Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Ραδιόφωνο’

Για τις εξετάσεις του Ιουνίου 2013

Posted by vnottas στο 16 Μαΐου, 2013

η

 

1. Κοινωνική Ιστορία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας

Οι εξετάσεις για τους φετινούς και τους παλαιότερους φοιτητές θα διεξαχθούν από τον κ. Βαμβακά, σύμφωνα με το πρόγραμμα (Τετάρτη 12 Ιουνίου, ώρα 17:00, αιθ. 4a 4β).

 2. Κοινωνική ανάλυση οπτικοακουστικού αφηγήματος

Οι εξετάσεις θα γίνουν προφορικά Παρασκευή 7 Ιουνίου

ώρα 9:00, αιθ.2 Λήξη προθεσμίας παράδοσης εργασιών Παρασκευή 31 Μαΐου, ώρα 12 μεσημέρι.

Για τους φοιτητές που βρίσκονται στο Πτυχίο

3. Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας

Εξετάσεις Τετάρτη 12 Ιουνίου ώρα 12:00 στο γραφείο μου

Οι ασκήσεις (με θέμα εκείνο που ίσχυε όταν παρακολούθησαν το μάθημα) θα πρέπει να κατατεθούν στη θυρίδα μου ή στο θυρωρείο ως την Παρασκευή 31 Μαΐου, ώρα 12 το μεσημέρι.

 4. Ραδιόφωνο: Γλώσσα και Κοινωνική Διάσταση

Εξετάσεις Τετάρτη 12 Ιουνίου ώρα 11:00 στο γραφείο μου

Λήξη προθεσμίας για την κατάθεση εργασιών ή εκπομπών: Παρασκευή 31 Μαΐου, ώρα 12 το μεσημέρι, στη θυρίδα μου ή στο θυρωρείο.

 

Καλό διάβασμα και καλή επιτυχία σε όλους

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Θέατρο και Ραδιόφωνο

Posted by vnottas στο 27 Νοεμβρίου, 2007

Για τους φοιτητές που παρακολουθούν το μάθημα «Ραδιόφωνο: Γλώσσα και κοινωνική διάσταση» (και κάθε άλλο ενδιαφερόμενο), παραθέτω δύο ανακοινώσεις του Τελλόγλειου Ιδρύματος σχετικά με δύο ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις  (είσοδος ελεύθερη). Β.Ν.

Εκδήλωση 1η

«ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΛΑΤΟΔΑΣΟΣ»

-ένα έργο για φωνές-του Ντύλαν Τόμας στο Τελλόγλειο

   

Το κύκνειο άσμα του Ντύλαν Τόμας, το έργο «Κάτω από το Γαλατόδασος» στη ραδιοφωνική εκδοχή του,  θα παρουσιαστεί στο πλαίσιο της έκθεσης «Η Θεσσαλονίκη εκπέμπει…» σε δύο «συνέχειες» στο Τελλόγλειο. Το πρώτο μέρος, την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007, στις 8 μ.μ. και το δεύτερο μέρος την Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007, στις 8 μ.μ., σε μετάφραση  της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και  ραδιοφωνική σκηνοθεσία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη. Τους 63 μικρούς και μεγάλους ρόλους του έργου ερμηνεύουν οι φοιτητές του Τμήματος Θεάτρου του Α.Π.Θ.: Δανάη Αμανατίδου, Κίρκη Καραλή, Δημήτρης Κορρές, Γιώργος Κριθάρας, Μαρία Μεταξοπούλου, Θωμαή Ουζούνη, Αναστάσης Παπαδόπουλος, Αντρια Περνάρου, Μαριάννα Τζανή, Τάσος Τσουκάλης-Δημητριάδης.

       Στο «Κάτω από το Γαλατόδασος», ο Ντύλαν Τόμας περιγράφει μια μέρα από την ζωή των κατοίκων ενός μικρού παραθαλάσσιου ουαλέζικου χωριού, του Χλαρέγκιμπ. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου είναι αφήγηση που την μοιράζονται δύο φωνές,  ενώ οι διαλογικές σκηνές που παρεμβάλλονται είναι ιδιαίτερα  σύντομες.

 

      Τα πρόσωπα του έργου μπορεί να μας φανούν παράξενα, εκκεντρικά, όχι εντελώς φυσιολογικά, ανήθικα, χωρίς αρχές και ενδεχομένως παράλογα, τρελά. Ωστόσο ο Τόμας ούτε τα κρίνει ούτε τα καταδικάζει αλλά τα αντιμετωπίζει με κατανόηση, συμπόνια και καλοπρόθετο χιούμορ. Παρά τις αρνητικές πλευρές του χαρακτήρα τους, μας καθιστά αυτούς τους περίεργους κατοίκους του Χλαρέγκιμπ εξαιρετικά συμπαθείς. «Τους αποδέχεται όπως ακριβώς είναι, γράφει ο Stuart Holroyd, με όλα τα ελαττώματά τους και τις αποτυχίες, την στενοκεφαλιά και την ωμότητά τους. Τους αποδέχεται και σε πείσμα όλων, τους αγαπάει με το πάθος του μεγάλου ανθρωπιστή…».

      Αν υπάρχει ένας πρωταγωνιστής στο Γαλατόδασος, τότε σίγουρα δεν είναι κάποιος από τους πολυάριθμους χαρακτήρες που παρελαύνουν σε αυτό, αλλά η ίδια η γλώσσα. Χάρη στην ποιητική της διάσταση, και τα πρόσωπα τόσο οι ιδιοτροπίες τους, όσο και η καθημερινότητά τους, που μοιάζει στατική, επαναλαμβανόμενη πανομοιότυπα από μέρα σε μέρα, ανυψώνονται και καθαγιάζονται. Ίσως το Γαλατόδασος να είναι το μόνο θεατρικό έργο που πετυχαίνει να δώσει την αίσθηση μιας ευτυχισμένης ζωής χωρίς να γίνει ανιαρό.

      Ο Ντύλαν Τόμας έγραψε το Γαλατόδασος, «ένα έργο για φωνές» όπως το αποκαλεί, με προορισμό το ραδιόφωνο. Το παρουσίασε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1953, σε δημόσια πολυφωνική ανάγνωση, στη Νέα Υόρκη -ο ίδιος διάβασε την Πρώτη Φωνή και τον ρόλο του Αιδεσιμότατου Ελάι Τζέκινς (στην παραγωγή του B.B.C., λίγους μήνες αργότερα, τον διαδέχτηκε ο Ρίτσαρντ Μπάρτον).

      Πρόκειται κυριολεκτικά για το κύκνειο άσμα του ποιητή: ο θάνατος τον βρήκε τον Νοέμβριο του 1953 στην Αμερική, όπου τον είχαν καλέσει ξανά, για να το διαβάσει σε δημόσιους χώρους.

      Πολύ γρήγορα η ποιητική δύναμη και οι θεατρικές αρετές του έργου προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων της σκηνής: η πρώτη θεατρική παράσταση δόθηκε στο φεστιβάλ του Εδιμβούργου το 1956 και ακολούθησαν πλήθος παραστάσεις σε όλο τον κόσμο, καθώς και μια κινηματογραφική ταινία, το 1971, με πρωταγωνιστές τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον Πήτερ Ο Τουλ και την
Ελίζαμπεθ Τέηλορ σε σκηνοθεσία Andrew Sinclair.

      Στην Ελλάδα το κείμενο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1972, από τις εκδόσεις Ερμείας, στη μετάφραση της Κατερίνας Αγγελάκη -Ρουκ. Η πανελλήνια «πρώτη» έγινε στην Θεσσαλονίκη, το 1982, στα πλαίσια των διπλωματικών εξετάσεων των σπουδαστών της Δραματικής Σχολής της Ρούλας Πατεράκη, σε σκηνοθεσία της ιδίας. Η επαγγελματική «πρώτη», πάλι στην Θεσσαλονίκη, από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, σε σκηνοθεσία Νίκου Αρμάου, το 1991.

 

  

Εκδήλωση 2η

Θεατρική παράσταση με «Talk Radio» στο Τελλόγλειο

 (Η παράσταση του «Talk Radio» στο Τελλόγλειο θα επαναληφθεί στις 3, 10 και 17 Δεκεμβρίου 2007, στις 8 μ.μ.)

Το έργο του Eric Bogosian «Talk Radio» θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα στις 26 Νοεμβρίου 2007, στις 8 μ.μ. στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών από θεατρική ομάδα, που συντονίζεται από τον Δημήτρη Ναζίρη. Πρόκειται για διασκευασμένη μετάφραση από τον Ηλία Παπαδόπουλο του πρωτότυπου θεατρικού έργου με τον ίδιο τίτλο, σε συνδυασμό με κομμάτια από το κινηματογραφικό σενάριο των Eric Bogosian και Oliver Stone. Το έργο ανεβαίνει σε σκηνικά- κοστούμια -φωτισμούς Χαρίτωνα Παπαδόπουλου, ηχογραφήσεις- μίξη Δημήτρη Χασανίδη και σκηνοθεσία  Ηλία Παπαδόπουλου.

Στην παράσταση συμμετέχουν οι ηθοποιοί Νίκος Πλυτάς, Ζωή Κυριακίδου, Ηλίας Παπαδόπουλος, Πέτρος Μάλαμας,  Λουκία Ορφανίδου, Δημήτρης Βάρκας.

Ως ακροατές ακούγονται οι : Κώστας Βουρλιώτης, Γιώργος Κριθάρας, Μαριάννα Τζανή, Ανδρέας Κόζης, Λιάνα Ταουσιάνη, Δημήτρης Χατζημιχαηλίδης, Μαριέττα Σπηλιοπούλου και ο Πρόδρομος Τσινικόρης.

 

Το έργο γράφτηκε το 1987 από τον Eric Bogosian και ανέβηκε για πρώτη φορά στο New York Shakespeare Festival (off Braodway) με τον Eric Bogosian στον πρωταγωνιστικό ρόλο, σε σκηνοθεσία Fred Zollo. Τον χειμώνα του 2007 ανέβηκε ξανά (on Broadway) με τον Liev Schreiber στο ρόλο του Barry Champlain και ήταν υποψήφιο για δύο Tony Awards. Μεταφέρθηκε στο πανί το 1988 από τον Oliver Stone, σε διασκευασμένο σενάριο από το πρωτότυπο θεατρικό από τον ίδιο και τον Eric Bogosian.

Ο Eric Bogosian στο «Talk Radio» σχολιάζει την κοινωνία που τον περιβάλλει μέσα από το πρίσμα μια ραδιοφωνικής εκπομπής. Μια κοινωνία που υποχρεώνεται να ανέχεται θέματα που τα media της επιβάλλουν. Αλλά επίσης και μια κοινωνία που απαιτεί ελευθερία λόγου, χωρίς ίχνος όμως ελευθερίας. Σύμφωνα με την υπόθεση τη νύχτα της ανακοίνωσης της μετάδοσης της τοπικής ραδιοφωνικής εκπομπής «Νυχτερινές Κουβέντες» σε παναμερικανική εμβέλεια, ο ραδιοφωνικός παραγωγός δέχεται απειλητικά τηλεφωνήματα από εξαγριωμένους ακροατές που πιθανότατα εκπροσωπούν ακροδεξιές ομάδες. Ποιο είναι το κοινό της εκπομπής; Ποια είναι τα προβλήματά τους, η κουλτούρα τους, η μόρφωσή τους;

Η ίδια παράσταση, που έχουμε την ευκαιρία να δούμε στο Τελλόγλειο, παρουσιάστηκε στις 8-9/10/2007 στο Θέατρο «Κλειώ» ως διπλωματική εργασία του φοιτητή του κύκλου υποκριτικής και σκηνοθεσίας του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ., Ηλία Παπαδόπουλου, με επόπτη καθηγητή τον Δημήτρη Ναζίρη.

Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , | 1 Comment »

Σημείωση για τα μαθήματα ραδιοφώνου

Posted by vnottas στο 12 Νοεμβρίου, 2007

 Πληροφορίες και οδηγίες για τους φοιτητές που παρακολουθούν το μάθημα επιλογής ¨Ραδιόφωνο: γλώσσα και κοινωνική διάσταση¨ αναρτήθηκαν εδώ δίπλα, στις σελίδες  pages”,  κάτω από τον τίτλο ¨Ραδιόφωνο: πληροφορίες – οδηγίες¨.

Β.Ν.

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Το ραδιόφωνο των ονείρων (επτά έικόνες για κύματα και ήχους)

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2007

 

dscn6027.jpg

Εικόνα πρώτη

Eκείνο ήταν ένα μεγάλο ξύλινο κουτί που ακουμπούσε στο πάτωμα και με ξεπερνούσε στο μπόι. Το καπάκι του άνοιγε από τη μια πλευρά, σαν το σεντούκι με τις μπατανίες και από κάτω ήταν ο στρογγυλός βελούδινος δίσκος και το γυαλιστερό ασημί μπράτσο με τη βελόνα.

Αυτό, το πάνω μέρος, λεγότανε γραμμόφωνο και χρειαζότανε πλάκες.

Η κοιλιά του κουτιού ήταν σκεπασμένη μ΄ ένα χοντρό πανί. Είχε ακόμη  ένα γαλαζωπό μάτι που άλλοτε έφεγγε πολύ και άλλοτε λίγο,  ένα φωτεινό παραλληλόγραμμο γεμάτο  ακαταλαβίστικα γράμματα όπου σερνόταν μια κάθετη γραμμή και τρία κουμπιά που δεν πατιόντουσαν, αλλά τα γύριζες δεξιά και αριστερά. Αυτό το υπόλοιπο το έλεγαν ραδιόφωνο και όλο μαζί το λέγαμε ραδιοπικάπ.

Εγώ τότε ήμουν μικρός, αλλά δεν τα έχαβα και όλα.  Δεν έχαβα, να πούμε, ότι αυτό ήταν ένα μαγικό κουτί που, από μόνο του, άμα ήθελε μιλούσε κι άμα ήθελε τραγουδούσε ή έπαιζε μουσική! Και μάλιστα, άλλοτε με φωνή άντρα, άλλοτε με φωνή γυναίκας,  άλλοτε με φωνή παιδιού κι άλλοτε με φωνή χορωδίας! 

Εγώ ήμουν γεννημένος στα μισά του εικοστού αιώνα, που πάει να πει γεννημένος ορθολογιστής και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έφτιαχνα μια εξήγηση για όλα:

Ήμουνα λοιπόν σίγουρος ότι το κουτί δεν μπορούσε να πάρει δικές του πρωτοβουλίες ενάντια στη στοιχειώδη αιτιοκρατία!

Απλούστατα εκεί μέσα κρυβόταν ένας νάνος-μάγος! Άλλοτε μόνος κι άλλοτε με την παρέα του! Ο χώρος ήταν αρκετός. Θα χώραγα κι εγώ εκεί μέσα, τόσος που ήμουνα τότε.  Μάλιστα μια φορά προσπάθησα να τραβήξω το κουτί από τον τοίχο και να τρυπώσω μέσα από την πίσω μεριά, που υποπτευόμουνα πως είναι ανοιχτή και όπου αχνόφεγγαν περίεργες λάμψεις.

Αλλά έφαγα ένα τράβηγμα αυτιού που το θυμάμαι ακόμα!

  

Εικόνα δεύτερη

Το θέμα ήταν να μάθεις τα χούγια του Μάγου.

Ότι ήταν κυκλοθυμικός. Με τις μέρες του.

Έτσι, κατάφερνες να προβλέψεις πότε θα σου απάγγειλε αρχαία τραγωδία και πότε θα σου παίζε λαϊκά ή χορευτική μουσική.

Την Κυριακή, για παράδειγμα, μετά τις πρωινές πόλκες και τα βαλσάκια για να μας φτιάχνει το κέφι, το ΄ριχνε στις ψαλμωδίες.  Ύστερα έπαιζε συμφωνική μουσική και έπρεπε εμείς οι μικροί να κάνουμε ησυχία. Μετά, την ώρα περίπου που μας ξαναστέλνανε στο φούρνο, αυτήν τη φορά για να πάρουμε πίσω το ταψί με το φαί ψημένο, άρχιζε το «θέατρο στο μικρόφωνο».

Εγώ φαίνεται ότι παρακολουθούσα με υπερβολικό ζήλο όλα τα «έργα».  Το θέατρο της Τετάρτης και το θέατρο της Κυριακής δύσκολα τα ΄χανα. Και έτσι, σε συνέπεια με τις παιδαγωγικές μεθόδους της εποχής, σε μια φάση μου τα ΄χαν απαγορέψει όλα τα θέατρα. Είχα θυμώσει τόσο, όσο τότε που μου κάψανε τους «Μικρούς Ήρωες» και τους «Ταρζάν Γκαούρ» (ένα μπαούλο γεμάτο). Αν θυμάμαι καλά, είπαν ότι τα «αλί» και τα «ουαί», καθώς και τα υποβλητικά ηχητικά εφέ τρομάζουν τα παιδιά και τα κάνουν να βλέπουν εφιάλτες.

Που να ΄ξεραν τι είχαν να δουν τα μάτια των επόμενων γενιών πιτσιρικάδων!

(Εμένα πάντως, στις αρχαίες τραγωδίες δε με τρόμαζαν τόσο οι κραυγές και τα ταμπούρλα, όσο που οι ήρωες δεν κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα ούτε με τους θεούς ούτε με τις συμπτώσεις.  Και αφού, τους είχαν που τους είχαν τους μάντεις και τους οιωνούς, γιατί δεν τους λογάριαζαν καθόλου, αλλά πήγαιναν κατ΄ ευθείαν και έκαναν τα ανάποδα από αυτά που τους είχαν συμβουλεύσει;  Μετά, έλεγα εγώ, καλά να πάθουν αυτά που πάθαιναν και δεν έπρεπε να αγκομαχάνε και να ζητάνε τα ρέστα…)

 Όμως ο μάγος, παρά τα δράματα και τα άλλα τραγικά που ξεφούρνιζε τακτικά, κατά βάθος ήταν γλετζές και του άρεσαν οι γιορτές και τα πάρτι.

Εκείνο τον καιρό στα σπίτια, και στα πιο φτωχά, γίνονταν συχνά γλέντια και πάρτι. Στα πάρτι διασκέδαζαν οι πιο νέοι και στα γλέντια διασκέδαζε όλο το σόι, ακόμη και οι παππούδες και οι γιαγιάδες.

Τότε έπιανε δουλειά ολόκληρο το κουτί.

Άμα υπήρχαν πλάκες δούλευε  το γραμμόφωνο. Άμα δεν είχε, ή ήταν λίγες, τη μουσική έπρεπε να τη αναλάβει ο νάνος μάγος του ραδιοφώνου. Άμα κι αυτός δεν είχε όρεξη για μουσική αλλά έπιανε τα πολιτικά και τη μουρμούρα, τότε τον έκλειναν και αναλάμβαναν οι καλλίφωνοι της παρέας.

Βλέπεις, τότε, το κοινό ήξερε να προσαρμοστεί και δεν είχε ανάγκη από ντισκ τζόκευ και άλλους καβαλάρηδες.

Ο Μάγος δεν ήταν όποιος κι όποιος. Μερικές φορές έλεγε πράγματα μυστικά που δεν έκανε να τα ακούσουν όλοι. Και μάλιστα δεν τα ΄λεγε πολύ καθαρά, αλλά γεμάτα παράσιτα.  Τότε οι μεγάλοι κάθονταν γύρω του, με το αυτί στο πανί της κοιλιάς του κουτιού και γύριζαν με μανία τη βελόνα στο παραθυράκι με τα γράμματα, μπας και τον καλοπιάσουν και τα πει πιο ξεκάθαρα.  Οι γυναίκες μάλιστα φοβόντουσαν λιγάκι. 

Φαίνεται ότι το χούι της μυστικής ακρόασης τους είχε μείνει από τον καιρό της κατοχής, τότε που το κουτί το είχαν κρύψει στο υπόγειο και είχαν παραδώσει στους γερμανούς ένα άλλο, μικρό και παλιό, που ήταν και χαλασμένο και δεν έπαιζε. Ίσως πάλι, έχοντας αίσθηση της κυκλικότητας της ιστορίας να μάντευαν ότι η ικανότητα να ψαρεύεις τα νέα σε ξένα νερά και στα βραχέα κύματα,  θα τους χρειαζόταν και πάλι σύντομα. Όμως, μπορεί και να έφταιγε που στις κανονικές εκπομπές, τις καθαρές και χωρίς παράσιτα του Εθνικού Ιδρύματος και του Ραδιοφωνικού Σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος,  δεν τους τα λέγανε και τόσο καλά, γιατί οι μεγάλοι τ΄ ακούγανε και βρίζανε κάτω από τα μουστάκια τους.

 Αλλά ήταν και κάτι νύχτες που ξενυχτούσαμε φανερά, όλοι, με το αυτί κολλημένο απάνω του. Ήταν οι νύχτες των εκλογών.  Εκείνες τις νύχτες ήμασταν όλοι, μικροί μεγάλοι, εξοπλισμένοι με μολύβια και χαρτιά (οι πίσω μεριές από αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια χωρισμένες σε κολώνες), με υπομονή (ξέραμε ότι πρώτα θα ακούσουμε όλα τα αποτελέσματα που ήταν εναντίον μας), και, συνήθως, ψυχολογικά προετοιμασμένοι για το χειρότερο (που συνήθως και εσυντελείτο.)

Εικόνα τρίτη

Εγώ στο μεταξύ μεγάλωνα και άρχισα να καταλαβαίνω κάτι λίγα από λυχνίες, καλώδια και ερτζιανά. (Εγώ μεγάλωνα αλλά ο μάγος γινόταν όλο και πιο μικρός. Τώρα φορούσε τρανζίστορ και μπαταρίες και χωρούσε σε κουτάκια μεγέθους «Άρωμα Κεράνης»). Όμως οι σχέσεις μου με τον πρώτο νάνο μάγο, τον ακίνητο στο σαλόνι του σπιτιού  παράμεναν αρκετά καλές. Τουλάχιστον αν κρίνω από το ότι ανταποκρινόταν θετικά στα σκουντήματα και στις φιλικές κατραπακιές που του έριχνα όταν άρχιζε να κάνει νάζια και διακοπές και λόξυγκες.

Έτσι είχα αποκτήσει τη φήμη του ραδιοφωνικού διορθωτή και με φώναζαν, ιδιαίτερα οι γιαγιάδες, άμα πάθαινε τίποτα η εκπομπή, προπαντός την ώρα που έπαιζε το «ημερολόγιο ενός θυρωρού» ή την «πικρή μικρή μου αγάπη».

Εμένα εκείνη την εποχή τα γούστα μου είχαν ελαφρά διαφοροποιηθεί και ανάμεσα στ΄ άλλα είχα ανακαλύψει τις απογευματινές μουσικές εκπομπές του αμερικάνικου σταθμού του «Ελληνικού».   

Βέβαια, η ακρόαση ερχόταν λιγάκι οδυνηρή για τα αγγλικά μου, που, παρά τα μαθήματα στο «Ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο», δεν έλεγαν να απογειωθούν ικανοποιητικά. Ίσως και ολίγον ασυνεπής από άποψη φρονημάτων και ιδεολογίας. Αλλά τότε αυτά τα προβλήματα δεν έμπαιναν καν.

Έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα αγγλικά για να πιάσεις το ρυθμό του Φατς Ντόμινο. 

Και, έπειτα, ποιος  νοιαζόταν για την θεωρητική διάσταση της συνέπειας… Στην τάξη μου (μικτή πρακτικού στο Γυμνάσιο Δάφνης) κανένας. Κι ας ήταν μία από τις πιο πολιτικοποιημένες τάξεις της εποχής.  Πηγαίναμε στη διαδήλωση για το Κυπριακό, βρίζαμε τους αγγλοαμερικάνους ιμπεριαλιστές και μετά εκτονώναμε την ένταση χορεύοντας ροκ με πάθος στα σπιτικά πάρτι. Μαζί με διάφορα λατινοαμερικάνικα και, αργότερα, μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, με ζεϊμπέκικα και χασάπικα που μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν από τα καταγώγια και να εισβάλουν στα σπίτια με τα μωσαϊκά. Το θέμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνέπειας θα μας απασχολούσε εξαντλητικά αργότερα, την εποχή της χούντας. Και κυρίως όσους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά ν΄ ασχολούνται μ΄ αυτό.

Τον καιρό εκείνο άρχισαν να αποκτούν μοντέρνες αποχρώσεις και έντονη ραδιοφωνική παρουσία και τα διαφημιστικά μηνύματα.  Όμως ο πιο πολύς κόσμος, είτε γιατί ακόμη δεν είχε επαρκώς αλλοιωθεί είτε, απλούστερα, γιατί ακόμη δεν μετείχε στο καταναλωτικό πανηγύρι, δεν μάσαγε.  Θυμάμαι ακόμα τι πλάκα γινόταν μ΄ αυτά τα «μηνύματα», όταν δεν ξεσηκώνονταν θύελλα οι διαμαρτυρίες.

(Ενώ με τις αφραγγίες του Κωτσόβολου -χωρίς λεφτά; βεβαίως χωρίς λεφτά: Κωτσόβολος- οι πιο πολλοί γέλαγαν, θυμάμαι τι εθνικός χαμός έγινε όταν ο άλλος θέλησε να διαφημίσει τα ξυραφάκια του δηλώνοντας ότι «τα γνωρίζει από την κόψη!».  Θυμάμαι ακόμη- η αλήθεια είναι ότι έμεινε στην ιστορία των «δημοσίων σχέσεων»- την πρώτη απόπειρα μοντέρνας πολυδάπανης προεκλογικής εκστρατείας από τους πρωτοεμφανιζόμενους στην Ελλάδα ίματζ μέϊκερς για κάποιον υποψήφιο -ουδέποτε εκλεγέντα- με το εμφαντικό όνομα Όθων Λέφας Τετενές. Εκτός των άλλων, είχαν γεμίσει την Αθήνα με αφίσες με την αφεντομουτσουνάρα του και, βέβαια, η επέμβαση των κριτικών και ελευθέρων πνευμάτων είχε αμέσως, όχι μόνον προσθέσει μουστάκια και αφαιρέσει  δόντια από το παχύ πρόσωπο του εικονιζόμενου, αλλά και μετατρέψει το όνομά του  σε «Κόθων, Ελέφας, Τενεκές».) 

Εικόνα τέταρτη

Έτσι όπως τα ΄φεραν οι καιροί τα πράγματα, είχα τη τύχη-ατυχία να είμαι τα χρόνια της χούντας έξω από την Ελλάδα. Και μια που το ενδεχόμενο της επιστροφής είχε νωρίς νωρίς αποκλειστεί, μου ΄ρθε νωρίς το σύνδρομο του ξενιτεμένου: ακατάσχετη νοσταλγία και εξιδανίκευση και της πιο απίθανης ελληνικότητας.

Το γεγονός ότι ζούσα ελεύθερα και ότι  μπορούσα να βρίζω λίγο πολύ όποιον θέλω και να μαθαίνω πάνω κάτω ό,τι θέλω δεν με παρηγορούσε πολύ. Όπως λίγο με παρηγορούσε που οι ντόπιοι φίλοι και οι συμφοιτητές μου είχαν αρχίσει την εξέγερση των ηθών και της «φαντασίας», όταν σε μας έπρεπε ακόμη να αρχίσει η εξέγερση για τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα.

Έτσι μου συνέβη το εξής παράδοξο: την εποχή που όλοι (ας μην υπερβάλουμε, πολλοί) έλληνες άκουγαν κύρια Λονδίνο και Παρίσι και Ντόιτσε Βέλε,  εγώ  προσπαθούσα τα βράδια που η λήψη βελτιώνεται να πιάσω Ελλάδα.

Ούτε ΄γω δεν ήξερα τι ήθελα να ακούσω. Δεν ήταν βέβαια οι λογοκριμένες ειδήσεις, ούτε τα τραγούδια, έτσι κι αλλιώς μου στέλνανε μαγνητοταινίες οι φίλοι…

Αυτό που μ΄ έκανε να γυρίζω αργά τη ροδέλα των συχνοτήτων ήταν κάτι άλλο, απροσδιόριστο αλλά έντονο, που μου ΄φερνε μετά περίεργα όνειρα: πότε τον τακτικό περιπετειώδη εφιάλτη, γύρναγα, με κυνηγάγανε, με πιάνανε…  και πότε το ωραίο όνειρο που με ξανάφερνε πίσω στους φίλους που δεν είχαν ακόμη σκορπίσει και στις γειτονιές που δεν είχαν ακόμη γίνει τσιμέντο.

   

Εικόνα πέμπτη

Μισά της δεκαετίας του ΄80.  Αθήνα.

Το περιοδικό δήλωνε «για διανοούμενους και πολιτικά  στρατευμένους». Ήταν λοιπόν φυσικό να το απασχολούν τα θέματα της έκφρασης και της επικοινωνίας.  Έτσι διοργάνωσε τριήμερη ημερίδα (που έλεγε κι ένας φίλος μου, κομματικό στέλεχος, καλή του ώρα) για την ελεύθερη ραδιοφωνία. Επειδή είχα μια σχετική εμπειρία και άποψη, δήλωσα παρών και με καλέσανε.

Τον καιρό εκείνο στα ερτζιανά αλωνίζανε ερασιτέχνες, πειρατές και πειραματιστές που είχαν περικυκλώσει τα φρούρια των κρατικών σταθμών (όπου ακόμη κυμάτιζε η σημαία με την ξύλινη γλώσσα) και τα πολιορκούσανε. 

Οι ερασιτέχνες ήτανε δύο λογιών: Οι εραστές της επικοινωνιακής τεχνολογίας, (που τη βρίσκανε με τα καλώδια, τα ακουστικά, τα μικρόφωνα, τους πομπούς, τις κεραίες, και τα άλλα εξεζητημένα εξαρτήματα) και που μετέδιδαν ο,τι να ΄ναι,  και οι εραστές της «ανθρώπινης επαφής με μοντέρνους τρόπους» που μεταδίδανε μουσική και (σε απευθείας μετάδοση) τον έρωτά τους για την Κούλα της γειτονιάς. 

Οι πειρατές ήταν πιο πρακτικοί τύποι: μετέδιδαν τραγούδια  σκυλάδικα μαζί με διαφημίσεις για οικόπεδα και νυχτερινά κέντρα.

Οι πειραματιστές ήταν κάτι λίγοι  με υγιώς δονκιχωτική αντίληψη, οι οποίοι ψάχνανε να βρουν τι το καλό μπορεί να προκύψει αν το μέσο ξεφύγει από το στενό μαρκάρισμα του κράτους.

Ήτανε κάμποσα γνωστά ονόματα στο αμφιθέατρο όπου διεξαγόταν η συνάντηση. Οι περισσότεροι, αφού πρώτα τα βάζανε με το κρατικό μονοπώλιο και κάνανε μνεία στο ηρωικό προηγούμενο του σταθμού του Πολυτεχνείου, μετά δήλωναν οπαδοί της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στα ερτζιανά.  Μόνον έτσι, λέγανε, θα εξασφαλιστεί ο πλουραλισμός, θα απελευθερωθεί η επικοινωνιακή δημιουργικότητα και θα περισωθεί αυτή η ευγενής και ανυπότακτη κατηγορία μοντέρνων επικοινωνητών, οι ερασιτέχνες, που τώρα τους κυνηγάνε και τους φιμώνουν. 

Εγώ και καναδυό άλλοι (αμελητέα μειοψηφία) είπαμε ότι εντάξει με την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου, αλλά στη θέση του ας πάρουν το λόγο οι συλλογικότητες. Και επειδή την εποχή εκείνη πολλές ελπίδες φορτώνονταν στη ράχη της καημένης της τοπικής αυτοδιοίκησης είχαμε κι εμείς την απάντηση διαθέσιμη: Ραδιοφωνική αποκέντρωση. Τα ραδιόφωνα στους δήμους και τις κοινότητες.

Τελικά τα πράγματα ήρθαν ως εξής:

Πράγματι, ο πολιορκητικός κριός που τελικά παραβίασε τις πύλες της  κρατικής ραδιοφωνίας ήταν ορισμένοι μεγάλοι δήμοι με αντιπολιτευόμενους δήμαρχους.

Τότε το κράτος, για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του, έφτιαξε έναν ενδιαφέροντα νόμο για τα ΜΜΕ, αλλά ξέχασε επιμελώς να τον εφαρμόσει.

Με το που νομιμοποιήθηκαν οι σταθμοί των μεγάλων δήμων άρχισαν να χάνουν ακροαματικότητα και στελέχη. Αυτά πέρασαν σιγά σιγά στα ιδιωτικά ραδιοφωνικά μεγαθήρια που άρχισαν να δικτυώνονται σ΄ ολόκληρη τη χώρα, ετοιμάζοντας παράλληλα την τηλεοπτική τους επίθεση.

Τους φουκαράδες τους ραδιοερασιτέχνες τους ξέχασαν όλοι (διανοούμενοι και μη) και δεν ξανάγινε πια λόγος γι αυτούς.

Εγώ, σε μια φάση, βρέθηκα να δοκιμάζω τις απόψεις μου στην πράξη, βοηθώντας στο στήσιμο μερικών μικρών δημοτικών ραδιοσταθμών… 

  

Εικόνα Έκτη

Ή μάλλον εικόνες δύο, παράλληλες και αντικρουόμενες.

Από τη μια μεριά ο ενθουσιασμός και η ομαδική δουλειά και τα χαμόγελα στα κουρασμένα πρόσωπα των παιδιών που είχαν έρθει εθελοντικά να βοηθήσουν και τα ξενύχτια και οι νέες ιδέες και τα πειράματα και τα τηλέφωνα των ακροατών και οι τυρόπιτες δώρο από τη κυρία της διπλανής πολυκατοικίας και τα ευρήματα που διόρθωναν ως δια μαγείας τα ετοιμόρροπα τέως πειρατικά μηχανήματα και οι αυτοσχεδιασμοί και οι δίσκοι που ήταν προσφορές παλιών ερασιτεχνών και τα όρια του μέσου που -που και που- τα άγγιζες ή έτσι νόμιζες…

Και από την άλλη η συνοφρυωμένη και γεμάτη δυσαρέσκεια φάτσα του δήμαρχου που αλλιώς το νόμιζε το ραδιόφωνό Του και που είχε να δώσει λόγο όχι μόνο στις προσωπικές του φιλοδοξίες αλλά και στις ομάδες που τον στήριζαν και που ήξερε και κάποια δεσποινίδα με ταλέντο που θα βοηθούσε πολύ στις εκπομπές γιατί είχε ωραίο χαμόγελο -ίσως και ωραίο άρωμα- και που έπρεπε να κτυπήσει και το νομάρχη που του την έμπαινε και που στο κάτω κάτω είχε και τη γραφειοκρατία του Δήμου που έπρεπε να λάβει υπόψη, και που παρ΄ όλα αυτά ήθελε και ακροαματικότητα (που τη μέτραγε μόνος του) και που παρά τις προωθημένες του πεποιθήσεις ήθελε -ντάλα καλοκαίρι- οι εκφωνητές να είναι ευπρεπώς ντυμένοι, ποινή για τα κοντά παντελόνια  το πέταγμα κλοτσηδόν από το στούντιο…

Άντεξα λίγο. Η δημοτική ραδιοφωνία αυτού του τύπου άντεξε λίγο περισσότερο.  Τελικά οι δρόμοι για την άλλη λύση στο ραδιόφωνο πρέπει να πέρναγαν από κάπου άλλου…

Εικόνα έβδομη

Για πολύ καιρό γύριζα την Ελλάδα κάνοντας διαλέξεις.  Έλεγα τα θεωρητικά επικοινωνιακά, περιέγραφα εμπειρίες και απογοητεύσεις, εξέφραζα ελπίδες…

Τώρα που και που επισκέπτομαι τα γιουσουρούμ και τα παλιατζίδικα.  Τριγυρίζω ανάμεσα στα πράγματα που είχανε ζήσει και επιθυμούν να ζήσουν ακόμα

Ψάχνω για κανένα κουτί που να ανοίγει από πάνω και ει δυνατόν να έχει στην κοιλιά του ένα νάνο μάγο. 

Ένα νάνο μάγο, έστω κυκλοθυμικό,  που να έχει ακόμη όρεξη για κουβέντα… 

Βασίλης Νόττας                                               

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »