Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Ιουλίου 2007

Τα ζωτικά (1): Μη πετάς τη μπουκιά σου!

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2007

Το κείμενο μετακόμισε εδώ δίπλα, στη στήλη ¨Σελίδες¨.

Θα το βρείτε κάνοντας ¨κλικ¨ στον τίτλο ¨μη πετάς τη μπουκιά σου¨.

Posted in Άπόψεις - Άρθρα, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μαθηματική συνάρτηση με αυτοομοιότητα

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2007

she4a.jpg

 Τάδε  έφη (άμα τε εποίησεν) Καμπουράκης.

she4a.jpg

(εμένα κάτι άλλο μου θυμίζει…)

Posted in ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, Ω ...και τα λοιπά | Leave a Comment »

Το ραδιόφωνο των ονείρων (επτά έικόνες για κύματα και ήχους)

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2007

 

dscn6027.jpg

Εικόνα πρώτη

Eκείνο ήταν ένα μεγάλο ξύλινο κουτί που ακουμπούσε στο πάτωμα και με ξεπερνούσε στο μπόι. Το καπάκι του άνοιγε από τη μια πλευρά, σαν το σεντούκι με τις μπατανίες και από κάτω ήταν ο στρογγυλός βελούδινος δίσκος και το γυαλιστερό ασημί μπράτσο με τη βελόνα.

Αυτό, το πάνω μέρος, λεγότανε γραμμόφωνο και χρειαζότανε πλάκες.

Η κοιλιά του κουτιού ήταν σκεπασμένη μ΄ ένα χοντρό πανί. Είχε ακόμη  ένα γαλαζωπό μάτι που άλλοτε έφεγγε πολύ και άλλοτε λίγο,  ένα φωτεινό παραλληλόγραμμο γεμάτο  ακαταλαβίστικα γράμματα όπου σερνόταν μια κάθετη γραμμή και τρία κουμπιά που δεν πατιόντουσαν, αλλά τα γύριζες δεξιά και αριστερά. Αυτό το υπόλοιπο το έλεγαν ραδιόφωνο και όλο μαζί το λέγαμε ραδιοπικάπ.

Εγώ τότε ήμουν μικρός, αλλά δεν τα έχαβα και όλα.  Δεν έχαβα, να πούμε, ότι αυτό ήταν ένα μαγικό κουτί που, από μόνο του, άμα ήθελε μιλούσε κι άμα ήθελε τραγουδούσε ή έπαιζε μουσική! Και μάλιστα, άλλοτε με φωνή άντρα, άλλοτε με φωνή γυναίκας,  άλλοτε με φωνή παιδιού κι άλλοτε με φωνή χορωδίας! 

Εγώ ήμουν γεννημένος στα μισά του εικοστού αιώνα, που πάει να πει γεννημένος ορθολογιστής και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έφτιαχνα μια εξήγηση για όλα:

Ήμουνα λοιπόν σίγουρος ότι το κουτί δεν μπορούσε να πάρει δικές του πρωτοβουλίες ενάντια στη στοιχειώδη αιτιοκρατία!

Απλούστατα εκεί μέσα κρυβόταν ένας νάνος-μάγος! Άλλοτε μόνος κι άλλοτε με την παρέα του! Ο χώρος ήταν αρκετός. Θα χώραγα κι εγώ εκεί μέσα, τόσος που ήμουνα τότε.  Μάλιστα μια φορά προσπάθησα να τραβήξω το κουτί από τον τοίχο και να τρυπώσω μέσα από την πίσω μεριά, που υποπτευόμουνα πως είναι ανοιχτή και όπου αχνόφεγγαν περίεργες λάμψεις.

Αλλά έφαγα ένα τράβηγμα αυτιού που το θυμάμαι ακόμα!

  

Εικόνα δεύτερη

Το θέμα ήταν να μάθεις τα χούγια του Μάγου.

Ότι ήταν κυκλοθυμικός. Με τις μέρες του.

Έτσι, κατάφερνες να προβλέψεις πότε θα σου απάγγειλε αρχαία τραγωδία και πότε θα σου παίζε λαϊκά ή χορευτική μουσική.

Την Κυριακή, για παράδειγμα, μετά τις πρωινές πόλκες και τα βαλσάκια για να μας φτιάχνει το κέφι, το ΄ριχνε στις ψαλμωδίες.  Ύστερα έπαιζε συμφωνική μουσική και έπρεπε εμείς οι μικροί να κάνουμε ησυχία. Μετά, την ώρα περίπου που μας ξαναστέλνανε στο φούρνο, αυτήν τη φορά για να πάρουμε πίσω το ταψί με το φαί ψημένο, άρχιζε το «θέατρο στο μικρόφωνο».

Εγώ φαίνεται ότι παρακολουθούσα με υπερβολικό ζήλο όλα τα «έργα».  Το θέατρο της Τετάρτης και το θέατρο της Κυριακής δύσκολα τα ΄χανα. Και έτσι, σε συνέπεια με τις παιδαγωγικές μεθόδους της εποχής, σε μια φάση μου τα ΄χαν απαγορέψει όλα τα θέατρα. Είχα θυμώσει τόσο, όσο τότε που μου κάψανε τους «Μικρούς Ήρωες» και τους «Ταρζάν Γκαούρ» (ένα μπαούλο γεμάτο). Αν θυμάμαι καλά, είπαν ότι τα «αλί» και τα «ουαί», καθώς και τα υποβλητικά ηχητικά εφέ τρομάζουν τα παιδιά και τα κάνουν να βλέπουν εφιάλτες.

Που να ΄ξεραν τι είχαν να δουν τα μάτια των επόμενων γενιών πιτσιρικάδων!

(Εμένα πάντως, στις αρχαίες τραγωδίες δε με τρόμαζαν τόσο οι κραυγές και τα ταμπούρλα, όσο που οι ήρωες δεν κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα ούτε με τους θεούς ούτε με τις συμπτώσεις.  Και αφού, τους είχαν που τους είχαν τους μάντεις και τους οιωνούς, γιατί δεν τους λογάριαζαν καθόλου, αλλά πήγαιναν κατ΄ ευθείαν και έκαναν τα ανάποδα από αυτά που τους είχαν συμβουλεύσει;  Μετά, έλεγα εγώ, καλά να πάθουν αυτά που πάθαιναν και δεν έπρεπε να αγκομαχάνε και να ζητάνε τα ρέστα…)

 Όμως ο μάγος, παρά τα δράματα και τα άλλα τραγικά που ξεφούρνιζε τακτικά, κατά βάθος ήταν γλετζές και του άρεσαν οι γιορτές και τα πάρτι.

Εκείνο τον καιρό στα σπίτια, και στα πιο φτωχά, γίνονταν συχνά γλέντια και πάρτι. Στα πάρτι διασκέδαζαν οι πιο νέοι και στα γλέντια διασκέδαζε όλο το σόι, ακόμη και οι παππούδες και οι γιαγιάδες.

Τότε έπιανε δουλειά ολόκληρο το κουτί.

Άμα υπήρχαν πλάκες δούλευε  το γραμμόφωνο. Άμα δεν είχε, ή ήταν λίγες, τη μουσική έπρεπε να τη αναλάβει ο νάνος μάγος του ραδιοφώνου. Άμα κι αυτός δεν είχε όρεξη για μουσική αλλά έπιανε τα πολιτικά και τη μουρμούρα, τότε τον έκλειναν και αναλάμβαναν οι καλλίφωνοι της παρέας.

Βλέπεις, τότε, το κοινό ήξερε να προσαρμοστεί και δεν είχε ανάγκη από ντισκ τζόκευ και άλλους καβαλάρηδες.

Ο Μάγος δεν ήταν όποιος κι όποιος. Μερικές φορές έλεγε πράγματα μυστικά που δεν έκανε να τα ακούσουν όλοι. Και μάλιστα δεν τα ΄λεγε πολύ καθαρά, αλλά γεμάτα παράσιτα.  Τότε οι μεγάλοι κάθονταν γύρω του, με το αυτί στο πανί της κοιλιάς του κουτιού και γύριζαν με μανία τη βελόνα στο παραθυράκι με τα γράμματα, μπας και τον καλοπιάσουν και τα πει πιο ξεκάθαρα.  Οι γυναίκες μάλιστα φοβόντουσαν λιγάκι. 

Φαίνεται ότι το χούι της μυστικής ακρόασης τους είχε μείνει από τον καιρό της κατοχής, τότε που το κουτί το είχαν κρύψει στο υπόγειο και είχαν παραδώσει στους γερμανούς ένα άλλο, μικρό και παλιό, που ήταν και χαλασμένο και δεν έπαιζε. Ίσως πάλι, έχοντας αίσθηση της κυκλικότητας της ιστορίας να μάντευαν ότι η ικανότητα να ψαρεύεις τα νέα σε ξένα νερά και στα βραχέα κύματα,  θα τους χρειαζόταν και πάλι σύντομα. Όμως, μπορεί και να έφταιγε που στις κανονικές εκπομπές, τις καθαρές και χωρίς παράσιτα του Εθνικού Ιδρύματος και του Ραδιοφωνικού Σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος,  δεν τους τα λέγανε και τόσο καλά, γιατί οι μεγάλοι τ΄ ακούγανε και βρίζανε κάτω από τα μουστάκια τους.

 Αλλά ήταν και κάτι νύχτες που ξενυχτούσαμε φανερά, όλοι, με το αυτί κολλημένο απάνω του. Ήταν οι νύχτες των εκλογών.  Εκείνες τις νύχτες ήμασταν όλοι, μικροί μεγάλοι, εξοπλισμένοι με μολύβια και χαρτιά (οι πίσω μεριές από αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια χωρισμένες σε κολώνες), με υπομονή (ξέραμε ότι πρώτα θα ακούσουμε όλα τα αποτελέσματα που ήταν εναντίον μας), και, συνήθως, ψυχολογικά προετοιμασμένοι για το χειρότερο (που συνήθως και εσυντελείτο.)

Εικόνα τρίτη

Εγώ στο μεταξύ μεγάλωνα και άρχισα να καταλαβαίνω κάτι λίγα από λυχνίες, καλώδια και ερτζιανά. (Εγώ μεγάλωνα αλλά ο μάγος γινόταν όλο και πιο μικρός. Τώρα φορούσε τρανζίστορ και μπαταρίες και χωρούσε σε κουτάκια μεγέθους «Άρωμα Κεράνης»). Όμως οι σχέσεις μου με τον πρώτο νάνο μάγο, τον ακίνητο στο σαλόνι του σπιτιού  παράμεναν αρκετά καλές. Τουλάχιστον αν κρίνω από το ότι ανταποκρινόταν θετικά στα σκουντήματα και στις φιλικές κατραπακιές που του έριχνα όταν άρχιζε να κάνει νάζια και διακοπές και λόξυγκες.

Έτσι είχα αποκτήσει τη φήμη του ραδιοφωνικού διορθωτή και με φώναζαν, ιδιαίτερα οι γιαγιάδες, άμα πάθαινε τίποτα η εκπομπή, προπαντός την ώρα που έπαιζε το «ημερολόγιο ενός θυρωρού» ή την «πικρή μικρή μου αγάπη».

Εμένα εκείνη την εποχή τα γούστα μου είχαν ελαφρά διαφοροποιηθεί και ανάμεσα στ΄ άλλα είχα ανακαλύψει τις απογευματινές μουσικές εκπομπές του αμερικάνικου σταθμού του «Ελληνικού».   

Βέβαια, η ακρόαση ερχόταν λιγάκι οδυνηρή για τα αγγλικά μου, που, παρά τα μαθήματα στο «Ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο», δεν έλεγαν να απογειωθούν ικανοποιητικά. Ίσως και ολίγον ασυνεπής από άποψη φρονημάτων και ιδεολογίας. Αλλά τότε αυτά τα προβλήματα δεν έμπαιναν καν.

Έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα αγγλικά για να πιάσεις το ρυθμό του Φατς Ντόμινο. 

Και, έπειτα, ποιος  νοιαζόταν για την θεωρητική διάσταση της συνέπειας… Στην τάξη μου (μικτή πρακτικού στο Γυμνάσιο Δάφνης) κανένας. Κι ας ήταν μία από τις πιο πολιτικοποιημένες τάξεις της εποχής.  Πηγαίναμε στη διαδήλωση για το Κυπριακό, βρίζαμε τους αγγλοαμερικάνους ιμπεριαλιστές και μετά εκτονώναμε την ένταση χορεύοντας ροκ με πάθος στα σπιτικά πάρτι. Μαζί με διάφορα λατινοαμερικάνικα και, αργότερα, μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, με ζεϊμπέκικα και χασάπικα που μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν από τα καταγώγια και να εισβάλουν στα σπίτια με τα μωσαϊκά. Το θέμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνέπειας θα μας απασχολούσε εξαντλητικά αργότερα, την εποχή της χούντας. Και κυρίως όσους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά ν΄ ασχολούνται μ΄ αυτό.

Τον καιρό εκείνο άρχισαν να αποκτούν μοντέρνες αποχρώσεις και έντονη ραδιοφωνική παρουσία και τα διαφημιστικά μηνύματα.  Όμως ο πιο πολύς κόσμος, είτε γιατί ακόμη δεν είχε επαρκώς αλλοιωθεί είτε, απλούστερα, γιατί ακόμη δεν μετείχε στο καταναλωτικό πανηγύρι, δεν μάσαγε.  Θυμάμαι ακόμα τι πλάκα γινόταν μ΄ αυτά τα «μηνύματα», όταν δεν ξεσηκώνονταν θύελλα οι διαμαρτυρίες.

(Ενώ με τις αφραγγίες του Κωτσόβολου -χωρίς λεφτά; βεβαίως χωρίς λεφτά: Κωτσόβολος- οι πιο πολλοί γέλαγαν, θυμάμαι τι εθνικός χαμός έγινε όταν ο άλλος θέλησε να διαφημίσει τα ξυραφάκια του δηλώνοντας ότι «τα γνωρίζει από την κόψη!».  Θυμάμαι ακόμη- η αλήθεια είναι ότι έμεινε στην ιστορία των «δημοσίων σχέσεων»- την πρώτη απόπειρα μοντέρνας πολυδάπανης προεκλογικής εκστρατείας από τους πρωτοεμφανιζόμενους στην Ελλάδα ίματζ μέϊκερς για κάποιον υποψήφιο -ουδέποτε εκλεγέντα- με το εμφαντικό όνομα Όθων Λέφας Τετενές. Εκτός των άλλων, είχαν γεμίσει την Αθήνα με αφίσες με την αφεντομουτσουνάρα του και, βέβαια, η επέμβαση των κριτικών και ελευθέρων πνευμάτων είχε αμέσως, όχι μόνον προσθέσει μουστάκια και αφαιρέσει  δόντια από το παχύ πρόσωπο του εικονιζόμενου, αλλά και μετατρέψει το όνομά του  σε «Κόθων, Ελέφας, Τενεκές».) 

Εικόνα τέταρτη

Έτσι όπως τα ΄φεραν οι καιροί τα πράγματα, είχα τη τύχη-ατυχία να είμαι τα χρόνια της χούντας έξω από την Ελλάδα. Και μια που το ενδεχόμενο της επιστροφής είχε νωρίς νωρίς αποκλειστεί, μου ΄ρθε νωρίς το σύνδρομο του ξενιτεμένου: ακατάσχετη νοσταλγία και εξιδανίκευση και της πιο απίθανης ελληνικότητας.

Το γεγονός ότι ζούσα ελεύθερα και ότι  μπορούσα να βρίζω λίγο πολύ όποιον θέλω και να μαθαίνω πάνω κάτω ό,τι θέλω δεν με παρηγορούσε πολύ. Όπως λίγο με παρηγορούσε που οι ντόπιοι φίλοι και οι συμφοιτητές μου είχαν αρχίσει την εξέγερση των ηθών και της «φαντασίας», όταν σε μας έπρεπε ακόμη να αρχίσει η εξέγερση για τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα.

Έτσι μου συνέβη το εξής παράδοξο: την εποχή που όλοι (ας μην υπερβάλουμε, πολλοί) έλληνες άκουγαν κύρια Λονδίνο και Παρίσι και Ντόιτσε Βέλε,  εγώ  προσπαθούσα τα βράδια που η λήψη βελτιώνεται να πιάσω Ελλάδα.

Ούτε ΄γω δεν ήξερα τι ήθελα να ακούσω. Δεν ήταν βέβαια οι λογοκριμένες ειδήσεις, ούτε τα τραγούδια, έτσι κι αλλιώς μου στέλνανε μαγνητοταινίες οι φίλοι…

Αυτό που μ΄ έκανε να γυρίζω αργά τη ροδέλα των συχνοτήτων ήταν κάτι άλλο, απροσδιόριστο αλλά έντονο, που μου ΄φερνε μετά περίεργα όνειρα: πότε τον τακτικό περιπετειώδη εφιάλτη, γύρναγα, με κυνηγάγανε, με πιάνανε…  και πότε το ωραίο όνειρο που με ξανάφερνε πίσω στους φίλους που δεν είχαν ακόμη σκορπίσει και στις γειτονιές που δεν είχαν ακόμη γίνει τσιμέντο.

   

Εικόνα πέμπτη

Μισά της δεκαετίας του ΄80.  Αθήνα.

Το περιοδικό δήλωνε «για διανοούμενους και πολιτικά  στρατευμένους». Ήταν λοιπόν φυσικό να το απασχολούν τα θέματα της έκφρασης και της επικοινωνίας.  Έτσι διοργάνωσε τριήμερη ημερίδα (που έλεγε κι ένας φίλος μου, κομματικό στέλεχος, καλή του ώρα) για την ελεύθερη ραδιοφωνία. Επειδή είχα μια σχετική εμπειρία και άποψη, δήλωσα παρών και με καλέσανε.

Τον καιρό εκείνο στα ερτζιανά αλωνίζανε ερασιτέχνες, πειρατές και πειραματιστές που είχαν περικυκλώσει τα φρούρια των κρατικών σταθμών (όπου ακόμη κυμάτιζε η σημαία με την ξύλινη γλώσσα) και τα πολιορκούσανε. 

Οι ερασιτέχνες ήτανε δύο λογιών: Οι εραστές της επικοινωνιακής τεχνολογίας, (που τη βρίσκανε με τα καλώδια, τα ακουστικά, τα μικρόφωνα, τους πομπούς, τις κεραίες, και τα άλλα εξεζητημένα εξαρτήματα) και που μετέδιδαν ο,τι να ΄ναι,  και οι εραστές της «ανθρώπινης επαφής με μοντέρνους τρόπους» που μεταδίδανε μουσική και (σε απευθείας μετάδοση) τον έρωτά τους για την Κούλα της γειτονιάς. 

Οι πειρατές ήταν πιο πρακτικοί τύποι: μετέδιδαν τραγούδια  σκυλάδικα μαζί με διαφημίσεις για οικόπεδα και νυχτερινά κέντρα.

Οι πειραματιστές ήταν κάτι λίγοι  με υγιώς δονκιχωτική αντίληψη, οι οποίοι ψάχνανε να βρουν τι το καλό μπορεί να προκύψει αν το μέσο ξεφύγει από το στενό μαρκάρισμα του κράτους.

Ήτανε κάμποσα γνωστά ονόματα στο αμφιθέατρο όπου διεξαγόταν η συνάντηση. Οι περισσότεροι, αφού πρώτα τα βάζανε με το κρατικό μονοπώλιο και κάνανε μνεία στο ηρωικό προηγούμενο του σταθμού του Πολυτεχνείου, μετά δήλωναν οπαδοί της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στα ερτζιανά.  Μόνον έτσι, λέγανε, θα εξασφαλιστεί ο πλουραλισμός, θα απελευθερωθεί η επικοινωνιακή δημιουργικότητα και θα περισωθεί αυτή η ευγενής και ανυπότακτη κατηγορία μοντέρνων επικοινωνητών, οι ερασιτέχνες, που τώρα τους κυνηγάνε και τους φιμώνουν. 

Εγώ και καναδυό άλλοι (αμελητέα μειοψηφία) είπαμε ότι εντάξει με την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου, αλλά στη θέση του ας πάρουν το λόγο οι συλλογικότητες. Και επειδή την εποχή εκείνη πολλές ελπίδες φορτώνονταν στη ράχη της καημένης της τοπικής αυτοδιοίκησης είχαμε κι εμείς την απάντηση διαθέσιμη: Ραδιοφωνική αποκέντρωση. Τα ραδιόφωνα στους δήμους και τις κοινότητες.

Τελικά τα πράγματα ήρθαν ως εξής:

Πράγματι, ο πολιορκητικός κριός που τελικά παραβίασε τις πύλες της  κρατικής ραδιοφωνίας ήταν ορισμένοι μεγάλοι δήμοι με αντιπολιτευόμενους δήμαρχους.

Τότε το κράτος, για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του, έφτιαξε έναν ενδιαφέροντα νόμο για τα ΜΜΕ, αλλά ξέχασε επιμελώς να τον εφαρμόσει.

Με το που νομιμοποιήθηκαν οι σταθμοί των μεγάλων δήμων άρχισαν να χάνουν ακροαματικότητα και στελέχη. Αυτά πέρασαν σιγά σιγά στα ιδιωτικά ραδιοφωνικά μεγαθήρια που άρχισαν να δικτυώνονται σ΄ ολόκληρη τη χώρα, ετοιμάζοντας παράλληλα την τηλεοπτική τους επίθεση.

Τους φουκαράδες τους ραδιοερασιτέχνες τους ξέχασαν όλοι (διανοούμενοι και μη) και δεν ξανάγινε πια λόγος γι αυτούς.

Εγώ, σε μια φάση, βρέθηκα να δοκιμάζω τις απόψεις μου στην πράξη, βοηθώντας στο στήσιμο μερικών μικρών δημοτικών ραδιοσταθμών… 

  

Εικόνα Έκτη

Ή μάλλον εικόνες δύο, παράλληλες και αντικρουόμενες.

Από τη μια μεριά ο ενθουσιασμός και η ομαδική δουλειά και τα χαμόγελα στα κουρασμένα πρόσωπα των παιδιών που είχαν έρθει εθελοντικά να βοηθήσουν και τα ξενύχτια και οι νέες ιδέες και τα πειράματα και τα τηλέφωνα των ακροατών και οι τυρόπιτες δώρο από τη κυρία της διπλανής πολυκατοικίας και τα ευρήματα που διόρθωναν ως δια μαγείας τα ετοιμόρροπα τέως πειρατικά μηχανήματα και οι αυτοσχεδιασμοί και οι δίσκοι που ήταν προσφορές παλιών ερασιτεχνών και τα όρια του μέσου που -που και που- τα άγγιζες ή έτσι νόμιζες…

Και από την άλλη η συνοφρυωμένη και γεμάτη δυσαρέσκεια φάτσα του δήμαρχου που αλλιώς το νόμιζε το ραδιόφωνό Του και που είχε να δώσει λόγο όχι μόνο στις προσωπικές του φιλοδοξίες αλλά και στις ομάδες που τον στήριζαν και που ήξερε και κάποια δεσποινίδα με ταλέντο που θα βοηθούσε πολύ στις εκπομπές γιατί είχε ωραίο χαμόγελο -ίσως και ωραίο άρωμα- και που έπρεπε να κτυπήσει και το νομάρχη που του την έμπαινε και που στο κάτω κάτω είχε και τη γραφειοκρατία του Δήμου που έπρεπε να λάβει υπόψη, και που παρ΄ όλα αυτά ήθελε και ακροαματικότητα (που τη μέτραγε μόνος του) και που παρά τις προωθημένες του πεποιθήσεις ήθελε -ντάλα καλοκαίρι- οι εκφωνητές να είναι ευπρεπώς ντυμένοι, ποινή για τα κοντά παντελόνια  το πέταγμα κλοτσηδόν από το στούντιο…

Άντεξα λίγο. Η δημοτική ραδιοφωνία αυτού του τύπου άντεξε λίγο περισσότερο.  Τελικά οι δρόμοι για την άλλη λύση στο ραδιόφωνο πρέπει να πέρναγαν από κάπου άλλου…

Εικόνα έβδομη

Για πολύ καιρό γύριζα την Ελλάδα κάνοντας διαλέξεις.  Έλεγα τα θεωρητικά επικοινωνιακά, περιέγραφα εμπειρίες και απογοητεύσεις, εξέφραζα ελπίδες…

Τώρα που και που επισκέπτομαι τα γιουσουρούμ και τα παλιατζίδικα.  Τριγυρίζω ανάμεσα στα πράγματα που είχανε ζήσει και επιθυμούν να ζήσουν ακόμα

Ψάχνω για κανένα κουτί που να ανοίγει από πάνω και ει δυνατόν να έχει στην κοιλιά του ένα νάνο μάγο. 

Ένα νάνο μάγο, έστω κυκλοθυμικό,  που να έχει ακόμη όρεξη για κουβέντα… 

Βασίλης Νόττας                                               

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

Για τους φοιτητές μου

Posted by vnottas στο 15 Ιουλίου, 2007

 Στις σελίδες των ¨Μαθημάτων¨ και κάτω από τον τίτλο ¨Για τις εξετάσεις του Σεπτέμβρη και του Οκτώβρη¨, θα βρείτε ορισμένες στοιχειώδεις υπενθυμίσεις. Τις παραμονές των εξετάσεων, αν χρειαστεί, θα υπάρξουν κι άλλες. 

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Leave a Comment »

Εγώ, ο Καμπουράκης και το ποίημα-κουίζ

Posted by vnottas στο 9 Ιουλίου, 2007

 

Γράφω στον Καμπουράκη: ¨Γιώργο, στείλε μου κάτι ακόμη για το ιστολογοφόρο, το πρώτο άρεσε…

Μου απαντάει ο Καμπουράκης: ¨πάρε αυτό¨.

Και κάτι τι αρχίζει να κατεβαίνει στο Αουτλούκ Εξπρές.

Και συνεχίζει να κατεβαίνει.

Και κατεβαίνει ακόμη.

(Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω ότι το καβουρδιστίρι μου είναι ακόμη σιγανής και περιστοχαστικής τεχνολογίας).

Ο Ατίθασος ζορίζεται, σφίγγεται, αλλά δεν καταφέρνει να ξεφουρνίσει το περιεχόμενο. Στο τέλος μου βγάζει ταμπέλα: ¨αδυνατώ να το κατεβάσω, ο δημιουργός του έχει χρησιμοποιήσει πρόγραμμα που μου προκύπτει μυστηριώδες και άγνωστο¨.

Άλλο ιμέιλ για τον Καμπουράκη:

¨Αυτό δεν έρχεται. Μπούκωσε και το μηχάνημα. Ερωτήμα: Τι ήταν; Αίτημα: Κάνε κάτι…¨

¨Τα έβαλα στη μέγγενη και στο ξαναστέλνω¨, μου απαντάει. ¨Είναι δύο ζωγραφιές μου που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να διακοσμήσεις τον κυβερνοχώρο σου, η δεύτερη είναι ένα fractal δηλαδή η απεικόνιση μιας μαθηματικής συνάρτησης, με αυτοομοιότητα.¨

Ο Ατίθασος αν και υποθέτω ότι (αυτός) τις απεικονήσεις μαθηματικών συναρτήσεων, προπαντός με αυτοομοιότητα, τις παίζει στα δάχτυλα, (αν όχι στο πληκτρολόγιο), βογκάει, μουρμουρίζει, ξανασφίγγεται…

Τζίφος !

¨Και  τι άλλο έχεις;¨ ξαναρωτάω το Γιώργη.

¨Ένα μικρό ποίημα¨, μου απαντάει. ¨Από τη συλλογή μου ΄Κούκος μονός΄, που τυπώθηκε και έχει εξαντληθεί¨.

¨Έτσι μπράβο, σκέφτομαι και περιμένω να ανοίξει το επισυναπτόμενο για να το φορτώσω¨.

Αυτή τη φορά ο Ατίθασος κάνει το καθήκον του χωρίς ενστάσεις και νάζια. 

Του ρίχνω μια πρώτη ματιά και ξαναγράφω στον Καμπουράκη.

¨Καλά, εσύ από κλασσικό μπήκες στο Πολυτεχνείο;

Εγώ πάντως όχι.

Τα λατινικά μου φτάνουν ίσα ίσα για να παρακολουθήσω μια παρτίδα Ρόμα – Λάτσιο. Για στείλε κανα προσανατολιστικό επεξηγηματικό σημείωμα, να διαφωτίσεις εμένα και τους ιστοαναγνώστες μας.  

ΑΒΕ!¨

Έστειλε.

Όχι τα σχόλια που περίμενα, αλλά :

α.  Δύο διευθύνσεις στο διαδίκτυο για λατινο -αγγλικές μεταφράσεις http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/words.exe  και
http://archives.nd.edu/latgramm.htm.

β. Μια ενδεικτική πληροφορία:  Όλες οι επί μέρους φράσεις του ποιήματος  υπάρχουν στο ΌΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ.

γ. Μια φιλοσοφική αρχή εξειδικευμένη για αυτή την περίπτωση, που, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει ότι: ¨το ταξίδι (είναι εκείνο που) αξίζει¨.

Σε αυτό το σημείο εγώ παραδόθηκα, και αποφάσισα να σας παραδώσω το ποίημα στην ορίτζιναλ εκδοχή, δίχως μεταφράσεις και εισαγωγικά σημειώματα. Βρίσκεται εδώ ακριβώς από κάτω.

Το υποπτεύομαι ενδιαφέρον.

Διαφωτίστε με… 

Amor vagabundus

*O* Sidus clarum puellarum,

        o porta clausa, fons hortorum

        cella custos ungentorum

        cella pigmentoria, Ave

 Pulchra enim sunt ubera tua

        quae paululum supereminent

        et tament modice,

               nec fluitantia licenter

        sed restricta leniter

repressa sed non depressa…

Fons hortorum, de te fabula narratur

 

Tolle et lege, o corona regni de manu Amor.


 

Omnis mundi creatura

        quasi liber et pictura

        nobis est in speculum

 Amor, o occuli speculae mundi,

        facit quod ipsae res quae amantur,

        amanti aliquo modo uriantur

        et amor, o valde bona ab initio,

        est magis cognitivus quam cognitio

 

Tipice laberinthus denotam hunc mundum

intranti largus redenti sed nimis artus.

Mundus senescit sine Amor sine mentis verbum

Salva me ab ore leonis tu fons vitae

Sine existentia tua mundus est sicut

        civitas sine opibus mensa sine cibis

        hortus sine herbis pratum sine floribus

        arbor sine foliis, arbor vitae crucifixae

 

Pulchra enim sunt ubera tua

Pulchra enim sunt femora tua

Pulchra enim sunt occuli tua

        iam homo nudus cum nuda iacebat

Amor per mundum discurrit vagabundus.

 

        

NIΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

Εξομολογήσεις

Posted by vnottas στο 8 Ιουλίου, 2007

Θα μπορούσα να ονομάσω ένα τμήμα του παρόντος ιστολόγιου ως: οι περιπέτειες ενός (ηλικιακά) προχωρημένου, αλλά (ακριβώς λόγω ηλικίας) ιντερνετικά αρχάριου, επίδοξου ιστοκαταγραφέα, καθώς περιδιαβαίνει, πλήρης επιστημονικής (αλλά και ανθρώπινης) περιέργειας, τα μυστηριώδη πελάγη της διαδικτυακής επικοινωνίας.

Οι πρώτες δυσκολίες και απορίες σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα αφορούν το ίδιο το μεταφορικό μέσο, τα κόλπα και τις δυνατότητες του. Ας πούμε πάντως  ότι ένα μέρος από αυτές τις δυσκολίες ξεπεράστηκαν, η καθέλκυση έγινε, άλλες μικροδυσκολίες και μπερδέματα ευελπιστώ ότι θα λυθούν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Για παράδειγμα, θα προσέξατε ότι με τις εικόνες καθαρίσαμε και, παρά το ότι πρέπει να εκλεπτυνθεί ο έλεγχος μεγέθους, οι πρώτες εικονογραφήσεις εμφανίστηκαν στο κατάστρωμα.

Τώρα ήρθε η ώρα των συνδέσμων. Επιτέλους ανακάλυψα τον τρόπο (εντάξει, δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο) να προσθέτεις στην σελίδα ηλεκτρονικές παραπομπές. Παράλληλα, κόβοντας διερευνητικές βόλτες στην μπλογκόσφαιρα παρατήρησα ότι αποτελεί μέρος της ¨ετικέτας¨ να συμπεριλαμβάνονται στα ιστολόγια σύνδεσμοι με φιλικούς ή χρήσιμους τόπους.

Έτσι άρχισα την παράθεση των πρώτων ¨επαφών¨: με τον Νίκο τον Κλειτσίκα που μου έκανε ποδαρικό στο Μπλόγκ, καθώς έστειλε το πρώτο σχόλιο-μήνυμα, το σύνδεσμο με τη νήσο της Λαπούτα από όπου έλαβα το πρώτο μήνυμα από μη προσωπικά γνωστό αποστολέα, τον σύνδεσμο με τη νήσο του ΙΦ και τον Κόμη του Μοντεχρίστο για τον οποίο το μόνο που ξέρω είναι πώς είναι ή έχει διατελέσει φοιτητής μου, και, τέλος, τους συνδέσμους για την Σχολή όπου διδάσκω και για τον ιστότοπο μιας ομάδας φοιτητών της σχολής (αν υπάρχουν και άλλοι τέτοιοι φοιτητικοί τόποι, παρακαλώ ενημερώστε με). Α, επίσης έβαλα και μια παραπομπή για το ¨Εδώ Βερολίνο¨ που αν και βλέπω ότι έχει καιρό να ανανεώσει την ύλη του, υπήρξε το πρώτο ιστολόγιο που επισκέφτηκα (ύστερα από προτροπή του γιου-Θάνου-όχι πολύ καιρό πριν) και ενθουσιάστηκα από την γλώσσα και τις εκφραστικές ικανότητες του συντάκτη του.

Τώρα, εν όψει των καλοκαιρινών διακοπών, λέω να κάνω πιο συστηματικές βόλτες στους γύρω Τόπους. Αν καταφέρω, πέρα από τις γενικές εντυπώσεις που ήδη σχηματίζω, να διαμορφώσω και κάποιες πρώτες υποθέσεις προς επαλήθευση, ίσως η ¨άσκηση¨ του προσεχούς εξαμήνου στο μάθημα της ¨Κοινωνιολογίας των Μέσων Επικοινωνίας¨, να αφορά ακριβώς τις σχέσεις Μπλογκόσφαιρας και περιρρέουσας κοινωνίας.

Μια που είμαστε σε φάση εξομολογήσεων, να διευκρινίσω ότι οι λόγοι για τους  οποίους είπα να επιχειρήσω το ταξίδι τούτο δεν ήταν γενικά εκπαιδευτικοί-ερευνητικοί. Τέτοιοι καταλήγουν ίσως από τα πράγματα.

Πάντως, πέρα από εκείνα που σημειώνω στο εναρκτήριο σημείωμα, πρέπει να έπαιξε ρόλο η   απορία (προσωπική και της γενιάς μου) σχετικά με το ρόλο και τις δυνατότητες των επικοινωνητών (αυτών που έχουν ή εν πάση περιπτώσει νομίζουν ότι έχουν κάτι να επικοινωνήσουν προς το κοινωνικό σύνολο) σήμερα.

Ή για να το πούμε αλλιώς, κατά πόσο μπορεί να επιβιώσει μια λίγο πολύ μοντέρνα αντίληψη για το ρόλο των επικοινωνητών-διανοούμενων  μέσα σε ένα μεταμοντέρνο εμποροκρατικό, σχετικιστικό, ατομοκεντρικό, πραγματιστικό περιβάλλον, χρησιμοποιώντας νέα επικοινωνιακά μέσα και -κυρίως-χωρίς να καταντήσει μοιραία κυνική.

Αλλά, για αυτά τα θέματα, θα τα ξαναπούμε.

 Βασίλης Νόττας

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Leave a Comment »

‘Ηταν ο Βολτέρος δουλέμπορος;

Posted by vnottas στο 4 Ιουλίου, 2007

«Ελευθερία ή θάνατος!»

«Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη!»

«Σε γνωρίζω από τη κόψη του σπαθιού την τρομερή!» και πολλά άλλα.

Ιερά, καθιερωμένα, επετειακά!

Και όμως, νομίζω ότι το ερώτημα είναι θεμιτό: Τι στο καλό είναι άραγε αυτή η ευλογημένη η Ελευθερία σήμερα;

Στο όνομα ποιας ακριβώς αξίας διάφοροι τύποι, όπως π.χ. άλλοτε οι ¨φιλελεύθεροι¨ και τώρα οι -παντοδύναμοι και παγκοσμιοποιούντες- ¨νεοφιλελεύθεροι¨,  απαιτούν να μας κυβερνήσουν;

  

Πρόκειται άραγε για την ελευθερία να ψηφίζω ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους κυβερνήτες μου;

Ή για την ελευθερία να μπορώ  να λέω ό,τι σκέφτομαι;

Ή για την ελευθερία να ξέρω όλα τα απαραίτητα για το ποιόν και τις προθέσεις των υποψηφίων αρχόντων (ώστε να μπορώ να τους επιλέξω) και τις πρακτικές της εξουσίας (ώστε να μπορώ να την ελέγξω);

Ή μήπως προέχει η ελευθερία του να διαθέτω την απαραίτητη τροφή για να επιζήσω;

Ή η ελευθερία του να μην έχω ξένο δυνάστη στη πατρίδα μου;

(Το να έχω πατρίδα εξακολουθεί άραγε να αποτελεί αναγνωρισμένο δικαίωμα ή μήπως δεν πρόκειται παρά για μια ξεπερασμένη και καταδικαστέα επιβίωση των διαφωτιστικών ιδεών που θα πρέπει να εξαλειφτεί;)

Ή μήπως μιλάμε για την ελευθερία να εμπορεύομαι και να κερδοσκοπώ χωρίς να με εμποδίζουν κρατικοί έλεγχοι και άλλες ¨παρωχημένες¨ σοσιαλίζουσες πρακτικές;

Ή, ή, ή…

  

Εντάξει, η τρίτη χιλιετία άρχισε ήδη, και για ορισμένα πράγματα θα έπρεπε να έχουμε ιδέες ξεκάθαρες.

Είχαμε -υποτίθεται- όλο τον καιρό στη διάθεσή μας για να αποφασίσουμε. 

Και πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για θέματα βασικά, για τα οποία γράφτηκαν σοφά συγγράμματα και εμπεριστατωμένες διατριβές και για τα οποία έγιναν αιματηροί αγώνες και αδελφοκτόνες επαναστάσεις…

Υπάρχουν όμως, φαίνεται, κάποιες έννοιες που, χτύπα τες από ’δω, τράβα τες από κει είναι δυνατό να μπάζουν ή να ξεχειλώνουν σε νόημα, ανάλογα με τη δύναμη επιβολής που διαθέτεις.

Και η δύστυχη η «Ελευθερία» είναι μία απ’ αυτές.

  

Θα ήθελα να μπορούσα να απαντήσω στο ερώτημα «για ποια ελευθερία μιλάμε;» με την κλασσική διατύπωση: Θεμιτή ελευθερία δεν είναι κάθε ελευθερία, αλλά μόνον εκείνη που δεν θίγει τις ελευθερίες των άλλων.

Γιατί αν τις θίγει δεν είναι ελευθερία, αλλά επιβολή, τσαμπουκάς, νταηλίκι.

Όμως αν και θα το ’θελα, δε μπορώ.

Γιατί η διατύπωση είναι δεοντολογική και λέει μόνο πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα.

Ενώ το ερώτημα είναι οντολογικό και αφορά το τι στην ευχή πραγματικές ελευθερίες υπάρχουν σήμερα, σε μια εποχή δηλαδή που ακούγονται πολλά περί ελευθερίας, αλλά και που, παράλληλα, υπάρχει πολλή επιβολή, πολύς τσαμπουκάς και πολύ νταηλίκι.

Και δεν υπάρχει πιο κλασσική μέθοδος αποπροσανατολισμού από το να απαντάς στα οντολογικά ερωτήματα με δεοντολογικές ευχές.

Σήμερα λοιπόν, παρά τα παγκοσμιοποιητικά φληναφήματα, η έννοια της υπαρκτής ελευθερίας (του υπαρκτού φιλελευθερισμού θα έλεγα) κάθε άλλο παρά παγκοσμιοποιημένη και οικουμενικά ενιαία εμφανίζεται.

 Μ’ άλλα λόγια, με διαφορετικά κριτήρια οι βορειοαμερικανοί διεκδικούν την ελευθερία να καταναλώνουν τη μισή παγκόσμια ενέργεια από μόνοι τους, ενώ με άλλα μέτρα και σταθμά αντιμετωπίζονται οι αφρικανοί που θα ήθελαν να είναι ελεύθεροι να ζήσουν (όχι να ζήσουν ελεύθερα, δε ζητάνε τόσα πολλά, απλώς να ζήσουν).

Και όχι μόνον αυτό. Οι αφρικανοί και άλλοι ομότυχοί τους επιπλήττονται κιόλας επειδή δεν έχουν σταθερά δημοκρατικά καθεστώτα, δε διεξάγουν τακτικά καλλιστεία, και για άλλες παρόμοιες ελλείψεις, ενώ τίποτα δεν αποκλείει να υποστούν και μια μικρή θανατηφόρα και μιαροποιούσα εισβολή προκειμένου να εκδημοκρατιστούν κατά το δοκούν.

Και όσον αφορά τον Βολτέρο και τις γνωστές καλές του προθέσεις για τον ελεύθερο διάλογο (δε συμφωνώ μαζί σου αλλά θα πέθαινα για να μπορείς να εκφράζεσαι ελεύθερα), το ’ψαξα:

Ήταν φιλελεύθερος.

Και δουλέμπορος.

 Βασίλης Νόττας 

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα, αλλά δε νομίζω ότι άλλαξε κάτι από τότε).

Posted in ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Συγυρίσματα και ναφθαλίνες

Posted by vnottas στο 4 Ιουλίου, 2007

Αυτή εδώ η πρώτη (ρέουσα) σελίδα υποδοχής παραμεγάλωσε.

Γι αυτό λέω να στείλω μερικά κείμενα στις στατικές κατηγοριοποιημένες σελίδες, δηλαδή ακριβώς παραπλεύρως (όπου, αν τα πεθυμήσετε, μπορείτε να τα ξαναβρείτε με ένα απλό κλικ).

Εδώ θα παραμείνουν μόνο τα σχόλια, γιατί δεν ξέρω ακόμη πώς να τα μετακινήσω.

Το ¨εναρκτήριο¨ κείμενο, που δίνει μια ιδέα για τη φιλοσοφία αυτού του ιστολόγιου, έχει ήδη μετακομίσει στη σελίδα με τον ομώνυμο τίτλο, ενώ τα γενικά σχόλια, τα χαιρετίσματα και άλλες αβρότητες και μη, μπορείτε να τις σημειώνετε στην πρώην σελίδα «about» που την μετονόμασα σε «Γράψε μου…»

 Τα κείμενα «Τρέχω στην Εθνική οδό» και «Ζέστη στην Πόλη» νομίζω ότι ήρθε η ώρα να πάνε να κάνουν παρέα  στην «Αβάσταχτη ελαφρότητα της μπάλας» και  στο «Ο καπνός και ο φόβος», ανάμεσα σε εκείνα  που «Κάτι λένε ακόμη».

Εκεί λέω να στείλω επίσης τη «Γυναίκα τανάλια» και το «Ένα βασανιστικό ερώτημα υπερίπταται της Ελλάδος…», αφού μια συντομευμένη (και πιο καθώς πρέπει) έκδοσή του αναδημοσιεύτηκε  προ ημερών στην εφημερίδα ¨Μακεδονία¨.

 Εδώ από κάτω λέω να κρατήσω ακόμη λίγο το ποίημα για το Χάος και τους Προφήτες του φίλου μου του Γιώργου Καμπουράκη. Αργότερα μάλλον θα φτιάξω μια ειδική σελίδα αφιερωμένη στα ¨απρόβλεπτά¨.

Ο Συγυριστής

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Leave a Comment »