Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ελένη ένα και δύο

Posted by vnottas στο 11 Νοέμβριος, 2019

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

images

ΕΛΕΝΗ Ι

Της ηδονής που λάτρεψες με πάθος

έρμαιο περιφέρεσαι Ελένη

δεν διακρίνεις αν σωστό είναι ή λάθος

στου Πάρη την πυρρά παραδομένη.

.

Ασίγαστο κορμί που σιγοβράζει

στο αίμα σου λαχτάρα ταξιδεύει

λαχτάρα που το είναι σου πλαντάζει

στου έρωτα το πέλαγο παλεύει.

.

Γαρούφαλλα και ρόδα η Αφροδίτη

εγέμιζε τους δρόμους που περνούσες

γαρδένια μοσχοβόλαγες κι ανθούσες

σαν όνειρο χαράς σ’ ονειροκρίτη.

Στροβίλισμα ο πόθος σου στη δίνη

κι ο μύθος σου παντοτινός θα μείνει.

*

αρχείο λήψης (2)

ΕΛΕΝΗ ΙΙ

 

Ρόδια στολίζουν τις παρειές

βιολέτες στη ματιά της

τα χείλη άλικες γραμμές

ανασαμιά ο μπάτης.

.

Τα βλέφαρα δοξαστικά

λακκάκι στο σαγόνι

φρύδια τόξα μοναδικά

π’ έρωτας τα τεντώνει.

.

Ελένη μ’ άνοιξης κορμί

μπράτσα τριανταφυλλένια

στου έρωτα την έννοια

ξεχύνεται μ’ ορμή.

Όποιος την είδε από κοντά

λιώνει κερί από σεβντά.

*troia073-300x276

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Χρώματα…

Posted by vnottas στο 8 Νοέμβριος, 2019

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

αρχείο λήψης

Ήταν ένα λευκό πρωί μιας άσπρης Δευτέρας

που έμπαινε ντυμένος στα κατάλευκα ο άγγελος Απρίλης

στολισμένος με κρίνα, γιασεμιά και μαργαρίτες

ενώ απ’ τ’ άσπρο βυζί της μάνας έρρεε γάλα άφθονο

για ν’ αντέξω τους δύσκολους καιρούς.

.

Καταγάλανος ουρανός κι η θάλασσα γαλάζια

αδύνατο να τα χωρίσει κανείς

αφού στο βάθος κάπου άλλαζαν θέση.

Πράσινα χορτάρια και πράσινο σκούρο

οι χαρουπιές, τα κυπαρίσσια

κι ασημοπράσινες οι ελιές έσερναν

τον χορό των χρωμάτων

ο ήλιος κίτρινος κι οι ασπάλαθοι

χάραζαν χρυσές προσδοκίες

στου φωτός την επαρκή διαύγεια.

Παπαρούνες στις παρειές της άνοιξης

και φλεγόμενα ηλιοβασιλέματα

υμνούσαν την αιωνιότητα.

Οι βιολέτες ξυπνούσαν μια θλιμμένη ευφορία

τα γαρούφαλλα καμάρωναν ανύποπτα

κι αγριοφασκομηλιές ανθοφορούσαν με σφοδρότητα.

.

Πότε αργότερα φάνηκαν τα γκρίζα σύννεφα

και στένεψε του ωραίου ο τόπος

με τη θάλασσα να σκουραίνει θλιμμένη

δεν πρόλαβα να εξηγήσω.

Τριαντάφυλλα με χρώμα σκουριάς

και χρυσάνθεμα μωβ ή κίτρινα

έφερναν του φθινόπωρου την μονοτονία

τα σύννεφα που μαύρισαν

προανήγγειλαν γόους και καταιγίδες

κι οι ασέληνες νύχτες

την απελπισία του σύμπαντος.

.

Αναρωτιέμαι για την αλήθεια

με τόσα χρώματα που γνώρισα

μέχρι σήμερα και δεν τη βρίσκω.

Γιατί και τις χιονισμένες μέρες

που η λευκότητα κυριαρχεί και πάλι

όπως τότε στην αρχή

δεν υπάρχει παρηγοριά

αφού το κρύο γαζώνει τις προσδοκίες μου.

Τι απόμεινε λοιπόν απ’ όλην αυτή

την ξενάγηση ζωής;

Το σκότος μαύρο σεντόνι απελπισίας

που κυριαρχεί μετά το ηλιοβασίλεμα.

Μόνη αμυδρή ελπίδα πια ένα ουράνιο τόξο.

alychamps-1888

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τρία ακόμη ποιήματα του Νίκου

Posted by vnottas στο 23 Οκτώβριος, 2019

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΛΩΤ

αρχείο λήψης (22)

Όταν έγινε στήλη άλατος

η γυναίκα του Λωτ

αισθάνθηκε αλμυρές αναμνήσεις

να κυριεύουν το είναι της

κι αφέθηκε να λιώσει

από ηδονή, όχι από αγάπη.

*

ΤΟΤΕ ΣΤΗΝ ΙΕΡΙΧΩ

200px-JSC_the_battle_of_Jericho

Θυμάσαι Ρωξάνη τότε στην Ιεριχώ

στην κεντρική πλατεία Γεδεών

όταν γνωριστήκαμε κάποιο απομεσήμερο

πέρασαν χρόνια πολλά βέβαια

αλλά δεν έσβησε ποτέ η ευωδιά

από το αράπικο φούλι και το γιασεμί

που γέμιζαν την ατμόσφαιρα.

Θυμάσαι ήμασταν παιδιά

κι ήταν κλειστά τα σχολεία

γιατί απεργούσαν οι καθηγητές.

Εσύ μιλούσες για τον Ζαρατούστρα και τον Χαφέζ

κι εγώ σου ‘λεγα για τον Όμηρο και τον Στησίχορο

Κανείς μας όμως δεν ήξερε

για τη διάσπαση του ατόμου

και για τη μοναξιά.

Έτσι αφήσαμε τον χρόνο να διαβεί

φλεγόμενοι από περιέργεια για το αύριο.

Κι όπως πέρασε ο καιρός

η περιέργεια κατρακύλησε

κι έγινε αγωνία για την επόμενη στιγμή.

Λιγόστεψε πια η ζωή μας

δεν έχουμε λόγια να πούμε

ούτε μουσική ν’ ακούσουμε.

Μένουμε άλαλοι και σκεπτικοί

με μυρωδιά από φούλι αράπικο και γιασεμί

να κυριαρχεί στη μνήμη μας.

*

ΕΙΣ ΜΑΤΗΝ

images (3)

Αιωρούνται πάνω από τα πλήκτρα του πιάνου

σαν γιορτινά βεγγαλικά

τα δάκτυλά σου γυμνά αρωματισμένα

χωρίς ν’ ακουμπούν

απειλούν με πόνου μελωδία

το ακατοίκητο σπίτι.

Στις σκοτεινές σκιές πάνω απ’ τα κάδρα

ξεμοναχιασμένες μικρομνήμες

σηκώνουν δειλά το πέπλο της αράχνης

για να δροσιστούν μ’ ήχων παφλασμούς.

Εις μάτην όμως

το ακατοίκητο σπίτι

θα παραμείνει δέσμιο της σιωπής

αφού τα δάκτυλά σου

θα μετεωρίζονται αρωματισμένα

χωρίς ν’ ακουμπούν τα πλήκτρα

του προ πολλού μεταφερθέντος πιάνου.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Κουβεντιάζοντας βουστροφηδόν…

Posted by vnottas στο 23 Σεπτεμβρίου, 2019

Μια συνομιλία ανάμεσα στον Βασίλη Νόττα και τον Γιώργο Καλιεντζίδη μεταδόθηκε από τον 9.58 της ΕΡΤ 3 την Δευτέρα  16   και  (σε επανάληψη) το Σάββατο  21 Σεπτεμβρίου, στα πλαίσια της εκπομπής ¨Βουστροφηδόν¨.

Εδώ παρακάτω μια συντετμημένη μαγνητοφώνηση.

 

958-radioLogo

BOYSTROFHDON-karta-854

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Συμφωνία σε Ζήτα…

Posted by vnottas στο 21 Σεπτεμβρίου, 2019

Ένα πολύ όμορφο ποίημα του Νίκου

αρχείο λήψης (21)

 

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

.

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΗ ΡΟΖΑΛΙΑ

Καρφίτσωσε στο πέτο του ο ήλιος

το ασημένιο εκείνο απόγευμα στα Εξάρχεια

και το κράτησε εκεί, μέχρι να βασιλέψει

πίσω απ’ τις βουνοκορφές

αφήνοντας κόκκινα ίχνη σύννεφα.

.

Τα πρόσωπα εν ευθυμία, στη Ροζαλία

και τα χαμόγελα έκδηλα σαρκώδη

σε μια ατμόσφαιρα διαυγούς προσδοκίας

με του καρπουζιού το ζωηρό κόκκινο

να χρωματίζει το τραπέζι

ενώ παραδίπλα ο προφανής δημόσιος υπάλληλος

καταβρόχθιζε με τέρψη και ικανοποίηση

στο απομεσημεριανό φως την λεία των επιθυμιών του

χωρίς την αναστολή της δημοσιότητας.

.

Απ’ το μεγάλο παράθυρο της στέγης

οι πολυκατοικίες της πόλης

σαν πολυκαιρισμένες νότες, ξέπνοες

τάραζαν το γαλάζιο τ’ ουρανού

κι έσερναν μελαγχολικά την άμαξα της μέρας

εκεί που το πεπρωμένο διστάζει

να δείξει τ’ αληθινό του πρόσωπο.

Απέναντι ύψωναν τα ποτήρια τους

κι οι ευχές που ανταλλάσσονταν

είχαν τη σιγουριά του ανύποπτου

που κρύβεται πίσω απ’ την κουρτίνα

κουβαλώντας μαζί τα γραμμένα κι άγραφα.

.

Μέσα μου με ξυλογλυπτική ενάργεια

καταγράφονται μια-μια οι στιγμές

και στη μνήμη μου κεντώ

αυτό το φαινομενικά ακίνητο απόγευμα.

Κοντοστέκει για λίγο το βλέμμα μου

κι απ’ το μεγάλο παράθυρο της στέγης

φαίνεται μόνο ο ήλιος που αργοκατηφορίζει

σε μια αόρατη κρυφή λεωφόρο

με τ’ ασημένιο απόγευμα

να λάμπει στο πέτο του ανεπανάληπτο

πριν αποτεφρωθεί αποκλειστικά στο χρόνο.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ρωτώντας την Πηνελόπη…

Posted by vnottas στο 25 Αύγουστος, 2019

39467d8b64c06713fefe4ad49c52e020

George Brassens:  Πηνελόπη

Εσύ γυναίκα ιδανική

του σπιτιού το τριζόνι

που η φορεσιά σου η σπιτική

λαδιές δε σηκώνει

η ακλόνητη εσύ Πηνελόπη.

Εσύ που πάντα ακολουθείς

το καλοκάγαθό σου ταίρι

σου ‘τυχε, πες μου, να βρεθείς

με σκέψεις πονηρές απ’ άλλα μέρη

που να σε πάρουν το κατόπι;

και να σε πάρουν το κατόπι;

.

Πίσω από τις κουρτίνες

της ζεστής σου φωλιάς

καθώς προσμένεις να επιστρέψει

ο Οδυσσέας της γειτονιάς

κι υφαίνουν τα λεπτά σου χέρια

δεν ονειρεύτηκες ποτέ

τις ώρες της μελαγχολίας

σε άλλης κλίνης ουρανό

με γεύση άλλης ουτοπίας

να μετράς τα νεόφαντα αστέρια;

να μετράς τα καινούργια τ’αστέρια;

.

Δεν έχεις άραγε ευχηθεί

μια ¨περιπέτεια¨ που περνάει

που σε τραβάει απ’ τα μαλλιά

που σ’ άλλο όνειρο σε πάει

και ψιθυρίζει  γι άλλες τρέλες;

Που στον λαχανόκηπό σου

φυτεύει μαργαρίτες

σου τάζει μήλα αμαρτωλά

και καμπανίτες και μηλίτες

και σ’ ανακατώνει τις δαντέλες

και να σ’ αναστατώνει τις δαντέλες

.

Δεν έχεις άραγε ευχηθεί

στο δρόμο σου να συναντήσεις

το γελαστό τ’ αερικό

που δε μπορείς να τ’ αγνοήσεις

με πονηριά να σε στοχεύει;

Που σάρκα  λεία, τρυφερή

στα κρύα αγάλματα χαρίζει

τους παίρνει κάθε αρετή

από τα βάθρα τα γκρεμίζει

και τα συκόφυλλα τους κλέβει

και τα φύλλα της συκής τους κλέβει

.

Αλλά… μη φοβάσαι, ο ουρανός

δε σου κρατάει κακία

δεν έχει λόγο σοβαρό

να βάλει  μια Αμαρτία

στων ατοπημάτων σου τη χύτρα.

Θα ‘ναι ένα λάθος τυπικό

σφάλμα αμελητέο

όψη του φεγγαριού κρυφή

κρίμα συγχωρητέο

και της Πηνελόπης τα λύτρα.

και της Πηνελόπης τα λύτρα.

Georges_Brassens

Από τον τροβαδούρο:

και μια ανάγνωση:

Pénélope

Toi l’épouse modèle,
Le grillon du foyer;
Toi qui n’a point d’accrocs
Dans ta robe de mariée;
Toi l’intraitable Pénélope
En suivant ton petit
Bonhomme de bonheur,
Ne berces-tu jamais
En tout bien tout honneur
De jolies pensées interlopes?
De jolies pensées interlopes…

.

Derrière tes rideaux,
Dans ton juste milieu,
En attendant l’retour
D’un Ulysse de banlieue;
Penchée sur tes travaux de toile,
Les soirs de vague a l’âme
Et de mélancolie
N’as tu jamais en rêve
Au ciel d’un autre lit
Compté de nouvelles étoiles?
Compter de nouvelles étoiles…

.

N’as-tu jamais encore
Appelé de tes vœux
L’amourette qui passe,
Qui vous prend aux cheveux?
Qui vous compte des bagatelles,
Qui met la marguerite
Au jardin potager,
La pomme défendue
Aux branches du verger,
Et le désordre a vos dentelles?
Et le désordre a vos dentelles…

.

N’as-tu jamais souhaite
De revoir en chemin
Cet ange, ce démon,
Qui son arc a la main
Décoche des flèches malignes?
Qui rend leur chair de femme
Aux plus froides statues,
Les bascul’ de leur socle,
Bouscule leur vertu,
Arrache leur feuille de vigne…
Arrache leur feuille de vigne…

.

N’ait crainte que le ciel
Ne t’en tienne rigueur,
Il n’y a vraiment pas la
De quoi fouetter un cœur
Qui bat la campagne et galope…
C’est la faute commune
et le péché véniel,
c’est la face cachée
de la lune de miel
et la rançon de Pénélope…
Et la rançon de Pénélope.

1--108-thumb-large

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, Μπρασένς: Προσαρμογές τραγουδιών, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Η πιο ωραία μυγδαλιά, μια φορά…

Posted by vnottas στο 13 Αύγουστος, 2019

 

blossoming-almond-branch-in-a-glass-1888

Και μια που ξαναβρεθήκαμε με τον μπάρμπα Γιώργη (Μπρασένς) ιδού ένα (καλοκαιρινό θα έλεγα) τραγουδάκι από τα πιο παλιά: Η μυγδαλιά. Συμπεριλαμβάνεται στο άλμπουμ JE ME SUIS FAIT TOUT PETIT (1957) -το ομώνυμο άσμα σας το έχω ήδη μεταφράσει εδώ.

(τραγουδά ο Μπρασένς)

Η Μυγδαλιά

Την πιο-ωραία μυγδαλιά

μια φορά

Την πιο-ωραία μυγδαλιά

στη γειτονιά

μοναχά για τα κορίτσια

που ‘χαν στόμα λαίμαργο

-ίσως και άλλα καπρίτσια-

φύτεψα, τ’ ομολογώ.

*

Ένας σκίουρος με φούστα

δίνει μια-

Ένας σκίουρος με φούστα

ξαφνικά

σκαρφαλώνει και μου λέει:

Είμαι λαίμαργη πολύ

ένα μύγδαλο αν μου δώσεις

θα σου δώσω ένα φιλί. 

*

Εσύ ανέβα όσο θες

αν μπορείς

εσύ ανέβα όσο θες

κι αν μπορείς

στ’ άψε σβήσε τσιμπολόγα

και προπάντων μη ξεχνάς

ότι πρέπει να μου δώσεις

το φιλί που μου χρωστάς.

*

Όταν τα ροκάνισε όλα

τι μου λέει;

Με το στόμα της γεμάτο

τι μου λέει;

Θα σε ξεπληρώσω όταν

οι ζαβοί βγάλουν φτερά

και θα πάρεις το φιλί μου

όταν θα πετάς ψηλά.

*

Έλα φίλα με αν θες

αν το θες

Έλα φίλα με αν θες

αν το θες

αλλά αν κάνεις ότι πέφτεις

να σε κλάψω δε μπορώ

κι αν τυχόν τα κακαρώσεις

δεν θα μαυροφορεθώ

*

Τίποτα δεν μένει πια

 στη μυγδαλιά

 Τίποτα δεν έχει πια

η μυγδαλιά  

μόνο τσόφλια μες το χώμα,

πάει χαμένη η σοδιά,

μα, το λαίμαργό της στόμα

μ’ ανταμείβει με φιλιά.

*

Η λιακάδα όμως κρατά

μια στιγμή

η λιακάδα όμως κρατά

μια στιγμή,

ύστερα ο καιρός θυμώνει

κρύο,  κεραυνοί, βροχή

η μυγδαλιά μου έγινε σκόνη

κι η αγάπη μου μαζί.

(ανάγνωση)

αρχείο λήψης (15)

 Georges Brassens  «L’amandier»

J’avais le plus bel amandier
Du quartier
Et, pour la bouche gourmande
Des filles du monde entier
Je faisais pousser des amandes
Le beau, le joli métier!

.

Un écureuil en jupon
Dans un bond
Vint me dire «Je suis gourmande
Et mes lèvres sentent bon
Et, si tu me donnes une amande
Je te donne un baiser fripon!».

.

«Grimpe aussi haut que tu veux
Que tu peux

et tu croques, et tu picores
Puis tu grignotes, et puis tu
Redescends plus vite encore
Me donner le baiser dû!»

.

Quand la belle eut tout rongé
Tout mangé
«Je te paierai, me dit-elle
A pleine bouche quand les
Nigauds seront pourvus d’ailes
Et que tu sauras voler!»

.

«Monte m’embrasser si tu veux,

si tu peux
Mais dis-toi que, si tu tombes
Je n’aurais pas la larme à l’œil
Dis-toi que, si tu succombes
Je ne porterai pas le deuil!»

.

Les avait, bien entendu
Toutes mordues
Toutes grignotées, mes amandes
Ma récolte était perdue
Mais sa jolie bouche gourmande
En baisers m’a tout rendu!

.

Et la fête dura tant
Que le beau temps
Mais vint l’automne, et la foudre
Et la pluie, et les autans
Ont change mon arbre en poudre
Et mon amour en même temps!

σκίουρος-41322363

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, Μπρασένς: Προσαρμογές τραγουδιών, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ένα τραγούδι για τους καιρούς που περνάνε…

Posted by vnottas στο 8 Αύγουστος, 2019

Paris, Mai 1968.

 

Έπεσα πάνω σε ένα τραγούδι που μιλάει για τη νεανική εξέγερση του ’68. Τυχαία -η πεντηκονταετία από τα γεγονότα συμπληρώθηκε πέρυσι και με την ευκαιρία ειπώθηκαν ήδη πολλά. 

Αυτή τη φορά όμως οι έμμετρες σκέψεις ήταν τραγουδισμένες από τον Γάλλο τροβαδούρο στον οποίο το παρόν Ιστολογοφόρο έχει μια κάποια αδυναμία. Να λοιπόν που γυρίζουμε πίσω στη μουσική και τους στίχους του George Brassens.

Πρόκειται για τη ¨Λεωφόρο του καιρού που περνάει¨ (Boulevard du temps qui passe) και περιλαμβάνεται στο άλμπουμ Δον Ζουάν το οποίο κυκλοφόρησε το 1976. Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι πως ο Βrassens δεν είχε μέχρι τότε εκφραστεί με σαφήνεια υπέρ ή κατά της νεανικής εξέγερσης (όπως άλλωστε και ο Βrel -ο οποίος όμως είχε ήδη ξεκαθαρίσει την ευρύτερη θέση του από το ‘61. Τους χαρακτηριστικούς στίχους του Brel για τους μπουρζουάδες και τους γόνους τους θα βρείτε εδώ ). Όπως θα δείτε, ανάλογος  σκεπτικισμός επικρατεί και στο Boulevard du temps qui passe.

 Στις πρώτες έξι στροφές ο τροβαδούρος χρησιμοποιεί, με ύφος εξομολογητικό, το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: εμείς. Εμείς οι νέοι, οι ωραίοι, οι επαναστάτες. Στην έβδομη στροφή μιλάει για ¨αυτούς¨ και δε διστάζει να τους παρομοιάσει με ¨ασβεστωμένους τάφους¨ με αναφορά σε ένα απόσπασμα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (XXIII 27) όπου  ο Χριστός λέει: Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας

Σημείωση: Μια που τον καιρό εκείνο ξεκινώντας από τη Φλωρεντία είχα επισκεφτεί (με οτοστόπ) το Παρίσι, έχω κάποιες προσωπικές εντυπώσεις, που ίσως συμπεριλάβω σε προσεχή ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο.

Ακολουθούν:

*Το τραγούδι (ηχητικό)

* Μια απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα με τη (συνήθη) προσπάθεια οι στίχοι να ¨χωράνε¨ στη μουσική, έστω με λίγο ζόρι, έτσι ώστε το τραγούδι να αποκτήσει μια εκδοχή στην ελληνική γλώσσα.

* Μια πιο ¨ελεύθερη¨ απόδοση, εκτός μουσικής, δηλαδή απαλλαγμένη από το άγχος που δημιουργούν οι πολυσύλλαβες ελληνικές λέξεις όταν πρέπει να στριμωχτούν σε μια δοσμένη μελωδία.

* Το κείμενο στα γαλλικά

Γαλλικός-Μάης-1968

Το τραγούδι

 

Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΕΙ

Πλέον χωρίς το μπιμπερό

είπαμε ας πάμε έξω από ‘δω

όπου οι καιροί  μας προσπερνάνε

την ¨ξαστεριά¨ γυρεύοντας

γέρους κι οκνούς στοχεύοντας

που δεν τα παρατάνε

*

Κοίταξε, ήτανε μόλις χτες

στους δρόμους, μ’ όψεις γελαστές

-ποιοι τάχα θα μας υποτάξουν;-

Πατήσαμε φράχτες κι αυλές

κι ανάψαμε χαράς φωτιές

οι μπουρζουάδες να τρομάξουν.

*

Ψηλά τα λάβαρα ξανά

κι όρκος στο επτά -οκτώ -εννιά:

Να ξαναπέσει η Βαστίλη!

και  αγκαλιάσαμε με ορμή

όσες δεν άγγιζαν πια αυτοί

Έρως-Θεός μας είχε στείλει

*

Σε βάλτο μ’ έντυπα παπιά

εμείς τα γελαστά παιδιά

Πέτρες πετάξαμε  απ’ το δρόμο

Τίποτα πια δεν μένει ορθό:

ταμπού ή πίστη σε  θεό,

σε νόμο ή σε τρόμο

*

Σαν ήχησε ¨παύσατε πυρ¨,

άλλος κρανίο  του Βλαδιμίρ

κι άλλος γκριζάδα και ρυτίδες

και διαπιστώσαμε εκεί δα

πόσο στην άνοιξη  κοντά

είν’ οι αλκυονίδες

*

Γυρνάμε τότε: βήμα αργό!

 ναι, με τον τρόπο τον παλιό,

κι όσο κι αν φαίνεται αστείο

καθώς ξεφωνίζαμε εμείς την παλιά

στη γωνιά ήταν στημένη η νέα γενιά

για να μας στείλει στο γηροκομείο

******

…Όλους,  φθαρτούς και πλαδαρούς

Φαρισαίους και τάφους λευκούς

παιδιά  ενός Μάη που γερνάει

 τους είδαμε ξανά  εχτές

να επελαύνουν νέοι και νιες

στη λεωφόρο του καιρού που

[άτεγκτος]  περνάει

tmp163

Η λεωφόρος των Καιρών που Περνάνε

 

Από τη κούνια μόλις  είχαμε ξεμυτίσει

και είπαμε να κάνουμε μια βόλτα

εκεί που όλα είχαν ξεκινήσει:

Που πάει να πει  ωστόσο

εκεί  που οι καιροί,

ενώ κανένας δεν το περιμένει,

μοιάζουν αναγκασμένοι

το δέρμα τους να αλλάζουν κάθε τόσο

*

Ψέλναμε τα τραγούδια μας, τα επαναστατικά

ενάντια σ’ όλα τα κακά

και προπαντός

σ’ όσα κατάφερναν ακόμη οι παλιοί,

οι γερασμένοι, οι χοντροί, οι πλαδαροί

που ζουν -οχυρωμένα σκιάχτρα-

στων σκουριασμένων ιδεών τα κάστρα

 *

Μας είδαν όλοι – ήταν σαν χθες.

Νέοι, και υπερήφανοι,

ποδοπατώντας τα παρτέρια των παλιών

 ανάψαμε χαράς φωτιές

και λικνιστήκαμε σ’ αλλόκοτο χορό,

καθώς του φόβου το σκουλήκι

μέσα στον κάθε μπουρζουά

τρύπωνε ζοφερό.

*

Είπαμε:

εμείς θα επαναλάβουμε το επτά-οκτώ-εννέα

εμείς θα κυριεύσουμε μία Βαστίλη νέα

και από αύριο κιόλας, όλα θα ‘ ναι καινούργια

…κι ύστερα αγκαλιάσαμε λαίμαργα και με φούρια

εκείνες που δεν άγγιζαν οι μπουρζουάδες  πια

και για να πάνε όλα καλά στις νέες τις ημέρες

τους γονιμοποιήσαμε κάμποσες θυγατέρες.

*

Με ευθυμία εύλογη και κοροϊδευτική

ρίχναμε τους κυβόλιθους

στον βάλτο με τις πάπιες τους.

Τι θύελλα! Τι θέαμα! Τι υπερπαραγωγή!

Τίποτα πια δεν έμεινε ορθό

καθώς κατεδαφίζαμε ο, τι είχε κάποια σχέση

με τα δικά τους τα ταμπού, αρχές ή πίστη σε θεό.

*

Όμως, σαν σήμανε η κατάπαυση πυρός

δεν αναγνωρίζαμε ούτε κι εμάς τους ίδιους

άλλος δεν ήταν πια μαλλιάς, μα φαλακρός

και άλλος τους κροτάφους είχε γκρίζους

και έτσι καταλάβαμε  εν τέλει

– ο, τι κι αν υπαγόρευαν  οι ελπίδες-

πόσο είναι η άνοιξη κοντά

στις λιγοστές χειμερινές αλκυονίδες.

*

Γυρνάμε τότε, αλλάζουμε, σε βήμα πιο αργό

 ναι, πάνω κάτω, με τον τρόπο τον παλιό,

τον παραδοσιακό,

γιατί,

όσο κι αν φαίνεται αστείο,

καθώς ξεφωνίζαμε εμείς την παλιά,

στη γωνιά ήταν στημένη η νέα γενιά

για να μας στείλει στο γηροκομείο.

***********

…Όλους αυτούς τους φθαρτούς και  φτιαγμένους

φαρισαίους και τάφους ασβεστωμένους

στο καβούκι τους μέσα που παραπαίουν

ναι τους είδαμε χτες

υπερήφανους νέους  να κατηφορίζουν

στη λεωφόρο των καιρών που λακίζουν.

*

Μια ανάγνωση:

1110645760_small

 

Boulevard du temps qui passe

A peine sortis du berceau, 
Nous sommes allés faire un saut 
Au boulevard du temps qui passe, 
En scandant notre » Ça ira » 
Contre les vieux, les mous, les gras, 
Confinés dans leurs idées basses.

*

On nous a vus, c’était hier, 
Qui descendions, jeunes et fiers, 
Dans une folle sarabande, 
En allumant des feux de joie, 
En alarmant les gros bourgeois, 
En piétinant leurs plates-bandes.

*

Jurant de tout remettre à neuf, 
De refaire quatre-vingt-neuf, 
De reprendre un peu la Bastille, 
Nous avons embrassé, goulus, 
Leurs femmes qu’ils ne touchaient plus, 
Nous avons fécondé leurs filles.

*

Dans la mare de leurs canards 
Nous avons lancé, goguenards, 
Force pavés, quelle tempête! 
Nous n’avons rien laissé debout, 
Flanquant leurs credos, leurs tabous 
Et leurs dieux, cul par-dessus tête.

*

Quand sonna le » cessez-le-feu » 
L’un de nous perdait ses cheveux 
Et l’autre avait les tempes grises.

Nous avons constaté soudain 
Que l’été de la Saint-Martin 
N’est pas loin du temps des cerises.

*

Alors, ralentissant le pas, 
On fit la route à la papa, 
Car, braillant contre les ancêtres, 
La troupe fraîche des cadets 
Au carrefour nous attendait 
Pour nous envoyer à Bicêtre.

***

Tous ces gâteux, ces avachis, 
Ces pauvres sépulcres blanchis 
Chancelant dans leur carapace, 
On les a vus, c’était hier, 
Qui descendaient jeunes et fiers, 
Le boulevard du temps qui passe.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, Μπρασένς: Προσαρμογές τραγουδιών, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ένα απομεσήμερο καλοκαιρινής ζέστης και Πυρ ομαδόν στο κάπνισμα

Posted by vnottas στο 4 Αύγουστος, 2019

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος 

O Σωτηράκης Τσιάρτας ισόβιος 

αρχείο λήψης (13)

Είναι μεσημεράκι προς απόγευμα τέλος Ιουλίου και έξω έχει 38 βαθμούς με αίσθηση 40.Ο Σωτηράκης Τσιάρτας κάθεται γυμνός μόνο με το σώβρακο και το ερκοντίσιον στο φουλ. Κοιτάζει έξω απ τη μπαλκονόπορτα τις απέναντι πολυκατοικίες που δεν υπάρχει ψυχή γιατί όλοι έχουν πάει στη θάλασσα.

Σκέφτεται πως έχει να πάει 28 χρόνια σε παραλία. Σκέφτεται και τραβάει βαθιές ρουφηξιές απ το τσιγάρο του που οι ξεφτιλισμένοι το έχουν πάει 4,30 το πακέτο άρα 4,30 επί 30 ίσον 129 και από τα 650 της σύνταξης μείον 129 ίσον 521.

Σκέφτεται αν αφαιρέσει φως, νερό, τηλέφωνο, μένουν γύρω στα 400 που αν τα διαιρέσει με το 30 μένουν 13 ευρουλάκια ημερησίως και γι αυτόν ακριβώς το λόγο οι παραλίες δεν υπάρχουν. Άλλωστε αυτές τις προσθαφαιρέσεις τις έχει κάνει άπειρες φορές.

Αν θυμάται καλά -και το θυμάται- η τελευταία φορά που πήγε σε παραλία ήταν με τη χοντρή γυναίκα του που γκρίνιαζε συνεχώς για τα λεφτά ενώ αυτός κοίταζε ως μαγεμένος δύο κοπέλες που έπαιζαν ρακέτες με τα υπέροχα κορμιά τους ν’ αντιμετωπίζουν θρασύτατα το ελαφρό αεράκι. Θυμάται τα τελευταία λόγια της γυναίκας του ‘εγώ σου λέω πως δεν τα βγάζουμε πέρα κι εσένα σου τρέχουν τα σάλια με τα κοριτσάκια…’

Το ίδιο βράδι ο Σωτηράκης Τσιάρτας χώρισε κι εγκαταστάθηκε σ αυτό το μικρό διαμέρισμα των 38 τετραγωνικών που έμενε η μάνα του πριν πεθάνει.

Σκέφτεται πως τα δυο κοριτσάκια που παίζαν ρακέτες τότε, τώρα θάναι σίγουρα σαρανταπεντάρες και μάλλον θα έχουν παιδιά, κυτταρίτιδα ή άλλα που φέρνει η ηλικία και μ’ αυτήν την ιδέα ανάβει ένα τσιγάρο ακόμα, ενώ η τηλεόραση λέει για τη κρίση που έρχεται απ τη διπλανή χώρα.

Σκέφτεται πως αν ξεσπάσει κρίση τώρα μες στο κατακαλόκαιρο θα σηκωθούν να φύγουν οι τουρίστες απ’ τις παραλίες και τα νησιά κι ο κόσμος θα τρέχει στα σούπερ-μάρκετ για μακαρόνια, κονσέρβες και ρύζια.Η τηλεόραση επιμένει πως η κρίση υπάρχει και βγάζει έναν μαλακοπίτουρα πρώην στρατηγό, ο οποίος δηλώνει πως ‘ήμαστε πανέτοιμοι ως κράτος’ ενώ ο Σωτηράκης Τσιάρτας σκέφτεται πως δεν είναι καθόλου έτοιμος ο ίδιος αν και βρίσκεται σ’ αυτή τη φυλακή για το υπόλοιπο του βίου του χωρίς να έχει αποθηκεύσει τρόφιμα για τις όποιες δύσκολες μέρες…

Πάει στο διπλανό δωμάτιο και βγάζει από ένα μεταλλικό κουτί του νες-καφέ πέντε εικοσάρικα, φοράει ένα φαρδύ άσπρο πουκάμισο που το έχει απ’ τη δεκαετία του 80, βάζει τις σαγιονάρες του κλειδώνει και φεύγει απ το σπίτι ψιθυρίζοντας διαρκώς για μην ξεχάσει τη νοητή λίστα με τα ψώνια απ το γειτονικό σούπερ μάρκετ, μακαρόνια, ρύζι, κονσέρβες, παξιμάδια, παξιμάδια, μακαρόνια, ρύζι, κονσέρβες, παξιμάδια κι ένα ουίσκι φτηνό για δύσκολες ώρες….καθώς και δέκα πακέτα τσιγάρα… γαμώ τη τύχη μου γαμώ…..

images (13)

Πυρ ομαδόν στο κάπνισμα…

Έχω την εντύπωση πως αυτή τη φορά η απογόρευσις του καπνίζειν είναι οριστική και αμετάκλητη σαν την κλιματική αλλαγή.

Όλοι αυτοί που σακατέψαν τον πλανήτη με τα φουγάρα τους κι όσοι διδάχθηκαν από αυτούς για το μεγαλείο των ιδιωτών -που έφτιαξαν τα φουγάρα- την έπαρση των ‘αυτοδημιούργητων’ και όσοι παλεύουν για ένα καλύτερο ‘απαγορεύειν’ …θα μας νικήσουν.

Θα μας νικήσουν αμετάκλητα και μπορεί να μας απαγορεύσουν το κάπνισμα ακόμα και στο σπίτι μας,στο Βεσέ μας,στο μπαλκόνι μας, γιατί έχουν απεριόριστη δύναμη κι η μεγάλη πλειοψηφία του ελεύθερου ή σκλαβωμένου κόσμου είναι μαζί τους.

Μαζί τους είναι οι Μπλε, οι Πράσινοι, οι Οικολόγοι, οι μισοί Κόκκινοι και πάμπολλοι άλλοι ακτιβιστές με φούξια. Μαζί τους είναι ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, όλοι οι εργαζόμενοι στα Χρηματιστήρια, όλοι οι Σύλλογοι μεταφορέων κενών κιβωτίων ιχθύων, ο πρόεδρος Τραμπ, οι Καρδινάλιοι, οι Μητροπολίτες, οι αθλητές παντός τύπου, οι εργαζόμενοι στα γυμναστήρια, οι φίτνες-φόλουερς, οι ναυαγοσώστες καθώς και όλα τα μέλη της Σκωτσέζικης Στοάς με τα σπαθάκια τους και τις ποδίτσες τους.

Όλοι αυτοί,μαζί με τους άλλους που πιστεύουν πως ο κόσμος γίνεται ολοένα και καλύτερος -αν δεν ανάψω το τσιγαράκι μου- μπορεί μεν να κοιτάζουν όλο το 24ωρο το κινητό τους σαν υπνωτισμένοι, εξαρτημένοι, να σκοτώνονται γι αυτό, να σε απολύουν με SMS, ή να δουλεύουν ολονυκτίς στο διαδίκτυο, αλλά στο θέμα του τσιγάρου είναι απόλυτοι διότι ενδιαφέρονται για την υγεία μου και την υγεία όλων όσων δεν έτυχε να βάλουν για δικούς τους λόγους, ένα τσιγαράκι στο στόμα τους.

Το ξέρω, θα μας νικήσουν κατά κράτος διότι η χώρα πρέπει να πάει μπροστά χωρίς εξαρτήσεις από ανθρώπους που είναι εξαρτημένοι από ανόητους εθισμούς και θέλουν σαν τρομοκράτες να φυσούν τον καπνό τους πάνω στους άλλους, που μπορεί κάποτε να ήταν μ’ αυτούς αλλά τώρα είναι αθεράπευτα οι άλλοι…

αρχείο λήψης (12)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Τα (πολιτικά) άλματα έχουν κι αυτά μια ιστορία…

Posted by vnottas στο 14 Ιουλίου, 2019

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Η ΕΞΑΡΓΥΡΩΣΗ

Όταν τέλειωσε κι ο λαμιακός πόλεμος

ήξερα πλέον τι ακριβώς θα κάνω.

Θα εξαργύρωνα σε πλειστηριασμό πίστης

του Αλέξανδρου την εμπιστοσύνη

και πρόθυμα θα προσχωρούσα σε όποιον έδινε

τα περισσότερα σε μένα τον αχρείο.

.

Μετά θα ακολουθούσα μέσα από θώκους υψηλούς

το φρόνημα των νικητών Μακεδόνων.

Αν κάποιος υποψιαζόταν τα κίνητρά μου

ήξερα δα με τι ευκολία

μπορούσα να τον ονομάσω συκοφάντη

κι αντιμαχόμενο την καθαρότητα φρονήματος.

.

Όλοι τους θα με πίστευαν

και θ ’ άλλαζαν τον χτύπο της καρδιάς τους

γιατί έχω την ικανότητα να ξεγελώ τις μάζες

και να προσδίδω αίγλη στο μηδέν

.

Όταν τέλειωσε ο λαμιακός πόλεμος

εγώ ο ψευδεπίγραφος αγύρτης

θα ξεκινούσα τη φρενήρη πορεία μου

με την εκπλειστηρίαση κάθε ιερού και όσιου

ώστε τους φανατικούς προσηλωμένους

στην αίγλη της φυλής

να ξεγελάσω μ’ ευκολία ακόμα μια φορά..

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης στο Σουδάν

Posted by vnottas στο 13 Ιουλίου, 2019

Από τις περιπέτειες ενός αρχιτέκτονα κένταυρου και μοναχικού ταξιδευτή.

Περιγραφές και εντυπώσεις από τις (μοτοσικλετιστικές) αποδράσεις του φίλου Βασίλη Μεταλλινού.

SUDAN 2010… Ιστορίες γι’ αγρίους  (Part 1)

sudan 458j

To ποταμόπλοιο απ’ το Aswan για τη Wadi Halfa (Σουδάν) ξεκίνησε στις 5 τ΄απόγευμα, με καθυστέρηση 7 ωρών μ’ ένα εκκωφαντικό κροτάλισμα που θύμιζε την έλευση ηφαιστιογενούς σεισμού…
Η ιδέα για εισιτήριο πρώτης θέσης δεν ήταν η σοφότερη… Τα στρώματα στην παλιά καμπίνα φαίνονταν να φιλοξενούν όλες τις συνομοταξίες αθροπόδων, απτέρων και μπόλικων άλλων με εκλεπτυσμένες γαστριμαργικές προτιμήσεις σε μενού με ανθρώπινο αίμα. Τα σεντόνια, με την σχετική ακαμψία από τη βρώμα, είχαν να πλυθούν απ΄την εποχή της ανατροπής του Αχμέτ αλ-Μιργκανί.
Μπαίνοντας στην τουαλέτα μια γαλλιδούλα τσίριζε αποτροπιασμένη στη θέα της στάθμης των σκουριασμένων βρωμόνερων και ούρων του δαπέδου, που ήταν ψηλότερη απ΄το πάχος της σαγιονάρας της, έχοντας εξαντλήσει όλη την playlist του Γαλλικού υβρεολογίου για τον καπετάνιο και το πλήρωμα που στρίμωξαν περίπου 500 άτομα …σ΄ένα καράβι που ήταν για 200!
Ανεπαισθήτως η σκέψη μου πήγε στην μοτοσυκλέτα μου που ταξίδευε παρά πίσω σε μια μαούνα με οχήματα και θα έφτανε σε 32 ώρες (κανα 8ωρο – 10ωρο αργότερα) μιας και δεν ταξίδευε το βράδυ ελλείψει οργάνων ναυσιπλοΐας…
Αθεράπευτα πάσχων απ’ το «σύνδρομο του Λευκού Ιππότη» την πήρα αγκαλιά και την έβγαλα στο κατάστρωμα, όπου χωρίς κλιματισμό, με υγρασία 90% , θερμοκρασία στους 40 βαθμούς και εκατοντάδες κελεμπιοφόρους με …χειραποσκευές πλυντήρια και τηλεοράσεις, να έχουν καταλάβει και τον τελευταίο πόντο, η νεαρά έπαθε ψαϊκολότζικαλ κολάψους…
Την τράβηξα πίσω μου, ανοίγοντας δρόμο διαγκωνίζοντας και την έσυρα κάτω από μια σωστική λέμβο που βρίσκονταν κάτι δυτικοί ταξιδευτές ενώ αυτή φώναζε «περπατάμε στην κόλαση ενώ δεν έχουμε πεθάνει!»
Εκεί της έδωσα μωρομάντηλα να καθαρίσει τα πόδια της και της έκανα σπρέι με διάλυμα πρόπολης (που ‘χω πάντα στη τσέπη) για απολύμανση. Παρόλο που φάνηκε να ικανοποιείται απ΄την φροντίδα μου, δεν έλεγε να ηρεμήσει και συνέχιζε τα «γαλλικά» επαναλαμβάνοντας κάθε 3 δευτερόλεπτα μεταξύ άλλων την λέξη «con»…
Συστηθήκαμε, την έλεγαν Λορελά. Μου ‘πε ότι μάλλον της είχαν κλέψει ένα μικρό λάπτοπ, με όλες τις φωτογραφίες της και μπαίνοντας στις τουαλέτες για να βρει τον φίλο της για βοήθεια, πάτησε στα βρωμόνερα.
Προσπάθησα να την παρηγορήσω επιστρατεύοντας τα γαλλικά μου, με φωνή Jacques Brel, ψιθυρίζοντας κάτι μαλακίες στιλ «ό,τι άσχημο κι αν σου τύχει, το έχουν ζήσει κι αντέξει άλλοι πριν από σένα. Θυμήσου ότι ξέφυγες απ΄την ρουτίνα αυτή την ύπουλη ερωμένη, που μας σφίγγει στην αγκαλιά της και μας στερεί περισσότερα απ’ όσα προσφέρει… Χέσε το λάπτοπ… Στο κάτω-κάτω είναι γεμάτο με ψηφιακά λάφυρα μνήμης που υπόσχονται πολλαπλές επαναλήψεις δευτεροβάθμιας βίωσης, προκρίνοντας την πλαστή αιωνιότητα σε μικρότερη διάσταση, από την αστραπιαία στιγμή, εκείνη που δεν χαίρεσαι τρισδιάστατη και ζωντανή μπροστά σου…! Ένα 24ωρο υπομονή, να βγούμε απ’ το καράβι και θα στρίψεις το τιμόνι … πάλι στην λεωφόρο των μεγάλων συγκινήσεων»…
Πάντα πίστευα ότι η ποίηση και το χιούμορ είναι το ντεκολτέ του άντρα… Από κείνο το απόγευμα άρχισα ν΄αμφιβάλλω…
Αυτή αντί να καλμάρει τα πήρε στο κρανίο με τις μαλακίες που της ξεφούρνιζα, τη ζέστη, τον χαμό στο κατάστρωμα, με τη βρώμα και την ιδρωτίλα και βγάζει ξαφνικά το ολόσωμο ινδικό φόρεμα που φορούσε και μένει μ’ ένα μαγιό που φορούσε από κάτω.
Πάγωσα! Όλοι οι άνδρες άρχισαν να μουρμουρίζουν και την κοιτούσαν σαν καυλωμένοι κεραμιδόγατοι.
Την ώρα που 2 Αιγύπτιοι ετοιμάζονταν να τη χουφτώσουν, ένας ηλικιωμένος μάλλον μουσουλμάνος κληρικός, έβγαλε από κάτι μπαγκάζια ένα σεντόνι και την σκέπασε ολόκληρη κάνοντάς τη νόημα να μη το βγάλει. Αυτή η ηλίθια, όπως ήταν εκνευρισμένη …του το πετάει στη μάπα. Πάει, μπλέξαμε σκέφτηκα… Εδώ θ’ αφήσουμε την παρθενιά μας….
(Συνεχίζεται…)

sudan 2010

 

SUDAN 2010, Ιστορίες γι’ αγρίους (Part 2)
.
Εκεί που ήμουνα σίγουρος ότι θα μας πετάξουν στο Νείλο αφού μας πηδήξουν και τους δύο, εμφανίστηκε ο δίμετρος γκόμενός της που ‘χε κολλήσει στην τουαλέτα με κάτι διάρροιες από κάτι κεμπάπια που έφαγε την προηγούμενη μαζί με τις καλοθρεμμένες αλογόμυγες της δυτικής όχθης του Νείλου, φωνάζοντας «Λορελά! Λορελά!»
Έφτασε πάνω στην ώρα και την μάζεψε οδηγώντας την πίσω στην καμπίνα, αφού της πέρασε στα γρήγορα το φόρεμα με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις…
Ο ηλικιωμένος ιμάμης μου ζήτησε εξηγήσεις μιλώντας λίγα αγγλικά και του ξεφούρνισα ότι η κοπέλα πάσχει από behavioral mental disorder κι ο ψηλός που τη μάζεψε ήταν ψυχίατρος και κάνοντας νοήματα – παντομίμα στους γύρω ότι «χάνει λάδια» και ότι δεν την γνωρίζω κλπ κλπ…
Εκείνη τη στιγμή βέβαια ντράπηκα …αλλά η ακεραιότητα είναι μια σχετική έννοια που καλύτερα να την αφήνει κανείς για το διεισδυτικό πνεύμα του Μαχάτμα Γκάντι… Η πραγματικότητα είναι ότι όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους με διαφορετικές αρχές και κινδυνεύεις να σου κάνουν τον κώλο τάλιρο και να σε πετάξουν για ορντέβρ σε κανέναν 7μετρο υδρόβιο μερακλή της συνομοταξίας Crocodylus niloticus …η ειλικρίνεια και τα υψηλά ιδανικά έχουν την τάση να εξαφανίζονται σε μια δίνη, όπως το νερό στο σιφόνι της ελεεινής τουαλέτας του καραβιού…
Οι Σουδανοί είναι εξαιρετικοί άνθρωποι και φάνηκαν να δείχνουν κατανόηση.
Πήγα πίσω στη καμπίνα αλλά στη θέα 2 μικρών ποντικών που ‘χαν ανέβει στο κρεβάτι αποφάσισα να αναθεωρήσω και να πάρω τον σάκο με τα πράγματά μου για να βγώ πάλι έξω. Από μακριά άκουσα τους Γάλλους να ρωτάνε που θα βρουν τον καπετάνιο…
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και τα πράγματα ησύχαζαν στο κατάστρωμα. Δεν υπήρχε ούτε πόντος να βολευτώ. Κάτω από μια μεταλλική σκάλα 2 Τούρκοι μοτοσυκλετιστές μου κάνανε λίγο χώρο να στρώσω το υπόστρωμά μου.
Από απέναντι ένας μεσήλικας Σουδανός μας πρόσφερε ζεστό καρκαντέ. Συλλογιζόμενος ότι εδώ και μέρες είχα αφεθεί στην σύμπτωση, στην περιπέτεια του τυχαίου, πλάνης να περνάω άσκοπα και αθόρυβα μέσα από τον αδιόρατο ιστό της Αφρικής, έπεσα γκροκί.
Νανουρισμένος από τον θόρυβο του πλοίου που θύμιζε πλυντήριο με χαλασμένο ιμάντα κι ακούγοντας από το κινητό του διπλανού μου, τη μουσική του Seher Vakti και τη μαγική φωνή της Birsen Tezer να τραγουδάει «αμάν εφέντιμ, τσανούμ εφέντιμ κονούς μπιράζ…» βυθίστηκα σ΄έναν γλυκό ύπνο.

ΥΓ1 Για την ιστορία, την επόμενη μέρα, μόλις φτάσαμε στη Wadi Halfa και πριν βγούμε από το πλοίο είδα κάτι αστυνομικούς να βγάζουν κωλοτουμπιδόν δύο νεαρούς Αιγύπτιους κελεμπιοφόρους, με τη δέουσα τρυφερότητα και με φάπες ν’ ακούγονται σε dolby surround, συνοδεία ακατάληπτων γρυλισμάτων. Πίσω ακολουθούσε η Λορελά με κελεμπία και τουρμπάν, γητεύτρα, σαγηνευτική και σέξι και παραπίσω ο γκόμενος που μου κατέστρεψε κάθε ελπίδα…
YΓ2 Τα ταξίδια μου είναι σαν κακοκομμένη ταινία. Χωρίς να το θέλω μου έρχονται στο μυαλό μόνο οι κομμένες σκηνές, σαν να τις έκλεψα από την καμπίνα ενός μηχανικού προβολής και να τις προβάλω ανακατεμένες…. Sorry!
ΥΓ3 Ώρα για ζεστό καρκαντέ… Cheers!

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μεξικάνικη συννεφιά (ένα τραγούδι ακόμη)

Posted by vnottas στο 4 Ιουλίου, 2019

αρχείο λήψης (5)

Ένα ιταλικό τραγουδάκι από τη μακρινή έβδομη δεκαετία του προηγούμενου αιώνα. Εδώ παρακάτω τραγουδισμένο από τον Enzo Jannacci. Η μουσική είναι του Paolo Conte και οι στίχοι του  Vito Pallavicini.

Για τι πράγμα μιλάει: για μια αγάπη από μακριά. Εκείνη βρίσκεται σ’ ένα (μελαγχολικό) Μεξικό, εκείνος αναλογίζεται τραγουδιστά. Το σύνολο είναι κάπως σουρεαλιστικό και φυσικά επιδέχεται υποκειμενικές εκδοχές.

Υ.Γ. Ως συνήθως, σας έφτιαξα και μία πρώτη απόδοση στα ελληνικά.

Από τον Enzo Jannacci

.

Από τον Paolo Conte

.

Η ανάγνωση της απόδοσης στα Ελληνικά

images (6)

Οι στίχοι στα Ιταλικά:

Messico e nuvole

Lei è bella lo so
è passato del tempo e io ce l’ho nel sangue ancor.
Io vorrei io vorrei
ritornare laggiù da lei ma so che non andrò.
Questo e’ un amore di contrabbando
meglio star qui seduto a guardare il cielo davanti a me.

.

Messico e nuvole il tempo passa sull’America
il vento suona la sua armonica
che voglia di piangere ho.
Messico e nuvole
la faccia triste dell’America
il vento insiste con l’armonica
che voglia di piangere ho.

.

Chi lo sa come fa quella gente
che va fin là a pronunciare sì… mah!
Mentre sa che è già provvisorio l’amore
che c’è sì ma forse no… ah!
Queste son situazioni di contrabbando
a me non sembra giusto neanche in Messico, ma perchè?

.

Messico e nuvole il tempo passa con l’America
il vento insiste con l’armonica,
che voglia di piangere ho
Messico e nuvole la faccia triste dell’America
il tempo straccia anche l’armonica,
che voglia di piangere ho.

.

Torno a lei torno a lei
la chitarra risuonerà per tanto tempo ancor
e il mio amore per lei
i suoi passi accompagnerà nel bene e nel dolor.
Queste son situazioni di contrabbando
tutto si può inventare ma non un matrimonio non si può più.

.

Messico e nuvole il tempo passa con l’America
il vento insiste con l’armonica,
che voglia di piangere ho.
Messico e nuvole la faccia triste dell’America
il vento insiste con l’armonica,
che voglia di piangere ho.

… και Ελληνικά

Νέφη στο Μεξικό

Είναι Ωραία. Γνωστό!

Μέσα μου πάντα ζει, κι ας πέρασε τόσος καιρός

Θα ‘θελα, ναι, πολύ!

να γυρίσω πίσω σε κείνη …αλλά δεν ωφελεί

Αυτή είναι μια αγάπη απ’ τις λαθραίες

Κάλιο εδώ να μείνω, -σύννεφα π’ αλητεύουνε να μετρώ.

.

Νέφη και Μεξικό

περνάει ο χρόνος στην Αμέρικα

ο αγέρας παίζει φυσαρμόνικα

και θέλω να κλάψω κι εγώ

Νέφη στο Μεξικό

όψη θλιμμένη της Αμερικής

ο αγέρας παίζει να τον λυπηθείς

και θέλω να κλάψω κι εγώ

.

Ποιος μπορεί να μας πει

μερικοί για να πουν το ¨ναι¨ πώς φτάνουν ως εκεί;

ενώ ξέρουν κι αυτοί

πως συχνά η αγάπη είναι προσωρινή

Αυτές οι καταστάσεις είναι λαθραίες

για μένα λαθεμένες ως και κει κάτω στο Μεξικό

.

Νέφη και Μεξικό

ο χρόνος φεύγει στην Αμέρικα

τ’ αγέρι κλαίει με την αρμόνικα

και θέλω να κλάψω κι εγώ

Νέφη στο Μεξικό

όψη θλιμμένη της Αμερικής

ο χρόνος φεύγει να τον λυπηθείς

και θέλω να κλάψω κι εγώ

.

Σε εκείνη γυρνώ

η κιθάρα μου θα ηχεί γι αυτήν ακόμη για καιρό

θα την ακολουθεί

θα της λέει πώς, ό, τι και να γίνει, θα την αγαπώ

Αυτές οι καταστάσεις είναι λαθραίες

Όλα ίσως να γίνουν, μόνο ένας γάμος  δεν δένει πια!

.

Νέφη και Μεξικό

περνάει ο χρόνος στην Αμέρικα

ο αγέρας παίζει φυσαρμόνικα

και θέλω να κλάψω κι εγώ

Νέφη στο Μεξικό

όψη θλιμμένη της Αμερικής

ο αγέρας παίζει να τον λυπηθείς

και θέλω να κλάψω κι εγώ

 

Με εικόνα από το You tube εδώ

κι  εδώ κι εδώ

αρχείο λήψης (6)

Posted in Έντσο Γιαννάτσι, Ντάριο Φο και άλλοι στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Καθώς η νοσταλγία αναδύεται (χωρίς να ζητήσει την άδεια)

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2019

 

(Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου)

images (10)

ΣΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ ΤΗΝ ΑΙΧΜΗ

 

Ρόδος και Μυτιλήνη Σάμος, Αστυπαλιά

βασιλικό και φούλι, μωβ τριανταφυλλιά. 

Το καλοκαίρι μπήκε στου Αιγαίου τα νερά

κίτρινο και γαλάζιο του έρωτα φτερά. 

.

Γεννιέται μια αγάπη, χάνεται μια ζωή

πουλιά που ταξιδεύουν στου χρόνου τη βουή. 

Τη μνήμη ακονίζω στου νόστου την αιχμή

 βρίσκω δικαιολογία πως ήρθε η παρακμή. 

.

Ρόδος και Μυτιλήνη Σάμος, Αστυπαλιά

δεν ψάχνω για λιμάνι, ούτε για ακρογιαλιά.

Γυρεύω μόνο εσένα και ψάχνω να σε βρω

πέτρα να σου χαρίσω κι έναν μικρό σταυρό.

afrodite-deusa-grega-1864x1282

ΑΝΑΔΥΣΗ

Αναδύθηκες από το ποίημα

σαν γοργόνα από θαλασσινή σπηλιά.

Δεν είχα ενδύματα να σε ντύσω

κι άφησα ολόγυμνη να περιφέρεσαι

στων λέξεων τις στράτες.

.
Μερικοί πίστεψαν πως είσαι η Ελένη

άλλοι σε βρήκαν όμοια με τη Φρύνη

και κάποιοι βυζαντινολάτρες

διέδωσαν πως ήσουν η Θεοφανώ.

.
Αναδύθηκες από το ποίημα τόσο όμορφη

με απίστευτης συμμετρίας λαγόνια

που και η Αφροδίτη

εκστασιάστηκε μαζί σου.

99195

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Για να γράψεις αληθινούς στίχους…

Posted by vnottas στο 1 Ιουλίου, 2019

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

images (9)

…Χρειάζεσαι στροφή προς τα πίσω

παιδικές ηλικίες με κλάμα, καβγάδες στο σπίτι

μελανιές απ τους νταήδες στο σχολείο

νάχες κλέψει το μολύβι του φίλου σου

να έβριζες μέσα σου

στους εκκλησιασμούς τις Κυριακές

Και μετά όταν μεγάλωσες

να σε διώχναν από δουλειές

να σου κλέβαν ένσημα

και βέβαια νάχεις ατιμασθεί

από συντρόφισσες και συντρόφους

να έχεις προδοθεί φορές και φορές

Στην ομορφιά να λύγιζες

κι αυτό να γινόταν κουσούρι

για όλη την υπόλοιπη ζωή σου

να τίναζες τα πέτα ενός τραπεζίτη

για ένα γαμημένο ψιλοδάνειο

να είχες σκεφτεί έστω δυο-τρεις φορές

πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος

-ή έστω ο ίδιος-

αν έλειπες απ αυτόν

να χτυπούσες μια φορά έστω νύχτες κουδούνια

φωνάζοντας σε άγνωστους ‘ξυπνήστε’

να ούρλιαζες μια φορά στο φεγγάρι

σαν λύκος

να έχεις μπει -έστω μια φορά- σε εντατική με τη μάσκα

μη γνωρίζοντας αν θα χάσει τη μάχη

αυτός που αγαπάς

αλλιώς για ποιο λόγο

να γράψεις στίχους παρά μόνο

γιατί είσαι ανώμαλος

-βεβαίως εξαιρείται το φουστανάκι

που γλιστράει στο πάτωμα μπροστά σου-

και θες να καταστρέψεις δέντρα

για πιο λόγο παρά

την άθλια ματαιότητα της διάκρισης

δήθεν τριγύρω σου

ανώμαλε ε ανώμαλε

που θέλεις να γράφεις στίχους

 

 Για να γράψεις λοιπόν αληθινούς στίχους

βάλε το δάκτυλο βαθιά στο στόμα

να βγουν μαζί με τα σωθικά

μπουκιές της ψυχής σου…

μιρό

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ταξίδι στο απόλυτο σκοτάδι

Posted by vnottas στο 8 Μαΐου, 2019

Τρία πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου

images (3)

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ

Ταξίδεψα μες στο απόλυτο σκοτάδι

έτσι δεν έχω τίποτα να περιγράψω.

Ταξίδεψα μόνος κι ολόγυμνος

από μακριά ακούγονταν γαβγίσματα

αργότερα έμαθα πως ήταν ο Κέρβερος

που ασταμάτητα αλυχτούσε.

Κάπου παραδίπλα γόοι και θρήνοι

εξπρεσιονιστών ζωγράφων

και κολασμένων ποιητών

ενώ ο αγέρας μαινόμενος

σήκωνε τα κύματα

και τα ‘σπαζε στους βράχους.

Μόνος κι ολόγυμνος

χωρίς να κρυώνω

δεχόμουνα το ελάχιστο, σχεδόν μηδέν

κι έπαιρνα κουράγιο ν’ αντέξω

το δρόμο της επιστροφής.

΄*

images

ΧΑΡΙΝ ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗΣ

Όταν κάποια στιγμή

οι «νεωτεριστές» μετέτρεψαν

το αυγό

σε αβγό

τρόμαξα στην ιδέα

ότι πιθανόν είναι ν’ αλλάξουν

και την αυγή

σε αβγή

χάριν απλοποίησης.

Δεν αντέχεται τόσο σκοτάδι.

*

Egersis_tou_Lazarou

Ο ΛΑΖΑΡΟΣ

 

Ο Λάζαρος όταν αναστήθηκε

τρομαγμένος αναρωτιόταν

«τώρα τι κάνουμε;

Με σβησμένη μνήμη

είναι αδύνατο να συνεχίσω».

Έπρεπε όμως να ζήσει

και πήρε τη γενναία απόφαση

να ξεκινήσει απ’ την αρχή!

Έτσι κάθιδρος έμαθε

πάλι να συλλαβίζει

τις χαρές και τις λύπες

μ’ έναν τρόπο που του θύμιζε

κάτι από τα παλιά.

Μέχρι που κάποια στιγμή

παντελώς λησμόνησε

την ανάστασή του.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ένα αφήγημα του Ηλία και δύο ποιήματα του Νίκου

Posted by vnottas στο 1 Απρίλιος, 2019

 

αρχείο λήψης (1)

Η Λίτσα απ’ τα Νάματα

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Καθόμασταν σ ένα καφενείο στην πλατεία της Εράτυρας και πίναμε το τσιπουράκι μας, όταν εμφανίστηκε ο Τάκης ο Γεμάτος κι άρχισε τις γαλιφιές του για να πάμε όλη η παρέα στο χωριό του, τα Νάματα κάτω απ το Συνιάτσικο.

Το βουνό -όπως υποστήριζε- ήταν στα καλύτερά του αυτή την εποχή κι επίσης είχε ένα τσίπουρο σαν μεταλαβιά και από τα χθες ένα μαγειρεμένο ζυγούρι που στο στόμα γινόταν μπακλαβάς…

Φύγαμε με δυο τζιπ περνώντας από μια εκπληκτική ανοιξιάτικη διαδρομή ανεβαίνοντας τις στροφές του πανέμορφου βουνού και σε μια ώρα φθάσαμε στα Νάματα όπου η μητέρα του Τάκη άπλωνε ρούχα στη μεγάλη καταπράσινη αυλή της.

Το χωριό σκαρφαλωμένο στις πλαγιές είναι πανέμορφο τώρα την άνοιξη μέσα σε περήφανα ψηλά δέντρα και πλατάνια με τα πολλά νερά του, να τρέχουν σ’ όμορφα ρυάκια και οι κήποι να μοσχομυρίζουν απ τα λουλούδια που φυτρώνουν ακόμα κι ανάμεσα στις πλάκες των πεζόδρομων. Εδώ ο Τάκης αρχίζει να περιαυτολογεί πως πήρε χρήματα από τη Περιφέρεια κι έφτιαξε τους δρόμους του χωριού, -που κάποτε είχε οκτακόσιους κατοίκους –  έβαλε φώτα παντού και το χωριό λάμπει μες τη νύχτα- και ότι γι αυτό ακόμα και με τον ‘Κλεισθένη’ στα Αυτοδιοικητικά, τον βγάζουν συνέχεια εκπρόσωπο, σ’ ένα χωριό που το χειμώνα έχει μόνο πέντε-έξι κατοίκους και μερικές αρκούδες που κατεβαίνουν απ το βουνό…

Η κυρά-Τασιά η μάνα του, άρχισε τα καλωσορίσματα, μας γνώρισε την αδερφή της και κείνο που με εντυπωσίασε αμέσως ήταν τα μουστάκια που είχαν οι δυο αδερφές, χήρες κι οι δύο από χρόνια, γύρω στα ογδόντα…

‘Μάνα το ζυγούρι’ λέει ο Τάκης κι αυτή απαντάει ‘καλά βρε παιδί μου παινέψου λίγο ακόμα στους φίλους σου και θάρθουν τα πιάτα, να το ζεστάνουμε λίγο το ρημάδι…’

Καθόμαστε στην μεγάλη αυλή, στρώνεται ένα μεγάλο τραπέζι με τα μεζέδια κι ένα τσίπουρο πριγκιπικό κι ο Τάκης με τα εκατό και βάλε κιλά του δίπλα μου, μου λέει σιγανά να ρωτήσω τη μάνα του για τη Λίτσα… ‘ποια είναι η Λίτσα ρε νούμερο..’’ τον ρωτάω κι αυτός χαμογελώντας πονηρά, απαντάει πως η Λίτσα είναι μια αρκούδα που κατεβαίνει στο χωριό με τα δυο μικρά της και η μάνα του την κυνηγάει όταν έρχεται στην αυλή… Επίσης μου εξηγεί, πως οι λίγες νοικοκυρές στο χωριό είναι συνηθισμένες απ’ την επίσκεψη μερικών αρκούδων που κατεβαίνουν απ το Συνιάτσικο την άνοιξη και ψάχνουν να φάνε κάτι απ τα αποφάγια των σπιτιών.

Έχω μείνει ενεός κι όταν έρχεται η μάνα του κουβαλώντας δυο πιάτα με πιπεριές και τα κρεατικά την ρωτάω δήθεν στο αδιάφορο ‘κυρά Τασιά κατεβαίνουν αρκούδες μέχρι εδώ..ε .’

Ναί κατεβαίνουν, μου λέει, εντελώς φυσικά η μάνα του Τάκη κι αυτή που έρχεται εδώ, την έχω ονοματίσει Λίτσα γιατί είναι πεισματάρα σαν τη κουμπάρα μου κι ενώ την διώχνω με τις φωνές και τρεις φορές έριξα στον αέρα με το δίκανο του μακαρίτη, αυτή πάει λίγο πιο πέρα και μετά ξαναγυρίζει κι έχει και τα δυο μωρά της μαζί που παίζουν μεταξύ τους κι αυτά πάλι ούτε που φοβούνται, κατάλαβες…

Δηλαδή, την ρωτάω, πόσο κοντά έρχεται η Λίτσα. Αχ βρε καλέ μου,λέει η μάνα του Τάκη, να μέχρι εδωπέρα φτάνει, στην άκρη της αυλής και με κοιτάζει σαν άνθρωπος μές στα μάτια κάτι να της δώσω. Της πετάω πέντε-έξι μήλα και της φωνάζω ‘τσακίσου Λίτσα τώρα μη σε πάρει ο διάολος’…  Μόνο δυο-τρεις φορές βγήκα με το δίκανο κι έριξα προς τα πάνω και τρόμαξαν τα μωρά κι αυτή έφυγε τρέχοντας μαζί τους. Αλλά να σου και την αλήθεια, τη λυπάμαι τη φουκαριάρα γιατί μάλλον την παράτησε ο άντρας της ή θα σκοτώθηκε ο φουκαράς κάτω προς την Εγνατία από κανά αυτοκίνητο κι αυτή η καψερή έμεινε μόνη της να θρέψει τα παιδιά της. Ψυχούλα είναι κι αυτή τι να σου κάνει…

Ο Τάκης δίπλα μου γελάει δυνατά,μου δίνει μια χαιδευτική σφαλιάρα στη πλάτη και φωνάζει ‘Νάματα, Νάματα και του θεού τα πράγματα..

***

αρχείο λήψης (2)

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΠΟΣ

Στις ακτές της καρδιάς μου

ξεβρασμένα ναυάγια επιπλέουν

στων βράχων την κόψη δοκιμασμένα

λουλούδια αποχαιρετισμών μισομαραμένα

στα νερά πηγαινοέρχονται

ακριβώς εκεί που εκβάλλουν

τα κόκκινα ποτάμια των καημών της.

.

Στα όρη της καρδιάς μου

σημαίες και λάβαρα σκισμένα ανεμίζουν

ξεχασμένα από τον καιρό

των εύκολων εφηβικών εξεγέρσεων

θραύσματα σπαθιών κι ασπίδων

φωλιές πουλιών αποδημητικών

που δεν ξαναπέρασαν ποτέ από δω.

.

Στα έγκατα της καρδιάς μου

κενές μαύρε σπηλιές

γεμάτες αποκαΐδια και στάχτες νόστου

δεν έχουν καμιά πιθανότητα

να ξανακατοικηθούν.

.

Απομένει ακόμα η αχανής έρημος

πλάι στη κεντρική αορτή

όμως η ζωή απουσιάζει χρόνια από δω

απ’ όταν ξεράθηκαν κι οι τελευταίες οάσεις.

*

αρχείο λήψης (4)

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Όλοι οι Έλληνες ήσαν εκεί

στην εκστρατεία κατά των Περσών

πλην Λακεδαιμονίων

όπως διεδόθη αστραπιαίως

και ‘μεις Ιμέριοι και Γελάσιοι

της μεγάλης Ελλάδος τέκνα

αναλογιζόμενοι τι είχε συμβεί

πριν από έναν περίπου αιώνα

απορούσαμε χωρίς σκοπιμότητες:

Είπε κανείς ποτέ

ότι στις Θερμοπύλες

έπεσαν μαχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι

πλην λοιπών Ελλήνων;

Όμως εφησυχάσαμε ανακουφισμένοι

όταν πληροφορηθήκαμε

τον μεγάλο αριθμό μισθοφόρων

που ακολούθησαν τους Μακεδόνες.

Κι αποφανθήκαμε στέρεα:

και βέβαια πλην Λακεδαιμονίων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Από το ημερολόγιο του σκάφους

Posted by vnottas στο 1 Απρίλιος, 2019

images (2)

Θεσσαλονίκη – Ένα μήνας καί, από την τελευταία ενημέρωση.

Ο Μάρτης δεν φτούρησε. Ο Απρίλης παρά τις ψεύτικες υποσχέσεις (και πλάκες) με τις οποίες μας δουλεύει μπαίνοντας, ας πούμε ότι θα πάει αλλιώς.

Το ιστολογοφόρο αποπλέει και πάλι. Παρέα με τους γνωστούς φίλους και τους αναπάντεχους και απρόβλεπτους περαστικούς.

Βέβαια, παρατηρώ ότι το σκάφος έχει ανάγκη από συντήρηση και επιδιορθώσεις. Όπου νάναι θα τις βάλω μπρος.

Λέω ας πούμε να αναρτήσω μια ταμπέλα πρωτοσέλιδη που να ενημερώνει ότι πρόκειται για ένα είδος προσωπικού ημερολόγιου ή μάλλον εβδομαδολόγιου ή ακόμη καλύτερα ¨όποτε μπορέσουμε¨ (όλα αυτά στο μέτρο του δυνατού), το οποίο  ξεκίνησε πριν μια δεκαετία και βάλε,  συν τοις άλλοις ως διδακτικό βοήθημα, αλλά δεν είναι πια τέτοιο (γιατί οι καιροί  περνούν και αλλάζουν), ωστόσο στην λίγο πολύ αυθαίρετη πορεία του εξακολουθεί να μεταφέρει λόγια (ποιήματα και αφηγήματα φίλων, μυθιστορήματα σε συνέχειες, μεταφράσεις παλιών αγαπημένων τραγουδιών, σχόλια, εικόνες (ως επί το πλείστον αλιευμένες στο διαδίκτυο) και μουσικές.

Να υπενθυμίσω επίσης ότι το ιστολογοφόρο, όχι μόνο αντιπαθεί κάθε εμπορευματοποίηση της επικοινωνίας, αλλά και καταβάλει στη φιλοξενούσα εταιρία εκείνο τον στοιχειώδη δασμό (συνδρομή) που του επιτρέπει να απαλλάσσεται από τις (αυθαίρετες) διαφημίσεις που επιβάλλονται στα αδέσποτα μοναχικά ιστολόγια όπως αυτό εδώ.

Ίσως θα πρέπει ακόμη να εξηγήσω πώς συνέβη και ο υπογράφων υπεύθυνος πλεύσης βρέθηκε (χωρίς ουσιαστικά να  συμμετέχει) κάτοχος σελίδας στο προσωπο-βιβλίο.

Όλα αυτά (και διάφορα άλλα) θα τα πούμε προσεχώς.  Για την ώρα σας ενημερώνω πως η επικοινωνία κάτω από τις δημοσιεύσεις είναι ¨ανοικτή¨ και ότι στη σχετική σελίδα υπάρχει ηλεκτρονική διεύθυνση.

Καλό Απρίλη.images (2)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Leave a Comment »

Το ταξίδι των ποιητών και μία ξεκούρδιστη βόλτα

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2019

Ένα ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα μικρό αφήγημα του Ηλία Κουτσούκου

images (2)

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

 

Ποιητές γεμάτο είναι το βαγόνι

του τρένου που περνά στο Λιανοκλάδι

πως γίνεται η μνήμη να παγώνει

πολύκαιρες μορφές χωρίς ψεγάδι.

.

Να η Πολυδούρη, δίπλα της ο Καρυωτάκης

απέναντι ο Βιζυηνός με τον Φιλύρα

πίσω τους σοβαρός ο Αναγνωστάκης

λίγο πιο μπρος ο Ρίτσος κι ο Πορφύρας.

.

Ο Σολωμός συζήτηση έχει πιάσει

με προσοχή ακούει ο Καβάφης

βαρύ φορτίο έλεγε να γράφεις

απορημένος είν’ ο Μαλακάσης.

Ακόμα είδα Αισχύλο κι Ευριπίδη

κι άλλους πολλούς. Αξέχαστο ταξίδι.

xionia-sth-8-thumb-large--2

Ξεκούρδιστη βόλτα

 

Μου είχε σπάσει τα νεύρα το χιόνι γιατί δεν μπορούσα να πάρω τη μηχανή και να πάω μια βόλτα στη θάλασσα, να αράξω και να πιω ένα καφέ στον  ‘κήπο του νερού’ στη παραλία, όπως κάνω συχνά κι έτσι είπα μέσα μου να κάνω τη βόλτα με τα πόδια κι ας χιόνιζε ελαφρά.

Ξεκίνησα προσεχτικά στο γλιστερό πεζοδρόμιο από την Εγνατία και κατέβηκα την Αγία Σοφίας τραβώντας για την Παύλου Μελά κι ευχόμουν μέσα μου μη πέσω σε γνωστούς που αρχίζουν τα ‘πού χάθηκες’ κι όλα αυτά τα τυπικά και γελοία που είναι η πεμπτουσία της μικροαστικής ευγένειας των συνταξιούχων και που σε βγάζουν σ αυτή την παγερή πλατεία της αμηχανίας-τουλάχιστον για μένα-που δεν μπορώ να πω για λόγους ακαθόριστης ευγένειας [ενώ το θέλω πολύ..] ‘βρε άντε σιχτίρ πρωί-πρωί..’

Κατέβαινα αργά την Παύλου Μελά και σκεφτόμουν τι σκατά θα κάνω με τις αρρυθμίες της καρδιάς γιατί με τίποτα δεν ήθελα να μπω για εγχείρηση και γιατί επίσης δεν μπορούσαν να χειρουργήσουν τη κήλη μου αν δεν έφτιαχναν πρώτα τη καρδιά κι επίσης σκεφτόμουν πόσο ξεφτιλισμένος μπορεί να αισθανθεί κάποιος σαν του λόγου μου που σιχαίνεται τη φυσιολογική φθορά του σώματος.

Βάδιζα και σκεφτόμουν επίσης πως έχω χάσει πρόσφατα φίλους  απ τη παλιά δουλειά, τον γιό μου που έχει ένα μήνα να μου τηλεφωνήσει, μια κωλοδόση που έχω να πληρώσω, το δίπλωμα που έχω να ανανεώσω, σκεφτόμουν πως δεν μου σηκώνεται ούτε με βίντσι κι ένα σωρό άλλες μαύρες σκέψεις απ αυτές που κάνουν όσοι έχουν έστω  ένα υπόλοιπο μυαλού να τις κάνουν.

Είπα μέσα μου να στρίψω στη Τσιμισκή και να γυρίσω από Αριστοτέλους και ξαφνικά τον βλέπω μπρος μου φάντι-μπαστούνι. Μου την είχε στημένη με κείνο το παγερό βλέμμα του από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Φορούσε μια γελοία χωριάτικη τραγιάσκα σαν κι αυτή που φορούσαν όλοι οι άνδρες μέσης ηλικίας στην επαρχία την άθλια δεκαετία του 50 κι ένα παλτό τσόχινο της παλιάς Βασιλικής Χωροφυλακής στο χρώμα της μούχλας. Τα δόντια του είχαν φύγει από καιρό κι έβγαζε ένα δυνατό  χνώτο που βρωμοκοπούσε φτηνό κρασί και χωματίλα.

Στεκόμουν σαν ηλίθιος και φοβόμουν μήπως και με κοιτάζει περίεργα ο κόσμος που περνούσε στο πεζοδρόμιο της γωνίας, μη τύχει και πέσει πάνω μου κάποιος γνωστός και τότε θα έπρεπε να τον συστήσω και τι να έλεγα δηλαδή..   ‘από δω ο πατέρας μου… που μας άφησε 20 χρόνια τώρα,,’ θα γινόμουν ρεζίλι των σκυλιών και φαίνεται πως το κατάλαβε γιατί με μια συριχτή φωνή άρχισε να μιλάει και να λέει ειρωνικά πως δεν πρέπει να ανησυχώ, ο κόσμος πάει στις δουλειές του και δεν ασχολείται μ’  αυτούς που έχουν εγκαταλείψει τον πατέρα τους κι έχουν να πατήσουν στο χωριό 20 χρόνια και πως μαθαίνει με ποιους κάνω παρέα όλα αυτά χρόνια κι ότι καλά να αδιαφορώ γι αυτόν, αλλά ούτε καν δεν βρίσκομαι με τον εγγονό του, ε αυτό κι αν είναι απ τα άγραφα κι ότι βεβαίως τίποτα δεν έχω να του απαντήσω γιατί πάντα τέτοιος ήμουν…

Έλεγα μέσα μου, δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνουν τέτοια πράγματα όταν απ το απέναντι πεζοδρόμιο είδα τον διαχειριστή της πολυκατοικίας και φώναξα ‘Στέλιο κάτι θέλω να σου πω’ και τον άφησα σύξυλο να μουρμουρίζει περνώντας απέναντι.

Ο διαχειριστής, ένα γελαστός ψηλός μηχανικός σαρανταπεντάρης, μου έδωσε ευγενικά το χέρι του λέγοντας ‘σας είδα που μιλούσατε με έναν κύριο στη γωνία και είπα να μην σας διακόψω .Μέχρι το μεσημέρι να ξέρετε  θα ‘ρθει ο συντηρητής και θ αλλάξει όλα τα καρούλια του ασανσέρ…’

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Γιατί γράφω…

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2019

Διευκρινίσεις από τον Ηλία Κουτσούκο

images

Γράφω γιατί κάτι μου καίει τα σωθικά.
Γράφω γιατί κάποια στιγμή κατάλαβα την ομορφιά του κόσμου, το ανεκπλήρωτο των επιθυμιών μου, τις κραυγές αυτών που έφυγαν, τα αγκομαχητά αυτών που έμειναν, τη ματαιότητα του χθες, το ατελές του σήμερα, το αναπόφευκτο του μέλλοντος… κι έτσι άρχισα να γράφω.
Γράφω γιατί αυτό μοιάζει με μια μποτίλια ναυαγού, μοιάζει- βεβαίως εγωιστικά- με τη πρωτιά του νικητή, το ρόγχο του αγωνιστή , το μπλά-μπλά του αγνωστικιστή και του δρομέα κυρίου-Τίποτα, γι αυτό… γράφω.
Γράφω για έρωτες που δήθεν υπήρξαν, για ιδεολογίες που δήθεν τελεσφόρησαν, για τις πρακτικές που δήθεν πέτυχαν και τις ελπίδες που δήθεν θα βγουν αληθινές ενώ αντιλαμβάνομαι τις γελοιότητες των πραγμάτων.
Γράφω γιατί κατάλαβα πως το πέρασμα μου από εδώ είναι ένα σχεδόν μηδενικό σημείο στον απέραντο μαυροπίνακα του απόκοσμου χάους.
Γράφω γιατί δεν κληρονόμησα λεφτά, ακίνητα, περιουσίες τοπογραφικού περιεχομένου ή άυλες μετοχές και δεν έλαβα ουδέποτε ακριβό δώρο από τους εξ αίματος συγγενείς μου, οι οποίοι για εντελώς τυχαίους λόγους υπήρξαν δικοί μου.
Γράφω διότι δεν εμπιστεύομαι τους ψυχιάτρους, τους τύπους των αναλυτών προσωπικοτήτων, τους δήθεν ψυχολόγους, τις δήθεν θεραπείες των διαφόρων συνδρόμων κι επίσης όλους όσους είναι τακτικοί συνδρομητές σε έντυπα κλαδικών ενδιαφερόντων.
Γράφω γιατί δεν επιθυμώ να εξηγήσω το γιατί και το διότι, το αλλά και το εντέλει, τα παραθετικά των επιθέτων, τα πάθη των γλωσσών και την απίστευτη εξέλιξη των τεχνολογιών που καταλήγουν σε καλαίσθητες χειροπέδες με σάλτσα γκουρμέ του μυαλού.
Γράφω γιατί δεν πιστεύω σε σημαίες, θρησκείες, πολιτισμούς που αποδέχονται πλέον, 38 πρόσωπα, να έχουν περισσότερο πλούτο από 7 δισεκατομμύρια και διότι αυτή η αριθμητική αναλογία είναι χυδαία και αναξιοπρεπής
Γράφω γιατί το μάταιο αποτελεί μέρος του εαυτού μας και προτροπή για έναν ακόμα αέναο κύκλο πραγματικής ζωής.

Τέλος γράφω γιατί δεν αντέχω το Αουσβιτς μέσα μου και επειδή οι παπαρούνες είναι κόκκινες κι έχουν μαύρη γύρη.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Εικόνες καθημερινής (τηλεοπτικής και όχι μόνο) φρίκης

Posted by vnottas στο 18 Ιανουαρίου, 2019

Όπως την αισθάνθηκε και την περιγράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

images6

Μανεκέν δηλητήριο

Καθόταν με τα πόδια ανοιχτά

μπροστά στο μεγάλο καθρέπτη

γλύφοντας ένα λόλιποτ

μιλώντας ακατάπαυστα

για τις άλλες κοπέλες στη πασαρέλα

τις έθαβε κανονικά

είτε της τύλιγαν μπούκλες τα μαλλιά

είτε της έβαφαν το πρόσωπο

Μετά πατούσε νευρικά

τα πλήκτρα του κινητού της

ψιθυρίζοντας ‘μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα

θα σε φτιάξω εγώ…’

κι έλεγε ταυτόχρονα στη μακιγιέζ

πως πήγε δυο φορές σ ΄ένα ψυχολόγο

κι ενώ του την έπεφτε κανονικά

αυτός έκανε τον επαγγελματία

κι ότι στο κάτω-κάτω της γραφής

έχει άπειρα χάπια αν θέλει για τον ύπνο

που της τα  έδωσε ένας ηλίθιος φαρμακοποιός

που του είχε κάνει στοματικό πριν 6 μήνες

στη τουαλέτα ενός καφέ

στη Βιτόριο Εμμανουέλε

‘αυτοί όλοι νομίζουν πως θα μας πηδήξουν

επειδή οι μπαμπάδες τους έχουν λεφτά..’

αλλά εγώ καλή μου-έλεγε στη μακιγιέζ-

δεν είμαι η Μπέλα Χαντίτ

είμαι η Μαριλίζα απ’ το Λούκας

όποιος το παίρνει αυτό

-κι έδειξε το μουνάκι της-

θα πάρει πακέτο και το δηλητήριο..’

και πέταξε με κίνηση απότομη

το γλυφιτζούρι της στο κουβαδάκιimages

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Χιόνια…

Posted by vnottas στο 5 Ιανουαρίου, 2019

Ιανουάριος ’19. Εικόνες. Λευκές εκ των πραγμάτων. Χιόνι  πολύ στην Άνω Πόλη, στη Θεσσαλονίκη και τα πέριξ.

…και μια παλιότερη φωτογραφία επεξεργασμένη με «Gimp».

Παλιά παραλία, μετά τη βροχή

Posted in ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μικρά κείμενα για τα Χριστούγεννα και τις Γιορτές, από τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 19 Δεκέμβριος, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Ντοκουμέντο –

Πιάνα στον Θερμαϊκό

Ο μπάρμα-Γιάννης Ξεφτέρης παλαιός ιδιοκτήτης του Ντορέ, μου είπε ένα βράδυ αυτή την ιστορία που εξαιτίας της ο μύθος, είναι πραγματικότητα είτε εδώ είτε αλλού κι όπου η πραγματική ιστορία, αποκτά την υπόσταση του μύθου…

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο μεγαλοεκδότης της Μακεδονίας ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του εδώ πάνω χώρου, μιλούσε στον ενικό στους πρωθυπουργούς, κυκλοφορούσε με Ρολς-Ρόυς, κάπνιζε πούρα Αβάνας κι αγαπούσε τους φίλους του και το ωραίο φύλο.

Υπήρχαν κάποιες νύχτες, τρείς τέσσερις το χρόνο, όπου ανάμεσα σε φίλους, όμορφες γυναίκες, μυρωδάτους καπνούς κι ακριβά κονιάκ, καθόταν σιωπηλός κοιτώντας τη θάλασσα του Θερμαϊκού μ’ ένα περίεργο βλέμμα ανάμεσα σε νοσταλγία και ματαιότητα.

Τότε έμπαινε στο ακριβό μπιστρό ο οδηγός του και του έλεγε ‘όλα έτοιμα κύριε Γιάννη, το καΐκι είναι μπρος στο λευκό Πύργο με το πιάνο επάνω…’

‘Άκου τι γινόταν τότε’ μου λέει ο κύριος Ξεφτέρης κι ανάβει ένα Astor της εποχής.

Σηκωνόμασταν λοιπόν μ’ ένα νεύμα του εκδότη, μπορεί να ήταν δύο ή τρεις τη νύχτα και τραβούσαμε εκατό μέτρα από δω ως τον Πύργο και μπαίναμε στο καΐκι. Στη πλώρη μπροστά ήταν ένα πιάνο και πέντε έξι μουσικοί με κιθάρες, βιολί, τρομπέτα και κλαρίνο. Εμείς με τις κυρίες καμιά εικοσαριά άτομα. Ο καπετάνιος από τη Μηχανιώνα έβαζε πλώρη για τ’ ανοιχτά και εμείς αρχίζαμε τα τραγούδια της εποχής. Τραγούδια, σμυρνέικα, σεκλετίδικα, τραγούδια βαριετέ, ότι τραβούσε ο νους του καλού γλεντζέ…Οι μουσικοί παίζαν ένα μεγάλο ρεπερτόριο. Δυο βοηθοί του καπετάνιου κερνούσαν σαμπάνιες σε κρυστάλλινα, δυο-τρεις από μας έπαιρναν τις κυρίες κάτω και γινόταν χαμός από τσιρίδες και γέλια, ενώ ο εκδότης έμενε όρθιος σαν θαλασσόλυκος καπνίζοντας το πούρο του στην άκρη της πλώρης. Τέτοια γλέντια δεν μπορούσε να κάνει κανείς άλλος εκείνη την εποχή.

Το γλέντι κρατούσε δύο-τρεις ώρες. Χαμός σου λέω, τσιρίδες και να καταβρέχει ο ένας τον άλλον με σαμπάνιες. Κάποια στιγμή που μόνο τ’ αφεντικό κι ο καπετάνιος ήξεραν, το σκάφος έκανε μια γλυκιά μεγάλη στροφή κι επέστρεφε προς τη πόλη. Βλέπαμε τα φώτα να παίζουν πάνω στο νερό και δώσ’ του εμείς φωνές και τραγούδι.

Πριν φτάσουμε στη παραλία του Πύργου μπορεί και τριακόσια μέτρα πριν, τ’ αφεντικό φώναζε δυνατά ‘σκάστε όλοι, το πιάνο στη θάλασσα’… Πιάναμε όλοι μαζί το πιάνο και το πετούσαμε απ τη πλώρη στο νερό ανάμεσα σε ζητωκραυγές και διάφορα… Έτσι γλεντούσε τ’ αφεντικό με μας. Δεν υπάρχουν πια τέτοιοι άντρες, δεν υπάρχουν…

Είχα ακούσει πολλά και διάφορα για τον μεγαλοεκδότη της Μακεδονίας,  αλλά αυτό με τα πιάνα παραπήγαινε μέχρι την άνοιξη του 2005.Τότε καλέσαμε έναν αρχαιολόγο των ενάλιων αρχαιοτήτων να μας μιλήσει για τα ευρήματα στον Θερμαϊκό. Ακούγαμε για τα διάφορα αντικείμενα στον πυθμένα όταν μείναμε ενεοί στη πληροφορία πως ανάμεσα σ άλλα υπήρχαν πολλά ξύλινα πόδια από πιάνα και αμέτρητα πλήκτρα πιάνων στα διακόσια μέτρα από την ακτή.

‘Δεν ξέρουμε πως βρέθηκαν εκεί..’ μας είπε χαμογελώντας ο δύτης αρχαιολόγος…

Χριστούγεννα ’58

Τις προάλλες βρήκα τρεις φίλους μου στη καφετέρια που συχνάζουμε να έχουν ανοίξει μια κουβέντα για τις γιορτές των Χριστουγέννων σε άλλες εποχές. Εγώ τους είπα πως σιχαινόμουν από μικρούλης τις γιορτές κι αυτοί μου είπαν πως παραγέρασα γι αυτό και γίνομαι παράξενος τελευταία.

Θυμήθηκα τότε εκείνα τα άθλια Χριστούγεννα που πέρασα το 1958 με τον πατέρα μου στο χωριό της γιαγιάς μου στην ορεινή Μεσσηνία.

Κάναμε για φτάσουμε από την Αθήνα στην Ανδρίτσαινα 12 ώρες και γω έκανα στη διαδρομή πάνω από δέκα φορές εμετό μέσα σε κείνο το σαράβαλο λεωφορείο που βρωμοκοπούσε από την απλυσιά των ανθρώπων και της σακατεμένης μηχανής του. Ο πατέρας μου, μου έλεγε  -ήμουν οκτώ χρόνων παιδάκι- πως οι άντρες δεν κάνουν εμετό κι ότι θα συνηθίσω τα μεγάλα ταξίδια.

Στην Ανδρίτσαινα μας περίμενε ο αδερφός του πατέρα μου με δύο μουλάρια και μένα μ’ έβαλε πάνω στο ένα και ξεκινήσαμε για το χωριό που βρισκόταν πάνω από τρεις ώρες μακριά. Είχε βραδιάσει και το κρύο περόνιαζε τα κόκαλά μου έμπαινε από το κοντό παντελονάκι μου σ’ όλο μου το σώμα, τρόμαζα από τις σκιές των δέντρων, τρόμαζα από τον κακοτράχαλο δρόμο, ήθελα να κλάψω, αλλά φοβόμουν πως ο πατέρας μου κι ο θείος μου θα θύμωναν μαζί μου. Έκλεινα τα μάτια μου συνεχώς σ’ αυτή την απαίσια διαδρομή μέχρι που φτάσαμε στο κατσικοχώρι και μπήκαμε στο  μικρό σπιτάκι της γιαγιάς μου που με κατασάλιωσε με τα φιλιά της.

Θυμάμαι πως σιχαινόμουν τα πάντα σε κείνο το ένα και μοναδικό χωριάτικο δωμάτιο που είχε σε μια γωνιά ένα μικρό τζάκι που κάπνιζε και τα μάτια μου τρέχαν απ το ντουμάνι που έβγαζαν τα βρεγμένα ξύλα.

Σε λίγο έφτασαν να μας επισκεφτούν δυο πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μου που έκαναν μεγάλη χαρά γιατί πρώτη φορά με συναντούσαν.

Ο ένας ξάδερφος που ήταν πολύ μικρός σε σχέση με τον πατέρα μου και το θείο μου  πήγαινε στη τελευταία τάξη του γυμνασίου, ήταν δηλαδή γύρω στα δεκαεπτά είχε το ίδιο όνομα με μένα και ήταν ένα γλυκό ευγενικό παιδί που φορούσε ένα ντρίλινο παλιό παντελόνι και αρβύλες χωρίς κάλτσες.

Κοιτούσα με έκπληξη τα πόδια του και είδα πως η μια αρβύλα μπροστά είχε ανοίξει και φαινόταν το γυμνό δάκτυλό του. Ο ξάδερφος το κατάλαβε κι άρχισε

να λέει αστεία πως τα δάκτυλα του ποδιού του νομίζουν ότι είναι στο καλοκαίρι γι αυτό και δεν τα πειράζει το κρύο κι ας μελανιάζουν τις περισσότερες φορές, αλλά τόνισε ‘του χρόνου τα Χριστούγεννα που θα ξαναβρεθούμε θα φοράω κάλτσες για μη τρομάζεις που τα βλέπεις έτσι..’

Για κάποιους τέτοιους λόγους, μου είναι πλήρως αδιάφορες και απαξιωμένες οι μέρες των Χριστουγέννων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Πορεία προς τα πίσω

Posted by vnottas στο 18 Νοέμβριος, 2018

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος) 38af7382d11b1d8be1f61273633db067  

Σκέφτομαι όταν τελειώνει το ποίημα

το κοιτάς και λες πως σε κοιτάζει

και σκέφτεται το μολύβι που το έγραψες

από ποιο δάσος βγήκε το ξύλο

που το έφτιαξε

πως λέγαν αυτόν το Γερμανό

που έβαλε μπρος τη πρέσα

στο εργοστάσιο της Φάμπερ

και σκέφτεται το χαρτί

πως συναντήθηκε με τη ξυμένη μύτη του

την πίεση από τα τρία δάκτυλά σου

επάνω στο κατάλευκο

της άγραφης σελίδας

το χρόνο που χαμογελάει

κουβαλώντας παραμάσχαλα τις λέξεις

που ανάμεσά τους το κενό

με αόρατη αλυσίδα δένει και δένει

απ’  το κουβάρι του μυαλού

της αστραπής την έμπνευση

κι ύστερα το ταξίδι

μέσα απ’  του διαδικτύου τις στοές

μέχρι την άκρη των ματιών

του άλλου που διαβάζει

αυτή τη διαδρομή από το τίποτα

μέχρι το κάτι τρέχει

μία απίστευτη πορεία προς τα πίσω

με στόχο να περάσουμε μπροστά

από το μάταιο στο επί τούτου

.

αχ οι ποιητές με τις μικρές τους διαδρομές

που όλο θέλουν

το πίσω να πηγαίνουνε μπροστά

.

αχ οι ποιητές που ονειρεύονται

στο καταχείμωνο όμορφα καλοκαίρια…

images (22)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Εντυπώσεις από την Αμερική (συν μία μαθηματική πράξη)

Posted by vnottas στο 13 Νοέμβριος, 2018

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

images (55)

MANHATTAN 2018

Ουρανομήκεις φαλλικοί ουρανοξύστες

με υπεραιμική επιθυμία

δεσπόζουν αλαζονικά στην άλλη άκρη του Ατλαντικού

και ψέγουν του μέτρου την εκδοχή.

Ανάμεσά τους κάπου στην Wall Street

ο αρχαίος Θεός Πάνας

διασπαθίζει την αυτογνωσία

χωρίς τη σύνεση της φύλαξης

αλλά με του ανάγωγου κέρδους την απόγνωση

χορεύοντας ύστερο ροκ

ή εξευμενιστικό χασαποσέρβικο

κάτω από τους ήχους σαξόφωνου και φλογέρας

εξεγερθέντων φαύνων

κατά των αποπροσανατόλιστων

χωρίς ανάστημα ηθοκτόνων.

Παραδίπλα στο νησάκι Ellis

το άγαλμα της Ελευθερίας κατάκοπο

μειδιά αμήχανα στους επισκέπτες.

Όλα αυτά ξεκαθαρίζω

ότι δεν είναι παρά δακτυλικά αποτυπώματα

του καλπάζοντος μέλλοντος

πάνω στην υποψία της απόλυτης υποταγής.

.

αρχείο λήψης (χ)

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Κι όπως μες τη νύχτα

η Νέα Υόρκη μένει πίσω

παραδομένη στα φώτα της

φωτιά μνήμης μοιάζει

που όταν θα ‘ρχεται

τίποτα δεν θα αντιστέκεται.

.

images (57)

ΑΦΑΙΡΕΤΕΟΣ

Ο αυστηρός και μνησίκακος γκριζομάλλης μαθηματικός

με το μωβ κολάρο και τη φαιά γραβάτα

με ξανάβαλε σε θέση αφαιρετέου.

Αναρωτιέμαι, πόσα θα μου πάρει πάλι αυτή τη φορά;

Κάποιες αναμνήσεις μου ‘χουν μείνει

και λίγος ελεύθερος χρόνος.

Εκτός κι αν επιθυμία του είναι

αυτή τη φορά το αποτέλεσμα να είναι μηδενικό.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Απίθανες ιστορίες απ’ το Δελχί

Posted by vnottas στο 25 Οκτώβριος, 2018

Στα πλήκτρα: Βασίλης Μεταλλινός

HPIM0435f

Πίνω νωχελικά μια Kingfisher, στο ετοιμόρροπο ημιυπαίθριο καφέ του Sadar Bazaar, στο Παλιό Δελχί. Στο διπλανό τραπέζι ένας μικροκαμωμένος Ινδός, πασάρει δύο αγαλματίδια του Σίβα σε δύο Γάλλους, με γρανιτώδη επιμονή …που θα ‘κανε τους Μαροκινούς συναδέλφους του στα παζάρια της Φεζ, να φαντάζουν σαν φοιτητές marketing δημοσίου ΙΕΚ που κάνουν την πρακτική τους.

  1. Στο βάθος ένας νεαρός που θυμίζει γνωστό ηθοποιό του Bollywood, με παρδαλό ψευτομεταξωτό πουκάμισο, ιδανικό για γκαρνταρόμπα των εντόπιων λαμπραντόρ πίστας του Θεσσαλικού κάμπου, ψήνει δυο Αμερικάνες να τον ακολουθήσουν σε μαγαζί με τουρμπάνια, ενώ δίπλα τους ένας κουρελής μεσήλικας του αθέατου αυνανισμού, έχει καρφωμένο το καυλωμένο βλέμμα του στα μπούτια των δύο γυναικών.
    Ο μικρόσωμος Ινδός μΕ την πέφτει χαμηλοφώνως, ενώ μια λεπτή μυρωδιά χασίς γεμίζει τον αέρα από μια παρέα Ιταλών που φλυαρεί ραγδαίως μ’ έναν Ινδό γκουρού του φιλοσοφικού λιανεμπορίου.
    «Άμα θέλεις ένα όμορφο αγόρι…» μΕ πετάει, κοιτάζοντάς με στα μάτια με το γαλακτερό βλέμμα νεογέννητης ύαινας.
    «Γκουχ γκουχ (ξερόβηχας) το ξέρω ότι θα με θεωρήσεις βιτσιόζο, αλλά γκουχ γκουχ (ξερόβηχας) …αλλά πως να στο πω …είμαι βαθέως μεροληπτικός υπέρ των γυναικών» του εξηγώ διακριτικώς και χαμηλοφώνως, προσέχοντας μη κάνω κάποιο ρατσιστικό σχόλιο για την αξιότιμη συνομοταξία των κωλομπαράδων…
    «Ξέρω μία 14χρονη ανατομική βόμβα που κάνει τα πρώτα καλλιτεχνικά της βήματα στο Bollywood και …» μου ψιθυρίζει χειρονομώντας, σα ν’ απαγγέλλει ποίηση στη νοηματική.
    «Δεν ήρθα μέχρι την Ινδία για να γαμήσω»… τον κόβω με τάκλιν … βλέποντας την αυτοπεποίθησή του να παθαίνει black out.
    «Μαχές» μου συστήθηκε και δείχνοντας με το βλέμμα του τον άλλον Ινδό με τις Αμερικάνες, συμπληρώνει…
    «Πρέπει να ‘σαι πολύ προσεχτικός στην Ινδία.» μου πετάει ασκώντας τη ρητορική της προστατευτικής σταυροβελονιάς…
    «Το ‘χω υπ’ όψη» απαντώ, εξασκημένος στην αδιάκοπη παραπλανητική γιόγκα.
    Κάθεται στο τραπέζι μου και με πιάνει κουβέντα, ανακατεύοντας στο ρητορικό του τσουκάλι και τις τελευταίες ελπίδες για ένα κομίσιον της προκοπής …ενώ εγώ αναρωτιέμαι άμα πρέπει ν’ αρχίσω τα μεγαλοπρεπή μπινελίκια ή τις σεξουαλικές ευχές…
    Τελειώνω την μπύρα μου, εξηγώντας του ότι η Ελλάδα που λατρεύει, δεν συνορεύει με την Γαλλία και πληρώνω.
    «Την κάνω» του λέω.
    «Που πας» μου λέει…
    «Αύριο φεύγω για το Punjab και θέλω να δω τιμές για guesthouse κλπ» απαντώ.
    «Μην πας σε ταξιδιωτικό πρακτορείο my friend. Θα σε κλέψουν. Μόνο στο επίσημο Government of India Tourism Office! Πουθενά αλλού!» μου τονίζει με αυστηρότητα ο Μαχές.
    «Και να προσέξεις, όπου πας να γράφει Ministry of Tourism» συμπληρώνει, ασκώντας τη ρητορική της ανθρωπιστικής ευαισθησίας.
    «I know» γρύλισα, σκεπτόμενος ότι οι τελευταίες του κουβέντες απετέλεσαν την εξόδιο ακολουθία των φόβων μου για το τίποτα…. Η μπουγάδα εγκεφάλου περί Ινδών απατεώνων, προφανώς μ’ έκανε να παραφέρομαι…
    Βγαίνουμε μαζί έξω. Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει…
    «Πηγαίνω προς την πλατεία Connaught με το μηχανάκι» μου λέει δείχνοντάς μου ένα σαραβαλιασμένο Bajaj. «Άμα θέλεις να σου δείξω που βρίσκεται το Tourism Office» μου προτείνει…
    «Government of India» συμπληρώνει με νόημα.
    Μιλάει για λίγο στο κινητό του. Πατάει τη μανιβέλα. Ανεβαίνω στη σέλα.
    Η οδήγηση του Μαχές με αναγκάζει σε άτακτο επαναπροσδιορισμό των ορίων ταχύτητας και κρατήματος μοτοσυκλέτας σε κυκλοφοριακή συμφόρηση, καθώς οδηγεί μονίμως «τέρμα γκάζι»…
    Σταματάει ξαφνικά σ΄ένα μικροσκοπικό δισκάδικο ενός «ξαδέλφου» του για να μου πασάρει κανά σι ντι. Από τα ηχεία ακούγεται η τσιριχτή φωνή μιας Ινδής στη διαπασών, που στη κλίμακα των βασανιστηρίων θα τη συνέκρινα μόνο με κλείσιμο σε λευκό κελί όπου ακούγεται νυχθημερόν η «πριγκιπέσα» του Μάλαμα.
    Τσαμπουκαλεμένος του κάνω νόημα να φύγουμε αμέσως. Καβαλάμε το σαράβαλο Bajaj και συνεχίζουμε «τέρμα γκάζι», προξενώντας αλγεινή φρενίτιδα πανικού σε πεζούς και οδηγούς …
    Μπαίνουμε στην πλατεία. Η επιγραφή Government of India, Μinistry of Tourism κλπ κλπ φαντάζει εν κραταιά φωτοστασία. Ο Μαχές με κατεβάζει έξω από τα γραφεία.
    Ένας νεαρός βγαίνει να με καλωσορίσει και με οδηγεί σ’ ένα διάδρομο. Τα σεπαρέ είναι γεμάτα με δυτικούς τουρίστες. Ένας απροσδιορίστου ηλικίας τουρμπανοφόρος γέροντας, που σίγουρα θα’ χε δει τις πρεμιέρες της Nargis και της Madhubala, με οδηγεί σ’ ένα άδειο γραφείο και μου λέει να περιμένω.
    Σε 2-3 λεπτά έρχεται ένας χαμογελαστός νεαρός και κάθεται στο γραφείο με πολλά σερμπέτια και κολακία au creme chantilly.
    Να μη σΕ κουράζω φίλτατε αναγνώστα, αλλά μέσα σε 5 λεπτά αντιλήφθηκα την κανιβαλίζουσα διάθεση του συνομιλητή μου, να ελαφρύνει την πιστωτική μου κάρτα κατά μερικές εκατοντάδες ευρώ, ακούγοντας πολυβοληδόν τα γυαλισμένα επιχειρήματα, ώστε να «κλείσω» εκείνη τη στιγμή, τα καταλύματα που μου πρότεινε για έναν ολόκληρο μήνα…
    Τα τελευταία 40 χρόνια, έχοντας μασήσει πολλά στρέμματα γκαζόν παραπλανητικής παπαρολογίας, είναι δύσκολο να καταπιώ τις γλυκές αυταπάτες που ταϊζουν παρόμοιοι κράχτες και μικροαπατεώνες, που ευδοκιμούν και φύονται σε τουριστικές πιάτσες …περισσότερο κι από τα κάσιους της Καρνατάκα.
    «Θα το σκεφτώ» του λέω και πάω να φύγω.
    «Μη χάσεις τις τιμές που σου δίνω!» επιμένει ανατροφοδοτώντας με ματαιόσπουδα και επαναφορτιζόμενα επιχειρήματα το fame story των πολυβιταμινούχων προσφορών.
    Σηκώνομαι να φύγω βλέποντας τον Ινδό, απογοητευμένο να πέφτει σε βαθιά περισυλλογή. Περνώντας έξω από τα άλλα γραφεία, παίρνει το μάτι μου κάτι ζευγάρια θεϊκά παραμυθιασμένων Αμερικανών, να δίνουν τις πιστωτικές τους κάρτες, χαμογελαστοί σε κατάσταση μακαρίου αγνοίας…
    Έξω από την είσοδο μια παρέα ενθουσιασμένων Ιαπώνων με φωτογραφικές μαγκούρες, στέλνουν τα ψηφιακά τους είδωλα αγκαζέ με του πορτιέρη, στο διαδικτυακό υπερπέραν.                                                                                                                       HPIM0751
    Παίρνω την Chelmsford road για να πάω στο ξενοδοχείο μου στο Paharganj. Έχει σκοτεινιάσει και ο δρόμος είναι άδειος. Περπατάω προβληματισμένος. Δεν είναι δυνατόν οι οικόσιτοι τεμπελχανάδες των Ινδικών κρατικών υπηρεσιών, να είναι τόσο πρόθυμοι στην εξυπηρέτηση, πλάθοντας κουλουράκια ταξιδιωτικών προσφορών …που για να τα χάψεις θα πρέπει να ‘χεις μυαλό αμνοεριφίου …μαγειρεμένου.
    Όμως η φωτεινή επιγραφή στο κεντρικότερο σημείο του Δελχί έγραφε: Υπουργείο Τουρισμού κλπ κλπ.
    Μπαίνω στο δωμάτιό μου. Ανοίγω τον Lonely Planet. Βρίσκω την διεύθυνση του Γραφείου Τουρισμού, ανοίγω και τον χάρτη…
    ΔΕΝ είναι αυτό που πήγα!!! Βρίσκεται στο δεύτερο τετράγωνο μετά την Connaught place. Είναι απάτη… Είναι δυνατόν?
    Την επομένη το πρωί φεύγω με τη μοτοσυκλέτα μου για το Punjab. Όμως έχω σκάσει να ξαναδώ το γραφείο που με πήγε ο Μαχές το προηγούμενο βράδυ. Είμαι απ’ έξω. Είναι κλειστό. Η φωτεινή επιγραφή? Εκτός από το «Tourist Information» τα «Goverment of India» και λοιπά νόστιμα και δελεαστικά, είναι σχηματισμένα από μικροσκοπικά led λαμπάκια που προφανώς ανάβουν μόλις οδηγείται εκεί το θύμα…
    Ένας κουρελής τουρμπανοφόρος με πλησιάζει, λέγοντάς μου ότι το αφεντικό είναι ξάδελφός του και με ρωτάει άμα θέλω να του πάρει τηλέφωνο τώρα για ν’ ανοίξει …το Υπουργείο. Δίπλα μου σταματάει ένα autorickshaw κι ο οδηγός μου προτείνει να με πάει δωρεάν στο πρακτορείο ενός φίλου του με τις καλύτερες τιμές στην Ινδία…
    Ανεπαισθήτως περνάει απ’ το μυαλό μου, πως σε παρόμοιο πρακτορείο έκλεισα δωμάτιο για ξενοδοχείο στο προηγούμενό μου ταξίδι στο Bangalore και βρήκα μια διώροφη βρωμερή παράγκα με την όψη της φωτογραφίας που είχα δει …σε σκηνικό από κόντρα πλακέ!
    Πατάω τη μίζα, βάζω ταχύτητα και μπερδεύομαι ανάμεσα σε εκατοντάδες μοτοσυκλέτες κι αυτοκίνητα που κορνάρουν δαιμονισμένα, φέρνοντας στο μυαλό μου το επίσημο τουριστικό σλόγκαν …»Incredible India»!

HPIM0855 (1)
ΥΓ1. Η ιστορίες είναι αληθινές και χωρίς σιλικόνη. Για τους άπιστους https://www.tripadvisor.co.nz/ShowTopic-g304551-i3482-k4981259-SCAM_Tourist_Information_Reservation_Centre_Connaught_Pl-New_Delhi_National_Capital_Territo.html

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Σχετικά με το -θρυλικό πλέον- ημιτελές βιβλίο μου «Λόρενς της Αλητείας», ή ¨Από τον Χολομώντα στο ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ!¨

Posted by vnottas στο 17 Οκτώβριος, 2018

(Του γνωστού σας πλέον μοτο-ταξιδευτή, αρχιτέκτονα και αφηγητή Βασίλη Μεταλλινού).

«Όνειρα φθινοπωρινής νυκτός»:  Όλο το δραματικό παρασκήνιο, αποκλειστικά για τους θαμώνας του παρόντος Ιστολογοφόρου. Συνεχής ενημέρωση.

29684215_1643194089050122_8989309764702435783_n
H πρόταση έπεσε ως κεραυνός εν …Ερυθραία και …το τηλέφωνο μού ‘πεσε απ’ τα χέρια, είπα «δεν γίνεται δεν είναι δυνατόν» (παραφράζοντας «το προσκλητήριο» του Μάκη Χριστοδουλόπουλου…)

Κόντρα στο κατεστημένο των σύγχρονων ντελιβεράδων ταξιδιωτικής ιδεολογίας και το μοτοταξιδιωτικό body building με τα παραφουσκωμένα με φαρινάπ κατορθώματα, η αναγνώριση ήρθε απ’ το εξωτερικό.
Νιώσε συμπόνια για τον χαζοενθουσιασμό μου, φίλτατε αναγνώστα, αλλά ακόμα δεν μπορώ να το κάνω upload στον εγκέφαλο μου…
Ο Δρ Χάρτγουιγκ Φίσερ, διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, σε τηλεφωνική συνομιλία που μύριζε τέιον και pluralis majestatis, με τούμπαρε μετά από σκληρό διαπραγματευτικό κικ μποξ…
Εντελώς μεταξύ μας, ποντάροντας στην απόλυτη εχεμύθειά σου, παραθέτω μερικά αποσπάσματα απ’ τον τηλεφωνικό διάλογο:
«Μίστερ Βασίλης, διακρίνω έναν λογοτεχνικό ασκητισμό, εν είδει θιβετιανού γκουρού! Γίνεστε εντελώς αόρατος στο κοινό… Θεωρείτε ότι είναι δίκαιο για τους αναγνώστες σας?» με ρώτησε με ρωγμώδη λυγμό ανθρώπινου ράκους, μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μίστερ Χάρτγουιγκ, δεν είναι στον πνευματότυπό μου να περιφέρω το ημιτελές βιβλίο μου από μπαράκι σε μπαράκι σαν freak show, εκθέτοντας τις παρα-λογοτεχνικές δυσπλασίες μου για ν’ ασημώνει το κοινό» απάντησα αδιάφορα, διαβάζοντας παράλληλα και το φλυτζάνι.
«Κι αυτός ο ρεαλιστικός λυρισμός αυτού του λοξού ταξιδιωτικού βλέμματος, μίστερ Βασίλης…; Αυτό το ημιτελές λογοτεχνικό έδεσμα…; Θα παραμείνετε ένας άσπλαχνος δεσμοφύλακας των ταξιδιωτικών σας κειμένων;» μΕ ρώτησε με στόμφο σαν ν’ απήγγειλε Σαίξπηρ.
«Μίιιιιιιστερ Χάααααααααρτγουιγκ….» τον έκοψα με ελεγχόμενη θεατρικότητα σαν σολίστ του λυρικού θεάτρου.
«Εν ονόματι της τέχνης και του πολιτισμού! Αυτό το ταλέντο θα μείνει στο σκοτάδι, μίστερ Βασίλης?» με κεραυνοβόλησε υψώνοντας φωνή απελπισίας …ανθρώπου που είναι έτοιμος να πέσει απ΄ την Tower Bridge του Λονδίνου.
.

«Γκουχ, γκουχ …υπερβάλλετε, εγώ δεν πιστεύω ότι έχω κάποιο ταλέντο, κόντρα στις ψευδαισθήσεις κάποιων ψώνιων που πιστεύουν ότι έχουν… Αλλωστε το ‘χω ξαναπεί ότι δεν …εκδίδομαι!», απάντησα με απάθεια Αφγανού οπιοφάγου, έχοντας επιλέξει σχολαστικά τις λέξεις μία μία …με χειρουργική πένσα.

«Με μπερδεύετε μίστερ Βασίλης!» μου πέταξε με προσποιητή άνεση κι αδιαφορία σαν να ξεφύλλιζε συγχρόνως τις σελίδες της βρετανικής Vogue.
«Δεν θέλω να το δραματοποιήσω, αλλά τα πράγματα είναι τραγικώς απλά μίστερ Χάρτγουιγκ. Στη ζωή όλα ξεκινάνε μ’ ευαισθησία, ονειροπόληση και συναισθηματισμό αλλά στο τέλος καταλήγουν στους γαλβανιζέ πάγκους στις λαϊκές να πωλούνται με την οκά… Αφήστε με να παραμείνω ρομαντικός!» απάντησα με την έπαρση του Μάικ Τάισον, έχοντας καταφέρει αριστερό ντιρέκτ στο σαγόνι του μοτο-ταξιδιωτικού λιανεμπορίου, της άξεστης ματαιοδοξίας και της κάλπικης μετριοφροσύνης.
«Με παρεξηγήσατε μίστερ Βασίλης, απλά …οι αιρετικές σας απόψεις περί ταξιδιωτικού μοτοσυκλετισμού, είναι το λυχνάρι που φωτίζει το καταθλιπτικό σκότος της γνήσιας περιπέτειας και…», πήγε να με τριπλάρει με γαλιφιά Εβραίου τοκογλύφου…
«Άσε τα π@ύστικα μίστερ Χάρτγουιγκ και στρώσε χαλίκι…», τον έκοψα με δυνατό τάκλιν.
«Θα είμαι ευθύς μίστερ Βασίλης. Θέλουμε διακαώς τα χειρόγραφα του ημιτελούς βιβλίου σας στο Βρετανικό Mουσείο, δίπλα στα περίφημα τετράστιχα του Ομάρ Καγιάμ, τα ρουμπαγιάτ …ή αν θέλετε ακόμα και δίπλα στα χειρόγραφα «Gitanjali» του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ…» έπεσε η πρόταση σαν νταμπλάς από βρασμένη οξιά!
«Παρόλο που είμαι ιδεολογικώς εναντίον των τιμών και βραβεύσεων, αν είναι δίπλα στους χειρόγραφους στίχους του «Strawberry Fields Forever» του Λένον …τότε ίσως …ίσως καμφθούν όλες οι κυνικές μου αντιστάσεις… Γκουχ, γκουχ …τέλος πάντων …θα σφίξω τα δόντια να κάνω την παραχώρηση, μίστερ Χάρτγουιγκ!», απάντησα πέφτοντας σε βαθιά περισυλλογή …ενώ ανέκοπτα ένα κρυμνιζόμενο δάκρυ με την ανάστροφη της παλάμης μου.
«Done! Θα σας περιμένω αύριο στο Βρετανικό μουσείο για την επίσημη τελετή παραλαβής του ημιτελούς βιβλίου σας, παρουσία του αποσυρθέντος των βασιλικών καθηκόντων, πρίγκιπα Φίλιππου, φανατικού αναγνώστη των ταξιδιωτικών κειμένων σας στο Ιστολογοφόρο, που τον βοηθούν στην καταπολέμηση της αϋπνίας. Θα σας ενημερώσει η γραμματέας μου… Γκουντ μόρνινγκ μίστερ Βασίλης!», με χαιρέτησε με τόνο full serbet, ενώ έκανα τη σκέψη ότι ο άνθρωπος είχε τάσεις επαγγελματικού αυτοχειριασμού.
«Γκ… γκουντ μόρνινγκ μίστερ Χάρτγουιγκ» ψέλλισα κλείνοντας το τηλέφωνο, φανταζόμενος ήδη νεαρές επισκέπτριες του Βρετανικού Μουσείου να κατασκηνώνουν έξω απ’ το country house στο Χολομώντα, εκλιπαρώντας για ένα αυτόγραφο…. Ίσως …ίσως και μια σεμνή τελετή στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, για την παραλαβή του παράσημου του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από τον πρίγκηπα Ουίλιαμ, μετά τον Ringo Starr… Ποτέ δεν ξέρεις…

29572464_1643194402383424_7926123570270959011_n

***

ΥΓ1. Άμα καταφέρω να σπρώξω και κάτι στραβοκουνημένες φωτό …σε κανα Μουσείο Αφηρημένης Τέχνης, θα μπορώ πλέον ν΄αποσυρθώ ν’ αρμέγω γιακ στη στέπα της Μογγολίας…
ΥΓ2. ……καλάααααααα ας είναι και κατσίκες στα highlands του Χολομώντος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο καταρράχτης των στιγμών, το εγχείρημα του αδαούς μυρμηγκιού και η ηλικιωμένη κοκκινοσκουφίτσα

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2018

Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα του Ηλία Κουτσούκου

αρχείο λήψης (3)

Η ΣΤΙΓΜΗ

Σφίγγω μέσα στην χούφτα μου αυτήν τη στιγμή

δεν θέλω πάλι να περάσει

δεν θέλω να χαθεί σαν την προηγούμενη.

Όμως καθώς ανοίγω αργά αργά τα δάχτυλά μου

για να διαπιστώσω την επιτυχία μου

βλέπω μ’ απογοήτευση

ότι μέσα τους βρίσκεται η επόμενη στιγμή.

Ρέει ασυγκράτητος ο χρόνος

είμαι ανίκανος να τον αναχαιτίσω

καταρράκτης στιγμών η ζωή μας

που χύνεται μονίμως στο Δέλτα του χθες.

*

images (30)

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ

Επί του νυφικού την ώρα του γάμου

ένα αδαές μυρμήγκι

περιφέρεται φορτωμένο ένα σπυρί ρύζι

ψάχνοντας τον δρόμο του.

Επιθυμία του είναι να εναποθέσει το φορτίο του

σε μια εύφορη περιοχή

ελπίζοντας στην καρποφορία.

Πάντως σε λίγο χάθηκε

μέσα στον κόρφο της νύφης.

Λίγο αργότερα αθέατο φύτεψε τον σπόρο

μέσα στην σφιχτή μήτρα της.

.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε

το φιλόδοξο εγχείρημά του.

Σ’ όλους όμως έμεινε η εικόνα του

να διασχίζει αθώο τη λευκότητα

χωρίς τη γνώση απαγορεύσεων

μ’ ένα σπυρί ρύζι στις δαγκάνες του.

*

LINEAmag-1980-114-sliva

Η  Κοκκινοσκουφίτσα   (του Ηλία Κουτσούκου)

 Όσην ώρα η κυρά-Νούλα απ την Γεωργία

καθαρίζει μ’  επιμέλεια το μικρό  καθιστικό

ακούγοντας δυνατά ποντιακά τραγούδια

αυτή τρέχει στη ντουλάπα

και ψάχνει τα ρούχα της εγγονής της.

Βρίσκει και φορά ένα στενό

κόκκινο δερμάτινο μπουφάν πάνω

απ το τριμμένο μαύρο φόρεμά της

φοράει τα κόκκινα τακούνια της μικρής

βουτάει ένα άδειο διακοσμητικό καλάθι

και βγαίνει αθόρυβα απ τη πόρτα

στο δάσος της πόλης έξω.

Σα να βλέπει πίσω απ το σταματημένο αστικό

να παραφυλάει ο αξιωματικός

που της έκαναν προξενιό το ’40

-δεν τον ήθελε γιατί ήταν μελαχρινός πολύ

σαν μαύρος λύκος ήταν-

Aλλάζει λοξά το δρόμο της που φαίνεται

μονοπάτι σε δέντρα ανάμεσα

 και σκέφτεται πως πρέπει να πάει

στη γιαγιά της, να της δώσει τι άραγε

δεν θυμάται, ωστόσο έχει ένα πείσμα

κρατώντας με δύναμη το άδειο καλαθάκι της

και βαδίζει σταθερά προς ένα πουθενά  προορισμό

περνώντας από όμορφες μπουτίκ, κομψά ανθοπωλεία

μαγαζιά ντελικατέσεν που μοιάζουν

με παραμύθι στο γεμάτο άνοια μυαλουδάκι της

επειδή πάντα πίστευε πως η Κοκκινοσκουφίτσα

ήταν ένα καλό κοριτσάκι όπως ακριβώς

αυτή τώρα στα 87 της

σταθερή στην απόφαση

πως κανένα κακό δεν έχει το δάσος

γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής

με πλάσματα θεού είναι γεμάτο….

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ταξιδιωτικές ιστορίες πλούσιες σε αντιοξειδωτικά (ή Θέλω να μΕ κάνετε «like»…)

Posted by vnottas στο 13 Οκτώβριος, 2018

Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός

HPIM1668

Vietnam 2015. 

Σηκώνομαι από τον πορσελάνινο θρόνο μου και τραβάω το καζανάκι. Αφήνω πάνω στον νιπτήρα την ιλουστρασιόν κολεξιόν μοτοσυκλετικής ενδυμασίας «Φθινόπωρο’15-Χειμώνας ’16» γνωστής ουρανοπαρμένης εταιρίας και πατάω το τηλεκοντρόλ ν’ ανάψει ο κινητήρας της μοτοσυκλέτας μου στο γκαράζ.
Ανάβω την κάμερα πάνω στο κράνος, στερεώνω την φωτογραφική μαγκούρα στο τιμόνι και προγραμματίζω το drone να ακολουθεί τις συντεταγμένες του GPS, τραβώντας χολιγουντιανά πλάνα απ’ τον ουρανό…
Γκαζώνω τέρμα. Η πολυβιταμινούχος μηχανή περιπέτειας ξεχύνεται στον χωμάτινο δρόμο. Περνάω όλες τις πλημμυρισμένες λακκούβες από πάνω και χαιρετάω εγκαρδίως τους ιθαγενείς αγροτοποιμένας. Φωτογραφίζομαι με μεταφορείς γκαρμπολάχανου.
Σταματώ παρακάτω. Διαλέγω φωτογραφίες και δικτυωμένος μέσα στο φετιχισμό του συνεχούς sharing, τις επισυνάπτω από το δορυφορικό μου i-phone, στο ιντερνετικό υπερπέραν, ελπίζοντας να έχουν μια προνομιακή θέση στο ταξιδιωτικό εικονοστάσι των μοτοσυκλετιστών περιπέτειας.
Θέλω να δείτε πως οδηγώ, πως περνάω καλά, πως τρώω, πως διασκεδάζω. Θέλω να ξέρετε ότι κάνω κάτι ηρωικό, κάτι μοναδικό!
Donate! Donate και θα σας ενημερώνω για κάθε λεπτό της ζωής μου! Θέλω να σας αρέσω… Θέλω να μΕ κάνετε «like»…
Μπαίνω στην πλατεία μιας μικρής κωμόπολης, μαρσάροντας και πυροδοτώντας το έγκαυλον exhaust system, να προκαλεί οργασμικούς σπασμούς στις τζαμαρίες. Ο κόσμος είναι συγκεντρωμένος… Αλλόφρων με χειροκροτεί. Κατεβαίνω από τη μοτοσυκλέτα. Δύο τηλεοπτικές κάμερες με προβολείς είναι στημένες μπροστά σε μια τιμητική εξέδρα.
Ο Δήμαρχος με μούρη μυρμηγκοφάγου κι ένα ημίψηλο μαύρο καπέλο, φορώντας φράκο πλησιάζει το μικρόφωνο και απευθυνόμενος στο αλαλάζον πλήθος ανακοινώνει… «Ας εγείρομεν και τούτον τον αδριάντα προς τιμήν του μεγάλου ταξιδευτή που άφησε τη σκόνη των τροχών του στην ταπεινήν κωμόπολιν μας…»
Η Δημοτική μπάντα παιανίζει ηρωικά εμβατήρια και η χορωδία της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κυριών, την συνοδεύει σε μια ακατάλυπτη διάλεκτο, ενώ ένα ζευγάρι νταλικιέρηδων από την Αλαμπάμα, που περνά τον μήνα του μέλιτος στην περιοχή, χορεύει τάνγκο…
Ο Δήμαρχος συγκινημένος μου προσφέρει τις χρυσές χειροπέδες του Δημοτικού Οίκου Ανοχής της πόλης κι ανταποδίδω μ’ ένα λάβαρο του ΠΑΟΚ…
Κάποιοι δημοτικοί υπάλληλοι, σημαδεύοντας με τα περίστροφά τους το πλήθος, πουλάνε τυχερούς λαχνούς για την κλήρωση ενός αντιγράφου του …ημιτελούς βιβλίου μου. Τρέχοντας να προλάβουν μερικοί ποδοπατούνται.
Μία εξηνταρίζουσα ζωντοχήρα, με μια ακαθόριστη ομοιότητα με τροπικό πτηνό, με προσκαλεί να …παρουσιάσω το ταξιδιωτικό μου το βράδυ σε μπαρ για μοναχικές … ενώ ένα τσούρμο εξαϋλωμένων ταλιμπάν της μόστρας, κρατώντας τηλεσκοπικές μαγκούρες, με περικυκλώνει για σέλφις.
Αστροπελέκια αυλακώνουν τον γκρί ουρανό κι αρχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς….
Χαμογελάω μουσκεμένος, με απαράμιλλο στιλ καταραμένου ταξιδευτή, φωνάζοντας….
«Θέλω να αρέσω, σας δείχνω τα κατορθώματά μου, θέλω να πουληθώ, θέλω να μ’ αγοράσετε, θέλω σπόνσορες, θέλω ν’ αρέσω σε πιό πολλούς, θέλωωωωωω περισσότεραααααα likes!!!!»,
……………………………………………………………………….
Ξυπνάω ιδρωμένος από τον εφιάλτη, ψελλίζοντας βραχνά «θέλω likes» και νοιώθοντας την βρεγμένη πετσέτα που κρατάει στο μέτωπό μου η Τουρκάλα αεροσυνοδός, μ’ ένα ερωτηματικό ύφος…
«Mister, are you all right? You must leave the aircraft… We arrived in Vietnam…»

………………………………………………….

Σαϊγκόν, πρωί 6.30′. Βγαίνω απ’ το guest house, στο στενό λασπωμένο δρόμο. Αποφεύγοντας κάτι τάφρους σαν πλημμυρισμένα χαρακώματα των Βιετκόγκ, φτάνω στην πολύβουη Do Quang Dao. Η υγρή ζέστη κάνει τα ρούχα να κολλάνε… Με UHU.
Στη γωνία μια σταφιδιασμένη γριά με κωνικό καπέλο και πουράκι στο στόμα, σοτάρει σ’ ένα τεράστιο τηγάνι, ρύζι με ανοιγμένα κοχύλια. Γεμίζει ένα πιάτο και μου το προτείνει φωνάζοντάς μου «ουάν ντόλαρ, ουάν ντόλαρ»…
Από μια στενή πόρτα βγαίνει μια μικροσκοπική Βιετναμέζα και μου δίνει ένα φέιγ βολάν-τιμοκατάλογο με υπηρεσίες full body massage. Από το διπλανό μπαρ μια τσατσά απροσδιορίστου ηλικίας με χείλια σα να ΄βαλε από την ελαττωματική σιλικόνη, με μια ρέμπελη πρόστυχη ματιά, μαζί με το φέιγ βολάν των αμαρτωλών λύτρων της ηδονής, μΕ πετάει και το παρασύνθημα… Της υπόσχομαι ότι θα την επισκεφτώ αργότερα, ψευδόμενος με πειθώ …που θα ζήλευε υπουργικό συμβούλιο ακτιβιστών της πολιτικής, σε χώρα του Μεσογειακού Αρχιπελάγους.
Μπαίνω σε μια αυλή που ‘χω παρκαρισμένο το σκούτερ μου και βολεύω το σακίδιο ανάμεσα στα πόδια μου με τους ιμάντες περασμένους στο τιμόνι. Βάζω μπροστά.
Ένας τυπάκος με ξανθές ανταύγειες και ενδυματολογικές επιλογές προσιδιάζουσες μάλλον σε Απόκρεω, μου κάνει νόημα να τον πληρώσω. Του δίνω 10.000 dong (περίπου 40 cents) και βγαίνω στο δρόμο.
Τρεις αμερικανοί βγαίνουν απ’ το απέναντι μπαρ, λιώμα στο μεθύσι, με τα νούμερα αλκοόλ ανά λίτρο αίματος να συναγωνίζονται τις τιμές του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης… Απ’ το μπαρ ακούγεται στη διαπασών το «no woman no cry» του Μάρλεϋ, ενώ στο βάθος σε μια σκοτεινή γωνία με σικλαμέ φωτισμό, κάτι πιτσιρίκες με χαιρετούν χαμογελαστές τρώγοντας ηλιόσπορους και τσιρίζοντας «come here foxy!»
Χαμογελάω γκαζώνοντας το Yamaha-κι και μπαίνω στην Pham Ngu Lao. Απ’ το πάρκο ακούγεται το «Feliz Navidad» σε βερσιόν ντίσκο με καμιά 20αριά γιαγιάδες με φόρμες να κάνουν αερόμπικ…
Γκαζώνω ανάμεσα σε εκατοντάδες παπάκια, ακολουθώντας με προσήλωση Ιησουίτη τους ρυθμούς και τους κώδικες οδήγησης των ντόπιων, που κάνουν κομπόστα τον τσαμπουκά του κάθε πεοφορούντα ταξιτζή των παραβαρδάριων περιοχών…
Ένα ταξίδι 3800 χιλιομέτρων αρχίζει… Απ’ τη Σαϊγκόν και τα υψίπεδα του δυτικού Βιετνάμ στο Ανόι. Κι απ’ το Ανόι κατεβαίνοντας τσαϊράδα την ακτογραμμή της νότιας Κινεζικής θάλασσας, πίσω στη Σαϊγκόν.
Σε δρόμους άγνωστους στους ταξιδιωτικούς τσελεμεντέδες…
Για τους αποσυνάγωγους του μοτοσυκλετισμού, που έχουν σκουπίσει τον κώλο τους στους adventure χάρτες των glamorous τοπωνυμίων των αλιέων φήμης και αλοξοκωλιάς των «like»…
Ένα αναρχικό ταξίδι με μηχανάκι-αιμορροΐδα στον κώλο του μοτοσυκλετισμού!
Σ’ αυτό το σημείο, ο ιδρυτής του παρόντος πόστ, ανοίγει μία σπιτική φιάλη Ραψάνη καθώς και το αμπάρι των αναμνήσεών του, δια μερικάς φωτό.
Ιντζόι….

HPIM1238

HPIM1320

HPIM1482

HPIM1658

HPIM1641α

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Λίγες μέρες στην Πολωνία…

Posted by vnottas στο 11 Οκτώβριος, 2018

Αυτές τις τελευταίες μέρες έλειπα. Μαζί με φίλους, σύντομο ταξίδι στην Πολωνία. Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη εκεί και οι εντυπώσεις ολότελα ενστικτώδεις και υποκειμενικές (ένας νότιος σε μια ακόμη χώρα του βορρά). Ο τόπος μου φάνηκε ευρύχωρος, οι άνθρωποι πράοι και ευγενικοί, η πρωτεύουσα Βαρσοβία ηθελημένα και επίμονα αναγεννημένη να προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τα (δυσερμήνευτα) κενά της. Ανακάτεμα ξαναφτιαγμένου παλιού και καινούργιου, που κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ¨μεταμοντέρνο¨. Άφθονο πράσινο και γευστική κουζίνα.

Με το που επέστρεψα, ο Νίκος, που είχε κάνει το ίδιο ταξίδι παλιότερα, μου έστειλε το παρακάτω ποίημα:

IMG_2172α

Νίκος Μοσχοβάκος

 

ΤΗΣ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

 

Στης Βαρσοβίας το παράθυρο

έμπαινε ο ήλιος

κι ανέμιζε η κουρτίνα της μνήμης

ξεδιπλώνοντας ξεθωριασμένες εικόνες.

Ανάμεσα σε απαλή μουσική του Σοπέν

η χήρα πια Μαντάμ Μαρί Κιουρί

χόρευε συνεπαρμένη βαλς

με τον νεαρό εραστή της

παραδομένη στου έρωτα την παλιά εφεύρεση

χωρίς την υποψία θανάτου

μακριά απ’ τις ιδιότητες των μετάλλων.

Στης Βαρσοβίας το παράθυρο

έμπαινε ο ήλιος και φώτιζε

διαλεγμένες στιγμές

που επέστρεφαν από το άλλοτε

με την αυθαίρετη λογοκρισία του μυαλού.

IMG_2197

*

(έπονται μότο-ταξιδιωτικές ιστορίες του Βασίλη Μεταλλινού -που έφτασαν εν τω μεταξύ)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

CUBA – ιστορίες χωρίς γλουτένη κι άλλα νόστιμα και αιθέρια

Posted by vnottas στο 30 Σεπτεμβρίου, 2018

20180718_114926

Ένα ακόμη ταξιδιωτικό κείμενο από τον Βασίλη Μεταλλινό.
.
Δύο μήνες μετά την …πρωτόγονη κι «άβγαλτη» Μαδαγασκάρη, τα πράγματα στην Κούβα ήταν διαφορετικά.
Ο μελαψός Κουβανός με το ανοιχτόχρωμο stetson panama, έσβησε τον κινητήρα της Chevrolet Belair του ’57, μ’ έναν ιδιαίτερο ήχο που θύμιζε ξερόβηχα και ακροαστικά, μπροστά στον αριθμό 104 της San Juan de Dios στην παλιά Αβάνα. Από την σκονισμένη σκάλα κατέβηκε άνετη όπως η Τina Turner στη συναυλία του San Bernardino, μια τύπισσα ντυμένη στα άσπρα με τουρμπάν, για να μας υποδεχτεί. Ο ταξιτζής αφού της «πέρασε» στο χέρι, με ταχύτητα φωτονίου, ένα χαρτονόμισμα των 5 pesos για το αγώγι απ’ το αεροδρόμιο, εξαφανίστηκε με …ιλιγγιώδη ταχύτητα αφού απέφυγε στο χιλιοστό έναν μεθυσμένο κουβανό μεσήλικα που τρίκλιζε, σα να ‘παιζε τον μεθυσμένο σε ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα.
Το σενάριο γνωστό από την Ινδία, την Αίγυπτο και τινών ακόμη χωρών με ιδιοκτήτες guest house, που κάνουν τους απαγωγείς της Μπόκο Χαράμ να φαντάζουν γατούλες του καναπέ… Η ασπροφορεμένη santeros, πατρόνα της casa particular, παίρνοντας ξαφνικά ένα σοβαρό ύφος … σα να επρόκειτο να μου διαβάσει το σημείωμα κάποιου απαγωγέα που ζητούσε λύτρα για την 92 χρονη μάνα μου, μας εξήγησε ότι το δωμάτιο που είχαμε προπληρώσει, είχε βλάβη στα υδραυλικά και τον κλιματισμό, κι ότι θα μέναμε 6 οικοδομικά τετράγωνα πιο μακριά στο σπίτι του Μιγκέλ -ενός ξαδέλφου της- ο οποίος κι έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη στιγμή μαζί μ’ έναν φίλο του.
Μετά από 14 ώρες ταξίδι και βλέποντας τη σύντροφό μου έτοιμη να καταλήξει με έμφραγμα του μυοκαρδίου που μπροστά του οι πρόσφατες εκρήξεις του ηφαιστείου Φουέγκο θα μοιάζαν με λόξυγγα, πήρα την απόφαση ν΄ακολουθήσω τον »ξάδελφο». Το μέλλον της πρώτης διανυκτέρευσης στην Κούβα ήδη διαγραφόταν θολό σαν μπουγαδόνερο…
.20180710_081257

Μετά το 3ο οικοδομικό τετράγωνο περπατώντας νότια, το σκηνικό ήταν βγαλμένο από τις σελίδες της «βρώμικης τριλογίας της Αβάνας» του Γκουτιέρες. Κάπου στο τέρμα της Aguacate, ανεβήκαμε 3 ορόφους από ένα στενό κλιμακοστάσιο που θύμιζε πυργίσκο υποβρυχίου του 2ου Παγκοσμίου, για να καταλήξουμε σ΄ ένα μικρό τυφλό δωμάτιο, χωρίς κουφώματα κι αερισμό. Αναγνωρίζοντας ότι και η σύντροφός μου στάθηκε αρκετά γενναία για να μην εγκαταλείψει ουρλιάζοντας το δωμάτιο, αποφασίσαμε να συμβιβαστούμε φέρνοντας και πάλι στο νου έναν προβληματισμό από μια αράδα της Βρώμικης Τριλογίας: «Για να ζήσεις με εσωτερική γαλήνη πρέπει να είσαι ηλίθιος. Ή όχι?» Άλλωστε η πλοκή του βιβλίου σου δείχνει πως πρέπει να ζεις σ’ αυτή την πλέον μυθική χώρα. Ο ήρωας έχει μάθει να μην έχει την παραμικρή απαίτηση από αυτή τη ζωή… Να περιμένει το σούρουπο για να κοιτάξει τις δυο όψεις της πόλης (παλαιά – σύγχρονη), να αναπνεύσει την αρμύρα των παλιών σπιτιών, να κατεβάσει ρούμι όπως άλλοι πίνουμε νερό και να σκεφτεί με διαύγεια, πετώντας μακριά από τον εαυτό του, παρατηρώντας τον από μακριά.
Η φωνή του Μιγκέλ διέκοψε τους συνειρμούς μου στις ιστορίες του Γκουτιέρες, ζητώντας μου τα διαβατήρια, ενώ η σύζυγός του, μια μελαμψή Κουβανέζα με γαμψή μύτη αρπακτικού, που δεν διορθώνονταν ούτε με ψυχρή σύντηξη, με ρωτούσε άμα θα παίρναμε πρωινό την επόμενη μέρα, με το επιπλέον ευτελές (για τους Κουβανούς?) ποσό των 10 δολαρίων. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι η «ξαδέλφη» του συζύγου της είχε συμφωνήσει στην τιμή του δωματίου και το πρωινό αλλά τυφλωμένη στο κυνήγι του δεκαδόλαρου, αδυνατούσε να επεξεργαστεί οποιαδήποτε πληροφορία υπερέβαινε σε πολυπλοκότητα ένα διαφημιστικό καθαριστικού πιάτων…
«Πέστε και στη σύζυγο να έρθει να υπογράψει» συμπλήρωσε ο Μιγκέλ, ενώ του εξηγούσα ότι δεν είμαι παντρεμένος αλλά και ούτε θα το ξανασκεφτόμουνα …τουλάχιστον μέχρι να σημειωθεί κάποιο τεράστιο τεχνολογικό άλμα στη ρομποτική…
.20180705_182350

20 λεπτά αργότερα…
Παλιά Αβάνα. Υπέροχα κτίρια, γεμάτα μπαρ-ρεστοράν με λάτιν μπάντες και μαγαζιά να πουλούν φιγούρες του Τσε κι επανάσταση με το τσουβάλι… Ετερόκλητο τουριστικό σερσελέμι, με γκλάμορους παρέες σε ροζ convertibles των ’50ς να αυτοφωτογραφίζονται (πιθανολογώ) αναφωνώντας «είμαστε ένα έργο τέχνης!», γκρουπ Κινέζων να μαθαίνουν ομαδικά ρούμπες, τσα-τσά και σάλσα καθώς και back packers σε mood τρυφερότητας κι αιθέριας επαναστατικότητας, σε badget απέριττα μαγαζιά πάντα συνοδεία κάποιου λάτιν τρίο ή κουαρτέτου… Διακριτικές jineteras και jineteros σε εγρήγορση, παραιτημένοι ένοικοι στα σκαλοπάτια των χαμόσπιτων, ηλικιωμένοι που φοράνε τα καλά τους ρούχα …αναπολητές περασμένων μεγαλείων.
Γραφικοί δρόμοι, επαναστατικά γκράφιτι, εμπνευσμένα συνθήματα να χαρακώνουν το μυαλό. Όμως η λέξη «εκλογές» να φαντάζει πιό σπανιοφανής κι απ’ τον ροζ ιπποπόταμο της Κένυα!
Η βραδιά πέρασε αποτίοντας φόρο τιμής στην τοπική παραγωγή rum Santero υπό μορφή mojitos κατά ριπάς…
Το σταματώ εδώ γιατί με την Αβάνα ανοίγεται ένας ωκεανός γραφής…
.20180713_093957

3 μέρες αργότερα…
Κόντρα στα αυτοδοξαστικά μοτοσυκλετικά κλισέ που εκτοξεύονται σαν θρησκευτικά μηνύματα από μεντρεσέ του Κανταχάρ …περί της μοναδικής απόλαυσης που προσφέρει η μοτοσυκλέτα στα ταξίδια, οδηγώντας μια Ford sedan του ’53 και μια Chevrolet Impala του ’58, γυρίσαμε τη μισή Κούβα, σ’ ένα υπέροχο ταξίδι, με μοναδικά μέρη και μοναδικούς αυθεντικούς ανθρώπους…
Off the beaten track!
Πιστός πάντα στην τέχνη της ατέλειας και του διαρκούς σφάλματος …

Cheersssss!

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »