Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for the ‘ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ’ Category

Τα (πολιτικά) άλματα έχουν κι αυτά μια ιστορία…

Posted by vnottas στο 14 Ιουλίου, 2019

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Η ΕΞΑΡΓΥΡΩΣΗ

Όταν τέλειωσε κι ο λαμιακός πόλεμος

ήξερα πλέον τι ακριβώς θα κάνω.

Θα εξαργύρωνα σε πλειστηριασμό πίστης

του Αλέξανδρου την εμπιστοσύνη

και πρόθυμα θα προσχωρούσα σε όποιον έδινε

τα περισσότερα σε μένα τον αχρείο.

.

Μετά θα ακολουθούσα μέσα από θώκους υψηλούς

το φρόνημα των νικητών Μακεδόνων.

Αν κάποιος υποψιαζόταν τα κίνητρά μου

ήξερα δα με τι ευκολία

μπορούσα να τον ονομάσω συκοφάντη

κι αντιμαχόμενο την καθαρότητα φρονήματος.

.

Όλοι τους θα με πίστευαν

και θ ’ άλλαζαν τον χτύπο της καρδιάς τους

γιατί έχω την ικανότητα να ξεγελώ τις μάζες

και να προσδίδω αίγλη στο μηδέν

.

Όταν τέλειωσε ο λαμιακός πόλεμος

εγώ ο ψευδεπίγραφος αγύρτης

θα ξεκινούσα τη φρενήρη πορεία μου

με την εκπλειστηρίαση κάθε ιερού και όσιου

ώστε τους φανατικούς προσηλωμένους

στην αίγλη της φυλής

να ξεγελάσω μ’ ευκολία ακόμα μια φορά..

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης στο Σουδάν

Posted by vnottas στο 13 Ιουλίου, 2019

Από τις περιπέτειες ενός αρχιτέκτονα κένταυρου και μοναχικού ταξιδευτή.

Περιγραφές και εντυπώσεις από τις (μοτοσικλετιστικές) αποδράσεις του φίλου Βασίλη Μεταλλινού.

SUDAN 2010… Ιστορίες γι’ αγρίους  (Part 1)

sudan 458j

To ποταμόπλοιο απ’ το Aswan για τη Wadi Halfa (Σουδάν) ξεκίνησε στις 5 τ΄απόγευμα, με καθυστέρηση 7 ωρών μ’ ένα εκκωφαντικό κροτάλισμα που θύμιζε την έλευση ηφαιστιογενούς σεισμού…
Η ιδέα για εισιτήριο πρώτης θέσης δεν ήταν η σοφότερη… Τα στρώματα στην παλιά καμπίνα φαίνονταν να φιλοξενούν όλες τις συνομοταξίες αθροπόδων, απτέρων και μπόλικων άλλων με εκλεπτυσμένες γαστριμαργικές προτιμήσεις σε μενού με ανθρώπινο αίμα. Τα σεντόνια, με την σχετική ακαμψία από τη βρώμα, είχαν να πλυθούν απ΄την εποχή της ανατροπής του Αχμέτ αλ-Μιργκανί.
Μπαίνοντας στην τουαλέτα μια γαλλιδούλα τσίριζε αποτροπιασμένη στη θέα της στάθμης των σκουριασμένων βρωμόνερων και ούρων του δαπέδου, που ήταν ψηλότερη απ΄το πάχος της σαγιονάρας της, έχοντας εξαντλήσει όλη την playlist του Γαλλικού υβρεολογίου για τον καπετάνιο και το πλήρωμα που στρίμωξαν περίπου 500 άτομα …σ΄ένα καράβι που ήταν για 200!
Ανεπαισθήτως η σκέψη μου πήγε στην μοτοσυκλέτα μου που ταξίδευε παρά πίσω σε μια μαούνα με οχήματα και θα έφτανε σε 32 ώρες (κανα 8ωρο – 10ωρο αργότερα) μιας και δεν ταξίδευε το βράδυ ελλείψει οργάνων ναυσιπλοΐας…
Αθεράπευτα πάσχων απ’ το «σύνδρομο του Λευκού Ιππότη» την πήρα αγκαλιά και την έβγαλα στο κατάστρωμα, όπου χωρίς κλιματισμό, με υγρασία 90% , θερμοκρασία στους 40 βαθμούς και εκατοντάδες κελεμπιοφόρους με …χειραποσκευές πλυντήρια και τηλεοράσεις, να έχουν καταλάβει και τον τελευταίο πόντο, η νεαρά έπαθε ψαϊκολότζικαλ κολάψους…
Την τράβηξα πίσω μου, ανοίγοντας δρόμο διαγκωνίζοντας και την έσυρα κάτω από μια σωστική λέμβο που βρίσκονταν κάτι δυτικοί ταξιδευτές ενώ αυτή φώναζε «περπατάμε στην κόλαση ενώ δεν έχουμε πεθάνει!»
Εκεί της έδωσα μωρομάντηλα να καθαρίσει τα πόδια της και της έκανα σπρέι με διάλυμα πρόπολης (που ‘χω πάντα στη τσέπη) για απολύμανση. Παρόλο που φάνηκε να ικανοποιείται απ΄την φροντίδα μου, δεν έλεγε να ηρεμήσει και συνέχιζε τα «γαλλικά» επαναλαμβάνοντας κάθε 3 δευτερόλεπτα μεταξύ άλλων την λέξη «con»…
Συστηθήκαμε, την έλεγαν Λορελά. Μου ‘πε ότι μάλλον της είχαν κλέψει ένα μικρό λάπτοπ, με όλες τις φωτογραφίες της και μπαίνοντας στις τουαλέτες για να βρει τον φίλο της για βοήθεια, πάτησε στα βρωμόνερα.
Προσπάθησα να την παρηγορήσω επιστρατεύοντας τα γαλλικά μου, με φωνή Jacques Brel, ψιθυρίζοντας κάτι μαλακίες στιλ «ό,τι άσχημο κι αν σου τύχει, το έχουν ζήσει κι αντέξει άλλοι πριν από σένα. Θυμήσου ότι ξέφυγες απ΄την ρουτίνα αυτή την ύπουλη ερωμένη, που μας σφίγγει στην αγκαλιά της και μας στερεί περισσότερα απ’ όσα προσφέρει… Χέσε το λάπτοπ… Στο κάτω-κάτω είναι γεμάτο με ψηφιακά λάφυρα μνήμης που υπόσχονται πολλαπλές επαναλήψεις δευτεροβάθμιας βίωσης, προκρίνοντας την πλαστή αιωνιότητα σε μικρότερη διάσταση, από την αστραπιαία στιγμή, εκείνη που δεν χαίρεσαι τρισδιάστατη και ζωντανή μπροστά σου…! Ένα 24ωρο υπομονή, να βγούμε απ’ το καράβι και θα στρίψεις το τιμόνι … πάλι στην λεωφόρο των μεγάλων συγκινήσεων»…
Πάντα πίστευα ότι η ποίηση και το χιούμορ είναι το ντεκολτέ του άντρα… Από κείνο το απόγευμα άρχισα ν΄αμφιβάλλω…
Αυτή αντί να καλμάρει τα πήρε στο κρανίο με τις μαλακίες που της ξεφούρνιζα, τη ζέστη, τον χαμό στο κατάστρωμα, με τη βρώμα και την ιδρωτίλα και βγάζει ξαφνικά το ολόσωμο ινδικό φόρεμα που φορούσε και μένει μ’ ένα μαγιό που φορούσε από κάτω.
Πάγωσα! Όλοι οι άνδρες άρχισαν να μουρμουρίζουν και την κοιτούσαν σαν καυλωμένοι κεραμιδόγατοι.
Την ώρα που 2 Αιγύπτιοι ετοιμάζονταν να τη χουφτώσουν, ένας ηλικιωμένος μάλλον μουσουλμάνος κληρικός, έβγαλε από κάτι μπαγκάζια ένα σεντόνι και την σκέπασε ολόκληρη κάνοντάς τη νόημα να μη το βγάλει. Αυτή η ηλίθια, όπως ήταν εκνευρισμένη …του το πετάει στη μάπα. Πάει, μπλέξαμε σκέφτηκα… Εδώ θ’ αφήσουμε την παρθενιά μας….
(Συνεχίζεται…)

sudan 2010

 

SUDAN 2010, Ιστορίες γι’ αγρίους (Part 2)
.
Εκεί που ήμουνα σίγουρος ότι θα μας πετάξουν στο Νείλο αφού μας πηδήξουν και τους δύο, εμφανίστηκε ο δίμετρος γκόμενός της που ‘χε κολλήσει στην τουαλέτα με κάτι διάρροιες από κάτι κεμπάπια που έφαγε την προηγούμενη μαζί με τις καλοθρεμμένες αλογόμυγες της δυτικής όχθης του Νείλου, φωνάζοντας «Λορελά! Λορελά!»
Έφτασε πάνω στην ώρα και την μάζεψε οδηγώντας την πίσω στην καμπίνα, αφού της πέρασε στα γρήγορα το φόρεμα με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις…
Ο ηλικιωμένος ιμάμης μου ζήτησε εξηγήσεις μιλώντας λίγα αγγλικά και του ξεφούρνισα ότι η κοπέλα πάσχει από behavioral mental disorder κι ο ψηλός που τη μάζεψε ήταν ψυχίατρος και κάνοντας νοήματα – παντομίμα στους γύρω ότι «χάνει λάδια» και ότι δεν την γνωρίζω κλπ κλπ…
Εκείνη τη στιγμή βέβαια ντράπηκα …αλλά η ακεραιότητα είναι μια σχετική έννοια που καλύτερα να την αφήνει κανείς για το διεισδυτικό πνεύμα του Μαχάτμα Γκάντι… Η πραγματικότητα είναι ότι όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους με διαφορετικές αρχές και κινδυνεύεις να σου κάνουν τον κώλο τάλιρο και να σε πετάξουν για ορντέβρ σε κανέναν 7μετρο υδρόβιο μερακλή της συνομοταξίας Crocodylus niloticus …η ειλικρίνεια και τα υψηλά ιδανικά έχουν την τάση να εξαφανίζονται σε μια δίνη, όπως το νερό στο σιφόνι της ελεεινής τουαλέτας του καραβιού…
Οι Σουδανοί είναι εξαιρετικοί άνθρωποι και φάνηκαν να δείχνουν κατανόηση.
Πήγα πίσω στη καμπίνα αλλά στη θέα 2 μικρών ποντικών που ‘χαν ανέβει στο κρεβάτι αποφάσισα να αναθεωρήσω και να πάρω τον σάκο με τα πράγματά μου για να βγώ πάλι έξω. Από μακριά άκουσα τους Γάλλους να ρωτάνε που θα βρουν τον καπετάνιο…
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και τα πράγματα ησύχαζαν στο κατάστρωμα. Δεν υπήρχε ούτε πόντος να βολευτώ. Κάτω από μια μεταλλική σκάλα 2 Τούρκοι μοτοσυκλετιστές μου κάνανε λίγο χώρο να στρώσω το υπόστρωμά μου.
Από απέναντι ένας μεσήλικας Σουδανός μας πρόσφερε ζεστό καρκαντέ. Συλλογιζόμενος ότι εδώ και μέρες είχα αφεθεί στην σύμπτωση, στην περιπέτεια του τυχαίου, πλάνης να περνάω άσκοπα και αθόρυβα μέσα από τον αδιόρατο ιστό της Αφρικής, έπεσα γκροκί.
Νανουρισμένος από τον θόρυβο του πλοίου που θύμιζε πλυντήριο με χαλασμένο ιμάντα κι ακούγοντας από το κινητό του διπλανού μου, τη μουσική του Seher Vakti και τη μαγική φωνή της Birsen Tezer να τραγουδάει «αμάν εφέντιμ, τσανούμ εφέντιμ κονούς μπιράζ…» βυθίστηκα σ΄έναν γλυκό ύπνο.

ΥΓ1 Για την ιστορία, την επόμενη μέρα, μόλις φτάσαμε στη Wadi Halfa και πριν βγούμε από το πλοίο είδα κάτι αστυνομικούς να βγάζουν κωλοτουμπιδόν δύο νεαρούς Αιγύπτιους κελεμπιοφόρους, με τη δέουσα τρυφερότητα και με φάπες ν’ ακούγονται σε dolby surround, συνοδεία ακατάληπτων γρυλισμάτων. Πίσω ακολουθούσε η Λορελά με κελεμπία και τουρμπάν, γητεύτρα, σαγηνευτική και σέξι και παραπίσω ο γκόμενος που μου κατέστρεψε κάθε ελπίδα…
YΓ2 Τα ταξίδια μου είναι σαν κακοκομμένη ταινία. Χωρίς να το θέλω μου έρχονται στο μυαλό μόνο οι κομμένες σκηνές, σαν να τις έκλεψα από την καμπίνα ενός μηχανικού προβολής και να τις προβάλω ανακατεμένες…. Sorry!
ΥΓ3 Ώρα για ζεστό καρκαντέ… Cheers!

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Καθώς η νοσταλγία αναδύεται (χωρίς να ζητήσει την άδεια)

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2019

 

(Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου)

images (10)

ΣΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ ΤΗΝ ΑΙΧΜΗ

 

Ρόδος και Μυτιλήνη Σάμος, Αστυπαλιά

βασιλικό και φούλι, μωβ τριανταφυλλιά. 

Το καλοκαίρι μπήκε στου Αιγαίου τα νερά

κίτρινο και γαλάζιο του έρωτα φτερά. 

.

Γεννιέται μια αγάπη, χάνεται μια ζωή

πουλιά που ταξιδεύουν στου χρόνου τη βουή. 

Τη μνήμη ακονίζω στου νόστου την αιχμή

 βρίσκω δικαιολογία πως ήρθε η παρακμή. 

.

Ρόδος και Μυτιλήνη Σάμος, Αστυπαλιά

δεν ψάχνω για λιμάνι, ούτε για ακρογιαλιά.

Γυρεύω μόνο εσένα και ψάχνω να σε βρω

πέτρα να σου χαρίσω κι έναν μικρό σταυρό.

afrodite-deusa-grega-1864x1282

ΑΝΑΔΥΣΗ

Αναδύθηκες από το ποίημα

σαν γοργόνα από θαλασσινή σπηλιά.

Δεν είχα ενδύματα να σε ντύσω

κι άφησα ολόγυμνη να περιφέρεσαι

στων λέξεων τις στράτες.

.
Μερικοί πίστεψαν πως είσαι η Ελένη

άλλοι σε βρήκαν όμοια με τη Φρύνη

και κάποιοι βυζαντινολάτρες

διέδωσαν πως ήσουν η Θεοφανώ.

.
Αναδύθηκες από το ποίημα τόσο όμορφη

με απίστευτης συμμετρίας λαγόνια

που και η Αφροδίτη

εκστασιάστηκε μαζί σου.

99195

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Για να γράψεις αληθινούς στίχους…

Posted by vnottas στο 1 Ιουλίου, 2019

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

images (9)

…Χρειάζεσαι στροφή προς τα πίσω

παιδικές ηλικίες με κλάμα, καβγάδες στο σπίτι

μελανιές απ τους νταήδες στο σχολείο

νάχες κλέψει το μολύβι του φίλου σου

να έβριζες μέσα σου

στους εκκλησιασμούς τις Κυριακές

Και μετά όταν μεγάλωσες

να σε διώχναν από δουλειές

να σου κλέβαν ένσημα

και βέβαια νάχεις ατιμασθεί

από συντρόφισσες και συντρόφους

να έχεις προδοθεί φορές και φορές

Στην ομορφιά να λύγιζες

κι αυτό να γινόταν κουσούρι

για όλη την υπόλοιπη ζωή σου

να τίναζες τα πέτα ενός τραπεζίτη

για ένα γαμημένο ψιλοδάνειο

να είχες σκεφτεί έστω δυο-τρεις φορές

πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος

-ή έστω ο ίδιος-

αν έλειπες απ αυτόν

να χτυπούσες μια φορά έστω νύχτες κουδούνια

φωνάζοντας σε άγνωστους ‘ξυπνήστε’

να ούρλιαζες μια φορά στο φεγγάρι

σαν λύκος

να έχεις μπει -έστω μια φορά- σε εντατική με τη μάσκα

μη γνωρίζοντας αν θα χάσει τη μάχη

αυτός που αγαπάς

αλλιώς για ποιο λόγο

να γράψεις στίχους παρά μόνο

γιατί είσαι ανώμαλος

-βεβαίως εξαιρείται το φουστανάκι

που γλιστράει στο πάτωμα μπροστά σου-

και θες να καταστρέψεις δέντρα

για πιο λόγο παρά

την άθλια ματαιότητα της διάκρισης

δήθεν τριγύρω σου

ανώμαλε ε ανώμαλε

που θέλεις να γράφεις στίχους

 

 Για να γράψεις λοιπόν αληθινούς στίχους

βάλε το δάκτυλο βαθιά στο στόμα

να βγουν μαζί με τα σωθικά

μπουκιές της ψυχής σου…

μιρό

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ταξίδι στο απόλυτο σκοτάδι

Posted by vnottas στο 8 Μαΐου, 2019

Τρία πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου

images (3)

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ

Ταξίδεψα μες στο απόλυτο σκοτάδι

έτσι δεν έχω τίποτα να περιγράψω.

Ταξίδεψα μόνος κι ολόγυμνος

από μακριά ακούγονταν γαβγίσματα

αργότερα έμαθα πως ήταν ο Κέρβερος

που ασταμάτητα αλυχτούσε.

Κάπου παραδίπλα γόοι και θρήνοι

εξπρεσιονιστών ζωγράφων

και κολασμένων ποιητών

ενώ ο αγέρας μαινόμενος

σήκωνε τα κύματα

και τα ‘σπαζε στους βράχους.

Μόνος κι ολόγυμνος

χωρίς να κρυώνω

δεχόμουνα το ελάχιστο, σχεδόν μηδέν

κι έπαιρνα κουράγιο ν’ αντέξω

το δρόμο της επιστροφής.

΄*

images

ΧΑΡΙΝ ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗΣ

Όταν κάποια στιγμή

οι «νεωτεριστές» μετέτρεψαν

το αυγό

σε αβγό

τρόμαξα στην ιδέα

ότι πιθανόν είναι ν’ αλλάξουν

και την αυγή

σε αβγή

χάριν απλοποίησης.

Δεν αντέχεται τόσο σκοτάδι.

*

Egersis_tou_Lazarou

Ο ΛΑΖΑΡΟΣ

 

Ο Λάζαρος όταν αναστήθηκε

τρομαγμένος αναρωτιόταν

«τώρα τι κάνουμε;

Με σβησμένη μνήμη

είναι αδύνατο να συνεχίσω».

Έπρεπε όμως να ζήσει

και πήρε τη γενναία απόφαση

να ξεκινήσει απ’ την αρχή!

Έτσι κάθιδρος έμαθε

πάλι να συλλαβίζει

τις χαρές και τις λύπες

μ’ έναν τρόπο που του θύμιζε

κάτι από τα παλιά.

Μέχρι που κάποια στιγμή

παντελώς λησμόνησε

την ανάστασή του.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ένα αφήγημα του Ηλία και δύο ποιήματα του Νίκου

Posted by vnottas στο 1 Απρίλιος, 2019

 

αρχείο λήψης (1)

Η Λίτσα απ’ τα Νάματα

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Καθόμασταν σ ένα καφενείο στην πλατεία της Εράτυρας και πίναμε το τσιπουράκι μας, όταν εμφανίστηκε ο Τάκης ο Γεμάτος κι άρχισε τις γαλιφιές του για να πάμε όλη η παρέα στο χωριό του, τα Νάματα κάτω απ το Συνιάτσικο.

Το βουνό -όπως υποστήριζε- ήταν στα καλύτερά του αυτή την εποχή κι επίσης είχε ένα τσίπουρο σαν μεταλαβιά και από τα χθες ένα μαγειρεμένο ζυγούρι που στο στόμα γινόταν μπακλαβάς…

Φύγαμε με δυο τζιπ περνώντας από μια εκπληκτική ανοιξιάτικη διαδρομή ανεβαίνοντας τις στροφές του πανέμορφου βουνού και σε μια ώρα φθάσαμε στα Νάματα όπου η μητέρα του Τάκη άπλωνε ρούχα στη μεγάλη καταπράσινη αυλή της.

Το χωριό σκαρφαλωμένο στις πλαγιές είναι πανέμορφο τώρα την άνοιξη μέσα σε περήφανα ψηλά δέντρα και πλατάνια με τα πολλά νερά του, να τρέχουν σ’ όμορφα ρυάκια και οι κήποι να μοσχομυρίζουν απ τα λουλούδια που φυτρώνουν ακόμα κι ανάμεσα στις πλάκες των πεζόδρομων. Εδώ ο Τάκης αρχίζει να περιαυτολογεί πως πήρε χρήματα από τη Περιφέρεια κι έφτιαξε τους δρόμους του χωριού, -που κάποτε είχε οκτακόσιους κατοίκους –  έβαλε φώτα παντού και το χωριό λάμπει μες τη νύχτα- και ότι γι αυτό ακόμα και με τον ‘Κλεισθένη’ στα Αυτοδιοικητικά, τον βγάζουν συνέχεια εκπρόσωπο, σ’ ένα χωριό που το χειμώνα έχει μόνο πέντε-έξι κατοίκους και μερικές αρκούδες που κατεβαίνουν απ το βουνό…

Η κυρά-Τασιά η μάνα του, άρχισε τα καλωσορίσματα, μας γνώρισε την αδερφή της και κείνο που με εντυπωσίασε αμέσως ήταν τα μουστάκια που είχαν οι δυο αδερφές, χήρες κι οι δύο από χρόνια, γύρω στα ογδόντα…

‘Μάνα το ζυγούρι’ λέει ο Τάκης κι αυτή απαντάει ‘καλά βρε παιδί μου παινέψου λίγο ακόμα στους φίλους σου και θάρθουν τα πιάτα, να το ζεστάνουμε λίγο το ρημάδι…’

Καθόμαστε στην μεγάλη αυλή, στρώνεται ένα μεγάλο τραπέζι με τα μεζέδια κι ένα τσίπουρο πριγκιπικό κι ο Τάκης με τα εκατό και βάλε κιλά του δίπλα μου, μου λέει σιγανά να ρωτήσω τη μάνα του για τη Λίτσα… ‘ποια είναι η Λίτσα ρε νούμερο..’’ τον ρωτάω κι αυτός χαμογελώντας πονηρά, απαντάει πως η Λίτσα είναι μια αρκούδα που κατεβαίνει στο χωριό με τα δυο μικρά της και η μάνα του την κυνηγάει όταν έρχεται στην αυλή… Επίσης μου εξηγεί, πως οι λίγες νοικοκυρές στο χωριό είναι συνηθισμένες απ’ την επίσκεψη μερικών αρκούδων που κατεβαίνουν απ το Συνιάτσικο την άνοιξη και ψάχνουν να φάνε κάτι απ τα αποφάγια των σπιτιών.

Έχω μείνει ενεός κι όταν έρχεται η μάνα του κουβαλώντας δυο πιάτα με πιπεριές και τα κρεατικά την ρωτάω δήθεν στο αδιάφορο ‘κυρά Τασιά κατεβαίνουν αρκούδες μέχρι εδώ..ε .’

Ναί κατεβαίνουν, μου λέει, εντελώς φυσικά η μάνα του Τάκη κι αυτή που έρχεται εδώ, την έχω ονοματίσει Λίτσα γιατί είναι πεισματάρα σαν τη κουμπάρα μου κι ενώ την διώχνω με τις φωνές και τρεις φορές έριξα στον αέρα με το δίκανο του μακαρίτη, αυτή πάει λίγο πιο πέρα και μετά ξαναγυρίζει κι έχει και τα δυο μωρά της μαζί που παίζουν μεταξύ τους κι αυτά πάλι ούτε που φοβούνται, κατάλαβες…

Δηλαδή, την ρωτάω, πόσο κοντά έρχεται η Λίτσα. Αχ βρε καλέ μου,λέει η μάνα του Τάκη, να μέχρι εδωπέρα φτάνει, στην άκρη της αυλής και με κοιτάζει σαν άνθρωπος μές στα μάτια κάτι να της δώσω. Της πετάω πέντε-έξι μήλα και της φωνάζω ‘τσακίσου Λίτσα τώρα μη σε πάρει ο διάολος’…  Μόνο δυο-τρεις φορές βγήκα με το δίκανο κι έριξα προς τα πάνω και τρόμαξαν τα μωρά κι αυτή έφυγε τρέχοντας μαζί τους. Αλλά να σου και την αλήθεια, τη λυπάμαι τη φουκαριάρα γιατί μάλλον την παράτησε ο άντρας της ή θα σκοτώθηκε ο φουκαράς κάτω προς την Εγνατία από κανά αυτοκίνητο κι αυτή η καψερή έμεινε μόνη της να θρέψει τα παιδιά της. Ψυχούλα είναι κι αυτή τι να σου κάνει…

Ο Τάκης δίπλα μου γελάει δυνατά,μου δίνει μια χαιδευτική σφαλιάρα στη πλάτη και φωνάζει ‘Νάματα, Νάματα και του θεού τα πράγματα..

***

αρχείο λήψης (2)

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΠΟΣ

Στις ακτές της καρδιάς μου

ξεβρασμένα ναυάγια επιπλέουν

στων βράχων την κόψη δοκιμασμένα

λουλούδια αποχαιρετισμών μισομαραμένα

στα νερά πηγαινοέρχονται

ακριβώς εκεί που εκβάλλουν

τα κόκκινα ποτάμια των καημών της.

.

Στα όρη της καρδιάς μου

σημαίες και λάβαρα σκισμένα ανεμίζουν

ξεχασμένα από τον καιρό

των εύκολων εφηβικών εξεγέρσεων

θραύσματα σπαθιών κι ασπίδων

φωλιές πουλιών αποδημητικών

που δεν ξαναπέρασαν ποτέ από δω.

.

Στα έγκατα της καρδιάς μου

κενές μαύρε σπηλιές

γεμάτες αποκαΐδια και στάχτες νόστου

δεν έχουν καμιά πιθανότητα

να ξανακατοικηθούν.

.

Απομένει ακόμα η αχανής έρημος

πλάι στη κεντρική αορτή

όμως η ζωή απουσιάζει χρόνια από δω

απ’ όταν ξεράθηκαν κι οι τελευταίες οάσεις.

*

αρχείο λήψης (4)

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Όλοι οι Έλληνες ήσαν εκεί

στην εκστρατεία κατά των Περσών

πλην Λακεδαιμονίων

όπως διεδόθη αστραπιαίως

και ‘μεις Ιμέριοι και Γελάσιοι

της μεγάλης Ελλάδος τέκνα

αναλογιζόμενοι τι είχε συμβεί

πριν από έναν περίπου αιώνα

απορούσαμε χωρίς σκοπιμότητες:

Είπε κανείς ποτέ

ότι στις Θερμοπύλες

έπεσαν μαχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι

πλην λοιπών Ελλήνων;

Όμως εφησυχάσαμε ανακουφισμένοι

όταν πληροφορηθήκαμε

τον μεγάλο αριθμό μισθοφόρων

που ακολούθησαν τους Μακεδόνες.

Κι αποφανθήκαμε στέρεα:

και βέβαια πλην Λακεδαιμονίων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Το ταξίδι των ποιητών και μία ξεκούρδιστη βόλτα

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2019

Ένα ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα μικρό αφήγημα του Ηλία Κουτσούκου

images (2)

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

 

Ποιητές γεμάτο είναι το βαγόνι

του τρένου που περνά στο Λιανοκλάδι

πως γίνεται η μνήμη να παγώνει

πολύκαιρες μορφές χωρίς ψεγάδι.

.

Να η Πολυδούρη, δίπλα της ο Καρυωτάκης

απέναντι ο Βιζυηνός με τον Φιλύρα

πίσω τους σοβαρός ο Αναγνωστάκης

λίγο πιο μπρος ο Ρίτσος κι ο Πορφύρας.

.

Ο Σολωμός συζήτηση έχει πιάσει

με προσοχή ακούει ο Καβάφης

βαρύ φορτίο έλεγε να γράφεις

απορημένος είν’ ο Μαλακάσης.

Ακόμα είδα Αισχύλο κι Ευριπίδη

κι άλλους πολλούς. Αξέχαστο ταξίδι.

xionia-sth-8-thumb-large--2

Ξεκούρδιστη βόλτα

 

Μου είχε σπάσει τα νεύρα το χιόνι γιατί δεν μπορούσα να πάρω τη μηχανή και να πάω μια βόλτα στη θάλασσα, να αράξω και να πιω ένα καφέ στον  ‘κήπο του νερού’ στη παραλία, όπως κάνω συχνά κι έτσι είπα μέσα μου να κάνω τη βόλτα με τα πόδια κι ας χιόνιζε ελαφρά.

Ξεκίνησα προσεχτικά στο γλιστερό πεζοδρόμιο από την Εγνατία και κατέβηκα την Αγία Σοφίας τραβώντας για την Παύλου Μελά κι ευχόμουν μέσα μου μη πέσω σε γνωστούς που αρχίζουν τα ‘πού χάθηκες’ κι όλα αυτά τα τυπικά και γελοία που είναι η πεμπτουσία της μικροαστικής ευγένειας των συνταξιούχων και που σε βγάζουν σ αυτή την παγερή πλατεία της αμηχανίας-τουλάχιστον για μένα-που δεν μπορώ να πω για λόγους ακαθόριστης ευγένειας [ενώ το θέλω πολύ..] ‘βρε άντε σιχτίρ πρωί-πρωί..’

Κατέβαινα αργά την Παύλου Μελά και σκεφτόμουν τι σκατά θα κάνω με τις αρρυθμίες της καρδιάς γιατί με τίποτα δεν ήθελα να μπω για εγχείρηση και γιατί επίσης δεν μπορούσαν να χειρουργήσουν τη κήλη μου αν δεν έφτιαχναν πρώτα τη καρδιά κι επίσης σκεφτόμουν πόσο ξεφτιλισμένος μπορεί να αισθανθεί κάποιος σαν του λόγου μου που σιχαίνεται τη φυσιολογική φθορά του σώματος.

Βάδιζα και σκεφτόμουν επίσης πως έχω χάσει πρόσφατα φίλους  απ τη παλιά δουλειά, τον γιό μου που έχει ένα μήνα να μου τηλεφωνήσει, μια κωλοδόση που έχω να πληρώσω, το δίπλωμα που έχω να ανανεώσω, σκεφτόμουν πως δεν μου σηκώνεται ούτε με βίντσι κι ένα σωρό άλλες μαύρες σκέψεις απ αυτές που κάνουν όσοι έχουν έστω  ένα υπόλοιπο μυαλού να τις κάνουν.

Είπα μέσα μου να στρίψω στη Τσιμισκή και να γυρίσω από Αριστοτέλους και ξαφνικά τον βλέπω μπρος μου φάντι-μπαστούνι. Μου την είχε στημένη με κείνο το παγερό βλέμμα του από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Φορούσε μια γελοία χωριάτικη τραγιάσκα σαν κι αυτή που φορούσαν όλοι οι άνδρες μέσης ηλικίας στην επαρχία την άθλια δεκαετία του 50 κι ένα παλτό τσόχινο της παλιάς Βασιλικής Χωροφυλακής στο χρώμα της μούχλας. Τα δόντια του είχαν φύγει από καιρό κι έβγαζε ένα δυνατό  χνώτο που βρωμοκοπούσε φτηνό κρασί και χωματίλα.

Στεκόμουν σαν ηλίθιος και φοβόμουν μήπως και με κοιτάζει περίεργα ο κόσμος που περνούσε στο πεζοδρόμιο της γωνίας, μη τύχει και πέσει πάνω μου κάποιος γνωστός και τότε θα έπρεπε να τον συστήσω και τι να έλεγα δηλαδή..   ‘από δω ο πατέρας μου… που μας άφησε 20 χρόνια τώρα,,’ θα γινόμουν ρεζίλι των σκυλιών και φαίνεται πως το κατάλαβε γιατί με μια συριχτή φωνή άρχισε να μιλάει και να λέει ειρωνικά πως δεν πρέπει να ανησυχώ, ο κόσμος πάει στις δουλειές του και δεν ασχολείται μ’  αυτούς που έχουν εγκαταλείψει τον πατέρα τους κι έχουν να πατήσουν στο χωριό 20 χρόνια και πως μαθαίνει με ποιους κάνω παρέα όλα αυτά χρόνια κι ότι καλά να αδιαφορώ γι αυτόν, αλλά ούτε καν δεν βρίσκομαι με τον εγγονό του, ε αυτό κι αν είναι απ τα άγραφα κι ότι βεβαίως τίποτα δεν έχω να του απαντήσω γιατί πάντα τέτοιος ήμουν…

Έλεγα μέσα μου, δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνουν τέτοια πράγματα όταν απ το απέναντι πεζοδρόμιο είδα τον διαχειριστή της πολυκατοικίας και φώναξα ‘Στέλιο κάτι θέλω να σου πω’ και τον άφησα σύξυλο να μουρμουρίζει περνώντας απέναντι.

Ο διαχειριστής, ένα γελαστός ψηλός μηχανικός σαρανταπεντάρης, μου έδωσε ευγενικά το χέρι του λέγοντας ‘σας είδα που μιλούσατε με έναν κύριο στη γωνία και είπα να μην σας διακόψω .Μέχρι το μεσημέρι να ξέρετε  θα ‘ρθει ο συντηρητής και θ αλλάξει όλα τα καρούλια του ασανσέρ…’

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Γιατί γράφω…

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2019

Διευκρινίσεις από τον Ηλία Κουτσούκο

images

Γράφω γιατί κάτι μου καίει τα σωθικά.
Γράφω γιατί κάποια στιγμή κατάλαβα την ομορφιά του κόσμου, το ανεκπλήρωτο των επιθυμιών μου, τις κραυγές αυτών που έφυγαν, τα αγκομαχητά αυτών που έμειναν, τη ματαιότητα του χθες, το ατελές του σήμερα, το αναπόφευκτο του μέλλοντος… κι έτσι άρχισα να γράφω.
Γράφω γιατί αυτό μοιάζει με μια μποτίλια ναυαγού, μοιάζει- βεβαίως εγωιστικά- με τη πρωτιά του νικητή, το ρόγχο του αγωνιστή , το μπλά-μπλά του αγνωστικιστή και του δρομέα κυρίου-Τίποτα, γι αυτό… γράφω.
Γράφω για έρωτες που δήθεν υπήρξαν, για ιδεολογίες που δήθεν τελεσφόρησαν, για τις πρακτικές που δήθεν πέτυχαν και τις ελπίδες που δήθεν θα βγουν αληθινές ενώ αντιλαμβάνομαι τις γελοιότητες των πραγμάτων.
Γράφω γιατί κατάλαβα πως το πέρασμα μου από εδώ είναι ένα σχεδόν μηδενικό σημείο στον απέραντο μαυροπίνακα του απόκοσμου χάους.
Γράφω γιατί δεν κληρονόμησα λεφτά, ακίνητα, περιουσίες τοπογραφικού περιεχομένου ή άυλες μετοχές και δεν έλαβα ουδέποτε ακριβό δώρο από τους εξ αίματος συγγενείς μου, οι οποίοι για εντελώς τυχαίους λόγους υπήρξαν δικοί μου.
Γράφω διότι δεν εμπιστεύομαι τους ψυχιάτρους, τους τύπους των αναλυτών προσωπικοτήτων, τους δήθεν ψυχολόγους, τις δήθεν θεραπείες των διαφόρων συνδρόμων κι επίσης όλους όσους είναι τακτικοί συνδρομητές σε έντυπα κλαδικών ενδιαφερόντων.
Γράφω γιατί δεν επιθυμώ να εξηγήσω το γιατί και το διότι, το αλλά και το εντέλει, τα παραθετικά των επιθέτων, τα πάθη των γλωσσών και την απίστευτη εξέλιξη των τεχνολογιών που καταλήγουν σε καλαίσθητες χειροπέδες με σάλτσα γκουρμέ του μυαλού.
Γράφω γιατί δεν πιστεύω σε σημαίες, θρησκείες, πολιτισμούς που αποδέχονται πλέον, 38 πρόσωπα, να έχουν περισσότερο πλούτο από 7 δισεκατομμύρια και διότι αυτή η αριθμητική αναλογία είναι χυδαία και αναξιοπρεπής
Γράφω γιατί το μάταιο αποτελεί μέρος του εαυτού μας και προτροπή για έναν ακόμα αέναο κύκλο πραγματικής ζωής.

Τέλος γράφω γιατί δεν αντέχω το Αουσβιτς μέσα μου και επειδή οι παπαρούνες είναι κόκκινες κι έχουν μαύρη γύρη.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Εικόνες καθημερινής (τηλεοπτικής και όχι μόνο) φρίκης

Posted by vnottas στο 18 Ιανουαρίου, 2019

Όπως την αισθάνθηκε και την περιγράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

images6

Μανεκέν δηλητήριο

Καθόταν με τα πόδια ανοιχτά

μπροστά στο μεγάλο καθρέπτη

γλύφοντας ένα λόλιποτ

μιλώντας ακατάπαυστα

για τις άλλες κοπέλες στη πασαρέλα

τις έθαβε κανονικά

είτε της τύλιγαν μπούκλες τα μαλλιά

είτε της έβαφαν το πρόσωπο

Μετά πατούσε νευρικά

τα πλήκτρα του κινητού της

ψιθυρίζοντας ‘μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα

θα σε φτιάξω εγώ…’

κι έλεγε ταυτόχρονα στη μακιγιέζ

πως πήγε δυο φορές σ ΄ένα ψυχολόγο

κι ενώ του την έπεφτε κανονικά

αυτός έκανε τον επαγγελματία

κι ότι στο κάτω-κάτω της γραφής

έχει άπειρα χάπια αν θέλει για τον ύπνο

που της τα  έδωσε ένας ηλίθιος φαρμακοποιός

που του είχε κάνει στοματικό πριν 6 μήνες

στη τουαλέτα ενός καφέ

στη Βιτόριο Εμμανουέλε

‘αυτοί όλοι νομίζουν πως θα μας πηδήξουν

επειδή οι μπαμπάδες τους έχουν λεφτά..’

αλλά εγώ καλή μου-έλεγε στη μακιγιέζ-

δεν είμαι η Μπέλα Χαντίτ

είμαι η Μαριλίζα απ’ το Λούκας

όποιος το παίρνει αυτό

-κι έδειξε το μουνάκι της-

θα πάρει πακέτο και το δηλητήριο..’

και πέταξε με κίνηση απότομη

το γλυφιτζούρι της στο κουβαδάκιimages

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μικρά κείμενα για τα Χριστούγεννα και τις Γιορτές, από τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 19 Δεκέμβριος, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Ντοκουμέντο –

Πιάνα στον Θερμαϊκό

Ο μπάρμα-Γιάννης Ξεφτέρης παλαιός ιδιοκτήτης του Ντορέ, μου είπε ένα βράδυ αυτή την ιστορία που εξαιτίας της ο μύθος, είναι πραγματικότητα είτε εδώ είτε αλλού κι όπου η πραγματική ιστορία, αποκτά την υπόσταση του μύθου…

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο μεγαλοεκδότης της Μακεδονίας ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του εδώ πάνω χώρου, μιλούσε στον ενικό στους πρωθυπουργούς, κυκλοφορούσε με Ρολς-Ρόυς, κάπνιζε πούρα Αβάνας κι αγαπούσε τους φίλους του και το ωραίο φύλο.

Υπήρχαν κάποιες νύχτες, τρείς τέσσερις το χρόνο, όπου ανάμεσα σε φίλους, όμορφες γυναίκες, μυρωδάτους καπνούς κι ακριβά κονιάκ, καθόταν σιωπηλός κοιτώντας τη θάλασσα του Θερμαϊκού μ’ ένα περίεργο βλέμμα ανάμεσα σε νοσταλγία και ματαιότητα.

Τότε έμπαινε στο ακριβό μπιστρό ο οδηγός του και του έλεγε ‘όλα έτοιμα κύριε Γιάννη, το καΐκι είναι μπρος στο λευκό Πύργο με το πιάνο επάνω…’

‘Άκου τι γινόταν τότε’ μου λέει ο κύριος Ξεφτέρης κι ανάβει ένα Astor της εποχής.

Σηκωνόμασταν λοιπόν μ’ ένα νεύμα του εκδότη, μπορεί να ήταν δύο ή τρεις τη νύχτα και τραβούσαμε εκατό μέτρα από δω ως τον Πύργο και μπαίναμε στο καΐκι. Στη πλώρη μπροστά ήταν ένα πιάνο και πέντε έξι μουσικοί με κιθάρες, βιολί, τρομπέτα και κλαρίνο. Εμείς με τις κυρίες καμιά εικοσαριά άτομα. Ο καπετάνιος από τη Μηχανιώνα έβαζε πλώρη για τ’ ανοιχτά και εμείς αρχίζαμε τα τραγούδια της εποχής. Τραγούδια, σμυρνέικα, σεκλετίδικα, τραγούδια βαριετέ, ότι τραβούσε ο νους του καλού γλεντζέ…Οι μουσικοί παίζαν ένα μεγάλο ρεπερτόριο. Δυο βοηθοί του καπετάνιου κερνούσαν σαμπάνιες σε κρυστάλλινα, δυο-τρεις από μας έπαιρναν τις κυρίες κάτω και γινόταν χαμός από τσιρίδες και γέλια, ενώ ο εκδότης έμενε όρθιος σαν θαλασσόλυκος καπνίζοντας το πούρο του στην άκρη της πλώρης. Τέτοια γλέντια δεν μπορούσε να κάνει κανείς άλλος εκείνη την εποχή.

Το γλέντι κρατούσε δύο-τρεις ώρες. Χαμός σου λέω, τσιρίδες και να καταβρέχει ο ένας τον άλλον με σαμπάνιες. Κάποια στιγμή που μόνο τ’ αφεντικό κι ο καπετάνιος ήξεραν, το σκάφος έκανε μια γλυκιά μεγάλη στροφή κι επέστρεφε προς τη πόλη. Βλέπαμε τα φώτα να παίζουν πάνω στο νερό και δώσ’ του εμείς φωνές και τραγούδι.

Πριν φτάσουμε στη παραλία του Πύργου μπορεί και τριακόσια μέτρα πριν, τ’ αφεντικό φώναζε δυνατά ‘σκάστε όλοι, το πιάνο στη θάλασσα’… Πιάναμε όλοι μαζί το πιάνο και το πετούσαμε απ τη πλώρη στο νερό ανάμεσα σε ζητωκραυγές και διάφορα… Έτσι γλεντούσε τ’ αφεντικό με μας. Δεν υπάρχουν πια τέτοιοι άντρες, δεν υπάρχουν…

Είχα ακούσει πολλά και διάφορα για τον μεγαλοεκδότη της Μακεδονίας,  αλλά αυτό με τα πιάνα παραπήγαινε μέχρι την άνοιξη του 2005.Τότε καλέσαμε έναν αρχαιολόγο των ενάλιων αρχαιοτήτων να μας μιλήσει για τα ευρήματα στον Θερμαϊκό. Ακούγαμε για τα διάφορα αντικείμενα στον πυθμένα όταν μείναμε ενεοί στη πληροφορία πως ανάμεσα σ άλλα υπήρχαν πολλά ξύλινα πόδια από πιάνα και αμέτρητα πλήκτρα πιάνων στα διακόσια μέτρα από την ακτή.

‘Δεν ξέρουμε πως βρέθηκαν εκεί..’ μας είπε χαμογελώντας ο δύτης αρχαιολόγος…

Χριστούγεννα ’58

Τις προάλλες βρήκα τρεις φίλους μου στη καφετέρια που συχνάζουμε να έχουν ανοίξει μια κουβέντα για τις γιορτές των Χριστουγέννων σε άλλες εποχές. Εγώ τους είπα πως σιχαινόμουν από μικρούλης τις γιορτές κι αυτοί μου είπαν πως παραγέρασα γι αυτό και γίνομαι παράξενος τελευταία.

Θυμήθηκα τότε εκείνα τα άθλια Χριστούγεννα που πέρασα το 1958 με τον πατέρα μου στο χωριό της γιαγιάς μου στην ορεινή Μεσσηνία.

Κάναμε για φτάσουμε από την Αθήνα στην Ανδρίτσαινα 12 ώρες και γω έκανα στη διαδρομή πάνω από δέκα φορές εμετό μέσα σε κείνο το σαράβαλο λεωφορείο που βρωμοκοπούσε από την απλυσιά των ανθρώπων και της σακατεμένης μηχανής του. Ο πατέρας μου, μου έλεγε  -ήμουν οκτώ χρόνων παιδάκι- πως οι άντρες δεν κάνουν εμετό κι ότι θα συνηθίσω τα μεγάλα ταξίδια.

Στην Ανδρίτσαινα μας περίμενε ο αδερφός του πατέρα μου με δύο μουλάρια και μένα μ’ έβαλε πάνω στο ένα και ξεκινήσαμε για το χωριό που βρισκόταν πάνω από τρεις ώρες μακριά. Είχε βραδιάσει και το κρύο περόνιαζε τα κόκαλά μου έμπαινε από το κοντό παντελονάκι μου σ’ όλο μου το σώμα, τρόμαζα από τις σκιές των δέντρων, τρόμαζα από τον κακοτράχαλο δρόμο, ήθελα να κλάψω, αλλά φοβόμουν πως ο πατέρας μου κι ο θείος μου θα θύμωναν μαζί μου. Έκλεινα τα μάτια μου συνεχώς σ’ αυτή την απαίσια διαδρομή μέχρι που φτάσαμε στο κατσικοχώρι και μπήκαμε στο  μικρό σπιτάκι της γιαγιάς μου που με κατασάλιωσε με τα φιλιά της.

Θυμάμαι πως σιχαινόμουν τα πάντα σε κείνο το ένα και μοναδικό χωριάτικο δωμάτιο που είχε σε μια γωνιά ένα μικρό τζάκι που κάπνιζε και τα μάτια μου τρέχαν απ το ντουμάνι που έβγαζαν τα βρεγμένα ξύλα.

Σε λίγο έφτασαν να μας επισκεφτούν δυο πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μου που έκαναν μεγάλη χαρά γιατί πρώτη φορά με συναντούσαν.

Ο ένας ξάδερφος που ήταν πολύ μικρός σε σχέση με τον πατέρα μου και το θείο μου  πήγαινε στη τελευταία τάξη του γυμνασίου, ήταν δηλαδή γύρω στα δεκαεπτά είχε το ίδιο όνομα με μένα και ήταν ένα γλυκό ευγενικό παιδί που φορούσε ένα ντρίλινο παλιό παντελόνι και αρβύλες χωρίς κάλτσες.

Κοιτούσα με έκπληξη τα πόδια του και είδα πως η μια αρβύλα μπροστά είχε ανοίξει και φαινόταν το γυμνό δάκτυλό του. Ο ξάδερφος το κατάλαβε κι άρχισε

να λέει αστεία πως τα δάκτυλα του ποδιού του νομίζουν ότι είναι στο καλοκαίρι γι αυτό και δεν τα πειράζει το κρύο κι ας μελανιάζουν τις περισσότερες φορές, αλλά τόνισε ‘του χρόνου τα Χριστούγεννα που θα ξαναβρεθούμε θα φοράω κάλτσες για μη τρομάζεις που τα βλέπεις έτσι..’

Για κάποιους τέτοιους λόγους, μου είναι πλήρως αδιάφορες και απαξιωμένες οι μέρες των Χριστουγέννων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Πορεία προς τα πίσω

Posted by vnottas στο 18 Νοέμβριος, 2018

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος) 38af7382d11b1d8be1f61273633db067  

Σκέφτομαι όταν τελειώνει το ποίημα

το κοιτάς και λες πως σε κοιτάζει

και σκέφτεται το μολύβι που το έγραψες

από ποιο δάσος βγήκε το ξύλο

που το έφτιαξε

πως λέγαν αυτόν το Γερμανό

που έβαλε μπρος τη πρέσα

στο εργοστάσιο της Φάμπερ

και σκέφτεται το χαρτί

πως συναντήθηκε με τη ξυμένη μύτη του

την πίεση από τα τρία δάκτυλά σου

επάνω στο κατάλευκο

της άγραφης σελίδας

το χρόνο που χαμογελάει

κουβαλώντας παραμάσχαλα τις λέξεις

που ανάμεσά τους το κενό

με αόρατη αλυσίδα δένει και δένει

απ’  το κουβάρι του μυαλού

της αστραπής την έμπνευση

κι ύστερα το ταξίδι

μέσα απ’  του διαδικτύου τις στοές

μέχρι την άκρη των ματιών

του άλλου που διαβάζει

αυτή τη διαδρομή από το τίποτα

μέχρι το κάτι τρέχει

μία απίστευτη πορεία προς τα πίσω

με στόχο να περάσουμε μπροστά

από το μάταιο στο επί τούτου

.

αχ οι ποιητές με τις μικρές τους διαδρομές

που όλο θέλουν

το πίσω να πηγαίνουνε μπροστά

.

αχ οι ποιητές που ονειρεύονται

στο καταχείμωνο όμορφα καλοκαίρια…

images (22)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Εντυπώσεις από την Αμερική (συν μία μαθηματική πράξη)

Posted by vnottas στο 13 Νοέμβριος, 2018

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

images (55)

MANHATTAN 2018

Ουρανομήκεις φαλλικοί ουρανοξύστες

με υπεραιμική επιθυμία

δεσπόζουν αλαζονικά στην άλλη άκρη του Ατλαντικού

και ψέγουν του μέτρου την εκδοχή.

Ανάμεσά τους κάπου στην Wall Street

ο αρχαίος Θεός Πάνας

διασπαθίζει την αυτογνωσία

χωρίς τη σύνεση της φύλαξης

αλλά με του ανάγωγου κέρδους την απόγνωση

χορεύοντας ύστερο ροκ

ή εξευμενιστικό χασαποσέρβικο

κάτω από τους ήχους σαξόφωνου και φλογέρας

εξεγερθέντων φαύνων

κατά των αποπροσανατόλιστων

χωρίς ανάστημα ηθοκτόνων.

Παραδίπλα στο νησάκι Ellis

το άγαλμα της Ελευθερίας κατάκοπο

μειδιά αμήχανα στους επισκέπτες.

Όλα αυτά ξεκαθαρίζω

ότι δεν είναι παρά δακτυλικά αποτυπώματα

του καλπάζοντος μέλλοντος

πάνω στην υποψία της απόλυτης υποταγής.

.

αρχείο λήψης (χ)

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Κι όπως μες τη νύχτα

η Νέα Υόρκη μένει πίσω

παραδομένη στα φώτα της

φωτιά μνήμης μοιάζει

που όταν θα ‘ρχεται

τίποτα δεν θα αντιστέκεται.

.

images (57)

ΑΦΑΙΡΕΤΕΟΣ

Ο αυστηρός και μνησίκακος γκριζομάλλης μαθηματικός

με το μωβ κολάρο και τη φαιά γραβάτα

με ξανάβαλε σε θέση αφαιρετέου.

Αναρωτιέμαι, πόσα θα μου πάρει πάλι αυτή τη φορά;

Κάποιες αναμνήσεις μου ‘χουν μείνει

και λίγος ελεύθερος χρόνος.

Εκτός κι αν επιθυμία του είναι

αυτή τη φορά το αποτέλεσμα να είναι μηδενικό.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Απίθανες ιστορίες απ’ το Δελχί

Posted by vnottas στο 25 Οκτώβριος, 2018

Στα πλήκτρα: Βασίλης Μεταλλινός

HPIM0435f

Πίνω νωχελικά μια Kingfisher, στο ετοιμόρροπο ημιυπαίθριο καφέ του Sadar Bazaar, στο Παλιό Δελχί. Στο διπλανό τραπέζι ένας μικροκαμωμένος Ινδός, πασάρει δύο αγαλματίδια του Σίβα σε δύο Γάλλους, με γρανιτώδη επιμονή …που θα ‘κανε τους Μαροκινούς συναδέλφους του στα παζάρια της Φεζ, να φαντάζουν σαν φοιτητές marketing δημοσίου ΙΕΚ που κάνουν την πρακτική τους.

  1. Στο βάθος ένας νεαρός που θυμίζει γνωστό ηθοποιό του Bollywood, με παρδαλό ψευτομεταξωτό πουκάμισο, ιδανικό για γκαρνταρόμπα των εντόπιων λαμπραντόρ πίστας του Θεσσαλικού κάμπου, ψήνει δυο Αμερικάνες να τον ακολουθήσουν σε μαγαζί με τουρμπάνια, ενώ δίπλα τους ένας κουρελής μεσήλικας του αθέατου αυνανισμού, έχει καρφωμένο το καυλωμένο βλέμμα του στα μπούτια των δύο γυναικών.
    Ο μικρόσωμος Ινδός μΕ την πέφτει χαμηλοφώνως, ενώ μια λεπτή μυρωδιά χασίς γεμίζει τον αέρα από μια παρέα Ιταλών που φλυαρεί ραγδαίως μ’ έναν Ινδό γκουρού του φιλοσοφικού λιανεμπορίου.
    «Άμα θέλεις ένα όμορφο αγόρι…» μΕ πετάει, κοιτάζοντάς με στα μάτια με το γαλακτερό βλέμμα νεογέννητης ύαινας.
    «Γκουχ γκουχ (ξερόβηχας) το ξέρω ότι θα με θεωρήσεις βιτσιόζο, αλλά γκουχ γκουχ (ξερόβηχας) …αλλά πως να στο πω …είμαι βαθέως μεροληπτικός υπέρ των γυναικών» του εξηγώ διακριτικώς και χαμηλοφώνως, προσέχοντας μη κάνω κάποιο ρατσιστικό σχόλιο για την αξιότιμη συνομοταξία των κωλομπαράδων…
    «Ξέρω μία 14χρονη ανατομική βόμβα που κάνει τα πρώτα καλλιτεχνικά της βήματα στο Bollywood και …» μου ψιθυρίζει χειρονομώντας, σα ν’ απαγγέλλει ποίηση στη νοηματική.
    «Δεν ήρθα μέχρι την Ινδία για να γαμήσω»… τον κόβω με τάκλιν … βλέποντας την αυτοπεποίθησή του να παθαίνει black out.
    «Μαχές» μου συστήθηκε και δείχνοντας με το βλέμμα του τον άλλον Ινδό με τις Αμερικάνες, συμπληρώνει…
    «Πρέπει να ‘σαι πολύ προσεχτικός στην Ινδία.» μου πετάει ασκώντας τη ρητορική της προστατευτικής σταυροβελονιάς…
    «Το ‘χω υπ’ όψη» απαντώ, εξασκημένος στην αδιάκοπη παραπλανητική γιόγκα.
    Κάθεται στο τραπέζι μου και με πιάνει κουβέντα, ανακατεύοντας στο ρητορικό του τσουκάλι και τις τελευταίες ελπίδες για ένα κομίσιον της προκοπής …ενώ εγώ αναρωτιέμαι άμα πρέπει ν’ αρχίσω τα μεγαλοπρεπή μπινελίκια ή τις σεξουαλικές ευχές…
    Τελειώνω την μπύρα μου, εξηγώντας του ότι η Ελλάδα που λατρεύει, δεν συνορεύει με την Γαλλία και πληρώνω.
    «Την κάνω» του λέω.
    «Που πας» μου λέει…
    «Αύριο φεύγω για το Punjab και θέλω να δω τιμές για guesthouse κλπ» απαντώ.
    «Μην πας σε ταξιδιωτικό πρακτορείο my friend. Θα σε κλέψουν. Μόνο στο επίσημο Government of India Tourism Office! Πουθενά αλλού!» μου τονίζει με αυστηρότητα ο Μαχές.
    «Και να προσέξεις, όπου πας να γράφει Ministry of Tourism» συμπληρώνει, ασκώντας τη ρητορική της ανθρωπιστικής ευαισθησίας.
    «I know» γρύλισα, σκεπτόμενος ότι οι τελευταίες του κουβέντες απετέλεσαν την εξόδιο ακολουθία των φόβων μου για το τίποτα…. Η μπουγάδα εγκεφάλου περί Ινδών απατεώνων, προφανώς μ’ έκανε να παραφέρομαι…
    Βγαίνουμε μαζί έξω. Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει…
    «Πηγαίνω προς την πλατεία Connaught με το μηχανάκι» μου λέει δείχνοντάς μου ένα σαραβαλιασμένο Bajaj. «Άμα θέλεις να σου δείξω που βρίσκεται το Tourism Office» μου προτείνει…
    «Government of India» συμπληρώνει με νόημα.
    Μιλάει για λίγο στο κινητό του. Πατάει τη μανιβέλα. Ανεβαίνω στη σέλα.
    Η οδήγηση του Μαχές με αναγκάζει σε άτακτο επαναπροσδιορισμό των ορίων ταχύτητας και κρατήματος μοτοσυκλέτας σε κυκλοφοριακή συμφόρηση, καθώς οδηγεί μονίμως «τέρμα γκάζι»…
    Σταματάει ξαφνικά σ΄ένα μικροσκοπικό δισκάδικο ενός «ξαδέλφου» του για να μου πασάρει κανά σι ντι. Από τα ηχεία ακούγεται η τσιριχτή φωνή μιας Ινδής στη διαπασών, που στη κλίμακα των βασανιστηρίων θα τη συνέκρινα μόνο με κλείσιμο σε λευκό κελί όπου ακούγεται νυχθημερόν η «πριγκιπέσα» του Μάλαμα.
    Τσαμπουκαλεμένος του κάνω νόημα να φύγουμε αμέσως. Καβαλάμε το σαράβαλο Bajaj και συνεχίζουμε «τέρμα γκάζι», προξενώντας αλγεινή φρενίτιδα πανικού σε πεζούς και οδηγούς …
    Μπαίνουμε στην πλατεία. Η επιγραφή Government of India, Μinistry of Tourism κλπ κλπ φαντάζει εν κραταιά φωτοστασία. Ο Μαχές με κατεβάζει έξω από τα γραφεία.
    Ένας νεαρός βγαίνει να με καλωσορίσει και με οδηγεί σ’ ένα διάδρομο. Τα σεπαρέ είναι γεμάτα με δυτικούς τουρίστες. Ένας απροσδιορίστου ηλικίας τουρμπανοφόρος γέροντας, που σίγουρα θα’ χε δει τις πρεμιέρες της Nargis και της Madhubala, με οδηγεί σ’ ένα άδειο γραφείο και μου λέει να περιμένω.
    Σε 2-3 λεπτά έρχεται ένας χαμογελαστός νεαρός και κάθεται στο γραφείο με πολλά σερμπέτια και κολακία au creme chantilly.
    Να μη σΕ κουράζω φίλτατε αναγνώστα, αλλά μέσα σε 5 λεπτά αντιλήφθηκα την κανιβαλίζουσα διάθεση του συνομιλητή μου, να ελαφρύνει την πιστωτική μου κάρτα κατά μερικές εκατοντάδες ευρώ, ακούγοντας πολυβοληδόν τα γυαλισμένα επιχειρήματα, ώστε να «κλείσω» εκείνη τη στιγμή, τα καταλύματα που μου πρότεινε για έναν ολόκληρο μήνα…
    Τα τελευταία 40 χρόνια, έχοντας μασήσει πολλά στρέμματα γκαζόν παραπλανητικής παπαρολογίας, είναι δύσκολο να καταπιώ τις γλυκές αυταπάτες που ταϊζουν παρόμοιοι κράχτες και μικροαπατεώνες, που ευδοκιμούν και φύονται σε τουριστικές πιάτσες …περισσότερο κι από τα κάσιους της Καρνατάκα.
    «Θα το σκεφτώ» του λέω και πάω να φύγω.
    «Μη χάσεις τις τιμές που σου δίνω!» επιμένει ανατροφοδοτώντας με ματαιόσπουδα και επαναφορτιζόμενα επιχειρήματα το fame story των πολυβιταμινούχων προσφορών.
    Σηκώνομαι να φύγω βλέποντας τον Ινδό, απογοητευμένο να πέφτει σε βαθιά περισυλλογή. Περνώντας έξω από τα άλλα γραφεία, παίρνει το μάτι μου κάτι ζευγάρια θεϊκά παραμυθιασμένων Αμερικανών, να δίνουν τις πιστωτικές τους κάρτες, χαμογελαστοί σε κατάσταση μακαρίου αγνοίας…
    Έξω από την είσοδο μια παρέα ενθουσιασμένων Ιαπώνων με φωτογραφικές μαγκούρες, στέλνουν τα ψηφιακά τους είδωλα αγκαζέ με του πορτιέρη, στο διαδικτυακό υπερπέραν.                                                                                                                       HPIM0751
    Παίρνω την Chelmsford road για να πάω στο ξενοδοχείο μου στο Paharganj. Έχει σκοτεινιάσει και ο δρόμος είναι άδειος. Περπατάω προβληματισμένος. Δεν είναι δυνατόν οι οικόσιτοι τεμπελχανάδες των Ινδικών κρατικών υπηρεσιών, να είναι τόσο πρόθυμοι στην εξυπηρέτηση, πλάθοντας κουλουράκια ταξιδιωτικών προσφορών …που για να τα χάψεις θα πρέπει να ‘χεις μυαλό αμνοεριφίου …μαγειρεμένου.
    Όμως η φωτεινή επιγραφή στο κεντρικότερο σημείο του Δελχί έγραφε: Υπουργείο Τουρισμού κλπ κλπ.
    Μπαίνω στο δωμάτιό μου. Ανοίγω τον Lonely Planet. Βρίσκω την διεύθυνση του Γραφείου Τουρισμού, ανοίγω και τον χάρτη…
    ΔΕΝ είναι αυτό που πήγα!!! Βρίσκεται στο δεύτερο τετράγωνο μετά την Connaught place. Είναι απάτη… Είναι δυνατόν?
    Την επομένη το πρωί φεύγω με τη μοτοσυκλέτα μου για το Punjab. Όμως έχω σκάσει να ξαναδώ το γραφείο που με πήγε ο Μαχές το προηγούμενο βράδυ. Είμαι απ’ έξω. Είναι κλειστό. Η φωτεινή επιγραφή? Εκτός από το «Tourist Information» τα «Goverment of India» και λοιπά νόστιμα και δελεαστικά, είναι σχηματισμένα από μικροσκοπικά led λαμπάκια που προφανώς ανάβουν μόλις οδηγείται εκεί το θύμα…
    Ένας κουρελής τουρμπανοφόρος με πλησιάζει, λέγοντάς μου ότι το αφεντικό είναι ξάδελφός του και με ρωτάει άμα θέλω να του πάρει τηλέφωνο τώρα για ν’ ανοίξει …το Υπουργείο. Δίπλα μου σταματάει ένα autorickshaw κι ο οδηγός μου προτείνει να με πάει δωρεάν στο πρακτορείο ενός φίλου του με τις καλύτερες τιμές στην Ινδία…
    Ανεπαισθήτως περνάει απ’ το μυαλό μου, πως σε παρόμοιο πρακτορείο έκλεισα δωμάτιο για ξενοδοχείο στο προηγούμενό μου ταξίδι στο Bangalore και βρήκα μια διώροφη βρωμερή παράγκα με την όψη της φωτογραφίας που είχα δει …σε σκηνικό από κόντρα πλακέ!
    Πατάω τη μίζα, βάζω ταχύτητα και μπερδεύομαι ανάμεσα σε εκατοντάδες μοτοσυκλέτες κι αυτοκίνητα που κορνάρουν δαιμονισμένα, φέρνοντας στο μυαλό μου το επίσημο τουριστικό σλόγκαν …»Incredible India»!

HPIM0855 (1)
ΥΓ1. Η ιστορίες είναι αληθινές και χωρίς σιλικόνη. Για τους άπιστους https://www.tripadvisor.co.nz/ShowTopic-g304551-i3482-k4981259-SCAM_Tourist_Information_Reservation_Centre_Connaught_Pl-New_Delhi_National_Capital_Territo.html

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Σχετικά με το -θρυλικό πλέον- ημιτελές βιβλίο μου «Λόρενς της Αλητείας», ή ¨Από τον Χολομώντα στο ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ!¨

Posted by vnottas στο 17 Οκτώβριος, 2018

(Του γνωστού σας πλέον μοτο-ταξιδευτή, αρχιτέκτονα και αφηγητή Βασίλη Μεταλλινού).

«Όνειρα φθινοπωρινής νυκτός»:  Όλο το δραματικό παρασκήνιο, αποκλειστικά για τους θαμώνας του παρόντος Ιστολογοφόρου. Συνεχής ενημέρωση.

29684215_1643194089050122_8989309764702435783_n
H πρόταση έπεσε ως κεραυνός εν …Ερυθραία και …το τηλέφωνο μού ‘πεσε απ’ τα χέρια, είπα «δεν γίνεται δεν είναι δυνατόν» (παραφράζοντας «το προσκλητήριο» του Μάκη Χριστοδουλόπουλου…)

Κόντρα στο κατεστημένο των σύγχρονων ντελιβεράδων ταξιδιωτικής ιδεολογίας και το μοτοταξιδιωτικό body building με τα παραφουσκωμένα με φαρινάπ κατορθώματα, η αναγνώριση ήρθε απ’ το εξωτερικό.
Νιώσε συμπόνια για τον χαζοενθουσιασμό μου, φίλτατε αναγνώστα, αλλά ακόμα δεν μπορώ να το κάνω upload στον εγκέφαλο μου…
Ο Δρ Χάρτγουιγκ Φίσερ, διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, σε τηλεφωνική συνομιλία που μύριζε τέιον και pluralis majestatis, με τούμπαρε μετά από σκληρό διαπραγματευτικό κικ μποξ…
Εντελώς μεταξύ μας, ποντάροντας στην απόλυτη εχεμύθειά σου, παραθέτω μερικά αποσπάσματα απ’ τον τηλεφωνικό διάλογο:
«Μίστερ Βασίλης, διακρίνω έναν λογοτεχνικό ασκητισμό, εν είδει θιβετιανού γκουρού! Γίνεστε εντελώς αόρατος στο κοινό… Θεωρείτε ότι είναι δίκαιο για τους αναγνώστες σας?» με ρώτησε με ρωγμώδη λυγμό ανθρώπινου ράκους, μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μίστερ Χάρτγουιγκ, δεν είναι στον πνευματότυπό μου να περιφέρω το ημιτελές βιβλίο μου από μπαράκι σε μπαράκι σαν freak show, εκθέτοντας τις παρα-λογοτεχνικές δυσπλασίες μου για ν’ ασημώνει το κοινό» απάντησα αδιάφορα, διαβάζοντας παράλληλα και το φλυτζάνι.
«Κι αυτός ο ρεαλιστικός λυρισμός αυτού του λοξού ταξιδιωτικού βλέμματος, μίστερ Βασίλης…; Αυτό το ημιτελές λογοτεχνικό έδεσμα…; Θα παραμείνετε ένας άσπλαχνος δεσμοφύλακας των ταξιδιωτικών σας κειμένων;» μΕ ρώτησε με στόμφο σαν ν’ απήγγειλε Σαίξπηρ.
«Μίιιιιιιστερ Χάααααααααρτγουιγκ….» τον έκοψα με ελεγχόμενη θεατρικότητα σαν σολίστ του λυρικού θεάτρου.
«Εν ονόματι της τέχνης και του πολιτισμού! Αυτό το ταλέντο θα μείνει στο σκοτάδι, μίστερ Βασίλης?» με κεραυνοβόλησε υψώνοντας φωνή απελπισίας …ανθρώπου που είναι έτοιμος να πέσει απ΄ την Tower Bridge του Λονδίνου.
.

«Γκουχ, γκουχ …υπερβάλλετε, εγώ δεν πιστεύω ότι έχω κάποιο ταλέντο, κόντρα στις ψευδαισθήσεις κάποιων ψώνιων που πιστεύουν ότι έχουν… Αλλωστε το ‘χω ξαναπεί ότι δεν …εκδίδομαι!», απάντησα με απάθεια Αφγανού οπιοφάγου, έχοντας επιλέξει σχολαστικά τις λέξεις μία μία …με χειρουργική πένσα.

«Με μπερδεύετε μίστερ Βασίλης!» μου πέταξε με προσποιητή άνεση κι αδιαφορία σαν να ξεφύλλιζε συγχρόνως τις σελίδες της βρετανικής Vogue.
«Δεν θέλω να το δραματοποιήσω, αλλά τα πράγματα είναι τραγικώς απλά μίστερ Χάρτγουιγκ. Στη ζωή όλα ξεκινάνε μ’ ευαισθησία, ονειροπόληση και συναισθηματισμό αλλά στο τέλος καταλήγουν στους γαλβανιζέ πάγκους στις λαϊκές να πωλούνται με την οκά… Αφήστε με να παραμείνω ρομαντικός!» απάντησα με την έπαρση του Μάικ Τάισον, έχοντας καταφέρει αριστερό ντιρέκτ στο σαγόνι του μοτο-ταξιδιωτικού λιανεμπορίου, της άξεστης ματαιοδοξίας και της κάλπικης μετριοφροσύνης.
«Με παρεξηγήσατε μίστερ Βασίλης, απλά …οι αιρετικές σας απόψεις περί ταξιδιωτικού μοτοσυκλετισμού, είναι το λυχνάρι που φωτίζει το καταθλιπτικό σκότος της γνήσιας περιπέτειας και…», πήγε να με τριπλάρει με γαλιφιά Εβραίου τοκογλύφου…
«Άσε τα π@ύστικα μίστερ Χάρτγουιγκ και στρώσε χαλίκι…», τον έκοψα με δυνατό τάκλιν.
«Θα είμαι ευθύς μίστερ Βασίλης. Θέλουμε διακαώς τα χειρόγραφα του ημιτελούς βιβλίου σας στο Βρετανικό Mουσείο, δίπλα στα περίφημα τετράστιχα του Ομάρ Καγιάμ, τα ρουμπαγιάτ …ή αν θέλετε ακόμα και δίπλα στα χειρόγραφα «Gitanjali» του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ…» έπεσε η πρόταση σαν νταμπλάς από βρασμένη οξιά!
«Παρόλο που είμαι ιδεολογικώς εναντίον των τιμών και βραβεύσεων, αν είναι δίπλα στους χειρόγραφους στίχους του «Strawberry Fields Forever» του Λένον …τότε ίσως …ίσως καμφθούν όλες οι κυνικές μου αντιστάσεις… Γκουχ, γκουχ …τέλος πάντων …θα σφίξω τα δόντια να κάνω την παραχώρηση, μίστερ Χάρτγουιγκ!», απάντησα πέφτοντας σε βαθιά περισυλλογή …ενώ ανέκοπτα ένα κρυμνιζόμενο δάκρυ με την ανάστροφη της παλάμης μου.
«Done! Θα σας περιμένω αύριο στο Βρετανικό μουσείο για την επίσημη τελετή παραλαβής του ημιτελούς βιβλίου σας, παρουσία του αποσυρθέντος των βασιλικών καθηκόντων, πρίγκιπα Φίλιππου, φανατικού αναγνώστη των ταξιδιωτικών κειμένων σας στο Ιστολογοφόρο, που τον βοηθούν στην καταπολέμηση της αϋπνίας. Θα σας ενημερώσει η γραμματέας μου… Γκουντ μόρνινγκ μίστερ Βασίλης!», με χαιρέτησε με τόνο full serbet, ενώ έκανα τη σκέψη ότι ο άνθρωπος είχε τάσεις επαγγελματικού αυτοχειριασμού.
«Γκ… γκουντ μόρνινγκ μίστερ Χάρτγουιγκ» ψέλλισα κλείνοντας το τηλέφωνο, φανταζόμενος ήδη νεαρές επισκέπτριες του Βρετανικού Μουσείου να κατασκηνώνουν έξω απ’ το country house στο Χολομώντα, εκλιπαρώντας για ένα αυτόγραφο…. Ίσως …ίσως και μια σεμνή τελετή στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, για την παραλαβή του παράσημου του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από τον πρίγκηπα Ουίλιαμ, μετά τον Ringo Starr… Ποτέ δεν ξέρεις…

29572464_1643194402383424_7926123570270959011_n

***

ΥΓ1. Άμα καταφέρω να σπρώξω και κάτι στραβοκουνημένες φωτό …σε κανα Μουσείο Αφηρημένης Τέχνης, θα μπορώ πλέον ν΄αποσυρθώ ν’ αρμέγω γιακ στη στέπα της Μογγολίας…
ΥΓ2. ……καλάααααααα ας είναι και κατσίκες στα highlands του Χολομώντος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο καταρράχτης των στιγμών, το εγχείρημα του αδαούς μυρμηγκιού και η ηλικιωμένη κοκκινοσκουφίτσα

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2018

Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου και ένα του Ηλία Κουτσούκου

αρχείο λήψης (3)

Η ΣΤΙΓΜΗ

Σφίγγω μέσα στην χούφτα μου αυτήν τη στιγμή

δεν θέλω πάλι να περάσει

δεν θέλω να χαθεί σαν την προηγούμενη.

Όμως καθώς ανοίγω αργά αργά τα δάχτυλά μου

για να διαπιστώσω την επιτυχία μου

βλέπω μ’ απογοήτευση

ότι μέσα τους βρίσκεται η επόμενη στιγμή.

Ρέει ασυγκράτητος ο χρόνος

είμαι ανίκανος να τον αναχαιτίσω

καταρράκτης στιγμών η ζωή μας

που χύνεται μονίμως στο Δέλτα του χθες.

*

images (30)

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ

Επί του νυφικού την ώρα του γάμου

ένα αδαές μυρμήγκι

περιφέρεται φορτωμένο ένα σπυρί ρύζι

ψάχνοντας τον δρόμο του.

Επιθυμία του είναι να εναποθέσει το φορτίο του

σε μια εύφορη περιοχή

ελπίζοντας στην καρποφορία.

Πάντως σε λίγο χάθηκε

μέσα στον κόρφο της νύφης.

Λίγο αργότερα αθέατο φύτεψε τον σπόρο

μέσα στην σφιχτή μήτρα της.

.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε

το φιλόδοξο εγχείρημά του.

Σ’ όλους όμως έμεινε η εικόνα του

να διασχίζει αθώο τη λευκότητα

χωρίς τη γνώση απαγορεύσεων

μ’ ένα σπυρί ρύζι στις δαγκάνες του.

*

LINEAmag-1980-114-sliva

Η  Κοκκινοσκουφίτσα   (του Ηλία Κουτσούκου)

 Όσην ώρα η κυρά-Νούλα απ την Γεωργία

καθαρίζει μ’  επιμέλεια το μικρό  καθιστικό

ακούγοντας δυνατά ποντιακά τραγούδια

αυτή τρέχει στη ντουλάπα

και ψάχνει τα ρούχα της εγγονής της.

Βρίσκει και φορά ένα στενό

κόκκινο δερμάτινο μπουφάν πάνω

απ το τριμμένο μαύρο φόρεμά της

φοράει τα κόκκινα τακούνια της μικρής

βουτάει ένα άδειο διακοσμητικό καλάθι

και βγαίνει αθόρυβα απ τη πόρτα

στο δάσος της πόλης έξω.

Σα να βλέπει πίσω απ το σταματημένο αστικό

να παραφυλάει ο αξιωματικός

που της έκαναν προξενιό το ’40

-δεν τον ήθελε γιατί ήταν μελαχρινός πολύ

σαν μαύρος λύκος ήταν-

Aλλάζει λοξά το δρόμο της που φαίνεται

μονοπάτι σε δέντρα ανάμεσα

 και σκέφτεται πως πρέπει να πάει

στη γιαγιά της, να της δώσει τι άραγε

δεν θυμάται, ωστόσο έχει ένα πείσμα

κρατώντας με δύναμη το άδειο καλαθάκι της

και βαδίζει σταθερά προς ένα πουθενά  προορισμό

περνώντας από όμορφες μπουτίκ, κομψά ανθοπωλεία

μαγαζιά ντελικατέσεν που μοιάζουν

με παραμύθι στο γεμάτο άνοια μυαλουδάκι της

επειδή πάντα πίστευε πως η Κοκκινοσκουφίτσα

ήταν ένα καλό κοριτσάκι όπως ακριβώς

αυτή τώρα στα 87 της

σταθερή στην απόφαση

πως κανένα κακό δεν έχει το δάσος

γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής

με πλάσματα θεού είναι γεμάτο….

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ταξιδιωτικές ιστορίες πλούσιες σε αντιοξειδωτικά (ή Θέλω να μΕ κάνετε «like»…)

Posted by vnottas στο 13 Οκτώβριος, 2018

Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός

HPIM1668

Vietnam 2015. 

Σηκώνομαι από τον πορσελάνινο θρόνο μου και τραβάω το καζανάκι. Αφήνω πάνω στον νιπτήρα την ιλουστρασιόν κολεξιόν μοτοσυκλετικής ενδυμασίας «Φθινόπωρο’15-Χειμώνας ’16» γνωστής ουρανοπαρμένης εταιρίας και πατάω το τηλεκοντρόλ ν’ ανάψει ο κινητήρας της μοτοσυκλέτας μου στο γκαράζ.
Ανάβω την κάμερα πάνω στο κράνος, στερεώνω την φωτογραφική μαγκούρα στο τιμόνι και προγραμματίζω το drone να ακολουθεί τις συντεταγμένες του GPS, τραβώντας χολιγουντιανά πλάνα απ’ τον ουρανό…
Γκαζώνω τέρμα. Η πολυβιταμινούχος μηχανή περιπέτειας ξεχύνεται στον χωμάτινο δρόμο. Περνάω όλες τις πλημμυρισμένες λακκούβες από πάνω και χαιρετάω εγκαρδίως τους ιθαγενείς αγροτοποιμένας. Φωτογραφίζομαι με μεταφορείς γκαρμπολάχανου.
Σταματώ παρακάτω. Διαλέγω φωτογραφίες και δικτυωμένος μέσα στο φετιχισμό του συνεχούς sharing, τις επισυνάπτω από το δορυφορικό μου i-phone, στο ιντερνετικό υπερπέραν, ελπίζοντας να έχουν μια προνομιακή θέση στο ταξιδιωτικό εικονοστάσι των μοτοσυκλετιστών περιπέτειας.
Θέλω να δείτε πως οδηγώ, πως περνάω καλά, πως τρώω, πως διασκεδάζω. Θέλω να ξέρετε ότι κάνω κάτι ηρωικό, κάτι μοναδικό!
Donate! Donate και θα σας ενημερώνω για κάθε λεπτό της ζωής μου! Θέλω να σας αρέσω… Θέλω να μΕ κάνετε «like»…
Μπαίνω στην πλατεία μιας μικρής κωμόπολης, μαρσάροντας και πυροδοτώντας το έγκαυλον exhaust system, να προκαλεί οργασμικούς σπασμούς στις τζαμαρίες. Ο κόσμος είναι συγκεντρωμένος… Αλλόφρων με χειροκροτεί. Κατεβαίνω από τη μοτοσυκλέτα. Δύο τηλεοπτικές κάμερες με προβολείς είναι στημένες μπροστά σε μια τιμητική εξέδρα.
Ο Δήμαρχος με μούρη μυρμηγκοφάγου κι ένα ημίψηλο μαύρο καπέλο, φορώντας φράκο πλησιάζει το μικρόφωνο και απευθυνόμενος στο αλαλάζον πλήθος ανακοινώνει… «Ας εγείρομεν και τούτον τον αδριάντα προς τιμήν του μεγάλου ταξιδευτή που άφησε τη σκόνη των τροχών του στην ταπεινήν κωμόπολιν μας…»
Η Δημοτική μπάντα παιανίζει ηρωικά εμβατήρια και η χορωδία της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κυριών, την συνοδεύει σε μια ακατάλυπτη διάλεκτο, ενώ ένα ζευγάρι νταλικιέρηδων από την Αλαμπάμα, που περνά τον μήνα του μέλιτος στην περιοχή, χορεύει τάνγκο…
Ο Δήμαρχος συγκινημένος μου προσφέρει τις χρυσές χειροπέδες του Δημοτικού Οίκου Ανοχής της πόλης κι ανταποδίδω μ’ ένα λάβαρο του ΠΑΟΚ…
Κάποιοι δημοτικοί υπάλληλοι, σημαδεύοντας με τα περίστροφά τους το πλήθος, πουλάνε τυχερούς λαχνούς για την κλήρωση ενός αντιγράφου του …ημιτελούς βιβλίου μου. Τρέχοντας να προλάβουν μερικοί ποδοπατούνται.
Μία εξηνταρίζουσα ζωντοχήρα, με μια ακαθόριστη ομοιότητα με τροπικό πτηνό, με προσκαλεί να …παρουσιάσω το ταξιδιωτικό μου το βράδυ σε μπαρ για μοναχικές … ενώ ένα τσούρμο εξαϋλωμένων ταλιμπάν της μόστρας, κρατώντας τηλεσκοπικές μαγκούρες, με περικυκλώνει για σέλφις.
Αστροπελέκια αυλακώνουν τον γκρί ουρανό κι αρχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς….
Χαμογελάω μουσκεμένος, με απαράμιλλο στιλ καταραμένου ταξιδευτή, φωνάζοντας….
«Θέλω να αρέσω, σας δείχνω τα κατορθώματά μου, θέλω να πουληθώ, θέλω να μ’ αγοράσετε, θέλω σπόνσορες, θέλω ν’ αρέσω σε πιό πολλούς, θέλωωωωωω περισσότεραααααα likes!!!!»,
……………………………………………………………………….
Ξυπνάω ιδρωμένος από τον εφιάλτη, ψελλίζοντας βραχνά «θέλω likes» και νοιώθοντας την βρεγμένη πετσέτα που κρατάει στο μέτωπό μου η Τουρκάλα αεροσυνοδός, μ’ ένα ερωτηματικό ύφος…
«Mister, are you all right? You must leave the aircraft… We arrived in Vietnam…»

………………………………………………….

Σαϊγκόν, πρωί 6.30′. Βγαίνω απ’ το guest house, στο στενό λασπωμένο δρόμο. Αποφεύγοντας κάτι τάφρους σαν πλημμυρισμένα χαρακώματα των Βιετκόγκ, φτάνω στην πολύβουη Do Quang Dao. Η υγρή ζέστη κάνει τα ρούχα να κολλάνε… Με UHU.
Στη γωνία μια σταφιδιασμένη γριά με κωνικό καπέλο και πουράκι στο στόμα, σοτάρει σ’ ένα τεράστιο τηγάνι, ρύζι με ανοιγμένα κοχύλια. Γεμίζει ένα πιάτο και μου το προτείνει φωνάζοντάς μου «ουάν ντόλαρ, ουάν ντόλαρ»…
Από μια στενή πόρτα βγαίνει μια μικροσκοπική Βιετναμέζα και μου δίνει ένα φέιγ βολάν-τιμοκατάλογο με υπηρεσίες full body massage. Από το διπλανό μπαρ μια τσατσά απροσδιορίστου ηλικίας με χείλια σα να ΄βαλε από την ελαττωματική σιλικόνη, με μια ρέμπελη πρόστυχη ματιά, μαζί με το φέιγ βολάν των αμαρτωλών λύτρων της ηδονής, μΕ πετάει και το παρασύνθημα… Της υπόσχομαι ότι θα την επισκεφτώ αργότερα, ψευδόμενος με πειθώ …που θα ζήλευε υπουργικό συμβούλιο ακτιβιστών της πολιτικής, σε χώρα του Μεσογειακού Αρχιπελάγους.
Μπαίνω σε μια αυλή που ‘χω παρκαρισμένο το σκούτερ μου και βολεύω το σακίδιο ανάμεσα στα πόδια μου με τους ιμάντες περασμένους στο τιμόνι. Βάζω μπροστά.
Ένας τυπάκος με ξανθές ανταύγειες και ενδυματολογικές επιλογές προσιδιάζουσες μάλλον σε Απόκρεω, μου κάνει νόημα να τον πληρώσω. Του δίνω 10.000 dong (περίπου 40 cents) και βγαίνω στο δρόμο.
Τρεις αμερικανοί βγαίνουν απ’ το απέναντι μπαρ, λιώμα στο μεθύσι, με τα νούμερα αλκοόλ ανά λίτρο αίματος να συναγωνίζονται τις τιμές του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης… Απ’ το μπαρ ακούγεται στη διαπασών το «no woman no cry» του Μάρλεϋ, ενώ στο βάθος σε μια σκοτεινή γωνία με σικλαμέ φωτισμό, κάτι πιτσιρίκες με χαιρετούν χαμογελαστές τρώγοντας ηλιόσπορους και τσιρίζοντας «come here foxy!»
Χαμογελάω γκαζώνοντας το Yamaha-κι και μπαίνω στην Pham Ngu Lao. Απ’ το πάρκο ακούγεται το «Feliz Navidad» σε βερσιόν ντίσκο με καμιά 20αριά γιαγιάδες με φόρμες να κάνουν αερόμπικ…
Γκαζώνω ανάμεσα σε εκατοντάδες παπάκια, ακολουθώντας με προσήλωση Ιησουίτη τους ρυθμούς και τους κώδικες οδήγησης των ντόπιων, που κάνουν κομπόστα τον τσαμπουκά του κάθε πεοφορούντα ταξιτζή των παραβαρδάριων περιοχών…
Ένα ταξίδι 3800 χιλιομέτρων αρχίζει… Απ’ τη Σαϊγκόν και τα υψίπεδα του δυτικού Βιετνάμ στο Ανόι. Κι απ’ το Ανόι κατεβαίνοντας τσαϊράδα την ακτογραμμή της νότιας Κινεζικής θάλασσας, πίσω στη Σαϊγκόν.
Σε δρόμους άγνωστους στους ταξιδιωτικούς τσελεμεντέδες…
Για τους αποσυνάγωγους του μοτοσυκλετισμού, που έχουν σκουπίσει τον κώλο τους στους adventure χάρτες των glamorous τοπωνυμίων των αλιέων φήμης και αλοξοκωλιάς των «like»…
Ένα αναρχικό ταξίδι με μηχανάκι-αιμορροΐδα στον κώλο του μοτοσυκλετισμού!
Σ’ αυτό το σημείο, ο ιδρυτής του παρόντος πόστ, ανοίγει μία σπιτική φιάλη Ραψάνη καθώς και το αμπάρι των αναμνήσεών του, δια μερικάς φωτό.
Ιντζόι….

HPIM1238

HPIM1320

HPIM1482

HPIM1658

HPIM1641α

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Λίγες μέρες στην Πολωνία…

Posted by vnottas στο 11 Οκτώβριος, 2018

Αυτές τις τελευταίες μέρες έλειπα. Μαζί με φίλους, σύντομο ταξίδι στην Πολωνία. Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη εκεί και οι εντυπώσεις ολότελα ενστικτώδεις και υποκειμενικές (ένας νότιος σε μια ακόμη χώρα του βορρά). Ο τόπος μου φάνηκε ευρύχωρος, οι άνθρωποι πράοι και ευγενικοί, η πρωτεύουσα Βαρσοβία ηθελημένα και επίμονα αναγεννημένη να προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τα (δυσερμήνευτα) κενά της. Ανακάτεμα ξαναφτιαγμένου παλιού και καινούργιου, που κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ¨μεταμοντέρνο¨. Άφθονο πράσινο και γευστική κουζίνα.

Με το που επέστρεψα, ο Νίκος, που είχε κάνει το ίδιο ταξίδι παλιότερα, μου έστειλε το παρακάτω ποίημα:

IMG_2172α

Νίκος Μοσχοβάκος

 

ΤΗΣ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

 

Στης Βαρσοβίας το παράθυρο

έμπαινε ο ήλιος

κι ανέμιζε η κουρτίνα της μνήμης

ξεδιπλώνοντας ξεθωριασμένες εικόνες.

Ανάμεσα σε απαλή μουσική του Σοπέν

η χήρα πια Μαντάμ Μαρί Κιουρί

χόρευε συνεπαρμένη βαλς

με τον νεαρό εραστή της

παραδομένη στου έρωτα την παλιά εφεύρεση

χωρίς την υποψία θανάτου

μακριά απ’ τις ιδιότητες των μετάλλων.

Στης Βαρσοβίας το παράθυρο

έμπαινε ο ήλιος και φώτιζε

διαλεγμένες στιγμές

που επέστρεφαν από το άλλοτε

με την αυθαίρετη λογοκρισία του μυαλού.

IMG_2197

*

(έπονται μότο-ταξιδιωτικές ιστορίες του Βασίλη Μεταλλινού -που έφτασαν εν τω μεταξύ)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

CUBA – ιστορίες χωρίς γλουτένη κι άλλα νόστιμα και αιθέρια

Posted by vnottas στο 30 Σεπτεμβρίου, 2018

20180718_114926

Ένα ακόμη ταξιδιωτικό κείμενο από τον Βασίλη Μεταλλινό.
.
Δύο μήνες μετά την …πρωτόγονη κι «άβγαλτη» Μαδαγασκάρη, τα πράγματα στην Κούβα ήταν διαφορετικά.
Ο μελαψός Κουβανός με το ανοιχτόχρωμο stetson panama, έσβησε τον κινητήρα της Chevrolet Belair του ’57, μ’ έναν ιδιαίτερο ήχο που θύμιζε ξερόβηχα και ακροαστικά, μπροστά στον αριθμό 104 της San Juan de Dios στην παλιά Αβάνα. Από την σκονισμένη σκάλα κατέβηκε άνετη όπως η Τina Turner στη συναυλία του San Bernardino, μια τύπισσα ντυμένη στα άσπρα με τουρμπάν, για να μας υποδεχτεί. Ο ταξιτζής αφού της «πέρασε» στο χέρι, με ταχύτητα φωτονίου, ένα χαρτονόμισμα των 5 pesos για το αγώγι απ’ το αεροδρόμιο, εξαφανίστηκε με …ιλιγγιώδη ταχύτητα αφού απέφυγε στο χιλιοστό έναν μεθυσμένο κουβανό μεσήλικα που τρίκλιζε, σα να ‘παιζε τον μεθυσμένο σε ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα.
Το σενάριο γνωστό από την Ινδία, την Αίγυπτο και τινών ακόμη χωρών με ιδιοκτήτες guest house, που κάνουν τους απαγωγείς της Μπόκο Χαράμ να φαντάζουν γατούλες του καναπέ… Η ασπροφορεμένη santeros, πατρόνα της casa particular, παίρνοντας ξαφνικά ένα σοβαρό ύφος … σα να επρόκειτο να μου διαβάσει το σημείωμα κάποιου απαγωγέα που ζητούσε λύτρα για την 92 χρονη μάνα μου, μας εξήγησε ότι το δωμάτιο που είχαμε προπληρώσει, είχε βλάβη στα υδραυλικά και τον κλιματισμό, κι ότι θα μέναμε 6 οικοδομικά τετράγωνα πιο μακριά στο σπίτι του Μιγκέλ -ενός ξαδέλφου της- ο οποίος κι έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη στιγμή μαζί μ’ έναν φίλο του.
Μετά από 14 ώρες ταξίδι και βλέποντας τη σύντροφό μου έτοιμη να καταλήξει με έμφραγμα του μυοκαρδίου που μπροστά του οι πρόσφατες εκρήξεις του ηφαιστείου Φουέγκο θα μοιάζαν με λόξυγγα, πήρα την απόφαση ν΄ακολουθήσω τον »ξάδελφο». Το μέλλον της πρώτης διανυκτέρευσης στην Κούβα ήδη διαγραφόταν θολό σαν μπουγαδόνερο…
.20180710_081257

Μετά το 3ο οικοδομικό τετράγωνο περπατώντας νότια, το σκηνικό ήταν βγαλμένο από τις σελίδες της «βρώμικης τριλογίας της Αβάνας» του Γκουτιέρες. Κάπου στο τέρμα της Aguacate, ανεβήκαμε 3 ορόφους από ένα στενό κλιμακοστάσιο που θύμιζε πυργίσκο υποβρυχίου του 2ου Παγκοσμίου, για να καταλήξουμε σ΄ ένα μικρό τυφλό δωμάτιο, χωρίς κουφώματα κι αερισμό. Αναγνωρίζοντας ότι και η σύντροφός μου στάθηκε αρκετά γενναία για να μην εγκαταλείψει ουρλιάζοντας το δωμάτιο, αποφασίσαμε να συμβιβαστούμε φέρνοντας και πάλι στο νου έναν προβληματισμό από μια αράδα της Βρώμικης Τριλογίας: «Για να ζήσεις με εσωτερική γαλήνη πρέπει να είσαι ηλίθιος. Ή όχι?» Άλλωστε η πλοκή του βιβλίου σου δείχνει πως πρέπει να ζεις σ’ αυτή την πλέον μυθική χώρα. Ο ήρωας έχει μάθει να μην έχει την παραμικρή απαίτηση από αυτή τη ζωή… Να περιμένει το σούρουπο για να κοιτάξει τις δυο όψεις της πόλης (παλαιά – σύγχρονη), να αναπνεύσει την αρμύρα των παλιών σπιτιών, να κατεβάσει ρούμι όπως άλλοι πίνουμε νερό και να σκεφτεί με διαύγεια, πετώντας μακριά από τον εαυτό του, παρατηρώντας τον από μακριά.
Η φωνή του Μιγκέλ διέκοψε τους συνειρμούς μου στις ιστορίες του Γκουτιέρες, ζητώντας μου τα διαβατήρια, ενώ η σύζυγός του, μια μελαμψή Κουβανέζα με γαμψή μύτη αρπακτικού, που δεν διορθώνονταν ούτε με ψυχρή σύντηξη, με ρωτούσε άμα θα παίρναμε πρωινό την επόμενη μέρα, με το επιπλέον ευτελές (για τους Κουβανούς?) ποσό των 10 δολαρίων. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι η «ξαδέλφη» του συζύγου της είχε συμφωνήσει στην τιμή του δωματίου και το πρωινό αλλά τυφλωμένη στο κυνήγι του δεκαδόλαρου, αδυνατούσε να επεξεργαστεί οποιαδήποτε πληροφορία υπερέβαινε σε πολυπλοκότητα ένα διαφημιστικό καθαριστικού πιάτων…
«Πέστε και στη σύζυγο να έρθει να υπογράψει» συμπλήρωσε ο Μιγκέλ, ενώ του εξηγούσα ότι δεν είμαι παντρεμένος αλλά και ούτε θα το ξανασκεφτόμουνα …τουλάχιστον μέχρι να σημειωθεί κάποιο τεράστιο τεχνολογικό άλμα στη ρομποτική…
.20180705_182350

20 λεπτά αργότερα…
Παλιά Αβάνα. Υπέροχα κτίρια, γεμάτα μπαρ-ρεστοράν με λάτιν μπάντες και μαγαζιά να πουλούν φιγούρες του Τσε κι επανάσταση με το τσουβάλι… Ετερόκλητο τουριστικό σερσελέμι, με γκλάμορους παρέες σε ροζ convertibles των ’50ς να αυτοφωτογραφίζονται (πιθανολογώ) αναφωνώντας «είμαστε ένα έργο τέχνης!», γκρουπ Κινέζων να μαθαίνουν ομαδικά ρούμπες, τσα-τσά και σάλσα καθώς και back packers σε mood τρυφερότητας κι αιθέριας επαναστατικότητας, σε badget απέριττα μαγαζιά πάντα συνοδεία κάποιου λάτιν τρίο ή κουαρτέτου… Διακριτικές jineteras και jineteros σε εγρήγορση, παραιτημένοι ένοικοι στα σκαλοπάτια των χαμόσπιτων, ηλικιωμένοι που φοράνε τα καλά τους ρούχα …αναπολητές περασμένων μεγαλείων.
Γραφικοί δρόμοι, επαναστατικά γκράφιτι, εμπνευσμένα συνθήματα να χαρακώνουν το μυαλό. Όμως η λέξη «εκλογές» να φαντάζει πιό σπανιοφανής κι απ’ τον ροζ ιπποπόταμο της Κένυα!
Η βραδιά πέρασε αποτίοντας φόρο τιμής στην τοπική παραγωγή rum Santero υπό μορφή mojitos κατά ριπάς…
Το σταματώ εδώ γιατί με την Αβάνα ανοίγεται ένας ωκεανός γραφής…
.20180713_093957

3 μέρες αργότερα…
Κόντρα στα αυτοδοξαστικά μοτοσυκλετικά κλισέ που εκτοξεύονται σαν θρησκευτικά μηνύματα από μεντρεσέ του Κανταχάρ …περί της μοναδικής απόλαυσης που προσφέρει η μοτοσυκλέτα στα ταξίδια, οδηγώντας μια Ford sedan του ’53 και μια Chevrolet Impala του ’58, γυρίσαμε τη μισή Κούβα, σ’ ένα υπέροχο ταξίδι, με μοναδικά μέρη και μοναδικούς αυθεντικούς ανθρώπους…
Off the beaten track!
Πιστός πάντα στην τέχνη της ατέλειας και του διαρκούς σφάλματος …

Cheersssss!

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Το σώμα γνωρίζει την απόλυτη αλήθεια…

Posted by vnottas στο 29 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 images (13)

Το σώμα

 

Προσέχοντας το σώμα, λες

χρήσιμο είναι

Το κεφάλι κοιτάζει δεξιά-αριστερά

και λίγο πίσω

τα χέρια πιάνουν ό, τι αναγκαίο

ή μετέχουν σε κανονικές διαμάχες

λαγνείας ή εμφύλιες γενικώς

Κάνουν ζημιές στην αρχή

και μετά ακόμα περισσότερο -αχ τα χέρια-

 .

Η μέση στρίβει μ’ ευκολία

-ιδιαίτερα όμορφη στα κοριτσάκια-

Τα πόδια σε πάνε όπου θες

 Όταν κάθεσαι παίζουν μεταξύ τους

ή σταυρώνονται χωρίς θρησκευτική αιτία

γιατί ξέρουν τι κουβαλούν ως υποζύγια

 .

Γενικώς το σώμα  -αφού κατεβήκαμε απ τα δέντρα-

είναι καλό

 .

Το σώμα γυμναστήριο, το σώμα  λαπάς

 αντικείμενο εκμετάλλευσης του εγκέφαλου

κι όταν εκπίπτει, εκπίπτει.

Εκπίπτει το σώμα

το πειράζει ο καιρός, οι θύελλες θλίψης

οι βροχές-στεναγμοί, το εσώτερο ψύχος

τα κοινόχρηστα της καρδιάς

και κυρίως το σώμα γνωρίζει

την απόλυτη αλήθεια

πως θα εισέλθει τελικά εντελώς νεκρό

στην  επουράνια βασιλεία του Τίποτα

 .

Τελικώς προσέχουμε το σώμα

με φάρμακα, με κρέμες, με υγρά

με πρωτεΐνες, με χάπια, με γυμναστικές

γιατί όλη η ουσία φαίνεται πως βρίσκεται

στο τίποτά του…

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης στην Ινδία

Posted by vnottas στο 25 Σεπτεμβρίου, 2018

(Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός)

Ένα ακόμη (ή μάλλον δύο σε ένα) επεισόδιο από το έπος: ¨Βασίλης (Μεταλλινός) σε μοναχικές ταξιδιωτικές μοτοσικλετιστικές περιπέτειες¨. Ινδία 2017.

20171117_171940

Tamil Nadu, (PART 1)

(Ταξιδιωτικές ιστορίες ολικής αλέσεως. Περιέχουν ρατσιστικά, εθνικιστικά και σεξιστικά σχόλια-δεν περιέχουν γλουτένη).

Τελευταίο βράδυ στην Ινδία. Πριν 4 μέρες πούλησα την Enfield στο Coimbatore και κατέβηκα στην τουριστική Varkala για φρέσκο ξιφία, yoga, ayurvedic massage και αναζήτηση- καταγραφή των συντεταγμένων της δικής μου σκηνικής παρουσίας, σε μια ταξιδιωτική opera buffa κινουμένων τοπίων με εναλλασσόμενους συνειρμούς.
Παράφορα πλήττων κι αραχτός σ΄ένα μπαράκι πάνω στον γκρεμό, βυζαίνοντας μια καμουφλαρισμένη Kingfisher τυλιγμένη σε χαρτί εφημερίδας, παρακολουθώ μια παράφωνη μπάντα Ινδών που παίζει κομμάτια των Beatles, ενώ ο δυνατός ήχος από τα τεράστια κύματα του Ινδικού ωκεανού δεν καταφέρνει να καλύψει τα φάλτσα…
Στο διπλανό τραπέζι ένας 25άρης Γάλλος με πόζα καταραμένου β’ διαλογής, διηγείται στην παρέα του πως γνώρισε την κοπέλα του, τονίζοντας κάθε τόσο ότι την ερωτεύθηκε για το μυαλό της. «Όταν βέβαια το μυαλό βρίσκεται μέσα σ’ ένα κουκλίστικο κεφάλι, πάνω σε μεγάλα βυζιά και στητά οπίσθια» σκέφτηκα παρατηρώντας την ανατομική βόμβα, υπό ακρατή σιελόρροια…
Παραδίπλα κάτι χοντροκώλες Αμερικάνες, συμπαθείς καρικατούρες συσσώρευσης «like», με συνεχή «selfies» και γελάκια φλερτάρουν τον Ινδό τραγουδιστή, σεκοντάροντας τσιροκοπώντας στο «Love me do» ενώ απ’ το απέναντι τραπέζι ένας Γερμανός με κομοδινί μαλλί χαριεντίζεται με τους σερβιτόρους…
Μετά τους πρώτους παράφωνους στίχους απ’ το «Don’t let me down» κι ενώ αρχίζω να ψάχνω τις τσέπες μου για μια κάψουλα κωνίου που τη φυλάω για τέτοιες περιπτώσεις, βλέπω τη Gemma! Καθισμένη σε στάση διαλογισμού στο βάθος του μαγαζιού, μεσ’ το χάος, να συγκεντρώνεται για ανακατεύθυνση ενέργειας μέσω της παλάμης της σε μια νεαρή μελαχρινή που την κοιτάει με ερωτηματικό ύφος.
Τελικά, κάτι τέτοια άτομα συναντάς και αναστέλλεις την αυτοκτονία!
Φίλτατε αναγνώστα, για σένα που έχεις βαρεθεί τα μοτοταξιδιωτικά ανδραγαθήματα , έχεις χεσμένα τα χιλιόμετρα και τα μέρη που πέρασα με τη μοτοσυκλέτα μου, καθώς και τους μήνες, μέρες και ώρες που διήρκεσε το ταξίδι μου… Ξέρω ότι θέλεις βρώμικες ιστορίες που στάζουν αίμα…

Πάμε 3 χρόνια πίσω λοιπόν…

20171120_092323

Τη Gemma την γνώρισα το 2014 στη Βομβάη, σ’ ένα περίεργο guest house ενός εικαστικού Ινδού καλλιτέχνη, που κυκλοφορούσε μ’ ένα παλιό αντικέ καναρινί Morries Μinar του ’50 με μπλε ελεκτρίκ αστράκια στην οροφή και στο καπό. «Είμαι στα γράδα μου» σκέφτηκα βλέποντας το σκηνικό. Ασχημούλα 45άρα, μελαχρινή Ιταλίδα από το Σαλέρνο, με φάτσα που ‘φερνε σε πεκινουά. Eίχε χάσει τον σύζυγό της από δυσεντερία -όμως απ’ ότι αντελήφθην αργότερα που γνωριστήκαμε καλύτερα- και σε συνδυασμό με μια λάμα 250mm χασαπομάχαιρου στην κοιλιακή χώρα, σε κάποια διαφωνία με τον Andrea De Vivo της τοπικής Camorra….
Το ‘χε ρίξει στη γιόγκα και τον διαλογισμό,  κατασκευάζοντας για τον εαυτό της ένα αυτο-απείκασμα διανοούμενης γκουρού και σουλατσάριζε κάθε χρόνο στην Ινδία, των αμέτρητων εκδοχών κι ερωτημάτων, στο κυνήγι μιας απούσας Αλήθειας.
Την ακολούθησα προς αναζήτηση παγωμένης μπύρας και με οδήγησε σ’ ένα μπαρ μιας φίλης της λεσβίας που εκείνο το βράδυ φιλοξενούσε ένα gay party. Κάποια στιγμή με είδε που περιεργαζόμουν ένα mp3 και με ρώτησε αν έχω μουσική με μπουζούκια για να δώσει ένα τόνο έθνικ, η φίλη της στο μαγαζί.
Ξεχώρισα ό,τι πιο καλτ διέθετε η κάρτα μνήμης της συσκευής και σε λίγα λεπτά, σταματά το «Broken English» της Marianne Faithfull και «μπαίνει» το «φαρφίσα» με την εισαγωγή του «Μη μου μιλάτε» του Γαβαλά.
Ξαφνικά βλέπω 2 λεσβίες και 3 γκέι να σηκώνονται και να το χορεύουν σέικ με χίπικες κινήσεις κι «απλωτές» ενώ 2 φρικιά Ινδοί μακρυμάλληδες στο μπαρ κουνάνε τα κεφάλια τους σε στιλ heavymetal! Απρόσμενη σουρεαλιστική φάση… Στο ρεφρέν η ιδιοκτήτρια με μια φίλη της -παρ’ αρίω μπάφω- προσπαθούν να σεκοντάρουν στα Ινδικά …όταν ξαφνικά σταματάει η μουσική και σβήνουν τα φώτα!!!
Σκοτάδι πίσσα και μπουκάρουν φωνάζοντας κάτι ακατάληπτα hindi, 5-6 αστυνομικοί με φακούς και κάτι καλαμένιες μαγκούρες στα χέρια…
.
Συνεχίζεται στο PART 2

20171118_114723

[WARNING! DANGER!!!
Do not read this until you have read INDIA 2017 (Part 1)
After you have read it …it is safe to continue reading.]

 Tamil Nadu 2017 (PART 2)

Βλέπω τη Gemma τρομαγμένη… «Τη βάψαμε» μου λέει. » Άμα μας πάνε μέσα …o νόμος εδώ είναι πολύ αυστηρός για τους ομοφυλόφιλους.» Κάποιοι άρχισαν να διαμαρτύρονται, άλλοι να φωνάζουν και οι αστυνομικοί εμπόδιζαν τους θαμώνες να βγουν από το μπαρ, φυλάγοντας πόρτες και παράθυρα. Γερό μπλέξιμο σκέφτηκα και άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια… Το ενδεχόμενο να οδηγηθώ σε κανα κελί Ινδικής φυλακής κατηγορούμενος για συμμετοχή σε gay party μου ‘κανε το ηθικό περντέ πιλάφ…
Που να εξηγείς τώρα ότι είσαι βαθέως μεροληπτικός υπέρ των γυναικών και μπήκες στο μπαρ για μια μπύρα? Η Gemma με φάτσα κομμένου αυγολέμονου με κοιτάζει σαν να μου ζητάει συγγνώμη που μ’ έμπλεξε.
Εκείνη τη στιγμή τρώω φλασιά με Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα και με εθνικιστικό ενθουσιασμό επιχειρώ ηρωική έξοδο. Ανάβω τον φακό του κινητού μου και πηγαίνω προς την κεντρική πόρτα.
Ένας μεγαλόσωμος μουσάτος αστυνομικός με φυζίκ ορεινού γορίλα της Ουγκάντα, με κοιτάζει με αυστηρό ύφος και μου κάνει νεύμα να γυρίσω πίσω σηκώνοντας και την μαγκούρα. Βγάζω το διαβατήριο και του λέω στα αγγλικά ότι είμαι περαστικός απ’ το μπαρ και δεν έχω καμία σχέση με το πάρτι.
Παίρνει το διαβατήριο και το κοιτάζει. Ψάχνει για τη βίζα. Γυρίζει τις σελίδες και αντιλαμβάνομαι ότι δεν βγάζει νόημα από το «Hellas».
«We will see it at the police station» μου πετάει στο άγριο, κάνοντάς μου νεύμα να γυρίσω πίσω στο μπαρ.
Νοιώθω απογοητευμένος του θανατά, κάνοντας τη σκέψη ότι αν και προτιμώ την καύση από το να με θάψουν … θα τα δεχτώ και τα 2 μαζί, αρκεί να γλιτώσω τη ρετσινιά και την ατίμωση από τους κωλομπαράδες ενοίκους της Arthur Road Jail …
Ξανατρώω φλασιά από Αρκάδι, Κούγκι κι Αλαμάνα και με πατριωτικό oβερντόουζ στο όνομα της ελευθερίας, επιμένω να βγω έξω.
Με απορημένη φάτσα Βρετανού ληξίαρχου και αυξημένο τον ειρωνικό δείκτη, με ρωτάει από ποια χώρα είμαι.
Με ρωγμώδη λυγμό του απαντώ «Greece».
«Katsouranis» μου λέει χαμογελώντας μ’ ένα αλλήθωρο συνωμοτικό βλέμμα και μου ανοίγει την πόρτα να βγω…
Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά σήμερα… ΠΑΟΚτσής μπάτσος στην Ινδία!
Δεν είναι τυχαίο… Ζάμπια, Νιγηρία τώρα και Ινδία… Η οικουμενική ιδέα του ΠΑΟΚ!
Ανυπόφορα συγκινημένος και με σκέψεις τύπου «κλείσε μέσα σου τον ΠΑΟΚ και θα νοιώσεις κάθε είδους μεγαλείο» έφυγα τρέχοντας.
Μετά από καιρό σ΄ένα ξενώνα στη Dharamsala, παρακολουθώντας για νανούρισμα Ινδικό ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, μαθαίνω ότι ο Κατσουράνης έπαιζε κι αναδείχθηκε «Hero of the match» στην Ινδική PUNE, συμπαίκτης με Cirillo και Trezeguet, κι έτσι λύθηκε το μυστήριο …αλλά χάθηκε η μαγεία για τη μεταφυσική δύναμη του ΠΑΟΚτσήδικου πνεύματος…

20171118_091240
Πίσω στη Varkala πάλι.
Η Gemma που είχε παχύνει λιγάκι και το πρόσωπό της άρχισε να «φέρνει» σε μαστίνο ναπολιτάνο, αρχικά δεν με θυμήθηκε. Μόλις της είπα για τη φάση στη Βομβάη ρίξαμε κάμποσα μεγκαβάτ γέλιου, συνοδεία καμουφλαρισμένων Kingfisher μέχρι τελικής πτώσεως. Για την ιστορία, μου είπε ότι εκείνο το βράδυ οι αστυνομικοί μπούκαραν μόνο για λεφτά. Τους έχωσε τα μισά, τσαμπουκαλεμένη, η λεσβία φίλη της (σκληρό μαγκάκι από κάποια δημοκρατία του πρώην Υπαρκτού) και το πάρτι συνεχίστηκε μέχρι αργά τα ξημερώματα.

Επόμενο πρωί. Περιμένω στο αεροδρόμιο του Θιρουβανανθαπούραμ την αναχώρηση για Βομβάη κι ανακατεύω έναν καραβίσιο καφέ, με την αναγκαία έπαρση που μου «βγήκαν» όλα τα ρίσκα κι οι επιλογές, ακολουθώντας το προσωπικό μου φύλλο πορείας στους άγνωστους δρόμους του Tamil Nadu.
Κάνω γρήγορο flash back.
Madras, αγορά μιας μαύρης Enfield 350 bullet και coast to coast Mahabalipuram, Puducherry, Pattukkottai, Thoothukudi, Kanyakumari (Cape Comorin), Madurai, Coimbatore, πώληση της μοτοσυκλέτας και ξανά νότια με το τρένο στη Varkala (στο γειτονικό state της Kerala)
Η επιλογή του Tamil Nadu? Δεν έχει να κάνει με όνειρο ζωής, ούτε με …»must see before you die». Η επιλογή της διαδρομής έχει κάτι το μεταφυσικό. Το διαισθάνεσαι. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στον χάρτη που εντυπώνονται στο μυαλό μας.
Το συναρπαστικό συστατικό του ταξιδιού είναι ακριβώς το ενδεχόμενο του τυχαίου και η διάθεση να καλοδέχεσαι το αλλόκοτο και το ασυνήθιστο, ομογενοποιημένος σ’ ένα πολυφυλετικό και πολυγλωσσικό χυλό, με τις δικές του πολιτισμικές παραδόσεις.
Σε μια μαγική χώρα όπου η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…
Και στα δύσκολα να θυμάσαι τα λόγια του Maharishi στον αποτροπιασμένο -απ’ τις αράχνες, μύγες, κατσαρίδες- Ringo Starr το 1968 στο Rishikesh:
«Για τους ανθρώπους που ταξιδεύουν στο χώρο της αγνής συνείδησης, οι μύγες δεν έχουν πλέον μεγάλη σημασία».
Άλλωστε η Ινδία μπορεί να τους χωράει όλους …όμως δεν είναι για όλους!

20171125_075759β

20171120_101843
.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μια μπάλα κι ένα ζήτω. Έτσι γενικώς. 

Posted by vnottas στο 24 Σεπτεμβρίου, 2018

Δύο ακόμη ποιήματα από τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη

 

ΕΞΕΜΕΤΡΗΣΕ …

Εξεμέτρησε το ζην

ετών πενήντα δύο.

Μόνος άνευ απογόνων  και επιγόνων.

Όλοι οι ιερείς της πόλεώς μας

συμπροσευχήθηκαν

για την εν ουρανοίς ευτυχία του,

που δεν μπόρεσε να  απολαύσει στη γη.

Ήταν που ο θεός τον αγαπούσε

κι έσπευσε γρήγορα

να τον καλέσει κοντά του.

Επιβεβαιώνοντας έτσι

Την μεγαλοσύνη του

Και την άφατη φροντίδα

για τον άνθρωπο.

Έτσι γενικώς. 

images (46)

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

Ο Άλμπυ, ο Πρέγκα, κι  ο Νουρ

κλωτσάνε μια μπάλα

σε χέρσα χωράφια

στήνοντας το όνειρο.

Να στείλουν φωτογραφία στη μάνα τους,

όπου κι αν βρίσκεται,

παριστάνοντας τον  Μέσσι, τον  Νευμάρ, τον Ρονάλντο.

Θυμούνται, οι εφιάλτες πάντα επιμένουν,

τα χαλάσματα των σπιτιών τους,

τις απανθρακωμένες γιαγιάδες τους,

που δεν πρόλαβαν να τους πούνε παραμύθια,

επιμένοντας να ονειρεύονται

έναν κόσμο που θα χωράει

όλα τα χρώματα.

Ακόμα και τους αράπηδες,

που έξω απ’ το γήπεδο τους φτύνουν,

οι φύλακες του νόμου και της τάξης.

Κλωτσάνε μια μπάλα γεμάτη ελπίδες,

με τον Ξενοφώντα και τον Παντελή,

που δεν τους νοιάζουν

οι μαύρες επιδερμίδες.

Μόνο τα αγκαλιάσματα και τα φιλιά

της νίκης και της αδελφοσύνης  τους συνεπαίρνουν.

Μια μπάλα κι ένα ζήτω

των συμπαικτών τους, μόνα τους εφόδια,

να αναποδογυρίσουν τον κόσμο

που τους γέμισε πληγές πριν ακόμα τον γνωρίσουν.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Ταξιδιωτικές ιστορίες ολικής αλέσεως

Posted by vnottas στο 19 Σεπτεμβρίου, 2018

Όπως σας έγραφα και παλιότερα «Ο Βασίλης Μεταλλινός, από τη Θεσσαλονίκη, αρχιτέκτονας και φίλος, όταν του την δίνει, καβαλάει μια μοτοσικλέτα και χάνεται στην κίτρινη ανταύγεια των  εξωτικών δρόμων ..»

Σήμερα αναρτώ την αφήγησή από ένα πρόσφατο μοτοσικλετιστικό ταξίδι στην Αφρική. Υποσχέθηκε ότι σύντομα θα μου στείλει και άλλες από αυτές τις γλαφυρές περιγραφές, τις οποίες, φυσικά, θα σας  κοινοποιήσω.

Γράφει ο Βασίλης Μεταλλινός

MADAGASCAR, 2018.

                          Ταξιδιωτικές ιστορίες ολικής αλέσεως (δεν περιέχουν γλουτένη).
Μεταλλινός 3
Τέσσερις τα ξημερώματα και οι ήχοι ήταν ανατριχιαστικοί… Πεπεισμένος ότι άκουγα καθαρά τον ερχομό ενός διψασμένου για αίμα λυκανθρώπου που περπατάει με σάλτα στο δωμάτιο, άναψα τον φακό μου, σφίγγοντας στο άλλο χέρι τον ελβετικό σουγιά. Ένας τεράστιος αρουραίος κι ένα κίτρινο φίδι είχαν σκορπίσει τα φρούτα μου στο πάτωμα, κάνοντας νταηλίκια γύρω από μια σακκούλα με χυμένα φιστίκια.
Πετάχτηκα απ΄το κρεββάτι κι έμεινα μετέωρος σαν hovercraft…
Μιας και δεν έχω καταλήξει ακόμη σε οριστικά συμπεράσματα για τις αντιδράσεις των φιδιών της Μαδαγασκάρης, προτίμησα να πηδήξω αλαφιασμένος από το παράθυρο, έξω από την ξύλινη καλύβα φωνάζοντας την παντρόνα.
Από την διπλανή καλύβα βγήκε ένας 65άρης Αυστριακός συνταξιούχος, που έφτασε στη Μαδαγασκάρη με ποδήλατο, ρωτώντας τι συμβαίνει, με βλέμμα αυστηρό …σαν καρδινάλιος του Ελ Γκρέκο, ενώ εμφανίστηκε και η τεραστίων διαστάσεων παντρόνα, που θα την χαρακτήριζες ομορφούλα μόνο αν την έβλεπες μέσα από αρνητικό ακτινολογικό φιλμ…
Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι δεν ήμουν διατεθημένος να μοιραστώ την κρεββατοκάμαρά μου μ’ ένα ερπετό κι ένα τρωκτικό, αποστρέφοντας το βλέμμα μου, φοβούμενος μήπως αν την κοιτούσα κατάματα …προσέβαλα το luxury bungalow που διαφήμιζε στο διαδικτυακό site, όπου ενέδωσα τουμπαρισμένος απ΄τις παραληρηματικές περιγραφές της. Άλλωστε οποιοδήποτε παράπονο για το δωμάτιο …δοκίμαζε τη συνοφρύωσή της..Μεταλλινός 1
Μπήκε τσαμπουκαλεμένη στην καλύβα μου κι ακούστηκαν κάτι ήχοι σαν γκονγκ… Πρώτος βγήκε ο αρουραίος απ΄την πόρτα, στρίβοντας με τις μπάντες τρομαγμένος για ν΄αποφύγει μια τεράστια παντόφλα που πετούσε σαν καταδιωκτικό Douglas Destroyer καθέτου εφορμήσεως και πέφτοντας σε μια σειρά από μπουκάλια μπύρας του Αυστριακού, σπάζοντας τα δύο τελευταία.
Σε 3-4 λεπτά βγήκε και η παντρόνα κρατώντας το φίδι απ΄την ουρά, κάνοντάς μου νεύμα να μπω μέσα, ενώ μια βαγκνερική γριά απ΄ το γειτονικό bungalow είχε αρχίσει να τσιρίζει στις ψηλότερες νότες της Lucia di Lammermoor…
Περίμενα την παντρόνα έξω απ΄το δωμάτιό της. Σε 3 λεπτά επέστρεψε και πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ, ξάπλωσε σε μια πολυθρόνα παίρνοντας πόζα αρχοντοπουτάνας βερολινέζικου καμπαρέ του μεσοπολέμου, επαναλαμβάνοντας χαμογελαστά «votsotsa*-votsotsa, no danger mister Vasilis… good snake no danger mister Vasilis…go to sleep, go to sleep»…
To ερώτημα παραμένει αειθαλές και αρχετυπικό απ’ τον Αλμπέρ Καμύ:“Should I kill myself, or have a cup of coffee?”
Η ώρα είχε πάει 5 παρά. Κάθησα στο τραπεζάκι έξω απ’ την καλύβα κι ετοίμασα έναν καραβίσιο. Ήρθε κι ο Αυστριακός από δίπλα φέρνοντας και μια καρέκλα. Μεγάλη μάρκα τελικά… Οι καραβίσιοι γίνανε δύο. Αυτός ξεκινούσε το ταξίδι του απ΄τα χαράματα για να γλυτώσει απ΄τον καυτό ήλιο του 20ου παράλληλου νότια του Ισημερινού.
Κάναμε γκεζί για 400 χιλιόμετρα. Οδηγούσα αργά την μικρή μοτοσυκλέτα μου, ανάμεσα στις χιλιάδες λακκούβες και δεν είχαμε πρόβλημα να φτάνουμε μαζί στο επόμενο χωριό για διανυκτέρευση. Περίεργος τύπος, πετάλι τη μέρα και καταχρήσεις τη νύχτα μέχρι πλήρους απόφραξης αρτηριών από λίπη, νικοτίνη και αλκοόλ.
Φτάσαμε μαζί μέχρι τη Sambava. Εκεί διεπίστωσε ότι η ποδηλασία σε χωμάτινο τερέν με λακούβες-παγίδες ελεφάντων, δεν περιλαμβάνονταν στα ατού του ιατρικού του φακέλλου, με αποτέλεσμα να συνεχίσει με το λεωφορείο.
Μετά από 2 βδομάδες τον ξανασυνάντησα στο Ανταναναρίβο στο CGM, ένα Jazz μπαρ που λειτουργούσε μεσημεριανές ώρες στο Analakely, κάπου στο κέντρο. Εκεί κάτι Μαλαγάσιοι τζαζίστες αυτοσχεδίαζαν πάνω σε funky κομμάτια του Fela Kuti , ενώ ο Αυστριακός προσπαθούσε να βρει τις λύσεις για τα υπαρξιακά του προβλήματα στον πάτο ενός μπουκαλιού Dzama-Prestige cuvee’ noir…Μεταλλινός 2
Δεν προλάβαμε να τα πούμε ούτε να δούμε τους MadaJazz* γιατί έξω γινότανε χαμός.
Έκλεισε το μαγαζί κακήν κακώς και βγήκαμε στην τεράστια σκάλα που οδηγούσε στην Avenue d’Ιndependence. Εκεί στασιαστές κόντρα στη διεφθαρμένη και ληστρική κυβέρνηση (με τις πλάτες των Γάλλων) είχαν στήσει οδοφράγματα και επιτίθεντο κατά των πάνοπλων στρατιωτικών, που βαρούσαν με κανονικές σφαίρες στο ψαχνό. Έξι νεκροί και καμιά πενηνταριά βαριά τραυματίες… Πήγε 6 τ’ απόγευμα, έπεσε σκοτάδι και στην πόλη δεν ανάβει δημοτικός φωτισμός. Δεν υπάρχουν αυτονόητα εδώ…
Μαύρο σκοτάδι, πυροβολισμοί, φωτιές …κόλαση! Αξέχαστη εικόνα-κλωτσιά στα κωλομέρια των δικών μας επαναστατών της μουσταλευριάς …που έγιναν αναρχομπαχαλάκηδες για να αντιδράσουν στον δεξιό μπαμπά, με τις γοητευτικώς άχρηστες και αχρήστως γοητευτικές «παρεμβάσεις» διαμαρτυρίας…
Χαθήκαμε με τον Αυστριακό μέσα στο πατιρντί… Ο τύπος ήταν πολύ θαρραλέος αφού πέρασε κάθετα τη λεωφόρο, ανάμεσα σε εκτοξευόμενες κοτρόνες και σφαίρες. Άλλωστε είχε περάσει πιό ζόρικες στιγμές στη ζωή του, όταν μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε παρακολουθήσει το moto-ταξιδιωτικό ντοκυμαντέρ «Long Way Round» μέχρι το τέλος…
Η φυσιογνωμία μου που «φέρνει» σε Γάλλο, σε συνδυασμό με 3-4 ξυπόλητους νεαρούς Μαλαγάσιους με μαχαίρια σε μέγεθος κουπιού γόνδολας, να με κοιτάνε περίεργα …μ΄έπεισε στην απόφαση να ζήσω και το υπόλοιπο αυτού του κενού γρίφου που λέγεται ζωή, ανεβαίνοντας τα 175 σκαλοπάτια προς την οδό Ratsimilaho, σε στιλ Ντάιρον Ρόμπλες!
Την επόμενη μέρα δώσαμε ραντεβού στο bar «Le Glacier» για μπύρες …giraffes. Οι ταραχές ξανάρχισαν και το μαγαζί οχυρώθηκε πίσω από τα κατεβασμένα μεταλλικά κεπέγκια. Μια οκταμελής ορχήστρα απ’ το festival du desert του Μάλι, έπαιζε κι ο Αυστριακός σηκώθηκε να χορέψει. Δεν πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω. Τον έχασα όταν διαπίστωσα ότι είχε αποσυρθεί με κάτι ντόπια κορίτσια με ειδίκευση στις χειρομαλάξεις και αυξημένο το δείκτη ευγνωμοσύνης στα κερασμένα coctails…
Το ταξίδι συνεχίζεται… Cheers!
……

ΥΓ1. Votsotsa = ποντίκι γίγας της εντόπιας πανίδας
ΥΓ2. Μadajazz = mad a jazz, γνωστή jazz μπάντα στη ΜαδαγασκάρηΜεταλλινός 5

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τρεις τα ξημερώματα θα ήθελα….

Posted by vnottas στο 18 Σεπτεμβρίου, 2018

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

Θα ήθελα

Il_Machia

Μέσα στου Καραβάτζιο τις σκιές

θα ήθελα να κρυφτώ

να μη με συναντούν τα λαμπερά άλλων ζωγράφων

σε μία νότα να ήμουν σφηνωμένος θα το ήθελα

ανάμεσα σε ένα σολ και ένα ντο

σε παρτιτούρα του Αλμπινόνι

να κάνω ένα πέρασμα φρέημ μισό

στο ‘μακριά απ το αγριεμένο πλήθος’

ξιφομαχώντας με αόρατο εχθρό στα στάχια

ερωτευμένος ως τα μπούνια  με τη Τζούλι Κρίστι

τζούλι-2-230x300

θα ήθελα  σ ένα  ιστιοφόρο να κρυφτώ

που το ζωγράφιζε ο Αιβαζόφσκι

μες σε φουρτουνιασμένες  θάλασσες

κι ακόμα να ήμουν άγραφη σελίδα

προσμένοντας στίχους του Μπόρχες

πάνω μου

όπως επίσης και μια σταγόνα από Σανέλ

 στον  αλαβάστρινο λαιμό της Μέρλυν

το νύχι ενός καλόγερου θα ήθελα να είμαι

που σπρώχνει ένα σκουπιδάκι

στην άκρη των χειλιών μιας Παναγίας

που ζωγράφισε για ενός μοναστηριού το τέμπλο

τέλος θα ήθελα επίσης να είμαι φευγαλέα

η άκρη του δακτύλου ενός πιτσιρικά αναρχικού

που με ακραίο μίσος για δέκα δεύτερα πιέζει

τα όνομα ένα τραπεζίτη στο θυροτηλέφωνο

στη λεωφόρο Αμαλίας

τρεις τα ξημερώματα  θα ήθελα….

αρχείο λήψης (5)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Απολογισμοί…

Posted by vnottas στο 13 Σεπτεμβρίου, 2018

(ένα ποίημα από τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

skiaxtro (1)

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΦΤΟΥΡΗΣΕ

Τίποτα δε φτούρησε αυτό το καλοκαίρι.

Κι ας έλαβε όλα τα ενδεικνυόμενα

                  ή υποδεικνυόμενα μέτρα.                    

Κι οι ντοματιές του εξεμέτρησαν  το ζην προώρως,

 Κι όλα τα λαχανικά  του, ακόμα κι οι ανυπότακτες

καυτερές πιπεριές, τα τσίλι που λένε οι ξενόγλωσσοι,

παρέμειναν ατροφικές.

Τα απίδια και τα σταφύλια του,

αφέθηκαν στο έλεος των ανέμων

και των πετεινών του ουρανού, ,

που χωρίς να σπέρνουν ή να  θερίζουν,

κατά πως λέει το Ευαγγέλιο

 βρίσκουν να τρώνε από το χέρι του θεού,

που σκορπά απλόχερα το μόχθο των άλλων.

Ακόμα κι οι θεράποντές  του,

συμβουλές του έδιναν. Όχι ελπίδες.

Που άλλωστε δεν μπορεί να διαχειριστεί

Έχοντας σίγουρο

το τέλος της δημιουργίας,

Αυτής που όλοι δοξάζουν και υμνολογούν,

Σιωπώντας αιδημόνως , όταν αδυνατούν  

να εξηγήσουν το τέλος της.

Κι αυτό το καλοκαίρι,

Που φεύγει ρέοντας μεσ’ απ’ τα δάχτυλά του,

σαν ψιλή άμμος           

δεν του έφτασε ούτε για  ένα στίχο.

Ούτε τα υπερώριμα  απίδια του

δεν πρόλαβε να μαζέψει,

Που χάθηκαν κι αυτά μέσα στον

Αμέτρητο, άπειρο, ασύλληπτο

Χρόνο, που δεν του ανήκει πια.  

images (10)  

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Καλοκαίρι 2018. Ποιήματα από τον Νίκο και τον Ηλία.

Posted by vnottas στο 10 Σεπτεμβρίου, 2018

Από τον Ηλία Κουτσούκο και τον Νίκο Μοσχοβάκο,  θερινή παραγωγή με ποικίλη έμπνευση.

  1. Ν. Μοσχοβάκος

image

ΗΜΟΥΝ ΙΠΠΕΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

 

Ήμουν κι εγώ ιππέας του Αυτοκράτορα

όταν κατεστάλη η στάση του Νίκα.

Με φρόνημα υψηλό κι αυταπάρνηση

υπερασπίστηκα την αίγλη του.

Σήμερα αιώνες μετά

εξακολουθώ να συντηρώ τ’ άλογό μου

μ’ έξοδα του Μεγαλειότατου.

Τις πρώτες πρωινές ώρες κάθε μέρα

εκγυμνάζω τον ίππο μου

σε καλπασμούς κανονικότητας

κι επελάσεις ηδονής.

Ανεβοκατεβαίνω τη λεωφόρο Αλεξάνδρας

σπανίως ξεστρατίζω στα στενά δρομάκια του Γκύζη

και ξαποσταίνω μετά στο πεδίο του Άρεως.

Διατηρώ έτσι σ’ άριστη κατάσταση τ’ άλογό μου

που με το κεφάλι ψηλά

αψηφά κάθε εμπόδιο κι ειν’ έτοιμο

για επιδόσεις νίκης.

Με φθονούν, το ξέρω

οι οκνοί κι αναποτελεσματικοί

ιππότες της ρουτίνας

που μονίμως σχολιάζουν μ’ αμετροέπεια

την επιμονή μου να υπηρετώ

τον φυσικό μου αφέντη.

Γνωρίζουν πάντως καλά ότι δεν πτοούμαι

ουδέ αιδούς κρατήματα έχω.

Μπολιάζω μ’ αυτοπεποίθηση

τον σπάνιο ίππο μου

κι είμαι ετοιμοπόλεμος κι ανδρείος.

Οι όποιες επιφυλάξεις μου

δεν είναι για τις μάχες όπως ξέρετε

αλλά για τους αντιπάλους

που γίνονται εύκολη λεία στις επιθυμίες μου

όπως τότε που καταστείλαμε μ’ ευθύνη

και φρόνηση περισσή

την ολέθρια στάση του Νίκα

στην απειλούμενη Βασιλεύουσα

κι έλαβα τον έπαινο διάκρισης

από τα κρινοδάχτυλα

της ωραίας Αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Ποτέ μου λοιπόν δεν θα πάψω

να εκγυμνάζω τον ίππο μου

αναζητώντας νέα τρόπαια

και παραστάσεις θριάμβων

έστω κι αν στερούμαι αιώνες τώρα

τον ύπνο και την ανάπαυσή μου.

2. Ν. Μοσχοβάκος

975_n

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Όλοι οι Έλληνες ήσαν εκεί

στην εκστρατεία κατά των Περσών

πλην Λακεδαιμονίων

όπως διεδόθη αστραπιαίως

και ‘μεις Ιμέριοι και Γελάσιοι

της μεγάλης Ελλάδος τέκνα

αναλογιζόμενοι τι είχε συμβεί

πριν από έναν περίπου αιώνα

απορούσαμε χωρίς σκοπιμότητες:

Είπε κανείς ποτέ

ότι στις Θερμοπύλες

έπεσαν μαχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι

πλην λοιπών Ελλήνων;

Όμως εφησυχάσαμε ανακουφισμένοι

όταν πληροφορηθήκαμε

τον μεγάλο αριθμό μισθοφόρων

που ακολούθησαν τους Μακεδόνες.

Κι αποφανθήκαμε στέρεα:

και βέβαια πλην Λακεδαιμονίων.

3. Η. Κουτσούκος

provata2

έξω απ τη στάνη

Ο Κύριος είναι ο ποιμήν μου

μέσα απ τα ζοφερά λιβάδια του σύμπαντος

με οδηγεί

μαζί Του βαδίζω σταθερά

χωρίς να φοβάμαι το σκότος

ο Κύριος είναι ο βοσκός μου

κι εγώ το χαζό προβατάκι Του

που έφυγα απ τη μάντρα

και με βρήκαν τα σκυλιά Του

Ο Κύριος με οδηγεί

πίσω Του κάθομαι

και τρέχει

με τζιπ, με γουρούνα, με μηχανή χιλιάρια

με εξωλέμβιο, με χόβερκραφτ και πύραυλο

μες τις εσχατιές δασών του χάους τρέχει

 

Μα πουθενά δεν το μπορεί να πάει ο Κύριος

γιατί Του έχω κόψει κλίση από τότε που ήμουνα

 μικρό παιδάκι

                                          

και σιχαινόμουν

τους  τσομπάνους

αφού μαντρώνανε τα πρόβατα

τους κλέβανε το γάλα

και κάθε Πάσχα τα λιανίζανε

και επίσης σιχαινόμουν όλους αυτούς

που ήθελαν να είναι προβατάκια

και να λατρεύουν το τσομπάνο τους

ενώ το βασικό στοιχείο του ανθρώπου

είναι να φεύγει μακριά όσο μπορεί από τη στάνη

κι από σερίφηδες τσομπάνους

όσο αντέχουνε τα ποδαράκια του

σε όμορφα λιβάδια να πηγαίνει

4. Ν. Μοσχοβάκος

images (6)

ΣΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ

 

Στο υγρό δάπεδο του βλέμματός σου

βρύα χρωμάτων γεμάτα φως

αντανακλούν άψογα

των αισθημάτων σου τις ανταύγειες.

Με κοιτάζεις μ’ αγάπη            

που ριζωμένη χρόνια τώρα ανθίζει.

Είμαι τυχερός που διαβάζω τα όνειρά σου

και πάντα υπάρχω

μέσα σ’ αυτά.

Σου μιλώ σιγά χωρίς να σκέφτομαι τι λέω

όμως ξέρω καλά αυτά π’ ακούς.

Έτσι συνεννοούμαστε εξάλλου μια ζωή.

Χωρίς περιστροφές.

Πάλι τελειώνει ένα καλοκαίρι.

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης!

Posted by vnottas στο 1 Σεπτεμβρίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

ς

 

Ο συλλέκτης

 

Τι ωραία να ήμουν συλλέκτης

να μάζευα μια ζωή γραμματόσημα

από εξωτικές χώρες που δεν πήγα

να μάζευα σπιρτόκουτα

από φωτιές που δεν έκαψα

σπάνια λουλούδια σε φυτολόγιο

από κήπους που δεν μπήκα

όμορφες πεταλούδες

από δάση που δεν περπάτησα

να αγόραζα πορτολάνικους χάρτες

με λιμάνια παράξενα

κι οικόσημα σπάνια

να είχα ωραία κρασιά στο κελάρι μου

παλιές μετοχές σιδηροδρόμων

που καταργήθηκαν

νομίσματα που ακυρώθηκαν

δεκαετίες πριν

να συγκέντρωνα απέραντα πριν

για μετά

να έχω  βρε αδερφέ μια ασχολία

ένα χόμπι για τα γεράματα

να βρίσκομαι με άλλους συλλέκτες

που οι απόγονοί τους ύστερα

τους έχουν εντελώς χεσμένους

για όλα αυτά που μάζευαν…

.

αλλά ας όψεται ο παππούς μου

όταν μου είπε κάποτε σοβαρός

‘να παν στο διάολο οι συλλέκτες

εγώ μόνο τις λύπες μου μαζεύω

σε τούτη τη ζωή’….

 ξμ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Οράματα…

Posted by vnottas στο 26 Ιουλίου, 2018

 young_girl_picasso_rnew

(Ηλίας Κουτσούκος)

 

Ποιος είδε

 Είδα τον ήλιο κόκκινο και συννεφάκια μαύρα

μες στο λιβάδι τους λαγούς να παίζουνε κρυφτούλι

κατήφορο σε ανήφορο

σκυλιά να κυνηγούνε

πέρδικες που πετούσανε

σε τέσσερις διαστάσεις

 .

 είδα δυο ήρωες δειλούς

και αριστερούς ναζήδες

στης Ιστορίας τη γιορτή

να σβήνουνε κεράκια

στου  Μπέργκεν-Μπέλσεν το  βυθό

να ψάχνουν για κοράλια

 και είδα πρώτος  το όνειρο

πως ήμουνα παιδάκι

και τύλιγα τα χέρια μου

 σ’ άσπρους λαιμούς αγγέλων

πριν γίνω  σαν μεγάλωσα

μιας Τράπεζας πελάτης

 .

 είδα μια νύχτα κάτασπρη

μέσα μου μαύρη μέρα

φεγγάρι μισοφέγγαρο

να πέφτει σε πηγάδι

και το νερό να χύνεται

στο αδειανό τοπίο

 .

κανείς δεν είδε τίποτα

και φαίνεται σαν ψέμα

όσα μου υποσχέθηκαν

κάποια φευγάτη ώρα

πως δήθεν τάχα  το μυαλό

 ξεφεύγει απ το σώμα

 ψάχνοντας  μες στο έρεβος

να πάει σ άλλα μέρη

1472929

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κι ο λύκος πλησιάζει…

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

images (2)

Ο υποδιοικητής των ΜΑΤ στον Ζωολογικό

Σαράντα επτά  είναι και ψόγο πάνω του δεν θα βρεις.

Ευθυτενής, ολιγομίλητος και πάντα σοβαρός με βάση

στο ‘μάλιστα’ και στο ‘διατάξτε’ συνεχώς.

Τους άνδρες κατευθύνει πάντα με στρατηγική πετυχημένη

είτε τους φοιτητές να πλαγιοκοπούν

είτε εργάτες να ξυλοκοπούν

είτε τους φουκαράδες συνταξιούχους να ψεκάζουν.

Ξέρει από ‘λελογισμένη’ χρήση χημικών

κι από συλλήψεις δίχως νταβαντούρι.

Το βλέμμα του είναι φευγάτο χρόνια

ανάμεσα σε πέλαγα  του μέσα Τίποτα

και του Καθόλου τις απέραντες βουνοκορφές.

Το μόνο του κουσούρι είναι ο Ζωολογικός

όπου πηγαίνει κάθε Τετάρτη απόγευμα

λίγο πριν κλείσει-δυο χρόνια τώρα-

και κατευθύνεται  στα 150 τετραγωνικά

που είναι  κλεισμένος  ένας  λύκος.

Κάθεται και τον βλέπει να γυρνάει σαν υπνωτισμένος

γύρω απ τα  σύρματα που τον κρατούν αιχμάλωτο

και ενώ η πειθαρχία μέσα του,

του λέει ,πως έτσι είναι το σωστό [καθείς εφ ω ετάχθη]

βγάζει απ τη πίσω τσέπη του ένα κόφτη

και κόβει ένα  κομμάτι φράχτη δυο τετραγωνικά

κι ύστερα κάθεται στην άκρη

και περιμένει τι θα κάνει ο λύκος.

Κι ο λύκος πλησιάζει

ρίχνει ένα βλέμμα ‘άσε μας’ στον υποδιοικητή των ΜΑΤ

και επιστρέφει στη φωλιά του.

Κανείς δεν βλέπει μες στο σούρουπο

πως έχουνε γεμίζει δάκρυα

του υποδιοικητή τα μάτια

από τα χημικά που του επέταξε  ο λύκος

καθώς  του γύρισε τη πλάτη….

lykos

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τ’ αρματωμένα κοριτσάκια

Posted by vnottas στο 12 Ιουλίου, 2018

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

3alice

 …στον ύπνο όλα γίνονται

όπως στη καθημερινή ζωή

που  όλοι γύρω μου κοιμούνται

ή συμμετέχουν ύπουλα σφάζοντας τις ζωές των άλλων

που δεν τους φταίξαν τίποτα

 

Μουγγά κοριτσάκια με φυλάνε…

 

 Λουσμένος σε ιδρώτα κι αίμα

 νιώθω να χάνω αζιμούθια

μέσα σε όνειρα που ασύδοτα γυρνάνε

στου  κεφαλιού  τις ασυνάρτητες στοές.

Τότε  σαν από θαύμα εμφανίζονται τούτα τα κοριτσάκια

κρατούν μακριά σπαθιά και κοφτερά μαχαίρια

φτιάχνουν τετράγωνα ή μπαίνουνε  σε ινδική γραμμή

κι ορμούν όλα μαζί καρφώνοντας διαβιβαστές στη πλάτη

βγάζουν εικόνες ήττας που ήταν φυλαγμένες

 μέσα σε  ορύγματα νευρώνων

μου ανασκολοπίζουνε  παλιές αγάπες

βγάζουν τα μάτια  από βλέμματα που δήθεν με ποθήσαν

είναι απίστευτα σκληρά σε ικεσίες

όλων των καθωσπρέπει της παλιάς σχολής

στριφογυρίζουν τα σπαθιά τους στις πληγές

έτσι να ξεριζώσουνε  το σκάλπ  της γοητείας

που την κρεμούν στη μαύρη ζώνη τους μετά.

Κάποια στιγμή τούτο το μακελειό θέλω να σταματήσω

φωνάζοντας στην αρχηγό τους που δεν μοιάζει

πάνω από 12 να είναι

«αμάν κορίτσι μου αμάν, φτάνει ετούτος ο χαμός.»

Τότε εκείνη έρχεται και βλέπω ιδρωμένο

όλο το προσωπάκι

 πάνω απ τα μουγγά  χειλάκια  της

μα έχει ένα βλέμμα σαν να λέει άγρια

«κάτσε στην άκρη κι άσε μας στην αποστολή μας

να κάνουμε ότι ξέρουμε, να σε φυλάμε δηλαδή»

και τι να κάνω ρε παιδιά

στην άκρη του Σφαγείου κάθομαι

και το βουλώνω…

Όταν τελειώσουν με το μακελειό -τα βλέπω-

πάνε και κάθονται στο φράχτη των ονείρων μέσα μου

κουνάν τα πόδια τους, μαζεύουν τα πεσμένα τους καλτσάκια

και βάζουν σάλιο στις πληγές πούχουν τα γόνατα τους…

ξ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η λέσχη του ¨τίποτα¨ (είναι κι αυτή κάτι…)

Posted by vnottas στο 11 Ιουλίου, 2018

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

Μέλος Λέσχης του Τίποτα…

128

Είμαι μέλος της Λέσχης

Του ¨ΤΙΠΟΤΑ¨

Βρισκόμαστε σε Café  και λέμε εξυπνάδες

Δηλαδή ‘η γυναίκα μου δεν μαγείρεψε..’

κι η απάντηση ‘στείλε την στη μάνα της’

ή ‘μου μίλησε άσχημα ο γιος μου’

κι η απάντηση ‘βρίσε του τον πατέρα,

σίγουρα δεν  είσαι εσύ..’

Μαζευόμαστε και λέμε

πως οι πολιτικοί πρέπει να πεθάνουν

γιατί άφησαν τους Τραπεζίτες να τους καβαλούν

και μετά ένας θυμάται πως ήταν ιππέας

κι ένας άλλος πως ήταν σύμβουλος

κι ένας τρίτος, πως η κόρη του δουλεύει

σε εταιρία εισπράξεων και τηλεφωνεί

για πέντε κατοστάρικα και τρομάζει χρεωμένους…

Γενικά θέλουμε να γελάσουμε

και δεν μπορούμε αβίαστα

άρα κάποιος πρέπει να μας βιάσει

‘κι άλλο..’ ρωτάει ο άλλος

Κι ένας άλλος συμπληρώνει

‘να ντυθούμε γυναίκες και να πάμε στην Ινδία’

.

Δεν πιστεύουμε στον  Θεό, στον  διαρκή έρωτα,

στις συνωμοσίες, στις Στοές, στη γιόγκα

Δεν πιστεύουμε στη γιατρειά, στον Παράδεισο

στην αιώνια ζωή και μερικοί πιστεύουν

πως δεν υπάρχουμε καν στ’ αλήθεια

αλλά πως βρισκόμαστε μια φορά τη βδομάδα

από συνήθεια που όταν τη συνηθίσεις

είναι πιο δυνατή απ’ τη δύναμη της συνήθειας…

.

Μερικές φορές ένας από μας λέει

πως έχουμε γίνει αόρατοι

και τότε του δείχνουμε -ξέρετε τι-

κι αυτός απαντάει ‘δεν βλέπω τίποτα,

γιατί είναι αόρατα…’

Ξεκινήσαμε κάπου είκοσι μέλη

και κάθε χρόνο χάνουμε κι έναν

κι αυτό γιατί τουλάχιστον

έχουμε καταλάβει την αφαίρεση

ως μια μοιραία πράξη πρόσθεσης

 στη συνέχεια του κόσμου….

αρχείο λήψης

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »