Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ταξίδι στο απόλυτο σκοτάδι

Posted by vnottas στο 8 Μαΐου, 2019

Τρία πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου

images (3)

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ

Ταξίδεψα μες στο απόλυτο σκοτάδι

έτσι δεν έχω τίποτα να περιγράψω.

Ταξίδεψα μόνος κι ολόγυμνος

από μακριά ακούγονταν γαβγίσματα

αργότερα έμαθα πως ήταν ο Κέρβερος

που ασταμάτητα αλυχτούσε.

Κάπου παραδίπλα γόοι και θρήνοι

εξπρεσιονιστών ζωγράφων

και κολασμένων ποιητών

ενώ ο αγέρας μαινόμενος

σήκωνε τα κύματα

και τα ‘σπαζε στους βράχους.

Μόνος κι ολόγυμνος

χωρίς να κρυώνω

δεχόμουνα το ελάχιστο, σχεδόν μηδέν

κι έπαιρνα κουράγιο ν’ αντέξω

το δρόμο της επιστροφής.

΄*

images

ΧΑΡΙΝ ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗΣ

Όταν κάποια στιγμή

οι «νεωτεριστές» μετέτρεψαν

το αυγό

σε αβγό

τρόμαξα στην ιδέα

ότι πιθανόν είναι ν’ αλλάξουν

και την αυγή

σε αβγή

χάριν απλοποίησης.

Δεν αντέχεται τόσο σκοτάδι.

*

Egersis_tou_Lazarou

Ο ΛΑΖΑΡΟΣ

 

Ο Λάζαρος όταν αναστήθηκε

τρομαγμένος αναρωτιόταν

«τώρα τι κάνουμε;

Με σβησμένη μνήμη

είναι αδύνατο να συνεχίσω».

Έπρεπε όμως να ζήσει

και πήρε τη γενναία απόφαση

να ξεκινήσει απ’ την αρχή!

Έτσι κάθιδρος έμαθε

πάλι να συλλαβίζει

τις χαρές και τις λύπες

μ’ έναν τρόπο που του θύμιζε

κάτι από τα παλιά.

Μέχρι που κάποια στιγμή

παντελώς λησμόνησε

την ανάστασή του.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ένα αφήγημα του Ηλία και δύο ποιήματα του Νίκου

Posted by vnottas στο 1 Απρίλιος, 2019

 

αρχείο λήψης (1)

Η Λίτσα απ’ τα Νάματα

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Καθόμασταν σ ένα καφενείο στην πλατεία της Εράτυρας και πίναμε το τσιπουράκι μας, όταν εμφανίστηκε ο Τάκης ο Γεμάτος κι άρχισε τις γαλιφιές του για να πάμε όλη η παρέα στο χωριό του, τα Νάματα κάτω απ το Συνιάτσικο.

Το βουνό -όπως υποστήριζε- ήταν στα καλύτερά του αυτή την εποχή κι επίσης είχε ένα τσίπουρο σαν μεταλαβιά και από τα χθες ένα μαγειρεμένο ζυγούρι που στο στόμα γινόταν μπακλαβάς…

Φύγαμε με δυο τζιπ περνώντας από μια εκπληκτική ανοιξιάτικη διαδρομή ανεβαίνοντας τις στροφές του πανέμορφου βουνού και σε μια ώρα φθάσαμε στα Νάματα όπου η μητέρα του Τάκη άπλωνε ρούχα στη μεγάλη καταπράσινη αυλή της.

Το χωριό σκαρφαλωμένο στις πλαγιές είναι πανέμορφο τώρα την άνοιξη μέσα σε περήφανα ψηλά δέντρα και πλατάνια με τα πολλά νερά του, να τρέχουν σ’ όμορφα ρυάκια και οι κήποι να μοσχομυρίζουν απ τα λουλούδια που φυτρώνουν ακόμα κι ανάμεσα στις πλάκες των πεζόδρομων. Εδώ ο Τάκης αρχίζει να περιαυτολογεί πως πήρε χρήματα από τη Περιφέρεια κι έφτιαξε τους δρόμους του χωριού, -που κάποτε είχε οκτακόσιους κατοίκους –  έβαλε φώτα παντού και το χωριό λάμπει μες τη νύχτα- και ότι γι αυτό ακόμα και με τον ‘Κλεισθένη’ στα Αυτοδιοικητικά, τον βγάζουν συνέχεια εκπρόσωπο, σ’ ένα χωριό που το χειμώνα έχει μόνο πέντε-έξι κατοίκους και μερικές αρκούδες που κατεβαίνουν απ το βουνό…

Η κυρά-Τασιά η μάνα του, άρχισε τα καλωσορίσματα, μας γνώρισε την αδερφή της και κείνο που με εντυπωσίασε αμέσως ήταν τα μουστάκια που είχαν οι δυο αδερφές, χήρες κι οι δύο από χρόνια, γύρω στα ογδόντα…

‘Μάνα το ζυγούρι’ λέει ο Τάκης κι αυτή απαντάει ‘καλά βρε παιδί μου παινέψου λίγο ακόμα στους φίλους σου και θάρθουν τα πιάτα, να το ζεστάνουμε λίγο το ρημάδι…’

Καθόμαστε στην μεγάλη αυλή, στρώνεται ένα μεγάλο τραπέζι με τα μεζέδια κι ένα τσίπουρο πριγκιπικό κι ο Τάκης με τα εκατό και βάλε κιλά του δίπλα μου, μου λέει σιγανά να ρωτήσω τη μάνα του για τη Λίτσα… ‘ποια είναι η Λίτσα ρε νούμερο..’’ τον ρωτάω κι αυτός χαμογελώντας πονηρά, απαντάει πως η Λίτσα είναι μια αρκούδα που κατεβαίνει στο χωριό με τα δυο μικρά της και η μάνα του την κυνηγάει όταν έρχεται στην αυλή… Επίσης μου εξηγεί, πως οι λίγες νοικοκυρές στο χωριό είναι συνηθισμένες απ’ την επίσκεψη μερικών αρκούδων που κατεβαίνουν απ το Συνιάτσικο την άνοιξη και ψάχνουν να φάνε κάτι απ τα αποφάγια των σπιτιών.

Έχω μείνει ενεός κι όταν έρχεται η μάνα του κουβαλώντας δυο πιάτα με πιπεριές και τα κρεατικά την ρωτάω δήθεν στο αδιάφορο ‘κυρά Τασιά κατεβαίνουν αρκούδες μέχρι εδώ..ε .’

Ναί κατεβαίνουν, μου λέει, εντελώς φυσικά η μάνα του Τάκη κι αυτή που έρχεται εδώ, την έχω ονοματίσει Λίτσα γιατί είναι πεισματάρα σαν τη κουμπάρα μου κι ενώ την διώχνω με τις φωνές και τρεις φορές έριξα στον αέρα με το δίκανο του μακαρίτη, αυτή πάει λίγο πιο πέρα και μετά ξαναγυρίζει κι έχει και τα δυο μωρά της μαζί που παίζουν μεταξύ τους κι αυτά πάλι ούτε που φοβούνται, κατάλαβες…

Δηλαδή, την ρωτάω, πόσο κοντά έρχεται η Λίτσα. Αχ βρε καλέ μου,λέει η μάνα του Τάκη, να μέχρι εδωπέρα φτάνει, στην άκρη της αυλής και με κοιτάζει σαν άνθρωπος μές στα μάτια κάτι να της δώσω. Της πετάω πέντε-έξι μήλα και της φωνάζω ‘τσακίσου Λίτσα τώρα μη σε πάρει ο διάολος’…  Μόνο δυο-τρεις φορές βγήκα με το δίκανο κι έριξα προς τα πάνω και τρόμαξαν τα μωρά κι αυτή έφυγε τρέχοντας μαζί τους. Αλλά να σου και την αλήθεια, τη λυπάμαι τη φουκαριάρα γιατί μάλλον την παράτησε ο άντρας της ή θα σκοτώθηκε ο φουκαράς κάτω προς την Εγνατία από κανά αυτοκίνητο κι αυτή η καψερή έμεινε μόνη της να θρέψει τα παιδιά της. Ψυχούλα είναι κι αυτή τι να σου κάνει…

Ο Τάκης δίπλα μου γελάει δυνατά,μου δίνει μια χαιδευτική σφαλιάρα στη πλάτη και φωνάζει ‘Νάματα, Νάματα και του θεού τα πράγματα..

***

αρχείο λήψης (2)

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΠΟΣ

Στις ακτές της καρδιάς μου

ξεβρασμένα ναυάγια επιπλέουν

στων βράχων την κόψη δοκιμασμένα

λουλούδια αποχαιρετισμών μισομαραμένα

στα νερά πηγαινοέρχονται

ακριβώς εκεί που εκβάλλουν

τα κόκκινα ποτάμια των καημών της.

.

Στα όρη της καρδιάς μου

σημαίες και λάβαρα σκισμένα ανεμίζουν

ξεχασμένα από τον καιρό

των εύκολων εφηβικών εξεγέρσεων

θραύσματα σπαθιών κι ασπίδων

φωλιές πουλιών αποδημητικών

που δεν ξαναπέρασαν ποτέ από δω.

.

Στα έγκατα της καρδιάς μου

κενές μαύρε σπηλιές

γεμάτες αποκαΐδια και στάχτες νόστου

δεν έχουν καμιά πιθανότητα

να ξανακατοικηθούν.

.

Απομένει ακόμα η αχανής έρημος

πλάι στη κεντρική αορτή

όμως η ζωή απουσιάζει χρόνια από δω

απ’ όταν ξεράθηκαν κι οι τελευταίες οάσεις.

*

αρχείο λήψης (4)

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Όλοι οι Έλληνες ήσαν εκεί

στην εκστρατεία κατά των Περσών

πλην Λακεδαιμονίων

όπως διεδόθη αστραπιαίως

και ‘μεις Ιμέριοι και Γελάσιοι

της μεγάλης Ελλάδος τέκνα

αναλογιζόμενοι τι είχε συμβεί

πριν από έναν περίπου αιώνα

απορούσαμε χωρίς σκοπιμότητες:

Είπε κανείς ποτέ

ότι στις Θερμοπύλες

έπεσαν μαχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι

πλην λοιπών Ελλήνων;

Όμως εφησυχάσαμε ανακουφισμένοι

όταν πληροφορηθήκαμε

τον μεγάλο αριθμό μισθοφόρων

που ακολούθησαν τους Μακεδόνες.

Κι αποφανθήκαμε στέρεα:

και βέβαια πλην Λακεδαιμονίων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Από το ημερολόγιο του σκάφους

Posted by vnottas στο 1 Απρίλιος, 2019

images (2)

Θεσσαλονίκη – Ένα μήνας καί, από την τελευταία ενημέρωση.

Ο Μάρτης δεν φτούρησε. Ο Απρίλης παρά τις ψεύτικες υποσχέσεις (και πλάκες) με τις οποίες μας δουλεύει μπαίνοντας, ας πούμε ότι θα πάει αλλιώς.

Το ιστολογοφόρο αποπλέει και πάλι. Παρέα με τους γνωστούς φίλους και τους αναπάντεχους και απρόβλεπτους περαστικούς.

Βέβαια, παρατηρώ ότι το σκάφος έχει ανάγκη από συντήρηση και επιδιορθώσεις. Όπου νάναι θα τις βάλω μπρος.

Λέω ας πούμε να αναρτήσω μια ταμπέλα πρωτοσέλιδη που να ενημερώνει ότι πρόκειται για ένα είδος προσωπικού ημερολόγιου ή μάλλον εβδομαδολόγιου ή ακόμη καλύτερα ¨όποτε μπορέσουμε¨ (όλα αυτά στο μέτρο του δυνατού), το οποίο  ξεκίνησε πριν μια δεκαετία και βάλε,  συν τοις άλλοις ως διδακτικό βοήθημα, αλλά δεν είναι πια τέτοιο (γιατί οι καιροί  περνούν και αλλάζουν), ωστόσο στην λίγο πολύ αυθαίρετη πορεία του εξακολουθεί να μεταφέρει λόγια (ποιήματα και αφηγήματα φίλων, μυθιστορήματα σε συνέχειες, μεταφράσεις παλιών αγαπημένων τραγουδιών, σχόλια, εικόνες (ως επί το πλείστον αλιευμένες στο διαδίκτυο) και μουσικές.

Να υπενθυμίσω επίσης ότι το ιστολογοφόρο, όχι μόνο αντιπαθεί κάθε εμπορευματοποίηση της επικοινωνίας, αλλά και καταβάλει στη φιλοξενούσα εταιρία εκείνο τον στοιχειώδη δασμό (συνδρομή) που του επιτρέπει να απαλλάσσεται από τις (αυθαίρετες) διαφημίσεις που επιβάλλονται στα αδέσποτα μοναχικά ιστολόγια όπως αυτό εδώ.

Ίσως θα πρέπει ακόμη να εξηγήσω πώς συνέβη και ο υπογράφων υπεύθυνος πλεύσης βρέθηκε (χωρίς ουσιαστικά να  συμμετέχει) κάτοχος σελίδας στο προσωπο-βιβλίο.

Όλα αυτά (και διάφορα άλλα) θα τα πούμε προσεχώς.  Για την ώρα σας ενημερώνω πως η επικοινωνία κάτω από τις δημοσιεύσεις είναι ¨ανοικτή¨ και ότι στη σχετική σελίδα υπάρχει ηλεκτρονική διεύθυνση.

Καλό Απρίλη.images (2)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Leave a Comment »

Το ταξίδι των ποιητών και μία ξεκούρδιστη βόλτα

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2019

Ένα ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα μικρό αφήγημα του Ηλία Κουτσούκου

images (2)

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

 

Ποιητές γεμάτο είναι το βαγόνι

του τρένου που περνά στο Λιανοκλάδι

πως γίνεται η μνήμη να παγώνει

πολύκαιρες μορφές χωρίς ψεγάδι.

.

Να η Πολυδούρη, δίπλα της ο Καρυωτάκης

απέναντι ο Βιζυηνός με τον Φιλύρα

πίσω τους σοβαρός ο Αναγνωστάκης

λίγο πιο μπρος ο Ρίτσος κι ο Πορφύρας.

.

Ο Σολωμός συζήτηση έχει πιάσει

με προσοχή ακούει ο Καβάφης

βαρύ φορτίο έλεγε να γράφεις

απορημένος είν’ ο Μαλακάσης.

Ακόμα είδα Αισχύλο κι Ευριπίδη

κι άλλους πολλούς. Αξέχαστο ταξίδι.

xionia-sth-8-thumb-large--2

Ξεκούρδιστη βόλτα

 

Μου είχε σπάσει τα νεύρα το χιόνι γιατί δεν μπορούσα να πάρω τη μηχανή και να πάω μια βόλτα στη θάλασσα, να αράξω και να πιω ένα καφέ στον  ‘κήπο του νερού’ στη παραλία, όπως κάνω συχνά κι έτσι είπα μέσα μου να κάνω τη βόλτα με τα πόδια κι ας χιόνιζε ελαφρά.

Ξεκίνησα προσεχτικά στο γλιστερό πεζοδρόμιο από την Εγνατία και κατέβηκα την Αγία Σοφίας τραβώντας για την Παύλου Μελά κι ευχόμουν μέσα μου μη πέσω σε γνωστούς που αρχίζουν τα ‘πού χάθηκες’ κι όλα αυτά τα τυπικά και γελοία που είναι η πεμπτουσία της μικροαστικής ευγένειας των συνταξιούχων και που σε βγάζουν σ αυτή την παγερή πλατεία της αμηχανίας-τουλάχιστον για μένα-που δεν μπορώ να πω για λόγους ακαθόριστης ευγένειας [ενώ το θέλω πολύ..] ‘βρε άντε σιχτίρ πρωί-πρωί..’

Κατέβαινα αργά την Παύλου Μελά και σκεφτόμουν τι σκατά θα κάνω με τις αρρυθμίες της καρδιάς γιατί με τίποτα δεν ήθελα να μπω για εγχείρηση και γιατί επίσης δεν μπορούσαν να χειρουργήσουν τη κήλη μου αν δεν έφτιαχναν πρώτα τη καρδιά κι επίσης σκεφτόμουν πόσο ξεφτιλισμένος μπορεί να αισθανθεί κάποιος σαν του λόγου μου που σιχαίνεται τη φυσιολογική φθορά του σώματος.

Βάδιζα και σκεφτόμουν επίσης πως έχω χάσει πρόσφατα φίλους  απ τη παλιά δουλειά, τον γιό μου που έχει ένα μήνα να μου τηλεφωνήσει, μια κωλοδόση που έχω να πληρώσω, το δίπλωμα που έχω να ανανεώσω, σκεφτόμουν πως δεν μου σηκώνεται ούτε με βίντσι κι ένα σωρό άλλες μαύρες σκέψεις απ αυτές που κάνουν όσοι έχουν έστω  ένα υπόλοιπο μυαλού να τις κάνουν.

Είπα μέσα μου να στρίψω στη Τσιμισκή και να γυρίσω από Αριστοτέλους και ξαφνικά τον βλέπω μπρος μου φάντι-μπαστούνι. Μου την είχε στημένη με κείνο το παγερό βλέμμα του από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Φορούσε μια γελοία χωριάτικη τραγιάσκα σαν κι αυτή που φορούσαν όλοι οι άνδρες μέσης ηλικίας στην επαρχία την άθλια δεκαετία του 50 κι ένα παλτό τσόχινο της παλιάς Βασιλικής Χωροφυλακής στο χρώμα της μούχλας. Τα δόντια του είχαν φύγει από καιρό κι έβγαζε ένα δυνατό  χνώτο που βρωμοκοπούσε φτηνό κρασί και χωματίλα.

Στεκόμουν σαν ηλίθιος και φοβόμουν μήπως και με κοιτάζει περίεργα ο κόσμος που περνούσε στο πεζοδρόμιο της γωνίας, μη τύχει και πέσει πάνω μου κάποιος γνωστός και τότε θα έπρεπε να τον συστήσω και τι να έλεγα δηλαδή..   ‘από δω ο πατέρας μου… που μας άφησε 20 χρόνια τώρα,,’ θα γινόμουν ρεζίλι των σκυλιών και φαίνεται πως το κατάλαβε γιατί με μια συριχτή φωνή άρχισε να μιλάει και να λέει ειρωνικά πως δεν πρέπει να ανησυχώ, ο κόσμος πάει στις δουλειές του και δεν ασχολείται μ’  αυτούς που έχουν εγκαταλείψει τον πατέρα τους κι έχουν να πατήσουν στο χωριό 20 χρόνια και πως μαθαίνει με ποιους κάνω παρέα όλα αυτά χρόνια κι ότι καλά να αδιαφορώ γι αυτόν, αλλά ούτε καν δεν βρίσκομαι με τον εγγονό του, ε αυτό κι αν είναι απ τα άγραφα κι ότι βεβαίως τίποτα δεν έχω να του απαντήσω γιατί πάντα τέτοιος ήμουν…

Έλεγα μέσα μου, δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνουν τέτοια πράγματα όταν απ το απέναντι πεζοδρόμιο είδα τον διαχειριστή της πολυκατοικίας και φώναξα ‘Στέλιο κάτι θέλω να σου πω’ και τον άφησα σύξυλο να μουρμουρίζει περνώντας απέναντι.

Ο διαχειριστής, ένα γελαστός ψηλός μηχανικός σαρανταπεντάρης, μου έδωσε ευγενικά το χέρι του λέγοντας ‘σας είδα που μιλούσατε με έναν κύριο στη γωνία και είπα να μην σας διακόψω .Μέχρι το μεσημέρι να ξέρετε  θα ‘ρθει ο συντηρητής και θ αλλάξει όλα τα καρούλια του ασανσέρ…’

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Γιατί γράφω…

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2019

Διευκρινίσεις από τον Ηλία Κουτσούκο

images

Γράφω γιατί κάτι μου καίει τα σωθικά.
Γράφω γιατί κάποια στιγμή κατάλαβα την ομορφιά του κόσμου, το ανεκπλήρωτο των επιθυμιών μου, τις κραυγές αυτών που έφυγαν, τα αγκομαχητά αυτών που έμειναν, τη ματαιότητα του χθες, το ατελές του σήμερα, το αναπόφευκτο του μέλλοντος… κι έτσι άρχισα να γράφω.
Γράφω γιατί αυτό μοιάζει με μια μποτίλια ναυαγού, μοιάζει- βεβαίως εγωιστικά- με τη πρωτιά του νικητή, το ρόγχο του αγωνιστή , το μπλά-μπλά του αγνωστικιστή και του δρομέα κυρίου-Τίποτα, γι αυτό… γράφω.
Γράφω για έρωτες που δήθεν υπήρξαν, για ιδεολογίες που δήθεν τελεσφόρησαν, για τις πρακτικές που δήθεν πέτυχαν και τις ελπίδες που δήθεν θα βγουν αληθινές ενώ αντιλαμβάνομαι τις γελοιότητες των πραγμάτων.
Γράφω γιατί κατάλαβα πως το πέρασμα μου από εδώ είναι ένα σχεδόν μηδενικό σημείο στον απέραντο μαυροπίνακα του απόκοσμου χάους.
Γράφω γιατί δεν κληρονόμησα λεφτά, ακίνητα, περιουσίες τοπογραφικού περιεχομένου ή άυλες μετοχές και δεν έλαβα ουδέποτε ακριβό δώρο από τους εξ αίματος συγγενείς μου, οι οποίοι για εντελώς τυχαίους λόγους υπήρξαν δικοί μου.
Γράφω διότι δεν εμπιστεύομαι τους ψυχιάτρους, τους τύπους των αναλυτών προσωπικοτήτων, τους δήθεν ψυχολόγους, τις δήθεν θεραπείες των διαφόρων συνδρόμων κι επίσης όλους όσους είναι τακτικοί συνδρομητές σε έντυπα κλαδικών ενδιαφερόντων.
Γράφω γιατί δεν επιθυμώ να εξηγήσω το γιατί και το διότι, το αλλά και το εντέλει, τα παραθετικά των επιθέτων, τα πάθη των γλωσσών και την απίστευτη εξέλιξη των τεχνολογιών που καταλήγουν σε καλαίσθητες χειροπέδες με σάλτσα γκουρμέ του μυαλού.
Γράφω γιατί δεν πιστεύω σε σημαίες, θρησκείες, πολιτισμούς που αποδέχονται πλέον, 38 πρόσωπα, να έχουν περισσότερο πλούτο από 7 δισεκατομμύρια και διότι αυτή η αριθμητική αναλογία είναι χυδαία και αναξιοπρεπής
Γράφω γιατί το μάταιο αποτελεί μέρος του εαυτού μας και προτροπή για έναν ακόμα αέναο κύκλο πραγματικής ζωής.

Τέλος γράφω γιατί δεν αντέχω το Αουσβιτς μέσα μου και επειδή οι παπαρούνες είναι κόκκινες κι έχουν μαύρη γύρη.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Εικόνες καθημερινής (τηλεοπτικής και όχι μόνο) φρίκης

Posted by vnottas στο 18 Ιανουαρίου, 2019

Όπως την αισθάνθηκε και την περιγράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

images6

Μανεκέν δηλητήριο

Καθόταν με τα πόδια ανοιχτά

μπροστά στο μεγάλο καθρέπτη

γλύφοντας ένα λόλιποτ

μιλώντας ακατάπαυστα

για τις άλλες κοπέλες στη πασαρέλα

τις έθαβε κανονικά

είτε της τύλιγαν μπούκλες τα μαλλιά

είτε της έβαφαν το πρόσωπο

Μετά πατούσε νευρικά

τα πλήκτρα του κινητού της

ψιθυρίζοντας ‘μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα

θα σε φτιάξω εγώ…’

κι έλεγε ταυτόχρονα στη μακιγιέζ

πως πήγε δυο φορές σ ΄ένα ψυχολόγο

κι ενώ του την έπεφτε κανονικά

αυτός έκανε τον επαγγελματία

κι ότι στο κάτω-κάτω της γραφής

έχει άπειρα χάπια αν θέλει για τον ύπνο

που της τα  έδωσε ένας ηλίθιος φαρμακοποιός

που του είχε κάνει στοματικό πριν 6 μήνες

στη τουαλέτα ενός καφέ

στη Βιτόριο Εμμανουέλε

‘αυτοί όλοι νομίζουν πως θα μας πηδήξουν

επειδή οι μπαμπάδες τους έχουν λεφτά..’

αλλά εγώ καλή μου-έλεγε στη μακιγιέζ-

δεν είμαι η Μπέλα Χαντίτ

είμαι η Μαριλίζα απ’ το Λούκας

όποιος το παίρνει αυτό

-κι έδειξε το μουνάκι της-

θα πάρει πακέτο και το δηλητήριο..’

και πέταξε με κίνηση απότομη

το γλυφιτζούρι της στο κουβαδάκιimages

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Χιόνια…

Posted by vnottas στο 5 Ιανουαρίου, 2019

Ιανουάριος ’19. Εικόνες. Λευκές εκ των πραγμάτων. Χιόνι  πολύ στην Άνω Πόλη, στη Θεσσαλονίκη και τα πέριξ.

…και μια παλιότερη φωτογραφία επεξεργασμένη με «Gimp».

Παλιά παραλία, μετά τη βροχή

Posted in ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μικρά κείμενα για τα Χριστούγεννα και τις Γιορτές, από τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 19 Δεκέμβριος, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Ντοκουμέντο –

Πιάνα στον Θερμαϊκό

Ο μπάρμα-Γιάννης Ξεφτέρης παλαιός ιδιοκτήτης του Ντορέ, μου είπε ένα βράδυ αυτή την ιστορία που εξαιτίας της ο μύθος, είναι πραγματικότητα είτε εδώ είτε αλλού κι όπου η πραγματική ιστορία, αποκτά την υπόσταση του μύθου…

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο μεγαλοεκδότης της Μακεδονίας ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του εδώ πάνω χώρου, μιλούσε στον ενικό στους πρωθυπουργούς, κυκλοφορούσε με Ρολς-Ρόυς, κάπνιζε πούρα Αβάνας κι αγαπούσε τους φίλους του και το ωραίο φύλο.

Υπήρχαν κάποιες νύχτες, τρείς τέσσερις το χρόνο, όπου ανάμεσα σε φίλους, όμορφες γυναίκες, μυρωδάτους καπνούς κι ακριβά κονιάκ, καθόταν σιωπηλός κοιτώντας τη θάλασσα του Θερμαϊκού μ’ ένα περίεργο βλέμμα ανάμεσα σε νοσταλγία και ματαιότητα.

Τότε έμπαινε στο ακριβό μπιστρό ο οδηγός του και του έλεγε ‘όλα έτοιμα κύριε Γιάννη, το καΐκι είναι μπρος στο λευκό Πύργο με το πιάνο επάνω…’

‘Άκου τι γινόταν τότε’ μου λέει ο κύριος Ξεφτέρης κι ανάβει ένα Astor της εποχής.

Σηκωνόμασταν λοιπόν μ’ ένα νεύμα του εκδότη, μπορεί να ήταν δύο ή τρεις τη νύχτα και τραβούσαμε εκατό μέτρα από δω ως τον Πύργο και μπαίναμε στο καΐκι. Στη πλώρη μπροστά ήταν ένα πιάνο και πέντε έξι μουσικοί με κιθάρες, βιολί, τρομπέτα και κλαρίνο. Εμείς με τις κυρίες καμιά εικοσαριά άτομα. Ο καπετάνιος από τη Μηχανιώνα έβαζε πλώρη για τ’ ανοιχτά και εμείς αρχίζαμε τα τραγούδια της εποχής. Τραγούδια, σμυρνέικα, σεκλετίδικα, τραγούδια βαριετέ, ότι τραβούσε ο νους του καλού γλεντζέ…Οι μουσικοί παίζαν ένα μεγάλο ρεπερτόριο. Δυο βοηθοί του καπετάνιου κερνούσαν σαμπάνιες σε κρυστάλλινα, δυο-τρεις από μας έπαιρναν τις κυρίες κάτω και γινόταν χαμός από τσιρίδες και γέλια, ενώ ο εκδότης έμενε όρθιος σαν θαλασσόλυκος καπνίζοντας το πούρο του στην άκρη της πλώρης. Τέτοια γλέντια δεν μπορούσε να κάνει κανείς άλλος εκείνη την εποχή.

Το γλέντι κρατούσε δύο-τρεις ώρες. Χαμός σου λέω, τσιρίδες και να καταβρέχει ο ένας τον άλλον με σαμπάνιες. Κάποια στιγμή που μόνο τ’ αφεντικό κι ο καπετάνιος ήξεραν, το σκάφος έκανε μια γλυκιά μεγάλη στροφή κι επέστρεφε προς τη πόλη. Βλέπαμε τα φώτα να παίζουν πάνω στο νερό και δώσ’ του εμείς φωνές και τραγούδι.

Πριν φτάσουμε στη παραλία του Πύργου μπορεί και τριακόσια μέτρα πριν, τ’ αφεντικό φώναζε δυνατά ‘σκάστε όλοι, το πιάνο στη θάλασσα’… Πιάναμε όλοι μαζί το πιάνο και το πετούσαμε απ τη πλώρη στο νερό ανάμεσα σε ζητωκραυγές και διάφορα… Έτσι γλεντούσε τ’ αφεντικό με μας. Δεν υπάρχουν πια τέτοιοι άντρες, δεν υπάρχουν…

Είχα ακούσει πολλά και διάφορα για τον μεγαλοεκδότη της Μακεδονίας,  αλλά αυτό με τα πιάνα παραπήγαινε μέχρι την άνοιξη του 2005.Τότε καλέσαμε έναν αρχαιολόγο των ενάλιων αρχαιοτήτων να μας μιλήσει για τα ευρήματα στον Θερμαϊκό. Ακούγαμε για τα διάφορα αντικείμενα στον πυθμένα όταν μείναμε ενεοί στη πληροφορία πως ανάμεσα σ άλλα υπήρχαν πολλά ξύλινα πόδια από πιάνα και αμέτρητα πλήκτρα πιάνων στα διακόσια μέτρα από την ακτή.

‘Δεν ξέρουμε πως βρέθηκαν εκεί..’ μας είπε χαμογελώντας ο δύτης αρχαιολόγος…

Χριστούγεννα ’58

Τις προάλλες βρήκα τρεις φίλους μου στη καφετέρια που συχνάζουμε να έχουν ανοίξει μια κουβέντα για τις γιορτές των Χριστουγέννων σε άλλες εποχές. Εγώ τους είπα πως σιχαινόμουν από μικρούλης τις γιορτές κι αυτοί μου είπαν πως παραγέρασα γι αυτό και γίνομαι παράξενος τελευταία.

Θυμήθηκα τότε εκείνα τα άθλια Χριστούγεννα που πέρασα το 1958 με τον πατέρα μου στο χωριό της γιαγιάς μου στην ορεινή Μεσσηνία.

Κάναμε για φτάσουμε από την Αθήνα στην Ανδρίτσαινα 12 ώρες και γω έκανα στη διαδρομή πάνω από δέκα φορές εμετό μέσα σε κείνο το σαράβαλο λεωφορείο που βρωμοκοπούσε από την απλυσιά των ανθρώπων και της σακατεμένης μηχανής του. Ο πατέρας μου, μου έλεγε  -ήμουν οκτώ χρόνων παιδάκι- πως οι άντρες δεν κάνουν εμετό κι ότι θα συνηθίσω τα μεγάλα ταξίδια.

Στην Ανδρίτσαινα μας περίμενε ο αδερφός του πατέρα μου με δύο μουλάρια και μένα μ’ έβαλε πάνω στο ένα και ξεκινήσαμε για το χωριό που βρισκόταν πάνω από τρεις ώρες μακριά. Είχε βραδιάσει και το κρύο περόνιαζε τα κόκαλά μου έμπαινε από το κοντό παντελονάκι μου σ’ όλο μου το σώμα, τρόμαζα από τις σκιές των δέντρων, τρόμαζα από τον κακοτράχαλο δρόμο, ήθελα να κλάψω, αλλά φοβόμουν πως ο πατέρας μου κι ο θείος μου θα θύμωναν μαζί μου. Έκλεινα τα μάτια μου συνεχώς σ’ αυτή την απαίσια διαδρομή μέχρι που φτάσαμε στο κατσικοχώρι και μπήκαμε στο  μικρό σπιτάκι της γιαγιάς μου που με κατασάλιωσε με τα φιλιά της.

Θυμάμαι πως σιχαινόμουν τα πάντα σε κείνο το ένα και μοναδικό χωριάτικο δωμάτιο που είχε σε μια γωνιά ένα μικρό τζάκι που κάπνιζε και τα μάτια μου τρέχαν απ το ντουμάνι που έβγαζαν τα βρεγμένα ξύλα.

Σε λίγο έφτασαν να μας επισκεφτούν δυο πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μου που έκαναν μεγάλη χαρά γιατί πρώτη φορά με συναντούσαν.

Ο ένας ξάδερφος που ήταν πολύ μικρός σε σχέση με τον πατέρα μου και το θείο μου  πήγαινε στη τελευταία τάξη του γυμνασίου, ήταν δηλαδή γύρω στα δεκαεπτά είχε το ίδιο όνομα με μένα και ήταν ένα γλυκό ευγενικό παιδί που φορούσε ένα ντρίλινο παλιό παντελόνι και αρβύλες χωρίς κάλτσες.

Κοιτούσα με έκπληξη τα πόδια του και είδα πως η μια αρβύλα μπροστά είχε ανοίξει και φαινόταν το γυμνό δάκτυλό του. Ο ξάδερφος το κατάλαβε κι άρχισε

να λέει αστεία πως τα δάκτυλα του ποδιού του νομίζουν ότι είναι στο καλοκαίρι γι αυτό και δεν τα πειράζει το κρύο κι ας μελανιάζουν τις περισσότερες φορές, αλλά τόνισε ‘του χρόνου τα Χριστούγεννα που θα ξαναβρεθούμε θα φοράω κάλτσες για μη τρομάζεις που τα βλέπεις έτσι..’

Για κάποιους τέτοιους λόγους, μου είναι πλήρως αδιάφορες και απαξιωμένες οι μέρες των Χριστουγέννων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Πορεία προς τα πίσω

Posted by vnottas στο 18 Νοέμβριος, 2018

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος) 38af7382d11b1d8be1f61273633db067  

Σκέφτομαι όταν τελειώνει το ποίημα

το κοιτάς και λες πως σε κοιτάζει

και σκέφτεται το μολύβι που το έγραψες

από ποιο δάσος βγήκε το ξύλο

που το έφτιαξε

πως λέγαν αυτόν το Γερμανό

που έβαλε μπρος τη πρέσα

στο εργοστάσιο της Φάμπερ

και σκέφτεται το χαρτί

πως συναντήθηκε με τη ξυμένη μύτη του

την πίεση από τα τρία δάκτυλά σου

επάνω στο κατάλευκο

της άγραφης σελίδας

το χρόνο που χαμογελάει

κουβαλώντας παραμάσχαλα τις λέξεις

που ανάμεσά τους το κενό

με αόρατη αλυσίδα δένει και δένει

απ’  το κουβάρι του μυαλού

της αστραπής την έμπνευση

κι ύστερα το ταξίδι

μέσα απ’  του διαδικτύου τις στοές

μέχρι την άκρη των ματιών

του άλλου που διαβάζει

αυτή τη διαδρομή από το τίποτα

μέχρι το κάτι τρέχει

μία απίστευτη πορεία προς τα πίσω

με στόχο να περάσουμε μπροστά

από το μάταιο στο επί τούτου

.

αχ οι ποιητές με τις μικρές τους διαδρομές

που όλο θέλουν

το πίσω να πηγαίνουνε μπροστά

.

αχ οι ποιητές που ονειρεύονται

στο καταχείμωνο όμορφα καλοκαίρια…

images (22)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Εντυπώσεις από την Αμερική (συν μία μαθηματική πράξη)

Posted by vnottas στο 13 Νοέμβριος, 2018

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

images (55)

MANHATTAN 2018

Ουρανομήκεις φαλλικοί ουρανοξύστες

με υπεραιμική επιθυμία

δεσπόζουν αλαζονικά στην άλλη άκρη του Ατλαντικού

και ψέγουν του μέτρου την εκδοχή.

Ανάμεσά τους κάπου στην Wall Street

ο αρχαίος Θεός Πάνας

διασπαθίζει την αυτογνωσία

χωρίς τη σύνεση της φύλαξης

αλλά με του ανάγωγου κέρδους την απόγνωση

χορεύοντας ύστερο ροκ

ή εξευμενιστικό χασαποσέρβικο

κάτω από τους ήχους σαξόφωνου και φλογέρας

εξεγερθέντων φαύνων

κατά των αποπροσανατόλιστων

χωρίς ανάστημα ηθοκτόνων.

Παραδίπλα στο νησάκι Ellis

το άγαλμα της Ελευθερίας κατάκοπο

μειδιά αμήχανα στους επισκέπτες.

Όλα αυτά ξεκαθαρίζω

ότι δεν είναι παρά δακτυλικά αποτυπώματα

του καλπάζοντος μέλλοντος

πάνω στην υποψία της απόλυτης υποταγής.

.

αρχείο λήψης (χ)

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Κι όπως μες τη νύχτα

η Νέα Υόρκη μένει πίσω

παραδομένη στα φώτα της

φωτιά μνήμης μοιάζει

που όταν θα ‘ρχεται

τίποτα δεν θα αντιστέκεται.

.

images (57)

ΑΦΑΙΡΕΤΕΟΣ

Ο αυστηρός και μνησίκακος γκριζομάλλης μαθηματικός

με το μωβ κολάρο και τη φαιά γραβάτα

με ξανάβαλε σε θέση αφαιρετέου.

Αναρωτιέμαι, πόσα θα μου πάρει πάλι αυτή τη φορά;

Κάποιες αναμνήσεις μου ‘χουν μείνει

και λίγος ελεύθερος χρόνος.

Εκτός κι αν επιθυμία του είναι

αυτή τη φορά το αποτέλεσμα να είναι μηδενικό.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Απίθανες ιστορίες απ’ το Δελχί

Posted by vnottas στο 25 Οκτώβριος, 2018

Στα πλήκτρα: Βασίλης Μεταλλινός

HPIM0435f

Πίνω νωχελικά μια Kingfisher, στο ετοιμόρροπο ημιυπαίθριο καφέ του Sadar Bazaar, στο Παλιό Δελχί. Στο διπλανό τραπέζι ένας μικροκαμωμένος Ινδός, πασάρει δύο αγαλματίδια του Σίβα σε δύο Γάλλους, με γρανιτώδη επιμονή …που θα ‘κανε τους Μαροκινούς συναδέλφους του στα παζάρια της Φεζ, να φαντάζουν σαν φοιτητές marketing δημοσίου ΙΕΚ που κάνουν την πρακτική τους.

  1. Στο βάθος ένας νεαρός που θυμίζει γνωστό ηθοποιό του Bollywood, με παρδαλό ψευτομεταξωτό πουκάμισο, ιδανικό για γκαρνταρόμπα των εντόπιων λαμπραντόρ πίστας του Θεσσαλικού κάμπου, ψήνει δυο Αμερικάνες να τον ακολουθήσουν σε μαγαζί με τουρμπάνια, ενώ δίπλα τους ένας κουρελής μεσήλικας του αθέατου αυνανισμού, έχει καρφωμένο το καυλωμένο βλέμμα του στα μπούτια των δύο γυναικών.
    Ο μικρόσωμος Ινδός μΕ την πέφτει χαμηλοφώνως, ενώ μια λεπτή μυρωδιά χασίς γεμίζει τον αέρα από μια παρέα Ιταλών που φλυαρεί ραγδαίως μ’ έναν Ινδό γκουρού του φιλοσοφικού λιανεμπορίου.
    «Άμα θέλεις ένα όμορφο αγόρι…» μΕ πετάει, κοιτάζοντάς με στα μάτια με το γαλακτερό βλέμμα νεογέννητης ύαινας.
    «Γκουχ γκουχ (ξερόβηχας) το ξέρω ότι θα με θεωρήσεις βιτσιόζο, αλλά γκουχ γκουχ (ξερόβηχας) …αλλά πως να στο πω …είμαι βαθέως μεροληπτικός υπέρ των γυναικών» του εξηγώ διακριτικώς και χαμηλοφώνως, προσέχοντας μη κάνω κάποιο ρατσιστικό σχόλιο για την αξιότιμη συνομοταξία των κωλομπαράδων…
    «Ξέρω μία 14χρονη ανατομική βόμβα που κάνει τα πρώτα καλλιτεχνικά της βήματα στο Bollywood και …» μου ψιθυρίζει χειρονομώντας, σα ν’ απαγγέλλει ποίηση στη νοηματική.
    «Δεν ήρθα μέχρι την Ινδία για να γαμήσω»… τον κόβω με τάκλιν … βλέποντας την αυτοπεποίθησή του να παθαίνει black out.
    «Μαχές» μου συστήθηκε και δείχνοντας με το βλέμμα του τον άλλον Ινδό με τις Αμερικάνες, συμπληρώνει…
    «Πρέπει να ‘σαι πολύ προσεχτικός στην Ινδία.» μου πετάει ασκώντας τη ρητορική της προστατευτικής σταυροβελονιάς…
    «Το ‘χω υπ’ όψη» απαντώ, εξασκημένος στην αδιάκοπη παραπλανητική γιόγκα.
    Κάθεται στο τραπέζι μου και με πιάνει κουβέντα, ανακατεύοντας στο ρητορικό του τσουκάλι και τις τελευταίες ελπίδες για ένα κομίσιον της προκοπής …ενώ εγώ αναρωτιέμαι άμα πρέπει ν’ αρχίσω τα μεγαλοπρεπή μπινελίκια ή τις σεξουαλικές ευχές…
    Τελειώνω την μπύρα μου, εξηγώντας του ότι η Ελλάδα που λατρεύει, δεν συνορεύει με την Γαλλία και πληρώνω.
    «Την κάνω» του λέω.
    «Που πας» μου λέει…
    «Αύριο φεύγω για το Punjab και θέλω να δω τιμές για guesthouse κλπ» απαντώ.
    «Μην πας σε ταξιδιωτικό πρακτορείο my friend. Θα σε κλέψουν. Μόνο στο επίσημο Government of India Tourism Office! Πουθενά αλλού!» μου τονίζει με αυστηρότητα ο Μαχές.
    «Και να προσέξεις, όπου πας να γράφει Ministry of Tourism» συμπληρώνει, ασκώντας τη ρητορική της ανθρωπιστικής ευαισθησίας.
    «I know» γρύλισα, σκεπτόμενος ότι οι τελευταίες του κουβέντες απετέλεσαν την εξόδιο ακολουθία των φόβων μου για το τίποτα…. Η μπουγάδα εγκεφάλου περί Ινδών απατεώνων, προφανώς μ’ έκανε να παραφέρομαι…
    Βγαίνουμε μαζί έξω. Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει…
    «Πηγαίνω προς την πλατεία Connaught με το μηχανάκι» μου λέει δείχνοντάς μου ένα σαραβαλιασμένο Bajaj. «Άμα θέλεις να σου δείξω που βρίσκεται το Tourism Office» μου προτείνει…
    «Government of India» συμπληρώνει με νόημα.
    Μιλάει για λίγο στο κινητό του. Πατάει τη μανιβέλα. Ανεβαίνω στη σέλα.
    Η οδήγηση του Μαχές με αναγκάζει σε άτακτο επαναπροσδιορισμό των ορίων ταχύτητας και κρατήματος μοτοσυκλέτας σε κυκλοφοριακή συμφόρηση, καθώς οδηγεί μονίμως «τέρμα γκάζι»…
    Σταματάει ξαφνικά σ΄ένα μικροσκοπικό δισκάδικο ενός «ξαδέλφου» του για να μου πασάρει κανά σι ντι. Από τα ηχεία ακούγεται η τσιριχτή φωνή μιας Ινδής στη διαπασών, που στη κλίμακα των βασανιστηρίων θα τη συνέκρινα μόνο με κλείσιμο σε λευκό κελί όπου ακούγεται νυχθημερόν η «πριγκιπέσα» του Μάλαμα.
    Τσαμπουκαλεμένος του κάνω νόημα να φύγουμε αμέσως. Καβαλάμε το σαράβαλο Bajaj και συνεχίζουμε «τέρμα γκάζι», προξενώντας αλγεινή φρενίτιδα πανικού σε πεζούς και οδηγούς …
    Μπαίνουμε στην πλατεία. Η επιγραφή Government of India, Μinistry of Tourism κλπ κλπ φαντάζει εν κραταιά φωτοστασία. Ο Μαχές με κατεβάζει έξω από τα γραφεία.
    Ένας νεαρός βγαίνει να με καλωσορίσει και με οδηγεί σ’ ένα διάδρομο. Τα σεπαρέ είναι γεμάτα με δυτικούς τουρίστες. Ένας απροσδιορίστου ηλικίας τουρμπανοφόρος γέροντας, που σίγουρα θα’ χε δει τις πρεμιέρες της Nargis και της Madhubala, με οδηγεί σ’ ένα άδειο γραφείο και μου λέει να περιμένω.
    Σε 2-3 λεπτά έρχεται ένας χαμογελαστός νεαρός και κάθεται στο γραφείο με πολλά σερμπέτια και κολακία au creme chantilly.
    Να μη σΕ κουράζω φίλτατε αναγνώστα, αλλά μέσα σε 5 λεπτά αντιλήφθηκα την κανιβαλίζουσα διάθεση του συνομιλητή μου, να ελαφρύνει την πιστωτική μου κάρτα κατά μερικές εκατοντάδες ευρώ, ακούγοντας πολυβοληδόν τα γυαλισμένα επιχειρήματα, ώστε να «κλείσω» εκείνη τη στιγμή, τα καταλύματα που μου πρότεινε για έναν ολόκληρο μήνα…
    Τα τελευταία 40 χρόνια, έχοντας μασήσει πολλά στρέμματα γκαζόν παραπλανητικής παπαρολογίας, είναι δύσκολο να καταπιώ τις γλυκές αυταπάτες που ταϊζουν παρόμοιοι κράχτες και μικροαπατεώνες, που ευδοκιμούν και φύονται σε τουριστικές πιάτσες …περισσότερο κι από τα κάσιους της Καρνατάκα.
    «Θα το σκεφτώ» του λέω και πάω να φύγω.
    «Μη χάσεις τις τιμές που σου δίνω!» επιμένει ανατροφοδοτώντας με ματαιόσπουδα και επαναφορτιζόμενα επιχειρήματα το fame story των πολυβιταμινούχων προσφορών.
    Σηκώνομαι να φύγω βλέποντας τον Ινδό, απογοητευμένο να πέφτει σε βαθιά περισυλλογή. Περνώντας έξω από τα άλλα γραφεία, παίρνει το μάτι μου κάτι ζευγάρια θεϊκά παραμυθιασμένων Αμερικανών, να δίνουν τις πιστωτικές τους κάρτες, χαμογελαστοί σε κατάσταση μακαρίου αγνοίας…
    Έξω από την είσοδο μια παρέα ενθουσιασμένων Ιαπώνων με φωτογραφικές μαγκούρες, στέλνουν τα ψηφιακά τους είδωλα αγκαζέ με του πορτιέρη, στο διαδικτυακό υπερπέραν.                                                                                                                       HPIM0751
    Παίρνω την Chelmsford road για να πάω στο ξενοδοχείο μου στο Paharganj. Έχει σκοτεινιάσει και ο δρόμος είναι άδειος. Περπατάω προβληματισμένος. Δεν είναι δυνατόν οι οικόσιτοι τεμπελχανάδες των Ινδικών κρατικών υπηρεσιών, να είναι τόσο πρόθυμοι στην εξυπηρέτηση, πλάθοντας κουλουράκια ταξιδιωτικών προσφορών …που για να τα χάψεις θα πρέπει να ‘χεις μυαλό αμνοεριφίου …μαγειρεμένου.
    Όμως η φωτεινή επιγραφή στο κεντρικότερο σημείο του Δελχί έγραφε: Υπουργείο Τουρισμού κλπ κλπ.
    Μπαίνω στο δωμάτιό μου. Ανοίγω τον Lonely Planet. Βρίσκω την διεύθυνση του Γραφείου Τουρισμού, ανοίγω και τον χάρτη…
    ΔΕΝ είναι αυτό που πήγα!!! Βρίσκεται στο δεύτερο τετράγωνο μετά την Connaught place. Είναι απάτη… Είναι δυνατόν?
    Την επομένη το πρωί φεύγω με τη μοτοσυκλέτα μου για το Punjab. Όμως έχω σκάσει να ξαναδώ το γραφείο που με πήγε ο Μαχές το προηγούμενο βράδυ. Είμαι απ’ έξω. Είναι κλειστό. Η φωτεινή επιγραφή? Εκτός από το «Tourist Information» τα «Goverment of India» και λοιπά νόστιμα και δελεαστικά, είναι σχηματισμένα από μικροσκοπικά led λαμπάκια που προφανώς ανάβουν μόλις οδηγείται εκεί το θύμα…
    Ένας κουρελής τουρμπανοφόρος με πλησιάζει, λέγοντάς μου ότι το αφεντικό είναι ξάδελφός του και με ρωτάει άμα θέλω να του πάρει τηλέφωνο τώρα για ν’ ανοίξει …το Υπουργείο. Δίπλα μου σταματάει ένα autorickshaw κι ο οδηγός μου προτείνει να με πάει δωρεάν στο πρακτορείο ενός φίλου του με τις καλύτερες τιμές στην Ινδία…
    Ανεπαισθήτως περνάει απ’ το μυαλό μου, πως σε παρόμοιο πρακτορείο έκλεισα δωμάτιο για ξενοδοχείο στο προηγούμενό μου ταξίδι στο Bangalore και βρήκα μια διώροφη βρωμερή παράγκα με την όψη της φωτογραφίας που είχα δει …σε σκηνικό από κόντρα πλακέ!
    Πατάω τη μίζα, βάζω ταχύτητα και μπερδεύομαι ανάμεσα σε εκατοντάδες μοτοσυκλέτες κι αυτοκίνητα που κορνάρουν δαιμονισμένα, φέρνοντας στο μυαλό μου το επίσημο τουριστικό σλόγκαν …»Incredible India»!

HPIM0855 (1)
ΥΓ1. Η ιστορίες είναι αληθινές και χωρίς σιλικόνη. Για τους άπιστους https://www.tripadvisor.co.nz/ShowTopic-g304551-i3482-k4981259-SCAM_Tourist_Information_Reservation_Centre_Connaught_Pl-New_Delhi_National_Capital_Territo.html

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Σχετικά με το -θρυλικό πλέον- ημιτελές βιβλίο μου «Λόρενς της Αλητείας», ή ¨Από τον Χολομώντα στο ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ!¨

Posted by vnottas στο 17 Οκτώβριος, 2018

(Του γνωστού σας πλέον μοτο-ταξιδευτή, αρχιτέκτονα και αφηγητή Βασίλη Μεταλλινού).

«Όνειρα φθινοπωρινής νυκτός»:  Όλο το δραματικό παρασκήνιο, αποκλειστικά για τους θαμώνας του παρόντος Ιστολογοφόρου. Συνεχής ενημέρωση.

29684215_1643194089050122_8989309764702435783_n
H πρόταση έπεσε ως κεραυνός εν …Ερυθραία και …το τηλέφωνο μού ‘πεσε απ’ τα χέρια, είπα «δεν γίνεται δεν είναι δυνατόν» (παραφράζοντας «το προσκλητήριο» του Μάκη Χριστοδουλόπουλου…)

Κόντρα στο κατεστημένο των σύγχρονων ντελιβεράδων ταξιδιωτικής ιδεολογίας και το μοτοταξιδιωτικό body building με τα παραφουσκωμένα με φαρινάπ κατορθώματα, η αναγνώριση ήρθε απ’ το εξωτερικό.
Νιώσε συμπόνια για τον χαζοενθουσιασμό μου, φίλτατε αναγνώστα, αλλά ακόμα δεν μπορώ να το κάνω upload στον εγκέφαλο μου…
Ο Δρ Χάρτγουιγκ Φίσερ, διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, σε τηλεφωνική συνομιλία που μύριζε τέιον και pluralis majestatis, με τούμπαρε μετά από σκληρό διαπραγματευτικό κικ μποξ…
Εντελώς μεταξύ μας, ποντάροντας στην απόλυτη εχεμύθειά σου, παραθέτω μερικά αποσπάσματα απ’ τον τηλεφωνικό διάλογο:
«Μίστερ Βασίλης, διακρίνω έναν λογοτεχνικό ασκητισμό, εν είδει θιβετιανού γκουρού! Γίνεστε εντελώς αόρατος στο κοινό… Θεωρείτε ότι είναι δίκαιο για τους αναγνώστες σας?» με ρώτησε με ρωγμώδη λυγμό ανθρώπινου ράκους, μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μίστερ Χάρτγουιγκ, δεν είναι στον πνευματότυπό μου να περιφέρω το ημιτελές βιβλίο μου από μπαράκι σε μπαράκι σαν freak show, εκθέτοντας τις παρα-λογοτεχνικές δυσπλασίες μου για ν’ ασημώνει το κοινό» απάντησα αδιάφορα, διαβάζοντας παράλληλα και το φλυτζάνι.
«Κι αυτός ο ρεαλιστικός λυρισμός αυτού του λοξού ταξιδιωτικού βλέμματος, μίστερ Βασίλης…; Αυτό το ημιτελές λογοτεχνικό έδεσμα…; Θα παραμείνετε ένας άσπλαχνος δεσμοφύλακας των ταξιδιωτικών σας κειμένων;» μΕ ρώτησε με στόμφο σαν ν’ απήγγειλε Σαίξπηρ.
«Μίιιιιιιστερ Χάααααααααρτγουιγκ….» τον έκοψα με ελεγχόμενη θεατρικότητα σαν σολίστ του λυρικού θεάτρου.
«Εν ονόματι της τέχνης και του πολιτισμού! Αυτό το ταλέντο θα μείνει στο σκοτάδι, μίστερ Βασίλης?» με κεραυνοβόλησε υψώνοντας φωνή απελπισίας …ανθρώπου που είναι έτοιμος να πέσει απ΄ την Tower Bridge του Λονδίνου.
.

«Γκουχ, γκουχ …υπερβάλλετε, εγώ δεν πιστεύω ότι έχω κάποιο ταλέντο, κόντρα στις ψευδαισθήσεις κάποιων ψώνιων που πιστεύουν ότι έχουν… Αλλωστε το ‘χω ξαναπεί ότι δεν …εκδίδομαι!», απάντησα με απάθεια Αφγανού οπιοφάγου, έχοντας επιλέξει σχολαστικά τις λέξεις μία μία …με χειρουργική πένσα.

«Με μπερδεύετε μίστερ Βασίλης!» μου πέταξε με προσποιητή άνεση κι αδιαφορία σαν να ξεφύλλιζε συγχρόνως τις σελίδες της βρετανικής Vogue.
«Δεν θέλω να το δραματοποιήσω, αλλά τα πράγματα είναι τραγικώς απλά μίστερ Χάρτγουιγκ. Στη ζωή όλα ξεκινάνε μ’ ευαισθησία, ονειροπόληση και συναισθηματισμό αλλά στο τέλος καταλήγουν στους γαλβανιζέ πάγκους στις λαϊκές να πωλούνται με την οκά… Αφήστε με να παραμείνω ρομαντικός!» απάντησα με την έπαρση του Μάικ Τάισον, έχοντας καταφέρει αριστερό ντιρέκτ στο σαγόνι του μοτο-ταξιδιωτικού λιανεμπορίου, της άξεστης ματαιοδοξίας και της κάλπικης μετριοφροσύνης.
«Με παρεξηγήσατε μίστερ Βασίλης, απλά …οι αιρετικές σας απόψεις περί ταξιδιωτικού μοτοσυκλετισμού, είναι το λυχνάρι που φωτίζει το καταθλιπτικό σκότος της γνήσιας περιπέτειας και…», πήγε να με τριπλάρει με γαλιφιά Εβραίου τοκογλύφου…
«Άσε τα π@ύστικα μίστερ Χάρτγουιγκ και στρώσε χαλίκι…», τον έκοψα με δυνατό τάκλιν.
«Θα είμαι ευθύς μίστερ Βασίλης. Θέλουμε διακαώς τα χειρόγραφα του ημιτελούς βιβλίου σας στο Βρετανικό Mουσείο, δίπλα στα περίφημα τετράστιχα του Ομάρ Καγιάμ, τα ρουμπαγιάτ …ή αν θέλετε ακόμα και δίπλα στα χειρόγραφα «Gitanjali» του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ…» έπεσε η πρόταση σαν νταμπλάς από βρασμένη οξιά!
«Παρόλο που είμαι ιδεολογικώς εναντίον των τιμών και βραβεύσεων, αν είναι δίπλα στους χειρόγραφους στίχους του «Strawberry Fields Forever» του Λένον …τότε ίσως …ίσως καμφθούν όλες οι κυνικές μου αντιστάσεις… Γκουχ, γκουχ …τέλος πάντων …θα σφίξω τα δόντια να κάνω την παραχώρηση, μίστερ Χάρτγουιγκ!», απάντησα πέφτοντας σε βαθιά περισυλλογή …ενώ ανέκοπτα ένα κρυμνιζόμενο δάκρυ με την ανάστροφη της παλάμης μου.
«Done! Θα σας περιμένω αύριο στο Βρετανικό μουσείο για την επίσημη τελετή παραλαβής του ημιτελούς βιβλίου σας, παρουσία του αποσυρθέντος των βασιλικών καθηκόντων, πρίγκιπα Φίλιππου, φανατικού αναγνώστη των ταξιδιωτικών κειμένων σας στο Ιστολογοφόρο, που τον βοηθούν στην καταπολέμηση της αϋπνίας. Θα σας ενημερώσει η γραμματέας μου… Γκουντ μόρνινγκ μίστερ Βασίλης!», με χαιρέτησε με τόνο full serbet, ενώ έκανα τη σκέψη ότι ο άνθρωπος είχε τάσεις επαγγελματικού αυτοχειριασμού.
«Γκ… γκουντ μόρνινγκ μίστερ Χάρτγουιγκ» ψέλλισα κλείνοντας το τηλέφωνο, φανταζόμενος ήδη νεαρές επισκέπτριες του Βρετανικού Μουσείου να κατασκηνώνουν έξω απ’ το country house στο Χολομώντα, εκλιπαρώντας για ένα αυτόγραφο…. Ίσως …ίσως και μια σεμνή τελετή στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, για την παραλαβή του παράσημου του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από τον πρίγκηπα Ουίλιαμ, μετά τον Ringo Starr… Ποτέ δεν ξέρεις…

29572464_1643194402383424_7926123570270959011_n

***

ΥΓ1. Άμα καταφέρω να σπρώξω και κάτι στραβοκουνημένες φωτό …σε κανα Μουσείο Αφηρημένης Τέχνης, θα μπορώ πλέον ν΄αποσυρθώ ν’ αρμέγω γιακ στη στέπα της Μογγολίας…
ΥΓ2. ……καλάααααααα ας είναι και κατσίκες στα highlands του Χολομώντος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο καταρράχτης των στιγμών, το εγχείρημα του αδαούς μυρμηγκιού και η ηλικιωμένη κοκκινοσκουφίτσα

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2018

Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα του Ηλία Κουτσούκου

αρχείο λήψης (3)

Η ΣΤΙΓΜΗ

Σφίγγω μέσα στην χούφτα μου αυτήν τη στιγμή

δεν θέλω πάλι να περάσει

δεν θέλω να χαθεί σαν την προηγούμενη.

Όμως καθώς ανοίγω αργά αργά τα δάχτυλά μου

για να διαπιστώσω την επιτυχία μου

βλέπω μ’ απογοήτευση

ότι μέσα τους βρίσκεται η επόμενη στιγμή.

Ρέει ασυγκράτητος ο χρόνος

είμαι ανίκανος να τον αναχαιτίσω

καταρράκτης στιγμών η ζωή μας

που χύνεται μονίμως στο Δέλτα του χθες.

*

images (30)

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ

Επί του νυφικού την ώρα του γάμου

ένα αδαές μυρμήγκι

περιφέρεται φορτωμένο ένα σπυρί ρύζι

ψάχνοντας τον δρόμο του.

Επιθυμία του είναι να εναποθέσει το φορτίο του

σε μια εύφορη περιοχή

ελπίζοντας στην καρποφορία.

Πάντως σε λίγο χάθηκε

μέσα στον κόρφο της νύφης.

Λίγο αργότερα αθέατο φύτεψε τον σπόρο

μέσα στην σφιχτή μήτρα της.

.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε

το φιλόδοξο εγχείρημά του.

Σ’ όλους όμως έμεινε η εικόνα του

να διασχίζει αθώο τη λευκότητα

χωρίς τη γνώση απαγορεύσεων

μ’ ένα σπυρί ρύζι στις δαγκάνες του.

*

LINEAmag-1980-114-sliva

Η  Κοκκινοσκουφίτσα   (του Ηλία Κουτσούκου)

 Όσην ώρα η κυρά-Νούλα απ την Γεωργία

καθαρίζει μ’  επιμέλεια το μικρό  καθιστικό

ακούγοντας δυνατά ποντιακά τραγούδια

αυτή τρέχει στη ντουλάπα

και ψάχνει τα ρούχα της εγγονής της.

Βρίσκει και φορά ένα στενό

κόκκινο δερμάτινο μπουφάν πάνω

απ το τριμμένο μαύρο φόρεμά της

φοράει τα κόκκινα τακούνια της μικρής

βουτάει ένα άδειο διακοσμητικό καλάθι

και βγαίνει αθόρυβα απ τη πόρτα

στο δάσος της πόλης έξω.

Σα να βλέπει πίσω απ το σταματημένο αστικό

να παραφυλάει ο αξιωματικός

που της έκαναν προξενιό το ’40

-δεν τον ήθελε γιατί ήταν μελαχρινός πολύ

σαν μαύρος λύκος ήταν-

Aλλάζει λοξά το δρόμο της που φαίνεται

μονοπάτι σε δέντρα ανάμεσα

 και σκέφτεται πως πρέπει να πάει

στη γιαγιά της, να της δώσει τι άραγε

δεν θυμάται, ωστόσο έχει ένα πείσμα

κρατώντας με δύναμη το άδειο καλαθάκι της

και βαδίζει σταθερά προς ένα πουθενά  προορισμό

περνώντας από όμορφες μπουτίκ, κομψά ανθοπωλεία

μαγαζιά ντελικατέσεν που μοιάζουν

με παραμύθι στο γεμάτο άνοια μυαλουδάκι της

επειδή πάντα πίστευε πως η Κοκκινοσκουφίτσα

ήταν ένα καλό κοριτσάκι όπως ακριβώς

αυτή τώρα στα 87 της

σταθερή στην απόφαση

πως κανένα κακό δεν έχει το δάσος

γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής

με πλάσματα θεού είναι γεμάτο….

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ταξιδιωτικές ιστορίες πλούσιες σε αντιοξειδωτικά (ή Θέλω να μΕ κάνετε «like»…)

Posted by vnottas στο 13 Οκτώβριος, 2018

Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός

HPIM1668

Vietnam 2015. 

Σηκώνομαι από τον πορσελάνινο θρόνο μου και τραβάω το καζανάκι. Αφήνω πάνω στον νιπτήρα την ιλουστρασιόν κολεξιόν μοτοσυκλετικής ενδυμασίας «Φθινόπωρο’15-Χειμώνας ’16» γνωστής ουρανοπαρμένης εταιρίας και πατάω το τηλεκοντρόλ ν’ ανάψει ο κινητήρας της μοτοσυκλέτας μου στο γκαράζ.
Ανάβω την κάμερα πάνω στο κράνος, στερεώνω την φωτογραφική μαγκούρα στο τιμόνι και προγραμματίζω το drone να ακολουθεί τις συντεταγμένες του GPS, τραβώντας χολιγουντιανά πλάνα απ’ τον ουρανό…
Γκαζώνω τέρμα. Η πολυβιταμινούχος μηχανή περιπέτειας ξεχύνεται στον χωμάτινο δρόμο. Περνάω όλες τις πλημμυρισμένες λακκούβες από πάνω και χαιρετάω εγκαρδίως τους ιθαγενείς αγροτοποιμένας. Φωτογραφίζομαι με μεταφορείς γκαρμπολάχανου.
Σταματώ παρακάτω. Διαλέγω φωτογραφίες και δικτυωμένος μέσα στο φετιχισμό του συνεχούς sharing, τις επισυνάπτω από το δορυφορικό μου i-phone, στο ιντερνετικό υπερπέραν, ελπίζοντας να έχουν μια προνομιακή θέση στο ταξιδιωτικό εικονοστάσι των μοτοσυκλετιστών περιπέτειας.
Θέλω να δείτε πως οδηγώ, πως περνάω καλά, πως τρώω, πως διασκεδάζω. Θέλω να ξέρετε ότι κάνω κάτι ηρωικό, κάτι μοναδικό!
Donate! Donate και θα σας ενημερώνω για κάθε λεπτό της ζωής μου! Θέλω να σας αρέσω… Θέλω να μΕ κάνετε «like»…
Μπαίνω στην πλατεία μιας μικρής κωμόπολης, μαρσάροντας και πυροδοτώντας το έγκαυλον exhaust system, να προκαλεί οργασμικούς σπασμούς στις τζαμαρίες. Ο κόσμος είναι συγκεντρωμένος… Αλλόφρων με χειροκροτεί. Κατεβαίνω από τη μοτοσυκλέτα. Δύο τηλεοπτικές κάμερες με προβολείς είναι στημένες μπροστά σε μια τιμητική εξέδρα.
Ο Δήμαρχος με μούρη μυρμηγκοφάγου κι ένα ημίψηλο μαύρο καπέλο, φορώντας φράκο πλησιάζει το μικρόφωνο και απευθυνόμενος στο αλαλάζον πλήθος ανακοινώνει… «Ας εγείρομεν και τούτον τον αδριάντα προς τιμήν του μεγάλου ταξιδευτή που άφησε τη σκόνη των τροχών του στην ταπεινήν κωμόπολιν μας…»
Η Δημοτική μπάντα παιανίζει ηρωικά εμβατήρια και η χορωδία της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κυριών, την συνοδεύει σε μια ακατάλυπτη διάλεκτο, ενώ ένα ζευγάρι νταλικιέρηδων από την Αλαμπάμα, που περνά τον μήνα του μέλιτος στην περιοχή, χορεύει τάνγκο…
Ο Δήμαρχος συγκινημένος μου προσφέρει τις χρυσές χειροπέδες του Δημοτικού Οίκου Ανοχής της πόλης κι ανταποδίδω μ’ ένα λάβαρο του ΠΑΟΚ…
Κάποιοι δημοτικοί υπάλληλοι, σημαδεύοντας με τα περίστροφά τους το πλήθος, πουλάνε τυχερούς λαχνούς για την κλήρωση ενός αντιγράφου του …ημιτελούς βιβλίου μου. Τρέχοντας να προλάβουν μερικοί ποδοπατούνται.
Μία εξηνταρίζουσα ζωντοχήρα, με μια ακαθόριστη ομοιότητα με τροπικό πτηνό, με προσκαλεί να …παρουσιάσω το ταξιδιωτικό μου το βράδυ σε μπαρ για μοναχικές … ενώ ένα τσούρμο εξαϋλωμένων ταλιμπάν της μόστρας, κρατώντας τηλεσκοπικές μαγκούρες, με περικυκλώνει για σέλφις.
Αστροπελέκια αυλακώνουν τον γκρί ουρανό κι αρχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς….
Χαμογελάω μουσκεμένος, με απαράμιλλο στιλ καταραμένου ταξιδευτή, φωνάζοντας….
«Θέλω να αρέσω, σας δείχνω τα κατορθώματά μου, θέλω να πουληθώ, θέλω να μ’ αγοράσετε, θέλω σπόνσορες, θέλω ν’ αρέσω σε πιό πολλούς, θέλωωωωωω περισσότεραααααα likes!!!!»,
……………………………………………………………………….
Ξυπνάω ιδρωμένος από τον εφιάλτη, ψελλίζοντας βραχνά «θέλω likes» και νοιώθοντας την βρεγμένη πετσέτα που κρατάει στο μέτωπό μου η Τουρκάλα αεροσυνοδός, μ’ ένα ερωτηματικό ύφος…
«Mister, are you all right? You must leave the aircraft… We arrived in Vietnam…»

………………………………………………….

Σαϊγκόν, πρωί 6.30′. Βγαίνω απ’ το guest house, στο στενό λασπωμένο δρόμο. Αποφεύγοντας κάτι τάφρους σαν πλημμυρισμένα χαρακώματα των Βιετκόγκ, φτάνω στην πολύβουη Do Quang Dao. Η υγρή ζέστη κάνει τα ρούχα να κολλάνε… Με UHU.
Στη γωνία μια σταφιδιασμένη γριά με κωνικό καπέλο και πουράκι στο στόμα, σοτάρει σ’ ένα τεράστιο τηγάνι, ρύζι με ανοιγμένα κοχύλια. Γεμίζει ένα πιάτο και μου το προτείνει φωνάζοντάς μου «ουάν ντόλαρ, ουάν ντόλαρ»…
Από μια στενή πόρτα βγαίνει μια μικροσκοπική Βιετναμέζα και μου δίνει ένα φέιγ βολάν-τιμοκατάλογο με υπηρεσίες full body massage. Από το διπλανό μπαρ μια τσατσά απροσδιορίστου ηλικίας με χείλια σα να ΄βαλε από την ελαττωματική σιλικόνη, με μια ρέμπελη πρόστυχη ματιά, μαζί με το φέιγ βολάν των αμαρτωλών λύτρων της ηδονής, μΕ πετάει και το παρασύνθημα… Της υπόσχομαι ότι θα την επισκεφτώ αργότερα, ψευδόμενος με πειθώ …που θα ζήλευε υπουργικό συμβούλιο ακτιβιστών της πολιτικής, σε χώρα του Μεσογειακού Αρχιπελάγους.
Μπαίνω σε μια αυλή που ‘χω παρκαρισμένο το σκούτερ μου και βολεύω το σακίδιο ανάμεσα στα πόδια μου με τους ιμάντες περασμένους στο τιμόνι. Βάζω μπροστά.
Ένας τυπάκος με ξανθές ανταύγειες και ενδυματολογικές επιλογές προσιδιάζουσες μάλλον σε Απόκρεω, μου κάνει νόημα να τον πληρώσω. Του δίνω 10.000 dong (περίπου 40 cents) και βγαίνω στο δρόμο.
Τρεις αμερικανοί βγαίνουν απ’ το απέναντι μπαρ, λιώμα στο μεθύσι, με τα νούμερα αλκοόλ ανά λίτρο αίματος να συναγωνίζονται τις τιμές του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης… Απ’ το μπαρ ακούγεται στη διαπασών το «no woman no cry» του Μάρλεϋ, ενώ στο βάθος σε μια σκοτεινή γωνία με σικλαμέ φωτισμό, κάτι πιτσιρίκες με χαιρετούν χαμογελαστές τρώγοντας ηλιόσπορους και τσιρίζοντας «come here foxy!»
Χαμογελάω γκαζώνοντας το Yamaha-κι και μπαίνω στην Pham Ngu Lao. Απ’ το πάρκο ακούγεται το «Feliz Navidad» σε βερσιόν ντίσκο με καμιά 20αριά γιαγιάδες με φόρμες να κάνουν αερόμπικ…
Γκαζώνω ανάμεσα σε εκατοντάδες παπάκια, ακολουθώντας με προσήλωση Ιησουίτη τους ρυθμούς και τους κώδικες οδήγησης των ντόπιων, που κάνουν κομπόστα τον τσαμπουκά του κάθε πεοφορούντα ταξιτζή των παραβαρδάριων περιοχών…
Ένα ταξίδι 3800 χιλιομέτρων αρχίζει… Απ’ τη Σαϊγκόν και τα υψίπεδα του δυτικού Βιετνάμ στο Ανόι. Κι απ’ το Ανόι κατεβαίνοντας τσαϊράδα την ακτογραμμή της νότιας Κινεζικής θάλασσας, πίσω στη Σαϊγκόν.
Σε δρόμους άγνωστους στους ταξιδιωτικούς τσελεμεντέδες…
Για τους αποσυνάγωγους του μοτοσυκλετισμού, που έχουν σκουπίσει τον κώλο τους στους adventure χάρτες των glamorous τοπωνυμίων των αλιέων φήμης και αλοξοκωλιάς των «like»…
Ένα αναρχικό ταξίδι με μηχανάκι-αιμορροΐδα στον κώλο του μοτοσυκλετισμού!
Σ’ αυτό το σημείο, ο ιδρυτής του παρόντος πόστ, ανοίγει μία σπιτική φιάλη Ραψάνη καθώς και το αμπάρι των αναμνήσεών του, δια μερικάς φωτό.
Ιντζόι….

HPIM1238

HPIM1320

HPIM1482

HPIM1658

HPIM1641α

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Λίγες μέρες στην Πολωνία…

Posted by vnottas στο 11 Οκτώβριος, 2018

Αυτές τις τελευταίες μέρες έλειπα. Μαζί με φίλους, σύντομο ταξίδι στην Πολωνία. Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη εκεί και οι εντυπώσεις ολότελα ενστικτώδεις και υποκειμενικές (ένας νότιος σε μια ακόμη χώρα του βορρά). Ο τόπος μου φάνηκε ευρύχωρος, οι άνθρωποι πράοι και ευγενικοί, η πρωτεύουσα Βαρσοβία ηθελημένα και επίμονα αναγεννημένη να προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τα (δυσερμήνευτα) κενά της. Ανακάτεμα ξαναφτιαγμένου παλιού και καινούργιου, που κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ¨μεταμοντέρνο¨. Άφθονο πράσινο και γευστική κουζίνα.

Με το που επέστρεψα, ο Νίκος, που είχε κάνει το ίδιο ταξίδι παλιότερα, μου έστειλε το παρακάτω ποίημα:

IMG_2172α

Νίκος Μοσχοβάκος

 

ΤΗΣ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

 

Στης Βαρσοβίας το παράθυρο

έμπαινε ο ήλιος

κι ανέμιζε η κουρτίνα της μνήμης

ξεδιπλώνοντας ξεθωριασμένες εικόνες.

Ανάμεσα σε απαλή μουσική του Σοπέν

η χήρα πια Μαντάμ Μαρί Κιουρί

χόρευε συνεπαρμένη βαλς

με τον νεαρό εραστή της

παραδομένη στου έρωτα την παλιά εφεύρεση

χωρίς την υποψία θανάτου

μακριά απ’ τις ιδιότητες των μετάλλων.

Στης Βαρσοβίας το παράθυρο

έμπαινε ο ήλιος και φώτιζε

διαλεγμένες στιγμές

που επέστρεφαν από το άλλοτε

με την αυθαίρετη λογοκρισία του μυαλού.

IMG_2197

*

(έπονται μότο-ταξιδιωτικές ιστορίες του Βασίλη Μεταλλινού -που έφτασαν εν τω μεταξύ)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

CUBA – ιστορίες χωρίς γλουτένη κι άλλα νόστιμα και αιθέρια

Posted by vnottas στο 30 Σεπτεμβρίου, 2018

20180718_114926

Ένα ακόμη ταξιδιωτικό κείμενο από τον Βασίλη Μεταλλινό.
.
Δύο μήνες μετά την …πρωτόγονη κι «άβγαλτη» Μαδαγασκάρη, τα πράγματα στην Κούβα ήταν διαφορετικά.
Ο μελαψός Κουβανός με το ανοιχτόχρωμο stetson panama, έσβησε τον κινητήρα της Chevrolet Belair του ’57, μ’ έναν ιδιαίτερο ήχο που θύμιζε ξερόβηχα και ακροαστικά, μπροστά στον αριθμό 104 της San Juan de Dios στην παλιά Αβάνα. Από την σκονισμένη σκάλα κατέβηκε άνετη όπως η Τina Turner στη συναυλία του San Bernardino, μια τύπισσα ντυμένη στα άσπρα με τουρμπάν, για να μας υποδεχτεί. Ο ταξιτζής αφού της «πέρασε» στο χέρι, με ταχύτητα φωτονίου, ένα χαρτονόμισμα των 5 pesos για το αγώγι απ’ το αεροδρόμιο, εξαφανίστηκε με …ιλιγγιώδη ταχύτητα αφού απέφυγε στο χιλιοστό έναν μεθυσμένο κουβανό μεσήλικα που τρίκλιζε, σα να ‘παιζε τον μεθυσμένο σε ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα.
Το σενάριο γνωστό από την Ινδία, την Αίγυπτο και τινών ακόμη χωρών με ιδιοκτήτες guest house, που κάνουν τους απαγωγείς της Μπόκο Χαράμ να φαντάζουν γατούλες του καναπέ… Η ασπροφορεμένη santeros, πατρόνα της casa particular, παίρνοντας ξαφνικά ένα σοβαρό ύφος … σα να επρόκειτο να μου διαβάσει το σημείωμα κάποιου απαγωγέα που ζητούσε λύτρα για την 92 χρονη μάνα μου, μας εξήγησε ότι το δωμάτιο που είχαμε προπληρώσει, είχε βλάβη στα υδραυλικά και τον κλιματισμό, κι ότι θα μέναμε 6 οικοδομικά τετράγωνα πιο μακριά στο σπίτι του Μιγκέλ -ενός ξαδέλφου της- ο οποίος κι έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη στιγμή μαζί μ’ έναν φίλο του.
Μετά από 14 ώρες ταξίδι και βλέποντας τη σύντροφό μου έτοιμη να καταλήξει με έμφραγμα του μυοκαρδίου που μπροστά του οι πρόσφατες εκρήξεις του ηφαιστείου Φουέγκο θα μοιάζαν με λόξυγγα, πήρα την απόφαση ν΄ακολουθήσω τον »ξάδελφο». Το μέλλον της πρώτης διανυκτέρευσης στην Κούβα ήδη διαγραφόταν θολό σαν μπουγαδόνερο…
.20180710_081257

Μετά το 3ο οικοδομικό τετράγωνο περπατώντας νότια, το σκηνικό ήταν βγαλμένο από τις σελίδες της «βρώμικης τριλογίας της Αβάνας» του Γκουτιέρες. Κάπου στο τέρμα της Aguacate, ανεβήκαμε 3 ορόφους από ένα στενό κλιμακοστάσιο που θύμιζε πυργίσκο υποβρυχίου του 2ου Παγκοσμίου, για να καταλήξουμε σ΄ ένα μικρό τυφλό δωμάτιο, χωρίς κουφώματα κι αερισμό. Αναγνωρίζοντας ότι και η σύντροφός μου στάθηκε αρκετά γενναία για να μην εγκαταλείψει ουρλιάζοντας το δωμάτιο, αποφασίσαμε να συμβιβαστούμε φέρνοντας και πάλι στο νου έναν προβληματισμό από μια αράδα της Βρώμικης Τριλογίας: «Για να ζήσεις με εσωτερική γαλήνη πρέπει να είσαι ηλίθιος. Ή όχι?» Άλλωστε η πλοκή του βιβλίου σου δείχνει πως πρέπει να ζεις σ’ αυτή την πλέον μυθική χώρα. Ο ήρωας έχει μάθει να μην έχει την παραμικρή απαίτηση από αυτή τη ζωή… Να περιμένει το σούρουπο για να κοιτάξει τις δυο όψεις της πόλης (παλαιά – σύγχρονη), να αναπνεύσει την αρμύρα των παλιών σπιτιών, να κατεβάσει ρούμι όπως άλλοι πίνουμε νερό και να σκεφτεί με διαύγεια, πετώντας μακριά από τον εαυτό του, παρατηρώντας τον από μακριά.
Η φωνή του Μιγκέλ διέκοψε τους συνειρμούς μου στις ιστορίες του Γκουτιέρες, ζητώντας μου τα διαβατήρια, ενώ η σύζυγός του, μια μελαμψή Κουβανέζα με γαμψή μύτη αρπακτικού, που δεν διορθώνονταν ούτε με ψυχρή σύντηξη, με ρωτούσε άμα θα παίρναμε πρωινό την επόμενη μέρα, με το επιπλέον ευτελές (για τους Κουβανούς?) ποσό των 10 δολαρίων. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι η «ξαδέλφη» του συζύγου της είχε συμφωνήσει στην τιμή του δωματίου και το πρωινό αλλά τυφλωμένη στο κυνήγι του δεκαδόλαρου, αδυνατούσε να επεξεργαστεί οποιαδήποτε πληροφορία υπερέβαινε σε πολυπλοκότητα ένα διαφημιστικό καθαριστικού πιάτων…
«Πέστε και στη σύζυγο να έρθει να υπογράψει» συμπλήρωσε ο Μιγκέλ, ενώ του εξηγούσα ότι δεν είμαι παντρεμένος αλλά και ούτε θα το ξανασκεφτόμουνα …τουλάχιστον μέχρι να σημειωθεί κάποιο τεράστιο τεχνολογικό άλμα στη ρομποτική…
.20180705_182350

20 λεπτά αργότερα…
Παλιά Αβάνα. Υπέροχα κτίρια, γεμάτα μπαρ-ρεστοράν με λάτιν μπάντες και μαγαζιά να πουλούν φιγούρες του Τσε κι επανάσταση με το τσουβάλι… Ετερόκλητο τουριστικό σερσελέμι, με γκλάμορους παρέες σε ροζ convertibles των ’50ς να αυτοφωτογραφίζονται (πιθανολογώ) αναφωνώντας «είμαστε ένα έργο τέχνης!», γκρουπ Κινέζων να μαθαίνουν ομαδικά ρούμπες, τσα-τσά και σάλσα καθώς και back packers σε mood τρυφερότητας κι αιθέριας επαναστατικότητας, σε badget απέριττα μαγαζιά πάντα συνοδεία κάποιου λάτιν τρίο ή κουαρτέτου… Διακριτικές jineteras και jineteros σε εγρήγορση, παραιτημένοι ένοικοι στα σκαλοπάτια των χαμόσπιτων, ηλικιωμένοι που φοράνε τα καλά τους ρούχα …αναπολητές περασμένων μεγαλείων.
Γραφικοί δρόμοι, επαναστατικά γκράφιτι, εμπνευσμένα συνθήματα να χαρακώνουν το μυαλό. Όμως η λέξη «εκλογές» να φαντάζει πιό σπανιοφανής κι απ’ τον ροζ ιπποπόταμο της Κένυα!
Η βραδιά πέρασε αποτίοντας φόρο τιμής στην τοπική παραγωγή rum Santero υπό μορφή mojitos κατά ριπάς…
Το σταματώ εδώ γιατί με την Αβάνα ανοίγεται ένας ωκεανός γραφής…
.20180713_093957

3 μέρες αργότερα…
Κόντρα στα αυτοδοξαστικά μοτοσυκλετικά κλισέ που εκτοξεύονται σαν θρησκευτικά μηνύματα από μεντρεσέ του Κανταχάρ …περί της μοναδικής απόλαυσης που προσφέρει η μοτοσυκλέτα στα ταξίδια, οδηγώντας μια Ford sedan του ’53 και μια Chevrolet Impala του ’58, γυρίσαμε τη μισή Κούβα, σ’ ένα υπέροχο ταξίδι, με μοναδικά μέρη και μοναδικούς αυθεντικούς ανθρώπους…
Off the beaten track!
Πιστός πάντα στην τέχνη της ατέλειας και του διαρκούς σφάλματος …

Cheersssss!

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Το σώμα γνωρίζει την απόλυτη αλήθεια…

Posted by vnottas στο 29 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 images (13)

Το σώμα

 

Προσέχοντας το σώμα, λες

χρήσιμο είναι

Το κεφάλι κοιτάζει δεξιά-αριστερά

και λίγο πίσω

τα χέρια πιάνουν ό, τι αναγκαίο

ή μετέχουν σε κανονικές διαμάχες

λαγνείας ή εμφύλιες γενικώς

Κάνουν ζημιές στην αρχή

και μετά ακόμα περισσότερο -αχ τα χέρια-

 .

Η μέση στρίβει μ’ ευκολία

-ιδιαίτερα όμορφη στα κοριτσάκια-

Τα πόδια σε πάνε όπου θες

 Όταν κάθεσαι παίζουν μεταξύ τους

ή σταυρώνονται χωρίς θρησκευτική αιτία

γιατί ξέρουν τι κουβαλούν ως υποζύγια

 .

Γενικώς το σώμα  -αφού κατεβήκαμε απ τα δέντρα-

είναι καλό

 .

Το σώμα γυμναστήριο, το σώμα  λαπάς

 αντικείμενο εκμετάλλευσης του εγκέφαλου

κι όταν εκπίπτει, εκπίπτει.

Εκπίπτει το σώμα

το πειράζει ο καιρός, οι θύελλες θλίψης

οι βροχές-στεναγμοί, το εσώτερο ψύχος

τα κοινόχρηστα της καρδιάς

και κυρίως το σώμα γνωρίζει

την απόλυτη αλήθεια

πως θα εισέλθει τελικά εντελώς νεκρό

στην  επουράνια βασιλεία του Τίποτα

 .

Τελικώς προσέχουμε το σώμα

με φάρμακα, με κρέμες, με υγρά

με πρωτεΐνες, με χάπια, με γυμναστικές

γιατί όλη η ουσία φαίνεται πως βρίσκεται

στο τίποτά του…

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης στην Ινδία

Posted by vnottas στο 25 Σεπτεμβρίου, 2018

(Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός)

Ένα ακόμη (ή μάλλον δύο σε ένα) επεισόδιο από το έπος: ¨Βασίλης (Μεταλλινός) σε μοναχικές ταξιδιωτικές μοτοσικλετιστικές περιπέτειες¨. Ινδία 2017.

20171117_171940

Tamil Nadu, (PART 1)

(Ταξιδιωτικές ιστορίες ολικής αλέσεως. Περιέχουν ρατσιστικά, εθνικιστικά και σεξιστικά σχόλια-δεν περιέχουν γλουτένη).

Τελευταίο βράδυ στην Ινδία. Πριν 4 μέρες πούλησα την Enfield στο Coimbatore και κατέβηκα στην τουριστική Varkala για φρέσκο ξιφία, yoga, ayurvedic massage και αναζήτηση- καταγραφή των συντεταγμένων της δικής μου σκηνικής παρουσίας, σε μια ταξιδιωτική opera buffa κινουμένων τοπίων με εναλλασσόμενους συνειρμούς.
Παράφορα πλήττων κι αραχτός σ΄ένα μπαράκι πάνω στον γκρεμό, βυζαίνοντας μια καμουφλαρισμένη Kingfisher τυλιγμένη σε χαρτί εφημερίδας, παρακολουθώ μια παράφωνη μπάντα Ινδών που παίζει κομμάτια των Beatles, ενώ ο δυνατός ήχος από τα τεράστια κύματα του Ινδικού ωκεανού δεν καταφέρνει να καλύψει τα φάλτσα…
Στο διπλανό τραπέζι ένας 25άρης Γάλλος με πόζα καταραμένου β’ διαλογής, διηγείται στην παρέα του πως γνώρισε την κοπέλα του, τονίζοντας κάθε τόσο ότι την ερωτεύθηκε για το μυαλό της. «Όταν βέβαια το μυαλό βρίσκεται μέσα σ’ ένα κουκλίστικο κεφάλι, πάνω σε μεγάλα βυζιά και στητά οπίσθια» σκέφτηκα παρατηρώντας την ανατομική βόμβα, υπό ακρατή σιελόρροια…
Παραδίπλα κάτι χοντροκώλες Αμερικάνες, συμπαθείς καρικατούρες συσσώρευσης «like», με συνεχή «selfies» και γελάκια φλερτάρουν τον Ινδό τραγουδιστή, σεκοντάροντας τσιροκοπώντας στο «Love me do» ενώ απ’ το απέναντι τραπέζι ένας Γερμανός με κομοδινί μαλλί χαριεντίζεται με τους σερβιτόρους…
Μετά τους πρώτους παράφωνους στίχους απ’ το «Don’t let me down» κι ενώ αρχίζω να ψάχνω τις τσέπες μου για μια κάψουλα κωνίου που τη φυλάω για τέτοιες περιπτώσεις, βλέπω τη Gemma! Καθισμένη σε στάση διαλογισμού στο βάθος του μαγαζιού, μεσ’ το χάος, να συγκεντρώνεται για ανακατεύθυνση ενέργειας μέσω της παλάμης της σε μια νεαρή μελαχρινή που την κοιτάει με ερωτηματικό ύφος.
Τελικά, κάτι τέτοια άτομα συναντάς και αναστέλλεις την αυτοκτονία!
Φίλτατε αναγνώστα, για σένα που έχεις βαρεθεί τα μοτοταξιδιωτικά ανδραγαθήματα , έχεις χεσμένα τα χιλιόμετρα και τα μέρη που πέρασα με τη μοτοσυκλέτα μου, καθώς και τους μήνες, μέρες και ώρες που διήρκεσε το ταξίδι μου… Ξέρω ότι θέλεις βρώμικες ιστορίες που στάζουν αίμα…

Πάμε 3 χρόνια πίσω λοιπόν…

20171120_092323

Τη Gemma την γνώρισα το 2014 στη Βομβάη, σ’ ένα περίεργο guest house ενός εικαστικού Ινδού καλλιτέχνη, που κυκλοφορούσε μ’ ένα παλιό αντικέ καναρινί Morries Μinar του ’50 με μπλε ελεκτρίκ αστράκια στην οροφή και στο καπό. «Είμαι στα γράδα μου» σκέφτηκα βλέποντας το σκηνικό. Ασχημούλα 45άρα, μελαχρινή Ιταλίδα από το Σαλέρνο, με φάτσα που ‘φερνε σε πεκινουά. Eίχε χάσει τον σύζυγό της από δυσεντερία -όμως απ’ ότι αντελήφθην αργότερα που γνωριστήκαμε καλύτερα- και σε συνδυασμό με μια λάμα 250mm χασαπομάχαιρου στην κοιλιακή χώρα, σε κάποια διαφωνία με τον Andrea De Vivo της τοπικής Camorra….
Το ‘χε ρίξει στη γιόγκα και τον διαλογισμό,  κατασκευάζοντας για τον εαυτό της ένα αυτο-απείκασμα διανοούμενης γκουρού και σουλατσάριζε κάθε χρόνο στην Ινδία, των αμέτρητων εκδοχών κι ερωτημάτων, στο κυνήγι μιας απούσας Αλήθειας.
Την ακολούθησα προς αναζήτηση παγωμένης μπύρας και με οδήγησε σ’ ένα μπαρ μιας φίλης της λεσβίας που εκείνο το βράδυ φιλοξενούσε ένα gay party. Κάποια στιγμή με είδε που περιεργαζόμουν ένα mp3 και με ρώτησε αν έχω μουσική με μπουζούκια για να δώσει ένα τόνο έθνικ, η φίλη της στο μαγαζί.
Ξεχώρισα ό,τι πιο καλτ διέθετε η κάρτα μνήμης της συσκευής και σε λίγα λεπτά, σταματά το «Broken English» της Marianne Faithfull και «μπαίνει» το «φαρφίσα» με την εισαγωγή του «Μη μου μιλάτε» του Γαβαλά.
Ξαφνικά βλέπω 2 λεσβίες και 3 γκέι να σηκώνονται και να το χορεύουν σέικ με χίπικες κινήσεις κι «απλωτές» ενώ 2 φρικιά Ινδοί μακρυμάλληδες στο μπαρ κουνάνε τα κεφάλια τους σε στιλ heavymetal! Απρόσμενη σουρεαλιστική φάση… Στο ρεφρέν η ιδιοκτήτρια με μια φίλη της -παρ’ αρίω μπάφω- προσπαθούν να σεκοντάρουν στα Ινδικά …όταν ξαφνικά σταματάει η μουσική και σβήνουν τα φώτα!!!
Σκοτάδι πίσσα και μπουκάρουν φωνάζοντας κάτι ακατάληπτα hindi, 5-6 αστυνομικοί με φακούς και κάτι καλαμένιες μαγκούρες στα χέρια…
.
Συνεχίζεται στο PART 2

20171118_114723

[WARNING! DANGER!!!
Do not read this until you have read INDIA 2017 (Part 1)
After you have read it …it is safe to continue reading.]

 Tamil Nadu 2017 (PART 2)

Βλέπω τη Gemma τρομαγμένη… «Τη βάψαμε» μου λέει. » Άμα μας πάνε μέσα …o νόμος εδώ είναι πολύ αυστηρός για τους ομοφυλόφιλους.» Κάποιοι άρχισαν να διαμαρτύρονται, άλλοι να φωνάζουν και οι αστυνομικοί εμπόδιζαν τους θαμώνες να βγουν από το μπαρ, φυλάγοντας πόρτες και παράθυρα. Γερό μπλέξιμο σκέφτηκα και άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια… Το ενδεχόμενο να οδηγηθώ σε κανα κελί Ινδικής φυλακής κατηγορούμενος για συμμετοχή σε gay party μου ‘κανε το ηθικό περντέ πιλάφ…
Που να εξηγείς τώρα ότι είσαι βαθέως μεροληπτικός υπέρ των γυναικών και μπήκες στο μπαρ για μια μπύρα? Η Gemma με φάτσα κομμένου αυγολέμονου με κοιτάζει σαν να μου ζητάει συγγνώμη που μ’ έμπλεξε.
Εκείνη τη στιγμή τρώω φλασιά με Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα και με εθνικιστικό ενθουσιασμό επιχειρώ ηρωική έξοδο. Ανάβω τον φακό του κινητού μου και πηγαίνω προς την κεντρική πόρτα.
Ένας μεγαλόσωμος μουσάτος αστυνομικός με φυζίκ ορεινού γορίλα της Ουγκάντα, με κοιτάζει με αυστηρό ύφος και μου κάνει νεύμα να γυρίσω πίσω σηκώνοντας και την μαγκούρα. Βγάζω το διαβατήριο και του λέω στα αγγλικά ότι είμαι περαστικός απ’ το μπαρ και δεν έχω καμία σχέση με το πάρτι.
Παίρνει το διαβατήριο και το κοιτάζει. Ψάχνει για τη βίζα. Γυρίζει τις σελίδες και αντιλαμβάνομαι ότι δεν βγάζει νόημα από το «Hellas».
«We will see it at the police station» μου πετάει στο άγριο, κάνοντάς μου νεύμα να γυρίσω πίσω στο μπαρ.
Νοιώθω απογοητευμένος του θανατά, κάνοντας τη σκέψη ότι αν και προτιμώ την καύση από το να με θάψουν … θα τα δεχτώ και τα 2 μαζί, αρκεί να γλιτώσω τη ρετσινιά και την ατίμωση από τους κωλομπαράδες ενοίκους της Arthur Road Jail …
Ξανατρώω φλασιά από Αρκάδι, Κούγκι κι Αλαμάνα και με πατριωτικό oβερντόουζ στο όνομα της ελευθερίας, επιμένω να βγω έξω.
Με απορημένη φάτσα Βρετανού ληξίαρχου και αυξημένο τον ειρωνικό δείκτη, με ρωτάει από ποια χώρα είμαι.
Με ρωγμώδη λυγμό του απαντώ «Greece».
«Katsouranis» μου λέει χαμογελώντας μ’ ένα αλλήθωρο συνωμοτικό βλέμμα και μου ανοίγει την πόρτα να βγω…
Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά σήμερα… ΠΑΟΚτσής μπάτσος στην Ινδία!
Δεν είναι τυχαίο… Ζάμπια, Νιγηρία τώρα και Ινδία… Η οικουμενική ιδέα του ΠΑΟΚ!
Ανυπόφορα συγκινημένος και με σκέψεις τύπου «κλείσε μέσα σου τον ΠΑΟΚ και θα νοιώσεις κάθε είδους μεγαλείο» έφυγα τρέχοντας.
Μετά από καιρό σ΄ένα ξενώνα στη Dharamsala, παρακολουθώντας για νανούρισμα Ινδικό ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, μαθαίνω ότι ο Κατσουράνης έπαιζε κι αναδείχθηκε «Hero of the match» στην Ινδική PUNE, συμπαίκτης με Cirillo και Trezeguet, κι έτσι λύθηκε το μυστήριο …αλλά χάθηκε η μαγεία για τη μεταφυσική δύναμη του ΠΑΟΚτσήδικου πνεύματος…

20171118_091240
Πίσω στη Varkala πάλι.
Η Gemma που είχε παχύνει λιγάκι και το πρόσωπό της άρχισε να «φέρνει» σε μαστίνο ναπολιτάνο, αρχικά δεν με θυμήθηκε. Μόλις της είπα για τη φάση στη Βομβάη ρίξαμε κάμποσα μεγκαβάτ γέλιου, συνοδεία καμουφλαρισμένων Kingfisher μέχρι τελικής πτώσεως. Για την ιστορία, μου είπε ότι εκείνο το βράδυ οι αστυνομικοί μπούκαραν μόνο για λεφτά. Τους έχωσε τα μισά, τσαμπουκαλεμένη, η λεσβία φίλη της (σκληρό μαγκάκι από κάποια δημοκρατία του πρώην Υπαρκτού) και το πάρτι συνεχίστηκε μέχρι αργά τα ξημερώματα.

Επόμενο πρωί. Περιμένω στο αεροδρόμιο του Θιρουβανανθαπούραμ την αναχώρηση για Βομβάη κι ανακατεύω έναν καραβίσιο καφέ, με την αναγκαία έπαρση που μου «βγήκαν» όλα τα ρίσκα κι οι επιλογές, ακολουθώντας το προσωπικό μου φύλλο πορείας στους άγνωστους δρόμους του Tamil Nadu.
Κάνω γρήγορο flash back.
Madras, αγορά μιας μαύρης Enfield 350 bullet και coast to coast Mahabalipuram, Puducherry, Pattukkottai, Thoothukudi, Kanyakumari (Cape Comorin), Madurai, Coimbatore, πώληση της μοτοσυκλέτας και ξανά νότια με το τρένο στη Varkala (στο γειτονικό state της Kerala)
Η επιλογή του Tamil Nadu? Δεν έχει να κάνει με όνειρο ζωής, ούτε με …»must see before you die». Η επιλογή της διαδρομής έχει κάτι το μεταφυσικό. Το διαισθάνεσαι. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στον χάρτη που εντυπώνονται στο μυαλό μας.
Το συναρπαστικό συστατικό του ταξιδιού είναι ακριβώς το ενδεχόμενο του τυχαίου και η διάθεση να καλοδέχεσαι το αλλόκοτο και το ασυνήθιστο, ομογενοποιημένος σ’ ένα πολυφυλετικό και πολυγλωσσικό χυλό, με τις δικές του πολιτισμικές παραδόσεις.
Σε μια μαγική χώρα όπου η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…
Και στα δύσκολα να θυμάσαι τα λόγια του Maharishi στον αποτροπιασμένο -απ’ τις αράχνες, μύγες, κατσαρίδες- Ringo Starr το 1968 στο Rishikesh:
«Για τους ανθρώπους που ταξιδεύουν στο χώρο της αγνής συνείδησης, οι μύγες δεν έχουν πλέον μεγάλη σημασία».
Άλλωστε η Ινδία μπορεί να τους χωράει όλους …όμως δεν είναι για όλους!

20171125_075759β

20171120_101843
.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μια μπάλα κι ένα ζήτω. Έτσι γενικώς. 

Posted by vnottas στο 24 Σεπτεμβρίου, 2018

Δύο ακόμη ποιήματα από τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη

 

ΕΞΕΜΕΤΡΗΣΕ …

Εξεμέτρησε το ζην

ετών πενήντα δύο.

Μόνος άνευ απογόνων  και επιγόνων.

Όλοι οι ιερείς της πόλεώς μας

συμπροσευχήθηκαν

για την εν ουρανοίς ευτυχία του,

που δεν μπόρεσε να  απολαύσει στη γη.

Ήταν που ο θεός τον αγαπούσε

κι έσπευσε γρήγορα

να τον καλέσει κοντά του.

Επιβεβαιώνοντας έτσι

Την μεγαλοσύνη του

Και την άφατη φροντίδα

για τον άνθρωπο.

Έτσι γενικώς. 

images (46)

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

Ο Άλμπυ, ο Πρέγκα, κι  ο Νουρ

κλωτσάνε μια μπάλα

σε χέρσα χωράφια

στήνοντας το όνειρο.

Να στείλουν φωτογραφία στη μάνα τους,

όπου κι αν βρίσκεται,

παριστάνοντας τον  Μέσσι, τον  Νευμάρ, τον Ρονάλντο.

Θυμούνται, οι εφιάλτες πάντα επιμένουν,

τα χαλάσματα των σπιτιών τους,

τις απανθρακωμένες γιαγιάδες τους,

που δεν πρόλαβαν να τους πούνε παραμύθια,

επιμένοντας να ονειρεύονται

έναν κόσμο που θα χωράει

όλα τα χρώματα.

Ακόμα και τους αράπηδες,

που έξω απ’ το γήπεδο τους φτύνουν,

οι φύλακες του νόμου και της τάξης.

Κλωτσάνε μια μπάλα γεμάτη ελπίδες,

με τον Ξενοφώντα και τον Παντελή,

που δεν τους νοιάζουν

οι μαύρες επιδερμίδες.

Μόνο τα αγκαλιάσματα και τα φιλιά

της νίκης και της αδελφοσύνης  τους συνεπαίρνουν.

Μια μπάλα κι ένα ζήτω

των συμπαικτών τους, μόνα τους εφόδια,

να αναποδογυρίσουν τον κόσμο

που τους γέμισε πληγές πριν ακόμα τον γνωρίσουν.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Ταξιδιωτικές ιστορίες ολικής αλέσεως

Posted by vnottas στο 19 Σεπτεμβρίου, 2018

Όπως σας έγραφα και παλιότερα «Ο Βασίλης Μεταλλινός, από τη Θεσσαλονίκη, αρχιτέκτονας και φίλος, όταν του την δίνει, καβαλάει μια μοτοσικλέτα και χάνεται στην κίτρινη ανταύγεια των  εξωτικών δρόμων ..»

Σήμερα αναρτώ την αφήγησή από ένα πρόσφατο μοτοσικλετιστικό ταξίδι στην Αφρική. Υποσχέθηκε ότι σύντομα θα μου στείλει και άλλες από αυτές τις γλαφυρές περιγραφές, τις οποίες, φυσικά, θα σας  κοινοποιήσω.

Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός

MADAGASCAR, 2018.

                          Ταξιδιωτικές ιστορίες ολικής αλέσεως (δεν περιέχουν γλουτένη).
Μεταλλινός 3
Τέσσερις τα ξημερώματα και οι ήχοι ήταν ανατριχιαστικοί… Πεπεισμένος ότι άκουγα καθαρά τον ερχομό ενός διψασμένου για αίμα λυκανθρώπου που περπατάει με σάλτα στο δωμάτιο, άναψα τον φακό μου, σφίγγοντας στο άλλο χέρι τον ελβετικό σουγιά. Ένας τεράστιος αρουραίος κι ένα κίτρινο φίδι είχαν σκορπίσει τα φρούτα μου στο πάτωμα, κάνοντας νταηλίκια γύρω από μια σακκούλα με χυμένα φιστίκια.
Πετάχτηκα απ΄το κρεββάτι κι έμεινα μετέωρος σαν hovercraft…
Μιας και δεν έχω καταλήξει ακόμη σε οριστικά συμπεράσματα για τις αντιδράσεις των φιδιών της Μαδαγασκάρης, προτίμησα να πηδήξω αλαφιασμένος από το παράθυρο, έξω από την ξύλινη καλύβα φωνάζοντας την παντρόνα.
Από την διπλανή καλύβα βγήκε ένας 65άρης Αυστριακός συνταξιούχος, που έφτασε στη Μαδαγασκάρη με ποδήλατο, ρωτώντας τι συμβαίνει, με βλέμμα αυστηρό …σαν καρδινάλιος του Ελ Γκρέκο, ενώ εμφανίστηκε και η τεραστίων διαστάσεων παντρόνα, που θα την χαρακτήριζες ομορφούλα μόνο αν την έβλεπες μέσα από αρνητικό ακτινολογικό φιλμ…
Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι δεν ήμουν διατεθημένος να μοιραστώ την κρεββατοκάμαρά μου μ’ ένα ερπετό κι ένα τρωκτικό, αποστρέφοντας το βλέμμα μου, φοβούμενος μήπως αν την κοιτούσα κατάματα …προσέβαλα το luxury bungalow που διαφήμιζε στο διαδικτυακό site, όπου ενέδωσα τουμπαρισμένος απ΄τις παραληρηματικές περιγραφές της. Άλλωστε οποιοδήποτε παράπονο για το δωμάτιο …δοκίμαζε τη συνοφρύωσή της..Μεταλλινός 1
Μπήκε τσαμπουκαλεμένη στην καλύβα μου κι ακούστηκαν κάτι ήχοι σαν γκονγκ… Πρώτος βγήκε ο αρουραίος απ΄την πόρτα, στρίβοντας με τις μπάντες τρομαγμένος για ν΄αποφύγει μια τεράστια παντόφλα που πετούσε σαν καταδιωκτικό Douglas Destroyer καθέτου εφορμήσεως και πέφτοντας σε μια σειρά από μπουκάλια μπύρας του Αυστριακού, σπάζοντας τα δύο τελευταία.
Σε 3-4 λεπτά βγήκε και η παντρόνα κρατώντας το φίδι απ΄την ουρά, κάνοντάς μου νεύμα να μπω μέσα, ενώ μια βαγκνερική γριά απ΄ το γειτονικό bungalow είχε αρχίσει να τσιρίζει στις ψηλότερες νότες της Lucia di Lammermoor…
Περίμενα την παντρόνα έξω απ΄το δωμάτιό της. Σε 3 λεπτά επέστρεψε και πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ, ξάπλωσε σε μια πολυθρόνα παίρνοντας πόζα αρχοντοπουτάνας βερολινέζικου καμπαρέ του μεσοπολέμου, επαναλαμβάνοντας χαμογελαστά «votsotsa*-votsotsa, no danger mister Vasilis… good snake no danger mister Vasilis…go to sleep, go to sleep»…
To ερώτημα παραμένει αειθαλές και αρχετυπικό απ’ τον Αλμπέρ Καμύ:“Should I kill myself, or have a cup of coffee?”
Η ώρα είχε πάει 5 παρά. Κάθησα στο τραπεζάκι έξω απ’ την καλύβα κι ετοίμασα έναν καραβίσιο. Ήρθε κι ο Αυστριακός από δίπλα φέρνοντας και μια καρέκλα. Μεγάλη μάρκα τελικά… Οι καραβίσιοι γίνανε δύο. Αυτός ξεκινούσε το ταξίδι του απ΄τα χαράματα για να γλυτώσει απ΄τον καυτό ήλιο του 20ου παράλληλου νότια του Ισημερινού.
Κάναμε γκεζί για 400 χιλιόμετρα. Οδηγούσα αργά την μικρή μοτοσυκλέτα μου, ανάμεσα στις χιλιάδες λακκούβες και δεν είχαμε πρόβλημα να φτάνουμε μαζί στο επόμενο χωριό για διανυκτέρευση. Περίεργος τύπος, πετάλι τη μέρα και καταχρήσεις τη νύχτα μέχρι πλήρους απόφραξης αρτηριών από λίπη, νικοτίνη και αλκοόλ.
Φτάσαμε μαζί μέχρι τη Sambava. Εκεί διεπίστωσε ότι η ποδηλασία σε χωμάτινο τερέν με λακούβες-παγίδες ελεφάντων, δεν περιλαμβάνονταν στα ατού του ιατρικού του φακέλλου, με αποτέλεσμα να συνεχίσει με το λεωφορείο.
Μετά από 2 βδομάδες τον ξανασυνάντησα στο Ανταναναρίβο στο CGM, ένα Jazz μπαρ που λειτουργούσε μεσημεριανές ώρες στο Analakely, κάπου στο κέντρο. Εκεί κάτι Μαλαγάσιοι τζαζίστες αυτοσχεδίαζαν πάνω σε funky κομμάτια του Fela Kuti , ενώ ο Αυστριακός προσπαθούσε να βρει τις λύσεις για τα υπαρξιακά του προβλήματα στον πάτο ενός μπουκαλιού Dzama-Prestige cuvee’ noir…Μεταλλινός 2
Δεν προλάβαμε να τα πούμε ούτε να δούμε τους MadaJazz* γιατί έξω γινότανε χαμός.
Έκλεισε το μαγαζί κακήν κακώς και βγήκαμε στην τεράστια σκάλα που οδηγούσε στην Avenue d’Ιndependence. Εκεί στασιαστές κόντρα στη διεφθαρμένη και ληστρική κυβέρνηση (με τις πλάτες των Γάλλων) είχαν στήσει οδοφράγματα και επιτίθεντο κατά των πάνοπλων στρατιωτικών, που βαρούσαν με κανονικές σφαίρες στο ψαχνό. Έξι νεκροί και καμιά πενηνταριά βαριά τραυματίες… Πήγε 6 τ’ απόγευμα, έπεσε σκοτάδι και στην πόλη δεν ανάβει δημοτικός φωτισμός. Δεν υπάρχουν αυτονόητα εδώ…
Μαύρο σκοτάδι, πυροβολισμοί, φωτιές …κόλαση! Αξέχαστη εικόνα-κλωτσιά στα κωλομέρια των δικών μας επαναστατών της μουσταλευριάς …που έγιναν αναρχομπαχαλάκηδες για να αντιδράσουν στον δεξιό μπαμπά, με τις γοητευτικώς άχρηστες και αχρήστως γοητευτικές «παρεμβάσεις» διαμαρτυρίας…
Χαθήκαμε με τον Αυστριακό μέσα στο πατιρντί… Ο τύπος ήταν πολύ θαρραλέος αφού πέρασε κάθετα τη λεωφόρο, ανάμεσα σε εκτοξευόμενες κοτρόνες και σφαίρες. Άλλωστε είχε περάσει πιό ζόρικες στιγμές στη ζωή του, όταν μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε παρακολουθήσει το moto-ταξιδιωτικό ντοκυμαντέρ «Long Way Round» μέχρι το τέλος…
Η φυσιογνωμία μου που «φέρνει» σε Γάλλο, σε συνδυασμό με 3-4 ξυπόλητους νεαρούς Μαλαγάσιους με μαχαίρια σε μέγεθος κουπιού γόνδολας, να με κοιτάνε περίεργα …μ΄έπεισε στην απόφαση να ζήσω και το υπόλοιπο αυτού του κενού γρίφου που λέγεται ζωή, ανεβαίνοντας τα 175 σκαλοπάτια προς την οδό Ratsimilaho, σε στιλ Ντάιρον Ρόμπλες!
Την επόμενη μέρα δώσαμε ραντεβού στο bar «Le Glacier» για μπύρες …giraffes. Οι ταραχές ξανάρχισαν και το μαγαζί οχυρώθηκε πίσω από τα κατεβασμένα μεταλλικά κεπέγκια. Μια οκταμελής ορχήστρα απ’ το festival du desert του Μάλι, έπαιζε κι ο Αυστριακός σηκώθηκε να χορέψει. Δεν πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω. Τον έχασα όταν διαπίστωσα ότι είχε αποσυρθεί με κάτι ντόπια κορίτσια με ειδίκευση στις χειρομαλάξεις και αυξημένο το δείκτη ευγνωμοσύνης στα κερασμένα coctails…
Το ταξίδι συνεχίζεται… Cheers!
……

ΥΓ1. Votsotsa = ποντίκι γίγας της εντόπιας πανίδας
ΥΓ2. Μadajazz = mad a jazz, γνωστή jazz μπάντα στη ΜαδαγασκάρηΜεταλλινός 5

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τρεις τα ξημερώματα θα ήθελα….

Posted by vnottas στο 18 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Θα ήθελα

Il_Machia

Μέσα στου Καραβάτζιο τις σκιές

θα ήθελα να κρυφτώ

να μη με συναντούν τα λαμπερά άλλων ζωγράφων

σε μία νότα να ήμουν σφηνωμένος θα το ήθελα

ανάμεσα σε ένα σολ και ένα ντο

σε παρτιτούρα του Αλμπινόνι

να κάνω ένα πέρασμα φρέημ μισό

στο ‘μακριά απ το αγριεμένο πλήθος’

ξιφομαχώντας με αόρατο εχθρό στα στάχια

ερωτευμένος ως τα μπούνια  με τη Τζούλι Κρίστι

τζούλι-2-230x300

θα ήθελα  σ ένα  ιστιοφόρο να κρυφτώ

που το ζωγράφιζε ο Αιβαζόφσκι

μες σε φουρτουνιασμένες  θάλασσες

κι ακόμα να ήμουν άγραφη σελίδα

προσμένοντας στίχους του Μπόρχες

πάνω μου

όπως επίσης και μια σταγόνα από Σανέλ

 στον  αλαβάστρινο λαιμό της Μέρλυν

το νύχι ενός καλόγερου θα ήθελα να είμαι

που σπρώχνει ένα σκουπιδάκι

στην άκρη των χειλιών μιας Παναγίας

που ζωγράφισε για ενός μοναστηριού το τέμπλο

τέλος θα ήθελα επίσης να είμαι φευγαλέα

η άκρη του δακτύλου ενός πιτσιρικά αναρχικού

που με ακραίο μίσος για δέκα δεύτερα πιέζει

τα όνομα ένα τραπεζίτη στο θυροτηλέφωνο

στη λεωφόρο Αμαλίας

τρεις τα ξημερώματα  θα ήθελα….

αρχείο λήψης (5)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Απολογισμοί…

Posted by vnottas στο 13 Σεπτεμβρίου, 2018

(ένα ποίημα από τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

skiaxtro (1)

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΦΤΟΥΡΗΣΕ

Τίποτα δε φτούρησε αυτό το καλοκαίρι.

Κι ας έλαβε όλα τα ενδεικνυόμενα

                  ή υποδεικνυόμενα μέτρα.                    

Κι οι ντοματιές του εξεμέτρησαν  το ζην προώρως,

 Κι όλα τα λαχανικά  του, ακόμα κι οι ανυπότακτες

καυτερές πιπεριές, τα τσίλι που λένε οι ξενόγλωσσοι,

παρέμειναν ατροφικές.

Τα απίδια και τα σταφύλια του,

αφέθηκαν στο έλεος των ανέμων

και των πετεινών του ουρανού, ,

που χωρίς να σπέρνουν ή να  θερίζουν,

κατά πως λέει το Ευαγγέλιο

 βρίσκουν να τρώνε από το χέρι του θεού,

που σκορπά απλόχερα το μόχθο των άλλων.

Ακόμα κι οι θεράποντές  του,

συμβουλές του έδιναν. Όχι ελπίδες.

Που άλλωστε δεν μπορεί να διαχειριστεί

Έχοντας σίγουρο

το τέλος της δημιουργίας,

Αυτής που όλοι δοξάζουν και υμνολογούν,

Σιωπώντας αιδημόνως , όταν αδυνατούν  

να εξηγήσουν το τέλος της.

Κι αυτό το καλοκαίρι,

Που φεύγει ρέοντας μεσ’ απ’ τα δάχτυλά του,

σαν ψιλή άμμος           

δεν του έφτασε ούτε για  ένα στίχο.

Ούτε τα υπερώριμα  απίδια του

δεν πρόλαβε να μαζέψει,

Που χάθηκαν κι αυτά μέσα στον

Αμέτρητο, άπειρο, ασύλληπτο

Χρόνο, που δεν του ανήκει πια.  

images (10)  

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Καλοκαίρι 2018. Ποιήματα από τον Νίκο και τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 10 Σεπτεμβρίου, 2018

Από τον Ηλία Κουτσούκο και τον Νίκο Μοσχοβάκο,  θερινή παραγωγή με ποικίλη έμπνευση.

  1. Ν. Μοσχοβάκος

image

ΗΜΟΥΝ ΙΠΠΕΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

 

Ήμουν κι εγώ ιππέας του Αυτοκράτορα

όταν κατεστάλη η στάση του Νίκα.

Με φρόνημα υψηλό κι αυταπάρνηση

υπερασπίστηκα την αίγλη του.

Σήμερα αιώνες μετά

εξακολουθώ να συντηρώ τ’ άλογό μου

μ’ έξοδα του Μεγαλειότατου.

Τις πρώτες πρωινές ώρες κάθε μέρα

εκγυμνάζω τον ίππο μου

σε καλπασμούς κανονικότητας

κι επελάσεις ηδονής.

Ανεβοκατεβαίνω τη λεωφόρο Αλεξάνδρας

σπανίως ξεστρατίζω στα στενά δρομάκια του Γκύζη

και ξαποσταίνω μετά στο πεδίο του Άρεως.

Διατηρώ έτσι σ’ άριστη κατάσταση τ’ άλογό μου

που με το κεφάλι ψηλά

αψηφά κάθε εμπόδιο κι ειν’ έτοιμο

για επιδόσεις νίκης.

Με φθονούν, το ξέρω

οι οκνοί κι αναποτελεσματικοί

ιππότες της ρουτίνας

που μονίμως σχολιάζουν μ’ αμετροέπεια

την επιμονή μου να υπηρετώ

τον φυσικό μου αφέντη.

Γνωρίζουν πάντως καλά ότι δεν πτοούμαι

ουδέ αιδούς κρατήματα έχω.

Μπολιάζω μ’ αυτοπεποίθηση

τον σπάνιο ίππο μου

κι είμαι ετοιμοπόλεμος κι ανδρείος.

Οι όποιες επιφυλάξεις μου

δεν είναι για τις μάχες όπως ξέρετε

αλλά για τους αντιπάλους

που γίνονται εύκολη λεία στις επιθυμίες μου

όπως τότε που καταστείλαμε μ’ ευθύνη

και φρόνηση περισσή

την ολέθρια στάση του Νίκα

στην απειλούμενη Βασιλεύουσα

κι έλαβα τον έπαινο διάκρισης

από τα κρινοδάχτυλα

της ωραίας Αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Ποτέ μου λοιπόν δεν θα πάψω

να εκγυμνάζω τον ίππο μου

αναζητώντας νέα τρόπαια

και παραστάσεις θριάμβων

έστω κι αν στερούμαι αιώνες τώρα

τον ύπνο και την ανάπαυσή μου.

2. Ν. Μοσχοβάκος

975_n

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Όλοι οι Έλληνες ήσαν εκεί

στην εκστρατεία κατά των Περσών

πλην Λακεδαιμονίων

όπως διεδόθη αστραπιαίως

και ‘μεις Ιμέριοι και Γελάσιοι

της μεγάλης Ελλάδος τέκνα

αναλογιζόμενοι τι είχε συμβεί

πριν από έναν περίπου αιώνα

απορούσαμε χωρίς σκοπιμότητες:

Είπε κανείς ποτέ

ότι στις Θερμοπύλες

έπεσαν μαχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι

πλην λοιπών Ελλήνων;

Όμως εφησυχάσαμε ανακουφισμένοι

όταν πληροφορηθήκαμε

τον μεγάλο αριθμό μισθοφόρων

που ακολούθησαν τους Μακεδόνες.

Κι αποφανθήκαμε στέρεα:

και βέβαια πλην Λακεδαιμονίων.

3. Η. Κουτσούκος

provata2

έξω απ τη στάνη

Ο Κύριος είναι ο ποιμήν μου

μέσα απ τα ζοφερά λιβάδια του σύμπαντος

με οδηγεί

μαζί Του βαδίζω σταθερά

χωρίς να φοβάμαι το σκότος

ο Κύριος είναι ο βοσκός μου

κι εγώ το χαζό προβατάκι Του

που έφυγα απ τη μάντρα

και με βρήκαν τα σκυλιά Του

Ο Κύριος με οδηγεί

πίσω Του κάθομαι

και τρέχει

με τζιπ, με γουρούνα, με μηχανή χιλιάρια

με εξωλέμβιο, με χόβερκραφτ και πύραυλο

μες τις εσχατιές δασών του χάους τρέχει

 

Μα πουθενά δεν το μπορεί να πάει ο Κύριος

γιατί Του έχω κόψει κλίση από τότε που ήμουνα

 μικρό παιδάκι

                                          

και σιχαινόμουν

τους  τσομπάνους

αφού μαντρώνανε τα πρόβατα

τους κλέβανε το γάλα

και κάθε Πάσχα τα λιανίζανε

και επίσης σιχαινόμουν όλους αυτούς

που ήθελαν να είναι προβατάκια

και να λατρεύουν το τσομπάνο τους

ενώ το βασικό στοιχείο του ανθρώπου

είναι να φεύγει μακριά όσο μπορεί από τη στάνη

κι από σερίφηδες τσομπάνους

όσο αντέχουνε τα ποδαράκια του

σε όμορφα λιβάδια να πηγαίνει

4. Ν. Μοσχοβάκος

images (6)

ΣΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ

 

Στο υγρό δάπεδο του βλέμματός σου

βρύα χρωμάτων γεμάτα φως

αντανακλούν άψογα

των αισθημάτων σου τις ανταύγειες.

Με κοιτάζεις μ’ αγάπη            

που ριζωμένη χρόνια τώρα ανθίζει.

Είμαι τυχερός που διαβάζω τα όνειρά σου

και πάντα υπάρχω

μέσα σ’ αυτά.

Σου μιλώ σιγά χωρίς να σκέφτομαι τι λέω

όμως ξέρω καλά αυτά π’ ακούς.

Έτσι συνεννοούμαστε εξάλλου μια ζωή.

Χωρίς περιστροφές.

Πάλι τελειώνει ένα καλοκαίρι.

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης!

Posted by vnottas στο 1 Σεπτεμβρίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

ς

 

Ο συλλέκτης

 

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης

να μάζευα μια ζωή γραμματόσημα

από εξωτικές χώρες που δεν πήγα

να μάζευα σπιρτόκουτα

από φωτιές που δεν έκαψα

σπάνια λουλούδια σε φυτολόγιο

από κήπους που δεν μπήκα

όμορφες πεταλούδες

από δάση που δεν περπάτησα

να αγόραζα πορτολάνικους χάρτες

με λιμάνια παράξενα

κι οικόσημα σπάνια

να είχα ωραία κρασιά στο κελάρι μου

παλιές μετοχές σιδηροδρόμων

που καταργήθηκαν

νομίσματα που ακυρώθηκαν

δεκαετίες πριν

να συγκέντρωνα απέραντα πριν

για μετά

να έχω  βρε αδερφέ μια ασχολία

ένα χόμπι για τα γεράματα

να βρίσκομαι με άλλους συλλέκτες

που οι απόγονοί τους ύστερα

τους έχουν εντελώς χεσμένους

για όλα αυτά που μάζευαν…

.

αλλά ας όψεται ο παππούς μου

όταν μου είπε κάποτε σοβαρός

‘να παν στο διάολο οι συλλέκτες

εγώ μόνο τις λύπες μου μαζεύω

σε τούτη τη ζωή’….

 ξμ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα: Ο Επίλογος

Posted by vnottas στο 21 Αύγουστος, 2018

images (21)

Επίλογος ένα:  Καλλισθένης

Εκείνο το βράδυ έσταξε λίγο, αλλά τελικά δεν έβρεξε∙  ο ουρανός ωστόσο, έμεινε νεφελώδης και σκοτεινός∙

Η συντροφιά των ιππέων, ακολουθώντας στενά παράμερα σοκάκια, έφτασε κοντά στην κεντρική πλατεία των Βάκτρων, εκεί όπου διασταυρώνονται οι κύριοι δρόμοι για να καταλήξουν ύστερα ακτινωτά στις περιμετρικές πύλες των τειχών.  Πίσω τους, οι φλόγες, αφού ξεπετάχθηκαν απότομα φωτίζοντας ένα τμήμα του χαμηλού νυχτερινού θόλου, είχαν αρχίσει κάπως να καταλαγιάζουν. Προφανώς είχαν επέμβει οι φρουροί, καθώς και μερικοί από τους άνδρες των  περιπόλων που είδαν τη φωτιά να κοκκινίζει ξαφνικά τη βόρεια πλευρά της πόλης και έτρεξαν να βοηθήσουν στην κατάσβεση.  

Οι εφτά καβαλάρηδες (και το άλογο όπου είχαν φορτωθεί τα έγγραφα, καθώς και μερικά άλλα πράγματα του Καλλισθένη), απέφυγαν να διασχίσουν την πλατεία και σταμάτησαν για λίγο σε έναν μεγάλο δημόσιο Κήπο, έρημο αυτήν την ώρα. Ήθελαν να αποχαιρετίσουν τον Δάσκαλο που θα συνέχιζε προς τα γειτονικά βουνά συνοδευμένος από τον Ευρυμέδοντα και τον Κάνθαρο. Τον πρώτο γιατί, αν και κατάκοπος, ήξερε το δρόμο καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο και τον δεύτερο γιατί δήλωσε πως αισθάνεται άνετος και ξεκούραστος.

 Ξεπέζεψαν και αγκάλιασαν τον Καλλισθένη ένας ένας. Ο Χοντρόης υπέβαλε το σεβασμό και  τις ευχές του στο ιδιόρρυθμο γλωσσικό του ιδίωμα, ο Σωσίβιος ευχήθηκε στον Καλλισθένη να του πάνε από εδώ και μπρος όλα αίσια και συνέστησε στον Ευρυμέδοντα να αναπαυθεί καλά και να μην επιχειρήσει για δεύτερη φορά, άυπνος, την επιστροφή απ’ τον βουδιστικό ναό στα Βάκτρα.

Ύστερα ήρθε η σειρά του Οινοκράτη. Ο Καλλισθένης τον αγκάλιασε με φιλική οικειότητα και του είπε πως λυπάται που δεν πρόλαβαν να μιλήσουν για τις περιπέτειες του ταξιδιού στην Αθήνα. Ο Σικελός του απάντησε πως ελπίζει ότι θα τα πουν όλα και με λεπτομέρειες είτε στην Ασία είτε στην Ελλάδα, αλλά, σε κάθε περίπτωση, σύντομα.

Ο Εύελπις είναι τεντωμένος, αλλά και ευδιάθετος. Αγκαλιάζει τον Ολύνθιο τελευταίος. Θα ήθελε να τον συνοδέψει μέχρι το τέλος της διαδρομής, αλλά πρέπει να ενημερώσει άμεσα τον Ευμένη για όσα συνέβησαν απόψε. «Ευχαρίστησέ τον εκ μέρους μου». λέει ο Δάσκαλος. «Πες του πως η αλληλεγγύη του δεν με εξέπληξε. Ήξερα πως έχω έναν καλό φίλο. Ευχαρίστησε επίσης τη Θαίδα. Και τον Αριστοτέλη».

«Να είσαι ήσυχος Δάσκαλε, θα μεταφέρω τα μηνύματά σου», λέει ο Μεγαρέας. «Και τα κείμενά που μου έδωσες θα παραδοθούν στον Σταγειρίτη. Με μεγάλη μου χαρά θα του κοινοποιήσω πως ό, τι κι αν θα λένε οι φήμες, είσαι ζωντανός και ασφαλής».  

Μετά σκέφτεται κάτι ακόμη: «Ίσως θα είναι καλό, για λόγους ασφάλειας, εκεί που θα πας, να μη χρησιμοποιήσεις το πραγματικό σου όνομα, αλλά ούτε ένα παρανόμι όπως ο ¨Έλληνας¨ ή ο ¨Φιλόσοφος¨. Θα ήθελα πάντως να ξέρω τι όνομα θα διαλέξεις για να διευκολυνθώ όταν – ελπίζω όπου να ‘ναι- θα έρθω ξανά σε επαφή μαζί σου.  

Ο Καλλισθένης το σκέφτεται. «Ως τώρα ¨εξεστράτευσα¨ κι από δω και μπρος θα ήθελα να ¨οδεύω¨ ως περιηγητής. Ας φτιάξουμε λοιπόν μια καινούργια λέξη από αυτές τις δύο. Τι θα έλεγες για το ¨Ταξιδιώτης¨;

«Καλό μου φαίνεται», αποφάνθηκε ο Εύελπις.

img15

Επίλογος δύο: Εύελπις – Ευμένης

Ο Εύελπις επισκέφτηκε τον Ευμένη στο προσωπικό του κατάλυμα . Αν και ήταν προχωρημένη νύχτα, ο Καρδιανός τον περίμενε ξύπνιος και ανήσυχος. Όταν έμαθε πως ο Ολύνθιος φίλος και συνεργάτης του  αποδέχθηκε τελικά να φυγαδευτεί, η ένταση καταλάγιασε, οι ρυτίδες στο μέτωπό του έγιναν λιγότερο βαθιές και οι κινήσεις του πιο ήρεμες.

Ζήτησε να μάθει τις λεπτομέρειες. Ο Εύελπις του αφηγήθηκε τα γεγονότα  των τελευταίων ωρών και του εξήγησε πώς και γιατί ο Καλλισθένης θα μπορούσε από τώρα και στο εξής να θεωρείται νεκρός.

«Ακόμη καλύτερα έτσι!» αποφάνθηκε ο Ευμένης.  «Μην ανησυχείς», πρόσθεσε. «Εάν τα τεκμήρια που απόμειναν επί σκηνής είναι αυτά που μου περιγράφεις, δεν θα είναι δύσκολο ο μεν Καλλισθένης να θεωρηθεί ¨αυτόχειρας¨, ο δε επικεφαλής της φρουράς ¨εξαφανισμένος λιποτάκτης¨. Άλλωστε θα ζητήσω τη σχετική έρευνα να την αναλάβει η υπηρεσία μας. Ο φρούραρχος των Βάκτρων δε θα έχει αντίρρηση. Είναι μια παλιά καραβάνα του πεζικού και απ’ όσο τον ξέρω είναι κι αυτός απ’ εκείνους που δεν τους αρέσει να ανακατεύονται σε υποθέσεις με ¨πολιτική¨ διάσταση.

Θα βγάλουμε μια σύντομη ανακοίνωση που θα μιλάει για ¨έρευνα που διεξάγεται σχετικά με την αυτοκτονία του Ολύνθιου¨. Κάνει μια σύντομη παύση και σκέφτεται μεγαλόφωνα: «Και όπως είναι προβλέψιμο, στα παρασκήνια θα κυκλοφορήσουν διάφορες εκδοχές που μάλλον θα μπερδέψουν τους ιστορικούς του μέλλοντος.  Εμείς δεν θα επιμείνουμε. Θα τους αφήσουμε να υποστηρίξουν ό, τι προτιμούν».

«Και στον Αλέξανδρο τι θα πεις;»

«Στην ουσία την αλήθεια, αλλά με τον τρόπο που θα κρίνω πως πρέπει να την ακούσει».

«Δηλαδή

«Ο Αλέξανδρος επιστρέφει αύριο. Το μυαλό του θα είναι επικεντρωμένο στην εκστρατεία. Θα θέλει πριν από όλα να μάθει αν η επιμελητεία είναι έτοιμη να στηρίξει την νέα εξόρμηση. Ωστόσο είμαι σίγουρος πως  θα ενδιαφερθεί να μάθει και εάν ο Καλλισθένης ομολόγησε τη συμμετοχή του στην απόπειρα δολοφονίας. Θα μιλήσω μαζί του και θα του πω πως, από ό, τι όλα δείχνουν, ο Ολύνθιος αυτοκτόνησε αυτοπυρπολούμενος χωρίς να ομολογήσει καμία συμμετοχή. Εάν αντιδράσει όπως στην περίπτωση του Κλείτου του Μέλανα, θα τον παρηγορήσω, όπως έκανε τότε και ο Καλλισθένης. Εάν χαρεί γιατί θα θεωρήσει πως έχει έναν εχθρό λιγότερο, θα του πω και πάλι αυτά που του έλεγε ο Ολύνθιος. Με δύο λόγια: επικίνδυνοι δεν είναι αυτοί που του λένε τις σκληρές αλήθειες, αλλά αυτοί που τον κολακεύουν, ό, τι κι αν κάνει».

Μετά με κοίταξε προσεκτικά  

«Εσύ τώρα, πες μου, τι σκέφτεσαι…;»

«Όπως σου είπα, ο Καλλισθένης μου άφησε ορισμένα κείμενα. Είναι γραμμένα όταν σκόπευε να αυτοκτονήσει. Ανέλαβα να τα παραδώσω στον Αριστοτέλη, ενώ ένα αντίγραφο (θα το φτιάξω προσωπικά εγώ) προορίζεται για εσένα. Κατά τα άλλα, μετά την ¨αποχώρηση¨ του Καλλισθένη δεν ξέρω ούτε κι εγώ ποια ακριβώς είναι η θέση μου στην εκστρατεία. Μάλλον εσύ είσαι ο αρμοδιότερος να αποφασίσεις και να μου πεις».

«Κοίτα, έχω ήδη ενημερώσει τον Αλέξανδρο ότι επέστρεψες ύστερα από δική μου εντολή, φέρνοντας προσωπικά την αναφορά σου για την κατάσταση που επικρατεί αυτή την στιγμή στην Ελλάδα. Στο επιτελείο υπάρχει ήδη μια ανάλογη αναφορά που προέρχεται από τις υπηρεσίες του αντιβασιλέα Αντίπατρου. Υποτίθεται ότι πρέπει να τις μελετήσω και τις δύο -είναι μια δουλειά που κανονικά θα έπρεπε να κάνω σε συνεργασία με τον Καλλισθένη- και να αποφανθώ εάν υπάρχουν ανεξήγητες αντιφάσεις.  Εναντίον σου δεν υπάρχουν αυτήν τη στιγμή συγκεκριμένες κατηγορίες (αν και οι φήμες σε αναμειγνύουν σε πολλά) και μετά την ¨αναχώρηση¨ του Καλλισθένη είσαι αντικειμενικά χρήσιμος εδώ, στην εκστρατεία. Παρ’ όλα αυτά νομίζω πως είναι πιο φρόνιμο, για όλους μας, να επιστρέψεις επί του παρόντος, στην Αθήνα. Άλλωστε δεν τα πήγες άσχημα εκεί κάτω. Μείνε εδώ λίγες μέρες ακόμη, τελείωσε την αντιγραφή των κειμένων του Καλλισθένη, βοήθησέ με να αξιολογήσουμε την κατάσταση στον ελληνικό χώρο και μετά, εγώ θα ακολουθήσω τη στρατιά προς ανατολάς και εσύ γύρισε στην Αθήνα.

Ο Εύελπις κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Ναι, όπως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, προτιμά να επιστρέψει οίκαδε.

images (13)

Επίλογος τρία: Εύελπις – Θαίδα

Ο Εύελπις δεν είχε ακόμη αποφασίσει πότε θα πήγαινε να αποχαιρετίσει την Θαίδα. Βέβαια, θα προτιμούσε να την δει προτού επιστρέψει ο μνηστήρας της. Και αυτό θα συνέβαινε σήμερα ή αύριο. Άρα θα έπρεπε μάλλον να βιαστεί. Όμως, ο Οινοκράτης εκείνο το πρωί ζήτησε να του μιλήσει για ένα προσωπικό του θέμα, και μετά απ’ αυτήν τη συνομιλία, αποφάσισε ότι πρέπει να την δει τώρα αμέσως.   Ωστόσο είπε να είναι πιο διακριτικός απ’ όσο μέχρι στιγμής, γι αυτό έστειλε τον Οινοκράτη να ρωτήσει αν είναι σε θέση να τον δεχτεί. Ο Οινοκράτης γύρισε πίσω φέρνοντας καταφατική απάντηση. Ναι, η ωραία της εκστρατείας θα τον δεχόταν. Πήγε λοιπόν στην κεντρική πλατεία και αγόρασε ένα κόσμημα που είχε εντοπίσει εκεί τις προηγούμενες μέρες. Ένα πανέμορφο περιδέραιο με σμαλτωμένη στο κέντρο την εικόνα ενός χελιδονιού. Για να της το χαρίσει. Ως δώρο αποχαιρετισμού.

Εκείνη τον περίμενε όρθια, χαμογελαστή και πιο όμορφη παρά ποτέ,.

«Όχι, δεν παραξενεύομαι που ήρθες να με δεις. Υποθέτω πως φεύγεις για την Αθήνα. Δεν χαίρομαι γι αυτό. Θα μου λείψεις. Αλλά ίσως είναι το καλύτερο για σένα αυτή τη στιγμή», του είπε. «Άλλωστε την επίσκεψή σου την περίμενα. Η τελευταία φορά που σε είδα δεν θα μπορούσε να είναι η τελευταία που βλεπόμαστε. Υποπτεύομαι ότι από ένα σημείο και μετά δεν άκουγες καν τι σου έλεγα…»

Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε με τρυφερότητα. «Όμως θέλω να σου πω πως ξέρω, πως είμαι σίγουρη, ότι κατά βάθος με καταλαβαίνεις περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο».

Εκείνος την έσφιξε πάνω του. Σκέφτηκε πως είναι όντως η τελευταία φορά.  Μετά την απώθησε απαλά. Και διαπίστωσε παραξενεμένος ότι κι αυτό μπορεί να το κάνει.

Εκείνη ήθελε να δείξει ότι είναι ψύχραιμη. «Ώστε η προσπάθεια να βοηθήσεις τον Ολύνθιο ολοκληρώθηκε. Όχι δε θέλω να μου πεις λεπτομέρειες. Από το πρωί κυκλοφόρησε πως το κτίριο όπου ήταν περιορισμένος έπιασε τη νύχτα φωτιά και πως πιθανότατα ο ένοικός του αποτεφρώθηκε. Όμως εσύ είσαι εδώ και μπορώ να σε κοιτάζω στα μάτια. Και τα μάτια σου αποκλείουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.  Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, αλλά όχι, δεν έχασες απόψε τον αγαπημένο σου Δάσκαλο. Ξέρεις… κι εγώ σε καταλαβαίνω!»

Ο Εύελπις κρατούσε τώρα τα δυο της χέρια στις παλάμες του. Τα έσφιξε.

«Θαίδα, πέρα από οτιδήποτε άλλο, θέλω να σου πω ότι σου είμαι ευγνώμων. Η συμπαράστασή σου ήταν πάντα πολύτιμη. Και πιο πολύ αυτές τις δύσκολες μέρες».

Κάτι σαν δάκρυ ύγρανε την άκρη των γαλάζιων ματιών της, αλλά εκείνη χαμογελούσε.

«Θέλω να μεταφέρεις την αγάπη και τους χαιρετισμούς μου στους φίλους μου και, γιατί όχι, σε όλους τους Αθηναίους!»

«Θα το κάνω», την διαβεβαίωσε εκείνος. Και μετά: «Θέλω μια ακόμη χάρη από σένα. Ξέρεις, ο μικρός θεός Έρωτας κυκλοφορεί αθέατος μεν, αλλά δραστήριος ανάμεσά μας, και είναι σίγουρο πως θύματά του δεν είμαστε μόνον εμείς. Θύμα του υπήρξε και ο Οινοκράτης, ο Σικελός συνεργάτης μου. Ξέρεις πως μεγάλωσα υπό την εποπτεία του και ότι του έχω αδυναμία. Σήμερα μου εξομολογήθηκε πως είναι ερωτοχτυπημένος με ένα από τα κορίτσια σου. Το Πουλχερίδιον. Θέλει να την νυμφευτεί και να την πάρει μαζί του στην Αθήνα. Σίγουρα θα έχεις μάθει πως ο Σικελός έχει χειραφετηθεί. Του έχει μάλιστα αποδοθεί η ιδιότητα του επί τιμή κατοίκου της Αττικής. Κατά τα άλλα είναι αμειβόμενο μέλος της υπηρεσίας των λογίων, αποσπασμένος ως άμεσος βοηθός μου. Έχει έσοδα. Με παρακάλεσε λοιπόν να σου ζητήσω την άδεια να την κάνει νόμιμη και επίσημη γυναίκα του. Και επέμεινε να σου διευκρινίσω ότι για την χειραφέτησή της είναι πρόθυμος να προσφέρει όλες του τις οικονομίες, που, μεταξύ μας, αποτελούν ένα σεβαστό ποσό.

«Χμμ!» έκανε η Θαίδα. «Να και κάτι που όχι μόνο δεν ήξερα, αλλά δεν είχα καν υποπτευθεί. Άρα ο μύθος ότι τάχα τα γνωρίζω όλα, -δυστυχώς- καταρρέει!»

Για λίγες στιγμές κλείνει τα μάτια της και σκέφτεται.

«Πες του ότι θα μιλήσω με τη μικρή. Αν μου επιβεβαιώσει ότι όντως θέλει να γίνει η Κυρία του Οινοκράτη, και να αναχωρήσει μαζί του για την Αθήνα, τότε όχι μόνο θα της δώσω τη σχετική άδεια, αλλά και δεν θέλω κανένα απολύτως αντάλλαγμα γι αυτό».

 «Το βρίσκω σωστό», είπε ο Εύελπις. «Και,  μάλιστα, ομολογώ πως ζηλεύω. Από ποιον θα μπορούσα να ζητήσω το χέρι σου;»

«Από κανέναν», είπε η Θαίδα. «Είναι πια αργά για προτάσεις. Κλείσαμε».

.

Εκείνος της έδωσε το δώρο. «Για να με θυμάσαι».

Της άρεσε. «Μόνο που» είπε, «τα χελιδόνια όλο φεύγουν…»

«Ναι, αλλά συνήθως επιστρέφουν»   παρατήρησε, αδιόρθωτος, ο Εύελπις.

.mercgrec

Επίλογος τέσσερα: Οινοκράτης -Χοντρόης

Ο Οινοκράτης με βήμα ανάλαφρο κατευθύνεται προς το μέγαρο της Θαίδας. Είναι ένα όμορφο φθινοπωρινό δειλινό και όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά. Κι αν κάτι δε πάει και τόσο καλά, θα στρώσει. Ο Οινοκράτης είναι αισιόδοξος. Οι Μοίρες θέλουν να κάνουν τα δικά τους, αλλά κάτι μετράμε κι εμείς. Σε λίγο θα δει το Πουλχερίδιο και θα μάθει τι αποφάσισε η Θαΐδα γι αυτούς τους δύο.  Ο Εύελπις του είπε ότι της μίλησε και πως κατ’ αρχήν είναι ευνοϊκά διατεθειμένη απέναντί στο ζευγάρι. Όμως πρώτα θα μιλούσε με την προστατευόμενή της.  

Ο Οινοκράτης είναι σίγουρος πως κι αυτή η συνάντηση δεν μπορεί παρά να πήγε καλά και θέλει να το γιορτάσει. Μαζί της. Γι αυτό δεν την επισκέπτεται με άδεια χέρια. Εδώ ο Εύελπις πήρε δώρο για τη Θαίδα παρόλο που (απ’ ότι ο ίδιος του είπε) η σχέση τους τελείωσε οριστικά! (μάλλον θα μπήκε σε αναστολή επ’ αόριστον, προτιμά να πιστεύει ο Σικελός). Όταν ο Εύελπις κάνει κάτι καλό, κάτι που ο Οινοκράτης το εγκρίνει, δεν βρίσκει κανένα λόγο να μη το κάνει κι αυτός. Έχει λοιπόν μαζί του ένα αστραφτερό δαχτυλίδι.

Και όχι μόνον αυτό. Έχει και το μικρό αγγείο με ό, τι έχει μείνει από την  γνήσια Χαχόμα. Όχι την ¨αιρετική¨, όχι εκείνη  που έφτιαξαν ιδιοχείρως μαζί με τον Χοντρόη και που, όπως αποδείχτηκε ¨ανοίγει στόματα¨ και αποκαλύπτει μυστικά, όχι, δεν θέλει να ανακρίνει το Πουλχερίδιον. Προτιμά να το πιστεύει. Το πιστεύει, και τέρμα. Ιδιαίτερα όταν του λέει ¨ναι¨, και τον ακολουθεί.

Η Γνήσια Χαχόμα προκαλεί μόνον όνειρα. Περίεργα όνειρα που μοιάζουν αληθινά. Και ο Οινοκράτης έχει βάσιμες υποψίες  ότι πρόκειται για όνειρα προφητικά. Και δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι τον τελευταίο καιρό, το μέλλον, -μια έννοια στην οποία κατά το παρελθόν απέφευγε να εστιάζει- τώρα τον ενδιαφέρει. Απόψε λοιπόν, θα την κεράσει και θα πιει στην υγειά της αυτό το μαγικό ποτό. Κι ας πάρουν τον λόγο οι μυστηριώδεις δυνάμεις.

Χωρίς να το αντιληφθεί το βήμα του γίνεται όλο και ταχύτερο. Όμως, παρά το ότι η μέρα όπου να ‘ναι τελειώνει, στους δρόμους υπάρχει κίνηση. Ακόμη μια φορά τα στρατεύματα έχουν αρχίσει να αναχωρούν για παραπέρα. Προφανώς έχει γίνει προσεκτική αναγνώριση της διαδρομής και έτσι θα μπορέσουν να συνεχίσουν την πορεία τους προς τα ανατολικά υπό το σεληνόφως.

Αυτή τη φορά προηγείται το Μηχανικό.   Τεράστιες πλατφόρμες πάνω σε μεγάλους τροχούς σέρνονται από δεκάδες γεροδεμένα υποζύγια μεταφέροντας σκελετούς πολιορκητικών πύργων, βάσεις καταπελτών, κριούς κρούσης, καθώς και εργαλεία και εξαρτήματα για τις επί τόπου κατασκευές.

Πολλοί, βακτριανοί και άλλοι, στέκονται στην άκρη των δρόμων και παρατηρούν με -αναπόφευκτο- ενδιαφέρον την αναχώρηση. Από μια τέτοια ομάδα προέρχεται η φωνή που φτάνει ως τον Σικελό: «Οίνον Εκράτα, Ελθέ. Ήθελόν σοι παπαρουσιάσει φίλον τινά».

Για κοίτα! Ο γνωστός Χοντρόης έχει βγει βόλτα, και μάλιστα έχει κάνει νέους φίλους!

Ο Οινοκράτης πλησιάζει. Μαζί με τον Ολοστρόγγυλο υπάρχει ένας νεαρός Πέρσης. 

Ο Χοντρόης τον παρουσιάζει. Ένας ακόμη γηγενής που μιλάει ελληνικά. Όχι ακριβώς ντόπιος. Ούτε ακριβώς Πέρσης. Κατάγεται από τη Βαβυλώνα και είναι γιος ενός αξιωματούχου που είχε για μεγάλο διάστημα υπηρετήσει τον Μεγάλο Βασιλέα στις πόλεις της Ιωνίας. Ακολουθεί τη στρατιά για να τελειοποιήσει τις γνώσεις του για τους Έλληνες και τη γλώσσα τους.  Εκείνο όμως που επιθυμεί κατά βάθος -και διακαώς- είναι να πάει στην Αθήνα.

Ο Χοντρόης συνηγορεί: «Δοκείς  δυνατόν ούτος μεθ’ ημών έλθείν;» Ο Οινοκράτης κοιτάζει τον  βαβυλώνιο προσεκτικά. Κάτι του θυμίζει αυτή η λεπτή μελαχρινή φυσιογνωμία.

 «Έλα λίγο μαζί μου», λέει στον Χοντρόη. «Θέλω να σου πω κάτι». Τον αγκαλιάζει με το δεξί του χέρι και τον παρασύρει λίγα βήματα πάρα πέρα.

«Ξέρεις τι σκέφτηκα δικέ μου; Πως αρκετά σε τραβολόγησα μαζί μου, από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Και ίσως αυτό ήταν υπέρμετρα εγωιστικό από μέρους μου. Εσύ όμως ήσουν άψογος. Αυτές τις μέρες λοιπόν σκεφτόμουν κάτι άλλο. Έκανα κάποιες νύξεις στον Εύελπι και δεν φαίνεται να έχει αντίρρηση. Παρόλο που εμένα προσωπικά, για να στα λέω όλα, δεν μ’ αρέσει και τόσο. Εντούτοις, εάν εσύ το επιθυμείς, ισχύει.

Άκου: Τώρα που οδεύοντας για την Αθήνα θα περάσουμε ξανά από τα Σούσα, μπορώ να εισηγηθώ στον Εύελπι να σε αφήσουμε εκεί. Σε αυτή την περίπτωση θα σε εφοδιάσω με τα χρειαζούμενα έγγραφα, ώστε να μην έχεις προβλήματα με τις Αρχές. Δε θα είναι μια πλήρης ελευθερία, αλλά σίγουρα θα είσαι σε προνομιακή θέση σε σχέση με πολλούς άλλους συμπατριώτες σου.  Λοιπόν; Τι λες; Πριν εμπλέξουμε και άλλους στο ταξίδι της επιστροφής, θέλω να ξέρω τη γνώμη σου. Αν θέλεις να το σκεφτείς μπορώ να σου δώσω λίγο χρόνο. Αλλά πραγματικά λίγο».

«Ουχί!» λέει κατηγορηματικά ο Χοντρόης.

«Ουχί τι;»

«Ουδεμία εστί χρεία χρόνου προς σκέψιν. Θέλει εκφράζειν ημετέραν θέσιν παπάραυτα».

«Δηλαδή

«Ουχί. Ουκ επιθυμώ παπαραμένειν ενταύθα!».

Ο Οινοκράτης του χτύπησε τη πλάτη. «Εν τάξει Χοντρόη», του είπε. «Ομολογώ ότι αυτό ήθελα να ακούσω. Αλλά, βλέπεις, εγώ χειραφετήθηκα πρόσφατα και όπου να ‘ναι θα αποκτήσω άλλου είδους δεσμά. Είπα λοιπόν μήπως, εν τω μεταξύ, τα κατάφερνα να κάνω πιο ελεύθερο κάποιον άλλο. Θα μπορούσες να είσαι εσύ. Αλλά χαίρομαι πιο πολύ που αποφασίζεις να μείνεις μαζί μας. Πάμε τώρα να γνωρίσουμε τον νέο φίλο σου. Πώς τον λένε είπαμε;

«Περούξ, αλλά υπό τον Ελλήνων Βηρωσός αποποκαλείται.

Ο Οινοκράτης τώρα θυμάται! Στρέφεται προς τον Βαβυλώνιο. «Εσύ δεν ήσουν που, πριν τρία περίπου χρόνια μαζί με τον Μαρτούκη τον Βαβυλώνιο, μεταφράζατε στα Σούσα, στο θησαυροφυλάκιο, την στήλη του αρχαίου βασιλιά Χαμουραμπί;»

Ο Βησωρός γνέφει καταφατικά και παραδέχεται. Ναι αυτός είναι.

Ο Οινοκράτης θυμάται που, πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα, είχε αρχίσει να ερευνά την σχέση των Άλλων με τους Βαβυλώνιους: τραπεζίτες-ιερείς και διανοούμενους, έρευνα που το ταξίδι στην Αθήνα είχε διακόψει. Θυμάται πως είχε δει τον Μαρτούκη στη σύσκεψη των συνωμοτών στον ναό του Μαρδούκ, όταν είχε διεισδύσει εκεί μαζί με τον Χοντρόη και έτσι είχε στρέψει την προσοχή του σ’ αυτόν.

«Και είσαι εν γνώσει», συνεχίζει, «πως ο Μαρτούκης ήταν σε επαφή με τον Ανάξαρχο και άλλους έλληνες αυλικούς;»

«Όχι πολλά πράγματα, αλλά ναι, κάτι ξέρω», παραδέχεται ο νεαρός Βαβυλώνιος.

«Ωραία. Θέλω να έρθεις αύριο να μου τα πεις όλα εξαντλητικά. Το εάν θα σε πάρουμε μαζί μας ή όχι θα εξαρτηθεί από τα πόσα ξέρεις και πόσο ενδιαφέροντα είναι…»

«Ασφαλώς γιγνώσκει τα μάλα!», υπερθεματίζει ο Χοντρόης. «Εκτός γαρ τούτων, ειδήμων ούτος εστί μεθόδου τινός ήτις τα του μέλλοντος προλέγει, ουχί τοις σπλάχνοις αναφερομένη, μηδέ των οιωνών επικαλουμένη, αλλά των άστρων και των αυτών κινήσεων!»

.images (1)

 Επίλογος πέντε: Οινοκράτης – Πουλχερίδιον

Το Πουλχερίδιον ήταν χαμογελαστό. Όσο κι αν τον τελευταίο καιρό είχε κάπως σοβαρέψει, δεν είχαν πάψει να της αρέσουν τα απρόοπτα και οι αναπάντεχες εξελίξεις. Και κάπως έτσι έβλεπε τον επικείμενο γάμο της με τον Οινοκράτη. Ως μια ευχάριστη, αναπάντεχη έκπληξη, συνοδευμένη από ένα ταξίδι, όχι προς το άγνωστο (το άγνωστο ήταν μια τετριμμένη έννοια για όσους έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία), αλλά προς μια μυθική, ειρηνική αυτήν την περίοδο, Πόλη. Της είχαν κάνει ένα κεφάλι να(!) οι λοιπές ακόλουθοι της Θαίδας που είχαν τη τύχη να κατάγονται από εκεί. Αυτές που, όπως και η ίδια η Κυρά, αυτό-ονομάζονταν ¨Ατθίδες¨ και που φρόντιζαν να μαθαίνουν έγκαιρα τι σόι νέες συνήθειες είχαν εμφανιστεί στην Αττική για να τις εφαρμόσουν και εκεί, στην άκρη του κόσμου. 

Και έπειτα, στο Πουλχερίδιον άρεσαν δύο είδη ανδρών: Αυτοί που την έκαναν να γελάει και αυτοί που ήξεραν να οργανώνουν ευχάριστες εκπλήξεις. Και ο Οινοκράτης έδειχνε να έχει αμφότερες αυτές τις ικανότητες.

Η Κυρά Θαίδα, πάντως είχε φροντίσει να την ενημερώσει και να την προειδοποιήσει. Ο Γάμος δεν είναι ένας θεσμός που προστατεύει αυτομάτως τη γυναίκα. Γι αυτό θα έπρεπε να είναι σε εγρήγορση και να μη διστάζει να διεκδικεί τα δίκια της. Το Πουλχερίδιον όμως χαμογέλασε πονηρά γιατί ήξερε, όπως το ήξεραν όλες εκεί μέσα, ότι και η κυρά Θαίδα ήταν έτοιμη να αποδεχτεί πρόταση γάμου, από τρανό στρατηγό του Αλέξανδρου, αν δεν την είχε ήδη δεχτεί. Η Θαίδα ερμήνευσε σωστά το χαμόγελό της και άρχισε να της μιλάει τώρα για την αείμνηστη Ασπασία που ήταν τόσο ευτυχισμένη αλλά και τόσο δραστήρια κοντά σε έναν από τους μεγάλους άνδρες των Αθηνών -μάλλον τον έλεγαν Περικλή. ¨Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Η Ασπασία δεν ήταν καν Αθηναία. Καταγόταν από την Ιωνία, όπως κι εσύ!¨

Άρα όλα καλά. ¨Η Έγκριση δόθηκε!¨ Αυτό είπε με ενθουσιασμό στο αυτί του Οινοκράτη καθώς τον αγκάλιασε μόλις εκείνος μπήκε στην μικρή αίθουσα υποδοχής. Ο Οινοκράτης την ανασήκωσε από το έδαφος και την έφερε μια γυροβολιά.

Ύστερα κάθισαν να τα πουν γύρω από το χαμηλό τραπέζι, όπου σε λίγο χαμογελαστά, χαριτωμένα κορίτσια έφεραν και τοποθέτησαν εδέσματα και ποτά. Ο Οινοκράτης πρόσθεσε το αγγείο με την αγαπημένη του γνήσια Χαχόμα. Εξήγησε στην Πουλχερία  πώς την είχαν ανακαλύψει με τον Χοντρόη και ότι είναι αλλιώτικη από την άλλη, για την οποία της είχε γράψει σε κάποιο από τα γράμματά του. Εκείνη θέλησε να δοκιμάσει αμέσως, αλλά ο Σικελός της είπε να μιλήσουν πρώτα λίγο -έχουν τόσα να πουν απόψε!- γιατί αυτή φέρνει ύπνο. Ύστερα της έδωσε το δώρο του και το Πουλχερίδιο έκανε πολλές χαρές, το φόρεσε και μάλιστα έβαλε φωνή και από το παραπέτασμα της εισόδου έσκασαν μύτη οι φίλες της για να θαυμάζουν το δαχτυλίδι και να κάνουν κολακευτικά σχόλια για τον δωρητή.

Αφού λοιπόν έξω είχε νυχτώσει για τα καλά και αφού είχαν τιμήσει δεόντως (εξαντλήσει, θα έλεγε κανείς) τα ποικίλα ποτά του σπιτιού και αφού είπαν πολλά, για πολλή ώρα, (αλλά θα είχαν ασφαλώς και άλλα, εξ ίσου πολλά, να προσθέσουν) η Πουλχερία άπλωσε το λευκό της χέρι, έπιασε από το λαιμό τη φιάλη με τη χαχόμα και μετάγγισε το περιεχόμενό της στους δύο σκύφους, τον δικό της και του Οινοκράτη. ¨Στην αγάπη μας¨, είπε με έναν μικρό ανεπαίσθητο λόξυγκα.  ¨Σ’ αυτό!¨ συμφώνησε απολύτως και ο Οινοκράτης.

Έτσι το Πουλχερίδιον εξασφάλισε έναν άμεσο, μάλλον βαρύ και πολύωρο ύπνο. Εάν είδε όνειρα το αγνοούμε και δεν μας προκύπτει να διηγήθηκε κάτι σχετικό σε κάποιον. Πάντως την άλλη μέρα ήταν εξ ίσου ευδιάθετη με την προηγούμενη, οπότε εικάζουμε ότι τα τυχόν όνειρά της είτε δεν ήταν άσχημα, είτε δεν τα ερμήνευσε ως τέτοια.

Ο Οινοκράτης ναι, είδε. Κι επειδή τον τελευταίο καιρό σημείωνε κι αυτός (όπως και ο προϊστάμενός  του, ο οποίος έχει αρχίσει να συγγράφει το ιστορικό του δοκίμιο) μερικά από τα όσα του συμβαίνουν, έχουμε μερικά (ατελή) στοιχεία από…

 carl-jung-570

Επίλογος έξι: Σκηνές από το όνειρο του Οινοκράτη

Ο Οινοκράτης πετάει. Όχι, δεν πετάει άχρηστα πράγματα, πετάει ο ίδιος∙ ίπταται!

Υπερίπταται!

Και του αρέσει, όσο κι αν το περιβάλλον γύρω του είναι μάλλον σκοτεινό και έχει κάποια προβλήματα προσανατολισμού. Η πορεία του -πορεία περισσότερο ήρεμου βέλους παρά αγχωμένου μεταναστευτικού πτηνού- ακολουθεί μια τροχιά άδηλη, όσο και το απώτερο μέλλον.

Πάντως, ενδόμυχα, ξέρει ότι προορισμός του είναι η Δύση. Άλλωστε  για ένα τέτοιο ταξίδι -ταξίδι επιστροφής στη Δύση- δεν προετοιμάζεται τον τελευταίο καιρό; Τώρα φαίνεται ότι κάνει απλώς μια αναγνωριστική πτήση. Αλλά για να αναγνωρίσει οτιδήποτε πρέπει πρώτα να δει κάτι, έτσι δεν είναι; Εν τούτοις, για την ώρα, δε βλέπει τίποτα. Απάνω  του έχει άπειρα αστέρια, κάτω του μαυρίλα αδιερεύνητη.

Όμως όχι. Δεν είναι ακριβώς μόνος. Στο βάθος, κόντρα στο ασημένιο αστερόφως, διαγράφεται μια σκιά. Κάποιος εξ ίσου ιπτάμενος τον πλησιάζει. Μα ναι, τον αναγνωρίζει. Τον έχει ξανασυναντήσει σε μια από αυτές τις ονειρικές του αποδράσεις. Είναι εκείνος ο σφιχτοντυμένος,  κοτσονάτος γέροντας που τον λένε Ουγκ. Ή Χιουγκ. Ή, μάλλον Γιούγκ, δε θυμάται καλά. Ναι, αυτός είναι. Μόνο που αυτή τη φορά δε φοράει υφασμένα σωληνωτά μανίκια μόνο στα χέρια και τα πόδια, αλλά έχει (εν είδει πίλου) και ένα σκληρό μαύρο σωλήνα πάνω στο κεφάλι, που είναι να απορεί κανείς πώς δεν του φεύγει, καθώς ελίσσεται εναερίως για να μπει σε τροχιά παράλληλη με εκείνη του Οινοκράτη.

«Χαίρε γέροντα από τα ψηλά βουνά του Κέντρου», τον χαιρετά ο Σικελός. «Πώς από δω;»

«Μα, όπως ακριβώς και την άλλη φορά που συναντηθήκαμε, είμαι εδώ χάρη στην επινόησή μου», απαντά εκείνος με έκδηλη ικανοποίηση. «Μία χημική σύνθεση που καταφέρνει να διαπερνά τις φυσικές άμυνες που εγείρει το συλλογικό ασυνείδητο και να μου εξασφαλίζει αναπάντεχες οπτικές και λοιπές εμπειρίες του παρελθόντος ή και του μέλλοντος».

«Μία τι; Δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ αυτά που μου λες», διαμαρτύρεται ο Οινοκράτης. «Προσπάθησε να γίνεις λίγο πιο κατανοητός σε παρακαλώ».

«Με απλούστερα λόγια: Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η δική μου παρουσία εδώ, αλλά η δική σου. Αν δε κάνω λάθος πρέπει να είσαι πολύ παλιός».

Τι είναι αυτά που λέει ο Παππούς; Ο Οινοκράτης αντιδρά: «Με όλο το σεβασμό, δεν μας τα λες καλά γέροντα. Αν κάποιος είναι παλιός εδωπέρα, αυτός είσαι αδιαμφισβήτητα εσύ. Εγώ είμαι εδώ μάλλον γιατί …ονειρεύομαι. Ίσως, ίσως λέω, να έχει παίξει κάποιο μικρό ρόλο και ένα μαγικό ποτό των Ιρανών. Δεν το αποκλείω».

«Α, ένα μαγικό ποτό. Αυτό μου λύνει μερικές απορίες. Να γιατί η αναγνωριστική καμπύλη στο συλλογικόμετρο με το οποίο καταγράφω τις εκλύσεις αλλοτινής ενστικτ-ενέργειας έχει εκδηλώσει αδικαιολόγητες εκτροπές. Ίσως πρέπει να κατέβω και να το διορθώσω αμέσως. Φοβάμαι ότι ο συνεργάτης μου ο Φιλήμονας[1] δε θα μπορέσει να το αντιμετωπίσει από μόνος του. Έχει ενόραση και πολλές ωραίες εμπνεύσεις αλλά στα πρακτικά θέματα δε τα πολυκαταφέρνει».

«Φιλήμονας είπες; Μήπως του αρέσει και το θέατρο; Πόσων χρονών είναι;»

«Και βέβαια του αρέσει το θέατρο. Και στην ηλικία, δε μπορώ να πω πόσο ακριβώς, αλλά είναι σίγουρα πολύ μεγάλος».

«Μπερδεύτηκα, γιατί έχω και εγώ ένα φίλο με το ίδιο όνομα. Αλλά προφανώς είναι άλλος», διευκρίνισε ο Οινοκράτης. Και, μετά συνέχισε:

«Ε, τώρα που ήρθες μέχρι εδώ, γιατί δεν μένεις λίγο ακόμη. Βοήθησέ με να καταλάβω τι γίνεται.  Κοίτα εκεί κάτω. Εμφανίστηκε φως. Πολύ φως μεσ’ τη νύχτα. Λες να έπιασε πυρκαγιά;»

«Όχι αγαπητέ μου. Αυτά είναι τεχνητά φώτα. Φώτα πόλης τη νύχτα. Προς στιγμήν ακίνδυνα, στο μέλλον …θα δούμε. Όμως δε μπορώ να μείνω. Βλέπεις εγώ δεν ¨ονειρεύομαι¨ αλλά εκτελώ ένα επιστημονικό πείραμα. Το οποίο ίσως κινδυνεύει να εκτροχιαστεί. Όταν επιστήμη και μαγεία ανακατεύονται, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ολέθριο, καταστροφικό. Πάω. Και εσύ κανονικά πρέπει να του δίνεις, αλλά δε ξέρω αν το ελέγχεις το πράγμα. Έχεις κανένα ¨μαγικό¨ τρόπο να το ελέγχεις;»

«Δε νομίζω».

«Ας ελπίσουμε τότε ότι το σύστημα θα σε πετάξει έξω αυτομάτως, χωρίς σημαντικές απώλειες.  Αλλιώς κινδυνεύεις να εμπλακείς σε καν’ά χωροχρονικό βρόγχο και να κολλήσεις εδώ. Γεια σου τώρα».

«Γεια σου», ίσα που πρόλαβε να πει ο Οινοκράτης, καθώς ο Ουγκ εξαφανιζόταν και ο ίδιος κατέβαινε αυτομάτως προς την λαμπυρίζουσα πόλη από κάτω του.

imagesα (6)

ΤΕΛΟΣ

[1] Δεν πρόκειται για μυθιστορηματικό εύρημα, ο Ελβετός Ψυχοδιερευνητής διέθετε όντως έναν επινοημένο παντογνώστη συνεργάτη και συνομιλητή, ονόματι Φιλήμονα.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Όπου ο Ηλίας τα βάζει με τη νοσταλγία…

Posted by vnottas στο 8 Αύγουστος, 2018

….Ή τουλάχιστον με ένα από τα είδη της.

 

Ηλίας Κουτσούκος:

Η αλήθεια είναι…

Πως δεν μπορώ τη νοσταλγία τους

για τις παλιές δεκαετίες

και δήθεν όλα τα σκατά τριγύρω τους

πως ήταν τούρτες-σοκολάτα

Ούτε φιλοσοφίες για νικητές και ηττημένους

καθώς και για αξίες που δήθεν χάθηκαν

και τώρα ζούμε σε μια κρίση

Θυμάμαι τα γυάλινα τους μάτια

όταν ζητούσαν πιστοποιητικά

και τις υποκρισίες τους για έναν  Θεό

που είχαν φτιάξει σαν τα μούτρα τους

καθώς και τις μεγάλες

του ‘Έθνους παραδόσεις

Όλοι αυτοί παραδομένοι

σε στρατηλάτες και οράματα

σε αιμομίκτες βασιλιάδες

και προ παντός στη πίστη

 πως θα συντρίψουνε τους άπιστους

κεντώντας μέρα-μέρα

 ψευτο-οικόσημα στο σκάρτο τους μυαλό

Δεν τη μπορώ την άθλια νοσταλγία τους

μαλλί γριάς και άσπρο πασατέμπο

με τα μαλλάκια τους τα ανακατωμένα

κι οι ψείρες του κοσμάκη

ν’ ανεμίζουνε μες στον τρελό γιακά

Θαρρείς και όλα αυτά δεν ήταν έτσι

παρά ζαχαρωμένα χρόνια πέρασαν

κι αυτοί θεματοφύλακες

μίας ηλίθιας νοσταλγίας

που έμεινε καρφωμένη

ανάμεσα σε δυο παγκόσμιους πολέμους

κι έναν εμφύλιο για να δέσει  το γλυκό…

κατά τα άλλα φυσικά,

η Ελλάς ποτέ δεν πεθαίνει

δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά

αν κι η μνήμη της είναι καμένη

παραδόξως βαδίζει μπροστά

 

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο: Ώρα για αποφάσεις (και τεχνάσματα)

Posted by vnottas στο 8 Αύγουστος, 2018

Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο (τελευταίο):

Ώρα για αποφάσεις και τεχνάσματα

(αφηγείται ο Εύελπις) 

images (32)

«Λοιπόν; Τι κάνουμε;», ρωτάει ο Ευρυμέδοντας.

«Εσείς οι τέσσερις θα μείνετε εδώ. Για όσο χρειαστεί», λέω στους νεοαφιχθέντες. «Χωρίς να κάνετε την παραμικρή φασαρία. Προσέξτε αυτή την πόρτα. Κρατήστε την αμπαρωμένη. Εάν από την άλλη μεριά προκύψουν φρουροί, για να την ρίξουν θα χρειαστούν κάποιο χρόνο. Ειδοποιείστε με αμέσως. Ένας από σας, ο πιο αετομάτης να παρακολουθεί από το παράθυρο τι γίνεται έξω. Δεν είναι πολύ πιθανό, αλλά δεν αποκλείεται να εμφανιστούν φρουροί και από εκεί. Εγώ κι ο Καλλισθένης επιστρέφουμε στο δωμάτιό του. Έχουμε να πούμε ακόμη μερικά πράγματα. Λίγα. Εσύ Οινοκράτη έλα μαζί μας. Φέρε και ό, τι απόμεινε από τον Δυσαρεστημένο. Κάνθαρε, δώσ’ του ένα χέρι».

Ο Οινοκράτης ξέρει πότε πρέπει να δρα άμεσα και πότε τον παίρνει να ξεφουρνίζει τις συνηθισμένες του αντιρρήσεις. Αυτήν τη φορά αρπάζει τη σορό από τις μασχάλες,  χωρίς σχόλια, και με τη βοήθεια του Τεράστιου την μεταφέρουν πίσω στον χώρο απομόνωσης του Καλλισθένη.image002

Ο Καλλισθένης είναι σκεφτικός. Κοιτάζει επίμονα το απλανές βλέμμα του Μακαρίτη, ο οποίος έχει τοποθετηθεί ύπτια πάνω στο κρεβάτι. Σκύβει και του κλείνει τα μάτια.

«Λοιπόν;» μου λέει χωρίς να με κοιτάζει.

«Έχω μια τελευταία πρόταση, Δάσκαλε. Δεν ξέρω ποιος, θεός ή δαίμονας, μου την ενέπνευσε μόλις τώρα! Στην λέω με λίγα λόγια γιατί αν καθυστερήσουμε κι άλλο, σε λίγο θα πάψουμε να έχουμε οποιαδήποτε εναλλακτική λύση.

Σε ρωτώ λοιπόν ευθέως: τι θα έλεγες αν εσύ μεν βρισκόσουν σε έναν τόπο φιλόξενο, γεμάτο σοφούς και καλοπροαίρετους ανθρώπους, ναι αυτόν που σου περιέγραψα πριν, ενώ για όλους τους υπόλοιπους θα είσαι νεκρός; Και επειδή θα είσαι νεκρός δεν θα σε ψάχνουν ούτε θα σε κυνηγάνε; Ίσως συνεχίσουν να σε κατηγορούν, είναι πιθανό γιατί είναι οι ιδέες σου που ενοχλούν, αλλά εσύ θα μπορείς ακόμη να παράγεις και νεοτερισμούς και ιδέες. Και, ίσως, έμμεσα, να μπορείς και να απαντάς.

Βέβαια για το πώς και γιατί πέθανες θα κυκλοφορήσει κάποια επίσημη εκδοχή. Αλλά μπορεί να υπάρξει και ένα δικό σου χειρόγραφο σημείωμα όπου να περιγράφεις τη δική σου άποψη, για το τι πρέπει και τι μπορεί να κάνει όποιος κατηγορείται άδικα από αυτούς που υπηρετεί και θαυμάζει».

Με κοιτάζει χωρίς να μιλάει.

«Δάσκαλε σε παρακαλώ να βιαστείς. Αν επιστρέψουν οι περιπολίες ο Χάροντας θα πρέπει να ψάξει μεγάλη βάρκα για να μας πάει όλους μαζί στο βασίλειο του Άδη».

Είμαι σίγουρος ότι τον πλημμυρίζουν συναισθήματα. Αντιφατικά. Ίσως, ο νεκρός στο κρεβάτι, του κάνει νόημα να πάει μαζί του και ίσως αυτή η έκκληση δεν είναι πια και τόσο ελκυστική. Αυτό θέλω να ελπίζω. Ωστόσο το πρόσωπό του μοιάζει ανέκφραστο, αλλά εγώ που τον ξέρω καλά δε ξεγελιέμαι. Περιμένω.

Εν τέλει, το γνέψιμο της κεφαλής του είναι καταφατικό.

Ο αναστεναγμός μου είναι βαθύς, αλλά δεν αφήνω την ανακούφιση να με απασχολήσει πάνω από μία στιγμή. «Έχε μου εμπιστοσύνη, Δάσκαλε» λέω μόνον.

.Oineus_Staatliche_Antikensammlungen_1905

«Δάσκαλε γδύσου. Εσύ Οινοκράτη φώναξε τον φίλο σου τον Χοντρόη και γύρνα αμέσως εδώ. Μετά απάλλαξε τον Μεταστάντα από όλα του τα ρούχα».

Ο Χοντρόης καταφτάνει τρέχοντας (για να μη πω ¨κυλιόμενος¨, όπως θα έλεγε ο Οινοκράτης).

«Μάζεψε όσους φανούς και πυρσούς, αναμμένους ή σβηστούς, βρεις στους διαδρόμους εδώ γύρω. Φέρε τους εδώ. Αν τυχόν δεις κανέναν αμφορέα με λάδι ή με αυτή την βρωμούσα ουσία που καίνε σ’ αυτά τα μέρη, φερ’ τον κι αυτόν.   Πρόσεξε όμως. Οι φρουροί μάλλον είναι όλοι μαζεμένοι στην άλλη πλευρά του κτιρίου, αλλά μπορεί κάποιος να έχει απομείνει στα πέριξ. Α, και κάτι άλλο: αν βρεις κανένα πυρίμαχο δοχείο, από εκείνα όπου βράζουν τις σούπες φέρ’ το. Θα το χρειαστούμε.

«Θεώρει ήδη άπαν τούτο πεπεπεπραγμένον!» λέει και εξαφανίζεται.ν

Ο Οινοκράτης έχει απαλλάξει τον Αποδημήσαντα από τη στολή του. Την δίνω στον Καλλισθένη και παίρνω τα δικά του ιμάτια. Τα περνάω στον Σικελό και του κάνω νόημα να τα φορέσει στον τεθνηκότα.  Ίσως αυτός  είναι λίγο πιο σωματώδης από τον προϊστάμενό μου, αλλά νομίζω ότι (στην τωρινή του κατάσταση) δεν θα διαμαρτυρηθεί για το στένεμα!  

Έχω ξεχάσει τίποτα; Α, ναι. Και είναι σημαντικό! Γυρίζω προς τον Καλλισθένη και τον παρακαλώ να μου δώσει το δαχτυλίδι του. Μου το δίνει χωρίς να πει λέξη. Το στριμώχνω στο χοντρό δάχτυλο του πτώματος αφού πρώτα το απαλλάξω από μερικά φτηνά μπιχλιμπίδια που προσπαθούσαν να το διακοσμήσουν. Όταν ο Οινοκράτης τελειώνει το ντύσιμο και ο τέως υπαξιωματικός της φρουράς έχει επιτέλους μεταμφιεστεί σε (κακάσχημο) λόγιο, του λέω να μου δώσει το ¨ύδωρ της Στυγός¨.  Με κοιτάζει ερωτηματικά.

«Φερ’ το» του λέω. «Θέλω να δω τι πραγματικά καταφέρνει». Βάζει με προσοχή το χέρι στο δισάκι του, βγάζει ένα δέμα τυλιγμένο με πανί και μου το δίνει.

Πριν το ξετυλίξω, βλέπω ότι Καλλισθένης έχει πια αποκτήσει την εμφάνιση παλιάς καραβάνας του πεζικού που μόλις επέστρεψε από αιματηρή μάχη. Του λέω: «Δύο πράγματα απομένουν Δάσκαλε: Το ένα είναι πως, εάν θέλεις, μπορείς να γράψεις δυο λόγια που να αφήνουν να εννοηθεί πως αυτοκτονείς. Το δεύτερο, να διαλέξεις ποιες από  τις γραφές σου θέλεις να πάρουμε μαζί μας. Υποθέτω κυρίως τη σύνοψη των ιδεών που έφτιαξες πρόσφατα, αλλά εάν κρίνεις πως εδώ υπάρχουν και άλλα κείμενα που θα τα χρειαστείς, παρ’ τα κι αυτά.

Γνέφει καταφατικά και κάθεται στο τραπέζι.

images (14)

Εγώ ξεδιπλώνω το πανί και φέρνω στην επιφάνεια την οπλή με το καταραμένο δηλητήριο. Με τη βοήθεια του υφάσματος καταφέρνω να την ξεταπώσω, χωρίς να αγγίξω την τραχιά της επιφάνεια. Απλώνω το χέρι κρατώντας το σώμα μου μακριά από το πτώμα. Κάνω νόημα στον Οινοκράτη να απομακρυνθεί κι αυτός. Ρίχνω μερικές σταγόνες πάνω στα ιμάτια του Καλλισθένη που τώρα καλύπτουν τον δεσμοφύλακά του.

Συμβαίνουν τα εξής. Με τη σειρά. Ένα: από το σημείο όπου έπεσαν οι σταγόνες ανεβαίνει ένας πηκτός λευκός ατμός. Δύο: μια απαίσια μυρωδιά απλώνεται στο δωμάτιο.  Τρία: στο σημείο όπου οι σταγόνες ήρθαν σε επαφή με τα ρούχα, υπάρχει μια τρύπα ήδη μεγάλη σαν γροθιά, που εξακολουθεί να μεγαλώνει. Σε βάθος, έχει διαπεράσει το ύφασμα, τη σορό και το κρεβάτι. Δε μπορώ να δω παρακάτω, αλλά υποθέτω ότι στο πέτρινο πάτωμα υπάρχει τώρα μια λακκούβα.  

Γυρίζω προς τον Οινοκράτη και του δίνω την οπλή: «Όπως κατάλαβες, θα βάλουμε φωτιά και ό, τι απομείνει από αυτόν εδώ, πρέπει να θυμίζει Καλλισθένη. Επειδή όμως δεν θα είμαστε πια εδωπέρα -ελπίζω- για να ελέγξουμε τα αποτελέσματα της καύσης, χρησιμοποίησε αυτό φριχτό υγρό και σιγουρέψου ότι, τουλάχιστον, δεν θα μείνει τίποτα που να θυμίζει ποιος ήταν πραγματικά αυτός εδώ ο φουκαράς. Πρόσεξε μονάχα να μην αλλοιωθεί το δαχτυλίδι.

Είναι απαίσια δουλειά. Θα τα καταφέρεις;»

Με κοιτάζει παραξενεμένος. Έχει δίκιο – η απάντησή του είναι γνωστή: «Εννοείται» μου λέει.

Εν τω μεταξύ στην είσοδο του δώματος έχει εμφανιστεί ο Χοντρόης. Φορτωμένος. Κουβαλάει φανάρια, δαυλούς ένα αγγείο με λάδι που κρίνοντας απ τη μυρωδιά είν’ απ’ εκείνα που δεν τρώγονται, αλλά σίγουρα καίγονται,  καθώς και ένα σκεύος με καπάκι που ασφαλώς είναι το πυρίμαχο που του ζήτησα. Παίρνω από τα χέρια του αυτό το τελευταίο και του λέω να ακουμπήσει τα υπόλοιπα χάμω και να πάει να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους ότι φεύγουμε.

Πλησιάζω τον Καλλισθένη. Τον ρωτάω αν συνέταξε το αποχαιρετιστήριο μήνυμα. Μου λέει όχι, δεν έχει έμπνευση αυτή τη στιγμή. Όχι, για να γράψει κάτι τόσο καλό, όσο θα ήθελε, ή όσο απαιτούν οι περιστάσεις. Όμως έχει ετοιμάσει τα συγγράμματα που θα πάρει μαζί του. Να ‘τα! Έτοιμα, συσκευασμένα και δεμένα με χοντρό σπάγκο.

«Προσπάθησε δάσκαλε», τον ικετεύω.

Έρχονται οι υπόλοιποι. Πρώτος μπαίνει ο Κάνθαρος ο οποίος βλέποντας έναν φρουρό να κάθεται στο τραπέζι, τραβάει το ξίφος του. Του κάνω νεύμα ότι όλα πάνε καλά. Και οι άλλοι, βλέποντας καλύτερα το σκηνικό, καταλαβαίνουν ότι ο Καλλισθένης θα έρθει τελικά μαζί μας και χαμογελάνε ικανοποιημένοι,

«Βάζουμε φωτιά και φεύγουμε», τους λέω με χαμηλή, αλλά έντονη φωνή. «Επιδίωξή μας να καεί καλά αυτός εδώ ο χώρος. Δεν μας ενδιαφέρει το υπόλοιπο κτίριο και δεν έχουμε κάτι ενάντια στους φρουρούς.  Βγάλτε έξω αυτόν εδώ τον πάκο με τα συγγράμματα, θα τον πάρουμε μαζί μας  φεύγοντας».

Απ’ ό, τι φαίνεται εκείνος που ξέρει καλύτερα από εμπρησμούς είναι ο Σωσίβιος- Αυτιάς, ο οποίος και δίνει οδηγίες στους άλλους.

Εγώ πλησιάζω και πάλι τον προϊστάμενο και Δάσκαλό μου.

«Δυο λόγια… μονάχα», του λέω.

«Αφού επιμένεις, εντάξει», μου απαντάει αυτή τη φορά.

Στέκομαι από πάνω του και παρατηρώ την γραφή που σχηματίζεται πάνω στον κιτρινωπό πάπυρο…

Λέει:

Οι Ιρανοί ισχυρίζονται πως το πυρ επιφέρει τον εξαγνισμό και την κάθαρση. Γι αυτό το λατρεύουν. Για εμάς τους Έλληνες το πυρ είναι ένα επίζηλο δώρο των Τιτάνων απαραίτητο για τη Δημιουργία. Για εκείνο δηλαδή που έχουμε, έστω κατ ελάχιστον, κοινό με τους Θεούς. Για αυτό και το σεβόμαστε. Για εμένα το πυρ είναι ένα υστερόγραφο, που λέει: ¨Κοιτάξτε τα κείμενα. Ο Καλλισθένης έχει μιλήσει εκεί. Με προβληματισμό, αλλά χωρίς πίεση και εξαναγκασμό. Με αισιοδοξία και χωρίς υστερόβουλες σκέψεις. Με ειλικρίνεια και θα έλεγα με αγάπη¨. Πριν με κρίνετε κοιτάξτε τα κείμενα…

«Είναι μια χαρά Δάσκαλε» του λέω.

Τυλίγω τον πάπυρο και τον τοποθετώ στο πυρίμαχο αγγείο. Θα το αφήσω στην έξοδο για να γλιτώσει από τη μεγάλη φωτιά που σε λίγο θα έχει φουντώσει εδώ μέσα.

dioniso

 

[Τέλος του μυθιστορήματος. Προσεχώς: ο Επίλογος]

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο: Εν τω μεταξύ, ο Οινοκράτης…

Posted by vnottas στο 7 Αύγουστος, 2018

Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο: Εν τω μεταξύ, ο Οινοκράτης…

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

180px-Szczerbiec

Ο Εύελπις μπαίνει στο δωμάτιο όπου βρίσκεται περιορισμένος ο Καλλισθένης, κι εγώ, με τον Μουλωχτό να βαδίζει μπροστά μου, προχωρούμε στον κακοφωτισμένο διάδρομο και φτάνουμε σε έναν μεγαλύτερο χώρο. Εδώ υπάρχει ένα παράθυρο που βλέπει προς το μπροστινό μέρος του κτιρίου,  απ’ όπου μπαίνει λίγο από το φως του υγρού συννεφιασμένου δειλινού και, που και που, λάμψεις από μακρινές αστραπές. Υπάρχει επίσης ένα τραπέζι-γραφείο, ένας τρίποδας πάνω στον οποίο δεσπόζει κάτι που μοιάζει με μηχανισμό καταγραφής του χρόνου, αν και είναι αρκετά διαφορετικό από τις δικές μας κλεψύδρες, μερικά καθίσματα και μια οπλοθήκη ακουμπισμένη στον τοίχο πίσω απ’ το τραπέζι. Πάνω της είναι αναρτημένα ετερογενή όπλα: ένα δυο τόξα, μία γεμάτη φαρέτρα, δυο τρεις ασπίδες και μερικά ξίφη. Πάνω στο τραπέζι είναι ακουμπισμένο ένα μεγάλο κουδούνι. Απέναντι από την πόρτα που μπήκαμε υπάρχει μια άλλη, ανοιχτή.  Ο Βαρύθυμος μαλαγάνας, χωρίς να σταματήσει κατευθύνεται προς τα εκεί.

«Στάσου», του λέω.

Σταματάει. Με προσοχή περνάω μπροστά και εξετάζω αυτή την εσωτερική βαριά ξύλινη θύρα. Ο σκοτεινός διάδρομος συνεχίζεται και μετά από αυτήν. Απ’ το βάθος νομίζω πως ακούω αμυδρά κάτι σαν ανδρικές φωνές. Κλείνω την πόρτα. Απ τη μέσα πλευρά υπάρχει μια αμπάρα. Την κατεβάζω. 

«Πού είναι οι φρουροί;» ρωτάω τον πληρωμένο (από εμάς)  Κακομούτσουνο. Μου απαντάει με ένα δήθεν πονηρό χαμόγελο και δείχνει προς την πόρτα που μόλις αμπάρωσα: «Τους κέρασα έναν αμφορέα ντόπιο κρασί. Ή μάλλον κάτι που μοιάζει με το δημιούργημα του Βάκχου. Αλλά, ακόμα κι αυτό δεν το βρίσκεις εύκολα εδώ, στην άκρη του κόσμου! Κανονικά θα πρέπει να σας το χρεώσω έξτρα».

«Είναι όλοι εκεί;» τον ρωτάω, αν και ξέρω την απάντηση. Ο Χοντρόης είχε αναλάβει να παρακολουθήσει τις κινήσεις των φρουρών, ήδη από χτες το βράδυ.

«Όχι», μου απαντάει «πολλοί είναι στις περιπολίες».

«Και πότε γίνεται η αλλαγή βάρδιας;»

Μου δείχνει το παράξενο είδος κλεψύδρας. «Από εδώ θα ξεκινήσουν οι αντικαταστάτες μόλις η μηχανή δείξει ότι φτάσαμε στο μέσον της νύχτας. Η επόμενη αλλαγή γίνεται το χάραμα».

Χαλαρώνω κάπως και κάθομαι στην καρέκλα πίσω από το μεγάλο τραπέζι, με την πλάτη στην οπλοθήκη.

«Κάτσε κι εσύ», λέω στον τέως Οξύθυμο κακομοίρη. Του δείχνω ένα κάθισμα απέναντί μου, κάτω από το παράθυρο.

Κάθεται. Όλα δείχνουν να εξελίσσονται με τον αναμενόμενο τρόπο. Δε μένει παρά να νυχτώσει εντελώς, να καταφτάσουν οι υπόλοιποι δικοί μας και να κάνουμε ό, τι πει ο Εύελπις.

20180

Περνάει ένα χρονικό διάστημα που δεν μιλάει κανείς.

«Δεν είσαι στρατιωτικός… έτσι δεν είναι;» με ρωτάει ο τύπος.

Η αλήθεια είναι πως δε φοράω κανένα διακριτικό που να δείχνει τι είμαι και τι όχι. Είναι επίσης αλήθεια πως στην εκστρατεία οι σχετικοί νόμοι δεν εφαρμόζονται με αυστηρότητα. Εδώ μετράει κυρίως αν είσαι με τον Αλέξανδρο ή ντόπιος. Περισσότερο κι από το εάν είσαι ελεύθερος ή δούλος. Πάντως οπλοφορώ, όσο οπλοφορεί κι αυτός. Επομένως καλά θα κάνει να κοιτάζει την (αξιοθρήνητη) δουλειά του.

«Εσύ κοίτα τη δουλειά σου», του λέω.

Αναρωτιέμαι αν έχει όρεξη για κουβέντα ή αν έχει άλλο λόγο να θέλει να μάθει αν ξέρω από όπλα. Η αλήθεια είναι πως κάτι δεν μου πάει καλά. Το βλέμμα μου καρφώνεται στο μεγάλο κουδούνι πάνω στο τραπέζι. Το τραβάω προς το μέρος μου.

«Τι θέλει αυτό εδώ» τον ρωτάω.

 Γελάει χαιρέκακα. «Αυτό; Αυτό το χτυπάω κι έρχονται ενισχύσεις!»

Δεν ξέρω αν θέλει να μου πουλήσει πνεύμα ή αν λέει απλώς το προφανές. Για κάθε περίπτωση, σηκώνομαι αμέσως όρθιος κρατώντας προσεκτικά τον κώδωνα. Γυρίζω προς την οπλοθήκη, ψάχνω το κατάλληλο σημείο, -όσο πιο ψηλά γίνεται- ανεβαίνω στην καρέκλα και τον κρεμάω χωρίς να ηχήσει.

Αυτό είναι το λάθος μου: Γύρισα για λίγες μόνο στιγμές την πλάτη μου στον Αναξιόπιστο. Κι αυτός κρίνοντας ότι πέρασε αρκετή ώρα από την άφιξή μας, επομένως όσοι είμαστε, είμαστε! (μόνον δύο) και πως δεν πρόκειται να καταφτάσουν άλλοι, αποφασίζει να δράσει. Προφανώς  η (έναντι χρηματικής αμοιβής) συνεργασία του μαζί μας, έχει λήξει. Ίσως να είχε λήξει πιο μπροστά αν τον άφηνα να με πάει όπου αυτός ήθελε και δεν τον είχα ξεκόψει, αμπαρώνοντας την γερή συμπαγή πόρτα, από τους υπόλοιπους δικούς του. Μικρό το κακό: μ’ ένα κουδούνισμα ή με μια δυνατή κραυγή θα μπορούσε να τους φωνάξει. Αλλά μάλλον δεν το θεωρεί αναγκαίο. Κρίνει ότι εγώ, αν και οπλισμένος με ένα απλό κοντό αθηναϊκό ξίφος, δεν είμαι άνθρωπος των όπλων και πως ένας κωλοπετσωμένος στρατιωτικός σαν κι αυτόν  θα μπορούσε να με κάνει καλά με ευκολία κι από μόνος του. Ίσως πάλι, ό, τι είναι να κάνει, θέλει να το κάνει χωρίς πολλούς μάρτυρες. Έτσι τώρα αισθάνομαι τη μαχαίρα του να κεντρίζει την πλάτη μου.

Είμαι ακόμη όρθιος πάνω στο κάθισμα. Προσπαθώ να γυρίσω αργά προς το μέρος του. «Ήσυχα», του λέω, ενώ εκείνος πιέζει ακόμη περισσότερο την σπάθα και αισθάνομαι το αίμα να αναβλύζει απ’ την πληγή.  «Βλέπεις; Σηκώνω τα χέρια ψηλά».

Πράγματι στρέφομαι αργά προς το μέρος του σηκώνοντας τα χέρια. Όχι όμως για να  παραδοθώ αλλά για να φτάσω κάποιο από τα αντικείμενα πάνω στην οπλοθήκη, που τώρα βρίσκεται πίσω μου. Δεν είμαι πολύ τυχερός, αλλά ούτε τελείως άτυχος. Εκείνο που καταφέρνω να αρπάξω και που του το πετάω περνώντας το πάνω από το κεφάλι μου, είναι μια γεμάτη φαρέτρα. . Δεν πληγώνεται, αλλά τα βέλη που αδειάζουν γύρω του τον δυσκολεύουν προς στιγμήν να κινηθεί. Επωφελούμαι και πηδώ στο πέτρινο δάπεδο στρίβοντας το δισάκι (που κουβαλάω πάντα μαζί μου) προς την (πληγωμένη) πλάτη μου και τραβώντας το ξίφος από το θηκάρι.

«Οι δυο μας Γρουσούζη», του λέω.

Κατά τα επόμενα λεπτά συμβαίνουν τα εξής: Ο τύπος είναι δυνατός. Περισσότερο από μένα. Και έμπειρος: σίγουρα έχει πάρει μέρος σε μάχες ¨εν παρατάξει¨. Και κακός: χωρίς αναστολές και ¨ευ αγωνίζεσθα黨. Αποδεικνύεται όμως λιγότερο ευέλικτος. Και χωρίς αρκετή φαντασία. Γιατί χρειάζεται μια κάποια φαντασία για να επινοήσει κανείς αμυντικά ή επιθετικά όπλα χρησιμοποιώντας, όπως-όπως, ό, τι βρίσκεται τριγύρω του. Ιδιαίτερα όταν όντως, δεν έχει μεγάλη εμπειρία μάχης, εντούτοις έχει διαπιστώσει ότι με το κοντό σπαθί (και μάλιστα αγνοώντας τα βασικά κόλπα του χειρισμού του) δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη βαριά μάχαιρα του Στριμμένου. Επομένως εκείνος  επιτίθεται σαν ταύρος, ίσα πάνω μου και εγώ χοροπηδώ δεξιά αριστερά.

Παράλληλα για να του μειώσω τον τσαμπουκά του λέω διάφορα. Όπως: ¨Πόσα πήρες Απαίσιε απ’ αυτούς που επιβουλεύονται τον Αλέξανδρο; Περισσότερα από αυτά που σου δώσαμε εμείς;¨ Τον βλέπω να αναψοκοκκινίζει: «Πουφ! Λόγιοι!» βρυχάται σαν να φτύνει.  images (2)

Αυτός εδώ δεν είναι ένας αξιωματικός που θέλει να κάνει το καθήκον του. Είναι ένας μαινόμενος κι  εμπαθής μισθοφόρος, πιθανότατα στην ίδια κλίκα με εκείνους που μας απήγαγαν στην Τύρο.   Όση όμως φαντασία κι αν διαθέτω δεν μπορώ να επινοήσω έναν τρόπο με τον οποίο τελικά να κερδίζω εγώ αυτή την μονομαχία.

Πράγματι, όταν εξαπολύω εναντίον του την παράξενη ανατολίτικη κλεψύδρα, παρασύρομαι από το μεγάλο βάρος της και, αφενός αστοχώ και το χρονόμετρο πέφτει χάμω και διαλύεται σε μεγάλα αιχμηρά κομμάτια, αφετέρου εγώ χάνω την ισορροπία μου και γονατίζω. Ο άλλος βρίσκεται αμέσως από πάνω μου. Η σπάθα σηκώνεται για να πάρει επαρκή φόρα. Στόχος: ο λαιμός μου. Κατεβαίνει τάχιστα κατευθείαν απάνω μου. Όχι η σπάθα: ο ίδιος ο Κακάσχημος. Σαν άδειο σακί. Κάνω πίσω όσο μπορώ. Προσγειώνεται πάνω στα αιχμηρά κομμάτια της κλεψύδρας και μένει ακίνητος. Πίσω του, κάτω από την κάσα της πόρτας απ’ όπου πριν λίγο μπήκαμε στο χώρο ετούτο, βλέπω τον Εύελπι με το ξίφος στο χέρι και πιο πίσω, την άκρη του χιτώνα του Καλλισθένη που τον ακολουθεί.

Παρατηρώ ότι ο Εύελπις δεν έχει διαπεράσει με το ξίφος του τον Αρχιδεσμοφύλακα, αλλά ότι τον έχει χτυπήσει δυνατά με τη λαβή στο πίσω μέρος του κεφαλιού.

«Αυτόν θα τον πάρουμε μαζί μας και θα τον ανακρίνουμε», λέει. «Είναι καιρός να αντιμετωπίσουμε άμεσα αυτούς που μας καταδιώκουν».

«Δεν νομίζω πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό», λέει ο Καλλισθένης, που έχει περάσει μπροστά και έχει σκύψει πάνω στον σωριασμένο. «Έχει ήδη διαβεί τον Αχέροντα. Όχι, δεν ήταν η λαβή του ξίφους σου. Ήταν αυτό εδώ το κομμάτι που του τρύπησε το κεφάλι». Σηκώνει από κάτω ένα ματωμένο μυτερό τμήμα της κλεψύδρας, και μας το δείχνει.

Ακούγονται βήματα από την πλευρά της εισόδου και μετά η φωνή του Σωσίβιου/Αυτιά, ο οποίος ξέροντας τα κατατόπια (αυτός είχε διαπραγματευθεί χτες με τον -πλέον- μακαρίτη) οδηγεί τους άλλους προς το μέρος μας. «Εδώ είμαστε κι εμείς, αδέλφια», λέει χαμηλόφωνα.

images (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Η΄. Κεφάλαιο δέκατο τρίτο: Επιχείρηση Καλλισθένης

Posted by vnottas στο 6 Αύγουστος, 2018

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο: Επιχείρηση Καλλισθένης

(αφηγείται ο Εύελπις)

 043fe-image010

Η μέρα είναι συννεφιασμένη και σκοτεινή απ’ το πρωί. Ευτυχώς ως τα τώρα -προχωρημένο απομεσήμερο- δεν έχει αρχίσει να βρέχει. Μια ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα θα μπορούσε να μας δημιουργήσει προβλήματα, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση οι φρουροί δεν θα ήταν απίθανο να τροποποιήσουν τις συνηθισμένες τους περιπόλους και να παραμείνουν μέσα στο κτίριο περισσότεροι του συνήθους. Ενώ εμείς τους προτιμούμε λίγους.

Είμαι στη γνωστή βακτριανή ταβέρνα που μένει ανοιχτή από την αυγή έως μετά τη δύση του ήλιου, καθισμένος στο ίδιο απομονωμένο τραπέζι στο βάθος. Έχω ζητήσει από τους συνεργάτες μου να περάσουν από εδώ και να με ενημερώσουν για τις δουλειές που ανέλαβαν. Πράγματι έχουν ήδη φτάσει ο Κάνθαρος, ο Αυτιάς και ο Χοντρόης∙ λείπουν ο Ευρυμέδοντας και ο Οινοκράτης. Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτούς έχω αναθέσει μια απομακρυσμένη εξερεύνηση. Γι αυτό έχουν ξεκινήσει νωρίς, νύχτα ακόμη. Ο Θεσσαλός με διαβεβαίωσε πως θα τα κατάφερναν να επιστρέψουν ίσαμε το απόγευμα. Αν όλα πάνε καλά θα έχω ένα ακόμη καλό επιχείρημα για να πείσω τον Καλλισθένη να ζήσει.

Σηκώνομαι αφήνοντας τους παρόντες να ξεκοκαλίζουν έναν καλοψημένο κάπρο, για να στυλωθούν, και βγαίνω έξω, στην πλατεία. Κοιτάζω προς τις κορυφές των ψηλών βουνών που περιτριγυρίζουν το πλάτωμα των Βάκτρων. Τα πιο βαριά μαύρα νέφη κρέμονται στα βορειοανατολικά.  Ίσως εκεί βρέχει ήδη.

 Αν δεν φτάσουν έγκαιρα, θα προχωρήσω το ίδιο, σκέφτομαι. Απ’ ό, τι μου είπε ο Αυτιάς, ο στρυφνός υπαξιωματικός έχει ήδη δωροδοκηθεί κι επομένως τέσσερις θα είμαστε αρκετοί.

Ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν περιθώρια για υπαναχωρήσεις. Σήμερα το πρωί επισκέφτηκα τόσο τον Ευμένη όσο και την Θαΐδα και τους ενημέρωσα. Από τον Καρδιανό χρειαζόμουν και μερικά πράγματα που θα μπορούσε να μου τα προμηθεύσει χωρίς να εμπλακεί άμεσα σε αυτή την ιστορία. Δεν είχε αντίρρηση ούτε τώρα. Από τη Θαίδα ήθελα να ακούσω, ακόμη μια φορά, ότι οι ελπίδες για ομαλές εξελίξεις στην περίπτωση του Καλλισθένη έχουν εξαντληθεί και έτσι  να καταπνίξω οποιεσδήποτε αμφιβολίες για το αν πράττω σωστά ή όχι παρεμβαίνοντας.

Εκείνη χαμογέλασε κάπως θλιμμένα και μου είπε: «Ναι, πράττεις σωστά. Ο Πτολεμαίος μου λέει την αλήθεια. Είτε όταν τα λεγόμενά του αφορούν τον Αλέξανδρο είτε όταν αφορούν τον ίδιο και εμένα. Πάντα!»

Την κοίταξα παραξενεμένος.

«Θέλεις να μου πεις κάτι Θαίδα;» την ρώτησα.

«Όπως και να πάνε τα πράγματα με αυτή την υπόθεση, δεν πρέπει να έχεις αμφιβολίες και αναστολές. Αν δεν τα καταφέρεις ο Καλλισθένης θα έχει την τύχη των στρατηγών που θεωρήθηκε πως πρόδωσαν. Και αυτό θα συμβεί όχι γιατί ο Βασιλιάς τον αντιπαθεί προσωπικά, αλλά γιατί τον έχουν πείσει πως πρέπει να περιορίσει το ρυάκι της δυσαρέσκειας πριν γίνει ποτάμι. Από αυτά που μου είπες συμπεραίνω πως αυτό το  ξέρει κι ο Ολύνθιος ο ίδιος».

Την κοίταξα παρατεταμένα. «Αυτό μόνο Θαΐδα; »

«Εάν πάλι προβληματίζεσαι γιατί μετά από αυτή σου την προσπάθειά το πιθανότερο είναι να μην ξαναδείς ούτε εμένα», συνέχισε εκείνη,  «θέλω να σου πω ότι κι αυτό θα συμβεί έτσι ή αλλιώς».

Δεν κατάλαβα αμέσως τι ήθελε να μου πει. Το κατάλαβα αμέσως μετά και φαίνεται πως φάνηκε στο πρόσωπό μου.

«Ναι», μου λέει εκείνη. «Ο Πτολεμαίος, πριν φύγει γι αυτή την τελευταία αποστολή, μου ζήτησε να γίνω νόμιμη γυναίκα του. Στην επιστολή του μου το ζητάει ξανά. Όχι, δεν θα είναι σαν τους γάμους που διοργανώνει ο Αλέξανδρος για πολιτικούς λόγους, ανάμεσα σε Μακεδόνες και Περσίδες. Θα είναι κάτι τελείως διαφορετικό…»

Ίσως μου είπε και άλλα. Δεν τα άκουσα. Κατάπια τον κόμπο που μου έκατσε στο λαιμό και δεν έκανα σχόλια.ΑΡΓΩ 1948

Χοντρές ψιχάλες αρχίζουν να πέφτουν εδώ κι εκεί, πάνω στο αμμώδες χώμα. Κάνω να γυρίσω προς την ταβέρνα, αλλά μαντεύω περισσότερο παρά βλέπω μεσ’ τη μαυρίλα, τους δύο καβαλάρηδες να καταφτάνουν βιαστικοί και λασπωμένοι. Μου κάνουν νόημα ότι εντάξει, όλα καλά.

.

Όπως έχουμε συμφωνήσει, παίρνω μαζί μου τον Οινοκράτη και ξεκινάω πρώτος για το κτίριο της φρουράς των βορίων Βάκτρων. Ο ήλιος, αν δεν ήταν κρυμμένος, θα φώτιζε ακόμη επαρκώς. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι υπόλοιποι τέσσερις θα καταφτάσουν καλά οπλισμένοι μόλις σκοτεινιάσει εντελώς. Μέχρι τότε έχω καιρό να πείσω τον Καλλισθένη να μας ακολουθήσει. Ή να με πείσει εκείνος να τον βοηθήσω, όπως άλλωστε του έχω υποσχεθεί, να πεθάνει ¨αξιοπρεπώς¨.

Αν και ο ζόρικος επικεφαλής της φρουράς είναι μιλημένος, για κάθε απρόβλεπτη περίπτωση έχω μαζί μου τα χαρτιά που πιστοποιούν ότι ο ¨φέρων δύναται να συναντηθεί με τον δεσμώτη Καλλισθένη¨. Δεν θα μου χρειαστούν. Αυτήν τη φορά ο ¨στριμμένος¨ παραείναι εξυπηρετικός. Μας υποδέχεται μόνος, χωρίς να είναι ορατοί άλλοι φρουροί και μας οδηγεί στο δωμάτιο του Καλλισθένη. Δίνω εντολή στον Οινοκράτη να μείνει μαζί με τον υπαξιωματικό και να μην τον χάσει από τα μάτια του. Μπαίνω στο μικρό διαμέρισμα μόνος μου.  

Είναι όρθιος. Μάλλον βημάτιζε πέρα δώθε όταν μπήκα. Φοράει τον καλό του χιτώνα και είναι καλοχτενισμένος. Ωστόσο γύρω από τα μάτια του υπάρχει σκοτεινιά. Κάτι μου λέει ότι από την προηγούμενη συνάντησή μας μέχρι τώρα, δεν έχει κλείσει μάτι.

«Λοιπόν βλέπω ότι δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να πειστείς πως βρισκόμαστε σε αδιέξοδο», μου λέει. «Ούτε κι εγώ για να ολοκληρώσω τη σύνοψη. Θα ήθελα σίγουρα να είμαι πιο σαφής, αλλά κι αυτά που ήδη σημείωσα, και θα σου τα δώσω, θέλω να ελπίζω ότι θα βοηθήσουν τους επιγόνους των ιδεών μας. Έφερες αυτό που σου ζήτησα;»

Δεν του απαντώ αμέσως. Το μυαλό μου αρνιέται προς στιγμήν να δεχτεί πως είμαι φορέας θανάτου. Πάντως, συνέρχομαι και του λέω πως το φαρμάκι το έχει ο Οινοκράτης στο δισάκι του. Φτάνει να τον φωνάξουμε.  Όμως του ζητώ πρώτα να με ακούσει. Έστω για τελευταία φορά.

Χαμογελάει με πικρή ευθυμία. «Για να δούμε αξιότιμε μαθητή του μεγάλου δάσκαλου ρητορικής, του Ισοκράτη. Πόσο πειστικός μπορεί να γίνεις».

«Θα είμαι σύντομος», του λέω. «Διερεύνησα. Όντως, όπως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, η ποινή θα είναι θάνατος. Προς παραδειγματισμό. Σύντομα. Όμως, κανένας δεν κερδίζει από αυτό το ενδεχόμενο. Ούτε καν ο Αλέξανδρος, ούτε βέβαια ο Ελληνισμός, όπως εμείς τον θεωρούμε και τον θέλουμε. Μόνον εκείνοι που μας θεωρούν εχθρούς.

Πώς μπορούμε να αποτρέψουμε αυτή την εξέλιξη;

Εσύ λες: ¨φεύγοντας οικειοθελώς¨   που πάει να πει αυτοκτονώντας. Όμως καλέ μου δάσκαλε, εσύ ξέρεις καλά -και εγώ από εσένα έμαθα, ότι εκείνο που θα διαδοθεί τελικά, εκείνο που θα ανακοινωθεί επισήμως, εκείνο που θα φτάσει στον πολύ κόσμο, δεν θα είναι κατ’ ανάγκην αυτό που θα συμβεί. Δεν θα είναι η ευγενής διαμαρτυρία μιας αυτοκτονίας. ¨Η αλήθεια δυστυχώς έχει ανάγκη από βοήθεια για να μεταδοθεί και να ριζώσει¨, είναι λόγια δικά σου, που τα έχω ακούσει πολλές φορές. Η αυτοκτονία για χάρη των ιδανικών είναι μια  γενναία πράξη, αλλά εάν τη γνωρίζουμε μόνον εγώ, ο Αριστοτέλης και κάποιοι αθηναίοι έτοιμοι να πιστέψουν οτιδήποτε που να δικαιώνει τον αντιμακεδόνα Δημοσθένη, δεν είναι αρκετή για να βοηθήσει στην αλλαγή της ροής των πραγμάτων.

Εγώ λέω: Έλα μαζί μας. Έχω φροντίσει για οτιδήποτε μπορεί να προβλεφτεί: Ο Ευμένης είναι ενήμερος και δεν διαφωνεί.  Μόνο που πρέπει να δράσουμε αμέσως. Απόψε. Αύριο θα είναι αργά!»

Έχει αντίρρηση. Όχι εφ’ όλης της ύλης, αλλά αυτή τη φορά επί του συγκεκριμένου κι αυτό το βρίσκω ευοίωνο.

«Καλά, την φρουρά δεν την είδες; Ο δύσθυμος υπαξιωματικός που τη διοικεί δεν νομίζω ότι με απεχθάνεται μόνον επειδή είμαι λόγιος. Το πιθανότερο είναι να τον έχουν πλησιάσει οι Άλλοι. Πριν από εσάς.  Είναι φυσικό να θέλουν να έχουν έναν άνθρωπό τους εδώ. Ιδιαίτερα αφού έμαθαν ότι επέστρεψες».

«Τον τύπο τον δωροδοκήσαμε, αλλά  και θα τον επιτηρούμε μέχρι την τελευταία στιγμή».

«Καλά. Πες ότι φεύγουμε… Για να πάμε πού; καλέ μου Εύελπι. Αν βρισκόμασταν στα Σούσα, ακόμη και στη μητρόπολη Βαβυλώνα, θα έλεγα ότι εντάξει, εκεί η υπηρεσία μας διαθέτει καταλύματα μυστικά και προστατευμένα έναντι οιουδήποτε, ακόμη και απέναντι στην κεντρική διοίκηση. Όπως ξέρεις τα φτιάξαμε έτσι ώστε να έχουμε σταθερά καταφύγια και να μπορούμε να αντιδράσουμε σε περίπτωση που εκδηλωθεί ανταρσία κατά του Αλέξανδρου από μέσα… και από ¨ψηλά¨. Εδώ όμως δεν είναι τα Σούσα. Είναι τα Βάκτρα, ο τόπος του Βήσσου. Εδώ φτάσαμε πρόσφατα. Και εγώ βρέθηκα σχεδόν αμέσως σε δυσμένεια. Η υπηρεσία δεν έχει προλάβει να ¨εγκατασταθεί¨».

Χαμογελώ αισιόδοξα. «Σχετικά με αυτό έχω να σου πω κάτι ευχάριστο. Λέω ¨ευχάριστο¨, επειδή θέλω να ευελπιστώ ότι σε ξέρω αρκετά καλά, Δάσκαλε. Υπάρχει τόπος όπου μπορείς να φιλοξενηθείς, άνετα θα έλεγα, μέχρις ότου η φασαρία καταλαγιάσει… Οπότε θα μπορέσεις είτε να διεκδικήσεις ξανά τη θέση σου στη στρατιά είτε να κατευθυνθούμε όλοι πίσω στη Δύση, αρχίζοντας από την Αθήνα. Και αυτός ο τόπος θα σου αρέσει».  

Με κοιτάζει με κάπως ειρωνική απορία.

«Θα σου εξηγήσω εν συντομία»,  συνεχίζω, «γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο. Τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό τον ξέρεις. Είναι εκείνος που μετέφερε στα Σούσα τα βιβλία που έσωσε ο Ευμένης στην Περσέπολη. Τελευταία ήταν σε αναγνωριστική αποστολή στα γειτονικά ινδικά βασίλεια, σταλμένος από την υπηρεσία. Πρέπει να το ξέρεις κι αυτό. Επέστρεψε πρόσφατα, συναντήθηκε τυχαία με τον δικό μου τον Οινοκράτη και απόψε θα είναι εδώ, μαζί μας, γιατί σε αγαπάει και σε εκτιμάει όσο και εγώ.

 Άκου λοιπόν: Όχι μακριά από τα Βάκτρα, πάνω στα βουνά, υπάρχει ένα μεγάλο κτίσμα όπου μένουν ανατολίτες ιερωμένοι ενός λίγο-πολύ άγνωστου θεού. Βοήθησαν και φιλοξένησαν τον Ευρυμέδοντα όταν είχε χαθεί στα απέραντα και δυσπρόσιτα όρη της βορειοανατολικής πλευράς. Σήμερα το πρωί ο Θεσσαλός μαζί με τον Οινοκράτη επισκέφτηκαν εσπευσμένα και πάλι αυτόν τον θρησκευτικό οίκο. Αν και σε μέρος δύσβατο και δυσπρόσιτο, εάν κανείς ξέρει τα μονοπάτια και τα περάσματα, δεν είναι πολύ μακριά από ‘δω. Τα κατάφεραν και επέστρεψαν έγκαιρα φέρνοντας την απάντηση στο αίτημα που μετέφεραν στους ιερείς: Να φιλοξενήσουν για ένα διάστημα έναν Έλληνα μελετητή, γνώστη του ρεύματος που η Ελλάδα ονομάζει ¨φιλοσοφία¨ -τους είχε μιλήσει γι αυτό ο Ευρυμέδοντας, αλλά δεν τους είναι εντελώς άγνωστο- ο  οποίος ενδιαφέρεται επίσης για τις μορφές που παίρνουν οι Θεοί στους διάφορους τόπους και για τις ποικίλες οργανώσεις που τους εκπροσωπούν. Εσένα. Η Απάντηση είναι καταφατική. Δέχονται!»

Νομίζω ότι είναι το καλύτερό μου επιχείρημα.

«Λοιπόν, εσύ δέχεσαι; »

«Όχι», μου απαντάει ευθέως. «Δεν προτίθεμαι να αποδράσω. Όχι από στενοκέφαλη προσωπική δήθεν αξιοπρέπεια. Αλλά επειδή είμαι σίγουρος πως η απόδραση ως γεγονός θα κάνει κακό στη διάδοση των ιδεών που πρεσβεύω. Σε κάθε περίπτωση περισσότερο από την αυτοκτονία. Ακόμη και αν την δυσφημίσουν».

Αρχίζει να συμμαζεύει τις σημειώσεις του για να μου τις παραδώσει. Παράλληλα μου κάνει νόημα ότι μπορώ να φωνάξω τον Οινοκράτη. Διστάζω.

Όμως, ξαφνικά εκείνη τη στιγμή, απ’ έξω φτάνουν ως τα εδώ ήχοι από κλαγγές όπλων και ανθρώπινα βογγητά.

GreekStudy

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μέρος Η΄ Κεφάλαιο δωδέκατο: Πώς θα τον πάρουμε από ‘κει;

Posted by vnottas στο 2 Αύγουστος, 2018

Μέρος 8ο

Κεφάλαιο 12: Πώς θα τον πάρουμε από εκεί;

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

138.256

Είναι πολλά αυτά που δεν πρόλαβα να πω στο Πουλχερίδιον. Να του πω για παράδειγμα πως η έρευνα για την αναζήτηση της πατρικής μου ρίζας, για την οποία της είχα ήδη γράψει λίγα πράγματα, είχε κατά κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί και ότι ο υποφαινόμενος θαυμαστής και ερωτευμένος μαζί της Οινοκράτης, είναι πιθανότατα απόγονος ενός μεγάλου σοφού. Να της πω ότι αυτό το είχε μάθει όλη η καλή Αθήνα (στο κλεινόν Άστυ δεν φτουράνε τα μυστικά) και, προτού την εγκαταλείψουμε εσπευσμένα, οι Αθηναίοι έδιναν μάχη ποιος θα τον πρωτοπροσκαλέσει στον οίκο του, και ποιος θα τον πρωτοπεριποιηθεί.

Όμως τα σχέδιά μου να βρεθώ απόψε και πάλι κοντά της και να μπορέσω να της μιλήσω με άνεση, για αυτά και για άλλα πολλά, ανατράπηκαν. Ο Εύελπις επιστρέφοντας από την πρώτη συνάντησή του με τον Καλλισθένη, και αφού έκανε μια σύντομη επίσκεψη στη Θαΐδα, μας κάλεσε, όλη την συντροφιά του ταξιδιού, σε επείγουσα σύσκεψη.

Έτσι βρεθήκαμε καθισμένοι γύρω από ένα χιλιοχαραγμένο ξύλινο τραπέζι στην άκρη της χαμηλοτάβανης αίθουσας μιας ντόπιας ταβέρνας. Μέσα, το απογευματινό φως έφτανε λιγοστό, οι φανοί ήταν ήδη αναμμένοι, ενώ οι ήχοι από τις κουβέντες δεν έφταναν μακριά από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, καθώς ανακατεύονταν με τον υγρό αέρα φτιάχνοντας ένα ακαθόριστο βουητό,

Ήμασταν λοιπόν έξη: ο Εύελπις, εγώ, ο απαραίτητος πλέον Χοντρόης (που αν όχι άλλο τι, έχω βάσιμες ενδείξεις πως η παρουσία του μας φέρνει γούρι, ή εν πάση περιπτώσει πως μας δημιουργεί καλή διάθεση), ο γιγαντιαίος Κάνθαρος, ο εύστροφος Αυτιάς (έχω σχεδόν ξεχάσει ότι κανονικά τον λένε Σωσίβιο)  και, αφού πήρα πρώτα τη συναίνεση του προϊσταμένου μου, είχα προσκαλέσει και τον παλιό μας συνεργάτη και φίλο (δε ξέρω πώς, αλλά τελευταία μου είναι πιο συμπαθής από άλλοτε) τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό. Ο  Μεγαρέας χάρηκε που τον είδε και τον αγκάλιασε εγκάρδια.

Όλοι ήξεραν περίπου τι επιδιώκαμε, αλλά είχα θεωρήσει καλό να τους βάλω πρώτα να ορκιστούν -ας πούμε με τελετουργική σοβαρότητα- εχεμύθεια και αφοσίωση στην ομάδα.

c5188e0727de4bc5f6ed0bdfc454b451

Το δειλινό εκείνο, λοιπόν, στην βακτριανή ταβέρνα, ο Εύελπις μας ενημέρωσε διεξοδικά: Ο Καλλισθένης, προφανές θύμα μιας συνωμοσίας ανάλογης με εκείνες που άρχισαν τον τελευταίο καιρό να κατατρώγουν την εκστρατεία από τα μέσα, είναι, προς το παρόν, καλά στην υγεία του. Εκείνη που μοιάζει περιορισμένη είναι η γνωστή σε όλους μας αισιοδοξία που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε. Ίσως μετά τις ιστορίες του Παρμενίωνα και του Κλείτου να μην έχει εντελώς άδικο. Πάντως δεν σκέφτεται την περίπτωση της απόδρασης. Αντίθετα προτιμά να γίνει αυτόχειρας. Μάρτυρας μιας επαγγελλόμενης νέας εποχής. Της εποχής του Ανθρώπου. Ο Εύελπις είχε προσπαθήσει να τον εγκαρδιώσει. Να του πει πως ο Αριστοτέλης θα παρέμβει και ο Αλέξανδρος θα καταλάβει τι παιχνίδια παίζονται και θα αλλάξει συμπεριφορά και πολιτική. Αν αυτό δεν συμβεί, ο Εύελπις ανέλαβε τη μοιραία υποχρέωση. Να τον προμηθεύσει με ένα από τα ανώδυνα δηλητήρια που απ’ ό, τι λέγεται αφθονούν σ’ αυτά εδώ τα μέρη. Αλλά μόνον εάν δεν βρεθεί άλλη, εναλλακτική λύση. Γι αυτό ο Καλλισθένης θα πρέπει να περιμένει. Έστω λίγες, μια-δυο μέρες.

«Δέχτηκε;», ρωτήσαμε εναγωνίως εμείς.  

«Ευτυχώς ο Καλλισθένης, μπορεί μεν να είναι σκεπτικιστής όσον αφορά στην προσωπική του μοίρα, είναι όμως αισιόδοξος όσον αφορά τις ιδέες που προασπίζεται. Γι αυτό θέλει να τις καταγράψει. Και αυτό κάνει. Αυτές λοιπόν τις λίγες μέρες, τις χρειάζεται», μας απάντησε ο Μεγαρέας, ο δικός μου. Και συνέχισε: «Όμως όταν έφυγα από την φρουρά, πέρασα από το μέγαρο όπου έχει καταλύσει η Θαΐδα∙ απ’ ό, τι έμαθα εκεί, ο χρόνος που διαθέτουμε είναι όντως μετρημένος».

«Γιατί; Τι συμβαίνει;», ρώτησε ο Αυτιάς

«Ο Πτολεμαίος έστειλε μήνυμα στην Θαίδα, το οποίο έφτασε σήμερα. Δύο πράγματα από αυτά που γράφει μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα και η Θαίδα μου τα μετέφερε αυτολεξεί: Πρώτο. Η αναμενόμενη, δεύτερη Επιστολή του Αριστοτέλη προς τον Αλέξανδρο έφτασε. Και ο Βασιλιάς θύμωσε. Περίμενε ότι ο Δάσκαλος θα επιδοκίμαζε τις απόψεις και τις ενέργειές του, και πως θα τον συνέχαιρε γι αυτές. Έτσι θα του έδινε επιχειρήματα που θα ανέτρεπαν τις διαδόσεις ότι ο Αριστοτέλης τον αντιπολιτευόταν. Αντί όμως για επιδοκιμασία και επιβράβευση για τον Αλέξανδρο, ο Δάσκαλος υπερασπιζόταν και πάλι τον συγγενή του. Και έκανε μνεία σε κάποιες ιδέες, όχι άγνωστες, αλλά που τώρα φάνηκαν στον Βασιλιά συγκεχυμένες και άκαιρες. Ιδέες που για να γίνουν κατανοητές και επίκαιρες, ο αέρας θα πρέπει να πάψει να μυρίζει απ’ το αίμα και τον ιδρώτα των μαχών. Έτσι φαίνεται πως είπε ο Αλέξανδρος.

Το δεύτερο είναι πως η περιοδεία του βασιλιά στα σύνορα με τους Ινδούς τελειώνει. Αν όχι αύριο, από μεθαύριο το πολύ, θα πρέπει  να είναι πάλι εδώ. Και η υπόθεση ¨Καλλισθένης¨ θα λήξει. Πιθανότατα άσχημα.  Γι αυτό ό, τι κι αν κάνουμε, διαθέτουμε μόνο την αυριανή μέρα για προετοιμασία και την αυριανή νύχτα για εκτέλεση».

Ύστερα ο Εύελπις μας ζήτησε να πούμε, κατά τη γνώμη του ο καθένας, πώς θα μπορούσαμε να συμβάλουμε στην απελευθέρωση του Καλλισθένη.

Ο Αυτιάς πήρε το λόγο πρώτος και είπε πως, από ό, τι φρόντισε ήδη να μάθει, ο δήθεν ζόρικος επικεφαλής της φρουράς είναι ένα τύπος που εξαγοράζεται και μάλιστα χωρίς δυσκολίες. Αυτό τουλάχιστον κυκλοφορεί ανάμεσα στους συνακολουθούντες καθώς κι ανάμεσα στον ¨υπόκοσμο¨ της εκστρατείας. Θα μπορούσε, είπε, να διαπραγματευτεί μαζί του ο ίδιος, έτσι ώστε να μην υπάρξουν συγκρούσεις κατά την απόδραση.

«Και να υπάρξουν», συμπλήρωσε ο Κάνθαρος, φουσκώνοντας το στήθος και τους μύες του, «νομίζω ότι εμείς οι έξι, μπορούμε άνετα να τα βγάλουμε πέρα με καμιά δωδεκαριά φρουρούς. Οι δεσμοφύλακες δεν είναι δα οι επίλεκτοι της στρατιάς. Εγώ αναλαμβάνω τους μισούς!»

«Θέλω να σας πω», είπε ο Ευρυμέδοντας «ότι γνωρίζω καλά τα Βάκτρα καθώς και τις γύρω περιοχές. Ξέρω μάλιστα και κάποια σημεία-καταλύματα όπου θα μπορούσε να καταφύγει ο Ολύνθιος μέχρις ότου τον φυγαδέψουμε σε ασφαλέστερο, πιο απομακρυσμένο μέρος. Αρκεί να δεχτεί να αποδράσει».

«Εάν δεν δεχτεί, και εάν κατάλαβα καλά», είπα εγώ «θα πρέπει ή να του προμηθεύσουμε  το δηλητήριο που ζήτησε ή να τον πάρουμε μαζί μας χωρίς τη θέλησή του».

«Ναι. Έτσι είναι Οινοκράτη. Νομίζεις ότι μπορείς να βρεις ένα τέτοιο φαρμάκι;» είπε ο ευσυνείδητος Εύελπις που ήθελε να τηρήσει, όσο γίνεται, την υπόσχεσή του.

«Θα ψάξω. Μη ξεχνάς όμως ότι έχουμε ακόμη  εκείνο το πολύ δραστικό οξύ που μας φόρτωσαν οι Άλλοι. Αν δρα τόσο ακαριαία όσο φημολογείται, όποιος το πάρει μάλλον δεν θα προλάβει να υποφέρει καθόλου πριν αποδημήσει οριστικά. Επίσης θέλω να πω πως διαθέτω και μια άλλη πόσιμη ουσία -την ξέρεις Εύελπι- που επιφέρει βαθύ ύπνο, όχι βέβαια αμέσως, αλλά δε θέλει και πολύ,. Ίσως μας χρειαστεί αν αποφασίσουμε να τον πάρουμε μαζί μας εκόντα ή άκοντα».

Ο Εύελπις έγνεψε καταφατικά. Μετά τα μάτια στράφηκαν προς τον Χοντρόη, χωρίς βέβαια να περιμένουν πολλά πράγματα, ο οποίος, όμως, δήλωσε με αναδιπλασιασμένη γενναιότητα: 

«Οπ οπ όπερ θέλει εμοί διαταχθεί, πράξω!»

e89f1-makedoniki-falagga

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »