Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for the ‘Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά’ Category

Il testamento (Η διαθήκη) *S’i fosse fuoco (Φωτιά αν ήμουν θα ’καιγα τον Κόσμο) * La chiamavano Bocca di Rosa (Η Ροδόστομη)

Παραγγελιά (La chiamavano Bocca di Rosa)

Posted by vnottas στο 7 Οκτώβριος, 2014

Με το που τέλειωσαν οι καλοκαιρινές διαλείψεις, ασυνέχειες και διακοπές με παίρνει ο Θάνος τηλέφωνο, κι ανάμεσα σε άλλα (τέλους σεζόν) μου λέει:

– Μπαμπά, άκουσα ένα ωραίο τραγούδι του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ.

– Ποιο; τον ρωτάω.

-Το Bocca di Rosa, μου λέει.

– Ωραίο πράγματι, συμφωνώ.

– Πώς και δε το μετάφρασες με τα άλλα;

– Να σου πω την αλήθεια μια φορά το είχα αρχίσει, αλλά έχει πολλές μικρές στροφές και κάπου το άφησα ή με άφησε.

– Παραγγελιές δέχεσαι;

– Από σένα, άμα λάχει, ναι (το έχω ξανακάνει).

Κάπως έτσι, ανάμεσα στους αρχαίους με τους οποίους κάνω παρέα τον τελευταίο καιρό, εμφανίστηκε πάλι ο Φαμπρίτσιο.

Η προσπάθεια είναι προφανώς αφιερωμένη στο Θάνο.

images (25)

Η Ροδόστομη

Την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

τον έρωτα είχε πιο πάνω απ’ όλα!

την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

πολλοί από μας τη θυμούνται ακόμα.

*

Με το που φτάνει στη μικρή μας πόλη

από το τρένο σαν κατεβαίνει,

με μια ματιά καταλάβαμε όλοι

ότι δεν ήταν καμιά ιερωμένη!

*

Άλλη αγαπάει γιατί βαριέται,

άλλη για χρήμα μόνο αγαπιέται,

μα η Ροδόστομη, αν δεν κάνω λάθος,

ερωτευόταν  μόνο από πάθος!

*

Αλλά το  πάθος, μας παρασύρει

να ερωτευόμαστε πάντα με μένος

και δεν ρωτάμε ο αγαπημένος

αν είναι ελεύθερος ή παντρεμένος.

 *

Κι έτσι της πόλης μας οι κυράτσες

-εδώ που τα λέμε, πολύ δε θέλει-

στο «ρόδινο στόμα» ορμήσανε  όλες

γιατί τους στέρησε το μέλι.

*

Αλλά της πόλης μας οι σουσουράδες,

οι καρακάξες και τ’ άλλα είδη,

μια που δεν έχουν πολλή φαντασία

περιοριστήκανε στο βρισίδι.

 *

Σ’ όλους αρέσει να συμβουλεύουν

κι όλο μαθήματα να παραδίνουν

κι όλοι στη λένε για το καλό σου

κακό παράδειγμα σα δεν σου δίνουν.

 *

Έτσι μια γέρικη πια καλιακούδα

χωρίς παιδιά, δίχως επιθυμίες,

πήρε με κέφι την πρωτοβουλία

σωστές να δώσει οδηγίες.

 *

κι είπε σταράτα στις κερατωμένες

με φράσεις κοφτές και με λέξεις ψαγμένες:

¨Να πώς θα διορθώσουμε την αδικία:

Θα ειδοποιήσουμε την Εξουσία!¨

 *

Κι εκείνες πήγανε στον αστυνόμο

και του τα είπαν με λίγα  λόγια:

«Πιότερους έχει η τσούλα  πελάτες

κι απ’ της κυβέρνησης τα λαμόγια!»

 *

Και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι,

με τα γαλόνια, με τα γαλόνια

και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι

με τα γαλόνια και τα κορδόνια.

 *

Η τρυφερότητα δεν είναι μια αξία

που έχουν οι μπάτσοι αδυναμία,

μα εκείνη τη μέρα να πάρει το τρένο

τη συνοδέψαν  μ’ απροθυμία.

 *

Στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν όλοι,

από τον διάκο ως τον γεωπόνο,

στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν κι είχαν

στη φάτσα θλίψη, στα μάτια πόνο.

 *

Για να χαιρετίσουν αυτήν που για λίγο,

χωρίς ιστορίες, χωρίς απαιτήσεις,

για να χαιρετίσουν αυτή που για λίγο

χάρισε του έρωτα τις συγκινήσεις.

 *

Και μία φράση είχαν γραμμένη

με γράμματα μαύρα σε μια πινακίδα:

«Γλυκιά Ροδόστομη σε χαιρετάμε

μαζί σου  φεύγει η ανοιξιάτικη ελπίδα».

 *

Αλλά μια φήμη λίγο σκαμπρόζα

δεν έχει ανάγκη του τύπου την πρόζα

κι από σαΐτα ταχύτερη ακόμα

να που εξαπλώνεται στόμα με στόμα.

 *

Και να που στον άλλο σταθμό του τρένου

κόσμος πολύς από όλη τη χώρα

να  στέλνει φιλιά,  να στέλνει λουλούδια

να την καπαρώνει για λίγη ώρα

 *

Ως κι ο εφημέριος που δεν αρνιέται,

-μετά απ’ ένα γάμο ή μία κηδεία-

της ομορφιάς την εφήμερη δόξα,

την θέλει δίπλα του στη λιτανεία!

 *

Και με την Παρθένο στην πρώτη αράδα

και τη Ροδόστομη στη μέση του δρόμου

 στη μικρή πόλη γυρίζουν αντάμα

η Αγία Αγάπη κι η αγάπη εκτός νόμου.

***

images (24)

Εδώ με τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ

*

Κι εδώ με την Ορνέλα Βανόνι

…και μια ανάγνωση

images (28)

Bocca di Rosa

La chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore, metteva l’amore,
la chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore sopra ogni cosa.
*
Appena scese alla stazione
nel paesino di Sant’Ilario
tutti si accorsero con uno sguardo
che non si trattava di un missionario.
*
C’è chi l’amore lo fa per noia
chi se lo sceglie per professione
bocca di rosa né l’uno né l’altro
lei lo faceva per passione.
*
Ma la passione spesso conduce
a soddisfare le proprie voglie
senza indagare se il concupito
ha il cuore libero oppure ha moglie.
*
E fu così che da un giorno all’altro
bocca di rosa si tirò addosso
l’ira funesta delle cagnette
a cui aveva sottratto l’osso.
*
Ma le comari di un paesino
non brillano certo in iniziativa
le contromisure fino a quel punto
si limitavano all’invettiva.
*
Si sa che la gente dà buoni consigli
sentendosi come Gesù nel tempio,
si sa che la gente dà buoni consigli
se non può più dare cattivo esempio.
*
Così una vecchia mai stata moglie
senza mai figli, senza più voglie,
si prese la briga e di certo il gusto
di dare a tutte il consiglio giusto.
*
E rivolgendosi alle cornute
le apostrofò con parole argute:
«il furto d’amore sarà punito-
disse- dall’ordine costituito».
*

E quelle andarono dal commissario

e dissero senza parafrasare:
«quella schifosa ha già troppi clienti
più di un consorzio alimentare».
*

E arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi con i pennacchi
e arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi e con le armi.
*
Il cuore tenero non è una dote
di cui sian colmi i carabinieri
ma quella volta a prendere il treno
l’accompagnarono malvolentieri.
*
Alla stazione c’erano tutti
dal commissario al sagrestano
alla stazione c’erano tutti
con gli occhi rossi e il cappello in mano,
*
a salutare chi per un poco
senza pretese, senza pretese,
a salutare chi per un poco
portò l’amore nel paese.
*
C’era un cartello giallo
con una scritta nera
diceva «Addio bocca di rosa
con te se ne parte la primavera».
*
Ma una notizia un po’ originale
non ha bisogno di alcun giornale
come una freccia dall’arco scocca
vola veloce di bocca in bocca.
*
E alla stazione successiva
molta più gente di quando partiva
chi mandò un bacio, chi gettò un fiore
chi si prenota per due ore.
*
Persino il parroco che non disprezza
fra un miserere e un’estrema unzione
il bene effimero della bellezza
la vuole accanto in processione.
*

E con la Vergine in prima fila
e bocca di rosa poco lontano
si porta a spasso per il paese

l’amore sacro e l’amor profano.
***

images (27)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Η διαθήκη

Posted by vnottas στο 16 Νοέμβριος, 2011

Όταν ο Χάρος θα με καλέσει

ίσως σε κάποιους να μην αρέσει

τι στη διαθήκη μου έχω προβλέψει

να τους αφήσω για κληρονομιά.

Μη μου φωνάζετε, δε χρησιμεύει,

εγώ στην κόλαση θα είμαι πια!       

[Μη ξεφωνίζετε δε χρησιμεύει,

θα ‘μαι στην κόλαση για τα καλά!]

Λέω να αφήσω στους νταβατζήδες

ένα πτυχίο στην Οικονομία,

για να μπορέσουν αυτές οι ατσίδες,

τα ηνία αφού πάρουνε στην κοινωνία,

να λύσουν το πρόβλημα της κουραμάνας

απ’ το εισόδημα της κάθε πουτάνας

[Θέαμα κι άρτος εξασφαλισμένος.

κι ο γάιδαρός μας γερά δεμένος]

Μία  βεβαίωση ¨κοσμιοτάτη¨

θέλω να αφήσω στην Μελπομένη,

που την κοσμιότητα έχει γραμμένη

και με φαντασία ιερουργεί στο κρεβάτι.

Έτσι ένα σύζυγο θα βρει, τυχεράκια

-Τι ειν’ λίγο κέρατο μπροστά στα χαδάκια!

[Θα βρει έναν σύζυγο! Τον τυχεράκια!

Με λίγο κέρατο, πολλά χαδάκια!]

Αδελφέ Χάρε δώσε μου χρόνο

και τη διαθήκη όπου να ‘ναι τελειώνω…

Δώσε μου χρόνο να χαιρετήσω,

να ευχαριστήσω, να ευγνωμονήσω,

ένα προς ένα τον κάθε παρόντα,

και απ’ ευθείας και από σπόντα…

Εσύ νεκροθάφτη, για άκου με λίγο,

αν κι η δουλειά σου δεν πολυαρέσει

κι όταν σε βλέπουνε χτυπάνε ξύλο

κι όλοι σε λένε μεγάλο μπαμπέση,

εγώ λέω, αντίθετα, βρε κατεργάρη,

να σου απονείμω το Χρυσό Φτυάρι!

[Εγώ λέω, σίγουρα, βρε κατεργάρη

Φτυάρι Χρυσό, θα σου γουστάρει!]

Κι όσο γι αυτήν τη γριά καρακάξα,

που απ’ το κρεβάτι μου δεν το κουνάει,

προγνωστικά να της στείλω ζητάει

με το που θα φτάσω στην άλλη την όχθη…

Εγώ, μόλις φτάσω στα καταραμένα,

θα της τα στείλω, αλλά λαθεμένα…

[Στα μέρη άμα φτάσω τα κολασμένα,

όλα θα τα ‘χει, αλλά μπερδεμένα].

Όταν ο Χάρος θα απαιτήσει

να την αφήσω μονάχη στη ζήση

μόνο ένα δάκρυ, μονάχα ένα

πάνω στον τάφο μου θα ξοδευτεί

κι ένα χαμόγελο, μονάχα ένα,

στη θύμησή μου θα γεννηθεί.

Κι αν το κορμί μου ενωθεί με τη Φύση

κι  εκεί που ήταν, μια φορά, η καρδιά μου,

έξαφνα,  σπάνιο ρόδο ανθίσει,

σ’  αυτήν που μου ‘δωσε δάκρυα το δίνω:

Για κάθε έναν παλμό της καρδιάς της,

Δίνω ένα κόκκινο πέταλο αγάπης.

[Για έναν προς έναν παλμό της καρδιάς της,

Θα ‘χει ένα κόκκινο πέταλο αγάπης]

Σε σένα, αρχόντισσα, που γι όλους δεν ήσουν,

και να ‘σαι τώρα αναγκασμένη,

στης εκκλησιάς την γωνιά στριμωγμένη,

να πουλάς εικόνες στον κάθε διαβάτη…

σε σένα αφήνω αυτό το τραγούδι

που λέει για όνειρα που γίνανε στάχτη

Σε σένα που για να τα βγάλεις πέρα

Χριστούς και Αγίους πουλάς κάθε μέρα

Όταν ο Χάρος θα με καλέσει,

κανείς στην Πλάση δε θα προσέξει.

πως κάποιος πέθανε χωρίς να μιλήσει,

χωρίς να γνωρίσει τα αληθινά.

Πως κάποιος πέθανε χωρίς να ικετέψει

ούτε την λύπηση να αποζητά.

Της άλλης όχθης εσείς αδέλφια

μαζί αγαπάμε, μαζί τραγουδάμε,

παρέες φτιάχνουμε, φτιάχνουμε κέφια

και για τον πόλεμο μαζί ξεκινάμε…

Μα αυτή η σκέψη μη σας εγκαρδιώνει:

Όταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε μόνοι.

[Αυτή η σκέψη ας μη σας τονώνει,

σαν είν’ να φύγουμε, θα φύγουμε μόνοι.]

Προσαρμογή στα ελληνικά του τραγουδιού του Fabrizio de Andre «Il testamento». (Την αφιερώνω στους παλιούς μου συμφοιτητές)



Εδώ το τραγούδι από τον Fabrizio

…και η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας σκάρωσα (επαλήθευση ότι παρά τις παραπανίσιες συλλαβές ¨χωράει¨ στη μουσική)



Το κείμενο στα Ιταλικά

Quando la morte mi chiamerà
forse qualcuno protesterà
dopo aver letto nel testamento
quel che gli lascio in eredità
non maleditemi non serve a niente
tanto all’inferno ci sarò già

ai protettori delle battone
lascio un impiego da ragioniere
perché provetti nel loro mestiere
rendano edotta la popolazione

ad ogni fine di settimana
sopra la rendita di una puttana
ad ogni fine di settimana
sopra la rendita di una puttana

voglio lasciare a Bianca Maria
che se ne frega della decenza
un attestato di benemerenza
che al matrimonio le spiani la via

con tanti auguri per chi c’è caduto
di conservarsi felice e cornuto
con tanti auguri per chi c’è caduto
di conservarsi felice e cornuto

sorella morte lasciami il tempo
di terminare il mio testamento
lasciami il tempo di salutare
di riverire di ringraziare
tutti gli artefici del girotondo
intorno al letto di un moribondo

signor becchino mi ascolti un poco
il suo lavoro a tutti non piace
non lo consideran tanto un bel gioco
coprir di terra chi riposa in pace

ed è per questo che io mi onoro
nel consegnarle la vanga d’oro
ed è per questo che io mi onoro
nel consegnarle la vanga d’oro

per quella candida vecchia contessa
che non si muove più dal mio letto

per estirparmi l’insana promessa
di riservarle i miei numeri al lotto

non vedo l’ora di andar fra i dannati
per rivelarglieli tutti sbagliati
non vedo l’ora di andar fra i dannati
per rivelarglieli tutti sbagliati

quando la morte mi chiederà
di restituirle la libertà
forse una lacrima forse una sola
sulla mia tomba si spenderà
forse un sorriso forse uno solo
dal mio ricordo germoglierà

se dalla carne mia già corrosa
dove il mio cuore ha battuto un tempo
dovesse nascere un giorno una rosa
la do alla donna che mi offrì il suo pianto

per ogni palpito del suo cuore
le rendo un petalo rosso d’amore
per ogni palpito del suo cuore
le rendo un petalo rosso d’amore

a te che fosti la più contesa
la cortigiana che non si dà a tutti
ed ora all’angolo di quella chiesa
offri le immagini ai belli ed ai brutti

lascio le note di questa canzone
canto il dolore della tua illusione
a te che sei costretta per tirare avanti
costretta a vendere Cristo e i santi

quando la morte mi chiamerà
nessuno al mondo si accorgerà
che un uomo è morto senza parlare
senza sapere la verità
che un uomo è morto senza pregare
fuggendo il peso della pietà

cari fratelli dell’altra sponda
cantammo in coro già sulla terra
amammo tutti l’identica donna
partimmo in mille per la stessa guerra
questo ricordo non vi consoli
quando si muore si muore si muore soli
questo ricordo non vi consoli
quando si muore si muore soli.

…και κάτι δικό μας

Οι ¨νεκροθάπται» του Μποστ, με μουσική Γ. Μαρκόπουλου, τραγουδάει ο Γ. Ζωγράφος

Εις το φέρετρο θα έμπω

και στο μνήμα της θα μπω

να με θάψουν νεκροθάφται

με αυτήν

με αυτήν που αγαπώ

Η κακούργος κοινωνία

που μας χώρισε σκληρά

να χαρεί και ν’ απολαύσει

δυο πτω-

δυο πτώματα νεκρά

Φέρτε κόλυβα, λαμπάδες

και να έρθεις να με βρεις

να με κλάψεις ξαπλωμένον

παραπλεύρως της νεκρής

να με κλάψεις ξαπλωμένον

παραπλεύρως της νεκρής

Ετοιμάσατε πλερέζες

βάλτε μαύρον ρουχισμόν

ήρθαν σκοτειναί δυνάμεις

και διακό-

και διακόψαν τον δεσμόν

Μαύρα, φίλοι μου, να βάλτε

τρέξατε να βρείτε ψάλται

ευρίσκομαι νεκρός

πεθαμένος και νεκρός

ευρίσκομαι νεκρός

πεθαμένος και νεκρός

Ψάλται και κανδηλανάφται

το κορμί μου αναπαύτε

κλαύσατε πικρώς

κλαύσατε πικρώς

κλαύσατε πικρώς

κλαύσατε πικρώς

Posted in ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Φωτιά αν ήμουν θα ’καιγα τον Κόσμο (αγανακτισμένο δύο)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2011

Ο Cecco Angiolieri υπήρξε ένας ενδιαφέρων τύπος, ποιητής και ιππότης, που έζησε στην Τοσκάνη (Σιένα, από το 1260 ως περίπου το 1312) την ίδια πάνω κάτω εποχή με τον Δάντη. Το σονέτο του ¨Αν ήμουν φωτιά¨ τραγουδάει εδώ ο Fabrizio de Andre. Έκανα μια πρώτη προσπάθεια απόδοσης του κειμένου στα ελληνικά, αλλά για καλό και για κακό σας παραθέτω και το πρωτότυπο. Σε ήχο:

α) το τραγούδι του Φαμπρίτσιο,

*

β) μια σπάνια απαγγελία από τον Βιτόριο Γκάσμαν  Εδώ

γ) μία ανάγνωση στα ελληνικά. 

S’i fosse fuoco

S’i fosse fuoco, arderei ‘l mondo;
s’i fosse vento, lo tempestarei;
s’i fosse acqua, i’ l’annegherei;
s’i fosse Dio, mandereil’ en profondo;

s’i fosse papa, allor serei giocondo,
ché tutti cristiani imbrigarei;
s’i fosse ‘mperator, ben lo farei;
a tutti tagliarei lo capo a tondo.

S’i fosse morte, andarei a mi’ padre;
s’i fosse vita, non starei con lui;
similemente faria da mi’ madre.
Si fosse Cecco com’i’ sono e fui,
torrei le donne giovani e leggiadre:
le zoppe e vecchie lasserei altrui.

Φωτιά αν ήμουν

Φωτιά αν ήμουν, θα ’καιγα την Πλάση,
νερό αν ήμουν θα ’πνιγα τη Γη
κι αν ήμουν άνεμος με ίδια οργή,
Θεούς κι ανθρώπους θα ’στελνα στη Χάση

Αν ήμουν Πάπας, τότε θα ’χα κέφια
και θα κορόιδευα όλους τους πιστούς
και βασιλιάς αν ήμουνα αδέλφια
κεφάλια θα ’χα κόψει σε αρκετούς.

Χαμός αν ήμουν, πρώτα τον πατέρα
θα είχα πάει να επισκεφτώ,
το ίδιο θα ’κανα και στη μητέρα
που με ξεφούρνισε στον κόσμο αυτό.

Αλλά αφού ’μαι αυτός (κι αυτός θα μείνω)
τις νιες και όμορφες μονάχα κυνηγώ
και γριές και άσχημες στους άλλους τις αφήνω.

Posted in ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , | 1 Comment »