Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Φεγγάρι’

Έρχομαι από το φεγγάρι (κι έχει μια Γη απόψε!)

Posted by vnottas στο 27 Ιουνίου, 2016

ατμός-μηχανών-23805022

Δύο απ’ τα ¨ποιήματα του τρένου¨ του Νίκου Μοσχοβάκου

.

ΕΡΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Ξεκίνησα το ταξίδι μου

από το φεγγάρι.

Είχα ξεχαστεί για πολύ καιρό

στις γυμνές κοιλάδες του

χωρίς να σκέφτομαι να γυρίσω.

Έκανα παρέα με δαίμονες

που με σκλάβωσαν με την κατανόησή τους

και μού ‘φεραν σα δώρο τη λησμονιά.

Μέρες και νύχτες πέρναγαν

χωρίς ημερομηνίες

μ’ ατέρμονες αναζητήσεις

και αποφασιστικά διλήμματα.

Μέχρι που μου πήρε τα μυαλά

μια φεγγαρονεράιδα

με χαλκοπράσινα μαλλιά

και σπάνιου χαμόγελου μάτια.

Εγκατέλειψα τους δαίμονές μου

και προσκολλήθηκα πάνω της.

Μέτραγα τις ανάσες της,

τα βήματά της, τις χειρονομίες της,

αργότερα τις απουσίες

και τις απιστίες της.

Ο χρόνος ξαναγύρισε στη ζωή μου

μαζί κι η νοσταλγία

για μια επιστροφή στο παρελθόν.

Έτσι κάποια στιγμή απέδρασα

κι άρχισα πετώντας

να απομακρύνομαι από το φεγγάρι.

Το ταξίδι μου ίσως κρατήσει πολύ

ίσως αιώνες, γιατί μπερδεύομαι

με τους νόμους της βαρύτητας.

Όμως είναι βέβαιο πως θα γυρίσω

να με περιμένετε λοιπόν

εκεί στο παλιό μας στέκι

να τα πιούμε.

Έχω να σας διηγηθώ πολλά

που έμαθα σ’ αυτήν την περιπέτεια

και πρώτα απ’ όλα

να σας μεταφέρω

την προσωπική μου μαρτυρία

για το πόσο πληκτική είναι η αθανασία.

Ξεκίνησα το ταξίδι μου από το φεγγάρι.

Έρχομαι.

κ

 

 

ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΓΗ ΑΠΟΨΕ

 

Έπαιζε ολομόναχος κιθάρα

πάνω σε έναν λόφο του φεγγαριού

ο μελαγχολικός άγγελος της ανησυχίας

κολλημένες πάνω στο μυαλό του

σαν επίμονοι αχινοί, οι υποψίες

γέμιζαν τη μελωδία του νοσταλγία

την όμορφη αυτή σεληνιακή νύχτα.

Συνόδευε αεράκι δροσερό τη μουσική

κι είχε μια γη ολοστρόγγυλη στον ουρανό

που σε τρέλαινε με το άλικο φως της.

Λες να υπάρχει ζωή εκεί πάνω;

αναρωτιόταν ο κιθαρίστας άγγελος

και τα δάχτυλά του χόρευαν

παθιασμένα πάνω στις χορδές.

ρ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μπαλάντα στο Φεγγάρι

Posted by vnottas στο 25 Νοέμβριος, 2012

 

 

Το καμπαναριό; Παλιός οβελίσκος

Η νύχτα; Μελαγχολική.

Της σελήνης ο δίσκος;

Σαν κουκκίδα στην κορφή ενός i.

 Ποιο ξωτικό καρτερεί στο σκοτάδι,

σε αόρατο νήμα σε δένει,

Φεγγάρι, το βράδυ

και στων άστρων τους δρόμους σε σέρνει;

Του στραβού ουρανού είσαι το μάτι;

Αλλά ποιο πονηρό αερικό

έχεις για αναβάτη,

που σαρδόνια κοιτά προς τα ’δω;

Ειν’ μαγεία αυτό που σε ζώνει

κι οι μορφές σου άλλες μορφές ξεγεννάν;

Κάτι σε ξεφουσκώνει…

Πότε δίσκος  και πότε κρουασάν…

 Υποπτεύομαι είσαι ρολόι

που σιδερένιο, χλωμό, σκουριασμένο,

τον καιρό κατατρώει,

για τον κάθε καταδικασμένο…

 Στο κούτελό σου που ταξιδεύει

κι οι κολασμένοι μπορούν να διακρίνουν

ποιος τον χρόνο αφεντεύει

και οι ώρες στο ¨πάντα¨ τι νόημα δίνουν.

 Ποιος σε κλάδεψε τις προάλλες;

Συ δεν ήσουνα σκαρφαλωμένο

σ’ ενός δέντρου τις κλάρες

και σε βρήκα εκεί δα σκαλωμένο;

Και ’γω σου ’πα: ¨Φεγγάρι σηκώσου¨!
Μα παραλίγο να μου χώσεις στο μάτι

το κυρτό κέρατό σου…

Με ποιον έχεις, Φεγγάρι, γινάτι;

Φεγγαράκι,

στα κατάστιχα του έρωτα θά ’μπεις

χίλιες, φώτισες, αγάπης  σκηνές

γι αυτό λάμπεις

με του αύριο τα όνειρα, μαζί και του χτες.

 

Θα σ’ υμνούν τα σκυλιά, θα σε θέλουν οι γάτοι

και θα είσαι ες αεί ευλογημένο

από κάθε διαβάτη,

Φεγγαράκι χλωμό, πάντα ξανανιωμένο!

 

Μα κι αν βρέχει, φυσάει ή χιονίζει

εγώ θα ’ρχομαι εδώ κάθε βράδυ,

η ψυχή μου θ’ ανθίζει,

και θα ρίχνω στο λυχνάρι σου λάδι.

Στο καμπαναριό, που ’ναι σαν οβελίσκος

μες την νύχτα που ’ν’ φαιά, σκοτεινή,

της σελήνης ο δίσκος:

Μια κουκκίδα σ’ ενός i την κορφή.

Η ηχογράφηση του Μπρασένς 

 Ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα (*)

 

Ο   Alfred Louis Charles de Musset-Pathay   (Παρίσι, 11 Δεκεμβρίου 1810 – Παρίσι, 2 Μαΐου 1857)  έγραψε το ποίημα  ‘’La ballade à la lune’’ το 1829.

Ο Μπρασένς πρόσθεσε μουσική και τραγούδησε μερικές από τις στροφές του (ζωντανή ηχογράφηση, που εκδόθηκε σε δίσκο το 1983).

Προσπαθώντας να τις προσαρμόσω στα ελληνικά τους πρόσθεσα κάμποσες συλλαβές και άλλα τινά.

(*) Αφιερώνω αυτή την προσπάθεια στους τρεις Μοσχοβάκους φίλους μου, τον Νίκο την Ιωάννα και  την Ναυσικά. 

Alfred de MUSSET  

Ballade à la lune  (Το πλήρες κείμενο)

1. C’était, dans la nuit brune,
Sur le clocher jauni,
La lune
Comme un point sur un i.

2. Lune, quel esprit sombre
Promène au bout d’un fil,
Dans l’ombre,
Ta face et ton profil ?

3. Es-tu l’oeil du ciel borgne ?
Quel chérubin cafard
Nous lorgne
Sous ton masque blafard ?

N’es-tu rien qu’une boule,
Qu’un grand faucheux bien gras
Qui roule
Sans pattes et sans bras ?

5. Es-tu, je t’en soupçonne,
Le vieux cadran de fer
Qui sonne
L’heure aux damnés d’enfer ?

6. Sur ton front qui voyage.
Ce soir ont-ils compté
Quel âge
A leur éternité ?

4*. Est-ce un ver qui te ronge
Quand ton disque noirci
S’allonge
En croissant rétréci ?

7. Qui t’avait éborgnée,
L’autre nuit ? T’étais-tu
Cognée
A quelque arbre pointu ?

8. Car tu vins, pâle et morne
Coller sur mes carreaux
Ta corne
À travers les barreaux.

Va, lune moribonde,
Le beau corps de Phébé
La blonde
Dans la mer est tombé.

Tu n’en es que la face
Et déjà, tout ridé,
S’efface
Ton front dépossédé.

Rends-nous la chasseresse,
Blanche, au sein virginal,
Qui presse
Quelque cerf matinal !

Oh ! sous le vert platane
Sous les frais coudriers,
Diane,
Et ses grands lévriers !

Le chevreau noir qui doute,
Pendu sur un rocher,
L’écoute,
L’écoute s’approcher.

Et, suivant leurs curées,
Par les vaux, par les blés,
Les prées,
Ses chiens s’en sont allés.

Oh ! le soir, dans la brise,
Phoebé, soeur d’Apollo,
Surprise
A l’ombre, un pied dans l’eau !

Phoebé qui, la nuit close,
Aux lèvres d’un berger
Se pose,
Comme un oiseau léger.

9. Lune, en notre mémoire,
De tes belles amours
L’histoire
T’embellira toujours.

10. Et toujours rajeunie,
Tu seras du passant
Bénie,
Pleine lune ou croissant.

T’aimera le vieux pâtre,
Seul, tandis qu’à ton front
D’albâtre
Ses dogues aboieront.

T’aimera le pilote
Dans son grand bâtiment,
Qui flotte,
Sous le clair firmament !

Et la fillette preste
Qui passe le buisson,
Pied leste,
En chantant sa chanson.

Comme un ours à la chaîne,
Toujours sous tes yeux bleus
Se traîne
L’océan montueux.

11. Et qu’il vente ou qu’il neige
Moi-même, chaque soir,
Que fais-je,
Venant ici m’asseoir ?

12. Je viens voir à la brune,
Sur le clocher jauni,
La lune
Comme un point sur un i.

Peut-être quand déchante
Quelque pauvre mari,
Méchante,
De loin tu lui souris.

Dans sa douleur amère,
Quand au gendre béni
La mère
Livre la clef du nid,

Le pied dans sa pantoufle,
Voilà l’époux tout prêt
Qui souffle
Le bougeoir indiscret.

Au pudique hyménée
La vierge qui se croit
Menée,
Grelotte en son lit froid,

Mais monsieur tout en flamme
Commence à rudoyer
Madame,
Qui commence à crier.

» Ouf ! dit-il, je travaille,
Ma bonne, et ne fais rien
Qui vaille;
Tu ne te tiens pas bien. «

Et vite il se dépêche.
Mais quel démon caché
L’empêche
De commettre un péché ?

» Ah ! dit-il, prenons garde.
Quel témoin curieux
Regarde
Avec ces deux grands yeux ? «

Et c’est, dans la nuit brune,
Sur son clocher jauni,
La lune
Comme un point sur un i.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »