Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

  • Βόλτα στο ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι

  • Περισσότερα για το ιστορικό μυθιστόρημα "Κύλικες και Δόρατα": Κλικ στην εικόνα

  • Δημοφιλή άρθρα και σελίδες

  • Οι καιροί που αλλάζουν...

  • Κυκλοφόρησε:

  • Εκδότης: Ι. Σιδέρης ISBN: 978-960-08-0850-6 Σελίδες: 646 Σχήμα: 17×24 Συγγραφέας: Β. Νόττας

  • *

  • ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΦΙΛΩΝ

  • LIBRI RECENTI DI AMICI

  • Κυκλοφόρησε από τις εκδ. Παπαζήση η νέα ποιητική συλλογή του Λευτέρη Μανωλά

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα από τον Ηλία Κουτσούκο.

  • * Η νέα συλλογή ποιημάτων του Νίκου Μοσχοβάκου.

  • * Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Τηλέμαχου Χυτήρη ¨Ημερολόγιο μιας επιστροφής¨ από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ .

  • * ¨Απριλίου ξανθίσματα¨. Κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου, από τις εκδόσεις Μελάνι.

  • Αισθάνθηκε μια δαγκωνιά στη μνήμη. Ήταν το παρελθόν που σαν αδέσποτο σκυλί είχε επιτεθεί στο είναι του. Οι σταγόνες αίμα που έσταξαν κοκκίνισαν τις εικόνες. *** Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου ¨Τέλος της Περιπλάνησης¨. Από τις εκδόσεις ¨Γαβριηλίδης¨

  • *** Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου ¨Αιφνίδια και διαρκή¨

  • Ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας οξυδερκής καθώς ήταν αλλά και θαρραλέος επινόησε πως έπρεπε να διορθώσει την ιστορία χωρίς αναβολές. Ασυμβίβαστος εκστράτευσε κατά της Σπάρτης με τον δαίμονα της υπερβολής κάτι σαν σαράκι να τρώει τα σωθικά του κι επέτυχε ν’ αλλάξει τον ρου τ’ αρχαίου κόσμου. Το πλήρωσε βέβαια στην Μαντίνεια πανάκριβα με τη ζωή του όμως διόρθωσε έστω για μια στιγμή την ανιαρή ιστορία. Δεν ήταν δα και λίγο αυτό. *****

  • Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

  • ***** Γραφει ο Gianfranco Bettin

  • ***** Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

  • Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές εσύ τι θα γράψεις ; μου αντέτεινε η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης. Κι εγώ την αποκεφάλισα.

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Πορτρέτο του Νίκου - Λάδι] Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή να γίνω τέλειος. Έτσι μίσησα την τελειότητα κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών. Έχω λοιπόν πολλά να κάνω αναζητώντας μέσα από ελλείψεις τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους με την σιγουριά του αλάθητου. Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι. *****

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Λάδι σε χαρτόνι - Γενάρης 2015] Tα πνευματικά δικαιώματα όλων των εικόνων και των μουσικών που αναδημοσιεύονται εδώ ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στους δημιουργούς τους.

  • Σχόλια

    suriforshee1988's avatarsuriforshee1988 στη Οι κορασίδες και οι παραχ…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Οι χαρταετοί θα επιστρέψουν κα…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Σκηνές από τη δεκαετία του…
    Jude's avatarJude στη Ευτυχισμένους έρωτες δεν …
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Ποιητικές παραβολές ή  Ο…
  • Βιβλία και άλλα κείμενα

    Κοινωνία, επικοινωνία, εξουσία: Από τον Βωμό και τον Άμβωνα στην οθόνη. Η περίοδος της προφορικότητας και οι επικοινωνητές της. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση στην ιστορία της επικοινωνίας και των μέσων. Εκδότης: Ι. Σιδέρης. Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας. Σειρά: Δημοσιογραφία και ΜΜΕ. Έτος έκδοσης: 2009 . ISBN: 960-08-0468-0. Τόπος Έκδοσης: Αθήνα Αριθμός Σελίδων: 302 Διαστάσεις: 24χ17 Πρόλογος: Κώστας Βεργόπουλος. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλίκ στην εικόνα

  • Συλλογή κειμένων: ΜΜΕ, κοινωνία και πολιτική. Ρόλος και λειτουργία στη σύγχρονη Ελλάδα. Επιμέλεια: Χ. Φραγκονικολόπουλος Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2005 Αριθμός σελίδων 846. ISBN 960-08-0353-6, Κείμενο Β. Νόττας: ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (σελ. 49). Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Β΄Έκδοση. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. NovelBooks. Έτος έκδοσης: 2012. Αριθμός σελίδων: 610. Κωδικός ISBN: 9609989640. Εισαγωγικό σημείωμα στη 2η έκδοση: Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Vivere pericolosamente Ανθολογία διηγημάτων: 26 ιστορίες από την Ιταλία. Εκδόσεις: Αντίκτυπος. Αθήνα: 2005 Σελίδες: 342. Κείμενο Β. Νόττας: ¨Το διαβατήριο¨. Ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο: Κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου

  • ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ Κοινωνική και Οικιστική εξέλιξη: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.- Συγγραφείς: Βασίλης Νόττας, Πάνος Σταθακόπουλος. Δήμος Κρύας Βρύσης Εκδόσεις Δεδούση. Σελίδες: 154 Θεσσαλονίκη 1998.

  • Εκδότης: Αρχέτυπο. Συγγραφέας: ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΤΤΑΣ. Κατηγορίες: Φανταστική Λογοτεχνία. ISBN 978-960-7928-83-2. Ημερομηνία έκδοσης: 01/01/2002. Αριθμός σελίδων: 512. Αναρτήσεις στο Ιστολογοφορο: κλίκ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Η «κατασκευή» της πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αθήνα 1998. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου που οργανώθηκε από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συλλογικό έργο. Έκδοσεις: Αλεξάνδρεια. Διαστάσεις: 24Χ17. Σελίδες: 634. Κείμενο Β. Νόττας: Κοινωνιολογικες παρατηρησεις πανω στην οπτικοακουστικη αναπαρασταση της συγχρονης ελληνικης πραγματικοτητας. Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα

  • Α΄Έκδοση Εκδότης ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ Θέμα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας (Ανώνυμος Ένας)

  • Ενα κείμενο στο βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα ¨Εισαγωγή στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ" . Εκδόσεις ¨Ιανός¨ με τίτλο ¨Αξιοπιστία και οπτικό ρεπορτάζ¨

  • Περιοδικό ¨Εξώπολις¨ Τεύχος 12-13. Κείμενο με τίτλο ¨Το ραδιόφωνο των ονείρων. Ένα δοκίμιο περί ήχων φτιαγμένο με επτά εικόνες¨. Στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Συμμετοχή σε λογοτεχνικό παιχνίδι σχετικό με τον (υποτιθέμενο) συγγραφέα Άρθουρ Τζοφ Άρενς. Δημοσιευμένο στο περιοδικό ¨Απαγορευμένος πλανήτης" τεύχος 6 (εκδόσεις ¨Παραπέντε¨). Για το πλήρες κείμενο κλικ στην εικόνα.

  • ¨Το Δεντρο¨ Τεύχος: 17-18 . Βασίλης Νοττας: Συζήτηση για τον κοινωνικό χώρο της Θεσσαλονίκης.

  • Διδακτορική Διατριβή ¨Δημόσια μέσα μαζικής επικοινωνίας και συμμετοχική Πολεοδομία¨. Σελίδες:788. Ψηφιοποιημένη στη βιβλιοθήκη του Παντείου

  • *
  • Συγγραφικά φίλων

    Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Νίκου Μοσχοβάκου (κλικ στην εικόνα)

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Ηλία Κουτσούκου (κλικ στην εικόνα)

  • Μοτο-ταξιδιωτικά από τον Βασίλη Μεταλλινό (κλικ στην εικόνα)

  • Κάποιες απόψεις και άρθρα…

    Η γυναίκα τανάλια * Όταν ο Χάρι Πότερ συνάντησε τα λόμπι * Ο μικρός ήρωας * Πώς έκοψα το κάπνισμα και άλλα

  • …και ένα θεατρικό κείμενο: Ο Λυσίστρατος

    Παρωδία σε επτά σκηνές (κλικ στην εικόνα)

  • Περιπέτειες καρδιάς

    Για τα σχετικά κείμενα, κλικ στην εικόνα

  • Περιπέτειες συγγραφής

    Σημειώσεις για την ερασιτεχνική συγγραφή

Archive for the ‘ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ’ Category

Σύμφωνο συμβίωσης

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 23 Ιανουαρίου, 2016

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

images (10)

Το σκέφθηκα πολύ πριν πάω στον φίλο μου τον Τάσο να του πω το πρόβλημα.

Ο Τάσος είναι ψυχίατρος και από χρόνια φίλος κι άλλωστε δεν έχουμε σχέση γιατρού-ασθενούς, οπότε, επειδή με ξέρει καλά, οι συμβουλές του θα έπιαναν τόπο και τουλάχιστον θα ξαλάφρωνα.

Πέρα από αυτό, μου αρέσει το γραφείο του γιατί μυρίζει καπνίλα απ τα σέρτικα που καπνίζει και όταν τα λέμε καπνίζουμε κι οι δύο γελώντας μ’ όλα τα θέματα που μιλάμε, σοβαρά ή όχι. Γι αυτό πάω.

Του λέω, Τάσο, δεν μπορώ να τον ανεχθώ άλλο. Μου έχει τσακίσει τα νεύρα ξέρεις χρόνια τώρα, αλλά το πράγμα παρατραβάει. Χθες ξύπνησε θυμωμένος κι ενώ ξυριζόμουν στο μπάνιο μου φώναζε  να πάω να γαμηθώ, μου φώναζε πως κάθε μέρα σηκώνομαι και είμαι πιο μαλάκας απ’ τη προηγούμενη, του λέω, γιατί ρε τι σου έκανα κι αρχίζει να θυμάται πως τη προηγούμενη ακούγαμε τα παιδάκια να λένε τα κάλαντα και πως, δήθεν, δεν άνοιξα τη πόρτα γιατί είμαι ένας παλιομαλάκας, μη τύχει και δώσω κανά μισόφραγκο και θυμήθηκε και τον πατέρα μας και μου φωνάζει «τέτοιος πούστης σαν κι αυτόν κατάντησες»… και μετά όταν του απάντησα «γιατί, εσύ είσαι καλύτερος;» άρχισε μια σειρά από μπινελίκια για τις ευκαιρίες που δήθεν είχε και εγώ  τον σταματούσα γιατί ήμουν δειλός και ότι δήθεν του κατέστρεψα όλα τα όνειρά του, τότε που ήθελε να πάει στη σχολή Ικάρων, τότε που ήθελε να γίνει ηθοποιός, τότε που ήθελε να παντρευτεί μία πάμπλουτη και ένα σωρό άλλα. Του απαντάω «ποια Ικάρων ρε μαλάκα, αφού ήμαστε κοντοί, πως θα έμπαινες στην Ικάρων… και τι ηθοποιός ρε μαλάκα, αφού  σε έκοψαν στην ακρόαση»… Όσο για την πάμπλουτη, ήταν μια ασχημομούρα και αρχίζει, Τάσο, πάλι τις βρισιές. Μου φώναζε πως κοντός είμαι και φαίνομαι και στην ακρόαση τον παρέσυρα, γιατί αντί να απαγγείλει ένα μονόλογο απ τον ΄Αμλετ, του είχα πει να διαλέξει ένα ποίημα του Πρεβέρ -θυμόταν και τον τίτλο- «ο θείος Γκρεζιγιάρ», θυμήθηκε κάποιες απίστευτες λεπτομέρειες και από τότε που μέναμε μόνοι μας, στο υπόγειο της  Μαρτίου, ρε Τάσο, έχει γίνει αφόρητος σου λέω…

Ο Τάσος, με ακούει με πραγματικό ενδιαφέρον και με ρωτάει αν το είπα στον άλλον πως θα πάω να τον δω. Του λέω, όχι ρε Τάσο, γιατί την προηγούμενη φορά που του είπα ότι έρχομαι και τα λέμε, άρχισε  τις ειρωνείες και μου λέει «καλά ρε μαλάκα, πας σε άνθρωπο που πιστεύει στο Θεό να σου λύσει το πρόβλημα, ε είσαι πολύ μαλάκας γιατί δεν καταλαβαίνεις  πως όποιος πιστεύει, θα σου πει αυτά που πιστεύει, τι μαλάκας που είσαι!..»

Ο Τάσος γελάει δυνατά και μου προσφέρει ένα απ’ τα σέρτικα τσιγάρα του. Μου λέει «χέστον μωρέ, μη του δίνεις τόση σημασία, έτσι κι αλλιώς δίδυμοι είστε, δεν μπορείς να τον σκοτώσεις».

Του λέω πως  ακόμα και στον ύπνο δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Πάω στη κουζίνα γύρω στις 2 τα μεσάνυχτα, να πάρω ένα γαμημένο χάπι, να κοιμηθώ και φωνάζει απ το σαλόνι «πάρε ένα χάπι ρε μαλάκα, μήπως και  δεις κάποιο όνειρο που να σε δείχνει άνθρωπο περήφανο κι όχι πτώμα ρε  πτώμα…»

Ακου, μου λέει ο Τάσος, με τον άλλο εαυτό μας έχουμε υπογράψει διαρκές σύμφωνο συμβίωσης. Γι αυτό μη σκας. Μπορεί να βαρεθεί την τόση κριτική, μπορεί και να σε αφήσει ήσυχο. Ακου το αυθόρμητο μέσα σου. Αυτός είναι ένας «άλλος» κι ας τον θεωρείς κατάδικό σου. Τήρησε όμως το σύμφωνο συμβίωσης.  Δεν γίνεται αλλιώς και το ξέρεις.

images (9)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Νίκος, τέσσερα ποιήματα

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 19 Δεκεμβρίου, 2015

(γράφει  ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

Στριμωγμένοι σε εξισώσεις και τετραγωνικές ρίζες

που μόλις είχαν χαραχτεί με κιμωλία

στον πίνακα της τρίτης Γυμνασίου

οι αριθμοί άρχισαν να διαπληκτίζονται.

Η επιθετική διάθεση του τρία

απέναντι στο εφτά ήταν εμφανής

αλλά το πέντε ουδόλως συμφωνούσε

και το ψιθύρισε στο εννέα.

Μετά μπήκε στη μέση το δύο

και είπε τη γνώμη του

βρίσκοντας ανταπόκριση από το οχτώ.

Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε το ένα

 που μέσα σ’ απόλυτη ησυχία

αφού κανείς δεν το αμφισβητούσε

τονίζοντας μια μια τις συλλαβές

τους είπε χωρίς να δέχεται αντίλογο:

καλά τι αμετροέπεια είναι αυτή

λησμονήσατε ότι όλοι μας

προερχόμαστε εκ του μηδενός;

Τότε ακριβώς ήταν που ο  μαθηματικός

είπε στον καλύτερο της τάξης

καθάρισε παιδί μου τον πίνακα

τώρα θα συνεχίσουμε με γεωμετρία.

images (14)

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Μια Δευτέρα του 1946

πρωταπριλιά ήταν

έλαβα θέση κι εγώ

στην αφετηρία εκκίνησης

της λύσης του αινίγματος.

Πέρασαν τα χρόνια

κι ακόμη πορεύομαι αμήχανος

γεμάτος απορίες

καθώς οι ανισόπεδες διαβάσεις

δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο

το περίπλοκο εγχείρημα.

Ξέρω μόνο πως αποφασίζουν άλλοι

για την τύχη μου

ίσως κι εγώ για κάποιους απ’ αυτούς.

Γνωρίζω ακόμα πως ο καθένας

τελικά είναι ακριβός και μόνος.

Τέλος έμαθα πως τα μυστικά

δεν κρύβονται στους ίσκιους

αλλά συνήθως στο ξετσίπωτο φως.

Γεννήθηκα εδώ

στα χαλάσματα που γράφω τώρα

και ταλανίζομαι από το μύθο

της αιώνιας αλήθειας.

Τα βυσσινί μάτια της βουκαμβίλιας

του κήπου μου

γεμάτα από ήλιο

απλώς μου επιβεβαιώνουν

καθώς λιγοστεύει ο χρόνος μου

πως το αίνιγμα του κόσμου

είναι αξεδιάλυτο

γι αυτό συναρπαστικό κι ωραίο

όπως ακριβώς της πρωταπριλιάς του 1946

που πήρα θέση στη γραμμή εκκίνησης.

βουκαμβίλια-φωτογραφία

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΛΠΙΔΑ

Η τελευταία σου ελπίδα ειν’ ο λόγος

μου είπε η γριά Σειρήνα

κι εγώ σκέφτηκα ψύχραιμος:

εν αρχή ην ο λόγος

έχει δίκιο.

Αργότερα όμως άλλαξε γνώμη

η τελευταία σου ελπίδα ειν’ η θυσία

μου ψιθύρισε τραγουδιστά

κι εγώ φοβισμένος αναλογίστηκα:

θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης

ίσως να γνωρίζει.

Όμως αυτή συνέχισε ατάραχη

να μεταβάλει άποψη:

η τελευταία σου ελπίδα ειν’ ο θάνατος

κάγχασε μέσα στον ύπνο μου

φιλοσοφία μελέτη θανάτου εστί

μου  ‘ρθε στο νου

και προφασιζόμενος

ότι δεν αντέχω την μελέτη

την στραγγάλισα.

images (16)

ΕΠΑΝΟΔΟΣ

Τώρα που βρήκε τις λέξεις

δεν ήθελε με τίποτα να τις χάσει

τις συγκράτησε λοιπόν πάση θυσία.

Όμως τι απογοήτευση δοκίμασε

όταν έφτασε η ώρα να τις χρησιμοποιήσει

και διαπίστωσε με έκπληξη

ότι  μ’ αυτές τίποτα

δεν μπορούσε πια να πει

αφού ήταν τελείως ακατοίκητες.

Αυτά που εννοούσαν είχαν προ πολλού μετακομίσει.

Έτσι ξαναγύρισε στη σιωπή.

IMγG_1890

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Λεωφορείο το θέατρο

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 17 Δεκεμβρίου, 2015

LEOFORIO

 (γραφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Το  δύσκολο Θέατρο

Ξυπνάω στις επτά. Είτε κοιμηθώ στις τρεις ή στις τέσσερις τα ξημερώματα, στις επτά ,είμαι στο πόδι. Πίνω τον καφέ μου σιγά-σιγά ενώ βλέπω στη τηλεόραση όλα τα νέα, αλλάζοντας δυο-τρία κανάλια, δήθεν για να έχω μια σφαιρική ενημέρωση.

Ξέρω πολύ καλά τι παίζουν και μόνο που χρησιμοποιείται απ όλους ο όρος «παίζουν» φτάνει για να καταλάβω-εδώ και χρόνια-ότι πρόκειται για θέατρο. Φυσικά κακής ποιότητας. Το 1974 πήρα απ το Σωματείο εισιτήριο της Εργατικής Εστίας για ένα έργο του Εθνικού Θεάτρου. Έτσι άλλαξε η ζωή μου. Τότε ήμουν νεαρός και δυναμικός συνδικαλιστής. Το έργο είχε τίτλο  «η μεταφυσική του μοσχαριού με τα δυο κεφάλια..». Ήταν ενός Πολωνού συγγραφέα. Όσοι πήγαμε δεν καταλάβαμε τίποτα. Εγώ όμως κατάλαβα καλά πως μας έστειλαν στο θέατρο, για να μην καταλάβουμε τίποτα. Κατάλαβα μετά από καιρό, πως όλα ήταν «θέατρο»  και πήγαινα στο θέατρο για να βλέπω πως παιζόταν το θέατρο, ώστε όταν φεύγεις από μέσα ,να μην καταλαβαίνεις τίποτα. Δηλαδή όλα να φαίνονται υπερβολικά, η φτώχεια, η κουταμάρα, η εξυπνάδα, η ομορφιά, η ασχήμια. Κι ακόμα το χειρότερο ήταν για μένα ,πως οι ηθοποιοί έπαιζαν υπερβολικά τους ρόλους τους ή φωνάζαν, λες και ήμασταν όλοι από κάτω κουφοί. Μετά άρχισα σιγά-σιγά να κάνω «θέατρο» τη ζωή μου, δηλαδή, μου άρεσε να νομίζω πως είμαι κάτι άλλο απ αυτό που είμαι, αλλά με προσοχή, χωρίς ακραίο παίξιμο και είδα πως έπιανε μέσα μου και έξω μου  και αισθανόμουν καλά.

Έπιανε το θεατρικό μου κόλπο στη δουλειά, στις σχέσεις, στους συγγενείς, στο δρόμο…Λέγαν όλοι «δεν αγριεύει ο Ξενοφών αλλά όταν αγριεύει, αγριεύει…» ή «δεν γελάει συχνά ο Ξενοφών Καρακώστας αλλά όταν γελάει, γελάει…»

Παίρνω το αυτοκίνητο και φτάνω στο αμαξοστάσιο στις οκτώ. Θα πω τις καλημέρες μου στον επόπτη και στον βοηθό του και θα παραλάβω ένα από τα αρθρωτά λεωφορεία -που ευτυχώς είναι αυτόματα – και θα βγω με τη δέουσα πάντα προσοχή στον κεντρικό άξονα, αρχίζοντας το δρομολόγιο Φοίνικας-Σιδηροδρομικός Σταθμός. Ανάλογα με την εποχή πότε ζέστη, πότε κρύο, ρυθμίζω το κλιματιστικό. Σταματώ με προσοχή σ όλες τις στάσεις, επιτηρώ απ την οθόνη του καντράν τις πόρτες. Δεν απαντώ, παρά μονολεκτικά στους ανόητους -κυρίως το κάνουν οι ηλικιωμένοι-όταν ρωτούν αν θα κατέβουν σωστά και σε ποια στάση.

Έχω ήδη συμπληρώσει τριάντα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά και είμαι απίστευτα τυχερός γιατί δεν έπεσα σε μεγάλες φασαρίες, δεν μου έριξαν διαδηλωτές μολότοφ στο λεωφορείο, δεν έγιναν παρά ελάχιστα δυσάρεστα περιστατικά μέσα, οι όποιοι ελεγκτές δεν βρήκαν να σημειώσουν κάποια παράβαση μου, είμαι προσεκτικός, διαρκώς, φοράω ένα ζευγάρι γυαλιά  eagl eye κι έτσι βλέπω τα πάντα πιο φωτεινά. Τα τελευταία δυο χρόνια λίγο έχουν δυσκολέψει τα πράγματα, γιατί μερικές φορές βλέπω στις στάσεις, να περιμένουν διάφοροι περίεργοι, αλλά προς το παρών ελέγχω την κατάσταση. Στους γιατρούς που μας εξετάζουν μια φορά το χρόνο, δεν έχω πει τίποτα για τους περίεργους στις στάσεις.

 Εισιτήριο-ιππήλατου-λεωφορείου-το-1864

Δεν χρειάζονται κουβέντες με τους επιβάτες κι αυτοί δεν πρέπει να μιλούν στον οδηγό…Σταματώ και παίρνω. Βάζω μέσα κουρασμένους απ τη ζωή τους,   απογοητευμένους, συνταξιούχους, χαζοχαρούμενα παιδιά, δημοσίους υπαλλήλους και μερικές φορές νομίζω πως στοιβάζω στρατιώτες από κάποιο μέτωπο που υποχώρησαν, ίσως κάποιο ηρωικό πρόσωπο του παρελθόντος κυρίως σκηνές από ταινίες που είδα.

‘Έχει δυο-τρεις μήνες τώρα, που βλέπω διάφορους περίεργους στις στάσεις, είτε μπροστά στη Νομαρχία, είτε στη Διαγώνιο, είτε στην Αγία Σοφία…Άλλοι περιμένουν κανονικά, με ρούχα όμως άλλης εποχής -της δικής τους- χωρίς οι επιβάτες να τους κοιτάζουν περίεργα και μερικοί ανεβαίνουν στο αστικό μου και κάθονται σιωπηλοί, προτιμώντας τις θέσεις πίσω απ τον οδηγό. Δηλαδή μόνο εγώ τους βλέπω.

Προχθές βλέπω στη στάση της Νομαρχίας να περιμένει ένας στρατιωτικός μ’ ένα τεράστιο σπαθί και μπλε σκούρο καπέλο και μόλις επιβιβάζεται τον αναγνωρίζω αμέσως. Ήταν ο στρατηγός Τζορτζ  Άρμστρογκ  Κάστερ. Στέκεται όρθιος και κρατιέται απ τον πλάγιο βραχίονα της θέσης μου και κοιτούσε ερευνητικά τα στενά της Βασιλίσσης Όλγας. Τον κοιτάζω κλεφτά απ τον καθρέπτη και τον ρωτάω  «πάμε καλά ή θα μας τσακίσουν οι Σιου στο Λιτλ μπιγκ  Χορν  στρατηγέ μου;» Αυτός με κόβει με αυστηρή ματιά και απαντάει μέσα απ τα δόντια του  «αν τολμούν ας κατέβουν απ’ τους λόφους που κρύβονται…»

Rotation-of-general-insignia

Κατέβηκε στη Διαγώνιο χωρίς μιλιά. Εγώ όμως του φώναξα «καλή τύχη Στρατηγέ μου..». Τότε ένα γεροντάκι που καθόταν στη πρώτη σειρά, μονολογεί δυνατά, «στρατηγός ε και παίρνει το λεωφορείο ε,ε. Παλαιά θυμάμαι οι στρατηγοί πηγαίναν με γυαλιστερά  τζιπ αλλά σήμερα, τι να σου κάνουν κι οι στρατηγοί… κι αυτοί έχουν κουτσουρεμένες συντάξεις, πάει, πάει  χάλασαν όλα…»

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μελανιές

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 3 Δεκεμβρίου, 2015

x12099400

Κονδυλοφόροι στα δάκτυλα…

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Το 1961 ήμουν υποχρεωμένος να βρίσκομαι κάθε απόγευμα στο σταθμό της Βασιλικής Χωροφυλακής σ  ένα χωριό του Έβρου. Εκεί, παρουσία του πατέρα μου διάβαζα κι έγραφα τα μαθήματα μου, μέσα στο γραφείο του, απλώνοντας τα βιβλία μου και τα δυο  μου τετράδια σ ένα μικρό τραπεζάκι.

Ο σταθμός τότε είχε προσωπικό, τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν διοικητής σε επτά χωριά και πέντε χωροφύλακες που ήταν, απ τα μισόλογα που έλεγαν οι συμμαθητές μου, ο φόβος και το τρόμος των ντόπιων.

Ένα απόγευμα του Οκτώβρη έκανα την καλλιγραφία μου στο τραπεζάκι βουτώντας τον κονδυλοφόρο στο μελάνι, κι ο πατέρας μου παιδευόταν μ ένα χειροκίνητο τηλέφωνο, για να μιλήσει σε κάποιον ανώτερο του, όταν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα του γραφείου και μπήκε μέσα ο χωροφύλακας ο Βαγγέλης, που έριχνε το περισσότερο ξύλο απ όλους,  στους λίγους που υπήρχαν κομμουνιστές, έχοντας γραπωμένο απ το γιακά, κάποιον   Σίμο -γύρω στα σαράντα- που έλεγαν πως ήταν ο μόνος ‘αδιόρθωτος’ αριστερός στο χωριό.

Τον πέταξε πάνω σ ένα ξύλινο καναπέ κι είπε στον πατέρα μου ‘τον έφερα για να του ρίξουμε  ένα μπερντάκι πέρα απ το πρωινό γαμώ το καντήλι του, ε καπετάνιο..’

imagesδ (3)

Τότε ο Βαγγέλης γύρισε και με είδε και μου λέει  ‘ας πάρω τους κονδυλοφόρους σου αγόρι μου για λίγο..’ ενώ εγώ είχα μαρμαρώσει και παίρνοντας τρεις κονδυλοφόρους, ανοίγει τα δάκτυλα του Σίμου  και τους βάζει ανάμεσα τους και ύστερα ,του σφίγγει δυνατά το χέρι, κι αυτός βγάζει ένα ουρλιαχτό σαν σκυλί που το κλωτσάνε κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω κι ο πατέρας μου χασκογελάει, ενώ στο γραφείο οι Χριστοπαναγίες χτυπούν από τοίχο σε τοίχο και μέσα μου, το μόνο που υπάρχει, το νιώθω,  είναι ένα μίσος και τίποτα άλλο, τίποτα άλλο, τίποτα άλλο…

Βγήκα τρέχοντας απ το γραφείο και πήγα δίπλα στη κουζίνα του σταθμού όπου ένας άλλος χωροφύλακας έτρωγε τη φασολάδα του και γελούσε  ακούγοντας τις κραυγές ‘ έλα κάτσε -μου λέει- θα τον γαμήσουν στο ξύλο αυτόν τον άχρηστο ,ο πατέρας σου κι ο Βάγγος’ κι εγώ τον ρώτησα τι θα τον κάνουν  μετά….

Αυτός -ενώ ακούγαμε τα ουρλιαχτά του Σίμου- μου εξήγησε πως αργότερα θα πάει στο σπίτι του και θα ειδοποιήσει τη μητέρα του να ‘ρθει να τον πάρει, γιατί μετά το ξύλο δεν μπορούσε να περπατήσει και γι αυτό τον κουβαλούσε η μητέρα του στη πλάτη.

Δεν θυμάμαι και πολλά για μετά, τι ακριβώς έγινε, παρά μόνο, πως παρόλο που έγραφα όμορφα γράμματα στη καλλιγραφία μου, σιχαινόμουν για χρόνια , πολλά-πολλά χρόνια, τους κονδυλοφόρους.

ηγ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μάθημα Ανατομίας…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 16 Νοεμβρίου, 2015

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

  The_Anatomy_Lesson

Ο καθηγητής Ιατρικής Διαμαντής Καρλάφτης έχει για τους φοιτητές του το παρατσούκλι ‘ο κόφτης’ γιατί διδάσκει Ανατομία, μάθημα δηλαδή που θα το δώσεις τουλάχιστον δυο φορές και θα είσαι τυχερός αν το περάσεις με 5.

Είναι πέντε το απόγευμα, και στο αμφιθέατρο της Ανατομίας ο καθηγητής βρίσκεται μπροστά στο μακρόστενο τραπέζι επίδειξης, όπου επάνω του κείτεται το πτώμα ενός άντρα 75 περίπου ετών. Με το νυστέρι του, έχει ανοίξει το στέρνο μέχρι το κάτω μέρος της κοιλίας και με τα επιδέξια χέρια του ανασύρει τους δύο πνεύμονες σε σχήμα κώνου, τονίζοντας  στους επτά φοιτητές γύρω του, πως ‘ο δεξιός πνεύμων είναι πιο ογκώδης  του αριστερού’… Ρωτάει με ειρωνικό ύφος, μήπως ξέρει κάποιος απ τους φοιτητές γιατί είναι πιο ογκώδης ο δεξιός πνεύμων, δεν παίρνει απάντηση, οπότε τους λέει με υποκρυπτόμενο σαρκασμό πως…’ ο δεξιός πνεύμων είναι ταυτόσημος με τη πολιτική, άρα εκπροσωπεί τη Δεξιά…’ και γελά πρώτος πριν αρχίσουν να γελούν δειλά οι φοιτητές…

Όλοι φορούν άσπρες μάσκες και μπλε γάντια στα χέρια, ώστε η φαινόλη και η φορμαλδεύδη του πτώματος, να μην ενοχλεί την εκπαιδευτική ομήγυρη, παρά το γεγονός πως το μάθημα Ανατομίας είναι το πλέον σιχαμερό και ανάλογο του πόσο προετοιμασμένος είναι ψυχολογικά ο εκπαιδευόμενος να το αντέξει.

Ο καθηγητής Καρλάφτης συνεχίζει τώρα βγάζοντας το συκώτι, επισημαίνοντας πως το βάρος του είναι σταθερό, γύρω στα 1500 γραμμάρια, διότι όπως γνωρίζετε κύριοι συνάδελφοι, -λέει ειρωνικά πάντα- βρίσκονται άνθρωποι τριγύρω μας να μας πρήξουν το συκώτι, άλλωστε κι εσείς το κάνετε συνεχώς σε εμένα…

άσκα-ος-κουκουβαγιών-μάθημα-ανατομίας-η-με-έτη-του-ανθρώπινου-σκε-44277510

Οι φοιτητές γελούν, βρίσκουν τον ‘κόφτη’ καθηγητή να είναι κεφάτος σήμερα, ο οποίος δείχνοντας τώρα τον σπλήνα, τους επισημαίνει πως θα ήταν ενδιαφέρον ν ανατρέξουν στο πίνακα ‘μάθημα ανατομίας του δόκτορος Τουλπ’ του Ρέμπραντ ‘διότι η ανατομία είναι το ήμισυ της Ιατρικής…’

Το μάθημα διακόπτει με την είσοδό της στο αμφιθέατρο, η γραμματέας του καθηγητή, η οποία κάτι του λέει στο αυτί κι αυτός ανακοινώνει στους φοιτητές ότι θα λείψει για περίπου μισή ώρα στο γραφείο του, πλην όμως αυτοί να περιεργαστούν τα όργανα του πτώματος και με την επάνοδο του, η παράδοση θα συνεχιστεί.

Μόλις φεύγει ο καθηγητής, οι φοιτητές αρχίζουν τη πλάκα με τους υπόλοιπους του αμφιθέατρου, δείχνοντας το όργανα του πτώματος, ενώ ένας απ αυτούς παίρνει τον ένα πνεύμονα  και τον πετά προς τον συναδελφό του, στην άλλη άκρη του τραπεζιού και σε δευτερόλεπτα κι ο άλλος πνεύμονας γίνεται μπάλα του βόλεϊ, ενώ από πάνω άλλοι φωνάζουν ‘δώστε πάσα τον σπλήνα στην εξέδρα ρε μαλάκες’, δηλαδή  επικρατεί στο αμφιθέατρο κάτι το φρικώδες και γελοίο μαζί, ανάμεσα σε χαχανητά και σφυρίγματα κερκίδας και ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα, ο καθηγητής Διαμαντής Καρλάφτης εμφανίζεται κι όλοι μένουν ακίνητοι, σιωπηλοί  υποπτευόμενοι τι θα ακολουθήσει.

Ο καθηγητής προχωρεί μέχρι το τραπέζι της ανατομίας και αρχίζει να επανατοποθετεί τα όργανα στη θέση τους, εντός του πτώματος κι αφού κοιτάξει σοβαρός-σοβαρός έναν-έναν τους φοιτητές και μετά το υπόλοιπο του ακροατηρίου, λέει: ’Φυσικά
πως θα περάσουν πολλά εξάμηνα για να περάσετε το μάθημά μου, μετά απ αυτό το ανοσιούργημα. Επίσης, να σας ενημερώσω, πως το πτώμα αυτό ανήκε  στον ποιητή Ευγένιο Καρακώστα που ήταν δωρητής σώματος και αγαπημένος φίλος του Γιώργου Σεφέρη. Πιστεύω πως το μόνο που θα ήθελε ειδικά σε σας να χαρίσει, θα ήταν τα αρχίδια του. Αντε μου όλοι στο διάολο τώρα ηλίθιοι…’

48fbd39db89eb5519d690a389983af97

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ένα χαμόγελο…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 15 Νοεμβρίου, 2015

Τον Νίκο Μυλόπουλο τον γνώρισα πρόσφατα. Είναι Θεσσαλονικιός, γιατρός (οφθαλμίατρος) και λογοτέχνης. Το ποίημα που αναρτώ είναι από την τελευταία του συλλογή ¨Τέλος Περιπλάνησης¨

471bd07fdaa7b040f7ab8b2a13f8f35b_XL

Ένα χαμόγελο

Μας γνώρισαν φίλοι κοινοί ανοιξιάτικο βράδυ

Δεν είχες όρεξη να ‘ρθεις

Όμως η νύχτα μύριζε ωραία

Με την τριμμένη φορεσιά του κυνηγού περπατούσα αδέξια

Τα λουλούδια του πάρκου γιορτή

Οι ελπίδες γυαλισμένα μαχαίρια

Η φωτιά κι η βροχή ξεχασμένες σκιές

Κι ένας δρόμος φαρδύς μια καινούργια σελίδα

Αγκαλιάζοντας φρούτα του πάθους,

Θημωνιές και κισσό

Το τελευταίο προβάλαμε επεισόδιο στη σειρά των ονείρων.

*

Το χαμόγελό σου αυτοσχέδια έκρηξη στην ανύποπτη γη μου

Κερδισμένη σιωπή

Κερδισμένη ζωή

Χειροκρότημα.

Μυλ2

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Casta diva στη Λαχαναγορά

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 11 Νοεμβρίου, 2015

[γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος- τραγουδάει η Μαρία Κάλλας ζωντανά, στο Παρίσι, το 1958]

 

 1472319885_4b7b22510c_m

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας δεν έπαιρνε τα γράμματα. Δεν τα έπαιρνε από άποψη γιατί σκεφτόταν πως αυτοί που ήταν καλύτεροί του στο Γυμνάσιο του Περιστερίου που πήγαινε, σκατά πατημένα ήταν αφού στη συνέχεια θα γίνονταν σαν τους πατεράδες τους.

Τον μόνο άντρα που γούσταρε ο Γιαννάκης ο Γκλάβας ήταν ο νονός του, που είχε μια μεγάλη αποθήκη, στη Λαχαναγορά του Ρέντη και προμήθευε πλοία με τα πάντα. Πατάτες, ντομάτες, λάχανα, κι όλα τα ζαρζαβατικά.

Ο νονός του ήταν περίεργος τύπος, πνιγμένος μες στα τιμολόγια και κάτι τεράστιους γκρίζους φακέλους και δίπλα του στο γραφείο,  είχε ένα μεγάλο, το μοναδικό στην αγορά στερεοφωνικό, όπου συνέχεια έπαιζε Μαρία Κάλλας, σαν μια απίστευτη κόντρα με τα σκυλάδικα, που άκουγαν οι νταλικιέρηδες απ’ τις ανοιχτές καμπίνες τους, όταν φόρτωναν  το εμπόρευμα. 

Όταν ο πατέρας του Γιαννάκη κατάλαβε πως ο γιος του με τίποτα δεν θα προχωρούσε στο σχολείο και το κουβέντιασε με το νονό του, ο νονός καλοδέχθηκε τον Γιαννάκη στη τεράστια αποθήκη της  Λαχαναγοράς του Ρέντη, για να βάλει σε μια τάξη στα τιμολόγια, πράγμα, όχι και τόσο δύσκολο…

Στη λαχαναγορά -όπου δεν έβρισκες θηλυκή γάτα- ο Γιαννάκης μάθαινε δίπλα στο νονό  του όλα τα κόλπα, συνήθισε το ωράριο 4 το πρωί με 2 το μεσημέρι και αγάπησε τρελά την Κάλλας που άκουγε ο νονός του, καπνίζοντας αδιάκοπα, με τις ενδιάμεσες ατάκες του… ‘ρε τη καριόλα, τι θεϊκή φωνή είναι αυτή..’ ή ‘πω, πω ρε πούστη μου, τι ήχους βγάζει η θεά ’ κτλ.

Όταν ρώτησε το νονό του ποιος του έμαθε τη κλασική μουσική, αυτός απάντησε πως το έκανε μόνος του, πιτσιρικάς, για να γλυτώσει από τους ήχους του εμφύλιου στην Αθήνα, τα χωνιά που ούρλιαζαν στις γωνίες και απ τον βρυχηθμό των εγγλέζικων τανκς τις νύχτες γύρω απ το Μοναστηράκι.

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας έμαθε όλες τις λεπτομέρειες απ τις άριες, ήξερε πια κάθε νότα απ τη Norma του Μπελίνι, φανταζόταν αυτόν τον παραμυθένιο απίθανο κόσμο της όπερας, μέσα στα τιμολόγια απ’ τις πατάτες και τα λάχανα και τα υπόλοιπα ζαρζαβάτια.

Είχε πάνω από δέκα γύφτους να φορτώνουν  τα φορτηγά από την αποθήκη, γαμούσε -γιατί ήταν και όμορφο παιδί- όλες τις καινούργιες γκαρσόνες απ τις καφετέριες στο Περιστέρι και κυρίως του άρεσε, όταν έμπαινε στη λαχαναγορά, μετά από σκυλάδικο, να βάζει τέρμα τα γούφερ-μεγάφωνα μ’ ανοιχτά  τα παράθυρα του Fiat κι η θεϊκή φωνή της Καλλας στο ‘casta diva’  να σαρώνει το περιβάλλον .

Αυτό όμως που του άρεσε πιο πολύ, ήταν να ακούει το καλωσόρισμα των γύφτων ‘γεια σου κυρ-Γιάννη με τα ωραία και παράξενα τραγούδια σου’ χωρίς να ξέρει ότι ο επικεφαλής των γύφτων, ο Άλκης o παραμυθατζής απ’ τα Λιόσια, είχε ξεκαθαρίσει στους δικούς του ότι… ‘ακούει στο φουλ ο κυρ-Γιάννης γιατί αυτή που τσιρίζει έτσι, είναι  η μάνα του που τον άφησε μικρό κι έφυγε στην Ιταλία να γίνει τραγουδιάρα και γι αυτό να του μιλάτε με σεβασμό και όμορφα…images

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙ’ ΑΓΡΙΟΥΣ… Δεν περιέχουν γλουτένη.

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 10 Νοεμβρίου, 2015

Ο Βασίλης Μεταλλινός, φίλος, αρχιτέκτονας και δίτροχος ταξιδευτής, μου έστειλε μερικές αράδες με αποσπάσματα από (πρόσφατες;) περιπέτειές του, που αναρτώ με χαρά.

8 (2)

Επιστρέφοντας απ’ το Σουδάν, η φυγή μου απ’ την Αίγυπτο θα ‘κανε το «εξπρές του μεσονυκτίου» να φαντάζει σαν παιδική ταινία με τον Τάμπο το ελεφαντάκι…
Αλλά …αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Μετά από τρείς αποτυχημένες προσπάθειες να πάρω το μαγικό χαρτάκι «traffic clearence» από την Traffic Policeτης Nuweibaa, απαραίτητο για κάθε ταξιδευτή με όχημα όταν εγκαταλείπει την χώρα, προσπαθώ να λαδώσω ένα τελωνειακό για να «την κάνω».
Ξέρω πολύ καλά ότι μου το ‘χουν μπλοκάρει oι κελεμπιοφόροι Κλουζώ των Σουδανο-Αιγυπτιακών συνόρων, αποτυγχάνοντας για τρίτη συνεχή μέρα, να εντοπίσουν το ονοματεπώνυμό μου σε κάποια λίστα διαπρεπών μορφών της διεθνούς τρομοκρατίας, στους σκληρούς δίσκους της Ασφάλειας του Aswan.

Το να συνταξιδεύεις από το Σουδάν παρέα μ’ ένα ζευγάρι Γερμανών τζιπάδων δεν είναι ούτε παράξενο ούτε επικίνδυνο… Το να έχουν ξαλαφρώσει την μοτοσυκλέτα σου από ένα βαρύ σακ βουαγιάζ είναι ένα ρίσκο μάλλον γι’ αυτόν που το μεταφέρει. Όμως το να βρεθεί το σακ βουαγιάζ κατά τον συνοριακό έλεγχο της Αιγύπτου στο όχημα οδηγού που συλλαμβάνεται με περίστροφο, σε μπλέκει σε περιπέτειες πιο επικίνδυνες κι απ΄ το δελτίο του Μega.

Γνωρίζοντας ότι οι τελωνειακοί στις Αφρικανικές χώρες σε κολλάνε σαν λιγούρικες βδέλλες για μπαξίς, τα «χώνω» ίσα και σταράτα στον ελεγκτή των αναχωρήσεων.
«Να σΕ δώσω 300 δολάρια και γίνομαι ατμός με το επόμενο καράβι για Ιορδανία…»
Με βλέμμα καυλωμένου κερκοπιθηκοειδούς, μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω σ’ ένα μικρό γραφείο όπου ένας τελωνειακός, με φάτσα που «έφερνε» στον μαφιόζο Sam «Momo» Giancana, μασουλούσε μια αλληλουχία από ψαροκροκέτες που τις πασπάλιζε με χούμους…
«Δώσε 500 δολάρια και ίσως μπορέσω να σε απαλλάξω απ’ την ταλαιπωρία να τρέχεις και πάλι στην Traffic Police», μΕ πέταξε συνωμοτικά ο πιθηκοειδής ελεγκτής, κάνοντας το ηθικό μου περντέ πιλάφ…
«Θρη χάντρεντ μπαξ» επέμεινα με προφορά και στιλ καουμπόυ στο Κάνσας…
«350» απάντησε με την αταραξία της πυραμίδας του Χέοπα… ενώ ο συνάδελφος στο βάθος του φώναζε κάτι ακατάληπτα αραβικά σαν να προσπαθούσε να βγάλει ροχάλα…
Η κακούργα η ανάγκη σκέφτηκα, ξαναφέρνοντας στο μυαλό μου σκηνές απ’ το «Εξπρες του μεσονυκτίου».
«Οk» ψιθύρισα μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό αλλά …ικανοποιημένος συγκρίνοντας αντίστοιχη διαπραγμάτευση με κάτι απαιτητικούς υπαλλήλους Πολεοδομικών γραφείων …που βρυχώνταν σαν πεινασμένες ύαινες!
Και οι δύο βγήκαν έξω. Ήρθε κι ένας τρίτος, γαλονάς, άνευ πηλικίου με σβέρκο κητοκαρχαρία . Μιλούσαν για 10 λεπτά.
Με πλησιάζει ο ελεγκτής και με ρωγμώδη λυγμό μΕ λέει «μπαντ νιούζ φορ γιου, αϊ κενότ ντου ένιθινγκ μάι φρεντ. Νο τράφικ κλίρενς νο μποτ. Δις ιζ δε ρουλς!»
Παθαίνω ψαϊκολότζικαλ κολάπσους… Λέω πάει τελείωσε για μένα…
Βάζω μπρος τη μηχανή και ξαναπηγαίνω στην TrafficPolice.
Η κατάσταση στους διαδρόμους ήταν εφιαλτική. Ατέλειωτες ουρές με φωνακλάδες κελεμπιοφόρους να διαγκωνίζονται για τη σειρά και μια μπόχα μεταξύ ληγμένου τραχανά και χημικής τουαλέτας πακιστανικού πλοίου… Ευτυχώς το γραφείο που μ’ ενδιέφερε είχε ένα γκισέ στο προαύλιο του κτιρίου και δεν είχε καθόλου κόσμο.
Δίνω το διαβατήριό μου σε μια στρουμπουλή υπάλληλο με φράντζα μαλλί meche blondeκαι μια μαντήλα με gold νήμα από την παρτίδα που πιθανολογώ ότι ράβεται κι ο Φλωρινιώτης.
Χτυπάει το σαραβαλιασμένο κομπιούτερ. Σε 30 δευτερόλεπτα παίρνει ένα μικρό χαρτάκι, κάτι γράφει, το σφραγίζει και μου το δίνει…
«Υour trafficclearence mister» μου λέει, σηματοδοτώντας το τέλος μιας αγωνιώδους εκκρεμότητας και κάνοντας την καρδιά μου να πετάρει σα να κέρδισα το τζόκερ!
Καβαλάω τη μοτοσυκλέτα και με φουλ γκάζια οδηγώ προς το λιμάνι. Πεντακόσια μέτρα από την πύλη, πατάω πάνω σε βρεγμένα σάπια σκουπίδια και χάνω τον έλεγχο της μηχανής. Με 3-4 ζίγκ ζάγκ και πολύ τύχη, την κρατάω όρθια και γλυτώνω τη μετωπική μ’ ένα σαράβαλο φορτηγό που δεν έκοψε καθόλου ταχύτητα βλέποντάς με να χορεύω «τσάρλεστον» με τη μοτοσυκλέτα…
Φτάνω στην πύλη του τελωνείου. Δίνω το χαρτάκι στον γνωστό ελεγκτή, που με κίνηση εκδοροσφαγέως το αρπάζει και μου κάνει νόημα να περάσω στον επόμενο έλεγχο.
Επτά ώρες αργότερα βρίσκομαι μέσα στο πλοίο, περιμένοντας την αναχώρηση στριμωγμένος σ’ έναν ελεεινό καναπέ, ψόφιος απ΄τη κούραση, ανάμεσα σε κάτι κελεμπιοφόρους με φάτσες …»national geographic»…
Κι εκεί που χαλαρώνουν οι νευρώνες του εγκεφάλου μου από το στρες και την αγωνία, από τα μεγάφωνα του πλοίου ακούω στ’ αγγλικά να καλούν τον οδηγό της μοτοσυκλέτας με αριθμό ΝΕΒ 83 να κατέβει αμέσως στην μπουκαπόρτα του πλοίου!!!
«Το εισιτήριο μου ‘πεσε απ’ το χέρι, είπα δεν γίνεται δεν είναι δυνατόν!» (για να παραφράσουμε και λίγο τους στίχους από «το προσκλητήριο» του Χριστοδουλόπουλου…)
Δραματική αναστροφή φάσης. Μου ‘φυγε η μαγκιά…»Τελειώσαμε» σκέφτηκα σε κατάσταση εξάχνωσης της ταξιδιωτικής μου λίμπιντο.
Κατεβαίνοντας τις σκάλες με τρεμάμενα γόνατα, σαν να εκτελούσα χορογραφία του Σαρμπέλ, και κατευθυνόμενος προς την μπουκαπόρτα, πέρασε όλη μου η ζωή σε φλας μπακ!
Ανεπαισθήτως έριξα και μια πονετική ματιά στη μοτοσυκλέτα μου που ήταν παρκαρισμένη δίπλα σε κάτι κασόνια με φρέσκους χουρμάδες.
Πλησίασα στην έξοδο …κι ενώ περίμενα τη γνωστή σκηνή με τα 3-4 περιπολικά με περιστρεφόμενους φάρους, ανοιχτές πόρτες κι από πίσω αστυνομικούς να με σημαδεύουν με τα πιστόλια τους ουρλιάζοντας, βλέπω μια βλακόφατσα, ένα τελωνειακό ξυπόλυτο με πλαστική παντόφλα να μου κάνει νόημα να πλησιάσω. Δίπλα του ήταν ένα σαραβαλιασμένο Suzuki DR600, μανιβελάτο, με προβιά στη σέλα και βέλγικες πινακίδες.
«Εσύ που ξέρεις από μηχανές, οδήγησέ το μέσα στο πλοίο, για να το στείλουμε ασυνόδευτο στην Ιορδανία» μου ζήτησε με αυτιστικά αγγλικά, κάνοντας τα νεύρα μου χορδές από σαντούρι και τη γλώσσα ναυτικό κόμπο…
Μισή ώρα αργότερα.
Ξαπλωμένος στο βρώμικο κατάστρωμα, εξαντλημένος άκουγα τις αλυσίδες από τις άγκυρες να γρυλίζουν και τις μηχανές του πλοίου να φουλάρουν κάνοντάς το να τρίζει σαν να ‘ναι έτοιμο να διαλυθεί.
Σε λίγα λεπτά αρχίζει να κινείται αργά στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας προς το λιμάνι της Aqaba.
Βλέποντας απέναντί μου μια παρέα φωνακλάδων Ιταλών υπό ακατάσχετη φωτοδιάρροια, να στέλνει κατά ριπάς αδιάφορες εικόνες του λιμανιού στο ιντερνετικό υπερπέραν…
…κι ακούγοντας παραδίπλα ένα βαρεμένο τύπο που προσπαθούσε με ούτι να παίξει το ριφ του «smoke on thewater»…
…έριξα μια τελευταία ματιά στο λιμάνι, έστρωσα το υπόστρωμα στο πάτωμα και…
.
.
…χωρίς καν να θυμηθώ το χρώμα των ματιών της …αποκοιμήθηκα.

Sudan%202010

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Η τρυφερή Μελίσσα

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 8 Νοεμβρίου, 2015

 Ο Νίκος «κεντάει» πάνω στον καμβά των παιδικών αναμνήσεων…  

    71237014

     ΜΕΛΙΣΣΑ

 (γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Μελίσσα τη λέγανε.  Ήταν πολύ όμορφη κι είχε μια καλοσύνη ανεπιτήδευτη, πηγαία που δε την βρίσκεις εύκολα.  Το χρώμα της σκούρο μελί, τα μάτια της βαθύ καφέ, ας μη χαμογελούσε απέπνεε μιαν αισιοδοξία μέσα από τη σιγουριά της.  Μέρα τη μέρα με κατάκτησε σε τέτοιο βαθμό που αναζητούσα να τη συναντήσω για να αισθανθώ βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά.  Ήταν ο πρώτος μου έρωτας και να σκεφτεί κανείς ότι δεν είχα συμπληρώσει τα πέντε.  Όταν πήγαινα στο χώρο της, σηκωνόταν με πλησίαζε με επεξεργαζόταν με περιέργεια και συμπάθεια τέτοια που με γέμιζε ευφορία.  Της άρεσε πολύ να χαϊδεύω το θαυμάσιο τρίχωμά της και μου το ανταπέδιδε ακουμπώντας τη πελώρια μουσούδα της πάνω στα ξανθά αχτένιστα μαλλιά μου.  Ακράδαντα πιστεύω μέχρι σήμερα ότι δεν έχει υπάρξει άλλη τέτοια αγελάδα. 

Η σχέση που μ’έδενε με τη Μελίσσα εκτός από ψυχική κι αισθηματική αποτελούσε εγγύηση για μένα, μια κι ο παππούς μου πλάι της έβαζε τη Παγώνα, άλλη αγελάδα, που ήταν χαρακτήρας κακός, επιθετικός, μ’έναν αδικαιολόγητο κυκλοθυμισμό κι άκρως επικίνδυνη σε όποιον την πλησίαζε.  Όχι μόνο δεν την αγαπούσα την κοκκινοτρίχα αυτή, αλλά τη φοβόμουν και την έτρεμα.  Τρεις φορές που χρειάστηκε μεσολάβησε αποφασιστικά η Μελίσσα για να με προστατέψει, απομακρύνοντάς την.  Η αλήθεια είναι ότι φαινόταν να την υπολογίζει η Παγώνα γι αυτό όταν μ’έβλεπε κοντά στην αγαπημένη μου, δεν ασχολιόταν καθόλου μ’εμένα παρ’ότι το βλέμμα της έκρυβε πάντα μιαν αδιευκρίνιστη απειλή.

Πέρασαν έτσι περίπου τέσσερεις μήνες.  Η συντροφιά με τη Μελίσσα πρωί απόγευμα γέμιζε τις παιδικές μου ώρες.  Ένα ανοιξιάτικο ξημέρωμα πολύ νωρίς πριν προβάλλει ο ήλιος, ξύπνησα τρομαγμένος από δυνατά χτυπήματα που ακούστηκαν στην εξώπορτα.  Άγνωστες φωνές έφτασαν στ’αυτιά μου.  Άκουσα τον παππού να τους αποκρίνεται λέγοντας : «Ένα λεπτό να βάλω το παντελόνι μου και θα σας πάω να τις δείτε.»  Ύστερα ακολούθησε παύση για μερικά λεπτά.  Σε λίγο όμως άκουσα μια βραχνή φωνή, δε θα σβήσει ποτέ από το μυαλό μου η χροιά της, να λέει : «Δεν υπάρχει κανένα θέμα διαλέξαμε αυτή που είπαμε, αύριο το πρωί θα έρθουμε με τα χρήματα ο λόγος μας όπως ξέρεις είναι συμβόλαιο.»  Μετά τα βήματά τους απομακρύνθηκαν κι ο ήχος τους στο λιθόστρωτο καθώς αργόσβηνε, ήταν σαν εισαγωγή σε μουσικό μελαγχολικό κομμάτι.   Ένα προαίσθημα λύπης με κυρίευσε.  Η τρελή μου υποψία επιβεβαιώθηκε όταν ο παππούς μου πληροφόρησε την γιαγιά πως οι άγνωστοι απ’το διπλανό χωριό διάλεξαν ν’αγοράσουν τη Μελίσσα.  Μαχαιριά στο στέρνο μου έπεσε το νέο.

Ντύθηκα βιαστικά κι έτρεξα στο στάβλο.  Ανύποπτη η αγαπημένη με περιεργάστηκε με κάποια απροσδιόριστη θλίψη, έτσι μου φάνηκε.  Ενώ τη χάιδεψα ένιωσα ρίγος, μουρχόταν να κλάψω.  Ήταν η πρώτη μου φορά που βίωνα ένα χωρισμό.  Αυτή ήρθε από πάνω μου και με την ανάσα της να μοσχοβολάει βίκο κι αγριόχορτα δρόσιζε το κεφάλι μου.  Θυμάμαι καθαρά τη μέρα εκείνου του μακρινού Απριλίου.  Ο λαμπρός ήλιος ανέβαινε καλπάζοντας στον ουρανό, τα πουλιά τραγουδούσαν ασταμάτητα κι άπειρα ζωύφια πετούσαν ζουζουνίζοντας.  Βράδιασε γρήγορα, πολύ γρήγορα έτσι μου φάνηκε.  Δεν θυμάμαι αν έφαγα, πότε και πως κοιμήθηκα.  Μια μαυρίλα μόνο τύλιγε τη σκέψη μου. 

Όταν το φως της αυγής άρχισε να μπαίνει από τον φεγγίτη και να διαλύει το σκοτάδι στο δωμάτιο, σηκώθηκα από νωρίς κι έτρεξα στη Μελίσσα.  Οι τελευταίες μας στιγμές, σκεφτόμουν μοιρολατρικά.  Περίμενα μ’ένα κόμπο στο στήθος να δω τους ανυπόφορους μισητούς εχθρούς να καταφθάνουν.  Δεν άργησαν.  Ήταν πολύ κεφάτοι.  χαιρέτησαν τον παππού, του μέτρησαν πολλά χαρτονομίσματα λέγοντάς του ταυτόχρονα πως είχαν μεταβάλλει γνώμη.  «Λέμε ν’αγοράσουμε την άλλη την κόκκινη εάν δεν υπάρχει αντίρρηση», κατέληξαν.  Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά, μουρχόταν να φωνάξω ζήτωωω ! …  Ο παππούς  δεν αρνήθηκε και μετά από λίγο η Παγώνα καπιστρωμένη και δεμένη μ’ένα σκοινί που την άκρη του κρατούσε ο ένας από τους αγοραστές, έφευγε μαζί τους.  Με κοίταζε με το απλανές βλέμμα της σαν να μου ζητούσε συγνώμη.  Εγώ ήδη την είχα συγχωρήσει.  Έμεινα για λίγο σκεπτικός μέχρι που χάθηκε απ’το οπτικό μου πεδίο η Παγώνα με τους νέους ιδιοκτήτες της. 

Πολύ αργότερα έμαθα ότι οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν πως «Ους οι θεοί βούλονται σώζεσθαι και εξ αυτών ανασπώσι των βαράθρων.»  Αν το ήξερα τότε θα ταίριαζε απόλυτα με τα όσα έγιναν.  Έτσι απροσδόκητα ξαναβρέθηκα με τη Μελίσσα.  Οι μέρες χάντρες στο κομπολόι του χρόνου συνέχισαν να παρέρχονται η μια μετά την άλλη, η μια μετά την άλλη…

Ένα μεσημέρι θυμάμαι ότι μετά το φαγητό ο παππούς διάβαζε στη γιαγιά δυνατά και πολλές φορές συλλαβιστά μιαν εφημερίδα που τυχαία είχε πέσει στα χέρια του.  Τα λόγια δυσνόητα για μένα τότε, όμως έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου ανεξίτηλα.  «Τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας οδηγήθηκαν και οι δύο καταδικασθέντες στο Γουδί στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων και πριν την ανατολή του ήλιου εθανατώθησαν δια τυφεκισμού.»  Τι πα να πει εθανατώθησαν δια τυφεκισμού  ; τόλμησα να ρωτήσω.  Δεν πρόλαβα να πάρω απάντηση γιατί μπήκε η μαμά μου στη κάμαρα κι ανήγγειλε το νέο που είχε φτάσει στ’αυτιά της.  Την Παγώνα λέει την είχαν σφάξει και το κρέας της πουλήθηκε στα χωριά της περιοχής μέχρι την Αρεόπολη.   Ο παππούς άφησε να του πέσει η εφημερίδα και κάτι σαν να συλλογίστηκε.  Η γιαγιά που πάντα ήταν πιο ψύχραιμη σχολίασε με ρεαλιστική αυθάδεια, αυτός ήταν ο προορισμός της, όπως όλων των αγελάδων.  Εγώ ανατρίχιασα και ταυτόχρονα μούρθε στο μυαλό η Μελίσσα.  Κυριολεκτικά είχε γλιτώσει από του χάρου τα δόντια.  Κατά βάθος είχα συγκλονιστεί από την τύχη της δύστροπης Παγώνας και την σκεφτόμουν χωρίς να μούρχονται οι κακές στιγμές της.

firing-squad-execution

Μετά απ’όλα αυτά μπορώ να πως ότι έγινα ακόμα πιο τρυφερός με τη Μελίσσα.  Χωρίς νάχω συνειδητοποιήσει τι είναι ο θάνατος, ένιωθα ότι είναι κάτι αμετάκλητο, χωρίς επιστροφή.  Όλα γίνονταν κάτω από τη σκιά του σ’ένα οδυνηρό άγνωστο θαμπό τοπίο.  Αυτό μου δημιουργούσε μιαν αναστάτωση στο στήθος.  Η σκέψη μου ταραζότανε ασυνήθιστα όταν προσπαθούσα να φτάσω σε κάποιο ξέφωτο διέξοδο.  Δεν κατάφερνα όμως νάχω κάποιαν εξήγηση.

Στο μεταξύ μπήκαμε στο καλοκαίρι.  Αίθριες διαυγείς μέρες και νύκτες αστρογεμισμένες, με συνέπεια εναλλάσσονταν και διέγραφαν την τροχιά του διανυόμενου χρόνου.  Ένα πρωινό του Ιουλίου, όταν ξύπνησα η μαμά μου ανακοίνωσε ότι θα φεύγαμε γιατί ο πατέρας μου μας περίμενε στην Αθήνα.  Μ’έπλυνε, με χτένισε, μ’έντυσε με τα καλά μου και κατεβήκαμε στο Γερολιμένα για να πάρουμε το πλοίο για Πειραιά.  Επειδή διέκρινε πως στεναχωρήθηκα μου υποσχέθηκε κατηγορηματικά πως σύντομα θα επιστρέφαμε.  Εγώ πάντως με δάκρυα στα μάτια είχα αποχαιρετήσει τη Μελίσσα γιατί κατά βάθος κάτι μου έλεγε ότι δεν πρόκειται να την ξαναδώ.  Αλλά κι εκείνη κάτι είχε ψυχανεμιστεί αφού εκτός από την έκδηλη μελαγχολία στα μάτια της, μουγκανίστηκε, πράγμα που δεν το συνήθιζε, δυο φορές δυνατά και παραπονιάρικα. Σαν το πλοίο προσάραξε στο λιμάνι του Πειραιά είδα έκπληκτος για πρώτη φορά αυτοκίνητα να κινούνται πάνω κάτω στους δρόμους ενώ ένα βυτιοφόρο υδροφόρος του Δήμου κατάβρεχε για να μη σηκώνεται σκόνη.  Εγώ σκεφτόμουν εκείνη.  Α γιατί να μην την έχω κοντά μου ;  Να βλέπουμε μαζί όλα αυτά τα θαύματα. 

Σιγά σιγά μπήκα σ’ένα νέο τρόπο ζωής.  Έμαθα να παίζω με τα παιδιά της γειτονιάς, έκανα τους πρώτους μου φίλους, όμως ποτέ δεν σταμάτησα να συλλογίζομαι τη Μελίσσα.  Οι λιγοστές ελπίδες μου για επιστροφή στο χωριό εξανεμίστηκαν μάλλον ανώδυνα αφού οι νέες συνθήκες διαβίωσης μου αποκάλυψαν ένα νέο κόσμο ωραιοποιημένο ή μπορεί κι ωραίο.   Χωρίς να το επιδιώξω έμαθα μετά από λίγο καιρό ότι ο παππούς που στο μεταξύ αρρώστησε, πούλησε και τη Μελίσσα.  Δεν ρώτησα τι απέγινε, από φόβο μήπως η απάντηση ήταν κάτι που δεν ήθελα ν’ακούσω.   Ποια ήταν η τύχη της άραγε ;  Ναι ήμουν δειλός, δεν θέλησα ποτέ μου να μάθω.  Μερικές φορές όταν την σκεφτόμουνα, χωρίς να το καταλαβαίνω ερχόντουσαν τα λόγια της εφημερίδας που διάβαζε κάποτε ο παππούς :  «Τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας οδηγήθηκαν και οι δύο καταδικασθέντες στο Γουδί στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων και πριν την ανατολή του ήλιου εθανατώθησαν δια τυφεκισμού.» 

Στο μεταξύ είχα μάθει τι πα να πει εθανατώθησαν δια τυφεκισμού κι αναρωτιόμουν χωρίς νάμαι σίγουρος, ποιος τάχα είχε θανατωθεί η Μελίσσα ή εγώ ;  Μια γλυκιά πληγή μέσα μου, μου θύμιζε διαρκώς ότι το μόνο που δεν θανατώθηκε ήταν αυτό που είχα νιώσει για κείνη.  Και μου ήταν αρκετό για να ελπίζω και να πορεύομαι.

Ν.Μ.

images

Επί τη (βουκολική) ευκαιρία σας θυμίζω δύο προσαρμογές στα ελληνικά στίχων του Μπρασένς που σας είχα φτιάξει παλιότερα (Β.Ν.)  Έδώ  και εδώ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κάστανα στο Πάικο….

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 29 Οκτωβρίου, 2015

 (γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

καστανιές-2

Τέλος Οκτώβρη του 48, απομεσήμερο κι ο Γιαννάκης ο Γκάηντας απ το Κιλκίς, είναι σε αποστολή ‘επιτήρησης εχθρού’ μαζί με τρεις συντρόφους του απ το λόχο του κατετάν Σφυρή  στις παρυφές του Πάικου σ ένα πέταλο γεμάτο καστανιές.

Είναι κρυμμένοι, καμουφλαρισμένοι μέσα σε κάτι βατσινιές και με τα κιάλια κοιτάζουν κάθε τόσο προς την πεδιάδα, όπου οι πληροφορίες έλεγαν πως μπορεί να εμφανιζόταν ένα τάγμα πεζικού και αν το έβλεπαν, έπρεπε αμέσως να κινηθούν βορειοανατολικά προς τη κορυφή για να ειδοποιήσουν  τις μονάδες του απελευθερωτικού στρατού.

Ο Γιαννάκης με το αετίσιο  μάτι του οργώνει την πεδιάδα χωρίς να ξέρει βέβαια πως τριακόσια μέτρα πιο πάνω κι αριστερά από αυτόν και τους συντρόφους του, βρίσκεται ακίνητος μπρούμυτα μέσα στους σκληρούς θάμνους  ο οπλίτης-ελεύθερος σκοπευτής Χρήστος Μπούμπασης από το Χέρσο του Κιλκίς, το καμάρι του 505 τάγματος πεζικού που μέχρι σήμερα –δυο χρόνια τώρα- είχε στείλει στον άλλο κόσμο πάνω από 20 καθοδηγητές κι αξιωματικούς του ΕΛΑΣ.

images (15)

Ο Χρήστος ο Μπούμπασης ή ‘χάρος’ -όπως τον είχαν ονομάσει στο τάγμα -ήταν πάντα μόνος του, έχοντας τη μόνη εντολή, να σημαδεύει μέσα από  τη διόπτρα του  πεντάκιλου  enfield του, επιλεκτικά τους επικεφαλής των ανταρτών ή τους ανιχνευτές τους.

Τώρα ξαπλωμένος στο θάμνο, έβλεπε μέσα απ τη διόπτρα του ντουφεκιού του από ώρες, τους τέσσερις αντάρτες τριακόσια μέτρα κάτω και πλάγια και σκεφτόταν μόνο πότε θα τραβήξει τη σκανδάλη. Ο Χρήστος που μόλις χτες έκλεισε τα εικοσιδύο, ξέρει απ το λοχαγό του, πως ο εμφύλιος θα τελειώσει γρήγορα και με το χαρτί που θα πάρει απ το τάγμα του, θα μπορέσει ν ανοίξει περίπτερο στο Κιλκίς κι όχι να ξεπατώνεται στα κουτσοχώραφα του Χέρσου.

Οι καστανιές στο Πάικο είναι φορτωμένες κι ο Γιαννάκης ο Γκάηντας λέει στους συντρόφους του, πως θα μαζέψει  μερικά κάστανα στο ντορβά από τα δυο ψηλά δέντρα που είναι μπροστά τους κι οι τρεις συναγωνιστές του συμφωνούν γιατί τους έχει κόψει η πείνα απ το πρωί.

Πάνω του στα τριακόσια μέτρα ο ‘χάρος’ βλέπει μέσα απ τη διόπτρα του τον Γιαννάκη να βαδίζει προς τις καστανιές και ξέρει πως είναι κατάδικος του, όπως κι οι άλλοι τρεις αντάρτες κι αυτό σημαίνει τουλάχιστον μια κούτα τσιγάρα Ματσάγκος, μια εύφημη μνεία, δυο μερίδες κοτόπουλο κι ένα μπουκάλι κονιάκ απ το λοχαγό του, πέρα απ την διήμερη άδεια για το Χέρσο και ήρεμα, αποφασιστικά, αμετάκλητα τραβάει τη σκανδάλη και πυροβολεί με ακρίβεια, το πίσω μέρος απ το κεφάλι του Γιαννάκη και σε δέκα δεύτερα έχει κλείσει βόλτα στον αγύριστο τους συμπατριώτες του, μέσα από τον σκληρό μαύρο αμφιβληστροειδή του.

360px-Spotting_the_Enemy_Sniper

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Γενέθλιο…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 21 Οκτωβρίου, 2015

Αυτή τη φορά προσπάθησα να αποσιωπήσω αυτήν την (αμφισβητούμενη) επέτειο (έστω ως προσωρινή επικράτηση επί του πανδαμάτορος), αλλά  δεν απέφυγα να ακούσω τις σκέψεις μου όπως τις διατύπωσε ο Νίκος, αφιερώνοντάς μου τους παρακάτω στίχους…

γεν1

(επί του θέματος, ιδού και λίγος Μπρασένς όπως σας τον μετέφρασα παλιότερα εδώ )

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Συννεφιές…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 21 Οκτωβρίου, 2015

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΙΑ

Synefia

Αγάπησα τα σύννεφα

τα κάθε είδους σύννεφα.

Τα μαύρα της καταιγίδας

τα ρόδινα της αυγής

τα διάφανα άλλοτε του έρωτα

κι άλλοτε της προδοσίας

τα πυκνά της επανάστασης

τα πορφυρά του ηλιοβασιλέματος

τα γκρίζα της γονιμότητας

τα μεταβαλλόμενα της ειρωνείας

τα μενεξελιά της θλίψης

παλαιοτέρων ποιητών

ακόμη κι αυτά

που κάποιες φορές παίζουν με το φεγγάρι

ιδίως την πανσέληνο.

Ναι τ’ αγάπησα

και μέτρησα πολλές φορές

τον χρόνο μου μ’ αυτά.

Όμως ποτέ μου δεν μπόρεσα

ν’ αντέξω την συννεφιά.

ce63af7e92fd0180d3beff4f8e3bbafc-300x293

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Έλμερ Φαντ 1957

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 9 Οκτωβρίου, 2015

elmerfudd

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Ήμουν στη πρώτη δημοτικού, στη Νέα Φιλαδέλφεια, όταν ξυπνώντας ένα πρωί βρήκα πάνω στο κομοδίνο μου ένα μεγάλο πακέτο και όταν το άνοιξα είδα πως είχε ένα ζευγάρι παπούτσια, χρώμα καφέ που δεν μου άρεσαν καθόλου γιατί  είχαν εντελώς στρογγυλές  μύτες και κορδόνια.

Η μητέρα μου, μου είπε πως τα είχε αφήσει ο πατέρας μου το βράδυ που είχα κοιμηθεί.

Εγώ τότε, όταν ο πατέρας φορούσε τη στολή του, ρουφούσε με θόρυβο τον καφέ του κι έριχνε μερικές Χριστοπαναγίες πριν φύγει, έκανα πως κοιμόμουν γιατί φοβόμουν εκείνον  τον  απαίσιο θόρυβο από το χαστούκι πούδινε ανελλιπώς μετά το καθιερωμένο βρισίδι του στη μάνα μου.

Το πρωί έκανα πάντα το κόλπο πως κοιμόμουν γιατί έτσι κι αλλιώς λίγο πριν το βραδάκι ο πατέρας μου μετά από τις ρετσίνες του, που έπινε στη κουζίνα, καταχέριαζε τη μάνα μου κι εγώ το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να πάω στο μέσα δωμάτιο και να κλείσω τη πόρτα να κάνω πως δήθεν διαβάζω και να ακούω τα χαστούκια χωρίς να τα βλέπω.

Τώρα όμως το πρόβλημά μου ήταν αυτά τα καινούργια παπούτσια, τα καφέ με τα κορδόνια που δεν τα ήθελα με τίποτα αλλά έπρεπε να τα φορέσω γιατί αν έλεγα δεν τα φορώ θα έτρωγα οπωσδήποτε τις μπούφλες μου.

Όμως η μητέρα μου όταν ήρθε στο δωμάτιο, μου είπε πως σήμερα δεν θα πήγαινα σχολείο κι ότι θα πηγαίναμε μαζί στη Διοίκηση της Χωροφυλακής όπου αυτή θα έλεγε πως τρώει κάθε μέρα ξύλο απ το πατέρα μου και μένα αν θα με ρωτούσαν, θα έλεγα πως ναι τρώει.

Άρχισε να με ντύνει και μου έβαλε τα παπούτσια με τις στρογγυλές μύτες που σιχαινόμουν γιατί τέτοια παπούτσια φορούσε σε κάτι εικονογραφημένα περιοδικά ο Ελμερ Φαντ που τον μισούσα γιατί όλο πυροβολούσε τον Μπαγκς Μπάνι τον λαγό και μου έδεσε τα κορδόνια γιατί εγώ δεν ήξερα να τα δένω επειδή πιο μπροστά φορούσα παπούτσια παντοφλέ που μου άρεσαν πολύ γιατί δεν είχαν κορδόνια.

Αυτό που έλεγε η μητέρα μου στη διαδρομή δεν μου ήταν και τόσο ευχάριστο κι ας έχανα το σχολείο γιατί δεν ήξερα σε ποιον θα έλεγα πως ο πατέρας μου την δέρνει και μήπως αυτός που θα το έλεγα ύστερα θα το έλεγε στον πατέρα μου και μετά πάλι θα έπεφτε πολύ ξύλο στο σπίτι αλλά μετά βάλθηκα να κοιτάζω μόνο τα καφέ μου παπούτσια που τα ονόμασα αυτομάτως ‘έλμερ φαντ’ και σκεφτόμουν πως την άλλη μέρα θα τα έβλεπαν οι συμμαθητές μου και θα με κορόιδευαν όλοι στη τάξη.

Φθάσαμε σ ένα δρόμο κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, σ ένα ωραίο κτίριο που έγραφε απέξω ‘Αρχηγείον  Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής’ και ανεβήκαμε στο δεύτερο όροφο σ ένα πολύ όμορφο γραφείο που πίσω του καθόταν ένας τύπος με στολή που είχε πιο πολλά παράσημα απ τον πατέρα μου και τρία χρυσαφιά άστρα  στους ώμους του κι ήταν κάτι σαν τον θείο μου τον Δημητράκη στην ηλικία κάπου στα 50  δηλαδή.

Όση ώρα μιλούσε η μητέρα μου και του έλεγε με το νι και με το σίγμα για το ξύλο που έτρωγε, εγώ κοιτούσα τα παπούτσια μου και διαπίστωνα πως ήταν τόσο γυαλιστερά ώστε όπως ήμουν σκυμμένος φαινόταν το πρόσωπο μου πάνω τους.

Δεν θυμάμαι πόσο καθίσαμε σε κείνο το γραφείο, με τη μάνα μου να κλαίει κατά διαστήματα κι αυτόν να λέει ‘σας παρακαλώ κυρία μου, όχι μπροστά στο παιδί’, πάντως κάποια στιγμή ο τύπος αυτός σηκώθηκε απ το γραφείο του κι ήρθε προς το μέρος μου, μου χάιδεψε το κεφάλι και μου είπε ‘ώστε έτσι ο μπαμπάς λοιπόν’ κι εγώ έγνεψα ‘ναι’ με το κεφάλι και μετά φύγαμε.

Όταν γυρνούσαμε στο σπίτι πάλι κοιτούσα τα παπούτσια μου και γέλασα από μέσα μου γιατί σκέφτηκα πως αν μου κολλούσε κάποιος συμμαθητής μου θα του έλεγα να το βουλώσει  γιατί θα έπαιρνα μια καραμπίνα και θα τον κυνηγούσα όπως έκανε ο Ελμερ Φαντ  στον Μπαγκς Μπάνι.

vieille-chaussure2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

βροχή…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 19 Σεπτεμβρίου, 2015

ΜΕΣ ΤΗ ΓΑΛΑΖΙΑ ΒΡΟΧΗ

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβακος)

images 

Την είδα μες τη γαλάζια βροχή

είχε μαύρα κάρβουνα μάτια

χείλη πυράς κατακόκκινα

κι ένα χαμόγελο παντοτινό.

Δεν θυμάμαι πια το λίκνισμά της

γιατί πρόσεχα το τσίτινο φόρεμα

που κολλημένο πάνω της

πρόδιδε του κορμιού της τη μαγεία.

Ούτε το τραγούδι της θυμάμαι

γιατί καθώς αργοχανόταν

μες τη γαλάζια βροχή

ο ήχος των νερών σκέπαζε τη μελωδία.

Αχνά φέρνω στο νου μου

πως ήταν σούρουπο χωρίς ουρανό

κι εγώ παιδάκι ανυποψίαστο

είχα χάσει το δρόμο

μες τη γαλάζια βροχή

εκείνου του μακρινού καλοκαιριού.

rain460

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Με πηλό δύσκαμπτο…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 15 Σεπτεμβρίου, 2015

ΤΕΡΑΚΟΤΑ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Sikeli4 Δεν είναι πεδιάδα η ψυχή μου

σας γελά το κίτρινο της λίρας

χρώμα του γινομένου σταριού

σαν το ριπίζει ο άνεμος.

Ούτε θάλασσα φουρτουνιασμένη είναι

ας έχει βαθύ μπλε τ’ονείρου

κι ακρογιαλιές απάτητες

ολόγυρα να την ορίζουν.

Όχι πως είναι ουρανός

τα σύννεφα που απλώνονται

στο γκρίζο και στ’ασήμι βουτηγμένα

την άλλη όψη της αλήθειας δείχνουν.

Μια τερακότα είναι εν τέλει η ψυχή μου

ψημένη μες σε κάμινο αργίλου

με πηλό δύσκαμπτο

στα χέρια αυτοδίδακτου αγγειοπλάστη

που ποτέ δεν λογάριασε κανέναν.

Hellen.E4.1b_Women

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Κριθαρόσουπα…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 15 Σεπτεμβρίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

provatina_h_gida_ntomatosoupa_me_kritharaki_61

Ρίχνεις στο καυτό νερό λίγο λαδάκι…

 ¨τι νόμιζες,πως είμαστε από παράδοση καλοί ε…¨ γελούσε ο γέροντας Ιωανίκιος στο Αγιο-Ορος καθώς μου έδειχνε μια μικρή μετόπη που έχουν  όλα τα μοναστήρια στη κεντρική τους  πύλη και πάνω της καθόταν μία τεράστια χύτρα όπου έχυναν  λάδι με βραστό νερό, να κάψουνε τους πειρατές, που από κάτω προσπαθούσαν να παραβιάσουνε τη πύλη¨.

Μόλις αρχίζει να βράζει τότε ρίχνεις το κριθαράκι και λίγη ντομάτα σάλτσα

¨το θείο σου τον κυνηγήσανε  οι χίτες μέσα στο κριθοχώραφο του Βασιλάκου και τούριξαν 5 κουμάσια από τα τριάντα μέτρα. Τον βρήκε η πρώτη στο λαιμό και τιναζότανε το αίμα σιντριβάνι… Βάψανε όλα κριθάρια ένα γύρω. Η μάνα του ήταν στην άκρη στο χωράφι και χτυπιόταν βλέποντας πως σκοτώνανε το στερνοπούλι της απόγευμα που έγερνε  ο ήλιος και ήταν σαν βάφανε με κόκκινο χρυσάφι από το αίμα του παιδιού τα αψηλά κριθάρια.  Και τώρα λένε, άμα βρέξει ξαφνικά πως παίρνει χρώμα κόκκινο στο κέντρο του, του Βασιλάκου το χωράφι από το αίμα που πετούσε ο μπάρμπας σου που ήταν τότε στα δεκαεννιά.¨

Ρίχνουμε μέσα λίγο σκόρδο, λίγο αλάτι και πιπέρι

¨γίνονταν τότε σημεία και τέρατα παιδάκι μου…Στο  αλώνι του Μανωλάκου έσυραν τον Γιωργάκη της Φανής, κόψανε το λαιμό του άκρη μέρα- μεσημέρι και ρίχνανε αλάτι και πιπέρι στο ξεπεταρούδι 15 χρόνων να τους πει που τράβηξε η ομάδα του Σταυρόμπεη… Θα το πεις τσογλάνι, θα το πεις ούρλιαζαν μες τα αυτάκια του τριγύρω οι Μάηδες απ του Μελιγαλά…¨  μου έλεγε

monaxos

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Γεια σου Λένα

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 4 Σεπτεμβρίου, 2015

Γράφουν και τα παιδιά των φίλων… Αυτό εδώ το ανακάλυψα τυχαία και μου άρεσε. Γεια σου Λένα

155761

Σεβντάς

Φοβήθηκα,
πως αν έχει πολύ ήλιο και χαθεί το βράδυ,
ο ουρανός θα ρουφήξει όλη τη θάλασσα.
και τότε στη σκέψη μου θα μπαίνουν τελείες,
Θα ξεχάσω το πριν,
και δεν θα λαχταρώ το αύριο.
 
μα πόση θάλασσα να συντηρήσεις,
ζωντανή, στα βάζα να αποθηκεύσεις,
έτσι, για να μην ξεχάσεις˙
στη θερμοκρασία αυτού του δωματίου να κρατήσεις
και όλες οι μνήμες από εδώ, από αυτόν τον χώρο να διατηρηθούν;
 
και τότε οι σκέψεις δεν θα είναι μόνο λέξεις.
έτσι λοιπόν βάζω άρωμα θαλασσινό νερό κάθε μέρα στις σκέψεις
και οι λέξεις γίνονται μνήμες,
μένουν ζωντανές και ψιθυρίζουν ακόμη και τη νύχτα.
 
Λένα Αθανασοπούλου | Μόλυβος 2012

(Το κολάζ είναι φιλοτεχνημένο από την ίδια)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κάγκελα

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 2 Σεπτεμβρίου, 2015

 ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

 images (13)

Μέσα σε παρενθέσεις και αγκύλες

περνώ τις μέρες μου

μαζί με το χι το ψι και το ωμέγα

για να δίνω την εντύπωση

ότι είμαι πρόβλημα δύσκολο

εξίσωση για δυνατούς λύτες.

Όμως αν προσέξετε καλύτερα

βλέπετε ευκρινώς σχεδόν καθαρά

πως είμαι ένας έγκλειστος

ερημικά στης μνήμης το χώρο

χωρίς περιθώρια διαφυγής.

Χωρίς άλλο λοιπόν κατατάξτε με

στα μαθηματικά που δεν έχουν λύση.

images (15)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μισθοφόρος

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 30 Ιουλίου, 2015

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Spartan_Warrior_Agoge

                                             

Ήμουνα κάποτε μισθοφόρος των Περσών

αιώνες αργότερα πολέμησα στην Κορέα

για λογαριασμό των Αμερικάνων

στο μεταξύ είχα αποβιώσει

πάνω από τριάντα τρεις φορές

τη μια απ’αυτές σαν χρυσοχόος

κάποια άλλη σαν πειρατής

κάποτε πάλι σαν κληρικός

και τώρα τελευταία σαν τοκογλύφος.

Αισθάνομαι ανάλαφρος

γιατί έχω μνήμη ελλειπτική

καμιά ζωή μου δεν συνδέω με τις άλλες.

images (2)

Εσχάτως πάντως νιώθω ευχαριστημένος

που είμαι πάλι μισθοφόρος

μ’ αποδοχές καθόλου ευκαταφρόνητες

δεν υπηρετώ πια τους Πέρσες

είμαι ντυμένος στην τρίχα

έχω τρόπους κομψούς και προσεκτικούς

μιλώ τρεις γλώσσες μ’ άψογη προφορά.

Δεν έχω μάθει τίνος είμαι μισθοφόρος

τι σημασία έχει αυτό εξάλλου

νιώθω τόσο σύγχρονος και κατασταλαγμένος

και μόνη μου φροντίδα έχω

να κάνω ό, τι μπορώ για να ξεχάσω

πως κάποτε ήμουν μισθοφόρος των Περσών.

images (4)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μουράτ και Μουράτι…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 27 Ιουλίου, 2015

Κόσοβο…

 (Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 thessaloniki

Είμαι όρθιος με τη πλάτη στον τοίχο, δίπλα στις κολώνες της πάνω Αριστοτέλους και καπνίζω.

Απέναντι έχει στάση του ΟΑΣΘ όπου περιμένουν και μερικά πανέμορφα κορίτσια να φύγουν προς τις Δυτικές συνοικίες αφού αναστάτωσαν για τα καλά με τα κοντά τους φουστανάκια, όλους όσους είναι σαν και μένα τώρα, με τη πλάτη στον τοίχο, με τον πρώτο μεγάλο καύσωνα του Ιουλίου καταμεσήμερα.

Αριστερά μου κοιτάζω όλες αυτές τις ‘θείες’ με τα τσεμπέρια που πουλάνε παράνομα τσιγάρα. Πηγαινοέρχονται με άνεση, ρωτούν χαμηλόφωνα  τη λέξη ‘τσιγάρα’ ..τους εισερχόμενους στην Αγορά.

Πουλάνε  πάνω από δέκα διαφορετικές μάρκες. Σε απόσταση 100 μέτρων πιο κάτω είναι το Αστυνομικό Τμήμα Κέντρου και βλέπεις τους Ζητάδες -οπλισμένους πάντα- να μιλούν στα κινητά με τον φραπέ στο χέρι.

muratti

‘Ακαπνοι ,άκαπνοι, παλιοτεμπέληδες’ ακούω κάποιον γέρο να μουρμουρίζει στ’ αυτί μου. Κανείς άλλος δεν τον βλέπει. Ο πατέρας μου είναι με τη θερινή στολή του και τίγκα στο παράσημο. Ούτε ιδρώνει, ούτε φαίνεται πεθαμένος. ’Εδώ έχει άπνοια’ μουρμουρίζει, ‘αν θάρθεις πάνω με δροσερό ωραίο αεράκι είμαστε..’

Τραβώ μια βαθιά ρουφηξιά κι ο γέρος μου εξαφανίζεται. Τα τσιγάρα είναι μάρκα  Muratti –φυσικά φέηκ- κι όταν κατεβάζεις μέσα τον καπνό νιώθεις  σαν χαμένος  στο χρόνο. Λες νάμαι -σκέφτομαι- επτά αιώνες πριν Ιούνιο με καύσωνα κοιτώντας από ένα λόφο τη μάχη στο Κοσσυφοπέδιο.

800px-Battle_on_Kosovo1389

Σκοτώθηκαν από τη μια ο πρίγκηπας των Χριστιανών Λάζαρος  Χρεμπερλιάνοβιτς -γαμηστερό βρίσκω το όνομα- κι από την άλλη ο σουλτάνος Μουράτ ο πρώτος.

Τραβάω ακόμα μία ρουφηξιά απ τον παράνομο καπνό γεμάτο χόρτα και κοπριά που βάζουν οι παράνομοι Βαλκάνιοι μαφιόζοι -κάτω από τη μύτη των στρατιωτών του ΟΗΕ – λίγο έξω απ την Πρίστινα, βγάζω τη πλάτη μου απ τον τοίχο, τραβάω μία ρουφηξιά  ακόμη  και νάμαι  ξαφνικά  στο Κόσοβο.

 pb5b1pic1

 Prince_Lazar_(Ravanica_Monastery)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ταξίδεψα με ποιητές και μάγους

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 22 Ιουλίου, 2015

(γραφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

iroas-poiitis-eggonopoulos

ΤΑΞΙΔΕΨΑ ΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΟΥΣ

Μικρές λιμνούλες σα γαλάζια μάτια

συνάντησα στο δρόμο προς τη δύση

άγγελοι παίζανε εκεί χωρίς ιμάτια

και μια νεράιδα τα μαλλιά της είχε λύσει.

 *

Σύννεφα πορφυρά και χρυσαφένια

που ο άνεμος τα σκόρπιζε και πάλι

μαζεύονταν κι εμοιάζανε με χτένια

που στόλιζαν του ήλιου το κεφάλι.

Ταξίδεψα με ποιητές και μάγους

μαζί μας και πουλιά που τραγουδούσαν

με τα αθώα μάτια τους κοιτούσαν

και βλέπανε στην άκρη του πελάγους

άσπρη χαρά το κύμα να σκεπάζει

τη μοναξιά τη φτώχια το μαράζι.

d0fa6ca4349635b5c50668292e5578ea

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Πιο μόνοι από ποτέ

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 21 Ιουλίου, 2015

famous-masterpieces-updated-with-21st-century-gadgets-kim-dong-kyu-10

(από τον Νίκο Μοσχοβάκο)

ΣΒΗΣΜΕΝΗ ΦΛΟΓΑ

 

Είναι δύσκολοι οι καιροί που ζούμε

οι καθρέφτες σπασμένοι

ή ραϊσμένοι παντού

δεν μας επιτρέπουν να δούμε

στα μάτια το είδωλό μας.

Έτσι περιφερόμαστε στους δρόμους

της ολέθριας ξηρασίας

αναζητώντας μια κάποια ανάσα

σαν άλλοθι σωτηρίας.

Πιο μόνοι από ποτέ

ψάχνουμε βήματα δικαιολογίας

και παρότι πονάμε βαθιά

δεν παραδεχόμαστε καθώς πρέπει

πως επιτέλους έφτασε η ώρα

της ενοχής μας.

Είναι δύσκολοι οι καιροί που ζούμε

οι μέρες είναι δύσβατες

κι οι νύχτες μας

γεμάτες όνειρα ασαφή κι εν περιλήψει.

Η σβησμένη φλόγα μας

κρύβει απελπιστικά

το δρόμο του μέλλοντος.

specchio-rotto-unuomo_7-300x300

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Αγριόσκυλα…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 17 Ιουλίου, 2015

Κυνών Συμβούλιο     

από τον Ελευθέριο Καβαλιέρο 

cani-selvaggi-che-si-alimentano-mi-leverò-piedi-la-protezione-7423098

Ενδεδυμένοι ευπρεπώς, ως σύγχρονοι, πολιτισμένοι,

Με χάρη, δίχως έπαρση και μάσκες φέροντες,

Οι Ευρωπαίοι, ωραίον θέατρον εμφάνισαν.

Σοφών ανθρώπων  κοινοβούλιο ενός λαού,

Μιας οικογένειας αγαπημένης, ενωμένης.

Μα όταν μίλησαν, στη μνήμη τους ανέσυραν

Τις μάγισσες, αθώες του λαού γυναίκες,

Που λαμπάδιαζαν, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν,

Των παρευρισκομένων, επευφημούντων θεατών.

Και τις σταυροφορίες που κατέλυσαν,

Για χάρη του σταυρού, χριστιανικούς λαούς.

Και πόλεμους που διεξήγαγαν με ιπποτικούς κανόνες,

-Τ’ αέρια που έκαναν τους στρατιώτες,

Σαν τις κατσαρίδες ν’ αλαφιάζουν,

Και οι θάλαμοι καθαριότητας στο Άουσβιτς,

Αυτά από τη μνήμη τους τ’ αφαίρεσαν,

Με τρόπο που ο Γκαίμπελ θαύμασε-

Παιδί δικό τους, δάσκαλος καλός.

Κι έτσι, αφού απολυμάνθηκαν στης λήθης το νερό,

Παρθένο εμφάνισαν το παρελθόν τους,

Κι ανέβασαν σε ικρίωμα τη δύστυχη Ελλάδα

-Μια ακόμα μάγισσα εν τη πυρά, δε θα τους σπίλωνε-

Και από κάτω φωνασκούσαν και ωρύονταν,

«Στο Πύρ, στο πύρ το εξώτερον».

Και την κατεύκασαν, οι ευρωβουλευτές,

Μιας οικογένειας αγαπημένης,

Ενωμένης στον κοινό σκοπό.

Ωραίο των Κυνών Συμβούλιο.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

  ΔΙΛΗΜΜΑ

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 9 Ιουλίου, 2015

τιτάνες      

(από τον Νίκο Μοσχοβάκο)

 

Έχει κι η μοίρα των θεών

τις αβεβαιότητές της

τι είναι προτιμότερο

 απ’τους Τιτάνες να φυλαχτούν

ή απ’τους ανθρώπους ;

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Θαΐς Πυριφλεγής

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 17 Ιουνίου, 2015

image002

Να λοιπόν που η αναπεφλεγμένη  Θαίδα διαθέτει πλείονες του ενός θαυμαστές, όχι μόνον ανάμεσα σε αξιομνημόνευτους άνδρες της εποχής της, αλλά και μεταξύ των ακόμη ευαίσθητων στη γυναικεία γοητεία συγχρόνων. Μετά τον Νίκο, ο Λευτέρης μου στέλνει, και ευχαρίστως αναρτώ, μερικούς ακόμη στίχους για την ¨Πυριφλεγή¨. (Οι επεξηγηματικές υποσημειώσεις, δικές του).

Θαΐς Πυριφλεγής                                                        

Προς τον Ευθύδημο[1], η ορχηστρίς Θαΐς

Ανοίγει την καρδιά της και του δείχνει

Τον Έρωτα που την αποκαρδιώνει

Την καταπονεί.

Τι κι αν η όμορφη εταίρα

Έμπνευση προσέφερε στο Μένανδρο[2]

Τι κι αν ο Μέγα-Αλέξανδρος, αυτός, ο ίδιος

Κάθισμα της έβαλε στο πλάι του[3]

Κι ο Πτολεμαίος στο κεφάλι της

Το δίπτερο στέμμα της Αιγύπτου.[4]

Τι κι αν ο νους του Νίκου[5]

Έπεσε σε ξέρες, και βυθίστηκε

Για χάρη της.

Μ’ ακόμα, και αν πυρπόλησε

Των νεαρών Περσών τον πόθο

-κι ας την κατηγόρησε ο Κλείταρχος αδίκως

Ότι άναψε, η πυριφλεγής, δαυλό κι αφάνισε

Την όμορφη Περσέπολη.

Η καλλονή δεν έχει νου

Παρά για τον ωραίο της Ευθύδημο

Που τον κατηγορεί, πως τη λησμόνησε

και ερωτεύτηκε γυναίκα λάθος, τη φιλοσοφία.

«Δε διαφέρει μια εταίρα από σοφιστή»

Του λέει,

«Μια και οι δυο διδάσκουν».

«Ούτε λέγουμε πως δεν υπάρχουν οι θεοί

Αφού πιστεύουμε στους εραστές

Όταν ορκίζονται ότι μας αγαπούν».

Ματαίως όμως προσπαθεί.

Αλλού ο Ευθύδημος πιστεύει ότι ανήκει

Σε κόσμους ανώτερους, αθάνατους.

Κι όμως, αν ήταν αληθινά σοφός θα γνώριζε

Πως η Θαΐς, στων ποιητών τη θύμηση έμεινε

Για το θλιμμένο, αποτυχημένο έρωτά της

Που για δική του χάρη το σύμπαν

Ήταν έτοιμη να θυσιάσει

Η όμορφη, αθάνατη ορχηστρίς.

Καβαλιέρος Ελευθέριος

[1] Αλκίφρονος Επιστολαί Δ΄ , Επιστολή 7.4,4.

[2] Ο Μένανδρος τη θαύμαζε κι έγραψε για χάριν της, την κωμωδία Θαΐς,

[3] Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν μεταξύ των θαυμαστών της και την κάλεσε στην εκστρατεία του.

[4] Ο Πτολεμαίος την παντρεύτηκε κι έκανε μαζί της τρία παιδιά. Το δίπτερο στέμμα είναι το λεγόμενο ureret, με δύο μεγάλα φτερά, που φορούσε η Νεφερτίτη.

[5] Ο Νίκος εποίησε για τη Θαΐδα, στο «Ιστολογοφόρο» του Βασίλη Νόττα, στις 13/5/2015.

img1_22

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Νίκος ταξίδεψε στην Καππαδοκία…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 13 Ιουνίου, 2015

kappadokia2

… και έγραψε

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

 

Απολιθωμένοι φαλλοί αναπεπταμένοι

με τη βάλανο ατάραχη βραχώδη

στραμμένοι προς τον ουρανό απεγνωσμένα

αναζητούν έστω μια προσποιητή

συνουσία με τ’άστρα.

*

Ελπίζουν στην ανθεκτικότητά τους

ή σε μια νέα ηφαιστειακή έκρηξη

που θα δημιουργήσει τη ρεματιά των αιδοίων

για να τραγουδήσουν αισιόδοξα στο μέλλον.

Στην αληθινή κοιλάδα του έρωτα.

ballons-cappadocia

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

O γιος του Χωροφύλακα…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 28 Μαΐου, 2015

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 images (57)

Μάτια πρησμένα απ το πιοτό

και βέβαια ευτραφής κοιλιά

αισθάνεται την  κούραση των χρόνων,

από τα παιδικά παιγνίδια που δεν τον έπαιζαν οι άλλοι

-γιατί ήταν ο γιος του Χωροφύλακα-

μέχρι το σήμερα που κάθε μέρα είναι άθλος

σε σχέση με το -υπόλοιπο καυσίμων του προσδόκιμου

με μικροπροδοσίες, συμβιβασμούς και που και που

αναπετάγματα προς το ανώτερο, το κάτι παραπάνω έστω….

Άστα να πάνε-πάντα στο πίσω μέρος

έρχονται βρισιές

και ο πατέρας μες στα όνειρα με τη στολή του

ακόμα και στον άλλο κόσμο

να πιστεύει πως κέρδισε ο βλάκας τον Εμφύλιο

ενώ θα έπρεπε ‘ να πάμε μια εκδρομή

όλοι μαζί στη θάλασσα’ -που έλεγε η Μερκούρη-

 

Βλέπω τον εαυτό μου με κοντό παντελονάκι

να κάθεται ανάμεσα στα στάχια

με τη σφεντόνα του στη τσέπη

και να κοιτάζει μαύρα σύννεφα

προσμένοντας να έρθει αυτή η γαμημένη η μετάθεση

για την πρωτεύουσα

μπας και διαβάζουμε μαθήματα με ηλεκτρικό

κι όχι με λάμπα πετρελαίου…

Φτάνουν τα σύννεφα

με καθυστέρηση 55 χρόνων

χέστηκα

αρκεί  να πέσει μπόρα

μέσα μου να ξεπλύνει τα άπλυτα…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Αχ Θαΐδα!

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 13 Μαΐου, 2015

Αχ Θαΐδα. Δεν είναι μόνο ότι γοητεύεις τους ομόχρονούς σου, δεν είναι μόνο που διεκδικείς πρωταγωνιστικό ρόλο στο υπό εκπόνηση (ιστορικό;) μου μυθιστόρημα, αλλά επιπροσθέτως κατακτάς  το Νικόλαο που δε θέλει πολύ για να σου αφιερώσει τους στίχους του.

Άκουσε ω Θαΐδα και απόλαυσε:

Μεριλιν

[Μοσχοβάκος έφη:]

 

ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΗ ΘΑΪΔΑ

 

Είσαι τόσο πολυδάπανη Θαΐδα

που δεν θ’  αντέξουν για πολύ

τα οικονομικά μου.

Ήδη πούλησα δυο δούλους που είχα

Και το κτήμα μου στο Φάληρο.

Δεν συζητώ για τα χρυσά τάλαντα

που ήταν κληρονομιά μου

αυτά μου τ’ απέσπασες στην αρχή.

Τι να πω όμως

των φιλιών σου η έξαψη

αξίζει να πτωχεύσω

εκατό φορές.

Ξέρω βέβαια Θαΐδα

πως τους πτωχούς τους απεχθάνεσαι

αλλά δεν έχω άλλο τρόπο

να βρίσκομαι κοντά σου.

Αυτές τις μέρες

θα πουλήσω και τ’ άλογό μου

την επιτύμβια πλάκα

του τάφου των γονέων μου

και τους πήλινους αμφορείς

με το κρασί και το λάδι.

Ο ξεπεσμός μου για σένα Θαΐδα

θα μου δώσει εξ άλλου την ευκαιρία

που τόσο αποζητώ

να σου φτιάξω ένα τραγούδι

που θα στάζει το πόνο

της αγάπης που νιώθω για σένα

αξεπέραστη Θαΐδα.

 

 marilyn

Εδώ η Μέριλιν φωτογραφημένη από τον Richard Avedon το 1958.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μια βοσκοπούλα αγάπησα…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 6 Μαΐου, 2015

γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

ΗΛΙΑΣ-ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ45

Η Φωτεινή που αγάπησα, οδηγούσε τρακτέρ

Ο Χαράλαμπος Κεσμετίδης ήταν κολλητός του πατέρα μου το 1961 και αρχηγός των ΤΕΑ στο χωριό Λεπτή Ορεστιάδος.

Eίχε κρεμάσει μπόλικα κεφάλια των πολεμιστών του ΕΛΑΣ γύρω απ τη μέση του με χοντρό σκοινί το 47 και το 48 στον εμφύλιο και τώρα στην αρχή της δεκαετίας του 60 έκανε κουμάντο τα βράδια στο καφενείο του χωριού και μια φορά είχα ακούσει τον πατέρα μου να τον συμβουλεύει να μη δέρνει τη γυναίκα του στην αυλή, καλύτερα μέσα στο σπίτι για να μη βλέπουν οι γείτονες… Εκείνος-το θυμάμαι σαν τώρα-απάντησε ‘Καπετάνιο, οι γυναίκες θέλουν καμτσίκι και πιρτσίνι. Το καμτσίκι όπου νάναι, το πιρτσίνι στο κρεβάτι..’

Επειδή το είχε μαράζι που δεν έκανε γιο, είχε εκπαιδεύσει τη μοναχοκόρη του τη Φωτεινή σε όλες τις αντρικές δουλειές. Η Φωτεινή ήταν ψηλή ,ξανθιά  και πανέμορφη, δεκαοχτάχρονη. Τάιζε απ το πρώι τα γουρούνια, έβαζε  αποφάγια και πίτουρα στις γελάδες, τακτοποιούσε τις κότες  και μετά έπαιρνε το τρακτέρ και κατέβαινε στα χωράφια για όργωμα.

Όλη η πιτσιρικαρία του χωριού είχε να λέει πως η Φωτεινή θα έπαιρνε τον πιο όμορφο άντρα του κάμπου κι ότι την είχανε ζητήσει απ τον πατέρα της ένα σωρό παλικάρια και από άλλα μεγάλα χωριά που στέλναν προξενιά κι ο πατέρας της τα γύριζε πίσω με τη φράση ‘για πάρει κάποιος τη κόρη πρέπει νάχει 3 οκάδες αρχίδια…’

Εγώ  ήμουν τότε  έντεκα χρόνων κι όσο κι αν έβλεπα τα αρχίδια μου -όπως κι οι συνομήλικοι μου- δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ένα παλικάρι που θα τα έχει 3 οκάδες.

Έβλεπα συχνά στον ύπνο μου τη Φωτεινή που όταν περνούσε μπροστά απ το σπίτι πάνω στο Ζετόρ τρακτέρ, με χαιρετούσε με χαμόγελο γιατί ήμουν το παιδί του Αστυνόμου, του φίλου του πατέρα της κι είχα γεννηθεί στην  Αθήνα -πράγμα μοναδικό σ  όλη τη περιοχή της Ορεστιάδας- κι ακόμα ήμουν ο μόνος πιτσιρικάς που μπορούσε να της στείλει ένα αέρινο φιλί με το χέρι, πράγμα που δεν ήξερε κι αν ήξερε δεν θα τολμούσε κανένας συνομήλικός μου απ το χωριό να το κάνει.

Ήταν Οκτώβρης και μια μέρα παρακάλεσα τον πατέρα μου να με αφήσει να πάω ένα απόγευμα με τη Φωτεινή στο όργωμα και να μ’ έχει πάνω στο τρακτέρ να δω πως το δουλεύει με το άροτρο.

Ο πατέρας μου αφού το σκέφτηκε κι επειδή θεωρούσε πώς να πάει ο γιός του στο όργωμα με τη Φωτεινή θα ήταν κάτι που θα βοηθούσε στο να γίνω αντράκι, μου είπε πως θα το κανονίσει και την άλλη μέρα το μεσημέρι η Φωτεινή σταμάτησε έξω απ τη αυλή μας το τρακτέρ και μου φώναξε ‘έλα Λιακούλη να πάμε στο χωράφι’. Η μητέρα μου της είπε να με προσέχει κι αυτή απάντησε χαμογελώντας ‘σιγά καλέ, στην αγκαλιά μου θα τον έχω, δεν θα πάθει τίποτα’.

hqdefault (1)

Σκαρφάλωσα στο τρακτέρ και κάθισα δίπλα στο κόκκινο φτερό και την παρακολουθούσα σοβαρή-σοβαρή πως άλλαζε τις ταχύτητες και μούλεγε ‘τώρα έβαλα τρίτη αλλά στο χωράφι θα πηγαίνουμε με δεύτερη…’ και το τρακτέρ αναπηδούσε σαν πουλάρι και τα στήθη της όπως τα έβλεπα απ τα πλάγια αναπηδούσαν κι αυτά και θυμάμαι πως μέσα απ το κοντό μου παντελόνι αναπηδούσε και το πουλί μου απ τη τόση ευτυχία  γιατί ήταν κάτι μαγικό αυτή η χωριατοπούλα η μοναδική γυναίκα που οδηγούσε τρακτέρ σ’ όλα τα χωριά τριγύρω.

Όταν φτάσαμε στο χωράφι για το όργωμα έριξε κάτω το μηχανικό άροτρο μ’ ένα μοχλό πού είχε δίπλα στο τιμόνι και μου είπε ‘τώρα ξεκινάμε σιγά-σιγά με πρώτη Λιακούλη, να έτσι μπαίνει η πρώτη και φτιάχνουμε τη πρώτη αυλακιά μέχρι τις λεύκες στην άκρη’ κι εγώ έλεγα ‘ναι, ναι το κατάλαβα…’ και κοιτούσα πλάγια τα μάτια της, τα πανέμορφα μαύρα μάτια της που κοιτούσαν με προσοχή την ευθεία προς τις λεύκες, έβλεπα  το λεπτό ξανθό χνούδι κάτω απ τα πανέμορφο αυτάκι της που το στόλιζε ένα χρυσαφί σκουλαρίκι, τα χέρια της που κρατούσαν με δύναμη το μαύρο τιμόνι και τα πόδια της που ακουμπούσαν με βεβαιότητα πάνω στο αμπραγιάζ και το φρένο κι ένιωθα πως πετούσα πάνω σ ένα κόκκινο πουλί κι η Φωτεινή, μου έμοιαζε πως ήταν η Αρχόντισσα όλου του κάμπου σαν κάτι νεαρές κυρίες του σινεμά που έχουν πύργους κι υπηρέτες.

βοσκοπουλα.JPG6

Όταν φτάσαμε στις λεύκες και πήρε τη στροφή για να ξεκινήσει τη δεύτερη αυλακιά γύρισε ξαφνικά και μου είπε ‘έλα πάνω στα πόδια μου Λιακούλη και θα σε μάθω να οδηγήσεις εσύ το τρακτέρ κι εγώ το θυμάμαι τώρα – μετά 55 χρόνια-κάθησα στα πόδια της, έβαλα τα χέρια μου διστακτικά πάνω στο μαύρο τιμόνι αυτή τα σκέπασε με τα δικά της, μου είπε κοίτα ευθεία και σταθερά μπροστά και μη φοβάσαι εγώ είμαι δω…’ κι η πλάτη μου ακουμπούσα στα μυτερά της στήθη, άκουγα την ανάσα της στ’ αυτιά μου, είχα ιδρώσει και κοιτούσα μπροστά στο χωράφι που όργωνα δίπλα στη πρώτη αυλακιά, νόμιζα ότι ήμουν ο άντρας που είχε διαλέξει, νόμιζα πως μάλλον θα είχα ψηλώσει πάνω από 20 πόντους και το πιο υπέροχο ήταν πως ένιωσα ξαφνικά να φεύγει ένα υγρό απ τα βάθη του μέσα μου και να πετιέται έξω απ το πουλί μου, κάτι σαν να πετάς φωτοβολίδα που είχα δει στο λιμάνι του Πειραιά πρωτοχρονιά, κάτι σαν αυτά που άκουγα να λέει ο πατέρας μου ‘θα σου γαμήσω τη μάνα’ στη μάνα μου συχνά όταν θύμωνε, κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω παρά μόνο πως ήταν θαύμα που καταλάβαινα όμως πως ήταν το θαύμα των θαυμάτων… και μετά αφού έστριψε η Φωτεινή πιάνοντας πάντα σταθερά στα χέρια της τα χέρια μου, οργώσαμε μαζί γύρω στις τριάντα γραμμές κι εγώ είχα σοβαρευτεί πλέον σαν να οδηγούσα καράβι τεράστιο, μέχρι που η Φωτεινή να μου πει ‘ωραία τα πήγες πουλάκι μου, τώρα θα γυρίσουμε πίσω… ’ και γυρίσαμε και τότε είδα το παντελόνι μου πούχε ένα λεκέ, λες και μου έφυγε κάτουρο, κι έβαλα με τρόπο το χέρι μου να τον σκεπάσω μη τον δει η Φωτεινή και μόλις έφτασα σπίτι, της φώναξα ‘ευχαριστώ’ κι έφυγα σφαίρα στο μπάνιο κι έβγαλα το παντελόνι μου, κι έβγαλα το μπλε βρακί μου και είδα πως ο λεκές κάτασπρος κόλλαγε κι άρχισα να του ρίχνω νερό, τα είχα χάσει εντελώς και τότε άκουσα θόρυβο και μπήκε η  μητέρα μου μέσα, με είδε τσίτσιδο απ’ τη μέση και κάτω με τα βρακιά στο χέρι και μένα κατακκόκινο, πήρα στα χέρια της τα βρακιά, τα κοίταξε προσεχτικά και μου άστραψε μια καρπαζιά, λέγοντάς μου ‘σαν δεν ντρέπεσαι σκατό- πράγμα να κάνεις τέτοια πράγματα από τώρα βρωμιάρη’ αλλά εγώ σκέφτηκα πως όλα αυτά τα έκανε η Φωτεινή το πιο ωραίο πλάσμα  του κόσμου που έφτιαξε τη πανέμορφη πρώτη μου ρεύση επάνω στο τρακτέρ με τα μυτερά σφιχτά της στήθη πάνω στη πλάτη μου και δεν με ένοιαξαν καθόλου οι απειλές της μάνας μου.. ’θα δεις τι θα πάθεις όταν έρθει ο πατέρας σου το βράδυ..’

(Κάτι επίσης βουκολικό -και Μπρασενικό- εδώ)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Γιαούρτι στο παλτό του Γκόγκολ

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 22 Απριλίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 1_3-1389458363

Ο Σωτηράκης Κυριζόπουλος είναι απ τον Πύργο της Ηλείας κι έχει ένα μεγάλο πρόβλημα το καλοκαίρι του 1993 στην Αθήνα. Δεν του βγαίνουν οι ‘επιχειρήσεις’. Είναι μικρομέτοχος σε δυο σκυλάδικα της παραλιακής, πλην όμως,τα λεφτά είναι λίγα και σπάει το κεφάλι του για να βρει κάτι το πρωτότυπο που να του φέρνει χρήμα και στα γρήγορα. Εχει να θρέψει την οικογένεια, τη γυναίκα του τη κυρά-Σούλα, το γιο του τον Γιαννάκη που είναι τούβλο και τον στέλνει σε Ιδιωτικό και έχει επίσης το καινούργιο γκομενάκι απ την Πετρούπολη που έβγαλε πριν δυο μήνες για το οποίο δίνει τις δόσεις απ τη κόκκινη MG σπορ που της αγόρασε για να την κρατήσει όσο γίνεται παραπάνω… Μαναράκι που στριγγλίζει  σαν μικρό γουρουνάκι όταν την βάζει κάτω του….

Τότε του ήρθε η φοβερή ιδέα και η ιδέα ήταν απλή.Oι θαμώνες που φεύγουν απ τα σκυλάδικα πάνε ύστερα για πατσά ή σούπες με τα τσόλια τους. Ενδιαμέσως-σκέφτεται ο Σωτηράκης  – υπάρχει ένα δημιουργικό κενό. Το κενό είναι πως οι παρέες αυτές χρειάζονται μια εκτόνωση. Κι η εκτόνωση είναι υπέροχη. Νοικιάζεις ένα θερινό σινεμά κι αντί για έργο, βρίσκεις ένα θεατρικό μπουλούκι. Οι πελάτες αγοράζουν το εισιτήριο και τέσσερα κεσεδάκια γιαούρτι. Βάζεις μια κόκκινη κορδέλα 10 μέτρα μακριά απ τη σκηνή κι ενώ το μπουλούκι παίζει ένα χαζό θεατρικό τύπου ‘Γκόλφω’  -ξημερώματα γύρω στις 6, οι πελάτες κατά βούληση ρίχνουν το γιαούρτι τους στον ηθοποιό που προτιμούν.

Το εισιτήριο είναι 500 δραχμές, 200 είναι το μεροκάματο των πέντε-έξι ηθοποιών, υπολογίζεις γύρω στις 10-15 παρέες των 5-6 ατόμων κι όλοι βγάζουν ένα λαμπρό μεροκάματο.

Ο Σωτηράκης τηλεφωνεί στον Λευτέρη τον ‘εντερτέημεντ’ που βρίσκει τα μπουλούκια,που βεβαίως αντί να τρέχουν στα χωριά της Πίνδου για να παίξουν την Γκόλφω στους χωριάτες, προτιμούν να γιαουρτωθούν για πιο πολλά χρήματα στην Αθήνα.

Το πείραμα ξεκινάει με τα φέιγ-βολάν που βάζει στα τραπέζια των σκυλάδικων ο Σωτηράκης με τους δικούς του σερβιτόρους μια Παρασκευή νύχτα και γίνεται της πουτάνας, διότι διαδίδεται από τραπέζι σε τραπέζι πως η ‘Γκόλφω’ παίζεται στον Νηρέα στην Βουλιαγμένης και μιλάμε για λαϊκό προσκύνημα.

Οι πελάτες παίρνουν το εισιτήριο και τέσσερα κεσεδάκια γιαούρτι από το ταμείο ,δίνουν τα δυο στο ταίρι τους, φτάνουν κοντά στη σκηνή και μόλις πει ο πρωταγωνιστής ‘Γκόλφω μου πέρδικα θαμαστή είσαι το φως του Αυγερινού..’ φεύγει ο κεσές και όπου πάει, είτε στο πρόσωπο, είτε στα μαλλιά, είτε στα ρούχα, δεν έχει τόση σημασία διότι επιτρέπονται και οι βωμολοχίες..’άντε ρε παλιομαλάκα που κάνεις και τον ηθοποιό’ ή ‘αντε μωρή καριόλα δείξε λίγο αίσθημα γαμώ τη Παναγία σου..’ κτλ,κτλ,κτλ…

Το πράγμα στράβωσε σ ένα μήνα, όταν ένας ηθοποιός ενός νεόβγαλτου θιάσου της πλάκας, θέλησε να ‘παίξει’ θεατρικό ‘το παλτό’ του Γκόγκολ.225px-Ivanov_gogol

Ακριβώς στη σκηνή που ο Γκριγκόρι Πέτροβιτς -που ήταν ένα παλικάρι απ το Μέτσοβο- έπαιρνε τα μέτρα του Ακάκι Ακακίεβιτς για το καινούργιο του παλτό, – του Γιώργου Μάστορα δηλαδή απ τα Πετράλωνα- ένας κεσές γιαούρτι προσγειώθηκε με  πάταγο στο πρόσωπο του Γκριγκόρι παίρνοντας και λίγο απ το πέτο του παλτού ,που το  εκσφενδόνισε  ένας χοντρός ξενύχτης με απόλυτη ακρίβεια, έτσι ώστε ο Γκριγκόρι να πει στον Ακάκι Ακακίεβιτς ‘ρε πούστη μου τι ξεφτίλα είναι αυτή που ζούμε για ένα κωλοπεντακοσάρικο..’ και ο Ακάκι τα πήρε στο κρανίο, πετάχτηκε απ τη σκηνή κι έριξε ένα χοντρό φούσκο κατακέφαλα στον χοντρό που τον ξάπλωσε πάραυτα κάτω λιπόθυμο, ανάμεσα σε τσιρίδες από γκόμενες και ουρλιαχτά από θεατές, πλην όμως ο Ακάκιος Ακακίεβιτς συνέχισε να χτυπάει όποιον έβρισκε μπροστά του απ τους θεατές και τις συνοδούς τους  μέχρι να τον ξαπλώσει κάτω ένας τύπος με μια καρέκλα κι έτσι τέλειωσε εντελώς άδοξα το πείραμα του Σωτηράκη Κυριαζόπουλου, μοναδικό ίσως  στην αβαγκαρντ της θεατρική πρωτοπορίας της Αθήνας χωρίς καν οι εφημερίδες να ασχοληθούν μ αυτό..

60ad5b6b364b1a0478327d0235c3ceae_1389458273

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »