Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

  • Βόλτα στο ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι

  • Περισσότερα για το ιστορικό μυθιστόρημα "Κύλικες και Δόρατα": Κλικ στην εικόνα

  • Δημοφιλή άρθρα και σελίδες

  • Οι καιροί που αλλάζουν...

  • Κυκλοφόρησε:

  • Εκδότης: Ι. Σιδέρης ISBN: 978-960-08-0850-6 Σελίδες: 646 Σχήμα: 17×24 Συγγραφέας: Β. Νόττας

  • *

  • ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΦΙΛΩΝ

  • LIBRI RECENTI DI AMICI

  • Κυκλοφόρησε από τις εκδ. Παπαζήση η νέα ποιητική συλλογή του Λευτέρη Μανωλά

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα από τον Ηλία Κουτσούκο.

  • * Η νέα συλλογή ποιημάτων του Νίκου Μοσχοβάκου.

  • * Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Τηλέμαχου Χυτήρη ¨Ημερολόγιο μιας επιστροφής¨ από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ .

  • * ¨Απριλίου ξανθίσματα¨. Κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου, από τις εκδόσεις Μελάνι.

  • Αισθάνθηκε μια δαγκωνιά στη μνήμη. Ήταν το παρελθόν που σαν αδέσποτο σκυλί είχε επιτεθεί στο είναι του. Οι σταγόνες αίμα που έσταξαν κοκκίνισαν τις εικόνες. *** Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου ¨Τέλος της Περιπλάνησης¨. Από τις εκδόσεις ¨Γαβριηλίδης¨

  • *** Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου ¨Αιφνίδια και διαρκή¨

  • Ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας οξυδερκής καθώς ήταν αλλά και θαρραλέος επινόησε πως έπρεπε να διορθώσει την ιστορία χωρίς αναβολές. Ασυμβίβαστος εκστράτευσε κατά της Σπάρτης με τον δαίμονα της υπερβολής κάτι σαν σαράκι να τρώει τα σωθικά του κι επέτυχε ν’ αλλάξει τον ρου τ’ αρχαίου κόσμου. Το πλήρωσε βέβαια στην Μαντίνεια πανάκριβα με τη ζωή του όμως διόρθωσε έστω για μια στιγμή την ανιαρή ιστορία. Δεν ήταν δα και λίγο αυτό. *****

  • Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

  • ***** Γραφει ο Gianfranco Bettin

  • ***** Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

  • Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές εσύ τι θα γράψεις ; μου αντέτεινε η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης. Κι εγώ την αποκεφάλισα.

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Πορτρέτο του Νίκου - Λάδι] Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή να γίνω τέλειος. Έτσι μίσησα την τελειότητα κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών. Έχω λοιπόν πολλά να κάνω αναζητώντας μέσα από ελλείψεις τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους με την σιγουριά του αλάθητου. Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι. *****

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Λάδι σε χαρτόνι - Γενάρης 2015] Tα πνευματικά δικαιώματα όλων των εικόνων και των μουσικών που αναδημοσιεύονται εδώ ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στους δημιουργούς τους.

  • Σχόλια

    suriforshee1988's avatarsuriforshee1988 στη Οι κορασίδες και οι παραχ…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Οι χαρταετοί θα επιστρέψουν κα…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Σκηνές από τη δεκαετία του…
    Jude's avatarJude στη Ευτυχισμένους έρωτες δεν …
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Ποιητικές παραβολές ή  Ο…
  • Βιβλία και άλλα κείμενα

    Κοινωνία, επικοινωνία, εξουσία: Από τον Βωμό και τον Άμβωνα στην οθόνη. Η περίοδος της προφορικότητας και οι επικοινωνητές της. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση στην ιστορία της επικοινωνίας και των μέσων. Εκδότης: Ι. Σιδέρης. Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας. Σειρά: Δημοσιογραφία και ΜΜΕ. Έτος έκδοσης: 2009 . ISBN: 960-08-0468-0. Τόπος Έκδοσης: Αθήνα Αριθμός Σελίδων: 302 Διαστάσεις: 24χ17 Πρόλογος: Κώστας Βεργόπουλος. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλίκ στην εικόνα

  • Συλλογή κειμένων: ΜΜΕ, κοινωνία και πολιτική. Ρόλος και λειτουργία στη σύγχρονη Ελλάδα. Επιμέλεια: Χ. Φραγκονικολόπουλος Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2005 Αριθμός σελίδων 846. ISBN 960-08-0353-6, Κείμενο Β. Νόττας: ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (σελ. 49). Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Β΄Έκδοση. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. NovelBooks. Έτος έκδοσης: 2012. Αριθμός σελίδων: 610. Κωδικός ISBN: 9609989640. Εισαγωγικό σημείωμα στη 2η έκδοση: Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Vivere pericolosamente Ανθολογία διηγημάτων: 26 ιστορίες από την Ιταλία. Εκδόσεις: Αντίκτυπος. Αθήνα: 2005 Σελίδες: 342. Κείμενο Β. Νόττας: ¨Το διαβατήριο¨. Ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο: Κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου

  • ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ Κοινωνική και Οικιστική εξέλιξη: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.- Συγγραφείς: Βασίλης Νόττας, Πάνος Σταθακόπουλος. Δήμος Κρύας Βρύσης Εκδόσεις Δεδούση. Σελίδες: 154 Θεσσαλονίκη 1998.

  • Εκδότης: Αρχέτυπο. Συγγραφέας: ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΤΤΑΣ. Κατηγορίες: Φανταστική Λογοτεχνία. ISBN 978-960-7928-83-2. Ημερομηνία έκδοσης: 01/01/2002. Αριθμός σελίδων: 512. Αναρτήσεις στο Ιστολογοφορο: κλίκ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Η «κατασκευή» της πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αθήνα 1998. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου που οργανώθηκε από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συλλογικό έργο. Έκδοσεις: Αλεξάνδρεια. Διαστάσεις: 24Χ17. Σελίδες: 634. Κείμενο Β. Νόττας: Κοινωνιολογικες παρατηρησεις πανω στην οπτικοακουστικη αναπαρασταση της συγχρονης ελληνικης πραγματικοτητας. Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα

  • Α΄Έκδοση Εκδότης ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ Θέμα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας (Ανώνυμος Ένας)

  • Ενα κείμενο στο βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα ¨Εισαγωγή στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ" . Εκδόσεις ¨Ιανός¨ με τίτλο ¨Αξιοπιστία και οπτικό ρεπορτάζ¨

  • Περιοδικό ¨Εξώπολις¨ Τεύχος 12-13. Κείμενο με τίτλο ¨Το ραδιόφωνο των ονείρων. Ένα δοκίμιο περί ήχων φτιαγμένο με επτά εικόνες¨. Στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Συμμετοχή σε λογοτεχνικό παιχνίδι σχετικό με τον (υποτιθέμενο) συγγραφέα Άρθουρ Τζοφ Άρενς. Δημοσιευμένο στο περιοδικό ¨Απαγορευμένος πλανήτης" τεύχος 6 (εκδόσεις ¨Παραπέντε¨). Για το πλήρες κείμενο κλικ στην εικόνα.

  • ¨Το Δεντρο¨ Τεύχος: 17-18 . Βασίλης Νοττας: Συζήτηση για τον κοινωνικό χώρο της Θεσσαλονίκης.

  • Διδακτορική Διατριβή ¨Δημόσια μέσα μαζικής επικοινωνίας και συμμετοχική Πολεοδομία¨. Σελίδες:788. Ψηφιοποιημένη στη βιβλιοθήκη του Παντείου

  • *
  • Συγγραφικά φίλων

    Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Νίκου Μοσχοβάκου (κλικ στην εικόνα)

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Ηλία Κουτσούκου (κλικ στην εικόνα)

  • Μοτο-ταξιδιωτικά από τον Βασίλη Μεταλλινό (κλικ στην εικόνα)

  • Κάποιες απόψεις και άρθρα…

    Η γυναίκα τανάλια * Όταν ο Χάρι Πότερ συνάντησε τα λόμπι * Ο μικρός ήρωας * Πώς έκοψα το κάπνισμα και άλλα

  • …και ένα θεατρικό κείμενο: Ο Λυσίστρατος

    Παρωδία σε επτά σκηνές (κλικ στην εικόνα)

  • Περιπέτειες καρδιάς

    Για τα σχετικά κείμενα, κλικ στην εικόνα

  • Περιπέτειες συγγραφής

    Σημειώσεις για την ερασιτεχνική συγγραφή

Archive for the ‘ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ’ Category

Τρία ποιήματα του Νίκου

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 20 Απριλίου, 2015

        

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Αυτά τα πουλιά τ’ουρανού

δεν είμαστε εμείς

είναι πουλιά

που βγήκαν απ’το ζευγάρωμά μας

κι έχουν κάτι από μας

όμως δεν είμαστε εμείς.

Πετούν με φτερά ορθάνοιχτα

πορεύονται σ’άγνωστους τόπους

ψάχνοντας επίμονα

αυτό που δεν βρήκαμε εμείς.

Είναι ανύποπτα για τις δυσκολίες

γι αυτό η πτήση τους

είν’ελεύθερη

χωρίς του κίνδυνου την απειλή

όπως ακριβώς πριν από μας

άλλα πουλιά

είχαν περήφανα πετάξει

που πάλι όμως δεν είμαστε εμείς.

Ας κουρνιάσουμε λοιπόν

στην ανώφελη γνώση μας

κι ας αφήσουμε τα πουλιά να πετούν.

 

105180

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ

 

Σε μισώ μου λες οργισμένα

κι εγώ σε μισώ σκέφτομαι

μα δε τολμώ να στο φωνάξω.

Είμαστε υποχρεωμένοι λοιπόν

μέσα στους μίσους τη δίνη ν’αγκαλιαστούμε

και στης μοναξιάς την έρημο

να διαιωνίσουμε το είδος

που κάποια στιγμή αργότερα

θα μιλήσει υποκριτικά

για της αγάπης το θαύμα

και το ανθρώπινο μεγαλείο.

 

      ΤΟ ΘΑΥΜΑ

 

Με ζυμάρι τα σύννεφα

πλάθω αγγέλους

μα κανένας δεν έμεινε.

Όλοι τους βιάστηκαν

να γίνουν γαλάζιος ουρανός.

genius-of-art-1820

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μαιρούλα la douce…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 6 Απριλίου, 2015

images (15)

Ηλίας Κουτσούκος

Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο…

Απρίλης 1972.

Όχι μόνο δεν έχω μία αλλά αναγκάζομαι να καπνίζω γόπες-που το σιχαινόμουνα πολύ-.Είναι Κυριακή, έχει ‘εξοδο’ είμαι εξοδούχος αλλά δεν έχω που να πάω χωρίς χρήματα κι έχω μια τεράστια ανάγκη να γαμήσω αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να δανειστώ από κανέναν και σκέφτομαι πως αν βγω θα τριγυρνάω σα μαλάκας στη πόλη με τα φανταρίστικα και αν καθίσω σε παγκάκι θα πρέπει να είναι για λίγο και μετά θα πρέπει να πάρω το απογευματινό σκατολεωφορείο για το Σέδες και μακάρι να μη πέσω και σε κάποια ‘μικτή’ περιπολία της ΕΣΑ γιατί ότι και να τους πω θα με ‘γράψουν’ κυνηγούν τους φαντάρους με το παραμικρό, οπότε είναι καλύτερα να μείνω στο στρατόπεδο και να φάω την κρύα βρωμόσουπα-γιατί τις Κυριακές βγαίνουν έξω κι οι μάγειροι και οι ‘βοηθοί’ τους που μένουν στο πόστο τους, το μόνο που ξέρουν κάνουν είναι σκατόσουπες με απομεινάρια κρέας από Αργεντίνικες κονσέρβες.

Αυτά σκεφτόμουν όταν με φώναξε ο ‘Ολλανδός’ απ το βάθος του διαδρόμου και με ρώτησε γιατί δεν βγαίνω. Τον ‘Ολλανδό’ τον φωνάζαμε Ολλανδό γιατί ήταν ανυπότακτος-δούλευε βατσιμάνης σε καράβια εμπορικά- κι δεν είχε έρθει εγκαίρως στη χώρα να υπηρετήσει τη θητεία του απ το Άμστερνταμ κι ήρθε με καθυστέρηση πέντε χρόνων και γι αυτό του είχαν ρίξει παραπάνω ένα χρόνο θητεία, αλλά ο Ολανδός στ αρχίδια του γιατί είχε λεφτά και δεν τον ένοιαζε.

Του είπα πως δεν θα βγω έξω γιατί δεν έχω λεφτά και μου απάντησε πώς να μην είμαι μαλάκας κι έβγαλε δύο πενηντάρικα απ τη τσέπη του και μου είπε να τα πάρω και να πάω κατευθείαν στη Μαιρούλα, ένα πουτανί καινούργιο, απέναντι απ τον Ερυθρό Σταυρό στο λιμάνι, 27 χρόνων μαναράκι που μόλις βγήκε στη πιάτσα και κυρίως, μου τόνισε ο Ολλανδός ‘είναι ρε συ ίδια η Κατρίν Ντενέβ και φοράει τα ίδια γυαλιά ξανθιά, σχετικά αδύνατη, μ ένα βυζί που κρεμάς επάνω του παλτό, και να της πεις πως σε έστειλε ο Ολλανδός ρε μαλάκα για να φιλήσει γαλλικά στο στόμα’ -πράγμα που δεν έκαναν ποτέ οι άλλες πουτάνες γιατί τα χείλη τους τα κρατούσαν για τους νταβατζήδες τους.

1920s

Πήρα τα δυο πενηντάρικα με τεράστια ευγνωμοσύνη -αλλωστε ο Ολλανδός που τον έλεγαν Θανάση, με χρησιμοποιούσε γιατί του έγραφα ωραία ερωτικά γράμματα σε μια ακοντίστρια μικρούλα απ την Αθήνα- κι έφυγα τρέχοντας για τη πύλη του στρατοπέδου με την 2ωρη άδεια στη τσέπη.

Όταν έφτασα στον Ερυθρό, βρήκα αμέσως το πουτανάδικο της Μαιρούλας και μου είπε η τσατσά -ευτυχώς δεν είχε άλλους πελάτες, τέσσερις το μεσημέρι-‘περίμενε αγόρι μου, έρχεται η κοπέλα, δώσε μου το πενηντάρικο και πέρνα σ’ αυτό το δωμάτιο’..

images (2)

Εγώ πέρασα, έβγαλα τις βρωμοαρβύλες μου που τις είχα βάψει τσίλικες-αλλά τις σιχαινόμουν πολύ-τις κάλτσες μου τις μάλλινες που μου έφερναν  εμετό κι έμεινα τελικά ολόγυμνος πάνω σ ένα κρεβάτι με κόκκινο σεντόνι, κι ακούω κάτι βήματα με λεπτό χτύπημα τακουνιού και μπαίνει μέσα στο δωμάτιο μια πανέμορφη ξανθιά κοπέλα γύρω στο 1,70  με όμορφο πρόσωπο, γυαλιά πεταλούδα κόκκινα, κόκκινο κυλοτάκι και σουτιέν, όπως μου την είχε περιγράψει ακριβώς ο φίλος μου ο Ολλανδός, χαμογελαστή, μου λέει ‘τι γίνεται αγοράκι μου’, της λέω ‘μ έστειλε ο Ολλανδός’.. α, μου λέει ‘υπηρετείς με το ξαδερφάκι μου’ και γελάει όμορφα, βγάζει το κυλοτάκι της, το σουτιέν της και παθαίνω πλάκα απ την ομορφιά, ένα δέρμα απαλό, βέλβετ Μπράσελ και μόλις μου βάζει με απαλές κινήσεις το προφυλακτικό και μόλις μπαίνω μέσα της απαλά και μυρίζω αυτό το πανέμορφο πατσουλί του κορμιού της και μόλις με φιλάει με γλώσσα, έχω ήδη τελιώσει, πώς να κρατηθώ σ αυτή την ομορφιά και βρίζω δυνατά τον εαυτό μου ‘τι μαλάκας, τέλειωσα αμέσως γιατί, γιατί, γιατί είσαι πολύ όμορφη’ κι αυτή λέει ‘δεν πειράζει αγοράκι μου, κάτσε δίπλα μου να κάνουμε παρέα ένα τσιγαράκι’ και ’γω νιώθω ξαφνικά πως είμαι πολύ τυχερός σε σχέση με τους μπόγους που γαμούσα πιο πριν όταν μου τύχαινε κανά τριαντάρι, αλλά εδώ αυτό το μαναράκι που είναι όλη η ομορφιά του κόσμου, αυτή τη συγκεκριμένη ώρα, που με λυπήθηκε -φαντάζομαι- έτσι γρήγορα που τέλειωσα, και που με κερνάει τσιγάρο στο κρεβάτι, λες κι έχουμε σχέση, ε ναι, είναι σπουδαία τύχη και να πάνε να γαμηθούνε όλα, ο στρατός, η χούντα, ο πατέρας μου που δεν μου στέλνει φράγκο, οι κωλοασκήσεις τους κι οι ιδρώτες και η βρωμιά της διμοιρίας κι η γαμημένη Χαρούλα η φοιτήτρια που πριν ένα μήνα μου είχε γράψει ‘χωρίζουμε ποιητή μου κι ο καθένας θα ταξιδέψει στο δικό του δρόμο’ -τι λες γαμώ τον Αντίχριστό σου.. όλα αυτά δεν υπάρχουν πλέον, υπάρχει μόνο η Μαιρούλα που μου χαϊδεύει απαλά το χέρι και νιώθω μια χαλαρή τρυφερότητα, ένα άγγισμα αγγέλου που δεν το πιστεύω ότι μου έτυχε και τραβάω μια βαθιά ρουφηξιά και τότε ακούω απ το σαλόνι βαδίσματα από κωλοαρβύλες και κάτι γελάκια αντρών και αμέσως καταλαβαίνω πως μπήκε στο μπορντέλο η κωλοΕΣΑ και με πιάνει πανικός, μισοσηκώνομαι στο κρεβάτι, λέει η Μαιρούλα ‘καλέ,τι έπαθες ξαφνικά’,της εξηγώ πως έξω θα είναι μάλλον η ΕΣΑ και όλο και κάτι θα μου βρει γιατί αυτοί κάνουν ότι θέλουν και γαμούν τους φαντάρους, τους παίρνουν τα στοιχεία και τα στέλνουν στη μονάδα σου κι έχεις σίγουρα μια δεκάρα φυλακή, τα λέω όλα βιαστικά και τρομοκρατημένος και η Μαιρούλα γεμάτη αυτοπεποίθηση σηκώνεται απ το κρεβάτι, φοράει το σουτιέν και το κυλοτάκι της, φοράει μια μεταξωτή ρόμπα και μου λέει ‘θα σου στείλω ένα καφέ με τη τσατσά, κάτσε στο κρεβάτι, θα του διώξω, ξέρω εγώ,’ μου σκάει ένα φιλί στο μάγουλο και βγαίνει έξω. Την ακούω που μιλάει, έχω κολλήσει τα αυτί μου στη πόρτα και μετά από ένα-δυο λεπτά που μου φαίνονται αιώνες, τα γομάρια της ΕΣΑ ξεκουμπίζονται.

1930_03

Κάθομαι στο κρεβάτι, ανοίγει η πόρτα, μπαίνει η τσατσά που έχει σ ένα δίσκο καφέ και γλυκό κεράσι με δροσερό νερό, τα αφήνει στο κομοδίνο χαμογελώντας ‘τους ξαπόστειλε η Μαίρη’ μου λέει και φεύγει.

Αρχίζω να ντύνομαι και μπαίνει η Μαιρούλα, λέει, όλα εντάξει αγόρι μου, έφυγαν και μου αφήνει στο κομοδίνο μια κούτα αμερικάνικα ΚΕΝΤ και πάνω της ένα  πενηντάρικο…

Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω, λέω ‘σε παρακαλώ Μαίρη’…κι αυτή μου λέει ‘εγώ σε παρακαλώ, δεν φτάνει που φοβήθηκες σιγά μη σου πάρω και λεφτά, άλλωστε δεν πρόλαβες να το φχαριστηθείς, θα σε περιμένω κι άλλη φορά έτσι…’

Παίρνω το χέρι της και το φιλώ, βάζω το πενηντάρικο στη τσέπη, παίρνω τη κούτα με τα ΚΕΝΤ σαν να κρατώ τα άγια των αγίων και φεύγω.

Έχουν περάσει 45 χρόνια κι αυτό το αξέχαστο δώρο Δεν το ξεχρέωσα ποτέ κι ακόμα το έχω βάρος βαρύ πολύ μες στη συνείδηση μου, μερικές φορές την είδα στον ύπνο μου,-σα να μου φάνηκε λυπημένη- και την άλλη μέρα που ξυπνώ είμαι στενοχωρημένος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Οι εκδρομείς των ωραίων καιρών

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 30 Μαρτίου, 2015

     

αDSCN1749Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Η ΕΚΔΡΟΜΗ

 

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ ανατολικό μπαλκόνι

αφήνει την δραμουντάνα

να σκορπίζει την πανάκριβη στάχτη

του αποτρόπαιου χρόνου.

Με την κλεψύδρα προς το τέλος της

ακίνητα τα πράγματα της κάμαρας

υποδέχονται το διαφανές σούρουπο

ιστό σοφής αράχνης

που περιβάλλει μ’ένα μυστικόφερτο

σφάχτη τις αναπολήσεις.

Η εκδρομή τέλειωσε λοιπόν

και στην άδεια σκέψη του εκδρομέα

κυριαρχεί νόστος ανεξέλεγκτος

εκτός συναλλαγής και διαπραγμάτευσης.

Κενά τα σακίδια

κι οι υδρίες χωρίς νερό πια

αποτιμούν το κόστος μιας μέρας

μιας ζωής ακόμα

που σαν εκδρομή πέρασε.

Τα όποια συναισθήματα

είναι ήδη χωρίς σημασία

αφού όλα αργά αργά τάπνιξε

πυκνό αδιαπέραστο σκοτάδι.

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ανατολικό μπαλκόνι

εξακολουθεί ν’αδειάζει ανέκφραστη

από την πανάκριβη στάχτη του κάποτε.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Φτηνά ξενοδοχεία

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

 

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

 

Φτηνά ξενοδοχεία λίγης ώρας

πολυκαιρισμένα φθαρμένα σεντόνια

χαλασμένα πατζούρια που τρίζουν

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες ξεθωριασμένες πινακίδες

στην οδό Αθηνάς

στην Εγνατία κοντά στο Βαρδάρη

στο Σκαραμαγκά πλάι στην Ιερά Οδό

δέχονται πρόσκαιρους

ή πληρωμένους έρωτες

κρατώντας τα μυστικά

σε κρύα σιωπηλά κρεβάτια.

Των αυτοκινήτων η βουή

το ψιχάλισμα της βροχής

πάνω στα θαμπά τζάμια

άλλοτε της λιακάδας η αίγλη

συνοδεύουν ακατάπαυστα

ενοχές και παροδικές απολαύσεις

που έχουν ταυτότητα

μόνο της αμφιβολίας την πίκρα

καθώς σέρνεται αδίστακτη σαρανταποδαρούσα

στης μοναξιάς την υγρασία.

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες μισοσβησμένες πινακίδες

φτηνών ξενοδοχείων λίγης ώρας

μ’ένα μελαγχολικό μειδίαμα

παρακολουθούν σαρκαστικά

τ’οδυνηρό πέρασμα του χρόνου.

DAY-USE

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Βιογραφικός χάρτης εκτός εμπορίου

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

anthologia

Αν τύχαινε να γεννηθείτε στην Αθήνα το 50 από πατέρα αστυνομικό πως φαντάζεστε τα πρώτα παιδικά χρονάκια σας. Σαν μούδιασμα είναι όσο κι αν παίζετε με τους συμμαθητές σας γιατί ξέρουν ποιος είναι ο πατέρας σου και δεν έχουν περάσει ούτε δέκα χρόνια που γινόταν της πουτάνας απ τον Εμφύλιο…

Νέα Φιλαδέλφεια, νοικιασμένη προσφυγική κατοικία με δυο δωμάτια, τουαλέτα έξω σε μια μικρή πίσω αυλή, γενικά μιζέρια και σχεδόν κάθε βράδυ όταν επέστρεφε ο πατέρας με μια ελάχιστη αφορμή έριχνε μερικά χαστούκια στη μάνα μου πότε γιατί δεν του άρεσε το φαγητό, πότε γιατί το πουκάμισο της μαλακισμένης πράσινης στολής του δεν ήταν καλά σιδερωμένο..

Δεν ήξερα καλά τα εκτός Αθήνας και στο χάρτη, μου φάνταζε τεράστια η χώρα και μακριά  τα σύνορα που ήταν όλο κινδύνους-όπως άκουγα-γύρω-γύρω κομουνιστές και στην ανατολή οι αιώνιοι εχθροί Τούρκοι.

image7

Καπάκι μ αυτούς τους φόβους ο πατέρας μου-ποτέ δεν έμαθα γιατί-παίρνει μια μετάθεση για τον Έβρο κι έτσι βρισκόμαστε σ ένα κωλοχώρι έξω απ την Ορεστιάδα που όλοι μιλούσαν τούρκικα και το λέγαν ‘ορτάκιογι’ οι ντόπιοι  και οι εκτός ‘Λεπτή’ ..φυσικά δεν είχε ηλεκτρικό κι είχε μόνο λασπουριά κακοντυμένους χωρικούς και βέβαια οι συμμαθητές μου, δεν ήθελαν να με κάνουν παρέα γιατί ήμουν ο γιος του Αστυνόμου.

Πέρασα τρία χρόνια φριχτά και πήγαινα στο γυμνάσιο μ ένα σαράβαλο ποδήλατο όπως έκαναν όλα τα παιδιά τότε 15 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα.Μισούσα τον πατέρα μου που συνέχιζε το χόμπι του ξυλοφορτώματος στη μάνα μου  και σε όσους κατά την άποψη της Χωροφυλακής ήταν αριστεροί  και φυσικά μισούσα το βραδινό αλκοολίκι του. Μισούσα τους καθηγητές μου, φουκαράδες τύραννοι της γαμημένης επαρχίας και δεν ξέρω αλήθεια πως έγινα τόσο νευρικός και σκληρός που το μόνο πράγμα που ψιθύριζα όλη μέρα κι όλη νύχτα μέσα μου ήταν ‘θα φύγω, θα φύγω, θα φύγω’.

Ξαφνικά ένα καλοκαίρι ο πατέρας μου πήρε μετάθεση για την Αλεξανδρούπολη και ένιωσα ευτυχισμένος πρώτη φορά που βρέθηκα σε πόλη με ηλεκτρισμό κι όμορφα σπίτια στη παραλία. Εκεί όμως ένιωσα επίσης φοβερή απέχθεια για τους λίγους πλούσιους που είχαν αυτοκίνητα κι επειδή ήμουν κοντός ένιωθα μίσος για τους ψηλούς κι έγινα πολύ σκληρός με όλους όσους ήταν καλύτεροι από μένα κι είχαν τις πρώτες τους φιλενάδες απ το σχολείο κι εγώ τίποτα. Τότε-θυμάμαι- αρρώστησα με ψηλό πυρετό κι έφερε ο πατέρας μου στο σπίτι να με δει ένας επίατρος ο οποίος αφού τον έβγαλε έξω απ το δωμάτιο με ρώτησε αν ήθελα να πάω με γυναίκα και του είπα ‘βεβαίως θέλω’.

Ο πατέρας μου-οφείλω να πω-όταν έφυγε ο πυρετός μ έστειλε σ ένα μπουρδέλο μ έναν ασφαλίτη χωροφύλακα που μόλις τέλειωσα με μια φουκαριάρα πουτάνα πιο μεγάλη σε ηλικία απ τη μάνα μου και με ρώτησε ‘ποιος θα με πληρώσει αγόρι μου’ εγώ απάντησα ‘ο κύριος έξω’ κι αυτή όταν του ζήτησε τα χρήματα-το θυμάμαι σαν νάναι τώρα-της απάντησε ‘δεν φτάνει που σε γαμήσαμε γαμώ το Χριστό σου θέλεις και λεφτά,μη σου σπάσω τα μούτρα..’ και με πήρε και φύγαμε κι αυτή τη ντροπή δεν θα τη βγάλω από πάνω μου μέχρι να βγει η ψυχή μου.

Παρ όλα αυτά αγάπησα τις πουτάνες που προσφέρουν το σώμα τους έναντι αμοιβής σε κάθε λογής ανθρώπους, το βρίσκω ιεραποστολικό και πάντα τις λάτρευα διότι πάνε με κοντούς, κακομούτσουνους, χοντρούς, βρωμιάρηδες αρκεί να υπάρχει παραδάκι. Μετά κατάλαβα πως υπάρχουν πουτάνες που πάνε μόνο και μόνο με άνδρες για να τους  τα παίρνουν κανονικά κι αυτοί νομίζουν πως γαμάνε τζάμπα οι ηλίθιοι γιατί τις έκαναν γυναίκες τους ή γκόμενες τους…

images

Επειδή λοιπόν εγώ γαμούσα ενώ οι συμμαθητές μου είχαν τρελαθεί στη μαλακία, έκανα παρέα με μεγαλύτερους από μένα που μου έμαθαν ένα σωρό κόλπα και μου δάνειζαν βιβλία εξωσχολικά κι έτσι αγάπησα πολύ τους κυρίους Τολστόι, Ντοστογιέβσκι, Μαγιακόβσκι, Γκόρκι κι αργότερα τον κύριο Χεμινγουέη,τον κύριο Στάιμπεκ,τον κύριο Μαξ Νορντάου και τον κύριο Τσβάιχ..

Όταν ήμουν στα 16 έχωσα μια γροθιά στο γυμνασιάρχη μαθηματικό που με άφησε εξεταστέο και τότε συνεδρίασε το συμβούλιο του Γυμνασίου και με απέβαλαν απ όλα τα σχολεία της Θράκης. Εγώ έφυγα απ το σπίτι και κοιμόμουν για μέρες σε κάτι χαμόσπιτα ακατοίκητα κι όταν γύρισα στο σπίτι δεν με χτύπησε ο πατέρας μου αλλά μου είπε πως φεύγουμε απ την Αλεξανδρούπολη για τη Θεσσαλονίκη αφού βεβαίως μου τόνισε πως κατέστρεψα τον ίδιο και τον εαυτό μου και πως στο μέτωπο μου θα υπάρχει πάντα  εγχάρακτη η λέξη ‘αλήτης΄

Στη Θεσσαλονίκη μ έστειλε στο ελληνικό κολέγιο-γιατί δεν πλήρωνε επειδή ο ιδιοκτήτης του ήταν απ το χωριό του, αλλά έζησα μόνος μου σ ένα απίθανο υπόγειο της Μαρτίου μ έναν μεγαλύτερο μου φίλο σπουδαστή της Αρχιτεκτονικής κι αυτό το δέχθηκε ο πατέρας μου γιατί ο πατέρας του φίλου μου ήταν αξιωματικός και γιατί ήθελε να με ξεφορτωθεί απ το σπίτι μη τύχει και με σκοτώσει απ τα νεύρα του, και το αλκοολίκι του.

Η μητέρα μου δεν είχε άποψη για όλα αυτά επειδή συνέχιζε να τρώει ξύλο σχεδόν μέχρι τα γεράματα της.

Στο υπόγειο της Μαρτίου τη πέρασα ζάχαρη για δυό χρόνια επειδή ανήκε στην Αποστολική Διακονία κι έρχονταν μέρα-παραμέρα κάποιες μαλακισμένες  θεούσες και μας έφερναν και του πουλιού το γάλα επειδή ήμασταν έφηβοι μακριά δήθεν απ την οικογένεια κι αυτές το παίζαν ‘προστασία εκ Θεού’ κι εμείς παίζαμε εκπληκτική επιτυχία, το θεατρικό ‘φτωχά παιδιά και απροστάτευτα’.

Εφυγα στρατιώτης και δεν τους είπα ούτε ‘γεια’ [πατέρα-μητέρα]και ενώ ήταν δικτατορία καθόλου δεν με ένοιαζε ο Στρατός της Ελλάδας φρουρός γιατί δεν είχα μία και απολάμβανα να με κερνούν τσιγάρα οι έχοντες στους οποίους το έπαιζα και διανοούμενος τόσα βιβλία που είχα διαβάσει…Έβλεπα την όλη ιστορία σαν μια κατάσταση ημιαπελευθέρωσης σε μια μεγαλύτερη φυλακή, είχα καθαρίσει μ αυτό που λέγεται Οικογένεια, διάβαζα κι έγραφα και να σκεφτεί κάποιος πως είχα στα 20 μου πάρει 4 πανελλήνια βραβεία Ποίησης με χρήματα παρακαλώ, τα οποία κατέθετα στις λατρεμένες πουτάνες μου.

Όταν απολύθηκα, πείνασα για κάπου 4 μήνες αλλά μετά βρήκα περιστασιακές δουλειές και κατέληξα στο εργοστάσιο Λιπασμάτων και στα 24 μου ήμουν αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας.

Παντρεύτηκα σαν βλάκας και χώρισα μετά 17 χρόνια. Δούλεψα στη τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες κι έγραψα 10 βιβλία.

Δεν έχω σπίτι, πάντα νοικιάζω σε διαφορετικές περιοχές της πόλης κατά καιρούς.

Εχω όμως μια μηχανή μεγάλου κυβισμού γιατί θεωρώ πως είναι ύψιστο αγαθό να καβαλάς ένα σιδερένιο δίκυκλο που σου χαρίζει 148 άλογα κάτω απ τα αρχίδια σου και σε πηγαίνει μια εκδρομή κοντά στη θάλασσα όπου ακούς απ το mp3 όπερες και καπνίζεις, καπνίζεις, καπνίζεις…

Αυτό  θαρρώ πως είναι  το πραγματικό βιογραφικό μου, πέρα απ το γαμήσι, τα τσίπουρα-ανευ και τα μεταξωτά πουκάμισα που μου αρέσουν πολύ  καθώς και τα ψυχοαναληπτικά που τα παίρνω κατά καιρούς για μη σκοτώσω κάποιον που δεν μου αρέσει…

images (3)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Στα δελτία των οκτώ (υπάρχουν ακόμη)

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 13 Φεβρουαρίου, 2015

images (33)

ΕΥΓΕΝΙΚΕΣ ΥΑΙΝΕΣ

(Νίκος Μοσχοβάκος)

 

Ευγενικές ύαινες

περιφέρονται ανήσυχες στη ζούγκλα

και με τρόπους κομψούς

διακηρύσσουν στ’ άλλα ζώα

πόσο τα συμφέρει ν’ αποδεχτούν

την αναμφισβήτητη κυριαρχία

των Λεόντων και των Τίγρεων.

images (34)

Βέβαια δεν παραλείπουν

να ρίχνουν κρυφές ματιές

προς τ’ απομεινάρια της λείας

κόκαλα ως επί το πλείστον

έχοντας το νου τους μήπως

τ’ αρπάξουν τ’ απεχθή όρνια

που γέμισαν εσχάτως την περιοχή.

daneion100ekat

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙV

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2015

Ο αρχιτέκτονας Βασίλης Μεταλλινός από τη Θεσσαλονίκη, όταν του την δίνει, καβαλάει μια μοτοσικλέτα και χάνεται στην κίτρινη ανταύγεια των  εξωτικών δρόμων . Εδώ αφηγείται (με χιούμορ) το τελευταίο μέρος της πρόσφατης εξόρμησής του στις μακρινές Ινδίες.

1510791_779528302083376_1295594602279295614_n

 

6.30′  το πρωί. Ξυπνάω σ’ ένα παγωμένο δωμάτιο, με τη σόμπα κλειστή. Παίζω τους διακόπτες και διαπιστώνω ότι δεν έχει ρεύμα. Ντύνομαι γρήγορα για να κατέβω στη ρεσεψιόν και βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο, διαπιστώνω ότι ο εξωτερικός γενικός διακόπτης του δωματίου είναι κατεβασμένος. Αυτός ο άθλιος ο ξενοδόχος, μόλις είδε ότι κοιμήθηκα έκλεισε τον διακόπτη για να κάνει οικονομία στο ρεύμα, που είχα πληρώσει με το παραπάνω! Το πρόβλημα ήταν ότι τα ρούχα μου ήταν ακόμη υγρά…

Κατεβαίνω στη ρεσεψιόν-στάνη, όπου μια κόλαση από έρποντα σεμεδάκια με Ινδουιστικές θεότητες και πίνακες με τοπία και θαλασσογραφίες απελπιστικής κοινοτυπίας, έδιναν έναν τόνο εξωτικής μελαγχολίας στην κίτς διακόσμηση του χώρου. Δεν υπάρχει ψυχή και αρχίζω να φωνάζω «mister mister» χτυπώντας και το χέρι μου στον γκισέ. Ομολογώ …λίγο δυνατά. Βγαίνει έξω τσαμπουκαλεμένη, μια υστερική λεβεντοκατίνα και μου λέει τσιριχτά τι θέλω πρωινιάτικα. Της λέω τι συμβαίνει με το ρεύμα και να μου δώσει πίσω τα 6 ευρώ που πλήρωσα μπροστάντζα για την ηλεκτρική σόμπα μαζί με το νοίκι του δωματίου. Το βοδίσιο πρόσωπό της συσπάται και τραντάζεται καθώς καγχάζει με ένα γέλιο παροξυσμικό σαν λόξιγγας και φωνάζει τον άντρα της.

Αυτός εμφανίζεται σαν δαρμένο ημίαιμο και αφού του επαναλαμβάνω το κουπλέ, μου το παίζει λυπημένος γι’ αυτό που συνέβη αλλά χωρίς καμία ευθύνη για το ποιός μπορεί να έκλεισε κατά λάθος τον εξωτερικό διακόπτη. Ισιώνει νευρικά τη λιγδιασμένη φράντζα του και μου ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα επιστροφής του 6ευρου γιατί μπορεί να έκλεισε ο διακόπτης σήμερα νωρίς το πρωί.

Του ζητάω ένα σεσουάρ για να στεγνώσω το δερμάτινο τζάκετ, που πήρε υγρασία από τις ραφές και μ’ ένα double action μογγολικό χαμόγελο λύπης-κατανόησης μου λέει ότι …δεν χρησιμοποιούν σεσουάρ.

Εγώ έχω «φορτώσει», χωρίς καφέ, νηστικός και τουρτουρίζοντας με το υγρό δερμάτινο μπουφάν πάνω από ένα t-shirt και με μιά απότομη κίνηση εκνευρισμού σηκώνω το φερμουάρ προς τα πάνω, ρωτώντας του πως θα ταξιδέψω πρωινιάτικα σ’ αυτή την κατάσταση. Το φερμουάρ καβαλάει τα δόντια της δεξιάς σειράς και παραδίδει το πνεύμα.

HPIM0737

Αυτό μου έλειπε τώρα! Μετά από 11 χρόνια, βρήκε την κατάλληλη στιγμή να χαλάσει. Δεν βρίσκω κανένα νόημα να συνεχίσω τα μπινελίκια γιατί το πρόβλημά μου χοντραίνει και δεν με συμφέρει να τα σπάσω τελείως με το ζεύγος. Ζητάω από τη συμπρωταγωνίστρια της φαρσοκωμωδίας που εκτυλίσσεται στη ρεσεψιόν, μια κλωστή και μια μεγάλη βελόνα για να ράψω το τζάκετ στη μέση, ώστε να παραμείνει κλειστό στο ταξίδι.

Μ’ ένα ειρωνικό βλέμμα και παίζοντας αυτάρεσκα με μια αρμαθιά κλειδιών των δωματίων, απομακρύνεται σ’ έναν διάδρομο γεμάτο γλάστρες με φυτά, σαν πειραματικό εργαστήριο Γεωπονίας και επιστρέφει σε τρία λεπτά λέγοντάς μου ότι δεν της τα γύρισαν κάτι Ιταλοί και του κώλου τα εννιαμ…

Πέφτει σιωπή …ν’ ακούς ποντίκι να κλάνει στη κουζίνα!

Φωνάζει ξαφνικά κάτι στα hindi κι εμφανίζεται μια μικροκαμωμένη κοπελίτσα, σαν να βγήκε από κουτί δημητριακών! Mιλάνε μεταξύ τους και μου πετάει το δράκο ότι με 20 δολάρια θα μπορούσε να μου αντικαταστήσει το φερμουάρ μ’ ένα καινούργιο, μέχρι το μεσημέρι. Ο ξενοδόχος εξαφανίζεται και κοιτάζω μιά το τραγελαφικό βλέμμα παρθένας στο πρόσωπο της συζύγου του και μιά το πρόσωπο της νεοαφειχθήσας ενζενί της ληστρικής συμμορίας ξενοδόχων.

Δεν πέσανε σε καλή μέρα για να …βγούν στις αγορές!

Ρίχνω ένα περιφρονητικό βλέμμα στο -εν βουλιμία δυτικού συναλλάγματος- αναίσχυντο δίδυμο και βγαίνω στο δρόμο. Πάω στην αυλή που είναι παρκαρισμένη η μηχανή. Ψάχνω τριγύρω και βρίσκω λίγο σύρμα. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και το περνάω κόμπο σε 3 σημεία του δερμάτινου τζάκετ, με τρόπο ώστε να παραμένει όσο γίνεται πιό κλειστό.

HPIM0585

Φτιάχνω έναν ντάμπλ πάουερ καραβίσιο. Ανοίγω το παράθυρο να φέρω τη σακούλα με τις μπανάνες και τα κικιρίκια από το περβάζι και βλέπω τη σακούλα στην απέναντι ταράτσα, με τις φλούδες από τις μπανάνες δίπλα στα τσόφλια από τα κικιρίκια… Οι μαϊμούδες!

Δεν είναι η μέρα μου μΕ φαίνεται…

Χθες βράδυ πριν με πάρει ο ύπνος είδα στον Lonely Planet την πόλη Agra. Ένα πρώτο βήμα στην επαρχία Uttar Pradesh με στόχο το μυθικό Varanasi πάνω στον Γάγγη.

Τα 400-450 χλμ μέχρι την Agra, αποτελούν ένα αρκετά χορταστικό μενού για ημερήσια οδήγηση στην Ινδία… Δεν έχω παρά να περάσω περιφερειακά το Δελχί και να πιάσω την Taj express highway.

Ντύνομαι με τα χθεσινά μισοβρεγμένα ρούχα, παίρνω το σακίδιο και κατεβαίνω στο ισόγειο. Το τρίο, παρακολουθεί στην τηλεόραση μια ταινία του Bollywood, ενώ με κρυφό βλέμμα επ’ ώμου, αισθάνομαι να με παρακολουθεί η μοσχαροκεφαλή. Τους γράφω σε στρατηγικό σημείο και βγαίνω έξω αφήνοντας πίσω μου την αμείληκτη καταθλιπτική εικόνα της ρεσεψιόν.

O ήλιος αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Η μέρα είναι ιδανική για ταξίδι με μηχανή.

Πατάω τη μίζα… Ακούω το γουργουρητό του κινητήρα. Η διάθεσή μου φτιάχνει…

Βολεύω το σακίδιό μου στην πλάτη, βάζω ταχύτητα κι ανοίγω το γκάζι καταφεύγοντας και πάλι στο ήσυχο άσυλο της μοναχικής περιπλάνησης…

Agra, Lucknow, Varanasi, Kanpur. Εννέα υπέροχες μέρες, με καταπληκτικό καιρό στο Uttar Pradesh.

Μπαίνοντας στην Agra, βλέπω έναν ακάλυπτο χώρο μπροστά από ένα ξενοδοχείο στην παλιά πόλη, σταματάω και ρωτάω την τιμή. Μου δείχνουν ένα δωμάτιο που μυρίζει καινουργίλα (το πρώτο στο ισόγειο), βολεύω και την μοτοσυκλέτα στον ακάλυπτο και σε 3 λεπτά μπαίνω με το σακίδιό μου χαρούμενος ως εις ανθοκήπιον παιδικής χαράς. Τα λίγα οικοδομικά υλικά, στόκοι, μπογιές και συρόμενη σκαλωσιά στον διάδρομο δεν με χάλασαν, μπροστά στον ενθουσιασμό μου για το ολοκαίνουργο δωμάτιο και την οικονομική τιμή.

Κι όμως, ήτανε γραμμένο να το ζήσω κι αυτό. Ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν υπό ανακαίνιση. Παντού υπήρχαν συνεργεία που δούλευαν μέχρι της 10.30′ το βράδυ με σφυριά, φωνές και κομπρεσέρ… Απλά ετοίμασαν το πρώτο δωμάτιο του διαδρόμου και ήμουν ο μοναδικός πελάτης σ’ ένα ξενοδοχείο γιαπί! Έτσι εξηγώ εκ των υστέρων την επιμονή του οσφυοκάμπτη ρεσέψιον μπόι, να μου ζητάει με έγκαυλη ευγενική πίεση τα χρήματα μπροστάντζα…

Δεν με πείραξε καθόλου! Ολόκληρη τη μέρα περπατούσα…Αλήτεψα στα απίστευτα chowk, σε μαγικές τσαγιερί (γεμάτες πλέον με νεοχίπιδες των «like») κι όταν ένα μεσημέρι ένας Ινδός μάγειρας μου σύστησε το Joney’s Place, ένα κουτούκι που το συστήνει κι ο Lonely Planet, βρέθηκα να τρώω 50 μέτρα από την είσοδο του Taj Mahal χωρίς να το βλέπω! Έτσι με την ευκαιρία …είδα κόσμο και μπήκα.

To Lucknow και η Kampur ήταν απλά στάσεις για διανυκτέρευση για να σπάσουν τα 620 χλμ από την Agra στο Varanasi και τα 830 χιλιόμετρα από το Varanasi στο Δελχί.

Στο Varanasi η ζωντανή ενέργεια και τα θετικά vibes δεν έχουν πλαφόν… Κάθε προσπάθεια να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα, την ανεξήγητη ατμόσφαιρα ή την έκσταση των ανθρώπων, είναι καταδικασμένη να προσαράξει στα αβαθή της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Παραλογοτεχνίας εν προκειμένω, θα σημείωνα…

Eπιστρέφω και πάλι στο Δελχί. Έχω 2 μέρες για να πουλήσω τη μηχανή και μετά πετάω για Constantinople . Έχει περάσει ένας μήνας και είμαι χαλαρός κι ευτυχής απ’ το ταξίδι, σαν να έχω ολοκληρώσει λυτρωτική ψυχαναλυτική συνεδρία.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μΕ χαλάσει την νιρβάνα το βαθέως μολυσμένο από τον ιό του δολαρίου, ληστρικό σιμσιλέ των εμπόρων του Karol Bagh…

Πολύ ευχαρίστως θα χάριζα την μοτοσυκλέτα σε οποιονδήποτε Έλληνα θα εντάσονταν στη μονοκαλλιέργεια του ιδίου στιλ ταξιδευτή. Αυτή, του αδούλωτου στη νοοτροπία να μεταφέρει -σώνει και καλά- το εν Ελλάδι αποκτηθέν …περιορισμένων διαστάσεων σύμπλεγμα μπουλονιών και παξιμαδιών, σε μια χώρα σαν την Ινδία …ακόμα κι όταν είναι αδύνατο ή δεν συμφέρει!

Αλλά αυτό είναι θέμα προς συζήτηση σε επιστημονικές ημερίδες φιλοσοφίας αμπέλου στη γιάφκα Χολομώντος…

HPIM0825

Δελχί, 23/12/2014 11.30′. Έχω ξεπουλήσει την Enfield 350 ευρώ. Σκέφτομαι να πάω στο μαγαζί ενός Ινδού που εισάγει marijuana wear από το Νεπάλ και το Αφγανιστάν. Έχω κυαλάρει ένα χίπικο τζάκετ. Μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό… Η ποιότητα αυτών των ρούχων είναι εξαιρετική!

Πριν απομακρυνθώ απ’ το Karol Bagh, θυμάμαι έναν μυστήριο τύπο που μου ζήτησε όταν ήμουν στην Agra, να του φέρω ένα μπροστινό φτερό από Royal Enfield. «Μη τυχόν και δεν μου το φέρεις…» και κάτι τέτοια μου έγραφε ο εντελώς άγνωστός μου στο fb. «Ρε δε πάμε καλά, πυροβολημένο θα ‘ναι το άτομο» έλεγα από μέσα μου…

Αυτόν τον τύπο ή τον στέλνεις στο διάολο ή του το πηγαίνεις (το φτερό)…

Όμως, το ότι ανήκαμε στο ίδιο μοτοσυκλετικό φόρουμ στην Ελλάδα και διαβάζοντας ότι είναι ειδήμων στις μεταμοσχεύσεις ετερόκλητων μηχανικών τμημάτων και στην πλαστική χειρουργική μοτοσυκλετών, αρκούσε για να πάω να ψάξω και να του κάνω την έκπληξη.

Επιστρέφω στις δαιδαλώδεις στοές των μικρομάγαζων vintage ανταλλακτικών…

Με κέφια και ψυχολογία πολλαπλών beaufort έπαιξα ένα διαπραγματευτικό κικ μποξ με τον έμπορα ανταλλακτικών, που κατέληξε σε νοκ άουτ…

Αεροδρόμιο Indira Ghandi, 24/12/14, 04.30′ το πρωί. Οι υπάλληλοι ασφάλειας του αεροδρομίου, δεν ξέρουν τι να υποθέσουν όταν βλέπουν στο σακίδιό μου, δεμένο με wrap luggage ένα τεράστιο μεταλλικό φτερό…

Τελικά, άξιζε ο κόπος…

Δεν θα του πλέξω το εγκώμιο, γιατί φοβάμαι ότι στο επόμενο ταξίδι θα μου ζητάει να του κουβαλήσω κανα κινητήρα…

Καλούς δρόμους!

 HPIM0631

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙΙ

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

Αφηγείται ο φίλος  Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0176

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no3

7 το πρωί. Καραβίσιος, παστέλι, ανοιγμένος Lonely Planet στην επαρχία Haryana. Προορισμός το Chandigarh (κοινή πρωτεύουσα του Punjab και Haryana), γύρω στα 275 χλμ. και βλέπουμε…

7.30′ είμαι στο δρόμο. Η κίνηση είναι εφιαλτική και με ακραίο κυκλοφοριακό αυτισμό. Στόχος να βγώ απ’ το Δελχί και να πιάσω την θρυλική Grand Trunk road, έναν από τους αρχαιότερους δρόμους που συνέδεε το Μπαγκλαντές με το Πακιστάν. Δεν χρησιμοποιώ gps από την εποχή του …»στρατηγού ανέμου» και σε κάθε φανάρι φωνάζω σε αυτοκίνητα και μηχανάκια …»Chandigarh!» και «Grand Trunk!» Ακολουθώ το νεύμα κι όπου βγεί…

Χάνομαι σε πλατείες… Ξαναμπαίνω μαγικά στο παιχνίδι! Με μισοάδειο σακίδιο στην πλάτη, πάνω στην χαμηλή κι ελαφριά Bullet, χωρίς βαλίτσες και με θόρυβο να προκαλεί έξαρση στα κράσπεδα, αντέχω στις σφήνες και τα κλεισίματα των Ινδών, που οδηγούν σαν ημιπαράφρονες καμικάζι καθέτου εφορμήσεως.

Κατά τις 9 παρά, βγαίνω στον αυτοκινητόδρομο, με τον τσαμπουκά περντέ πιλάφ! Βρίσκομαι μόνος, σε αμηχανία μπροστά στο άγνωστο, που δεν καταδέχεται υπερφίαλες κομπορρημοσύνες και ντελίβερι ταξιδιωτικών ριπόρτς μοτοσυκλετιστικού body building.

Ανοίγω το γκάζι, συγκεντρώνομαι στην οδήγηση κι αρχίζω να νοιώθω το ταξίδι με όλους τους πόρους του κορμιού μου…

…όταν ένα σαράβαλο φουργκόν -καμιά 50αριά χλμ πριν τη Chandigarh- με κλείνει ξαφνικά από τα δεξιά, αγγίζω τη μανέτα του φρένου κόβοντας ελαφρά προς τ’ αριστερά, πατάω μια φρέσκια σβουνιά και γλυστρώντας βγαίνω στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου. Σ’ εκείνο το σημείο το έδαφος είναι αμμώδες και κατηφορικό. Πέφτω στ’ αριστερά με μικρή ταχύτητα. Με την κλήση του εδάφους προς τα χωράφια και τη βοήθεια των προστατευτικών σιδεριών, η μηχανή τουμπάρει, σπάνε τα καθρεφτάκια και στραβώνει η μανέτα του συμπλέκτη.

Ξαφνιασμένος και σε φάση ψαϊκολότζικαλ κολάψους, βρίσκομαι ο μισός κάτω από τη μηχανή. Τραβιέμαι απότομα γιατί βλέπω από το καπάκι του ντεπόζιτου να τρέχει η βενζίνη κρουνηδόν. Σηκώνω τη μηχανή και την στηρίζω στον πλαγιοστάτη. Δεν έχει σταματήσει κανένας οδηγός… Ευτυχώς δεν χρειάζεται.

Με τρεμάμενο χέρι πατάω το κουμπί της μίζας. 3-4 μιζιές και τελικά παίρνει μπροστά. Βάζω και μια ταχύτητα. Όλα καλά και με τον συμπλέκτη. Σβήνω. Αυτή η ελευθεριάζουσα αντίληψη των Ινδών, για την χρήση των λωρίδων κυκλοφορίας και την προτεραιότητα, έχει πλέον ξεφύγει από τη σφαίρα του φολκλόρ κι αρχίζει ν’ αγγίζει τις παρυφές της εγκληματικής πράξης με ενδεχόμενο δόλο.

Ξέρω ότι κάνω το καλύτερο δυνατό. Ξέρω ότι δεν έφταιγε το κλείσιμο του Ινδού, αλλά η γκαντεμιά να πατήσω πάνω στον ελιγμό, την φρέσκια ήδη πατημένη σβουνιά. Ξέρω απ’ το προηγούμενο ταξίδι μου στην Ινδία, όλες τις …στάσεις του οδηγικού σεξ στην κυκλοφοριακή παρτούζα. Ξέρω ότι πρέπει να κρατήσω ζεστά τα ταξιδιωτικά ρεφλέξ και να ολοκληρώσω αυτό που άρχισα…

Τα πράγματα είναι απλά. Οι δρόμοι της Haryana, Punjab, Himachal Pradesh και Uttar Pradesh είναι μπροστά μου…

«Σκούπισε τα πόδια σου και πέρασες» είπα μέσα μου …κατά το Παντελίδειον στιχούργημα, τινάζοντας τις σκόνες και τα χώματα απ’ τα μπατζάκια του παντελονιου και πατάω τη μίζα…

HPIM0149

Είμαι πάλι στον Grand Trunk road. Έναν δρόμο όπου οι κανόνες οδήγησης είναι βγαλμένοι από την ζούγκλα του Βόρνεο…

Θέλω διακαώς έναν καραβίσιο να στανιάρω από το σοκ αλλά δεν είμαι σε καλό το σημείο.

2-3 χιλιόμετρα παρακάτω σταματάω σ’ ένα από τα κλασικά ημιυπαίθρια εστιατόρια του δρόμου.

Μπουρμπουριστά καζάνια, τηγάνια να τσιρτσιρίζουν με διάφορες λαχανοκροκέτες, τεράστια τηγάνια με noodle, αχνιστά φακόρυζα, σάλτσες και μυρωδιές από μπαχάρια να σΕ φεύγει ο τάκος…

Καμιά 15αριά φορτηγατζήδες περιμένουν να σερβιριστούν σ’ έναν μεγάλο πάγκο. Μπαίνω στη σειρά, γράφοντας σε στρατηγικό σημείο την ταξιδιωτική μου δίαιτα με ξηρούς καρπούς και παστέλια, αποφασισμένος να «την κάνω» χορτάτος άμα το αποφάσιζαν οι επουράνιοι εισαγγελείς Βράχμα, Βισνού και Σίβα…

Δείχνω -με κανιβαλίζουσα διάθεση- στον Ινδό μάγειρα μια στίβα με λαχανοκροκέτες κι ένα δίσκο με το κλασικό thali. Κάθομαι σ΄ενα ξύλινο τραπέζι στην αυλή κι εξαφανίζω τα πάντα απ’ τα πιάτα μου, σ’ ένα άναρχο σαβούρωμα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία ρέουσας ταξιδιωτικής περιπλάνησης. Eικόνες που αποτελούν μαγιά για ατέρμονες ταξιδιωτικές, φιλοσοφικές και υπαρξιακές συζητήσεις. Εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο όμως, να μεταφέρει κανείς το κλίμα και την ατμόσφαιρα. Όπως το 2013 με το Νεπάλ και την Ν. Ινδία, έτσι και σ’ αυτό το ταξίδι διαπιστώνεις το «αμετάδοτον» της εμπειρίας.

Στάση, διανυκτέρευση στο Chandigarh. Την επομένη, ενώ βρίσκομαι δίπλα στο Himachal Pradesh, βλέπω τον καιρό να μου δείχνει ότι προλαβαίνω να πάω πρώτα στο πνευματικό κέντρο των Σιχ, το Amritsar. Γύρω στα 230 χλμ. Έμεινα 2 βράδια.

Ανοίξτε και κανα χάρτη στο ιντερνέτ… Μη τα κάνω όλα εγώ…

Από το Amritsar μέσω Pathankot συνεχίζω για Dharamsala. Έχω κλείσει guesthouse για 2 βραδιές 9 χλμ μακριά στο MacLeod Ganj -στη Μικρή Lhasa- ένα μικρό χωριουδάκι στα 2100 μέτρα υψόμετρο, με Θιβετιανό πληθυσμό. Εκεί βρίσκεται και η κατοικία του Δαλάι Λάμα.

Από εκεί οδηγώντας στους στενούς δρόμους των Himalayas συνεχίζω να διανυκτερεύω σε μικρά χωριουδάκια μέχρι το Μanali.

Στο old Manali, που αποπνέει μια ρομαντίλα χίπικης αξέχαστης εποχής, τα πάντα είναι κλειστά από το τέλος Οκτωβρίου γιατί αγριεύει ο καιρός και βρίσκω ένα guesthouse σ’ ένα ήσυχο μέρος πίσω από το main bazaar.

Όλες αυτές τις μέρες οι θερμοκρασίες στα Himalayas παίζανε μεταξύ 14 max και 5 min. Στο Manali ήδη είχε πέσει κάτω από τους 7 max με 0 το βράδυ. Σημειωτέον ότι κανένα guesthouse δεν έχει θέρμανση.

Η εξαιρετική παρέα με έναν Τούρκο πιανίστα jazz και δυό ανατομικές βόμβες Καναδικής προέλευσης, ήταν η αιτία να παραμένω επ’ αόριστον στο Μanali. Τις Καναδέζες τις είχα συναντήσει στο Macleod Ganj, όπου έκαναν yoga και μαθήματα θιβετιανής κουζίνας δίπλα στο guesthouse που έμενα. Ταξίδευαν με λεωφορεία και τρένα. Ο Τούρκος ήταν επαγγελματίας μουσικός κι έτυχε να έχει συνεργαστεί με τον Bulent Ortacgil και την Jehan Barbur των οποίων είμαι σκληρός φαν.

HPIM0525

Μέχρι που ένα πρωί -γύρω στις 11- ενώ είχαμε ραντεβού σ’ ένα τσαγάδικο, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Το accuweather το ‘λεγε, εγώ δεν το άκουγα… Όταν μιλάμε για νιφάδες, εννοούμε τούλια ολόκληρα από μπομπονιέρες. Σε μισή ώρα ασπρίζουν τα πάντα. Περιμένω 20 λεπτά στο καφέ κι ακόμα δεν έχει έρθει κανείς. Τα ραντεβού με τα ζωντανά θαυμαστικά είναι πάντα λάρτζ. Ο Τούρκος είχε πάει να παζαρέψει ένα σιτάρ σ΄ένα σπίτι ενός Ινδού. Βλέπω να το στρώνει γερά και τρέχω σαν τρελλός στο guesthouse. Ο δρόμος γλιστράει, με πούδρα κοντά στους 5 πόντους και κάνει και ψοφόκρυο! Βάζω διπλά σλιπάκια, διπλά t shirts, ψιλή μπιτζάμα από το bazaar (έχω ξεχάσει στην ελλάδα τα ισοθερμικά), μπλουτζίν κι από πάνω το Spidi.

Διπλά πουλόβερ και το δερμάτινο Dainese. Δεν έχω αδιάβροχα γιατί δεν προβλέπονταν πουθενά βροχή στα μέρη που επισκεπτόμουν. Ψάχνω να πληρώσω τον ιδιοκτήτη του guesthouse, ένα μούτρο που όταν μου έδειξε το δωμάτιο, μου άφησε στο τραπέζι έναν μπάφο κι ένα μικροσκοπικό κουτάκι με σαφράν για καλά ντουζένια και δυνατό σεξ όπως μΕ είπε… «Δείγμα δωρεάν…»

Σκουπίζω τη μηχανή και κατεβαίνω άρον-άρον προς το main bazaar όπου βρίσκονταν ο σταθμός των λεωφορείων, ταξί κλπ. Παίρνω από πίσω ένα πούλμαν που μόλις ξεκινούσε και πατάω στις ροδιές του. Τα πάντα έχουν ασπρίσει και με τα βίας ο δρόμος κρατιέται με ανακατεμένο λασπωμένο χιόνι που αν δεν φρενάρεις, σε κρατάει ακόμα στο δρόμο.

Πέρασε ένα εφιαλτικό δίωρο, με τις τρελές στάσεις εξ αιτίας ντελαπαρισμένων αυτοκινήτων, για να κατέβω περίπου στα 1000 μέτρα υψόμετρο στο Mandi, όπου οι δρόμοι ήταν τελείως στεγνοί. Σταματάω ταλαιπωρημένος και με ψυχολογία ποδήρη για ένα τσάι και συνεχίζω για Panchkula, να στεγνώσω και να διανυκτερεύσω.

Τις τελευταίες μέρες έφαγα πολύ κρύο και το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν να κατευθυνθώ προς νότο για να ζεσταθώ…

Το βράδυ τηλεφωνώ για να βρω την παρέα. Ο ξενοδόχος τους με πληροφόρησε ότι οι Καναδέζες έφυγαν με βραδυνό λεωφορείο για Δελχί κι ο Τούρκος ήταν άφαντος.

Τρώω μια ζεστή θιβετιανή σούπα και vegetarian momos, βάλσαμο τη γαστέρα, σ’ ένα μικροσκοπικό Tibetan restaurant. Μπύρα ούτε για δείγμα. Λες και ζούμε στη ποτοαπαγόρευση…

Το κρύο είναι αφόρητο στο απερίγραπτο δωμάτιο. Πληρώνω περίπου 6 ευρώ για να μου δώσει ο ξενοδόχος μια ηλεκτρική σόμπα… Όσο το ενοίκιο του δωματίου. Ευτυχώς μου βόλεψε τη μηχανή σε μια αυλή στο απέναντι κτίριο.

Aνοίγω τον Lonely Planet. Έπρεπε να βρω κάποιον προορισμό για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με ανοιχτό το φως και το βιβλίο στο στήθος μΕ κολλάει το υπνόσημο στη γκλάβα…

…zzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzz

 HPIM0144

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙ

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 31 Ιανουαρίου, 2015

Αφηγείται ο Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0910

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no2

Μετά από 20 λεπτά περπάτημα το στομάχι μου αρχίζει να παίζει τσέλο το rondo alla turca σε do maggiore… Έχουν περάσει σχεδόν 10 ώρες απ’ το δριμείας γεύσης hindu dinner που μου σέρβιρε η βοϊδομάτα τουρκάλα αεροσυνοδός στα 35000 πόδια. Το βλέμμα μου σκανάρει τους υπαίθριους μικροπωλητές και καταλήγει σ’ ένα πιτσιρικά που πουλάει κικιρίκια. Σίγουρα πράματα… Ακόμα μισή ώρα περπάτημα, ξεφλουδίζοντας και μασουλώντας τα καχεκτικά φιστίκα και φτάνω σε μια κάθετο της Gurudwara road στο Karol Bagh.
Ωρα 10.10′ Βρίσκομαι να διαπραγματεύομαι την τιμή ενός Bajaj Pulsar 200, μ’ έναν τουρμπανοφόρο Σιχ που με μισόκλειστο βλέμμα εκδοροσφαγέως , βλέπει στο πρόσωπό μου ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για το 2015.
Ωρα 10.45′. Παρακάτω στη γωνία, ο μαγαζάτωρ ενθουσιασμένος που ακούει ότι είμαι Έλληνας με κερνάει τσάι. Το εκκλησίασμα το γνωρίζω… Με την double action formula …»αγαπώ τους Έλληνες (όπως Αμερικανούς, Γάλλους, Άγγλους κλπ) κι έχω και συγγενείς στην Ελλάδα (όπως Αμερική, Γαλλία, Αγγλία κλπ) «, προσπαθεί να μου πασάρει μια 500άρα Bullet σε τιμή που θυμίζει κονδύλιο εξοπλιστικού προγράμματος του Ινδικού Υπουργείου Άμυνας… Όση ώρα επεξεργάζομαι την καλλίπυγο customized Enfield …ο Ινδός βλέπει εαυτόν να εισέρχεται στους λιβαδεώνες της ντόλτσε βίτα… Δεν μ’ αφήνει να φύγω άμα δεν του ορκιστώ δια χειραψίας ότι την επόμενη μέρα θα τον ξαναεπισκεφτώ… Συνηθισμένα πράματα…
Ωρα 17.30′. Έχω οργώσει την περιοχή για κανα 8ωρο, με σύσσωμο το παρασιτικό ντεφιλέ των μαίτρ του κοπανιστού αέρα, του commission και του ξεδιάντροπου φτηνού κυνισμού. Ενοχλητικοί κράχτες, αυτή η ενδημική ποικιλία που φύεται κι ευδοκιμεί σε όλους τους εμπορικούς δρόμους της Ινδίας, με ψήνουν κάθε 50 μέτρα να επισκεφτώ το μαγαζί κάποιου συνεταίρου ή αδελφού…
Είμαι χαλαρός και μ’ αντιμετωπίζουν σαν παιδί της διαφήμισης του Τζάμπο. Προσπαθώ να βγάλω άκρη με τις φουσκωμένες τιμές, τη νομιμότητα κάποιων φωτοτυπημένων αδειών, τις χρονολογίες των μοντέλων…
Οι μοτοσυκλέτες που ερέθισαν τους αμφιβληστροειδείς μου πολλές! Αυτές που ερέθισαν συναισθηματικώς το πορτοφόλι μου λίγες.
Επιστρέφω σκεφτικός στο guesthouse ενώ σκοτεινιάζει και πίνω έναν καραβίσιο. Ξανακατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω 6 μπανάνες από ένα καρότσι και τις τρώω σ’ ένα internet cafe, τσεκάροντας τις τιμές της πιάτσας από ιδιώτες, με τις αντίστοιχες μηχανές που είδα το πρωί. Αύριο πρέπει επιστρέψω διαβασμένος, αμείληκτος, αλύγιστος, ανηλεής στο παζάρι με απάθεια που θα ‘κανε τον Τζών Ντίλιγκερ να φαντάζει κανισάκι του καναπέως, να τελειώνω με το σιμψιλέ των τσαμπάζηδων του Karol Bagh, την αγορά μηχανής και τη χαρτούρα της μεταβίβασης…
Από ένα ημιυπαίθριο μικροσκοπικό μαγαζάκι αγοράζω ένα σακουλάκι κάσιους, μερικά παστέλια κι ένα 2λιτρο Bisleri (μάρκα νερού) για το πρωινό. Η εφιαλτική κίνηση, η ανυπόφορη καπνίλα από τα σκουπίδια που καίγονται πάνω στο δρόμο, οι επίμονοι ζητιάνοι και η κούραση είναι μερικοί λόγοι για να επιστρέφω ξανά στο δωμάτιό μου.
Ωρα 23.00′. Ξαπλωμένος στο σκληρό κρεβάτι κάνοντας ζάπινγκ στα 300 κανάλια της τηλεόρασης, σταματώ σε μια σουρεαλιστική εκπομπή και βυθίζομαι σ΄ένα βαθύ ύπνο…
Ωρα 7. Πίνω τον καραβίσιο καφέ μου, ροκανίζοντας ένα παστέλι.
Ωρα 8.30′. Τριγυρνάω στους δρόμους του Karol Bagh αλλά τα μαγαζιά είναι όλα κλειστά. Ένας γυρολόγος κράχτης που με θυμόταν από χθες, με πλησιάζει λέγοντάς μου ότι στα μαγαζιά των …συνεταίρων του που θα ανοίξουν σε μισή ώρα θα δοθεί το τέλος κάθε αγωνιώδους εκκρεμότητάς μου σε θέματα μοτοσυκλέτας, δερμάτινων ρούχων, ξενοδοχείων, μεταξωτών, αγαλματιδίων Βούδα, Γκαναπάτι, Σίβα, χασίς κλπ
Ωρα 8.50′. Καμιά εκατοστή μέτρα στο βάθος του δρόμου, βλέπω μια ασημένια Enfield μ’ ένα ξανθό νεαρό βγαλμένο από την ταινία blue lagoon, να συνομιλεί με έντονο ύφος μ’ έναν καταστηματάρχη που άνοιγε εκείνη τη στιγμή. Κατεθύνομαι προς το μέρος του με τον Ινδό να με μαρκάρει στο μισό μέτρο. Ο νεαρός βάζει το κράνος και ξεκινάει προς το μέρος μου. Του κάνω νόημα και σταματάει. Τον ρωτάω από που αγόρασε την μοτοσυκλέτα και σε τι τιμή, ξαποστέλνοντας τον Ινδό με κάτι φλαμανδικά, για να μ’ αφήσει ήσυχο.
Ο πιτσιρικάς, ένας ευγενέστατος Αυστριακός , είχε αγοράσει 1100 ευρώ τη μηχανή και είχε συμφωνήσει -γραπτώς- να του την αγοράσουν στην περίπτωση που την πουλούσε ατρακάριστη 650 ευρώ. Όμως μετά από 4 μήνες και 6500 χλμ της είχε προκαλέσει ένα μικρό βαθούλωμα στο ντεπόζιτο, έκανε κι ένα μικρό θόρυβο στην «αλλαγή» μεταξύ πρώτης-δευτέρας κι ο Ινδός ήθελε να του τη φάει τζάμπα…
Ωρα 9.00′. Έχω βγάλει τα 650 ευρώ τσαλακωμένα αλά χωριάτα από την κωλότσεπη και κατευθυνόμαστε στην Τraffic Police που κυαλάρισα ερχόμενος το πρωί, για να τσεκάρω την αυθεντικότητα της άδειας κυκλοφορίας και άλλες λεπτομέρειες που θα αναλύσω σε άλλη δισιπλίνα.
Ωρα 16.30′. Έχουμε τελειώσει με τα «no objection certificate format», «authorization», insurance, pollution certificate και λοιπά κλασμένα μαρούλια. Έχει βοηθήσει κι ένας ασπόνδυλος Ινδός, που μπαινοβγαίνει στα γραφεία από χαραμάδες και χειρίζεται τις σφραγίδες των εγγράφων με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις… Με το κάτι τις φυσικά…
Ωρα 16.45′ Κάνω αλλαγή λαδιών κι έναν κλασσικό έλεγχο στη μηχανή. Τα λάστιχα ήταν καλά κι το «blue lagoon boy» με διαβεβαίωσε ότι είχε βάλει καινούργιες σαμπρέλες.
Δεν μπαίνω στη διαδικασία της νευρωτικής προετοιμασίας της μοτοσυκλέτας. Ότι είναι να συμβεί, θα συμβεί… Και θα το αντιμετωπίσω όταν και αν συμβεί.
Ωρα 18.00′. Γυρνάω τη μίζα και τα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν… Κατηφορίζω χαλαρά την Gupta road με προορισμό την περιοχή Paharganj, που βρίσκεται το guesthouse.
Ωρα 18.20′ Παρκάρω μπροστά στη τζαμαρία την ασημένια Royal Enfield 350 Bullet κι ανεβαίνω στο δωμάτιο για έναν καραβίσιο.
Ανοίγω τον Lonely Planet. Τα πλάνα μου είναι για τον κόλπο της Βεγγάλης, ανατολικά προς Καλκούτα μεριά. Όμως σε περίπτωση που ακόμα ο καιρός επιτρέπει να πάω βόρεια προς Himachal Pradesh, αύριο πρωί ξεκινάω προς Haryana…
Kατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω μια μεγάλη σακούλα κικιρίκια και κατευθύνομαι προς το ιντερνετ καφέ να δω τον καιρό στη Dharamsala, Manali κλπ
Tελικά για έναν ταξιδευτή ελευθέρας βοσκής …αυτός που αποφασίζει είναι ο Accuweather.com

HPIM0047

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής Ι. Νοέμβριος 2014. Ινδία

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 30 Ιανουαρίου, 2015

Από τις σημειώσεις του φίλου Βασίλη (Μεταλλινού)

HPIM0240

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Nοέμβριος 2014. Δελχί, περιοχή Paharganj 7 το πρωί. Το auto rickshaw σταματά στη στενή Arakhasan road. Δεν βλέπω πουθενά το guesthouse που έχω κλείσει και ο οδηγός, με καθαρόαιμο πεντιγκρί Ινδού απατεώνα, μου ζητάει το τηλέφωνο της ρεσεψιόν. Του το λέω. Καλεί. Μιλώντας σε ακατάλυπτα hindi μετά από 10 δεύτερα το γυρνάει στ’ αγγλικά λέγοντάς μου: Speak with the receptionist. Big problem my friend…»
Αρπάζω το τηλέφωνο και με σπαραγμό ψυχής με πληροφορεί ο ρεσεψιονίστ ότι το guesthouse έπαθε από χθες black out στον πίνακα των ηλεκτρικών και δεν θα λειτουργήσει μέχρι ν’ αποκατασταθεί η βλάβη. Με διαβεβαιώνει ότι δεν θα γίνει καμία χρέωση στην πιστωτική μου κάρτα και με τρεμάμενη φωνή ανθρώπινου ράκους μου ζητάει συγγνώμη και μου το κλείνει.
Ο Ινδός, σε φάση βωβού εσωτερικού σπαραγμού, παίρνει το τηλέφωνο και με ύφος υπερβολικής κατανόησης με καθησυχάζει, λέγοντάς μου να μην στενοχωριέμαι και ότι θα προσπαθήσει να μου «κλείσει» ένα καλό δωμάτιο σε άλλο ξενοδοχείο, χωρίς επί πλέον χρέωση για την διαδρομή.
Δεν πέρασε μία ώρα που πάτησα στην Ινδία κι αρχίσαν τα όργανα… Το σενάριο παλιό και βαθέως μεταχειρισμένο. «Φόρτωσα»…
«Πάνε με στο guesthouse μου αμέσως μη σου γα… ?» αντιστέκομαι με ηρωισμό.
«Είναι κλειστό το ξενοδοχείο σου μάι φρεντ» γρυλίζει ο Ινδός με έκδηλο πλέον το ξάφνιασμα στα ποντικίσια μάτια του.
«Δεν σε πληρώνω, κολ δε πολίς νάου» του φωνάζω διαβασμένος καλά, αφού γνώριζα ακόμα και το σημείο όπου υπήρχε Τουριστική Αστυνομία στην περιοχή.
Σπάζοντας όλα τα ρεκόρ θράσους, επιμένει να με πάει σε άλλο ξενοδοχείο και να μου χαρίσει τα κόμιστρα της διαδρομής.
Η φάση έχει λαστιχάρει και κατεβαίνω απ’ το auto rickshaw με τσαμπουκαλεμένες κινήσεις Τεξανού Ranger. Φοράω γρήγορa το σακίδιό μου κοιτώντας γύρο τον χαμό που γινόταν. Μηχανάκια, αυτοκίνητα, rickshaw και πεζοί σε μια κυκλοφοριακή πρωινιάτικη παρτούζα. Βγάζω τον Lonely Planet ψάχνοντας τον χάρτη. Πριν προλάβω να τον ανοίξω, βλέπω τον Ινδό να κατεβαίνει απ’ το auto rickshaw και με βραχνή φωνή να μου λέει να τον ακολουθήσω…
Μπαίνουμε σ’ ένα στενό αδιέξοδο, όπου στο βάθος φαίνονταν η επιγραφή του guesthouse που είχα κλείσει. Η απόσταση των 50 μέτρων ήταν γεμάτη από άστεγους που κοιμόταν πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο, τυλιγμένοι σε κουρέλια. Στα τελευταία μέτρα κάποιος μου τραβάει το χέρι, ζητώντας χρήματα τρίβοντας τα δόντια του με μια οδοντόβουρτσα ενώ ένας τελευταίος καθιστός δίπλα στο πλατύσκαλο της ρεσεψιόν, κάρφωνε στο πόδι του μία σύριγγα.
Σοκαρισμένος μπαίνω στον χώρο της ρεσεψιόν. Πίσω μου ο οδηγός του auto rickshaw. Με σβέρκο αυτοπροτεινόμενο για καρπαζιά μου ζητά το διπλό ποσό απ’ αυτό που είχαμε συμφωνήσει. Εδώ έτσι δουλεύει το νταλαβέρι. Του δίνω τα μισά, του γυρίζω την πλάτη και απευθύνομαι στον ρεσεψιονίστ που βουτούσε ένα κομμάτι τσαπάτι σ’ ένα χάρτινο κουπάκι με φακόριζο.
Ρωτάω για την κράτησή μου. Ψάχνει μασουλώντας αργά, βρίσκει το όνομά μου και μόλις καταπίνει την μπουκιά του, κάνει νόημα σ΄έναν μικρόσωμο 10χρονο πιτσιρικά με φάτσα που «έφερνε» σε gremlin, να μου δείξει το δωμάτιο.
Ο οδηγός του auto rickshaw βυθισμένος σε νέφη απογοήτευσης, μου ζητάει ακόμα 100 ρουπίες. Τον αγνοώ κι ανεβαίνω τις σκάλες. Το δωμάτιο είναι ελεεινό. Σπασμένα υδραυλικά να στάζουν από παντού, παλιό κλιματιστικό με θόρυβο ιδανικό για να αποσπάσεις ομολογίες από κρατούμενους του Γκουαντάναμο και τοίχοι που είχαν να βαφούν από την κυβερνητική θητεία της Ιντιρα Γκάντι…
Βολεύω τα πράγματά μου, φτιάχνω έναν καραβίσιο καφέ κι ανοίγω το παράθυρο να δω τη θέα…
Ρουφάω μια γουλιά με βουλιμία, για να στανιάρω. Κατά τις 9 θα πρέπει να αντιμετωπίσω την ενταύθα ληστοκουστωδία εμπόρων μεταχειρισμένων μηχανών της συνοικίας Karol Bagh, προκειμένου ν’ αγοράσω μια αξιόπιστη μοτοσυκλέτα για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με τη σκέψη ότι μπροστά στο εν λόγω αντιπαθές επαγγελματικό σερσελέμι, η τρόικα δεν μετράει ούτε για τσικό, πίνω μονορούφι το υπόλοιπο του καφέ και κατεβαίνω στο δρόμο. Έξω από την είσοδο ένας κουρελής ρητιδιασμένος μεσήλιξ με εμπιστευτική φωνή με ρωτάει αν θέλω χασίς…
Τον προσπερνάω…
Ακούω πίσω μου…»γκουντ σταφ, γκουντ πράις μάι φρεντ»…
Βγαίνω από το αδιέξοδο του guesthouse στην Arakhasan road…
Προσανατολίζομαι με τον χάρτη του Lonely Planet, τραβιέμαι τρία βήματα πίσω για ν’ αποφύγω ένα δευτερεύον ανθρωποειδές μ’ ένα σαράβαλο Bajaj που έρχεται ολοταχώς κατά πάνω μου και αποφεύγω την κουλουριασμένη κουράδα μιας ιερής αγελάδας, ξαπλωμένης στο μισό οδόστρωμα…
Είμαι στην Ινδία, είμαι στα γράδα μου…

Ντοπαρισμένος από το σουρεάλ σκηνικό, «το κόβω» αποφασιστικά για την συνοικία Karol Bagh, με τα πόδια…

…στους δρόμους όπου η περιπέτεια δεν παίρνει αντισυλληπτικά.

 HPIM0654

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ο θλιβερός δημογέροντας

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 16 Δεκεμβρίου, 2014

images (25)

 

Ο ΘΛΙΒΕΡΟΣ ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΑΣ

 Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Ενοχλημένος από τον ξεσηκωμό ο θλιβερός δημογέροντας της περιοχής, διακήρυσσε εμφανώς εκνευρισμένος στους εξεγερμένους ραγιάδες, ότι τα λάβαρα και τα μεγάλα λόγια των ξεβράκωτων οπλαρχηγών καθόλου δεν ταιριάζουν στην προκοπή της κοινωνικής τάξης που γενναιόδωρα υπόσχεται ο Σουλτάνος.  Άσε που οι μεγάλες δυνάμεις της γης είναι ανήσυχες με την ξεροκεφαλιά τους.

Σαν έπεσε στα χέρια του Καραϊσκάκη λίγους μήνες αργότερα, δειλός καθώς ήταν απολογήθηκε τρομαγμένος για το πόσο παρερμηνεύθηκαν τα λόγια του, δήλωσε μάλιστα φρόνημα υψηλό και πίστη στη πατρίδα. 

Ο Καραϊσκάκης αφού τούκοψε όχι μόνο το δεξί αυτί, αλλά και τ’αρχίδια τον άφησε να φύγει. 

Πού πήγε και τι απέγινε ο θλιβερός δημογέροντας δεν το μάθαμε ποτέ αφού αδιαφόρησαν οι ιστορικοί.  Μην ξεγελιέστε σήμερα από το φάντασμά του, αυτός ο ίδιος είναι.  Μόνο που δεν υπάρχει πια ο Καραϊσκάκης ανάμεσά μας.

maxes_ellinon1

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Έγχρωμο

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

  ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ

 του Νίκου Μοσχοβάκου

imagesZIW1Y6TJ

Γαλάζιο χορτάρι

στις όχθες του κίτρινου ποταμού

που καταλήγει στην μωβ λίμνη.

Ο κατακόκκινος ουρανός

με φλόγες σύννεφα

άρχισε να ρίχνει λασποβροχή.

Γκρίζο και μαύρο πουθενά.

Έτσι πέρασε  κι αυτή η μέρα.

Το καταπράσινο φεγγαράκι

φάνηκε στον ορίζοντα

και πλάι του η πούλια λαμπρή.

Εσύ μπροστά στον καθρέφτη σου

δοκιμάζεις το τιρκουάζ καπέλο σου

και ετοιμάζεσαι πυρετωδώς

μέσα σε τόσες αντινομίες

για το βραδινό σου ραντεβού.

 imagesCVB458F6

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Καταφύγιο

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

 Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

Ηλίας3

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victorias secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

τον  λαγό στιφάδο

τους λύκους στη Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

Ηλίας4

Οι ζωγραφιές είναι επίσης φτιαγμένες από τον Ήλία

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

Tαξιδιωτικές στιγμές…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 8 Νοεμβρίου, 2014

(από τις σημειώσεις του -δίκυκλου- ταξιδευτή Βασίλη Μεταλλινού)

images (22)

 …γιατί τα ταξίδια είναι στιγμές!

2008. Παλιά πόλη Δαμασκού. Μπαίνω στον παμπάλαιο καφενέ, πιθανολογώ από την εποχή των Σουμέριων και παραγγέλνω ένα τσάι. Τρείς κελεμπιοφόροι υπό ακατάσχετη αφηγηματική διάρροια, γελάνε σαν ξεκούρδιστοι μπαγλαμάδες και ξεφυσώντας τους καπνούς των ναργιλέδων, «φτιάχνουν» ατμόσφαιρα φοιτητικού αμφιθεάτρου…

 Παραδίπλα δυό παρέες νεαρών παρακολουθούν στην ασπρόμαυρη τηλεόραση το ματς μεταξύ Al-Jaish και Al- Karamah με τεντω…μένα σαγόνια από πάθος και φανατισμό. Ρωτάω τον καφετζή -στ’ αγγλικά- πως να βγώ στην Bab Al Salam (την Πύλη της Ειρήνης) αλλά μ’απαντά στη γλώσσα του, προφέροντας τις λέξεις σα να προσπαθεί να βγάλει ροχάλα!

Ομολογώ ότι δεν έχω επαρκώς εντρυφήσει στην διάλεκτο της Μέσης Αραμαϊκής και αναζητώ έξωθεν βοήθεια στο μικροσκοπικό μαγαζάκι δίπλα στον καφενέ.
Επαναλαμβάνω την ερώτησή μου.
Ο μαγαζάτωρ μΕ απαντά ρωτώντας:
«What is your nationality mister»?
«Γκρήκ …Γιουνάν» του απαντώ, ενώ από το καφενείο ακούστηκε ολόκληρη η playlist των βρισιών της τοπικής αργκό για το χαμένο γκολ της Al-Jaish!
Αντί απαντήσεως στο ερώτημά μου, ο μαγαζάτωρ μου επιδεικνύει την ταμπέλα της φωτό …στα Ελληνικά!!!

Επιμύθιον. Πιό εύκολα βρίσκεις συγχώρεση και συμπόνια στο λάκκο των κροκκοδείλων …παρά στην πεθερά σου όταν έχεις γράψει σε «στρατηγικό» σημείο την ταμπέλα του μαγαζάτορος!

 10635973_728019630567577_4855205898949354829_n

 2010. Αίγυπτος.

Έπινα το τσάι μου στο θρυλικό καφέ Φαρούκ στην Αλεξάνδρεια, αναμένοντας βραδυφλεγώς τον Μπίμπο -ένα αγνώστου ταυτότητος περιφερόμενο υποκείμενο- που είχε αναλάβει να μΕ φέρει «στο πιάτο» την βίζα του Σουδάν, όταν η Ελληνική Πρεσβεία του Χαρτούμ αρνήθηκε να μΕ κάνει πρόσκληση λόγω της έκρυθμης κατάστασης, εν όψει του δημοψηφίσματος για την απόσχιση του Ν. Σουδάν.
Ο Μπίμπο, συστημένος από έναν μπαρουτοκαπνισμένο Γερμανό 70άρη τζιπά ταξιδευτή, ήταν βαθιά μολυσμένος από τον ιό του εκατοδόλαρου και ζογκλέρ στο να ελίσσεται στα τεράστια εμπόδια των αφρικανικών υπηρεσιών, σαν να’ ταν αλειμμένος με σαπούνι… Με κάτι ακατάλυπτα αράβικα επιφωνήματα, όλα τα περιέγραφε γρήγορα κι απλά, σαν διαφημιστικό τραπεζοδανείου!
Όμως αργούσε γύρω στη μια ώρα στο ραντεβού και χωρίς το διαβατήριό μου παρασύρθηκα σε έκφρονες υποθέσεις, κάνοντας την καρδιά μου να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου!
Το ηλικιωμένο γκαρσόν -που υποθέτω ότι θα είχε σερβίρει και τον βασιλιά Φαρούκ στο παρελθόν- μΕ πλησίασε και μΕ ρώτησε διακριτικά… «αρ γιου μίστερ Μεταλλίνος?»
Έγνεψα καταφατικά μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μπίμπο ιζ κάμιν» συμπλήρωσε σε στάση ορθίου γονυκλισίας.
Ήπια την τελευταία γουλιά από το τσάι μου ανακουφισμένος και παρήγγειλα ένα δεύτερο φλυτζάνι με την ηρεμία -πλέον- Περουβιανού οπιοφάγου.
Τελικά, αυτά που είναι αδύνατα στα Υπουργεία και τις Πρεσβείες, στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή είναι δυνατά με τον κατάλληλο άνθρωπο και 2-3 φλυτζάνια τσάι…
.
…άντε και με κανα εκατοδόλαρο!

1545174_695099527192921_6049879512634902517_n

1545174_67192921_6049879512634902517_n

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Βούλα Δαμιανάκου, το νέο της βιβλίο

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

Δαμιανάκου α2.jpeg

 

Είχα την τιμή και τη χαρά να μου στείλει η Βούλα η Δαμιανάκου ένα αντίτυπο από το νέο δίτομο βιβλίο της. Μόλις το έλαβα, αχνιστό, με το άρωμα του τυπογραφείου. Ανυπότακτη, πιο νέα από πολλούς σημερινούς τριαντάρηδες δηλώνει: ¨Από το ληστή του νόμου, κάλλιο στο ληστή του δρόμου¨, και μετά αρχίζει να διηγείται…

 

Δαμιανάκου 2α

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Με φιλοπαίγμονα διάθεση…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

… όπως σημειώνει ο Νίκος

αρχείο λήψης (1)

Νίκος Μοσχοβάκος

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Θέλησα να λάβω το λόγο. Φώναζαν, επιχειρηματολογούσαν τάχα, αφρίζοντας αγανακτισμένοι. Μέσα μου παραιτήθηκα τότε. Που πάω και ποιος θα μ’ακούσει σκέφτηκα. Δεν θα γίνω σαν τα μούτρα τους. Τόσο χαμηλά δεν πέφτω.

images (1)
Τα πράγματα όμως τα εκτίμησα λάθος. Γιατί ύστερα από λίγους μήνες οι πάλαι ποτέ φωνασκούντες είχαν αναρριχηθεί στην εξουσία και μ’αντίθετους λόγους, μειλίχια και ύφος διαλλακτικό προσπαθούσαν να κατευνάσουν τους διαμαρτυρομένους.
Μάζεψα στοιχεία για την προέλευσή τους. Είχαν συμπράξει ένας κόμης, ένας κομιτατζής κι ένας κομισάριος. Τα ονόματά τους Ντε Ριμπό, Αντόν και Ρικάρντο. Ο πρώτος καταγόταν από την κομητεία του Κλισύ, ο δεύτερος από την Κομοτηνή και ο τρίτος από το Κόμο. Ακόμα, έμαθα ότι η συνομωσία είχε εξυφανθεί σε μια μικρή κώμη κι ότι όλοι είχαν εμφανισθεί με περιποιημένη κόμη. Ίσως πλην του κόμη. Μάλιστα στην επίσκεψή τους στην Μακρακώμη, είχαν άπαντες λερωθεί με κόμμι που έβγαζαν τα πεύκα της περιοχής.

images
Κωμικά πράγματα θα μου πείτε. Να όμως που γλιτώσαμε από δαύτους όταν εμφανίστηκε ένας κομήτης που απειλούσε να κομματιάσει τη γη κατά τους ειδικούς. Μάζεψαν βιαστικά τα πράγματά τους κι αναχώρησαν για την έρημο της Κομαγηνής. Κόμισαν όπως ήταν φυσικό μαζί τους και τα καμώματά τους.
Εκεί ο κόμης έπεσε σε κώμα, ο κομισάριος επεδόθη στην συγγραφή κωμειδυλλίου, όμως ο κομιτατζής χωρίς να βάλει κόμα στις φιλοδοξίες του σκεφτόταν ακόμα αισιόδοξα με σκοπό να επανιδρύσει το κόμμα.

images (23)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Αλφαβητάριο

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

1

Ηλίας Κουτσούκος

Λόλα πάρε δυο μήλα  και φύγε

alfabhtario-3-inside-ct

Θέλω να γίνω χορτοφάγος  και δεν το μπορώ

μου αρέσουν τόσο πολύ τα γαμημένα κρέατα

κυρίως τα κοψίδια από αγριογούρουνα

-άλλωστε βλέπω ένα σωρό στους δρόμους κάθε μέρα-

Θέλω να γίνω χριστιανός και δεν μπορώ

βλέπω τον Αη-Γιώργη τον  δράκο να σκοτώνει

και φρικάρω

σιγά τα μάτια της ομορφονιάς που φύλαγε

ο φουκαράς ο δράκος

γιατί η πραγματική αλήθεια είναι

πως η βασιλοπούλα τον είχε pet  τον δράκο…

Θέλω να γίνω ιδεαλιστής και δεν μπορώ

γιατί ο κόσμος  δίπλα μου διαρκώς ξεχνά

το τι  σημαίνει Δεξιά -γαμώ τη μνήμη του-

Θέλω να γίνω οραματιστής

μα έχω γλαύκωμα παρέα

με  σύνδρομο της ματαιότητας στα μάτια

Θέλω να φύγω μα φοβάμαι

πως έχουν κλείσει όλους τους δρόμους για καλά

‘μέσα στων προαστίων το σούρουπο’

Θέλω να πέσω με τα μούτρα μες στον Ντοστογιέφσκι

θέλω να κλέψω το ‘παλτό’ του Γκόγκολ

να πιώ μέχρι σκασμού με τον Μπουκόβσκι

-αλλά τα τίναξε ο μπεκρούλιακας-

Θέλω να πάω  και στην Ύδρευση και  να μιλήσω

στον  Διευθύνοντα, θέλω στ αλήθεια να του πω

 ‘καλά είσαι τόσο μαλάκας  που πιστεύεις πως πρέπει

να πληρώνουμε για το νερό ..’

Θέλω να κάνω χίλια δυο

κι ούτε τα δυο δεν κάνω

Γι αυτό θα  αγοράσω  μήλα

να σε βρω στο δρόμο και να σου πω

‘πάρε δυο μήλα και φύγε

πάρε δυο μήλα Λόλα

πάρε δυο μήλα και φύγε’…

3


				

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Στο Ακρωτήριο Ταίναρο

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 15 Οκτωβρίου, 2014

Νίκος Μοσχοβάκος 

ΑΡΓΩ 1948

Όταν σκληραίνει η νύχτα

πάνω από το ακρωτήριο Ταίναρο

και το φως των άστρων

σκορπίζεται λέπια που τρεμοπαίζουν

στα νερά του πελάγου

ιθύνοντες των αιωνίων χρησμών

πλάι στο νεκρομαντείο του Ποσειδώνα

προτάσσουν τις ασπίδες τους

αθέατοι μα πείσμονες

στη φθορά της αρμύρας

και της λήθης την άφεση.

Αλλά και όταν έχει πανσέληνο

τότε που τα κύματα

χτενίζονται πάνω στους βράχους

ακουμπώντας πολλές φορές

τις ψυχές που ταξιδεύουν

προς την πύλη του Άδη

αυτοί οι ίδιοι ιθύνοντες

σιγοτραγουδούν ή παίζουν μαντολίνο

μαζί με σειρήνες και κόρες γοργόνες

για να γλυκάνουν τους καημούς

 ξεχασμένων ναυαγών.

Πιο πάνω εν μέσω γκρεμών

 αγαλμάτων σμιλεμένων στην πολυκαιρία

βουνά με ξεράγκαθα

και νάνους λουλούδια πλάι τους

μαρτυρούν χαμογελώντας

πως η νηφαλιότητα

της αιώνιας παράστασης

ουδέποτε έλλειψε σ’αυτό το τόπο

που καταλήγει ο κόσμος

παρουσία του γλάρου της κουκουβάγιας και του αστερία.

Δίπλα στα χαλάσματα

μια αράχνη μια ασώματη ταραντούλα

κι ένα σακατεμένο σκυλί

που γαυγίζει διαρκώς

ενημερώνουν τα ψηφιδωτά

τις ρωμαϊκές στέρνες

και τους αποστάτες άγγελους

για το επικείμενο ναυάγιο

των τελευταίων πειρατών

εδώ σ’αυτόν τον τόπο

όπου πράγματι λήγει ο κόσμος.

Στο ακρωτήριο Ταίναρο.

 20071030145259E312_8402

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο ξεναγός καθρέφτης

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 25 Σεπτεμβρίου, 2014

Νίκος Μοσχοβάκος

Classic_4e1c83698b232

Ο ξεναγός καθρέφτης

μ’ οδηγεί σε νέες περιοχές

σε νεους τόπους άγνωστους μέχρι τώρα

σχηματισμένους από οδυνηρούς σεισμούς

γεμάτους χείμαρους ξεροπόταμα ρυάκια

κι αδιέξοδους δρόμους

που βγαίνουν σε σκιερές σαβάνες

μάταιης βλάστησης και χλωρίδας.

Κανένα δε βρίσκω

κανείς δε με περιμένει

γι αυτό κοντοστέκομαι με φόβο

κι ανακαλύπτω πως η μοναξιά

έχει τους δαίμονές της

που αδημονούν να με δεχτουν.

*

Κι όπως ο καθρέφτης μου

εξακολουθεί την ξενάγησή του

κοιτάζομαι στα μάτια

αποφασισμένος να μην ενδώσω

να μην υποχωρήσω σαν ματαιόδοξος

αλλά να χωρέσω στα νέα τοπία

κι όσο βαστάει η δύναμή μου

μαχόμενος να τα υπερασπιστώ.

images (22) 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Τι παλιά ιστορία αυτοί οι ρεαλιστές, οι πραγματιστές, οι προσγειωμένοι/απόκοτοι του δελτίου των οκτώ!

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 5 Σεπτεμβρίου, 2014

images (17)

ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΠΟΚΟΤΟΣ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΗΣ

 

Κατά βάθος φθονούσε τον Ιππία

αν και δημοσίως τον αποδοκίμαζε

βεβαίως απεχθανόταν τον Εφιάλτη

παρότι τον έβρισκε αρκετά ρεαλιστή

λάτρευε τους ενδοτικούς

κι υπερασπιζόταν με πάθος τους μηδίσαντες.

*

Αυτό δα έλειπε να έχουν δίκιο

οι ρομαντικοί αιθεροβάμονες

κι ο συρφετός της Εκκλησίας του Δήμου.

Ο ίδιος ήταν απόκοτος

πολλές φορές κυκλοθυμικός

και προσποιούταν τον αδέκαστο.

*

Ναι πάντοτε μοχθώ για το εφικτό έλεγε

και σιχαίνομαι τους αχρείους δημεγέρτες

όπως αποκαλούσε τους πολιτικούς του αντιπάλους.

*

Η αλήθεια είναι ότι καλά τάχε καταφέρει

μέχρι τώρα στη ζωή του

αφού είχε ταυτίσει το επάγγελμα με την ιδεολογία του.

tv3

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καημός ή Αχ, Ηλία μου, αχ…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 29 Αυγούστου, 2014

 β

Αχ……..

Ηλίας Κουτσούκος

 

Αχ αυτή η μαύρη πέτρα μέσα μου

που γύρω της γυρνούν-γυρνούν

όλοι οι μουσουλμάνοι του μυαλού μου…

Αχ το μπλε  φουστανάκι σου

όταν στους αστραγάλους  σου πέφτει υποταγμένο

Αχ τα ρυτιδιασμένα χέρια απ τους χρόνους

σαν χαλασμένο απ τον καιρό  ακορντεόν

Αχ οι σελίδες που διαβάζεις και δεν σου τελειώνουν

Αχ  το διαδίκτυο που μες στο δίχτυ του σε μπλέκει

ενώ δεκάδες χρόνια μόνος είσαι

Αχ  η καινή Διαθήκη πόσα κενά σου αφήνει

Αχ πως μετράς τα αχ με μια προπαίδεια που δεν αρκεί

όλο αφαιρέσεις που προσθέτουνε μηδέν

Αχ τα στήθη σου που γαμούν την άνοιξη

 όταν θέλουν να αντισταθούν στον μαύρο άνεμο

Αχ το ενδεικτικό σου όλο ‘λίαν καλώς’ χωρίς αντίκρισμα

Αχ το μυαλό σου όταν φτιάχνει εφιάλτες

ή όταν πλάθει όνειρα ανεκπλήρωτα…

Αχ οι χερσαίες δυνάμεις που κατακτούν

κι η αεροπορία που ύπουλα χτυπά

το ναυτικό που υποχωρεί

μέσα σε προπετάσματα καπνού…

Αχ η αδήλωτη εργασία κι ο έρωτας δίχως ένσημα

η βαρετή λύση της εξίσωσης κι η έρευνα για τον καρκίνο

που συνέχεια συνεχίζεται, συνεχίζεται, συνέχεια…

Αχ η μητέρα σου που σε προσέχει

κι ο πατέρας σου όταν αντιπαθεί τον αρραβωνιαστικό σου…

Αχ η μαρμελάδα από φράουλα

το κοτόπουλο με σάλτσα και το μαύρο ψωμί

Αχ τα παιδάκια στα φανάρια

κι ο φακός χωρίς μπαταρία στη διακοπή ρεύματος

Αχ τα μέσα έξω σου και τα έξω σου μέσα…

Αχ η Δημοκρατία που ξεψυχά

κι ο δικτάτορας που κοιτάζει τον καθρέπτη του

να  γράφει  ‘έσο έτοιμος’…

Αχ η Κοκκινοσκουφίτσα που δεν αγάπησε το λύκο

Αχ οι βλαμμένοι κυνηγοί

και τα χελιδόνια που φεύγουν

αχ αχ αχ

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Δεν αρκεί η γλώσσα

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 12 Αυγούστου, 2014

 

α

Ηλίας Κουτσούκος

Δεν αρκεί η γλώσσα

*

Όχι δεν αρκεί η γλώσσα

για να πει τι κουβαλώ μες στο κεφάλι μου

π.χ.  δυο καλάμια για ψάρεμα

μια οδοντόβουρτσα

μια κολόνια «yardley»

μια βεβαίωση απ το Αστυνομικό Τμήμα  -του Ηλιακού μας Συστήματος-

ότι είμαι σταθερός κάτοικος της Γης…

ένα κρυφό «στο διάολο» που είπα στον πατέρα μου μικρούλης

το αριστερό μου χέρι κόκκαλο από το κρύο

κρατώντας το τιμόνι από ένα σαράβαλο ποδήλατο

στην ωριαία διαδρομή

πήγαινε-έλα στο γυμνάσιο

το χτυποκάρδι μήπως και πει εκείνη την πρώτη ώρα

ο γαμημένος θεολόγος το όνομα σου

Όχι δεν αρκεί η γλώσσα

για να πει πως γίνανε τα μεγάλα μαύρα μάτια σου

κόκκινα από το κλάμα

αφού ποτέ δεν θα βρισκόμασταν ξανά

Όχι δεν αρκεί ούτε στην βεβαιότητα

στο ένα και ένα ίσον δύο

το ναι και το όχι

το ίσως και το μπορεί

το ξέρω και δεν ξέρω

Δεν αρκεί στην εικόνα

του διπλωμένου ανθρώπου

που γονατίζει στο ελέησον με Κύριε

ή στο βρωμερό καθίκι

που υπογράφει μια υποθήκη

στο δυνάστη που γράφει «απορρίπτεται»

Όχι δεν αρκεί

για τους μεγάλους έρωτες

τα μισόκλειστα βλέφαρα

τα κλειστά από το θάνατο μάτια

το χαλασμένο μπουζί της καρδιάς σου

οι μπαταρίες σου μέσα στη θλίψη

το θερμόμετρο

η κρέμα σαντιγί

ο ζεστός καφές

το δωμάτιο με θέα

τα μακαρόνια με θαλασσινά

η πιστωτική που τέλειωσε

Ούτε βέβαια αρκεί

αν επικοινωνείς καλύτερα με τον σκύλο σου

από ένα μοντέρνο φιλόσοφο

που εξηγεί τα κόλπα της γλώσσας

το διαρκές ελλιπές μοριακό σου βάρος

δεν αρκεί ότι σου λείπει

ούτε η λύπη-παλλίροια

δεν αρκεί, δεν αρκεί, δεν αρκεί

σου λέω.

images (40)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εκσυγχρονιστικό

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 30 Ιουλίου, 2014

¨Εκσυγχρονιστικό¨ το λέω εγώ. Ο Νίκος, ίσως πιο απαισιόδοξα, το τιτλοφορεί απλώς ¨Σύγχρονο¨.

        images (14)

Νίκος Μοσχοβάκος

ΣΥΓΧΡΟΝΟ

 

Ανέπαφο είχε μείνει το βιβλίο.

Αν και βρέθηκε να στολίζει

τριών γενιών βιβλιοθήκες

κανείς ποτέ του δεν το άνοιξε

ούτε από περιέργεια.

Έτσι βρέθηκε στην κατοχή

του νέου κληρονόμου

ανθρώπου με αγωγή της εποχής

και γενικά ευσυνείδητου.

Αφού το εξέτασε εξωτερικά

και τίναξε τη σκόνη

που έμεινε στα χέρια του

είπε στην αλλοδαπή καθαρίστρια

-Αυτό να πάει για ανακύκλωση !

*

images (15)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κυριακές

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 25 Ιουλίου, 2014

images (5)

 

Τις Κυριακές τις πέρναγε αδιάφορα

περιμένοντας τ’ απόγευμα

για ν’ ακούσει

απ’ το τρανζίστορ ποδόσφαιρο.

Η ενσάρκωση των φάσεων

άλματα, σκληρά μαρκαρίσματα,

φάουλ και γκολ

ανεβοκατέβαζαν την αγωνία του

σαν απεικόνιση

ταραγμένου καρδιογραφήματος.

*

Όμως εκεί προς το τέλος του αγώνα

και πάντως στις καθυστερήσεις

δεχόταν πάντα επισκέψεις

οπτασιών και προσώπων

που διέκοπταν την απόλαυσή του

και τον οδηγούσαν σχεδόν βίαια

να δηλώσει υποταγή

στου νόστου την εξουσία

και ν’ αδιαφορεί

για το τελικό αποτέλεσμα

της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης.

*

Στο τρανζίστορ βέβαια

εξακολουθούσε ν’ ακούγεται

μονότονη η φωνή του σπήκερ

αλλά απλώς για να κάνει

πιο μελαγχολικό

της Κυριακής τ’ απόγευμα.

images (7)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

¨να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω…¨

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 25 Ιουλίου, 2014

Βιβλία στη κάψα του καλοκαιριού

Προτάσεις του Ηλία Κουτσούκου

 

1.  ‘να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω’

της Μαργκερίτε Χουμς

images (10)

 Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-ποταμό, 814 σελίδων, όπου η γερμανοτραφής συγγραφέας κάτω από φοβερή ψυχολογική πίεση στοιχειώνει τον μύθο της.

Μια γεροντοκόρη δασκάλα πιάνου που ζει πέντε δεκαετίες με τους γονείς της έξω από το Μόναχο, αποφασίζει να τους σκοτώσει και να τους θάψει στον κήπο με τη συμπαράσταση του εξηντάχρονου Αλγερίνου κηπουρού Μπεν-Αλί. Καταστρώνει το σχέδιο της με κάθε λεπτομέρεια πλην όμως την τελευταία στιγμή ο μελλοντικός εραστής της μετανιώνει γιατί αντιμετωπίζει πρόβλημα στον προστάτη κι αυτή του αποκόπτει μ ένα κλαδευτήρι τα γεννητικά του όργανα –ενώ αυτός κοιμάται- τα  οποία  και στέλνει με κούριερ στην πρεσβεία της Αλγερίας στο Βερολίνο..

 

2. ‘τι  θα σου μαγειρέψω απόψε αγαπημένη’

Του Νορβηγού συγγραφέα Ματέους Σλουγκεμπόργκ

αρχείο λήψης (1)

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται  στη σύγχρονη Νορβηγία όπου ένα ζευγάρι απ το Μπέργκεν που διατηρεί εστιατόριο σολομών, αποφασίζει να περάσει τις διακοπές του σε διαφορετικά φιόρδ της πανέμορφης χώρας. Ο Κερτ -μάγειρας στο επάγγελμα, 32 χρόνων- σ’ αυτές τις διακοπές έχει πάμπολλες εκπλήξεις για τη γυναίκα του Χανελόρε και μαγειρεύει για αυτή διαφορετικές σάλτσες με κρέατα που προέρχονται από κομμάτια δασοφυλάκων και μοναχικών ψαράδων των φιόρδ. Η Χανερόλε ζει το πιο όμορφο  καλοκαίρι της, το οποίο και καταγράφει κάθε βράδυ στο ημερολόγιο της…

 

‘Το ταχυδρομείο δεν πρόκειται να ανοίξει’

Εκπληκτική νουβέλα του άνεργου συγγραφέα Φρανσουά Εκπεσώ

images (11)

Ο πενηντάχρονος Γκιγιώμ Λιμιέρ παίρνει ένα επίσημο γράμμα απ τη Γενική Διεύθυνση των Ταχυδρομείων της Γαλλίας, όπου του ανακοινώνεται η απόλυσή του στα πλαίσια των περικοπών. Τότε βάζει μπρος στο σχέδιο του και με δυο τεράστια μπετόνια βενζίνης περιλούει μέρα-μεσημέρι το ταχυδρομείο της κωμόπολής του στο Αντρε-νου της Βρετάνης και καίει τρεις  υπαλλήλους, τέσσερις πελάτες και τον Διευθυντή…

Στη δίκη που ακολουθεί, ο εμπρηστής Γκιγιώμ βρίζει ασύστολα τον Δικαστή της έδρας, αποκαλύπτωντας
πως η γυναίκα του είναι λεσβία κι έχει πολύχρονη σχέση με τη γυναίκα του Διευθυντή του ταχυδρομείου.

 

‘Θαρχόμαστε  συνέχεια στο σπίτι σας’

 του Σομαλού συγγραφέα Αχμέτ αλ-μπεν- Λίλι

images (13)

Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα 617 σελίδων, όπου ο άγνωστος στο Ευρωπαικό κοινό Αχμέτ  αλ-μπεν  Λίλι από το Μογκαντίσου της Σομαλίας, εξηγεί με απίστευτο μίσος γιατί οι ισλαμιστές θα ταξιδεύουν συνεχώς και αενάως ως λαθρομετανάστες σε χώρες της Μεσογείου με στόχο να νοθεύσουν γεννητικά τον πληθυσμό της γηραιάς ηπείρου, ώστε οι ‘δυτικοί’ ν’ αποφασίσουν ν’ αλλάξουν πολιτική απέναντι στο Ισλάμ και να πάψουν να είναι τα γκαρσόνια  ή οι μπάτλερ των ΗΠΑ.

 

ΥΓ.  Αν βρείτε τα παραπάνω βιβλία για το καλοκαίρι, ας με πάρετε τηλέφωνο..

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ούτε δρομέας είμαι ούτε άλτης

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 18 Ιουλίου, 2014

Ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου

σδ

Πυγολαμπίδες άναψαν στο βάθος

φωτίστηκε το διάσελο κι οι βράχοι

δείχνουν το μονοπάτι χωρίς λάθος

το είδανε οι Πέρσες κι απ’ τη ράχη

 

το όρος άρχισαν να κατεβαίνουν

Ζητώ τα ανταλλάγματα επί τόπου

της προδοσίας κι όσα μου συμβαίνουν

δεν τα χωράει το μυαλό τ’ ανθρώπου

 

Τύψεις και φίδια ζώνουν τη ζωή μου

και μα τω Δία νιώθω πικραμένος

μια και δε γνώριζα προηγουμένως

τον πλούτο δεν τον χόρτασε η ψύχη μου

 

Ούτε δρομέας είμαι ούτε άλτης

το όνομά μου θα σας μείνει: Εφιάλτης

images

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τα σιτοχώραφα ως θέμα…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 18 Ιουλίου, 2014

Yellow grain ready for harvest growing in a farm field

γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 

Τα σιτοχώραφα είναι ένα σπουδαίο θέμα γιατί μπορείς να κάνεις μια μεγάλη βόλτα μέσα τους την άνοιξη και αρχές του καλοκαιριού.

Αν φυσάει ακούς ένα περίεργο ήχο με αλλαγές λες και μιλούν άγγελοι μεταξύ τους.

Αν δεν φυσάει πάλι νομίζεις πως  κάποιος ψιθυρίζει δίπλα σου.

Ενώ βαδίζεις μέσα στα σιτοχώραφα ακούς μικρούλια τρωκτικά που κρύβονται βιαστικά στις φωλιές τους γιατί τα τρόμαξες με την παρουσία σου.

Τα σιτοχώραφα είναι τα πλέον κατάλληλα μέρη όπου μπορεί  να περπατήσει ένας άνθρωπος με μπαρουτιασμένο μυαλό, ένας με διπολικό σύνδρομο στο κεφάλι του ή μια ξεμυαλισμένη από έρωτα κοπέλα, ένας πιτσιρίκος που τον έδειραν οι συμμαθητές του στο επαρχιακό δημοτικό, ή ένας παππούς που αρνείται πεισματικά να παίξει τάβλι ή χαρτιά στο καφενείο του χωριού.

Σιτοχώραφα δεν υπάρχουν στη πλατεία Συντάγματος και γενικά στις μεγάλες πλατείες των  πόλεων κι αυτό -κατά τη γνώμη μου- είναι ένα τεράστιο εθνικό θέμα που δεν πρόκειται να λυθεί από τις Κυβερνήσεις διότι κανείς πρωθυπουργός δεν έχει κάνει βόλτα σε σιτοχώραφα μόνος του.

Campo-di-grano

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Τζιτζίκι ή τσακάλι

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 1 Ιουλίου, 2014

 

Νίκος Μοσχοβάκος. Ραφινάτος, ευαίσθητος, επιγραμματικός

ηξ

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

 

Βρέθηκα κάποτε σ’ ένα δίλημμα

τζιτζίκι για τσακάλι να γενώ.

Διστακτικός κι αναποφάσιστος

στην ευκαιρία που μου δινόταν

άργησα πολύ ν’ απαντήσω.

Τόσο, που έχασα το ενδεχόμενο

ν’ αλλάξω ρότα στη ζωή μου.

Μ’ ωραίες δικαιολογίες

όμως παρηγορήθηκα.

Ούτε θα τραγουδώ μέχρι θανάτου

ούτε θα ξεδιψώ μ’ αίμα αθώων.

 

Τα συλλογίζομαι αυτά τώρα

την ώρα που προσπαθώ

να κουβαλήσω έναν μελιτζανόσπορο

μέχρι την υπόγεια φωλιά μου

για νάχω να περάσω

τις βροχερές μέρες του χειμώνα

με τα μυρμηγκάκια μου.

 

Παίρνω κουράγιο

και πορεύομαι ικανοποιημένος

μειδιώντας από ευχαρίστηση

που παρέμεινα ένα εργατικό μυρμήγκι.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Έπεα ραντισμένα

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 12 Ιουνίου, 2014

Ήτανε μέρα Κυριακή, μεσημεράκι. Σκόρπιες ξαφνικές ριπές ανέμου και το μπουρίνι έριχνε κουβάδες νερό (τον ένα πίσω από τον άλλο με ασυνεχή τρόπο) πάνω στις λαμαρίνες των δυο αυτοκινήτων που προσπαθούσαν να βγουν από τη Θεσσαλονίκη τραβώντας προς τα νότια. Μπροστά πήγαινε ο Ηλίας και η Μαρία. Ο Ηλίας είχε ξαναπάει στη παραθαλάσσια ταβέρνα με τη ¨σερβιτόρα που εξαφανίζεται πίσω απ την κουρτίνα¨ κι ήξερε το δρόμο. Πίσω εγώ οδηγώντας τσαλαβουτηχτά τον ¨Χοντρό¨ μαζί με τη Σόφη και τον Νίκο με την Ιωάννα, κοντά μας τις μέρες εκείνες. Όπου, που λέτε, φρενάρει ο Ηλίας   έξαφνα μπροστά μου δεξιά. Σταματάω κι εγώ παραπίσω και τον βλέπω να κατεβαίνει, να πλησιάζει το παράθυρο του συνοδηγού και να δίνει στον Νίκο χαρτί τυλιγμένο σε κύλινδρο και ασφαλισμένο με κόκκινη κορδέλα. Μετά τρέχοντας για να προφυλαχτεί από το κατεβατό επιστρέφει στο αμάξι του και βάζει μπρος.  Λίγο αργότερα φτάσαμε στη ¨σερβιτόρα¨ όπου μας περίμεναν ο Φάνης και η Μαρία. Καθησαμε έξω, η μπόρα σταμάτησε και το τσίπουρο ήταν καλό.

Το χαρτί έγραφε τα εξής:

2822D

Αλλάχ ου ακμπάρ…

Επειδή είμαι ηττημένος κατά κράτος

οριζοντίως και καθέτως

επί δεκαετίες οργισμένος είμαι.

Κάποιες νύχτες

όταν το μίσος κάνει κόκκινο το μυαλό μου

για εντελώς συγκεχυμένους λόγους

βγαίνω έξω μ ένα σπουδαίο

κοφτερό κυρτό μαχαίρι

και σφάζω λάστιχα ακριβών αυτοκινήτων

ή μια γραμμή τραβάω

από τη μία άκρη ως την άλλη

της τσίλικης μοντέρνας λαμαρίνας…

Ω τι ωραία που είναι

να σκέφτομαι την άλλη μέρα

τον καθώς-πρέπει κύριο

που θ’ αντικρύσει το τέλειο  κωλάμαξο του

σημαδεμένο με βαθιές γραμμές…

Και χέστηκα για αυτούς που βρίσκουν

αυτή τη πράξη βάρβαρη ή κομπλεξική.

Εξάλλου πάντα ήμουνα κομπλεξικός από μικρός

πιστεύοντας πως είμαι λύκος

και κάθε που ερχότανε πανσέληνος

ήθελα να ουρλιάζω σ’ ένα πατέρα που δεν έχω

γιατί εξαφανίστηκε σε κάποια νεφελώματα

του σύμπαντος

που δεν μπορεί ούτε ο Χαμπλ να δει

ούτε το τηλεσκόπιο Αρεσίμπο…

Μονάχος είμαι

και έχω μέσα μου δεκάδες άλλους

που το κουμάντο κάνει ένας Αραβας

μ’  ένα καμπυλωτό δαμασκηνό σπαθί.

τον έχω δει να κατασφάζει τους αγγέλους μου

τον έχω δει αγριεμένο να μου φωνάζει ‘βούλωστο’

Όμως όταν γυρνώ τις νύχτες

απ’ τους βανδαλισμούς των ακριβών αυτοκινήτων

κάθεται ήρεμος, χαιδεύει τη γενειάδα του

χαμογελάει και μου λέει

‘Αλλάχ ου ακμπάρ…’

ΥΓ Αν είναι αλήθεια ότι τα καλλιτεχνικά μηνύματα ολοκληρώνουν την διαδρομή τους ανοικτά στις υποκειμενικές/προσωπικές αποκωδικοποιήσεις του καθε  ¨αναγνώστη¨, τότε το παραπάνω έξοχο ποίημα του Ηλία Κουτσούκου,  θα ανακαλεί  (μαζί με άλλα που τα κρατάω για μένα) λόγια ραντισμένα από χοντρές ψιχάλες βροχής με γεύση τσίπουρου, καθώς και την ανάμνηση μιας εφηβικής συλλογής καμωμένης από (αποκολλημένα) σήματα αυτοκινήτων.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Οι φίλοι μου, γράφουν… (ΙΙ)

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 28 Μαΐου, 2014

Ο Ηλίας για τον περιπλανώμενο βρικόλακα

images (40)

Ηλίας Κουτσούκος

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΒΡΙΚΟΛΑΚΑ

 

Έτσι κατάντησα να γυρνώ

τις νύχτες που δραπετεύω

απ το αστικό μου άσυλο στις τρεις της νύχτας

κι αρχίζω το σώμα μου να περιφέρω σε στενά

με ξενικά ονόματα

οδοί Παβέζε, Χεμινγουέη, Μονρόε

Κέσλερ, Σίντμπεργκ, Φροστ και άλλα.

Μπαίνω σε μπαρ που πίνουν μπύρες

δίποδα με περιβραχιόνια-αγκύλες-

και σ άλλα που μπορείς να παραγγείλεις

μόνο μολότοφ με αψέντι ή χειροβομβίδες

ξυράφια ή στιλέτα margarita…

Ακούγεται διαρκώς μια μουσική

Βάγκνερ, Μάλερ , Ντβόζαρκ…

και συναντώ επίσης σε διάφορες γωνιές

γριές ξεδοντιασμένες που τραγουδούν

τραγούδια παιδικά, του στυλ

‘περνά-περνά η μέλισσα’

ή  ‘φεγγαράκι μου λαμπρό’

και περπατώ χαμογελώντας δίχως λόγο

-κανένας δεν με βλέπει-

Μονάχα ένας, σινιάλο κάνει

φορώντας ένα κόκκινο καπέλο…

Τον πλησιάζω, του μιλώ, έχω χαθεί’ του λέω.

Μου απαντά μ’ ευγένεια

λέγεται Ίταλο Καλβίνο

και με ενημερώνει πως βρίσκομαι

σε συνεχές ταξίδι επί αοράτων πόλεων

με συμβουλεύει με χαμόγελο

να μη τρομάζω και να μην περίεργα αντιδρώ

στο τέλος-μου εξηγεί-

‘θα επιστρέψεις σαν καλό παιδί

στο κρεβατάκι σου

και το πρωί θα σηκωθείς περδίκι

τουτέστιν δηλαδή, δεν θα θυμάσαι τίποτα..’

μόνο αυτό μπορώ να πω,

γαμώ τον Φρόυντ

κι όλα  τα πάθη της ψυχής…

images (44)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »