίνεις περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο».

Εκείνος την έσφιξε πάνω του. Σκέφτηκε πως είναι όντως η τελευταία φορά.  Μετά την απώθησε απαλά. Και διαπίστωσε παραξενεμένος ότι κι αυτό μπορεί να το κάνει.

Εκείνη ήθελε να δείξει ότι είναι ψύχραιμη. «Ώστε η προσπάθεια να βοηθήσεις τον Ολύνθιο ολοκληρώθηκε. Όχι δε θέλω να μου πεις λεπτομέρειες. Από το πρωί κυκλοφόρησε πως το κτίριο όπου ήταν περιορισμένος έπιασε τη νύχτα φωτιά και πως πιθανότατα ο ένοικός του αποτεφρώθηκε. Όμως εσύ είσαι εδώ και μπορώ να σε κοιτάζω στα μάτια. Και τα μάτια σου αποκλείουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.  Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, αλλά όχι, δεν έχασες απόψε τον αγαπημένο σου Δάσκαλο. Ξέρεις… κι εγώ σε καταλαβαίνω!»

Ο Εύελπις κρατούσε τώρα τα δυο της χέρια στις παλάμες του. Τα έσφιξε.

«Θαίδα, πέρα από οτιδήποτε άλλο, θέλω να σου πω ότι σου είμαι ευγνώμων. Η συμπαράστασή σου ήταν πάντα πολύτιμη. Και πιο πολύ αυτές τις δύσκολες μέρες».

Κάτι σαν δάκρυ ύγρανε την άκρη των γαλάζιων ματιών της, αλλά εκείνη χαμογελούσε.

«Θέλω να μεταφέρεις την αγάπη και τους χαιρετισμούς μου στους φίλους μου και, γιατί όχι, σε όλους τους Αθηναίους!»

«Θα το κάνω», την διαβεβαίωσε εκείνος. Και μετά: «Θέλω μια ακόμη χάρη από σένα. Ξέρεις, ο μικρός θεός Έρωτας κυκλοφορεί αθέατος μεν, αλλά δραστήριος ανάμεσά μας, και είναι σίγουρο πως θύματά του δεν είμαστε μόνον εμείς. Θύμα του υπήρξε και ο Οινοκράτης, ο Σικελός συνεργάτης μου. Ξέρεις πως μεγάλωσα υπό την εποπτεία του και ότι του έχω αδυναμία. Σήμερα μου εξομολογήθηκε πως είναι ερωτοχτυπημένος με ένα από τα κορίτσια σου. Το Πουλχερίδιον. Θέλει να την νυμφευτεί και να την πάρει μαζί του στην Αθήνα. Σίγουρα θα έχεις μάθει πως ο Σικελός έχει χειραφετηθεί. Του έχει μάλιστα αποδοθεί η ιδιότητα του επί τιμή κατοίκου της Αττικής. Κατά τα άλλα είναι αμειβόμενο μέλος της υπηρεσίας των λογίων, αποσπασμένος ως άμεσος βοηθός μου. Έχει έσοδα. Με παρακάλεσε λοιπόν να σου ζητήσω την άδεια να την κάνει νόμιμη και επίσημη γυναίκα του. Και επέμεινε να σου διευκρινίσω ότι για την χειραφέτησή της είναι πρόθυμος να προσφέρει όλες του τις οικονομίες, που, μεταξύ μας, αποτελούν ένα σεβαστό ποσό.

«Χμμ!» έκανε η Θαίδα. «Να και κάτι που όχι μόνο δεν ήξερα, αλλά δεν είχα καν υποπτευθεί. Άρα ο μύθος ότι τάχα τα γνωρίζω όλα, -δυστυχώς- καταρρέει!»

Για λίγες στιγμές κλείνει τα μάτια της και σκέφτεται.

«Πες του ότι θα μιλήσω με τη μικρή. Αν μου επιβεβαιώσει ότι όντως θέλει να γίνει η Κυρία του Οινοκράτη, και να αναχωρήσει μαζί του για την Αθήνα, τότε όχι μόνο θα της δώσω τη σχετική άδεια, αλλά και δεν θέλω κανένα απολύτως αντάλλαγμα γι αυτό».

 «Το βρίσκω σωστό», είπε ο Εύελπις. «Και,  μάλιστα, ομολογώ πως ζηλεύω. Από ποιον θα μπορούσα να ζητήσω το χέρι σου;»

«Από κανέναν», είπε η Θαίδα. «Είναι πια αργά για προτάσεις. Κλείσαμε».

.

Εκείνος της έδωσε το δώρο. «Για να με θυμάσαι».

Της άρεσε. «Μόνο που» είπε, «τα χελιδόνια όλο φεύγουν…»

«Ναι, αλλά συνήθως επιστρέφουν»   παρατήρησε, αδιόρθωτος, ο Εύελπις.

.mercgrec

Επίλογος τέσσερα: Οινοκράτης -Χοντρόης

Ο Οινοκράτης με βήμα ανάλαφρο κατευθύνεται προς το μέγαρο της Θαίδας. Είναι ένα όμορφο φθινοπωρινό δειλινό και όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά. Κι αν κάτι δε πάει και τόσο καλά, θα στρώσει. Ο Οινοκράτης είναι αισιόδοξος. Οι Μοίρες θέλουν να κάνουν τα δικά τους, αλλά κάτι μετράμε κι εμείς. Σε λίγο θα δει το Πουλχερίδιο και θα μάθει τι αποφάσισε η Θαΐδα γι αυτούς τους δύο.  Ο Εύελπις του είπε ότι της μίλησε και πως κατ’ αρχήν είναι ευνοϊκά διατεθειμένη απέναντί στο ζευγάρι. Όμως πρώτα θα μιλούσε με την προστατευόμενή της.  

Ο Οινοκράτης είναι σίγουρος πως κι αυτή η συνάντηση δεν μπορεί παρά να πήγε καλά και θέλει να το γιορτάσει. Μαζί της. Γι αυτό δεν την επισκέπτεται με άδεια χέρια. Εδώ ο Εύελπις πήρε δώρο για τη Θαίδα παρόλο που (απ’ ότι ο ίδιος του είπε) η σχέση τους τελείωσε οριστικά! (μάλλον θα μπήκε σε αναστολή επ’ αόριστον, προτιμά να πιστεύει ο Σικελός). Όταν ο Εύελπις κάνει κάτι καλό, κάτι που ο Οινοκράτης το εγκρίνει, δεν βρίσκει κανένα λόγο να μη το κάνει κι αυτός. Έχει λοιπόν μαζί του ένα αστραφτερό δαχτυλίδι.

Και όχι μόνον αυτό. Έχει και το μικρό αγγείο με ό, τι έχει μείνει από την  γνήσια Χαχόμα. Όχι την ¨αιρετική¨, όχι εκείνη  που έφτιαξαν ιδιοχείρως μαζί με τον Χοντρόη και που, όπως αποδείχτηκε ¨ανοίγει στόματα¨ και αποκαλύπτει μυστικά, όχι, δεν θέλει να ανακρίνει το Πουλχερίδιον. Προτιμά να το πιστεύει. Το πιστεύει, και τέρμα. Ιδιαίτερα όταν του λέει ¨ναι¨, και τον ακολουθεί.

Η Γνήσια Χαχόμα προκαλεί μόνον όνειρα. Περίεργα όνειρα που μοιάζουν αληθινά. Και ο Οινοκράτης έχει βάσιμες υποψίες  ότι πρόκειται για όνειρα προφητικά. Και δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι τον τελευταίο καιρό, το μέλλον, -μια έννοια στην οποία κατά το παρελθόν απέφευγε να εστιάζει- τώρα τον ενδιαφέρει. Απόψε λοιπόν, θα την κεράσει και θα πιει στην υγειά της αυτό το μαγικό ποτό. Κι ας πάρουν τον λόγο οι μυστηριώδεις δυνάμεις.

Χωρίς να το αντιληφθεί το βήμα του γίνεται όλο και ταχύτερο. Όμως, παρά το ότι η μέρα όπου να ‘ναι τελειώνει, στους δρόμους υπάρχει κίνηση. Ακόμη μια φορά τα στρατεύματα έχουν αρχίσει να αναχωρούν για παραπέρα. Προφανώς έχει γίνει προσεκτική αναγνώριση της διαδρομής και έτσι θα μπορέσουν να συνεχίσουν την πορεία τους προς τα ανατολικά υπό το σεληνόφως.

Αυτή τη φορά προηγείται το Μηχανικό.   Τεράστιες πλατφόρμες πάνω σε μεγάλους τροχούς σέρνονται από δεκάδες γεροδεμένα υποζύγια μεταφέροντας σκελετούς πολιορκητικών πύργων, βάσεις καταπελτών, κριούς κρούσης, καθώς και εργαλεία και εξαρτήματα για τις επί τόπου κατασκευές.

Πολλοί, βακτριανοί και άλλοι, στέκονται στην άκρη των δρόμων και παρατηρούν με -αναπόφευκτο- ενδιαφέρον την αναχώρηση. Από μια τέτοια ομάδα προέρχεται η φωνή που φτάνει ως τον Σικελό: «Οίνον Εκράτα, Ελθέ. Ήθελόν σοι παπαρουσιάσει φίλον τινά».

Για κοίτα! Ο γνωστός Χοντρόης έχει βγει βόλτα, και μάλιστα έχει κάνει νέους φίλους!

Ο Οινοκράτης πλησιάζει. Μαζί με τον Ολοστρόγγυλο υπάρχει ένας νεαρός Πέρσης. 

Ο Χοντρόης τον παρουσιάζει. Ένας ακόμη γηγενής που μιλάει ελληνικά. Όχι ακριβώς ντόπιος. Ούτε ακριβώς Πέρσης. Κατάγεται από τη Βαβυλώνα και είναι γιος ενός αξιωματούχου που είχε για μεγάλο διάστημα υπηρετήσει τον Μεγάλο Βασιλέα στις πόλεις της Ιωνίας. Ακολουθεί τη στρατιά για να τελειοποιήσει τις γνώσεις του για τους Έλληνες και τη γλώσσα τους.  Εκείνο όμως που επιθυμεί κατά βάθος -και διακαώς- είναι να πάει στην Αθήνα.

Ο Χοντρόης συνηγορεί: «Δοκείς  δυνατόν ούτος μεθ’ ημών έλθείν;» Ο Οινοκράτης κοιτάζει τον  βαβυλώνιο προσεκτικά. Κάτι του θυμίζει αυτή η λεπτή μελαχρινή φυσιογνωμία.

 «Έλα λίγο μαζί μου», λέει στον Χοντρόη. «Θέλω να σου πω κάτι». Τον αγκαλιάζει με το δεξί του χέρι και τον παρασύρει λίγα βήματα πάρα πέρα.

«Ξέρεις τι σκέφτηκα δικέ μου; Πως αρκετά σε τραβολόγησα μαζί μου, από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Και ίσως αυτό ήταν υπέρμετρα εγωιστικό από μέρους μου. Εσύ όμως ήσουν άψογος. Αυτές τις μέρες λοιπόν σκεφτόμουν κάτι άλλο. Έκανα κάποιες νύξεις στον Εύελπι και δεν φαίνεται να έχει αντίρρηση. Παρόλο που εμένα προσωπικά, για να στα λέω όλα, δεν μ’ αρέσει και τόσο. Εντούτοις, εάν εσύ το επιθυμείς, ισχύει.

Άκου: Τώρα που οδεύοντας για την Αθήνα θα περάσουμε ξανά από τα Σούσα, μπορώ να εισηγηθώ στον Εύελπι να σε αφήσουμε εκεί. Σε αυτή την περίπτωση θα σε εφοδιάσω με τα χρειαζούμενα έγγραφα, ώστε να μην έχεις προβλήματα με τις Αρχές. Δε θα είναι μια πλήρης ελευθερία, αλλά σίγουρα θα είσαι σε προνομιακή θέση σε σχέση με πολλούς άλλους συμπατριώτες σου.  Λοιπόν; Τι λες; Πριν εμπλέξουμε και άλλους στο ταξίδι της επιστροφής, θέλω να ξέρω τη γνώμη σου. Αν θέλεις να το σκεφτείς μπορώ να σου δώσω λίγο χρόνο. Αλλά πραγματικά λίγο».

«Ουχί!» λέει κατηγορηματικά ο Χοντρόης.

«Ουχί τι;»

«Ουδεμία εστί χρεία χρόνου προς σκέψιν. Θέλει εκφράζειν ημετέραν θέσιν παπάραυτα».

«Δηλαδή

«Ουχί. Ουκ επιθυμώ παπαραμένειν ενταύθα!».

Ο Οινοκράτης του χτύπησε τη πλάτη. «Εν τάξει Χοντρόη», του είπε. «Ομολογώ ότι αυτό ήθελα να ακούσω. Αλλά, βλέπεις, εγώ χειραφετήθηκα πρόσφατα και όπου να ‘ναι θα αποκτήσω άλλου είδους δεσμά. Είπα λοιπόν μήπως, εν τω μεταξύ, τα κατάφερνα να κάνω πιο ελεύθερο κάποιον άλλο. Θα μπορούσες να είσαι εσύ. Αλλά χαίρομαι πιο πολύ που αποφασίζεις να μείνεις μαζί μας. Πάμε τώρα να γνωρίσουμε τον νέο φίλο σου. Πώς τον λένε είπαμε;

«Περούξ, αλλά υπό τον Ελλήνων Βηρωσός αποποκαλείται.

Ο Οινοκράτης τώρα θυμάται! Στρέφεται προς τον Βαβυλώνιο. «Εσύ δεν ήσουν που, πριν τρία περίπου χρόνια μαζί με τον Μαρτούκη τον Βαβυλώνιο, μεταφράζατε στα Σούσα, στο θησαυροφυλάκιο, την στήλη του αρχαίου βασιλιά Χαμουραμπί;»

Ο Βησωρός γνέφει καταφατικά και παραδέχεται. Ναι αυτός είναι.

Ο Οινοκράτης θυμάται που, πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα, είχε αρχίσει να ερευνά την σχέση των Άλλων με τους Βαβυλώνιους: τραπεζίτες-ιερείς και διανοούμενους, έρευνα που το ταξίδι στην Αθήνα είχε διακόψει. Θυμάται πως είχε δει τον Μαρτούκη στη σύσκεψη των συνωμοτών στον ναό του Μαρδούκ, όταν είχε διεισδύσει εκεί μαζί με τον Χοντρόη και έτσι είχε στρέψει την προσοχή του σ’ αυτόν.

«Και είσαι εν γνώσει», συνεχίζει, «πως ο Μαρτούκης ήταν σε επαφή με τον Ανάξαρχο και άλλους έλληνες αυλικούς;»

«Όχι πολλά πράγματα, αλλά ναι, κάτι ξέρω», παραδέχεται ο νεαρός Βαβυλώνιος.

«Ωραία. Θέλω να έρθεις αύριο να μου τα πεις όλα εξαντλητικά. Το εάν θα σε πάρουμε μαζί μας ή όχι θα εξαρτηθεί από τα πόσα ξέρεις και πόσο ενδιαφέροντα είναι…»

«Ασφαλώς γιγνώσκει τα μάλα!», υπερθεματίζει ο Χοντρόης. «Εκτός γαρ τούτων, ειδήμων ούτος εστί μεθόδου τινός ήτις τα του μέλλοντος προλέγει, ουχί τοις σπλάχνοις αναφερομένη, μηδέ των οιωνών επικαλουμένη, αλλά των άστρων και των αυτών κινήσεων!»

.images (1)

 Επίλογος πέντε: Οινοκράτης – Πουλχερίδιον

Το Πουλχερίδιον ήταν χαμογελαστό. Όσο κι αν τον τελευταίο καιρό είχε κάπως σοβαρέψει, δεν είχαν πάψει να της αρέσουν τα απρόοπτα και οι αναπάντεχες εξελίξεις. Και κάπως έτσι έβλεπε τον επικείμενο γάμο της με τον Οινοκράτη. Ως μια ευχάριστη, αναπάντεχη έκπληξη, συνοδευμένη από ένα ταξίδι, όχι προς το άγνωστο (το άγνωστο ήταν μια τετριμμένη έννοια για όσους έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία), αλλά προς μια μυθική, ειρηνική αυτήν την περίοδο, Πόλη. Της είχαν κάνει ένα κεφάλι να(!) οι λοιπές ακόλουθοι της Θαίδας που είχαν τη τύχη να κατάγονται από εκεί. Αυτές που, όπως και η ίδια η Κυρά, αυτό-ονομάζονταν ¨Ατθίδες¨ και που φρόντιζαν να μαθαίνουν έγκαιρα τι σόι νέες συνήθειες είχαν εμφανιστεί στην Αττική για να τις εφαρμόσουν και εκεί, στην άκρη του κόσμου. 

Και έπειτα, στο Πουλχερίδιον άρεσαν δύο είδη ανδρών: Αυτοί που την έκαναν να γελάει και αυτοί που ήξεραν να οργανώνουν ευχάριστες εκπλήξεις. Και ο Οινοκράτης έδειχνε να έχει αμφότερες αυτές τις ικανότητες.

Η Κυρά Θαίδα, πάντως είχε φροντίσει να την ενημερώσει και να την προειδοποιήσει. Ο Γάμος δεν είναι ένας θεσμός που προστατεύει αυτομάτως τη γυναίκα. Γι αυτό θα έπρεπε να είναι σε εγρήγορση και να μη διστάζει να διεκδικεί τα δίκια της. Το Πουλχερίδιον όμως χαμογέλασε πονηρά γιατί ήξερε, όπως το ήξεραν όλες εκεί μέσα, ότι και η κυρά Θαίδα ήταν έτοιμη να αποδεχτεί πρόταση γάμου, από τρανό στρατηγό του Αλέξανδρου, αν δεν την είχε ήδη δεχτεί. Η Θαίδα ερμήνευσε σωστά το χαμόγελό της και άρχισε να της μιλάει τώρα για την αείμνηστη Ασπασία που ήταν τόσο ευτυχισμένη αλλά και τόσο δραστήρια κοντά σε έναν από τους μεγάλους άνδρες των Αθηνών -μάλλον τον έλεγαν Περικλή. ¨Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Η Ασπασία δεν ήταν καν Αθηναία. Καταγόταν από την Ιωνία, όπως κι εσύ!¨

Άρα όλα καλά. ¨Η Έγκριση δόθηκε!¨ Αυτό είπε με ενθουσιασμό στο αυτί του Οινοκράτη καθώς τον αγκάλιασε μόλις εκείνος μπήκε στην μικρή αίθουσα υποδοχής. Ο Οινοκράτης την ανασήκωσε από το έδαφος και την έφερε μια γυροβολιά.

Ύστερα κάθισαν να τα πουν γύρω από το χαμηλό τραπέζι, όπου σε λίγο χαμογελαστά, χαριτωμένα κορίτσια έφεραν και τοποθέτησαν εδέσματα και ποτά. Ο Οινοκράτης πρόσθεσε το αγγείο με την αγαπημένη του γνήσια Χαχόμα. Εξήγησε στην Πουλχερία  πώς την είχαν ανακαλύψει με τον Χοντρόη και ότι είναι αλλιώτικη από την άλλη, για την οποία της είχε γράψει σε κάποιο από τα γράμματά του. Εκείνη θέλησε να δοκιμάσει αμέσως, αλλά ο Σικελός της είπε να μιλήσουν πρώτα λίγο -έχουν τόσα να πουν απόψε!- γιατί αυτή φέρνει ύπνο. Ύστερα της έδωσε το δώρο του και το Πουλχερίδιο έκανε πολλές χαρές, το φόρεσε και μάλιστα έβαλε φωνή και από το παραπέτασμα της εισόδου έσκασαν μύτη οι φίλες της για να θαυμάζουν το δαχτυλίδι και να κάνουν κολακευτικά σχόλια για τον δωρητή.

Αφού λοιπόν έξω είχε νυχτώσει για τα καλά και αφού είχαν τιμήσει δεόντως (εξαντλήσει, θα έλεγε κανείς) τα ποικίλα ποτά του σπιτιού και αφού είπαν πολλά, για πολλή ώρα, (αλλά θα είχαν ασφαλώς και άλλα, εξ ίσου πολλά, να προσθέσουν) η Πουλχερία άπλωσε το λευκό της χέρι, έπιασε από το λαιμό τη φιάλη με τη χαχόμα και μετάγγισε το περιεχόμενό της στους δύο σκύφους, τον δικό της και του Οινοκράτη. ¨Στην αγάπη μας¨, είπε με έναν μικρό ανεπαίσθητο λόξυγκα.  ¨Σ’ αυτό!¨ συμφώνησε απολύτως και ο Οινοκράτης.

Έτσι το Πουλχερίδιον εξασφάλισε έναν άμεσο, μάλλον βαρύ και πολύωρο ύπνο. Εάν είδε όνειρα το αγνοούμε και δεν μας προκύπτει να διηγήθηκε κάτι σχετικό σε κάποιον. Πάντως την άλλη μέρα ήταν εξ ίσου ευδιάθετη με την προηγούμενη, οπότε εικάζουμε ότι τα τυχόν όνειρά της είτε δεν ήταν άσχημα, είτε δεν τα ερμήνευσε ως τέτοια.

Ο Οινοκράτης ναι, είδε. Κι επειδή τον τελευταίο καιρό σημείωνε κι αυτός (όπως και ο προϊστάμενός  του, ο οποίος έχει αρχίσει να συγγράφει το ιστορικό του δοκίμιο) μερικά από τα όσα του συμβαίνουν, έχουμε μερικά (ατελή) στοιχεία από…

 carl-jung-570

Επίλογος έξι: Σκηνές από το όνειρο του Οινοκράτη

Ο Οινοκράτης πετάει. Όχι, δεν πετάει άχρηστα πράγματα, πετάει ο ίδιος∙ ίπταται!

Υπερίπταται!

Και του αρέσει, όσο κι αν το περιβάλλον γύρω του είναι μάλλον σκοτεινό και έχει κάποια προβλήματα προσανατολισμού. Η πορεία του -πορεία περισσότερο ήρεμου βέλους παρά αγχωμένου μεταναστευτικού πτηνού- ακολουθεί μια τροχιά άδηλη, όσο και το απώτερο μέλλον.

Πάντως, ενδόμυχα, ξέρει ότι προορισμός του είναι η Δύση. Άλλωστε  για ένα τέτοιο ταξίδι -ταξίδι επιστροφής στη Δύση- δεν προετοιμάζεται τον τελευταίο καιρό; Τώρα φαίνεται ότι κάνει απλώς μια αναγνωριστική πτήση. Αλλά για να αναγνωρίσει οτιδήποτε πρέπει πρώτα να δει κάτι, έτσι δεν είναι; Εν τούτοις, για την ώρα, δε βλέπει τίποτα. Απάνω  του έχει άπειρα αστέρια, κάτω του μαυρίλα αδιερεύνητη.

Όμως όχι. Δεν είναι ακριβώς μόνος. Στο βάθος, κόντρα στο ασημένιο αστερόφως, διαγράφεται μια σκιά. Κάποιος εξ ίσου ιπτάμενος τον πλησιάζει. Μα ναι, τον αναγνωρίζει. Τον έχει ξανασυναντήσει σε μια από αυτές τις ονειρικές του αποδράσεις. Είναι εκείνος ο σφιχτοντυμένος,  κοτσονάτος γέροντας που τον λένε Ουγκ. Ή Χιουγκ. Ή, μάλλον Γιούγκ, δε θυμάται καλά. Ναι, αυτός είναι. Μόνο που αυτή τη φορά δε φοράει υφασμένα σωληνωτά μανίκια μόνο στα χέρια και τα πόδια, αλλά έχει (εν είδει πίλου) και ένα σκληρό μαύρο σωλήνα πάνω στο κεφάλι, που είναι να απορεί κανείς πώς δεν του φεύγει, καθώς ελίσσεται εναερίως για να μπει σε τροχιά παράλληλη με εκείνη του Οινοκράτη.

«Χαίρε γέροντα από τα ψηλά βουνά του Κέντρου», τον χαιρετά ο Σικελός. «Πώς από δω;»

«Μα, όπως ακριβώς και την άλλη φορά που συναντηθήκαμε, είμαι εδώ χάρη στην επινόησή μου», απαντά εκείνος με έκδηλη ικανοποίηση. «Μία χημική σύνθεση που καταφέρνει να διαπερνά τις φυσικές άμυνες που εγείρει το συλλογικό ασυνείδητο και να μου εξασφαλίζει αναπάντεχες οπτικές και λοιπές εμπειρίες του παρελθόντος ή και του μέλλοντος».

«Μία τι; Δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ αυτά που μου λες», διαμαρτύρεται ο Οινοκράτης. «Προσπάθησε να γίνεις λίγο πιο κατανοητός σε παρακαλώ».

«Με απλούστερα λόγια: Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η δική μου παρουσία εδώ, αλλά η δική σου. Αν δε κάνω λάθος πρέπει να είσαι πολύ παλιός».

Τι είναι αυτά που λέει ο Παππούς; Ο Οινοκράτης αντιδρά: «Με όλο το σεβασμό, δεν μας τα λες καλά γέροντα. Αν κάποιος είναι παλιός εδωπέρα, αυτός είσαι αδιαμφισβήτητα εσύ. Εγώ είμαι εδώ μάλλον γιατί …ονειρεύομαι. Ίσως, ίσως λέω, να έχει παίξει κάποιο μικρό ρόλο και ένα μαγικό ποτό των Ιρανών. Δεν το αποκλείω».

«Α, ένα μαγικό ποτό. Αυτό μου λύνει μερικές απορίες. Να γιατί η αναγνωριστική καμπύλη στο συλλογικόμετρο με το οποίο καταγράφω τις εκλύσεις αλλοτινής ενστικτ-ενέργειας έχει εκδηλώσει αδικαιολόγητες εκτροπές. Ίσως πρέπει να κατέβω και να το διορθώσω αμέσως. Φοβάμαι ότι ο συνεργάτης μου ο Φιλήμονας[1] δε θα μπορέσει να το αντιμετωπίσει από μόνος του. Έχει ενόραση και πολλές ωραίες εμπνεύσεις αλλά στα πρακτικά θέματα δε τα πολυκαταφέρνει».

«Φιλήμονας είπες; Μήπως του αρέσει και το θέατρο; Πόσων χρονών είναι;»

«Και βέβαια του αρέσει το θέατρο. Και στην ηλικία, δε μπορώ να πω πόσο ακριβώς, αλλά είναι σίγουρα πολύ μεγάλος».

«Μπερδεύτηκα, γιατί έχω και εγώ ένα φίλο με το ίδιο όνομα. Αλλά προφανώς είναι άλλος», διευκρίνισε ο Οινοκράτης. Και, μετά συνέχισε:

«Ε, τώρα που ήρθες μέχρι εδώ, γιατί δεν μένεις λίγο ακόμη. Βοήθησέ με να καταλάβω τι γίνεται.  Κοίτα εκεί κάτω. Εμφανίστηκε φως. Πολύ φως μεσ’ τη νύχτα. Λες να έπιασε πυρκαγιά;»

«Όχι αγαπητέ μου. Αυτά είναι τεχνητά φώτα. Φώτα πόλης τη νύχτα. Προς στιγμήν ακίνδυνα, στο μέλλον …θα δούμε. Όμως δε μπορώ να μείνω. Βλέπεις εγώ δεν ¨ονειρεύομαι¨ αλλά εκτελώ ένα επιστημονικό πείραμα. Το οποίο ίσως κινδυνεύει να εκτροχιαστεί. Όταν επιστήμη και μαγεία ανακατεύονται, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ολέθριο, καταστροφικό. Πάω. Και εσύ κανονικά πρέπει να του δίνεις, αλλά δε ξέρω αν το ελέγχεις το πράγμα. Έχεις κανένα ¨μαγικό¨ τρόπο να το ελέγχεις;»

«Δε νομίζω».

«Ας ελπίσουμε τότε ότι το σύστημα θα σε πετάξει έξω αυτομάτως, χωρίς σημαντικές απώλειες.  Αλλιώς κινδυνεύεις να εμπλακείς σε καν’ά χωροχρονικό βρόγχο και να κολλήσεις εδώ. Γεια σου τώρα».

«Γεια σου», ίσα που πρόλαβε να πει ο Οινοκράτης, καθώς ο Ουγκ εξαφανιζόταν και ο ίδιος κατέβαινε αυτομάτως προς την λαμπυρίζουσα πόλη από κάτω του.

imagesα (6)

ΤΕΛΟΣ

[1] Δεν πρόκειται για μυθιστορηματικό εύρημα, ο Ελβετός Ψυχοδιερευνητής διέθετε όντως έναν επινοημένο παντογνώστη συνεργάτη και συνομιλητή, ονόματι Φιλήμονα.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο δωδέκατο: Πώς θα τον πάρουμε από ‘κει;

Posted by vnottas στο 2 Αύγουστος, 2018

Μέρος 8ο

Κεφάλαιο 12: Πώς θα τον πάρουμε από εκεί;

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

138.256

Είναι πολλά αυτά που δεν πρόλαβα να πω στο Πουλχερίδιον. Να του πω για παράδειγμα πως η έρευνα για την αναζήτηση της πατρικής μου ρίζας, για την οποία της είχα ήδη γράψει λίγα πράγματα, είχε κατά κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί και ότι ο υποφαινόμενος θαυμαστής και ερωτευμένος μαζί της Οινοκράτης, είναι πιθανότατα απόγονος ενός μεγάλου σοφού. Να της πω ότι αυτό το είχε μάθει όλη η καλή Αθήνα (στο κλεινόν Άστυ δεν φτουράνε τα μυστικά) και, προτού την εγκαταλείψουμε εσπευσμένα, οι Αθηναίοι έδιναν μάχη ποιος θα τον πρωτοπροσκαλέσει στον οίκο του, και ποιος θα τον πρωτοπεριποιηθεί.

Όμως τα σχέδιά μου να βρεθώ απόψε και πάλι κοντά της και να μπορέσω να της μιλήσω με άνεση, για αυτά και για άλλα πολλά, ανατράπηκαν. Ο Εύελπις επιστρέφοντας από την πρώτη συνάντησή του με τον Καλλισθένη, και αφού έκανε μια σύντομη επίσκεψη στη Θαΐδα, μας κάλεσε, όλη την συντροφιά του ταξιδιού, σε επείγουσα σύσκεψη.

Έτσι βρεθήκαμε καθισμένοι γύρω από ένα χιλιοχαραγμένο ξύλινο τραπέζι στην άκρη της χαμηλοτάβανης αίθουσας μιας ντόπιας ταβέρνας. Μέσα, το απογευματινό φως έφτανε λιγοστό, οι φανοί ήταν ήδη αναμμένοι, ενώ οι ήχοι από τις κουβέντες δεν έφταναν μακριά από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, καθώς ανακατεύονταν με τον υγρό αέρα φτιάχνοντας ένα ακαθόριστο βουητό,

Ήμασταν λοιπόν έξη: ο Εύελπις, εγώ, ο απαραίτητος πλέον Χοντρόης (που αν όχι άλλο τι, έχω βάσιμες ενδείξεις πως η παρουσία του μας φέρνει γούρι, ή εν πάση περιπτώσει πως μας δημιουργεί καλή διάθεση), ο γιγαντιαίος Κάνθαρος, ο εύστροφος Αυτιάς (έχω σχεδόν ξεχάσει ότι κανονικά τον λένε Σωσίβιο)  και, αφού πήρα πρώτα τη συναίνεση του προϊσταμένου μου, είχα προσκαλέσει και τον παλιό μας συνεργάτη και φίλο (δε ξέρω πώς, αλλά τελευταία μου είναι πιο συμπαθής από άλλοτε) τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό. Ο  Μεγαρέας χάρηκε που τον είδε και τον αγκάλιασε εγκάρδια.

Όλοι ήξεραν περίπου τι επιδιώκαμε, αλλά είχα θεωρήσει καλό να τους βάλω πρώτα να ορκιστούν -ας πούμε με τελετουργική σοβαρότητα- εχεμύθεια και αφοσίωση στην ομάδα.

c5188e0727de4bc5f6ed0bdfc454b451

Το δειλινό εκείνο, λοιπόν, στην βακτριανή ταβέρνα, ο Εύελπις μας ενημέρωσε διεξοδικά: Ο Καλλισθένης, προφανές θύμα μιας συνωμοσίας ανάλογης με εκείνες που άρχισαν τον τελευταίο καιρό να κατατρώγουν την εκστρατεία από τα μέσα, είναι, προς το παρόν, καλά στην υγεία του. Εκείνη που μοιάζει περιορισμένη είναι η γνωστή σε όλους μας αισιοδοξία που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε. Ίσως μετά τις ιστορίες του Παρμενίωνα και του Κλείτου να μην έχει εντελώς άδικο. Πάντως δεν σκέφτεται την περίπτωση της απόδρασης. Αντίθετα προτιμά να γίνει αυτόχειρας. Μάρτυρας μιας επαγγελλόμενης νέας εποχής. Της εποχής του Ανθρώπου. Ο Εύελπις είχε προσπαθήσει να τον εγκαρδιώσει. Να του πει πως ο Αριστοτέλης θα παρέμβει και ο Αλέξανδρος θα καταλάβει τι παιχνίδια παίζονται και θα αλλάξει συμπεριφορά και πολιτική. Αν αυτό δεν συμβεί, ο Εύελπις ανέλαβε τη μοιραία υποχρέωση. Να τον προμηθεύσει με ένα από τα ανώδυνα δηλητήρια που απ’ ό, τι λέγεται αφθονούν σ’ αυτά εδώ τα μέρη. Αλλά μόνον εάν δεν βρεθεί άλλη, εναλλακτική λύση. Γι αυτό ο Καλλισθένης θα πρέπει να περιμένει. Έστω λίγες, μια-δυο μέρες.

«Δέχτηκε;», ρωτήσαμε εναγωνίως εμείς.  

«Ευτυχώς ο Καλλισθένης, μπορεί μεν να είναι σκεπτικιστής όσον αφορά στην προσωπική του μοίρα, είναι όμως αισιόδοξος όσον αφορά τις ιδέες που προασπίζεται. Γι αυτό θέλει να τις καταγράψει. Και αυτό κάνει. Αυτές λοιπόν τις λίγες μέρες, τις χρειάζεται», μας απάντησε ο Μεγαρέας, ο δικός μου. Και συνέχισε: «Όμως όταν έφυγα από την φρουρά, πέρασα από το μέγαρο όπου έχει καταλύσει η Θαΐδα∙ απ’ ό, τι έμαθα εκεί, ο χρόνος που διαθέτουμε είναι όντως μετρημένος».

«Γιατί; Τι συμβαίνει;», ρώτησε ο Αυτιάς

«Ο Πτολεμαίος έστειλε μήνυμα στην Θαίδα, το οποίο έφτασε σήμερα. Δύο πράγματα από αυτά που γράφει μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα και η Θαίδα μου τα μετέφερε αυτολεξεί: Πρώτο. Η αναμενόμενη, δεύτερη Επιστολή του Αριστοτέλη προς τον Αλέξανδρο έφτασε. Και ο Βασιλιάς θύμωσε. Περίμενε ότι ο Δάσκαλος θα επιδοκίμαζε τις απόψεις και τις ενέργειές του, και πως θα τον συνέχαιρε γι αυτές. Έτσι θα του έδινε επιχειρήματα που θα ανέτρεπαν τις διαδόσεις ότι ο Αριστοτέλης τον αντιπολιτευόταν. Αντί όμως για επιδοκιμασία και επιβράβευση για τον Αλέξανδρο, ο Δάσκαλος υπερασπιζόταν και πάλι τον συγγενή του. Και έκανε μνεία σε κάποιες ιδέες, όχι άγνωστες, αλλά που τώρα φάνηκαν στον Βασιλιά συγκεχυμένες και άκαιρες. Ιδέες που για να γίνουν κατανοητές και επίκαιρες, ο αέρας θα πρέπει να πάψει να μυρίζει απ’ το αίμα και τον ιδρώτα των μαχών. Έτσι φαίνεται πως είπε ο Αλέξανδρος.

Το δεύτερο είναι πως η περιοδεία του βασιλιά στα σύνορα με τους Ινδούς τελειώνει. Αν όχι αύριο, από μεθαύριο το πολύ, θα πρέπει  να είναι πάλι εδώ. Και η υπόθεση ¨Καλλισθένης¨ θα λήξει. Πιθανότατα άσχημα.  Γι αυτό ό, τι κι αν κάνουμε, διαθέτουμε μόνο την αυριανή μέρα για προετοιμασία και την αυριανή νύχτα για εκτέλεση».

Ύστερα ο Εύελπις μας ζήτησε να πούμε, κατά τη γνώμη του ο καθένας, πώς θα μπορούσαμε να συμβάλουμε στην απελευθέρωση του Καλλισθένη.

Ο Αυτιάς πήρε το λόγο πρώτος και είπε πως, από ό, τι φρόντισε ήδη να μάθει, ο δήθεν ζόρικος επικεφαλής της φρουράς είναι ένα τύπος που εξαγοράζεται και μάλιστα χωρίς δυσκολίες. Αυτό τουλάχιστον κυκλοφορεί ανάμεσα στους συνακολουθούντες καθώς κι ανάμεσα στον ¨υπόκοσμο¨ της εκστρατείας. Θα μπορούσε, είπε, να διαπραγματευτεί μαζί του ο ίδιος, έτσι ώστε να μην υπάρξουν συγκρούσεις κατά την απόδραση.

«Και να υπάρξουν», συμπλήρωσε ο Κάνθαρος, φουσκώνοντας το στήθος και τους μύες του, «νομίζω ότι εμείς οι έξι, μπορούμε άνετα να τα βγάλουμε πέρα με καμιά δωδεκαριά φρουρούς. Οι δεσμοφύλακες δεν είναι δα οι επίλεκτοι της στρατιάς. Εγώ αναλαμβάνω τους μισούς!»

«Θέλω να σας πω», είπε ο Ευρυμέδοντας «ότι γνωρίζω καλά τα Βάκτρα καθώς και τις γύρω περιοχές. Ξέρω μάλιστα και κάποια σημεία-καταλύματα όπου θα μπορούσε να καταφύγει ο Ολύνθιος μέχρις ότου τον φυγαδέψουμε σε ασφαλέστερο, πιο απομακρυσμένο μέρος. Αρκεί να δεχτεί να αποδράσει».

«Εάν δεν δεχτεί, και εάν κατάλαβα καλά», είπα εγώ «θα πρέπει ή να του προμηθεύσουμε  το δηλητήριο που ζήτησε ή να τον πάρουμε μαζί μας χωρίς τη θέλησή του».

«Ναι. Έτσι είναι Οινοκράτη. Νομίζεις ότι μπορείς να βρεις ένα τέτοιο φαρμάκι;» είπε ο ευσυνείδητος Εύελπις που ήθελε να τηρήσει, όσο γίνεται, την υπόσχεσή του.

«Θα ψάξω. Μη ξεχνάς όμως ότι έχουμε ακόμη  εκείνο το πολύ δραστικό οξύ που μας φόρτωσαν οι Άλλοι. Αν δρα τόσο ακαριαία όσο φημολογείται, όποιος το πάρει μάλλον δεν θα προλάβει να υποφέρει καθόλου πριν αποδημήσει οριστικά. Επίσης θέλω να πω πως διαθέτω και μια άλλη πόσιμη ουσία -την ξέρεις Εύελπι- που επιφέρει βαθύ ύπνο, όχι βέβαια αμέσως, αλλά δε θέλει και πολύ,. Ίσως μας χρειαστεί αν αποφασίσουμε να τον πάρουμε μαζί μας εκόντα ή άκοντα».

Ο Εύελπις έγνεψε καταφατικά. Μετά τα μάτια στράφηκαν προς τον Χοντρόη, χωρίς βέβαια να περιμένουν πολλά πράγματα, ο οποίος, όμως, δήλωσε με αναδιπλασιασμένη γενναιότητα: 

«Οπ οπ όπερ θέλει εμοί διαταχθεί, πράξω!»

e89f1-makedoniki-falagga

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄Κεφάλαιο δέκατο: Εξομολογήσεις

Posted by vnottas στο 13 Ιουλίου, 2018

Μέρος 8ο Κεφάλαιο δέκατο: Ο Οινοκράτης, ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον. Εξομολογήσεις.

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

αρχείο λήψης

Μαζί με όλη τη συντροφιά του ταξιδιού, πλην του Εύελπι, πάω για άλογα. Ο προϊστάμενός μου είπε ότι ο Άρχοντας Ευμένης έχει ειδοποιήσει επειγόντως το κεντρικό ιπποφορβείο της στρατιάς (λίγο έξω από την πόλη, εκεί όπου σταβλίζονται τα καλύτερα  δημόσια άλογα) να μου παραδώσουν, χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις και δίχως τη συνηθισμένη διοικητική περιέργεια, ό, τι ζητήσω σε ίππους και ιπποσκευές.  Αρκεί να πω πως έρχομαι εκ μέρους του.

Τους παραδίδω λοιπόν τα ξεθεωμένα άτια που χρησιμοποιήσαμε στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής ως τα Βάκτρα και τους ζητάω: το καλύτερο άλογο που διαθέτουν για τον προϊστάμενό μου, δύο γοργά και υπάκουα για εμένα και τον Αυτιά, που μάλλον θα τρέξουμε πολύ τις επόμενες μέρες και έναν ιδιαίτερα εύσωμο ίππο σε θέση να σηκώσει αδιαμαρτύρητα τον σχεδόν γιγαντιαίο Κάνθαρο. Είπα να κάνω λίγη πλάκα στον φίλο μου, τον Χοντρόη, και φώναξα να μου φέρουν και έναν ευτραφή ονίσκο, αλλά μόλις είδα τα μάτια του να στρογγυλεύουν ακόμη περισσότερο του συνήθους από έκπληξη και απογοήτευση, έκοψα τα αστεία και του παράγγειλα μια εξαιρετική φορβαδίτσα που, μόλις την είδε όχι μόνο συνήλθε αμέσως, αλλά και -θα έλεγα- χλιμίντρησε από τη χαρά του σε άπταιστη ιπ-ιπ- ιπ-ποελληνική.

Καβαλικεύουμε και κατευθυνόμαστε προς την έξοδο του ιπποφορβείου και από εκεί πίσω προς το κέντρο των Βάκτρων. Δεν ξέρω πώς είναι αυτή η πόλη όταν ζει καιρούς ήρεμους και περιστάσεις ομαλές, όμως σήμερα πρέπει να έχει μάλλον ασυνήθιστη όψη. Στρατεύματα. Παντού. Όχι μόνο τα δικά μας, αλλά και άλλα, προερχόμενα από διάφορα σημεία των κατακτημένων περιοχών που καταφτάνουν για να ενισχύσουν την νέα εξόρμηση. Με περίεργες εξωτικές στολές, με αλλιώτικο οπλισμό, ακόμη και με διαφορετικό βηματισμό, διασταυρώνονται ανταλλάσσοντας τους τελετουργικούς χαιρετισμούς αναγνώρισης που μόλις αποστήθισαν. Ανάμεσά τους καλπάζουν οι παντός είδους αγγελιοφόροι και περιφέρονται οι γηγενείς κάτοικοι παρατηρώντας με δικαιολογημένο ενδιαφέρον τις μετακινήσεις. Οι ντόπιοι, ανταλλάσσουν χαμηλόφωνα εικασίες για το τι μπορεί τελικά να προκύψει από όλη αυτή την αναμπουμπούλα.

Σε μια πλατεία βλέπω Έλληνες στρατιώτες καθισμένους περιμετρικά να παρακολουθούν έναν αξιωματικό που τους δείχνει και τους περιγράφει ένα τεράστιο άλλα μάλλον ήρεμο κτήνος που στέκεται υπομονετικά εκεί δίπλα επιβλεπόμενο από μια ομάδα ιθαγενών: Ένας ελέφαντας. Πλησιάζουμε για να δούμε καλύτερα το περίφημο ζώο-όπλο των Ινδών. Μεγαλύτερος και πιο υπάκουος από εκείνους που είχαμε ήδη συναντήσει στην Αίγυπτο, λέγεται πως έτσι και κατευθυνθούμε προς την Ινδία, θα έχουμε να κάνουμε μαζί του. Λέγεται επίσης ότι ο Ελέφαντας είναι θεός -τουλάχιστον για τους Ινδούς.

Θεός ή μη έχει τα αδύναμα σημεία του και αυτά προσπαθεί να περιγράψει ο έμπειρος αξιωματικός στους στρατιώτες. Αυτή τη στιγμή έχει διατάξει δύο οπλίτες να συγκρούουν τις ασπίδες τους προκαλώντας ηχηρό σαματά. Το ζώο τρομάζει, αναπηδάει και οι ανατολίτες που το  επιβλέπουν κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο.

Ο αξιωματικός δίνει αμέσως εντολή  στους ασπιδοφόρους να σταματήσουν τη φασαρία. Το ζώο ηρεμεί. Το ακροατήριο καλμάρει επίσης και ακούγονται κάποια σχόλια που προξενούν γέλια.

ξκλ

Λέω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε την πορεία μας και οι φίλοι μου συγκατανεύουν και με ακολουθούν, όταν αντιλαμβάνομαι ότι εκεί δίπλα προσπερνάει κατευθυνόμενος προς το ιπποφορβείο ένας καβαλάρης που τον γνωρίζω. Και εκείνος επίσης. Λέω να του φωνάξω, αλλά δαγκώνομαι. Ο Εύελπις είπε πως, για την ώρα, η παρουσία μας στα Βάκτρα πρέπει να είναι διακριτική. Όμως εκείνος, ένα βήμα παρακάτω, τραβάει τα χαλινάρια και στρίβει προς τα πίσω για να με δει καλύτερα.

«Οινοκράτη;!» φωνάζει.

Κάνω τον έκπληκτο. «Ευρυμέδοντα;!»

Κατεβαίνουμε από τα άλογα και αγκαλιαζόμαστε.

«Είναι κι ο Εύελπις εδώ; Πότε φτάσατε;»

«Δεν είναι πολύ. Τώρα μόλις άλλαξα τα άλογα του ταξιδιού. Εσύ;»

«Ήμουν σε αναγνωριστικό ταξίδι. Δε μπορώ να σου πω τίποτα άλλο. Μπορώ όμως να σε κεράσω μια φιάλη κεκραμένο. Είσαι;»

«Δεν είμαι μόνος μου και έχω να παραδώσω μερικά πράγματα. Όμως μπορούμε να τα πούμε το απομεσήμερο. Εντάξει;»

«Εντάξει».

«Πού; Διάλεξε εσύ που ξέρεις καλύτερα τα κατατόπια».

«Απέναντι από τον ναό της Αναίτιδας στο κέντρο, φαντάζομαι πως τον ξέρεις, υπάρχει ένα μικρό κυλικείο με εδέσματα και ροφήματα∙ τοπικά μεν αλλά εκλεκτά. 

«Έγινε. Συνάντηση λοιπόν μόλις οι σκιές εγκαταλείψουν την κατακόρυφο».

.images (22)

Είχα σκοπό να πάω να βρω το Πουλχερίδιον. Δεν της έχω γράψει ότι έρχομαι και εάν η Θαΐδα δεν την έχει ήδη πληροφορήσει σχετικά, λέω να της κάνω έκπληξη. Και να την ανακρίνω. Με την καλή έννοια, βέβαια. Δεν νομίζω πως ξέρει ενδιαφέροντα γεωπολιτικά μυστικά, αλλά ελπίζω να ξέρει τι αισθάνεται για μένα.

Ας το πω αλλιώς: Επειδή έτυχε, όπως ακριβώς και ο Εύελπις, να προσβληθώ κι εγώ  από την  σαγήνη μιας γυναίκας που ο δρόμος της δεν διασταυρώνεται αυτόματα με το δικό μου, αλλά που για να την κερδίσω θα πρέπει να πάρω αποφασιστικές πρωτοβουλίες, λέω πως είναι καιρός να δράσω. Αλλά πρώτα πρέπει να ξέρω. Τα βασικά. Την τελευταία φορά που την είδα ήτανε σίγουρα ερωτοχτυπημένη με τον Ευρυμέδοντα. Τον νεαρό Θεσσαλό ιππέα με τον οποίο συνταξίδεψε από την Περσέπολη ως τα Σούσα. (Ή μήπως έτσι μου φάνηκε, ή μήπως το ενδιαφέρον που διαπίστωνα ανάμεσά τους ήταν αντανάκλαση από εκείνο που εγώ άρχιζα τότε να αισθάνομαι γι αυτήν;) 

Έλεγα λοιπόν να πάω να τη βρω σήμερα, αμέσως μετά την παράδοση του αλόγου στον Εύελπι. Να όμως που η Ειμαρμένη μου έβαλε τρικλοποδιά και ο δρόμος μου διασταυρώθηκε αναπάντεχα με εκείνον του Θεσσαλού. Έστω. Ας δω πρώτα τον Ευρυμέδοντα. Αλλά ας είμαι προετοιμασμένος κατάλληλα. Γι αυτό, αφού παρέδωσα το άλογο στον Εύελπι, πριν ξεκινήσω για την πλατεία του ιερού ναού της Αναίτιδας (μια τοπική εκδοχή της Αφροδίτης, με ολίγη από Αρτέμιδα) πέρασα από το πανδοχείο όπου είχαμε προσωρινά καταλύσει και πήρα μαζί μου τα μυστικά μου όπλα.  

.ΘΥΣΙΕΣ

«Αδελφέ μου, δε ξέρω τίποτα για τα ζουμιά που καταναλώνουν οι πότες σε αυτή τη γωνιά του κόσμου. Όμως ο υποφαινόμενος Οινοκράτης είναι φημισμένος για την προνοητικότητά του. Γι αυτό έχω πάντα -σχεδόν πάντα- μαζί μου ένα φλασκί με χειροποίητο βελτιωτικό. Λίγες σταγόνες του αρκούν για να μετατρέψουν οποιοδήποτε ξύδι σε Νέκταρ. Ας πούμε ¨σχεδόν νέκταρ¨ για να μην προκαλέσουμε την οργή κανενός από τους δικούς μας θεούς, που είναι και λίγο παρεξηγιάρηδες», είπα και έβγαλα με προσοχή από τον δισάκο μου το δοχείο με τη Χαχόμα υπ’ αριθμόν δύο (τη ¨χειροποίητη¨ ή ¨αιρετική¨). Δεν ήταν μια εύκολη κίνηση γιατί μέσα στο σάκο, εκτός από τις δύο χαχόμες, είχα και το επικίνδυνο ¨δοχείο-οπλή¨, αφημένο εκεί μέχρις ότου βρω τον καλύτερο δυνατό κρυψώνα, εδώ στα Βάκτρα. Ήταν ένα τεκμήριο της συνωμοσίας των Άλλων που θα μπορούσε να μας χρειαστεί.

Εν τούτοις ο Ευρυμέδων δε χρειαζόταν πολλές- πολλές εξηγήσεις. Ήταν ευτυχής που βρήκε έναν παλιό γνώριμο, στον οποίο είχε εμπιστοσύνη και με τον οποίο δεν θα χρειαζόταν να υποκριθεί οτιδήποτε. Γιατί τα τελευταία χρόνια, πάνω κάτω από τότε που είχαμε να ειδωθούμε, ο Ευρυμέδοντας είχε εξελιχθεί σε έναν ικανό μυστικό διερευνητή.  Επομένως ήταν υποχρεωμένος να αλλάζει ταυτότητες και ιδιότητες. Ήξερα ήδη ότι, μετά τις ανακαλύψεις που είχαμε κάνει εμείς στα Σούσα, του είχε ανατεθεί η διείσδυση στο περιβάλλον των περσών πριγκίπων. Έτσι είχε  υποδυθεί τον δυσαρεστημένο μακεδόνα εταίρο, τους είχε προσεγγίσει και είχε εξασφαλίσει σημαντικές πληροφορίες που βοήθησαν τους χειρισμούς της ηγεσίας απέναντί τους. Μετά του ανατέθηκαν και άλλες ανάλογες αποστολές, που για την επιτυχή διεκπεραίωσή τους χρειάστηκε να γίνει: πλούσιος Ίωνας έμπορος, μοναχικός κυνηγός θηρίων στη παραμεθόριο σκυθοκρατούμενη ζώνη, ως και -τελευταία-  φιλομαθής δυτικός λόγιος εξερευνητής στη χώρα των Ινδών.

Έτσι ο Θεσσαλός είχε, ούτως ή άλλως, την καλή διάθεση, τόσο να πιει, όσο και να αφηγηθεί. Για τις όποιες θεμιτές αναστολές του φρόντισε η χειροποίητη αιρετική χαχόμα που, όπως έλεγα παραπάνω, έβγαλα από τον διπλό μου σάκο, ξεβούλωσα με προσοχή και έσταξα μερικές σταγόνες στο ρυζοποτό που μας είχε φέρει ένας ντόπιος σαρικοφόρος. Φυσικά ήπια και εγώ και, φυσικά επίσης, ξέχασα τα πάντα έως ότου, αργότερα, βρήκα στη τσέπη μου ένα πρόχειρο σημείωμα με τον γραφικό μου χαρακτήρα, που έλεγε: ¨Πιες λίγη Χαχόμα και θυμήσου: πιθανώς υπάρχουν νεότερα¨

.αρχείο λήψης (2)

«… Λοιπόν που λες, πίσω από το βουνό στα ανατολικά, υπάρχουν οι χώρες του ποταμού Ινδού. Το ποτάμι, αφού δεχθεί κάμποσους παραπόταμους που φέρνουν νερό από τα βουνά, κατευθύνεται προς το Νότο, στη θάλασσα των Περσών και, από κάποιο σημείο και μετά, είναι πλωτό. Τουλάχιστον σε μεγάλα τμήματά του. Στα νότια ρέει ανάμεσα σε ερημικές περιοχές, πράγμα που αν αληθεύει σημαίνει ότι η διείσδυση στην Ινδία από εκεί πρέπει να είναι δύσκολη. Αν είναι να γίνει η εισβολή, συμφέρει να την επιχειρήσουμε εδώ, αμέσως μετά τους βόρειους ορεινούς όγκους.

Τα βουνά εδώ γύρω είναι δύσβατα και πανύψηλα. Δυσκολεύτηκα πολύ να τα διερευνήσω. Σε μια φάση μάλιστα χάθηκα ανάμεσα τους.  Ήξερα πως έπρεπε να κατευθυνθώ δυτικά για να επιστρέψω εδώ, όμως τα μονοπάτια κατέληγαν σε απύθμενους γκρεμούς και σε αδιέξοδα. Δε ξέρω αν θα τα κατάφερνα να επιβιώσω, εάν ο καιρός δεν ήταν κάπως μειλίχιος και εάν δε συναντούσα κάτι καλόβολα ανθρωπάκια, τυλιγμένα σε μακριές ρόμπες, που με βοήθησαν και με φιλοξένησαν για κάποιο διάστημα. Ανακάλυψα έτσι ότι πρόκειται για ένα είδος ερημίτες-ιερείς που λατρεύουν έναν μακρινό βουνίσιο θεό, διαφορετικό από εκείνους των βραχμάνων Ινδών, αλλά και από τους θεούς που επικαλείται ο Πέρσης  προφήτης Ζωροάστρης. Τον λένε Βούδα ή κάπως έτσι. Οι ιερείς του ζουν, πολλοί μαζί, σε ένα μεγάλο οίκημα που κρέμεται στον βράχο σαν αετοφωλιά. Ως υπέρτατο αγαθό αναζητούν κάτι που μοιάζει με -¨ολύμπια¨ θα λέγαμε εμείς- ηρεμία! Είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια θρησκεία που φιλοσοφεί.  Σκέφτηκα πως το θέμα θα ενδιέφερε τον Καλλισθένη…  Αλήθεια τι συμβαίνει με τον Ολύνθιο; Πριν φύγω είχα μάθει πως έχει προβλήματα, τώρα μου λένε πως έχει συλληφθεί…»  

Πρέπει να του τα είπα. Όλα. Για τον Καλλισθένη και τη συνωμοσία των Άλλων, για την κατάσταση στην Αθήνα, για την ιστορία με τα αγάλματα των Τυραννοκτόνων και τη χειραφέτησή μου, για τις περιπέτειες του ταξιδιού προς και από την Αθήνα. Πιθανότατα τώρα θα τα έχει κιόλας ξεχάσει. Όμως εκείνο που μετράει είναι πως όταν τα πρωτάκουσε έδειξε ειλικρινές και συμπάσχον ενδιαφέρον. Με ρώτησε μάλιστα τι πρέπει να κάνει για να βοηθήσει. Του είπα να περιμένει. Αν τον χρειαστούμε θα τον ειδοποιήσουμε έγκαιρα.

Τώρα ήταν η σειρά μου να ρωτήσω. Αλλάζοντας θέμα.

«Εκείνο το ωραίο κορίτσι με το οποίο είχατε φτάσει μαζί στα Σούσα τι κάνει; Ναι, εκείνη που έφερνε την επιστολή της Θαίδας για την Φρύνη».

«Μάλλον λες για τη μικρή Πουλχερία. Έχεις δίκιο. Ήταν ένα ωραίο κορίτσι».

«Γιατί, τώρα δεν είναι; Της συνέβη κάτι;»

«Δεν ξέρω. Ελπίζω όχι, θα ήταν κρίμα. Μόνο που έχω καιρό να την δω. Με όλα αυτά τα ταξίδια που χρειάστηκε να κάνω τελευταία δεν είχα πολύ διαθέσιμο χρόνο»

Πρέπει να πήρα μια βαθειά ανάσα ανακούφισης.

Αλεξικ411

Ο ήλιος είχε ήδη κρυφτεί πίσω από τα δυτικά βουνά όταν φύγαμε από το κυλικείο της πλατείας της Αναίτιδας. Και οι δύο τελούσαμε σε κατάσταση όχι πλήρως ελεγχόμενης ευθυμίας. Μέσα μας η πίεση για εξομολογήσεις πρέπει να καταλάγιαζε κάπως, αλλά δεν είχαμε πάψει -και οι δύο, ταυτοχρόνως – ανάμεσα στα αλλεπάλληλα κύματα νύστας που μας πλημμύριζαν, να λέμε κι άλλα από τα σώψυχά μας ο ένας στον άλλο… Μετά αποχαιρετιστήκαμε με έναν αλληλέγγυο εναγκαλισμό και είπαμε να ξανασυναντηθούμε το συντομότερο για να πούμε κι άλλα.  Ο Ευρυμέδοντας απομακρύνθηκε γερτός πάνω στο άλογό. Ελπίζω το ζώο να ήξερε το δρόμο για το κατάλυμά του. Το δικό μου μάλλον δεν ήξερε και περίμενε σαφείς εντολές. Δεν το καβαλίκεψα, παρά πήρα τα χαλινάρια πεζός και το τράβηξα μαζί μου.

Νύσταζα. Πολύ. Όμως ήξερα πως η αιτία ήταν μια γνωστή παρενέργεια της Χαχόμας και αυτό με έκανε αισιόδοξο. Μα και βέβαια, θα μπορούσα να την ελέγξω την νύστα. Και ασφαλώς θα μπορούσα να κάνω απόψε εκείνο που θα ήταν συνετότερο να κάνω αύριο. Δηλαδή να επισκεφτώ το Πουλχερίδιο. Έτσι κι αλλιώς τα παραπατήματά μου με οδηγούσαν εκεί κοντά, προς το κτίριο όπου, όπως είχα έγκαιρα φροντίσει να μάθω,  ήταν εγκατεστημένη η Θαίδα και η ακολουθία της.

Παρέκαμψα την πολυτελή κεντρική είσοδο, έδεσα το άλογο σε έναν δημόσιο δετήρα και βρήκα μια ανώνυμη μικρή πόρτα στην πίσω μεριά. Την έσπρωξα. Δεν ήταν αμπαρωμένη από τα μέσα. Υποχώρησε και βρέθηκα σε ένα είδος μαγειρείου. Πάλι. Όπως και στην Αθήνα, στο Πρυτανείο, όταν παρακολουθούσα την Ιππαρχία.

«Εεεπ! Στάσου. Πού πας εσύ;» άκουσα μια λεπτή φωνούλα με έντονη ασιατική προφορά. Προερχόταν από έναν εύσωμο μάγειρα-ευνούχο, ο οποίος κάτι ανακάτευε μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι.

Έπνιξα ένα ξεχειλωμένο χασμουρητό, το μετέτρεψα με το ζόρι σε συμπαθητικό χαμόγελο και του είπα: «Γλυκύτατε Μάγειρα. Μπορεί να μη με γνωρίζεις, αλλά δεν είμαι ξένος, αντίθετα είμαι πολύ καλός φίλος των κυριών που διαμένουν σε αυτό το κτίριο. Θα σου ήμουν λοιπόν ευγνώμων  εάν ειδοποιούσες την νεαρή κυρία Πουλχερία πως ένας φίλος της την περιμένει εδώ».

Ο μάγειρας εξακολούθησε το ανακάτωμα με τη μεγάλη κουτάλα του. «Και ποιο είναι το όνομα του φίλου της μικρής κυρίας Πουλχερίας;» με ρώτησε.

«Αυτό ας μην της το πούμε για την ώρα, έτσι ώστε να της κάνουμε μια μικρή έκπληξη», είπα και του ενεχείρησα μια χούφτα μικρά ντόπια νομίσματα, με τα οποία, λίγο πριν, είχα επιχειρήσει  να κεράσω τα ποτά και τους μεζέδες που καταναλώσαμε με τον Ευρυμέδοντα.  (Ανεπιτυχώς! -ο Θεσσαλός ισχυριζόταν  σθεναρά ότι ήταν η σειρά του).

«Άϊντε, καλά», είπε ο μάγειρας και μου παράδωσε την κουτάλα. «Δυνατά για να μην κόψει», μου παράγγειλε επιτακτικά.

ξθυ

Εμφανίστηκε πρώτα ο ευνούχος που ήρθε κατ’ ευθείαν σε μένα και ξαναπήρε αποφασιστικά την κουτάλα του. Πίσω του, το Πουλχερίδιον, ή μάλλον η μικρή κυρία Πουλχερία, έμεινε μια στιγμή ακίνητη κάτω απ’ την κάσα της εσωτερικής πόρτας. Μετά πέταξε ένα καμπανιστό ηχηρό γελάκι. «Ώστε η κυρία Θαΐδα δεν με κορόιδευε. Είναι αλήθεια. Επιστρέψατε!» Μετά έτρεξε και με αγκάλιασε σφιχτά.

Δεν είχε αλλάξει πολύ. Ήταν μόνο λίγο πιο όμορφη, μια ιδέα πιο μεστή, μία στάλα πιο τροφαντή από τότε. Με τράβηξε προς μια γυριστή εσωτερική σκάλα και ανεβήκαμε ως μια μικρή αίθουσα υποδοχής, άδεια εκείνη τη στιγμή. Καθίσαμε δίπλα δίπλα σ’ ένα ανάκλινδρο.

Η επαφή μαζί της έδιωξε κάπως τα κύματα της νύστας που μου επιτίθονταν. Όχι όμως και την άμεση επιθυμία για εξομολόγηση. Μόνο που αυτή τη φορά η εξομολόγησή μου θα είχε χρώμα ρόδινο και άρωμα έρωτα. 

Όμως αυτή τη στιγμή μιλούσε εκείνη: «Σ’ ευχαριστώ για τις επιστολές. Χάρη σ’ αυτές μπόρεσα να ταξιδέψω μαζί σου. Να βρεθώ σε αυτή την αξιοθαύμαστη Αθήνα που την ήξερα μόνο από τις νοσταλγικές ιστορίες της κυράς μου. Να ζήσω τις αρμυρές ναυτικές σου περιπέτειες. Αχ, υποσχέσου μου πως θα συνεχίσεις να μου γράφεις… ακόμη και εάν, όπως ελπίζω, τώρα θα τα λέμε κι από κοντά».

«Θα σου γράφω όσο θες, για ό, τι θες. Όποτε θέλεις». Έπνιξα ένα προδοτικό χασμουρητό και ξερόβηξα. «Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα ότι οι γραφές μου σου αρέσουν τόσο. Αν το ήξερα θα σου είχα ετοιμάσει μία σημερινή επιστολή. Αντί να στα πω, θα στα έγραφα».

«Εντάξει», γέλασε εκείνη. «Για σήμερα δεν πειράζει. Αν έχεις κάτι επείγον να μου πεις σε ακούω με όλη μου την προσοχή»

«Άκουσέ με λοιπόν μικρό μου Πουλχερίδιο. Μου άρεσες παλιά και μου αρέσεις και τώρα. Πολύ. Σού έγραψα για αυτά που συνέβησαν στην Αθήνα, – έστω, για τα περισσότερα∙ έχω υλικό και για άλλες γραπτές αφηγήσεις-  και έτσι ξέρεις ότι χειραφετήθηκα και ότι τώρα πια είμαι ελεύθερος κάτοικος της Αθήνας. Αλλάζω ζωή μικρό μου Πουλχερίδιο. Επομένως σε ρωτάω: θα ήθελες να με συντροφέψεις στη νέα μου αυτή ζωή; Θέλεις να γίνεις η γυναίκα μου;»

Χαμογέλασε. Γλυκά. «Τι περιμένεις να σου απαντήσω», μου είπε με μια δόση από το γνωστό της νάζι.

«Ελπίζω να μου πεις ναι. Φοβάμαι ότι θα μου πεις όχι. Τρέμω μήπως με αφήσεις χωρίς απάντηση», της απάντησα με όλη την χαχομική μου ειλικρίνεια.

«Δε θα το κάνω αυτό. Και θα είμαι και εγώ ευθεία και ανυπόκριτη μαζί σου. Περίμενα ότι κάτι θα μου ζητούσες. Υπέθετα ότι θα ήταν κάτι απλούστερο. Ας πούμε μια νύχτα μαζί μου. Δεν ξέρω τι θα σου απαντούσα τότε, αλλά τώρα χαίρομαι που δεν ήταν αυτό. Γιατί το αίτημά σου είναι ευγενέστερο και με τιμά. Έστω κι αν αυτό που μου ζητάς δεν εξαρτιέται  από μένα. Το ξέρεις πως εγώ δεν είμαι ελεύθερη. Ανήκω στη κυρά μου, τη Θαίδα. Χωρίς τη συγκατάθεσή της  δεν μπορώ να απομακρυνθώ δάκτυλο από κοντά της».

Την κοίταξα παραξενεμένος. Η γυναίκα που είχα απέναντί μου ήταν διαφορετική από το εύθυμο, πνευματώδες και ναζιάρικο κοράσιο που ήξερα. Είχε αλλάξει. Προς το καλύτερο. Τώρα ήταν μια γυναίκα που διάβαζε και που μπορούσε να εκφραστεί με άνεση. Μια γυναίκα με σύνεση, θα τολμούσα να πω.

Έπιασα και τα δυο της χέρια και τα έσφιξα

«Το θέμα της Θαίδας άφησέ το σε μένα, της είπα. Πες μου μονάχα τι επιθυμείς εσύ».

Την ένοιωσα να χαλαρώνει. Την είδα να χαμογελάει… καταφατικά! Ένα χαμόγελο που δεν πρόκειται να ξεχάσω.

Ούτε το αγκάλιασμά της, αμέσως μετά, θα ξεχάσω.

Ο μισός από εμένα απογειώθηκε σε σφαίρες ανώτερες και  ευδαιμονικές, ο άλλος μισός δέχτηκε πάλι ένα κύμα αδυσώπητης νύστας. Φοβήθηκα μήπως γίνω τελικά ρεζίλι. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ και να αυτοελεγχθώ. Η Χαχόμα μου επέβαλε να είμαι ειλικρινής και επίσης να κοιμηθώ κατεπειγόντως.

«Όμορφή μου», της είπα και σηκώθηκα όρθιος παραπατώντας ελαφρά. «Δε ξέρω αν είμαι μαγεμένος από την παρουσία σου ή αν φταίνε τα μάγια που έκανα εγώ στον εαυτό μου προκειμένου να βρω το κουράγιο να σου μιλήσω. Όμως τώρα θα φύγω. Θα σε δω αύριο και θα πούμε πολλά.

Δε νομίζω ότι περίμενε να φύγω έτσι γρήγορα. Ωστόσο δεν παραπονέθηκε. Ίσως χρειαζόταν και εκείνη λίγο χρόνο με τον εαυτό της για να εσωτερικεύσει αυτά που συνέβαιναν. Περισσότερο μου ένευσε παρά μου είπε ¨ναι εντάξε黨. Άγγιξα τα χείλη της με τα δικά μου, έκανα μεταβολή σχεδόν σα να ήμουν νηφάλιος και έτρεξα προς την πίσω έξοδο. Το καινούργιο μου άλογο ήταν εκεί όπου το είχα αφήσει. Το πρόβλημα που απέμενε τώρα ήταν να καταφέρουμε να φτάσουμε πίσω, στο πανδοχείο.

images (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο δωδέκατο: Πάμε Κόρινθο;

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2018

Κεφάλαιο δωδέκατο: Όπου ο Οινοκράτης, παρέα με μια εξελληνισμένη Χαχόμα, ξαναγράφει στο Πουλχερίδιον

(Αποσπάσματα από την επιστολή του Οινοκράτη)

cebcceb7cf87ceb1cebdceae-cf84cebfcf85-cf87cf81cf8ccebdcebfcf85-cf83cebaceb1cebdceb4ceb1cebbcf8eceb4ceb7-ceadcf81ceb3ceb1-cf83cf84ceb7-4

…Έτσι που λες, αγαπητό μου Πουλχερίδιον, εκείνο το βραδάκι βρέθηκα, μαζί με τον παλιόφιλο τον Φιλήμονα, στην αριστερή όχθη του Ιλισού κοντά στην πηγή της Καλλιρρόης, όπου πρέπει να σου πω πως  ήταν πολύ όμορφα, κι έπνεε μια αύρα δροσερή, και τα τζιτζίκια τζιτζίριζαν, αλλά μετά, όταν σκοτείνιασε και φάνηκαν τ’ αστέρια, αυτά σταμάτησαν, και τη μουσική επιμέλεια ανέλαβε μια χορωδία γρύλων, πολύ καλοί κι αυτοί,  και σε σκεπτόμουνα, και έλεγα: καλός ο Φιλήμονας, αλλά εάν ήταν εδώ το Πουλχεριδάκι, θα ήταν καλύτερα.

Είχε και ένα ανισόρροπο χρυσαφί φεγγάρι που κάποια στιγμή ξεπρόβαλε μισόγιομο από τη μεριά του Υμηττού (είναι γνωστό στην Αθήνα πως αυτό το βουνό δεν είναι εντελώς στα καλά του και σου ξεφουρνίζει κάθε φορά ό, τι θέλει, από περιεργόσχημα σύννεφα, έως τρελά χρυσαφιά μισοφέγγαρα!)  κι εγώ είχα πάρει μαζί μου ένα φλασκί χαχόμα, από εκείνη που είχαμε φτιάξει μαζί με τον Χοντρόη στην Ασία, για να κεράσω, άμα λάχει, τις νέες μου αποψινές γνωριμίες. Να σου πω την αλήθεια, την έχω δίπλα μου αυτή τη στιγμή την Χαχομίτσα∙ μόνον που την έχω αραιώσει κάπως με ρετσίνα για να φτουρήσει λίγο παραπάνω,  και μου κρατάει συντροφιά καθώς σου γράφω, και μου λείπεις, και σε σκέπτομαι!

Εσύ είσαι μικρή ακόμη, αγαπητή μου Πουλχεριδίνα και ίσως δεν μπορείς ούτε καν να φανταστείς τι μεγάλη ποικιλία ανθρώπων υπάρχει στο γύρο. Κι αυτοί εκεί που συχνάζουν στα πέριξ του  τρίτου γυμνάσιου, αυτοί που αυτοαποκαλούνται ¨σκύλοι¨, ενώ οι υπόλοιποι αθηναίοι τους θεωρούν ξέχωρη φιλοσοφική τάση και έχουν αρχίσει να τους ονομάζουν ¨κυνικούς¨, είναι αρκετά αλλιώτικοι από εκείνους που συναντάς κάθε μέρα… Ακόμη και σε μια πολύπλοκη και πολυποίκιλη και απρόβλεπτη πόλη σαν την Αθήνα. 

Πάρε, ας πούμε, έναν τύπο που τον λένε Κράτη… Όχι Οινοκράτη σαν τον υπογράφοντα (αυτός, όπως ξέρεις είναι ένας και μοναδικός και σου είναι αφοσιωμένος), αλλά Κράτη σκέτο. Τι κρατάει και σε τι είναι κραταιός αυτός ο τύπος; Άγνωστο. Είναι άτσαλος, στραβοχυμένος και μάλλον ασχημομούρης. Άμα όμως ανοίξει το στόμα και αρχίσει να μιλάει, ακόμη κι εγώ, που έχω πνεύμα κριτικό και δε γοητεύομαι εύκολα, λέω: Τι απίθανος τύπος! Όχι επειδή τα λέει καλά, δεν είναι δα κανένας χρυσόστομος ρήτορας. Αλλά γιατί αυτά που λέει έχουν ενδιαφέρον. Κι ας μην έχουν μεγάλη σχέση με αυτά που πιστεύουν οι περισσότεροι. Λέει, ας πούμε, πως σημασία στη ζωή έχουν τα απλά, τα ουσιαστικά  πράγματα και πως οι τυπολάτρες και οι ¨καθώς πρέπει¨ δεν κάνουν άλλο παρά βασανίζονται από μόνοι τους και μάλιστα χωρίς λόγο.

Αλλά μου προκύπτει ακόμη πιο απίθανος όταν μαθαίνω δυο τρία πράγματα γι αυτόν. Λοιπόν άκου: Λένε ότι στην πατρίδα του, τη Θήβα, ήταν πλούσιος. Από κληρονομιά.  Τα μοίρασε όμως όλα στους φτωχούς και ήρθε στην Αθήνα, για να μαθητεύσει στη σχολή που είχε ιδρύσει ο Αντισθένης, και στην οποία, εκείνη την περίοδο, κυριαρχούσε ο Διογένης από τη Σινώπη. Εδώ ζει φτωχικά, αλλά οι Αθηναίοι τον αγαπάνε. Όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές γι αυτόν. (Αλλά κι όσες δεν είναι, λένε,  τις ανοίγει μόνος του, γι αυτό μερικοί τον αποκαλούν¨ θυρεπανοίκτη¨, άρα ίσως να ‘ναι και ολίγον τι της ¨προσκολλήσεως¨).

Μετά την αποχώρηση του Διογένη από την Αθήνα, ανάμεσα στους ¨κύνες¨ είναι κάπως σαν αρχηγός και κάπως σαν δάσκαλος. Όμως ξέρεις ποιο είναι το πιο παράδοξο απ’ όλα, αγαπημένο μου Πουλχερίδιο; Υπάρχει μια όμορφη και πλούσια και έξυπνη ξανθιά που όχι μόνο τον λατρεύει και το παραδέχεται δημόσια, αλλά που τον έχει παντρευτεί κιόλας. Ε, ναι. Αυτός ο Κράτης έχει όλα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να τον αναδείξουν σε  ένα είδος ήρωα των σημερινών -παράξενων- καιρών! 

Αλλά άκου να σου πω πώς γνωρίστηκαν με την όμορφη ξανθιά που την λένε Ιππαρχία. Έχει γούστο!

Εκείνη είχε καταφτάσει με την οικογένειά της από τη Θράκη. Οι γονείς της ήταν πλούσιοι άποικοι στην Μαρώνεια, οι οποίοι κατάφεραν να μεταφέρουν την περιουσία τους στην Αθήνα, προτού η πόλη τους περάσει κάτω απ’ τον πλήρη έλεγχο του Φίλιππου. Η Ιππαρχία έχει έναν αδελφό -τον λένε Μητροκλή, που ενδιαφέρεται κι αυτός για τη φιλοσοφία∙  εντάχθηκε λοιπόν στους Περιπατητικούς του Αριστοτέλη. Όμως, όπως λένε και οι ¨σκύλοι¨: και οι φιλόσοφοι δεν είναι παρά άνθρωποι! Ακόμη και εκείνοι της εκλεκτής περιπατητικής σχολής!

Έτσι λοιπόν μια μέρα που ο Μητροκλής αγόρευε προς τους συμφοιτητές του στα πλαίσια μιας ρητορικής άσκησης, του συνέβη κάτι το κατ’ εξοχήν ανθρώπινο. Του ξέφυγε μία. Πορδή. Απ’ τις ηχηρές. Εκείνοι δεν συγκράτησαν τα γέλια τους. Και αυτό ανθρώπινο, εδώ που τα λέμε. Από τη μια οι υψηλόφρονες ρητορικοί λόγοι, κι απ’ την άλλη η πομπώδης μεν, αλλά τελείως φυσική υπόκρουση∙ ξεκαρδίστηκαν!

Αυτοί γέλασαν, αλλά ο Μητροκλής κλείστηκε σπίτι του με βαριά κατάθλιψη. Και ίσως να εγκατέλειπε για πάντα και την ρητορική και την φιλοσοφία, αν δεν κατέφθανε αρωγός στη δυστυχία του, αισιόδοξος και πειστικός ο Κράτης. Του εξήγησε ότι σε όλο αυτό το επεισόδιο, το φυσικό, το φυσιολογικό, το ανθρώπινο, υπήρξε η πορδή.   Το αφύσικο ήταν τα τεχνητά ρητορικά σχήματα που αυτός εκφωνούσε όταν, εκείνη, θεώρησε καλό να παρέμβει. Και αυτό, είπε, του το λέει με πλήρη αίσθηση ευθύνης, όχι ένας οποιοσδήποτε  υποκριτής, αλλά ένας γνωστός λάτρης της φακής!

Έτσι ο Μητροκλής είδε να ανοίγεται μπροστά του μια νέα, αλλιώτικη θέαση των πραγμάτων της ζωής. Και έγινε, όχι μόνο ακόλουθος στα φιλοσοφικά, αλλά και φίλος του Κράτη. Στενός. Τόσο που τον παρουσίασε και στην αδελφή του, η οποία τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα.

Αυτά τα ωραία συμβαίνουν εν Αθήναις γοητευτικό μου Πουλχερικάκι!

gr0063

Τι άλλο να σου πω για εκείνη τη βραδιά… Θα σου πω, αφού πρώτα πιω στην υγειά σου ολίγη Χαχορετσίνα ακόμη… πως όταν φτάσαμε, η συντροφιά των κυνικών συζητούσε για το θέατρο. Με το που μπήκαμε τα αυτιά του Φιλήμονα σηκώθηκαν αυτομάτως όρθια, γιατί το θέμα τον ενδιαφέρει εξόχως και έχει άποψη για όλα τα θεατρικά ζητήματα. Συγκεκριμένα μιλούσαν για το νέο νόμο που πέρασε πρόσφατα στη βουλή ο Λυκούργος και είχαν διαιρεθεί στα δύο, άλλοι υπέρ και άλλοι κατά. Ποιος νόμος; Θα σου εξηγήσω.

Στα αθηναϊκά θέατρα, όπως σίγουρα θα έχεις ακουστά, ανεβαίνουν κάθε χρόνο πολλές -και ως επί το πλείστον καλές, θα έλεγα- θεατρικές παραστάσεις. (Άμα θα έρθεις στην Αθήνα, σίγουρα θα σε πάω να δεις μερικές. Τί μερικές, όλες θα έλεγα). Αρκετές από αυτές αφορούν σε καινούργια έργα που παίρνουν μέρος σε διάφορους θεατρικούς διαγωνισμούς, ενώ άλλες είναι επαναλήψεις παλιότερων, συνήθως κλασικών έργων του προηγούμενου αιώνα. Είναι σχετικά με αυτές, τις τελευταίες, που έχει προκύψει πρόβλημα. Δηλαδή, συχνά, οι υπεύθυνοι για την διδασκαλία των παλιών καλών έργων, τα ¨εκσυγχρονίζουν¨, αλλάζοντας τα κείμενα των παλιών συγγραφέων και παρεμβάλλοντας δικά τους. Ο νόμος του Λυκούργου λοιπόν, απαγορεύει αυτές τις παρεμβάσεις, γιατί, όπως αναφέρει το σχετικό ψήφισμα, υπάρχει κίνδυνος να ξεχαστούν τα γνήσια αρχικά κείμενα των μεγάλων συγγραφέων του παρελθόντος.

¨Και ποια είναι τα αρχικά  κείμενα;¨ αναρωτήθηκαν μερικοί. ¨Υπάρχουν ακόμη;¨ Οπότε ο Λυκούργος πρόσθεσε στον νόμο τη δημιουργία μιας επιτροπής από ειδικούς που θα αποφανθεί για τη γνησιότητα και θα καθορίσει την τελική μορφή των κειμένων που θα καταχωρηθούν ως εγκεκριμένα και θα μπορούν να ανεβαίνουν στα αθηναϊκά θέατρα. 

Ο Φιλήμονας, υποθέτω επειδή δεν θέλει να αγγίξει κανένας τα δικά του έργα, ούτε τώρα ούτε στο απροσδιόριστο μέλλον, τάχθηκε αναφανδόν υπέρ του νέου νόμου. Εμένα πάλι μου έκανε εντύπωση πώς ένας αμούστακος πιτσιρικάς που τον έλεγαν νομίζω Μένανδρο, ήταν από τους πιο πειστικούς και ένθερμους υποστηρικτές των ¨δημιουργικών παρεμβάσεων¨. Νεωτεριστής ο μικρός και απ’ ό, τι έμαθα, γράφει κιόλας. Μου φάνηκε ήδη περίεργο που του έδωσαν το λόγο, όμως τελικά κατάλαβα ότι εδώ υπάρχουν αλλιώτικες προτεραιότητες απ’ ό, τι αλλού και πως οι ταλαντούχοι πιτσιρικάδες έχουν ειδική μεταχείριση.

images (10)

Στην υγειά σου και πάλι αξιολάτρευτο Πουλχεράκιο∙ πρέπει να σου εξομολογηθώ πως, δε ξέρω τι με έπιασε, αλλά νοιώθω μια επιθυμία απόψε να σου τα εξομολογηθώ όλα. Όλα όσα σκέπτομαι… αυτά που με παρηγορούν και αυτά που με τυραννάνε.

Λοιπόν, στο είπα; Ή δεν στο είπα; Δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή, αλλά θα σου το πω τώρα: Ανάμεσα σε όλα τα άλλα, ο φίλος σου ο Οινοκράτης βάλθηκε τον τελευταίο καιρό να ψάχνει τον πατέρα του! 

Δεν ξέρω πώς είσαι εσύ από άποψη πατρότητας, δηλαδή αν τον ξέρεις ή όχι εκείνον που έβαλε ένα χέρι στη μεταφορά σου σε αυτόν εδώ τον αλλόκοτο κόσμο, εγώ όμως έλαχε να μην τον γνωρίσω αυτόν τον τύπο, τον δικό μου, και μερικές φορές με πιάνει μια έντονη περιέργεια και θα ‘θελα να ξέρω ποιος θα μπορούσε να είναι.  Έχω λοιπόν αρχίσει να ρωτάω. Εσύ, βέβαια, θα μου πεις πως, αφού με σκάρωσαν στις Συρακούσες, τι στην ευχή τα σκαλίζω όλα αυτά εδώ στην Αθήνα; Αχ, Πουλχεριδάκο μου, ρωτάς γιατί δεν μπορείς να φανταστείς τι μπορεί να ανακαλύψει κανείς εδώ  πέρα. Τα πάντα. Άσε που έχω και μερικές – αδύναμες, εντάξει – ενδείξεις πως ο εν λόγω τύπος έχει κάποια σχέση με την Αθήνα.

Έτσι, εκείνο το βράδυ, αφού η κουβέντα περί θεάτρου εξαντλήθηκε χωρίς οι συζητητές να συμφωνήσουν, ούτε να πάρουν κάποια κοινή απόφαση, βρεθήκαμε, εγώ κι ο Φιλήμονας, σε μια μικρότερη συντροφιά, όπου βρισκόταν και ο Κράτης που σου έλεγα παραπάνω, μαζί με την ωραία ξανθιά Ιππαρχία (που φαίνεται πως δεν τον αφήνει  ν’ απομακρυνθεί δάκτυλο μακριά της), τον Μητροκλή, τον Φώκο (τον γιο του άρχοντα Φωκίωνα) και δυο τρεις από τους εξήκοντα καλαμπουριτζήδες του Κυνοσάργους. Ο Φιλήμονας έκανε τις οφειλόμενες συστάσεις και μετά είπαμε διάφορα, σιγοπίνοντας  αραιωμένο κρασάκι και αναψυκτικά που προμηθευτήκαμε από τους περιφερόμενους οινοχόους μικροπωλητές.

Εάν τυχόν μας άκουγες καθώς τα λέγαμε, εσύ Πουλχερινάκι μου,  που έχεις μυαλό ξυράφι, θα καταλάβαινες σίγουρα ότι αυτοί μου κάνανε έμμεσες ερωτήσεις προσπαθώντας να αποσαφηνίσουν τι θέλει άραγε αυτός ο περίεργος τύπος (εγώ) από την παρέα τους. Εγώ από την άλλη τους ρωτούσα διάφορα σχετικά με  τη φιλοσοφία των κυνών, προσπαθώντας να προβλέψω έως που θα μπορούσαν να φτάσουν όταν θα προσπαθήσουν, την επόμενη φορά, να περάσουν από τις θεωρίες (και τις κλοπές αγαλμάτων) σε πράξεις πιο ανυπότακτες.

Η συζήτηση είχε κάπως μπουκώσει, όταν ο Φιλήμονας μου θύμισε το φλασκί που, παρατηρητικός όπως είναι, με είχε δει να βάζω στο σακίδιό μου, πριν ξεκινήσουμε για εδώ. Ρώτησα λοιπόν ευγενικά τους υπόλοιπους αν θα μου επέτρεπαν να αναμίξω στο κρασί μου λίγο από αυτό το φανταστικό ανατολίτικο πρόσθετο, που είχα φέρει από την Ασία. Αυτοί, της Ιππαρχίας μη εξαιρουμένης, επέδειξαν φιλομάθεια και ενθουσιασμό για το εξωτικό ποτό και με ρώτησαν για την προέλευση και τις ιδιότητες της Χαχόμας. Τους είπα λίγο πολύ την αλήθεια. Δηλαδή πως πρόκειται για μια προσπάθεια ιδιόχειρης αναπαραγωγής ενός ιερού ιρανικού ποτού. Τους διαβεβαίωσα επίσης ότι το είχα ήδη δοκιμάσει και είχα διαπιστώσει ότι πέρα από μια έντονη ευεξία και μια ενίσχυση της ομιλητικής διάθεσης, δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής επικίνδυνες παρενέργειες. Μου επέτρεψαν λοιπόν να πιώ, και εγώ το έκανα στην υγειά τους.

Αφού με παρατήρησαν για λίγο, ο πρώτος που μου ζήτησε να δοκιμάσει κι αυτός, ήταν ο αδελφός της Ωραίας, ο Μητροκλής.  Μετά τον μιμήθηκαν και οι άλλοι. Εγώ, φυσικά, δεν είχα αντίρρηση, παράγγειλα αμέσως μια οινοχόη αραιωμένο οίνο και αφού πρόσθεσα μια πολύ μικρή ποσότητα χαχόμας, τους είπα ότι μπορούν να γευτούν το μείγμα και να μου πουν τη γνώμη τους.  

αρχείο λήψης (5)

Δεν μπορώ να πω, αγαπητό μου Πουλχεριάκι, ότι θυμάμαι με ενάργεια όλα όσα συνέβησαν από το σημείο εκείνο και πέρα. Γιατί αυτή τη φορά, (σε αντίθεση με την πρώτη φορά, στην Ασία, σε μια ταβέρνα των Σούσων)  ήπια και εγώ. Και μετά ξέχασα!

Μου έμειναν πάντως κάποιες ασαφείς εντυπώσεις και, ξανακουβεντιάζοντας με τον Φιλήμονα την άλλη μέρα, αφού διασταυρώσαμε όσα θυμόμαστε από την προηγούμενη, κατέληξα σε μία δύο σιγουριές.  

Πρώτο: η χαχόμα κάθε άλλο παρά έχει ξεθυμάνει. Λειτουργεί μια χαρά. Όχι βέβαια  με τα ίδια αποτελέσματα με τη γνήσια, δηλαδή εκείνη που ανακαλύψαμε με τον Χοντρόη στην υπόγεια περσική κάβα,  η οποία προκαλεί  μόνο κάτι περίεργα όνειρα… (έχω φέρει και απ’ αυτήν ένα μικρό παγούρι στην Αθήνα). Το αντίγραφο που φτιάξαμε εγώ κι ο Χοντρόης, ακόμη και σε ελάχιστη ποσότητα, εξακολουθεί να δημιουργεί στους συμπότες μια ευχάριστη αίσθηση  αμοιβαίας εμπιστοσύνης, μια εξομολογητική απενοχοποιητική διάθεση και, τέλος, έναν μάλλον ληθαργώδη ύπνο. (Άραγε γι αυτό μου φαίνεται ότι τώρα άρχισα λίγο να νυστάζω;) Από εκεί και πέρα επέρχεται το κενό! Η λησμονιά! Από ό, τι συνέβη μετά την λήψη δε θυμάσαι σχεδόν τίποτα.

Δεύτερο: Το μόνο που είναι αναγκαίο, εάν θέλει κανείς να χρησιμοποιήσει ¨επιχειρησιακά¨ την προσαρμοσμένη χαχόμα, δηλαδή για να μάθει πράγματα, είναι το να υπάρχει ένας νηφάλιος παρατηρητής σε θέση να παρακολουθήσει με ψυχραιμία τα τεκταινόμενα μετά την κατάποσή της από τους άλλους και να βγάλει τα αναζητούμενα συμπεράσματα. Αν ένας τέτοιος παρατηρητής δεν υπάρχει, εάν δηλαδή πιουν όλοι οι παρόντες, όπως συνέβη εκείνο το βράδυ, απομένει μόνο αυτό που κάναμε με τον Φιλήμονα: ήτοι η διασταύρωση των λίγων υπολειμμάτων μνήμης που απομένουν στους συμμετέχοντες. Αλλά και πάλι, αυτά που έρχονται στην επιφάνεια είναι συγκεχυμένα…

Εκτός και…

Εκτός και αν υπάρχει και ένα τρίτο χρήσιμο συμπέρασμα που το συνειδητοποιώ… μόλις τώρα!  

Μα ναι, μα ναι!

Υπάρχει ένας τρόπος να θυμηθεί κανείς τι συνέβη, όταν ακόμη και ο ίδιος βρισκόταν υπό την επιρροή αυτού του μυστήριου εξωτικού υγρού…

Να το ξαναπιεί!!!

Γιατί, βλέπεις Πουλχεριδέλι μου… Τώρα θυμάμαι!

Έχεις αντίρρηση; Μα ναι, έχεις δίκιο. Όποιος θα ξαναπιεί, λες, μπορεί προς στιγμήν να ξαναθυμηθεί, αλλά εν τέλει, μοιραία,  μόλις συνέλθει, θα ξαναξεχάσει!

Εκτός κι αν… λέω εγώ, όσα θυμηθεί, τα καταγράψει.

Έπεα πτερόεντα, αλλά τα γραπτά μένουν!

Γι αυτό σου λέω, ή μάλλον σου γράφω, Πουλχεριδόνι μου, τώρα αμέσως κι επί τόπου… αυτά που επιτέλους θυμάμαι.

images (28)

¨Ωραία είναι απόψε! Να επαναληφθεί!¨, είπε κάποιος.

¨Ναι, να ξαναβρεθούμε και να τα ξαναπιούμε¨, είπε κάποιος άλλος.

¨Αυτές τις μέρες. Αύριο ή μεθαύριο¨, ζήτησε κάποιος βιαστικός.

¨Δεν μπορώ¨, είπε ο Φώκος. ¨Ο Πατέρας μου, μου ανάθεσε μια επείγουσα διπλωματική αποστολή και αύριο φεύγω¨.

¨Για πού;¨

¨Για την Κόρινθο¨.

¨Για την Κόρινθο… Ωραία. Θα καλοπεράσεις. Εξάλλου έχουμε πολλούς οπαδούς εκεί!¨

¨Βέβαια. Χάρη στον μεγάλο Διογένη¨.

¨Ναι, είναι πολύ μεγάλος, σχεδόν αιωνόβιος!¨

¨Μη στεναχωριέσαι Ιππαρχία, ο παππούς είναι αειθαλής¨.

¨Δε ξέρω αν θα προλάβω να τον ‘δω. Έχω να συναντήσω μια αποστολή Λακεδαιμονίων¨ λέει ο Φώκος.

¨Όσο δαιμόνιοι κι αν είναι οι Λακεδαιμόνιοι, είναι αναπόφευκτα λακωνικοί. Δε θα σου φάνε πολύ χρόνο¨.

¨Εξαρτάται¨.

¨Εξαρτάται από τι; Τι έχεις να κάνεις με τους ζόρικους του νότου;¨

¨Το ζήτημα είναι τι σκοπεύουν να κάνουν αυτοί. Αυτό ενδιαφέρει τον πατέρα Φωκίωνα. Ο Αντίπατρος μπορεί να τους νίκησε στην Μεγαλόπολη, αλλά δεν τόλμησε να μπει στην Σπάρτη. Τον γερο -Φωκίωνα οι Σπαρτιάτες τον σέβονται. Γι αυτό δέχτηκαν να μιλήσουν με ένα δικό του, τώρα που το πανελλαδικό τμήμα της Κρυπτείας τους έχει σίγουρα πληροφορήσει ότι στην Αθήνα είναι πάλι στα απάνω τους οι αντιμακεδόνες. Δεν θέλουν όμως η συνάντηση να γίνει στη Σπάρτη. Δεν θέλουν να εμφανιστούν  εκεί αθηναίοι απεσταλμένοι. Ούτε κι αν είναι τελείως ανεπίσημοι. Έτσι θα τους συναντήσω διακριτικά στην πολυάριθμη και πυκνοκατοικημένη Κόρινθο¨.

¨Εσείς, οι Συρακούσιοι, τι λέτε;¨ ρώτησε κάποιος με ευχάριστο αν και κάπως αποχαυνωμένο ύφος.

¨Εγώ; Τίποτα¨, είπε ο Φιλήμονας.

¨Εσύ Οινοκράτη -όνομα και πράγμα; Τι έχεις να πεις;¨

¨Μπορώ να κάνω μια ερώτηση;¨ είπα εγώ. ¨Έχω ένα πρόβλημα¨.

¨Βεβαίως. Γι αυτό άλλωστε είμαστε εδώ¨, μου απάντησε ο Κράτης ο Θηβαίος.

¨Ξέρετε κανέναν Αθηναίο που το όνομά του να αρχίζει από Άλφα και που να ήταν στη Σικελία πριν καμιά σαρανταριά χρόνια ή, ακριβέστερα, τριάντα πέντε με σαράντα χρόνια πριν;¨

Κανένας δεν έδειξε να ξαφνιάζεται από το ετερόκλιτο αίτημά μου.

¨Στη Σικελία καλά, αλλά πού ακριβώς;¨

¨Στις Συρακούσες φυσικά, που αλλού;¨

¨Παρά την κατραπακιά που υπέστησαν οι Αθηναίοι στις Συρακούσες κατά την πρώτη σικελική εκστρατεία, απ’ ό, τι ξέρω, πολλοί εξακολούθησαν να ταξιδεύουν ως εκεί¨, είπε ο Θηβαίος. ¨Όμως για την περίοδο που σε ενδιαφέρει θα πρέπει να απευθυνθείς σε κάποιον αρκετά μεγαλύτερο στην ηλικία από εμάς. Εν πάση περιπτώσει, τι τον θέλεις;¨

¨Υπάρχουν πιθανότητες να είναι ο πατέρας μου¨, είπα εγώ χωρίς να δαγκωθώ.

¨Έγώ ξέρω έναν¨, είπε η Ιππαρχία. ¨Έχει πάει στη Σικελία. Το όνομά του όμως αρχίζει από Δέλτα¨.

¨Ο γερο-Διογένης;¨

¨Αυτός!¨

¨Το όνομά του δεν αρχίζει από Άλφα, αλλά ίσως να μπορεί να σου δώσει πληροφορίες για εκείνη την εποχή¨, είπε ο Μητροκλής, ¨αν και, ξέρεις, το βρίσκω λίγο χλωμό∙ πολλοί είναι εκείνοι που αγνοούν τον πατέρα τους μια ζωή, κι ας έχουν πολύ περισσότερα στοιχεία από σένα¨.

¨Ευχαριστώ. Λέω να πάω να τον βρω¨, είπα.

¨Άμα θέλεις έλα μαζί μου Φεύγω για την Κόρινθο αύριο, προς το μεσημέρι¨, είπε ο Φώκος

¨Με θέλεις πραγματικά;¨ απόρησα εγώ.

¨Μα και βέβαια. Εάν κάποιος σε παρακολουθεί και ενδιαφέρεται για σένα, είναι καλύτερο να τον έχεις κοντά σου και να τον εποπτεύεις και εσύ, παρά να μη ξέρεις που βρίσκεται και τι κάνει..¨.

¨Το βρίσκω σωστό. Εντάξει θα έρθω¨, είπα εγώ… και μετά το ξέχασα.

Όπως το ξέχασε και εκείνος.

 images (26)

Χωρίς λοιπόν, Πουλχεριδόπουλό μου, να ξέρω ούτε κι εγώ καλά – καλά το γιατί, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο κατά κάποιο τρόπο περιθωριακός, αλλά αγαπητός στους νέους και πασίγνωστος ανά το πανελλήνιο (ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη που του έκανε ο Αλέξανδρος) γερο-Διογένης , θα είχε κάτι να μου πει για τις Συρακούσες της περιόδου που γεννήθηκα. Έτσι, μαζί με τον Χοντρόη (τον Φιλήμονα τον εμπόδισε μια έξαρση έμπνευσης και γραψίματος που του συνέβη εκείνες τις μέρες) και αφού ζήτησα την άδεια του Εύελπι, ξεκίνησα για την Κόρινθο το μεσημέρι της επόμενης μέρας. Στην Κακιά Σκάλα, ακριβώς εκεί όπου ο Θησέας είχε εξουδετερώσει τον Σκίρωνα, έπεσα πάνω στον προπορευόμενο Φώκο. Τον ρώτησα πώς από εκεί και μου είπε πως έχει κάτι αγορές να κάνει στην Κόρινθο.

¨Και εγώ¨, του είπα, ¨έχω μια παραγγελία του προϊστάμενού μου¨.

images-27

Παραπονιούνται ορισμένοι Αθηναίοι για την Αθήνα. Λένε πως οι επιτυχίες των εμπόρων μπορεί να έφεραν πλούτο, όμως έχουν χαλάσει τον χαρακτήρα τόσο των ανθρώπων όσο και της πόλης. Τι να πουν τότε οι Κορίνθιοι! Η διαφθορά εδώ είναι ορατή όσο και ο πλούτος, τουλάχιστον άμα δεν ξέρεις πως οι Κορίνθιοι έχουν βρει έναν κάποιο τρόπο για να την αντιμετωπίσουν. Όπως θα σε πληροφορήσουν οι ίδιοι, εδώ, στην προχωρημένη Κόρινθο με τα δύο λιμάνια και την Δίολκο, τον πλακοστρωμένο διάδρομο όπου τα πλοία σέρνονται από την μια θάλασσα στην άλλη, εδώ, όπου επινοήθηκε το θαλάσσιο υπερόπλο των Ελλήνων, η τριήρης,  εδώ λοιπόν οι παρανομίες δεν υπάρχουν γιατί, απλούστατα, τα περισσότερα ανθρώπινα πάθη έχουν νομιμοποιηθεί. Και βέβαια, συνήθως, αποφέρουν κέρδη.   

Αλλά τι μπορώ να πω εγώ, που είμαι προϊόν του καλλίτερου επιτεύγματος της Κορίνθου: της αποικίας των Συρακουσών;! Δε λέω λοιπόν τίποτα, παρά  κόβω βόλτες μαζί με τον φίλο μου τον Χοντρόη και παρατηρώ τη μεγάλη Μητρόπολη. Πολυκοσμία και πλούτος. Στολίδια στις φορεσιές και στα κτίρια. Α, και κάτι που μου θυμίζει την πατρίδα: Στις δημόσιες επιγραφές αντί για Κάπα, βάζουν κι εδώ Qου. Qόρινθος.  Συγκινούμαι μια στάλα. Ύστερα αφήνω τον Ευτραφή να συνεχίσει την περιήγηση μόνος του και πάω να βρω τον διάσημο Αρχικύνα.

Diogenis.2

Όμως, ο Διογένης έχει πάει στη θάλασσα για μπάνιο και εγώ καταλήγω να τον περιμένω στημένος έξω από το πιθάρι του. Κι επειδή αργεί, κάθομαι στο γρασίδι του άλσους του αφιερωμένου στην Αφροδίτη στους πρόποδες της Ακροκορίνθου,  ακουμπάω την πλάτη μου στο κορμό ενός δέντρου, και αγναντεύω, στο βάθος απέναντι, το πολυτελές μέγαρο της μακαρίτισσας της Λαίδας,  της διασημότερης εταίρας της προηγούμενης γενιάς. Είναι ένα εντυπωσιακό παλάτι. Μετά, μέσα στη κάψα του απομεσήμερου, αποκοιμιέμαι.

Και σε βλέπω στον ύπνο μου. Είσαι εδώ, όχι όμως γιατί με αγαπάς και μ’ αποθύμησες, αλλά γιατί η κυρά σου η Θαίδα αποφάσισε να ‘ρθει να δει τον Εύελπι που άργησε να επιστρέψει στην εκστρατεία και σε πήρε μαζί της. Αλλά εμένα δε με νοιάζει καθόλου ο λόγος που ήρθες, παρά μου αρκεί που είσαι εδώ. Και φαίνεται πως είμαι καλά, και μοιάζει να χασκογελάω στον ύπνο μου, γιατί ακούω μια φωνή να λέει: ¨Τι να θέλει αυτός ο χαζοβιόλης και μου έφραξε την είσοδο στο σπίτι;¨

Για ογδοντάρης σε άνοψη  στέκεται καλά και στέκεται ακριβώς από πάνω μου σκουντώντας με με το μπαστούνι του. Ο Διογένης αυτοπροσώπως!

Αποξυπνάω και προσπαθώ να σηκωθώ όρθιος.

¨Συγχώρα με Δάσκαλε¨, του λέω. ¨Σε περίμενα, αλλά με ξεγέλασε ο Μορφέας. Ήρθα να σε βρω γιατί θέλω τη συμβουλή σου¨.

¨Και πώς σου ήρθε αυτή η φαεινή ιδέα νέε;¨ λέει και μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω στο πιθάρι του.

¨Εκείνοι που με συμβούλεψαν να ‘ρθω είναι οι μαθητές και οι ακόλουθοί σου στην Αθήνα. Ο Κράτης και οι άλλοι¨, λέω σκύβοντας για να μπω στο πήλινο σπίτι του.

Το μεγάλο δοχείο βρίσκεται στη σκιά ενός πυκνόφυλλου δέντρου και μέσα έχει δροσιά. Τέτοια μεγάλα πιθάρια φτιάχνουν μόνον εδώ στην Κόρινθο. Έχουν ειδικό σχήμα έτσι ώστε οι βαρουλκοί  να μπορούν να τα μεταφορτώσουν εύκολα από τα κάρα στα μεγάλα κορινθιακά εμπορικά πλοία. Το ότι μπορούν να μετατραπούν σε μικρό κατοικήσιμο διαμέρισμα, άμα στο πουν και δεν το δεις με τα μάτια σου, δεν το πιστεύεις.

¨Η αλήθεια είναι πως έχω καιρό να τους δω. Τι κάνουν; Είναι καλά; Ο Κράτης είναι πάντα με εκείνη τη θεληματική Ιππαρχία από την επαρχία;¨ λέει και μου κάνει νόημα να καθίσω.

Κάθομαι σε ένα μικροσκοπικό σκαμνί. Εκείνος αφήνει τη μαγκούρα και κάθεται σε ένα μεγαλύτερο.

Υπάρχει ένα φανάρι κρεμασμένο σε καρφί στον τοίχο, αλλά είναι σβηστό. Τα μάτια μου συνηθίζουν στο ημίφως. Άλλωστε, από το στόμιο μπαίνει αρκετό απογευματινό φως, ώστε να διακρίνει ο ένας το πρόσωπο του άλλου,

¨Τους είδα πρόσφατα και ήταν σίγουρα μαζί¨.

¨Κι εσύ, από πού είσαι νέε; Δε νομίζω ότι τα καλομιλάς τα αττικά, μάλλον δωρικό χρώμα έχει η λαλιά  σου¨.

Του εξηγώ πως κατάγομαι από τις Συρακούσες, πως έχω μείνει για χρόνια στην Αθήνα και πως τον τελευταίο καιρό ήμουν στην εκστρατεία. Του λέω επίσης πως υπήρξα ελεύθερος άποικος στη Σικελία, μετά δούλος -παιδαγωγός στην Αθήνα όπου, τώρα τελευταία, ενδέχεται να αποκτήσω την ιδιότητα του μέτοικου. Μετά του λέω πως του έχω φέρει πεσκέσι μια μικρή οινοχόη με ασιατικό ποτό.

Δεν εντυπωσιάζεται βέβαια, ούτε από τη βιοπεριγραφή μου ούτε από το δώρο, αλλά δείχνει να του αρέσει που είμαι κάπως περπατημένος και όχι κανένας φλώρος από αυτούς που τον κυνηγούν γοητευμένοι από τον αντικομφορμισμό του.

¨Και τι είναι αυτό στο οποίο ο υποφαινόμενος γέρος -πλην όμως θαλερότατος- Διογένης μπορεί να σε βοηθήσει;¨

images (21)

Του εξηγώ, ελπίζοντας ότι θα θελήσει, πριν φύγω, να δοκιμάσει τη χαχόμα.

Του λέω τι ακριβώς ψάχνω.

Κάνει έναν δυσερμήνευτο μορφασμό. Μου απαντάει ότι δεν έχει αντίρρηση να μου πει ό,τι ξέρει Όμως δεν νομίζει ότι θυμάται κάτι που θα έλυνε με μιας τις απορίες μου. Εκείνη την περίοδο οι δύο Διονύσιοι των Συρακουσών, και ο πατέρας και ο γιος, είχαν ανοιχτές τις θύρες της πόλης και για εμπόρους και για διανοούμενους και για καλλιτέχνες από τον ελληνικό κορμό. Προερχόμενους από όλες τις πόλεις. Και εκείνος ο ίδιος είχε κάνει ένα ταξίδι μέχρι τη Σικελία.

Ο Αριστοτέλης; Όχι. Δε θυμάται κάτι τέτοιο. Τα ταξίδια του Αριστοτέλη ήταν προς τα ανατολικά και τα βόρεια. Ήταν μάλλον ο Πλάτωνας που πηγαινοερχόταν στη Σικελία, αλλά αυτός δεν πιάνεται. Εκτός που το όνομα δε ταιριάζει, δε ταιριάζει ούτε η ηλικία -ήταν ήδη κάμποσο μεγάλος τότε- αλλά ούτε είχε ποτέ τη φήμη μεγάλου εραστή και γυναικοκατακτητή. Μόνον πλατωνικά πράγματα…

Αλλά, σχετικά με το πρόβλημά μου, ο Διογένης είχε να κάνει μια άλλη παρατήρηση:

¨Τι να τον κάνεις παιδί μου τον πατέρα σου; Δεν κάνουν πάντα καλό οι πατεράδες στα παιδιά τους¨. Έκανε πάλι έναν μορφασμό και το χέρι του αναζήτησε, ενστικτωδώς θα έλεγα, την οινοχόη που του έφερα και που την είχε αφήσει εκεί δίπλα. Την πήρε την ξεβούλωσε και τράβηξε μια μικρή ρουφηξιά. Το μάτι του γυάλισε.

¨Πάρε για παράδειγμα τον δικό μου¨, είπε ύστερα από λίγο. ¨Τον γνώρισα. Από την καλή και την ανάποδη. Σε διαβεβαιώνω ότι δε κέρδισα πολλά. Χρήματα ίσως ναι, αλλά κίβδηλα.

Τον έλεγαν Ικεσία και ήταν τραπεζίτης στη Σινώπη. Αγαπούσε το χρήμα. Το πολύ χρήμα. Το χρήμα καθεαυτό. Τόσο που είπε να φτιάξει χρήμα από μόνος του, για λογαριασμό του. Σαν καλός γιος τον βοήθησα και εγώ. Ήμουν μικρός και άμαθος τότε.   Μας έπιασαν. Η ποινή ήταν παραδειγματική: εξορία. Οι Σινωπιείς έπρεπε να μάθουν πως οι παλιοί καιροί τελείωσαν και πως με το χρήμα δε μπορεί να παίζει πλέον κανένας.

Εξορία λοιπόν. Φύγαμε προς τα δυτικά. Παραπλεύσαμε τη βόρεια Μικρά Ασία μέχρι το Βυζάντιο. Μεγάλο λιμάνι και ισχυρή αγορά. Ο πατέρας μου είχε αποθηκεύσει εκεί κάποια σημαντικά ποσά. Φυσικά θέλησε να μείνει εκεί, ενώ εγώ έκανα την πρώτη μου επανάσταση. Συνέχισα το ταξίδι ίσαμε την Αθήνα, όπου η ζωή μου άλλαξε ριζικά.  

Ο πατέρας μου ξανάκανε περιουσία, εξαγόρασε μερικούς στην πατρίδα και κατάφερε να επιστρέψει στη Σινώπη. Αμετανόητος. Και αδιόρθωτος. Όχι πολλά χρόνια αργότερα με ειδοποίησε πως θα έπρεπε και πάλι να φύγει εσπευσμένα από την πόλη, γιατί είχε και πάλι ξεσπάσει ένα οικονομικό σκάνδαλο στο οποίο ήταν μπλεγμένος. Σκόπευε, αυτή τη φορά, να έρθει στην Αθήνα. Του έγραψα ότι όσο με αφορά μπορεί να κάτι ό, τι θέλει. Και εγκατέλειψα την Αθήνα επειγόντως. Πήγα στην πατρίδα σου τις Συρακούσες και τελικά κατέληξα εδώ, στην Κόρινθο. Εκείνος δεν πρόλαβε να έρθει στην Αθήνα γιατί στο μεταξύ πέθανε.

Έμεινε για λίγο σιωπηλός χαϊδεύοντας αφηρημένα τη γενειάδα του.

¨Τώρα εγώ είμαι ένας σκύλος!  Κυνικός και αρχικυνικός. Ίσως λοιπόν να μην είναι συνεπές να ομολογήσω αυτό που θα σου πω. Εντούτοις, θα στο πω. Ξέρεις τι; Κατά βάθος αισθάνομαι νοσταλγία. Για τη Σινώπη και τη παιδική μου ηλικία. Για την περίοδο των μύθων και της αγνότητας. Κατάλαβες; Αυτή τη στιγμή, κατά έναν περίεργο και ασυνεπή τρόπο δεν είμαι παρά ένας νοσταλγός/κυνικός. Απαράδεκτο και όμως αληθινό…¨

Τον άφησα να μουρμουρίζει, αν και τα βλέφαρά του άρχισαν να κατηφορίζουν βαριά . Σηκώθηκα και εγκατέλειψα το  φιλόξενο πιθάρι ακροπατώντας.

……images (19)

Γύρισα σπίτι και σου έγραψα τα παραπάνω. Τώρα που τελείωσα θα διπλώσω την επιστολή μου και θα σημειώσω με μεγάλα γράμματα απ’ έξω: ¨Πριν το στείλω, να το διαβάσω απαραιτήτως ξανά!!!¨. Κι επειδή μπορεί να μη καταλάβω τι εννοώ, θα συμπληρώσω: Μπορεί να περιέχει πράγματα που μου ξέφυγαν ή δεν θυμάμαι (λόγω χαχόμας).

*

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο δεύτερο: Η Κυρά Φρύνη απορεί…

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

agora market

Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο δεύτερο: Οινοκράτης προς Πουλχερίδιον (Η κυρά Φρύνη απορεί…)

Αγαπητό Πουλχερίδιο, αυτή τη φορά δεν έχω να σου διηγηθώ περιπετειώδεις και εναγώνιες ιστορίες. Ωστόσο κάτι μου λέει ότι, τόσο εσύ, όσο και η κυρά σου η Θαίδα που κατάγεται από αυτά εδώ τα μέρη, θα πρέπει να βρείτε ενδιαφέροντα τα παρακάτω νέα από τη καθημερινή, ¨ανθρώπινη¨ ζωή σε αυτή τη τόσο ζωντανή μεγάλη πόλη όπου μόλις επιστρέψαμε.

Ας αρχίσω λοιπόν αξιέραστο Πουλχερίδιο,   λέγοντάς σου ότι για την επιστροφή μας είχε οργανωθεί μεγάλο γλέντι στον οίκο του αφέντη Ευρύνου.  

Όπως ευχόμουνα από καρδιάς, η οικογένεια είναι καλά και, μάλιστα, έχει αυξηθεί. Η Δανάη, η κόρη του πρεσβύτερου αφέντη -μικρό κοριτσάκι μου φαινόταν όταν ξεκινήσαμε για την εκστρατεία- είναι πια μια όμορφη μικροπαντρεμένη κυρά.  Ένα παλικάρι ονόματι Αθηνογένης, παλιός παιδικός φίλος του κυρίου μου του Εύελπι -μολονότι ακραιφνής αθηναίος,  την είχε ζητήσει σε γάμο πέρυσι. Ο Ευρύνους, κατά βάθος ξέρω ότι θα προτιμούσε να κάνει γαμπρό έναν Δωριέα, αλλά, έχοντας ανέκαθεν πάρει θέση ενάντια σε αυτού του είδους τις διακρίσεις ανάμεσα σε Έλληνες και λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τη ζωηρή επιθυμία της μοναχοκόρης του, είχε συναινέσει. Εμείς, στην Ασία (εγώ κι ο κύριος Εύελπις) τα είχαμε, βέβαια, μάθει όλα αυτά κι είχαμε χαρεί, αλλά άλλο είναι να συμμετέχεις σε μια τέτοια χαρά από μακριά και άλλο να την ζεις μαζί με τους πρωταγωνιστές της.

Επειδή ο Αθηνογένης είναι ορφανός από μητέρα, το νεαρό ζευγάρι θα παραμείνει μέχρι τον τοκετό και την περίοδο της λοχείας σε εμάς, κάτω από τις φροντίδες της κυράς Άνθεμης της συμβίας και μητέρας των νόμιμων κληρονόμων του Ευρύνου, που διοικεί με ικανότητα και αρχοντιά τον οίκο των Μεγαρέων στην Αθήνα.

Φαντάζεσαι λοιπόν σε τι πελάγη ευτυχίας πλέει τώρα ο γέρο Ευρύνους και η κυρά  Άνθεμη: Επιστροφή του μοναχογιού και έλευση ενός επιγόνου!

Αγαπητό Πουλχερίδιο, ξέρω πως κατάγεσαι από την Ιωνία, αλλά δεν ξέρω αν έχεις επισκεφτεί την Αθήνα κι αν γνωρίζεις τα κατατόπια. Εγώ, που όπως ξέρεις κατάγομαι από τις Συρακούσες, μια αδιαμφισβήτητα όμορφη πόλη της Δύσης, δεν διστάζω να αναγνωρίσω ότι η Αθήνα με γοητεύει. Και μπορώ να πω ότι αυτήν την έλξη της πόλης πάνω μου τη συνειδητοποίησα σαφέστερα τώρα που επέστρεψα εδώ ύστερα από μακρόχρονη απουσία.

Θα σου πω λοιπόν ότι ένιωσα ανυπόκριτη χαρά διασχίζοντας και πάλι το άστυ χθες, πρώτη μέρα της επιστροφής, έστω κι αν ο αττικός ουρανός είχε πάρει να σκουραίνει και δεν διέκρινα πολλά πράγματα. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του Ευρύνου είχε βραδιάσει για τα καλά. Η ευρύχωρη έπαυλη που του έχει παραχωρηθεί και που βρίσκεται λίγο έξω από τα τείχη του άστεως, στους πρόποδες του κωνικού δασωμένου λόφου που  ονομάζεται Λυκαβηττός, έλαμπε από δεκάδες φανούς, δαυλούς και κεριά. Γείτονες και φίλοι είχαν φτάσει από νωρίς και μας περίμεναν στη δροσιά του κήπου.

Δύσκολο να σου περιγράψω τη χαρά, τη συγκίνηση, τις αγκαλιές, τα δάκρια, τα ενθουσιώδη λογύδρια, τις πανηγυρικές φωνές, το ελαφρό, αρωματικό, ρετσινάτο κρασί, τη μουσική και τα τραγούδια από τους κιθαρωδούς που πλαισίωναν αυτή τη ξεχωριστή βραδιά. Να σου πω μόνο ότι το προσωπικό του Οίκου, είχε ζητήσει την άδεια να ετοιμάσει ξεχωριστή γιορτή για μένα, μια άλλη μέρα, αλλά η κυρά Άνθεμη τους είχε εξηγήσει ότι η γιορτή που η ίδια προετοίμασε θα είναι εξ ίσου αφιερωμένη στο γιό της τον Εύελπι και στον πιστό και αφοσιωμένο Οινοκράτη.  Αλλά πρέπει να προσθέσω ότι, πέρα από τον Εύελπι και μένα που ήμασταν οι τιμώμενοι και ούτως ή άλλως κάπως συνεπαρμένοι απ’ τη συγκίνηση του νόστου, εκείνος που έμοιαζε κατ’ εξοχήν να  χαίρεται και να απολαμβάνει τη γιορτή, μιλώντας μάλιστα ακατάσχετα (και ανενδοίαστα) τα ιδιότυπα ελληνικά του, ήταν ο φίλτατος Χονδρόης, που όλα αυτά του φαίνονταν συμπαθητικά, αξιοπερίεργα και, βεβαίως, κάπως εξωτικά.

Όταν η γιορτή τέλειωσε και οι προσκεκλημένοι αποχώρησαν, ζήτησα από τους φίλους μου του υπηρετικού προσωπικού να μου στρώσουν για απόψε έξω, σε μια γωνιά του πίσω κήπου. Ήθελα πριν αποκοιμηθώ να κοιτάξω τα σπινθηροβόλα αστέρια και να ξανακούσω το τραγούδι των γρύλων των Αττικών.

.

Την επόμενη μέρα, πέρασα σχεδόν όλο το πρωί απαντώντας στις ασταμάτητες ερωτήσεις της κυράς Άνθεμης και της μικρής κυρίας Δανάης σχετικά με τα γεγονότα και τη ζωή στην εκστρατεία∙ ύστερα, όταν ο αφέντης Εύελπις ξύπνησε, μου υπενθύμισε ότι έπρεπε να περάσω από τον οίκο του Παλαμήδη στη συνοικία του Κεραμικού και να τον συνοδέψω στην επίσκεψή του στη κυρά Φρύνη που το μέγαρό της βρίσκεται κοντά στην Οδό των Τριπόδων κάτω από την Ακρόπολη. Να μη ξεχάσω επίσης να της υποβάλω τα σέβη του Εύελπι, τους χαιρετισμούς που μέσω εκείνου της στέλνει η Θαϊδα και να προσθέσω ότι θα την επισκεφτεί και ο ίδιος μια από τις επόμενες μέρες, μόλις ξεμπερδέψει με τα επείγοντα καθήκοντά του.  

Στο σπίτι του Παλαμήδη, αγαπητό Πουλχερίδιο, επικρατούσε ανάλογη κατάσταση με το δικό μας, δηλαδή μεθεόρτια. Αν και η σύζυγος και τα παιδιά του βετεράνου βρίσκονταν χτες στη Ζέα και είχαν λάβει μέρος όλοι μαζί στην ευχαριστήρια θυσία και τις χοές που είχε τελέσει αυτοπροσώπως ο Άρχων Βασιλέας Λυκούργος, επιστρέφοντας πίσω στον Κεραμικό, βρήκαν μια ακόμη εορταστική υποδοχή από συγγενείς, γείτονες και φίλους.  Επομένως η νύχτα υπήρξε μακρά, αλλά ο αγουροξυπνημένος Παλαμήδης ήταν ευδιάθετος ή μάλλον ευτυχής και αφού με κέρασε τα δέοντα, διαφημίζοντάς τα ως εξαιρετικές μαγειρικές δημιουργίες της συζύγου και των θυγατέρων του, έδωσε εντολή να ετοιμάσουν το υποζύγιο και το όχημα με το οποίο ξεκινήσαμε για το κέντρο της πόλης.

Ξέρω πως το να συναντήσεις την Κυρά Φρύνη δεν είναι εύκολο πράγμα και ότι απαιτεί υπομονή, καθώς ο κατάλογος των επίδοξων επισκεπτών της είναι μακρύς και γεμάτος ονόματα διάσημων και εύπορων Αθηναίων. Ωστόσο, όταν αναγγείλαμε ότι είμαστε φορείς μιας επιστολής της Θαΐδας, (πες το αυτό στην κυρά σου, θα χαρεί) η αναμονή υπήρξε ελάχιστη και σύντομα βρεθήκαμε μπροστά σε αυτό το αρχοντικό προϊόν της πιο εύχαρης ονειροφαντασίας των θεών, στο οποίο, απ’ ό, τι φαίνεται, μόνο για να αποφευχθεί  κάθε κίνδυνος αθέλητης βασκανίας, δόθηκε το όνομα ενός βάτραχου[1].

Τον βετεράνο πολεμιστή Παλαμήδη, είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω αρκετά καλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ξέρω ότι παθιάζεται εύκολα με τα παιχνίδια της τύχης και της συγκυρίας, αλλά, κατά τα άλλα, είναι ένας πιστός και αφοσιωμένος οικογενειάρχης. Δε πίστευα λοιπόν ότι θα έμενε με το στόμα ανοιχτό να παρατηρεί ενεός τις αεράτες κινήσεις του πανέμορφου κορμιού της Κυράς, κάτω από το λεπτό πολύπτυχο φόρεμά της, καθώς μας υποδεχόταν χαμογελαστή.

Τέλος πάντων, μόλις ξεπεράσαμε την πρώτη αθέλητη ταραχή, ο Παλαμήδης έβγαλε από το δισάκι του τον κύλινδρο που περιείχε το γράμμα της Θαΐδας και τον παρέδωσε στην Φρύνη. Εκείνη τον ευχαρίστησε αλλά δεν άνοιξε τη συσκευασία, παρά την τοποθέτησε στο ανάκλινδρο δίπλα της, προφανώς για να διαβάσει την επιστολή αργότερα, με την ησυχία της. Ύστερα, αφού μας ρώτησε τα τυπικά για το ταξίδι και τα αυτονόητα για την πορεία των μαχών στην μακρινή Ασία (και εμείς την διαβεβαιώσαμε ότι οι μάχες εξακολουθούν να είναι για εμάς νικηφόρες και μόνο νικηφόρες!)  έδειξε ότι υπήρχε ένα θέμα που την απασχολούσε κάπως ιδιαίτερα και για το οποίο θα ήθελε περισσότερες πληροφορίες.

«Δεν ξέρω αν μου γράφει σχετικά η Θαίδα, αλλά εάν η επιστολή της καθυστέρησε στα Σούσα και στην Τύρο, όπως μου είπατε, μάλλον τα γεγονότα συνέβησαν μετά… και δε θα πρόλαβε να τα σχολιάσει…»

Την κοιτάξαμε και οι δύο ερωτηματικά.

«Λέω για την πυρπόληση της Περσέπολης, για την οποία τα νέα έφτασαν εδώ πρόσφατα, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν πολλές και αντιφατικές φήμες. Εσείς μάλλον θα ξέρετε καλύτερα τι συνέβη».

Και εδώ τα ίδια, σκέφτηκα. Ύστερα μέσα μου ξύπνησε ξαφνικά και πάλι ο διερευνητικός, ανιχνευτικός και φιλομαθής Οινοκράτης και έτσι, αντί να απαντήσω, όπως θα ήταν κόσμιο, ότι ούτε εγώ ούτε ο Παλαμήδης ήμασταν στην Περσέπολη όταν έγινε το κακό, την ρώτησα με τη σειρά μου:

«Τι ακριβώς λένε οι φήμες;»

«Εξαρτάται. κυκλοφορούν όπως σας είπα πολλών λογιών σχόλια.  Εσείς λείπετε τέσσερα χρόνια, αλλά η κατάσταση εδώ, δυστυχώς, δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Κυριαρχεί πάντοτε η διένεξη ανάμεσα στους φίλους των Μακεδόνων και τους ενάντιους. Το περίεργο είναι ότι και μέσα σ’ αυτά τα δύο ¨στρατόπεδα¨ για το θέμα της φωτιάς στην Περσέπολη κυκλοφορούν  διαφορετικές εκδοχές. Μερικοί φιλομακεδόνες υποστηρίζουν ότι η Περσέπολη κάηκε -και ¨καλά τους κάνανε¨ – από τον Αλέξανδρο, ο οποίος δεν μπορεί να είναι επιεικής απέναντι στην Περσική αυτοκρατορία, τουλάχιστον όσο ο Δαρείος είναι  ζωντανός και αντιστέκεται. Άλλοι πάλι, από το ίδιο πολιτικό ρεύμα, λένε πως ο Αλέξανδρος σκοπεύει να ενσωματώσει Πέρσες και Μακεδόνες σε μια νέα μικτή αυτοκρατορία και ότι η Θαίδα, ενεργώντας κάτω από εντολές αθηναϊκής προέλευσης παρακίνησε τους Μακεδόνες να κάψουν την πρωτεύουσα πόλη των Περσών, για να υπονομευτεί μια τέτοια πολιτική. Αλλά αυτή η ενέργεια, λένε, μπορεί να αποδειχτεί πολύ επικίνδυνη, αν όχι ολέθρια, και μπορεί, το λιγότερο, να στοιχίσει στην Αθήνα τις τωρινές καλές σχέσεις με τον βασιλέα».

Σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα. Τώρα και οι δύο την κοιτούσαμε, όχι μόνον ερωτηματικά, αλλά και με θαυμασμό που δεν οφειλόταν πια στο τέλειο παρουσιαστικό, ούτε στη βαθειά μουσικότητα της φωνής της, αλλά στην ευχέρεια με την οποία συνέθετε και παρουσίαζε την περιπλεγμένη πολιτική ζωή των Αθηναίων.  Η Φρύνη μας κοίταξε κι αυτή για λίγο με τα ελκυστικά γαλάζια μάτια της. Ήταν φανερό ότι της άρεσε να μιλάει για τα πολιτικά και ότι ήξερε, θα έλεγα, περισσότερα από όσα εκ πρώτης όψεως θα νόμιζε κανείς ότι ξέρει.

«Αλλά και οι ενάντιοι στην μακεδονική επιρροή, οι κλασικοί αθηναίοι πατριώτες, δεν έχουν μια ενιαία εκδοχή για τα γεγονότα της Περσέπολης», συνέχισε η Φρύνη. «Μερικοί, οι πιο φανατικοί ας πούμε, είδαν μόνο την ευκαιρία να αναδείξουν μια ακόμη ηρωίδα των καιρών. Την Θαίδα που εκδικείται! Οι Μακεδόνες δεν μετράνε σ’ αυτή την εκδοχή. Η παρτίδα παίχτηκε ανάμεσα στους Πέρσες και την Ελληνοπούλα! Εκείνη γκρέμισε τα παλάτια τους και, ασφαλώς, ¨καλά τους έκανε¨. Οι Αθηναίοι είναι εξαιρετικά καλοί στο να φτιάχνουν ήρωες όταν τους χρειάζονται». Χαμογέλασε πάλι, σα να ζητούσε την κατανόησή μας. «Άλλοι αθηνοκεντρικοί πάλι, λένε ότι η πυρπόληση και η καταστροφή για λόγους εφήμερης σκοπιμότητας δεν  ανήκει στις Αρχές και τις Αξίες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η Ιστορία, λένε, μας έχει δώσει τα μαθήματά της και όλοι αισθανόμαστε ακόμη το άγος της Μήλου. Επομένως κανένας αθηναίος δημοκράτης δεν θα διανοείτο ποτέ να προξενήσει μιαρές καταστάσεις, έστω έμμεσα και έστω κι αν μιλάμε για απομακρυσμένες περιοχές της υφηλίου. Εσείς που ήσασταν εκεί, στην εκστρατεία, πείτε μου: ποιοι έχουν περισσότερο δικιο;»

Πήρα το λόγο πρώτος για να αποτρέψω ενδεχόμενες υποκειμενικές εξομολογήσεις του Παλαμήδη.

«Θελκτική και αγαπημένη των Αθηναίων Φρύνη, δυστυχώς όταν συνέβη ο εμπρησμός ούτε ο ευπατρίδης Παλαμήδης από ‘δω, ούτε ο υποφαινόμενος δούλος σου Οινοκράτης βρισκόταν στην Περσέπολη. Ήμασταν και οι δύο στα Σούσα, όπου τα όσα κυκλοφόρησαν για τα γεγονότα της Περσέπολης είναι εξ ίσου ποικίλα με εκείνα που μόλις ανέφερες. Όμως ήταν εκεί ο κύριός μου ο Εύελπις του Ευρύνου. Θεωρώ  ότι όταν -μια από τις επόμενες μέρες- θα σε επισκεφτεί, θα μπορέσει ίσως να σε διαφωτίσει σχετικά. Τώρα θα θέλαμε να μας επιτρέψεις να αναχωρήσουμε γιατί σε λίγο, στην Αγορά, θα γίνει τελετή για την επανεγκατάσταση των αγαλμάτων των τυραννοκτόνων και ο Παλαμήδης από δω έχει το καθήκον να είναι παρόν.

«Είναι τελετή ή συνεδρίαση που θα εκδώσει ψήφισμα; Θέλω να πω είναι για όλο το λαό ή μόνο για τους άρρενες;»

«Απ’ ότι ξέρω, είναι παλλαϊκή γιορτή».

«Εντάξει μπορείτε να πηγαίνετε. ίσως αργότερα περάσω κι εγώ από εκεί»

Θυμήθηκα ότι είχα μάθει και κάτι άλλο που την αφορά.

«Α, και κάτι άλλο, ωραιότατη Φρύνη. Παραλίγο να το ξεχάσω. Από ό, τι έμαθα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, από φίλους μου της ημεροδρομικής υπηρεσίας, ανάμεσα στα δέματα που μετέφεραν τα πλοία, υπάρχει και ένα για σένα. Αποστολέας είναι και σ’ αυτό η κυρά Θαΐδα. Υποθέτω ότι όπου να ‘ναι θα σε ειδοποιήσουν σχετικά».

«Σε ευχαριστώ αγαπητέ Οινοκράτη και εσένα αγαπητέ Παλαμήδη, μας χαμογέλασε η Ωραία και εγώ σκέφτηκα ότι είναι όμορφο να ακούς το όνομά σου -έστω το παρατσούκλι σου, από ένα τέτοιο στόμα..

  .

«Πόσων χρονών την κάνεις;» με ρώτησε ο Παλαμήδης, καθώς κατεβαίναμε την μαρμάρινη εξωτερική σκάλα του μεγάρου.

«Δεν την κάνω. Ξέρω πόσων χρονών είναι ακριβώς!»

«Πώς έτσι, σου εκμυστηρεύτηκε την ηλικία της η ίδια;»

«Ας πούμε ότι έχω πρόσβαση σε κάποιες παραπανίσιες πληροφορίες που δεν είναι για όλους».

«Ε, λοιπόν πόσο είναι;»

«Επειδή κρίνω ότι δεν διακυβεύεται τίποτα το εξαιρετικά σημαντικό για τη δημόσια ασφάλεια», γέλασα, «θα σου πω».

«Λοιπόν;»

«Το ισοδύναμο δέκα ολυμπιάδων συν ένα. Με άλλα λόγια ετών τεσσαράκοντα ένα».

«Μα τους αρχιδαιμόνους αυτή είναι μεγαλύτερη απ’ τη γυναίκα μου!»

«Είναι ο Κρόνος Χρόνος που παίζει τα παιχνίδια του», τον παρηγόρησα.

«Λες; Είναι κι αυτό θέμα τύχης;»

«Έτσι φαίνεται, αλλά και θέμα καλλυντικών ουσιών. Το πεσκέσι που στέλνει η Θαίδα, απ’ όσο ξέρω, περιέχει τέτοιες ουσίες. Εσύ έφερες ανάλογα δώρα στη συμβία σου;»

«Γαμώτο, όχι».

«Τότε μη παραπονιέσαι και κοίτα να επανορθώσεις».

.

Πήραμε την  Οδό των Τριπόδων, ύστερα την κεντρική λαοφόρο οδό των Παναθηναίων και μαζί με δεκάδες πολιτών που έκαναν την ίδια διαδρομή, κατηφορίσαμε προς τον Ηριδανό ή, πιο συγκεκριμένα, προς το σημείο εκείνο όπου ο παραπόταμος του Ιλισού έχει υπογειοποιηθεί από τον καιρό του Πεισίστρατου, για να περάσει από πάνω η οδός της τελετουργικής παρέλασης. Εκεί ο δρόμος των  Παναθηναίων διασταυρώνεται με την οδό της Αγοράς σχηματίζοντας οξεία γωνία και, εκτός από τα αγάλματα των δώδεκα θεών, υπάρχει το Λεωκόρειο, δηλαδή ο ναΐσκος προς τιμή του αρχαίου βασιλιά Λεώ, που είχε θυσιάσει τις κόρες του για το καλό της πόλης (κάτι τέτοια τα συνήθιζαν οι βασιλιάδες άλλοτε). Στο σημείο αυτό οι τυραννοκτόνοι είχαν καθαρίσει τον Ίππαρχο και εκεί βρίσκονταν τα γνήσια χάλκινα ομοιώματά τους πριν τα αρπάξει ο Ξέρξης.  

Πρέπει να πω ότι καταλαβαίνω την περιέργεια των αθηναίων που θέλουν να δουν πώς είχαν απεικονιστεί οι περίφημοι τυραννοκτόνοι, από εκείνους που τους είχαν δει ζωντανούς, γιατί όλοι ξέρουν ότι τα όμορφα αγάλματα που έχουν αντικαταστήσει τα πρωτότυπα στην αγορά, είναι εκδοχές δεόντως εξωραϊσμένες.

.

Ο ήλιος έπλεε προς τα δυτικά (όπως το συνηθίζει) και η περίεργη ξερή, αρωματισμένη αττική δροσιά απλωνόταν στο γύρο. Όπου να ‘ναι η τελετή η αφιερωμένη στην ανάκτηση των χάλκινων ¨φονέων των τυράννων¨ θα άρχιζε.

Ο Παλαμήδης, πολίτης νομιμόφρων  και τυπικός στις υποχρεώσεις του απέναντι στη Δημοκρατία με άφησε για να πλησιάσει τους φίλους της φυλής του (ανήκει στη Λεοντίδα φυλή, με επώνυμο ήρωα τον Λεώ που λέγαμε παραπάνω).

Εγώ βρήκα έναν αναπαυτικό πάγκο σε ένα γειτονικό περιστύλιο, και περιμένω γιατί θέλω ν’ ακούσω το χαιρετισμό που θα απευθύνει στον Αθηναϊκό λαό ο Εύελπις. Μέχρι να ‘ρθει αυτή η στιγμή, και ενώ άρχισαν να αγορεύουν οι λοιποί επίσημοι, ο νους μου ταξιδεύει σ’ σένα αγαπητό Πουλχερίδιο. Έβγαλα λοιπόν απ’ το δισάκι μου ένα λεπτό λεύκωμα[1] και με το καρβουνάκι μου άρχισα να ορνιθοσκαλίζω τις σκέψεις μου προς εσένα. Αύριο κιόλας θα σου τις στείλω. Α, ναι, να θυμηθώ να βάλω και ένα υστερόγραφο: Θα σου γράψω:

ΥΓ Θέλω να ελπίζω αγαπητό μου Πουλχερίδιο ότι η επιστολή μου θα φτάσει ως εσένα σε χρόνο ελάχιστο. Και αυτό όχι μόνο γιατί έχω επικαλεστεί σχετικά (και πλουσιοπάροχα) τον αγγελιοφόρο Ερμή, και τη μικρή θεά Ίριδα, αλλά και επειδή κάποιες υπηρεσίες μου εκτιμήθηκαν δεόντως τελευταία, και μου αποδόθηκαν μερικά προνόμια. Ανάμεσά τους και κάποια προτεραιότητα στην υπηρεσία των Ημεροδρόμων.

Ο εσαεί πιστός θαυμαστής σου, Οινοκράτης.

300px-cottabos_player_louvre_ca1585

[1] Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Μνησαρέτη από τις Θεσπιές αποκλήθηκε Φρύνη επειδή το δέρμα της ήταν λείο και διάφανο όπως του ομώνυμου βάτραχου (φρύνος).

[2] Λεύκωμα: ξύλινη, κατά κανόνα, επιφάνεια, βαμμένη λευκή όπου μπορούσε κανείς να γράψει με διάφορα μέσα.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έβδομο: Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός!  

Posted by vnottas στο 8 Απρίλιος, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

images (2)

Κεφάλαιο έβδομο. Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός

Ο Οινοκράτης αντιμετωπίζει αυτό το ταξίδι με την συνήθη ¨φιλοσοφική¨ του διάθεση. Ωστόσο η ζωή του έχει μπει τον τελευταίο καιρό σε νέα καλούπια, καθώς η ανέλπιστη προοπτική χειραφέτησης έχει φανεί στον ορίζοντα. Κατά συνέπεια μέσα του έχουν αρχίσει κάποιες διεργασίες που, όσο κι αν δεν τις συνειδητοποιεί πλήρως, παράγουν νέες σκέψεις και νέες συμπεριφορές. Για παράδειγμα, νοιώθει την ανάγκη να αλληλογραφήσει κι αυτός με κάποιον -κάτι που δεν του είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν- και έτσι να έχει την ευκαιρία να αφηγηθεί (και στον εαυτό του τον ίδιο)  τα όσα γίνονται γύρω και μέσα του. Καταγραμμένη σε μια επιστολή, η πραγματικότητα, θα μπορούσε να γίνει περισσότερο οικεία, ερμηνεύσιμη, και αποδεκτή. Η καταγραφή είναι σίγουρος ότι θα τον βοηθήσει να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους.

Για την επιλογή του αποδέκτη των επιστολών του δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα.  Υπάρχει ένα πρόσωπο για το οποίο νοιώθει ήδη μια διαπιστωμένη έλξη και το οποίο βρίσκεται αλλού: Το μικρό γοητευτικό Πουλχερίδιο.

Ή μήπως όλα τα παραπάνω (τα περί φιλοσοφίας της Ζωής, τα περί επανατοποθέτησής του απέναντι στον Κόσμο και τα επιχειρήματα υπέρ των θεραπευτικών ιδιοτήτων της Γραφής) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναζήτηση μιας αφορμής, προκειμένου να υλοποιήσει την επιθυμία του να έρθει σε επαφή με τη μικρή εκπαιδευόμενη εταίρα που τον έχει καταφανώς γοητεύσει; Δε ξέρουμε. Θα δείξει.

Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι ο Οινοκράτης έχει ήδη δημιουργήσει μια σχέση   ¨δι’ αλληλογραφίας¨    και εδώ παρακάτω υπάρχει το κείμενο της δεύτερης επιστολής του προς  το Πουλχερίδιον.

sagittarius_hev2

Αγαπητό Πουλχερίδιο χαίρε

Όπου να ‘ναι αποπλέουμε από το νησί της Τύρου με προορισμό την πατρώες χώρες των Ελλήνων και πριν αφεθούμε και πάλι στις βουλές του Ποσειδώνα σου στέλνω αυτή τη γραφή για να σου αφηγηθώ, όπως σου υποσχέθηκα, τις πιο πρόσφατες περιπέτειες του ταξιδιού.

Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει αυτό που μου εξομολογήθηκες, ότι δηλαδή από τότε που η κυρά σου, η Θαίδα, φρόντισε ώστε να γίνεις κάτοχος της τέχνης της ανάγνωσης και της γραφής, έχεις λατρέψει τη χαρά που μπορούν να προσφέρουν τα αφηγήματα. Για χάρη σου λοιπόν μετατρέπομαι σε αυτοσχέδιο συγγραφέα και σου στέλνω την παρούσα δεύτερη επιστολή με τα νεότερα απ’ όσα συμβαίνουν σ’ αυτή τη διαδρομή επιστροφής στην πατρίδα.

Αυτή τη φορά δεν έχω να σου περιγράψω ερήμους, οάσεις, εξωτικά παζάρια, αλλόκοτες ενδυμασίες και επιβλητικά μνημεία, όπως στην πρώτη γραφή που σου έστειλα, αλλά δυσκολίες και κινδύνους που παραλίγο να ανατρέψουν την πορεία μας, με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Αυτά συνέβησαν όταν φτάσαμε στο νησί της Τύρου, όπου οι Αρχές μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και γενναιοδωρία,  αλλά όπου τα πλοία που θα κατέφταναν από την Κύπρο και με τα οποία θα διασχίζαμε την εσωτερική θάλασσα, όχι μόνο δεν ήταν ήδη εδώ, αλλά και καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να καταπλεύσουν.

Και όχι μόνο: και η τελευταία νηοπομπή που ξεκίνησε από το νησί προκειμένου να μεταφέρει απόστρατους και τραυματίες πίσω στις ελληνικές πολιτείες, προτού προλάβει να απομακρυνθεί από τις ασιατικές ακτές, είχε πέσει σε πειρατική ενέδρα και είχε υποχρεωθεί να επιστρέψει άρον άρον στην ασφάλεια του λιμένα του νησιού. Όπως κι εμείς, περίμεναν τώρα και οι απόστρατοι να καταφτάσουν τα πλοία που θα τους ενίσχυαν ώστε να ξαναπάρουν το δρόμο του επαναπατρισμού.

Εμένα προσωπικά, αξιαγάπητο Πουλχερίδιο, δεν είναι ότι με χάλαγε ιδιαίτερα αυτή η καθυστέρηση, όμως ο κύριός μου, ο Εύελπις, είχε κάπως δυσαρεστηθεί γιατί ήθελε να εκτελέσει τις εντολές του  μέσα στα προκαθορισμένα χρονικά όρια, άσε δε που οι Αθηναίοι πρέσβεις είχαν αρχίσει να γκρινιάζουν γιατί επιθυμούσαν να είναι εγκαίρως παρόντες στις μεγάλες θερινές αθηναϊκές γιορτές. Όσον αφορά τον κύριό μου θα πρέπει ίσως να σου πω ότι έτσι κι αλλιώς είναι κάπως τεντωμένος και παράξενος. Προφανώς κάτι του λείπει αυτή την περίοδο και το ταξίδι δεν αρκεί για να τον αποσπάσει από τις μελαγχολικές σκέψεις που φαίνεται πως τον πολιορκούν.

Τέλος πάντων, ενώ η ανησυχία για τη συνέχιση του ταξιδιού εντεινόταν, για μια στιγμή φάνηκε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια λύση, τουλάχιστο σχετικά με την προώθηση της δικής μας αποστολής προς την Αθήνα: Εδώ και λίγες μέρες είχε καταφτάσει στο λιμάνι μια εμπορική αποστολή από την μακρινή πόλη της Απώτερης Δύσης, την Καρχηδόνα, που όπως ίσως ξέρεις έχει χτιστεί από αποίκους της Τύρου, έτσι όπως κι εμείς οι Συρακούσιοι είμαστε απόγονοι αποίκων από την Κόρινθο. Οι έμποροι λοιπόν, οι οποίοι διέθεταν δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά πλοία, δηλαδή επαρκή χώρο και για εμάς, προσφέρθηκαν να μας πάρουν μαζί τους μέχρι τον Πειραιά.

Αυτή την πρόταση συζητούσαν στο Διοικητήριο, μόλις προχθές το απόγευμα, ο κύριός μου ο Εύελπις και οι  Αθηναίοι πρέσβεις που είχαν κληθεί να πουν τη γνώμη τους, ενώ ήταν επίσης παρών και ο Μένης ο Πελλαίος, ο νεοδιορισμένος Ύπαρχος για όλες τις χώρες εδώ γύρω. Και, αγαπητό μου Πουλχερίδιο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υπόθεση ότι θα αποφάσιζαν να αποδεχτούν την πρόταση των εμπόρων, εάν εκεί που συνεδρίαζαν προβληματισμένοι, δεν κατέφταναν ασθμαίνοντας απ’ το τρέξιμο τρία άτομα, τα οποία έφερναν νέες πληροφορίες που ανέτρεπαν την όλη κατάσταση.

Αυτά τα τρία πρόσωπα δεν σου είναι άγνωστα ω αξιαγάπητο Πουλχερίδιον. Το ένα είναι ένας φίλος της κυράς σου, εκείνος που έχει αναλάβει να μεταφέρει της επιστολή της στην κυρά Φρύνη των Αθηνών, ο Αθηναίος Παλαμήδης. Θα τον θυμάσαι υποθέτω, τον είχαμε συναντήσει στα Σούσα και του παράδωσες την επιστολή της Θαίδας όταν βρισκόσουν εκεί. Και το δεύτερο πρόσωπο πρέπει να το θυμάσαι γιατί κι αυτό το γνώρισες όταν επισκέφτηκες τα Σούσα: είναι ο αποκαλούμενος Χοντρόης, εκείνος ο ολοστρόγγυλος Πέρσης με την αξιοπερίεργη προφορά. Το τρίτο πρόσωπο άλλο δεν ήταν παρά ο υπογράφων φίλος και θαυμαστής σου: ο αποκαλούμενος και Οινοκράτης.

Σου εξηγώ τι είχε συμβεί: Προχτές το πρωί, ενώ σεργιάνιζα μαζί με τον Χοντρόη στα στενά του λιμανιού, χρειάστηκε να βοηθήσουμε έναν άνδρα στον οποίο είχαν επιτεθεί τρεις ντόπιοι μαχαιροβγάλτες. Ύστερα από μια επική συμπλοκή κατά την οποία στη σπάθα του  αμυνόμενου προστέθηκαν τα αυτοσχέδια όπλα (βαριά κατσαρολικά) που χρησιμοποιήσαμε με επιδεξιότητα και επιτυχία εγώ και ο παχουλός μου φίλος, οι ντόπιοι το έβαλαν στα πόδια. Ύστερα, με αρκετή έκπληξη ανακάλυψα ότι ο άνδρας που βοηθήσαμε δεν ήταν άλλος από τον Αθηναίο ευπατρίδη, τον Παλαμήδη.

Απ’ ό, τι μας είπε είχε χάσει την προηγούμενη, προτελευταία, αποστολή απόμαχων πίσω στην Ελλάδα  γιατί απ’ ό, τι φαίνεται κάπου είχε μπλέξει -αν κατάλαβα καλά πρέπει να έκοβε βόλτες στη γειτονιά με τους οίκους των τυχερών παιχνιδιών- αλλά είχε προλάβει την τελευταία. Ήταν λοιπόν παρών στη ναυμαχία με τους πειρατές, όμως κατά τη σύγκρουση είχε καταλήξει στη θάλασσα. Κολυμπώντας είχε καταφέρει να φτάσει στην ασιατική ακτή  και ενώ προσπαθούσε να προσανατολιστεί, είχε ανακαλύψει κρυμμένο σε έναν παρακείμενο όρμο έναν ολόκληρο στόλο από εχθρικά σκάφη.

Προχτές το πρωί λοιπόν, ύστερα από περιπετειώδη διαδρομή ημερών, καβάλα σε έναν ημίονο που προμηθεύτηκε από τους ψαράδες ενός παράκτιου χωριού, κατάφερε να επιστρέψει στην Τύρο. Όταν τον συναντήσαμε ετοιμαζόταν να παρουσιαστεί στις αρχές και να αναφέρει την ύπαρξη αυτών των περίεργων πλοίων που δεν είχαν αναρτημένα σημάδια που να καταδείχνουν την προέλευσή τους, αλλά που είχαν ήδη δείξει τις εχθρικές τους προθέσεις. Όμως η επίθεση των νεαρών ίσως και να ‘χε μοιραία αποτελέσματα για τον γενναίο αθηναίο, αν δεν βρισκόμαστε κι εμείς οι δύο εκεί, εντελώς τυχαία.

Λίγο αργότερα, καθώς βαδίζαμε όλοι μαζί  κατά μήκος της προκυμαίας κατευθυνόμενοι προς το διοικητήριο, ό Παλαμήδης πρόσεξε ακόμη κάτι το σημαντικό: ένα από τα πλοία των Καρχηδόνιων ¨εμπόρων¨ που ήταν δεμένο εκεί, ανήκε -το αναγνώρισε αμέσως- στον περίεργο στόλο που είχε εντοπίσει!

01

Κατάλαβες λοιπόν αγαπητό μου Πουλχερίδιο; Εάν ο φίλος και θαυμαστής σου, ο υποφαινόμενος Οινοκράτης και, βεβαίως, ας μη τον ξεχνάμε κι αυτόν: ο παχουλός πλην όμως γενναίος Χοντρόης, δεν είχαν ¨ανακαλύψει¨ και βοηθήσει τον επίσης γενναίο Αθηναίο ευπατρίδη, ίσως αυτή την ώρα θα ήμασταν, εμείς και ολόκληρη η ¨αποστολή των ¨τυραννοκτόνων¨ -έτσι μας αποκαλούν εδώ και ομολογώ ότι μ’ αρέσει η προσωνυμία-  το λιγότερο αιχμάλωτοι των Καρχηδονίων και σήμερα, αντί για την Αθήνα, θα ταξιδεύαμε ως λάφυρα προς τη μακρινή αφρικανική τυρινή αποικία που, απ’ ό, τι ξέρω, τον τελευταίο καιρό μεγαλοπιάνεται.

Άσε που -μεταξύ μας- μπορεί και ο Αθηναίος που πάλευε μεν με γενναιότητα αλλά μόνο με το ευώνυμο χέρι, όντας τραυματισμένος στο δεξί, να μη τα κατάφερνε να εξουδετερώσει από μόνος του τους τρεις νεαρούς μαχαιροβγάλτες και να μας άφηνε χρόνους προτού προλάβει να ειδοποιήσει τις Αρχές και έτσι η πόλη-νησί να έπεφτε απροετοίμαστη στα χέρια του ακατονόμαστου τάχα πειρατικού  στόλου και του δήθεν ¨εμπορικού¨ του δούρειου ίππου.

Χάρη όμως στην παρέμβασή μας, αλλά και στα μέτρα που έλαβε αμέσως ο Μένης ο Ύπαρχος, όλα αυτά αποσοβήθηκαν. Μια ομάδα από ικανούς και καλο-οπλισμένους άνδρες, οι οποίοι υποτίθεται ότι ήταν μέλη της στρατιωτικής συνοδείας των ¨τυραννοκτόνων¨, δηλώνοντας ότι πρέπει να επιθεωρήσει τους χώρους πριν την επιβίβαση, μπήκε με άνεση στο πλοίο του αρχηγού των εμπόρων και συνέλαβε τον καπετάνιο και το πλήρωμα χωρίς να χυθεί αίμα, τουλάχιστον όχι πολύ. Την ίδια τύχη είχαν και τα πληρώματα των άλλων πλοίων της ¨εμπορικής¨ αποστολής.

Παράλληλα ο Μένης έδωσε εντολή τα τραβήξουν την χοντρή αλυσίδα που έκλεινε και ασφάλιζε το λιμάνι, έτσι ώστε να εμποδιστεί τυχόν αιφνιδιαστική επίθεση του ξένου στόλου. Δε χρειάστηκε όμως να συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί εκείνη την ώρα στο βάθος στα νοτιοδυτικά φάνηκαν επιτέλους τα ελληνικά πλοία που περιμέναμε. 

Κανένας βέβαια δεν περίμενε να φανούν από αυτή την κατεύθυνση, κανονικά έπρεπε να φτάσουν παραπλέοντας τις ασιατικές ακτές από τα βόρια, οπότε και θα είχαν αναπόφευκτα συναντηθεί με τα εχθρικά σκάφη που καραδοκούσαν εκεί. Προφανώς τα πλοία που ανακάλυψε ο Παλαμήδης γνώριζαν ότι περιμένουμε ενισχύσεις από τους ναυστάθμους της Κύπρου και είχαν στήσει ενέδρα για να τις εξουδετερώσουν και μετά να επιτεθούν ανενόχλητοι στη πόλη-νησί.

 Όμως φέτος οι πρόδρομοι ετήσιοι θερινοί βόρειοι άνεμοι ήταν πολύ ισχυροί και τα πλοία μας είχαν αναγκαστεί να παρεκκλίνουν από τη συνήθη διαδρομή. Οι άνεμοι τα παράσυραν προς τα νότια σχεδόν ως την Αίγυπτο, και χρειάστηκε να περιμένουν να αποδυναμωθεί η ισχύς τους για να μπορέσουν να ξαναβρούν  την παράκτια πορεία, αυτή τη φορά από τα νότια, προς την Τύρο.

Όταν τα πλοία των ενισχύσεων έδεσαν στο λιμάνι έπεφτε ήδη η νύχτα. Μία και μόνη νύχτα για να ξεκουραστούν τα πληρώματα και να ανεφοδιαστούν τα σκάφη. Και αυτό γιατί η ηγεσία, ύστερα από νυχτερινή σύσκεψη, αποφάσισε ότι καμιά αποστολή δεν μπορούσε να ξεκινήσει από το νησί προς την Ελλάδα, πριν εξουδετερωθούν τα πλοία που εντόπισε ο Παλαμήδης. Έτσι λοιπόν χτες το πρωί, ένα ισχυρό ναυτικό σώμα, απαρτιζόμενο από τα καλύτερα απ’ τα αφιχθέντα πλοία και ενισχυμένο με σκάφη και πεζοναύτες από τις τοπικές δυνάμεις, ξεκίνησε προς τα βόρεια για να ξετρυπώσει και να διαλύσει τον εχθρικό στόλο. Παράλληλα, ένα σώμα ιππικού ξεκινούσε προς το σημείο που υπέδειξε στους χάρτες ο Αθηναίος, προκειμένου να καλύψει τη ναυτική σύγκρουση από τη μεριά της στεριάς και να αποτρέψει οποιαδήποτε αποβίβαση των εχθρών στις ακτές.

Αυτά, αγαπητό Πουλχερίδιο, συνέβησαν χτες, αλλά τα νέα για την έκβαση των επιχειρήσεων έφτασαν μόλις σήμερα. Τα νέα δεν είναι άσχημα, άλλα ούτε τόσο καλά όσο ελπίζαμε. Από ό, τι φαίνεται οι Καρχηδόνιοι είχαν άμεση πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στο νησί.  Γι αυτό, όταν έμαθαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να αιφνιδιάσουν κανένα, ότι η καλυμμένη εμπροσθοφυλακή των ¨εμπόρων¨ είχε αποκαλυφτεί και ότι εναντίον τους κινιόταν ισχυρή ναυτική δύναμη μαζί με  τμήματα του ιππικού, προτίμησαν να αποπλεύσουν επειγόντως. Ο επικεφαλής ναύαρχος των δικών μας πλοίων ζήτησε την έγκριση να τους καταδιώξει, αλλά ο Μένης προτίμησε να δώσει εντολή να επιστρέψουν. Έτσι η μεν Ιστορία έχασε την ευκαιρία να καταγράψει μια ακόμη μεγάλη θαλασσινή σύγκρουση, εμείς όμως ¨η αποστολή των τυραννοκτόνων¨, καθώς και οι απόστρατοι με τους οποίους θα συνταξιδέψουμε, αποκτήσαμε μια αξιόλογη συνοδεία ικανή να αποτρέψει οποιοδήποτε κίνδυνο. 

Τα πλοία αναμένεται να επιστρέψουν το απομεσήμερο και η αναχώρησή μας προβλέπεται για αύριο το πρωί. Έτσι βρήκα τον απαραίτητο χρόνο για να σου γράψω αυτές τις αράδες που ελπίζω και εύχομαι να σε βρουν υγιή και ευτυχισμένη. Όπως εύχομαι ολόκαρδα να βρεις και εσύ το χρόνο και τον τρόπο να μου στείλεις λίγες γραμμές για το τι κάνεις και τι σκέφτεσαι αυτόν τον καιρό. Δε σου κρύβω ότι όλα όσα σε αφορούν με ενδιαφέρουν

Ο αφοσιωμένος σου φίλος, ο και Οινοκράτης αποκαλούμενος.

*

Υστερόγραφο. Μπορείς να καθησυχάσεις την κυρία σου. Ο Παλαμήδης ανέκτησε όλες του τις αποσκευές, συμπεριλαμβανόμενης της επιστολής της προς την Φρύνη. Θα υπάρξει, εκ των πραγμάτων, μια κάποια καθυστέρηση, αλλά η επιστολή θα παραδοθεί αμέσως μόλις φτάσουμε στην Πόλη των Αθηνών.   

15

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, Κεφάλαιο δέκατο. Θαίδα Ι

Posted by vnottas στο 1 Ιουλίου, 2016

Μέρος Δ Κεφάλαιο 10

Θαΐδα Ι

6889677cabeb3131f4290af9d4e0c3e1

Η μέρα μαραίνεται και πέφτει. Μαζί με το φως που φεύγει, η ζεστασιά της ατμόσφαιρας αποδυναμώνεται και υποχωρεί. Το σκότος ανατέλλει ψυχρό, μαβί και ασημοκεντημένο. Ένα -ακόμη αόρατο- χρυσαφί φεγγάρι  περιμένει στα παρασκήνια τ’ ουρανού τη σωστή ώρα για να κάνει -εντυπωσιακή- την εμφάνισή του.

Η Θαΐδα έχει ρίξει στους ώμους της ένα επίβλημα[1] και έχει βγει στον εξώστη του γυναικωνίτη για να χαζέψει από ψηλά την κατακτημένη πόλη, με τα μάτια ¨αυτής που φεύγει¨.

Η είδηση κυκλοφόρησε το απομεσήμερο, αλλά η Θαΐδα τη γνώριζε ήδη: Η αναχώρηση του στρατεύματος θα γίνει απ’ την μια μέρα στην άλλη  και όλοι οφείλουν να είναι έτοιμοι.

Η νύχτα προαναγγέλλεται αλλιώτικη. 

Σε πολλά σημεία ανάμεσα στα ανακτορικά κτίρια διακρίνονται τώρα ζωηρές μεγάλες φωτιές, γύρω απ’ τις οποίες, παρά την έλευση του σκότους, διάφορες δραστηριότητες συνεχίζονται με απρόσμενη ένταση.  

Βιαστικοί καβαλάρηδες εξακολουθούν να διασχίζουν τους δρόμους μεταφέροντας μηνύματα και εντολές προς τις μονάδες του στρατεύματος, ενώ τμήματα οπλιτών  περνούν κάθε τόσο στην μεγάλη λεωφόρο μπροστά απ’ τον γυναικωνίτη, χτυπώντας το πλακόστρωτο οδόστρωμα με βήμα έντονο, ρυθμικό και υπαινικτικό.

Μερικές ομάδες ξυλουργών που έχουν εγκατασταθεί από το μεσημέρι στην κεντρική πλατεία, εργάζονται ακόμη στήνοντας βιαστικά σκαλωσιές, εξέδρες και κερκίδες για τις τελετές της αναχώρησης. Σε άλλα σημεία, γύρω από τις φωτιές, κάποιοι αοιδοί τραγουδούν ηρωικές και θλιμμένες νοσταλγικές ιστορίες, ενώ οι υπόλοιποι που ζεσταίνονται μαζί τους, τους χειροκροτούν και τους απαντούν εν χορώ, όταν η μελωδική αφήγηση το απαιτεί.

images (5)

Ο απόηχος από τις φωνές των τραγουδιστών και τα σφυριά των τεχνιτών φτάνει ως τα αυτιά της Θαίδας και της δημιουργεί ασυνήθιστα συναισθήματα.

Το σκηνικό που απλώνεται μπροστά της, από τη μια της φαίνεται οικείο (δεν ατενίζει δα για πρώτη φορά την αναχώρηση από μια κατακτημένη πόλη, ξεκινώντας μαζί με το στράτευμα για αλλού)  και από την άλλη της φαίνεται αλλόκοτο, προορισμένο ίσως για κάποια άλλη, όχι γι αυτήν. Όχι για την Θαΐδα που έως μόλις λίγα χρόνια πριν, υπήρξε το ανατέλλον αστέρι και η μέλλουσα βασίλισσα των ηγετών και των ποιητών της Αττικής.  Όχι για την Θαΐδα την επαξίως Αθηναία.

Εικόνες από το παρελθόν ανακατεύονται με τους φόβους και τις ελπίδες της για το μέλλον.

Οι σκέψεις της Θαίδας επικεντρώνονται για μια στιγμή στον Μένανδρο, που την έκανε συνεχώς να γελάει, και μετά -καθώς ένας ενοχλητικός κόμπος εγκαθίσταται στο λαιμό της – εστιάζονται στον Ευθύδημο.

Ο Ευθύδημος: κάτι σαν πρώτη αγάπη, ο νεαρός που φοιτούσε φιλοσοφία και την παραμελούσε, εκείνος που είχε αρνηθεί να υποκύψει στη γοητεία της και αυτό έκανε το πάθος της για αυτόν να ξεχειλίζει ασυγκράτητο.

Αναρωτιέται γιατί άραγε ο Ευθύδημος αναδύθηκε από το απώτερο παρελθόν και τριγυρνάει απόψε στις σκέψεις της.

Δεν αναρωτιέται για πολύ. Η Θαΐδα είναι μια ευφυής γυναίκα που μπορεί να ψάχνει μέσα της, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να ξεγελάει τον εαυτό της.  Κατά βάθος ξέρει γιατί η εικόνα του  νεαρού που την σαγήνευσε όταν ήταν ακόμη αφελές κοράσιον, ξανασκάει απόψε μύτη από το μακρινό τότε:  Είναι γιατί ο αθηναίος μοιάζει φτυστός με κάποιον άλλον και αυτός ο άλλος, (όπως πληροφορήθηκε μόλις πριν λίγο από τις απεσταλμένες της στα παζάρια του κέντρου, εκεί όπου όλα παρατηρούνται, όλα λέγονται και όλα σχολιάζονται), επέστρεψε σήμερα το απόγευμα στην Περσέπολη.

Ο Εύελπις ο Μεγαρέας και ο Ευθύδημος της εφηβικής της ηλικίας μοιάζουν.

Το ίδιο ανάστημα, τα ίδια γελαστά μάτια, τα ίδια σπαστά καστανά μαλλιά.

Εδώ που τα λέμε, αυτήν τη διαπίστωση την έχει κάνει προ ημερών. Από τη στιγμή που ο Εύελπις της έστειλε με το Πουλχερίδιον μια επιστολή που μοιάζει ερωτική, η αναδρομική σύγκριση έγινε αυτόματα και τώρα εκείνη είναι σίγουρη: Αυτοί οι δύο μοιάζουν. 

υ

Έστω κι αν ο Ευθύδημος δεν της είχε γράψει ποτέ…

Μόνον εκείνη του είχε γράψει απελπισμένες επιστολές, αλλά ακόμη κι αυτές κάποια στιγμή εκείνος τις της είχε επιστρέψει.

Η νύχτα έχει γίνει πιο ψυχρή και πιο φωτεινή καθώς η Σελήνη πήρε να ανηφορίζει ψηλά.

Η Θαΐδα κάνει απότομη μεταβολή και ξαναμπαίνει στο πολυτελές δωμάτιό της, όπου οι υπηρέτες έχουν ήδη ανάψει τους περιμετρικούς πυρσούς και κατευθύνεται σε ένα σεντούκι τοποθετημένο σε  εσοχή του απέναντι τοίχου∙ εκεί βρίσκονται θαμμένοι κάποιοι από τους προσωπικούς της ¨θησαυρούς¨. Το ανοίγει και αρχίζει να ανασκαλεύει το περιεχόμενό του.

Βρίσκει και τραβάει έξω έναν σακούλι από μαλακό δέρμα, και απ’ αυτό -στην τύχη- έναν από τους μικρούς  καλαμένιους κυλίνδρους που βρίσκονται εκεί, κι απ’ αυτόν πάλι, ένα κομμάτι πάπυρο σφιχτοδεμένο με πορφυρή κορδέλα. Τον ανοίγει.

Τα γράμματα που είχε τότε χαράξει πάνω στο κιτρινωπό φόντο, της φαίνονται τώρα παιδικά και αστεία… Και τα λόγια που σχηματίζουν επίσης…

¨Από τότε που σου ‘ρθε η ιδέα να ασχοληθείς με τη φιλοσοφία, μου έγινες σεμνός και ψηλομύτης, Ευδύθημε.

 Περνάς κάθε μέρα μπροστά από το σπίτι μου, βιαστικός, υπεροπτικός, με τα βιβλία σου στο χέρι και δε μας ρίχνεις ούτε μια ματιά.

Μήπως τρελάθηκες Ευθύδημε;

Ποιος είναι αυτός ο κακομοίρης που σου διδάσκει ετούτα τα τάχατε σπουδαία πράγματα και σε κάνει να με παραμελείς;

Εγώ ξέρω ποιος είναι. Εσύ, απ’ ότι φαίνεται, ακόμη δεν ξέρεις.

Τις προάλλες μου ζήτησε να τα φτιάξουμε, ναι να τα φτιάξουμε ερωτικά. Κι όταν είδε ότι δεν τον ήθελα γιατί προτιμούσα εσένα και ότι το βαλάντιο των σοφιστών με αφήνει αδιάφορη, άρχισε να κάνει ό, τι μπορεί για να σε κρατήσει μακριά μου[2]¨. 

Η Θαΐδα χαμογελάει γλυκόπικρα. ¨Από τότε μου τη δίνανε οι σοφολογιότατοι¨, σκέφτεται. ¨Και δεν είχα άδικο…¨

images (6)

Ένα ξερό βήξιμο από τη μεριά της πόρτας τραβάει την προσοχή της προς τα εκεί.

«Τι θέλεις Πουλχερίδιον;»

«Να σε ειδοποιήσω για δύο πράγματα ωραία μου αφέντρα», απαντάει το Πουλχερίδιον με το χαμογελαστό του ύφος.

«Λέγε».

«Μόλις έφτασε αυτό το μήνυμα για σένα».

«Φερ’ το εδώ».

Η Θαΐδα ξαναβάζει την παλιά της επιστολή στον κύλινδρο και τον κύλινδρο στο σακούλι. Μετά ανοίγει το σημείωμα που της δίνει η μικρή ακόλουθη.

Χαμογελάει καθώς διαβάζει τις λίγες ρίγες.

«Είναι ο Εύελπις», λέει. «Το περίμενα. Θέλει να με δει αύριο βράδυ».

Μένει μια στιγμή ακίνητη με το βλέμμα ονειροπόλο. «Μα γιατί αύριο; Γιατί όχι απόψε. Δεν είναι δα και τόσο αργά, είναι; Άλλωστε όλη η πόλη είναι ακόμη ξύπνια.»

Το Πουλχερίδιον κάτι θέλει να πει, αλλά η Θαΐδα δεν την αφήνει. «Να τον ειδοποιήσουμε να έρθει τώρα… Τι λές Πουλχερίδιον;»

«Δε γίνεται…» λέει η μαθητευόμενη.

«Γιατί;»

«Γιατί το δεύτερο που έχω να σου πω είναι ότι έφτασε και σε ζητάει εκείνος ο Κουκουλοφόρος. Τον έχω βάλει να περιμένει στον πρώτο προθάλαμο, και όσο και αν το πρόσωπό του είναι δυσδιάκριτο, κινείται νευρικά και μοιάζει να επείγεται…»

«Και σου είπε…;»

«Ναι, η φράση που χρησιμοποίησε είναι σωστή: Σε ζητάει, είπε, ¨στο όνομα της ιερής ελαίας¨.

Η Θαΐδα στραβώνει το όμορφο στόμα της σε μια έκφραση συγκρατημένης δυσαρέσκειας.

«Εντάξει», αποφασίζει τελικά. «Θα τον δεχτώ. Ας ξεμπερδεύουμε μ’ αυτό μια ώρα αρχύτερα». 

3

 

[1] Επίβλημα: εσάρπα, πανωφόρι

[2] Το πλήρες κείμενο της επιστολής που χρησιμοποιώ  εδώ (σε ελεύθερη απόδοση του αρχαίου κειμένου), είναι δανεισμένο από τον συγγραφέα Αλκίφρονα (2ος-3ος  αιώνας μΧ) και  υπάρχει στο ¨Αλκίφρονος Επιστολαί Δ΄ , Επιστολή 7.4,4.¨   Αλκίφρων: «Επιστολές Εταίρων», εκδόσεις «ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ», 2007.

Λέω να αναδημοσιεύσω ολόκληρη την επιστολή στο παράρτημα, στο τέλος του μυθιστορήματος.

 Οι πρώτες αράδες έχουν ως εξής:

Θαῒς Εὐθυδήμῳ

Ἐξ οὗ φιλοσοφεῖν ἐπενόησας, σεμνός τις ἐγένου καὶ τὰς ὀφρῦς ὑπὲρ τοὺς κροτάφους ἐπῆρας. εἶτα σχῆμα ἔχων καὶ βιβλίδιον μετὰ χεῖρας εἰς τὴν Ἀκαδημίαν σοβεῖς, τὴν δὲ ἡμετέραν οἰκίαν ὡς οὐδὲ ἰδὼν πρότερον παρέρχῃ. ἐμάνης Εὐθύδημε· οὐκ οἶδας οἷός ἐστιν ὁ σοφιστὴς οὗτος ὁ ἐσκυθρωπακὼς καὶ τοὺς θαυμαστοὺς τούτους διεξιὼν πρὸς ὑμᾶς λόγους; ἀλλ᾽ ἐμοὶ μὲν πράγματα πόσος ἐστὶν οἴει χρόνος ἐξ οὗ παρέχει βουλόμενος ἐντυχεῖν, προσφθείρεται δὲ Ἑρπυλλίδι τῇ Μεγάρας ἄβρᾳ; τότε μὲν οὖν αὐτὸν οὐ προσιέμην· σὲ γὰρ περιβάλλουσα κοιμᾶσθαι μᾶλλον ἐβουλόμην ἢ τὸ παρὰ πάντων σοφιστῶν χρυσίον·

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δωδέκατο. Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2016

Κεφάλαιο δωδέκατο

Όπου η ημέρα τελειώνει, ο Εύελπις επιστρέφει στο κατάλυμά του και ο Οινοκράτης ταξιδεύει στο βασίλειο της Λήθης

MEANDOS-Ηρακλής

Δεν έχω χρόνο να σημειώσω λεπτομερώς τα όσα συνέβησαν σήμερα. Ας πω μόνον ότι αισθάνομαι ικανοποιημένος, γιατί έγιναν αποφασιστικά βήματα για να διαλευκανθεί η υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο. Και όχι μόνο. Έχουν προκύψει κι άλλα πράγματα, άλλες πληροφορίες, τη σημασία των οποίων πρέπει να κρίνει ο προϊστάμενός μου.

Υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία κι εγώ πρέπει τώρα να τα καταγράψω μαζί με τα βασικά συμπεράσματα. Αύριο, αφού πάρω την έγκριση του Καλλισθένη, πρέπει να στείλω συνεκτική αλλά σαφή έκθεση των γεγονότων προς το συμβούλιο των εταίρων στην Περσέπολη,  μέσω του Ευμένη. Αυτού του τύπου οι αναφορές καλό είναι να γίνονται  χωρίς χρονοτριβή. Αλλιώς ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να κατηγορηθείς ότι καθυστερείς εσκεμμένα και άντε μετά να ξεμπλέξεις… (είναι πια επιβεβαιωμένο ότι οι καλοθελητές δεν λείπουν).

Έδωσα ήδη εντολή στον Ευρυμέδοντα να είναι έτοιμος για αναχώρηση αύριο κιόλας, νωρίς το πρωί.

Όμως δε μπορώ να εμποδίσω μια συνεπαγόμενη σκέψη που αναδύεται και με αναστατώνει: αυτό σημαίνει ότι θα επιστρέψει στη Περσέπολη και η μικρή ακόλουθος. Όχι πως με ενδιαφέρει το διασκεδαστικό Πουλχερίδιον, αλλά η εσπευσμένη επιστροφή της σημαίνει ότι πρέπει να γράψω με διαύγεια, με πειστικότητα, με αγάπη, αλλά και με ευγνωμοσύνη στην Θαΐδα. Απόψε.

Θα ‘θελα να είμαι πιο ξεκούραστος. Θα ‘θελα να μπορώ να έχω χρόνο για να εκφράσω πειστικά ένα σωρό συναισθήματα και αποχρώσεις που ακόμη δεν έχω βάλει σε αρκετή τάξη ώστε να μπορώ να τις εξωτερικεύσω με λίγες γραπτές φράσεις. Θα ‘θελα να μπορώ να της μιλήσω από κοντά, θα ‘θελα να της μιλώ και να παρακολουθώ το  ωραίο της πρόσωπο, να διαβάζω εκεί όσα τα δικά της λόγια δεν θα μου πουν. Θα ‘θελα  να την κάνω να καταλάβει ότι για μένα ήταν, είναι και θα είναι σημαντική.

Ίσως θα έπρεπε όλα αυτά, απλώς, να τα έχω ήδη κάνει, καιρό πριν.

Έστω, αλλά απόψε πρέπει να της γράψω. Αμέσως μετά τη σύνταξη του σκελετού της αναφοράς.

Παρά τη κούραση, με περιμένει ξενύχτι και διαισθάνομαι ότι μόνο ο Οινοκράτης με τα θαυματουργά του αφεψήματα μπορεί να με βοηθήσει.

Ας πω με την ευκαιρία ότι σήμερα ο Οινοκράτης με εξέπληξε ακόμη μια φορά. Θετικά. Όχι, βέβαια γιατί ξεπετάχτηκε μπροστά μου μαζί με τον αστείο φίλο του μέσα στο θησαυροφυλάκιο, εκεί που δεν τον περίμενα και παρά λίγο να τον τρυπήσω με το σπαθί μου, αλλά γιατί ακόμη μια φορά αυτοσχεδίασε και πήρε πρωτοβουλίες που έφεραν αποτελέσματα. Και εδώ που τα λέμε δεν δίστασε να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Αν τον έπιαναν οι ένοπλοι του τεμένους, το λιγότερο θα τον έσπαζαν στο ξύλο, για να μη πω τι θα μπορούσε να του συμβεί αν οι σωματοφύλακες του Άρπαλου έπαιρναν χαμπάρι ότι τους παρακολουθεί.  Ήταν γενναίος και κατά συνέπεια τυχερός: όχι μόνο βρήκε διέξοδο από τη φωλιά των συνωμοτών, αλλά και ανακάλυψε το σημείο από το οποίο εισέβαλαν στο θησαυροφυλάκιο οι μαυροφόροι και απ’ όπου, στη συνέχεια, απέδρασαν οι επιζήσαντες.

Greek-Persian_duel

Τον Οινοκράτη πρέπει να τον αξιοποιήσουμε καλύτερα.  Μετά το δείπνο, που ζήτησα κατ’ εξαίρεση να κάνουμε απόψε όλοι μαζί, (εγώ, οι δύο φιλοξενούμενοι, ο Οινοκράτης και ο χοντρουλός ντόπιος φίλος του) του έδωσα τα συγχαρητήριά μου για τις πληροφορίες, καθώς και για την ανακάλυψη της υπόγειας σύνδεσης του Θησαυροφυλακίου με τον λαβύρινθο του υπεδάφους. Μου απάντησε ότι στεναχωρήθηκε που δε μπόρεσε ν’ ακούσει (¨γαμώ το¨ είπε, ¨είχα και τον φίλο μου για τη μετάφραση μαζί!¨) τι έλεγαν στην περίφημη αυτή ¨συγκέντρωση¨.

Του είπα ότι αυτά που κατάφερε ήταν υπεραρκετά και τον ρώτησα πώς αλλιώς θα μπορούσα να τον ανταμείψω. Μου απάντησε πως  αυτού του είδους τα καθήκοντα τα ευχαριστιέται και ότι του αρκεί να είναι μου χρήσιμος.

Ανεξάρτητα από το τι θα κάνω γι αυτόν στο μέλλον, ευτυχώς θυμήθηκα ότι υπάρχει κάτι που του αρέσει και που θα μπορούσα να του το προσφέρω άμεσα. Πήρα από το συρτάρι με τη γραφική ύλη το κλειδί που είχα κρύψει εκεί, ξεκλείδωσα το κατάλληλο φοριαμό, βρήκα τον αμφορίσκο με το προσφιλές του ντόπιο ποτό και του το επέστρεψα.

Χαμογέλασε μέχρι τ’ αυτιά και με ρώτησε αν θα ήθελα να κάνουμε μαζί μια πρόποση. Του υπενθύμισα ότι αν θέλει να τσουγκρίσουμε τους κύλικές μας, είναι προτιμότερο να μου φτιάξει κάτι που να με κρατήσει ξύπνιο. Απευθύνθηκε στους άλλους παρόντες, αλλά ατύχησε. Ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον εν όψει και της αυριανής τους αναχώρησης είχαν άλλα σχέδια για το υπόλοιπο της βραδιάς, ενώ ο στρουμπουλός φίλος του είχε ήδη αρχίσει να ροχαλίζει στραβοβολεμένος στην κόγχη ενός γωνιακού πάγκου.

Ο Οινοκράτης τράβηξε μια γερή γουλιά στην υγειά μου και εξαφανίστηκε στον χώρο παρασκευής εδεσμάτων για να μου ετοιμάσει  το θαυματουργό του ενεργειακό ελιξίριο.

***

aee9b-_

Εκείνο το βράδυ ο πολυπράγμονας (μεταξύ άλλων χαχομοπαραγωγός και χαχομοκαταναλωτής) Οινοκράτης ονειρεύτηκε. Ήταν κι αυτό ένα ενύπνιο κάπως περίεργο. Ιδού πως το διηγήθηκε στο Πουλχερίδιο, μόνο σ’ αυτό, όταν το ξεμονάχιασε για λίγο το επόμενο ξημέρωμα, λίγο πριν την αναχώρησή της για την Περσέπολη.

Είδα που λες Πουλχερίδιον, ότι ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου και δε θυμόμουνα ούτε ποιος είμαι, ούτε πού είμαι, ούτε γιατί είμαι. Καλά, αυτό το τελευταίο δε το ξέρω ούτε τώρα, αλλά που θα πάει, με τόσους φιλόσοφους που συναναστρέφεται ο αφέντης μου, αργά η γρήγορα θα καταφέρω να το μάθω.

Ήμουνα που λες σ’ έναν παράξενο τόπο, ούτε θαμπό, ούτε ομιχλώδη όπως συμβαίνει συνήθως στα όνειρά μου, αλλά κατά κάποιο τρόπο υπερβολικά διαυγή, χρωματιστό και συγκεκριμένο. Κάπως σαν η πραγματικότητα να ήταν ένα τεράστιο ψηφιδωτό και να την είχε σχεδιάσει, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, ένας υπερβολικά επιμελής ζωγράφος με δισεκατομμύρια λαμπερές ψηφίδες.

Ήμουν σε κάτι σαν μεγάλη πλατεία. Είχε και λίγα δέντρα εδώ κι εκεί με μια πινακίδα φυτεμένη μπροστά σε καθένα απ’ αυτά πρέπει να αναγραφόταν εκεί το όνομά τους, κάτι σαν επιτάφια επιγραφή, σαν να ήταν τα τελευταία του είδους τους.

αρχείο λήψης

Σ’ αυτόν τον κόσμο συνέβαιναν πράγματα απίθανα.

Γύρω μου κυκλοφορούσαν άνθρωποι πολλοί… ο καθένας μόνος του.

 Άνθρωποι; Τι λέω; Εγώ δεν καταλάβαινα τι ήταν. Σου είπα, δε θυμόμουνα τίποτα, κενό! Η μνήμη μου ήταν σαν άμμος. Άμμος ακίνητη, όπου όσο κι αν έσκαβα δεν έβρισκα  τίποτα!

Τους κοίταξα πιο προσεκτικά και μου φάνηκε πως είναι θεοί. Μόνο που δε φανταζόμουνα πως οι θεοί είναι τόσοι πολλοί! Τους είχα για λιγότερους.

Μη γελάς Πουλχερίδιον, έχω ξαναδεί θεούς στον ύπνο μου. Κάπως αλλιώτικους.

Κοίτα, αυτοί εδώ φορούσαν ρούχα πολυτελή και πολύχρωμα άνδρες και γυναίκες -δύσκολο να τους ξεχωρίσεις- όλοι πάνω κάτω τα ίδια. Κι έπειτα είχαν άρματα τετράτροχα, που πήγαιναν μόνα τους, χωρίς άλογα ή άλλα ζώα… Και, άκου να δεις:  αντί για άλογα μερικοί ίππευαν δύο ενωμένους τροχούς, όχι δίπλα δίπλα, όπως στα δικά μας κάρα, αλλά ο ένας τροχός μπροστά και ο άλλος πίσω! Κι όμως, μ’ ένα μαγικό τρόπο αυτές οι δίτροχες κατασκευές έστεκαν όρθιες και είχαν κι αναβάτες… Και μάλιστα έτρεχαν!

mobile

Ένα άλλο πράγμα που μου φάνηκε αλλόκοτο ήταν πως σχεδόν όλοι κρατούσαν στα χέρια τους μικρά πλατιά κυτία. Σ’ αυτά τα μικρά κυτία απευθύνονταν και μιλούσαν. Ναι, τους μιλούσαν με όλων των ειδών τις εκφράσεις: αδιάφορα, έντονα, χαμογελαστά, άγρια, εμπιστευτικά, μελιστάλαχτα, απειλητικά, κρύα, ένθερμα, με υπονοούμενα, με ζέση, με καημό, με…Τέλος πάντων μου φάνηκε ότι, αν και αυτά τα όντα μισούσαν τις συντροφιές και τις παρέες και ο ένας άφηνε τον άλλο παγερά αδιάφορο, με το κουτάκι είχαν σχέσεις συναισθηματικές!

¨Τι υποκατάστατο!¨,  είπε μια φωνή μέσα μου και μετά εγώ είπα: ¨Ας είναι ο, τι θέλουν. Θα τους μιλήσω¨.

Προσπάθησα.

Δεν πήρα καμία απάντηση. Μερικοί με αντιμετώπισαν σαν να μην άξιζα καμία προσοχή, καμία σημασία. Μερικοί δε με πρόσεξαν καν. Καναδύο μου επέδειξαν το κουτάκι τους πάνω στο οποίο φωσφόριζαν κάτι διασταυρούμενες γραμμές, λες κι αυτό θα μπορούσε να απαντήσει στην απορία μου: πού είμαι; Μετά αδιαφόρησαν κι αυτοί.

Δεν ήξερα τι να κάνω Πουλχερίδιον, αλλά όπως (αν δεν ξέρεις) θα μάθεις, ο Οινοκράτης διαθέτει υπομονή και επιμονή αρκετή για να βγάζει πέρα όταν είναι ξύπνιος σκέψου τι μπορεί να κάνει όταν ονειρεύεται!

Σκέφτηκα ότι αυτοί εδώ οι τύποι δε μιλάνε μεταξύ τους, γιατί τους απαντάει σε όλα το κουτί! Ίσως πιο έγκυρα! Ίσως πιο έγκαιρα!

Ίσως θα μπορούσε να απαντήσει και σε μένα!  Οπότε… picture-001

Οπότε, το έκλεψα!

Ποιο; Μα το κουτάκι. Ήταν ένας που καθόταν λίγο παρακεί σ’ ένα δημόσιο κάθισμα, στην πλατεία. Τον πήρε ο ύπνος μετά το τέλος μιας ατέλειωτης συνομιλίας με το κυτίο. Πλησίασα ανάλαφρος και το έβγαλα απαλά από το θυλάκιο του αμπέχονού του.

Μετά το ‘βαλα στα πόδια και χώθηκα σ’ ένα άλσος με ανώνυμους ασθενικούς θάμνους, δίπλα στην πλατεία. Σταμάτησα μόνον όταν μου φάνηκε πως είμαι αρκετά απαρατήρητος, αν όχι μόνος.

 

Το κυτίο ήταν μια σπιθαμή μικρό και είχε πάνω του παράξενα χρωματιστά σχέδια. ¨Πού είμαι;¨ του λέω. Τίποτα αυτό. ¨Τι κάνω εδώ πέρα; Γιατί αυτοί εδώ μιλάνε μόνο με σένα; Γιατί δε μου μιλάς;  Το ξέρω πως μπορείς να μιλάς, σε πήρε τ’ αυτί μου προηγουμένως που μίλαγες…¨

Πήρα να πασπατεύω τις δύο πλατιές του επιφάνειες. Η μία ήτανε λεία. Η άλλη πάνω της είχε μικρές ανεπαίσθητες ανωμαλίες. Ξαφνικά, αυτό το ορθογώνιο πλακίδιο, ας το πούμε έτσι, άρχισε να ηχεί και να χοροπηδάει μεσ’ στα χέρια μου. Μού ήρθε κόλπος και δε ξέρω πώς και δεν ξύπνησα!

Θα ξυπνούσα σίγουρα, αν δεν αισθανόμουν κάτι το απαλό, το καθησυχαστικό, να αγγίζει το χέρι μου! Σήκωσα τα μάτια από το αναθεματισμένο κουτί.

250px-Mnemosyne_(color)_Rossetti

Μια γυναίκα, μια θεά, στεκότανε δίπλα μου! Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Ήταν όμορφη σαν κι εσένα! Σου έμοιαζε.

¨Ποια είσαι;¨ της λέω.

¨Η Λήθη¨ μου λέει. ¨Και αυτό εδώ είναι το βασίλειό μου¨.

Κατάλαβες Πουλχερίδιον; Ήταν η θεά Λήθη. Και σου έμοιαζε! Ξέρω γιατί, και θα σου το πω κι ας είναι πρωί, άρα ώρα ακατάλληλη. Γιατί κι εσύ, όπως και εκείνη, μπορείς να κάνεις τους άντρες να ξεχνάνε. Τα πάντα! Μη γελάς, αυτό θα σου το εξηγήσω μια άλλη στιγμή.

Την κοιτάζω, που λες  παραξενεμένος… και γοητευμένος!

¨Ναι¨,  μου λέει, ¨τα βρήκα επιτέλους μαζί της!¨

¨Με ποια;¨ ρωτάω, γιατί τώρα που έχω κάποιον να απαντάει θέλω να τα μάθω όλα.

¨Με την ξαδέλφη μου, με ποια άλλη. Την Μνημοσύνη! -την φωνάζουν και Μνήμη, αλλά εγώ τη λέω Μιμή. Δεν είναι πραγματική εξαδέλφη μου αλλά, τι τα θες, όλοι εμείς οι θεοί είμαστε λίγο πολύ συγγενείς… μακρινά ξαδέλφια¨.

¨Ήσασταν τσακωμένες;¨

¨Κοίτα, κολλημένη εκείνη – ανάλαφρη εγώ, αδυσώπητη εκείνη – επιεικής εγώ, σχολαστική εκείνη – ανέμελη εγώ… ήταν φυσικό να έχουμε διαφορές.

Εκείνη βέβαια μεγαλοπιάνεται. Ισχυρίζεται πως κατάγεται κατευθείαν από τον γεννήτορα των Θεών, τον Ουρανό και ότι τις κόρες της (κάτι κοσμικές καλλιτεχνίζουσες) τις έχει κάνει με το Δία. Έτσι λένε όλες! Έτσι διαδίδει κι αυτή, μόνο που ετούτη, έτσι και σφηνώσει κάτι στο μυαλό των θνητών, δεν μπορώ να το ξεβιδώσω ούτε καν εγώ. Τέλος πάντων, δυσκολεύομαι¨. 

¨Και τώρα τα βρήκατε; συμφιλιωθήκατε;¨

¨Έβαλε ένα χέρι κι ο Ήφαιστος¨

¨Ο σιδηρουργός;¨

¨Ο μέγας τεχνουργός και τεχνοκράτης! Επινόησε έναν νέο χώρο, όπου η μνήμη μπορεί να βασιλέψει από μόνη της όσο θέλει, μ’ όποιο τρόπο της αρέσει, να αποθηκεύει ο, τι θέλει, όσα θέλει, σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Και εγώ συμφώνησα: ας πάει εκεί κι ας κάνει ό, τι της κατεβεί. Αρκεί τελικά να μου αφήσει τους θνητούς απερίσπαστους, στη διάθεσή μου¨. 

¨Και εκείνη δέχτηκε;¨

¨Έβαλε έναν όρο. Για ένα διάστημα να ελέγχει τη μνήμη του καθενός από μακριά, πράγμα που έγινε δυνατό χάρη σ’ αυτή την επινόηση του Ήφαιστου που κρατάς στο χέρι σου¨.

hfaistos

Ανασήκωσα το κυτίο και το παρατήρησα με περισσότερο ενδιαφέρον.

¨Κι εσύ;¨ τη ρώτησα.

¨Α, μα αυτό το κουτί με βολεύει! Οι δικοί μου ξεχνάνε πιο εύκολα τώρα. Είναι καθησυχασμένοι. Πιστεύουν ότι μπορούν να ‘χουν εμπιστοσύνη στις τέχνες του Ήφαιστου. Χα! Τον τελευταίο καιρό ο Χωλός ο Κερασφόρος (λέμε τώρα) παράγει άφθονα τεχνο-μπιχλιμπίδια κι έχει μεγάλη πέραση¨.

¨Σε βρίσκω πολύ γοητευτική¨ της λέω Πουλχερίδιον, γιατί σου έμοιαζε.

¨Α, όπως και να το κάνουμε είμαι πολύ πιο σαγηνευτική από την κολλημένη την Ξαδέλφη. Έτσι είμαστε όλοι στο σόι μου¨.

¨Το σόι σου; ποιο είναι το σόι σου;¨

¨Τι; Δε το ξέρεις;

Η μητέρα μου είναι η Έριδα, εκείνη με το μήλο. Αδελφός μου είναι ο Ύπνος στην αγκαλιά του οποίου βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή, γι αυτό μπορώ κι επικοινωνώ μαζί σου με άνεση… και τον άλλο μου αδελφό δεν τον γνώρισες ακόμη, αλλά που θα πάει… θα τον γνωρίσεις. Είναι ο Θάνατος¨.

Άφησε ένα κρυστάλλινο γέλιο που σιγά σιγά έγινε απόμακρος ανησυχαστικός απόηχος και εξαφανίστηκε.

danteinriverlethe

Ένα μικρό κρυστάλλινο γελάκι εξέπεμψε και το Πουλχερίδιον και εξαφανίστηκε κι αυτό, προκείμενου να ολοκληρώσει τις τελευταίες λεπτομέρειες της προετοιμασίας των αποσκευών της για το ταξίδι.

(Τέλος του τρίτου μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Β, κεφάλαιο τέταρτο: Το Πουλχερίδιον προ των πυλών

Posted by vnottas στο 20 Ιουλίου, 2015

Σας υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τα όσα έχουμε ήδη πει, στη μικρή εκπαιδευόμενη εταίρα Πουλχερία (αποκαλούμενη χαϊδευτικά και Πουλχερίδιον) έχει ανατεθεί από την κυρία της, την Θαΐδα, να μεταφέρει στα Σούσα δύο επιστολές. Η μία απευθύνεται στην Ωραία των Αθηνών Φρύνη (μέσω του επαναπατριζόμενου αθηναίου πολεμιστή Παλαμήδη) και η άλλη, πιο επείγουσα, ενημερώνει τον Εύελπι για τις δολοπλοκίες που εξυφαίνονται στην αυλή κατά του Καλλισθένη και της ομάδας του. Ωστόσο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Ευρυμέδοντα (του Θεσσαλού αξιωματικού που έχει πάρει μαζί του το Πουλχερίδιο, καθώς μεταφέρει στα Σούσα βιβλία που πρέπει να περισωθούν από τις φλόγες της προέλασης), η αρμάμαξα καθυστερεί…

carro1

Μέρος Β΄ Κεφάλαιο τέταρτο

Πρωί. Αφηγείται το Πουλχερίδιον, καθώς η αρμάμαξα του Ευρυμέδοντα πλησιάζει στα τείχη των Σούσων

Θα ’πρεπε να φτάσουμε στα Σούσα χτες το βράδυ, αλλά μια ξαφνική δυνατή βροχή μας αναχαίτισε. Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να συνεχίσει, αλλά κατάφερα να τον πείσω ότι τάχα δεν αισθανόμουν καλά και ότι θα έπρεπε να σταματήσουμε έστω για λίγο. Τελικά περάσαμε τη νύχτα στριμωγμένοι ο ένας πλάι στον άλλον μέσα στο όχημα. Η απρόβλεπτη καθυστέρηση είχε τα καλά της. Η βροχή να χτυπάει στο καραβόπανο της άμαξας και η ζεστή αγκαλιά του Θεσσαλού λοχαγού αρκούν για να φτιάξουν μια απολύτως υπέροχη νύχτα!

ContentSegment_15463375$W1000_H0_R0_P0_S1_V1$Jpg

Ο Ευρυμέδοντας όμως θέλει να εκπληρώσει την αποστολή του το συντομότερο. Τώρα τον βλέπω συγκεντρωμένο και μάλλον τεντωμένο να τινάζει τα ηνία και να παροτρύνει τα άλογα να επιταχύνουν μεσ’ στις λάσπες. Στο βάθος της πεδιάδας, αχνά στη πρωινή  αχλή διακρίνονται πια τα χαμηλά τείχη των Σούσων και η νοτιοανατολική τους πύλη.

Λέω να του πιάσω κουβέντα μπας και χαλαρώσει λίγο.

«Αν έβαζα με τη σειρά τις τρείς μεγάλες πόλεις της Ασίας που γνωρίσαμε τελευταία» του λέω, «όχι όμως με βάση το μέγεθος, ούτε τον πλούτο…»

«Αλλά;» με ρωτάει καθώς τινάζει το καμτσίκι στον αέρα.

«Με βάση την λαγνεία που εκπέμπουν», του απαντώ γελώντας. Πρώτη θα έβαζα τη Βαβυλώνα, μετά τα Σούσα και τελευταία θα άφηνα την Περσέπολη. Καλά δε τα λέω Δάκη μου; Δεν συμφωνείς κι εσύ; »

«Τι θες να πεις;» μου λέει, γιατί σε αυτά τα θέματα είναι λιγάκι στουρνάρι.

«Να», τα γυρίζω, «αυτή η Περσέπολη δε μου πολυάρεσε».

«Μη κάνεις συγκρίσεις. Την Περσέπολη την λεηλατήσαμε.  Πάλι καλά που το παλάτι στέκει ακόμη στα πόδια του. Έπειτα, οι Πέρσες είναι αλλιώτικοι από τους Μεσοποτάμιους».

Βλέπω πως το θέμα δεν τον χαλαρώνει, γι αυτό το αφήνω και τον ρωτάω κάτι άλλο.

«Ξέρεις σε ποιο σημείο των Σούσων βρίσκονται οι τραυματισμένοι αξιωματικοί που πρόκειται να επιστρέψουν στην Ελλάδα;  Πρέπει να βρω κάποιον εκεί».

«Ναι, ξέρω. Έχω καναδυό φίλους ανάμεσά τους. Νομίζω ότι δεν μένουν πια στο στρατόπεδο της φρουράς, πρέπει να στεγάζονται όλοι μαζί σε ένα δημόσιο οίκημα στο κέντρο. Μόλις ο καιρός καλυτερέψει για τα καλά, αφού πρώτα γίνει γιορτή και τελετή προς τιμήν τους, θα ξεκινήσουν για την Τύρο όπου και θα επιβιβαστούν σε πλοία, ο καθένας για την πόλη του».

Τον κοιτάζω με τον κατάλληλο τρόπο, ξέρω εγώ!

«Εντάξει», μου λέει. «Θα σε συνοδεύσω εγώ ως τους επαναπατριζόμενους. Όμως θα περιμένεις μέχρι να παραδώσω τα βιβλία στην υπηρεσία του Καλλισθένη».

«Ω, μην ανησυχείς» του απαντώ, «έχω κι εγώ να κάνω μια δουλειά εκεί».

1Old-Sidon_3043212k

(συνεχίζεται…)

Στο επόμενο: Κεφάλαιο πέμπτο. Αφηγείται ο  Εύελπις (συνέχεια): Μάρμαρα, άλλα κλοπιμαία και μια ένοπλη εισβολή.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 9 Όπου (την ίδια εκείνη μέρα) το Πουλχερίδιον ταξιδεύει ευχαριστημένο

Posted by vnottas στο 16 Απρίλιος, 2015

img1_21 (1)

Αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο του πρώτου μέρους της (υπό εκπόνηση) απόπειρας συγγραφής ενός ιστορικού μυθιστορήματος (σύμφωνα, βέβαια, με την προσωρινή πρώτη κατάταξη). Όπως ενδεχομένως παρατηρήσατε, το πρώτο μέρος  εξιστορεί τα όσα συνέβησαν μια συγκεκριμένη μέρα: την τρίτη ημέρα πριν την λήξη του Ανθεστηρίωνα μήνα του έτους που αντιστοιχεί στο 330 πΧ. Ακολουθεί ένα ¨ιντερμέδιο¨ με την επιστολή της Θαίδας προς τη Φρύνη, που το έχω ήδη αναρτήσει και βρίσκεται εδώ. . Το δεύτερο μέρος, προσεχώς.

εικόνα

Κεφάλαιο ένατο

Βασιλική οδός: Διαδρομή Περσέπολη – Σούσα

Η κυρία μου είναι μεγάλη πουτάνα και δε λέει ποτέ ψέματα.  Τέλος πάντων μπορεί και να λέει εκεί που πρέπει, αλλά σ’ εμάς τις δούλες της λέει τα αληθινά, γιατί μας αγαπάει όπως την αγαπάμε κι εμείς. Κι επειδή την αγαπάμε, το ξαναλέω επειδή την αγαπάμε, και όχι γιατί δε μπορούμε να κάνουμε αλλιώς (η αλήθεια είναι ότι δε μπορούμε, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) της κάνουμε όλα τα χατίρια.

Μου λέει λοιπόν κάμποσες μέρες πριν: «Πουλχερίδιον, θα μου κάνεις μια χάρη;»

«Μετά χαράς αφέντρα», της λέω και το εννοώ.

Σηκώνει το φρύδι, σαν να μη περίμενε αυτή την απάντηση, σας είπα είναι μεγάλη πουτάνα, και μας αγαπάει, και συνεχίζει:

«Τι θα έλεγες για ένα ταξιδάκι;»

«Πετάω τη σκούφια μου» της λέω, και συμπληρώνω γιατί είμαι κι εγώ μικρή πουτάνα, ακόμη εκπαιδευόμενη: «Αυτήν που δεν έχω!»

«Καλά θα σου πάρω» μου χαμογελάει. Και θα σου πάρω κι άλλα, ρούχα και μπιχλιμπίδια, άμα θα κάνεις -σωστά- αυτά που θα σου πω.

 «Λέγε, αφέντρα, είμαι όλη αυτιά, κοίτα με», κάνω και βάζω τις χούφτες γύρω από τα μικρά χαριτωμένα μου αυτάκια, για να τα μεγαλώσω.

«Τον Ευρυμέδοντα τον ξέρεις, αν δε κάνω λάθος. Λέω τον ψηλό Θεσσαλό ίλαρχο. Πρέπει να τον έχεις περιποιηθεί προσωπικά».

«Τον ξέρω» της απαντώ ντροπαλά αλλά με νόημα.

«Φεύγει αύριο το πρωί, αποστολή για τα Σούσα, με άμαξα.

«Αποστολή; Τι αποστολή;» την ρωτάω γιατί είμαι περίεργη εκ γενετής, και πάντα!

«Α», μου κάνει. «Πρόσεξέ με: Θα σου πω δυο πράγματα. Πολύ σημαντικά αν θες να τα πάμε καλά. Πρώτον: δεν θα ρωτάς. Ότι χρειάζεται θα στο πω εγώ. Είναι πολύ καλλίτερα για όλους μας αν ξέρεις μόνον τα απαραίτητα. Δεύτερον: οτιδήποτε δεις ή ακούσεις σ’ αυτό το ταξίδι το λες μόνο σε ένα άτομο.

«Σε εσένα!» την προλαβαίνω επειδή έχω μια φαεινή.

«Σου κόβει Πουλχερίδιον», με επιβραβεύει. «Αλλά για την αποστολή του Ευρυμέδοντα θα σου πω: Τον στέλνει ο Ευμένης στον Καλλισθένη μαζί με ένα σωρό παπύρους, περγαμηνές και βιβλία. Δε ξέρω γιατί, αλλά φαίνεται ότι μαζεύουν τα συγγράμματα στα Σούσα. Γι αυτό θα χρησιμοποιήσει άμαξα. Τον είδα πριν λίγο, και μου υποσχέθηκε ότι θα πάρει κι έναν επιβάτη: εσένα. Ο Δρόμος είναι καλός, τον είδες στον ερχομό, υπάρχουν σταθμοί για να αλλάξετε τ’ άλογα και να πάρετε μια ανάσα. Σε λίγες μέρες θα είστε στην Πόλη των Κρίνων.

«Και τι θες να κάνω εκεί;»

«Θα παραδώσεις δύο επιστολές που θα σου δώσω».

«Σε ποιόν;»

«Τη μία θα τη δώσεις στον Παλαμήδη τον Αθηναίο. Έχει πληγωθεί στο δεξί χέρι και έμαθα ότι πρόκειται να επιστρέψει ως απόμαχος στην Αθήνα.  Θα του πεις ότι τον παρακαλώ θερμά, μόλις φτάσει στο Άστυ, να παραδώσει αυτή την επιστολή στην Φρύνη. Θα υπακούσει. Μου χρεωστάει μερικές χάρες».

Στο άκουσμα του ονόματος της Φρύνης, της μεγάλης Κυράς των Αθηνών χαμογελάω ως τα μικρά, χαριτωμένα μου αυτιά.

«Θα τον βρεις εκεί όπου έχουν στεγάσει τους αξιωματικούς που θα επαναπατριστούν», συνεχίζει η κυρά μου.

«Και την άλλη επιστολή;» ρωτάω.

«Η άλλη είναι πιο επείγουσα και θα την παραδώσεις πρώτη. Στον Εύελπι τον Μεγαρέα».

«Τον ξέρω», της λέω και ξαναχαμογελάω με νόημα.

Είναι ένας από τους πιστούς θαυμαστές της. Λες να ήρθε επιτέλους η σειρά του να απολαύσει την εύνοια της Κυράς; Λες να τον πεθύμησε, τώρα που δεν τον έχει συνεχώς στα πόδια της;

«Δε θα δυσκολευτείς να τον βρεις», μου λέει. «Ακολούθησε τον Ευρυμέδοντα όταν θα παραδώσει τα βιβλία στον Καλλισθένη. Σίγουρα κάπου εκεί γύρω θα είναι και ο Εύελπις».

 

Η κυρία μου, η Θαΐδα, μας αγαπάει. Και είναι η καλύτερη σε τέχνη και η μεγαλύτερη σε λάμψη απ’ τις εταίρες της Ασίας. Θα έλεγα και της Ευρώπης, αλλά αυτό θα το ξεστομίσω μόνον όταν η Κυρά Φρύνη αποσυρθεί. Γιατί, όπως λένε και οι πιο παλιές,  πρέπει να είμαστε δίκαιες και να σεβόμαστε τη μεγάλη μας παράδοση και εκείνες που ήδη ανήκουν σ’ αυτήν.

Η κυρά μου διάλεξε εμένα γι αυτό το θέλημα-ταξίδι και αυτό σημαίνει ότι μου έχει εμπιστοσύνη και μετά πάει να πει ότι μου έκανε ήδη ένα δώρο, γιατί περνάω υπέροχα. Μπορεί, δε λέω, να είμαι ευκολομπούχτιστη, αλλά τα απανωτά συμπόσια και τα όργια που ακολούθησαν την κατάληψη της Περσέπολης, τα έχω ελαφρώς βαρεθεί. Ήθελα λίγο καθαρό αέρα και η παρέα μ’ αυτό το αγαθό μεγάλο παιδί, τον Ευρυμέδοντα, δε με χαλάει καθόλου.

Αλλά, τι να κάνουμε, ταξιδεύουμε γρήγορα και, από ότι φαίνεται, αν ο Ταχυδρόμος Ερμής εξακολουθήσει να ευνοεί το ταξίδι, σήμερα το βράδυ θα είμαστε στα Σούσα.

γ

Τέλος Α΄ μέρους

(Συνεχίζεται, ακολουθεί το ιντερμέδιο με την επιστολή της Θαίδας προς την Φρύνη)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »