Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Σχετικά με το -θρυλικό πλέον- ημιτελές βιβλίο μου «Λόρενς της Αλητείας», ή ¨Από τον Χολομώντα στο ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ!¨

Posted by vnottas στο 17 Οκτώβριος, 2018

(Του γνωστού σας πλέον μοτο-ταξιδευτή, αρχιτέκτονα και αφηγητή Βασίλη Μεταλλινού).

«Όνειρα φθινοπωρινής νυκτός»:  Όλο το δραματικό παρασκήνιο, αποκλειστικά για τους θαμώνας του παρόντος Ιστολογοφόρου. Συνεχής ενημέρωση.

29684215_1643194089050122_8989309764702435783_n
H πρόταση έπεσε ως κεραυνός εν …Ερυθραία και …το τηλέφωνο μού ‘πεσε απ’ τα χέρια, είπα «δεν γίνεται δεν είναι δυνατόν» (παραφράζοντας «το προσκλητήριο» του Μάκη Χριστοδουλόπουλου…)

Κόντρα στο κατεστημένο των σύγχρονων ντελιβεράδων ταξιδιωτικής ιδεολογίας και το μοτοταξιδιωτικό body building με τα παραφουσκωμένα με φαρινάπ κατορθώματα, η αναγνώριση ήρθε απ’ το εξωτερικό.
Νιώσε συμπόνια για τον χαζοενθουσιασμό μου, φίλτατε αναγνώστα, αλλά ακόμα δεν μπορώ να το κάνω upload στον εγκέφαλο μου…
Ο Δρ Χάρτγουιγκ Φίσερ, διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, σε τηλεφωνική συνομιλία που μύριζε τέιον και pluralis majestatis, με τούμπαρε μετά από σκληρό διαπραγματευτικό κικ μποξ…
Εντελώς μεταξύ μας, ποντάροντας στην απόλυτη εχεμύθειά σου, παραθέτω μερικά αποσπάσματα απ’ τον τηλεφωνικό διάλογο:
«Μίστερ Βασίλης, διακρίνω έναν λογοτεχνικό ασκητισμό, εν είδει θιβετιανού γκουρού! Γίνεστε εντελώς αόρατος στο κοινό… Θεωρείτε ότι είναι δίκαιο για τους αναγνώστες σας?» με ρώτησε με ρωγμώδη λυγμό ανθρώπινου ράκους, μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μίστερ Χάρτγουιγκ, δεν είναι στον πνευματότυπό μου να περιφέρω το ημιτελές βιβλίο μου από μπαράκι σε μπαράκι σαν freak show, εκθέτοντας τις παρα-λογοτεχνικές δυσπλασίες μου για ν’ ασημώνει το κοινό» απάντησα αδιάφορα, διαβάζοντας παράλληλα και το φλυτζάνι.
«Κι αυτός ο ρεαλιστικός λυρισμός αυτού του λοξού ταξιδιωτικού βλέμματος, μίστερ Βασίλης…; Αυτό το ημιτελές λογοτεχνικό έδεσμα…; Θα παραμείνετε ένας άσπλαχνος δεσμοφύλακας των ταξιδιωτικών σας κειμένων;» μΕ ρώτησε με στόμφο σαν ν’ απήγγειλε Σαίξπηρ.
«Μίιιιιιιστερ Χάααααααααρτγουιγκ….» τον έκοψα με ελεγχόμενη θεατρικότητα σαν σολίστ του λυρικού θεάτρου.
«Εν ονόματι της τέχνης και του πολιτισμού! Αυτό το ταλέντο θα μείνει στο σκοτάδι, μίστερ Βασίλης?» με κεραυνοβόλησε υψώνοντας φωνή απελπισίας …ανθρώπου που είναι έτοιμος να πέσει απ΄ την Tower Bridge του Λονδίνου.
.

«Γκουχ, γκουχ …υπερβάλλετε, εγώ δεν πιστεύω ότι έχω κάποιο ταλέντο, κόντρα στις ψευδαισθήσεις κάποιων ψώνιων που πιστεύουν ότι έχουν… Αλλωστε το ‘χω ξαναπεί ότι δεν …εκδίδομαι!», απάντησα με απάθεια Αφγανού οπιοφάγου, έχοντας επιλέξει σχολαστικά τις λέξεις μία μία …με χειρουργική πένσα.

«Με μπερδεύετε μίστερ Βασίλης!» μου πέταξε με προσποιητή άνεση κι αδιαφορία σαν να ξεφύλλιζε συγχρόνως τις σελίδες της βρετανικής Vogue.
«Δεν θέλω να το δραματοποιήσω, αλλά τα πράγματα είναι τραγικώς απλά μίστερ Χάρτγουιγκ. Στη ζωή όλα ξεκινάνε μ’ ευαισθησία, ονειροπόληση και συναισθηματισμό αλλά στο τέλος καταλήγουν στους γαλβανιζέ πάγκους στις λαϊκές να πωλούνται με την οκά… Αφήστε με να παραμείνω ρομαντικός!» απάντησα με την έπαρση του Μάικ Τάισον, έχοντας καταφέρει αριστερό ντιρέκτ στο σαγόνι του μοτο-ταξιδιωτικού λιανεμπορίου, της άξεστης ματαιοδοξίας και της κάλπικης μετριοφροσύνης.
«Με παρεξηγήσατε μίστερ Βασίλης, απλά …οι αιρετικές σας απόψεις περί ταξιδιωτικού μοτοσυκλετισμού, είναι το λυχνάρι που φωτίζει το καταθλιπτικό σκότος της γνήσιας περιπέτειας και…», πήγε να με τριπλάρει με γαλιφιά Εβραίου τοκογλύφου…
«Άσε τα π@ύστικα μίστερ Χάρτγουιγκ και στρώσε χαλίκι…», τον έκοψα με δυνατό τάκλιν.
«Θα είμαι ευθύς μίστερ Βασίλης. Θέλουμε διακαώς τα χειρόγραφα του ημιτελούς βιβλίου σας στο Βρετανικό Mουσείο, δίπλα στα περίφημα τετράστιχα του Ομάρ Καγιάμ, τα ρουμπαγιάτ …ή αν θέλετε ακόμα και δίπλα στα χειρόγραφα «Gitanjali» του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ…» έπεσε η πρόταση σαν νταμπλάς από βρασμένη οξιά!
«Παρόλο που είμαι ιδεολογικώς εναντίον των τιμών και βραβεύσεων, αν είναι δίπλα στους χειρόγραφους στίχους του «Strawberry Fields Forever» του Λένον …τότε ίσως …ίσως καμφθούν όλες οι κυνικές μου αντιστάσεις… Γκουχ, γκουχ …τέλος πάντων …θα σφίξω τα δόντια να κάνω την παραχώρηση, μίστερ Χάρτγουιγκ!», απάντησα πέφτοντας σε βαθιά περισυλλογή …ενώ ανέκοπτα ένα κρυμνιζόμενο δάκρυ με την ανάστροφη της παλάμης μου.
«Done! Θα σας περιμένω αύριο στο Βρετανικό μουσείο για την επίσημη τελετή παραλαβής του ημιτελούς βιβλίου σας, παρουσία του αποσυρθέντος των βασιλικών καθηκόντων, πρίγκιπα Φίλιππου, φανατικού αναγνώστη των ταξιδιωτικών κειμένων σας στο Ιστολογοφόρο, που τον βοηθούν στην καταπολέμηση της αϋπνίας. Θα σας ενημερώσει η γραμματέας μου… Γκουντ μόρνινγκ μίστερ Βασίλης!», με χαιρέτησε με τόνο full serbet, ενώ έκανα τη σκέψη ότι ο άνθρωπος είχε τάσεις επαγγελματικού αυτοχειριασμού.
«Γκ… γκουντ μόρνινγκ μίστερ Χάρτγουιγκ» ψέλλισα κλείνοντας το τηλέφωνο, φανταζόμενος ήδη νεαρές επισκέπτριες του Βρετανικού Μουσείου να κατασκηνώνουν έξω απ’ το country house στο Χολομώντα, εκλιπαρώντας για ένα αυτόγραφο…. Ίσως …ίσως και μια σεμνή τελετή στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, για την παραλαβή του παράσημου του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από τον πρίγκηπα Ουίλιαμ, μετά τον Ringo Starr… Ποτέ δεν ξέρεις…

29572464_1643194402383424_7926123570270959011_n

***

ΥΓ1. Άμα καταφέρω να σπρώξω και κάτι στραβοκουνημένες φωτό …σε κανα Μουσείο Αφηρημένης Τέχνης, θα μπορώ πλέον ν΄αποσυρθώ ν’ αρμέγω γιακ στη στέπα της Μογγολίας…
ΥΓ2. ……καλάααααααα ας είναι και κατσίκες στα highlands του Χολομώντος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο καταρράχτης των στιγμών, το εγχείρημα του αδαούς μυρμηγκιού και η ηλικιωμένη κοκκινοσκουφίτσα

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2018

Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα του Ηλία Κουτσούκου

αρχείο λήψης (3)

Η ΣΤΙΓΜΗ

Σφίγγω μέσα στην χούφτα μου αυτήν τη στιγμή

δεν θέλω πάλι να περάσει

δεν θέλω να χαθεί σαν την προηγούμενη.

Όμως καθώς ανοίγω αργά αργά τα δάχτυλά μου

για να διαπιστώσω την επιτυχία μου

βλέπω μ’ απογοήτευση

ότι μέσα τους βρίσκεται η επόμενη στιγμή.

Ρέει ασυγκράτητος ο χρόνος

είμαι ανίκανος να τον αναχαιτίσω

καταρράκτης στιγμών η ζωή μας

που χύνεται μονίμως στο Δέλτα του χθες.

*

images (30)

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ

Επί του νυφικού την ώρα του γάμου

ένα αδαές μυρμήγκι

περιφέρεται φορτωμένο ένα σπυρί ρύζι

ψάχνοντας τον δρόμο του.

Επιθυμία του είναι να εναποθέσει το φορτίο του

σε μια εύφορη περιοχή

ελπίζοντας στην καρποφορία.

Πάντως σε λίγο χάθηκε

μέσα στον κόρφο της νύφης.

Λίγο αργότερα αθέατο φύτεψε τον σπόρο

μέσα στην σφιχτή μήτρα της.

.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε

το φιλόδοξο εγχείρημά του.

Σ’ όλους όμως έμεινε η εικόνα του

να διασχίζει αθώο τη λευκότητα

χωρίς τη γνώση απαγορεύσεων

μ’ ένα σπυρί ρύζι στις δαγκάνες του.

*

LINEAmag-1980-114-sliva

Η  Κοκκινοσκουφίτσα   (του Ηλία Κουτσούκου)

 Όσην ώρα η κυρά-Νούλα απ την Γεωργία

καθαρίζει μ’  επιμέλεια το μικρό  καθιστικό

ακούγοντας δυνατά ποντιακά τραγούδια

αυτή τρέχει στη ντουλάπα

και ψάχνει τα ρούχα της εγγονής της.

Βρίσκει και φορά ένα στενό

κόκκινο δερμάτινο μπουφάν πάνω

απ το τριμμένο μαύρο φόρεμά της

φοράει τα κόκκινα τακούνια της μικρής

βουτάει ένα άδειο διακοσμητικό καλάθι

και βγαίνει αθόρυβα απ τη πόρτα

στο δάσος της πόλης έξω.

Σα να βλέπει πίσω απ το σταματημένο αστικό

να παραφυλάει ο αξιωματικός

που της έκαναν προξενιό το ’40

-δεν τον ήθελε γιατί ήταν μελαχρινός πολύ

σαν μαύρος λύκος ήταν-

Aλλάζει λοξά το δρόμο της που φαίνεται

μονοπάτι σε δέντρα ανάμεσα

 και σκέφτεται πως πρέπει να πάει

στη γιαγιά της, να της δώσει τι άραγε

δεν θυμάται, ωστόσο έχει ένα πείσμα

κρατώντας με δύναμη το άδειο καλαθάκι της

και βαδίζει σταθερά προς ένα πουθενά  προορισμό

περνώντας από όμορφες μπουτίκ, κομψά ανθοπωλεία

μαγαζιά ντελικατέσεν που μοιάζουν

με παραμύθι στο γεμάτο άνοια μυαλουδάκι της

επειδή πάντα πίστευε πως η Κοκκινοσκουφίτσα

ήταν ένα καλό κοριτσάκι όπως ακριβώς

αυτή τώρα στα 87 της

σταθερή στην απόφαση

πως κανένα κακό δεν έχει το δάσος

γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής

με πλάσματα θεού είναι γεμάτο….

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ταξιδιωτικές ιστορίες πλούσιες σε αντιοξειδωτικά (ή Θέλω να μΕ κάνετε «like»…)

Posted by vnottas στο 13 Οκτώβριος, 2018

Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός

HPIM1668

Vietnam 2015. 

Σηκώνομαι από τον πορσελάνινο θρόνο μου και τραβάω το καζανάκι. Αφήνω πάνω στον νιπτήρα την ιλουστρασιόν κολεξιόν μοτοσυκλετικής ενδυμασίας «Φθινόπωρο’15-Χειμώνας ’16» γνωστής ουρανοπαρμένης εταιρίας και πατάω το τηλεκοντρόλ ν’ ανάψει ο κινητήρας της μοτοσυκλέτας μου στο γκαράζ.
Ανάβω την κάμερα πάνω στο κράνος, στερεώνω την φωτογραφική μαγκούρα στο τιμόνι και προγραμματίζω το drone να ακολουθεί τις συντεταγμένες του GPS, τραβώντας χολιγουντιανά πλάνα απ’ τον ουρανό…
Γκαζώνω τέρμα. Η πολυβιταμινούχος μηχανή περιπέτειας ξεχύνεται στον χωμάτινο δρόμο. Περνάω όλες τις πλημμυρισμένες λακκούβες από πάνω και χαιρετάω εγκαρδίως τους ιθαγενείς αγροτοποιμένας. Φωτογραφίζομαι με μεταφορείς γκαρμπολάχανου.
Σταματώ παρακάτω. Διαλέγω φωτογραφίες και δικτυωμένος μέσα στο φετιχισμό του συνεχούς sharing, τις επισυνάπτω από το δορυφορικό μου i-phone, στο ιντερνετικό υπερπέραν, ελπίζοντας να έχουν μια προνομιακή θέση στο ταξιδιωτικό εικονοστάσι των μοτοσυκλετιστών περιπέτειας.
Θέλω να δείτε πως οδηγώ, πως περνάω καλά, πως τρώω, πως διασκεδάζω. Θέλω να ξέρετε ότι κάνω κάτι ηρωικό, κάτι μοναδικό!
Donate! Donate και θα σας ενημερώνω για κάθε λεπτό της ζωής μου! Θέλω να σας αρέσω… Θέλω να μΕ κάνετε «like»…
Μπαίνω στην πλατεία μιας μικρής κωμόπολης, μαρσάροντας και πυροδοτώντας το έγκαυλον exhaust system, να προκαλεί οργασμικούς σπασμούς στις τζαμαρίες. Ο κόσμος είναι συγκεντρωμένος… Αλλόφρων με χειροκροτεί. Κατεβαίνω από τη μοτοσυκλέτα. Δύο τηλεοπτικές κάμερες με προβολείς είναι στημένες μπροστά σε μια τιμητική εξέδρα.
Ο Δήμαρχος με μούρη μυρμηγκοφάγου κι ένα ημίψηλο μαύρο καπέλο, φορώντας φράκο πλησιάζει το μικρόφωνο και απευθυνόμενος στο αλαλάζον πλήθος ανακοινώνει… «Ας εγείρομεν και τούτον τον αδριάντα προς τιμήν του μεγάλου ταξιδευτή που άφησε τη σκόνη των τροχών του στην ταπεινήν κωμόπολιν μας…»
Η Δημοτική μπάντα παιανίζει ηρωικά εμβατήρια και η χορωδία της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κυριών, την συνοδεύει σε μια ακατάλυπτη διάλεκτο, ενώ ένα ζευγάρι νταλικιέρηδων από την Αλαμπάμα, που περνά τον μήνα του μέλιτος στην περιοχή, χορεύει τάνγκο…
Ο Δήμαρχος συγκινημένος μου προσφέρει τις χρυσές χειροπέδες του Δημοτικού Οίκου Ανοχής της πόλης κι ανταποδίδω μ’ ένα λάβαρο του ΠΑΟΚ…
Κάποιοι δημοτικοί υπάλληλοι, σημαδεύοντας με τα περίστροφά τους το πλήθος, πουλάνε τυχερούς λαχνούς για την κλήρωση ενός αντιγράφου του …ημιτελούς βιβλίου μου. Τρέχοντας να προλάβουν μερικοί ποδοπατούνται.
Μία εξηνταρίζουσα ζωντοχήρα, με μια ακαθόριστη ομοιότητα με τροπικό πτηνό, με προσκαλεί να …παρουσιάσω το ταξιδιωτικό μου το βράδυ σε μπαρ για μοναχικές … ενώ ένα τσούρμο εξαϋλωμένων ταλιμπάν της μόστρας, κρατώντας τηλεσκοπικές μαγκούρες, με περικυκλώνει για σέλφις.
Αστροπελέκια αυλακώνουν τον γκρί ουρανό κι αρχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς….
Χαμογελάω μουσκεμένος, με απαράμιλλο στιλ καταραμένου ταξιδευτή, φωνάζοντας….
«Θέλω να αρέσω, σας δείχνω τα κατορθώματά μου, θέλω να πουληθώ, θέλω να μ’ αγοράσετε, θέλω σπόνσορες, θέλω ν’ αρέσω σε πιό πολλούς, θέλωωωωωω περισσότεραααααα likes!!!!»,
……………………………………………………………………….
Ξυπνάω ιδρωμένος από τον εφιάλτη, ψελλίζοντας βραχνά «θέλω likes» και νοιώθοντας την βρεγμένη πετσέτα που κρατάει στο μέτωπό μου η Τουρκάλα αεροσυνοδός, μ’ ένα ερωτηματικό ύφος…
«Mister, are you all right? You must leave the aircraft… We arrived in Vietnam…»

………………………………………………….

Σαϊγκόν, πρωί 6.30′. Βγαίνω απ’ το guest house, στο στενό λασπωμένο δρόμο. Αποφεύγοντας κάτι τάφρους σαν πλημμυρισμένα χαρακώματα των Βιετκόγκ, φτάνω στην πολύβουη Do Quang Dao. Η υγρή ζέστη κάνει τα ρούχα να κολλάνε… Με UHU.
Στη γωνία μια σταφιδιασμένη γριά με κωνικό καπέλο και πουράκι στο στόμα, σοτάρει σ’ ένα τεράστιο τηγάνι, ρύζι με ανοιγμένα κοχύλια. Γεμίζει ένα πιάτο και μου το προτείνει φωνάζοντάς μου «ουάν ντόλαρ, ουάν ντόλαρ»…
Από μια στενή πόρτα βγαίνει μια μικροσκοπική Βιετναμέζα και μου δίνει ένα φέιγ βολάν-τιμοκατάλογο με υπηρεσίες full body massage. Από το διπλανό μπαρ μια τσατσά απροσδιορίστου ηλικίας με χείλια σα να ΄βαλε από την ελαττωματική σιλικόνη, με μια ρέμπελη πρόστυχη ματιά, μαζί με το φέιγ βολάν των αμαρτωλών λύτρων της ηδονής, μΕ πετάει και το παρασύνθημα… Της υπόσχομαι ότι θα την επισκεφτώ αργότερα, ψευδόμενος με πειθώ …που θα ζήλευε υπουργικό συμβούλιο ακτιβιστών της πολιτικής, σε χώρα του Μεσογειακού Αρχιπελάγους.
Μπαίνω σε μια αυλή που ‘χω παρκαρισμένο το σκούτερ μου και βολεύω το σακίδιο ανάμεσα στα πόδια μου με τους ιμάντες περασμένους στο τιμόνι. Βάζω μπροστά.
Ένας τυπάκος με ξανθές ανταύγειες και ενδυματολογικές επιλογές προσιδιάζουσες μάλλον σε Απόκρεω, μου κάνει νόημα να τον πληρώσω. Του δίνω 10.000 dong (περίπου 40 cents) και βγαίνω στο δρόμο.
Τρεις αμερικανοί βγαίνουν απ’ το απέναντι μπαρ, λιώμα στο μεθύσι, με τα νούμερα αλκοόλ ανά λίτρο αίματος να συναγωνίζονται τις τιμές του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης… Απ’ το μπαρ ακούγεται στη διαπασών το «no woman no cry» του Μάρλεϋ, ενώ στο βάθος σε μια σκοτεινή γωνία με σικλαμέ φωτισμό, κάτι πιτσιρίκες με χαιρετούν χαμογελαστές τρώγοντας ηλιόσπορους και τσιρίζοντας «come here foxy!»
Χαμογελάω γκαζώνοντας το Yamaha-κι και μπαίνω στην Pham Ngu Lao. Απ’ το πάρκο ακούγεται το «Feliz Navidad» σε βερσιόν ντίσκο με καμιά 20αριά γιαγιάδες με φόρμες να κάνουν αερόμπικ…
Γκαζώνω ανάμεσα σε εκατοντάδες παπάκια, ακολουθώντας με προσήλωση Ιησουίτη τους ρυθμούς και τους κώδικες οδήγησης των ντόπιων, που κάνουν κομπόστα τον τσαμπουκά του κάθε πεοφορούντα ταξιτζή των παραβαρδάριων περιοχών…
Ένα ταξίδι 3800 χιλιομέτρων αρχίζει… Απ’ τη Σαϊγκόν και τα υψίπεδα του δυτικού Βιετνάμ στο Ανόι. Κι απ’ το Ανόι κατεβαίνοντας τσαϊράδα την ακτογραμμή της νότιας Κινεζικής θάλασσας, πίσω στη Σαϊγκόν.
Σε δρόμους άγνωστους στους ταξιδιωτικούς τσελεμεντέδες…
Για τους αποσυνάγωγους του μοτοσυκλετισμού, που έχουν σκουπίσει τον κώλο τους στους adventure χάρτες των glamorous τοπωνυμίων των αλιέων φήμης και αλοξοκωλιάς των «like»…
Ένα αναρχικό ταξίδι με μηχανάκι-αιμορροΐδα στον κώλο του μοτοσυκλετισμού!
Σ’ αυτό το σημείο, ο ιδρυτής του παρόντος πόστ, ανοίγει μία σπιτική φιάλη Ραψάνη καθώς και το αμπάρι των αναμνήσεών του, δια μερικάς φωτό.
Ιντζόι….

HPIM1238

HPIM1320

HPIM1482

HPIM1658

HPIM1641α

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Λίγες μέρες στην Πολωνία…

Posted by vnottas στο 11 Οκτώβριος, 2018

Αυτές τις τελευταίες μέρες έλειπα. Μαζί με φίλους, σύντομο ταξίδι στην Πολωνία. Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη εκεί και οι εντυπώσεις ολότελα ενστικτώδεις και υποκειμενικές (ένας νότιος σε μια ακόμη χώρα του βορρά). Ο τόπος μου φάνηκε ευρύχωρος, οι άνθρωποι πράοι και ευγενικοί, η πρωτεύουσα Βαρσοβία ηθελημένα και επίμονα αναγεννημένη να προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τα (δυσερμήνευτα) κενά της. Ανακάτεμα ξαναφτιαγμένου παλιού και καινούργιου, που κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ¨μεταμοντέρνο¨. Άφθονο πράσινο και γευστική κουζίνα.

Με το που επέστρεψα, ο Νίκος, που είχε κάνει το ίδιο ταξίδι παλιότερα, μου έστειλε το παρακάτω ποίημα:

IMG_2172α

Νίκος Μοσχοβάκος

 

ΤΗΣ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

 

Στης Βαρσοβίας το παράθυρο

έμπαινε ο ήλιος

κι ανέμιζε η κουρτίνα της μνήμης

ξεδιπλώνοντας ξεθωριασμένες εικόνες.

Ανάμεσα σε απαλή μουσική του Σοπέν

η χήρα πια Μαντάμ Μαρί Κιουρί

χόρευε συνεπαρμένη βαλς

με τον νεαρό εραστή της

παραδομένη στου έρωτα την παλιά εφεύρεση

χωρίς την υποψία θανάτου

μακριά απ’ τις ιδιότητες των μετάλλων.

Στης Βαρσοβίας το παράθυρο

έμπαινε ο ήλιος και φώτιζε

διαλεγμένες στιγμές

που επέστρεφαν από το άλλοτε

με την αυθαίρετη λογοκρισία του μυαλού.

IMG_2197

*

(έπονται μότο-ταξιδιωτικές ιστορίες του Βασίλη Μεταλλινού -που έφτασαν εν τω μεταξύ)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

CUBA – ιστορίες χωρίς γλουτένη κι άλλα νόστιμα και αιθέρια

Posted by vnottas στο 30 Σεπτεμβρίου, 2018

20180718_114926

Ένα ακόμη ταξιδιωτικό κείμενο από τον Βασίλη Μεταλλινό.
.
Δύο μήνες μετά την …πρωτόγονη κι «άβγαλτη» Μαδαγασκάρη, τα πράγματα στην Κούβα ήταν διαφορετικά.
Ο μελαψός Κουβανός με το ανοιχτόχρωμο stetson panama, έσβησε τον κινητήρα της Chevrolet Belair του ’57, μ’ έναν ιδιαίτερο ήχο που θύμιζε ξερόβηχα και ακροαστικά, μπροστά στον αριθμό 104 της San Juan de Dios στην παλιά Αβάνα. Από την σκονισμένη σκάλα κατέβηκε άνετη όπως η Τina Turner στη συναυλία του San Bernardino, μια τύπισσα ντυμένη στα άσπρα με τουρμπάν, για να μας υποδεχτεί. Ο ταξιτζής αφού της «πέρασε» στο χέρι, με ταχύτητα φωτονίου, ένα χαρτονόμισμα των 5 pesos για το αγώγι απ’ το αεροδρόμιο, εξαφανίστηκε με …ιλιγγιώδη ταχύτητα αφού απέφυγε στο χιλιοστό έναν μεθυσμένο κουβανό μεσήλικα που τρίκλιζε, σα να ‘παιζε τον μεθυσμένο σε ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα.
Το σενάριο γνωστό από την Ινδία, την Αίγυπτο και τινών ακόμη χωρών με ιδιοκτήτες guest house, που κάνουν τους απαγωγείς της Μπόκο Χαράμ να φαντάζουν γατούλες του καναπέ… Η ασπροφορεμένη santeros, πατρόνα της casa particular, παίρνοντας ξαφνικά ένα σοβαρό ύφος … σα να επρόκειτο να μου διαβάσει το σημείωμα κάποιου απαγωγέα που ζητούσε λύτρα για την 92 χρονη μάνα μου, μας εξήγησε ότι το δωμάτιο που είχαμε προπληρώσει, είχε βλάβη στα υδραυλικά και τον κλιματισμό, κι ότι θα μέναμε 6 οικοδομικά τετράγωνα πιο μακριά στο σπίτι του Μιγκέλ -ενός ξαδέλφου της- ο οποίος κι έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη στιγμή μαζί μ’ έναν φίλο του.
Μετά από 14 ώρες ταξίδι και βλέποντας τη σύντροφό μου έτοιμη να καταλήξει με έμφραγμα του μυοκαρδίου που μπροστά του οι πρόσφατες εκρήξεις του ηφαιστείου Φουέγκο θα μοιάζαν με λόξυγγα, πήρα την απόφαση ν΄ακολουθήσω τον »ξάδελφο». Το μέλλον της πρώτης διανυκτέρευσης στην Κούβα ήδη διαγραφόταν θολό σαν μπουγαδόνερο…
.20180710_081257

Μετά το 3ο οικοδομικό τετράγωνο περπατώντας νότια, το σκηνικό ήταν βγαλμένο από τις σελίδες της «βρώμικης τριλογίας της Αβάνας» του Γκουτιέρες. Κάπου στο τέρμα της Aguacate, ανεβήκαμε 3 ορόφους από ένα στενό κλιμακοστάσιο που θύμιζε πυργίσκο υποβρυχίου του 2ου Παγκοσμίου, για να καταλήξουμε σ΄ ένα μικρό τυφλό δωμάτιο, χωρίς κουφώματα κι αερισμό. Αναγνωρίζοντας ότι και η σύντροφός μου στάθηκε αρκετά γενναία για να μην εγκαταλείψει ουρλιάζοντας το δωμάτιο, αποφασίσαμε να συμβιβαστούμε φέρνοντας και πάλι στο νου έναν προβληματισμό από μια αράδα της Βρώμικης Τριλογίας: «Για να ζήσεις με εσωτερική γαλήνη πρέπει να είσαι ηλίθιος. Ή όχι?» Άλλωστε η πλοκή του βιβλίου σου δείχνει πως πρέπει να ζεις σ’ αυτή την πλέον μυθική χώρα. Ο ήρωας έχει μάθει να μην έχει την παραμικρή απαίτηση από αυτή τη ζωή… Να περιμένει το σούρουπο για να κοιτάξει τις δυο όψεις της πόλης (παλαιά – σύγχρονη), να αναπνεύσει την αρμύρα των παλιών σπιτιών, να κατεβάσει ρούμι όπως άλλοι πίνουμε νερό και να σκεφτεί με διαύγεια, πετώντας μακριά από τον εαυτό του, παρατηρώντας τον από μακριά.
Η φωνή του Μιγκέλ διέκοψε τους συνειρμούς μου στις ιστορίες του Γκουτιέρες, ζητώντας μου τα διαβατήρια, ενώ η σύζυγός του, μια μελαμψή Κουβανέζα με γαμψή μύτη αρπακτικού, που δεν διορθώνονταν ούτε με ψυχρή σύντηξη, με ρωτούσε άμα θα παίρναμε πρωινό την επόμενη μέρα, με το επιπλέον ευτελές (για τους Κουβανούς?) ποσό των 10 δολαρίων. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι η «ξαδέλφη» του συζύγου της είχε συμφωνήσει στην τιμή του δωματίου και το πρωινό αλλά τυφλωμένη στο κυνήγι του δεκαδόλαρου, αδυνατούσε να επεξεργαστεί οποιαδήποτε πληροφορία υπερέβαινε σε πολυπλοκότητα ένα διαφημιστικό καθαριστικού πιάτων…
«Πέστε και στη σύζυγο να έρθει να υπογράψει» συμπλήρωσε ο Μιγκέλ, ενώ του εξηγούσα ότι δεν είμαι παντρεμένος αλλά και ούτε θα το ξανασκεφτόμουνα …τουλάχιστον μέχρι να σημειωθεί κάποιο τεράστιο τεχνολογικό άλμα στη ρομποτική…
.20180705_182350

20 λεπτά αργότερα…
Παλιά Αβάνα. Υπέροχα κτίρια, γεμάτα μπαρ-ρεστοράν με λάτιν μπάντες και μαγαζιά να πουλούν φιγούρες του Τσε κι επανάσταση με το τσουβάλι… Ετερόκλητο τουριστικό σερσελέμι, με γκλάμορους παρέες σε ροζ convertibles των ’50ς να αυτοφωτογραφίζονται (πιθανολογώ) αναφωνώντας «είμαστε ένα έργο τέχνης!», γκρουπ Κινέζων να μαθαίνουν ομαδικά ρούμπες, τσα-τσά και σάλσα καθώς και back packers σε mood τρυφερότητας κι αιθέριας επαναστατικότητας, σε badget απέριττα μαγαζιά πάντα συνοδεία κάποιου λάτιν τρίο ή κουαρτέτου… Διακριτικές jineteras και jineteros σε εγρήγορση, παραιτημένοι ένοικοι στα σκαλοπάτια των χαμόσπιτων, ηλικιωμένοι που φοράνε τα καλά τους ρούχα …αναπολητές περασμένων μεγαλείων.
Γραφικοί δρόμοι, επαναστατικά γκράφιτι, εμπνευσμένα συνθήματα να χαρακώνουν το μυαλό. Όμως η λέξη «εκλογές» να φαντάζει πιό σπανιοφανής κι απ’ τον ροζ ιπποπόταμο της Κένυα!
Η βραδιά πέρασε αποτίοντας φόρο τιμής στην τοπική παραγωγή rum Santero υπό μορφή mojitos κατά ριπάς…
Το σταματώ εδώ γιατί με την Αβάνα ανοίγεται ένας ωκεανός γραφής…
.20180713_093957

3 μέρες αργότερα…
Κόντρα στα αυτοδοξαστικά μοτοσυκλετικά κλισέ που εκτοξεύονται σαν θρησκευτικά μηνύματα από μεντρεσέ του Κανταχάρ …περί της μοναδικής απόλαυσης που προσφέρει η μοτοσυκλέτα στα ταξίδια, οδηγώντας μια Ford sedan του ’53 και μια Chevrolet Impala του ’58, γυρίσαμε τη μισή Κούβα, σ’ ένα υπέροχο ταξίδι, με μοναδικά μέρη και μοναδικούς αυθεντικούς ανθρώπους…
Off the beaten track!
Πιστός πάντα στην τέχνη της ατέλειας και του διαρκούς σφάλματος …

Cheersssss!

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Το σώμα γνωρίζει την απόλυτη αλήθεια…

Posted by vnottas στο 29 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 images (13)

Το σώμα

 

Προσέχοντας το σώμα, λες

χρήσιμο είναι

Το κεφάλι κοιτάζει δεξιά-αριστερά

και λίγο πίσω

τα χέρια πιάνουν ό, τι αναγκαίο

ή μετέχουν σε κανονικές διαμάχες

λαγνείας ή εμφύλιες γενικώς

Κάνουν ζημιές στην αρχή

και μετά ακόμα περισσότερο -αχ τα χέρια-

 .

Η μέση στρίβει μ’ ευκολία

-ιδιαίτερα όμορφη στα κοριτσάκια-

Τα πόδια σε πάνε όπου θες

 Όταν κάθεσαι παίζουν μεταξύ τους

ή σταυρώνονται χωρίς θρησκευτική αιτία

γιατί ξέρουν τι κουβαλούν ως υποζύγια

 .

Γενικώς το σώμα  -αφού κατεβήκαμε απ τα δέντρα-

είναι καλό

 .

Το σώμα γυμναστήριο, το σώμα  λαπάς

 αντικείμενο εκμετάλλευσης του εγκέφαλου

κι όταν εκπίπτει, εκπίπτει.

Εκπίπτει το σώμα

το πειράζει ο καιρός, οι θύελλες θλίψης

οι βροχές-στεναγμοί, το εσώτερο ψύχος

τα κοινόχρηστα της καρδιάς

και κυρίως το σώμα γνωρίζει

την απόλυτη αλήθεια

πως θα εισέλθει τελικά εντελώς νεκρό

στην  επουράνια βασιλεία του Τίποτα

 .

Τελικώς προσέχουμε το σώμα

με φάρμακα, με κρέμες, με υγρά

με πρωτεΐνες, με χάπια, με γυμναστικές

γιατί όλη η ουσία φαίνεται πως βρίσκεται

στο τίποτά του…

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης στην Ινδία

Posted by vnottas στο 25 Σεπτεμβρίου, 2018

(Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός)

Ένα ακόμη (ή μάλλον δύο σε ένα) επεισόδιο από το έπος: ¨Βασίλης (Μεταλλινός) σε μοναχικές ταξιδιωτικές μοτοσικλετιστικές περιπέτειες¨. Ινδία 2017.

20171117_171940

Tamil Nadu, (PART 1)

(Ταξιδιωτικές ιστορίες ολικής αλέσεως. Περιέχουν ρατσιστικά, εθνικιστικά και σεξιστικά σχόλια-δεν περιέχουν γλουτένη).

Τελευταίο βράδυ στην Ινδία. Πριν 4 μέρες πούλησα την Enfield στο Coimbatore και κατέβηκα στην τουριστική Varkala για φρέσκο ξιφία, yoga, ayurvedic massage και αναζήτηση- καταγραφή των συντεταγμένων της δικής μου σκηνικής παρουσίας, σε μια ταξιδιωτική opera buffa κινουμένων τοπίων με εναλλασσόμενους συνειρμούς.
Παράφορα πλήττων κι αραχτός σ΄ένα μπαράκι πάνω στον γκρεμό, βυζαίνοντας μια καμουφλαρισμένη Kingfisher τυλιγμένη σε χαρτί εφημερίδας, παρακολουθώ μια παράφωνη μπάντα Ινδών που παίζει κομμάτια των Beatles, ενώ ο δυνατός ήχος από τα τεράστια κύματα του Ινδικού ωκεανού δεν καταφέρνει να καλύψει τα φάλτσα…
Στο διπλανό τραπέζι ένας 25άρης Γάλλος με πόζα καταραμένου β’ διαλογής, διηγείται στην παρέα του πως γνώρισε την κοπέλα του, τονίζοντας κάθε τόσο ότι την ερωτεύθηκε για το μυαλό της. «Όταν βέβαια το μυαλό βρίσκεται μέσα σ’ ένα κουκλίστικο κεφάλι, πάνω σε μεγάλα βυζιά και στητά οπίσθια» σκέφτηκα παρατηρώντας την ανατομική βόμβα, υπό ακρατή σιελόρροια…
Παραδίπλα κάτι χοντροκώλες Αμερικάνες, συμπαθείς καρικατούρες συσσώρευσης «like», με συνεχή «selfies» και γελάκια φλερτάρουν τον Ινδό τραγουδιστή, σεκοντάροντας τσιροκοπώντας στο «Love me do» ενώ απ’ το απέναντι τραπέζι ένας Γερμανός με κομοδινί μαλλί χαριεντίζεται με τους σερβιτόρους…
Μετά τους πρώτους παράφωνους στίχους απ’ το «Don’t let me down» κι ενώ αρχίζω να ψάχνω τις τσέπες μου για μια κάψουλα κωνίου που τη φυλάω για τέτοιες περιπτώσεις, βλέπω τη Gemma! Καθισμένη σε στάση διαλογισμού στο βάθος του μαγαζιού, μεσ’ το χάος, να συγκεντρώνεται για ανακατεύθυνση ενέργειας μέσω της παλάμης της σε μια νεαρή μελαχρινή που την κοιτάει με ερωτηματικό ύφος.
Τελικά, κάτι τέτοια άτομα συναντάς και αναστέλλεις την αυτοκτονία!
Φίλτατε αναγνώστα, για σένα που έχεις βαρεθεί τα μοτοταξιδιωτικά ανδραγαθήματα , έχεις χεσμένα τα χιλιόμετρα και τα μέρη που πέρασα με τη μοτοσυκλέτα μου, καθώς και τους μήνες, μέρες και ώρες που διήρκεσε το ταξίδι μου… Ξέρω ότι θέλεις βρώμικες ιστορίες που στάζουν αίμα…

Πάμε 3 χρόνια πίσω λοιπόν…

20171120_092323

Τη Gemma την γνώρισα το 2014 στη Βομβάη, σ’ ένα περίεργο guest house ενός εικαστικού Ινδού καλλιτέχνη, που κυκλοφορούσε μ’ ένα παλιό αντικέ καναρινί Morries Μinar του ’50 με μπλε ελεκτρίκ αστράκια στην οροφή και στο καπό. «Είμαι στα γράδα μου» σκέφτηκα βλέποντας το σκηνικό. Ασχημούλα 45άρα, μελαχρινή Ιταλίδα από το Σαλέρνο, με φάτσα που ‘φερνε σε πεκινουά. Eίχε χάσει τον σύζυγό της από δυσεντερία -όμως απ’ ότι αντελήφθην αργότερα που γνωριστήκαμε καλύτερα- και σε συνδυασμό με μια λάμα 250mm χασαπομάχαιρου στην κοιλιακή χώρα, σε κάποια διαφωνία με τον Andrea De Vivo της τοπικής Camorra….
Το ‘χε ρίξει στη γιόγκα και τον διαλογισμό,  κατασκευάζοντας για τον εαυτό της ένα αυτο-απείκασμα διανοούμενης γκουρού και σουλατσάριζε κάθε χρόνο στην Ινδία, των αμέτρητων εκδοχών κι ερωτημάτων, στο κυνήγι μιας απούσας Αλήθειας.
Την ακολούθησα προς αναζήτηση παγωμένης μπύρας και με οδήγησε σ’ ένα μπαρ μιας φίλης της λεσβίας που εκείνο το βράδυ φιλοξενούσε ένα gay party. Κάποια στιγμή με είδε που περιεργαζόμουν ένα mp3 και με ρώτησε αν έχω μουσική με μπουζούκια για να δώσει ένα τόνο έθνικ, η φίλη της στο μαγαζί.
Ξεχώρισα ό,τι πιο καλτ διέθετε η κάρτα μνήμης της συσκευής και σε λίγα λεπτά, σταματά το «Broken English» της Marianne Faithfull και «μπαίνει» το «φαρφίσα» με την εισαγωγή του «Μη μου μιλάτε» του Γαβαλά.
Ξαφνικά βλέπω 2 λεσβίες και 3 γκέι να σηκώνονται και να το χορεύουν σέικ με χίπικες κινήσεις κι «απλωτές» ενώ 2 φρικιά Ινδοί μακρυμάλληδες στο μπαρ κουνάνε τα κεφάλια τους σε στιλ heavymetal! Απρόσμενη σουρεαλιστική φάση… Στο ρεφρέν η ιδιοκτήτρια με μια φίλη της -παρ’ αρίω μπάφω- προσπαθούν να σεκοντάρουν στα Ινδικά …όταν ξαφνικά σταματάει η μουσική και σβήνουν τα φώτα!!!
Σκοτάδι πίσσα και μπουκάρουν φωνάζοντας κάτι ακατάληπτα hindi, 5-6 αστυνομικοί με φακούς και κάτι καλαμένιες μαγκούρες στα χέρια…
.
Συνεχίζεται στο PART 2

20171118_114723

[WARNING! DANGER!!!
Do not read this until you have read INDIA 2017 (Part 1)
After you have read it …it is safe to continue reading.]

 Tamil Nadu 2017 (PART 2)

Βλέπω τη Gemma τρομαγμένη… «Τη βάψαμε» μου λέει. » Άμα μας πάνε μέσα …o νόμος εδώ είναι πολύ αυστηρός για τους ομοφυλόφιλους.» Κάποιοι άρχισαν να διαμαρτύρονται, άλλοι να φωνάζουν και οι αστυνομικοί εμπόδιζαν τους θαμώνες να βγουν από το μπαρ, φυλάγοντας πόρτες και παράθυρα. Γερό μπλέξιμο σκέφτηκα και άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια… Το ενδεχόμενο να οδηγηθώ σε κανα κελί Ινδικής φυλακής κατηγορούμενος για συμμετοχή σε gay party μου ‘κανε το ηθικό περντέ πιλάφ…
Που να εξηγείς τώρα ότι είσαι βαθέως μεροληπτικός υπέρ των γυναικών και μπήκες στο μπαρ για μια μπύρα? Η Gemma με φάτσα κομμένου αυγολέμονου με κοιτάζει σαν να μου ζητάει συγγνώμη που μ’ έμπλεξε.
Εκείνη τη στιγμή τρώω φλασιά με Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα και με εθνικιστικό ενθουσιασμό επιχειρώ ηρωική έξοδο. Ανάβω τον φακό του κινητού μου και πηγαίνω προς την κεντρική πόρτα.
Ένας μεγαλόσωμος μουσάτος αστυνομικός με φυζίκ ορεινού γορίλα της Ουγκάντα, με κοιτάζει με αυστηρό ύφος και μου κάνει νεύμα να γυρίσω πίσω σηκώνοντας και την μαγκούρα. Βγάζω το διαβατήριο και του λέω στα αγγλικά ότι είμαι περαστικός απ’ το μπαρ και δεν έχω καμία σχέση με το πάρτι.
Παίρνει το διαβατήριο και το κοιτάζει. Ψάχνει για τη βίζα. Γυρίζει τις σελίδες και αντιλαμβάνομαι ότι δεν βγάζει νόημα από το «Hellas».
«We will see it at the police station» μου πετάει στο άγριο, κάνοντάς μου νεύμα να γυρίσω πίσω στο μπαρ.
Νοιώθω απογοητευμένος του θανατά, κάνοντας τη σκέψη ότι αν και προτιμώ την καύση από το να με θάψουν … θα τα δεχτώ και τα 2 μαζί, αρκεί να γλιτώσω τη ρετσινιά και την ατίμωση από τους κωλομπαράδες ενοίκους της Arthur Road Jail …
Ξανατρώω φλασιά από Αρκάδι, Κούγκι κι Αλαμάνα και με πατριωτικό oβερντόουζ στο όνομα της ελευθερίας, επιμένω να βγω έξω.
Με απορημένη φάτσα Βρετανού ληξίαρχου και αυξημένο τον ειρωνικό δείκτη, με ρωτάει από ποια χώρα είμαι.
Με ρωγμώδη λυγμό του απαντώ «Greece».
«Katsouranis» μου λέει χαμογελώντας μ’ ένα αλλήθωρο συνωμοτικό βλέμμα και μου ανοίγει την πόρτα να βγω…
Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά σήμερα… ΠΑΟΚτσής μπάτσος στην Ινδία!
Δεν είναι τυχαίο… Ζάμπια, Νιγηρία τώρα και Ινδία… Η οικουμενική ιδέα του ΠΑΟΚ!
Ανυπόφορα συγκινημένος και με σκέψεις τύπου «κλείσε μέσα σου τον ΠΑΟΚ και θα νοιώσεις κάθε είδους μεγαλείο» έφυγα τρέχοντας.
Μετά από καιρό σ΄ένα ξενώνα στη Dharamsala, παρακολουθώντας για νανούρισμα Ινδικό ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, μαθαίνω ότι ο Κατσουράνης έπαιζε κι αναδείχθηκε «Hero of the match» στην Ινδική PUNE, συμπαίκτης με Cirillo και Trezeguet, κι έτσι λύθηκε το μυστήριο …αλλά χάθηκε η μαγεία για τη μεταφυσική δύναμη του ΠΑΟΚτσήδικου πνεύματος…

20171118_091240
Πίσω στη Varkala πάλι.
Η Gemma που είχε παχύνει λιγάκι και το πρόσωπό της άρχισε να «φέρνει» σε μαστίνο ναπολιτάνο, αρχικά δεν με θυμήθηκε. Μόλις της είπα για τη φάση στη Βομβάη ρίξαμε κάμποσα μεγκαβάτ γέλιου, συνοδεία καμουφλαρισμένων Kingfisher μέχρι τελικής πτώσεως. Για την ιστορία, μου είπε ότι εκείνο το βράδυ οι αστυνομικοί μπούκαραν μόνο για λεφτά. Τους έχωσε τα μισά, τσαμπουκαλεμένη, η λεσβία φίλη της (σκληρό μαγκάκι από κάποια δημοκρατία του πρώην Υπαρκτού) και το πάρτι συνεχίστηκε μέχρι αργά τα ξημερώματα.

Επόμενο πρωί. Περιμένω στο αεροδρόμιο του Θιρουβανανθαπούραμ την αναχώρηση για Βομβάη κι ανακατεύω έναν καραβίσιο καφέ, με την αναγκαία έπαρση που μου «βγήκαν» όλα τα ρίσκα κι οι επιλογές, ακολουθώντας το προσωπικό μου φύλλο πορείας στους άγνωστους δρόμους του Tamil Nadu.
Κάνω γρήγορο flash back.
Madras, αγορά μιας μαύρης Enfield 350 bullet και coast to coast Mahabalipuram, Puducherry, Pattukkottai, Thoothukudi, Kanyakumari (Cape Comorin), Madurai, Coimbatore, πώληση της μοτοσυκλέτας και ξανά νότια με το τρένο στη Varkala (στο γειτονικό state της Kerala)
Η επιλογή του Tamil Nadu? Δεν έχει να κάνει με όνειρο ζωής, ούτε με …»must see before you die». Η επιλογή της διαδρομής έχει κάτι το μεταφυσικό. Το διαισθάνεσαι. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στον χάρτη που εντυπώνονται στο μυαλό μας.
Το συναρπαστικό συστατικό του ταξιδιού είναι ακριβώς το ενδεχόμενο του τυχαίου και η διάθεση να καλοδέχεσαι το αλλόκοτο και το ασυνήθιστο, ομογενοποιημένος σ’ ένα πολυφυλετικό και πολυγλωσσικό χυλό, με τις δικές του πολιτισμικές παραδόσεις.
Σε μια μαγική χώρα όπου η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…
Και στα δύσκολα να θυμάσαι τα λόγια του Maharishi στον αποτροπιασμένο -απ’ τις αράχνες, μύγες, κατσαρίδες- Ringo Starr το 1968 στο Rishikesh:
«Για τους ανθρώπους που ταξιδεύουν στο χώρο της αγνής συνείδησης, οι μύγες δεν έχουν πλέον μεγάλη σημασία».
Άλλωστε η Ινδία μπορεί να τους χωράει όλους …όμως δεν είναι για όλους!

20171125_075759β

20171120_101843
.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μια μπάλα κι ένα ζήτω. Έτσι γενικώς. 

Posted by vnottas στο 24 Σεπτεμβρίου, 2018

Δύο ακόμη ποιήματα από τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη

 

ΕΞΕΜΕΤΡΗΣΕ …

Εξεμέτρησε το ζην

ετών πενήντα δύο.

Μόνος άνευ απογόνων  και επιγόνων.

Όλοι οι ιερείς της πόλεώς μας

συμπροσευχήθηκαν

για την εν ουρανοίς ευτυχία του,

που δεν μπόρεσε να  απολαύσει στη γη.

Ήταν που ο θεός τον αγαπούσε

κι έσπευσε γρήγορα

να τον καλέσει κοντά του.

Επιβεβαιώνοντας έτσι

Την μεγαλοσύνη του

Και την άφατη φροντίδα

για τον άνθρωπο.

Έτσι γενικώς. 

images (46)

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

Ο Άλμπυ, ο Πρέγκα, κι  ο Νουρ

κλωτσάνε μια μπάλα

σε χέρσα χωράφια

στήνοντας το όνειρο.

Να στείλουν φωτογραφία στη μάνα τους,

όπου κι αν βρίσκεται,

παριστάνοντας τον  Μέσσι, τον  Νευμάρ, τον Ρονάλντο.

Θυμούνται, οι εφιάλτες πάντα επιμένουν,

τα χαλάσματα των σπιτιών τους,

τις απανθρακωμένες γιαγιάδες τους,

που δεν πρόλαβαν να τους πούνε παραμύθια,

επιμένοντας να ονειρεύονται

έναν κόσμο που θα χωράει

όλα τα χρώματα.

Ακόμα και τους αράπηδες,

που έξω απ’ το γήπεδο τους φτύνουν,

οι φύλακες του νόμου και της τάξης.

Κλωτσάνε μια μπάλα γεμάτη ελπίδες,

με τον Ξενοφώντα και τον Παντελή,

που δεν τους νοιάζουν

οι μαύρες επιδερμίδες.

Μόνο τα αγκαλιάσματα και τα φιλιά

της νίκης και της αδελφοσύνης  τους συνεπαίρνουν.

Μια μπάλα κι ένα ζήτω

των συμπαικτών τους, μόνα τους εφόδια,

να αναποδογυρίσουν τον κόσμο

που τους γέμισε πληγές πριν ακόμα τον γνωρίσουν.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Ταξιδιωτικές ιστορίες ολικής αλέσεως

Posted by vnottas στο 19 Σεπτεμβρίου, 2018

Όπως σας έγραφα και παλιότερα «Ο Βασίλης Μεταλλινός, από τη Θεσσαλονίκη, αρχιτέκτονας και φίλος, όταν του την δίνει, καβαλάει μια μοτοσικλέτα και χάνεται στην κίτρινη ανταύγεια των  εξωτικών δρόμων ..»

Σήμερα αναρτώ την αφήγησή από ένα πρόσφατο μοτοσικλετιστικό ταξίδι στην Αφρική. Υποσχέθηκε ότι σύντομα θα μου στείλει και άλλες από αυτές τις γλαφυρές περιγραφές, τις οποίες, φυσικά, θα σας  κοινοποιήσω.

Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός

MADAGASCAR, 2018.

                          Ταξιδιωτικές ιστορίες ολικής αλέσεως (δεν περιέχουν γλουτένη).
Μεταλλινός 3
Τέσσερις τα ξημερώματα και οι ήχοι ήταν ανατριχιαστικοί… Πεπεισμένος ότι άκουγα καθαρά τον ερχομό ενός διψασμένου για αίμα λυκανθρώπου που περπατάει με σάλτα στο δωμάτιο, άναψα τον φακό μου, σφίγγοντας στο άλλο χέρι τον ελβετικό σουγιά. Ένας τεράστιος αρουραίος κι ένα κίτρινο φίδι είχαν σκορπίσει τα φρούτα μου στο πάτωμα, κάνοντας νταηλίκια γύρω από μια σακκούλα με χυμένα φιστίκια.
Πετάχτηκα απ΄το κρεββάτι κι έμεινα μετέωρος σαν hovercraft…
Μιας και δεν έχω καταλήξει ακόμη σε οριστικά συμπεράσματα για τις αντιδράσεις των φιδιών της Μαδαγασκάρης, προτίμησα να πηδήξω αλαφιασμένος από το παράθυρο, έξω από την ξύλινη καλύβα φωνάζοντας την παντρόνα.
Από την διπλανή καλύβα βγήκε ένας 65άρης Αυστριακός συνταξιούχος, που έφτασε στη Μαδαγασκάρη με ποδήλατο, ρωτώντας τι συμβαίνει, με βλέμμα αυστηρό …σαν καρδινάλιος του Ελ Γκρέκο, ενώ εμφανίστηκε και η τεραστίων διαστάσεων παντρόνα, που θα την χαρακτήριζες ομορφούλα μόνο αν την έβλεπες μέσα από αρνητικό ακτινολογικό φιλμ…
Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι δεν ήμουν διατεθημένος να μοιραστώ την κρεββατοκάμαρά μου μ’ ένα ερπετό κι ένα τρωκτικό, αποστρέφοντας το βλέμμα μου, φοβούμενος μήπως αν την κοιτούσα κατάματα …προσέβαλα το luxury bungalow που διαφήμιζε στο διαδικτυακό site, όπου ενέδωσα τουμπαρισμένος απ΄τις παραληρηματικές περιγραφές της. Άλλωστε οποιοδήποτε παράπονο για το δωμάτιο …δοκίμαζε τη συνοφρύωσή της..Μεταλλινός 1
Μπήκε τσαμπουκαλεμένη στην καλύβα μου κι ακούστηκαν κάτι ήχοι σαν γκονγκ… Πρώτος βγήκε ο αρουραίος απ΄την πόρτα, στρίβοντας με τις μπάντες τρομαγμένος για ν΄αποφύγει μια τεράστια παντόφλα που πετούσε σαν καταδιωκτικό Douglas Destroyer καθέτου εφορμήσεως και πέφτοντας σε μια σειρά από μπουκάλια μπύρας του Αυστριακού, σπάζοντας τα δύο τελευταία.
Σε 3-4 λεπτά βγήκε και η παντρόνα κρατώντας το φίδι απ΄την ουρά, κάνοντάς μου νεύμα να μπω μέσα, ενώ μια βαγκνερική γριά απ΄ το γειτονικό bungalow είχε αρχίσει να τσιρίζει στις ψηλότερες νότες της Lucia di Lammermoor…
Περίμενα την παντρόνα έξω απ΄το δωμάτιό της. Σε 3 λεπτά επέστρεψε και πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ, ξάπλωσε σε μια πολυθρόνα παίρνοντας πόζα αρχοντοπουτάνας βερολινέζικου καμπαρέ του μεσοπολέμου, επαναλαμβάνοντας χαμογελαστά «votsotsa*-votsotsa, no danger mister Vasilis… good snake no danger mister Vasilis…go to sleep, go to sleep»…
To ερώτημα παραμένει αειθαλές και αρχετυπικό απ’ τον Αλμπέρ Καμύ:“Should I kill myself, or have a cup of coffee?”
Η ώρα είχε πάει 5 παρά. Κάθησα στο τραπεζάκι έξω απ’ την καλύβα κι ετοίμασα έναν καραβίσιο. Ήρθε κι ο Αυστριακός από δίπλα φέρνοντας και μια καρέκλα. Μεγάλη μάρκα τελικά… Οι καραβίσιοι γίνανε δύο. Αυτός ξεκινούσε το ταξίδι του απ΄τα χαράματα για να γλυτώσει απ΄τον καυτό ήλιο του 20ου παράλληλου νότια του Ισημερινού.
Κάναμε γκεζί για 400 χιλιόμετρα. Οδηγούσα αργά την μικρή μοτοσυκλέτα μου, ανάμεσα στις χιλιάδες λακκούβες και δεν είχαμε πρόβλημα να φτάνουμε μαζί στο επόμενο χωριό για διανυκτέρευση. Περίεργος τύπος, πετάλι τη μέρα και καταχρήσεις τη νύχτα μέχρι πλήρους απόφραξης αρτηριών από λίπη, νικοτίνη και αλκοόλ.
Φτάσαμε μαζί μέχρι τη Sambava. Εκεί διεπίστωσε ότι η ποδηλασία σε χωμάτινο τερέν με λακούβες-παγίδες ελεφάντων, δεν περιλαμβάνονταν στα ατού του ιατρικού του φακέλλου, με αποτέλεσμα να συνεχίσει με το λεωφορείο.
Μετά από 2 βδομάδες τον ξανασυνάντησα στο Ανταναναρίβο στο CGM, ένα Jazz μπαρ που λειτουργούσε μεσημεριανές ώρες στο Analakely, κάπου στο κέντρο. Εκεί κάτι Μαλαγάσιοι τζαζίστες αυτοσχεδίαζαν πάνω σε funky κομμάτια του Fela Kuti , ενώ ο Αυστριακός προσπαθούσε να βρει τις λύσεις για τα υπαρξιακά του προβλήματα στον πάτο ενός μπουκαλιού Dzama-Prestige cuvee’ noir…Μεταλλινός 2
Δεν προλάβαμε να τα πούμε ούτε να δούμε τους MadaJazz* γιατί έξω γινότανε χαμός.
Έκλεισε το μαγαζί κακήν κακώς και βγήκαμε στην τεράστια σκάλα που οδηγούσε στην Avenue d’Ιndependence. Εκεί στασιαστές κόντρα στη διεφθαρμένη και ληστρική κυβέρνηση (με τις πλάτες των Γάλλων) είχαν στήσει οδοφράγματα και επιτίθεντο κατά των πάνοπλων στρατιωτικών, που βαρούσαν με κανονικές σφαίρες στο ψαχνό. Έξι νεκροί και καμιά πενηνταριά βαριά τραυματίες… Πήγε 6 τ’ απόγευμα, έπεσε σκοτάδι και στην πόλη δεν ανάβει δημοτικός φωτισμός. Δεν υπάρχουν αυτονόητα εδώ…
Μαύρο σκοτάδι, πυροβολισμοί, φωτιές …κόλαση! Αξέχαστη εικόνα-κλωτσιά στα κωλομέρια των δικών μας επαναστατών της μουσταλευριάς …που έγιναν αναρχομπαχαλάκηδες για να αντιδράσουν στον δεξιό μπαμπά, με τις γοητευτικώς άχρηστες και αχρήστως γοητευτικές «παρεμβάσεις» διαμαρτυρίας…
Χαθήκαμε με τον Αυστριακό μέσα στο πατιρντί… Ο τύπος ήταν πολύ θαρραλέος αφού πέρασε κάθετα τη λεωφόρο, ανάμεσα σε εκτοξευόμενες κοτρόνες και σφαίρες. Άλλωστε είχε περάσει πιό ζόρικες στιγμές στη ζωή του, όταν μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε παρακολουθήσει το moto-ταξιδιωτικό ντοκυμαντέρ «Long Way Round» μέχρι το τέλος…
Η φυσιογνωμία μου που «φέρνει» σε Γάλλο, σε συνδυασμό με 3-4 ξυπόλητους νεαρούς Μαλαγάσιους με μαχαίρια σε μέγεθος κουπιού γόνδολας, να με κοιτάνε περίεργα …μ΄έπεισε στην απόφαση να ζήσω και το υπόλοιπο αυτού του κενού γρίφου που λέγεται ζωή, ανεβαίνοντας τα 175 σκαλοπάτια προς την οδό Ratsimilaho, σε στιλ Ντάιρον Ρόμπλες!
Την επόμενη μέρα δώσαμε ραντεβού στο bar «Le Glacier» για μπύρες …giraffes. Οι ταραχές ξανάρχισαν και το μαγαζί οχυρώθηκε πίσω από τα κατεβασμένα μεταλλικά κεπέγκια. Μια οκταμελής ορχήστρα απ’ το festival du desert του Μάλι, έπαιζε κι ο Αυστριακός σηκώθηκε να χορέψει. Δεν πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω. Τον έχασα όταν διαπίστωσα ότι είχε αποσυρθεί με κάτι ντόπια κορίτσια με ειδίκευση στις χειρομαλάξεις και αυξημένο το δείκτη ευγνωμοσύνης στα κερασμένα coctails…
Το ταξίδι συνεχίζεται… Cheers!
……

ΥΓ1. Votsotsa = ποντίκι γίγας της εντόπιας πανίδας
ΥΓ2. Μadajazz = mad a jazz, γνωστή jazz μπάντα στη ΜαδαγασκάρηΜεταλλινός 5

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τρεις τα ξημερώματα θα ήθελα….

Posted by vnottas στο 18 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Θα ήθελα

Il_Machia

Μέσα στου Καραβάτζιο τις σκιές

θα ήθελα να κρυφτώ

να μη με συναντούν τα λαμπερά άλλων ζωγράφων

σε μία νότα να ήμουν σφηνωμένος θα το ήθελα

ανάμεσα σε ένα σολ και ένα ντο

σε παρτιτούρα του Αλμπινόνι

να κάνω ένα πέρασμα φρέημ μισό

στο ‘μακριά απ το αγριεμένο πλήθος’

ξιφομαχώντας με αόρατο εχθρό στα στάχια

ερωτευμένος ως τα μπούνια  με τη Τζούλι Κρίστι

τζούλι-2-230x300

θα ήθελα  σ ένα  ιστιοφόρο να κρυφτώ

που το ζωγράφιζε ο Αιβαζόφσκι

μες σε φουρτουνιασμένες  θάλασσες

κι ακόμα να ήμουν άγραφη σελίδα

προσμένοντας στίχους του Μπόρχες

πάνω μου

όπως επίσης και μια σταγόνα από Σανέλ

 στον  αλαβάστρινο λαιμό της Μέρλυν

το νύχι ενός καλόγερου θα ήθελα να είμαι

που σπρώχνει ένα σκουπιδάκι

στην άκρη των χειλιών μιας Παναγίας

που ζωγράφισε για ενός μοναστηριού το τέμπλο

τέλος θα ήθελα επίσης να είμαι φευγαλέα

η άκρη του δακτύλου ενός πιτσιρικά αναρχικού

που με ακραίο μίσος για δέκα δεύτερα πιέζει

τα όνομα ένα τραπεζίτη στο θυροτηλέφωνο

στη λεωφόρο Αμαλίας

τρεις τα ξημερώματα  θα ήθελα….

αρχείο λήψης (5)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Απολογισμοί…

Posted by vnottas στο 13 Σεπτεμβρίου, 2018

(ένα ποίημα από τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

skiaxtro (1)

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΦΤΟΥΡΗΣΕ

Τίποτα δε φτούρησε αυτό το καλοκαίρι.

Κι ας έλαβε όλα τα ενδεικνυόμενα

                  ή υποδεικνυόμενα μέτρα.                    

Κι οι ντοματιές του εξεμέτρησαν  το ζην προώρως,

 Κι όλα τα λαχανικά  του, ακόμα κι οι ανυπότακτες

καυτερές πιπεριές, τα τσίλι που λένε οι ξενόγλωσσοι,

παρέμειναν ατροφικές.

Τα απίδια και τα σταφύλια του,

αφέθηκαν στο έλεος των ανέμων

και των πετεινών του ουρανού, ,

που χωρίς να σπέρνουν ή να  θερίζουν,

κατά πως λέει το Ευαγγέλιο

 βρίσκουν να τρώνε από το χέρι του θεού,

που σκορπά απλόχερα το μόχθο των άλλων.

Ακόμα κι οι θεράποντές  του,

συμβουλές του έδιναν. Όχι ελπίδες.

Που άλλωστε δεν μπορεί να διαχειριστεί

Έχοντας σίγουρο

το τέλος της δημιουργίας,

Αυτής που όλοι δοξάζουν και υμνολογούν,

Σιωπώντας αιδημόνως , όταν αδυνατούν  

να εξηγήσουν το τέλος της.

Κι αυτό το καλοκαίρι,

Που φεύγει ρέοντας μεσ’ απ’ τα δάχτυλά του,

σαν ψιλή άμμος           

δεν του έφτασε ούτε για  ένα στίχο.

Ούτε τα υπερώριμα  απίδια του

δεν πρόλαβε να μαζέψει,

Που χάθηκαν κι αυτά μέσα στον

Αμέτρητο, άπειρο, ασύλληπτο

Χρόνο, που δεν του ανήκει πια.  

images (10)  

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Καλοκαίρι 2018. Ποιήματα από τον Νίκο και τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 10 Σεπτεμβρίου, 2018

Από τον Ηλία Κουτσούκο και τον Νίκο Μοσχοβάκο,  θερινή παραγωγή με ποικίλη έμπνευση.

  1. Ν. Μοσχοβάκος

image

ΗΜΟΥΝ ΙΠΠΕΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

 

Ήμουν κι εγώ ιππέας του Αυτοκράτορα

όταν κατεστάλη η στάση του Νίκα.

Με φρόνημα υψηλό κι αυταπάρνηση

υπερασπίστηκα την αίγλη του.

Σήμερα αιώνες μετά

εξακολουθώ να συντηρώ τ’ άλογό μου

μ’ έξοδα του Μεγαλειότατου.

Τις πρώτες πρωινές ώρες κάθε μέρα

εκγυμνάζω τον ίππο μου

σε καλπασμούς κανονικότητας

κι επελάσεις ηδονής.

Ανεβοκατεβαίνω τη λεωφόρο Αλεξάνδρας

σπανίως ξεστρατίζω στα στενά δρομάκια του Γκύζη

και ξαποσταίνω μετά στο πεδίο του Άρεως.

Διατηρώ έτσι σ’ άριστη κατάσταση τ’ άλογό μου

που με το κεφάλι ψηλά

αψηφά κάθε εμπόδιο κι ειν’ έτοιμο

για επιδόσεις νίκης.

Με φθονούν, το ξέρω

οι οκνοί κι αναποτελεσματικοί

ιππότες της ρουτίνας

που μονίμως σχολιάζουν μ’ αμετροέπεια

την επιμονή μου να υπηρετώ

τον φυσικό μου αφέντη.

Γνωρίζουν πάντως καλά ότι δεν πτοούμαι

ουδέ αιδούς κρατήματα έχω.

Μπολιάζω μ’ αυτοπεποίθηση

τον σπάνιο ίππο μου

κι είμαι ετοιμοπόλεμος κι ανδρείος.

Οι όποιες επιφυλάξεις μου

δεν είναι για τις μάχες όπως ξέρετε

αλλά για τους αντιπάλους

που γίνονται εύκολη λεία στις επιθυμίες μου

όπως τότε που καταστείλαμε μ’ ευθύνη

και φρόνηση περισσή

την ολέθρια στάση του Νίκα

στην απειλούμενη Βασιλεύουσα

κι έλαβα τον έπαινο διάκρισης

από τα κρινοδάχτυλα

της ωραίας Αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Ποτέ μου λοιπόν δεν θα πάψω

να εκγυμνάζω τον ίππο μου

αναζητώντας νέα τρόπαια

και παραστάσεις θριάμβων

έστω κι αν στερούμαι αιώνες τώρα

τον ύπνο και την ανάπαυσή μου.

2. Ν. Μοσχοβάκος

975_n

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Όλοι οι Έλληνες ήσαν εκεί

στην εκστρατεία κατά των Περσών

πλην Λακεδαιμονίων

όπως διεδόθη αστραπιαίως

και ‘μεις Ιμέριοι και Γελάσιοι

της μεγάλης Ελλάδος τέκνα

αναλογιζόμενοι τι είχε συμβεί

πριν από έναν περίπου αιώνα

απορούσαμε χωρίς σκοπιμότητες:

Είπε κανείς ποτέ

ότι στις Θερμοπύλες

έπεσαν μαχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι

πλην λοιπών Ελλήνων;

Όμως εφησυχάσαμε ανακουφισμένοι

όταν πληροφορηθήκαμε

τον μεγάλο αριθμό μισθοφόρων

που ακολούθησαν τους Μακεδόνες.

Κι αποφανθήκαμε στέρεα:

και βέβαια πλην Λακεδαιμονίων.

3. Η. Κουτσούκος

provata2

έξω απ τη στάνη

Ο Κύριος είναι ο ποιμήν μου

μέσα απ τα ζοφερά λιβάδια του σύμπαντος

με οδηγεί

μαζί Του βαδίζω σταθερά

χωρίς να φοβάμαι το σκότος

ο Κύριος είναι ο βοσκός μου

κι εγώ το χαζό προβατάκι Του

που έφυγα απ τη μάντρα

και με βρήκαν τα σκυλιά Του

Ο Κύριος με οδηγεί

πίσω Του κάθομαι

και τρέχει

με τζιπ, με γουρούνα, με μηχανή χιλιάρια

με εξωλέμβιο, με χόβερκραφτ και πύραυλο

μες τις εσχατιές δασών του χάους τρέχει

 

Μα πουθενά δεν το μπορεί να πάει ο Κύριος

γιατί Του έχω κόψει κλίση από τότε που ήμουνα

 μικρό παιδάκι

                                          

και σιχαινόμουν

τους  τσομπάνους

αφού μαντρώνανε τα πρόβατα

τους κλέβανε το γάλα

και κάθε Πάσχα τα λιανίζανε

και επίσης σιχαινόμουν όλους αυτούς

που ήθελαν να είναι προβατάκια

και να λατρεύουν το τσομπάνο τους

ενώ το βασικό στοιχείο του ανθρώπου

είναι να φεύγει μακριά όσο μπορεί από τη στάνη

κι από σερίφηδες τσομπάνους

όσο αντέχουνε τα ποδαράκια του

σε όμορφα λιβάδια να πηγαίνει

4. Ν. Μοσχοβάκος

images (6)

ΣΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ

 

Στο υγρό δάπεδο του βλέμματός σου

βρύα χρωμάτων γεμάτα φως

αντανακλούν άψογα

των αισθημάτων σου τις ανταύγειες.

Με κοιτάζεις μ’ αγάπη            

που ριζωμένη χρόνια τώρα ανθίζει.

Είμαι τυχερός που διαβάζω τα όνειρά σου

και πάντα υπάρχω

μέσα σ’ αυτά.

Σου μιλώ σιγά χωρίς να σκέφτομαι τι λέω

όμως ξέρω καλά αυτά π’ ακούς.

Έτσι συνεννοούμαστε εξάλλου μια ζωή.

Χωρίς περιστροφές.

Πάλι τελειώνει ένα καλοκαίρι.

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης!

Posted by vnottas στο 1 Σεπτεμβρίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

ς

 

Ο συλλέκτης

 

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης

να μάζευα μια ζωή γραμματόσημα

από εξωτικές χώρες που δεν πήγα

να μάζευα σπιρτόκουτα

από φωτιές που δεν έκαψα

σπάνια λουλούδια σε φυτολόγιο

από κήπους που δεν μπήκα

όμορφες πεταλούδες

από δάση που δεν περπάτησα

να αγόραζα πορτολάνικους χάρτες

με λιμάνια παράξενα

κι οικόσημα σπάνια

να είχα ωραία κρασιά στο κελάρι μου

παλιές μετοχές σιδηροδρόμων

που καταργήθηκαν

νομίσματα που ακυρώθηκαν

δεκαετίες πριν

να συγκέντρωνα απέραντα πριν

για μετά

να έχω  βρε αδερφέ μια ασχολία

ένα χόμπι για τα γεράματα

να βρίσκομαι με άλλους συλλέκτες

που οι απόγονοί τους ύστερα

τους έχουν εντελώς χεσμένους

για όλα αυτά που μάζευαν…

.

αλλά ας όψεται ο παππούς μου

όταν μου είπε κάποτε σοβαρός

‘να παν στο διάολο οι συλλέκτες

εγώ μόνο τις λύπες μου μαζεύω

σε τούτη τη ζωή’….

 ξμ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα: Ο Επίλογος

Posted by vnottas στο 21 Αύγουστος, 2018

images (21)

Επίλογος ένα:  Καλλισθένης

Εκείνο το βράδυ έσταξε λίγο, αλλά τελικά δεν έβρεξε∙  ο ουρανός ωστόσο, έμεινε νεφελώδης και σκοτεινός∙

Η συντροφιά των ιππέων, ακολουθώντας στενά παράμερα σοκάκια, έφτασε κοντά στην κεντρική πλατεία των Βάκτρων, εκεί όπου διασταυρώνονται οι κύριοι δρόμοι για να καταλήξουν ύστερα ακτινωτά στις περιμετρικές πύλες των τειχών.  Πίσω τους, οι φλόγες, αφού ξεπετάχθηκαν απότομα φωτίζοντας ένα τμήμα του χαμηλού νυχτερινού θόλου, είχαν αρχίσει κάπως να καταλαγιάζουν. Προφανώς είχαν επέμβει οι φρουροί, καθώς και μερικοί από τους άνδρες των  περιπόλων που είδαν τη φωτιά να κοκκινίζει ξαφνικά τη βόρεια πλευρά της πόλης και έτρεξαν να βοηθήσουν στην κατάσβεση.  

Οι εφτά καβαλάρηδες (και το άλογο όπου είχαν φορτωθεί τα έγγραφα, καθώς και μερικά άλλα πράγματα του Καλλισθένη), απέφυγαν να διασχίσουν την πλατεία και σταμάτησαν για λίγο σε έναν μεγάλο δημόσιο Κήπο, έρημο αυτήν την ώρα. Ήθελαν να αποχαιρετίσουν τον Δάσκαλο που θα συνέχιζε προς τα γειτονικά βουνά συνοδευμένος από τον Ευρυμέδοντα και τον Κάνθαρο. Τον πρώτο γιατί, αν και κατάκοπος, ήξερε το δρόμο καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο και τον δεύτερο γιατί δήλωσε πως αισθάνεται άνετος και ξεκούραστος.

 Ξεπέζεψαν και αγκάλιασαν τον Καλλισθένη ένας ένας. Ο Χοντρόης υπέβαλε το σεβασμό και  τις ευχές του στο ιδιόρρυθμο γλωσσικό του ιδίωμα, ο Σωσίβιος ευχήθηκε στον Καλλισθένη να του πάνε από εδώ και μπρος όλα αίσια και συνέστησε στον Ευρυμέδοντα να αναπαυθεί καλά και να μην επιχειρήσει για δεύτερη φορά, άυπνος, την επιστροφή απ’ τον βουδιστικό ναό στα Βάκτρα.

Ύστερα ήρθε η σειρά του Οινοκράτη. Ο Καλλισθένης τον αγκάλιασε με φιλική οικειότητα και του είπε πως λυπάται που δεν πρόλαβαν να μιλήσουν για τις περιπέτειες του ταξιδιού στην Αθήνα. Ο Σικελός του απάντησε πως ελπίζει ότι θα τα πουν όλα και με λεπτομέρειες είτε στην Ασία είτε στην Ελλάδα, αλλά, σε κάθε περίπτωση, σύντομα.

Ο Εύελπις είναι τεντωμένος, αλλά και ευδιάθετος. Αγκαλιάζει τον Ολύνθιο τελευταίος. Θα ήθελε να τον συνοδέψει μέχρι το τέλος της διαδρομής, αλλά πρέπει να ενημερώσει άμεσα τον Ευμένη για όσα συνέβησαν απόψε. «Ευχαρίστησέ τον εκ μέρους μου». λέει ο Δάσκαλος. «Πες του πως η αλληλεγγύη του δεν με εξέπληξε. Ήξερα πως έχω έναν καλό φίλο. Ευχαρίστησε επίσης τη Θαίδα. Και τον Αριστοτέλη».

«Να είσαι ήσυχος Δάσκαλε, θα μεταφέρω τα μηνύματά σου», λέει ο Μεγαρέας. «Και τα κείμενά που μου έδωσες θα παραδοθούν στον Σταγειρίτη. Με μεγάλη μου χαρά θα του κοινοποιήσω πως ό, τι κι αν θα λένε οι φήμες, είσαι ζωντανός και ασφαλής».  

Μετά σκέφτεται κάτι ακόμη: «Ίσως θα είναι καλό, για λόγους ασφάλειας, εκεί που θα πας, να μη χρησιμοποιήσεις το πραγματικό σου όνομα, αλλά ούτε ένα παρανόμι όπως ο ¨Έλληνας¨ ή ο ¨Φιλόσοφος¨. Θα ήθελα πάντως να ξέρω τι όνομα θα διαλέξεις για να διευκολυνθώ όταν – ελπίζω όπου να ‘ναι- θα έρθω ξανά σε επαφή μαζί σου.  

Ο Καλλισθένης το σκέφτεται. «Ως τώρα ¨εξεστράτευσα¨ κι από δω και μπρος θα ήθελα να ¨οδεύω¨ ως περιηγητής. Ας φτιάξουμε λοιπόν μια καινούργια λέξη από αυτές τις δύο. Τι θα έλεγες για το ¨Ταξιδιώτης¨;

«Καλό μου φαίνεται», αποφάνθηκε ο Εύελπις.

img15

Επίλογος δύο: Εύελπις – Ευμένης

Ο Εύελπις επισκέφτηκε τον Ευμένη στο προσωπικό του κατάλυμα . Αν και ήταν προχωρημένη νύχτα, ο Καρδιανός τον περίμενε ξύπνιος και ανήσυχος. Όταν έμαθε πως ο Ολύνθιος φίλος και συνεργάτης του  αποδέχθηκε τελικά να φυγαδευτεί, η ένταση καταλάγιασε, οι ρυτίδες στο μέτωπό του έγιναν λιγότερο βαθιές και οι κινήσεις του πιο ήρεμες.

Ζήτησε να μάθει τις λεπτομέρειες. Ο Εύελπις του αφηγήθηκε τα γεγονότα  των τελευταίων ωρών και του εξήγησε πώς και γιατί ο Καλλισθένης θα μπορούσε από τώρα και στο εξής να θεωρείται νεκρός.

«Ακόμη καλύτερα έτσι!» αποφάνθηκε ο Ευμένης.  «Μην ανησυχείς», πρόσθεσε. «Εάν τα τεκμήρια που απόμειναν επί σκηνής είναι αυτά που μου περιγράφεις, δεν θα είναι δύσκολο ο μεν Καλλισθένης να θεωρηθεί ¨αυτόχειρας¨, ο δε επικεφαλής της φρουράς ¨εξαφανισμένος λιποτάκτης¨. Άλλωστε θα ζητήσω τη σχετική έρευνα να την αναλάβει η υπηρεσία μας. Ο φρούραρχος των Βάκτρων δε θα έχει αντίρρηση. Είναι μια παλιά καραβάνα του πεζικού και απ’ όσο τον ξέρω είναι κι αυτός απ’ εκείνους που δεν τους αρέσει να ανακατεύονται σε υποθέσεις με ¨πολιτική¨ διάσταση.

Θα βγάλουμε μια σύντομη ανακοίνωση που θα μιλάει για ¨έρευνα που διεξάγεται σχετικά με την αυτοκτονία του Ολύνθιου¨. Κάνει μια σύντομη παύση και σκέφτεται μεγαλόφωνα: «Και όπως είναι προβλέψιμο, στα παρασκήνια θα κυκλοφορήσουν διάφορες εκδοχές που μάλλον θα μπερδέψουν τους ιστορικούς του μέλλοντος.  Εμείς δεν θα επιμείνουμε. Θα τους αφήσουμε να υποστηρίξουν ό, τι προτιμούν».

«Και στον Αλέξανδρο τι θα πεις;»

«Στην ουσία την αλήθεια, αλλά με τον τρόπο που θα κρίνω πως πρέπει να την ακούσει».

«Δηλαδή

«Ο Αλέξανδρος επιστρέφει αύριο. Το μυαλό του θα είναι επικεντρωμένο στην εκστρατεία. Θα θέλει πριν από όλα να μάθει αν η επιμελητεία είναι έτοιμη να στηρίξει την νέα εξόρμηση. Ωστόσο είμαι σίγουρος πως  θα ενδιαφερθεί να μάθει και εάν ο Καλλισθένης ομολόγησε τη συμμετοχή του στην απόπειρα δολοφονίας. Θα μιλήσω μαζί του και θα του πω πως, από ό, τι όλα δείχνουν, ο Ολύνθιος αυτοκτόνησε αυτοπυρπολούμενος χωρίς να ομολογήσει καμία συμμετοχή. Εάν αντιδράσει όπως στην περίπτωση του Κλείτου του Μέλανα, θα τον παρηγορήσω, όπως έκανε τότε και ο Καλλισθένης. Εάν χαρεί γιατί θα θεωρήσει πως έχει έναν εχθρό λιγότερο, θα του πω και πάλι αυτά που του έλεγε ο Ολύνθιος. Με δύο λόγια: επικίνδυνοι δεν είναι αυτοί που του λένε τις σκληρές αλήθειες, αλλά αυτοί που τον κολακεύουν, ό, τι κι αν κάνει».

Μετά με κοίταξε προσεκτικά  

«Εσύ τώρα, πες μου, τι σκέφτεσαι…;»

«Όπως σου είπα, ο Καλλισθένης μου άφησε ορισμένα κείμενα. Είναι γραμμένα όταν σκόπευε να αυτοκτονήσει. Ανέλαβα να τα παραδώσω στον Αριστοτέλη, ενώ ένα αντίγραφο (θα το φτιάξω προσωπικά εγώ) προορίζεται για εσένα. Κατά τα άλλα, μετά την ¨αποχώρηση¨ του Καλλισθένη δεν ξέρω ούτε κι εγώ ποια ακριβώς είναι η θέση μου στην εκστρατεία. Μάλλον εσύ είσαι ο αρμοδιότερος να αποφασίσεις και να μου πεις».

«Κοίτα, έχω ήδη ενημερώσει τον Αλέξανδρο ότι επέστρεψες ύστερα από δική μου εντολή, φέρνοντας προσωπικά την αναφορά σου για την κατάσταση που επικρατεί αυτή την στιγμή στην Ελλάδα. Στο επιτελείο υπάρχει ήδη μια ανάλογη αναφορά που προέρχεται από τις υπηρεσίες του αντιβασιλέα Αντίπατρου. Υποτίθεται ότι πρέπει να τις μελετήσω και τις δύο -είναι μια δουλειά που κανονικά θα έπρεπε να κάνω σε συνεργασία με τον Καλλισθένη- και να αποφανθώ εάν υπάρχουν ανεξήγητες αντιφάσεις.  Εναντίον σου δεν υπάρχουν αυτήν τη στιγμή συγκεκριμένες κατηγορίες (αν και οι φήμες σε αναμειγνύουν σε πολλά) και μετά την ¨αναχώρηση¨ του Καλλισθένη είσαι αντικειμενικά χρήσιμος εδώ, στην εκστρατεία. Παρ’ όλα αυτά νομίζω πως είναι πιο φρόνιμο, για όλους μας, να επιστρέψεις επί του παρόντος, στην Αθήνα. Άλλωστε δεν τα πήγες άσχημα εκεί κάτω. Μείνε εδώ λίγες μέρες ακόμη, τελείωσε την αντιγραφή των κειμένων του Καλλισθένη, βοήθησέ με να αξιολογήσουμε την κατάσταση στον ελληνικό χώρο και μετά, εγώ θα ακολουθήσω τη στρατιά προς ανατολάς και εσύ γύρισε στην Αθήνα.

Ο Εύελπις κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Ναι, όπως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, προτιμά να επιστρέψει οίκαδε.

images (13)

Επίλογος τρία: Εύελπις – Θαίδα

Ο Εύελπις δεν είχε ακόμη αποφασίσει πότε θα πήγαινε να αποχαιρετίσει την Θαίδα. Βέβαια, θα προτιμούσε να την δει προτού επιστρέψει ο μνηστήρας της. Και αυτό θα συνέβαινε σήμερα ή αύριο. Άρα θα έπρεπε μάλλον να βιαστεί. Όμως, ο Οινοκράτης εκείνο το πρωί ζήτησε να του μιλήσει για ένα προσωπικό του θέμα, και μετά απ’ αυτήν τη συνομιλία, αποφάσισε ότι πρέπει να την δει τώρα αμέσως.   Ωστόσο είπε να είναι πιο διακριτικός απ’ όσο μέχρι στιγμής, γι αυτό έστειλε τον Οινοκράτη να ρωτήσει αν είναι σε θέση να τον δεχτεί. Ο Οινοκράτης γύρισε πίσω φέρνοντας καταφατική απάντηση. Ναι, η ωραία της εκστρατείας θα τον δεχόταν. Πήγε λοιπόν στην κεντρική πλατεία και αγόρασε ένα κόσμημα που είχε εντοπίσει εκεί τις προηγούμενες μέρες. Ένα πανέμορφο περιδέραιο με σμαλτωμένη στο κέντρο την εικόνα ενός χελιδονιού. Για να της το χαρίσει. Ως δώρο αποχαιρετισμού.

Εκείνη τον περίμενε όρθια, χαμογελαστή και πιο όμορφη παρά ποτέ,.

«Όχι, δεν παραξενεύομαι που ήρθες να με δεις. Υποθέτω πως φεύγεις για την Αθήνα. Δεν χαίρομαι γι αυτό. Θα μου λείψεις. Αλλά ίσως είναι το καλύτερο για σένα αυτή τη στιγμή», του είπε. «Άλλωστε την επίσκεψή σου την περίμενα. Η τελευταία φορά που σε είδα δεν θα μπορούσε να είναι η τελευταία που βλεπόμαστε. Υποπτεύομαι ότι από ένα σημείο και μετά δεν άκουγες καν τι σου έλεγα…»

Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε με τρυφερότητα. «Όμως θέλω να σου πω πως ξέρω, πως είμαι σίγουρη, ότι κατά βάθος με καταλαβαίνεις περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο».

Εκείνος την έσφιξε πάνω του. Σκέφτηκε πως είναι όντως η τελευταία φορά.  Μετά την απώθησε απαλά. Και διαπίστωσε παραξενεμένος ότι κι αυτό μπορεί να το κάνει.

Εκείνη ήθελε να δείξει ότι είναι ψύχραιμη. «Ώστε η προσπάθεια να βοηθήσεις τον Ολύνθιο ολοκληρώθηκε. Όχι δε θέλω να μου πεις λεπτομέρειες. Από το πρωί κυκλοφόρησε πως το κτίριο όπου ήταν περιορισμένος έπιασε τη νύχτα φωτιά και πως πιθανότατα ο ένοικός του αποτεφρώθηκε. Όμως εσύ είσαι εδώ και μπορώ να σε κοιτάζω στα μάτια. Και τα μάτια σου αποκλείουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.  Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, αλλά όχι, δεν έχασες απόψε τον αγαπημένο σου Δάσκαλο. Ξέρεις… κι εγώ σε καταλαβαίνω!»

Ο Εύελπις κρατούσε τώρα τα δυο της χέρια στις παλάμες του. Τα έσφιξε.

«Θαίδα, πέρα από οτιδήποτε άλλο, θέλω να σου πω ότι σου είμαι ευγνώμων. Η συμπαράστασή σου ήταν πάντα πολύτιμη. Και πιο πολύ αυτές τις δύσκολες μέρες».

Κάτι σαν δάκρυ ύγρανε την άκρη των γαλάζιων ματιών της, αλλά εκείνη χαμογελούσε.

«Θέλω να μεταφέρεις την αγάπη και τους χαιρετισμούς μου στους φίλους μου και, γιατί όχι, σε όλους τους Αθηναίους!»

«Θα το κάνω», την διαβεβαίωσε εκείνος. Και μετά: «Θέλω μια ακόμη χάρη από σένα. Ξέρεις, ο μικρός θεός Έρωτας κυκλοφορεί αθέατος μεν, αλλά δραστήριος ανάμεσά μας, και είναι σίγουρο πως θύματά του δεν είμαστε μόνον εμείς. Θύμα του υπήρξε και ο Οινοκράτης, ο Σικελός συνεργάτης μου. Ξέρεις πως μεγάλωσα υπό την εποπτεία του και ότι του έχω αδυναμία. Σήμερα μου εξομολογήθηκε πως είναι ερωτοχτυπημένος με ένα από τα κορίτσια σου. Το Πουλχερίδιον. Θέλει να την νυμφευτεί και να την πάρει μαζί του στην Αθήνα. Σίγουρα θα έχεις μάθει πως ο Σικελός έχει χειραφετηθεί. Του έχει μάλιστα αποδοθεί η ιδιότητα του επί τιμή κατοίκου της Αττικής. Κατά τα άλλα είναι αμειβόμενο μέλος της υπηρεσίας των λογίων, αποσπασμένος ως άμεσος βοηθός μου. Έχει έσοδα. Με παρακάλεσε λοιπόν να σου ζητήσω την άδεια να την κάνει νόμιμη και επίσημη γυναίκα του. Και επέμεινε να σου διευκρινίσω ότι για την χειραφέτησή της είναι πρόθυμος να προσφέρει όλες του τις οικονομίες, που, μεταξύ μας, αποτελούν ένα σεβαστό ποσό.

«Χμμ!» έκανε η Θαίδα. «Να και κάτι που όχι μόνο δεν ήξερα, αλλά δεν είχα καν υποπτευθεί. Άρα ο μύθος ότι τάχα τα γνωρίζω όλα, -δυστυχώς- καταρρέει!»

Για λίγες στιγμές κλείνει τα μάτια της και σκέφτεται.

«Πες του ότι θα μιλήσω με τη μικρή. Αν μου επιβεβαιώσει ότι όντως θέλει να γίνει η Κυρία του Οινοκράτη, και να αναχωρήσει μαζί του για την Αθήνα, τότε όχι μόνο θα της δώσω τη σχετική άδεια, αλλά και δεν θέλω κανένα απολύτως αντάλλαγμα γι αυτό».

 «Το βρίσκω σωστό», είπε ο Εύελπις. «Και,  μάλιστα, ομολογώ πως ζηλεύω. Από ποιον θα μπορούσα να ζητήσω το χέρι σου;»

«Από κανέναν», είπε η Θαίδα. «Είναι πια αργά για προτάσεις. Κλείσαμε».

.

Εκείνος της έδωσε το δώρο. «Για να με θυμάσαι».

Της άρεσε. «Μόνο που» είπε, «τα χελιδόνια όλο φεύγουν…»

«Ναι, αλλά συνήθως επιστρέφουν»   παρατήρησε, αδιόρθωτος, ο Εύελπις.

.mercgrec

Επίλογος τέσσερα: Οινοκράτης -Χοντρόης

Ο Οινοκράτης με βήμα ανάλαφρο κατευθύνεται προς το μέγαρο της Θαίδας. Είναι ένα όμορφο φθινοπωρινό δειλινό και όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά. Κι αν κάτι δε πάει και τόσο καλά, θα στρώσει. Ο Οινοκράτης είναι αισιόδοξος. Οι Μοίρες θέλουν να κάνουν τα δικά τους, αλλά κάτι μετράμε κι εμείς. Σε λίγο θα δει το Πουλχερίδιο και θα μάθει τι αποφάσισε η Θαΐδα γι αυτούς τους δύο.  Ο Εύελπις του είπε ότι της μίλησε και πως κατ’ αρχήν είναι ευνοϊκά διατεθειμένη απέναντί στο ζευγάρι. Όμως πρώτα θα μιλούσε με την προστατευόμενή της.  

Ο Οινοκράτης είναι σίγουρος πως κι αυτή η συνάντηση δεν μπορεί παρά να πήγε καλά και θέλει να το γιορτάσει. Μαζί της. Γι αυτό δεν την επισκέπτεται με άδεια χέρια. Εδώ ο Εύελπις πήρε δώρο για τη Θαίδα παρόλο που (απ’ ότι ο ίδιος του είπε) η σχέση τους τελείωσε οριστικά! (μάλλον θα μπήκε σε αναστολή επ’ αόριστον, προτιμά να πιστεύει ο Σικελός). Όταν ο Εύελπις κάνει κάτι καλό, κάτι που ο Οινοκράτης το εγκρίνει, δεν βρίσκει κανένα λόγο να μη το κάνει κι αυτός. Έχει λοιπόν μαζί του ένα αστραφτερό δαχτυλίδι.

Και όχι μόνον αυτό. Έχει και το μικρό αγγείο με ό, τι έχει μείνει από την  γνήσια Χαχόμα. Όχι την ¨αιρετική¨, όχι εκείνη  που έφτιαξαν ιδιοχείρως μαζί με τον Χοντρόη και που, όπως αποδείχτηκε ¨ανοίγει στόματα¨ και αποκαλύπτει μυστικά, όχι, δεν θέλει να ανακρίνει το Πουλχερίδιον. Προτιμά να το πιστεύει. Το πιστεύει, και τέρμα. Ιδιαίτερα όταν του λέει ¨ναι¨, και τον ακολουθεί.

Η Γνήσια Χαχόμα προκαλεί μόνον όνειρα. Περίεργα όνειρα που μοιάζουν αληθινά. Και ο Οινοκράτης έχει βάσιμες υποψίες  ότι πρόκειται για όνειρα προφητικά. Και δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι τον τελευταίο καιρό, το μέλλον, -μια έννοια στην οποία κατά το παρελθόν απέφευγε να εστιάζει- τώρα τον ενδιαφέρει. Απόψε λοιπόν, θα την κεράσει και θα πιει στην υγειά της αυτό το μαγικό ποτό. Κι ας πάρουν τον λόγο οι μυστηριώδεις δυνάμεις.

Χωρίς να το αντιληφθεί το βήμα του γίνεται όλο και ταχύτερο. Όμως, παρά το ότι η μέρα όπου να ‘ναι τελειώνει, στους δρόμους υπάρχει κίνηση. Ακόμη μια φορά τα στρατεύματα έχουν αρχίσει να αναχωρούν για παραπέρα. Προφανώς έχει γίνει προσεκτική αναγνώριση της διαδρομής και έτσι θα μπορέσουν να συνεχίσουν την πορεία τους προς τα ανατολικά υπό το σεληνόφως.

Αυτή τη φορά προηγείται το Μηχανικό.   Τεράστιες πλατφόρμες πάνω σε μεγάλους τροχούς σέρνονται από δεκάδες γεροδεμένα υποζύγια μεταφέροντας σκελετούς πολιορκητικών πύργων, βάσεις καταπελτών, κριούς κρούσης, καθώς και εργαλεία και εξαρτήματα για τις επί τόπου κατασκευές.

Πολλοί, βακτριανοί και άλλοι, στέκονται στην άκρη των δρόμων και παρατηρούν με -αναπόφευκτο- ενδιαφέρον την αναχώρηση. Από μια τέτοια ομάδα προέρχεται η φωνή που φτάνει ως τον Σικελό: «Οίνον Εκράτα, Ελθέ. Ήθελόν σοι παπαρουσιάσει φίλον τινά».

Για κοίτα! Ο γνωστός Χοντρόης έχει βγει βόλτα, και μάλιστα έχει κάνει νέους φίλους!

Ο Οινοκράτης πλησιάζει. Μαζί με τον Ολοστρόγγυλο υπάρχει ένας νεαρός Πέρσης. 

Ο Χοντρόης τον παρουσιάζει. Ένας ακόμη γηγενής που μιλάει ελληνικά. Όχι ακριβώς ντόπιος. Ούτε ακριβώς Πέρσης. Κατάγεται από τη Βαβυλώνα και είναι γιος ενός αξιωματούχου που είχε για μεγάλο διάστημα υπηρετήσει τον Μεγάλο Βασιλέα στις πόλεις της Ιωνίας. Ακολουθεί τη στρατιά για να τελειοποιήσει τις γνώσεις του για τους Έλληνες και τη γλώσσα τους.  Εκείνο όμως που επιθυμεί κατά βάθος -και διακαώς- είναι να πάει στην Αθήνα.

Ο Χοντρόης συνηγορεί: «Δοκείς  δυνατόν ούτος μεθ’ ημών έλθείν;» Ο Οινοκράτης κοιτάζει τον  βαβυλώνιο προσεκτικά. Κάτι του θυμίζει αυτή η λεπτή μελαχρινή φυσιογνωμία.

 «Έλα λίγο μαζί μου», λέει στον Χοντρόη. «Θέλω να σου πω κάτι». Τον αγκαλιάζει με το δεξί του χέρι και τον παρασύρει λίγα βήματα πάρα πέρα.

«Ξέρεις τι σκέφτηκα δικέ μου; Πως αρκετά σε τραβολόγησα μαζί μου, από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Και ίσως αυτό ήταν υπέρμετρα εγωιστικό από μέρους μου. Εσύ όμως ήσουν άψογος. Αυτές τις μέρες λοιπόν σκεφτόμουν κάτι άλλο. Έκανα κάποιες νύξεις στον Εύελπι και δεν φαίνεται να έχει αντίρρηση. Παρόλο που εμένα προσωπικά, για να στα λέω όλα, δεν μ’ αρέσει και τόσο. Εντούτοις, εάν εσύ το επιθυμείς, ισχύει.

Άκου: Τώρα που οδεύοντας για την Αθήνα θα περάσουμε ξανά από τα Σούσα, μπορώ να εισηγηθώ στον Εύελπι να σε αφήσουμε εκεί. Σε αυτή την περίπτωση θα σε εφοδιάσω με τα χρειαζούμενα έγγραφα, ώστε να μην έχεις προβλήματα με τις Αρχές. Δε θα είναι μια πλήρης ελευθερία, αλλά σίγουρα θα είσαι σε προνομιακή θέση σε σχέση με πολλούς άλλους συμπατριώτες σου.  Λοιπόν; Τι λες; Πριν εμπλέξουμε και άλλους στο ταξίδι της επιστροφής, θέλω να ξέρω τη γνώμη σου. Αν θέλεις να το σκεφτείς μπορώ να σου δώσω λίγο χρόνο. Αλλά πραγματικά λίγο».

«Ουχί!» λέει κατηγορηματικά ο Χοντρόης.

«Ουχί τι;»

«Ουδεμία εστί χρεία χρόνου προς σκέψιν. Θέλει εκφράζειν ημετέραν θέσιν παπάραυτα».

«Δηλαδή

«Ουχί. Ουκ επιθυμώ παπαραμένειν ενταύθα!».

Ο Οινοκράτης του χτύπησε τη πλάτη. «Εν τάξει Χοντρόη», του είπε. «Ομολογώ ότι αυτό ήθελα να ακούσω. Αλλά, βλέπεις, εγώ χειραφετήθηκα πρόσφατα και όπου να ‘ναι θα αποκτήσω άλλου είδους δεσμά. Είπα λοιπόν μήπως, εν τω μεταξύ, τα κατάφερνα να κάνω πιο ελεύθερο κάποιον άλλο. Θα μπορούσες να είσαι εσύ. Αλλά χαίρομαι πιο πολύ που αποφασίζεις να μείνεις μαζί μας. Πάμε τώρα να γνωρίσουμε τον νέο φίλο σου. Πώς τον λένε είπαμε;

«Περούξ, αλλά υπό τον Ελλήνων Βηρωσός αποποκαλείται.

Ο Οινοκράτης τώρα θυμάται! Στρέφεται προς τον Βαβυλώνιο. «Εσύ δεν ήσουν που, πριν τρία περίπου χρόνια μαζί με τον Μαρτούκη τον Βαβυλώνιο, μεταφράζατε στα Σούσα, στο θησαυροφυλάκιο, την στήλη του αρχαίου βασιλιά Χαμουραμπί;»

Ο Βησωρός γνέφει καταφατικά και παραδέχεται. Ναι αυτός είναι.

Ο Οινοκράτης θυμάται που, πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα, είχε αρχίσει να ερευνά την σχέση των Άλλων με τους Βαβυλώνιους: τραπεζίτες-ιερείς και διανοούμενους, έρευνα που το ταξίδι στην Αθήνα είχε διακόψει. Θυμάται πως είχε δει τον Μαρτούκη στη σύσκεψη των συνωμοτών στον ναό του Μαρδούκ, όταν είχε διεισδύσει εκεί μαζί με τον Χοντρόη και έτσι είχε στρέψει την προσοχή του σ’ αυτόν.

«Και είσαι εν γνώσει», συνεχίζει, «πως ο Μαρτούκης ήταν σε επαφή με τον Ανάξαρχο και άλλους έλληνες αυλικούς;»

«Όχι πολλά πράγματα, αλλά ναι, κάτι ξέρω», παραδέχεται ο νεαρός Βαβυλώνιος.

«Ωραία. Θέλω να έρθεις αύριο να μου τα πεις όλα εξαντλητικά. Το εάν θα σε πάρουμε μαζί μας ή όχι θα εξαρτηθεί από τα πόσα ξέρεις και πόσο ενδιαφέροντα είναι…»

«Ασφαλώς γιγνώσκει τα μάλα!», υπερθεματίζει ο Χοντρόης. «Εκτός γαρ τούτων, ειδήμων ούτος εστί μεθόδου τινός ήτις τα του μέλλοντος προλέγει, ουχί τοις σπλάχνοις αναφερομένη, μηδέ των οιωνών επικαλουμένη, αλλά των άστρων και των αυτών κινήσεων!»

.images (1)

 Επίλογος πέντε: Οινοκράτης – Πουλχερίδιον

Το Πουλχερίδιον ήταν χαμογελαστό. Όσο κι αν τον τελευταίο καιρό είχε κάπως σοβαρέψει, δεν είχαν πάψει να της αρέσουν τα απρόοπτα και οι αναπάντεχες εξελίξεις. Και κάπως έτσι έβλεπε τον επικείμενο γάμο της με τον Οινοκράτη. Ως μια ευχάριστη, αναπάντεχη έκπληξη, συνοδευμένη από ένα ταξίδι, όχι προς το άγνωστο (το άγνωστο ήταν μια τετριμμένη έννοια για όσους έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία), αλλά προς μια μυθική, ειρηνική αυτήν την περίοδο, Πόλη. Της είχαν κάνει ένα κεφάλι να(!) οι λοιπές ακόλουθοι της Θαίδας που είχαν τη τύχη να κατάγονται από εκεί. Αυτές που, όπως και η ίδια η Κυρά, αυτό-ονομάζονταν ¨Ατθίδες¨ και που φρόντιζαν να μαθαίνουν έγκαιρα τι σόι νέες συνήθειες είχαν εμφανιστεί στην Αττική για να τις εφαρμόσουν και εκεί, στην άκρη του κόσμου. 

Και έπειτα, στο Πουλχερίδιον άρεσαν δύο είδη ανδρών: Αυτοί που την έκαναν να γελάει και αυτοί που ήξεραν να οργανώνουν ευχάριστες εκπλήξεις. Και ο Οινοκράτης έδειχνε να έχει αμφότερες αυτές τις ικανότητες.

Η Κυρά Θαίδα, πάντως είχε φροντίσει να την ενημερώσει και να την προειδοποιήσει. Ο Γάμος δεν είναι ένας θεσμός που προστατεύει αυτομάτως τη γυναίκα. Γι αυτό θα έπρεπε να είναι σε εγρήγορση και να μη διστάζει να διεκδικεί τα δίκια της. Το Πουλχερίδιον όμως χαμογέλασε πονηρά γιατί ήξερε, όπως το ήξεραν όλες εκεί μέσα, ότι και η κυρά Θαίδα ήταν έτοιμη να αποδεχτεί πρόταση γάμου, από τρανό στρατηγό του Αλέξανδρου, αν δεν την είχε ήδη δεχτεί. Η Θαίδα ερμήνευσε σωστά το χαμόγελό της και άρχισε να της μιλάει τώρα για την αείμνηστη Ασπασία που ήταν τόσο ευτυχισμένη αλλά και τόσο δραστήρια κοντά σε έναν από τους μεγάλους άνδρες των Αθηνών -μάλλον τον έλεγαν Περικλή. ¨Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Η Ασπασία δεν ήταν καν Αθηναία. Καταγόταν από την Ιωνία, όπως κι εσύ!¨

Άρα όλα καλά. ¨Η Έγκριση δόθηκε!¨ Αυτό είπε με ενθουσιασμό στο αυτί του Οινοκράτη καθώς τον αγκάλιασε μόλις εκείνος μπήκε στην μικρή αίθουσα υποδοχής. Ο Οινοκράτης την ανασήκωσε από το έδαφος και την έφερε μια γυροβολιά.

Ύστερα κάθισαν να τα πουν γύρω από το χαμηλό τραπέζι, όπου σε λίγο χαμογελαστά, χαριτωμένα κορίτσια έφεραν και τοποθέτησαν εδέσματα και ποτά. Ο Οινοκράτης πρόσθεσε το αγγείο με την αγαπημένη του γνήσια Χαχόμα. Εξήγησε στην Πουλχερία  πώς την είχαν ανακαλύψει με τον Χοντρόη και ότι είναι αλλιώτικη από την άλλη, για την οποία της είχε γράψει σε κάποιο από τα γράμματά του. Εκείνη θέλησε να δοκιμάσει αμέσως, αλλά ο Σικελός της είπε να μιλήσουν πρώτα λίγο -έχουν τόσα να πουν απόψε!- γιατί αυτή φέρνει ύπνο. Ύστερα της έδωσε το δώρο του και το Πουλχερίδιο έκανε πολλές χαρές, το φόρεσε και μάλιστα έβαλε φωνή και από το παραπέτασμα της εισόδου έσκασαν μύτη οι φίλες της για να θαυμάζουν το δαχτυλίδι και να κάνουν κολακευτικά σχόλια για τον δωρητή.

Αφού λοιπόν έξω είχε νυχτώσει για τα καλά και αφού είχαν τιμήσει δεόντως (εξαντλήσει, θα έλεγε κανείς) τα ποικίλα ποτά του σπιτιού και αφού είπαν πολλά, για πολλή ώρα, (αλλά θα είχαν ασφαλώς και άλλα, εξ ίσου πολλά, να προσθέσουν) η Πουλχερία άπλωσε το λευκό της χέρι, έπιασε από το λαιμό τη φιάλη με τη χαχόμα και μετάγγισε το περιεχόμενό της στους δύο σκύφους, τον δικό της και του Οινοκράτη. ¨Στην αγάπη μας¨, είπε με έναν μικρό ανεπαίσθητο λόξυγκα.  ¨Σ’ αυτό!¨ συμφώνησε απολύτως και ο Οινοκράτης.

Έτσι το Πουλχερίδιον εξασφάλισε έναν άμεσο, μάλλον βαρύ και πολύωρο ύπνο. Εάν είδε όνειρα το αγνοούμε και δεν μας προκύπτει να διηγήθηκε κάτι σχετικό σε κάποιον. Πάντως την άλλη μέρα ήταν εξ ίσου ευδιάθετη με την προηγούμενη, οπότε εικάζουμε ότι τα τυχόν όνειρά της είτε δεν ήταν άσχημα, είτε δεν τα ερμήνευσε ως τέτοια.

Ο Οινοκράτης ναι, είδε. Κι επειδή τον τελευταίο καιρό σημείωνε κι αυτός (όπως και ο προϊστάμενός  του, ο οποίος έχει αρχίσει να συγγράφει το ιστορικό του δοκίμιο) μερικά από τα όσα του συμβαίνουν, έχουμε μερικά (ατελή) στοιχεία από…

 carl-jung-570

Επίλογος έξι: Σκηνές από το όνειρο του Οινοκράτη

Ο Οινοκράτης πετάει. Όχι, δεν πετάει άχρηστα πράγματα, πετάει ο ίδιος∙ ίπταται!

Υπερίπταται!

Και του αρέσει, όσο κι αν το περιβάλλον γύρω του είναι μάλλον σκοτεινό και έχει κάποια προβλήματα προσανατολισμού. Η πορεία του -πορεία περισσότερο ήρεμου βέλους παρά αγχωμένου μεταναστευτικού πτηνού- ακολουθεί μια τροχιά άδηλη, όσο και το απώτερο μέλλον.

Πάντως, ενδόμυχα, ξέρει ότι προορισμός του είναι η Δύση. Άλλωστε  για ένα τέτοιο ταξίδι -ταξίδι επιστροφής στη Δύση- δεν προετοιμάζεται τον τελευταίο καιρό; Τώρα φαίνεται ότι κάνει απλώς μια αναγνωριστική πτήση. Αλλά για να αναγνωρίσει οτιδήποτε πρέπει πρώτα να δει κάτι, έτσι δεν είναι; Εν τούτοις, για την ώρα, δε βλέπει τίποτα. Απάνω  του έχει άπειρα αστέρια, κάτω του μαυρίλα αδιερεύνητη.

Όμως όχι. Δεν είναι ακριβώς μόνος. Στο βάθος, κόντρα στο ασημένιο αστερόφως, διαγράφεται μια σκιά. Κάποιος εξ ίσου ιπτάμενος τον πλησιάζει. Μα ναι, τον αναγνωρίζει. Τον έχει ξανασυναντήσει σε μια από αυτές τις ονειρικές του αποδράσεις. Είναι εκείνος ο σφιχτοντυμένος,  κοτσονάτος γέροντας που τον λένε Ουγκ. Ή Χιουγκ. Ή, μάλλον Γιούγκ, δε θυμάται καλά. Ναι, αυτός είναι. Μόνο που αυτή τη φορά δε φοράει υφασμένα σωληνωτά μανίκια μόνο στα χέρια και τα πόδια, αλλά έχει (εν είδει πίλου) και ένα σκληρό μαύρο σωλήνα πάνω στο κεφάλι, που είναι να απορεί κανείς πώς δεν του φεύγει, καθώς ελίσσεται εναερίως για να μπει σε τροχιά παράλληλη με εκείνη του Οινοκράτη.

«Χαίρε γέροντα από τα ψηλά βουνά του Κέντρου», τον χαιρετά ο Σικελός. «Πώς από δω;»

«Μα, όπως ακριβώς και την άλλη φορά που συναντηθήκαμε, είμαι εδώ χάρη στην επινόησή μου», απαντά εκείνος με έκδηλη ικανοποίηση. «Μία χημική σύνθεση που καταφέρνει να διαπερνά τις φυσικές άμυνες που εγείρει το συλλογικό ασυνείδητο και να μου εξασφαλίζει αναπάντεχες οπτικές και λοιπές εμπειρίες του παρελθόντος ή και του μέλλοντος».

«Μία τι; Δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ αυτά που μου λες», διαμαρτύρεται ο Οινοκράτης. «Προσπάθησε να γίνεις λίγο πιο κατανοητός σε παρακαλώ».

«Με απλούστερα λόγια: Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η δική μου παρουσία εδώ, αλλά η δική σου. Αν δε κάνω λάθος πρέπει να είσαι πολύ παλιός».

Τι είναι αυτά που λέει ο Παππούς; Ο Οινοκράτης αντιδρά: «Με όλο το σεβασμό, δεν μας τα λες καλά γέροντα. Αν κάποιος είναι παλιός εδωπέρα, αυτός είσαι αδιαμφισβήτητα εσύ. Εγώ είμαι εδώ μάλλον γιατί …ονειρεύομαι. Ίσως, ίσως λέω, να έχει παίξει κάποιο μικρό ρόλο και ένα μαγικό ποτό των Ιρανών. Δεν το αποκλείω».

«Α, ένα μαγικό ποτό. Αυτό μου λύνει μερικές απορίες. Να γιατί η αναγνωριστική καμπύλη στο συλλογικόμετρο με το οποίο καταγράφω τις εκλύσεις αλλοτινής ενστικτ-ενέργειας έχει εκδηλώσει αδικαιολόγητες εκτροπές. Ίσως πρέπει να κατέβω και να το διορθώσω αμέσως. Φοβάμαι ότι ο συνεργάτης μου ο Φιλήμονας[1] δε θα μπορέσει να το αντιμετωπίσει από μόνος του. Έχει ενόραση και πολλές ωραίες εμπνεύσεις αλλά στα πρακτικά θέματα δε τα πολυκαταφέρνει».

«Φιλήμονας είπες; Μήπως του αρέσει και το θέατρο; Πόσων χρονών είναι;»

«Και βέβαια του αρέσει το θέατρο. Και στην ηλικία, δε μπορώ να πω πόσο ακριβώς, αλλά είναι σίγουρα πολύ μεγάλος».

«Μπερδεύτηκα, γιατί έχω και εγώ ένα φίλο με το ίδιο όνομα. Αλλά προφανώς είναι άλλος», διευκρίνισε ο Οινοκράτης. Και, μετά συνέχισε:

«Ε, τώρα που ήρθες μέχρι εδώ, γιατί δεν μένεις λίγο ακόμη. Βοήθησέ με να καταλάβω τι γίνεται.  Κοίτα εκεί κάτω. Εμφανίστηκε φως. Πολύ φως μεσ’ τη νύχτα. Λες να έπιασε πυρκαγιά;»

«Όχι αγαπητέ μου. Αυτά είναι τεχνητά φώτα. Φώτα πόλης τη νύχτα. Προς στιγμήν ακίνδυνα, στο μέλλον …θα δούμε. Όμως δε μπορώ να μείνω. Βλέπεις εγώ δεν ¨ονειρεύομαι¨ αλλά εκτελώ ένα επιστημονικό πείραμα. Το οποίο ίσως κινδυνεύει να εκτροχιαστεί. Όταν επιστήμη και μαγεία ανακατεύονται, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ολέθριο, καταστροφικό. Πάω. Και εσύ κανονικά πρέπει να του δίνεις, αλλά δε ξέρω αν το ελέγχεις το πράγμα. Έχεις κανένα ¨μαγικό¨ τρόπο να το ελέγχεις;»

«Δε νομίζω».

«Ας ελπίσουμε τότε ότι το σύστημα θα σε πετάξει έξω αυτομάτως, χωρίς σημαντικές απώλειες.  Αλλιώς κινδυνεύεις να εμπλακείς σε καν’ά χωροχρονικό βρόγχο και να κολλήσεις εδώ. Γεια σου τώρα».

«Γεια σου», ίσα που πρόλαβε να πει ο Οινοκράτης, καθώς ο Ουγκ εξαφανιζόταν και ο ίδιος κατέβαινε αυτομάτως προς την λαμπυρίζουσα πόλη από κάτω του.

imagesα (6)

ΤΕΛΟΣ

[1] Δεν πρόκειται για μυθιστορηματικό εύρημα, ο Ελβετός Ψυχοδιερευνητής διέθετε όντως έναν επινοημένο παντογνώστη συνεργάτη και συνομιλητή, ονόματι Φιλήμονα.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Όπου ο Ηλίας τα βάζει με τη νοσταλγία…

Posted by vnottas στο 8 Αύγουστος, 2018

….Ή τουλάχιστον με ένα από τα είδη της.

 

Ηλίας Κουτσούκος:

Η αλήθεια είναι…

Πως δεν μπορώ τη νοσταλγία τους

για τις παλιές δεκαετίες

και δήθεν όλα τα σκατά τριγύρω τους

πως ήταν τούρτες-σοκολάτα

Ούτε φιλοσοφίες για νικητές και ηττημένους

καθώς και για αξίες που δήθεν χάθηκαν

και τώρα ζούμε σε μια κρίση

Θυμάμαι τα γυάλινα τους μάτια

όταν ζητούσαν πιστοποιητικά

και τις υποκρισίες τους για έναν  Θεό

που είχαν φτιάξει σαν τα μούτρα τους

καθώς και τις μεγάλες

του ‘Έθνους παραδόσεις

Όλοι αυτοί παραδομένοι

σε στρατηλάτες και οράματα

σε αιμομίκτες βασιλιάδες

και προ παντός στη πίστη

 πως θα συντρίψουνε τους άπιστους

κεντώντας μέρα-μέρα

 ψευτο-οικόσημα στο σκάρτο τους μυαλό

Δεν τη μπορώ την άθλια νοσταλγία τους

μαλλί γριάς και άσπρο πασατέμπο

με τα μαλλάκια τους τα ανακατωμένα

κι οι ψείρες του κοσμάκη

ν’ ανεμίζουνε μες στον τρελό γιακά

Θαρρείς και όλα αυτά δεν ήταν έτσι

παρά ζαχαρωμένα χρόνια πέρασαν

κι αυτοί θεματοφύλακες

μίας ηλίθιας νοσταλγίας

που έμεινε καρφωμένη

ανάμεσα σε δυο παγκόσμιους πολέμους

κι έναν εμφύλιο για να δέσει  το γλυκό…

κατά τα άλλα φυσικά,

η Ελλάς ποτέ δεν πεθαίνει

δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά

αν κι η μνήμη της είναι καμένη

παραδόξως βαδίζει μπροστά

 

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο: Ώρα για αποφάσεις (και τεχνάσματα)

Posted by vnottas στο 8 Αύγουστος, 2018

Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο (τελευταίο):

Ώρα για αποφάσεις και τεχνάσματα

(αφηγείται ο Εύελπις) 

images (32)

«Λοιπόν; Τι κάνουμε;», ρωτάει ο Ευρυμέδοντας.

«Εσείς οι τέσσερις θα μείνετε εδώ. Για όσο χρειαστεί», λέω στους νεοαφιχθέντες. «Χωρίς να κάνετε την παραμικρή φασαρία. Προσέξτε αυτή την πόρτα. Κρατήστε την αμπαρωμένη. Εάν από την άλλη μεριά προκύψουν φρουροί, για να την ρίξουν θα χρειαστούν κάποιο χρόνο. Ειδοποιείστε με αμέσως. Ένας από σας, ο πιο αετομάτης να παρακολουθεί από το παράθυρο τι γίνεται έξω. Δεν είναι πολύ πιθανό, αλλά δεν αποκλείεται να εμφανιστούν φρουροί και από εκεί. Εγώ κι ο Καλλισθένης επιστρέφουμε στο δωμάτιό του. Έχουμε να πούμε ακόμη μερικά πράγματα. Λίγα. Εσύ Οινοκράτη έλα μαζί μας. Φέρε και ό, τι απόμεινε από τον Δυσαρεστημένο. Κάνθαρε, δώσ’ του ένα χέρι».

Ο Οινοκράτης ξέρει πότε πρέπει να δρα άμεσα και πότε τον παίρνει να ξεφουρνίζει τις συνηθισμένες του αντιρρήσεις. Αυτήν τη φορά αρπάζει τη σορό από τις μασχάλες,  χωρίς σχόλια, και με τη βοήθεια του Τεράστιου την μεταφέρουν πίσω στον χώρο απομόνωσης του Καλλισθένη.image002

Ο Καλλισθένης είναι σκεφτικός. Κοιτάζει επίμονα το απλανές βλέμμα του Μακαρίτη, ο οποίος έχει τοποθετηθεί ύπτια πάνω στο κρεβάτι. Σκύβει και του κλείνει τα μάτια.

«Λοιπόν;» μου λέει χωρίς να με κοιτάζει.

«Έχω μια τελευταία πρόταση, Δάσκαλε. Δεν ξέρω ποιος, θεός ή δαίμονας, μου την ενέπνευσε μόλις τώρα! Στην λέω με λίγα λόγια γιατί αν καθυστερήσουμε κι άλλο, σε λίγο θα πάψουμε να έχουμε οποιαδήποτε εναλλακτική λύση.

Σε ρωτώ λοιπόν ευθέως: τι θα έλεγες αν εσύ μεν βρισκόσουν σε έναν τόπο φιλόξενο, γεμάτο σοφούς και καλοπροαίρετους ανθρώπους, ναι αυτόν που σου περιέγραψα πριν, ενώ για όλους τους υπόλοιπους θα είσαι νεκρός; Και επειδή θα είσαι νεκρός δεν θα σε ψάχνουν ούτε θα σε κυνηγάνε; Ίσως συνεχίσουν να σε κατηγορούν, είναι πιθανό γιατί είναι οι ιδέες σου που ενοχλούν, αλλά εσύ θα μπορείς ακόμη να παράγεις και νεοτερισμούς και ιδέες. Και, ίσως, έμμεσα, να μπορείς και να απαντάς.

Βέβαια για το πώς και γιατί πέθανες θα κυκλοφορήσει κάποια επίσημη εκδοχή. Αλλά μπορεί να υπάρξει και ένα δικό σου χειρόγραφο σημείωμα όπου να περιγράφεις τη δική σου άποψη, για το τι πρέπει και τι μπορεί να κάνει όποιος κατηγορείται άδικα από αυτούς που υπηρετεί και θαυμάζει».

Με κοιτάζει χωρίς να μιλάει.

«Δάσκαλε σε παρακαλώ να βιαστείς. Αν επιστρέψουν οι περιπολίες ο Χάροντας θα πρέπει να ψάξει μεγάλη βάρκα για να μας πάει όλους μαζί στο βασίλειο του Άδη».

Είμαι σίγουρος ότι τον πλημμυρίζουν συναισθήματα. Αντιφατικά. Ίσως, ο νεκρός στο κρεβάτι, του κάνει νόημα να πάει μαζί του και ίσως αυτή η έκκληση δεν είναι πια και τόσο ελκυστική. Αυτό θέλω να ελπίζω. Ωστόσο το πρόσωπό του μοιάζει ανέκφραστο, αλλά εγώ που τον ξέρω καλά δε ξεγελιέμαι. Περιμένω.

Εν τέλει, το γνέψιμο της κεφαλής του είναι καταφατικό.

Ο αναστεναγμός μου είναι βαθύς, αλλά δεν αφήνω την ανακούφιση να με απασχολήσει πάνω από μία στιγμή. «Έχε μου εμπιστοσύνη, Δάσκαλε» λέω μόνον.

.Oineus_Staatliche_Antikensammlungen_1905

«Δάσκαλε γδύσου. Εσύ Οινοκράτη φώναξε τον φίλο σου τον Χοντρόη και γύρνα αμέσως εδώ. Μετά απάλλαξε τον Μεταστάντα από όλα του τα ρούχα».

Ο Χοντρόης καταφτάνει τρέχοντας (για να μη πω ¨κυλιόμενος¨, όπως θα έλεγε ο Οινοκράτης).

«Μάζεψε όσους φανούς και πυρσούς, αναμμένους ή σβηστούς, βρεις στους διαδρόμους εδώ γύρω. Φέρε τους εδώ. Αν τυχόν δεις κανέναν αμφορέα με λάδι ή με αυτή την βρωμούσα ουσία που καίνε σ’ αυτά τα μέρη, φερ’ τον κι αυτόν.   Πρόσεξε όμως. Οι φρουροί μάλλον είναι όλοι μαζεμένοι στην άλλη πλευρά του κτιρίου, αλλά μπορεί κάποιος να έχει απομείνει στα πέριξ. Α, και κάτι άλλο: αν βρεις κανένα πυρίμαχο δοχείο, από εκείνα όπου βράζουν τις σούπες φέρ’ το. Θα το χρειαστούμε.

«Θεώρει ήδη άπαν τούτο πεπεπεπραγμένον!» λέει και εξαφανίζεται.ν

Ο Οινοκράτης έχει απαλλάξει τον Αποδημήσαντα από τη στολή του. Την δίνω στον Καλλισθένη και παίρνω τα δικά του ιμάτια. Τα περνάω στον Σικελό και του κάνω νόημα να τα φορέσει στον τεθνηκότα.  Ίσως αυτός  είναι λίγο πιο σωματώδης από τον προϊστάμενό μου, αλλά νομίζω ότι (στην τωρινή του κατάσταση) δεν θα διαμαρτυρηθεί για το στένεμα!  

Έχω ξεχάσει τίποτα; Α, ναι. Και είναι σημαντικό! Γυρίζω προς τον Καλλισθένη και τον παρακαλώ να μου δώσει το δαχτυλίδι του. Μου το δίνει χωρίς να πει λέξη. Το στριμώχνω στο χοντρό δάχτυλο του πτώματος αφού πρώτα το απαλλάξω από μερικά φτηνά μπιχλιμπίδια που προσπαθούσαν να το διακοσμήσουν. Όταν ο Οινοκράτης τελειώνει το ντύσιμο και ο τέως υπαξιωματικός της φρουράς έχει επιτέλους μεταμφιεστεί σε (κακάσχημο) λόγιο, του λέω να μου δώσει το ¨ύδωρ της Στυγός¨.  Με κοιτάζει ερωτηματικά.

«Φερ’ το» του λέω. «Θέλω να δω τι πραγματικά καταφέρνει». Βάζει με προσοχή το χέρι στο δισάκι του, βγάζει ένα δέμα τυλιγμένο με πανί και μου το δίνει.

Πριν το ξετυλίξω, βλέπω ότι Καλλισθένης έχει πια αποκτήσει την εμφάνιση παλιάς καραβάνας του πεζικού που μόλις επέστρεψε από αιματηρή μάχη. Του λέω: «Δύο πράγματα απομένουν Δάσκαλε: Το ένα είναι πως, εάν θέλεις, μπορείς να γράψεις δυο λόγια που να αφήνουν να εννοηθεί πως αυτοκτονείς. Το δεύτερο, να διαλέξεις ποιες από  τις γραφές σου θέλεις να πάρουμε μαζί μας. Υποθέτω κυρίως τη σύνοψη των ιδεών που έφτιαξες πρόσφατα, αλλά εάν κρίνεις πως εδώ υπάρχουν και άλλα κείμενα που θα τα χρειαστείς, παρ’ τα κι αυτά.

Γνέφει καταφατικά και κάθεται στο τραπέζι.

images (14)

Εγώ ξεδιπλώνω το πανί και φέρνω στην επιφάνεια την οπλή με το καταραμένο δηλητήριο. Με τη βοήθεια του υφάσματος καταφέρνω να την ξεταπώσω, χωρίς να αγγίξω την τραχιά της επιφάνεια. Απλώνω το χέρι κρατώντας το σώμα μου μακριά από το πτώμα. Κάνω νόημα στον Οινοκράτη να απομακρυνθεί κι αυτός. Ρίχνω μερικές σταγόνες πάνω στα ιμάτια του Καλλισθένη που τώρα καλύπτουν τον δεσμοφύλακά του.

Συμβαίνουν τα εξής. Με τη σειρά. Ένα: από το σημείο όπου έπεσαν οι σταγόνες ανεβαίνει ένας πηκτός λευκός ατμός. Δύο: μια απαίσια μυρωδιά απλώνεται στο δωμάτιο.  Τρία: στο σημείο όπου οι σταγόνες ήρθαν σε επαφή με τα ρούχα, υπάρχει μια τρύπα ήδη μεγάλη σαν γροθιά, που εξακολουθεί να μεγαλώνει. Σε βάθος, έχει διαπεράσει το ύφασμα, τη σορό και το κρεβάτι. Δε μπορώ να δω παρακάτω, αλλά υποθέτω ότι στο πέτρινο πάτωμα υπάρχει τώρα μια λακκούβα.  

Γυρίζω προς τον Οινοκράτη και του δίνω την οπλή: «Όπως κατάλαβες, θα βάλουμε φωτιά και ό, τι απομείνει από αυτόν εδώ, πρέπει να θυμίζει Καλλισθένη. Επειδή όμως δεν θα είμαστε πια εδωπέρα -ελπίζω- για να ελέγξουμε τα αποτελέσματα της καύσης, χρησιμοποίησε αυτό φριχτό υγρό και σιγουρέψου ότι, τουλάχιστον, δεν θα μείνει τίποτα που να θυμίζει ποιος ήταν πραγματικά αυτός εδώ ο φουκαράς. Πρόσεξε μονάχα να μην αλλοιωθεί το δαχτυλίδι.

Είναι απαίσια δουλειά. Θα τα καταφέρεις;»

Με κοιτάζει παραξενεμένος. Έχει δίκιο – η απάντησή του είναι γνωστή: «Εννοείται» μου λέει.

Εν τω μεταξύ στην είσοδο του δώματος έχει εμφανιστεί ο Χοντρόης. Φορτωμένος. Κουβαλάει φανάρια, δαυλούς ένα αγγείο με λάδι που κρίνοντας απ τη μυρωδιά είν’ απ’ εκείνα που δεν τρώγονται, αλλά σίγουρα καίγονται,  καθώς και ένα σκεύος με καπάκι που ασφαλώς είναι το πυρίμαχο που του ζήτησα. Παίρνω από τα χέρια του αυτό το τελευταίο και του λέω να ακουμπήσει τα υπόλοιπα χάμω και να πάει να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους ότι φεύγουμε.

Πλησιάζω τον Καλλισθένη. Τον ρωτάω αν συνέταξε το αποχαιρετιστήριο μήνυμα. Μου λέει όχι, δεν έχει έμπνευση αυτή τη στιγμή. Όχι, για να γράψει κάτι τόσο καλό, όσο θα ήθελε, ή όσο απαιτούν οι περιστάσεις. Όμως έχει ετοιμάσει τα συγγράμματα που θα πάρει μαζί του. Να ‘τα! Έτοιμα, συσκευασμένα και δεμένα με χοντρό σπάγκο.

«Προσπάθησε δάσκαλε», τον ικετεύω.

Έρχονται οι υπόλοιποι. Πρώτος μπαίνει ο Κάνθαρος ο οποίος βλέποντας έναν φρουρό να κάθεται στο τραπέζι, τραβάει το ξίφος του. Του κάνω νεύμα ότι όλα πάνε καλά. Και οι άλλοι, βλέποντας καλύτερα το σκηνικό, καταλαβαίνουν ότι ο Καλλισθένης θα έρθει τελικά μαζί μας και χαμογελάνε ικανοποιημένοι,

«Βάζουμε φωτιά και φεύγουμε», τους λέω με χαμηλή, αλλά έντονη φωνή. «Επιδίωξή μας να καεί καλά αυτός εδώ ο χώρος. Δεν μας ενδιαφέρει το υπόλοιπο κτίριο και δεν έχουμε κάτι ενάντια στους φρουρούς.  Βγάλτε έξω αυτόν εδώ τον πάκο με τα συγγράμματα, θα τον πάρουμε μαζί μας  φεύγοντας».

Απ’ ό, τι φαίνεται εκείνος που ξέρει καλύτερα από εμπρησμούς είναι ο Σωσίβιος- Αυτιάς, ο οποίος και δίνει οδηγίες στους άλλους.

Εγώ πλησιάζω και πάλι τον προϊστάμενο και Δάσκαλό μου.

«Δυο λόγια… μονάχα», του λέω.

«Αφού επιμένεις, εντάξει», μου απαντάει αυτή τη φορά.

Στέκομαι από πάνω του και παρατηρώ την γραφή που σχηματίζεται πάνω στον κιτρινωπό πάπυρο…

Λέει:

Οι Ιρανοί ισχυρίζονται πως το πυρ επιφέρει τον εξαγνισμό και την κάθαρση. Γι αυτό το λατρεύουν. Για εμάς τους Έλληνες το πυρ είναι ένα επίζηλο δώρο των Τιτάνων απαραίτητο για τη Δημιουργία. Για εκείνο δηλαδή που έχουμε, έστω κατ ελάχιστον, κοινό με τους Θεούς. Για αυτό και το σεβόμαστε. Για εμένα το πυρ είναι ένα υστερόγραφο, που λέει: ¨Κοιτάξτε τα κείμενα. Ο Καλλισθένης έχει μιλήσει εκεί. Με προβληματισμό, αλλά χωρίς πίεση και εξαναγκασμό. Με αισιοδοξία και χωρίς υστερόβουλες σκέψεις. Με ειλικρίνεια και θα έλεγα με αγάπη¨. Πριν με κρίνετε κοιτάξτε τα κείμενα…

«Είναι μια χαρά Δάσκαλε» του λέω.

Τυλίγω τον πάπυρο και τον τοποθετώ στο πυρίμαχο αγγείο. Θα το αφήσω στην έξοδο για να γλιτώσει από τη μεγάλη φωτιά που σε λίγο θα έχει φουντώσει εδώ μέσα.

dioniso

 

[Τέλος του μυθιστορήματος. Προσεχώς: ο Επίλογος]

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο: Εν τω μεταξύ, ο Οινοκράτης…

Posted by vnottas στο 7 Αύγουστος, 2018

Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο: Εν τω μεταξύ, ο Οινοκράτης…

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

180px-Szczerbiec

Ο Εύελπις μπαίνει στο δωμάτιο όπου βρίσκεται περιορισμένος ο Καλλισθένης, κι εγώ, με τον Μουλωχτό να βαδίζει μπροστά μου, προχωρούμε στον κακοφωτισμένο διάδρομο και φτάνουμε σε έναν μεγαλύτερο χώρο. Εδώ υπάρχει ένα παράθυρο που βλέπει προς το μπροστινό μέρος του κτιρίου,  απ’ όπου μπαίνει λίγο από το φως του υγρού συννεφιασμένου δειλινού και, που και που, λάμψεις από μακρινές αστραπές. Υπάρχει επίσης ένα τραπέζι-γραφείο, ένας τρίποδας πάνω στον οποίο δεσπόζει κάτι που μοιάζει με μηχανισμό καταγραφής του χρόνου, αν και είναι αρκετά διαφορετικό από τις δικές μας κλεψύδρες, μερικά καθίσματα και μια οπλοθήκη ακουμπισμένη στον τοίχο πίσω απ’ το τραπέζι. Πάνω της είναι αναρτημένα ετερογενή όπλα: ένα δυο τόξα, μία γεμάτη φαρέτρα, δυο τρεις ασπίδες και μερικά ξίφη. Πάνω στο τραπέζι είναι ακουμπισμένο ένα μεγάλο κουδούνι. Απέναντι από την πόρτα που μπήκαμε υπάρχει μια άλλη, ανοιχτή.  Ο Βαρύθυμος μαλαγάνας, χωρίς να σταματήσει κατευθύνεται προς τα εκεί.

«Στάσου», του λέω.

Σταματάει. Με προσοχή περνάω μπροστά και εξετάζω αυτή την εσωτερική βαριά ξύλινη θύρα. Ο σκοτεινός διάδρομος συνεχίζεται και μετά από αυτήν. Απ’ το βάθος νομίζω πως ακούω αμυδρά κάτι σαν ανδρικές φωνές. Κλείνω την πόρτα. Απ τη μέσα πλευρά υπάρχει μια αμπάρα. Την κατεβάζω. 

«Πού είναι οι φρουροί;» ρωτάω τον πληρωμένο (από εμάς)  Κακομούτσουνο. Μου απαντάει με ένα δήθεν πονηρό χαμόγελο και δείχνει προς την πόρτα που μόλις αμπάρωσα: «Τους κέρασα έναν αμφορέα ντόπιο κρασί. Ή μάλλον κάτι που μοιάζει με το δημιούργημα του Βάκχου. Αλλά, ακόμα κι αυτό δεν το βρίσκεις εύκολα εδώ, στην άκρη του κόσμου! Κανονικά θα πρέπει να σας το χρεώσω έξτρα».

«Είναι όλοι εκεί;» τον ρωτάω, αν και ξέρω την απάντηση. Ο Χοντρόης είχε αναλάβει να παρακολουθήσει τις κινήσεις των φρουρών, ήδη από χτες το βράδυ.

«Όχι», μου απαντάει «πολλοί είναι στις περιπολίες».

«Και πότε γίνεται η αλλαγή βάρδιας;»

Μου δείχνει το παράξενο είδος κλεψύδρας. «Από εδώ θα ξεκινήσουν οι αντικαταστάτες μόλις η μηχανή δείξει ότι φτάσαμε στο μέσον της νύχτας. Η επόμενη αλλαγή γίνεται το χάραμα».

Χαλαρώνω κάπως και κάθομαι στην καρέκλα πίσω από το μεγάλο τραπέζι, με την πλάτη στην οπλοθήκη.

«Κάτσε κι εσύ», λέω στον τέως Οξύθυμο κακομοίρη. Του δείχνω ένα κάθισμα απέναντί μου, κάτω από το παράθυρο.

Κάθεται. Όλα δείχνουν να εξελίσσονται με τον αναμενόμενο τρόπο. Δε μένει παρά να νυχτώσει εντελώς, να καταφτάσουν οι υπόλοιποι δικοί μας και να κάνουμε ό, τι πει ο Εύελπις.

20180

Περνάει ένα χρονικό διάστημα που δεν μιλάει κανείς.

«Δεν είσαι στρατιωτικός… έτσι δεν είναι;» με ρωτάει ο τύπος.

Η αλήθεια είναι πως δε φοράω κανένα διακριτικό που να δείχνει τι είμαι και τι όχι. Είναι επίσης αλήθεια πως στην εκστρατεία οι σχετικοί νόμοι δεν εφαρμόζονται με αυστηρότητα. Εδώ μετράει κυρίως αν είσαι με τον Αλέξανδρο ή ντόπιος. Περισσότερο κι από το εάν είσαι ελεύθερος ή δούλος. Πάντως οπλοφορώ, όσο οπλοφορεί κι αυτός. Επομένως καλά θα κάνει να κοιτάζει την (αξιοθρήνητη) δουλειά του.

«Εσύ κοίτα τη δουλειά σου», του λέω.

Αναρωτιέμαι αν έχει όρεξη για κουβέντα ή αν έχει άλλο λόγο να θέλει να μάθει αν ξέρω από όπλα. Η αλήθεια είναι πως κάτι δεν μου πάει καλά. Το βλέμμα μου καρφώνεται στο μεγάλο κουδούνι πάνω στο τραπέζι. Το τραβάω προς το μέρος μου.

«Τι θέλει αυτό εδώ» τον ρωτάω.

 Γελάει χαιρέκακα. «Αυτό; Αυτό το χτυπάω κι έρχονται ενισχύσεις!»

Δεν ξέρω αν θέλει να μου πουλήσει πνεύμα ή αν λέει απλώς το προφανές. Για κάθε περίπτωση, σηκώνομαι αμέσως όρθιος κρατώντας προσεκτικά τον κώδωνα. Γυρίζω προς την οπλοθήκη, ψάχνω το κατάλληλο σημείο, -όσο πιο ψηλά γίνεται- ανεβαίνω στην καρέκλα και τον κρεμάω χωρίς να ηχήσει.

Αυτό είναι το λάθος μου: Γύρισα για λίγες μόνο στιγμές την πλάτη μου στον Αναξιόπιστο. Κι αυτός κρίνοντας ότι πέρασε αρκετή ώρα από την άφιξή μας, επομένως όσοι είμαστε, είμαστε! (μόνον δύο) και πως δεν πρόκειται να καταφτάσουν άλλοι, αποφασίζει να δράσει. Προφανώς  η (έναντι χρηματικής αμοιβής) συνεργασία του μαζί μας, έχει λήξει. Ίσως να είχε λήξει πιο μπροστά αν τον άφηνα να με πάει όπου αυτός ήθελε και δεν τον είχα ξεκόψει, αμπαρώνοντας την γερή συμπαγή πόρτα, από τους υπόλοιπους δικούς του. Μικρό το κακό: μ’ ένα κουδούνισμα ή με μια δυνατή κραυγή θα μπορούσε να τους φωνάξει. Αλλά μάλλον δεν το θεωρεί αναγκαίο. Κρίνει ότι εγώ, αν και οπλισμένος με ένα απλό κοντό αθηναϊκό ξίφος, δεν είμαι άνθρωπος των όπλων και πως ένας κωλοπετσωμένος στρατιωτικός σαν κι αυτόν  θα μπορούσε να με κάνει καλά με ευκολία κι από μόνος του. Ίσως πάλι, ό, τι είναι να κάνει, θέλει να το κάνει χωρίς πολλούς μάρτυρες. Έτσι τώρα αισθάνομαι τη μαχαίρα του να κεντρίζει την πλάτη μου.

Είμαι ακόμη όρθιος πάνω στο κάθισμα. Προσπαθώ να γυρίσω αργά προς το μέρος του. «Ήσυχα», του λέω, ενώ εκείνος πιέζει ακόμη περισσότερο την σπάθα και αισθάνομαι το αίμα να αναβλύζει απ’ την πληγή.  «Βλέπεις; Σηκώνω τα χέρια ψηλά».

Πράγματι στρέφομαι αργά προς το μέρος του σηκώνοντας τα χέρια. Όχι όμως για να  παραδοθώ αλλά για να φτάσω κάποιο από τα αντικείμενα πάνω στην οπλοθήκη, που τώρα βρίσκεται πίσω μου. Δεν είμαι πολύ τυχερός, αλλά ούτε τελείως άτυχος. Εκείνο που καταφέρνω να αρπάξω και που του το πετάω περνώντας το πάνω από το κεφάλι μου, είναι μια γεμάτη φαρέτρα. . Δεν πληγώνεται, αλλά τα βέλη που αδειάζουν γύρω του τον δυσκολεύουν προς στιγμήν να κινηθεί. Επωφελούμαι και πηδώ στο πέτρινο δάπεδο στρίβοντας το δισάκι (που κουβαλάω πάντα μαζί μου) προς την (πληγωμένη) πλάτη μου και τραβώντας το ξίφος από το θηκάρι.

«Οι δυο μας Γρουσούζη», του λέω.

Κατά τα επόμενα λεπτά συμβαίνουν τα εξής: Ο τύπος είναι δυνατός. Περισσότερο από μένα. Και έμπειρος: σίγουρα έχει πάρει μέρος σε μάχες ¨εν παρατάξει¨. Και κακός: χωρίς αναστολές και ¨ευ αγωνίζεσθα黨. Αποδεικνύεται όμως λιγότερο ευέλικτος. Και χωρίς αρκετή φαντασία. Γιατί χρειάζεται μια κάποια φαντασία για να επινοήσει κανείς αμυντικά ή επιθετικά όπλα χρησιμοποιώντας, όπως-όπως, ό, τι βρίσκεται τριγύρω του. Ιδιαίτερα όταν όντως, δεν έχει μεγάλη εμπειρία μάχης, εντούτοις έχει διαπιστώσει ότι με το κοντό σπαθί (και μάλιστα αγνοώντας τα βασικά κόλπα του χειρισμού του) δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη βαριά μάχαιρα του Στριμμένου. Επομένως εκείνος  επιτίθεται σαν ταύρος, ίσα πάνω μου και εγώ χοροπηδώ δεξιά αριστερά.

Παράλληλα για να του μειώσω τον τσαμπουκά του λέω διάφορα. Όπως: ¨Πόσα πήρες Απαίσιε απ’ αυτούς που επιβουλεύονται τον Αλέξανδρο; Περισσότερα από αυτά που σου δώσαμε εμείς;¨ Τον βλέπω να αναψοκοκκινίζει: «Πουφ! Λόγιοι!» βρυχάται σαν να φτύνει.  images (2)

Αυτός εδώ δεν είναι ένας αξιωματικός που θέλει να κάνει το καθήκον του. Είναι ένας μαινόμενος κι  εμπαθής μισθοφόρος, πιθανότατα στην ίδια κλίκα με εκείνους που μας απήγαγαν στην Τύρο.   Όση όμως φαντασία κι αν διαθέτω δεν μπορώ να επινοήσω έναν τρόπο με τον οποίο τελικά να κερδίζω εγώ αυτή την μονομαχία.

Πράγματι, όταν εξαπολύω εναντίον του την παράξενη ανατολίτικη κλεψύδρα, παρασύρομαι από το μεγάλο βάρος της και, αφενός αστοχώ και το χρονόμετρο πέφτει χάμω και διαλύεται σε μεγάλα αιχμηρά κομμάτια, αφετέρου εγώ χάνω την ισορροπία μου και γονατίζω. Ο άλλος βρίσκεται αμέσως από πάνω μου. Η σπάθα σηκώνεται για να πάρει επαρκή φόρα. Στόχος: ο λαιμός μου. Κατεβαίνει τάχιστα κατευθείαν απάνω μου. Όχι η σπάθα: ο ίδιος ο Κακάσχημος. Σαν άδειο σακί. Κάνω πίσω όσο μπορώ. Προσγειώνεται πάνω στα αιχμηρά κομμάτια της κλεψύδρας και μένει ακίνητος. Πίσω του, κάτω από την κάσα της πόρτας απ’ όπου πριν λίγο μπήκαμε στο χώρο ετούτο, βλέπω τον Εύελπι με το ξίφος στο χέρι και πιο πίσω, την άκρη του χιτώνα του Καλλισθένη που τον ακολουθεί.

Παρατηρώ ότι ο Εύελπις δεν έχει διαπεράσει με το ξίφος του τον Αρχιδεσμοφύλακα, αλλά ότι τον έχει χτυπήσει δυνατά με τη λαβή στο πίσω μέρος του κεφαλιού.

«Αυτόν θα τον πάρουμε μαζί μας και θα τον ανακρίνουμε», λέει. «Είναι καιρός να αντιμετωπίσουμε άμεσα αυτούς που μας καταδιώκουν».

«Δεν νομίζω πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό», λέει ο Καλλισθένης, που έχει περάσει μπροστά και έχει σκύψει πάνω στον σωριασμένο. «Έχει ήδη διαβεί τον Αχέροντα. Όχι, δεν ήταν η λαβή του ξίφους σου. Ήταν αυτό εδώ το κομμάτι που του τρύπησε το κεφάλι». Σηκώνει από κάτω ένα ματωμένο μυτερό τμήμα της κλεψύδρας, και μας το δείχνει.

Ακούγονται βήματα από την πλευρά της εισόδου και μετά η φωνή του Σωσίβιου/Αυτιά, ο οποίος ξέροντας τα κατατόπια (αυτός είχε διαπραγματευθεί χτες με τον -πλέον- μακαρίτη) οδηγεί τους άλλους προς το μέρος μας. «Εδώ είμαστε κι εμείς, αδέλφια», λέει χαμηλόφωνα.

images (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο δέκατο τρίτο: Επιχείρηση Καλλισθένης

Posted by vnottas στο 6 Αύγουστος, 2018

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο: Επιχείρηση Καλλισθένης

(αφηγείται ο Εύελπις)

 043fe-image010

Η μέρα είναι συννεφιασμένη και σκοτεινή απ’ το πρωί. Ευτυχώς ως τα τώρα -προχωρημένο απομεσήμερο- δεν έχει αρχίσει να βρέχει. Μια ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα θα μπορούσε να μας δημιουργήσει προβλήματα, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση οι φρουροί δεν θα ήταν απίθανο να τροποποιήσουν τις συνηθισμένες τους περιπόλους και να παραμείνουν μέσα στο κτίριο περισσότεροι του συνήθους. Ενώ εμείς τους προτιμούμε λίγους.

Είμαι στη γνωστή βακτριανή ταβέρνα που μένει ανοιχτή από την αυγή έως μετά τη δύση του ήλιου, καθισμένος στο ίδιο απομονωμένο τραπέζι στο βάθος. Έχω ζητήσει από τους συνεργάτες μου να περάσουν από εδώ και να με ενημερώσουν για τις δουλειές που ανέλαβαν. Πράγματι έχουν ήδη φτάσει ο Κάνθαρος, ο Αυτιάς και ο Χοντρόης∙ λείπουν ο Ευρυμέδοντας και ο Οινοκράτης. Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτούς έχω αναθέσει μια απομακρυσμένη εξερεύνηση. Γι αυτό έχουν ξεκινήσει νωρίς, νύχτα ακόμη. Ο Θεσσαλός με διαβεβαίωσε πως θα τα κατάφερναν να επιστρέψουν ίσαμε το απόγευμα. Αν όλα πάνε καλά θα έχω ένα ακόμη καλό επιχείρημα για να πείσω τον Καλλισθένη να ζήσει.

Σηκώνομαι αφήνοντας τους παρόντες να ξεκοκαλίζουν έναν καλοψημένο κάπρο, για να στυλωθούν, και βγαίνω έξω, στην πλατεία. Κοιτάζω προς τις κορυφές των ψηλών βουνών που περιτριγυρίζουν το πλάτωμα των Βάκτρων. Τα πιο βαριά μαύρα νέφη κρέμονται στα βορειοανατολικά.  Ίσως εκεί βρέχει ήδη.

 Αν δεν φτάσουν έγκαιρα, θα προχωρήσω το ίδιο, σκέφτομαι. Απ’ ό, τι μου είπε ο Αυτιάς, ο στρυφνός υπαξιωματικός έχει ήδη δωροδοκηθεί κι επομένως τέσσερις θα είμαστε αρκετοί.

Ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν περιθώρια για υπαναχωρήσεις. Σήμερα το πρωί επισκέφτηκα τόσο τον Ευμένη όσο και την Θαΐδα και τους ενημέρωσα. Από τον Καρδιανό χρειαζόμουν και μερικά πράγματα που θα μπορούσε να μου τα προμηθεύσει χωρίς να εμπλακεί άμεσα σε αυτή την ιστορία. Δεν είχε αντίρρηση ούτε τώρα. Από τη Θαίδα ήθελα να ακούσω, ακόμη μια φορά, ότι οι ελπίδες για ομαλές εξελίξεις στην περίπτωση του Καλλισθένη έχουν εξαντληθεί και έτσι  να καταπνίξω οποιεσδήποτε αμφιβολίες για το αν πράττω σωστά ή όχι παρεμβαίνοντας.

Εκείνη χαμογέλασε κάπως θλιμμένα και μου είπε: «Ναι, πράττεις σωστά. Ο Πτολεμαίος μου λέει την αλήθεια. Είτε όταν τα λεγόμενά του αφορούν τον Αλέξανδρο είτε όταν αφορούν τον ίδιο και εμένα. Πάντα!»

Την κοίταξα παραξενεμένος.

«Θέλεις να μου πεις κάτι Θαίδα;» την ρώτησα.

«Όπως και να πάνε τα πράγματα με αυτή την υπόθεση, δεν πρέπει να έχεις αμφιβολίες και αναστολές. Αν δεν τα καταφέρεις ο Καλλισθένης θα έχει την τύχη των στρατηγών που θεωρήθηκε πως πρόδωσαν. Και αυτό θα συμβεί όχι γιατί ο Βασιλιάς τον αντιπαθεί προσωπικά, αλλά γιατί τον έχουν πείσει πως πρέπει να περιορίσει το ρυάκι της δυσαρέσκειας πριν γίνει ποτάμι. Από αυτά που μου είπες συμπεραίνω πως αυτό το  ξέρει κι ο Ολύνθιος ο ίδιος».

Την κοίταξα παρατεταμένα. «Αυτό μόνο Θαΐδα; »

«Εάν πάλι προβληματίζεσαι γιατί μετά από αυτή σου την προσπάθειά το πιθανότερο είναι να μην ξαναδείς ούτε εμένα», συνέχισε εκείνη,  «θέλω να σου πω ότι κι αυτό θα συμβεί έτσι ή αλλιώς».

Δεν κατάλαβα αμέσως τι ήθελε να μου πει. Το κατάλαβα αμέσως μετά και φαίνεται πως φάνηκε στο πρόσωπό μου.

«Ναι», μου λέει εκείνη. «Ο Πτολεμαίος, πριν φύγει γι αυτή την τελευταία αποστολή, μου ζήτησε να γίνω νόμιμη γυναίκα του. Στην επιστολή του μου το ζητάει ξανά. Όχι, δεν θα είναι σαν τους γάμους που διοργανώνει ο Αλέξανδρος για πολιτικούς λόγους, ανάμεσα σε Μακεδόνες και Περσίδες. Θα είναι κάτι τελείως διαφορετικό…»

Ίσως μου είπε και άλλα. Δεν τα άκουσα. Κατάπια τον κόμπο που μου έκατσε στο λαιμό και δεν έκανα σχόλια.ΑΡΓΩ 1948

Χοντρές ψιχάλες αρχίζουν να πέφτουν εδώ κι εκεί, πάνω στο αμμώδες χώμα. Κάνω να γυρίσω προς την ταβέρνα, αλλά μαντεύω περισσότερο παρά βλέπω μεσ’ τη μαυρίλα, τους δύο καβαλάρηδες να καταφτάνουν βιαστικοί και λασπωμένοι. Μου κάνουν νόημα ότι εντάξει, όλα καλά.

.

Όπως έχουμε συμφωνήσει, παίρνω μαζί μου τον Οινοκράτη και ξεκινάω πρώτος για το κτίριο της φρουράς των βορίων Βάκτρων. Ο ήλιος, αν δεν ήταν κρυμμένος, θα φώτιζε ακόμη επαρκώς. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι υπόλοιποι τέσσερις θα καταφτάσουν καλά οπλισμένοι μόλις σκοτεινιάσει εντελώς. Μέχρι τότε έχω καιρό να πείσω τον Καλλισθένη να μας ακολουθήσει. Ή να με πείσει εκείνος να τον βοηθήσω, όπως άλλωστε του έχω υποσχεθεί, να πεθάνει ¨αξιοπρεπώς¨.

Αν και ο ζόρικος επικεφαλής της φρουράς είναι μιλημένος, για κάθε απρόβλεπτη περίπτωση έχω μαζί μου τα χαρτιά που πιστοποιούν ότι ο ¨φέρων δύναται να συναντηθεί με τον δεσμώτη Καλλισθένη¨. Δεν θα μου χρειαστούν. Αυτήν τη φορά ο ¨στριμμένος¨ παραείναι εξυπηρετικός. Μας υποδέχεται μόνος, χωρίς να είναι ορατοί άλλοι φρουροί και μας οδηγεί στο δωμάτιο του Καλλισθένη. Δίνω εντολή στον Οινοκράτη να μείνει μαζί με τον υπαξιωματικό και να μην τον χάσει από τα μάτια του. Μπαίνω στο μικρό διαμέρισμα μόνος μου.  

Είναι όρθιος. Μάλλον βημάτιζε πέρα δώθε όταν μπήκα. Φοράει τον καλό του χιτώνα και είναι καλοχτενισμένος. Ωστόσο γύρω από τα μάτια του υπάρχει σκοτεινιά. Κάτι μου λέει ότι από την προηγούμενη συνάντησή μας μέχρι τώρα, δεν έχει κλείσει μάτι.

«Λοιπόν βλέπω ότι δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να πειστείς πως βρισκόμαστε σε αδιέξοδο», μου λέει. «Ούτε κι εγώ για να ολοκληρώσω τη σύνοψη. Θα ήθελα σίγουρα να είμαι πιο σαφής, αλλά κι αυτά που ήδη σημείωσα, και θα σου τα δώσω, θέλω να ελπίζω ότι θα βοηθήσουν τους επιγόνους των ιδεών μας. Έφερες αυτό που σου ζήτησα;»

Δεν του απαντώ αμέσως. Το μυαλό μου αρνιέται προς στιγμήν να δεχτεί πως είμαι φορέας θανάτου. Πάντως, συνέρχομαι και του λέω πως το φαρμάκι το έχει ο Οινοκράτης στο δισάκι του. Φτάνει να τον φωνάξουμε.  Όμως του ζητώ πρώτα να με ακούσει. Έστω για τελευταία φορά.

Χαμογελάει με πικρή ευθυμία. «Για να δούμε αξιότιμε μαθητή του μεγάλου δάσκαλου ρητορικής, του Ισοκράτη. Πόσο πειστικός μπορεί να γίνεις».

«Θα είμαι σύντομος», του λέω. «Διερεύνησα. Όντως, όπως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, η ποινή θα είναι θάνατος. Προς παραδειγματισμό. Σύντομα. Όμως, κανένας δεν κερδίζει από αυτό το ενδεχόμενο. Ούτε καν ο Αλέξανδρος, ούτε βέβαια ο Ελληνισμός, όπως εμείς τον θεωρούμε και τον θέλουμε. Μόνον εκείνοι που μας θεωρούν εχθρούς.

Πώς μπορούμε να αποτρέψουμε αυτή την εξέλιξη;

Εσύ λες: ¨φεύγοντας οικειοθελώς¨   που πάει να πει αυτοκτονώντας. Όμως καλέ μου δάσκαλε, εσύ ξέρεις καλά -και εγώ από εσένα έμαθα, ότι εκείνο που θα διαδοθεί τελικά, εκείνο που θα ανακοινωθεί επισήμως, εκείνο που θα φτάσει στον πολύ κόσμο, δεν θα είναι κατ’ ανάγκην αυτό που θα συμβεί. Δεν θα είναι η ευγενής διαμαρτυρία μιας αυτοκτονίας. ¨Η αλήθεια δυστυχώς έχει ανάγκη από βοήθεια για να μεταδοθεί και να ριζώσει¨, είναι λόγια δικά σου, που τα έχω ακούσει πολλές φορές. Η αυτοκτονία για χάρη των ιδανικών είναι μια  γενναία πράξη, αλλά εάν τη γνωρίζουμε μόνον εγώ, ο Αριστοτέλης και κάποιοι αθηναίοι έτοιμοι να πιστέψουν οτιδήποτε που να δικαιώνει τον αντιμακεδόνα Δημοσθένη, δεν είναι αρκετή για να βοηθήσει στην αλλαγή της ροής των πραγμάτων.

Εγώ λέω: Έλα μαζί μας. Έχω φροντίσει για οτιδήποτε μπορεί να προβλεφτεί: Ο Ευμένης είναι ενήμερος και δεν διαφωνεί.  Μόνο που πρέπει να δράσουμε αμέσως. Απόψε. Αύριο θα είναι αργά!»

Έχει αντίρρηση. Όχι εφ’ όλης της ύλης, αλλά αυτή τη φορά επί του συγκεκριμένου κι αυτό το βρίσκω ευοίωνο.

«Καλά, την φρουρά δεν την είδες; Ο δύσθυμος υπαξιωματικός που τη διοικεί δεν νομίζω ότι με απεχθάνεται μόνον επειδή είμαι λόγιος. Το πιθανότερο είναι να τον έχουν πλησιάσει οι Άλλοι. Πριν από εσάς.  Είναι φυσικό να θέλουν να έχουν έναν άνθρωπό τους εδώ. Ιδιαίτερα αφού έμαθαν ότι επέστρεψες».

«Τον τύπο τον δωροδοκήσαμε, αλλά  και θα τον επιτηρούμε μέχρι την τελευταία στιγμή».

«Καλά. Πες ότι φεύγουμε… Για να πάμε πού; καλέ μου Εύελπι. Αν βρισκόμασταν στα Σούσα, ακόμη και στη μητρόπολη Βαβυλώνα, θα έλεγα ότι εντάξει, εκεί η υπηρεσία μας διαθέτει καταλύματα μυστικά και προστατευμένα έναντι οιουδήποτε, ακόμη και απέναντι στην κεντρική διοίκηση. Όπως ξέρεις τα φτιάξαμε έτσι ώστε να έχουμε σταθερά καταφύγια και να μπορούμε να αντιδράσουμε σε περίπτωση που εκδηλωθεί ανταρσία κατά του Αλέξανδρου από μέσα… και από ¨ψηλά¨. Εδώ όμως δεν είναι τα Σούσα. Είναι τα Βάκτρα, ο τόπος του Βήσσου. Εδώ φτάσαμε πρόσφατα. Και εγώ βρέθηκα σχεδόν αμέσως σε δυσμένεια. Η υπηρεσία δεν έχει προλάβει να ¨εγκατασταθεί¨».

Χαμογελώ αισιόδοξα. «Σχετικά με αυτό έχω να σου πω κάτι ευχάριστο. Λέω ¨ευχάριστο¨, επειδή θέλω να ευελπιστώ ότι σε ξέρω αρκετά καλά, Δάσκαλε. Υπάρχει τόπος όπου μπορείς να φιλοξενηθείς, άνετα θα έλεγα, μέχρις ότου η φασαρία καταλαγιάσει… Οπότε θα μπορέσεις είτε να διεκδικήσεις ξανά τη θέση σου στη στρατιά είτε να κατευθυνθούμε όλοι πίσω στη Δύση, αρχίζοντας από την Αθήνα. Και αυτός ο τόπος θα σου αρέσει».  

Με κοιτάζει με κάπως ειρωνική απορία.

«Θα σου εξηγήσω εν συντομία»,  συνεχίζω, «γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο. Τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό τον ξέρεις. Είναι εκείνος που μετέφερε στα Σούσα τα βιβλία που έσωσε ο Ευμένης στην Περσέπολη. Τελευταία ήταν σε αναγνωριστική αποστολή στα γειτονικά ινδικά βασίλεια, σταλμένος από την υπηρεσία. Πρέπει να το ξέρεις κι αυτό. Επέστρεψε πρόσφατα, συναντήθηκε τυχαία με τον δικό μου τον Οινοκράτη και απόψε θα είναι εδώ, μαζί μας, γιατί σε αγαπάει και σε εκτιμάει όσο και εγώ.

 Άκου λοιπόν: Όχι μακριά από τα Βάκτρα, πάνω στα βουνά, υπάρχει ένα μεγάλο κτίσμα όπου μένουν ανατολίτες ιερωμένοι ενός λίγο-πολύ άγνωστου θεού. Βοήθησαν και φιλοξένησαν τον Ευρυμέδοντα όταν είχε χαθεί στα απέραντα και δυσπρόσιτα όρη της βορειοανατολικής πλευράς. Σήμερα το πρωί ο Θεσσαλός μαζί με τον Οινοκράτη επισκέφτηκαν εσπευσμένα και πάλι αυτόν τον θρησκευτικό οίκο. Αν και σε μέρος δύσβατο και δυσπρόσιτο, εάν κανείς ξέρει τα μονοπάτια και τα περάσματα, δεν είναι πολύ μακριά από ‘δω. Τα κατάφεραν και επέστρεψαν έγκαιρα φέρνοντας την απάντηση στο αίτημα που μετέφεραν στους ιερείς: Να φιλοξενήσουν για ένα διάστημα έναν Έλληνα μελετητή, γνώστη του ρεύματος που η Ελλάδα ονομάζει ¨φιλοσοφία¨ -τους είχε μιλήσει γι αυτό ο Ευρυμέδοντας, αλλά δεν τους είναι εντελώς άγνωστο- ο  οποίος ενδιαφέρεται επίσης για τις μορφές που παίρνουν οι Θεοί στους διάφορους τόπους και για τις ποικίλες οργανώσεις που τους εκπροσωπούν. Εσένα. Η Απάντηση είναι καταφατική. Δέχονται!»

Νομίζω ότι είναι το καλύτερό μου επιχείρημα.

«Λοιπόν, εσύ δέχεσαι; »

«Όχι», μου απαντάει ευθέως. «Δεν προτίθεμαι να αποδράσω. Όχι από στενοκέφαλη προσωπική δήθεν αξιοπρέπεια. Αλλά επειδή είμαι σίγουρος πως η απόδραση ως γεγονός θα κάνει κακό στη διάδοση των ιδεών που πρεσβεύω. Σε κάθε περίπτωση περισσότερο από την αυτοκτονία. Ακόμη και αν την δυσφημίσουν».

Αρχίζει να συμμαζεύει τις σημειώσεις του για να μου τις παραδώσει. Παράλληλα μου κάνει νόημα ότι μπορώ να φωνάξω τον Οινοκράτη. Διστάζω.

Όμως, ξαφνικά εκείνη τη στιγμή, απ’ έξω φτάνουν ως τα εδώ ήχοι από κλαγγές όπλων και ανθρώπινα βογγητά.

GreekStudy

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο δωδέκατο: Πώς θα τον πάρουμε από ‘κει;

Posted by vnottas στο 2 Αύγουστος, 2018

Μέρος 8ο

Κεφάλαιο 12: Πώς θα τον πάρουμε από εκεί;

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

138.256

Είναι πολλά αυτά που δεν πρόλαβα να πω στο Πουλχερίδιον. Να του πω για παράδειγμα πως η έρευνα για την αναζήτηση της πατρικής μου ρίζας, για την οποία της είχα ήδη γράψει λίγα πράγματα, είχε κατά κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί και ότι ο υποφαινόμενος θαυμαστής και ερωτευμένος μαζί της Οινοκράτης, είναι πιθανότατα απόγονος ενός μεγάλου σοφού. Να της πω ότι αυτό το είχε μάθει όλη η καλή Αθήνα (στο κλεινόν Άστυ δεν φτουράνε τα μυστικά) και, προτού την εγκαταλείψουμε εσπευσμένα, οι Αθηναίοι έδιναν μάχη ποιος θα τον πρωτοπροσκαλέσει στον οίκο του, και ποιος θα τον πρωτοπεριποιηθεί.

Όμως τα σχέδιά μου να βρεθώ απόψε και πάλι κοντά της και να μπορέσω να της μιλήσω με άνεση, για αυτά και για άλλα πολλά, ανατράπηκαν. Ο Εύελπις επιστρέφοντας από την πρώτη συνάντησή του με τον Καλλισθένη, και αφού έκανε μια σύντομη επίσκεψη στη Θαΐδα, μας κάλεσε, όλη την συντροφιά του ταξιδιού, σε επείγουσα σύσκεψη.

Έτσι βρεθήκαμε καθισμένοι γύρω από ένα χιλιοχαραγμένο ξύλινο τραπέζι στην άκρη της χαμηλοτάβανης αίθουσας μιας ντόπιας ταβέρνας. Μέσα, το απογευματινό φως έφτανε λιγοστό, οι φανοί ήταν ήδη αναμμένοι, ενώ οι ήχοι από τις κουβέντες δεν έφταναν μακριά από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, καθώς ανακατεύονταν με τον υγρό αέρα φτιάχνοντας ένα ακαθόριστο βουητό,

Ήμασταν λοιπόν έξη: ο Εύελπις, εγώ, ο απαραίτητος πλέον Χοντρόης (που αν όχι άλλο τι, έχω βάσιμες ενδείξεις πως η παρουσία του μας φέρνει γούρι, ή εν πάση περιπτώσει πως μας δημιουργεί καλή διάθεση), ο γιγαντιαίος Κάνθαρος, ο εύστροφος Αυτιάς (έχω σχεδόν ξεχάσει ότι κανονικά τον λένε Σωσίβιο)  και, αφού πήρα πρώτα τη συναίνεση του προϊσταμένου μου, είχα προσκαλέσει και τον παλιό μας συνεργάτη και φίλο (δε ξέρω πώς, αλλά τελευταία μου είναι πιο συμπαθής από άλλοτε) τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό. Ο  Μεγαρέας χάρηκε που τον είδε και τον αγκάλιασε εγκάρδια.

Όλοι ήξεραν περίπου τι επιδιώκαμε, αλλά είχα θεωρήσει καλό να τους βάλω πρώτα να ορκιστούν -ας πούμε με τελετουργική σοβαρότητα- εχεμύθεια και αφοσίωση στην ομάδα.

c5188e0727de4bc5f6ed0bdfc454b451

Το δειλινό εκείνο, λοιπόν, στην βακτριανή ταβέρνα, ο Εύελπις μας ενημέρωσε διεξοδικά: Ο Καλλισθένης, προφανές θύμα μιας συνωμοσίας ανάλογης με εκείνες που άρχισαν τον τελευταίο καιρό να κατατρώγουν την εκστρατεία από τα μέσα, είναι, προς το παρόν, καλά στην υγεία του. Εκείνη που μοιάζει περιορισμένη είναι η γνωστή σε όλους μας αισιοδοξία που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε. Ίσως μετά τις ιστορίες του Παρμενίωνα και του Κλείτου να μην έχει εντελώς άδικο. Πάντως δεν σκέφτεται την περίπτωση της απόδρασης. Αντίθετα προτιμά να γίνει αυτόχειρας. Μάρτυρας μιας επαγγελλόμενης νέας εποχής. Της εποχής του Ανθρώπου. Ο Εύελπις είχε προσπαθήσει να τον εγκαρδιώσει. Να του πει πως ο Αριστοτέλης θα παρέμβει και ο Αλέξανδρος θα καταλάβει τι παιχνίδια παίζονται και θα αλλάξει συμπεριφορά και πολιτική. Αν αυτό δεν συμβεί, ο Εύελπις ανέλαβε τη μοιραία υποχρέωση. Να τον προμηθεύσει με ένα από τα ανώδυνα δηλητήρια που απ’ ό, τι λέγεται αφθονούν σ’ αυτά εδώ τα μέρη. Αλλά μόνον εάν δεν βρεθεί άλλη, εναλλακτική λύση. Γι αυτό ο Καλλισθένης θα πρέπει να περιμένει. Έστω λίγες, μια-δυο μέρες.

«Δέχτηκε;», ρωτήσαμε εναγωνίως εμείς.  

«Ευτυχώς ο Καλλισθένης, μπορεί μεν να είναι σκεπτικιστής όσον αφορά στην προσωπική του μοίρα, είναι όμως αισιόδοξος όσον αφορά τις ιδέες που προασπίζεται. Γι αυτό θέλει να τις καταγράψει. Και αυτό κάνει. Αυτές λοιπόν τις λίγες μέρες, τις χρειάζεται», μας απάντησε ο Μεγαρέας, ο δικός μου. Και συνέχισε: «Όμως όταν έφυγα από την φρουρά, πέρασα από το μέγαρο όπου έχει καταλύσει η Θαΐδα∙ απ’ ό, τι έμαθα εκεί, ο χρόνος που διαθέτουμε είναι όντως μετρημένος».

«Γιατί; Τι συμβαίνει;», ρώτησε ο Αυτιάς

«Ο Πτολεμαίος έστειλε μήνυμα στην Θαίδα, το οποίο έφτασε σήμερα. Δύο πράγματα από αυτά που γράφει μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα και η Θαίδα μου τα μετέφερε αυτολεξεί: Πρώτο. Η αναμενόμενη, δεύτερη Επιστολή του Αριστοτέλη προς τον Αλέξανδρο έφτασε. Και ο Βασιλιάς θύμωσε. Περίμενε ότι ο Δάσκαλος θα επιδοκίμαζε τις απόψεις και τις ενέργειές του, και πως θα τον συνέχαιρε γι αυτές. Έτσι θα του έδινε επιχειρήματα που θα ανέτρεπαν τις διαδόσεις ότι ο Αριστοτέλης τον αντιπολιτευόταν. Αντί όμως για επιδοκιμασία και επιβράβευση για τον Αλέξανδρο, ο Δάσκαλος υπερασπιζόταν και πάλι τον συγγενή του. Και έκανε μνεία σε κάποιες ιδέες, όχι άγνωστες, αλλά που τώρα φάνηκαν στον Βασιλιά συγκεχυμένες και άκαιρες. Ιδέες που για να γίνουν κατανοητές και επίκαιρες, ο αέρας θα πρέπει να πάψει να μυρίζει απ’ το αίμα και τον ιδρώτα των μαχών. Έτσι φαίνεται πως είπε ο Αλέξανδρος.

Το δεύτερο είναι πως η περιοδεία του βασιλιά στα σύνορα με τους Ινδούς τελειώνει. Αν όχι αύριο, από μεθαύριο το πολύ, θα πρέπει  να είναι πάλι εδώ. Και η υπόθεση ¨Καλλισθένης¨ θα λήξει. Πιθανότατα άσχημα.  Γι αυτό ό, τι κι αν κάνουμε, διαθέτουμε μόνο την αυριανή μέρα για προετοιμασία και την αυριανή νύχτα για εκτέλεση».

Ύστερα ο Εύελπις μας ζήτησε να πούμε, κατά τη γνώμη του ο καθένας, πώς θα μπορούσαμε να συμβάλουμε στην απελευθέρωση του Καλλισθένη.

Ο Αυτιάς πήρε το λόγο πρώτος και είπε πως, από ό, τι φρόντισε ήδη να μάθει, ο δήθεν ζόρικος επικεφαλής της φρουράς είναι ένα τύπος που εξαγοράζεται και μάλιστα χωρίς δυσκολίες. Αυτό τουλάχιστον κυκλοφορεί ανάμεσα στους συνακολουθούντες καθώς κι ανάμεσα στον ¨υπόκοσμο¨ της εκστρατείας. Θα μπορούσε, είπε, να διαπραγματευτεί μαζί του ο ίδιος, έτσι ώστε να μην υπάρξουν συγκρούσεις κατά την απόδραση.

«Και να υπάρξουν», συμπλήρωσε ο Κάνθαρος, φουσκώνοντας το στήθος και τους μύες του, «νομίζω ότι εμείς οι έξι, μπορούμε άνετα να τα βγάλουμε πέρα με καμιά δωδεκαριά φρουρούς. Οι δεσμοφύλακες δεν είναι δα οι επίλεκτοι της στρατιάς. Εγώ αναλαμβάνω τους μισούς!»

«Θέλω να σας πω», είπε ο Ευρυμέδοντας «ότι γνωρίζω καλά τα Βάκτρα καθώς και τις γύρω περιοχές. Ξέρω μάλιστα και κάποια σημεία-καταλύματα όπου θα μπορούσε να καταφύγει ο Ολύνθιος μέχρις ότου τον φυγαδέψουμε σε ασφαλέστερο, πιο απομακρυσμένο μέρος. Αρκεί να δεχτεί να αποδράσει».

«Εάν δεν δεχτεί, και εάν κατάλαβα καλά», είπα εγώ «θα πρέπει ή να του προμηθεύσουμε  το δηλητήριο που ζήτησε ή να τον πάρουμε μαζί μας χωρίς τη θέλησή του».

«Ναι. Έτσι είναι Οινοκράτη. Νομίζεις ότι μπορείς να βρεις ένα τέτοιο φαρμάκι;» είπε ο ευσυνείδητος Εύελπις που ήθελε να τηρήσει, όσο γίνεται, την υπόσχεσή του.

«Θα ψάξω. Μη ξεχνάς όμως ότι έχουμε ακόμη  εκείνο το πολύ δραστικό οξύ που μας φόρτωσαν οι Άλλοι. Αν δρα τόσο ακαριαία όσο φημολογείται, όποιος το πάρει μάλλον δεν θα προλάβει να υποφέρει καθόλου πριν αποδημήσει οριστικά. Επίσης θέλω να πω πως διαθέτω και μια άλλη πόσιμη ουσία -την ξέρεις Εύελπι- που επιφέρει βαθύ ύπνο, όχι βέβαια αμέσως, αλλά δε θέλει και πολύ,. Ίσως μας χρειαστεί αν αποφασίσουμε να τον πάρουμε μαζί μας εκόντα ή άκοντα».

Ο Εύελπις έγνεψε καταφατικά. Μετά τα μάτια στράφηκαν προς τον Χοντρόη, χωρίς βέβαια να περιμένουν πολλά πράγματα, ο οποίος, όμως, δήλωσε με αναδιπλασιασμένη γενναιότητα: 

«Οπ οπ όπερ θέλει εμοί διαταχθεί, πράξω!»

e89f1-makedoniki-falagga

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο ενδέκατο: Όπου ο Εύελπις ξανασυναντά τον Καλλισθένη.

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2018

Μέρος 8ο

Κεφάλαιο 11ο: Ο Εύελπις συναντά τον Καλλισθένη

(αφηγείται ο Εύελπις)

imagesα (6)

Ο Αλέξανδρος αυτή την περίοδο δεν βρίσκεται στα Βάκτρα. Μαζί με τον Ηφαιστίωνα, τον Περδίκα, τον Πτολεμαίο και άλλους ηγετικούς εταίρους περιοδεύει στο ανατολικό τμήμα της πρόσφατα κατακτημένης περιοχής, επαληθεύοντας προσωπικά όσα οι υπηρεσίες έχουν ήδη επισημάνει και υποβάλει στην προσοχή του. Ενόψει της εξόρμησης προς τα ινδικά βασίλεια, εξετάζει τα ποτάμια που πρέπει να γεφυρωθούν, τις χαράδρες που ίσως χρειαστεί να μπαζωθούν, τα σημεία όπου οι συγκρούσεις θα πρέπει να αποφευχθούν και εκείνα που, αντίθετα, είναι κατάλληλα για τη διεξαγωγή νικητήριας μάχης.

Απ’ ό, τι μου λέει ο Ευμένης, ένας τόπος που κρίθηκε καίριος για την επιτυχία της εξόρμησης προς την Ινδία έχει ήδη εντοπιστεί. Είναι ένα καλά οχυρωμένο οροπέδιο σε ύψος πάνω από 11 στάδια, αύταρκες σε νερό και με καλλιεργήσιμο έδαφος. Λέγεται ότι ούτε όρνις[1] δεν πετάει πάνω απ’ το δυσπρόσιτο αυτό μέρος και έτσι εμείς το αποκαλέσαμε Άορνο Πέτρα, ενώ οι Ινδοί το ονομάζουν Αβάρνα που στη γλώσσα τους σημαίνει ¨φρούριο¨. Αυτός θα είναι -πιθανότατα- ο αμέσως προσεχής στόχος της στρατιάς.

Ευτυχώς ο Ευμένης έχει παραμείνει εδώ, στα Βάκτρα και έτσι χάρη στη μεγάλη επιρροή που ασκεί σε όλες τις υπηρεσίες και το ευμενές κλίμα που υπάρχει για τον Καλλισθένη ανάμεσα στους στρατηγούς, κατάφερα και είδα τον προϊστάμενό μου δύο φορές. Εδώ παρακάτω περιγράφω την πρώτη συνάντηση μαζί του.

.images (11)

Το κτίσμα όπου τον κρατούν είναι ένα επιταγμένο παλιό κτίριο κοντά στα  βόρεια  τείχη∙ εκεί τώρα στεγάζεται ένα τμήμα της φρουράς της πόλης. Δείχνω στον στρυφνό υπαξιωματικό που επιτηρεί τον χώρο την γραπτή άδεια που μου έχει εξασφαλίσει ο Καρδιανός και εκείνος με οδηγεί με καταφανή δυσαρέσκεια -προφανώς είναι ένας από τους στρατιωτικούς που αντιπαθούν τους λόγιους- προς τον μικρό χώρο όπου έχουν περιορίσει τον Καλλισθένη.

Εκτός από το  κρεβάτι εκστρατείας, βλέπω ένα τραπέζι πάνω στο οποίο βρίσκονται εργαλεία γραφής, δύο καθίσματα και ένα έπιπλο με ράφια και παπύρους. Αυτό είναι καλό σημάδι, σκέφτομαι. Του επιτρέπουν να διαβάζει και να γράφει.

Εκείνος βρίσκεται στην άλλη άκρη του χώρου και μου έχει γυρισμένη την πλάτη. «Βλέπω ότι δεν άκουσες τη συμβουλή μου», λέει χωρίς να γυρίσει προς το μέρος μου.

«Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς…» απαντώ ψιθυριστά, καθώς, συγκινημένος όπως είμαι, δεν μπορώ να ελέγξω τη φωνή μου.

Γυρίζει προς το μέρος μου ανοίγοντας τα χέρια. Σπεύδω να τον αγκαλιάσω.

Μου χτυπάει προστατευτικά την πλάτη και κάνει ένα βήμα πίσω για να με δει καλύτερα.

«Εντάξει» λέει. «Μεγαλώνουμε και ωριμάζουμε».

Τον κοιτάζω. Προσεκτικότερα τώρα. Οι λίγες άσπρες τρίχες που είχε ήδη στα μαλλιά και στο γένι του  έχουν πολλαπλασιαστεί. Εάν το πρόσωπό του, σε αντίθεση με την συνηθισμένη ήρεμη έκφραση, δεν ήταν κάπως τεντωμένο, δε θα έβρισκα άλλες αξιοσημείωτες διαφορές. Εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον.

Καθόμαστε αντικριστά  στο τραπέζι. Σκυφτοί ο ένας προς τον άλλο, μιλάμε σιγανά γιατί δε ξέρουμε αν ο στρυφνός έχει στήσει αυτί έξω από το παραπέτασμα του δωματίου.

«Οι πληγές σου γιατρεύτηκαν εντελώς; Πονάς ακόμη; Τα γράμματά μου τα έλαβες;»

Χαμογελάει. «Ένα-ένα νεαρέ Μεγαρέα. Η σωματική μου υγεία αποκαταστάθηκε. Ό, τι μου λάχει να αντιμετωπίσω στο άμεσο μέλλον, θα το αντιμετωπίσω υγιής. Μην ανησυχείς λοιπόν. Όσο για τα γράμματά σου, τα έλαβα. Τις γραμμές επικοινωνίας τις έχουμε στήσει καλά και ήταν για μένα ανοιχτές μέχρι την τελευταία στιγμή. Δηλαδή μέχρι τη σύλληψή μου. Για να σου απαντήσω όμως, θα έπρεπε να κάνω πρώτα τις απαραίτητες επαληθεύσεις. Δεν πρόλαβα.

Μου έγραφες ότι προσπαθούν να ενοχοποιήσουν τον Αριστοτέλη. Το γεγονός δεν με εξέπληξε. Για κάποιο λόγο που δεν κατανοώ πλήρως, οι Άλλοι τον θεωρούν αποφασιστικό παράγοντα επιρροής πάνω στον Αλέξανδρο, αλλά και στενά συνδεμένο με την αθηναϊκή πολιτική. Επομένως άκρως επικίνδυνο για τα παγκόσμια αυτοκρατορικά τους σχέδια. Ίσως να φταίει η επιστολή που είχε στείλει ο Βασιλέας προς τους Αθηναίους κατά την έναρξη της εξόρμησης. Εκείνη όπου τους συνιστούσε να εξακολουθήσουν να ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις στον ελλαδικό χώρο, γιατί αν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του συνέβαινε κάτι δυσάρεστο, θα ήσαν οι Αθηναίοι αυτοί που θα έπρεπε να αναλάβουν την ηγεσία των Ελλήνων[2]».

«Δεν νομίζω πως ο Αριστοτέλης ταυτίζεται με την αθηναϊκή πολιτική», παρατήρησα εγώ. «Κάθε άλλο. Όπως σου έγραφα μάλιστα, τον τελευταίο καιρό είναι πάλι στα πάνω του ο Δημοσθένης και ο Δάσκαλος ανησυχεί για το Λύκειο. Η γνώμη μου είναι πως τον Σταγειρίτη τον ενδιαφέρει, βέβαια, το ασυνήθιστο πολίτευμά των Αθηναίων, αν και το θεωρεί ανέφικτο για μεγάλους πληθυσμούς και αχανείς εκτάσεις. Θεωρεί ότι οι Πέρσες, ας πούμε, θα δυσκολεύονταν πολύ αν μια μέρα υποχρεώνονταν να καλέσουν σε συνέλευση τους πολυάριθμους και διασπαρμένους υπηκόους τους προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού οτιδήποτε!

Πάντως, θεωρεί ότι εκείνο που διακρίνει και ευνοεί εμάς τους Έλληνες είναι η ικανότητά μας να αναζητούμε ¨νομοθέτες¨ και να ψάχνουμε κάθε φορά νέους τρόπους οργάνωσης και διοίκησης, όταν οι παλιοί δεν καταφέρνουν να επιλύσουν τα προβλήματα. Ο ίδιος μελετάει ένα πλήθος πολιτευμάτων αναζητώντας τα καλύτερα για την κατάσταση που διαμορφώνεται στον Ελληνισμό σήμερα. Και αυτό για να συμβάλει στη διαμόρφωση των νέων πολιτικών, όπως εμείς του ζητήσαμε».

 «Έλαβα μια εκτενή επιστολή του», λέει ο Καλλισθένης. «Με πληροφορεί πως στέλνει και μία στον Αλέξανδρο. Το γράμμα του πάντως αφορά στην περίοδο της ¨δυσμένειας¨ και όχι στη σύλληψή μου για την υπόθεση των ¨παίδων¨».

«Έμαθα από την Θαΐδα ότι η επιστολή αυτή ελήφθη και ότι ο Αλέξανδρος έχει ήδη απαντήσει εξιστορώντας τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα, όπου συμπεριλαμβάνει και την απόπειρα δολοφονίας του από τους νεαρούς ακόλουθους. Τώρα περιμένει την απάντηση του Αριστοτέλη».

«Φοβάμαι ότι το κακό που ήταν να γίνει, έγινε, αγαπητέ μου Μεγαρέα. Δεν μένουν πολλά να ειπωθούν. Ούτε καν από τον μέγιστο Αριστοτέλη. Γιατί η σύλληψή μου, έχει σχετικά μικρή σημασία.  Αποτελεί ίσως μόνο μια ακόμη ένδειξη ότι κάτι ευρύτερο και σημαντικότερο μας διαφεύγει.

Γιατί, βλέπεις, δεν προλάβαμε να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες των όσων συμβαίνουν, έτσι ώστε να μπορέσουμε να επηρεάσουμε αποφασιστικά και δημιουργικά τις μελλοντικές εξελίξεις. Αυτό δεν είναι, άραγε, το καθήκον μας ως σκεπτόμενων ανθρώπων μέσα σε μια πολεμική αναστάτωση που απ’ τη φύση της είναι θυμική και δυσκολεύει την ορθή σκέψη;

Αλλά, ακόμη και  εάν διαισθανθήκαμε τις αφανείς κινητήριες δυνάμεις, έκθαμβοι μπροστά την επιτυχία των αλλεπάλληλων μαχών, σίγουρα δεν καταφέραμε να ενσωματώσουμε τις δυνάμεις αυτές σε ένα πρόγραμμα συγκεκριμένων παρεμβάσεων. Έτσι δώσαμε χώρο και περιθώρια ελιγμών σε εκείνους που βλέπουν τα πράγματα με μόνο κριτήριο τα άμεσα και ιδιοτελή κέρδη».

«Δάσκαλε», του είπα -ξέρω πως του αρέσει να τον αποκαλώ Δάσκαλο- «δεν χάθηκαν όλα. Όχι ακόμη. Εσύ είσαι ζωντανός και εγώ είμαι σίγουρος πως θα καταφέρουμε να εξομαλύνουμε την κατάσταση. Ο Αλέξανδρος σίγουρα θα αλλάξει άποψη. Η αναμενόμενη επιστολή του Αριστοτέλη θα συμβάλει σ’ αυτό. Πρέπει μονάχα να κερδίσουμε λίγο χρόνο».

Μισό χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη του. Θα έλεγα αυτοσαρκαστικό. Μετά προσπαθεί να ανασκοπήσει τα γεγονότα.


image002(2763)

«…Με κατηγορούν ότι θέλησα να τον δολοφονήσω. Εάν διάβαζαν προσεκτικότερα τα κείμενά μου θα ήξεραν ότι κατά βάθος τον θαυμάζω. Ίσως περισσότερο από ό, τι θα έπρεπε. Αλλά εάν για το καλό της εκστρατείας χρειάστηκε να καταγράφω στις ¨βασιλικές εφημερίδες¨  την πιο αισιόδοξη, -έστω, την πιο ωραιοποιημένη εκδοχή- ήταν εξ ίσου αναγκαίο, όταν μιλούσα απευθείας μαζί του να είμαι ωμά ειλικρινής.  Να του λέω ότι η ιδέα της ¨θεοποίησης¨ απομακρύνει από κοντά του  εκείνους που τον λατρεύουν, όχι επειδή τον θεωρούν γιο του Άμμωνα, αλλά επειδή μάχεται δίπλα τους, επειδή πληγώνεται μαζί τους, επειδή είναι άξιος να τους οδηγεί σε νίκες, επειδή γιορτάζει και χαίρεται με τον ίδιο τρόπο με τον καθένα από τους οπλίτες. Να του λέω ότι η ιδέα της ενοποίησης των λαών είναι μια καλή ιδέα, αρκεί να γίνεται ανάμεσα σε ανθρώπους  που φιλοδοξούν να είναι ελεύθεροι και αξιοπρεπείς και όχι δουλικοί απέναντι σε οποιονδήποτε. Να του λέω επίσης ότι αυτοί που τον ακολουθούν, από την Ελλάδα ίσαμε εδώ, δεν είναι ανεξάντλητα δαιμόνια αλλά ανθρώπινα όντα που κουράζονται και που νοσταλγούν την πατρίδα. Να του λέω -και έχω τύψεις που δεν του το είπα εγκαίρως και με αρκετή ένταση- ότι τους πιστούς στρατηγούς σαν τον Παρμενίωνα και τον Κλείτο τους κρατάς δίπλα σου και δεν τους θυσιάζεις για χάρη κανενός κόλακα. Αλλιώς το  μετανιώνεις. Όπως ξέρω ότι μετάνιωσε.

Αυτά τα απλά πράγματα θα ήθελα να τα καταλαβαίνει ο Αλέξανδρος, χωρίς να χρειαστεί η παρέμβαση κανενός. Ούτε του Αριστοτέλη.

Αλλά, πέρα από αυτά, υπάρχουν και τα άλλα. Εκείνα που εμείς Εύελπι, έχουμε πολλές φορές συζητήσει: Αυτή εδώ δεν είναι μια οποιαδήποτε στρατιωτική εξόρμηση.  Είναι γέννημα των βαθιών διεργασιών που έγιναν στον ελληνικό χώρο τους τελευταίους αιώνες. Των διδαγμάτων από εξελίξεις θετικές και από εμπειρίες αρνητικές».

Για μια στιγμή ο Καλλισθένης αποκτά και πάλι την ακτινοβολία που γνωρίζω και θαυμάζω.

 «Γιατί μόνον σε εμάς ο κάτοικος της πόλης έγινε ¨πολίτης¨. Γιατί μόνον εμείς αναγνωρίσαμε στον πολίτη το δικαίωμα να θέλει να είναι ευτυχής. Γιατί εμείς διαπιστώσαμε, πιο μπροστά από οποιονδήποτε άλλο, ότι η γνώση παράγει θετικούς νεοτερισμούς μόνον όταν κοινοποιείται και όχι όταν κρύβεται ιδιοτελώς.  Αυτά και άλλα συνέβαιναν ενώ η σπάθα της Ασιατικής Αυτοκρατορίας -διαρκής απειλή- δεν έπαψε να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας. Και ενώ παράλληλα, για δεκαετίες, καταναλώναμε την ικμάδα και την ενέργειά μας σε εμφύλιες διενέξεις και πολέμους που άλλοτε ήταν το αποτέλεσμα του στραβού μας κεφαλιού και άλλοτε της διαιρετικής πολιτικής που εφάρμοσε πάνω μας η Αυτοκρατορία.

Και τώρα, τώρα που επιτέλους, πρώτη ίσως φορά  μετά τα ομηρικά έπη -ίσως και τελευταία- ξεκινήσαμε όλοι μαζί και με επικεφαλής τον γιο του Φίλιππου διαλύουμε την Αυτοκρατορία, τώρα θα πρέπει να βοηθήσουμε έτσι ώστε αυτές οι Αρχές -για την πανανθρώπινη ωφέλεια των οποίων είμαστε πια σίγουροι- να εξαπλωθούν και όσα υπήρξαν αιτίες ολέθρων και συμφορών, να εξαφανιστούν».

Ο Καλλισθένης συννέφιασε πάλι.

«Κι όμως υπάρχουν και εκείνοι που, σε αυτά που συμβαίνουν δεν βλέπουν άλλο παρά μια αφορμή γρήγορου πλουτισμού. Και ο εγκλεισμός μου αποδεικνύει ότι αυτοί οι άλλοι, έχουν πια το πάνω χέρι. Και ότι εμείς, από ιστορική άποψη υπήρξαμε πρόωροι! Πρώιμοι αν προτιμάς. Και πως η Ιστορία θα πρέπει να κάνει ακόμη πολλή υπομονή, προκειμένου να μιλήσει για την εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, για τη δύναμη της γνώσης, για το δικαίωμα όλων στην ευτυχία.

Ας είναι. Οι νέες ιδέες φαίνεται πως έχουν χρεία ομολογητών και μαρτύρων. Είχα το χρόνο να το σκεφτώ Εύελπι και ξέρεις που κατέληξα; Ότι δεν έχω αντίρρηση να ¨ομολογήσω¨.

Όχι, όχι βέβαια την ανύπαρκτη συμμετοχή μου σε απόπειρα δολοφονίας του Αλέξανδρου, αλλά φανερά και ξάστερα όλα εκείνα στα οποία πιστεύω για την εκστρατεία και για τον νέο κόσμο που θα πρέπει να προκύψει απ’ αυτήν.  Γι αυτό, έστω έγκλειστος,  -χάρη και στον Ευμένη που μου παρέχει τη δυνατότητα και το υλικό- έχω αρχίσει να καταγράφω τις απόψεις που έχουμε συχνά συζητήσει. Θέλω να εξακολουθήσουν να υπάρχουν διατυπωμένες ρητά.

Γιατί η διαμάχη θα συνεχιστεί και θέλω τα όσα εμείς υποστηρίξαμε, τα οποία δεν έχουν τίποτα να κάνουν με συνωμοσίες και ύπουλες ενέργειες, αλλά μοναχά με καλοπροαίρετες ελπίδες,  να είναι καταγραμμένα με σαφήνεια. Διότι, Εύελπι, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με τις κάπως απλοϊκές απόψεις των αυτοκρατορικών. Μαζί τους ταυτίστηκαν  και τους τροφοδοτούν με είδωλα επιχειρημάτων, τα υπόλοιπα των παλιών σοφιστών, οι οποίοι ανέκαθεν αρνήθηκαν την πραγματικότητα -κυρίως όταν δεν τους βόλευε-. Αυτοί, πολύ πιο επικίνδυνοι από τους αυτοκρατορικούς, επικαλούνται έναν επιφανειακά χρησιμοθηρικό ¨ηθικό σχετικισμό¨ και δεν έχεις από πού να τους πιάσεις.  

Ελπίζω να μπορέσω να εκφραστώ με ακρίβεια και προπαντός εύχομαι να προλάβω. Τα βασικά τα έχω ήδη καταγράψει. Μένει να κάνω μνεία σε μερικές συνεπαγόμενες ιδέες και σε ορισμένες προεκτάσεις που αφορούν στο μέλλον. Ύστερα θα μπορέσω να αποχωρήσω χωρίς απελπισία». 

images (11)

Διαφωνούσα. Είχα ήδη σηκώσει το χέρι μου για να τον διακόψω. Μου έκανε νόημα ότι ήθελε να ολοκληρώσει. Είχε να μου ζητήσει κάτι: «Ξέρω πως ήρθες για να βοηθήσεις. Ξέρω ότι αυτό είναι επικίνδυνο. Δεν ήθελα να υποστείς ούτε τους κινδύνους ούτε τις απογοητεύσεις αυτού του ταξιδιού. Αφού όμως ήρθες θα σου ζητήσω δύο πράγματα:  

Το πρώτο αφορά αυτές ακριβώς τις γραφές. Αυτήν τη σύνοψη που συντάσσω τώρα. Προφύλαξέ τες. Φτιάξε τουλάχιστον δύο αντίγραφα. Το ένα για σένα. Το άλλο φρόντισε να φτάσει στον Αριστοτέλη και τους δικούς του. ¨Περιπατητικούς¨ δε μου έγραψες πως τους αποκαλούν τώρα στην Αθήνα; Σ’ αυτούς. Θα καταλάβουν εύκολα για ποια πράγματα μιλάω και τι λέω γι αυτά. Θα σου δώσω και ένα γραπτό μήνυμα  προσωπικά για τον Αριστοτέλη. Θα του λέω πως αυτή είναι η στερνή συμβολή μου. Και πως λυπάμαι που δεν την εκθέτω με ευθύ προφορικό λόγο. Εκείνο που θέλω να ελπίζω είναι πως ¨η σκυτάλη¨ θα φτάσει πίσω σε αυτούς. Και ότι θα βοηθήσει, όταν οι καιροί θα είναι πρόσφοροι… ή ότι θα συμβάλει στην δημιουργία πρόσφορων καιρών.

 Το δεύτερο αίτημά μου θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να το καταλάβεις. Δεν είναι ένδειξη ούτε ξαφνικής παραφροσύνης ούτε επώδυνου πανικού. Και έχει ένδοξα προηγούμενα. Πείθομαι κάθε μέρα και περισσότερο ότι δεν υπάρχουν άλλες αποδεκτές λύσεις. Ήρθε ο καιρός να φεύγω, Εύελπι. Όχι επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, ούτε γιατί με διώχνουνε, αλλά γιατί κρίνω πως έτσι είναι το πιο σωστό.

Όχι αγαπημένε μου συνεργάτη. Δεν μιλάω για την απόδραση που σίγουρα σχεδιάζεις. Δε θέλω η ανάμνησή μου να ταυτιστεί με κάποιον που το βάζει στα πόδια Δε μιλάω ούτε για την ατιμωτική θανάτωση που επιδιώκουν οι Άλλοι. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής -και μαζί σου μπορώ να είμαι- δεν θέλω ο Αλέξανδρος να χρεωθεί και τον δικό μου θάνατο. Μιλάω για την οικειοθελή αποχώρηση με την οποία θέλω να υπογράψω τα κείμενα που τώρα συγγράφω. Κι επειδή θέλω να φύγω όχι ως ήρωας αλλά, σίγουρα, ως λάτρης του ορθού λόγου, εκείνο που επιθυμώ από σένα είναι ένα γρήγορο και κατά συνέπεια όχι πολύ επώδυνο δηλητήριο. Όχι κώνειο, αν και η έμμεση αναφορά στον αείμνηστο Σωκράτη θα ήταν τιμητική για μένα. Το κώνειο, απ’ ότι  μου έχουν πει, είναι αρκετά επώδυνο. Εδώ στην ανατολή ασφαλώς θα βρεις κάτι καλύτερο…»

.krit4

Από ένα σημείο και μετά έχω πάψει να τον παρακολουθώ. Τα λόγια του, με το που τα συνειδητοποιώ, με συγκλονίζουν. Η αυτοκτονία του δεν είναι μια εξέλιξη που θα μπορούσα ποτέ να διανοηθώ. Δεν έχω ετοιμάσει επιχειρηματολογία εναντίον της. Ξέρω πως η αγάπη για τη ζωή είναι βασικό συστατικό των γενικότερων απόψεων του Καλλισθένη. Είμαι σίγουρος πως παρά τις απανωτές απογοητεύσεις ο προϊστάμενος μου δεν αγαπά τον θάνατο. Ούτε εγώ. Και έχει δίκιο: πρόθεσή μου είναι πλέον το να οργανώσω την απόδρασή του. Σε κάθε περίπτωση, να την έχω έτοιμη και να την υλοποιήσουμε εάν δούμε ότι η -χωρίς δίκη- ¨καταδίκη¨ του είναι αναπόφευκτη. Είχα σκεφτεί πως, πριν προχωρήσω, χρειάζομαι τη συγκατάθεσή του. Όμως τώρα βλέπω ότι εκείνος έχει καταλήξει σε άλλες ¨λύσεις¨.

«Το πρώτο σου αίτημα -δε χωράει καμία συζήτηση- θα το πραγματοποιήσω οπωσδήποτε και με χαρά» του απαντώ. «Η χαρά μου πάντως θα είναι μεγαλύτερη αν καταφέρουμε να επιστρέψουμε στην Αθήνα μαζί. Όσο για το δεύτερο, επίτρεψέ μου, πριν σου υποσχεθώ οτιδήποτε, να σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη: Δώσε μου λίγο χρόνο… λίγες μόνο μέρες, για να αναζητήσω μια εναλλακτική λύση. Εάν δεν τα καταφέρω θα είμαι πάλι εδώ με ένα αγγείο που θα περιέχει  αυτό που μου ζήτησες. Μέχρι τότε το μόνο που σου ζητώ είναι το να κρατηθείς γερός και -αν αυτό είναι εφικτό- αισιόδοξος».

Δε μπορώ να πω πόσο πικρό είναι, πάντως στα χείλη του σχηματίζεται ένα χαμόγελο. 

Όμως δεν προλαβαίνει να πει κάτι, γιατί από το διάδρομο ακούγεται μια όλο και πιο έντονη μουρμούρα, έως ότου στην πόρτα του δωματίου εμφανίζεται πάλι ο στρυφνός υπαξιωματικός, ο οποίος προσπαθεί τώρα να πουλήσει ειρωνεία: «Όλοι το ξέρουν πως οι λόγιοι είναι λογάδες, αλλά εσείς οι δύο το παρακάνατε». Δείχνει εμένα: «Εσύ να του δίνεις, και ο άλλος να κουρνιάσει στη γωνία του. Ξεπεράσατε τα όρια». Γυρνάει προς τον Καλλισθένη. «Εσύ, δε βλέπω να παίρνεις άλλη άδεια για επισκέψεις».

Οργίζομαι. Έχω πει ότι καλό είναι η παρουσία μου στα Βάκτρα να είναι διακριτική και να μην πηγαίνω γυρεύοντας. Παρά ταύτα ο θρασύς υπαξιωματικός μου τη δίνει. Τραβάω από το θυλάκιο το περιβραχιόνιο που σηματοδοτεί την ιδιότητα μου ως ανώτερο στέλεχος των υπηρεσιών και το κολλάω στο χοντροκομμένο του πρόσωπο. «Προσοχή!» του κραυγάζω. Αυτομάτως στήνεται μπροστά μου  ως όρθιος αυλός. «Εάν δε θέλεις να σε στείλω αυθωρί στον ποταμό Ώξο, για να δεις πως τοξεύουν οι Σκύθες, πρόσεχε τον τρόπο που μιλάς και σε ποιον σηκώνεις τον τόνο της φωνής σου». Αλλάζει διάφορα χρώματα. «Εξαφανίσου», του λέω και όντως εξαφανίζεται πριν ολοκληρώσω τη φράση.

Ο Καλλισθένης χαμογελάει ξανά∙ αυθόρμητα αυτήν τη φορά.

«Και τώρα που είπαμε τα αμέσου ενδιαφέροντος» λέει -και στη φωνή του υπάρχουν ίχνη μιας παράξενης ευθυμίας- «για πες μου λίγο περισσότερα για τα υπόλοιπα: Πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα, ποια είναι η κατάσταση στην Αθήνα μετά την περίφημη δίκη, τι λέγεται εκεί για τον Αλέξανδρο και για την εκστρατεία και τι για τον Αντίπατρο και την Ολυμπιάδα; Πως πήγε το ταξίδι σου προς και από την Αθήνα;»

Έχω, προς στιγμήν την εντύπωση ότι επέστρεψε ο παλιός ωραίος  Καλλισθένης.

«Θα σου τα πω όλα»,  λέω και κάθομαι ξανά στον κλισμό μπροστά στο τραπέζι.

…….

[1] Όρνις: Πτηνό, πουλί.

[2] Η σχετική πρόθεση του Αλέξανδρου αναφέρεται από τον Πλούταρχο:  Αθηναίοις δε διηλλάγη, (…)   Αλλ᾽ εἴτε μεστὸς ὢν ἤδη τὸν θυμὸν ὥσπερ οἱ λέοντες, εἴτ᾽ ἐπιεικὲς ἔργον ὠμοτάτω και σκυθρωποτάτω παραβαλειν βουλόμενος, ου μόνον αφήκεν αιτίας πάσης, αλλά και προσέχειν εκέλευσε τοις πράγμασι τον νουν την πόλιν, ως ει τι συμβαίη περί αυτόν, άρξουσαν της Ελλάδος. ¨Πλουτάρχου Αλέξανδρος¨ [13.1-13.2]

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Οράματα…

Posted by vnottas στο 26 Ιουλίου, 2018

 young_girl_picasso_rnew

(Ηλίας Κουτσούκος)

 

Ποιος είδε

 Είδα τον ήλιο κόκκινο και συννεφάκια μαύρα

μες στο λιβάδι τους λαγούς να παίζουνε κρυφτούλι

κατήφορο σε ανήφορο

σκυλιά να κυνηγούνε

πέρδικες που πετούσανε

σε τέσσερις διαστάσεις

 .

 είδα δυο ήρωες δειλούς

και αριστερούς ναζήδες

στης Ιστορίας τη γιορτή

να σβήνουνε κεράκια

στου  Μπέργκεν-Μπέλσεν το  βυθό

να ψάχνουν για κοράλια

 και είδα πρώτος  το όνειρο

πως ήμουνα παιδάκι

και τύλιγα τα χέρια μου

 σ’ άσπρους λαιμούς αγγέλων

πριν γίνω  σαν μεγάλωσα

μιας Τράπεζας πελάτης

 .

 είδα μια νύχτα κάτασπρη

μέσα μου μαύρη μέρα

φεγγάρι μισοφέγγαρο

να πέφτει σε πηγάδι

και το νερό να χύνεται

στο αδειανό τοπίο

 .

κανείς δεν είδε τίποτα

και φαίνεται σαν ψέμα

όσα μου υποσχέθηκαν

κάποια φευγάτη ώρα

πως δήθεν τάχα  το μυαλό

 ξεφεύγει απ το σώμα

 ψάχνοντας  μες στο έρεβος

να πάει σ άλλα μέρη

1472929

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κι ο λύκος πλησιάζει…

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

images (2)

Ο υποδιοικητής των ΜΑΤ στον Ζωολογικό

Σαράντα επτά  είναι και ψόγο πάνω του δεν θα βρεις.

Ευθυτενής, ολιγομίλητος και πάντα σοβαρός με βάση

στο ‘μάλιστα’ και στο ‘διατάξτε’ συνεχώς.

Τους άνδρες κατευθύνει πάντα με στρατηγική πετυχημένη

είτε τους φοιτητές να πλαγιοκοπούν

είτε εργάτες να ξυλοκοπούν

είτε τους φουκαράδες συνταξιούχους να ψεκάζουν.

Ξέρει από ‘λελογισμένη’ χρήση χημικών

κι από συλλήψεις δίχως νταβαντούρι.

Το βλέμμα του είναι φευγάτο χρόνια

ανάμεσα σε πέλαγα  του μέσα Τίποτα

και του Καθόλου τις απέραντες βουνοκορφές.

Το μόνο του κουσούρι είναι ο Ζωολογικός

όπου πηγαίνει κάθε Τετάρτη απόγευμα

λίγο πριν κλείσει-δυο χρόνια τώρα-

και κατευθύνεται  στα 150 τετραγωνικά

που είναι  κλεισμένος  ένας  λύκος.

Κάθεται και τον βλέπει να γυρνάει σαν υπνωτισμένος

γύρω απ τα  σύρματα που τον κρατούν αιχμάλωτο

και ενώ η πειθαρχία μέσα του,

του λέει ,πως έτσι είναι το σωστό [καθείς εφ ω ετάχθη]

βγάζει απ τη πίσω τσέπη του ένα κόφτη

και κόβει ένα  κομμάτι φράχτη δυο τετραγωνικά

κι ύστερα κάθεται στην άκρη

και περιμένει τι θα κάνει ο λύκος.

Κι ο λύκος πλησιάζει

ρίχνει ένα βλέμμα ‘άσε μας’ στον υποδιοικητή των ΜΑΤ

και επιστρέφει στη φωλιά του.

Κανείς δεν βλέπει μες στο σούρουπο

πως έχουνε γεμίζει δάκρυα

του υποδιοικητή τα μάτια

από τα χημικά που του επέταξε  ο λύκος

καθώς  του γύρισε τη πλάτη….

lykos

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄Κεφάλαιο δέκατο: Εξομολογήσεις

Posted by vnottas στο 13 Ιουλίου, 2018

Μέρος 8ο Κεφάλαιο δέκατο: Ο Οινοκράτης, ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον. Εξομολογήσεις.

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

αρχείο λήψης

Μαζί με όλη τη συντροφιά του ταξιδιού, πλην του Εύελπι, πάω για άλογα. Ο προϊστάμενός μου είπε ότι ο Άρχοντας Ευμένης έχει ειδοποιήσει επειγόντως το κεντρικό ιπποφορβείο της στρατιάς (λίγο έξω από την πόλη, εκεί όπου σταβλίζονται τα καλύτερα  δημόσια άλογα) να μου παραδώσουν, χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις και δίχως τη συνηθισμένη διοικητική περιέργεια, ό, τι ζητήσω σε ίππους και ιπποσκευές.  Αρκεί να πω πως έρχομαι εκ μέρους του.

Τους παραδίδω λοιπόν τα ξεθεωμένα άτια που χρησιμοποιήσαμε στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής ως τα Βάκτρα και τους ζητάω: το καλύτερο άλογο που διαθέτουν για τον προϊστάμενό μου, δύο γοργά και υπάκουα για εμένα και τον Αυτιά, που μάλλον θα τρέξουμε πολύ τις επόμενες μέρες και έναν ιδιαίτερα εύσωμο ίππο σε θέση να σηκώσει αδιαμαρτύρητα τον σχεδόν γιγαντιαίο Κάνθαρο. Είπα να κάνω λίγη πλάκα στον φίλο μου, τον Χοντρόη, και φώναξα να μου φέρουν και έναν ευτραφή ονίσκο, αλλά μόλις είδα τα μάτια του να στρογγυλεύουν ακόμη περισσότερο του συνήθους από έκπληξη και απογοήτευση, έκοψα τα αστεία και του παράγγειλα μια εξαιρετική φορβαδίτσα που, μόλις την είδε όχι μόνο συνήλθε αμέσως, αλλά και -θα έλεγα- χλιμίντρησε από τη χαρά του σε άπταιστη ιπ-ιπ- ιπ-ποελληνική.

Καβαλικεύουμε και κατευθυνόμαστε προς την έξοδο του ιπποφορβείου και από εκεί πίσω προς το κέντρο των Βάκτρων. Δεν ξέρω πώς είναι αυτή η πόλη όταν ζει καιρούς ήρεμους και περιστάσεις ομαλές, όμως σήμερα πρέπει να έχει μάλλον ασυνήθιστη όψη. Στρατεύματα. Παντού. Όχι μόνο τα δικά μας, αλλά και άλλα, προερχόμενα από διάφορα σημεία των κατακτημένων περιοχών που καταφτάνουν για να ενισχύσουν την νέα εξόρμηση. Με περίεργες εξωτικές στολές, με αλλιώτικο οπλισμό, ακόμη και με διαφορετικό βηματισμό, διασταυρώνονται ανταλλάσσοντας τους τελετουργικούς χαιρετισμούς αναγνώρισης που μόλις αποστήθισαν. Ανάμεσά τους καλπάζουν οι παντός είδους αγγελιοφόροι και περιφέρονται οι γηγενείς κάτοικοι παρατηρώντας με δικαιολογημένο ενδιαφέρον τις μετακινήσεις. Οι ντόπιοι, ανταλλάσσουν χαμηλόφωνα εικασίες για το τι μπορεί τελικά να προκύψει από όλη αυτή την αναμπουμπούλα.

Σε μια πλατεία βλέπω Έλληνες στρατιώτες καθισμένους περιμετρικά να παρακολουθούν έναν αξιωματικό που τους δείχνει και τους περιγράφει ένα τεράστιο άλλα μάλλον ήρεμο κτήνος που στέκεται υπομονετικά εκεί δίπλα επιβλεπόμενο από μια ομάδα ιθαγενών: Ένας ελέφαντας. Πλησιάζουμε για να δούμε καλύτερα το περίφημο ζώο-όπλο των Ινδών. Μεγαλύτερος και πιο υπάκουος από εκείνους που είχαμε ήδη συναντήσει στην Αίγυπτο, λέγεται πως έτσι και κατευθυνθούμε προς την Ινδία, θα έχουμε να κάνουμε μαζί του. Λέγεται επίσης ότι ο Ελέφαντας είναι θεός -τουλάχιστον για τους Ινδούς.

Θεός ή μη έχει τα αδύναμα σημεία του και αυτά προσπαθεί να περιγράψει ο έμπειρος αξιωματικός στους στρατιώτες. Αυτή τη στιγμή έχει διατάξει δύο οπλίτες να συγκρούουν τις ασπίδες τους προκαλώντας ηχηρό σαματά. Το ζώο τρομάζει, αναπηδάει και οι ανατολίτες που το  επιβλέπουν κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο.

Ο αξιωματικός δίνει αμέσως εντολή  στους ασπιδοφόρους να σταματήσουν τη φασαρία. Το ζώο ηρεμεί. Το ακροατήριο καλμάρει επίσης και ακούγονται κάποια σχόλια που προξενούν γέλια.

ξκλ

Λέω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε την πορεία μας και οι φίλοι μου συγκατανεύουν και με ακολουθούν, όταν αντιλαμβάνομαι ότι εκεί δίπλα προσπερνάει κατευθυνόμενος προς το ιπποφορβείο ένας καβαλάρης που τον γνωρίζω. Και εκείνος επίσης. Λέω να του φωνάξω, αλλά δαγκώνομαι. Ο Εύελπις είπε πως, για την ώρα, η παρουσία μας στα Βάκτρα πρέπει να είναι διακριτική. Όμως εκείνος, ένα βήμα παρακάτω, τραβάει τα χαλινάρια και στρίβει προς τα πίσω για να με δει καλύτερα.

«Οινοκράτη;!» φωνάζει.

Κάνω τον έκπληκτο. «Ευρυμέδοντα;!»

Κατεβαίνουμε από τα άλογα και αγκαλιαζόμαστε.

«Είναι κι ο Εύελπις εδώ; Πότε φτάσατε;»

«Δεν είναι πολύ. Τώρα μόλις άλλαξα τα άλογα του ταξιδιού. Εσύ;»

«Ήμουν σε αναγνωριστικό ταξίδι. Δε μπορώ να σου πω τίποτα άλλο. Μπορώ όμως να σε κεράσω μια φιάλη κεκραμένο. Είσαι;»

«Δεν είμαι μόνος μου και έχω να παραδώσω μερικά πράγματα. Όμως μπορούμε να τα πούμε το απομεσήμερο. Εντάξει;»

«Εντάξει».

«Πού; Διάλεξε εσύ που ξέρεις καλύτερα τα κατατόπια».

«Απέναντι από τον ναό της Αναίτιδας στο κέντρο, φαντάζομαι πως τον ξέρεις, υπάρχει ένα μικρό κυλικείο με εδέσματα και ροφήματα∙ τοπικά μεν αλλά εκλεκτά. 

«Έγινε. Συνάντηση λοιπόν μόλις οι σκιές εγκαταλείψουν την κατακόρυφο».

.images (22)

Είχα σκοπό να πάω να βρω το Πουλχερίδιον. Δεν της έχω γράψει ότι έρχομαι και εάν η Θαΐδα δεν την έχει ήδη πληροφορήσει σχετικά, λέω να της κάνω έκπληξη. Και να την ανακρίνω. Με την καλή έννοια, βέβαια. Δεν νομίζω πως ξέρει ενδιαφέροντα γεωπολιτικά μυστικά, αλλά ελπίζω να ξέρει τι αισθάνεται για μένα.

Ας το πω αλλιώς: Επειδή έτυχε, όπως ακριβώς και ο Εύελπις, να προσβληθώ κι εγώ  από την  σαγήνη μιας γυναίκας που ο δρόμος της δεν διασταυρώνεται αυτόματα με το δικό μου, αλλά που για να την κερδίσω θα πρέπει να πάρω αποφασιστικές πρωτοβουλίες, λέω πως είναι καιρός να δράσω. Αλλά πρώτα πρέπει να ξέρω. Τα βασικά. Την τελευταία φορά που την είδα ήτανε σίγουρα ερωτοχτυπημένη με τον Ευρυμέδοντα. Τον νεαρό Θεσσαλό ιππέα με τον οποίο συνταξίδεψε από την Περσέπολη ως τα Σούσα. (Ή μήπως έτσι μου φάνηκε, ή μήπως το ενδιαφέρον που διαπίστωνα ανάμεσά τους ήταν αντανάκλαση από εκείνο που εγώ άρχιζα τότε να αισθάνομαι γι αυτήν;) 

Έλεγα λοιπόν να πάω να τη βρω σήμερα, αμέσως μετά την παράδοση του αλόγου στον Εύελπι. Να όμως που η Ειμαρμένη μου έβαλε τρικλοποδιά και ο δρόμος μου διασταυρώθηκε αναπάντεχα με εκείνον του Θεσσαλού. Έστω. Ας δω πρώτα τον Ευρυμέδοντα. Αλλά ας είμαι προετοιμασμένος κατάλληλα. Γι αυτό, αφού παρέδωσα το άλογο στον Εύελπι, πριν ξεκινήσω για την πλατεία του ιερού ναού της Αναίτιδας (μια τοπική εκδοχή της Αφροδίτης, με ολίγη από Αρτέμιδα) πέρασα από το πανδοχείο όπου είχαμε προσωρινά καταλύσει και πήρα μαζί μου τα μυστικά μου όπλα.  

.ΘΥΣΙΕΣ

«Αδελφέ μου, δε ξέρω τίποτα για τα ζουμιά που καταναλώνουν οι πότες σε αυτή τη γωνιά του κόσμου. Όμως ο υποφαινόμενος Οινοκράτης είναι φημισμένος για την προνοητικότητά του. Γι αυτό έχω πάντα -σχεδόν πάντα- μαζί μου ένα φλασκί με χειροποίητο βελτιωτικό. Λίγες σταγόνες του αρκούν για να μετατρέψουν οποιοδήποτε ξύδι σε Νέκταρ. Ας πούμε ¨σχεδόν νέκταρ¨ για να μην προκαλέσουμε την οργή κανενός από τους δικούς μας θεούς, που είναι και λίγο παρεξηγιάρηδες», είπα και έβγαλα με προσοχή από τον δισάκο μου το δοχείο με τη Χαχόμα υπ’ αριθμόν δύο (τη ¨χειροποίητη¨ ή ¨αιρετική¨). Δεν ήταν μια εύκολη κίνηση γιατί μέσα στο σάκο, εκτός από τις δύο χαχόμες, είχα και το επικίνδυνο ¨δοχείο-οπλή¨, αφημένο εκεί μέχρις ότου βρω τον καλύτερο δυνατό κρυψώνα, εδώ στα Βάκτρα. Ήταν ένα τεκμήριο της συνωμοσίας των Άλλων που θα μπορούσε να μας χρειαστεί.

Εν τούτοις ο Ευρυμέδων δε χρειαζόταν πολλές- πολλές εξηγήσεις. Ήταν ευτυχής που βρήκε έναν παλιό γνώριμο, στον οποίο είχε εμπιστοσύνη και με τον οποίο δεν θα χρειαζόταν να υποκριθεί οτιδήποτε. Γιατί τα τελευταία χρόνια, πάνω κάτω από τότε που είχαμε να ειδωθούμε, ο Ευρυμέδοντας είχε εξελιχθεί σε έναν ικανό μυστικό διερευνητή.  Επομένως ήταν υποχρεωμένος να αλλάζει ταυτότητες και ιδιότητες. Ήξερα ήδη ότι, μετά τις ανακαλύψεις που είχαμε κάνει εμείς στα Σούσα, του είχε ανατεθεί η διείσδυση στο περιβάλλον των περσών πριγκίπων. Έτσι είχε  υποδυθεί τον δυσαρεστημένο μακεδόνα εταίρο, τους είχε προσεγγίσει και είχε εξασφαλίσει σημαντικές πληροφορίες που βοήθησαν τους χειρισμούς της ηγεσίας απέναντί τους. Μετά του ανατέθηκαν και άλλες ανάλογες αποστολές, που για την επιτυχή διεκπεραίωσή τους χρειάστηκε να γίνει: πλούσιος Ίωνας έμπορος, μοναχικός κυνηγός θηρίων στη παραμεθόριο σκυθοκρατούμενη ζώνη, ως και -τελευταία-  φιλομαθής δυτικός λόγιος εξερευνητής στη χώρα των Ινδών.

Έτσι ο Θεσσαλός είχε, ούτως ή άλλως, την καλή διάθεση, τόσο να πιει, όσο και να αφηγηθεί. Για τις όποιες θεμιτές αναστολές του φρόντισε η χειροποίητη αιρετική χαχόμα που, όπως έλεγα παραπάνω, έβγαλα από τον διπλό μου σάκο, ξεβούλωσα με προσοχή και έσταξα μερικές σταγόνες στο ρυζοποτό που μας είχε φέρει ένας ντόπιος σαρικοφόρος. Φυσικά ήπια και εγώ και, φυσικά επίσης, ξέχασα τα πάντα έως ότου, αργότερα, βρήκα στη τσέπη μου ένα πρόχειρο σημείωμα με τον γραφικό μου χαρακτήρα, που έλεγε: ¨Πιες λίγη Χαχόμα και θυμήσου: πιθανώς υπάρχουν νεότερα¨

.αρχείο λήψης (2)

«… Λοιπόν που λες, πίσω από το βουνό στα ανατολικά, υπάρχουν οι χώρες του ποταμού Ινδού. Το ποτάμι, αφού δεχθεί κάμποσους παραπόταμους που φέρνουν νερό από τα βουνά, κατευθύνεται προς το Νότο, στη θάλασσα των Περσών και, από κάποιο σημείο και μετά, είναι πλωτό. Τουλάχιστον σε μεγάλα τμήματά του. Στα νότια ρέει ανάμεσα σε ερημικές περιοχές, πράγμα που αν αληθεύει σημαίνει ότι η διείσδυση στην Ινδία από εκεί πρέπει να είναι δύσκολη. Αν είναι να γίνει η εισβολή, συμφέρει να την επιχειρήσουμε εδώ, αμέσως μετά τους βόρειους ορεινούς όγκους.

Τα βουνά εδώ γύρω είναι δύσβατα και πανύψηλα. Δυσκολεύτηκα πολύ να τα διερευνήσω. Σε μια φάση μάλιστα χάθηκα ανάμεσα τους.  Ήξερα πως έπρεπε να κατευθυνθώ δυτικά για να επιστρέψω εδώ, όμως τα μονοπάτια κατέληγαν σε απύθμενους γκρεμούς και σε αδιέξοδα. Δε ξέρω αν θα τα κατάφερνα να επιβιώσω, εάν ο καιρός δεν ήταν κάπως μειλίχιος και εάν δε συναντούσα κάτι καλόβολα ανθρωπάκια, τυλιγμένα σε μακριές ρόμπες, που με βοήθησαν και με φιλοξένησαν για κάποιο διάστημα. Ανακάλυψα έτσι ότι πρόκειται για ένα είδος ερημίτες-ιερείς που λατρεύουν έναν μακρινό βουνίσιο θεό, διαφορετικό από εκείνους των βραχμάνων Ινδών, αλλά και από τους θεούς που επικαλείται ο Πέρσης  προφήτης Ζωροάστρης. Τον λένε Βούδα ή κάπως έτσι. Οι ιερείς του ζουν, πολλοί μαζί, σε ένα μεγάλο οίκημα που κρέμεται στον βράχο σαν αετοφωλιά. Ως υπέρτατο αγαθό αναζητούν κάτι που μοιάζει με -¨ολύμπια¨ θα λέγαμε εμείς- ηρεμία! Είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια θρησκεία που φιλοσοφεί.  Σκέφτηκα πως το θέμα θα ενδιέφερε τον Καλλισθένη…  Αλήθεια τι συμβαίνει με τον Ολύνθιο; Πριν φύγω είχα μάθει πως έχει προβλήματα, τώρα μου λένε πως έχει συλληφθεί…»  

Πρέπει να του τα είπα. Όλα. Για τον Καλλισθένη και τη συνωμοσία των Άλλων, για την κατάσταση στην Αθήνα, για την ιστορία με τα αγάλματα των Τυραννοκτόνων και τη χειραφέτησή μου, για τις περιπέτειες του ταξιδιού προς και από την Αθήνα. Πιθανότατα τώρα θα τα έχει κιόλας ξεχάσει. Όμως εκείνο που μετράει είναι πως όταν τα πρωτάκουσε έδειξε ειλικρινές και συμπάσχον ενδιαφέρον. Με ρώτησε μάλιστα τι πρέπει να κάνει για να βοηθήσει. Του είπα να περιμένει. Αν τον χρειαστούμε θα τον ειδοποιήσουμε έγκαιρα.

Τώρα ήταν η σειρά μου να ρωτήσω. Αλλάζοντας θέμα.

«Εκείνο το ωραίο κορίτσι με το οποίο είχατε φτάσει μαζί στα Σούσα τι κάνει; Ναι, εκείνη που έφερνε την επιστολή της Θαίδας για την Φρύνη».

«Μάλλον λες για τη μικρή Πουλχερία. Έχεις δίκιο. Ήταν ένα ωραίο κορίτσι».

«Γιατί, τώρα δεν είναι; Της συνέβη κάτι;»

«Δεν ξέρω. Ελπίζω όχι, θα ήταν κρίμα. Μόνο που έχω καιρό να την δω. Με όλα αυτά τα ταξίδια που χρειάστηκε να κάνω τελευταία δεν είχα πολύ διαθέσιμο χρόνο»

Πρέπει να πήρα μια βαθειά ανάσα ανακούφισης.

Αλεξικ411

Ο ήλιος είχε ήδη κρυφτεί πίσω από τα δυτικά βουνά όταν φύγαμε από το κυλικείο της πλατείας της Αναίτιδας. Και οι δύο τελούσαμε σε κατάσταση όχι πλήρως ελεγχόμενης ευθυμίας. Μέσα μας η πίεση για εξομολογήσεις πρέπει να καταλάγιαζε κάπως, αλλά δεν είχαμε πάψει -και οι δύο, ταυτοχρόνως – ανάμεσα στα αλλεπάλληλα κύματα νύστας που μας πλημμύριζαν, να λέμε κι άλλα από τα σώψυχά μας ο ένας στον άλλο… Μετά αποχαιρετιστήκαμε με έναν αλληλέγγυο εναγκαλισμό και είπαμε να ξανασυναντηθούμε το συντομότερο για να πούμε κι άλλα.  Ο Ευρυμέδοντας απομακρύνθηκε γερτός πάνω στο άλογό. Ελπίζω το ζώο να ήξερε το δρόμο για το κατάλυμά του. Το δικό μου μάλλον δεν ήξερε και περίμενε σαφείς εντολές. Δεν το καβαλίκεψα, παρά πήρα τα χαλινάρια πεζός και το τράβηξα μαζί μου.

Νύσταζα. Πολύ. Όμως ήξερα πως η αιτία ήταν μια γνωστή παρενέργεια της Χαχόμας και αυτό με έκανε αισιόδοξο. Μα και βέβαια, θα μπορούσα να την ελέγξω την νύστα. Και ασφαλώς θα μπορούσα να κάνω απόψε εκείνο που θα ήταν συνετότερο να κάνω αύριο. Δηλαδή να επισκεφτώ το Πουλχερίδιο. Έτσι κι αλλιώς τα παραπατήματά μου με οδηγούσαν εκεί κοντά, προς το κτίριο όπου, όπως είχα έγκαιρα φροντίσει να μάθω,  ήταν εγκατεστημένη η Θαίδα και η ακολουθία της.

Παρέκαμψα την πολυτελή κεντρική είσοδο, έδεσα το άλογο σε έναν δημόσιο δετήρα και βρήκα μια ανώνυμη μικρή πόρτα στην πίσω μεριά. Την έσπρωξα. Δεν ήταν αμπαρωμένη από τα μέσα. Υποχώρησε και βρέθηκα σε ένα είδος μαγειρείου. Πάλι. Όπως και στην Αθήνα, στο Πρυτανείο, όταν παρακολουθούσα την Ιππαρχία.

«Εεεπ! Στάσου. Πού πας εσύ;» άκουσα μια λεπτή φωνούλα με έντονη ασιατική προφορά. Προερχόταν από έναν εύσωμο μάγειρα-ευνούχο, ο οποίος κάτι ανακάτευε μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι.

Έπνιξα ένα ξεχειλωμένο χασμουρητό, το μετέτρεψα με το ζόρι σε συμπαθητικό χαμόγελο και του είπα: «Γλυκύτατε Μάγειρα. Μπορεί να μη με γνωρίζεις, αλλά δεν είμαι ξένος, αντίθετα είμαι πολύ καλός φίλος των κυριών που διαμένουν σε αυτό το κτίριο. Θα σου ήμουν λοιπόν ευγνώμων  εάν ειδοποιούσες την νεαρή κυρία Πουλχερία πως ένας φίλος της την περιμένει εδώ».

Ο μάγειρας εξακολούθησε το ανακάτωμα με τη μεγάλη κουτάλα του. «Και ποιο είναι το όνομα του φίλου της μικρής κυρίας Πουλχερίας;» με ρώτησε.

«Αυτό ας μην της το πούμε για την ώρα, έτσι ώστε να της κάνουμε μια μικρή έκπληξη», είπα και του ενεχείρησα μια χούφτα μικρά ντόπια νομίσματα, με τα οποία, λίγο πριν, είχα επιχειρήσει  να κεράσω τα ποτά και τους μεζέδες που καταναλώσαμε με τον Ευρυμέδοντα.  (Ανεπιτυχώς! -ο Θεσσαλός ισχυριζόταν  σθεναρά ότι ήταν η σειρά του).

«Άϊντε, καλά», είπε ο μάγειρας και μου παράδωσε την κουτάλα. «Δυνατά για να μην κόψει», μου παράγγειλε επιτακτικά.

ξθυ

Εμφανίστηκε πρώτα ο ευνούχος που ήρθε κατ’ ευθείαν σε μένα και ξαναπήρε αποφασιστικά την κουτάλα του. Πίσω του, το Πουλχερίδιον, ή μάλλον η μικρή κυρία Πουλχερία, έμεινε μια στιγμή ακίνητη κάτω απ’ την κάσα της εσωτερικής πόρτας. Μετά πέταξε ένα καμπανιστό ηχηρό γελάκι. «Ώστε η κυρία Θαΐδα δεν με κορόιδευε. Είναι αλήθεια. Επιστρέψατε!» Μετά έτρεξε και με αγκάλιασε σφιχτά.

Δεν είχε αλλάξει πολύ. Ήταν μόνο λίγο πιο όμορφη, μια ιδέα πιο μεστή, μία στάλα πιο τροφαντή από τότε. Με τράβηξε προς μια γυριστή εσωτερική σκάλα και ανεβήκαμε ως μια μικρή αίθουσα υποδοχής, άδεια εκείνη τη στιγμή. Καθίσαμε δίπλα δίπλα σ’ ένα ανάκλινδρο.

Η επαφή μαζί της έδιωξε κάπως τα κύματα της νύστας που μου επιτίθονταν. Όχι όμως και την άμεση επιθυμία για εξομολόγηση. Μόνο που αυτή τη φορά η εξομολόγησή μου θα είχε χρώμα ρόδινο και άρωμα έρωτα. 

Όμως αυτή τη στιγμή μιλούσε εκείνη: «Σ’ ευχαριστώ για τις επιστολές. Χάρη σ’ αυτές μπόρεσα να ταξιδέψω μαζί σου. Να βρεθώ σε αυτή την αξιοθαύμαστη Αθήνα που την ήξερα μόνο από τις νοσταλγικές ιστορίες της κυράς μου. Να ζήσω τις αρμυρές ναυτικές σου περιπέτειες. Αχ, υποσχέσου μου πως θα συνεχίσεις να μου γράφεις… ακόμη και εάν, όπως ελπίζω, τώρα θα τα λέμε κι από κοντά».

«Θα σου γράφω όσο θες, για ό, τι θες. Όποτε θέλεις». Έπνιξα ένα προδοτικό χασμουρητό και ξερόβηξα. «Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα ότι οι γραφές μου σου αρέσουν τόσο. Αν το ήξερα θα σου είχα ετοιμάσει μία σημερινή επιστολή. Αντί να στα πω, θα στα έγραφα».

«Εντάξει», γέλασε εκείνη. «Για σήμερα δεν πειράζει. Αν έχεις κάτι επείγον να μου πεις σε ακούω με όλη μου την προσοχή»

«Άκουσέ με λοιπόν μικρό μου Πουλχερίδιο. Μου άρεσες παλιά και μου αρέσεις και τώρα. Πολύ. Σού έγραψα για αυτά που συνέβησαν στην Αθήνα, – έστω, για τα περισσότερα∙ έχω υλικό και για άλλες γραπτές αφηγήσεις-  και έτσι ξέρεις ότι χειραφετήθηκα και ότι τώρα πια είμαι ελεύθερος κάτοικος της Αθήνας. Αλλάζω ζωή μικρό μου Πουλχερίδιο. Επομένως σε ρωτάω: θα ήθελες να με συντροφέψεις στη νέα μου αυτή ζωή; Θέλεις να γίνεις η γυναίκα μου;»

Χαμογέλασε. Γλυκά. «Τι περιμένεις να σου απαντήσω», μου είπε με μια δόση από το γνωστό της νάζι.

«Ελπίζω να μου πεις ναι. Φοβάμαι ότι θα μου πεις όχι. Τρέμω μήπως με αφήσεις χωρίς απάντηση», της απάντησα με όλη την χαχομική μου ειλικρίνεια.

«Δε θα το κάνω αυτό. Και θα είμαι και εγώ ευθεία και ανυπόκριτη μαζί σου. Περίμενα ότι κάτι θα μου ζητούσες. Υπέθετα ότι θα ήταν κάτι απλούστερο. Ας πούμε μια νύχτα μαζί μου. Δεν ξέρω τι θα σου απαντούσα τότε, αλλά τώρα χαίρομαι που δεν ήταν αυτό. Γιατί το αίτημά σου είναι ευγενέστερο και με τιμά. Έστω κι αν αυτό που μου ζητάς δεν εξαρτιέται  από μένα. Το ξέρεις πως εγώ δεν είμαι ελεύθερη. Ανήκω στη κυρά μου, τη Θαίδα. Χωρίς τη συγκατάθεσή της  δεν μπορώ να απομακρυνθώ δάκτυλο από κοντά της».

Την κοίταξα παραξενεμένος. Η γυναίκα που είχα απέναντί μου ήταν διαφορετική από το εύθυμο, πνευματώδες και ναζιάρικο κοράσιο που ήξερα. Είχε αλλάξει. Προς το καλύτερο. Τώρα ήταν μια γυναίκα που διάβαζε και που μπορούσε να εκφραστεί με άνεση. Μια γυναίκα με σύνεση, θα τολμούσα να πω.

Έπιασα και τα δυο της χέρια και τα έσφιξα

«Το θέμα της Θαίδας άφησέ το σε μένα, της είπα. Πες μου μονάχα τι επιθυμείς εσύ».

Την ένοιωσα να χαλαρώνει. Την είδα να χαμογελάει… καταφατικά! Ένα χαμόγελο που δεν πρόκειται να ξεχάσω.

Ούτε το αγκάλιασμά της, αμέσως μετά, θα ξεχάσω.

Ο μισός από εμένα απογειώθηκε σε σφαίρες ανώτερες και  ευδαιμονικές, ο άλλος μισός δέχτηκε πάλι ένα κύμα αδυσώπητης νύστας. Φοβήθηκα μήπως γίνω τελικά ρεζίλι. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ και να αυτοελεγχθώ. Η Χαχόμα μου επέβαλε να είμαι ειλικρινής και επίσης να κοιμηθώ κατεπειγόντως.

«Όμορφή μου», της είπα και σηκώθηκα όρθιος παραπατώντας ελαφρά. «Δε ξέρω αν είμαι μαγεμένος από την παρουσία σου ή αν φταίνε τα μάγια που έκανα εγώ στον εαυτό μου προκειμένου να βρω το κουράγιο να σου μιλήσω. Όμως τώρα θα φύγω. Θα σε δω αύριο και θα πούμε πολλά.

Δε νομίζω ότι περίμενε να φύγω έτσι γρήγορα. Ωστόσο δεν παραπονέθηκε. Ίσως χρειαζόταν και εκείνη λίγο χρόνο με τον εαυτό της για να εσωτερικεύσει αυτά που συνέβαιναν. Περισσότερο μου ένευσε παρά μου είπε ¨ναι εντάξε黨. Άγγιξα τα χείλη της με τα δικά μου, έκανα μεταβολή σχεδόν σα να ήμουν νηφάλιος και έτρεξα προς την πίσω έξοδο. Το καινούργιο μου άλογο ήταν εκεί όπου το είχα αφήσει. Το πρόβλημα που απέμενε τώρα ήταν να καταφέρουμε να φτάσουμε πίσω, στο πανδοχείο.

images (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Τ’ αρματωμένα κοριτσάκια

Posted by vnottas στο 12 Ιουλίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

3alice

 …στον ύπνο όλα γίνονται

όπως στη καθημερινή ζωή

που  όλοι γύρω μου κοιμούνται

ή συμμετέχουν ύπουλα σφάζοντας τις ζωές των άλλων

που δεν τους φταίξαν τίποτα

 

Μουγγά κοριτσάκια με φυλάνε…

 

 Λουσμένος σε ιδρώτα κι αίμα

 νιώθω να χάνω αζιμούθια

μέσα σε όνειρα που ασύδοτα γυρνάνε

στου  κεφαλιού  τις ασυνάρτητες στοές.

Τότε  σαν από θαύμα εμφανίζονται τούτα τα κοριτσάκια

κρατούν μακριά σπαθιά και κοφτερά μαχαίρια

φτιάχνουν τετράγωνα ή μπαίνουνε  σε ινδική γραμμή

κι ορμούν όλα μαζί καρφώνοντας διαβιβαστές στη πλάτη

βγάζουν εικόνες ήττας που ήταν φυλαγμένες

 μέσα σε  ορύγματα νευρώνων

μου ανασκολοπίζουνε  παλιές αγάπες

βγάζουν τα μάτια  από βλέμματα που δήθεν με ποθήσαν

είναι απίστευτα σκληρά σε ικεσίες

όλων των καθωσπρέπει της παλιάς σχολής

στριφογυρίζουν τα σπαθιά τους στις πληγές

έτσι να ξεριζώσουνε  το σκάλπ  της γοητείας

που την κρεμούν στη μαύρη ζώνη τους μετά.

Κάποια στιγμή τούτο το μακελειό θέλω να σταματήσω

φωνάζοντας στην αρχηγό τους που δεν μοιάζει

πάνω από 12 να είναι

«αμάν κορίτσι μου αμάν, φτάνει ετούτος ο χαμός.»

Τότε εκείνη έρχεται και βλέπω ιδρωμένο

όλο το προσωπάκι

 πάνω απ τα μουγγά  χειλάκια  της

μα έχει ένα βλέμμα σαν να λέει άγρια

«κάτσε στην άκρη κι άσε μας στην αποστολή μας

να κάνουμε ότι ξέρουμε, να σε φυλάμε δηλαδή»

και τι να κάνω ρε παιδιά

στην άκρη του Σφαγείου κάθομαι

και το βουλώνω…

Όταν τελειώσουν με το μακελειό -τα βλέπω-

πάνε και κάθονται στο φράχτη των ονείρων μέσα μου

κουνάν τα πόδια τους, μαζεύουν τα πεσμένα τους καλτσάκια

και βάζουν σάλιο στις πληγές πούχουν τα γόνατα τους…

ξ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η λέσχη του ¨τίποτα¨ (είναι κι αυτή κάτι…)

Posted by vnottas στο 11 Ιουλίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

Μέλος Λέσχης του Τίποτα…

128

Είμαι μέλος της Λέσχης

Του ¨ΤΙΠΟΤΑ¨

Βρισκόμαστε σε Café  και λέμε εξυπνάδες

Δηλαδή ‘η γυναίκα μου δεν μαγείρεψε..’

κι η απάντηση ‘στείλε την στη μάνα της’

ή ‘μου μίλησε άσχημα ο γιος μου’

κι η απάντηση ‘βρίσε του τον πατέρα,

σίγουρα δεν  είσαι εσύ..’

Μαζευόμαστε και λέμε

πως οι πολιτικοί πρέπει να πεθάνουν

γιατί άφησαν τους Τραπεζίτες να τους καβαλούν

και μετά ένας θυμάται πως ήταν ιππέας

κι ένας άλλος πως ήταν σύμβουλος

κι ένας τρίτος, πως η κόρη του δουλεύει

σε εταιρία εισπράξεων και τηλεφωνεί

για πέντε κατοστάρικα και τρομάζει χρεωμένους…

Γενικά θέλουμε να γελάσουμε

και δεν μπορούμε αβίαστα

άρα κάποιος πρέπει να μας βιάσει

‘κι άλλο..’ ρωτάει ο άλλος

Κι ένας άλλος συμπληρώνει

‘να ντυθούμε γυναίκες και να πάμε στην Ινδία’

.

Δεν πιστεύουμε στον  Θεό, στον  διαρκή έρωτα,

στις συνωμοσίες, στις Στοές, στη γιόγκα

Δεν πιστεύουμε στη γιατρειά, στον Παράδεισο

στην αιώνια ζωή και μερικοί πιστεύουν

πως δεν υπάρχουμε καν στ’ αλήθεια

αλλά πως βρισκόμαστε μια φορά τη βδομάδα

από συνήθεια που όταν τη συνηθίσεις

είναι πιο δυνατή απ’ τη δύναμη της συνήθειας…

.

Μερικές φορές ένας από μας λέει

πως έχουμε γίνει αόρατοι

και τότε του δείχνουμε -ξέρετε τι-

κι αυτός απαντάει ‘δεν βλέπω τίποτα,

γιατί είναι αόρατα…’

Ξεκινήσαμε κάπου είκοσι μέλη

και κάθε χρόνο χάνουμε κι έναν

κι αυτό γιατί τουλάχιστον

έχουμε καταλάβει την αφαίρεση

ως μια μοιραία πράξη πρόσθεσης

 στη συνέχεια του κόσμου….

αρχείο λήψης

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο ένατο: Βάκτρα. Όπου ο Εύελπις συναντά τον Ευμένη.

Posted by vnottas στο 9 Ιουλίου, 2018

12744242_671296262972906_221371224078773674_n

Μέρος 8ο Κεφάλαιο ένατο: Όπου  ο Εύελπις συναντά τον Ευμένη τον Καρδιανό.

Προτίμησα να δω τον Ευμένη στο κτίσμα που του έχει αποδοθεί ως προσωπικό κατάλυμα και όχι στο στρατόπεδο. Όσο και αν, όπως με έχει διαβεβαιώσει ο Άρπαλος, δεν έχει εκδοθεί εντολή να συλληφθώ,  δεν θα ήθελα να εμφανιστώ ανάμεσα σε συναδέλφους και φίλους (ή και κακόβουλους αντιπάλους) πριν μάθω πώς ακριβώς έχει η κατάσταση αυτήν τη στιγμή.

Ήταν ένα μικρό αλλά καλά φρουρούμενο οίκημα στο κέντρο της πόλης∙ προφανώς επιλογή του ίδιου του Καρδιανού, μια που ήταν αυτός -ως επικεφαλής της επιμελητείας- ο αρμόδιος για τη παροχή όλων των απαραίτητων, τόσο για την εκάστοτε διαμονή, όσο και για την προώθηση της στρατιάς παραπέρα.

Ο Ευμένης μου χαμογέλασε και έσφιξε τα δυο μου χέρια. Είχα τρία χρόνια να τον δω. Η συμπεριφορά του ήταν πάντοτε ευγενική και τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι σπινθηροβόλα, αν και το πρόσωπό του ήταν ασυνήθιστα σκυθρωπό και θα μπορούσε να αριθμήσει κανείς πάνω του τις καινούργιες ρυτίδες.

«Χαίρομαι που σε βλέπω Μεγαρέα, αν και ξέρω πως ο Καλλισθένης δεν θα ήθελε να επιστρέψεις στο μέτωπο. Μάλλον θα προτιμούσε να απομακρυνθείς για όσο διάστημα ο ίδιος είναι κατηγορούμενος.  Όταν πρόκειται για τέτοιου είδους κατηγορίες κανείς δε ξέρει ως ποιον μπορούν να φτάσουν».

Η φωνή του έγινε εμπιστευτική: «Δε σου κρύβω μάλιστα ότι, όταν έμαθα τη σύλληψη του Ολύνθιου, λόγω της φιλίας και της αλληλοκατανόησης που υπάρχει μεταξύ μας, σκέφτηκα ότι όπου να ‘ναι θα ερχόταν η σειρά μου.  Κι ας είναι γνωστό ότι, εάν όχι ¨Ηφαιστίωνας¨, που πάει να πει λάτρης του Αλέξανδρου προσωπικά,  μπορώ άνετα να θεωρηθώ ¨Κρατερός¨ δηλαδή απόλυτα πιστός στον επικεφαλής βασιλέα, όποιος και αν κατέχει νόμιμα αυτή τη θέση.

Ωστόσο, φαίνεται πως οι συνωμότες -γιατί συνωμότες όντως υπάρχουν- προτιμούν, τουλάχιστον για την ώρα, να απαλλαγούν κυρίως από τον Ολύνθιο και δε θέλουν να ανοίξουν άλλα παράλληλα μέτωπα».

Σκέφτηκα να του πω ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχα διαπιστώσει ότι οι περί ων ο λόγος συνωμότες έχουν ευρύτερους στόχους, αλλά το άφησα για αργότερα. Αυτή την στιγμή ήθελα να μάθω πιο επείγοντα πράγματα.

«Πώς είναι τώρα ο Καλλισθένης;» ρώτησα, ενώ ταυτόχρονα, υπακούοντας σε ένα του νεύμα κάθισα στην πολυθρόνα απέναντι απ’ το γραφείο του.

«Μετά τη σύλληψη  κατάφερα να τον δω δύο φορές. Μου είπε ότι είχε διαισθανθεί τους κινδύνους και τις απειλές που γίνονταν όλο και εντονότερες, αλλά δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι θα τον ενέπλεκαν σε μια ιστορία συνωμοσίας με άξονα τους νεαρούς του μαθητές. Μου είπε εντούτοις, ότι πριν τον συλλάβουν ως εμπνευστή της ανταρσίας, είχε αρχίσει να ερευνά την υπόθεση, ανήσυχος για τις φήμες που ήδη κυκλοφορούσαν για υποτιθέμενη ανυπακοή των νέων».

«Η υγεία του;»

«Εάν ανησυχείς για τα παλιά του τραύματα, είναι εντάξει∙ έχουν οριστικά επουλωθεί. Ωστόσο, οι εναντίον του παράλογες κατηγορίες, ο περιορισμός της ελευθερίας του και κυρίως η θανάτωση των αγαπημένων του μαθητών, είναι φανερό ότι του στοιχίζουν., Όπως θα έλεγε και ο μεγάλος Ιπποκράτης, η ισορροπία των τεσσάρων στοιχείων και των συνεπαγόμενων  ¨χυμών¨, έχει διαταραχθεί. Προφανώς το ¨πνεύμα¨, που θα έπρεπε να τα συντονίζει όλα αυτά, έχει πληγεί από την αιχμαλωσία. Με άλλα λόγια, δεν είναι πια τόσο ήρεμος ούτε τόσο πράος όσο ήταν  παλιότερα».   

Σηκώθηκα όρθιος για να υπογραμμίσω αυτά που θα πω: «Ήρθα για να καταθέσω υπέρ του Καλλισθένη. Αλλά θα ήθελα πρωτύτερα να τον συναντήσω και να μιλήσω μαζί του».

«Πριν από τι;»

«Μα, πριν από τη δίκη…»

«Δεν έχει οριστεί καμιά δίκη για τον Καλλισθένη. Άλλωστε δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που να καλύπτει την περίπτωσή του. Δεν είναι Μακεδόνας, άρα δεν εμπίπτει στις δικαστικές αρμοδιότητες της Συνέλευσης των Μακεδόνων. Οι τυχόν πανελλήνιες αρμοδιότητες του Συνέδριου της Κορίνθου έχουν συνολικά λήξει και αυτό έχει επισήμως διακηρυχθεί, αλλά, ακόμη και εάν ίσχυαν, η κατακτημένη από τον Φίλιππο Όλυνθος  δεν είναι σε θέση να καλύψει τους πολίτες της με εγγυήσεις δικαστικού χαρακτήρα».

Κάθισα και πάλι στην πολυθρόνα.

«Άρα;»

«Άρα τα πράγματα είναι -δυστυχώς- απλούστερα: Ο Καλλισθένης θα ανακριθεί – λάβε υπ’ όψιν ότι για τις κατηγορίες που τον βαραίνουν προβλέπεται και η χρήση βασανιστηρίων- λάβε επίσης υπ’ όψιν σου ότι οι υποτιθέμενοι κατήγοροι, οι βασιλικοί παίδες, δεν ζουν πια, επομένως δεν μπορεί να γίνει αντιπαράθεση κατηγόρων και υπεράσπισης.  Εάν ομολογήσει θα θανατωθεί, όπως οι νεαροί ακόλουθοι, εάν αρνηθεί την ενοχή του, αλλά δεν είναι αρκετά πειστικός, θα θανατωθεί επίσης. Εάν τα καταφέρει και πείσει τους ανακριτές για την αθωότητά του, τότε όλα εξαρτώνται από τον στενό κύκλο του Αλέξανδρου».

images (36)

«Αυτή η ανάκριση έχει ήδη αρχίσει;»

«Όχι. Για δύο λόγους: Έναν που τον γνωρίζω και έναν που τον υποθέτω.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι βρισκόμαστε στην παραμονή μιας νέας εξόρμησης. Αυτή τη φορά προς τον σχεδόν άγνωστο και μυστηριώδη κόσμο των Ινδών. Γι αυτούς, τους Ινδούς, ξέρουμε πολύ λιγότερα πράγματα από όσα γνωρίζαμε για τους Αχαιμενίδες πριν ξεκινήσει η εκστρατεία. Υπήρξε λοιπόν κάποιος στο συμβούλιο των  εταίρων που υποστήριξε ότι από τη στιγμή που η εισβολή στις χώρες των Ινδών αποφασίστηκε,  πρέπει όλη μας η προσοχή και όλες μας οι δραστηριότητες, χωρίς περισπασμούς από ¨εσωτερικά¨ θέματα και αντιδικίες, να στραφούν προς την προετοιμασία της εφόρμησης. Αρχίζοντας από το κοσκίνισμα των πληροφοριών που ήδη έχουμε και την λεπτομερή λογιστική προετοιμασία. Αυτός ο κάποιος ήμουν εγώ. Και είμαι πεισμένος πως, ούτως ή άλλως, έχω δίκιο.

Ο άλλος λόγος που η ανάκριση καθυστερεί θεωρώ πως έχει σχέση με τον Αριστοτέλη. Ξέρω πως ο ίδιος ο Αλέξανδρος φρόντισε να τον πληροφορήσει για όσα συμβαίνουν και τώρα περιμένει τις αντιδράσεις του. Πιστεύω ότι η άφιξη της απάντησης του Δάσκαλου, αν δεν έχει ήδη συμβεί, είναι θέμα ημερών. Λέγεται πάντως ότι ο Σταγειρίτης, αμέσως μόλις έμαθε ότι ο Καλλισθένης βρισκόταν σε δυσμένεια, έστειλε μια πρώτη επιστολή στον Αλέξανδρο, αλλά κανείς δεν φαίνεται να έμαθε το ακριβές περιεχόμενό της».

«Αυτή η επιστολή στάλθηκε πριν φύγω από την Αθήνα, αμέσως μόλις έφτασαν τα πρώτα ανησυχητικά νέα. Ο Αριστοτέλης, από ό, τι ο ίδιος μου είπε, έγραφε πως έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον Καλλισθένη και η λογικότερη από τις δυνατές υποθέσεις για την περίπτωσή του είναι ότι κάποιοι τον συκοφαντούν επιδιώκοντας ίδια οφέλη».

«Φαίνεται πως αυτά δεν άρκεσαν. Σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος διστάζει να προχωρήσει στην παραδειγματική ¨τιμωρία¨ του Ολύνθιου, χωρίς να έχει πρώτα πείσει τον Αριστοτέλη για την αναγκαιότητά της. Εάν θέλεις την προσωπική μου άποψη, είμαι σίγουρος ότι ο Δάσκαλος θα υπερασπιστεί σθεναρά τον μαθητή και συγγενή του. Ελπίζω και εύχομαι η γνώμη του να είναι ακόμη σημαντική για τον Αλέξανδρο. Όμως…»

«Όμως;»

«Όμως πρέπει να σου πω ότι κυκλοφορούν φήμες που κάνουν λόγο για ευρύτερη συνωμοσία κατά του Αλέξανδρου. Όσο κι αν σου φανεί υπερβολικό, αν όχι γελοίο, λένε πως σ’ αυτήν είναι ανακατεμένος και ο ίδιος ο Αριστοτέλης. Θα καταφέρουν άραγε να επηρεάσουν με αυτό τον τρόπο τον Βασιλιά; Ειλικρινά δε ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι πως πρέπει να κάνουμε ό, τι μπορούμε για να αποφύγουμε τις επώδυνες επιπτώσεις αυτών των γελοίων φημών».

«Θα μου φαίνονταν πράγματι υπερβολικά όλα αυτά» του απάντησα, «αν εγώ κι οι συνοδοί μου, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού δεν είχαμε υποστεί περιπέτειες που επιβεβαιώνουν πως κάποιοι -τι κάποιοι, μάλλον οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι: ο Ανάξαρχος και η παρέα του – όχι απλώς διαδίδουν, αλλά και ¨κατασκευάζουν¨ τις εκδοχές που τους βολεύουν».

Αφηγήθηκα στον Ευμένη τα βασικά σημεία της υπόθεσης με την ¨οπλή του αλόγου¨ και το ¨Ύδωρ της Στυγός¨, καθώς και την προσπάθεια να μας απαγάγουν στην Τύρο. Ένα χαμόγελο έδωσε πάλι λάμψη στο κουρασμένο του πρόσωπο. 

«Ελπίζω σύντομα όλα να ηρεμήσουν και η νέα εξόρμηση να έχει αίσια έκβαση. Έτσι, αμέσως μετά θα μπορέσουμε να καταγγείλουμε και να εξαρθρώσουμε αυτή τη συνωμοσία».

«Εν τω μεταξύ όμως πρέπει να σώσουμε τον Καλλισθένη».

 Μου έριξε ένα διερευνητικό βλέμμα, σα να ήθελε να μαντέψει ως που σκόπευα να φτάσω.

«Θα κάνουμε ο, τι μπορούμε» είπε.

2c56c7027f4898ef4a74b3d3d8181408

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ακόμη και σαν πάθος στιλβωμένο…

Posted by vnottas στο 2 Ιουλίου, 2018

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

11SYMPOSIO.limghandler

ΑΝΑΖΗΤΟΥΣΑΝ

 

Δεν είχαν και πολλά

να πουν οι δυο τους.

Κείνη εταίρα άλλοτε ερωμένη

ποιητών, γλυπτών, ρητόρων, λιθοξόων

αλλά και χορηγών του Δήμου

αυτός στρατηγός από τους ήσσονες

χωρίς πολλών μαχών παρελθόν

με μια λαβωματιά μόνο στον ώμο

από ξίφος πελταστού σε αψιμαχία.

Ναι! Δεν είχαν και πολλά να πουν

κορεσμένοι από μνήμες

αναζητούσαν πάντως μια λέξη

αυτήν που θ’ άνοιγε της ηδονής την πόρτα

έστω και σαν ψευδαίσθηση

ακόμα και σαν πάθος στιλβωμένο

για να τους δώσει αφορμή δικαιολογίας

πώς δεν έχουν ευθύνη

που η νιότη τους πέρασε πια

όπως συμβαίνει σ’ όλους.

Αναζητούσαν μια λέξη αποφασιστική

κάτι σαν κώδωνα εγρήγορσης

για να εκπορθήσουν τα τείχη του χρόνου

μέσα στης συνεύρεσης την πανδαισία.

Δεν είχαν και πολλά

να πουν οι δυο τους.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Όταν οι λέξεις πετούν μακριά…

Posted by vnottas στο 2 Ιουλίου, 2018

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

images (53)

 

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

 

Οι λέξεις πέταξαν μακριά

η κυψέλη έμεινε κενή από μέλισσες

το μέλι ελάχιστο πια

ο ήλιος καίει όσο ποτέ

ήχοι, μόνο ήχοι ασύμμετροι

βόμβοι από άκακα ζωύφια

ενώ μικρές σαλαμάνδρες

σέρνονται γεμάτες αλαζονεία

στα μονοπάτια του μυαλού μου.

Το ποίημα μένει άδειο

το μέλι ελάχιστο πια

οι λέξεις πέταξαν μακριά.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Όταν οι βαβυλώνιοι ιππείς εφορμούν…

Posted by vnottas στο 30 Ιουνίου, 2018

(από τον Νίκο Μοσχοβάκο)

cyrus-the-great-2

 

ΒΑΒΥΛΩΝΙΟΙ ΙΠΠΕΙΣ

 

Τις μεσημβρινές ώρες της κοινής ησυχίας

που συνήθως όλοι αναπαύονται

αλλά κι εγώ αυτοσυγκεντρώνομαι

και προσπαθώ να ηρεμήσω

εφορμούν εντός μου Βαβυλώνιοι ιππείς

επίδοξοι κατακτητές

ενίοτε και Χετταίοι πεζοναύτες

με σκοπό να καταλάβουν

τον κακοτράχαλο τόπο της σιωπής μου

πιστεύοντας ότι θα με πτοήσουν

με τις ουρανομήκεις ιαχές τους.

Μου στερούν βέβαια

την χαλαρή πρόσβαση στην ουδετερότητα

όμως εγώ απολαμβάνω πού ακριβώς τότε

καταφθάνει και ο Σαλβαντόρ Νταλί

για να απεικονίσει τα ασαφή σχήματα

μοναχικών αποτραβηγμένων εραστών

ακούγοντας ταυτόχρονα Recuerdos de la Alhambra

χωρίς αισθηματικές επιφυλάξεις.

η

Ωσότου κάποια στιγμή ακούγονται

έξω στον δρόμο οι πρώτες φωνές

των παιδιών που κλωτσούν τη μπάλα τους

με δύναμη πάνω στους τοίχους

τερματίζοντας έτσι άδοξα

την ώρα της κοινής ησυχίας

τερματίζοντας χωρίς δισταγμό

το αδιέξοδο του ποιήματος.

v_street_football_1889

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο όγδοο: Στα Βάκτρα, πρωτεύουσα πόλη της Βακτριανής.

Posted by vnottas στο 23 Ιουνίου, 2018

Κεφάλαιο όγδοο: Βάκτρα.

 Όπου ο Εύελπις συναντά την Θαίδα και μαθαίνει περισσότερα για την υπόθεση της συνωμοσίας των βασιλικών παίδων.

4792.480

Έκρινα πως ο πρώτος που θα έπρεπε να συναντήσω στα Βάκτρα ήταν ο Ευμένης ο Καρδιανός. Βέβαια, ο ενδότερος εαυτός μου δεν έπαυε να ρωτάει πότε θα συναντηθώ με την Θαΐδα. Του απάντησα ότι θα άφηνα αυτόν, τον ¨εσώτερο¨, να αποφασίσει πότε θα την δω. Μιλάω για τον εαυτό τον οποίο, σύμφωνα με τον αείμνηστο δάσκαλο Σωκράτη, καλό είναι να ανιχνεύουμε και να γνωρίζουμε γιατί συνήθως ξέρει πιο πολλά και ίσως πιο γνήσια από τον άλλον, εκείνον τον καλλωπισμένο και εξωραϊσμένο εαυτό που παρουσιάζουμε συνήθως στους άλλους. Γεγονός είναι πάντως ότι είχα ζητήσει από τον Άρπαλο να ειδοποιήσει με τρόπο διακριτικό και ασφαλή, τόσο τον Ευμένη, όσο και την Θαΐδα για την επικείμενη άφιξή μου. Φτάνοντας στη πρωτεύουσα της Βακτριανής, αποφάσισα να συναντήσω πρώτα εκείνη.

Τα Βάκτρα βρίσκονται στο τέλος μιας διαδρομής που δεν είχα διανύσει άλλη φορά στο παρελθόν. Λέω για τη διαδρομή που αρχίζει στην Περσέπολη, και φτάνει ίσαμε εδώ. Ό, τι ήξερα για αυτόν τον μακρύ και πολύπλοκο δρόμο, μού ήταν γνωστό μόνο από αφηγήσεις τρίτων. Αντίθετα οι δύο σωματοφύλακες του Άρπαλου που μας συνόδευαν έδειχναν να τον ξέρουν αρκετά καλά και αποδείχτηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι οδηγοί.   

Έτσι η πορεία μας στις ανατολικές παρειές του Ζάγκρου μέχρι τα Εκβάτανα, -πρωτεύουσα της Μηδίας και εντυπωσιακή πόλη με αλλεπάλληλα χρωματιστά τείχη- ήταν σχετικά ομαλή.  Μετά συνεχίσαμε πάνω στα χνάρια της προελαύνουσας στρατιάς, για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα βρεθούμε σε τόπους μη κατακτημένους και σε περιβάλλον ανεξέλεγκτο.  Αντιμετωπίσαμε όλων των ειδών τις δυσκολίες: έρημες και άνυδρες περιοχές, δύσβατους ποταμούς, χιονοσκεπή ορεινά περάσματα, όμως ξέραμε -και δε διαψευστήκαμε- ότι ανά τακτά διαστήματα θα συναντούσαμε τις εγκατεστημένες φρουρές και τους σταθμούς επικοινωνίας και ανεφοδιασμού που ήταν απαραίτητοι για τη σύνδεση των στρατευμάτων με τα μετόπισθεν και τη διατήρηση της ζωτικής κυκλοφορίας στις νεοκατακτημένες περιοχές.

Τα Βάκτρα, όπου ήταν εγκατεστημένο αυτή την περίοδο το κέντρο των επιχειρήσεων της στρατιάς, ανταγωνίζονταν σε ιστορική διάρκεια και μεγαλείο πόλεις όπως η Βαβυλώνα ή τα Εκβάτανα. Αυτό τουλάχιστον υποστήριζαν οι γηγενείς. Η πρωτεύουσα της Βακτριανής είναι η πόλη που είχε επιλέξει ο Βήσσος -παλιός σατράπης της περιοχής- για να αναγορευτεί αυτοκράτορας, αλλά δε του βγήκε σε καλό∙ ήταν επίσης η πόλη όπου ο Αλέξανδρος είχε, πρόσφατα, παντρευτεί με την Ρωξάνη, την πριγκίπισσα από την γειτονική ακραία Σογδιανή. Είναι μια πόλη αλλιώτικη από τις άλλες που συναντήσαμε κατά την προέλαση.  Κάποιοι ντόπιοι ισχυρίζονται ότι μοιάζει περισσότερο με τις πόλεις της γειτονικής Ινδίας παρά με τις πόλεις των άλλων ιρανικών σατραπειών.  Καθώς το άλογό μου τριπόδιζε στα στενά σοκάκια  ένοιωσα μια πνοή μυστηρίου ανακατεμένη με τα αρώματα εξωτικών ανθόκηπων να μου αγγίζει το πρόσωπο.

images (22)

Το κτίριο όπου είχε εγκατασταθεί η Θαίδα ήταν πολυτελές, σχεδιασμένο με ανατολίτικες καμπύλες και περίτεχνα αψιδωτά τόξα. Είχε ακόμη χαρακτηριστικές εσωτερικές θολωτές στοές και αυλές περίκλειστες και φροντισμένες.

Σε μια τέτοια αυλή μου υπόδειξαν να την περιμένω. Δεν μπορώ να πω αν περίμενα πολύ ή λίγο. Πάντως εκείνη φάνηκε σε μια στιγμή μπροστά μου, ντυμένη παράξενα, καλυμμένη με αλλεπάλληλα διάφανα πέπλα,  υποθέτω με τον τρόπο που συνηθίζεται σε αυτά τα μέρη.

Πήρα όσες απανωτές ανάσες μπορούσα για να απομακρύνω τα κύματα του αισθησιασμού που, πέρα από όλα τα άλλα ανάκατα συναισθήματα, ένοιωσα να με κυριεύουν.

.

«Να λοιπόν που είναι αλήθεια: Υπάρχει κάποιος που για χάρη του έκανες αυτό το δύσκολο ταξίδι! Και αυτός ο κάποιος δεν είμαι εγώ», είπε και με αγκάλιασε.

Είχε περάσει από το μυαλό μου να παραστήσω τον απομακρυσμένο. Θιγμένος αλλά ευγενικός. ¨Αποστασιοποιημένος¨ έτσι ώστε να τα καταφέρω να φύγω από κοντά της με αξιοπρέπεια όταν θα μου το ζητήσει και πάλι. Δεν τα κατάφερα. Την έσφιξα, ίσως παραπάνω από όσο άντεχε. Με απομάκρυνε απαλά.   

Άλλαξα γνώμη: Αυτή τη φορά είπα να είμαι ευθύς και άμεσος. Να μην αφήσω τις αμφιβολίες, που ένιωθα και πάλι να με περιζώνουν, να με εξαντλήσουν. Όχι χωρίς να ξέρω την άποψή της. Έπειτα θα μπορούσα να αφιερωθώ στη σωτηρία του Καλλισθένη απερίσπαστος.

«Αυτή τη φορά, όταν όλα τα άλλα τελειώσουν, θα έρθεις μαζί μου στην Αθήνα;» τη ρώτησα.

Δεν έδειξε έκπληξη.

Κατέβασε τα βλέφαρα σκεπάζοντας τα λαμπερά της μάτια.

Νομίζω ότι ψιθύρισε «Δεν ξέρω». Μετά πιο δυνατά είπε: «Μάλλον όχι» και καθώς εγώ προσπαθούσα να καταλάβω τις πραγματικές της προθέσεις, όσο αυτό ήταν εφικτό, συνέχισε:

 «Το πιο σημαντικό για μένα είναι να τα καταφέρουμε έτσι ώστε, όταν αυτή η ιστορία ολοκληρωθεί, εσύ να είσαι σώος και ασφαλής. Ελπίζω και ο προϊστάμενος και φίλος σου, ο Ολύνθιος. Να είναι επίσης σώο κάτι ακόμη, που ξέρω πως είναι για σένα σημαντικό, γιατί ανήκει -μου το ‘χεις πει εσύ ο ίδιος- στα ιδεώδη με τα οποία ανατράφηκες: Η ενότητα και η αλληλοκατανόηση ανάμεσα σε όλους τους Έλληνες».  

Έπιασα το πηγούνι της και το ανασήκωσα ελαφρά. Κοίταξα τα μάτια της προσπαθώντας να καταλάβω περισσότερα από όσα μου έλεγε.

«Πιστεύω κι εγώ σε αυτό το ιδεώδες» μου είπε. «Όπως πιστεύω και σε σένα. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα σου έγραφα.   Θα σε άφηνα απερίσπαστο στην αθηναϊκή σου ζωή. Κι ας μην είχα τη χαρά να σε ξαναδώ. Έστω για λίγο».

Πείστηκα πως δεν θα μπορούσα να αποκρυπτογραφήσω τα βαθύτερα αισθήματά της. Τουλάχιστον όχι άμεσα, όχι εκείνη τη στιγμή και όχι με ρητό τρόπο.

Αναστέναξα. Πήρα το χέρι της στο δικό μου και καθίσαμε σε ένα πέτρινο παγκάκι δίπλα στο περίτεχνα διακοσμημένο πηγάδι της αυλής.

«Πες μου λοιπόν τι ακριβώς συνέβη», της είπα.

image008

Μου αφηγήθηκε όσα κυκλοφορούσαν και όσα η ίδια είχε καταφέρει να μάθει σχετικά με την ανταρσία των νεαρών βασιλικών ακολούθων.

Σύμφωνα με την διήγησή της, εκείνος που ξεκίνησε όλη αυτή την ιστορία ήταν ο Ερμόλαος ο γιος του Σώπολι. Ένα όμορφο, αλλά και ανήσυχο παιδί, διευκρίνισε η Θαίδα, από εκείνα που θέλουν να διακριθούν και που δείχνουν από νωρίς ενδιαφέρον για τα κοινά. Ο πατέρας του, ένας επαρχιώτης μακεδόνας άρχοντας στενά δεμένος με τον Φίλιππο, έχει λάβει μέρος σε μάχες και σε διπλωματικές αποστολές, αλλά δεν είχε, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, πάρει δημόσια θέση για τα επίμαχα θέματα που δημιουργούν τριβές στην Αυλή.

Ο Ερμόλαος όμως, όπως και αρκετοί από τους βασιλικούς παίδες[1],  φαίνεται πως απορροφούσε σαν σφουγγάρι τα αισθήματα δυσαρέσκειας που   παρουσιάστηκαν ανάμεσα σε ορισμένους από τους πιο παλιούς μακεδόνες στρατιωτικούς. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι οι γονείς αυτών των νεαρών ακολούθων ανήκουν στη γενιά του Φιλίππου, που αισθάνεται τώρα ¨παραγκωνισμένη¨ σε σύγκριση με τους εταίρους της στενής βασιλικής συντροφιάς.

 Έτσι η σχέση του Ερμόλαου με τον άνακτα άρχισε πλέον να χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία: από τη μία ακραίος θαυμασμός για τον ανίκητο στρατηλάτη και από την άλλη αμφισβήτηση του ηγέτη που αρνιόταν ξαφνικά να είναι πρώτος ανάμεσα σε ίσους και επιθυμούσε να ανακηρυχτεί Θεός!

images (49)

Το κακό πρωτοεκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια μιας κυνηγετικής εξόρμησης. Το κυνήγι σε αυτή την περίπτωση δεν είναι βέβαια αναζήτηση τροφής, αλλά παιχνίδι έφιππης αναψυχής και ομαδικό άθλημα με κανόνες.  Συνήθως τα όπλα της άγρας ήταν δόρατα, δεδομένου ότι οι έλληνες δεν εκτιμούν ιδιαίτερα τα εκήβολα όπλα, όμως, η επαφή με τους Σκύθες πολεμιστές εκείνη την περίοδο και ο αξιοθαύμαστος τρόπος με τον οποίο αυτοί καταφέρνουν να χρησιμοποιούν το τόξο έφιπποι, είχε εξάψει το ενδιαφέρον για το όπλο αυτό. Έτσι, εκείνη τη φορά, το κυνήγι γινόταν με τη χρήση τόξων. Τα θηράματα λοιπόν  κυκλώνονται και η τιμή της στόχευσης και της καταβολής του σημαντικότερου ζώου ανήκει, με βάση τα ισχύοντα έθιμα, στον άνακτα.

Εκείνη τη φορά το πιο σπουδαίο θήραμα ήταν ένας μεγαλόσωμος αγριόχοιρος. Ο Αλέξανδρος όμως είχε μείνει πιο πίσω, κουβεντιάζοντας με τον Ηφαιστίωνα και τον Ευμένη για κάποιες εκκρεμότητες στον ανεφοδιασμό της στρατιάς. Όταν του είπαν ότι τα θηράματα είχαν εντοπιστεί και του τα έδειξαν κυκλωμένα εκεί παρακάτω,  χαμογέλασε,  ζήτησε να του δώσουν ένα τόξο, το πήρε, και ενώ τέντωνε τη χορδή σημαδεύοντας από μακριά το θηρίο, το είδε να διπλώνεται και να καταρρέει. Ένα άλλο βέλος ήταν καρφωμένο στα πλευρά του.

Ο Αλέξανδρος και η συντροφιά του στράφηκαν προς μια ομάδα νεαρών ιππέων που πανηγύριζε με ιαχές την επιτυχία. Ένας από αυτούς είχε σηκώσει ψηλά το τόξο του και το κουνούσε θριαμβευτικά.

Ήταν ο Ερμόλαος. Όταν είδε την έφιππη ηγετική ομάδα να πλησιάζει, με τον Αλέξανδρο να κρατάει ακόμη στο χέρι του το τόξο και το αχρησιμοποίητο βέλος, ακινητοποιήθηκε και χλόμιασε.

¨Νόμισα πως δεν ήσουν εδώ¨ ψέλλισε.

Η έκφραση στο πρόσωπο του βασιλιά ήταν σκληρή.

¨Θα έπρεπε ίσως να σε συγχαρώ για την ευστοχία, αν και από τόσο κοντά δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Όμως παρέβης τους κανονισμούς. Μη ξεχνάς πως είσαι ακόλουθος και όχι προπορευόμενος. Γι αυτό ο Ηφαιστίωνας θα αναλάβει να εφαρμόσει ό, τι προβλέπεται για αυτές τις περιπτώσεις¨.

Για αυτή την περίπτωση η ποινή που μνημονεύεται είναι η δημόσια μαστίγωση. Ο Ηφαιστίωνας διάταξε τον απείθαρχο παίδα να κατεβεί από το άλογό του και έδωσε εντολή σε έναν ρωμαλέο δούλο να εκτελέσει την τιμωρία επί τόπου, αμέσως.

Τον Ερμόλαο πόνεσε περισσότερο ο δημόσιος εξευτελισμός, παρά οι δυνατές βουρδουλιές του δούλου.

bactria_cretan_archer

Από εκείνη την ημέρα ο νεαρός ακόλουθος συγχώνευσε τις αντιρρήσεις και τις κριτικές για την πολιτική του βασιλιά με το προσωπικό του πάθος για εκδίκηση. Αισθάνθηκε ότι θα μπορούσε να είναι εκείνος που θα εξασφάλιζε μια σωτήρια αλλαγή πολιτικής, σύμφωνη με τα όσα πρέσβευαν οι παλιοί και, ταυτόχρονα, εκείνος που θα τιμωρούσε όσους, η μάλλον αυτόν  που τον προσέβαλε θανάσιμα. Πάντως δεν έκρυβε τη δυσθυμία του και έτσι υπήρξαν διάφοροι (ειλικρινείς και μη) που τον πλησίασαν για να τον διαβεβαιώσουν πως συμφωνούν μαζί του και πως είναι καιρός οι Μακεδόνες ευπατρίδες να διεκδικήσουν και πάλι την άσκηση των πατρογονικών δικαιωμάτων τους απέναντι σε έναν βασιλιά που έδειχνε τάσεις ¨θεοποιημένης¨ μονοκρατορίας.

Παρακινημένος και από αυτές τις προτροπές ο Ερμόλαος αποφάσισε να οργανώσει το φόνο του Αλέξανδρου. Στην πρόθεσή του αυτή μύησε ορισμένους από τους συνομήλικους φίλους του, γόνους σημαντικών οίκων, όπως τον Σώστρατο τον γιο του Αμύντα, τον Αντίπατρο, που ο πατέρας του ο Ασκληπιόδωρος είχε παλιότερα υπηρετήσει ως διοικητής στη Συρία,  τον Φιλώτα, γιο του Κάρση από τη Θράκη, τον Επιμένη, γιο του Αρσαίου και τον Αντικλή, γιο του Θεόκριτου.  Αποφάσισαν να θανατώσουν τον Αλέξανδρο την ώρα που θα κοιμόταν, όταν υπεύθυνος για την φύλαξή του θα ήταν ο Αντίπατρος.

«Την μάγισσα από τη Συρία, την θυμάσαι;» με ρώτησε η Θαίδα.  

«Την θυμάμαι», της απάντησα, «Τι τρέχει μ’ αυτήν;»

Θυμόμουν πράγματι αυτήν την παράξενη φυσιογνωμία που πότε κυκλοφορούσε ανάμεσα στους ανώτατους ηγέτες της εκστρατείας και πότε εξαφανιζόταν για καιρό. Απροσδιόριστης ηλικίας και αλλοπρόσαλλη μέχρι το σημείο να προκαλεί φόβο, διέθετε κατά βάθος μια σκοτεινή γοητεία και, παρά την υπόκωφη φωνή της, κατάφερνε να γίνεται πειστική. Ο Αλέξανδρος στην αρχή είχε δείξει να διασκεδάζει μαζί της, εν τέλει όμως έμοιαζε να δίνει προσοχή στα όσα ισχυριζόταν η μάγισσα. Ο μάντης  Αρίστανδρος δυσανασχετούσε και ήθελε να την απομακρύνει, αλλά ο βασιλιάς έλεγε ότι, τουλάχιστον όσον αφορά τις προβλέψεις για τα μελλούμενα, καλό είναι να υπάρχει πάντα διαθέσιμη μια δεύτερη γνώμη.

«Θα σου πω αυτά που κυκλοφόρησαν», είπε η Θαίδα. «Μια νύχτα, καθώς ο Αλέξανδρος επέστρεφε στη βασιλική σκηνή ύστερα από μια γιορτή που είχε οργανωθεί στο στρατόπεδο, μια γιορτή που συμπεριελάμβανε άκρατη οινοποσία και ενώ την ίδια στιγμή ο Ερμόλαος, επικεφαλής της ομάδας των νεαρών συνωμοτών περίμενε την έλευση του βασιλιά προκειμένου να εισβάλει και να τον σκοτώσει, η Σύρα μάγισσα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στην είσοδο της σκηνής, παρέκαμψε τους συνοδούς του Αλέξανδρου και του είπε ότι μεταφέρει ένα μήνυμα γι αυτόν. Μήνυμα που προέρχεται από τον κόσμο των Θεών: ¨Οι θεοί λένε να επιστρέψεις εκεί που ήσουν και να μην ξανάρθεις εδώ, παρά μόνον όταν το άρμα του Φοίβου ξαναφανεί ¨πλήρες φωτός¨ στον ουρανό¨».

110

 Ο Αλέξανδρος, από ό, τι είχε μάθει η  Θαίδα, είχε πιει και νύσταζε, παρόλα αυτά υπάκουσε στο ¨Μήνυμα των Θεών¨ και γύρισε πίσω στο συμπόσιο, όπου και παρέμεινε μέχρι το πρωί. Έτσι η απόπειρα εκείνης της νύχτας απέτυχε.  

Όλα αυτά διαδόθηκαν εκ των υστέρων, γιατί εντέλει, εκείνη τη νύχτα, προφανώς ελλείψει θύματος δεν έγινε καμία απόπειρα βασιλοκτονίας.

Οι μικροί όμως, μέσα στη διέγερση που τους είχε προκαλέσει και μόνο το γεγονός ότι είχαν βρει το κουράγιο να προετοιμάσουν μια τόσο ριψοκίνδυνη επαναστατική πράξη, δεν κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Όχι όλοι. Κάποιος, νομίζω ο Επιμένης, εκμυστηρεύτηκε όλη αυτή την ιστορία σε έναν κολλητό του, ονόματι Χαρικλή. Εκείνος μάλλον θεώρησε ότι ο φίλος του τον δουλεύει και ότι πρόκειται για εφηβικές μεγαλοστομίες. Για να σιγουρευτεί ρώτησε τον μεγαλύτερο αδελφό του Επιμένη, τον αξιωματικό Ευρύλοχο.   Αυτός δεν ήξερε τίποτα, αλλά θεώρησε σωστό τα όσα – ανεπιβεβαίωτα-  έμαθε, έστω κι αν ενέπλεκαν και τον μικρό του αδελφό,  να τα αναφέρει αμέσως στον Πτολεμαίο του Λάγου, ο οποίος και πληροφόρησε σχετικά τον βασιλιά.

Ο Αλέξανδρος διέταξε οι εν λόγω βασιλικοί παίδες να συλληφθούν και να ανακριθούν. Η κατηγορία -σχεδιασμός φόνου του άνακτα- ήταν τέτοια που η ανάκριση συνεπαγόταν χρήση βασανιστηρίων. Οι νεαροί ομολόγησαν και ο Ερμόλαος αποδέχθηκε την κύρια ευθύνη.

Ο Αλέξανδρος θυμήθηκε το επεισόδιο με την μάγισσα. Η ημερομηνία συνέπιπτε με εκείνη της ημέρας κατά την οποία θα δρούσαν οι επίδοξοι δολοφόνοι. ¨Μήνυμα των θεών¨ ή η μάγισσα είχε μάθει με άλλο τρόπο τις προθέσεις των συνωμοτών; Οπότε είναι πιθανό να ήξερε κι άλλα. Διέταξε να την βρουν και να τη φέρουν μπροστά του, αλλά εκείνη είχε, ακόμη μια φορά, εξαφανιστεί.

Τώρα ήταν η σειρά της συνέλευσης των μακεδόνων να δικάσει την ομάδα των βασιλικών παίδων και να αποφανθεί για την τιμωρία τους.

Εν τω μεταξύ η υπόθεση είχε γίνει γνωστή και είχε ξεσηκώσει το ενδιαφέρον αυλικών, στρατιωτικών και συνακολουθούντων. Στην Αυλή ο Ανάξαρχος χρησιμοποιούσε ό, τι σόφισμα και όποιο ρητορικό σχήμα διέθετε, προκειμένου να εμπλέξει στην ¨συνωμοσία¨ εκείνους που θεωρούσε πολιτικούς του αντιπάλους, ή και προσωπικούς του εχθρούς, με πρώτο τον Καλλισθένη. Το βασικό του επιχείρημα ήταν πως οι μικροί δε θα μπορούσαν ποτέ να πάρουν τέτοιες πρωτοβουλίες χωρίς να τους υποκινεί και να τους ενθαρρύνει κάποιος μεγαλύτερος και πιο έμπειρος. Εξ άλλου, μήπως δεν είναι αλήθεια πως ο νεαρός Ερμόλαος παρακολουθούσε, και μάλιστα με αφοσίωση, τα μαθήματα που παρέδιδε από καιρού εις καιρόν ο Καλλισθένης στους βασιλικούς παίδες; Ή δεν είναι αλήθεια πως ο ακόλουθος έδειχνε να τον ενδιαφέρουν πέραν του δέοντος οι ¨ακραίες¨ φιλοσοφικές θεωρίες; Ή μήπως δεν υπάρχουν μαρτυρίες πως θαύμαζε τον συγγενή του Αριστοτέλη και τις απόψεις του;

images (22)

Ο Ολύνθιος, μου είπε η Θαίδα,  βρισκόταν ήδη  σε δυσμένεια και μάλλον δίσταζε να πάρει ανοιχτά πρωτοβουλίες για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Είναι πιθανό να καταλάβαινε ότι οι Άλλοι προσπαθούσαν να τον εμπλέξουν και μάλλον είχε στρέψει τη προσοχή του στο να αποφύγει να συμπαρασύρει μαζί του τους στενότερους φίλους του. Γι αυτό και, όσο αφορά εμένα,  επέμενε να μείνω στην Αθήνα μέχρι ότου διευκρινιστεί η κατάσταση.

Πράγματι, οι εξελίξεις ήσαν αλλεπάλληλες και δραματικές.

Οι νεαροί οδηγήθηκαν στη Συνέλευση που συνεδρίασε ως δικαστήριο και όπου δεν επιτρεπόταν η παρουσία μη Μακεδόνων (όπως ο Καλλισθένης, ο Ευμένης ή και ο Ανάξαρχος). Τα λίγα πράγματα που είχε μάθει η Θαίδα για το τι συνέβη εκεί, προέρχονταν από τον Πτολεμαίο.

Στη δίκη ο Ερμόλαος αποδέχτηκε την κατηγορία της απόπειρας φόνου για την οποία και ανέλαβε ολόκληρη την ευθύνη∙ και όχι μόνον αυτό: παρουσίασε τον εαυτό του ως ¨τυραννοκτόνο¨ που προσπάθησε να απαλλάξει τους Μακεδόνες και τους λοιπούς Έλληνες από έναν ηγέτη που είχε γίνει αλαζόνας, θαυμαστής του ασιατικού τρόπου ζωής και διοίκησης, υποστηρικτής ανελεύθερων συμπεριφορών, όπως η προσκύνηση, και που είχε διαπράξει εγκλήματα όπως η θανάτωση γενναίων Ελλήνων σαν τον Φιλώτα, τον Παρμενίωνα ή, πιο πρόσφατα, τον στρατηγό Κλείτο. Η απόφαση που πήρε η σιωπηλή και σκυθρωπή αυτή συνέλευση ήταν η αποδοχή της ενοχής των κατηγορούμενων, ενώ η ποινή ήταν θάνατος και μάλιστα όχι με ακοντισμό, αλλά με λιθοβολισμό, όπως αξίζει στους προδότες.

Η δίκη ολοκληρώθηκε σύντομα, μέσα  στις πρωινές ώρες της ημέρας εκείνης, ενώ η εκτέλεση έγινε το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Ειπώθηκε ότι το μεσημέρι ανάμεσα στη δίκη και την εκτέλεση, ο Ερμόλαος και οι λοιποί συνωμότες συμπλήρωσαν την ομολογία, κατονομάζοντας τον Καλλισθένη ως εμπνευστή και καθοδηγητή της ομάδας. Με βάση αυτήν -την υποτιθέμενη- μαρτυρία, την επομένη μέρα ο Ολύνθιος συνελήφθη. 

τοξοτης

……….

[1] Ορισμένοι επίλεκτοι γόνοι των μακεδόνων ευγενών υπηρετούσαν ως ¨βασιλικοί παίδες¨ από δεκατεσσάρων έως εικοσιενός ετών. Ακολουθούσαν και υπηρετούσαν τον Άνακτα, ενώ παράλληλα εκπαιδεύονταν στην στρατιωτική και τη διοικητική τέχνη.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »