Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Μαΐου 2010

Ανταπόκριση από τ’ αμπάρι (συνέχεια)

Posted by vnottas στο 31 Μαΐου, 2010

(Ψάχνοντας  επετειακό υλικό για τα τρίτα γενέθλια)

 Μια φορά κι έναν καιρό  και για να είμαστε πιο ακριβείς την Πρωταπριλιά του 1997, έγινε στη Θεσσαλονίκη το 1ο Συνέδριο Φανταστικής Λογοτεχνίας στα πλαίσια των εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.

Το εάν, στα πολλά χρόνια που πέρασαν από τότε, έγινε και κάποιο δεύτερο ή κάποιο τρίτο ανάλογο συνέδριο, είναι κάτι που αγνοώ. Τότε, πάντως, το συνέδριο –ημερίδα (το είπανε και νυχτερίδα) βασίστηκε  στη διεξαγωγή ενός λογοτεχνικού παιχνιδιού. 

Δηλαδή η οργανωτική επιτροπή ( την είπανε και Τομέα Γραμμάτων του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας -Θεσσαλονίκη 1997) επινόησε έναν φανταστικό συγγραφέα και συνέθεσε το εξ ίσου φανταστικό βιογραφικό του. Ύστερα το παρέδωσε στους προσκεκλημένους συγγραφείς, οι οποίοι θα έπρεπε αντλώντας από εκεί τα απαραίτητα στοιχεία, να συντάξουν μια δεκαπεντάλεπτη εισήγηση-αφήγημα.

Αν θυμάμαι καλά η εκδήλωση έγινε στην αίθουσα τελετών της Παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής και είχε επιτυχία.

Διαφορετικές (φανταστικές) ευαισθησίες, διαφορετικές οπτικές και διαφορετικά συγγραφικά στιλ αγκιστρωμένα γύρω από ένα ενιαίο ¨βιογραφικό¨, αρθρώθηκαν σε διαφορετικά σημεία του χωροχρόνου και διαβάστηκαν από τους συμμετέχοντες συγγραφείς στο κοινό, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα (φαντασιακή) ατμόσφαιρα

Επρόκειτο μάλιστα τα αφηγήματα –εισηγήσεις να εκδοθούν σε ειδικό τόμο, αλλά ξέρετε πως είναι αυτά τα πράγματα, τα λεφτά δεν έφτασαν και οι επί της μυθοπλασίας (έστω ότι) μυθοπλασίες (άρα κάπως έτσι) δεν εκδόθηκαν ποτέ όλες μαζί.

Τώρα, ψάχνοντας στο αμπάρι του ιστολογοφόρου, στις γωνιές με τα παλιά πονήματα του Ανωνύμου Ενός, ανακάλυψα τη δική του συμμετοχή (εκδόθηκε στο περιοδικό «Απαγορευμένος Πλανήτης» των εκδόσεων Παραπέντε τον Ιούλιο του 1997) και σας την παραθέτω αφού πρώτα σας δώσω τις προδιαγραφές των οργανωτών.

 

 

Και πρώτα απ’ όλα το βιογραφικό του συγγραφέα που δεν υπήρξε, σύμφωνα με την περιγραφή της οργανωτικής επιτροπής της Νυχτερίδας.

 

Τον έλεγαν: Άρθουρ Τζοφ Άρενς

Γεννήθηκε στο Λέομπεν της Γαλικίας (Αυστρία) από Ιρλανδό πατέρα και Αυστριακή μητέρα το 1867.

Ο πατέρας του (από τους μισθοφόρους του Κριμαϊκού πολέμου) ερωτεύθηκε και παντρεύτηκε τη μητέρα του που γνώρισε στο πανδοχείο ως κόρη του ιδιοκτήτη, την Εριέτα Λόνγκεφελ (στοιχεία του ίδιου από τα χαριτωμένα διηγήματα «Ιστορίες του Πανδοχείου)

Όνομα πατρός: Τζαφ Μακήνλεϋ.

Οι γονείς του συγγραφέα πέθαναν νωρίς και έτσι τον Άρενς μεγάλωσε ένας μακρινός συγγενής της μητέρας του και προς τιμήν του πήρε το όνομα Άρενς (Πήτερ Άρενς).

Αποφοίτησε από το θρησκευτικό Λύκειο «Ορφέους» του Κλάνγκενφαλ το 1879 κι ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Λύκειο Ελευθεροτεκτόνων της πόλης Λιούμπεκ (Άνω Σαξωνία) απ’ όπου αποφοίτησε το 1884.

Την ίδια χρονιά γράφτηκε στην ελεύθερη Φιλολογική Σχολής του Τίμπιγκεν και διέκοψε τις σπουδές του το 1886 (όταν έκλεισε τη σχολή ο Βίσμαρκ).

Τα φοιτητικά του χρόνια περιγράφονται από τη συλλογή διηγημάτων του «Ο τρελός της Βαϊμάρης».

Αποδέχτηκε πρόσκληση του φίλου του –συμμαθητή του- από το Ιταλικό Τυρόλο Τζιανκάρλο Σποντίνι, για την Βενετία όπου και έζησε τη ξέγνοιαστη ζωή του μποέμ και Δον Ζουάν.

Ο Άρενς εξαιρετικής ομορφιάς άντρας και πολύγλωσσος, αποτέλεσε τον ήρωα των τριών επιστολών του Νίτσε, ο αμερικανός πολυεκατομμυριούχος Καρνέγκι του αφιέρωσε το πρώτο του βιβλίο. Για ένα διάστημα υπηρέτησε ως Γραμματέας στον Ιταλό πολιτικό Τζιολίτι.

Το 1905 σε ηλικία 35 ετών ερωτεύεται την ανιψιά του στρατάρχη Μόλτκε που είχε γνωρίσει στα Ιεροσόλυμα.

Από το 1905 σταματάει να γράφει σα Ιταλικά ή στο τοπικό ιδίωμα της Σουδητίας και γίνεται οπαδός του Παγγερμανισμού. Γίνεται υπάλληλος του Κάϊζερ και φέρεται ως οργανωτής της μυστικής διπλωματίας του Αγαδίρ. (1910)

Από το 1910-15 είναι στο Λέομπεν όπου γράφει το σπουδαίο έργο του σε 4 τόμους με γενικό τίτλο «Η πυγμαία συνείδηση».

Ο Άρενς υπήρξε ο βασικός εμπνευστής της αποστολής του Λένιν με το σιδερένιο βαγόνι στη Ρωσία.

Τιμήθηκε με το ανώτατο γερμανικό παράσημο «Βέρθερος», αλλά στην ιστορία της Γερμανικής Λογοτεχνίας έμεινε μεταφράζοντας στη δημοτική τα «Κάρμινα Μπουράνα» και την τολμηρή συλλογή διηγημάτων του «Διασκεδάζοντας τη Χίλντα».

Έγραψε τους στίχους του Ολυμπιακού ύμνου του Χίτλερ το 1936 και πέθανε το 1937.

Ο αρχιτέκτονας του Χίτλερ Φον Σπέερ του έχτισε υπερμέγεθες κενοτάφιο που βρίσκεται στην πλατεία Άρενς Πλάτσε και σήμερα στεγάζει τη μεγαλύτερη πινακοθήκη του Βερολίνου.

Οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις του, από τις οποίες έγινε γνωστός, χωρίζονται σε 3 κατηγορίες:

α ) «Χρονικό της Καρχηδόνας» (πρόκειται για ταξίδια του στην Τύνιδα, τη Λιβύη, το Μαρόκο κ.α. 1890-96)

β ) «Ο ερημίτης της Στέπας» (Ουκρανία- Σαμαρκάνδη – Οδησσός, Βάρνα, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη)

γ ) Το συνθετικό του ποίημα «Ο μικρός Αργοναύτης» (1896-19020

Από το 1902 ταξιδεύει στους Άγιους Τόπους κι ανακαλύπτει την πέτρα των Αβαταίων.

Αδιευκρίνιστα παραμένουν τα έργα:

Άρενς – «Οι Ημέρες της Βενετίας»

Άρενς – «Ντ’ Ανουίζιο παράλληλοι» καθώς και η τέταρτη ανέκδοτη επιστολή του Νίτσε προς τον Άρενς.

 Ο Ανώνυμος Ένας τα ανέπλασε/φαντάστηκε/αφηγήθηκε  ως εξής:

 

ΣXETIKA ME TO ΠΩΣ (και εάν) ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΑΡΘΟΥΡΟ 

ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ

 
 
 
 
 Οφείλω να ομολογήσω ότι τον Άρθουρ Τζοφ δεν τον ήξερα.

Δεν τον είχα καν ακουστά. 

Και αυτό θα έπρεπε ίσως να  μου προκαλέσει ανησυχία και προβληματισμό, μια που έδειχνε πόσο περιορισμένη και ελλιπής ήταν η  κουλτούρα μου.

Τουλάχιστον η λογοτεχνική. 

Αλλά – φευ!- δεν μου καιγότανε ούτε καρφί ούτε λυχνία, καθώς εκείνο το ηλεκτροφορτισμένο απόγευμα, αρμένιζα ανέμελα εδώ και κει στην πληροφορική λιμνοθάλασσα.

Είχα μόλις καταφέρει να δανειστώ από τον φίλο μου, τον Σοφοκλή, έναν παθιασμένο  μοναχικό μπιτ-θαλασσοπόρο, ένα καινούργιο πρόγραμμα πληροφορικής πλεύσης -δικής του επινόησης και κατασκευής – που υποσχόταν ξανοίγματα σε ωκεανούς ανεξερεύνητους και προσβάσεις σε πραγματικότητες εξωτικές, αυθεντικά προσομοιασμένες και  με εγγυημένη την χαλκομανιώδη αναπαράσταση των αισθημάτων και των συγκινήσεων. 

Ο Σοφ, βέβαια, μου είχε επιστήσει την προσοχή ότι το πρόγραμμα δεν ήταν ακόμη επαρκώς δοκιμασμένο και ότι δεν θα έπρεπε να βγω ντουγρού στ΄ ανοιχτά, όπου μπορούσαν να παραμονεύουν διαλεκτικές θύελλες, κβαντικές ανωμαλίες και δογματικές εκκενώσεις, αλλά πως θα  ήταν καλύτερα, στην αρχή, να περιπλεύσω κοντά σε διαβεβαιώσεις γνωστές  και σε ρήσεις καταφατικές μη ευθέως αμφισβητούμενες.

Εγώ ωστόσο ό,τι μου έλειπε σε κουλτούρα (λογοτεχνική)  το διέθετα σε ενθουσιασμό και ταξιδιωτική διάθεση.  Έτσι, μετά από λίγο, άφηνα την ασφαλή λιμνοθάλασσα (με τα διαφημιστικά διαλύματα και τις υπνοφόρες αναθυμιάσεις) και ξανοιγόμουν στα βαθιά και τα απάτητα.

 Ήμουν λίγο σφιγμένος, το παραδέχομαι, καθώς  παρατηρούσα με τεντωμένη προσοχή γύρω τριγύρω τις διασταυρωνόμενες πληροφορίες να σκάνε στη καρίνα του motherboard με ένα ηχηρό πλαφ, τις πολυδιάστατες συντεταγμένες να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν αφρίζοντας εδώ κι εκεί  και τα διερχόμενα αξιώματα, να ανακατεύονται με τα  θεωρήματα και τα πορίσματα και να αλληλοεπενεργούν δημιουργώντας ρουφήχτρες και δίνες.

Όμως, η ανησυχία μου ήταν, φαίνεται, μάλλον υπερβολική γιατί όλα αυτά, εν τέλει, το μόνο που προκαλούσαν στο σκάφος (ένα τρίμπριζο Υπέρ πεντόλιτρουμ ΙΙΙ, αυτό-διευρυμένων καλωδιώσεων και  πολλών ούλτρα /τζίγκα / μπάυ/ μπάιτ), ήταν ένα απαλό περαδώθε και δεν αλλοίωναν την ελλειπτική πορεία που είχα χαράξει στο πρόγραμμα του Σοφ.

 Είχα πάρει  πια την απόφαση να γυρίσω πίσω. 

Ήθελα να προλάβω απόψε να δοκιμάσω και ένα καινούργιο  Γκέιμ (Σούπερ Μάριος Βούρτσας εναντίον Κάρμεν Σαντιέγκο),   όταν πρόσεξα μια αναταραχή στην οθόνη πλοήγησης. 

Στο κέντρο της, η γραμμή του ορίζοντα των γεγονότων είχε αλλοιωθεί και στη θέση της είχε αρχίσει να σχηματίζεται και να περιστρέφεται κάτι που έμοιαζε όλο και περισσότερο με … μπουκάλι. 

Ένα μπουκάλι πράσινο, βουλωμένο με φελλό,  από κείνα που χρησιμοποιούσαν στις αρχές του αιώνα, τότε που οι φελλοί δεν είχαν ακόμη πλαστικοποιηθεί και είχαν περιορισμένες φιλοδοξίες, αρκούμενοι στο να βουλώνουν μπουκάλια.

Μέσα στη φιάλη λαμπύριζαν περίεργα  σήματα…και εικόνες αποσπασματικές.

Μετά, η μπουκάλα έπαψε να στριφογυρίζει.  Ο λαιμός της έδειχνε αποφασιστικά εμένα!

Έριξα την απόχη με την αυτόματη διερευνητική κεφαλή και την  έπιασα.

 Όταν έβγαλα το πώμα, από μέσα βγήκαν κάτι επαναλαμβανόμενοι ψίθυροι που άρχισαν να κόβουν βόλτες στη καμπίνα, επίμονα και ενοχλητικά.

Τους κατέγραψα.

Στην οθόνη τρεμοέπαιζαν τώρα νέες απόπειρες εικόνας …

Ζαλίστηκα.

Είπα στην αρχή ότι δεν άξιζε το κόπο να τα ψειρίζω τα πράγματα και ότι μερικά πράσινα μπουκάλια και μερικά παραπανίσια μπιτ- μουρμουρητά  δεν ήταν παρά το φυσικό υπόβαθρο ή και  οι φυσιολογικές παρενέργειες μιας καθώς πρέπει πελαγοδρομικής εξερεύνησης στα βαθιά.

Αλλά, ύστερα, τα «μουρμουρητά» άρχισαν να παίρνουν υποβλητικές αποχρώσεις που έφερναν κάπως σε υπερβατικούς ψαλμούς και αποπλανητικές ωδές σειρήνων, ενώ στις κεραίες του σκάφους πήραν να λαμπυρίζουν αλλεπάλληλες χωροχρονικές εκλάμψεις. Η οθόνη προσπαθούσε τώρα να συνθέσει κάτι που έμοιαζε όλο και πιο πολύ με φυσιογνωμία.

Θυμήθηκα τότε, ότι ο Σοφ είχε προσθέσει πρόσφατα σε όλα τα εξερευνητικά του προγράμματα, ειδικό παράθυρο με μεταφραστικές μακροεντολές και επικοινωνιακές παραμέτρους αυτοπροσαρμοζόμενες.

Είπα λοιπόν στον εξυπηρετικό Αρουραίο που εκτελούσε χρέη ναυτομυός να ανακαλέσει στην επιφάνεια και να ενεργοποιήσει τον επικοινωνιακό μετατροπέα.

 

Έτσι, για να μη σας τα πολυλογώ, είχα σε λίγο στην οθόνη μου ένα  πρόσωπο.

Ένα πρόσωπο ασκητικό, ηλικίας απροσδιόριστης, με βλέμμα βαθύ γκρίζο, ταυτόχρονα ονειροπόλο και διερευνητικό, και  ένα επίσης γκρίζο γενάκι που πλαισίωνε ένα χαμόγελο κατά τεκμήριο αινιγματικό, αλλά ποτέ κανείς δε ξέρει…

Τον Αρθούρο αυτοπροσώπως.

 

Χαίρε μου είπε ο Αρθούρος

Χρησιμοποιώ αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας για να είμαι σίγουρος ότι όταν το μήνυμά μου προσληφθεί, τα πράγματα θα έχουν επαρκώς ωριμάσει ώστε να γίνω πιστευτός και να μη θεωρηθώ πρωταπριλιάτικη φιλολογική πλάκα (από τις πιο κρύες).

Θα μπορούσα, ξέρεις, αυτά που θα σου πω να τα αφήσω γραμμένα σε τετράδιο ή βιβλίο, ή και να τα γυρίσω σε ταινία, ή και να τα γράψω σε δίσκο: όλες αυτές οι δυνατότητες υπάρχουν ήδη  στις αρχές του 20ου αιώνα, απ’ όπου σου μιλάω. 

Φοβάμαι όμως, ότι αν χρησιμοποιήσω τα μέσα επικοινωνίας που είναι ήδη γνωστά, υπάρχει κίνδυνος αυτά που θα σου πω να  ανακαλυφτούν πριν της ώρας τους, όταν ακόμη η δυνατότητα κατανόησης των χωροχρονικών παραδόξων είναι περιορισμένη.  Έτσι μπορεί τελικά να καταλήξουν, παρανοημένα, σε κανένα μουσείο «παρανοημένης τέχνης», αφιερωμένο στις παρανοημένες και ως εκ τούτου ακατανόητες πρωτοπορίες.

Άσε που υπάρχει η περίπτωση να μη με πάρουν, ούτε για πλάκα, ούτε για υψηλή τέχνη, αλλά να θεωρηθώ προφήτης και έτσι, αντί να ασχοληθούν μαζί μου σοβαροί άνθρωποι και έγκυροι μελετητές να καταλήξω να με αναλύουν τα μέντιουμ και οι χαρτορίχτρες, στα μέντια.

 Ευτυχώς όμως που πριν ξεκινήσω για αυτήν εδώ την εποχή, είχα πάρει μαζί μου έναν μπιτ -μικρό-καταγραφέα  και έτσι μπορώ να σου στείλω το παρόν μήνυμα,  που αφού κατάφερες να το λάβεις, σημαίνει ότι άρχισαν πλέον οι πλεύσεις  στα ανοιχτά του πληροφορικού πόντου.

Και έτσι μπορώ να σου διευκρινίσω ότι δεν είμαι πλακατζής πεζογράφος , μηδέ μάντης, μηδέ παρανοημένη καλλιτεχνική πρωτοπορία.

Εγώ, αγαπητέ πελαγοδρόμε, είμαι ο πρώτος συνεπής οπισθοδρομικός επαναστάτης του μέλλοντος.

 Α! είπα εγώ.

 Δε ξέρω φίλτατε -συνέχισε η φυσιογνωμία- σε ποια ακριβώς φάση σε βρίσκω ή μάλλον σε ποια φάση της δικιάς σου χωροχρονικής συνέχειας με βρήκες εσύ, αλλά, για να κατανοηθούμε, νομίζω ότι πρέπει ευθύς εξ αρχής να σου διευκρινίσω (και ελπίζω να έχεις ωριμάσει αρκετά για να με καταλάβεις) ότι είμαι ένας από τους πρώτους που αποτόλμησαν πειραματικό διερευνητικό ταξίδι στο παρελθόν!

 Ξεκινώντας, μάλιστα, από μια χρονοδιάσταση που για σένα πρέπει να είναι ακόμη μελλοντική: Τα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα.

Και λέω να αρχίσω την αφήγησή μου από εκεί, αν και δεν είναι εύκολο να διαλέξεις αφετηρία άμα μπλέξεις στους φαύλους στροβίλους του χωροχρόνου.

 Αρχίζω:

Είμαστε στα μισά του εικοστού πρώτου. 

Είμαι επίσημα καταχωρημένος με τα στοιχεία 76543Β αλλά ο Σπόνσοράς μου, μου είχε αγοράσει, από τον Εγκεκριμένο Κατάλογο των Ιστορικών Προσωνυμιών, το δημοφιλές όνομα «Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα».

Εργάζομαι παρτ τάιμ θυρωρός στο Μουσείο Παρωχημένων Επικοινωνιακών Μέσων. Στον τομέα Βιβλίων και λοιπών Χαρτομνημείων. 

Η δουλειά είναι λίγη. Ελάχιστοι περνούν από ΄δω.

Πλήττω. 

Αλλά μετά, ανακαλύπτω τυχαία τα κλειδιά από ορισμένους παλιούς κώδικες -λεξικά και άνευ διδασκάλου- και αρχίζω να περιτρέχω τα  χάρτινα φύλλα που γεμίζουν τα ράφια. 

Ανακαλύπτω ότι οι σκονισμένες σελίδες δίνουν μια άλλη, καινούργια και ανέλπιστα συναρπαστική  δυνατότητα για ταξίδια. 

Τον καιρό μου τα ταξίδια είναι μια προσομοιασμένη υπόθεση.  Τα αυθεντικά αποκλείονται για λόγους μόλυνσης και επικινδυνότητας από τις ραδιενεργές ακτινοβολίες, μια που η ατμόσφαιρα είναι προς το παρόν εξασθενημένη. 

Αλλά και οι προσομοιασμένες περιηγήσεις ελέγχονται με προσοχή από την ΚΟP&P/UC  (Correct Politics  and Pulp / United Companies) που έχει την σχετική υπεργολαβική εξουσιοδότηση, από την Ομοσπονδία των Εταιρικών Διοικητικών Συμβουλίων που  διοικεί την προστατευμένη  περιοχή μου.

Αλλά εμένα τα βιβλία μου επιτρέπουν  να ταξιδεύω.

Μετά, ανακαλύπτω ότι τα χαρτομνημεία έχουν απάνω μου και μια άλλη περίεργη επίδραση:  Αρχίζω να ανακαλύπτω την ύπαρξη δομών και νοηματικών σχημάτων που χωράνε μέσα τους περίεργα πράγματα που έως τότε τα αισθανόμουν μόνο συγκεχυμένα, ενώ τώρα αποκτούν καλούπι.

Πρέπει να εκκολάπτεται μέσα μου αυτό που άλλοτε ονόμαζαν αμφισβήτηση ή κάπως έτσι.

 Πάντως είναι πιθανό ότι, αμφισβήτηση ή όχι, τελικά θα αρκούμουν στις συναρπαστικές χαρτοκαταδύσεις, αν, εκείνη την εποχή, δεν είχα συνάψει μία εντελώς προφυλακτική σχέση με την 00345Υ (που είχε αγοράσει  από μόνη της μια πιο προωθημένη προσωνυμία, πάντα από τον επίσημο κατάλογο : Την φώναζαν «Το Λάγνο Άρωμα της Παραβατικότητας») και η οποία δούλευε στους υπολογιστές του Εργαστηρίου Χωροχρονικών Αποπειρών και Πειραμάτων μιας από τις Μεγάλες Μητρικές Πολυμεσιανικές Εταιρίες. 

Ήταν το «Λάγνο Άρωμα» που μου έδωσε μια πληροφορία που αποτελούσε την απάντηση στις πιο μύχιες από τις καινούργιες επιθυμίες μου: μου είπε ότι ζητούσαν εθελοντές πειραματανθρώπους για οπισθοδρομικά   χρονικά πειράματα.

Να σου πω εδώ, ότι τα πειραματόζωα είχαν καταργηθεί από το ισχυρό λόμπι των πολιτικώς ορθίων στα τέλη του εικοστού αιώνα.  Τις αρμοδιότητές τους, στα πλαίσια ενός επαναστατικού προγράμματος καταπολέμησης της ανεργίας , είχαν αναλάβει οι «πειραματάνθρωποι», οι οποίοι σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα έπρεπε να είναι εθελοντές και να διαθέτουν ισχυρά κίνητρα.  Αλλιώς χρησιμοποιούσαν ή κλώνους ή ανήκοντες στον κλάδο των τριτοκοσμικών  κλονισμένης υγείας, ή αυτόχειρες εθελοντές με κλονισμένη πίστη στον άνθρωπο και το πεπρωμένο του.

Έτσι έκανα την πρώτη μου αίτηση. 

Που απορρίφτηκε πανηγυρικά.

Από τα τεστ στα οποία με είχαν υποβάλει είχε προκύψει ότι η επιθυμία μου να φύγω προς άλλους καιρούς, δεν είχε -αλίμονο- σαν κίνητρο, ούτε την προσωπική φιλοδοξία ,ούτε την αναμονή νόμιμου κέρδους.

Και αυτό δημιουργούσε αξεπέραστα προβλήματα.

Γιατί την εποχή εκείνη δεν μπορούσες να πας μπροστά (ούτε και πίσω όπως ήθελα εγώ), αν δε διέθετες αρκετή ποσότητα  κινήτρων  που να ανάγεται στις δύο αυτές βασικές αρετές.

Ή, ακόμη καλύτερα, στον συνδυασμό τους: Την προσωπική φιλοδοξία για νόμιμο κέρδος.

Το νόμιμο κέρδος, θα πρέπει να  σου πω ότι τότε ήταν απροσδιορίστως υψηλό, Γιατί το μη νόμιμο είχε καταργηθεί δια διατάγματος, με θαυματουργό αποτέλεσμα τη δραστική μείωση της οικονομικής εγκληματικότητας. 

Ήταν τότε που αποδείχτηκε, ακόμη μία φορά, πόσες απλές και ευφυείς λύσεις, εκτός από το αυγό του Κολόμβου, είχαν αγνοηθεί κατά την Περασμένη Εποχή.

Η δραστική μείωση τόσο των οικονομικών ατασθαλιών, όπως η κερδοσκοπία και η προμήθεια, όσο και των περισσότερων ποινικών παραβάσεων ήταν κάτι το εξαιρετικά απλό και ίσως γι αυτό στο παρελθόν δεν το είχαν προσέξει: Η λύση για την εξυγίανση της δημόσιας ζωής, η λύση που καταργούσε τα έξοδα που απαιτούσαν οι παλιές μέθοδοι της καταστολής και της πρόληψης (αστυνομίες και παιδείες ήταν πράγματα εξόχως δαπανηρά) λεγόταν Νομιμοποίηση και  καθάριζε τις κακές στατιστικές ατάκα και επί τόπου.

 Βέβαια, για να υπάρχουν αποτελέσματα ακόμη πιο ικανοποιητικά, έπρεπε να διεξαχθεί παράλληλα και μία επιμελημένη προωθητική καμπάνια στα πολυμέσα, για την Κοινωνική Αναγνώριση και Καθαγίαση της τέως παρανομίας. 

Η τελική κάθαρση και διαλεύκανση της δημόσιας ζωής ολοκληρωνόταν όταν, χάρη σε ορισμένα  εντυπωσιακά προγράμματα υψηλής ακροαματικότητας, εξαφανιζόταν κάθε όρεξη του ποιμνίου για δημόσια ζωή.

Ήταν η εποχή που, παρά το ότι ο Λόγος βρισκόταν σε παρακμή (όπως έλεγαν και μερικοί άλλοι αμφισβητίες με τους οποίους είχα αρχίσει να κάνω παρέα), η Λέξη, αντίθετα, είχε αποκτήσει εξουσία και βρισκόταν σε δόξες μεγαλύτερες και από την εποχή της Άμπρας Κατάμπρας. 

Με μια σχετικά απλή λεκτική επιχείρηση, η Ονοματοποιητική Εξουσία έλυνε προβλήματα που μέχρι τότε είχαν πονοκεφαλιάσει γενιές και γενιές αλτρουιστών και φιλανθρώπων. 

Η πείνα και οι πεινασμένοι, για παράδειγμα .

Δεν υπήρχαν πια. 

Στη θέση τους υπήρχαν μόνο μερικοί «Χωρίς προβλήματα δίαιτας» και μερικοί «Διαθέτοντες Περιορισμένες Θερμίδες» που δεν ενοχλούσαν κανέναν.  Πολύ περισσότερο όταν, αργότερα, με μία συμπληρωματική επιχείρηση μετονομάστηκαν σε «Διαθέτοντες Περιορισμένες Θερμίδες και τους Αξίζει!»

Τον τελευταίο καιρό, λίγο πριν καταφέρω να φύγω,  είχε προταθεί η επαναφορά μερικών παλιών όρων που είχε ξεχαστεί η ετυμολογία τους και που πια δεν προκαλούσαν κανέναν θετικό ή αρνητικό συνειρμό: Λιμάρηδες ή Λιγούρηδες.

 Συγγνώμη για τους πλεονασμούς και τις περιφράσεις, είναι η επιρροή της σχεδόν προεικονικής εποχής στην οποία τελικά βρέθηκα.

 Τι σου έλεγα; Α, ναι.

Με απέρριπταν λόγω μη επαρκών  και πειστικών κινήτρων, αλλά εγώ δεν το έβαζα κάτω.

Ξαναυπόβαλα αίτηση υποκρινόμενος ότι ήμουν απαισιόδοξος- υποψήφιος- αυτόχειρ, αλλά εξακολουθούσα  να την πατάω στα τεστ που συνέτασσε η ισχυρότατη και πανέξυπνη ομάδα των Κλινικών Ψυχοβγαλτών.

Αυτά επέμεναν να διαπιστώνουν ότι δεν είμαι ούτε υγιής κερδοσκόπος, ούτε ανυστερόβουλος  ναρκισιστής, αλλά ούτε και ξεθεωμένος πεσιμιστής . Έτσι οι αιτήσεις μου εξακολουθούσαν να γυρίζουν πίσω καλυμμένες με την διαγώνιο απορριπτική σφραγίδα που με συμβούλευε: «κάτσε στα αυγά και τα ωάριά σου»  ή «μην ενοχλείς τον καθοδηγό  όταν σε καθοδηγεί για το καλό σου».

Αλλά εγώ δεν το ΄βαζα κάτω.

Συζήτησα  το πρόβλημα με μερικούς από τους νέους αμφισβητίες φίλους μου.  Χρειάστηκε να τους κάνω κάποιες νύξεις απέξω απέξω για τις πραγματικές μου προθέσεις και τελικά κούνησαν με συγκατάβαση τα κεφάλια τους και δέχτηκαν  να με βοηθήσουν.  Το σχέδιο που καταστρώσαμε ήταν σχετικά απλό:

Έπρεπε να ληφθεί μία Δημοκρατική Απόφαση που να επιτρέπει την κατ΄ εξαίρεση  συμμετοχή μου στο πείραμα. 

Η εποχή μου είχε και ορισμένα πλεονεκτήματα. 

Η Δημοκρατία είχε ιδιωτικοποιηθεί και για να επηρεάσεις τις αποφάσεις που σε ενδιέφεραν δεν είχες παρά να αγοράσεις τα απαραίτητα δημοκρατόλογα ή συμμετοχόλογα που θα σου εξασφάλιζαν την αναγκαία πλειοψηφία, στις κεντρικές ή τις περιφερειακές εστίες λήψης αποφάσεων. 

Ένα τηλεματικό δελτίο που ενημερωνόταν καθημερινά σε πληροφορούσε για τις δημόκ- μονάδες που απαιτούσε η κάθε απόφαση.

Τα ομόλογα τα εξέδιδε το Γενικό Ομοσπονδιακό Διοικητικό Συμβούλιο και η παροχή γινόταν με αυτοματοποιημένο μηχανογραφικό τρόπο.  Αρκεί να είχες την απαιτούμενη τραπεζική πίστη και τη σχετική δημοκάρτα.

  Ένα σύστημα αλάθητο. Ακόμα κι αν κατάφερνες προς στιγμήν να το ξεγελάσεις, δεν υπήρχε περίπτωση να τη βγάλεις καθαρή. Αργά ή γρήγορα θα σε τσιμπούσαν. Γρήγορα όσο αφορούσε τους υπολογιστές, αλλά όχι και τόσο όταν έπρεπε να κινηθούν οι υπάλληλοι.

Παρόλα αυτά, δεν είχαν λάβει υπ΄ όψιν την περίπτωσή μου.  Δηλαδή την περίπτωση ενός που δεν ενδιαφερόταν αν θα τον ανακαλύψουν ή όχι, γιατί -αν όλα πήγαιναν καλά – θα ήταν πολύ μακριά για να υποστεί τις συνέπειες.

 Έδωσα στο  «Λάγνο Άρωμα» την κλασσική υπόσχεση: αν με βοηθούσε, θα γύριζα να την πάρω μαζί μου σε ένα κόσμο αυθεντικό και μη περιορισμένο από ασφαλιστικές ρήτρες (που σου έβαζαν δεσμεύσεις και  όρια σε όλα,  ακόμη και στο έρωτα, πράγμα που το Λ.Α. δύσκολα ανεχόταν)  και, στο τέλος, συμφώνησε. 

Το «Λάγνο Άρωμα» είχε πρόσβαση στα κομπιούτερ και είχε και έναν μικρό αδελφό -χάκερ του κερατά, ο αθεόφοβος, στον ελεύθερο χρόνο του.

Δεν ξέρω αν ξέρεις από χακερισμό κι από τέτοια, ούτε εγώ τα καταλαβαίνω εντελώς. Στην εποχή μου, πάντως, είναι πράγματα ιδιαίτερα επικίνδυνα. Αλλά είναι ο μόνος πρακτικός και αρκετά διαδεδομένος τρόπος ανώφελης αντίστασης . Δε σου λέω άλλο.

Δε θα επεκταθώ πάνω στο πώς τα καταφέραμε και βγάλαμε την καταφατική απόφαση. Ο πιτσιρικάς μπήκε στο Κεντρικό Ταμείο από το παράθυρο -γουίντοου  2/51.1- της αδελφής του, ενώ οι φίλοι εκτελούσαν χάπενιγκ αντιπερισπασμού κυκλοφορώντας ντυμένοι στις τέσσερεις γωνίες του δίκτυου.  Ο μικρός μου άνοιξε λογαριασμό, μου έβγαλε δημοκάρτα υψηλής αποφασιστικότητας και, στο τέλος, κατάφερε και πήρε την έγκριση «για λόγους αντικρατικής ασφαλείας». (Ήταν μια από τις πιο ισχυρές φόρμουλες, γιατί το Μεγάλο Διοικητικό Συμβούλιο εξακολουθούσε να έχει αλλεργία  σε οτιδήποτε το κρατικό, αν και τα κράτη είχαν καταργηθεί πριν από τον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο των Εταιριών στις αρχές του αιώνα).

Βέβαια, θα με ανακάλυπταν στον επόμενο έλεγχο, αλλά εγώ θα είχα ήδη κάνει φτερά…

 Με την έγκριση που μόλις είχε ξεφουρνίσει ο εκτυπωτής στη τσέπη, παρουσιάστηκα στον επικεφαλής της ομάδας των  ερευνητών καθηγητή κ. Πολυ-Χρόνη Παράκαιρο.

Ο καθηγητής χάρηκε γιατί, όπως μου είπε, οι προετοιμασίες για το επόμενο πείραμα, που θα είχε αποφασιστική σημασία για την πορεία της έρευνας, είχαν ήδη ολοκληρωθεί.

Δεν έμενε παρά ο προσδιορισμός του εθελοντή και θα μπορούσε να ξεκινήσει.    

Πριν με αφήσει στις φροντίδες της επιστημονικής ομάδας που  θα μου έδινε τις τελικές λεπτομερείς οδηγίες, θεώρησε σωστό να με ενημερώσει ο ίδιος πάνω στις βασικές παραμέτρους του πειράματος.

Τον άκουσα με όση προσοχή διέθετα.

Και έμεινα άναυδος για να μη σου πω ξερός!

Γιατί; 

Άκου και πες μου αν είχα δίκιο.

Τα προηγούμενα πειράματα μπορεί να είχαν γίνει μόνο με ανόργανη ύλη, ήταν όμως αρκετά για να αποδείξουν ότι είναι αδύνατο να προστεθεί ύλη ή ενέργεια σε οποιαδήποτε χωροχρονική φάση του παρελθόντος.

Ο καθηγητής Παράκαιρος είχε δοκιμάσει επανειλημμένα. 

Στην αρχή είχε επιχειρήσει να στείλει μια μεταλλική σφαίρα δυο ώρες πίσω.  Και είχε διαπιστώσει: Α) Ότι πριν δυο ώρες δεν είχε παρατηρήσει την είσοδο καμιάς σφαίρας στα περίχωρά του (πράγμα που κανονικά θα έπρεπε να τον είχε αποτρέψει και από αυτή καθεαυτή τη διεξαγωγή του πειράματος, και  Β) Ότι σχεδόν αμέσως μετά την αποστολή, η σφαίρα γύρισε πίσω.

Με φόρα.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι του δημιουργήθηκε καρουμπαλοειδής προεξοχή στο φαρδύ μέτωπο.

Ξαναδοκίμασε με πιο μαλακά υλικά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.

Κατάλαβε ότι ο νόμος της διατήρησης του αθροίσματος «ύλη -ενέργεια » σε κάθε χωροχρονικό σύνολο απέκλειε την αποστολή πρόσθετων οντοτήτων προς τα πίσω.  Το παρελθόν την απέρριπτε, την αρνιόταν, την απόκρουε, την εκσφενδόνιζε συστημένη πίσω στον αποστολέα.

Και ο Π-Χρόνης Παράκαιρος έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και προβληματισμό.

 Όμως, ύστερα από ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και μία περιπεπλεγμένη αλυσίδα συνειρμών που μου τους είπε μεν, αλλά δεν έχω καιρό να σου τους μεταφέρω, ανέκραξε

» Αυτό είναι!!!»

Και πήρε να αναθέτει στον υπολογιστή περίπλοκους υπολογισμούς.

Ο υπολογιστής αγκομάχησε για λίγο, αλλά εν τέλει συμφώνησε. Η έμπνευση του καθηγητή ήταν σωστή: 

Υπήρχε κάτι που δεν ήταν επαρκώς ύλη, ούτε σαφώς ενέργεια και -ως εκ τούτου- μπορούσε να αποσταλεί στο παρελθόν και να μείνει.

Και αυτό το κάτι δεν ήταν άλλο παρά : ένα Αυτοδιοικούμενο Σύστημα Πληροφοριών. 

Με άλλα λόγια ένα πρόγραμμα!

Θα μπορούσε λοιπόν να φτιάξει και να στείλει πίσω ένα πρόγραμμα. 

Μόνο, που για  να λειτουργήσει το πρόγραμμα εκεί, χρειαζόταν ένα απαραίτητο χαρντγουέρ, έναν υλικό εξοπλισμό που να το αναγνώσει και να το ενεργοποιήσει.

Και ιδού πάλι το αδιέξοδο. Γιατί βέβαια, τότε, τέτοια πράγματα δεν υπήρχαν ακόμη.

 Φάση περισυλλογής δεύτερη.

Και ο επιμένων νικά!

Εξοπλισμοί ικανοί να διαβάζουν προγράμματα πληροφοριών και μάλιστα σύνθετα, υπήρχαν και στο παρελθόν.  Όπως και στο παρόν. 

Δεν ήταν άλλο από τα ανθρώπινα σώματα, δηλαδή τους φορείς των πληροφορικών συστημάτων που ονομάζονται ανθρώπινες προσωπικότητες. 

Το πρόβλημα λοιπόν άλλαζε όψη.  Έπρεπε, επεμβαίνοντας σε ένα σημερινό «σώμα- σύνολο», να απομονωθεί το πληροφοριακό σύστημα που αποκαλείται «προσωπικότητα»  από τα λοιπά υλικά και στη συνέχεια να αποσταλεί στο παρελθόν.

Όταν έφτανε, θα έπρεπε να οικειοποιηθεί έναν άλλον φορέα, να εξουδετερώσει το ήδη υπάρχον απαρχαιωμένο πρόγραμμα που θα έβρισκε εκεί και να εδραιώσει το καινούργιο. 

Η διυλισμένη και αποσαρκωμένη προσωπικότητα που θα έφτανε στο παρελθόν θα διατηρούσε όλες τις μνήμες της εποχής προέλευσης και θα μπορούσε να επιχειρήσει να έλθει σε επαφή με το μέλλον και να μεταφέρει τις εμπειρίες της. 

 Ο καθηγητής είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. 

Ύστερα από αξιέπαινες και κουραστικές προσπάθειες κατάφερε να επιλύσει τα παρελκυόμενα προβλήματα της ανακάλυψής του: Την αφαίρεση του πληροφοριακού συνόλου από μία ανθρώπινη οντότητα και την επανασύνδεσή του σε μια άλλη.

Ήταν πια έτοιμος. Του έλειπε μόνο το τελικό επαληθευτικό πείραμα και….

Ο πειραματάνθρωπος ήμουν εγώ! 

Μόνο που θα έπρεπε να απαλλαγώ από το σημερινό μου υλικό υπόβαθρο-σώμα, να απομείνω σκέτο σύστημα πληροφοριών και μετά να με στείλουν να καταλάβω κάποιον τύπο του παρελθόντος και να ενεργήσω «από μέσα του» και «δια μέσου του».

Αρκετές και επικίνδυνες αλλαγές.

Θα έπρεπε να εγκαταλείψω και την όψη μου, πάνω πού ΄χα καταφέρει να συμφιλιωθώ μαζί της, ύστερα από αγώνα ετών.

Αλλά τι μ΄ ένοιαζε εμένα πια για μια τέτοια μικρή αλλαγή; 

Εγώ θα πήγαινα επιτέλους στο παρελθόν. Και δεν θα πήγαινα, βέβαια,  για να στείλω μηνύματα στον καθηγητή Παράκαιρο για το τι καιρό κάνει εκεί. 

Εγώ είχα αποφασίσει να πάω πίσω για να αλλάξω την πορεία του Κόσμου!

 Για να με καταλάβεις πρέπει να σου πω ότι στον καιρό μου κυριαρχούσε η Μονή, Μόνη και Μονότονη Σκέψη.

Η Νέα Μονή Τάξη είχε εδραιωθεί με τρόπο που απέκλειε κάθε προσπάθεια αλλαγής. 

Το επικοινωνιακό ιερατείο έλεγχε καθημερινά το επίπεδο προσαρμογής των μαζών και όταν διαπίστωνε και την παραμικρή παρέκκλιση προγραμμάτιζε νέες συναρπαστικές υπνοφόρες εκπομπές κυμάτων που επανέφεραν τις εξάρσεις σε κατάσταση ηρεμίας και προσαρμοστικότητας, τουλάχιστον στην προστατευμένη περιοχή.

Ωστόσο, διάβολε, εγώ πάντα σκεφτόμουν ότι αν η θεωρία του χάους είχε δίκιο όταν επέμενε ότι απρόβλεπτες αλλαγές είναι  δυνατές ακόμη και όταν η εναρκτήρια ενέργεια δεν είναι παρά είναι το κτύπημα  των  φτερών μιας κινέζας πεταλούδας, τότε κάποιος δρόμος που θα ταρακουνούσε την Ιστορία που λίμναζε, θα έπρεπε να υπάρχει.

Στο μουσείο των βιβλίων και των λοιπόν χαρτομνημείων είχα καταλήξει στην απόφαση ότι για την αγκύλωση του παρόντος φταίει το παρελθόν,

Εκεί στο μουσείο , θύμα της νεύρωσης που προκαλεί η νεκροφάνεια της Ιστορίας, είχα αρχίσει να βασανίζομαι από  τα Εάν κι από τα Άμα.  

Τι θα γινόταν εάν, τότε, ο τέτοιος δεν είχε κάνει αυτήν την ενέργεια και άμα ο άλλος, την άλλη φορά, δεν είχε κάνει  εκείνη τη γκάφα;  Τώρα άραγε τα πράγματα δεν θα ήταν καλύτερα;

  Αυτά σκεφτόμουν, γιατί άμα δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα στο παρόν ούτε να δεις ορατές δυνατότητες αλλαγής στο μέλλον, στρέφεσαι αναπόφευκτα στο παρελθόν. Και τώρα είχα την ευκαιρία μου:

Θα πήγαινα πίσω και θα τα έκανα λίμπα.

Θα ξεβραχυκύκλωνα την Ιστορία!

Θα απορρύθμιζα την απορρύθμιση!

Όπου την πονάει και όπου τη σφάζει!

Στην πολιτική και στη διανόηση!

Στην Τέχνη και στην Εξουσία!

Δύσκολα θα προέκυπτε μέλλον λιγότερο αντιπαθητικό από το παρόν μου.

 

«Σε στέλνω όσο πιο πίσω γίνεται. Έτσι θα δοκιμάσουμε την εμβέλεια του μηχανήματος. Υπολογίζω ότι θα πέσεις περίπου στην πρώιμη αναγέννηση», μου είπε ο καθηγητής με δικαιολογημένη συγκίνηση.

«Μου πάει περίφημα. Θα πιάσω πολλά πράγματα από την αρχή και θα χαράξω καινούργιες πορείες εγκαίρως» σκέφτηκα εγώ με δικαιολογημένη ασυνειδησία.

«Και κοίτα να τηρήσεις πιστά τις οδηγίες», επανέλαβε για νιοστή φορά ο Χρόνης Παράκαιρος. «Είναι βασικό». 

Μετά μου πρόσφερε ένα είδος αποχαιρετιστήριου ενθαρρυντικού χαμόγελου: «Καλή επιτυχία και να μας γράφεις» είπε, και μου ενεχείρησε τον μπιτ- μικρο-καταγραφέα.

Του επέστρεψα τον μορφασμό, έστειλα ένα φιλί στο Λάγνο Άρωμα που με κοιτούσε παραπονεμένο από το βάθος καθισμένο στο τερματικό ελέγχου, και φόρεσα την κάσκα.

Ο καθηγητής βγήκε από το κουβούκλιο και κατέβασε τον μοχλό.

 

Σε λίγο αισθανόμουν τόσο ελαφρύς όσο ποτέ. 

Πρώτα ήταν ένας απαλός άνεμος παλιμπαιδισμού που μ΄ έσπρωξε προς τα πίσω.  Μετά βρέθηκα σ΄ έναν ανεμοστρόβιλο ανάκτησης, έναν σίφουνα επιστροφής έναν χαμό νόστου. 

Αφέθηκα…

  Ναυάγησα ενάμιση αιώνα πίσω από τη χρονολογία εκκίνησης.

Στην αρχή σκέφτηκα ότι έφταιγε κάποια πληροφορική σκορβουτική ίωση.

Μετά κατάλαβα ότι η αιτία ήταν διαφορετική. 

Σε κάποια στροφή της οπισθοδρομικής μου πορείας  και καθώς το χωροχρονικό βαλς με είχε σπρώξει κοντά σε εκείνη την υποβρύχια πόλη, που τότε όμως ξεμύτιζε ακόμη πάνω από την επιφάνεια των νερών, την Βενέτσια,  έλαχε να περάσω πολύ κοντά από έναν νεαρό τύπο, με ανέλπιστα  ισχυρές ικανότητες μέντιουμ και ταυτόχρονα ανέλπιστα δεκτικό σε παντός είδους αλλαγές, προσαρμογές και αναπλάσεις.

Με τράβηξε σαν μαγνήτης και τον κατέλαβα αμέσως. 

Τον έλεγαν Αρθούρο Τζόφ Άρενς.

Αποφάσισα ότι εν τέλει μου έκανε και τον κράτησα.

Πρέπει να προσθέσω ότι δεν δυσκολεύτηκα να εξουδετερώσω την μέχρι τότε προσωπικότητά του. Δεν παρουσίασε μεγάλες αντιστάσεις Την παραμέρισα στην μία άκρη του εγκεφάλου του που ήταν τελείως άδεια και εγκαταστάθηκα άνετα στον υπόλοιπο χώρο.

 

Εγώ, ο 76543Β, ο μελλοντικά αποκαλούμενος χαϊδευτικά και Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα, και τώρα-τότε, πλέον, διαθέτων τα χαρακτηριστικά και τα στοιχεία του Άρθουρ Τζοφ Άρενς, δηλώνω ότι έμεινα πιστός στις επαναστατικές οπισθοδρομικές μου προθέσεις. 

Πλησίασα και επηρέασα όσο μου ήταν δυνατόν τους δυνατούς και τα ρεύματα της εποχής όπου ξέπεσα.

Βούτηξα στη δίνη των διαμορφωτικών γεγονότων και κυλίστηκα στη λάσπη της ιστορίας. 

Μπήκα στις στοές της εξουσίας και στα τρένα της επανάστασης.

Έγινα σημαία και μνημείο.

Έγραψα θέσεις και άφησα μηνύματα. 

Κάποιο αποτέλεσμα, διάβολε, θα έχω καταφέρει!,

Κάποιο ίχνος θα έχω αφήσει. 

Κάποια αλλαγή θα έχω προκαλέσει.

 

Μόνο που δεν το ξέρω.

Και με τρώει η ανησυχία και μ΄ έχει πιάσει κι ένα άγχος αλλιώτικο απ’ το παλιό, ένα άγχος περίεργο, εσχατολογικό.

Γι αυτό αφήνω αυτό το μήνυμα στο μπουκάλι.

Σου είπα πώς, πάνω κάτω, ήταν (θα είναι) το μελλούμενο χωρίς τη δικιά μου παρέμβαση.

Πες μου σε παρακαλώ αν εξακολουθεί να είναι έτσι ή αν κατάφερα κάτι τι.

Αν πάλι, παρ΄ ελπίδα, τα ΄χω θαλασσώσει και η κατάσταση προέκυψε ακόμη χειρότερη, σου αφήνω τις χωροχρονικές συντεταγμένες όπου έμπλεξα. Φρόντισε να πας ή δώσε παραγγελία να με εξουδετερώσουν εγκαίρως.

Αν όμως τα κατάφερα, αν τα αυθεντικά που έψαχνα ξαναπαρουσιάστηκαν, αν η Ιστορία ξανά πήρε να τσουλάει και να αλέθει, αν όλα πήγαν καλά, άσε μου ένα σημείωμα κάτω από την φωνή Αρθούρος Τζοφ στην λογοτεχνική ανθολογία του καιρού σου. 

Μπορεί και να επιβιώσει ίσα με εμένα.  Αν θα υπάρχω στη νέα εκδοχή μπορεί να το βρω και να ησυχάσω – Να πάρω μια ιδέα ικανοποίηση.

 Όμως, για να είμαι ειλικρινής, με τρώει και άλλη μια ανησυχία..

Έχω την παράλογη ίσως, άλλα έμμονη ιδέα, ότι στην πραγματική πραγματικότητα δεν υπάρχω. 

Ότι όλα αυτά που κάνω δεν θα τα θυμάται κανείς και δεν θα επηρεάσουν τίποτα.

Ότι η ιστορική πραγματικότητα θα με απορρίψει όπως τις μπάλες που έστελνε τότε πίσω ο καθηγητής Χρόνης Παράκαιρος. 

Ότι το πείραμα πέτυχε μόνο μερικά:   έφτασα πίσω και έκανα πράγματα, αλλά αυτά σβήνονται μόλις γίνουν. Ότι ενεργοποιούνται μόνο όταν εγώ είμαι κοντά τους, ενώ εξαφανίζονται όταν απομακρύνομαι.

Μπορεί να είναι μια ακόμη νεύρωση μου, μπορεί να είναι μια υποκειμενική παρενέργεια του πειράματος και να τα βλέπω μόνον εγώ έτσι.

Δεν ξέρω!

Εσύ ξέρεις.

Πες μου με ξέρεις;

Σαν Αρθούρο εννοώ.

Σαν τέτοιος φρόντισα να τα κάνω λαμπόγιαλο. 

Είμαι γνωστός;

Είμαι στις εγκυκλοπαίδειες;

Με αναφέρουν στα σχολικά βιβλία ;

Μιλάνε για την επίδραση μου στη διαμόρφωση του κάτι τι ή του οποιουδήποτε;

Ανεξάρτητα αν τα πήγα καλά ή κακά, τουλάχιστον τα πήγα;

Άσε μου μήνυμα

Για σου δικέ μου

Η Ιστορία ζει!!!

Αρθούρος Τζοφ Αρενς

(Αλλά εσύ μπορείς να με λες  Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα)

Υ.Γ.  Αν μπορείς δώσε φιλιά από μένα στο Λάγνο Άρωμα. Την άλλη φορά θα….

βουρ-βουρ-βουρ (παράσιτα)…

 Η εικόνα τρεμόπαιξε και έσβησε

 

Είχα μείνει ελαφρά αποσβολωμένος.

Κούνησα το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά και μετά το σταμάτησα με μια μικρή ερωτηματική απόκλιση στο πλάι.

Ύστερα είπα στον Ναυτοπόντικα να δει εάν η μνήμη του σκάφους είχε κρατήσει το μήνυμα του μπουκαλιού. Μου είπε ότι θα το φροντίσει αλλά να μη βιάζομαι και του τη σπάω.

Βιράρισα και έκανα ρότα για τη βάση μου.

Φτάνω.

Βγάζω τη πελαγοδρομική πολυμεσιανική προσομοιωτική μάσκα και βγαίνω απ΄ το σκάφος.

Ξεχνάω και την Κάρμεν Σαντιέγκο και τον Σούπερ Μάριο Βούρτσα και ζητάω να μπω στη πιο εύκαιρη εγκυκλοπαίδεια του δικτύου. 

Μετά από λίγο είμαι μέσα. 

Ψάχνω.

Δεν  βρίσκω ίχνος από τον Αρθούρο, με ζόφο ή χωρίς…

Μπαίνω σε άλλη εγκυκλοπαίδεια, και σε άλλη…

Ψάχνω με αλφαβητική σειρά, με χρονολογική σειρά, με εννοιολογική αγκίστρωση…

  Τίποτα….

 

Απελπίζομαι…

Τι συμβαίνει; 

Είχα μια παραισθητική εμπειρία ή ήταν μια φάση άλλου τύπου, άγνωστου , όπως όλα δείχνουν;

 Κλείνω τον υπολογιστή και δένω τον ναυτοπόντικα στη θήκη του.  Επιστρέφω στον κόσμο των διαπροσωπικών επικοινωνιών .  

Ο γιος μου μπαίνει στο γραφείο κουβαλώντας ένα φαξ.

Βλέπει ότι είμαι κάπως  αλλοπρόσαλλος στη φάτσα και μια που δεν ξέρει το λόγο, κάνει τη σωστή κίνηση: Αφήνει το λαδερό χαρτί στο γραφείο μου,  κάνει μεταβολή και έξοδο χωρίς σχόλια.

Ανοίγω αφηρημένα το μήνυμα.

Γράφει:

Αγαπητέ κύριε Ανώνυμε Ένα

Την πρώτη Απριλίου, ο Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας «Θεσσαλονίκη 1997», σε συνεργασία με ξένα Ινστιτούτα, οργανώνει το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φαντασιακής λογοτεχνίας  Το θέμα της Ημερίδας- Νυχτερίδας για το οποίο καλείστε να ετοιμάσετε δεκαπεντάλεπτη εισήγηση είναι:

» Άρθουρ Τζόφ Αρενς, ο προκλητικός διανοητής του 19ου αιώνα»

Σας αποστέλλουμε τα στοιχεία που ήδη καταφέραμε να συγκεντρώσουμε:

 

Άρθουρ Τζοφ Άρενς:

Γεννήθηκε στο Λεόμπεν της Γαλικίας……..

 

                                                                                                     (ανακυκλώνεται)

 

  

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Επετειακό (προσφωνεί ο Ανώνυμος Ένας)

Posted by vnottas στο 29 Μαΐου, 2010

 Αγαπητοί συνταξιδιώτες στις επιστημονικές/μαγικές ατραπούς της διαδικτυακής επικοινωνίας

Κυρίες και κύριοι,

Και εσείς ω αξιαγάπητοι φοιτητές προπτυχιακοί, μεταπτυχιακοί, αιώνιοι, πρόσκαιροι, εις αναζήτησιν πτυχίων, πτυχών, πιετών και διπλωμάτων

Και εσείς ω συμπλέοντες, ή παραπλέοντες ή και πλέοντες γενικώς κόντρα (το ’χω ξαναπεί, μα μ’ αρέσει)

Και εσείς ω επιβάτες επί τούτου ή κατά σύμπτωσιν ή κατά λάθος του παρόντος ιστολογοφόρου

Αλλά και εσείς ω φίλοι παλαιάς κοπής, γνώριμοι νέας εσοδείας, συνάδελφοι, φιλάδελφοι ή και ανάδελφοι (οι καλύτεροι)

Και ας μην παραλείψουμε τους εξ υμών διαδικτυακούς περιηγητές, τους αναζητητές (Κούγκληδες, Γιαχούκους, Αλταβίστες, Καιτουσάλλους),

 καθώς και τους αμφισβητίες, τους σκεπτικιστές, τους φιλικούς, τους κριτικούς, τους αδιάφορους, τους σχολιάζοντες γραπτώς, τους σχολιάζοντες ενδομύχως, τους εμβριθείς, τους βαθείς, τους αβαθείς, τους της διαγωνίου αναγνώσεως, τους (τας χείρας) νίψαντας, τους (εντούτοις) ανανήψαντας και τους (εδώ) επανασκύψαντας επίσης.

Ω εσείς όλοι,

το ιστολογοφόρο στο οποίο μόλις επιβιβαστήκατε, αυτές τις μέρες (ο Μάης τελειώνει και το καλοκαίρι καταφθάνει ακάθεκτο όσο και απρόβλεπτο) έχει γενέθλια!

(έκλεισε τα  τρία, μπαίνει στα τέσσερα, μπουσουλάει!)

Γιαυτό λέω να κατέβω στ’ αμπάρι να δω τι έχει για κέρασμα…

 

Ο εκ των κυβερνητών

Ανώνυμος Ένας

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ανταπόκριση από τ’ αμπάρι

Posted by vnottas στο 29 Μαΐου, 2010

 Ημίφως. Θαλασσόσκονη. Αλμύρα. Μέχρι να βρω κάτι πιο φρέσκο, ανασύρω ακόμη ένα κομμάτι ¨ΜΠΑ!!!¨…  Κι ένα κομμάτι από ¨Το Πολυτεχνείο¨ (που κάποτε απλώς έτρεμε!)

Θα τα κουβαλήσω στο κατάστρωμα, θα τα αφήσω να λιαστούν λίγο, θα τα ξεσκονίσω (έχω τα κείμενα όπως γράφτηκαν, χωρίς την επιμέλεια των εκδοτών, επομένως ίσως θέλουν λίγο συγύρισμα) και θα σας τα αναρτήσω εδώ δίπλα στις σελίδες.

Ας δούμε που είμαστε.

ΜΠΑ!!! Μέρος τέταρτο: Το Κτίσμα.

Τι τρέχει;  Πάνω κάτω τα εξής: Οι τρεις φοιτητές προσπαθούν να λύσουν το αίνιγμα τρυπώνοντας στην κοιλιά του Κεκραγμένου Λόφου. Εκεί θα συναντηθούν μεταξύ άλλων με τον Ψηφάρπαγα (ποντικό με πληροφορικές ικανότητες) και την Μαρίκα (γοητευτικό ανδροειδές θηλυκών προδιαγραφών). Το μαντζούνι που τους έχει προμηθεύσει ο Αέναος θα δημιουργήσει απρόσμενες συναισθηματικές περιπλοκές…

Ένα δείγμα (το πρώτο κεφάλαιο του τέταρτου μέρους) εδώ παρακάτω …

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΦΟΒΕΡΟ

Ο φόβος

 

Είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι της Πό­λης έχουν αλλάξει.

Δεν είναι πια οι φτωχοί, ωραίοι και ευθαρσείς τύποι που υπήρξαν κάποτε.

Η συμπεριφορά τους, εδώ και καιρό, έχει γίνει κάπως αλλόκοτη, αλλά αυτό δε μπορεί να το διακρίνει παρά μόνο όποιος έχει λείψει για πολύ καιρό από την Πόλη και γυρίζει και την ξαναβλέπει χωρίς να είναι προετοιμασμένος για τις αλλαγές που θα συναντήσει.

Ένα από τα καινούργια χαρακτηρι­στικά της Πόλης είναι ο φόβος.

Ο φόβος που κόβει βόλτες πάνω από τις ταράτσες με τις αγκαθωτές κεραίες και τα δορυφορικά πιάτα.

Ο φόβος που πλανιέται στους δρό­μους, ανάμεσα στις διαφημιστικές γιγα­ντοαφίσες και τους σκουπιδοτενεκέδες του Δήμου. 

Ο φόβος που μπαίνει από τα παρά­θυρα στις κρεβατοκάμαρες των ερωτευ­μένων και τους κόβει στα δύο το τελευ­ταίο εκτονωτικό ¨βαχ¨. 

Ο φόβος που την στήνει στα φανάρια του δρόμου και εμποδίζει τους αυτοκι­νούμενους να απογειωθούν με την επιτά­χυνση των τροχών τους.

Ο φόβος που τρυπώνει απ’ τις τρύπες του κλιματισμού στα γραφεία των επιχει­ρήσεων και εμποδίζει τα στελέχη να χα­ρούν τα πριμ παραγωγικότητας που τους χαρίζει κάθε τόσο η ευαρέσκεια της Εταιρείας.

Ο φόβος που τρυπώνει στα πορτοφό­λια των καταναλωτών και τους ελαττώνει την τέρψη από τις τελευταίες πανηγυρι­κές προσφορές της δωροκάρτας τους.

Κι όμως, εκ πρώτης όψεως, η Πόλη δεν θα έπρεπε να φοβάται.

Όσο και αν την περιβάλλει ο φτωχός, βάρβαρος  και ανασφαλής ¨Άλλος Κό­σμος¨, η ίδια ανήκει πια στην Προστα­τευμένη Περιοχή.

Εξάλλου η Πόλη δεν δείχνει να πο­λυενδιαφέρεται για τα πάθη των  Άλλων ή, γενικότερα, για την απώτερη τύχη του Κόσμου.

Η Πόλη, βασικά, έχει κολλήσει ¨γηρατειά¨ και φοβάται μήπως αρρωστή­σει βαριά και πεθάνει.

Και αυτός είναι ένας φόβος που οι νέο-προστατευμένοι κάτοικοι της Πόλης τον αποδέχονται με μαζοχιστική ικανο­ποίηση, δεδομένου ότι είναι ένας φόβος ευγενούς προέλευσης, ο οποίος συνήθως χαρακτηρίζει την αξιότιμη κατηγορία των καλοπερασάκηδων και τις κοινωνίες των προνομιούχων.

Όμως, τον τελευταίο καιρό, αν και κα­νείς δεν έδωσε στο γεγονός ιδιαίτερη προσοχή, τα κύματα του φόβου πάνω από την Πόλη έχουν ξαφνικά οξυνθεί και πληθύ­νει.

Και μάλιστα, αν και όχι αμέσως, κά­ποιοι φοβοειδήμονες αντιλήφθηκαν την ασυνήθιστη κάθετη άνοδο του φοβοδεί­κτη.

Αυτοί οι φοβοειδικοί δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, οι συνήθεις θεράπο­ντες της Οριζόντιας Ψυχοβγαλτικής, παρά  είναι κάτι οξύνοες ασφαλιστικοί πράκτορες, οι οποίοι μάλιστα, στην αρχή, κράτησαν την ανακάλυψη για τον εαυτό τους και τους εργοδότες τους.

Ο πρώτος πρώτος, μάλιστα, που κατάφερε να εντο­πίσει ότι η εστία του φαινομένου βρισκό­ταν στην άκρη της Πόλης γύρω από τον Κεκραμένο Λόφο, είχε τη δέουσα ανα­γνώριση από την Εταιρεία του και εισέ­πραξε ειδικό βραβείο για την ανακάλυψή του κατά τη διάρκεια μυστικής πανηγυ­ρικής τελετής.

Αυτός εδώ ο νέος φόβος δεν είναι τόσο υπονοούμενος και διαχεόμενος όσο ο φόβος που έχει συνηθίσει η Πόλη, παρά είναι πιο άμεσος, πιο όξινος και πιο διεισδυτικός.

Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι εμπεριέχει όλα τα γνωστά είδη του φόβου: ένα φόβο ανακατεμένο με πε­ριέργεια, έναν φόβο ρίγος και ανατριχίλα, έναν φόβο φυσιολογικό, έναν φόβο δια­κοσμημένο με νυχιές τρόμου,  έναν φόβο ανακατεμένο με μεταφυσικό δέος, έναν φόβο ενστικτώδη, έναν φόβο υποχόνδριο, έναν φόβο που προσπαθεί να εκλογικευ­τεί, έναν φόβο από κείνους που βαράνε στο στομάχι, έναν φόβο που παραλύει τα άκρα και τα μέσα, έναν φόβο που ενερ­γοποιεί, έναν φόβο που δημιουργεί θύ­ματα κι έναν φόβο που δημιουργεί ήρωες, μια που, όπως είναι γνωστό, ο ηρωισμός είναι ένας θεμιτός και κοινω­νικά χρήσιμος τρόπος για να καταπολε­μήσεις τον φόβο σου.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει περάσει καιρός πολύς από τότε που εντοπίστηκε η πηγή του νέου φόβου, και να που ξεφύ­τρωσαν παντού σειρές από διαφημιστικές γιγαντοαφίσες των ασφαλιστικών εται­ρειών που, αν τις ακολουθήσει κανείς,  θα καταλήξει απαρεγκλίτως εκεί: στους πρόποδες του Κεκραμένου Λόφου.

Πίσω λοιπόν από κάμποσους αυθόρ­μητους περίλυπους ψιθυριστές που έχουν έρθει αυτοβούλως στο λόφο και σιγο­ψέλνουν συγκεντρωμένοι σε ομάδες έξω από το σημείο όπου ανακαλύφτηκε το Κτίσμα, μπορεί  κανείς να διακρίνει πά­γκους και περίπτερα με τα εμβλήματα των γνωστότερων εξασφαλιστικών πολυ-εταιριών.

Οι φοβοπράκτορες που έχουν σπεύσει εδώ, προσπαθούν με διάφορες προφάσεις να παρασύρουν την πελατεία τους προς τους πάγκους των εγγραφών και των συμβολαίων στην ενισχυμένη  φοβοφόρο ζώνη.

Και, πράγματι, φαίνεται ότι ο φόβος ως εμπορεύσιμο προϊόν, θα μπορούσε να αποφέρει εκπληκτικά κέρδη, στους επι­νοητικούς πωλητές, αν δεν πλήττονταν και οι ίδιοι από τα διαχεόμενα φοβοκύ­ματα και έτσι μπερδεύονται  και δεν μπορούν να αρθρώσουν πειστικά το αι­σιόδοξο και το υποσχετικό μέρος των επιχειρημάτων τους.

Έτσι, εν τέλει, πέρα από το φόβο, γύρω από τον Κεκραμένο υπάρχει και κάμποσο άγχος και κάμποσα φορητά φαρμακεία  και κάμποσοι περιφερόμενοι οριζόντιοι ψυχοβγάλτες, πτυχιούχοι και πρακτικοί.

Α ναι, υπάρχουν επίσης και κάμποσοι περιπλανώμενοι μικροπωλητές φτηνών αρωμάτων και αντι-οσμητικών σπρέι γιατί στον τόπο αυτό, εκτός απ’ το φόβο δια­χέεται και μια απροσδιόριστη αλλά πά­ντως υπαρκτή δυσωδία.

 

 

 

Ένα κομμάτι από το ΜΠΑ!!! (περισσότερα εδώ αριστερά στις ¨σελίδες¨) γραμμένο πριν καμιά δεκαριά χρόνια.

Το ΜΠΑ!!! εκδόθηκε τον Οκτώβρη του  2002

Αν. Εν.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Το μάθημα της Πέμπτης θα γίνει (και άλλα τινά)

Posted by vnottas στο 25 Μαΐου, 2010

Είτε εκλέξουμε Πρύτανη την Τετάρτη είτε όχι (το πιθανότερο, μια που οι υποψηφιότητες είναι πολλές –οπότε θα προκύψουν επαναληπτικές εκλογές για την Πέμπτη) το μάθημα της Πέμπτης (Κοινωνική Ιστορία της Μαζικής Επικοινωνίας) θα γίνει κανονικά. Οι λόγοι είναι γνωστοί –πρέπει να καλύψουμε κενά απεργιών, εορτών, κλπ.

Με την ευκαιρία σας υπενθυμίζω α) ότι την άσκηση μπορείτε να την αφήνετε στη θυρίδα μου ή στο θυρωρείο και β) ότι την πρώτη ημέρα των εξετάσεων (Τετάρτη 9 Ιουνίου ώρα 09:00 αίθ. 2) θα εξεταστούν οι φοιτητές των οποίων το επώνυμο αρχίζει από Α έως και Μ και την επόμενη (Πέμπτη 10 Ιουνίου) οι υπόλοιποι. Αν υπάρχουν λόγοι ανώτερης βίας (και δηλωθούν έγκαιρα) μπορείτε να αντιστρέψετε τη μέρα εξέτασης.

Καλή εξεταστική Β.Ν.

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Leave a Comment »

Θα προτιμούσα να είχα διαψευστεί (εξομολογητικό)

Posted by vnottas στο 15 Μαΐου, 2010

Και πράγματι, προς στιγμήν το νόμισα…

Είπα, είναι τόσα τα στραβά σ’ αυτόν τον τόπο, που μια ριζική αλλαγή, όποια κι αν είναι, όλο και θα λειτουργήσει ιαματικά για μερικά από αυτά.  Και έτσι, θεληματικά (όσο και σώνει και καλά) αισιόδοξος, δεν αναφώνησα αμέσως: εγώ αυτά τα έλεγα, προφορικά και γραπτά, παραδοξολογώντας και στα σοβαρά (με τις δέουσες υποσημειώσεις και αναφορές).

Έτσι, μια που κάμποσα από τα όσα ήδη συμβαίνουν τα είχα προεικονίσει ως την πιθανότερη κατάληξη μιας στραβής πορείας, και το είπα, δεν δικαιούμαι να το παίξω τώρα ¨μωρή παρθένα¨ που ξαφνιάζεται και λιποθυμά μπροστά στους απαιτητικούς επελαύνοντες Ιδιώτες της στραβής μας μοίρας.

Όμως θα προτιμούσα να είχα διαψευστεί.

Τώρα, αφού πλέον οι θεωρίες και οι υποθέσεις ξεπεράστηκαν από την πιο ανήλεη πραγματικότητα, προσπαθώ να καταλάβω καλύτερα ποιες είναι οι πραγματικές διαστάσεις και οι (εν τοις πράγμασι) αποχρώσεις του κακού (μπελά που μας βρήκε).

Και ψάχνω να βρω τα σημεία αναφοράς (τωρινά ή από το σακούλι της Ιστορίας) που θα μπορούσαν να δείξουν, αν όχι λύσεις, τουλάχιστον κατευθύνσεις προς την εξώπορτα. Δύσκολο. Κι ας υπάρχει στο γύρο μια πληθώρα από εύκολες λύσεις κι ένα σωρό ανασηκωμένα δάχτυλα εμφατικά στραμμένα προς τους (ήδη διαμορφωμένους για αυτόν το ρόλο από τις επικοινωνιακές αλχημείες) αποδιοπομπαίους τράγους .

Ο σάκος του μποξ, ο ορατός εύκολος στόχος, οι κατηγορούμενοι ως ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί του κακού, φαίνεται να είναι οι πολιτικοί, έστω κι αν αυτοί, υποκείμενοι σε οποιαδήποτε στοιχειώδη κοινωνικοπολιτική ανάλυση προκύπτουν πιο ανίσχυροι και πιο ετεροκατευθυνόμενοι από ποτέ.

…Όμως κάποιος ανίσχυρος και ετεροκατευθυνόμενος, μπορεί να είναι το πολύ ο εκτελεστής, ο φυσικός αυτουργός, και ποτέ εκείνος που κινεί τα νήματα, ο εμπνευστής, ο πραγματικά επωφελούμενος. (Γι αυτόν, τσιμουδιά!)

Και ίσως αυτό να είναι ακριβώς το πρόβλημα. Οι μόνοι νόμιμοι εκπρόσωποι του λαϊκού στοιχείου (του θεωρητικά σημαντικότερου στις Δημοκρατίες) είναι κολλημένοι στον τοίχο και αυτοχειριάζονται με ευθυμία.

Δε χρειάζεται να είναι κανένας διπλωματούχος ιστοριοδίφης για να διαπιστώσει ότι κάθε φορά που μια άλλη μορφή εξουσίας (ας πούμε η στρατιωτική ή η οικονομική) διεκδικούσε τα ηνία, η επιχειρηματολογία κατά της πολιτικής (εξουσίας) είχε πάντοτε την ίδια πορεία:

Σκάνδαλα, καινούργια ή παλιά, που ως τώρα, όχι μόνο περνούσαν απαρατήρητα, αλλά και εθεωρούντο κατά συνθήκην αποδεκτά, επανέρχονται παταγωδώς στην επιφάνεια, πολλές φορές από τους ίδιους τους διαφθείροντες και, συμπληρωμένα με εμφαντικά καλλολογικά στοιχεία από τους επιδέξιους τεχνικούς/επικοινωνητές, δημιουργούν την απαιτούμενη απέχθεια για τα ¨πρόσωπα¨.

Στο επόμενο βήμα τη θέση των προσώπων θα πάρει η γενικότερη ¨ιδέα¨ περί πολιτικής, και αφού το ψευδώνυμο αντικαταστήσει την ουσία, έρχεται η σειρά των θεσμών.

Η αλλαγή μπορεί να γίνει ¨επαναστατικά¨, ¨πραξικοπηματικά¨ η με τη βοήθεια του μοχλού της επικοινωνιακής επιρροής (και εξουσίας) με αυτοκτονική ¨δημοκρατική¨ αυτοκατάργηση.

Αλλά τα παραπάνω είναι λίγο πολύ γνωστά, κι ας μην πολύσυζητούνται.

Ανάμεσα σε εκείνα που δεν είναι ακόμη επαρκώς γνωστά είναι το σημερινό «προφίλ» των επωφελούμενων. Είναι πιθανό, σε αυτό το σημείο, κάποιος παραδοσιακός να διατυπώσει ενστάσεις και να μου υποδείξει ότι αυτούς τους ¨επικεφαλής¨ της οικονομικής εξουσίας τους ξέρουμε από καιρό, και ότι τίποτα το καινούργιο δεν έχει προστεθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Δεν συμφωνώ. Κατά τη γνώμη μου ο σημερινός Ιδιώτης μοιάζει λιγότερο με τον περιπετειώδη τύπο της πρώτης εμπορευματικής περιόδου του καπιταλισμού ή με τον σωρευτή κεφαλαίων της πρώτης βιομηχανικής περιόδου και περισσότερο με τον κουρσάρο της Καραϊβικής που ανεξαρτητοποιείται από τα (κρατικά) αφεντικά του και αισθάνεται ώριμος όχι απλώς να αυτονομηθεί από αυτά αλλά και να τα καταργήσει.

Εάν όμως σήμερα όχι μόνο δε στοιχίζει, αλλά μπορείς να κάνεις λεφτά ή καριέρα βάζοντάς τα με τους πολιτικούς ή ακόμη καλύτερα με το κράτος, δεν είναι καθόλου επικερδές να τα βάζει κανείς με τα εκσυγχρονισμένα αφεντικά.

Γι αυτό: Τσιμουδιά!

(επ’ αυτού θα τα ξαναπούμε)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »