Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Τύρος’

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄, Κεφάλαιο έκτο: Η απαγωγή

Posted by vnottas στο 17 Μαΐου, 2018

Μέρος 8ο Κεφάλαιο έκτο. Η απαγωγή

 212643

Ο Ήλιος είχε πάρει να γέρνει προς τον θαλάσσιο δυτικό ορίζοντα, όταν στο βάθος αριστερά μας, κολλητά στην ακτή, φάνηκε το νησάκι που φιλοξενεί την πόλη της Τύρου, και, όχι πολύ αργότερα, διαγράφηκε ο τειχισμένος λιμενοβραχίονας και οι πύργοι που προστατεύουν τον βόρειο λιμένα της ασιατικής ναυτικής πόλης.

Στους ιστούς του σκάφους που βρισκόταν επικεφαλής της νηοπομπής αναρτήθηκαν τα κατάλληλα υφασμάτινα εμβλήματα που δήλωναν ποιοι ήμασταν και ζητούσαν την άδεια να καταπλεύσουμε στο λιμάνι. Η απάντηση, καταγραμμένη σε ένα είδος χρωματιστά λάβαρα που ανυψώθηκαν στον πύργο της εισόδου, ήταν καταφατική∙ έτσι προτού ο ήλιος βυθιστεί  στο πέλαγος (τώρα είχε μόνο κάπως  μεγαλώσει και πάρει το γνωστό, όμορφο χρώμα του κερασιού)  τα πλοία, το ένα πίσω από το άλλο, μπήκαν στα προστατευμένα νερά και αγκυροβόλησαν στις θέσεις που τους υποδείχτηκαν.

Τα μάτια μας ήταν καρφωμένα στον κεντρικό ιστό του επικεφαλής πλοίου, περιμένοντας να αναρτηθεί εκεί το σήμα ότι οι λεπτομέρειες της άφιξης είχαν διευθετηθεί και ότι είχε δοθεί η άδεια αποβίβασης.

Όμως η ώρα περνούσε, ο ήλιος έδυσε, αλλά το σήμα δεν έλεγε να φανεί. Αντί γι αυτό, στην προκυμαία, μέσα στο εσπερινό λυκόφως, φάνηκε ένα έφιππο στρατιωτικό άγημα που, κρίνοντας από τις στολές, απαρτιζόταν από καμιά δεκαριά ένοπλους ντόπιους και συνοδευόταν από δύο έλληνες αξιωματικούς. Το άγημα κατευθύνθηκε προς το πλοίο μας, ακολουθούμενο από μία κλειστή μόνιππη άμαξα.

Πράγματι οι ένοπλοι έρχονταν σε εμάς και σκοπός τους, όπως ανάφερε στον πλοίαρχο ο επικεφαλής, ήταν το να συλλάβουν εμένα και τους συνοδούς μου, γιατί σε βάρος μας υπήρχε καταγγελία για συνωμοτικές δραστηριότητες. Εμείς θα έπρεπε να τους ακολουθήσουμε αμέσως, ενώ οι αποσκευές μας θα ψάχνονταν επί τόπου και, σε περίπτωση που η έρευνα δεν αποδώσει, θα έπρεπε να διερευνηθεί εξαντλητικά ολόκληρο το πλοίο.

Ο Αθηναίος πλοίαρχος δήλωσε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τίποτα για οποιαδήποτε συνωμοσία, εμένα με ξέρει ως αξιωματούχο της προελαύνουσας στρατιάς που βρισκόταν σε αποστολή στην Αθήνα, άρα με θεωρεί υπεράνω κάθε υποψίας, αλλά, βέβαια, ο ίδιος δεν έχει τίποτα να κρύψει, ούτε έχει αντίρρηση για τη διεξαγωγή έρευνας στο σκάφος. Εάν μάλιστα του έλεγαν τι ακριβώς ψάχνουν, ίσως να μπορούσε να τους βοηθήσει να το βρουν.

Ο αξιωματικός του απάντησε ότι αυτή είναι μια απόρρητη πληροφορία και κατά συνέπεια αδυνατεί να του την κοινοποιήσει. Συμπλήρωσε δε πως εμείς οι τρεις θα έπρεπε να ακολουθήσουμε τον έτερο έλληνα αξιωματικό και τμήμα του αγήματος που θα μας συνόδευαν ως στα κτίρια της διοίκησης, ενώ ο ίδιος με ορισμένους από τους οπλίτες θα έμεναν στο σκάφος προκειμένου να διεξαγάγουν ενδελεχή έρευνα. Ο πλοίαρχος δεν μπορούσε να κάνει άλλο παρά να συμφωνήσει.

μ

Εγώ, μετά τα χθεσινά συμβάντα, μια τέτοια εξέλιξη την θεωρούσα ενδεχόμενη και δεν αιφνιδιάστηκα ιδιαιτέρα. Έλπιζα όμως ότι θα εκδηλωθεί κάπως αργότερα. Έτσι θα είχα το χρόνο να διοργανώσω καλύτερα την άμυνα και την δέουσα απάντηση προς τους πραγματικούς συνωμότες. Προφανώς σε αυτό έκανα λάθος.  Αφού μας ¨εφοδίασαν¨ με το ενοχοποιητικό υλικό, ήταν αναμενόμενο να ακολουθήσει τάχιστα η καταγγελία και η σύλληψή μας.  Έτσι, το μόνο προληπτικό μέτρο απέναντι στις δυσδιάκριτες εξελίξεις που πρόλαβα να πάρω εκείνο το πρωί ήταν να πω στον Οινοκράτη πως, τόσο ο ίδιος, όσο και ο ευτραφής φίλος του, καλό θα ήταν αυτές τις μέρες  να είναι ¨αφανώς¨ οπλισμένοι.

Σκεφτόμουν ότι, μπορεί μεν ο πυρήνας των ¨Άλλων¨ να βρίσκεται στην μετακινούμενη Αυλή στην άλλη άκρη του κόσμου, αλλά εδώ στη Τύρο πρέπει να έχει εγκατασταθεί ένα τοπικό κλιμάκιο συνωμοτών σε θέση να υλοποιεί με αυτονομία τμήματα του σχεδίου και ειδικότερα εκείνα που μας αφορούν. Εδώ λοιπόν εμείς θα έπρεπε να συλληφθούμε, ενώ η ενοχή μας θα επιβεβαιωνόταν από την ανεύρεση του δηλητήριου στις αποσκευές μας. Δεν ξέρω αν θα επιδίωκαν και την πλήρη ή μερική ομολογία μας ύστερα από  βασανιστήρια, αλλά δεν το αποκλείω. Εάν κατάφερναν έστω και έναν από μας να ομολογήσει συμμετοχή σε κίνημα, αυτό θα έδινε στην πλεκτάνη τους μια κάποια αληθοφανή υπόσταση.

Επίσης, ένα σημαντικό πράγμα που ακόμη δεν ήξερα είναι το κατά πόσο οι τοπικές αρχές ήταν ανακατεμένες στην όλη δολοπλοκία, αν και, έχοντας γνωρίσει τον Ύπαρχο Μένη και ξέροντας ότι έχει διατελέσει σωματοφύλακας του Άνακτα, αλλά και μέλος της ομάδας που μαθήτευσε παρά τον Αριστοτέλη, θεωρούσα τελείως απίθανο να είναι ενεργό μέλος της κλίκας που μας έχει στοχοποιήσει.

Κοίταξα με νόημα τον Οινοκράτη και εκείνος μου χαμογέλασε καθησυχαστικά.  Μετά στράφηκα προς τον αξιωματικό και τον ρώτησα ήρεμα.

«Από πού κατάγεσαι συνέλληνα;»

«Από την Μίλητο», μου απάντησε.

«Και ο συνάδελφός σου που θα μας συνοδέψει στη Διοίκηση;»

«Από τα Άβδηρα».

«Και ποιος είναι αυτός που μας κατηγορεί ότι συνωμοτούμε;»

«Δεν τον γνωρίζω. Εγώ εκτελώ διαταγές».

«Που προέρχονται;»

«Από τη Διοίκηση».

Τον κοίταξα επίμονα στα μάτια: «Άκουσέ με τώρα προσεκτικά στρατιώτη», του είπα. «Δεν έχω κατά νου να αντισταθώ και θα έρθω οικειοθελώς μαζί σου, αλλά έχω ένα θεμιτό αίτημα. Αν δεν το ικανοποιήσεις σε διαβεβαιώ ότι θα θεωρήσω εσένα προσωπικά μπλεγμένο σε οργανωμένο ανθελληνικό και αντιβασιλικό κίνημα και να είσαι σίγουρος πως θα υποστείς τις συνέπειες.  Γιατί, δυστυχώς, ένα τέτοιο κίνημα είναι όντως υπαρκτό».

Έδειξε, προς στιγμήν, να το σκέφτεται.

«Σε ακούω», μου είπε εν τέλει.

«Θέλω να με οδηγήσεις κατ’ ευθείαν στον Ύπαρχο, τον Μένη τον Πελλαίο».

Τη στιγμή εκείνη ο άλλος αξιωματικός, ο Αβδηρίτης, πλησίασε τον Μιλήσιο και του ψιθύρισε, με ένταση, κάτι στο αυτί.

«Ο ύπαρχος Μένης μόλις σήμερα επέστρεψε από την Βακτριανή και δεν νομίζω ότι άρχισε να δέχεται οποιονδήποτε», είπε εκείνος μετά.

Ο Μένης ήταν πίσω, στο μέτωπο; Αυτό με παραξένεψε κάπως.

«Εμένα θα με δεχτεί, να είσαι σίγουρος», τον διαβεβαίωσα.

.images (26)

Τελικά ο Μιλήσιος αξιωματικός έδειξε να πείθεται πως δεν είχε τίποτα να χάσει με το να μου υποσχεθεί ότι θα οδηγηθώ μπροστά στον υπεύθυνο για την Φοινίκη, τη Συρία και την Κιλικία. Πράγματι, είπε στον συνάδελφό του να με πάει  κατ’ ευθείαν στο ανάκτορο όπου έχει καταλύσει ο Μένης, το οποίο άλλωστε, από ό, τι θυμόμουν, ήταν δίπλα στο διοικητικό μέγαρο. Ο Αβδηρίτης ζήτησε το ξίφος μου, εγώ του το έδωσα, και στη συνέχεια βγήκαμε από το πλοίο,  μας ανέβασαν στην άμαξα που περίμενε στην προκυμαία, αμπάρωσαν τις πόρτες από την έξω πλευρά και περικυκλωμένοι από τέσσερεις ντόπιους ιππείς ξεκινήσαμε…

.

Μέσα στο όχημα επικρατούσε σκοτάδι μόλις χαραγμένο απ’ τις ανταύγειες των φαναριών του λιμανιού που εισχωρούσαν από ένα φραγμένο μικρό παράθυρο, ψηλά, στο πίσω μέρος της άμαξας.

«Όλα εν τάξει;» ρώτησα τον Οινοκράτη.

«Απολύτως» μου ψιθυρίζει όσο δυνατά χρειάζεται για να τον ακούσω πάνω από τον θόρυβο που  προκαλεί ο καλπασμός των αλόγων και η ίδια η άμαξα. «Το αντικείμενο κατεδύθη και, κάτω από τον ιματισμό μας, τόσο εγώ, όσο και ο Χοντρόης έχουμε κάποιο στοιχειώδη οπλισμό. Εγώ ένα μικρό εγχειρίδιο και εκείνος, τυλιγμένη γύρω από την ευρεία του περιφέρεια, μια σφενδόνη, που απ ό, τι ξέρω τη χειρίζεται με επιδεξιότητα». Ο ευτραφής Πέρσης μου απεύθυνε ένα χαμόγελο συνενοχής και μου έδειξε με το παχουλό του δάχτυλο την περιοχή της μέσης του.

«Το αντικείμενο… κατεδύθη;»

«Το έδεσα με γερό νήμα που βρήκα στη αποθήκη του πλοίου και το κρέμασα μέσα στο νερό της θάλασσας με τρόπο που να μην φαίνεται από πουθενά. Όταν επιστρέψουμε για να πάρουμε τα πράγματά μας θα το ανασύρω στο άψε σβήσε και δεν θα με πάρει χαμπάρι κανείς».

Ξαφνικά η άμαξα τραντάχτηκε απότομα και συνέχισε να τραντάζεται σαν να μπήκε σε δρόμο χωρίς λιθόστρωση. Ο Οινοκράτης σηκώθηκε και, από το μικρό πίσω παράθυρο,  προσπάθησε να διακρίνει τι συμβαίνει έξω. Ένα μισογεμάτο φεγγάρι  τον βοήθησε.

«Δεν…», είπε.

«Τι δεν;»

«Δεν κατευθυνόμαστε στο Διοικητήριο. Ούτε, βέβαια, στο ανάκτορο του Ύπαρχου Μένη. Μάλλον απομακρυνόμαστε απ’ το κέντρο της πόλης και ανηφορίζουμε το ύψωμα που την περιβάλλει».  

Τα λόγια του με έβαλαν σε συναγερμό. Σκέφτηκα πως ο επικεφαλής του αγήματος που ήρθε να μας συλλάβει, ο Μιλήσιος, μπορεί και να μην ήταν μυημένο μέλος της κλίκας των Άλλων, όμως ο Αβδηρίτης αξιωματικός σίγουρα ήταν.  Επομένως δεν είχε κανένα λόγο να μας οδηγήσει στον Μένη, που απ’ ό, τι φαίνεται είναι αμέτοχος στη σύλληψή μας. Αντίθετα είχε κάθε λόγο ή να μας αναγκάσει να ομολογήσουμε  (οτιδήποτε) πριν μας παραδώσει ή, ακόμη χειρότερα, να μας εξαφανίσει και να ισχυριστεί μετά ότι δραπετεύσαμε. Θα μπορούσε ακόμη και να μας εκτελέσει και να πει ότι προβάλαμε αντίσταση και αναγκάστηκε να μας σκοτώσει αμυνόμενος.

Άπλωσα το χέρι μου προς την πλησιέστερη πόρτα της άμαξας και προσπάθησα να δω εάν θα υποχωρούσε σε δυνατό σπρώξιμο. Όχι. Και οι δύο εκατέρωθεν πόρτες ήταν καλο-αμπαρωμένες με γερά μαδέρια, από την έξω μεριά. Και δεν υπήρχε καν ο απαιτούμενος χώρος για να πάρει κανείς φόρα πριν σπρώξει. Μετά, με όση όραση μου επέτρεπε ο λιγοστός  φωτισμός και την απαραίτητη βοήθεια της αφής, διαπίστωσα πως στο μπροστινό μέρος του αμαξώματος υπήρχε ένα φραγμένο άνοιγμα που προφανώς ένωνε τον θάλαμο των επιβατών με την κάπως ανυψωμένη υπαίθρια θέση του ηνίοχου.  Έσπρωξα αυτό το φράγμα και κατάλαβα (από την μικρή και κάπως ελαστική αντίσταση που παρουσίαζε) ότι ήταν κλεισμένο, απ’ έξω κι αυτό, αλλά με σκοινί. Έκανα νόημα στον Οινοκράτη και εκείνος κατάλαβε αμέσως. Έβγαλε το κρυμμένο εγχειρίδιο και περνώντας τη λάμα ανάμεσα στα σανίδια που έφραζαν το άνοιγμα, κατάφερε ύστερα από λίγο να κόψει το σκοινί της άλλης πλευράς. Το ξύλινο φράγμα  αποσπάστηκε και έπεσε στο δάπεδο, ενώ εμείς οι δύο καταφέραμε, στριμωχτά αλλά αθόρυβα, να περάσουμε έξω, μια ανάσα απόσταση από την πλάτη του ασιάτη που οδηγούσε την άμαξα.

images

Έκανα νόημα πίσω, στον Χοντρόη και εκείνος με εξαιρετική, για τον όγκο του, ταχύτητα ανέσυρε από τα εσώτερα στρώματα της κυκλικής του ύπαρξής την σφενδόνη, μου την έδωσε και άρχισε να βγάζει μικρές στρογγυλεμένες πέτρες από διάφορα μυστηριώδη σημεία της ασιατικής του αμφίεσης. Του έγνεψα ότι τα βλήματα προς το παρόν δεν μου χρειάζονται. Έκανα επίσης νόημα στον Οινοκράτη δείχνοντάς του ένα εξαιρετικό εύρημα ακουμπισμένο χάμω, δίπλα στα πόδια του ηνίοχου: Ένα μικρό ασιατικό τόξο και, παραδίπλα, μια γεμάτη φαρέτρα.  

Σήκωσα το δεξί χέρι με τα τρία μεσαία δάχτυλα ανοιχτά. Μετά έκλεισα την παλάμη και άρχισα να αριθμώ άηχα, ανοίγοντας αυτά τα δάχτυλα ένα ένα. Στο τρίτο κινηθήκαμε  μαζί. Εγώ πέρασα το σκοινί της σφενδόνης πάνω από το κεφάλι του αμαξά και τον τράβηξα απότομα και δυνατά προς το μέρος μου, όπου και τον υποδέχτηκα με μια γερή κουτουλιά, ικανή να τον στείλει με μιας στη χώρα των χαμένων αισθήσεων. Ταυτόχρονα ο Οινοκράτης οικειοποιούταν το τόξο και τα βέλη.

Πήρα το ασιατικό κάλυμμα της κεφαλής του ηνίοχου και το φόρεσα∙ μετά πήρα τη θέση του, άρπαξα τα ηνία και κοίταξα τριγύρω. Καθώς το έδαφος ήταν ανηφορικό η άμαξα επιβράδυνε και οι ιππείς είχαν περάσει μπροστά εκτός από έναν, αλλά και αυτός που ακολουθούσε δεν έμοιαζε να έχει αντιληφθεί την αλλαγή στη θέση του αμαξά. Έριξα μια ερευνητική ματιά μπροστά και στο φως της μισόγιομης σελήνης είδα ότι, λίγο παρακάτω,  υπήρχε ένα άνοιγμα όπου ο χωματόδρομος πάνω στον οποίο τρέχαμε, διασταυρωνόταν χιαστί με έναν πλακοστρωμένο δρόμο που πιθανότατα προερχόταν από το κέντρο της πόλης και τραβούσε προς τα τείχη. Τράβηξα τα γκέμια επιβραδύνοντας ακόμη περισσότερο το όχημα.

«Εδώ θα στρίψουμε», είπα στους συντρόφους μου. «Θα προσπαθήσω να πάρω την κατηφόρα προς το κέντρο. Εσύ Οινοκράτη ανέβα εδώ δίπλα μου. Εάν μας πλησιάσουν χρησιμοποίησε το τόξο. Εσύ Χοντρόη  έβγα απ’ το κουβούκλιο, πάρε τη σφενδόνη σου από χάμω και, καθώς θα στρίβουμε, απάλλαξέ μας από τον ασιάτη. Μετά μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις πέτρες σου ενάντια σε αυτόν που μας ακολουθεί από πίσω».  

.images (25)

Εάν τα άλογα ήσαν περισσότερα από ένα, ίσως η αιφνίδια αλλαγή πορείας να αποτύγχανε και η άμαξα να ανατρεπόταν. Όμως, καθώς το άλογο ήταν μόνο ένα και είχα ήδη λιγοστέψει την ταχύτητα, με την στροφή προς τα αριστερά μόνον οι δεξιοί τροχοί σηκώθηκαν στον αέρα, αλλά μετά ξανακάθισαν στη θέση τους. Τα καταφέραμε.  Καθώς στρίβαμε, ο Χοντρόης, ξεφωνίζοντας ¨Ύπαγε εις το πι-πι-πυρ της καθάρσεως¨ έδωσε μια γερή σπρωξιά στον αναίσθητο (τέως) οδηγό του οχήματος και τον πέταξε έξω. Ο καβαλάρης που μας ακολουθούσε, μόλις μετά βίας κατάφερε να αποφύγει τις συνέπειες που θα είχε, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον πεπτωκότα, το να πέσει απάνω του. Μετά, καθώς εμείς απομακρυνόμασταν στην κατηφόρα, έμεινε για λίγο αναποφάσιστος εάν θα έπρεπε να μας ακολουθήσει μόνος του η εάν θα ήταν καλύτερα να σπεύσει να ειδοποιήσει τους προπορευόμενους που δεν είχαν ακόμη καταλάβει ότι τα (τρία) πουλάκια είχαν κάνει φτερά, μαζί με το κλουβί τους. Τελικά προτίμησε το δεύτερο δίνοντάς μας έτσι το χρόνο να πάρουμε μια ανάσα πριν ξαναφανούν, όλοι μαζί στο κατόπι μας.

Τι να πω για την κυριολεκτικά ξέφρενη πορεία μας προς το Μέγαρο του Ύπαρχου; Ας πω μόνο πως ήταν τυχεροί όσοι δεν νυχτοπερπατούσαν εκείνη την ώρα κι έτσι δεν βρέθηκαν στο δρόμο μας, γιατί δεν υπήρχε τρόπος να γίνει οποιοσδήποτε ελιγμός της άμαξας. Μας είχε πάρει η κατηφόρα και μόνον όταν φτάσαμε στο ίσωμα του κέντρου κατάφερα να ελέγξω κάπως το ξαναμμένο άλογο. Τυχεροί ήμασταν και εμείς που  οι διώκτες μας δεν διέθεταν εκήβολα όπλα. Εάν ήσαν τοξότες, όπως ας πούμε οι Σκύθες που αστυνομεύουν το αθηναϊκό Άστυ, ίσως και να μην τα καταφέρναμε να φτάσουμε ως το Μέγαρο. Όσο αφορά στα δόρατά τους, εκτοξευμένα από ιππείς που καλπάζουν δεν είχαν πολλές δυνατότητες ευστοχίας: εκτός από ένα που καρφώθηκε στο ξύλο του κουβούκλιου της άμαξας, τα υπόλοιπα διασπάρθηκαν άπραγα καθ’ οδόν. Αντίθετα, εκείνοι σύντομα ανακάλυψαν ότι εμείς  είχαμε όπλα ικανά να δράσουν από μακριά, καθώς και καλούς χειριστές. Έτσι δεν κατάφεραν να μας πλησιάσουν και να χρησιμοποιήσουν τα ξίφη τους και, όταν φτάσαμε αρκετά κοντά στην έδρα του Ύπαρχου, έκαναν μεταβολή  και εξαφανίστηκαν..tyros_map

Λίγο αργότερα ο Ύπαρχος Μένης από την Πέλλα με υποδεχόταν με τις αγκάλες ανοιχτές και ένα πλατύ χαμόγελο να φωτίζει το νεανικό του πρόσωπο. «Λόγιε Εύελπι, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Μου είπαν το όνομά σου και δε το πίστευα πως είσαι πάλι εδώ. Είχα μάθει πως η υπηρεσία σου σε ήθελε στην Αθήνα και νόμιζα πως έχεις εγκατασταθεί εκεί τα τελευταία χρόνια».

Ανταπέδωσα το χαμόγελο και είπα στον Μακεδόνα αξιωματούχο πως επιστρέφω στη στρατιά για να δώσω συνολική αναφορά για τα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην Αθήνα, αλλά και γιατί έμαθα ότι ο άμεσος προϊστάμενός μου ο Καλλισθένης, ήταν θύμα κακόβουλης επίθεσης και θεώρησα χρέος μου να επιστρέψω για να του συμπαρασταθώ.

Έπαψε να χαμογελά. «Ναι ξέρω μερικά πράγματα γι αυτό», μου είπε. «Ήμουν στα Βάκτρα για τον γάμο του Αλέξανδρου αλλά και για να δώσω τη δική μου αναφορά για τις χώρες που μου ανατέθηκε να επιβλέπω. Επέστρεψα μόλις σήμερα. Το θέμα της δυσμένειας του Καλλισθένη συζητιέται ανάμεσα στους εταίρους αυτόν τον καιρό και μπορώ να σου πω ότι οι περισσότεροι παλαίμαχοι στρατηγοί είναι με το μέρος του. Αλλά θα μιλήσουμε διεξοδικά για όλα αυτά».

Ύστερα παρατήρησε κάτι που τον έκανε να αλλάξει θέμα: «Αλλά για πες μου, γιατί κυκλοφορείς άοπλος; Εντάξει, δε λέω, μετά την προσπάθεια των Καρχηδόνιων να ανακαταλάβουν την μητρόπολή τους, προσπάθεια που απέτυχε χάρη και στη δική σας συμβολή πριν σχεδόν τρία χρόνια, έχουμε λάβει όλα τα μέτρα  ώστε στη πόλη να επικρατεί ειρήνη και ασφάλεια.  Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ενδείκνυται να κυκλοφορούμε άοπλοι».

«Το ξίφος μου βρίσκεται στα χέρια ενός Αβδηρίτη αξιωματικού της φρουράς, ο οποίος απήγαγε, εμένα και τους δύο συνοδούς μου, πριν ακόμη αποβιβαστούμε από το πλοίο και από τον οποίο μόλις τώρα καταφέραμε να ξεφύγουμε. Ένας άλλος αξιωματικός της φρουράς διενεργεί έρευνα στο πλοίο που μας μετέφερε ως εδώ απ’ την Αθήνα, ψάχνοντας στοιχεία που υποτίθεται ότι μας ενοχοποιούν».

Μια έκφραση απορίας απλώθηκε στο πρόσωπό του. «Δεν έχω ιδέα» μονολόγησε. «Και αυτό είναι σοβαρό. Για τι πράγμα σας κατηγορούν;»

«Υποτίθεται ότι υπήρξε εναντίον μας κατηγορία για συνωμοσία ενάντια στον Βασιλέα».

«Τόσο σοβαρό; Χωρίς εγώ να μάθω τίποτα;»

Ο Μένης έδωσε εντολή να φωνάξουν τον υπασπιστή του. Εκείνος παρουσιάστηκε σχεδόν αμέσως. Ο Ύπαρχος τον διέταξε να πάει πάραυτα, μαζί με ένα ισχυρό απόσπασμα οπλιτών και έναν από τους δικούς μου (που περίμεναν στον προθάλαμο) στο πλοίο μας, στο λιμάνι και να φέρει αμέσως εδώ τον αξιωματικό, τους ντόπιους φρουρούς καθώς και τα τυχόν ευρήματά τους..images (2)

«Το λιμάνι ήταν ακόμη γεμάτο κόσμο», μου αφηγήθηκε αργότερα ο Οινοκράτης, ο οποίος συνόδεψε τον Υπασπιστή ως το πλοίο, «γιατί μετά την ¨σύλληψή¨ μας, το λιμεναρχείο είχε δώσει την άδεια για την αποβίβαση και την μερική εκφόρτωση εμπορευμάτων. Τα υπόλοιπα θα τα ξεφόρτωναν με το φως της μέρας. Το μόνο σκάφος που βρισκόταν ακόμη υπό επιτήρηση ήταν το δικό μας. Όμως και εκεί το ψάξιμο είχε τελειώσει χωρίς να βρεθεί κανένα στοιχείο εις βάρος μας.  Όταν φτάσαμε, ο Μιλήσιος αξιωματικός ετοιμαζόταν να αποχωρήσει άπραγος. Του φάνηκε περίεργο που θα έπρεπε να παρουσιαστεί επειγόντως στον Ύπαρχο, αλλά ακόμη πιο περίεργο πρέπει να του φάνηκε πως μαζί με τον υπασπιστή ήμουν και εγώ. Ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα μάτια του κοιτάζοντάς με για να βεβαιωθεί ότι ήμουν όντως ένας από τους ακόλουθους του κατηγορούμενου ¨Αθηναίου¨. Δεν ξέρω πού κατάληξε, ίσως ότι όλη αυτή η ιστορία ήταν μια δοκιμασία για να ελεγχθεί η πίστη των αξιωματικών της φρουράς, ή κάτι άλλο ανάλογο∙ πάντως, γεγονός είναι ότι δεν έφερε καμία αντίρρηση και μας ακολούθησε μαζί με τους ντόπιους φρουρούς».   

.

Από την πρώτη ανάκριση στην οποία υποβλήθηκε ο αξιωματικός από τη Μίλητο, προέκυψε ότι νωρίς το απόγευμα κατέφθασε στην φρουρά της πόλης ένας οπλίτης με τα διακριτικά του αγγελιοφόρου και παρέδωσε γραπτή εντολή για την σύλληψη ενός ταξιδιώτη και των δύο συνοδών του. Οι καταζητούμενοι βρίσκονταν στο πλοίο ¨Πόντος¨ που αναμενόταν να καταπλεύσει την ίδια εκείνη μέρα με την νηοπομπή που προερχόταν από τον Πειραιά της Αττικής. Όχι, την εντολή δεν την είχε παραλάβει ο ίδιος, αλλά ο εφημερεύων αξιωματικός από τα Άβδηρα. Ο ίδιος, πάντως, είχε ελέγξει το έγγραφο και είχε διαπιστώσει πως έφερε το κέρινο αποτύπωμα του δαχτυλιδιού του Ύπαρχου. Του φάνηκε γνήσιο. Μετά δεν έκανε άλλο παρά να υλοποιήσει την εντολή.  Όχι, τον αξιωματικό από τα Άβδηρα δεν τον γνωρίζει από παλιά. Είναι ένας από εκείνους που μετατέθηκαν πρόσφατα στη Φρουρά της Τύρου. Πού βρίσκεται τώρα; Μα κανονικά θα έπρεπε, αφού παραδώσει τους συλληφθέντες  στην προσωπική φρουρά του Ύπαρχου, να βρίσκεται στη θέση του, δηλαδή εδώ δίπλα, στο κτίριο της Διοίκησης.

Όμως ο Αβδηρίτης δεν βρέθηκε εκεί. Ούτε πουθενά αλλού, τουλάχιστον στο μικρό χρονικό διάστημα που μείναμε στην Τύρο. Όταν αναχωρούσαμε, αποχαιρετώντας με, ο Μένης με διαβεβαίωσε πως θα διαλεύκανε σύντομα αυτή την αλλόκοτη ιστορία, και θα με ενημέρωνε για τα αποτελέσματα της έρευνας.

.2c56c7027f4898ef4a74b3d3d8181408

Κατά τη σύντομη παραμονή μας στην πόλη -νησί, ο Πελλαίος, μου είχε επαναλάβει πόσο ευγνώμων αισθανόταν για τη συμμετοχή μας στον εντοπισμό του παραλλαγμένου στόλου και την απόκρουση της απόπειρας των Καρχηδόνιων να ανακαταλάβουν την Τύρο∙ με είχε δε επισταμένα ρωτήσει τι κάνει εκείνος ο παλαίμαχος στρατιώτης, ο Παλαμήδης, που είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα. Εμείς, τότε, είχαμε αναχωρήσει αμέσως για την Αθήνα, αλλά ο Μένης είχε στη συνέχεια την ευκαιρία να αναπροσαρμόσει όλη την τοπική του πολιτική, (προς το καλύτερο, θέλει να πιστεύει) και να στερεώσει αποτελεσματικότερα τον έλεγχό του στην περιοχή. Είχε κατανοήσει πως η απώλεια της Τύρου ήταν επώδυνη για τους Καρχηδόνιους, αλλά όταν τους παράγγειλε ότι η συνέχιση του εμπορίου μαζί τους θα εξαρτιόταν βασικά από τις τιμές των προϊόντων τους και από το εάν θα δημιουργούσαν προβλήματα στην Εσωτερική Θάλασσα, δήλωσαν πως -για το καλό του εμπορίου- είχαν πρόθεση να συνεργαστούν ειρηνικά με τη νέα διοίκηση της πόλης.

Επί πλέον ο Μένης με ενημέρωσε για τις τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο.

Έμαθα έτσι ότι η νέα σύζυγος του Αλέξανδρου και άνασσα πλέον των Μακεδόνων ήταν μια ασιάτισσα σπάνιας ομορφιάς, κόρη ενός τοπικού άρχοντα της Βακτριανής -Σογδιανής. Ήταν πολύ νέα και την έλεγαν Ρωξάνη, που, στη γλώσσα της σημαίνει ¨φωτεινό αστέρι¨.  Ο γάμος θα διευκολύνει την αποδοχή των νέων ισορροπιών από τους ατίθασους ντόπιους, σε αυτή την απομακρυσμένη και ανυπότακτη περιοχή της (έως τώρα) Περσικής Αυτοκρατορίας. Και, ας το σημειώσουμε κι αυτό, ο Αλέξανδρος δείχνει πάλι ευδιάθετος και μοιάζει να έχει ξεπεράσει τη θλίψη που του προκάλεσε η αιματηρή σύγκρουση με τους Μακεδόνες στρατηγούς, έστω κι αν αυτοί δεν έπαψαν να γκρινιάζουν και να μουρμουρίζουν ότι θα προτιμούσαν μια ελληνίδα για βασίλισσα, και έναν αμιγώς έλληνα για μελλοντικό γιο και διάδοχο του  βασιλιά.

Αλλά, πέρα από όλα αυτά, ο Μένης μου έδωσε μερικές χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το θέμα που κυρίως με απασχολούσε και που ήταν η αιτία του ταξιδιού μου πίσω στην προελαύνουσα στρατιά. Ο ίδιος, βέβαια, είχε παραμείνει στην αυλή για μικρό χρονικό διάστημα -ίσα ίσα για να υποβάλει την αναφορά του στον βασιλέα και να παραστεί στους γάμους – αλλά είχε την ευκαιρία να ακούσει τα όσα λέγονταν από τους υψηλόβαθμους συναδέλφους του.  Με βάση λοιπόν αυτά, ο προϊστάμενός μου, ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος είχε περιπέσει σε φανερή δυσμένεια. Αν και δεν είχε συλληφθεί τελούσε υπό επιτήρηση και ορισμένες αρμοδιότητες του είχαν αφαιρεθεί. Αιτία γι αυτόν τον περιορισμό ήταν οι κακόβουλες φήμες που κυκλοφορούσαν εις βάρος του, αλλά και η φανερή διαφοροποίησή του από τον στενό βασιλικό κύκλο στο θέμα της ¨προσκύνησης¨. Χωρίς να του γίνει μάθημα η περίπτωση του Παρμενίωνα ή η ακόμη πιο πρόσφατη του Κλείτου του Μέλανα, είχε αντιπαρατεθεί στον Αλέξανδρο και μάλιστα προσωπικά και δημόσια. Οι στρατηγοί, -που κατά τα άλλα συμμερίζονται τις ενστάσεις του Καλλισθένη- λένε πως η ανοχή του Αλέξανδρου απέναντι στον Ολύνθιο πιθανότατα οφείλεται στην συγγένειά του με τον Αριστοτέλη.  

Η είδηση ότι ο Καλλισθένης, αν και υπό επιτήρηση, δεν είχε φυλακιστεί, αλλά κυκλοφορούσε και επομένως θα μπορούσα να τον συναντήσω και να συζητήσω μαζί του για το πως θα καταφέρναμε να ανατρέψουμε αυτή την κατάσταση, αφενός με χαροποίησε και αφετέρου με έκανε να καταλάβω ότι θα έπρεπε να βιαστώ.

.

Αναχωρήσαμε από την Τύρο ιππεύοντας ξεκούραστα άλογα και με τις ταξιδιωτικές μας προμήθειες ανανεωμένες. Ο Ύπαρχος μάλιστα προσφέρθηκε να μας δώσει μια ομάδα ένοπλων συνοδών, αλλά αρνήθηκα. Έχοντας συνειδητοποιήσει πόσο αδίστακτοι και επικίνδυνοι είναι οι εχθροί μας,  δεν ήθελα ο φιλότιμος Μένης να εμπλακεί περισσότερο παρέχοντάς μας ανοιχτή και επίσημη συμπαράσταση.    Εκτός αυτού, θεωρούσα ότι όσο λιγότεροι ταξιδεύαμε, τόσο περισσότερο ευέλικτοι και λιγότερο εντοπίσιμοι θα ήμασταν.

view_33_87035749

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄, Κεφάλαιο πέμπτο: Ένα απρόοπτο εύρημα

Posted by vnottas στο 4 Μαΐου, 2018

Μέρος όγδοο, κεφάλαιο πέμπτο: Ένα απρόοπτο εύρημα.

(αφηγείται ο Εύελπις) 

images (80)

Αν και η ακτογραμμή που συνδέει τη Μικρά Ασία με την Αίγυπτο δεν έχει πολλούς φυσικούς όρμους, διαθέτει αρκετά λιμάνια και άλλα προστατευμένα σημεία όπου τα πλοία που παραπλέουν την ακτή μπορούν να αγκυροβολήσουν είτε σε περίπτωση έντονης θαλασσοταραχής είτε, συνηθέστερα, προκειμένου να διανυκτερεύσουν και να ανεφοδιαστούν. Πράγματι, αυτή εδώ η διαδρομή αποτελεί έναν από τους πιο αρχαίους και τους πιο χρησιμοποιημένους εμπορικούς δρόμους του γνωστού μας κόσμου και οι λαοί που κατοικούν τα παράλια έχουν εξειδικευτεί στις ναυτικές εμπορικές συναλλαγές ήδη εδώ και αιώνες. Σε ένα τέτοιο σημείο είχαμε αποβιβαστεί εκείνο το βράδυ. Από ό, τι μας είπε ο πλοίαρχος ήταν ο τελευταίος σταθμός πριν την Τύρο, για την οποία, αν όλα εξακολουθούσαν να είναι ούρια όσο ο μέχρι στιγμής άνεμος, θα ξεκινούσαμε αύριο τα χαράματα και όπου θα καταπλέαμε πριν από τη δύση του αυριανού ήλιου.

Ήταν μια τυπική ημι-υπαίθρια ναυτική εγκατάσταση. Εκτός από ένα μεγάλο πλινθόκτιστο μαγειρείο και μια δεξαμενή πόσιμου νερού, υπήρχαν αποθήκες τροφίμων, χώροι φύλαξης εργαλείων για τυχόν επείγουσες επισκευές των σκαφών, κάποιες ξύλινες κατασκευές-καταλύματα για το προσωπικό του ναύσταθμου και τους αξιωματικούς των διερχόμενων πλοίων και μια περιφραγμένη έκταση όπου μπορούσαν να τοποθετηθούν ενοικιαζόμενα αντίσκηνα διανυκτέρευσης για όποια μέλη των πληρωμάτων δεν ήθελαν να κοιμηθούν στην άμμο, κάτω από τον έναστρο ουρανό. Υπήρχαν επίσης ήδη εγκατεστημένες επιμήκεις τάβλες όπου πήραν θέση όσοι προτιμούσαν να μην την βγάλουν με ξηρά τροφή εκείνο το βράδυ.

Στους πάγκους που περιέβαλαν αυτές τις τάβλες καταλήξαμε και εμείς: εγώ, ο Οινοκράτης και ο απαραίτητος και εξυπηρετικός Χοντρόης, τραβηγμένοι από τις θελκτικές μυρωδιές των ψαριών που έβραζαν, τηγανίζονταν και ψήνονταν μέσα, αλλά και έξω, στο προαύλιο του μαγειρείου. Ύστερα από λίγο έφτασαν και κάθισαν κοντά μας και άλλοι συνταξιδιώτες, ανάμεσα στους οποίους ο κυβερνήτης και ο  πρωρεύς[1] του σκάφους που μας μετέφερε και που ήταν αραγμένο εκεί, λίγο παρακάτω από το σημείο όπου δειπνούσαμε.  

Είχε ήδη νυχτώσει και οι φωτιές που λαμπύριζαν σε διάφορα σημεία  των εγκαταστάσεων είχαν  αρχίσει να κατακάθονται και να μετατρέπονται σε κατακόκκινες θράκες. Εμείς ετοιμαζόμαστε να εγκαταλείψουμε την τάβλα της εστίασης, όταν ακούσαμε φωνές και παρατηρήσαμε κάποια κινητικότητα στη φρουρά που περιπολούσε στην παραλία επιβλέποντας τα αραγμένα πλοία. Αναταραχή, φωνές, ίσως και κάποιες κλαγγές όπλων. Πριν προλάβουμε να καταλάβουμε περί τίνος ακριβώς πρόκειται, νάσου που ο κελευστής του σκάφους  καταφτάνει τρέχοντας και ενημερώνει τον πλοίαρχο ότι κάποιοι, μάλλον κλέφτες, είχαν ανεβεί κρυφά στο σκάφος μας. Η φρουρά τους αντελήφθη και τους κυνήγησε. Όμως βοηθημένοι και από το σκοτάδι κατάφεραν μέχρι στιγμής να ξεφύγουν. Τι να κάνουμε; Να τους κυνηγήσουμε και έξω από τον ναύσταθμο;  

Ο κυβερνήτης και ο υποπλοίαρχος σηκώθηκαν αμέσως και κατευθύνθηκαν προς το σκάφος. Τους ακολουθήσαμε κι εμείς. Μόλις φτάσαμε εκεί ο κελευστής ρώτησε έναν ναύτη:

«Ελέγξατε το πλοίο, όπως σας είπα;»

«Εκ πρώτης όψεως, όλα εντάξει», είπε εκείνος.  

«Απ’ ό, τι  φαίνεται δεν πρόλαβαν να πάρουν τίποτα», ανάφερε ο κελευστής στον πλοίαρχο. Εκείνος στράφηκε προς τον πρωρέα:

«Θέλω να εξετάσετε ξανά και με προσοχή το φορτίο. Εσύ ξέρεις πια σημεία είναι τα πιο σημαντικά. Βεβαιώσου ότι όντως δεν έχει γίνει ζημιά».

Μετά στράφηκε στον επικεφαλής της φρουράς που ήταν κι αυτός εκεί: «Χτύπησαν κι άλλα σκάφη;» τον ρώτησε.

«Δεν νομίζω πως πρόλαβαν», απάντησε εκείνος. «Τους αντιληφθήκαμε έγκαιρα. Νομίζω ότι αν τους κυνηγήσουμε έξω από την περίβολο, θα τους πιάσουμε. Όμως ο ναύαρχος, ο επικεφαλής της νηοπομπής, είπε να μην το διακινδυνέψουμε, εκτός κι αν σας έχουν πάρει εξαιρετικά πολύτιμα αντικείμενα».  

Ζήτησα την άδεια να ελέγξουμε τις δικές μας αποσκευές και ο πλοίαρχος συγκατάνευσε. «Πήγαινε», είπα στον Οινοκράτη και εκείνος ακολούθησε τον υποπλοίαρχο και τους ναύτες του. Εξαφανίστηκαν κάτω από μία καταπακτή του καταστρώματος.

κερκ στολος τρηρ

Δεν είχε περάσει πολλή ώρα∙ εγώ συνομιλούσα με τον επικεφαλής της φρουράς και τον ρωτούσα εάν τέτοιες επιθέσεις αποτελούν σύνηθες φαινόμενο σε αυτά τα νερά, κι εκείνος μου έλεγε ότι του έχει ξανασυμβεί και ότι υπάρχουν και χειρότερα, όταν είδα το σγουρόμαλλο κεφάλι του Οινοκράτη φωτισμένο από έναν λύχνο που κρατούσε με προσοχή καθώς ανέβαινε την καραβόσκαλα, να προβάλει ξανά από την καταπακτή. Χαμογελούσε μεν, αλλά κάπως περίεργα.

«Δεν λείπει τίποτα», είπε.

«Τότε γιατί έχεις αυτό το ύφος;», τον ρώτησα επειδή τον ήξερα καλά.

«Γιατί πράγματι από τα μπαούλα μας δεν λείπει τίποτα, αλλά στο μεγάλο, εκείνο όπου έχω τακτοποιήσει τα δικά σου πράγματα, είδα κάτι που δεν το είχα ξαναδεί. Μου φάνηκε παράταιρο και παραπανίσιο -εκτός κι αν το πρόσθεσες εσύ πρόσφατα».

 Κοίταξα τα χέρια του. Σε εκείνο που δεν κρατούσε το λυχνάρι είδα ότι ήταν κρεμασμένη μια πάνινη σακούλα. Μου την έδωσε. Το σκοινί που κρατούσε κλειστό το στόμιό της ήταν σφιχτοδεμένο με γερό κόμπο. Κάτι το σκληρό βρισκόταν μέσα της.

«Ο Χοντρόης μπορεί να πάει να κοιμηθεί, εσύ έλα μαζί μου», είπα στον Οινοκράτη.

Ο στρογγυλός Ασιάτης έκανε την χορογραφημένη του υπόκλιση και απομακρύνθηκε. Εγώ οδήγησα τον δικό μου πίσω, στις τάβλες εστίασης, όπου υπήρχε πλέον απόλυτη ερημιά.

imagesκ

Καθίσαμε. Άφησε το λυχνάρι του στο κέντρο της τάβλας, μπροστά μας, ενώ εγώ άφησα εκεί δίπλα τη σακούλα και έβγαλα το εγχειρίδιό μου. «Δεν είναι δα ο Γόρδιος Δεσμός» είπα, «αλλά θα έχει την ίδια τύχη».  Με μια αποφασιστική κίνηση έκοψα το σκοινί. Μετά άνοιξα το στόμιο της σακούλας, είδα το περιεχόμενο και, προς στιγμήν, δεν κατάλαβα τίποτα. Για μια μόνο στιγμή. Γιατί αμέσως μετά κατάλαβα.

«Τι είναι αυτό το πράγμα;» αναρωτήθηκε ο Οινοκράτης απλώνοντας το χέρι του για να δει πώς είναι στην αφή, το μαυριδερό αντικείμενο που ξεπρόβαλε.

Του άρπαξα το χέρι στον αέρα. «Καλύτερα να μην το ακουμπήσεις απ’ ευθείας», του είπα. «Τι σου φαίνεται ότι είναι;»

Πήρε τη σακούλα και έπιασε το εύρημα με αυτήν. Το κοίταξε ολόγυρα. «Το πόδι του Πάνα;»

«Μη το παρακάνεις. Είσαι κοντά, αλλά βάλε λιγότερη φαντασία».

Το ξανακοίταξε και η έμπνευση του ήρθε: «Οπλή, μεγάλη οπλή… Οπλή μεγάλου αλόγου θα έλεγα… Και… μέσα πρέπει να είναι κούφια. Για δες, εδώ έχει ένα πώμα».

Του έπιασα ξανά το χέρι στον αέρα. «Μην την αγγίζεις!».

Αυτή τη φορά με κοίταξε απορημένος.

«Κάθισε. Θα σου εξηγήσω», του είπα.

δ

Αφηγήθηκα περιληπτικά στον Οινοκράτη την συνάντηση ανάμεσα σε εμένα, τον Αριστοτέλη και την πυθαγόρεια φιλόσοφο, λίγες μέρες πριν την αναχώρησή μας από την Αθήνα. Εκεί, τότε, εγώ κι ο Δάσκαλος μάθαμε από την δικτυωμένη οπαδό του αείμνηστου Πυθαγόρα, τις γενικές γραμμές της πλεκτάνης που αποσκοπούσε στην εξουδετέρωση οποιασδήποτε επιρροής ασκούσε ακόμη ο Αριστοτέλης πάνω στον ήδη ένδοξο μαθητή του.  Το σχέδιο, όπως είχε φτάσει στα αυτιά των έμπειρων πυθαγόρειων, είχε ως εξής:

Πρώτα θα κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι ο Σταγειρίτης αποδοκιμάζει την πολιτική του Αλέξανδρου και ότι οι σχέσεις τους έχουν πλέον ψυχρανθεί. Θα κυκλοφορήσουν επίσης δήθεν έγκυρες πληροφορίες ότι ο εγκατεστημένος στην Αθήνα Αριστοτέλης βρίσκεται σε επαφή με τους αντιμακεδόνες ηγέτες όλου του ελληνικού χώρου συμπεριλαμβανόμενων και κάποιων προσωπικοτήτων από το μακεδονικό Βασίλειο όπου διατηρεί φιλίες από την εποχή που ήταν εγκαταστημένος εκεί.

Οι λόγοι της υποτιθέμενης δυσαρέσκειας του Αριστοτέλη θα είναι ίδιοι με εκείνους που επικαλείται ο ανιψιός του, ο Καλλισθένης, όταν διαφοροποιείται από το άμεσο βασιλικό περιβάλλον: Διαφωνίες σχετικά με την δημιουργία μιας αυτοκρατορίας που να μοιάζει ή να είναι συνέχεια της Περσικής, διαφωνίες για την ουσιαστική διάλυση των πανελλήνιων δομών που είχαν προβλεφθεί από το Συνέδριο της Κορίνθου, διαφωνίες για την ¨θεοποίηση¨ του Αλέξανδρου, διαφωνίες ακόμη και για την αποδυνάμωση της Συνέλευσης  των Μακεδόνων Οπλιτών, όσο και αν για αυτό το θέμα δεν του πέφτει λόγος.

 Όμως, (θα ισχυρίζονται οι φήμες) μετά την ήττα των Σπαρτιατών στη Μεγαλόπολη ο Αριστοτέλης άρχισε να πείθεται πως δεν θα αρκούσε μια ευρύτερη συσπείρωση και μια γενικότερη αποδοκιμασία για να διορθωθεί η πορεία της ελληνικής εξόρμησης στην Ασία, αλλά πως θα έπρεπε να ληφθούν πολύ δραστικότερα μέτρα. Θα πουν δε ότι μετά τον φόνο του Παρμενίωνα πείστηκε εντελώς.

Ο Οινοκράτης έχει μείνει ενεός, να με κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό: «Δηλαδή;»

«Ε, ναι φίλε μου! Οι τύποι διαδίδουν ότι ο Αριστοτέλης, οργισμένος  μετά τον φόνο του Παρμενίωνα και του Φιλώτα -ίσως τώρα να προσθέσουν και το φόνο του Κλείτου-  έχει σκοπό να συμπράξει αν όχι να ηγηθεί σε μία συνωμοσία με στόχο την δολοφονία του Αλέξανδρου».

Ο Οινοκράτης εγκαταλείπει το αποσβολωμένο ύφος και εξαπολύει ένα τρανταχτό ξαφνικό γέλιο.

«Δεν είναι δυνατόν!» ξεφυσάει. «Μόνο σε τέτοιο ρόλο δε μπορώ να φανταστώ τον Δάσκαλο!

Κι έπειτα, η μεν Αθήνα απέχει από το μέτωπο της εκστρατείας άπειρους παρασάγγες, ο δε Δάσκαλος είναι σοφός, αλλά δεν είναι μάγος!»

«Και όμως, τελικά θα του αποδοθούν ιδιότητες μοχθηρού μάγου! Και θα δράσει ενάντια στον μαθητή του με τον πιο ύπουλο τρόπο. Θα χρησιμοποιήσει, σύμφωνα πάντοτε με τις κατευθυνόμενες φήμες, το μέσο εξόντωσης που κατ’ εξοχήν φοβούνται και οι πιο καλά φρουρούμενοι ηγέτες: Το δηλητήριο!»

«Διάβολε!..»  λέει ο Οινοκράτης και κόβει το γέλιο.

180px-Οπλή_αλόγου

«Το οποίο δηλητήριο θα βρει κάποιο τρόπο να το στείλει σε δικούς του ανθρώπους -πιθανότατα στον Καλλισθένη- στο μέτωπο. Και -πρόσεξέ με- δε θα πρόκειται για όποιο κι όποιο δηλητήριο…»

«Αλλά

«Θα πρόκειται για το ¨νερό της Στυγός!¨»

Ο Οινοκράτης κάτι θυμάται… «Η Στύγα! Διάβαζα γι αυτήν πρόσφατα. Η κακιά υποχθόνια θεότητα που την φοβούνται ακόμα και οι θεοί. Και γι αυτό ο Δίας την προσκαλεί να είναι παρούσα όταν χρειαστεί οι θεοί να του ορκιστούν πίστη ή οτιδήποτε άλλο».

«Ναι Οινοκράτη. Αυτή η πανάσχημη και μοχθηρή θεότητα που κατοικεί στον Άδη διαφεντεύει ένα ποτάμι με δηλητηριασμένο μαύρο νερό. Όποιος, άνθρωπος ή ζώο, το πιει πεθαίνει ακαριαία, η δε τοξικότητά του είναι τέτοια που στο άγγιγμά του οι πέτρες διαβρώνονται και τα μέταλλα σκουριάζουν και διαλύονται. Και έτσι, όπως καταλαβαίνεις,  η ιστορία που διαδίδουν οι συνωμότες αποκτά το απαραίτητο ιερό-μαγικό στοιχείο που γοητεύει τα πλήθη».

«Δηλαδή θες να πεις ότι διαδίδουν πως ο Δάσκαλος κατέβηκε στον Άδη ως άλλος Ορφέας για να προμηθευτεί το δηλητήριο με το οποίο θα δολοφονήσει τον αγαπημένο του μαθητή;»

«Δεν είναι απαραίτητο να κατεβεί στα Τάρταρα. Στα Αροάνια βουνά, στην Πελοπόννησο, υπάρχει όντως μια πηγή με δηλητηριασμένο νερό. Οι Αρκάδες την αποκαλούν ¨Ύδωρ της Στυγός¨. Ο Δάσκαλος θα μπορούσε να το έχει προμηθευτεί από εκεί, ή θα μπορούσε να το αντιγράψει, έτσι όπως εσύ και ο πέρσης φίλος σου αντιγράψατε το περσικό ιερό ποτό στα Σούσα».

Ο Οινοκράτης σκέφτεται για μια στιγμή αυτή την αλλόκοτη και δύσπεπτη ιστορία. Ύστερα διατυπώνει ακόμη μια ένσταση: «Και η μεταφορά; Πού υποτίθεται πως θα το βάλει ο Δάσκαλος; Είπες ότι κανένα υλικό δεν αντέχει την επαφή με την τοξική αυτήν ουσία».

Τον κοιτάζω έντονα και καταλαβαίνει από μόνος του.

«Η οπλή!» λέει. «Το υλικό που αντέχει το δηλητήριο είναι η οπλή του αλόγου. Αυτή εδώ…! Κάποιος την έχει σκάψει εσωτερικά και την έχει γεμίσει με το φαρμάκι…  Και εκείνοι που προορίζονται να την μεταφέρουν στην Ασία…»

«Είμαστε εμείς, Οινοκράτη. Τα καταλληλότερα πρόσωπα. Άνθρωποι κοντινοί στον Καλλισθένη και στον Αριστοτέλη».  

«Επομένως

«Επομένως την ξαναβάζεις με προσοχή στη σακούλα της, την δένεις και πάλι προσεκτικά και μετά την ε-ξα-φα-νί-ζεις. Και να ΄χεις στο νου σου ότι πιθανότατα μας παρακολουθούν. Αισθάνεσαι σε θέση να τα καταφέρεις;

«Ασυζητητί !» μου απαντάει χωρίς κανένα δισταγμό..scan0033

[1] Πρωρεύς, ή πρωράτης, ονομαζόταν ο αξιωματικός της πλώρης ή υποπλοίαρχος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄, Κεφάλαιο τέταρτο: Πλέοντας προς την Ανατολή

Posted by vnottas στο 27 Απρίλιος, 2018

Κεφάλαιο τέταρτο. Πλέοντας ξανά προς την Ασία

(αφηγείται ο Εύελπις)

αρχείο λήψης (3)

Με τα χέρια ακουμπισμένα στην κουπαστή ατενίζω την ανατολική θάλασσα. Παραδίπλα μου ο Οινοκράτης είναι καθισμένος οκλαδόν στο κατάστρωμα μπροστά σε μια εικονογραφημένη τάβλα και προσπαθεί να μάθει στον Χοντρόη, στημένο ανακούρκουδα  απέναντί του, τους ελληνικούς κανόνες του ¨ζατρικίου με κυβείες¨. Οι φωνές τους, οι ήχοι των κύβων καθώς ρίχνονται με ενθουσιασμό πάνω στην τάβλα, οι κρωγμοί των γλάρων που μας ακολουθούν, ο παφλασμός των κυμάτων, το πλατάγισμα του ιστίου και οι στεναγμοί των κωπηλατών, συνθέτουν το υπόβαθρο των σκέψεών μου. Σκέψεις επείγοντος ταξιδιού, ταυτόχρονα απολογητικές και προγραμματικές… ανήσυχες και ελπιδοφόρες.

image

Ο ουρανός είναι γαλάζιος και ανέφελος, ο άνεμος ούριος και το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου τμήματος του ταξιδιού μας πήγε καλά. Τώρα πλέουμε ανάμεσα στη Μικρά Ασία και τη βόρεια ακτή της Κύπρου. Όπου να ‘ναι θα παρακάμψουμε το αιχμηρό ακρωτήρι του μεγάλου νησιού που δείχνει το δρόμο προς τις ασιατικές ακτές και θα στοχεύσουμε ίσα απέναντι. Μετά θα στρίψουμε προς το Νότο και θα ακολουθήσουμε την ακτογραμμή  ίσαμε την πόλη-νησί της Τύρου.

Το σκάφος μας ανήκει σε μια μικρή νηοπομπή που μεταφέρει αποίκους για τις νέες πόλεις (τις Αλεξάνδρειες), οι οποίες, η μια μετά την άλλη, ξεφυτρώνουν σε κομβικά σημεία της προέλασης προς Ανατολάς. Μεταφέρει επίσης στρατιώτες που θα ενισχύσουν το στράτευμα αντικαθιστώντας τους νεκρούς, τους τραυματίες και εκείνους που επέστρεψαν στις πατρίδες τους, καθώς και ποικίλο πολεμικό εξοπλισμό κατασκευασμένο στα ελληνικά εργαστήρια.  

Δεν ξέρω τι ακριβώς θα συναντήσω κατά την επιστροφή στο μέτωπο, αλλά σήμερα αισθάνομαι αισιόδοξος. Κάνω καλά που σπεύδω δίπλα στον Καλλισθένη. Μετά την επιστολή της Θαίδας, δε θα μπορούσα να παραμείνω στην Αθήνα έχοντας μάθει πως ο προϊστάμενος και καθοδηγητής μου κινδυνεύει. Το γεγονός ότι έπαψα να λαμβάνω γράμματά του μεγέθυναν την ανησυχία μου. Τέλος, έφτασε και η επιστολή του Άρπαλου που, παρά την εύθυμη διατύπωσή της, σήμανε για μένα επείγοντα συναγερμό.

Ο Άρπαλος μου έστελνε τα χαιρετίσματα της Πυθιονίκης και μου περιέγραφε με τελείως απρόσμενο για εκείνον λυρισμό, τις χάρες της μικρής του κόρης. Επίσης, επαναλάμβανε τις ευχαριστίες του για την βοήθειά μου στην οργάνωση του ταξιδιού της προς την Ασία. Μου εκμυστηρευόταν πάντως πως δεν είναι σίγουρος εάν το κλίμα της Βαβυλώνας  κάνει καλό στην Πυθιονίκη και πως και ο ίδιος θα ένοιωθε μεγάλη χαρά εάν κατάφερνε να έρθει, ακόμη μια φορά, στην Αθήνα μαζί της.

Ήταν οι τελευταίες σιβυλλικές αράδες του μηνύματός του, που με τάραξαν. Άλλαζε ξαφνικά ύφος και σημείωνε: ¨Καλά,  δεν τον συμπαθώ ιδιαίτερα τον Ολύνθιο, αλλά και δε περίμενα από αυτόν να πέσει έτσι εύκολα θύμα των αυλοκολάκων που βυσσοδομούν αυτό τον καιρό διεκδικώντας την εύνοια του Αλέξανδρου. Ο δικός σου, αντίθετα,  απ’ ό, τι μαθαίνω έχει επανειλημμένα   συγκρουστεί, όχι μόνο με τον Ηφαιστίωνα αλλά και με τον Αλέξανδρο τον ίδιο.  Φοβάμαι ότι η μοίρα του κρέμεται από αδύναμο νήμα. Επομένως, καλό θα είναι να ‘χεις και εσύ το νου σου¨.

Δε θα μπορούσα λοιπόν να κάνω αλλιώς, παρά να επιστρέψω εσπευσμένα στην προελαύνουσα στρατιά, να μάθω πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα και να πράξω ό, τι μπορέσω.

Ο Αριστοτέλης δεν είχε αντίρρηση. Ιδιαίτερα μετά την συνάντησή μας με τον πυθαγόρειο φιλόσοφο. Αν και, σημειώνω, πως ο Δάσκαλος δεν γνώριζε προσωπικά  τον εκπρόσωπο που του έστειλαν οι Πυθαγόρειοι. Γι αυτό, όταν τον είδε να καταφτάνει στο Λύκειο, έμεινε σύξυλος. Γιατί ο εν λόγω φιλόσοφος ήταν γυναίκα. Όμως η έκπληξή του διάρκεσε λίγο. «Ναι, αυτοί δέχονται και γυναίκες», έσκυψε και μου είπε εμπιστευτικά. «Όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Ακόμη και έτσι εξακολουθούν να γνωρίζουν πολλά».

 Όντως οι Πυθαγόρειοι  ήξεραν ήδη πολλά πράγματα. Όχι τόσο για τη δυσμένεια στην οποία είχε περιπέσει ο Καλλισθένης, αν και είχαν ακούσει και γι αυτήν, όσο για τις υπονομευτικές κινήσεις της κλίκας των αυτοκρατορικών αυλικών ενάντια στον Δάσκαλο Αριστοτέλη. Προφανώς κάποιος -ή κάποια- μυημένος στην φιλοσοφία του Σαμίου διανοητή  δρούσε κοντά ή μέσα στην ομάδα του Ανάξαρχου.  

«Και τι περιμένατε για να με ενημερώσετε αγαπητή μου κυρία;» διαμαρτυρήθηκε ο Δάσκαλος.

«Ένα από τα δύο, αξιοσέβαστε Αριστοτέλη», απάντησε εκείνη ατάραχη. «Ή να γίνεις επιτέλους πλήρες μέλος του φιλοσοφικού μας ρεύματος, ή να μας ζητήσεις τις πληροφορίες που χρειάζεσαι απευθείας εσύ».

Ο Αριστοτέλης προτίμησε να μην σχολιάσει την απάντηση.

Έτσι μάθαμε ακριβώς πώς θα δρούσαν ενάντια στον Αριστοτέλη οι συνωμότες, καθώς και το ρόλο που θα έπαιζε στη σκευωρία τους μια εσωτερικά σκαμμένη οπλή αλόγου.

180px-Οπλή_αλόγου

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έβδομο: Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός!  

Posted by vnottas στο 8 Απρίλιος, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

images (2)

Κεφάλαιο έβδομο. Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός

Ο Οινοκράτης αντιμετωπίζει αυτό το ταξίδι με την συνήθη ¨φιλοσοφική¨ του διάθεση. Ωστόσο η ζωή του έχει μπει τον τελευταίο καιρό σε νέα καλούπια, καθώς η ανέλπιστη προοπτική χειραφέτησης έχει φανεί στον ορίζοντα. Κατά συνέπεια μέσα του έχουν αρχίσει κάποιες διεργασίες που, όσο κι αν δεν τις συνειδητοποιεί πλήρως, παράγουν νέες σκέψεις και νέες συμπεριφορές. Για παράδειγμα, νοιώθει την ανάγκη να αλληλογραφήσει κι αυτός με κάποιον -κάτι που δεν του είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν- και έτσι να έχει την ευκαιρία να αφηγηθεί (και στον εαυτό του τον ίδιο)  τα όσα γίνονται γύρω και μέσα του. Καταγραμμένη σε μια επιστολή, η πραγματικότητα, θα μπορούσε να γίνει περισσότερο οικεία, ερμηνεύσιμη, και αποδεκτή. Η καταγραφή είναι σίγουρος ότι θα τον βοηθήσει να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους.

Για την επιλογή του αποδέκτη των επιστολών του δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα.  Υπάρχει ένα πρόσωπο για το οποίο νοιώθει ήδη μια διαπιστωμένη έλξη και το οποίο βρίσκεται αλλού: Το μικρό γοητευτικό Πουλχερίδιο.

Ή μήπως όλα τα παραπάνω (τα περί φιλοσοφίας της Ζωής, τα περί επανατοποθέτησής του απέναντι στον Κόσμο και τα επιχειρήματα υπέρ των θεραπευτικών ιδιοτήτων της Γραφής) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναζήτηση μιας αφορμής, προκειμένου να υλοποιήσει την επιθυμία του να έρθει σε επαφή με τη μικρή εκπαιδευόμενη εταίρα που τον έχει καταφανώς γοητεύσει; Δε ξέρουμε. Θα δείξει.

Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι ο Οινοκράτης έχει ήδη δημιουργήσει μια σχέση   ¨δι’ αλληλογραφίας¨    και εδώ παρακάτω υπάρχει το κείμενο της δεύτερης επιστολής του προς  το Πουλχερίδιον.

sagittarius_hev2

Αγαπητό Πουλχερίδιο χαίρε

Όπου να ‘ναι αποπλέουμε από το νησί της Τύρου με προορισμό την πατρώες χώρες των Ελλήνων και πριν αφεθούμε και πάλι στις βουλές του Ποσειδώνα σου στέλνω αυτή τη γραφή για να σου αφηγηθώ, όπως σου υποσχέθηκα, τις πιο πρόσφατες περιπέτειες του ταξιδιού.

Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει αυτό που μου εξομολογήθηκες, ότι δηλαδή από τότε που η κυρά σου, η Θαίδα, φρόντισε ώστε να γίνεις κάτοχος της τέχνης της ανάγνωσης και της γραφής, έχεις λατρέψει τη χαρά που μπορούν να προσφέρουν τα αφηγήματα. Για χάρη σου λοιπόν μετατρέπομαι σε αυτοσχέδιο συγγραφέα και σου στέλνω την παρούσα δεύτερη επιστολή με τα νεότερα απ’ όσα συμβαίνουν σ’ αυτή τη διαδρομή επιστροφής στην πατρίδα.

Αυτή τη φορά δεν έχω να σου περιγράψω ερήμους, οάσεις, εξωτικά παζάρια, αλλόκοτες ενδυμασίες και επιβλητικά μνημεία, όπως στην πρώτη γραφή που σου έστειλα, αλλά δυσκολίες και κινδύνους που παραλίγο να ανατρέψουν την πορεία μας, με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Αυτά συνέβησαν όταν φτάσαμε στο νησί της Τύρου, όπου οι Αρχές μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και γενναιοδωρία,  αλλά όπου τα πλοία που θα κατέφταναν από την Κύπρο και με τα οποία θα διασχίζαμε την εσωτερική θάλασσα, όχι μόνο δεν ήταν ήδη εδώ, αλλά και καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να καταπλεύσουν.

Και όχι μόνο: και η τελευταία νηοπομπή που ξεκίνησε από το νησί προκειμένου να μεταφέρει απόστρατους και τραυματίες πίσω στις ελληνικές πολιτείες, προτού προλάβει να απομακρυνθεί από τις ασιατικές ακτές, είχε πέσει σε πειρατική ενέδρα και είχε υποχρεωθεί να επιστρέψει άρον άρον στην ασφάλεια του λιμένα του νησιού. Όπως κι εμείς, περίμεναν τώρα και οι απόστρατοι να καταφτάσουν τα πλοία που θα τους ενίσχυαν ώστε να ξαναπάρουν το δρόμο του επαναπατρισμού.

Εμένα προσωπικά, αξιαγάπητο Πουλχερίδιο, δεν είναι ότι με χάλαγε ιδιαίτερα αυτή η καθυστέρηση, όμως ο κύριός μου, ο Εύελπις, είχε κάπως δυσαρεστηθεί γιατί ήθελε να εκτελέσει τις εντολές του  μέσα στα προκαθορισμένα χρονικά όρια, άσε δε που οι Αθηναίοι πρέσβεις είχαν αρχίσει να γκρινιάζουν γιατί επιθυμούσαν να είναι εγκαίρως παρόντες στις μεγάλες θερινές αθηναϊκές γιορτές. Όσον αφορά τον κύριό μου θα πρέπει ίσως να σου πω ότι έτσι κι αλλιώς είναι κάπως τεντωμένος και παράξενος. Προφανώς κάτι του λείπει αυτή την περίοδο και το ταξίδι δεν αρκεί για να τον αποσπάσει από τις μελαγχολικές σκέψεις που φαίνεται πως τον πολιορκούν.

Τέλος πάντων, ενώ η ανησυχία για τη συνέχιση του ταξιδιού εντεινόταν, για μια στιγμή φάνηκε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια λύση, τουλάχιστο σχετικά με την προώθηση της δικής μας αποστολής προς την Αθήνα: Εδώ και λίγες μέρες είχε καταφτάσει στο λιμάνι μια εμπορική αποστολή από την μακρινή πόλη της Απώτερης Δύσης, την Καρχηδόνα, που όπως ίσως ξέρεις έχει χτιστεί από αποίκους της Τύρου, έτσι όπως κι εμείς οι Συρακούσιοι είμαστε απόγονοι αποίκων από την Κόρινθο. Οι έμποροι λοιπόν, οι οποίοι διέθεταν δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά πλοία, δηλαδή επαρκή χώρο και για εμάς, προσφέρθηκαν να μας πάρουν μαζί τους μέχρι τον Πειραιά.

Αυτή την πρόταση συζητούσαν στο Διοικητήριο, μόλις προχθές το απόγευμα, ο κύριός μου ο Εύελπις και οι  Αθηναίοι πρέσβεις που είχαν κληθεί να πουν τη γνώμη τους, ενώ ήταν επίσης παρών και ο Μένης ο Πελλαίος, ο νεοδιορισμένος Ύπαρχος για όλες τις χώρες εδώ γύρω. Και, αγαπητό μου Πουλχερίδιο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υπόθεση ότι θα αποφάσιζαν να αποδεχτούν την πρόταση των εμπόρων, εάν εκεί που συνεδρίαζαν προβληματισμένοι, δεν κατέφταναν ασθμαίνοντας απ’ το τρέξιμο τρία άτομα, τα οποία έφερναν νέες πληροφορίες που ανέτρεπαν την όλη κατάσταση.

Αυτά τα τρία πρόσωπα δεν σου είναι άγνωστα ω αξιαγάπητο Πουλχερίδιον. Το ένα είναι ένας φίλος της κυράς σου, εκείνος που έχει αναλάβει να μεταφέρει της επιστολή της στην κυρά Φρύνη των Αθηνών, ο Αθηναίος Παλαμήδης. Θα τον θυμάσαι υποθέτω, τον είχαμε συναντήσει στα Σούσα και του παράδωσες την επιστολή της Θαίδας όταν βρισκόσουν εκεί. Και το δεύτερο πρόσωπο πρέπει να το θυμάσαι γιατί κι αυτό το γνώρισες όταν επισκέφτηκες τα Σούσα: είναι ο αποκαλούμενος Χοντρόης, εκείνος ο ολοστρόγγυλος Πέρσης με την αξιοπερίεργη προφορά. Το τρίτο πρόσωπο άλλο δεν ήταν παρά ο υπογράφων φίλος και θαυμαστής σου: ο αποκαλούμενος και Οινοκράτης.

Σου εξηγώ τι είχε συμβεί: Προχτές το πρωί, ενώ σεργιάνιζα μαζί με τον Χοντρόη στα στενά του λιμανιού, χρειάστηκε να βοηθήσουμε έναν άνδρα στον οποίο είχαν επιτεθεί τρεις ντόπιοι μαχαιροβγάλτες. Ύστερα από μια επική συμπλοκή κατά την οποία στη σπάθα του  αμυνόμενου προστέθηκαν τα αυτοσχέδια όπλα (βαριά κατσαρολικά) που χρησιμοποιήσαμε με επιδεξιότητα και επιτυχία εγώ και ο παχουλός μου φίλος, οι ντόπιοι το έβαλαν στα πόδια. Ύστερα, με αρκετή έκπληξη ανακάλυψα ότι ο άνδρας που βοηθήσαμε δεν ήταν άλλος από τον Αθηναίο ευπατρίδη, τον Παλαμήδη.

Απ’ ό, τι μας είπε είχε χάσει την προηγούμενη, προτελευταία, αποστολή απόμαχων πίσω στην Ελλάδα  γιατί απ’ ό, τι φαίνεται κάπου είχε μπλέξει -αν κατάλαβα καλά πρέπει να έκοβε βόλτες στη γειτονιά με τους οίκους των τυχερών παιχνιδιών- αλλά είχε προλάβει την τελευταία. Ήταν λοιπόν παρών στη ναυμαχία με τους πειρατές, όμως κατά τη σύγκρουση είχε καταλήξει στη θάλασσα. Κολυμπώντας είχε καταφέρει να φτάσει στην ασιατική ακτή  και ενώ προσπαθούσε να προσανατολιστεί, είχε ανακαλύψει κρυμμένο σε έναν παρακείμενο όρμο έναν ολόκληρο στόλο από εχθρικά σκάφη.

Προχτές το πρωί λοιπόν, ύστερα από περιπετειώδη διαδρομή ημερών, καβάλα σε έναν ημίονο που προμηθεύτηκε από τους ψαράδες ενός παράκτιου χωριού, κατάφερε να επιστρέψει στην Τύρο. Όταν τον συναντήσαμε ετοιμαζόταν να παρουσιαστεί στις αρχές και να αναφέρει την ύπαρξη αυτών των περίεργων πλοίων που δεν είχαν αναρτημένα σημάδια που να καταδείχνουν την προέλευσή τους, αλλά που είχαν ήδη δείξει τις εχθρικές τους προθέσεις. Όμως η επίθεση των νεαρών ίσως και να ‘χε μοιραία αποτελέσματα για τον γενναίο αθηναίο, αν δεν βρισκόμαστε κι εμείς οι δύο εκεί, εντελώς τυχαία.

Λίγο αργότερα, καθώς βαδίζαμε όλοι μαζί  κατά μήκος της προκυμαίας κατευθυνόμενοι προς το διοικητήριο, ό Παλαμήδης πρόσεξε ακόμη κάτι το σημαντικό: ένα από τα πλοία των Καρχηδόνιων ¨εμπόρων¨ που ήταν δεμένο εκεί, ανήκε -το αναγνώρισε αμέσως- στον περίεργο στόλο που είχε εντοπίσει!

01

Κατάλαβες λοιπόν αγαπητό μου Πουλχερίδιο; Εάν ο φίλος και θαυμαστής σου, ο υποφαινόμενος Οινοκράτης και, βεβαίως, ας μη τον ξεχνάμε κι αυτόν: ο παχουλός πλην όμως γενναίος Χοντρόης, δεν είχαν ¨ανακαλύψει¨ και βοηθήσει τον επίσης γενναίο Αθηναίο ευπατρίδη, ίσως αυτή την ώρα θα ήμασταν, εμείς και ολόκληρη η ¨αποστολή των ¨τυραννοκτόνων¨ -έτσι μας αποκαλούν εδώ και ομολογώ ότι μ’ αρέσει η προσωνυμία-  το λιγότερο αιχμάλωτοι των Καρχηδονίων και σήμερα, αντί για την Αθήνα, θα ταξιδεύαμε ως λάφυρα προς τη μακρινή αφρικανική τυρινή αποικία που, απ’ ό, τι ξέρω, τον τελευταίο καιρό μεγαλοπιάνεται.

Άσε που -μεταξύ μας- μπορεί και ο Αθηναίος που πάλευε μεν με γενναιότητα αλλά μόνο με το ευώνυμο χέρι, όντας τραυματισμένος στο δεξί, να μη τα κατάφερνε να εξουδετερώσει από μόνος του τους τρεις νεαρούς μαχαιροβγάλτες και να μας άφηνε χρόνους προτού προλάβει να ειδοποιήσει τις Αρχές και έτσι η πόλη-νησί να έπεφτε απροετοίμαστη στα χέρια του ακατονόμαστου τάχα πειρατικού  στόλου και του δήθεν ¨εμπορικού¨ του δούρειου ίππου.

Χάρη όμως στην παρέμβασή μας, αλλά και στα μέτρα που έλαβε αμέσως ο Μένης ο Ύπαρχος, όλα αυτά αποσοβήθηκαν. Μια ομάδα από ικανούς και καλο-οπλισμένους άνδρες, οι οποίοι υποτίθεται ότι ήταν μέλη της στρατιωτικής συνοδείας των ¨τυραννοκτόνων¨, δηλώνοντας ότι πρέπει να επιθεωρήσει τους χώρους πριν την επιβίβαση, μπήκε με άνεση στο πλοίο του αρχηγού των εμπόρων και συνέλαβε τον καπετάνιο και το πλήρωμα χωρίς να χυθεί αίμα, τουλάχιστον όχι πολύ. Την ίδια τύχη είχαν και τα πληρώματα των άλλων πλοίων της ¨εμπορικής¨ αποστολής.

Παράλληλα ο Μένης έδωσε εντολή τα τραβήξουν την χοντρή αλυσίδα που έκλεινε και ασφάλιζε το λιμάνι, έτσι ώστε να εμποδιστεί τυχόν αιφνιδιαστική επίθεση του ξένου στόλου. Δε χρειάστηκε όμως να συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί εκείνη την ώρα στο βάθος στα νοτιοδυτικά φάνηκαν επιτέλους τα ελληνικά πλοία που περιμέναμε. 

Κανένας βέβαια δεν περίμενε να φανούν από αυτή την κατεύθυνση, κανονικά έπρεπε να φτάσουν παραπλέοντας τις ασιατικές ακτές από τα βόρια, οπότε και θα είχαν αναπόφευκτα συναντηθεί με τα εχθρικά σκάφη που καραδοκούσαν εκεί. Προφανώς τα πλοία που ανακάλυψε ο Παλαμήδης γνώριζαν ότι περιμένουμε ενισχύσεις από τους ναυστάθμους της Κύπρου και είχαν στήσει ενέδρα για να τις εξουδετερώσουν και μετά να επιτεθούν ανενόχλητοι στη πόλη-νησί.

 Όμως φέτος οι πρόδρομοι ετήσιοι θερινοί βόρειοι άνεμοι ήταν πολύ ισχυροί και τα πλοία μας είχαν αναγκαστεί να παρεκκλίνουν από τη συνήθη διαδρομή. Οι άνεμοι τα παράσυραν προς τα νότια σχεδόν ως την Αίγυπτο, και χρειάστηκε να περιμένουν να αποδυναμωθεί η ισχύς τους για να μπορέσουν να ξαναβρούν  την παράκτια πορεία, αυτή τη φορά από τα νότια, προς την Τύρο.

Όταν τα πλοία των ενισχύσεων έδεσαν στο λιμάνι έπεφτε ήδη η νύχτα. Μία και μόνη νύχτα για να ξεκουραστούν τα πληρώματα και να ανεφοδιαστούν τα σκάφη. Και αυτό γιατί η ηγεσία, ύστερα από νυχτερινή σύσκεψη, αποφάσισε ότι καμιά αποστολή δεν μπορούσε να ξεκινήσει από το νησί προς την Ελλάδα, πριν εξουδετερωθούν τα πλοία που εντόπισε ο Παλαμήδης. Έτσι λοιπόν χτες το πρωί, ένα ισχυρό ναυτικό σώμα, απαρτιζόμενο από τα καλύτερα απ’ τα αφιχθέντα πλοία και ενισχυμένο με σκάφη και πεζοναύτες από τις τοπικές δυνάμεις, ξεκίνησε προς τα βόρεια για να ξετρυπώσει και να διαλύσει τον εχθρικό στόλο. Παράλληλα, ένα σώμα ιππικού ξεκινούσε προς το σημείο που υπέδειξε στους χάρτες ο Αθηναίος, προκειμένου να καλύψει τη ναυτική σύγκρουση από τη μεριά της στεριάς και να αποτρέψει οποιαδήποτε αποβίβαση των εχθρών στις ακτές.

Αυτά, αγαπητό Πουλχερίδιο, συνέβησαν χτες, αλλά τα νέα για την έκβαση των επιχειρήσεων έφτασαν μόλις σήμερα. Τα νέα δεν είναι άσχημα, άλλα ούτε τόσο καλά όσο ελπίζαμε. Από ό, τι φαίνεται οι Καρχηδόνιοι είχαν άμεση πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στο νησί.  Γι αυτό, όταν έμαθαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να αιφνιδιάσουν κανένα, ότι η καλυμμένη εμπροσθοφυλακή των ¨εμπόρων¨ είχε αποκαλυφτεί και ότι εναντίον τους κινιόταν ισχυρή ναυτική δύναμη μαζί με  τμήματα του ιππικού, προτίμησαν να αποπλεύσουν επειγόντως. Ο επικεφαλής ναύαρχος των δικών μας πλοίων ζήτησε την έγκριση να τους καταδιώξει, αλλά ο Μένης προτίμησε να δώσει εντολή να επιστρέψουν. Έτσι η μεν Ιστορία έχασε την ευκαιρία να καταγράψει μια ακόμη μεγάλη θαλασσινή σύγκρουση, εμείς όμως ¨η αποστολή των τυραννοκτόνων¨, καθώς και οι απόστρατοι με τους οποίους θα συνταξιδέψουμε, αποκτήσαμε μια αξιόλογη συνοδεία ικανή να αποτρέψει οποιοδήποτε κίνδυνο. 

Τα πλοία αναμένεται να επιστρέψουν το απομεσήμερο και η αναχώρησή μας προβλέπεται για αύριο το πρωί. Έτσι βρήκα τον απαραίτητο χρόνο για να σου γράψω αυτές τις αράδες που ελπίζω και εύχομαι να σε βρουν υγιή και ευτυχισμένη. Όπως εύχομαι ολόκαρδα να βρεις και εσύ το χρόνο και τον τρόπο να μου στείλεις λίγες γραμμές για το τι κάνεις και τι σκέφτεσαι αυτόν τον καιρό. Δε σου κρύβω ότι όλα όσα σε αφορούν με ενδιαφέρουν

Ο αφοσιωμένος σου φίλος, ο και Οινοκράτης αποκαλούμενος.

*

Υστερόγραφο. Μπορείς να καθησυχάσεις την κυρία σου. Ο Παλαμήδης ανέκτησε όλες του τις αποσκευές, συμπεριλαμβανόμενης της επιστολής της προς την Φρύνη. Θα υπάρξει, εκ των πραγμάτων, μια κάποια καθυστέρηση, αλλά η επιστολή θα παραδοθεί αμέσως μόλις φτάσουμε στην Πόλη των Αθηνών.   

15

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έκτο: Λίγο παρακάτω…

Posted by vnottas στο 7 Μαρτίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Triremi

6. Λίγο παρακάτω…

Στην κεντρική προκυμαία του λιμανιού, λίγο παρακάτω από το σημείο όπου ο Παλαμήδης, ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης τα λένε καταναλώνοντας αρακομεζέδες, τα πράγματα εξελίσσονται ως εξής: Ο Μένης και ο Εύελπις, χωρίς τους εθιμοτυπικούς πλεονασμούς που απαιτεί το αξίωμα του πρώτου και συνοδευμένοι μόνον από δύο φρουρούς, έχουν φτάσει στα πλοία των Καρχηδονίων εμπόρων και έχουν ζητήσει να μιλήσουν με τον επικεφαλής.

Οι ναύτες τους οδηγούν σε ένα μικρό αλλά καλοεξοπλισμένο σκάφος, από εκείνα που συνοδεύουν τα στρογγυλά φορτηγά πλοία, -το οποίο, απ’ ό, τι φαίνεται, είναι η έδρα του αρχηγού της αποστολής- αλλά, ¨θα πρέπει να έχουν την καλοσύνη να περιμένουν λίγο¨, γιατί ο επικεφαλής ¨βρίσκεται αυτή τη στιγμή στις αποθήκες του λιμανιού και επιβλέπει την αγορά των τελευταίων προμηθειών για το επικείμενο  ταξίδι επιστροφής¨. Στέλνουν να τον ειδοποιήσουν  και εκείνος, ένας βραχύσωμος αλλά γεροδεμένος  άνδρας με σκαμμένο πρόσωπο, καταφτάνει λίγο αργότερα μαζί μ’ έναν ντόπιο προύχοντα, έναν απ’ εκείνους που είχαν επισκεφτεί χτες τον Μένη.

Ο Καρχηδόνιος και ο Τύριος υποκλίνονται με τον βαθύ ανατολίτικο τρόπο και εκφράζουν τη χαρά τους για την επίσκεψη. Ο γηγενής διευκρινίζει ότι βοηθούσε τον Καρχηδόνιο στις αγορές των εφοδίων και ότι τον συνόδεψε ως εδώ προκειμένου να χρησιμέψει ως μεταφραστής.

Ο Εύελπις ρωτάει απ’ ευθείας: προς τι αυτό το ενδιαφέρον; Προσπαθεί να καταλάβει τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την προσφορά βοήθειας που του φαίνεται τόσο απροσδόκητη όσο και περίεργη.

«Τίποτα το παράξενο», απαντά ο επικεφαλής των εμπόρων και ένα είδος χαμόγελου χαράζει το κάτω μέρος του προσώπου του, «δεν είναι για μας κάτι το δύσκολο: η Αθήνα βρίσκεται στη ρότα μας κι έτσι κι αλλιώς θα προσεγγίσουμε το λιμάνι του Πειραιά, όπου  σκοπεύουμε να ανταλλάξουμε ορισμένα απ’ τα εμπορεύματα που φορτώσαμε εδώ, με άλλα, καταλληλότερα για την αγορά της Καρχηδόνας. Χώρος για λίγες δεκάδες επιβάτες υπάρχει στα πλοία, μόνο που, εάν συμφωνήσουμε, θα πρέπει να φροντίσετε για τα επιπλέον τρόφιμα που θα χρειαστούν».

Ο Εύελπις θέλει επίσης να μάθει τα ανταλλάγματα που θα πρέπει να καταβάλει η ελληνική διοίκηση για αυτή την εξυπηρέτηση. Ο Καρχηδόνιος γίνεται πιο διπλωματικός και προσπαθεί να εξηγήσει  ότι, για την πόλη του, η εξακολούθηση των εμπορικών ανταλλαγών με την μητρόπολη Τύρο είναι σημαντική, και ελπίζει πως μια χειρονομία καλής θέλησης από μέρους τους θα συμβάλει στη δημιουργία καλύτερων σχέσεων με τη νέα διοίκηση της πόλης. Επί πλέον, τα λογικά κόμιστρα που ζητούν, σίγουρα θα αποσβέσουν μέρος των εξόδων αυτού του εμπορικού ταξιδιού.

Ο Μένης και ο Εύελπις ανταλλάσσουν βλέμματα που δείχνουν ότι δεν έχουν πλήρως πεισθεί για την σκοπιμότητα της προσφοράς και μετά ο Μεγαρέας λέει στον επικεφαλής ότι θα έχει μια απάντηση μέχρι τη δύση του ήλιου. Εκείνος ξαναυποκλείνεται και παρακαλεί ταπεινοφρόνως να μην υπάρξει καθυστέρηση, γιατί από τη μεριά τους είναι έτοιμοι για τον απόπλου και οι οιωνοί προβλέπουν ότι οι ευνοϊκοί άνεμοι δεν πρόκειται να κρατήσουν πολύ.

images (19)

*

Πάντα στην προκυμαία της Τύρου, λίγο παραπάνω αυτή τη φορά, ο Παλαμήδης σηκώνεται όρθιος απότομα.

«Μα τα κακομούτσουνα δαιμόνια, ξεχάστηκα», λέει. «Όμως τώρα αισθάνομαι πολύ καλύτερα. Δε μένει παρά να προμηθευτώ καναδυό πιο ευπαρουσίαστα ιμάτια. Πρέπει να παρουσιαστώ στις Αρχές και να αναφέρω τα όσα συνέβησαν». Κάνει νόημα στον σερβιτόρο να ‘ρθει να πληρωθεί. Ο Οινοκράτης για μια στιγμή σκέφτεται να προτείνει να πληρώσει εκείνος, αφού ο Παλαμήδης διαθέτει μόνο ό, τι του απέφερε το κρυμμένο δακτυλίδι κι έχει να κάνει και ψώνια,  αλλά επειδή γνωρίζει πια αρκετά καλά τους ηπειρωτικούς Έλληνες, δεν το διακινδυνεύει. Ξέρει ότι ο Αθηναίος ευπατρίδης σίγουρα θα προσβληθεί∙ τον βοήθησαν ανυστερόβουλα και γι αυτό τα πίνει τώρα μαζί τους και τους εξομολογείται τις περιπέτειές του, αλλά όχι και να τον κεράσουν αυτοί. Αυτό σηκώνει έως και χειροδικία!

Αυτά σκέφτεται ο Σικελός και δε λέει τίποτα, παρά μόνο δείχνει προς τα παραλιακά καταστήματα, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν κάμποσα που ξεχωρίζουν από τα χρωματιστά υφαντά, ρουχισμό και στρωσίδια, που κρέμονται μπροστά από τους πάγκους τους.

Έτσι, λίγο αργότερα οι τρεις τους, ο βετεράνος πολεμιστής περιβεβλημένος από μια αστραφτερή καινούργια πορφυρή χλαμύδα και εκατέρωθεν οι δύο επικουρικοί, περπατούν και πάλι με βήμα ταχύ και αισιόδοξο στην πλακόστρωτη προκυμαία, με κατεύθυνση, αυτή τη φορά, προς το κεντρικό της τμήμα, εκεί όπου καταλήγει κάθετα η κεντρική οδός με τα κυβερνητικά κτίρια.

images (18)

Ξαφνικά ο Παλαμήδης ακινητοποιείται.

«Αυτό το πλοίο!» λέει.

«Ποιο;» ρωτάει ο Οινοκράτης που βρίσκεται ήδη δυο βήματα μπροστά και σταματάει κι αυτός.

«Πιποίον;» ρωτάει και ο Χοντρόης, γιατί θέλει να είναι μέσα στη συζήτηση.

«Αυτό», δείχνει ο Παλαμήδης

«Α, αυτό, είναι ένα από τα συνοδευτικά πλοία μιας καρχηδονικής εμπορικής αποστολής. Και το διπλανό επίσης, καθώς και εκείνα τα δύο στο βάθος, τα στρογγυλά, που μεταφέρουν τα εμπορεύματα», εξηγεί ο ενημερωμένος Οινοκράτης.

«Όχι». λέει κοφτά ο Πολεμιστής. «Αυτό το πλοίο είναι εκείνο από το οποίο ξέφυγα τις προάλλες. Το αναγνωρίζω από το στράβωμα της κουπαστής. Σε αυτή την κόγχη είχα ακινητοποιηθεί προτού βουτήξω στη θάλασσα. Σκεφτόμουν ότι η ζωή μου μπορεί και να τελείωνε εκείνη τη στιγμή, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν έβλεπα τι υπήρχε γύρω μου. Κοιτούσα με μεγάλη προσοχή. Έψαχνα τριγύρω προσπαθώντας να βρω κάτι τι που θα με βοηθούσε να ανατρέψω την κατάσταση».  

Σκέφτεται για μια στιγμή και προσθέτει κτυπώντας τον μέσο δάκτυλο πάνω στη βάση του αντίχειρα σε ένδειξη ξαφνικής κατανόησης: «Είναι μαζί με τα δύο εμπορικά είπες; Επομένως είναι ένα από τα πέντε πλοία: τα δύο φορτηγά και τα τρία συνοδευτικά που είδα, από τον λόφο, να αφήνουν τον άγνωστο στόλο και να κατευθύνονται νότια».

Οι επόμενες (και παρεπόμενες) εικασίες καταφτάνουν -αλυσιδωτές- αμέσως μετά:

«Άρα έχουν έρθει για να δουν τι κατάσταση επικρατεί στην πόλη», λέει το Παλαμήδης.

«Για ανίχνευση, δηλαδή για κατασκοπία», διαπιστώνει και ο ειδήμων πλέον Οινοκράτης.

«Και προσποιούνται ότι είναι έμποροι!»

«Ενώ οι υπόλοιποι ετοιμάζονται για εισβολή!»

«Προφανώς συνεννοημένοι με κάποιους από τους ντόπιους».

«Μα βέβαια η Τύρος είναι η μητρόπολη των Καρχηδονίων και η Καρχηδόνα έχει γίνει πια μεγάλη δύναμη. Κάτι ξέρουμε και εμείς οι Συρακούσιοι γι αυτό», λέει ο Οινοκράτης. Και συμπληρώνει: «Απ’ ότι άκουσα, αυτοί εδώ έχουν δηλώσει ότι φεύγουν αύριο. Άρα, αν αποτελούν το Δούρειο ίππο του στόλου που είδες, το συμπέρασμα είναι ότι η εισβολή θα γίνει…»

«Κατά την σήμερον εσπεπεπέραν ή εν τη προποσεχή νυκτί!»  αποφαίνεται και ο Χοντρόης γιατί, όπως είπαμε, θέλει να είναι μέσα στη συζήτηση.

«Στο Αρχηγείο λοιπόν! Φτερά στα ποδάρια μας», εισηγείται ο Οινοκράτης, ωθώντας την  πλάτη του Παλαμήδη και τραβώντας ταυτόχρονα πίσω του τον κυκλικό Πέρση.

navigare il mediterraneo

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Κύλικες και δόρατα. Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο. Ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο

Όπου ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

 hqdefault

Ο ήλιος έχει ξεσκαλώσει από τις κορυφές των βουνών κι έχει ανεβεί ψηλά πάνω από το λιμάνι της Τύρου. Το φως του αντανακλάται τώρα έντονο πάνω στην ανατολική πλευρά των άσπρων κτισμάτων του νησιού. Στη δυτική τους πλευρά οι σκιές έχουν πια κοντύνει, αλλά υπάρχουν τριγύρω δέντρα και χρωματιστές τέντες που  φτιάχνουν σκιερά καταφύγια. Σε αυτές τις δροσερές νησίδες οι κυλικειούχοι και οι εστιάτορες της παραλίας έχουν τοποθετήσει πάγκους και τραπέζια για τους μεσημεριανούς τους πελάτες. 

Σε ένα από αυτά τα τραπέζια, στο κέντρο της προκυμαίας, απέναντι στα αραγμένα πλοία και την έντονα κυανή θάλασσα, είναι τώρα καθισμένος ο βετεράνος πολεμιστής Παλαμήδης, πλαισιωμένος από τον Οινοκράτη και τον Χοντρόη. Στο κέντρο της τάβλας, μία  λήκυθος με άρακ (αφού το κρασί που διαθέτει το μαγαζί μοιάζει περισσότερο με ξύδι) και μία  με νερό για το αραίωμα, προμηθεύουν τις κύλικες των συμποτών που κάνουν τις πρώτες ευχητήριες σπονδές περιμένοντας τους θαλασσινούς μεζέδες που έχουν ήδη παραγγείλει.

«Όπως σας είπα, το ξεκίνημά μας ήταν ομαλό», λέει ο Παλαμήδης που απ’ ό, τι φαίνεται η επίθεση που υπέστη δεν του έχει κόψει τη διάθεση να αφηγηθεί τις περιπέτειές του. «Η χερσαία κάθοδος από τα Σούσα ίσαμε την εσωτερική θάλασσα δεν έκρυβε παγίδες και βρισκόμασταν όλοι, αυτοί που είχαν συμπληρώσει τη θητεία τους και οι τραυματίες σαν κι εμένα, σε μια κατάσταση ευχάριστης διέγερσης. Μια διέγερση φτιαγμένη από το άλγος του νόστου ανακατεμένο με το όραμα της επανόδου στην πατρίδα, που δε θα αργούσε να υλοποιηθεί. Το είχαμε πάρει πια απόφαση ότι για μας η εκστρατεία τελείωσε και χαιρόμασταν που ήμασταν ζωντανοί και νικητές.

mom-aggeio

Μερικοί από εμάς, είχαν ρευστοποιήσει τα λάφυρα που τους αντιστοιχούσαν και το αντίτιμο, μαζί με τους εξοικονομημένους μισθούς, τα είχαν δώσει σε έγκριτους εκπροσώπους των μεγάλων ιερών ταμείων, προσθέτοντας και μια γενναιόδωρη προσφορά  προς τις  προστάτιδες θεότητες. Έτσι δεν χρειαζόταν να μεταφέρουν παρά το έγγραφο, υπογραμμένο από αξιόπιστους μάρτυρες, το οποίο πιστοποιούσε την κατάθεση και θα εξασφάλιζε την ανάληψη αντίστοιχου ποσού νομισμάτων στους Δελφούς ή στη Δήλο ή στην Ολυμπία… Μαζί τους είχαν μόνον τον οπλισμό και τα απολύτως απαραίτητα για το ταξίδι.

Ακόμη κι εγώ, παρά το ότι αντιπαθώ τους αργυραμοιβούς και τους τραπεζίτες, άφησα τελικά ένα τμήμα της αμοιβής μου στον εκπρόσωπο του ταμείου του Ιερού Παρθενώνα -τον εμπιστεύτηκα γιατί τον ήξερα από παλιά, ήταν ένας παιδικός μου φίλος από το Φάληρο. Ύστερα αγόρασα έναν ημίονο και έναν γεροδεμένο αχθοφόρο για να διευκολύνουν την μεταφορά των υπόλοιπων πραγμάτων μου. Και οι δυο τα κατάφεραν μια χαρά στη στεριανή διαδρομή. 

Όλα λοιπόν πήγαν καλά μέχρι την Τύρο.

Αλλά κι εδώ δεν συναντήσαμε ιδιαίτερες δυσκολίες: η μοίρα του στόλου που θα μας οδηγούσε πίσω στην πατρίδα ήταν ήδη παρούσα στον λιμένα και η ιδέα του θαλάσσιου ταξιδιού κάθε άλλο παρά μας τρόμαζε. Η θάλασσα, να το ξέρετε, τρομάζει ελάχιστους Έλληνες, κι αυτούς συνήθως απ’ εκείνους που κατάγονται από τις μεσόγειες περιοχές».

Ο Οινοκράτης έδειξε ότι συμφωνεί κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του.

images-32

«Πρώτος ενδιάμεσος σταθμός μας θα ήταν η Μεγαλόνησος της Αφροδίτης», συνέχισε ο Παλαμήδης. «Ξέραμε ότι εκεί είχαν καταπλεύσει και άλλοι οπλίτες που επιστρέφουν από την ασιατική εκστρατεία. Από εκεί, με ενισχυμένη ναυτική συνοδεία, θα διασχίζαμε διαγώνια το Πέλαγος του Αιγαία,  ως την Αττική Γη.

Όμως κάναμε λάθος, ίσως εξ αιτίας της  παραπανίσιας αισιοδοξίας μας.

Ήταν το πρωί της τρίτης μόλις μέρας του ταξιδιού και παραπλέαμε την ασιατική ακτή με πρόθεση να στρίψουμε προς τα  δυτικά μόλις θα φτάναμε στο σημείο όπου το ακροδάκτυλο της Κύπρου απέχει το λιγότερο από την Ασία, όταν μας επιτέθηκαν.

Τη προηγούμενη νύχτα είχαμε δειπνήσει και διανυκτερεύσει σε ένα παραθαλάσσιο φυλάκιο ναυτικής στήριξης και ανεφοδιασμού, φτιαγμένο πάνω στις εγκαταστάσεις ενός παλιότερου ελληνικού ¨εμπορίου¨[1] και ίσως και να είχαμε λίγο υπερβάλει σε ευθυμία και σε σπονδές. Βλέπετε, ο αυλητής της μοιραρχίδας δεν ήταν μόνο καλός στο να δίνει ρυθμό στους ερέτες, ήταν καλός και στα νοσταλγικά τραγούδια… Άσε που μαζί με τους  τυμπανιστές των άλλων πλοίων κατάφερνε να παίξει μουσικούς ρυθμούς που σου γαργαλούσαν τις πατούσες.

Όμως, αυτό το -μετά χορών και ασμάτων- αυτοσχέδιο γλέντι εκείνης της νύχτας, δεν εμπόδισε τον Μοίραρχο να βάλει τις σάλπιγγες να μας ξυπνήσουν τ’ άγρια χαράματα για την επανεπιβίβαση. Ξεκινήσαμε, αλλά καταλαβαίνετε ότι δεν είμαστε και εντελώς ξύπνιοι, όταν, μέσα στο ημίφως της πρωινής ομίχλης, πίσω από ένα γειτονικό ακρωτήρι ξεπρόβαλαν ξαφνικά τα πειρατικά.  

images-37

Με άλλα λόγια, στην αρχή τουλάχιστον, μας αιφνιδίασαν.  Και μην πάει ο νους σας σε τίποτα μικρές ακάτους με ερασιτέχνες πειρατές από τις γύρω παραλίες, όχι, αυτά που ξεπρόβαλαν μέσα απ’ την ομίχλη ήταν -σας το λέει κάποιος που ξέρει από θάλασσα- κάτι παράξενα στην όψη, αλλά καλοεξοπλισμένα πλοία με ύπουλα έμβολα και ναύτες έμπειρους στις μανούβρες.

Εγώ βρισκόμουν σε ένα από τα σκάφη που έπλεαν στα πρόσω της νηοπομπής, που πάει να πει στο πρώτο που προσπάθησαν να εμβολίσουν οι πειρατές. Ο εμβολισμός απέτυχε, αλλά το πειρατικό πλοίο κατάφερε να πλευρίσει το δικό μας και οι ναύτες του έριξαν γάντζους και επιχείρησαν ρεσάλτο βγάζοντας ακατανόητες κραυγές και βρυχηθμούς.

Ωστόσο, πλήρωμα και επιβάτες, παρά τον αιφνιδιασμό, καταφέραμε να συνταχθούμε και αντισταθήκαμε γενναία. Ίσως και λίγο παραπάνω απ’ ό, τι έπρεπε.

Αυτό το λέω κάνοντας κριτική στον εαυτό μου, γιατί ήμουν εκείνος που έχοντας εξουδετερώσει έναν θηριώδη μαυριδερό που πήδησε πάνω μου κραδαίνοντας μια κυρτή σπάθα, θεώρησα καλό να εμπιστευτώ τα κουρασμένα μου κόκαλα και να πηδήσω με τη σειρά μου πάνω στο κατάστρωμα του πειρατικού. Λάθος μου. Γιατί στο μεταξύ ένα κύμα ή ένα σπρώξιμο από τα συγκρουόμενα σκάφη ώθησε το πλοίο των πειρατών προς τα πίσω χωρίζοντάς το από το δικό μας.

Εν τω μεταξύ, τα αθηναϊκά σκάφη που ακολουθούσαν, συσπειρώθηκαν για να αντιμετωπίσουν την επίθεση και όλα έδειχναν ότι θα ακολουθήσει μακελειό.

images-36

Παρακαλούσα τους Ουράνιους και τους Ενάλιους θεούς, ό, τι είναι να γίνει να γίνει γρήγορα, γιατί από μόνος μου, καθώς ήμουν στριμωγμένος με τη πλάτη στη κουπαστή του ξένου πλοίου και με τους μαυριδερούς να με τριγυρίζουν απειλητικά, είχα ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες να τη βγάλω καθαρή.

Και οι θεοί με άκουσαν!

Τώρα θα πρέπει να σας πω ότι εάν δεν συνέβαιναν όλα αυτά που συνέβαιναν, θα έπρεπε να είχα ήδη απορήσει που δεν έλεγε να ξημερώσει. Πράγματι, αντί η γκριζάδα να διαλυθεί και να πάρει να φωτίζει, το σκοτάδι είχε γίνει βαθύτερο. Η αιτία ήταν κάτι χοντρά νέφη – μελανίες που κατέβηκαν και πήραν τη θέση της ομίχλης. Ακολούθησαν αστροπελέκια και βροντές και, καθώς κάποιος από τους ασκούς του Αιόλου λύθηκε ξαφνικά εκεί κοντά, ένα ανατρεπτικό ρεύμα βροχής και αέρα πήρε να μαστιγώνει και να ταρακουνάει τα ανισόρροπα πλοία.

images-39

Δεν μου έμεναν πολλές επιλογές. Κατέβασα τη σπάθα με την οποία κρατούσα τους πειρατές σε μια κάποια απόσταση, την έφερα στα πλευρά μου και κατάφερα με μία μόνη κίνηση να κόψω τα λουριά με τα οποία, λίγο πριν την συμπλοκή, είχα προλάβει να δέσω πάνω μου έναν βαρύ ορειχάλκινο θώρακά. Ύστερα λύγισα λίγο τα γόνατά και μετά τα τέντωσα με όλη μου τη δύναμη. Αυτά, ως εκ θαύματος, ανταποκρίθηκαν! Έτσι πέτυχα να τιναχτώ πάνω από τη κουπαστή και, γέρνοντας το σώμα μου προς τα πίσω όσο μπορούσα, έκανα μια ανάποδη βουτιά, κατευθείαν στη φουσκωμένη θάλασσα.

Στο φώς των αστραπών είδα τα πλοία μας να απομακρύνονται.  Δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω τι ακριβώς γινόταν. Ήταν ο ξαφνικός ανεμοστρόβιλος που τα έσπρωχνε ή προτίμησαν να υποχωρήσουν κρίνοντας ότι ο εχθρός προς το παρόν υπερτερούσε; Περίμενα μια νέα δέσμη κεραυνών για να εντοπίσω από ποια πλευρά μου βρισκόταν η στεριά και κολύμπησα προς τα ‘κει.

«Και ύστερα;» ρώτησε ο Οινοκράτης, συνεπαρμένος από την αφήγηση, ενώ ταυτόχρονα το αριστερό του χέρι έσπρωχνε το σαγόνι του Χοντρόη, έτσι ώστε να το στόμα του να πάψει να χάσκει ορθάνοιχτο.

%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

«Ήμουν εξαντλημένος όταν έφτασα στην ακτή. Ευτυχώς αυτή η -όπως και να το κάνουμε, σωτήρια- καταιγίδα τέλειωσε σύντομα, ο ουρανός ξαστέρωσε και ο ήλιος με ζέστανε και με στέγνωσε. Πριν να φτάσει για τα καλά το μεσημέρι, συνήλθα.

Πλοία δεν φαίνονταν πια στον ορίζοντα. Έριξα μια ματιά γύρω μου και είδα, όχι πολύ μακριά απ’ το σημείο που βρισκόμουν, έναν παραθαλάσσιο λόφο που θα μπορούσε να μου δώσει καλύτερη οπτική. Κατευθύνθηκα προς τα ‘κει, και σκαρφάλωσα ως την κορυφή του. Είδα δυο τουλάχιστον σημαντικά πράγματα …»

Ο Παλαμήδης σταμάτησε την αφήγηση, αφενός για να πάρει μια βαθειά ανάσα και αφετέρου γιατί έκρινε ότι η παύση θα όξυνε κι άλλο το ενδιαφέρον των ακροατών του, που έτσι κι αλλιώς τον παρακολουθούσαν συνεπαρμένοι. 

«Τι;» ρώτησε ο Οινοκράτης.

«Οια η εκείθεν θεωρία;» αναρωτήθηκε κι  ο Χοντρόης, ξανανοίγοντας τα σαγόνια του.

images-24

Ο Παλαμήδης κατάπιε μια γερή γουλιά άρακ. «Πρώτα απ’ όλα, κοιτάζοντας προς τα νότια έψαξα για το μικρό ναύσταθμο όπου είχαμε αγκυροβολήσει την προηγούμενη νύχτα, αλλά δεν τον είδα. Πρέπει να είχαμε απομακρυνθεί περισσότερο από όσο νόμιζα. Ωστόσο, λίγο παρακάτω. είδα κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει στη λύση των πιο άμεσων προβλημάτων μου. Δηλαδή, έναν μικρό οικισμό ψαράδων, όπου θα μπορούσα να ζητήσω βοήθεια στο όνομα του Ξένιου Δία, που ήμουν σίγουρος ότι θα πρέπει να ‘χει περάσει από εδώ και ότι οι παραινέσεις του θα είναι γνωστές στους περίοικους…»

«Ήταν;»

«Όχι και τόσο. Αλλά μη βιάζεσαι Σικελέ, περίμενε να σου τα πω με τη σειρά. Γιατί το άλλο που είδα από ψηλά ήταν σημαντικότερο από το ψαροχώρι».

«Δηλαδή;»

«Πίσω από το λόφο, σε έναν μικρό όρμο που σχηματιζόταν εκεί, ήταν στριμωγμένος ένας ολόκληρος στόλος. Ήταν τα παράξενα πλοία που μας επιτέθηκαν χτες. Δεν είχαν αναρτημένα εμβλήματα και δε μπορώ να πω με σιγουριά σε ποια εθνότητα ανήκαν. Το σίγουρο είναι πως δεν ήταν πειρατές, όπως νόμιζα μέχρι τότε. Ήταν πολλοί και πολύ οργανωμένοι για να είναι ληστές της θάλασσας».

«Λοιπόν;»

«Δεν έμεινα πολύ στο λόφο γιατί είδα ότι είχαν τοποθετήσει σκοπιές στα ψηλά σημεία γύρω από τον όρμο, ίσως και στο ύψωμα όπου ήμουν σκαρφαλωμένος, και ήταν πιθανότατο να με εντοπίσουν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Πριν υποχωρήσω προσεκτικά προς τις καλαμιές της ακτής πρόλαβα να δω μια μικρή ομάδα πλοίων να αποσπάται από την αγκυροβολημένη αρμάδα και να κατευθύνεται νότια. Μου έκανε εντύπωση ότι δύο τουλάχιστον από αυτά έμοιαζαν κοντόχοντρα εμπορικά σκάφη».

«Είδον σε; Ουκ είδον σε;» ανησύχησε ο Χοντρόης.

«Δε με είδαν. Κρυμμένος ανάμεσα στα καλάμια ακολούθησα μια ρεματιά που κατευθυνόταν προς το χωριό.  Δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν μια καλή ιδέα, γιατί δεν ήταν διόλου απίθανο οι ψαράδες να είναι ενημερωμένοι για την άφιξη του παράξενου στόλου εκεί κοντά, ακόμη και να είναι υποστηρικτές ή σύμμαχοι των δήθεν πειρατών. Όμως δε πρόλαβα να το καλοσκεφτώ, γιατί με ανακάλυψαν κάτι πιτσιρικάδες, που τριγύριζαν στο ρέμα παίζοντας πόλεμο, οπλισμένοι με τόξα και ψευτο-βέλη από καλάμι. Τους άφησα λοιπόν να με πιάσουν τάχα ¨αιχμάλωτο¨ και να με οδηγήσουν στο χωριό.

images-30

Οι ντόπιοι, παράτησαν τα δίχτυα που διόρθωναν και μαζεύτηκαν γύρω μου. Ευτυχώς δεν φαίνεται να είχαν επαφές με τους ¨πειρατές¨ ή να γνώριζαν την παρουσία τους στην ακτή. Αν αυτό αληθεύει, σημαίνει ότι οι τάχα πειρατές είχαν φτάσει εκεί πολύ πρόσφατα… ίσως μόλις τη χθεσινή νύχτα.

Οι ψαράδες, μιλούσαν μια ντόπια διάλεκτο γεμάτη με δασέα φωνήεντα, αλλά μερικοί μασούσαν και λίγα ελληνικά. Στην αρχή με πέρασαν για άμαθο ναυαγό, προϊόν της χθεσινής καταιγίδας και άρχισαν να παζαρεύουν τη βοήθειά που τους ζήτησα. Είχαν σκοπό να με βάλουν να τους κάνω διάφορα θελήματα πριν μου δώσουν τα απαραίτητα. Όταν όμως κατάλαβαν ότι ήμουν ¨Γιουνάν¨ και ότι ήξερα πως κάπου παρακάτω υπάρχει ελληνικό ναυτικό φυλάκιο, έγιναν ιδιαίτερα, ίσως υπερβολικά, εξυπηρετικοί. Εγώ πάλι, βιαζόμουν να φτάσω στον μικρό ναύσταθμο και από εκεί εδώ στη Τύρο και δεν έδωσα πολλή σημασία  στη συμπεριφορά τους.

Για να μη σας τα πολυλογώ, μου έδωσαν το ένα από τα δύο μουλάρια που διέθετε ο οικισμός τους, καθώς και δύο πεζούς συνοδούς για να με οδηγήσουν ως τις ελληνικές εγκαταστάσεις. Όμως…»

Έφτασε ένας ντόπιος σερβιτόρος κρατώντας με ακροβατική επιδεξιότητα άφθονα μικρά πινάκια με θαλασσομεζέδες και τα άπλωσε πάνω στην τάβλα.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

«Εν τούτοις;» ρώτησε ο Χοντρόης.

«Όμως, λίγο πριν φτάσουμε στο φυλάκιο που είχε ήδη φανεί στην ακτή στα δεξιά μας, κατέφτασαν καβάλα  πάνω σε έναν ασθμαίνοντα ημίονο (προφανώς τον δεύτερο που διέθετε το χωριό) δύο ακόμη νεαροί, οπλισμένοι με μακριά αιχμηρά κοντάρια. Οι δύο τύποι, αφού μας προσπέρασαν, μας έκοψαν το δρόμο και πήραν παράμερα τους συνοδούς μου. Άρχισαν λοιπόν, που λέτε, να τους μιλάνε έντονα στην περίεργη χασματική γλώσσα τους .

Ψυλλιάστηκα ότι κάτι δεν πάει καλά. Προφανώς οι ψαράδες είχαν αλλάξει γνώμη. Για να επιβεβαιώσω εγκαίρως αυτή μου την υποψία υπήρχε μόνον ένας τρόπος.

«Σας ευχαριστώ και να υγιαίνετε», τους είπα, χτύπησα με τα πόδια μου τα πλευρά του μουλαριού μου  και  τράβηξα τα ηνία προς τα αριστερά, ώστε να αλλάξει κατεύθυνση και να αρχίσει να τρέχει. Καθώς το μουλάρι μου έστριβε, πλησίασε στο μουλάρι των ψαράδων κι έτσι επωφελήθηκα και του έδωσα ένα γερό λάκτισμα στα καπούλια. Έτσι, ενώ εγώ έτρεχα προς τη μία μεριά (δυστυχώς τη λανθασμένη γιατί απομακρυνόμουν από το φυλάκιο), άρχισε κι αυτό να τρέχει προς την άλλη κατεύθυνση παίρνοντας μαζί του και τον έναν από τους δύο νεοφερμένους ψαράδες, που ήταν ακόμα καβάλα απάνω του».

«Λοιπόν τους ξέφυγες τελικά, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, αλλά μου είχαν κόψει το δρόμο προς τον μικρό ναύσταθμο …και αισθανόμουν ότι δεν είχαν εγκαταλείψει το κυνήγι. Έτσι δε μου έμενε άλλο παρά να συνεχίσω την πορεία προς το νότο, εγκαταλείποντας όμως τον κύριο δρόμο που οδηγεί από την Σιδώνα προς την Τύρο και ακολουθώντας μικρά και άβολα παράπλευρα μονοπάτια που με δυσκόλευαν και με καθυστερούσαν.

Κατάφερα να φτάσω στην παλιά Τύρο σήμερα το πρωί. Αισθάνθηκα ανακούφιση όταν διαπίστωσα ότι υπήρχε ηρεμία και ότι ο στόλος-φάντασμα δεν είχε επιτεθεί στις εγκαταστάσεις της ηπειρωτικής ακτής ούτε απέναντι, στη Νέα Τύρο. Λίγο αργότερα, μια μικρή βάρκα με μετέφερε εδώ, στο νησί».

«Και στα εσωτερικά σοκάκια όπου σε συναντήσαμε, πώς βρέθηκες;» απόρησε ο Οινοκράτης

myth_adis

Ο Παλαμήδης τράβηξε το σκαμνί του προς τα πίσω και σηκώθηκε όρθιος. Ύστερα, με μια εμφαντική κίνηση των γεροδεμένων του χεριών, τού έδειξε τα σκισμένα και σκονισμένα του ρούχα.

«Εσύ που, αν θυμάμαι καλά, έχεις ζήσει στην Αθήνα και δε μπορεί παρά  να ξέρεις τα στοιχειώδη από κοσμιότητα, για πες μου: πιστεύεις ότι ένας αθηναίος ευπατρίδης, ακόμη κι αν είναι δημοκρατικών φρονημάτων όπως εγώ, μπορεί να παρουσιαστεί σε αυτήν την κατάσταση μπροστά στους τοπικούς άρχοντες; Όχι βεβαίως!

Πρέπει οπωσδήποτε να δω τις αρχές και να τις ενημερώσω για όσα συνέβησαν, αλλά πριν συμβεί αυτό, θεώρησα καλό να ανακτήσω, όχι μόνο τις στοιχειώδεις δυνάμεις μου, αλλά και την προσωπική μου αξιοπρεπή εμφάνιση.  Βέβαια δεν είχα πια απάνω μου τίποτα εκτός από ένα δαχτυλίδι, κρυμμένο -για κάθε ενδεχόμενο- μέσα σ’ αυτήν εδώ την πλατιά δερμάτινη ζώνη  κι έτσι, μόλις έφτασα στο νησί έψαξα να βρω κάποιον ενεχυροδανειστή. Βρήκα έναν εκεί ακριβώς που με βρήκατε. Πήρα μερικά χρήματα, μόνο που δεν πρόλαβα να προμηθευτώ τον κατάλληλο ιματισμό, γιατί μου επιτέθηκαν τα ζόρικα παλικάρια που είδατε…»

¨Αχ, αυτοί οι αθηναίοι και η μανία τους για το φαίνεσθαι… αλλά και για την κοσμιότητα…¨,  σκέφτηκε ο Οινοκράτης με μια μικρή δόση νοσταλγίας για την εξεζητημένη ατμόσφαιρα της Πόλης των Αθηνών.

images-26

……

[1] Εμπόρια, δηλαδή εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των ανταλλαγών των ελλήνων ¨εμπόρων¨ με τους γηγενείς κατοίκους, υπήρχαν κατά μήκος των ακτών σε όλη τη Μεσόγειο θάλασσα και τον Εύξεινο πόντο, ήδη αιώνες πριν από τους χρόνους κατά τους οποίους διαδραματίζεται η αφήγησή μας.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο τέταρτο. Στο λιμάνι της Τύρου

Posted by vnottas στο 27 Ιανουαρίου, 2017

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3

Μέρος Ε΄ Κεφάλαιο τέταρτο

Στο λιμάνι της Τύρου

Ο Οινοκράτης είναι πολύ ευχαριστημένος που ο Εύελπις του επέτρεψε να πάρει μαζί του στο ταξίδι τον Χοντρόη. Ο πολυπράγμονας σικελός και ο  ολοστρόγγυλος γλωσσομαθής (;) πέρσης έχουν πλέον ¨δέσει¨ μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια μάλιστα του ταξιδιού κυκλοφορούν αχώριστοι, όπου πάει ο ένας πάει κι ο άλλος. Έτσι και σήμερα κόβουν μαζί βόλτες, κάτω από τον πρωινό ζεστό ήλιο, στην προκυμαία του μεγάλου λιμανιού της Τύρου, εκείνου που ¨βλέπει προς την Σιδώνα¨.  

Περπατούν ή κοντοστέκονται σχολιάζοντας τις εξωτικές ενδυμασίες των εμπόρων και των ναυτικών που κυκλοφορούν εκεί, χαζεύουν τα παράξενα σκαριά των πλοίων των νότιων εσωτερικών θαλασσών και -κυρίως- αγναντεύουν την είσοδο του λιμανιού, όπου θα πρέπει -αργά ή γρήγορα- να φανούν επιτέλους τα αθηναϊκά πλοία με τα οποία θα συνεχιστεί το ταξίδι τους  προς την Πόλη της Παλλάδας.

Αυτά τα πλοία έχουν καθυστερήσει αδικαιολόγητα και ο Εύελπις, οι πρέσβεις και η υπόλοιπη ομάδα των ταξιδιωτών ανησυχεί. Ο Οινοκράτης όχι τόσο. Μετά τις αρχικές του επιφυλάξεις, έχει τελικά αποφασίσει να απολαύσει το ταξίδι χωρίς να επιτρέψει σε αναποδιές, δυσθυμίες και πλεοναστικές ανησυχίες να χαλάσουν αυτή την ¨αποφασισμένη¨ καλή του διάθεση. Πολύ περισσότερο που, κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης παραμονής στην Τύρο, οι φιλοξενία που τους επιφυλάσσει η τοπική διοίκηση είναι άψογη και μάλιστα η περιποίηση αφορά σε όλα τα μέλη της αποστολής, ακόμη και τα επικουρικά, προσφέροντάς τους έτσι κάποιον ανέλπιστο ελεύθερο χρόνο για βόλτες και περιηγήσεις.

images-25

Ο Οινοκράτης εισπνέει μια γερή δόση θαλασσινού αέρα, πράγμα που ενισχύει την πρωινή αισιοδοξία του.

«Εν τάξει», λέει, «έχουνε γούστο όλοι αυτοί οι παράταιροι εδώ πέρα». Ύστερα αλλάζει θέμα: «Είναι περίεργο, αλλά η ατμόσφαιρα μου θυμίζει κάπως, όχι τόσο τον Πειραιά, όσο μάλλον την βαβούρα του λιμανιού των Συρακουσών. Ξέρεις Χοντρόη πως η πόλη που γεννήθηκα είναι κι αυτή χτισμένη πάνω σε ένα νησάκι, δίπλα στη στεριά όπως αυτό εδώ;…» Κοντοστέκεται… «Όμως, πριν συνεχίσουμε τον περίπατο, τι θα έλεγες να δοκιμάσουμε τι τρώνε για πρωινό οι ντόπιοι;… Απ’ ό, τι θυμάμαι έχει πολλά εστιατόρια στα στενά πίσω απ’ την προκυμαία».

Ο Χοντρόης ανασηκώνει τον αφράτο κύλινδρο που χρησιμοποιεί ως δεξί χέρι και δείχνει προς τα δυτικά, εκεί όπου η ευδιάκριτη οριζόντια γραμμή ξεχωρίζει τη θάλασσα από τον πρωινό ουρανό.

«Όρα ω Οίνον Εκράτα… Στίγματα τινά εν τω ορίζοντι ενεφάνησαν. Νήες δε ταύτα έσονται ει απαπαπατώμαι ουκ. Δοκείς ταύτα έσοιντο οιτινα ημείς αναμένομεν;

«Χοντρόη, μου φαίνεται ότι δε ξέρεις τίποτα από μεγάλα λιμάνια. Στα μεγάλα λιμάνια μπαινοβγαίνουν συνεχώς πλοία. Μικρά και μεγάλα. Πάντως αυτά που μου δείχνεις είναι πολύ μακριά. Μπορεί να στρίψουν προς τα εδώ, μπορεί και να συνεχίσουν για παρακάτω. Θα δούμε. Αλλά μέχρι να γίνει αντιληπτή η πορεία τους έχουμε καιρό… Προλαβαίνουμε να κάνουμε έναν γύρο στα πέριξ. Άντε πάμε», αποφασίζει ο Συρακούσιος και στρίβει εγκαταλείποντας την προκυμαία και παρασύροντας μαζί του τον Πέρση προς τα ενδότερα.

21010707-antica-nave-da-guerra-romana-archivio-fotografico

Στα εσωτερικά σοκάκια υπάρχουν πολυποίκιλα εμπορικά καταστήματα, εργαστήρια και βέβαια πολυάριθμοι χώροι εστίασης όπου οι γηγενείς και οι διερχόμενοι μπορούν να βρουν ό, τι χρειάζεται για να καταλαγιάσουν την πείνα και την δίψα τους.

Τα στενά, δεν είναι ακόμη φίσκα γεμάτα κόσμο, πράγμα που θα συμβεί σίγουρα λίγο αργότερα, όταν η ημέρα θα ωριμάσει, αλλά είναι ήδη γεμάτα από γαργαλιστικές μυρουδιές, καθώς τα εστιατόρια αρχίζουν την παρασκευή των μεσημεριανών εδεσμάτων.

Οι οσμές αυτές ασκούν ισχυρή έλξη στους δύο περιηγητές, οι οποίοι προτού επιλέξουν που θα καθίσουν, θέλουν να επιθεωρήσουν τις πολυάριθμες προσφορές κι έτσι, προχωρώντας από τσίκνα (τηγανιτή) σε τσίκνα (ψητή), απομακρύνονται βαθμηδόν από τα πιο πολυσύχναστα εξωτερικά δρομάκια, σε άλλα, πιο απομακρυσμένα, πιο εξωτικά και εδώ που τα λέμε πιο επικίνδυνα μέρη του λιμανιού.

Έχουν μόλις μπει σε ένα περίεργο στενό, σκοτεινό, καλυμμένο με υφασμάτινο στέγαστρο, από όπου αναδύεται έντονη μυρουδιά ανατολίτικων καρυκευμάτων, όταν ο Οινοκράτης σταματάει απότομα και αρπάζοντας το μανίκι του Χοντρόη  τον εμποδίζει κι αυτόν να προχωρήσει. Και καθώς μια  ερωτηματική έκφραση απλώνεται στο πρόσωπο του Ασιάτη, ο Οινοκράτης του κάνει νόημα να  μην κάνει θόρυβο, αλλά να προσέξει την αντήχηση από τους μεταλλικούς ήχους που προέρχονται από το βάθος του σκιερού στενού. Ο Χοντρόης απαντάει στην νοηματική την οποία κατέχει εξ ίσου καλά με την γλώσσα των Δαναών, ότι εντάξει, κατάλαβε ότι οι ήχοι συμπεριλαμβάνουν τις κλαγγές διασταυρούμενων (αγρίως) σπαθιών.

Και καθώς η έμφυτη περιέργεια (εξ ίσου καλά εγκατεστημένη και στους δύο), υπερτερεί της απαιτούμενης σωφροσύνης, οι δύο φίλοι προχωρούν προσεκτικά στο εσωτερικό του σκιερού στενού για να δουν τι τρέχει και προς τι αυτός ο σαματάς. Μια δυο στροφές παρακάτω θα χρειαστεί να σκύψουν για να αποφύγουν μερικά ιπτάμενα αντικείμενα που, αμέσως μετά, βλέπουν πως εκτοξεύονται από έναν αμυνόμενο άνδρα, ο οποίος στριμωγμένος δίπλα στον πάγκο ενός ¨τραπεζίτη¨ (προφανώς ειδικευμένου σε ¨σκοτεινές συναλλαγές¨ μια που έχει εγκατασταθεί ακριβώς στο βάθος του σκιερού στενού), προσπαθεί να αποκρούσει μια ομάδα από τρεις – τέσσερεις μικρόσωμους, πλην όμως γεροδεμένους νεαρούς, οπλισμένους με μαχαίρια και κοντά σπαθιά. Ό ίδιος χειρίζεται με επιδεξιότητα ένα επίσης κοντό ξίφος, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποκρούσει τους επιτιθέμενους πετώντας εναντίον τους ό, τι μπορεί από τις πλάκες αργίλου και τα αγαλματίδια που βρίσκονται πάνω στον πάγκο. Ο ιδιοκτήτης του τραπεζιού δεν είναι ορατός αυτή τη στιγμή, αλλά μάλλον είναι αυτός που ακούγεται να στριγγλίζει απελπισμένα κρυμμένος κάπου ανάμεσα στα υφασμάτινα παραπετάσματα του καταστήματος.

polyeres

Ο Οινοκράτης δε μπορεί να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του αμυνόμενου, αλλά αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κάτι το μη συνηθισμένο στον τρόπο που κινείται. Το εντοπίζει. Τίποτα το εξαιρετικά ανακόλουθο: ο αμυνόμενος είναι αριστερόχειρας. Όμως αυτή η παρατήρηση βάζει σε κίνηση μια σειρά συνειρμούς που οδηγούν τον οξυδερκή Σικελό σε μια άμεση (παρεμβατική) απόφαση.  Κάνει νόημα στον Πέρση, δείχνοντάς του μια σειρά από μεγάλα τηγάνια που τυχαίνει να είναι κρεμασμένα (προς πώληση) ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους. Εκείνος αντιλαμβάνεται και (ευτυχώς) αποφεύγει να σχολιάσει την υπονοούμενη παρότρυνση.

Παίρνουν λοιπόν ανά χείρας από ένα βαρύ σιδηρούν τηγάνι έκαστος.

Εκείνο που θα αλλάξει την πορεία της σύγκρουσης στο απομακρυσμένο σκιερό στενό, δεν είναι βέβαια το ότι στην πλευρά του αμυνόμενου αριστερόχειρα προστέθηκαν δύο τηγανοφόροι, όσο το ότι αυτό συνέβη αρκούντως ξαφνικά και απροσδόκητα και κυρίως στο ότι η μη αναμενόμενη εμπλοκή τους προέρχεται από τις πλάτες των επιτιθέμενων.    Και έτσι (τοιουτοτρόπως) μερικές καλοζυγιασμένες τηγανιές αρκούν για να αποτραπεί η επίθεση των νεαρών, όσοι από τους οποίους δεν βυθίζονται άμεσα σε καρουμπαλοφόρα κώματα, αποχωρούν επισπευσμένα  προς άγνωστους προορισμούς.

«Εσάς κάπου σας έχω ξαναδεί…» είναι τα πρώτα λόγια του διασωθέντος προς τους αναπάντεχους, αν όχι σωτήρες, τουλάχιστον ενισχυτές και απρόσμενους συμπαραστάτες του.

«Ημείς παπαρομοίως»,  επιβεβαιώνει ο Χοντρόης.

«Μόνο που δε περιμέναμε να σε συναντήσουμε εδώ», συμπληρώνει ο Οινοκράτης.

«Μάλλον εν ταις Αθήναις, το πιπιθανότερον…» διευκρινίζει ο κυκλικός Ανατολίτης

Ο αριστερόχειρας πολεμιστής τους κοιτάζει προσεκτικότερα, από κοντά.

«Μα ναι, μα ναι, οι απεσταλμένοι της Θαίδας στα Σούσα», θυμάται ξαφνικά.

«Όχι ακριβώς αυτοί, αλλά εκείνοι που τους συνόδευαν. Και εσύ επομένως -είχα δίκιο- είσαι ο τραυματίας πολεμιστής, ο Παλαμήδης ο Αθηναίος. Δε σε αναγνώρισα αμέσως, αλλά θυμόμουν ότι είχες τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι και αυτό ήταν η βασική αιτία που επέστρεφες στην Ελλάδα. Μου ήρθε στο νου καθώς παρατηρούσα τον τρόπο που αντιμετώπιζες τους ληστές. Το εξάσκησες βλέπω μια χαρά το ευώνυμο… Μα καλά, δε θα έπρεπε να είσαι ήδη στην Αθήνα…;»

«Πάμε να σας προσφέρω από μια κύλικα οίνο κεκραμένο, και θα σας αφηγηθώ τις περιπέτειες του ταξιδιού μου ως εδώ. Μόνο ας πάμε προς ένα πιο πολυσύχναστο μέρος γιατί εδώ μέσα είναι πολύ σκοτεινά και δε ξέρει κανείς από πού πρέπει να φυλαχτεί…» είπε ο πολεμιστής μαζεύοντας τα όπλα και τον ταξιδιωτικό του σάκο.

images-23

Εν τω μεταξύ, το ίδιο εκείνο πρωί, στο βαρύρρυθμο διοικητικό Μέγαρο που κυριαρχεί στην πλατεία του Αγηνορείου, ο Ύπαρχος Μένης από την Πέλλα και ο λόγιος Εύελπις ο Μεγαρεύς, συζητούν προσπαθώντας να βρουν μια λύση που θα επιτρέψει τη συνέχιση του ταξιδιού των κειμηλίων και της ομάδας που τα συνοδεύει προς την πατρίδα τους: το περίφημο, αλλά ακόμη μακρινό Ένδοξο (κλεινόν) Άστυ των Αθηνών. Τα πλοία που θα μεταφέρουν τους χάλκινους ¨τυραννοκτόνους¨ και την συνοδεία τους, αν και θα έπρεπε να είναι ήδη εδώ, ακόμη καθυστερούν με τρόπο ανεξήγητο και δυσοίωνο.

«Όχι, δεν υπάρχουν ακόμη νέα από τη έκτακτη Μοίρα του στόλου που περιμένουμε», επαναλαμβάνει ο Μένης θωπεύοντας αφηρημένα το κοντό κοκκινωπό του γένι.   «Εκείνο που είναι γνωστό είναι ότι αποτελείται από τέσσερα αθηναϊκά  πλοία που απέπλευσαν από την Κύπρο αμέσως μόλις έλαβαν το μήνυμά μας. Ξέρω επίσης ότι τα πληρώματα είναι έμπειρα και ο μοίραρχος ένας ικανός πειραιώτης ναυτικός. Έφτασαν βέβαια νέα ότι τις τελευταίες μέρες εμφανίστηκαν καταιγίδες στην νότια εσωτερική θάλασσα. Ελπίζω η κακοθυμία του Ποσειδώνα απλά να τους καθυστερεί κι όπου να ΄ναι να καταπλεύσουν στον λιμένα. Αν δεν είχε προηγηθεί η πειρατική επίθεση για την οποία σου μίλησα δεν θα ανησυχούσα καθόλου, αλλά και πάλι είμαι αισιόδοξος».

«Εάν όμως η αισιοδοξία σου, για οποιοδήποτε λόγο, δεν επαληθευτεί;» ρωτάει στα ίσια ο Εύελπις. «Ξέρεις  ότι το ταξίδι μας πρέπει να ακολουθήσει ένα χρονοδιάγραμμα που δεν έχει πολλά περιθώρια υπέρβασης».  

«Μην ανησυχείς. Αν τα πλοία δεν φτάσουν έγκαιρα, η διοίκηση της Τύρου θα αναλάβει την πλήρη οργάνωση του υπόλοιπου ταξιδιού σας ως την Αθήνα. Όμως θα προτιμούσα να σας συνοδεύσουν τα αθηναϊκά πλοία, γιατί έχω φτάσει πρόσφατα εδώ και δεν είμαι σε θέση να ξέρω με απόλυτη σιγουριά σε ποιον μπορώ να έχω εμπιστοσύνη και σε ποιον όχι. Πάντως εξετάζω και το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουμε τα ντόπια πλοία».

images-22

Ο Μένης έστειλε το βλέμμα του στο μεγάλο παράθυρο κι από εκεί στον μακρινό δυτικό ορίζοντα. Έπειτα στράφηκε πάλι προς τον Μεγαρέα. «Επί τη ευκαιρία ήθελα να σε ενημερώσω ότι χτες το βράδυ είχα μια απρόσμενη πρόταση σχετική με το θέμα μας…»

«Δηλαδή;» απόρησε ο Εύελπις.

«Με επισκέφτηκε μια αντιπροσωπεία από γηγενείς. Ήταν ενήμεροι για το ταξίδι σας, πράγμα άλλωστε που δεν κρατήσαμε κρυφό, μια που η επιστροφή των κειμηλίων είναι μια πράξη δικαιοσύνης και αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνεται γνωστό σε όλους. Παρατήρησαν, μου είπαν, ότι αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνέχιση του ταξιδιού και προσφέρθηκαν να βοηθήσουν…»

«Με ποιο τρόπο;»

«Έφτασε πρόσφατα στο λιμάνι μια εμπορική νηοπομπή  από την Καρχηδόνα, ξέρεις, την ισχυρή δυτική αποικία της Τύρου με την οποία συγκρούονται συχνά οι έλληνες της Σικελίας. Σε δείγμα καλής θέλησης και εν όψει μιας ενδεχόμενης συνεργασίας μαζί μας, προσφέρονται επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, να σας μεταφέρουν εκείνοι στον Πειραιά, έναντι βέβαια μιας συμβολικής αμοιβής. Τι λές;»

«Πότε αναχωρούν;»

«Σήμερα ολοκληρώνουν την φόρτωση, μου είπαν. Από αύριο μπορούν να αποπλεύσουν».

«Εσύ τι λες;»

«Σου είπα ήδη ότι δεν γνωρίζω ακόμη καλά πόσο αξιόπιστοι είναι οι ντόπιοι. Ακόμη και οι πληροφοριοδότες μας είναι επιφυλακτικοί. Από την άλλη μεριά οι Καρχηδόνιοι είναι γνωστοί για την εμπορική τους πολυπραγμοσύνη, αλλά δρουν στην άπω Δύση και δεν είχαμε ως τώρα την ευκαιρία να διερευνήσουμε άμεσα τις προθέσεις τους».

  «Πόσα πλοία;»

Δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά, μικρότερα και ευέλικτα, ανάλογα με τις δικές μας τριήρεις. Υπάρχει χώρος, μου είπαν, γιατί ο όγκος των εμπορευμάτων με τα οποία επιστρέφουν είναι μικρότερος από τον όγκο εκείνων που μετέφεραν στην Τύρο από την Καρχηδόνα.

«Είναι αραγμένοι εδώ ή στο νότιο λιμένα, τον ¨Προς την Αίγυπτο¨;»

«Εδώ. Αν πας ως το παράθυρο θα διακρίνεις τα χοντρά φορτηγά στην πρώτη προκυμαία».

«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να κάνω μια βόλτα ως τα εκεί», απάντησε ο Εύελπις και σηκώθηκε.

«Περίμενε, θα έρθω μαζί σου», τον πρόλαβε ο Μένης, ενώ παράλληλα έκανε νόημα στους δύο φρουρούς που έστεκαν στην είσοδο της αίθουσας να τους ακολουθήσουν.

images-20

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, κεφάλαιο τρίτο: Καθ’ οδόν…

Posted by vnottas στο 4 Νοέμβριος, 2016

Αποσπάσματα από τα ανευρεθέντα κείμενα που αποδίδονται στον Ευέλπιδα τον Μεγαρέα, ιστορικό, στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Γ΄ του Μακεδόνα (μετάφραση ευανάγνωστων τμήματων)

images%ce%b1-6

[…]  Τα χάλκινα αγάλματα των τυραννοκτόνων συσκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν στην ειδικά μεταποιημένη αρμάμαξα, ύστερα από μια σύντομη τελετή που έγινε στο προαύλιο του θησαυροφυλακίου των Σούσων.

Στην τελετή αυτή, εκτός από τους δύο αθηναίους πρέσβεις -τον Ηλιόδωρο το γιο του Κίμωνα και τον Αθήναιο του Φωκίωνα, που κατέφτασαν επειγόντως στα Σούσα για να συμμετάσχουν στην αποστολή- παρέστη, υποβοηθούμενος από τον Ακαρνάνα  γιατρό Φίλιππο, ο Καλλισθένης ο ίδιος.  Εκφώνησε μάλιστα ένα σύντομο λογύδριο, που μας έκανε να αισθανθούμε όλοι συγκινημένοι.

Όπως είπε, η Ιστορία, στην ύφανση των νημάτων της οποίας συμμετέχουμε, δεν είναι μια απλή παράθεση ετερόκλητων γεγονότων, αλλά κάτι με εσωτερική συνέπεια και -κυρίως- κάτι που εμπεριέχει κανόνες δικαιοσύνης, άρα νόημα και ελπίδα. Η επιστροφή των κειμηλίων στους Αθηναίους είναι μια πράξη με την οποία καταφανώς η Ιστορία απονέμει δικαιοσύνη. Εμείς, με το ταξίδι που θα ξεκινούσε την επαύριο, θα είχαμε την τιμή να ολοκληρώσουμε την πράξη αυτή. […]

 […]Το ταξίδι της μεταφοράς των αγαλμάτων των Τυραννοκτόνων προκειμένου να επιστραφούν στους Αθηναίους, διεξήχθη, κατά το πρώτο τουλάχιστον μέρος, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες ή ανεπιθύμητα απρόοπτα.

Για να αποδώσουμε τα των Θεών -δηλαδή εκείνα που δεν εξαρτιόνται από τις δικές μας προσπάθειες- στους Θεούς, θα πρέπει να πούμε ότι ο Νεφεληγερέτης φρόντισε ώστε ο ουρανός να είναι ως επί το πλείστον καθαρός, η θερμοκρασία ανεκτή και οι άνεμοι όχι και τόσο ισχυροί ώστε να μας δημιουργήσουν προβλήματα όταν διασχίζαμε τα ερημικά, αμμώδη τμήματα της διαδρομής. Ο Γοργοπόδαρος Ερμής, από τη μεριά του, είχε βάλει ένα χέρι ώστε οι ημεροδρόμοι να έχουν παραδώσει εγκαίρως τα μηνύματα με το οποία ειδοποιούσαμε τους διοικητές των φρουρών των ενδιάμεσων πόλεων για την επικείμενη άφιξή μας. Έτσι οι φρούραρχοι, αλλά και κάποιοι από τους νεοδιορισμένους τοπικούς σατράπες, υποδέχτηκαν  με ευμένεια την μικρή μας ομάδα, φρόντισαν για τον ανεφοδιασμό μας και συχνά προσφέρθηκαν να μας πλαισιώσουν με πρόσθετη στρατιωτική δύναμη, η οποία όμως δεν υπήρξε απαραίτητη, μια που ο Μαχόμενος Άρης πρέπει να είχε δουλειά στο μέτωπο της εκστρατείας και δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα μαζί μας.

Έτσι, το άγημα που μας συνόδευε δεν χρειάστηκε να συγκρουσθεί με ληστές ή αντάρτες μέχρι να φτάσουμε στο τέλος της χερσαίας διαδρομής, αφήνοντάς μας έτσι απερίσπαστους να διασχίσουμε τους κάμπους, τα ποτάμια, τις ερήμους και τα ορεινά δάση της οροσειράς του Λίβανου, πριν αντικρίσουμε την θάλασσα και κατηφορίσουμε προς την Τύρο. […]

images-5

Κεφάλαιο 3ο Καθ’ οδόν…

[αφηγείται ο Εύελπις]

 

 Να ‘μαστε λοιπόν, όπως άλλοτε οι μύριοι του Ξενοφώντα, να διασχίζουμε την Ασία απ’ την Ανατολή προς τη Δύση, αναζητώντας την θάλασσα, την τόσο προσφιλή και οικεία σ’ εμάς τους Έλληνες.

Εντάξει, η παρομοίωση είναι κάπως υπερβολική, το παραδέχομαι, έτσι κι αλλιώς οι καιροί έχουν  αλλάξει δραστικά από τότε: εκείνους τους κυνηγούσε το μένος των Περσών, ενώ εμάς μας υποδέχονται σε κάθε πόλη-σταθμό δικοί μας άνθρωποι,  εκείνοι ήταν πάνω από μύριοι ενώ εμείς, μαζί με τους επικουρικούς, δεν ξεπερνούμε τις τρεις δεκάδες. Εκείνοι μάχονταν διαρκώς, εμείς δε χρειάστηκε να βγάλουμε τα όπλα απ’ τα θηκάρια.

Έτσι κι αλλιώς, το σχέδιο άμυνας σε περίπτωση επίθεσης από μεγάλο αριθμό ληστών, ήταν να αντισταθούμε για όσο χρόνο χρειαζόταν, ώστε ένας ταχύς ιππέας να ειδοποιήσει το πλησιέστερο ελληνικό φυλάκιο να μας στείλει ενισχύσεις. Ευτυχώς κάτι τέτοιο δε χρειάστηκε κι έτσι  φτάσαμε χωρίς ανθρώπινες απώλειες και χωρίς να έχουμε παραβιάσει πολύ τις αρχικές προβλέψεις για τη διάρκεια του ταξιδιού, στα όρη των ασιατικών παραλίων.

Από τα περάσματα στα υψώματα αυτών των πυκνά δασωμένων βουνών που χωρίζουν την Συρία από τις μεσογειακές ακτές, ατενίσαμε επιτέλους με ευφορία το απέραντο γαλάζιο βασίλειο του Ποσειδώνα και επαναλάβαμε, χωρίς ίσως πρωτοτυπία, αλλά με ανυπόκριτο ενθουσιασμό, τα επιφωνήματα των μυρίων: ¨θάλαττα, θάλαττα!¨ Ύστερα, αφού κάναμε τις απαραίτητες ευχητήριες σπονδές στον Ενάλιο, κατηφορίσαμε προς τα νοτιοδυτικά, όπου, στο βάθος, σύντομα φάνηκε το παράκτιο νησί με τα δύο λιμάνια: Η Τύρος.

 tyre300

Προσωπικά θα είχα ευχαρίστως αποφύγει να συμπεριλάβω την Τύρο ανάμεσα στους σταθμούς της διαδρομής προς την Αθήνα. Θα προτιμούσα, για το θαλάσσιο τμήμα του ταξιδιού μας, να επιβιβαζόμαστε σε κάποιο πιο βόρειο λιμάνι∙ στη Σιδώνα ας πούμε ή στην Βύβλο, πράγμα που, εξ άλλου, θα έκανε τη διαδρομή κατά τι συντομότερη.

Οι αναμνήσεις μου από αυτήν την πόλη-νησί, που κυριαρχούσε ως τότε στα φοινικικά παράλια, δεν ήταν οι καλύτερες. Οι Τύριοι Φοίνικες είχαν στοιχηματίσει πάνω στην υπεροχή της αυτοκρατορίας, προτιμώντας την περσική επικυριαρχία, σε αντίθεση με τους περισσότερους άλλους ομόφυλούς τους που είχαν ήδη σπεύσει να απαρνηθούν τους Πέρσες και να προσχωρήσουν στον επελαύνοντα Μακεδόνα.   

Η επιλογή τους αυτή δε με εξέπληξε. Η Τύρος ήταν μια εμπορική ναυτική δύναμη, επομένως οι δραστηριότητές της ήταν μάλλον συμπληρωματικές παρά ανταγωνιστικές με εκείνες των Περσών, οι οποίοι ούτε δική τους αξιόλογη ναυτική δύναμη διέθεταν ούτε αυτοτελές ναυτικό εμπόριο ασκούσαν. Αντίθετα, ο Αλέξανδρος έφερνε δυναμικά στην περιοχή τους τούς Έλληνες, επίφοβους ανταγωνιστές, που είχαν ήδη εδώ και αιώνες περιορίσει τους Φοίνικες στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ τους είχαν τελείως αποκλείσει την πρόσβαση στον Εύξεινο Πόντο.

Οι Τύριοι λοιπόν, εμπιστεύτηκαν τις αμυντικές αντοχές του καλά οχυρωμένου νησιού τους και επέλεξαν τη γραμμή της σκληρής αντίστασης. Έτσι εμπλακήκαμε σε μια ανηλεή-αιματηρή σύγκρουση που κράτησε τη στρατιά ακινητοποιημένη για πάνω από μισό έτος.

Βέβαια, θα πρέπει να αναφέρω ότι, παρά την αντίστοιχη ευρηματικότητα των Τυρίων, οι μηχανικοί μας έκαναν εξαιρετική δουλειά επινοώντας και κατασκευάζοντας πολιορκητικές μηχανές, γέφυρες και αναχώματα -ακόμα και μέσα στο νερό, καθώς και ότι η επιμελητεία της στρατιάς (στην οποία, υπενθυμίζω, συμμετέχει αποφασιστικά η δική μας ¨ομάδα των λογίων¨), έκανε κυριολεκτικά θαύματα, ανεφοδιάζοντας ανελλιπώς το ακινητοποιημένο στράτευμα με τα απαραίτητα τρόφιμα, όπλα και λοιπά αναλώσιμα, για ένα τόσο μακρύ χρονικό διάστημα.

images-19

Παρόλα αυτά, το νησί δεν έπεσε παρά  μόνον όταν ο Αλέξανδρος φρόντισε να αυξήσει τις ναυτικές δυνάμεις  της πολιορκίας, φέρνοντας πλοία από την Κύπρο, τη Ρόδο, ακόμη και από τη Μακεδονία και τις γειτονικές φοινικικές πόλεις.

Η τελική ήττα των Τυρίων ήταν αιματηρή. Είναι πάντοτε δυσάρεστο να βλέπει κανείς την κατάρρευση μιας ισχυρής πόλης, όσο αλαζονική,  υπεροπτική, και περιφρονητική για τους άλλους κι αν ήταν η -προ της πτώσης- πολιτική της.

Όμως οι προσωπικοί μου ενδοιασμοί μέτραγαν λίγο, καθώς ο Καλλισθένης επέμεινε να συμπεριλάβουμε την Τύρο στη διαδρομή. Θεώρησε ότι το ταξίδι, μας έδινε την ευκαιρία να δούμε σε τι κατάσταση βρίσκεται η ισχυρότερη μέχρι τότε πόλη των Φοινίκων, δύο- δυόμισι χρόνια μετά την επώδυνη ήττα της. Ήθελε να μάθει σε ποιο βαθμό ελέγχουμε  την πόλη που μας καθυστέρησε για επτά μήνες δίνοντας την ευκαιρία στον Δαρείο να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Μου ζήτησε μάλιστα να του στείλω μια περιγραφή της κατάστασης που επικρατεί εκεί και να εστιάσω, κυρίως, στο κατά πόσο έχει εδραιωθεί η νέα εξουσία. Σε περίπτωση που οι θετικές αναφορές που είχε για την κατάσταση της πόλης  ήταν λανθασμένες, τότε θα μπορούσαμε να ανηφορίσουμε ως την γειτονική Σιδώνα, όπου είχαν επίσης σταλεί οι απαραίτητες οδηγίες και να επιβιβαστούμε εκεί.

.images-23

Ήταν απομεσήμερο όταν φτάσαμε στα απομεινάρια της ηπειρωτικής Παλαιάς Τύρου. Η απόσταση ως το νησί ήταν μικρή, πέντε ή έξι στάδια το πολύ. Περάσαμε απέναντι πάνω σε ξύλινες σχεδίες οι οποίες, υποβοηθούμενες από φουσκωμένα ασκιά και ωθούμενες από ψηλά κοντάρια που άγγιζαν τον ρηχό βυθό, πηγαινοέρχονταν  ανάμεσα στην ακτή και το βόρειο λιμάνι της νησιωτικής Νέας Τύρου, το αποκαλούμενο ¨λιμάνι προς τη Σιδώνα¨.

Τα τείχη της πόλης σε εκείνο το σημείο ορθώνονταν επιβλητικά σε όλο τους το ύψος, μια που τα στρατεύματά μας είχαν τελικά διεισδύσει από ένα νοτιότερο ρήγμα.  Από το λιμάνι ανηφορίσαμε προς την πλατεία του Αγηνόριου[1], όπου αφήσαμε το στρατιωτικό άγημα και τα φορτία μας στις φροντίδες της τοπικής φρουράς, ενώ οι δύο Αθηναίοι πρέσβεις και εγώ, ζητήσαμε να δούμε   τον ανώτατο διοικητή.

e4

Τον ψηλό γαλανομάτη άνδρα με την κοντό κοκκινωπό γένι, που μας υποδέχθηκε στο κεντρικό παλάτι της πόλης (ακριβέστερα σε ένα τμήμα του, γιατί στο υπόλοιπο μέγαρο εκτελούνταν ακόμη εργασίες αναστύλωσης) τον Μένη του Διονυσίου από την Πέλλα, τον γνώριζα προσωπικά. Όχι πολύ καλά βέβαια, αλλά παλιότερα είχα την ευκαιρία να ανταλλάξω μερικές κουβέντες μαζί του, από εκείνες τις αυθόρμητες και φιλικές, που λέγονται συνήθως στις συνεστιάσεις και τα συμπόσια των μεσαίων στελεχών της στρατιάς.

Όμως, μετά  τη μάχη της Ισσού, όταν ο Αλέξανδρος τον προήγαγε στην επίζηλη θέση του σωματοφύλακα[2], τον είχα χάσει.  Πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής της επελαύνουσας στρατιάς στα Σούσα, έμαθα ότι ο Μένης είχε αναλάβει υψηλά διοικητικά καθήκοντα ως Ύπαρχος  για τη Συρία, την Φοινίκη και την Κιλικία, περιοχές κρίσιμες για την επαφή του μετώπου με τα μετόπισθεν. 

Ο Πελλαίος άνοιξε εγκάρδια τα χέρια του. Παρά το χαμογελαστό του ύφος, στο πρόσωπό του  ήταν χαραγμένες ρυτίδες που άλλοτε έλειπαν.

«Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω Μεγαρέα, καθώς και εσάς ευγενικοί αθηναίοι άρχοντες».  

Του έσφιξα πρώτος τα χέρια. «Ελπίζω η άφιξή μας να μη σε εκπλήττει Ύπαρχε. Υποθέτω ότι έφτασε έγκαιρα η αναγγελία της διέλευσής μας από την Τύρο…»

Οι Αθηναίοι τον χαιρέτισαν κι αυτοί με τη σειρά τους.

«Μα ναι, μα ναι», με διαβεβαίωσε. «Το μήνυμά σας ήταν εδώ έγκαιρα. Εγώ είμαι  εκείνος που μόλις έφτασε. Ήμουν στις βορειότερες περιοχές της Υπαρχίας την ευθύνη για την οποία, όπως ξέρεις φαντάζομαι, ανέλαβα πρόσφατα. Για να οργανωθεί αποτελεσματικά η διοίκηση θεώρησα σωστό να πληροφορηθώ προσωπικά για την κατάσταση που επικρατεί όχι μόνον εδώ, στις πόλεις της Φοινίκης, αλλά και στη Συρία και την Κιλικία. Όμως επέστρεψα εσπευσμένα για δύο λόγους: Ο ένας είναι, βέβαια, γιατί ήθελα να σας υποδεχθώ και να συμβάλω προσωπικά στην προώθηση της αποστολής σας∙ ο άλλος ότι παρουσιάστηκαν κάποια προβλήματα στη μετάβαση της τελευταίας ομάδας των απομάχων και των τραυματιών πίσω στην Ελλάδα».

Τον κοίταξα ερωτηματικά. Οι πρέσβεις ανασήκωσαν τα κεφάλια τους με ενδιαφέρον, για να ακούσουν καλύτερα τις διευκρινίσεις του Μένη.

«Η οργάνωση της επιστροφής των στρατιωτών δεν είναι τόσο απλή υπόθεση όσο μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως», συνέχισε εκείνος. «Οι περισσότεροι απόμαχοι μεταφέρουν στην πατρίδα τους μικρούς προσωπικούς τους θησαυρούς, μισθούς και λάφυρα, που προσελκύουν το έντονο ενδιαφέρον τόσο των άτακτων ληστών  στη στεριά, όσο και των πειρατών στη θάλασσα.

»Εκείνο που συνέβη, είναι ότι η τελευταία νηοπομπή που οργανώσαμε δέχτηκε επίθεση από απρόβλεπτα πολυπληθή πειρατικά πλοία, στη μέση της πλεύσης προς την Κύπρο και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην ασφάλεια των λιμανιών μας, εδώ στην Τύρο. Ευτυχώς χωρίς μεγάλες απώλειες.

»Επί πλέον, τα Αθηναϊκά πλοία που ειδοποιήθηκαν να καταπλεύσουν για να ενισχύσουν την νηοπομπή, αλλά και να αναλάβουν το δικό σας ταξίδι, δεν έχουν  ακόμη φτάσει, αν και θα έπρεπε να είναι εδώ από χτες. Πάντως δεν έχουμε λάβει κανένα ανησυχητικό μήνυμα και ελπίζω ότι θα καταφτάσουν από ώρα σε ώρα.

»Αλλά υποθέτω ότι πρέπει να είστε κουρασμένοι γι αυτό τώρα θα οδηγηθείτε στα καταλύματά σας. Έχετε λίγο χρόνο για να πάρετε μια ανάσα. Περισσότερα θα πούμε, αμέσως μετά,  κατά τη διάρκεια του δείπνου». 

Οι υπηρέτες μας οδήγησαν σε πολυτελή δωμάτια που έβλεπαν στο λιμάνι, από όπου εξάλλου έφτανε ως εκεί ο απόηχος απ’ τη φασαρία και τις φωνές, παρά την προχωρημένη ώρα.

Δεν ξέρω τι ακριβώς έκαναν οι δύο Αθηναίοι έως ότου να έρθει η ώρα του δείπνου, υποθέτω ότι ξεθεωμένοι από το ταξίδι θα πρέπει να αφέθηκαν στην αγκαλιά του Μορφέα∙ εγώ όμως επέστρεψα στην αίθουσα υποδοχής και αναζήτησα και πάλι τον Μένη. Υπήρχαν μερικά πράγματα που έπρεπε να πούμε εμπιστευτικά, οι δυο μας, μακριά  από αδιάκριτα αυτιά…

0063

*

[1] Αγηνόριο: Ναός αφιερωμένος στον μυθικό Αγήνορα, γιο του Ποσειδώνα,  που θεωρείται ο ιδρυτής της Τύρου και της Σιδώνας

[2] Οι ¨σωματοφύλακες¨ (μακεδόνες στρατιωτικοί,  συνήθως μέλη αρχοντικών οικογενειών) ήταν υπεύθυνοι για την προσωπική ασφάλεια του Βασιλιά αλλά και έμπιστοι συμμέτοχοι στην καθημερινή του ζωή. Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Αργεαδών η σωματοφυλακή αριθμούσε επτά μέλη. Σε περίπτωση θανάτου ενός εξ αυτών ή ορισμού του σε υψηλή διοικητική θέση, τον αντικαταστάτη του όριζε ο ίδιος ο Άνακτας. Ο Μένης του Διονυσίου, ευπατρίδης από την Πέλλα είχε διαδεχθεί στην Σωματοφυλακή τον Βάλακρο, στον οποίο είχε τότε ανατεθεί η σατραπεία της Κιλικίας. Στις αρχές του 330 π.Χ. ο Μένης ορίστηκε Ύπαρχος για τις περιοχές της Κιλικίας, Φοινίκης και Συρίας

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »