Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

  • Βόλτα στο ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι

  • Περισσότερα για το ιστορικό μυθιστόρημα "Κύλικες και Δόρατα": Κλικ στην εικόνα

  • Δημοφιλή άρθρα και σελίδες

  • Οι καιροί που αλλάζουν...

  • Κυκλοφόρησε:

  • Εκδότης: Ι. Σιδέρης ISBN: 978-960-08-0850-6 Σελίδες: 646 Σχήμα: 17×24 Συγγραφέας: Β. Νόττας

  • *

  • ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΦΙΛΩΝ

  • LIBRI RECENTI DI AMICI

  • Κυκλοφόρησε από τις εκδ. Παπαζήση η νέα ποιητική συλλογή του Λευτέρη Μανωλά

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα από τον Ηλία Κουτσούκο.

  • * Η νέα συλλογή ποιημάτων του Νίκου Μοσχοβάκου.

  • * Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Τηλέμαχου Χυτήρη ¨Ημερολόγιο μιας επιστροφής¨ από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ .

  • * ¨Απριλίου ξανθίσματα¨. Κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου, από τις εκδόσεις Μελάνι.

  • Αισθάνθηκε μια δαγκωνιά στη μνήμη. Ήταν το παρελθόν που σαν αδέσποτο σκυλί είχε επιτεθεί στο είναι του. Οι σταγόνες αίμα που έσταξαν κοκκίνισαν τις εικόνες. *** Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου ¨Τέλος της Περιπλάνησης¨. Από τις εκδόσεις ¨Γαβριηλίδης¨

  • *** Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου ¨Αιφνίδια και διαρκή¨

  • Ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας οξυδερκής καθώς ήταν αλλά και θαρραλέος επινόησε πως έπρεπε να διορθώσει την ιστορία χωρίς αναβολές. Ασυμβίβαστος εκστράτευσε κατά της Σπάρτης με τον δαίμονα της υπερβολής κάτι σαν σαράκι να τρώει τα σωθικά του κι επέτυχε ν’ αλλάξει τον ρου τ’ αρχαίου κόσμου. Το πλήρωσε βέβαια στην Μαντίνεια πανάκριβα με τη ζωή του όμως διόρθωσε έστω για μια στιγμή την ανιαρή ιστορία. Δεν ήταν δα και λίγο αυτό. *****

  • Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

  • ***** Γραφει ο Gianfranco Bettin

  • ***** Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

  • Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές εσύ τι θα γράψεις ; μου αντέτεινε η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης. Κι εγώ την αποκεφάλισα.

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Πορτρέτο του Νίκου - Λάδι] Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή να γίνω τέλειος. Έτσι μίσησα την τελειότητα κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών. Έχω λοιπόν πολλά να κάνω αναζητώντας μέσα από ελλείψεις τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους με την σιγουριά του αλάθητου. Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι. *****

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Λάδι σε χαρτόνι - Γενάρης 2015] Tα πνευματικά δικαιώματα όλων των εικόνων και των μουσικών που αναδημοσιεύονται εδώ ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στους δημιουργούς τους.

  • Σχόλια

    suriforshee1988's avatarsuriforshee1988 στη Οι κορασίδες και οι παραχ…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Οι χαρταετοί θα επιστρέψουν κα…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Σκηνές από τη δεκαετία του…
    Jude's avatarJude στη Ευτυχισμένους έρωτες δεν …
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Ποιητικές παραβολές ή  Ο…
  • Βιβλία και άλλα κείμενα

    Κοινωνία, επικοινωνία, εξουσία: Από τον Βωμό και τον Άμβωνα στην οθόνη. Η περίοδος της προφορικότητας και οι επικοινωνητές της. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση στην ιστορία της επικοινωνίας και των μέσων. Εκδότης: Ι. Σιδέρης. Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας. Σειρά: Δημοσιογραφία και ΜΜΕ. Έτος έκδοσης: 2009 . ISBN: 960-08-0468-0. Τόπος Έκδοσης: Αθήνα Αριθμός Σελίδων: 302 Διαστάσεις: 24χ17 Πρόλογος: Κώστας Βεργόπουλος. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλίκ στην εικόνα

  • Συλλογή κειμένων: ΜΜΕ, κοινωνία και πολιτική. Ρόλος και λειτουργία στη σύγχρονη Ελλάδα. Επιμέλεια: Χ. Φραγκονικολόπουλος Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2005 Αριθμός σελίδων 846. ISBN 960-08-0353-6, Κείμενο Β. Νόττας: ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (σελ. 49). Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Β΄Έκδοση. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. NovelBooks. Έτος έκδοσης: 2012. Αριθμός σελίδων: 610. Κωδικός ISBN: 9609989640. Εισαγωγικό σημείωμα στη 2η έκδοση: Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Vivere pericolosamente Ανθολογία διηγημάτων: 26 ιστορίες από την Ιταλία. Εκδόσεις: Αντίκτυπος. Αθήνα: 2005 Σελίδες: 342. Κείμενο Β. Νόττας: ¨Το διαβατήριο¨. Ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο: Κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου

  • ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ Κοινωνική και Οικιστική εξέλιξη: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.- Συγγραφείς: Βασίλης Νόττας, Πάνος Σταθακόπουλος. Δήμος Κρύας Βρύσης Εκδόσεις Δεδούση. Σελίδες: 154 Θεσσαλονίκη 1998.

  • Εκδότης: Αρχέτυπο. Συγγραφέας: ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΤΤΑΣ. Κατηγορίες: Φανταστική Λογοτεχνία. ISBN 978-960-7928-83-2. Ημερομηνία έκδοσης: 01/01/2002. Αριθμός σελίδων: 512. Αναρτήσεις στο Ιστολογοφορο: κλίκ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Η «κατασκευή» της πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αθήνα 1998. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου που οργανώθηκε από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συλλογικό έργο. Έκδοσεις: Αλεξάνδρεια. Διαστάσεις: 24Χ17. Σελίδες: 634. Κείμενο Β. Νόττας: Κοινωνιολογικες παρατηρησεις πανω στην οπτικοακουστικη αναπαρασταση της συγχρονης ελληνικης πραγματικοτητας. Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα

  • Α΄Έκδοση Εκδότης ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ Θέμα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας (Ανώνυμος Ένας)

  • Ενα κείμενο στο βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα ¨Εισαγωγή στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ" . Εκδόσεις ¨Ιανός¨ με τίτλο ¨Αξιοπιστία και οπτικό ρεπορτάζ¨

  • Περιοδικό ¨Εξώπολις¨ Τεύχος 12-13. Κείμενο με τίτλο ¨Το ραδιόφωνο των ονείρων. Ένα δοκίμιο περί ήχων φτιαγμένο με επτά εικόνες¨. Στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Συμμετοχή σε λογοτεχνικό παιχνίδι σχετικό με τον (υποτιθέμενο) συγγραφέα Άρθουρ Τζοφ Άρενς. Δημοσιευμένο στο περιοδικό ¨Απαγορευμένος πλανήτης" τεύχος 6 (εκδόσεις ¨Παραπέντε¨). Για το πλήρες κείμενο κλικ στην εικόνα.

  • ¨Το Δεντρο¨ Τεύχος: 17-18 . Βασίλης Νοττας: Συζήτηση για τον κοινωνικό χώρο της Θεσσαλονίκης.

  • Διδακτορική Διατριβή ¨Δημόσια μέσα μαζικής επικοινωνίας και συμμετοχική Πολεοδομία¨. Σελίδες:788. Ψηφιοποιημένη στη βιβλιοθήκη του Παντείου

  • *
  • Συγγραφικά φίλων

    Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Νίκου Μοσχοβάκου (κλικ στην εικόνα)

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Ηλία Κουτσούκου (κλικ στην εικόνα)

  • Μοτο-ταξιδιωτικά από τον Βασίλη Μεταλλινό (κλικ στην εικόνα)

  • Κάποιες απόψεις και άρθρα…

    Η γυναίκα τανάλια * Όταν ο Χάρι Πότερ συνάντησε τα λόμπι * Ο μικρός ήρωας * Πώς έκοψα το κάπνισμα και άλλα

  • …και ένα θεατρικό κείμενο: Ο Λυσίστρατος

    Παρωδία σε επτά σκηνές (κλικ στην εικόνα)

  • Περιπέτειες καρδιάς

    Για τα σχετικά κείμενα, κλικ στην εικόνα

  • Περιπέτειες συγγραφής

    Σημειώσεις για την ερασιτεχνική συγγραφή

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙV

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2015

Ο αρχιτέκτονας Βασίλης Μεταλλινός από τη Θεσσαλονίκη, όταν του την δίνει, καβαλάει μια μοτοσικλέτα και χάνεται στην κίτρινη ανταύγεια των  εξωτικών δρόμων . Εδώ αφηγείται (με χιούμορ) το τελευταίο μέρος της πρόσφατης εξόρμησής του στις μακρινές Ινδίες.

1510791_779528302083376_1295594602279295614_n

 

6.30′  το πρωί. Ξυπνάω σ’ ένα παγωμένο δωμάτιο, με τη σόμπα κλειστή. Παίζω τους διακόπτες και διαπιστώνω ότι δεν έχει ρεύμα. Ντύνομαι γρήγορα για να κατέβω στη ρεσεψιόν και βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο, διαπιστώνω ότι ο εξωτερικός γενικός διακόπτης του δωματίου είναι κατεβασμένος. Αυτός ο άθλιος ο ξενοδόχος, μόλις είδε ότι κοιμήθηκα έκλεισε τον διακόπτη για να κάνει οικονομία στο ρεύμα, που είχα πληρώσει με το παραπάνω! Το πρόβλημα ήταν ότι τα ρούχα μου ήταν ακόμη υγρά…

Κατεβαίνω στη ρεσεψιόν-στάνη, όπου μια κόλαση από έρποντα σεμεδάκια με Ινδουιστικές θεότητες και πίνακες με τοπία και θαλασσογραφίες απελπιστικής κοινοτυπίας, έδιναν έναν τόνο εξωτικής μελαγχολίας στην κίτς διακόσμηση του χώρου. Δεν υπάρχει ψυχή και αρχίζω να φωνάζω «mister mister» χτυπώντας και το χέρι μου στον γκισέ. Ομολογώ …λίγο δυνατά. Βγαίνει έξω τσαμπουκαλεμένη, μια υστερική λεβεντοκατίνα και μου λέει τσιριχτά τι θέλω πρωινιάτικα. Της λέω τι συμβαίνει με το ρεύμα και να μου δώσει πίσω τα 6 ευρώ που πλήρωσα μπροστάντζα για την ηλεκτρική σόμπα μαζί με το νοίκι του δωματίου. Το βοδίσιο πρόσωπό της συσπάται και τραντάζεται καθώς καγχάζει με ένα γέλιο παροξυσμικό σαν λόξιγγας και φωνάζει τον άντρα της.

Αυτός εμφανίζεται σαν δαρμένο ημίαιμο και αφού του επαναλαμβάνω το κουπλέ, μου το παίζει λυπημένος γι’ αυτό που συνέβη αλλά χωρίς καμία ευθύνη για το ποιός μπορεί να έκλεισε κατά λάθος τον εξωτερικό διακόπτη. Ισιώνει νευρικά τη λιγδιασμένη φράντζα του και μου ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα επιστροφής του 6ευρου γιατί μπορεί να έκλεισε ο διακόπτης σήμερα νωρίς το πρωί.

Του ζητάω ένα σεσουάρ για να στεγνώσω το δερμάτινο τζάκετ, που πήρε υγρασία από τις ραφές και μ’ ένα double action μογγολικό χαμόγελο λύπης-κατανόησης μου λέει ότι …δεν χρησιμοποιούν σεσουάρ.

Εγώ έχω «φορτώσει», χωρίς καφέ, νηστικός και τουρτουρίζοντας με το υγρό δερμάτινο μπουφάν πάνω από ένα t-shirt και με μιά απότομη κίνηση εκνευρισμού σηκώνω το φερμουάρ προς τα πάνω, ρωτώντας του πως θα ταξιδέψω πρωινιάτικα σ’ αυτή την κατάσταση. Το φερμουάρ καβαλάει τα δόντια της δεξιάς σειράς και παραδίδει το πνεύμα.

HPIM0737

Αυτό μου έλειπε τώρα! Μετά από 11 χρόνια, βρήκε την κατάλληλη στιγμή να χαλάσει. Δεν βρίσκω κανένα νόημα να συνεχίσω τα μπινελίκια γιατί το πρόβλημά μου χοντραίνει και δεν με συμφέρει να τα σπάσω τελείως με το ζεύγος. Ζητάω από τη συμπρωταγωνίστρια της φαρσοκωμωδίας που εκτυλίσσεται στη ρεσεψιόν, μια κλωστή και μια μεγάλη βελόνα για να ράψω το τζάκετ στη μέση, ώστε να παραμείνει κλειστό στο ταξίδι.

Μ’ ένα ειρωνικό βλέμμα και παίζοντας αυτάρεσκα με μια αρμαθιά κλειδιών των δωματίων, απομακρύνεται σ’ έναν διάδρομο γεμάτο γλάστρες με φυτά, σαν πειραματικό εργαστήριο Γεωπονίας και επιστρέφει σε τρία λεπτά λέγοντάς μου ότι δεν της τα γύρισαν κάτι Ιταλοί και του κώλου τα εννιαμ…

Πέφτει σιωπή …ν’ ακούς ποντίκι να κλάνει στη κουζίνα!

Φωνάζει ξαφνικά κάτι στα hindi κι εμφανίζεται μια μικροκαμωμένη κοπελίτσα, σαν να βγήκε από κουτί δημητριακών! Mιλάνε μεταξύ τους και μου πετάει το δράκο ότι με 20 δολάρια θα μπορούσε να μου αντικαταστήσει το φερμουάρ μ’ ένα καινούργιο, μέχρι το μεσημέρι. Ο ξενοδόχος εξαφανίζεται και κοιτάζω μιά το τραγελαφικό βλέμμα παρθένας στο πρόσωπο της συζύγου του και μιά το πρόσωπο της νεοαφειχθήσας ενζενί της ληστρικής συμμορίας ξενοδόχων.

Δεν πέσανε σε καλή μέρα για να …βγούν στις αγορές!

Ρίχνω ένα περιφρονητικό βλέμμα στο -εν βουλιμία δυτικού συναλλάγματος- αναίσχυντο δίδυμο και βγαίνω στο δρόμο. Πάω στην αυλή που είναι παρκαρισμένη η μηχανή. Ψάχνω τριγύρω και βρίσκω λίγο σύρμα. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και το περνάω κόμπο σε 3 σημεία του δερμάτινου τζάκετ, με τρόπο ώστε να παραμένει όσο γίνεται πιό κλειστό.

HPIM0585

Φτιάχνω έναν ντάμπλ πάουερ καραβίσιο. Ανοίγω το παράθυρο να φέρω τη σακούλα με τις μπανάνες και τα κικιρίκια από το περβάζι και βλέπω τη σακούλα στην απέναντι ταράτσα, με τις φλούδες από τις μπανάνες δίπλα στα τσόφλια από τα κικιρίκια… Οι μαϊμούδες!

Δεν είναι η μέρα μου μΕ φαίνεται…

Χθες βράδυ πριν με πάρει ο ύπνος είδα στον Lonely Planet την πόλη Agra. Ένα πρώτο βήμα στην επαρχία Uttar Pradesh με στόχο το μυθικό Varanasi πάνω στον Γάγγη.

Τα 400-450 χλμ μέχρι την Agra, αποτελούν ένα αρκετά χορταστικό μενού για ημερήσια οδήγηση στην Ινδία… Δεν έχω παρά να περάσω περιφερειακά το Δελχί και να πιάσω την Taj express highway.

Ντύνομαι με τα χθεσινά μισοβρεγμένα ρούχα, παίρνω το σακίδιο και κατεβαίνω στο ισόγειο. Το τρίο, παρακολουθεί στην τηλεόραση μια ταινία του Bollywood, ενώ με κρυφό βλέμμα επ’ ώμου, αισθάνομαι να με παρακολουθεί η μοσχαροκεφαλή. Τους γράφω σε στρατηγικό σημείο και βγαίνω έξω αφήνοντας πίσω μου την αμείληκτη καταθλιπτική εικόνα της ρεσεψιόν.

O ήλιος αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Η μέρα είναι ιδανική για ταξίδι με μηχανή.

Πατάω τη μίζα… Ακούω το γουργουρητό του κινητήρα. Η διάθεσή μου φτιάχνει…

Βολεύω το σακίδιό μου στην πλάτη, βάζω ταχύτητα κι ανοίγω το γκάζι καταφεύγοντας και πάλι στο ήσυχο άσυλο της μοναχικής περιπλάνησης…

Agra, Lucknow, Varanasi, Kanpur. Εννέα υπέροχες μέρες, με καταπληκτικό καιρό στο Uttar Pradesh.

Μπαίνοντας στην Agra, βλέπω έναν ακάλυπτο χώρο μπροστά από ένα ξενοδοχείο στην παλιά πόλη, σταματάω και ρωτάω την τιμή. Μου δείχνουν ένα δωμάτιο που μυρίζει καινουργίλα (το πρώτο στο ισόγειο), βολεύω και την μοτοσυκλέτα στον ακάλυπτο και σε 3 λεπτά μπαίνω με το σακίδιό μου χαρούμενος ως εις ανθοκήπιον παιδικής χαράς. Τα λίγα οικοδομικά υλικά, στόκοι, μπογιές και συρόμενη σκαλωσιά στον διάδρομο δεν με χάλασαν, μπροστά στον ενθουσιασμό μου για το ολοκαίνουργο δωμάτιο και την οικονομική τιμή.

Κι όμως, ήτανε γραμμένο να το ζήσω κι αυτό. Ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν υπό ανακαίνιση. Παντού υπήρχαν συνεργεία που δούλευαν μέχρι της 10.30′ το βράδυ με σφυριά, φωνές και κομπρεσέρ… Απλά ετοίμασαν το πρώτο δωμάτιο του διαδρόμου και ήμουν ο μοναδικός πελάτης σ’ ένα ξενοδοχείο γιαπί! Έτσι εξηγώ εκ των υστέρων την επιμονή του οσφυοκάμπτη ρεσέψιον μπόι, να μου ζητάει με έγκαυλη ευγενική πίεση τα χρήματα μπροστάντζα…

Δεν με πείραξε καθόλου! Ολόκληρη τη μέρα περπατούσα…Αλήτεψα στα απίστευτα chowk, σε μαγικές τσαγιερί (γεμάτες πλέον με νεοχίπιδες των «like») κι όταν ένα μεσημέρι ένας Ινδός μάγειρας μου σύστησε το Joney’s Place, ένα κουτούκι που το συστήνει κι ο Lonely Planet, βρέθηκα να τρώω 50 μέτρα από την είσοδο του Taj Mahal χωρίς να το βλέπω! Έτσι με την ευκαιρία …είδα κόσμο και μπήκα.

To Lucknow και η Kampur ήταν απλά στάσεις για διανυκτέρευση για να σπάσουν τα 620 χλμ από την Agra στο Varanasi και τα 830 χιλιόμετρα από το Varanasi στο Δελχί.

Στο Varanasi η ζωντανή ενέργεια και τα θετικά vibes δεν έχουν πλαφόν… Κάθε προσπάθεια να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα, την ανεξήγητη ατμόσφαιρα ή την έκσταση των ανθρώπων, είναι καταδικασμένη να προσαράξει στα αβαθή της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Παραλογοτεχνίας εν προκειμένω, θα σημείωνα…

Eπιστρέφω και πάλι στο Δελχί. Έχω 2 μέρες για να πουλήσω τη μηχανή και μετά πετάω για Constantinople . Έχει περάσει ένας μήνας και είμαι χαλαρός κι ευτυχής απ’ το ταξίδι, σαν να έχω ολοκληρώσει λυτρωτική ψυχαναλυτική συνεδρία.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μΕ χαλάσει την νιρβάνα το βαθέως μολυσμένο από τον ιό του δολαρίου, ληστρικό σιμσιλέ των εμπόρων του Karol Bagh…

Πολύ ευχαρίστως θα χάριζα την μοτοσυκλέτα σε οποιονδήποτε Έλληνα θα εντάσονταν στη μονοκαλλιέργεια του ιδίου στιλ ταξιδευτή. Αυτή, του αδούλωτου στη νοοτροπία να μεταφέρει -σώνει και καλά- το εν Ελλάδι αποκτηθέν …περιορισμένων διαστάσεων σύμπλεγμα μπουλονιών και παξιμαδιών, σε μια χώρα σαν την Ινδία …ακόμα κι όταν είναι αδύνατο ή δεν συμφέρει!

Αλλά αυτό είναι θέμα προς συζήτηση σε επιστημονικές ημερίδες φιλοσοφίας αμπέλου στη γιάφκα Χολομώντος…

HPIM0825

Δελχί, 23/12/2014 11.30′. Έχω ξεπουλήσει την Enfield 350 ευρώ. Σκέφτομαι να πάω στο μαγαζί ενός Ινδού που εισάγει marijuana wear από το Νεπάλ και το Αφγανιστάν. Έχω κυαλάρει ένα χίπικο τζάκετ. Μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό… Η ποιότητα αυτών των ρούχων είναι εξαιρετική!

Πριν απομακρυνθώ απ’ το Karol Bagh, θυμάμαι έναν μυστήριο τύπο που μου ζήτησε όταν ήμουν στην Agra, να του φέρω ένα μπροστινό φτερό από Royal Enfield. «Μη τυχόν και δεν μου το φέρεις…» και κάτι τέτοια μου έγραφε ο εντελώς άγνωστός μου στο fb. «Ρε δε πάμε καλά, πυροβολημένο θα ‘ναι το άτομο» έλεγα από μέσα μου…

Αυτόν τον τύπο ή τον στέλνεις στο διάολο ή του το πηγαίνεις (το φτερό)…

Όμως, το ότι ανήκαμε στο ίδιο μοτοσυκλετικό φόρουμ στην Ελλάδα και διαβάζοντας ότι είναι ειδήμων στις μεταμοσχεύσεις ετερόκλητων μηχανικών τμημάτων και στην πλαστική χειρουργική μοτοσυκλετών, αρκούσε για να πάω να ψάξω και να του κάνω την έκπληξη.

Επιστρέφω στις δαιδαλώδεις στοές των μικρομάγαζων vintage ανταλλακτικών…

Με κέφια και ψυχολογία πολλαπλών beaufort έπαιξα ένα διαπραγματευτικό κικ μποξ με τον έμπορα ανταλλακτικών, που κατέληξε σε νοκ άουτ…

Αεροδρόμιο Indira Ghandi, 24/12/14, 04.30′ το πρωί. Οι υπάλληλοι ασφάλειας του αεροδρομίου, δεν ξέρουν τι να υποθέσουν όταν βλέπουν στο σακίδιό μου, δεμένο με wrap luggage ένα τεράστιο μεταλλικό φτερό…

Τελικά, άξιζε ο κόπος…

Δεν θα του πλέξω το εγκώμιο, γιατί φοβάμαι ότι στο επόμενο ταξίδι θα μου ζητάει να του κουβαλήσω κανα κινητήρα…

Καλούς δρόμους!

 HPIM0631

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙΙ

Posted by vnottas στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

Αφηγείται ο φίλος  Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0176

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no3

7 το πρωί. Καραβίσιος, παστέλι, ανοιγμένος Lonely Planet στην επαρχία Haryana. Προορισμός το Chandigarh (κοινή πρωτεύουσα του Punjab και Haryana), γύρω στα 275 χλμ. και βλέπουμε…

7.30′ είμαι στο δρόμο. Η κίνηση είναι εφιαλτική και με ακραίο κυκλοφοριακό αυτισμό. Στόχος να βγώ απ’ το Δελχί και να πιάσω την θρυλική Grand Trunk road, έναν από τους αρχαιότερους δρόμους που συνέδεε το Μπαγκλαντές με το Πακιστάν. Δεν χρησιμοποιώ gps από την εποχή του …»στρατηγού ανέμου» και σε κάθε φανάρι φωνάζω σε αυτοκίνητα και μηχανάκια …»Chandigarh!» και «Grand Trunk!» Ακολουθώ το νεύμα κι όπου βγεί…

Χάνομαι σε πλατείες… Ξαναμπαίνω μαγικά στο παιχνίδι! Με μισοάδειο σακίδιο στην πλάτη, πάνω στην χαμηλή κι ελαφριά Bullet, χωρίς βαλίτσες και με θόρυβο να προκαλεί έξαρση στα κράσπεδα, αντέχω στις σφήνες και τα κλεισίματα των Ινδών, που οδηγούν σαν ημιπαράφρονες καμικάζι καθέτου εφορμήσεως.

Κατά τις 9 παρά, βγαίνω στον αυτοκινητόδρομο, με τον τσαμπουκά περντέ πιλάφ! Βρίσκομαι μόνος, σε αμηχανία μπροστά στο άγνωστο, που δεν καταδέχεται υπερφίαλες κομπορρημοσύνες και ντελίβερι ταξιδιωτικών ριπόρτς μοτοσυκλετιστικού body building.

Ανοίγω το γκάζι, συγκεντρώνομαι στην οδήγηση κι αρχίζω να νοιώθω το ταξίδι με όλους τους πόρους του κορμιού μου…

…όταν ένα σαράβαλο φουργκόν -καμιά 50αριά χλμ πριν τη Chandigarh- με κλείνει ξαφνικά από τα δεξιά, αγγίζω τη μανέτα του φρένου κόβοντας ελαφρά προς τ’ αριστερά, πατάω μια φρέσκια σβουνιά και γλυστρώντας βγαίνω στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου. Σ’ εκείνο το σημείο το έδαφος είναι αμμώδες και κατηφορικό. Πέφτω στ’ αριστερά με μικρή ταχύτητα. Με την κλήση του εδάφους προς τα χωράφια και τη βοήθεια των προστατευτικών σιδεριών, η μηχανή τουμπάρει, σπάνε τα καθρεφτάκια και στραβώνει η μανέτα του συμπλέκτη.

Ξαφνιασμένος και σε φάση ψαϊκολότζικαλ κολάψους, βρίσκομαι ο μισός κάτω από τη μηχανή. Τραβιέμαι απότομα γιατί βλέπω από το καπάκι του ντεπόζιτου να τρέχει η βενζίνη κρουνηδόν. Σηκώνω τη μηχανή και την στηρίζω στον πλαγιοστάτη. Δεν έχει σταματήσει κανένας οδηγός… Ευτυχώς δεν χρειάζεται.

Με τρεμάμενο χέρι πατάω το κουμπί της μίζας. 3-4 μιζιές και τελικά παίρνει μπροστά. Βάζω και μια ταχύτητα. Όλα καλά και με τον συμπλέκτη. Σβήνω. Αυτή η ελευθεριάζουσα αντίληψη των Ινδών, για την χρήση των λωρίδων κυκλοφορίας και την προτεραιότητα, έχει πλέον ξεφύγει από τη σφαίρα του φολκλόρ κι αρχίζει ν’ αγγίζει τις παρυφές της εγκληματικής πράξης με ενδεχόμενο δόλο.

Ξέρω ότι κάνω το καλύτερο δυνατό. Ξέρω ότι δεν έφταιγε το κλείσιμο του Ινδού, αλλά η γκαντεμιά να πατήσω πάνω στον ελιγμό, την φρέσκια ήδη πατημένη σβουνιά. Ξέρω απ’ το προηγούμενο ταξίδι μου στην Ινδία, όλες τις …στάσεις του οδηγικού σεξ στην κυκλοφοριακή παρτούζα. Ξέρω ότι πρέπει να κρατήσω ζεστά τα ταξιδιωτικά ρεφλέξ και να ολοκληρώσω αυτό που άρχισα…

Τα πράγματα είναι απλά. Οι δρόμοι της Haryana, Punjab, Himachal Pradesh και Uttar Pradesh είναι μπροστά μου…

«Σκούπισε τα πόδια σου και πέρασες» είπα μέσα μου …κατά το Παντελίδειον στιχούργημα, τινάζοντας τις σκόνες και τα χώματα απ’ τα μπατζάκια του παντελονιου και πατάω τη μίζα…

HPIM0149

Είμαι πάλι στον Grand Trunk road. Έναν δρόμο όπου οι κανόνες οδήγησης είναι βγαλμένοι από την ζούγκλα του Βόρνεο…

Θέλω διακαώς έναν καραβίσιο να στανιάρω από το σοκ αλλά δεν είμαι σε καλό το σημείο.

2-3 χιλιόμετρα παρακάτω σταματάω σ’ ένα από τα κλασικά ημιυπαίθρια εστιατόρια του δρόμου.

Μπουρμπουριστά καζάνια, τηγάνια να τσιρτσιρίζουν με διάφορες λαχανοκροκέτες, τεράστια τηγάνια με noodle, αχνιστά φακόρυζα, σάλτσες και μυρωδιές από μπαχάρια να σΕ φεύγει ο τάκος…

Καμιά 15αριά φορτηγατζήδες περιμένουν να σερβιριστούν σ’ έναν μεγάλο πάγκο. Μπαίνω στη σειρά, γράφοντας σε στρατηγικό σημείο την ταξιδιωτική μου δίαιτα με ξηρούς καρπούς και παστέλια, αποφασισμένος να «την κάνω» χορτάτος άμα το αποφάσιζαν οι επουράνιοι εισαγγελείς Βράχμα, Βισνού και Σίβα…

Δείχνω -με κανιβαλίζουσα διάθεση- στον Ινδό μάγειρα μια στίβα με λαχανοκροκέτες κι ένα δίσκο με το κλασικό thali. Κάθομαι σ΄ενα ξύλινο τραπέζι στην αυλή κι εξαφανίζω τα πάντα απ’ τα πιάτα μου, σ’ ένα άναρχο σαβούρωμα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία ρέουσας ταξιδιωτικής περιπλάνησης. Eικόνες που αποτελούν μαγιά για ατέρμονες ταξιδιωτικές, φιλοσοφικές και υπαρξιακές συζητήσεις. Εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο όμως, να μεταφέρει κανείς το κλίμα και την ατμόσφαιρα. Όπως το 2013 με το Νεπάλ και την Ν. Ινδία, έτσι και σ’ αυτό το ταξίδι διαπιστώνεις το «αμετάδοτον» της εμπειρίας.

Στάση, διανυκτέρευση στο Chandigarh. Την επομένη, ενώ βρίσκομαι δίπλα στο Himachal Pradesh, βλέπω τον καιρό να μου δείχνει ότι προλαβαίνω να πάω πρώτα στο πνευματικό κέντρο των Σιχ, το Amritsar. Γύρω στα 230 χλμ. Έμεινα 2 βράδια.

Ανοίξτε και κανα χάρτη στο ιντερνέτ… Μη τα κάνω όλα εγώ…

Από το Amritsar μέσω Pathankot συνεχίζω για Dharamsala. Έχω κλείσει guesthouse για 2 βραδιές 9 χλμ μακριά στο MacLeod Ganj -στη Μικρή Lhasa- ένα μικρό χωριουδάκι στα 2100 μέτρα υψόμετρο, με Θιβετιανό πληθυσμό. Εκεί βρίσκεται και η κατοικία του Δαλάι Λάμα.

Από εκεί οδηγώντας στους στενούς δρόμους των Himalayas συνεχίζω να διανυκτερεύω σε μικρά χωριουδάκια μέχρι το Μanali.

Στο old Manali, που αποπνέει μια ρομαντίλα χίπικης αξέχαστης εποχής, τα πάντα είναι κλειστά από το τέλος Οκτωβρίου γιατί αγριεύει ο καιρός και βρίσκω ένα guesthouse σ’ ένα ήσυχο μέρος πίσω από το main bazaar.

Όλες αυτές τις μέρες οι θερμοκρασίες στα Himalayas παίζανε μεταξύ 14 max και 5 min. Στο Manali ήδη είχε πέσει κάτω από τους 7 max με 0 το βράδυ. Σημειωτέον ότι κανένα guesthouse δεν έχει θέρμανση.

Η εξαιρετική παρέα με έναν Τούρκο πιανίστα jazz και δυό ανατομικές βόμβες Καναδικής προέλευσης, ήταν η αιτία να παραμένω επ’ αόριστον στο Μanali. Τις Καναδέζες τις είχα συναντήσει στο Macleod Ganj, όπου έκαναν yoga και μαθήματα θιβετιανής κουζίνας δίπλα στο guesthouse που έμενα. Ταξίδευαν με λεωφορεία και τρένα. Ο Τούρκος ήταν επαγγελματίας μουσικός κι έτυχε να έχει συνεργαστεί με τον Bulent Ortacgil και την Jehan Barbur των οποίων είμαι σκληρός φαν.

HPIM0525

Μέχρι που ένα πρωί -γύρω στις 11- ενώ είχαμε ραντεβού σ’ ένα τσαγάδικο, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Το accuweather το ‘λεγε, εγώ δεν το άκουγα… Όταν μιλάμε για νιφάδες, εννοούμε τούλια ολόκληρα από μπομπονιέρες. Σε μισή ώρα ασπρίζουν τα πάντα. Περιμένω 20 λεπτά στο καφέ κι ακόμα δεν έχει έρθει κανείς. Τα ραντεβού με τα ζωντανά θαυμαστικά είναι πάντα λάρτζ. Ο Τούρκος είχε πάει να παζαρέψει ένα σιτάρ σ΄ένα σπίτι ενός Ινδού. Βλέπω να το στρώνει γερά και τρέχω σαν τρελλός στο guesthouse. Ο δρόμος γλιστράει, με πούδρα κοντά στους 5 πόντους και κάνει και ψοφόκρυο! Βάζω διπλά σλιπάκια, διπλά t shirts, ψιλή μπιτζάμα από το bazaar (έχω ξεχάσει στην ελλάδα τα ισοθερμικά), μπλουτζίν κι από πάνω το Spidi.

Διπλά πουλόβερ και το δερμάτινο Dainese. Δεν έχω αδιάβροχα γιατί δεν προβλέπονταν πουθενά βροχή στα μέρη που επισκεπτόμουν. Ψάχνω να πληρώσω τον ιδιοκτήτη του guesthouse, ένα μούτρο που όταν μου έδειξε το δωμάτιο, μου άφησε στο τραπέζι έναν μπάφο κι ένα μικροσκοπικό κουτάκι με σαφράν για καλά ντουζένια και δυνατό σεξ όπως μΕ είπε… «Δείγμα δωρεάν…»

Σκουπίζω τη μηχανή και κατεβαίνω άρον-άρον προς το main bazaar όπου βρίσκονταν ο σταθμός των λεωφορείων, ταξί κλπ. Παίρνω από πίσω ένα πούλμαν που μόλις ξεκινούσε και πατάω στις ροδιές του. Τα πάντα έχουν ασπρίσει και με τα βίας ο δρόμος κρατιέται με ανακατεμένο λασπωμένο χιόνι που αν δεν φρενάρεις, σε κρατάει ακόμα στο δρόμο.

Πέρασε ένα εφιαλτικό δίωρο, με τις τρελές στάσεις εξ αιτίας ντελαπαρισμένων αυτοκινήτων, για να κατέβω περίπου στα 1000 μέτρα υψόμετρο στο Mandi, όπου οι δρόμοι ήταν τελείως στεγνοί. Σταματάω ταλαιπωρημένος και με ψυχολογία ποδήρη για ένα τσάι και συνεχίζω για Panchkula, να στεγνώσω και να διανυκτερεύσω.

Τις τελευταίες μέρες έφαγα πολύ κρύο και το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν να κατευθυνθώ προς νότο για να ζεσταθώ…

Το βράδυ τηλεφωνώ για να βρω την παρέα. Ο ξενοδόχος τους με πληροφόρησε ότι οι Καναδέζες έφυγαν με βραδυνό λεωφορείο για Δελχί κι ο Τούρκος ήταν άφαντος.

Τρώω μια ζεστή θιβετιανή σούπα και vegetarian momos, βάλσαμο τη γαστέρα, σ’ ένα μικροσκοπικό Tibetan restaurant. Μπύρα ούτε για δείγμα. Λες και ζούμε στη ποτοαπαγόρευση…

Το κρύο είναι αφόρητο στο απερίγραπτο δωμάτιο. Πληρώνω περίπου 6 ευρώ για να μου δώσει ο ξενοδόχος μια ηλεκτρική σόμπα… Όσο το ενοίκιο του δωματίου. Ευτυχώς μου βόλεψε τη μηχανή σε μια αυλή στο απέναντι κτίριο.

Aνοίγω τον Lonely Planet. Έπρεπε να βρω κάποιον προορισμό για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με ανοιχτό το φως και το βιβλίο στο στήθος μΕ κολλάει το υπνόσημο στη γκλάβα…

…zzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzz

 HPIM0144

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙ

Posted by vnottas στο 31 Ιανουαρίου, 2015

Αφηγείται ο Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0910

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no2

Μετά από 20 λεπτά περπάτημα το στομάχι μου αρχίζει να παίζει τσέλο το rondo alla turca σε do maggiore… Έχουν περάσει σχεδόν 10 ώρες απ’ το δριμείας γεύσης hindu dinner που μου σέρβιρε η βοϊδομάτα τουρκάλα αεροσυνοδός στα 35000 πόδια. Το βλέμμα μου σκανάρει τους υπαίθριους μικροπωλητές και καταλήγει σ’ ένα πιτσιρικά που πουλάει κικιρίκια. Σίγουρα πράματα… Ακόμα μισή ώρα περπάτημα, ξεφλουδίζοντας και μασουλώντας τα καχεκτικά φιστίκα και φτάνω σε μια κάθετο της Gurudwara road στο Karol Bagh.
Ωρα 10.10′ Βρίσκομαι να διαπραγματεύομαι την τιμή ενός Bajaj Pulsar 200, μ’ έναν τουρμπανοφόρο Σιχ που με μισόκλειστο βλέμμα εκδοροσφαγέως , βλέπει στο πρόσωπό μου ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για το 2015.
Ωρα 10.45′. Παρακάτω στη γωνία, ο μαγαζάτωρ ενθουσιασμένος που ακούει ότι είμαι Έλληνας με κερνάει τσάι. Το εκκλησίασμα το γνωρίζω… Με την double action formula …»αγαπώ τους Έλληνες (όπως Αμερικανούς, Γάλλους, Άγγλους κλπ) κι έχω και συγγενείς στην Ελλάδα (όπως Αμερική, Γαλλία, Αγγλία κλπ) «, προσπαθεί να μου πασάρει μια 500άρα Bullet σε τιμή που θυμίζει κονδύλιο εξοπλιστικού προγράμματος του Ινδικού Υπουργείου Άμυνας… Όση ώρα επεξεργάζομαι την καλλίπυγο customized Enfield …ο Ινδός βλέπει εαυτόν να εισέρχεται στους λιβαδεώνες της ντόλτσε βίτα… Δεν μ’ αφήνει να φύγω άμα δεν του ορκιστώ δια χειραψίας ότι την επόμενη μέρα θα τον ξαναεπισκεφτώ… Συνηθισμένα πράματα…
Ωρα 17.30′. Έχω οργώσει την περιοχή για κανα 8ωρο, με σύσσωμο το παρασιτικό ντεφιλέ των μαίτρ του κοπανιστού αέρα, του commission και του ξεδιάντροπου φτηνού κυνισμού. Ενοχλητικοί κράχτες, αυτή η ενδημική ποικιλία που φύεται κι ευδοκιμεί σε όλους τους εμπορικούς δρόμους της Ινδίας, με ψήνουν κάθε 50 μέτρα να επισκεφτώ το μαγαζί κάποιου συνεταίρου ή αδελφού…
Είμαι χαλαρός και μ’ αντιμετωπίζουν σαν παιδί της διαφήμισης του Τζάμπο. Προσπαθώ να βγάλω άκρη με τις φουσκωμένες τιμές, τη νομιμότητα κάποιων φωτοτυπημένων αδειών, τις χρονολογίες των μοντέλων…
Οι μοτοσυκλέτες που ερέθισαν τους αμφιβληστροειδείς μου πολλές! Αυτές που ερέθισαν συναισθηματικώς το πορτοφόλι μου λίγες.
Επιστρέφω σκεφτικός στο guesthouse ενώ σκοτεινιάζει και πίνω έναν καραβίσιο. Ξανακατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω 6 μπανάνες από ένα καρότσι και τις τρώω σ’ ένα internet cafe, τσεκάροντας τις τιμές της πιάτσας από ιδιώτες, με τις αντίστοιχες μηχανές που είδα το πρωί. Αύριο πρέπει επιστρέψω διαβασμένος, αμείληκτος, αλύγιστος, ανηλεής στο παζάρι με απάθεια που θα ‘κανε τον Τζών Ντίλιγκερ να φαντάζει κανισάκι του καναπέως, να τελειώνω με το σιμψιλέ των τσαμπάζηδων του Karol Bagh, την αγορά μηχανής και τη χαρτούρα της μεταβίβασης…
Από ένα ημιυπαίθριο μικροσκοπικό μαγαζάκι αγοράζω ένα σακουλάκι κάσιους, μερικά παστέλια κι ένα 2λιτρο Bisleri (μάρκα νερού) για το πρωινό. Η εφιαλτική κίνηση, η ανυπόφορη καπνίλα από τα σκουπίδια που καίγονται πάνω στο δρόμο, οι επίμονοι ζητιάνοι και η κούραση είναι μερικοί λόγοι για να επιστρέφω ξανά στο δωμάτιό μου.
Ωρα 23.00′. Ξαπλωμένος στο σκληρό κρεβάτι κάνοντας ζάπινγκ στα 300 κανάλια της τηλεόρασης, σταματώ σε μια σουρεαλιστική εκπομπή και βυθίζομαι σ΄ένα βαθύ ύπνο…
Ωρα 7. Πίνω τον καραβίσιο καφέ μου, ροκανίζοντας ένα παστέλι.
Ωρα 8.30′. Τριγυρνάω στους δρόμους του Karol Bagh αλλά τα μαγαζιά είναι όλα κλειστά. Ένας γυρολόγος κράχτης που με θυμόταν από χθες, με πλησιάζει λέγοντάς μου ότι στα μαγαζιά των …συνεταίρων του που θα ανοίξουν σε μισή ώρα θα δοθεί το τέλος κάθε αγωνιώδους εκκρεμότητάς μου σε θέματα μοτοσυκλέτας, δερμάτινων ρούχων, ξενοδοχείων, μεταξωτών, αγαλματιδίων Βούδα, Γκαναπάτι, Σίβα, χασίς κλπ
Ωρα 8.50′. Καμιά εκατοστή μέτρα στο βάθος του δρόμου, βλέπω μια ασημένια Enfield μ’ ένα ξανθό νεαρό βγαλμένο από την ταινία blue lagoon, να συνομιλεί με έντονο ύφος μ’ έναν καταστηματάρχη που άνοιγε εκείνη τη στιγμή. Κατεθύνομαι προς το μέρος του με τον Ινδό να με μαρκάρει στο μισό μέτρο. Ο νεαρός βάζει το κράνος και ξεκινάει προς το μέρος μου. Του κάνω νόημα και σταματάει. Τον ρωτάω από που αγόρασε την μοτοσυκλέτα και σε τι τιμή, ξαποστέλνοντας τον Ινδό με κάτι φλαμανδικά, για να μ’ αφήσει ήσυχο.
Ο πιτσιρικάς, ένας ευγενέστατος Αυστριακός , είχε αγοράσει 1100 ευρώ τη μηχανή και είχε συμφωνήσει -γραπτώς- να του την αγοράσουν στην περίπτωση που την πουλούσε ατρακάριστη 650 ευρώ. Όμως μετά από 4 μήνες και 6500 χλμ της είχε προκαλέσει ένα μικρό βαθούλωμα στο ντεπόζιτο, έκανε κι ένα μικρό θόρυβο στην «αλλαγή» μεταξύ πρώτης-δευτέρας κι ο Ινδός ήθελε να του τη φάει τζάμπα…
Ωρα 9.00′. Έχω βγάλει τα 650 ευρώ τσαλακωμένα αλά χωριάτα από την κωλότσεπη και κατευθυνόμαστε στην Τraffic Police που κυαλάρισα ερχόμενος το πρωί, για να τσεκάρω την αυθεντικότητα της άδειας κυκλοφορίας και άλλες λεπτομέρειες που θα αναλύσω σε άλλη δισιπλίνα.
Ωρα 16.30′. Έχουμε τελειώσει με τα «no objection certificate format», «authorization», insurance, pollution certificate και λοιπά κλασμένα μαρούλια. Έχει βοηθήσει κι ένας ασπόνδυλος Ινδός, που μπαινοβγαίνει στα γραφεία από χαραμάδες και χειρίζεται τις σφραγίδες των εγγράφων με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις… Με το κάτι τις φυσικά…
Ωρα 16.45′ Κάνω αλλαγή λαδιών κι έναν κλασσικό έλεγχο στη μηχανή. Τα λάστιχα ήταν καλά κι το «blue lagoon boy» με διαβεβαίωσε ότι είχε βάλει καινούργιες σαμπρέλες.
Δεν μπαίνω στη διαδικασία της νευρωτικής προετοιμασίας της μοτοσυκλέτας. Ότι είναι να συμβεί, θα συμβεί… Και θα το αντιμετωπίσω όταν και αν συμβεί.
Ωρα 18.00′. Γυρνάω τη μίζα και τα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν… Κατηφορίζω χαλαρά την Gupta road με προορισμό την περιοχή Paharganj, που βρίσκεται το guesthouse.
Ωρα 18.20′ Παρκάρω μπροστά στη τζαμαρία την ασημένια Royal Enfield 350 Bullet κι ανεβαίνω στο δωμάτιο για έναν καραβίσιο.
Ανοίγω τον Lonely Planet. Τα πλάνα μου είναι για τον κόλπο της Βεγγάλης, ανατολικά προς Καλκούτα μεριά. Όμως σε περίπτωση που ακόμα ο καιρός επιτρέπει να πάω βόρεια προς Himachal Pradesh, αύριο πρωί ξεκινάω προς Haryana…
Kατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω μια μεγάλη σακούλα κικιρίκια και κατευθύνομαι προς το ιντερνετ καφέ να δω τον καιρό στη Dharamsala, Manali κλπ
Tελικά για έναν ταξιδευτή ελευθέρας βοσκής …αυτός που αποφασίζει είναι ο Accuweather.com

HPIM0047

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής Ι. Νοέμβριος 2014. Ινδία

Posted by vnottas στο 30 Ιανουαρίου, 2015

Από τις σημειώσεις του φίλου Βασίλη (Μεταλλινού)

HPIM0240

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Nοέμβριος 2014. Δελχί, περιοχή Paharganj 7 το πρωί. Το auto rickshaw σταματά στη στενή Arakhasan road. Δεν βλέπω πουθενά το guesthouse που έχω κλείσει και ο οδηγός, με καθαρόαιμο πεντιγκρί Ινδού απατεώνα, μου ζητάει το τηλέφωνο της ρεσεψιόν. Του το λέω. Καλεί. Μιλώντας σε ακατάλυπτα hindi μετά από 10 δεύτερα το γυρνάει στ’ αγγλικά λέγοντάς μου: Speak with the receptionist. Big problem my friend…»
Αρπάζω το τηλέφωνο και με σπαραγμό ψυχής με πληροφορεί ο ρεσεψιονίστ ότι το guesthouse έπαθε από χθες black out στον πίνακα των ηλεκτρικών και δεν θα λειτουργήσει μέχρι ν’ αποκατασταθεί η βλάβη. Με διαβεβαιώνει ότι δεν θα γίνει καμία χρέωση στην πιστωτική μου κάρτα και με τρεμάμενη φωνή ανθρώπινου ράκους μου ζητάει συγγνώμη και μου το κλείνει.
Ο Ινδός, σε φάση βωβού εσωτερικού σπαραγμού, παίρνει το τηλέφωνο και με ύφος υπερβολικής κατανόησης με καθησυχάζει, λέγοντάς μου να μην στενοχωριέμαι και ότι θα προσπαθήσει να μου «κλείσει» ένα καλό δωμάτιο σε άλλο ξενοδοχείο, χωρίς επί πλέον χρέωση για την διαδρομή.
Δεν πέρασε μία ώρα που πάτησα στην Ινδία κι αρχίσαν τα όργανα… Το σενάριο παλιό και βαθέως μεταχειρισμένο. «Φόρτωσα»…
«Πάνε με στο guesthouse μου αμέσως μη σου γα… ?» αντιστέκομαι με ηρωισμό.
«Είναι κλειστό το ξενοδοχείο σου μάι φρεντ» γρυλίζει ο Ινδός με έκδηλο πλέον το ξάφνιασμα στα ποντικίσια μάτια του.
«Δεν σε πληρώνω, κολ δε πολίς νάου» του φωνάζω διαβασμένος καλά, αφού γνώριζα ακόμα και το σημείο όπου υπήρχε Τουριστική Αστυνομία στην περιοχή.
Σπάζοντας όλα τα ρεκόρ θράσους, επιμένει να με πάει σε άλλο ξενοδοχείο και να μου χαρίσει τα κόμιστρα της διαδρομής.
Η φάση έχει λαστιχάρει και κατεβαίνω απ’ το auto rickshaw με τσαμπουκαλεμένες κινήσεις Τεξανού Ranger. Φοράω γρήγορa το σακίδιό μου κοιτώντας γύρο τον χαμό που γινόταν. Μηχανάκια, αυτοκίνητα, rickshaw και πεζοί σε μια κυκλοφοριακή πρωινιάτικη παρτούζα. Βγάζω τον Lonely Planet ψάχνοντας τον χάρτη. Πριν προλάβω να τον ανοίξω, βλέπω τον Ινδό να κατεβαίνει απ’ το auto rickshaw και με βραχνή φωνή να μου λέει να τον ακολουθήσω…
Μπαίνουμε σ’ ένα στενό αδιέξοδο, όπου στο βάθος φαίνονταν η επιγραφή του guesthouse που είχα κλείσει. Η απόσταση των 50 μέτρων ήταν γεμάτη από άστεγους που κοιμόταν πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο, τυλιγμένοι σε κουρέλια. Στα τελευταία μέτρα κάποιος μου τραβάει το χέρι, ζητώντας χρήματα τρίβοντας τα δόντια του με μια οδοντόβουρτσα ενώ ένας τελευταίος καθιστός δίπλα στο πλατύσκαλο της ρεσεψιόν, κάρφωνε στο πόδι του μία σύριγγα.
Σοκαρισμένος μπαίνω στον χώρο της ρεσεψιόν. Πίσω μου ο οδηγός του auto rickshaw. Με σβέρκο αυτοπροτεινόμενο για καρπαζιά μου ζητά το διπλό ποσό απ’ αυτό που είχαμε συμφωνήσει. Εδώ έτσι δουλεύει το νταλαβέρι. Του δίνω τα μισά, του γυρίζω την πλάτη και απευθύνομαι στον ρεσεψιονίστ που βουτούσε ένα κομμάτι τσαπάτι σ’ ένα χάρτινο κουπάκι με φακόριζο.
Ρωτάω για την κράτησή μου. Ψάχνει μασουλώντας αργά, βρίσκει το όνομά μου και μόλις καταπίνει την μπουκιά του, κάνει νόημα σ΄έναν μικρόσωμο 10χρονο πιτσιρικά με φάτσα που «έφερνε» σε gremlin, να μου δείξει το δωμάτιο.
Ο οδηγός του auto rickshaw βυθισμένος σε νέφη απογοήτευσης, μου ζητάει ακόμα 100 ρουπίες. Τον αγνοώ κι ανεβαίνω τις σκάλες. Το δωμάτιο είναι ελεεινό. Σπασμένα υδραυλικά να στάζουν από παντού, παλιό κλιματιστικό με θόρυβο ιδανικό για να αποσπάσεις ομολογίες από κρατούμενους του Γκουαντάναμο και τοίχοι που είχαν να βαφούν από την κυβερνητική θητεία της Ιντιρα Γκάντι…
Βολεύω τα πράγματά μου, φτιάχνω έναν καραβίσιο καφέ κι ανοίγω το παράθυρο να δω τη θέα…
Ρουφάω μια γουλιά με βουλιμία, για να στανιάρω. Κατά τις 9 θα πρέπει να αντιμετωπίσω την ενταύθα ληστοκουστωδία εμπόρων μεταχειρισμένων μηχανών της συνοικίας Karol Bagh, προκειμένου ν’ αγοράσω μια αξιόπιστη μοτοσυκλέτα για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με τη σκέψη ότι μπροστά στο εν λόγω αντιπαθές επαγγελματικό σερσελέμι, η τρόικα δεν μετράει ούτε για τσικό, πίνω μονορούφι το υπόλοιπο του καφέ και κατεβαίνω στο δρόμο. Έξω από την είσοδο ένας κουρελής ρητιδιασμένος μεσήλιξ με εμπιστευτική φωνή με ρωτάει αν θέλω χασίς…
Τον προσπερνάω…
Ακούω πίσω μου…»γκουντ σταφ, γκουντ πράις μάι φρεντ»…
Βγαίνω από το αδιέξοδο του guesthouse στην Arakhasan road…
Προσανατολίζομαι με τον χάρτη του Lonely Planet, τραβιέμαι τρία βήματα πίσω για ν’ αποφύγω ένα δευτερεύον ανθρωποειδές μ’ ένα σαράβαλο Bajaj που έρχεται ολοταχώς κατά πάνω μου και αποφεύγω την κουλουριασμένη κουράδα μιας ιερής αγελάδας, ξαπλωμένης στο μισό οδόστρωμα…
Είμαι στην Ινδία, είμαι στα γράδα μου…

Ντοπαρισμένος από το σουρεάλ σκηνικό, «το κόβω» αποφασιστικά για την συνοικία Karol Bagh, με τα πόδια…

…στους δρόμους όπου η περιπέτεια δεν παίρνει αντισυλληπτικά.

 HPIM0654

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ο θλιβερός δημογέροντας

Posted by vnottas στο 16 Δεκεμβρίου, 2014

images (25)

 

Ο ΘΛΙΒΕΡΟΣ ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΑΣ

 Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Ενοχλημένος από τον ξεσηκωμό ο θλιβερός δημογέροντας της περιοχής, διακήρυσσε εμφανώς εκνευρισμένος στους εξεγερμένους ραγιάδες, ότι τα λάβαρα και τα μεγάλα λόγια των ξεβράκωτων οπλαρχηγών καθόλου δεν ταιριάζουν στην προκοπή της κοινωνικής τάξης που γενναιόδωρα υπόσχεται ο Σουλτάνος.  Άσε που οι μεγάλες δυνάμεις της γης είναι ανήσυχες με την ξεροκεφαλιά τους.

Σαν έπεσε στα χέρια του Καραϊσκάκη λίγους μήνες αργότερα, δειλός καθώς ήταν απολογήθηκε τρομαγμένος για το πόσο παρερμηνεύθηκαν τα λόγια του, δήλωσε μάλιστα φρόνημα υψηλό και πίστη στη πατρίδα. 

Ο Καραϊσκάκης αφού τούκοψε όχι μόνο το δεξί αυτί, αλλά και τ’αρχίδια τον άφησε να φύγει. 

Πού πήγε και τι απέγινε ο θλιβερός δημογέροντας δεν το μάθαμε ποτέ αφού αδιαφόρησαν οι ιστορικοί.  Μην ξεγελιέστε σήμερα από το φάντασμά του, αυτός ο ίδιος είναι.  Μόνο που δεν υπάρχει πια ο Καραϊσκάκης ανάμεσά μας.

maxes_ellinon1

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Έγχρωμο

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

  ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ

 του Νίκου Μοσχοβάκου

imagesZIW1Y6TJ

Γαλάζιο χορτάρι

στις όχθες του κίτρινου ποταμού

που καταλήγει στην μωβ λίμνη.

Ο κατακόκκινος ουρανός

με φλόγες σύννεφα

άρχισε να ρίχνει λασποβροχή.

Γκρίζο και μαύρο πουθενά.

Έτσι πέρασε  κι αυτή η μέρα.

Το καταπράσινο φεγγαράκι

φάνηκε στον ορίζοντα

και πλάι του η πούλια λαμπρή.

Εσύ μπροστά στον καθρέφτη σου

δοκιμάζεις το τιρκουάζ καπέλο σου

και ετοιμάζεσαι πυρετωδώς

μέσα σε τόσες αντινομίες

για το βραδινό σου ραντεβού.

 imagesCVB458F6

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Καταφύγιο

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

 Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

Ηλίας3

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victorias secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

τον  λαγό στιφάδο

τους λύκους στη Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

Ηλίας4

Οι ζωγραφιές είναι επίσης φτιαγμένες από τον Ήλία

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

Αφήγημα υπό κατασκευή (και ένα απόσπασμα)

Posted by vnottas στο 28 Νοεμβρίου, 2014

sme0005

Όπως σημείωνα σε προγενέστερη ανάρτηση, στις αρχές του καλοκαιριού είπα να βουτήξω στα βαθειά και άγνωστα νερά της συγγραφής ενός αφηγήματος με ιστορικές αναφορές. Θα ήταν μια μυθιστορηματική εκδοχή της ιστορίας των ¨τυραννοκτόνων¨. Η αφορμή που οδήγησε σ’ αυτή την επιλογή ήταν τα αγάλματά τους (ακριβέστερα τα ρωμαϊκά αντίγραφα των δεύτερων αγαλμάτων που ανάρτησαν προς τιμήν τους οι Αθηναίοι – μια που τα πρώτα τα είχε λαφυραγωγήσει ο Ξέρξης),  τα οποία, τις μέρες εκείνες,  οι Ιταλοί είχαν περιχαρείς επιδείξει στον πρωθυπουργό, ως ¨σύμβολα της Δημοκρατίας¨ κατά τη διάρκεια σε μιας επίσκεψής του στην γειτονική χώρα.

Και αφού η αφορμή ήταν οι ανδριάντες, είπα να αρχίσω την αφήγηση κατά την περίοδο που ο Αλέξανδρος βρίσκει τα αγάλματα (τα πρώτα) ανάμεσα στα αντικείμενα που αποτελούσαν τον ¨θησαυρό του Ξέρξη¨ στα Σούσα και αποφασίζει να τα επιστρέψει στους Αθηναίους.  Στη συνέχεια θα έκανα αναδρομή (φλας μπακ) στην Αθήνα πριν τον Κλεισθένη, την εποχή των γιών του Πεισίστρατου και θα εστίαζα στα γεγονότα της τυραννοκτονίας.

Έφτιαξα λοιπόν έναν φανταστικό ήρωα (τον είπα προσωρινά Εύελπι) και του ανέθεσα να παρακολουθεί την εκστρατεία του Αλέξανδρου με την ιδιότητα του γραμματικού-λογογράφου στην υπηρεσία του ιστορικού Καλλισθένη. Ο Εύελπις θα αναλάμβανε να συνοδέψει τα αγάλματα στο Αθηναϊκό Άστυ και εκεί, έχοντας πρόσβαση και στην βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη, θα μπορούσε να διερευνήσει τι ¨πραγματικά¨ συνέβη με τους τυραννοκτόνους.

Όμως, ψάχνοντας την εποχή του Αλέξανδρου γοητεύτηκα από ορισμένα ιστορικά πρόσωπα (όχι κατ’ ανάγκην ηρωικά ή ηρωοποιημένα από την ¨επίσημη¨ ιστορία) που μου φάνηκαν πολύ ενδιαφέροντα για μια μυθιστορηματική παρουσίαση: Κυρίως ο Καλλισθένης, αλλά και ο Άρπαλος, και η Θαΐδα, ίσως ο και Ευμένης, και δε ξέρω ποιος άλλος μπορεί να προκύψει καθώς η αφήγηση συναρμολογείται και προχωράει.

Όσο αφορά ιδιαίτερα στον Καλλισθένη, μου δημιουργήθηκε  το εξής ερώτημα:  Τι θα μπορούσε να συμβεί εάν ο Ολύνθιος ιστορικός είχε προσλάβει τις εξελίξεις της εποχής του με τρόπο ανάλογο με εκείνον που σήμερα, γνωρίζοντας βέβαια τις κατοπινές εξελίξεις, θα αποκαλούσαμε πρώιμο αρχαιοελληνικό μοντερνισμό και εάν έβλεπε την εκστρατεία του Αλέξανδρου ως κάτι που να μοιάζει, ας πούμε, με την Ναπολεόντεια στρατιωτική επέκταση, ύστερα από την πρώτη μεγάλη μοντέρνα επανάσταση, τη γαλλική;

Έτσι ¨κόλλησα¨ στην εποχή της εκστρατείας, και μάλιστα σε μια μόνο χρονιά: το 330 πΧ, και μάλιστα, (ενώ έχω ήδη καταγράψει καμιά ογδονταριά σελίδες αφηγηματικό υλικό), σε γεγονότα που καλύπτουν (για την ώρα) μόνο τρεις μέρες: Τις τρεις τελευταίες μέρες του Ανθεστηριώνα μήνα (Αττικό ημερολόγιο). Βέβαια, έχω παραθέσει στην εισαγωγή και ορισμένα ¨ανευρεθέντα¨ κείμενα του Ευέλπι, που περιγράφουν τις   ευρύτερες συγκυρίες της εποχής.

Δεν έχω εγκαταλείψει την ιδέα με το ζεύγος  των τυραννοκτόνων, αλλά όπως εξελίσσεται αυτή εδώ η περιπέτεια γραφής, μέλλον θα τους περιορίσω σε ένα ένθετο παράπλευρο επεισόδιο.

Μετά από όλα αυτά, και με την παρότρυνση (και επιλογή αποσπάσματος) του φίλου Νίκου (Μοσχοβάκου) ο οποίος παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς και εξ αρχής την παρούσα (αφηγηματική) περιπέτεια, σας παραθέτω ένα μικρό δείγμα γραφής. Πρόκειται για την επιστολή της εταίρας Θαΐδας (που ακολουθεί την εκστρατεία) προς την  εταίρα Φρύνη (που βρίσκεται στην Αθήνα). Επί του παρόντος, η επιστολή είναι τοποθετημένη, ως ιντερμέτζο, ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος των ήδη γραμμένων σελίδων του αφηγήματος. Άλλες προδημοσιεύσεις (του εν συνθέσει κειμένου), προσεχώς.

image002(3360)

Ιντερμέτζο

Η επιστολή  της Θαΐδος της εξ Αθηνών προς τη Φρύνη των Αθηναίων

 Προσφιλέστατή μου Μνησαρέτη του Επικλή,

εκλεκτή ακόλουθε της Αναδυομένης Κύπριδος,

αλλά και υπό των Αθηναίων απάντων λατρευτή ως Φρύνη.

Χαίρε.

Εύχομαι να έχεις πάντα την εύνοια των Ολυμπίων, και η επιστολή μου να σε βρει γερή και ευτυχισμένη.

Δεν είχα συχνά την ευκαιρία να επικοινωνήσω μαζί σου, όχι τουλάχιστον όσο θα επιθυμούσα, και είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνεις τις αιτίες. Η παρακολούθηση μιας εκστρατείας -παραδέχομαι ότι είχες δίκιο όταν με προειδοποιούσες σχετικά πριν την αναχώρησή μου από την Αθήνα- δεν είναι μία συνηθισμένη περιπέτεια.

Πολύ περισσότερο το να ακολουθείς αυτή την συγκεκριμένη ¨ανάβαση¨, όπως την αποκαλούν πολλοί από τους πολεμιστές εδώ, η οποία επεκτάθηκε στις ηπείρους της οικουμένης και παρόλα αυτά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Ωστόσο, παρά τις διαρκείς μετακινήσεις, όποτε μπόρεσα δεν παρέλειψα να σου αποστείλω την αγάπη και τους χαιρετισμούς μου με προφορικά μηνύματα, χρησιμοποιώντας έμπορους και απόμαχους στρατιώτες που επέστρεφαν στο Αθηναϊκό Άστυ.

Φαντάζομαι ότι τα κυριότερα νέα για τις μάχες, τις νίκες, τις κατακυριεύσεις των πόλεων, τους κατακτημένους θησαυρούς, όλα αυτά τέλος πάντων  που χαρακτήρισαν την πορεία των ελληνικών στρατευμάτων τα τελευταία χρόνια, θα έχουν ήδη φτάσει ως την Πόλη της Παλλάδος και δεν χρειάζεται να τα αναφέρω εδώ διεξοδικά.

Μα ναι, τα βασικότερα από τα γεγονότα πρέπει να είναι γνωστά στην Αθήνα και, από όσο μπορώ να υποθέσω γνωρίζοντας αρκετά καλά τους Αθηναίους -εσύ βέβαια τους ξέρεις πολύ καλλίτερα-, πρέπει να έχουν ξεσηκώσει πλήθος συζητήσεων και προβληματισμών.

Σαν να τους βλέπω εδώ μπροστά μου, τώρα δα, αγαπητή μου Μνησαρέτη, να σκαρφαλώνουν ξαναμμένοι στην Πνύκα,  να σχολιάζουν, να αναλύουν, να κριτικάρουν, να αρπάζονται, να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, να ρητορεύουν, να αλληλοκατηγορούνται…

Ή ακόμη, να καταλήγουν στην αγκαλιά σου ζητώντας απεγνωσμένα κατανόηση…

Ω πόσο τους έχω επιθυμήσει αυτούς τους  διαρκώς ανήσυχους, διαρκώς τεντωμένους, αλλά και διαρκώς σε αναζήτηση της γαλήνης, της ηρεμίας και της στοργής, Αθηναίους…

Ναι, δεν επιθυμώ να στο κρύψω: υπάρχει το άλγος του νόστου στην ψυχή μου.

Θυμάσαι στ’ αλήθεια πόσο είχαμε διασκεδάσει κι οι δυο μας τότε, λίγο πριν φύγω, όταν είχαν καταλήξει όλοι τους χωρισμένοι στα δύο για χάρη  μας; Θυμάσαι τους  Φρυνικούς και του Θαϊδικούς; Έντονοι στις αντιπαραθέσεις τους σχεδόν όσο, για να μη πω παραπάνω, οι ¨φίλο¨ με τους ¨αντί¨ μακεδονικούς

Μα τι λέω, και βέβαια τους θυμάσαι, εσύ τους έχεις εκεί, στα πόδια σου όλους αυτούς, να σου θυμίζουν τα παλιά επεισόδια, τα παλιά παιχνίδια… Μήτε κι εγώ λησμονώ πως οι δικοί σου οι θαυμαστές ήτανε πιο πολλοί από τους δικούς μου, πράγμα εξάλλου που ήταν δίκαιο και σωστό, μια που ως μεγαλύτερη -λίγα μόνο χρόνια- ήσουν κοντά τους, αφιερωμένη σ’ αυτούς, μια στάλα περισσότερο καιρό από ό, τι εγώ.

Αχ, Μνησαρέτη μου!

Άραγε ¨οι εξήντα¨([1]), οι αστείοι ποιητές, εκείνοι που λέγανε τόσες χαριτωμένες κακίες εις βάρος μας, μαζεύονται πάντοτε στον ναό του Ηρακλή στη Διόμεια για να σκαρώσουν τις φάρσες και τα καλαμπούρια τους;

Θυμάσαι τον ¨Θαϊδο-Φρυνικό Πόλεμο¨ που είχαν οργανώσει; Θυμάσαι που μόλις άκουσαν την τιμή του βραβείου που ήθελαν να αθλοθετήσουν για το νικητή -μια νύχτα με μια από εμάς- αναγκάστηκαν να κάνουν έρανο ανάμεσα στους πεντακοσιομέδιμνους;

Ναι, το άλγος του νόστου υπάρχει, και που και που με τσιμπάει, αλλά να μη νομίζεις ότι αυτά στα γράφω για να σου παραπονεθώ.

Όχι. Δεν υπάρχει τίποτα που να μου προκαλεί το παράπονο ή τη στεναχώρια της αδικίας. Και την ευγνωμονώ την Αφροδίτη, και την Ουρανία και την Πάνδημη, μεγάλη η χάρη της!

Διάλεξα αυτή την πορεία έχοντας πλήρη συνείδηση για το τι κάνω, δεν μετανιώνω και είμαι ευχαριστημένη. Βαδίζω σε έναν παράδρομο ίσως, αλλά πάντως δίπλα στα χνάρια της Ιστορίας, όπως και εσύ άλλωστε, άνασσα στην πιο ένδοξη πόλη των Ελλήνων, όπως και η αείμνηστη Ασπασία, όπως ακόμη και η αμφιλεγόμενη Θαργηλία που κατάφερε να παντρευτεί τόσους επιφανείς άνδρες και τελικά να διοικήσει τη Θεσσαλία μόνη της! Λένε πως εργαζόταν για τους Πέρσες και μπορεί να είναι αλήθεια, συνέβη να κάνουν προτάσεις και σε μένα, όμως παρόλα αυτά εγώ λέω ότι η Θαργηλία απέδειξε πως, θέλοντας, εμείς οι γυναίκες μπορούμε να κάνουμε πράγματα μεγάλα και αξιομνημόνευτα. Ποια θα αποδειχθούν θετικά και ποια καταστροφικά ας το κρίνουν οι μεταγενέστεροι.

Μιλάω για εμάς, αγαπητή μου Μνησαρέτη, εμάς τις γυναίκες ¨συντρόφους¨ που, ό, τι κι αν λένε οι εχθροί μας,  διαφέρουμε από τις πόρνες που αγαπούν μόνο το χρήμα, διαφέρουμε από τις θεούσες ιερόδουλες που δε δουλεύουν παρά για τους θεούς και τους ιερείς τους, λέω για μας, που δε θα γινόμασταν ποτέ αντικείμενα λατρείας, εάν δεν είχαμε ένα εξαιρετικό και σπάνιο προσόν.

Όχι, φιλτάτη Μνησαρέτη, δεν μιλώ για την παιδεία, την εξυπνάδα ή η ευστροφία μας, όπως ίσως σκέπτεσαι. Αυτές μας βοηθούν απλώς στο να μπορούμε να επικοινωνούμε με τους ευφυέστερους.

Εκείνο που πραγματικά μας ξεχωρίζει είναι ότι τους άνδρες, κατά βάθος, τους αγαπάμε. Και  αγαπώντας τους άνδρες αγαπάμε ολόκληρο τον κόσμο των ανθρώπων και δε μισούμε κανένα.

Βλέπεις; Με συλλαμβάνεις να ¨φιλοσοφώ¨ κι αυτό είναι ίσως ένα ακόμη δείγμα της νοσταλγίας μου για την Αθήνα.

Ας έλθω λοιπόν σε ένα θέμα που θεωρώ φυσικό να κινεί το ενδιαφέρον σου, όπως και κάθε σημερινής γυναίκας. Όχι, καμία γενικότητα, καμία φιλοσοφία… Λέω για ¨εκείνον¨.

Ξέρω πώς και ο ίδιος και ο πατέρας του σου είχαν ζητήσει να ανεβείς ως την Πέλλα προσφέροντάς σου μυθώδες αντίτιμο, μα εσύ είχες αρνηθεί να μετακινηθείς. Μα ναι Φρύνη μου, σε καταλαβαίνω, ποια βασίλισσα θα άφηνε την Αθήνα για μια πόλη του Βορρά; Ωστόσο, λέω εγώ, ίσως, -τι ίσως, σίγουρα-, θα σου έμεινε μια θεμιτή  περιέργεια.

«Άσε τις φλυαρίες Θαΐδα» σε ακούω να μου λες, «και πες μου… πώς είναι εκείνος;» Πες την αλήθεια, αυτή δεν είναι η ερώτηση που ανεβαίνει από μόνη της στα χείλια σου;

Ε, λοιπόν θα σου πω.

Δεν είναι δύσκολο: είναι νέος, είναι όμορφος, είναι ενθουσιώδης, είναι γεννημένος ηγέτης αλλά αρκετά ευφυής ώστε να ακούει τους πεπειραμένους. Αγαπάει τους φίλους του, άνδρες και γυναίκες με πάθος, πάθος που καμιά φορά αναζητώντας άμεση και άνευ όρων ανταπόκριση, καταλήγει καταστροφικό και τραγικό. ¨Εκείνος¨ έχει ανάγκη από επιδοκιμασία τουλάχιστον όσο οι θεοί που αν δεν υμνηθούν μας ξεχνάνε.

Ο δάσκαλός του τού λείπει, θα τον ήθελε πλάι του, αλλά απορρίπτει κάθε ιδέα να τον φέρει εδώ με το ζόρι. Τη μάνα του, αν δεν ανακατευόταν τόσο έντονα στα πάντα, ακόμη και από μακριά, θα την είχε ήδη προσκαλέσει και θα την είχε εγκαταστήσει αρχόντισσα σε κάποια από τις κατεκτημένες πρωτεύουσες.

Να σου πω και κάτι άλλο; Επειδή κατάγεσαι από τις Θεσπιές, που αν και πόλη βοιωτική είχαν αλωθεί παλιότερα από τους Θηβαίους[2], καταλαβαίνω την αμφιθυμία που σου δημιούργησε η καταστροφή της πόλης των Θηβών από τους Μακεδόνες. Δεν ξέρω αν αληθεύει, αλλά έφτασε ως εδώ η φήμη πως προσφέρθηκες να αναστηλώσεις  με δικά σου έξοδα τα θηβαϊκά τείχη, αρκεί να αναγράψουν πάνω τους πως ¨ό, τι κατέστρεψε ο Αλέξανδρος ο Μακεδών το αποκατέστησε η Φρύνη η εταίρα¨ και πως οι Θηβαίοι, βέβαια, αρνήθηκαν.

Είτε αληθεύει στο ακέραιο αυτή η ιστορία είτε όχι, μου αρέσει που προσπάθησες να μπεις στη μύτη τόσο του Αλέξανδρου όσο και των Θηβαίων. Είναι αντάξιο της φήμης και της ισχυρής σου προσωπικότητας!

Πάντως, μα το Δία, δε ξέρω τι εντύπωση θα σου έκανε ο Βασιλέας αν τον ζούσες από κοντά. Μπορώ όμως να πω ότι εκείνου σίγουρα θα του άρεσες ω Φρύνη. Εκτιμά τόσο την ομορφιά όσο και την ειλικρίνεια. Άσε που νομίζω ότι έχει αδυναμία στις λίγο μεγαλύτερές του γυναίκες, έχω παραδείγματα. Αλλά αυτά θα τα πούμε διεξοδικά όταν ο Ταξιδιώτης Ερμής μας επιτρέψει να ξαναβρεθούμε κοντά η μια στην άλλη.

Για εκείνον έχω μόνο να προσθέσω ότι για να τον καταλάβει κανείς, πρέπει να λάβει υπ’ όψιν ότι μαζί του έχει έρθει στην εξουσία μια γενιά νέων. Τους βλέπεις: είναι μια μεγάλη συντροφιά από νέα παιδιά που όσο επιτυχώς και αν παίζουν τον πόλεμο, όσο κι αν μέσα σε λίγα χρόνια έχουν εξελιχθεί σε βετεράνους μεγάλων μαχών, εξακολουθούν να  αστειεύονται,  να γελάνε, να κάνουν φάρσες οι μεν στους δε, σαν να είναι μια μεγάλη παρέα που βγήκε κυνήγι. Και προ παντός,  διαισθάνονται ότι είναι οι πρώτοι σε κάτι καινούργιο. Αξίζουν, Μνησαρέτη μου, αξίζουν κάποιες ταλαιπωρίες προκειμένου να βρίσκεται κανείς κοντά τους.

¨Ταλαιπωρίες¨ γράφω κι έρχεται στο νου μου η προσπάθεια που κάθε γυναίκα κάνει, για να παραμείνει όσο γίνεται πιο επιθυμητή, ακόμη και όταν στην αγκαλιά της καταφεύγουν άντρες γεμάτοι από την έξαψη της μάχης, όπου το μόνο που αποζητούν είναι μια τελετή Ζωής που να ξορκίζει τον ανελέητο Θάνατο και να διαλύει τις Ερινύες και τα άλλα τέρατα που γεννοβολάει ο Πόλεμος.

Για να είμαστε επιθυμητές όμως – θυμάμαι πάντοτε τις συμβουλές και τις παραινέσεις σου- η εύνοια της Αναδυόμενης δεν αρκεί πάντα, κάποια βοήθεια δε βλάπτει, για αυτό σε παρακαλώ να έχεις το νου σου αγαπητή μου Μνησαρέτη: με το πρώτο πλοίο που θα φτάσει στον Πειραιά από την Τύρο, – υπολογίζω αμέσως μετά την ανοιξιάτικη ισημερία- σου στέλνω μαζί με την αγάπη  μου ένα κιβώτιο με καλλυντικές και αρωματικές ουσίες από την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Βαβυλώνα. Όχι πως η Κόρινθος και η Χαιρώνεια  δεν τα καταφέρνουν μια χαρά στην αρωματοποιία, αλλά για δοκίμασε κι αυτά τα ¨εξωτικά¨ κατασκευάσματα. Αν όχι τίποτα άλλο θα έχουν τη γοητεία του καινούργιου και του ασυνήθιστου.

Τι άλλο να σου εξομολογηθώ Μνησαρέτη μου; Ότι θα ’θελα να ξέρω τι κάνει ο Μένανδρος που με έκανε τόσο να γελάω, αν με ξέχασε ή αν η απουσία μου έχει τυχόν εμπνεύσει κάποιο νέο θεατρικό του έργο[3];

Εσύ εμπνέεις γλύπτες, και με το υπέροχο κορμί σου αυτό είναι δίκαιο, εγώ έναν κωμικό ποιητή είχα θαυμαστή, να μη ξέρω τι κάνει;

Ζητάω πολλά, ε; Άστο!

5

Α, τον θυμάσαι τον Εύελπι; Εκείνον το νεαρό Μεγαρέα που μάλλον συνεσταλμένος περιτριγύριζε στα αθηναϊκά συμπόσια πριν την εκστρατεία;

Είναι εδώ. Ταξιδέψαμε μαζί, πριν τέσσερα χρόνια, με το ίδιο πολεμικό πλοίο. Ο χρυσός μου, είχε νομίσει ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού  θα έπρεπε να με προστατέψει, -να σου πω την αλήθεια κάτι τέτοιο είχα στο μυαλό μου και εγώ, να τον προστατέψω, έτσι άβγαλτο που τον έβλεπα. Βέβαια το ταξίδι ήταν ομαλό και πειθαρχημένο και κανείς μας δε χρειάστηκε προστασία, ωστόσο μου έκανε εντύπωση η ευγενική αν και δωρικά πειθαρχημένη συμπεριφορά του.

Ε, λοιπόν πού να τον δεις τώρα. Κολλητός με τον ισχυρό Καλλισθένη, τον ανιψιό του Αριστοτέλη, που εδώ ασκεί υψηλά καθήκοντα  -και που αν πιστέψω αυτά που λένε οι εχθροί του μας επιτηρεί όλους-, έχει αναδειχθεί σε σημαντικό πρόσωπο. Τόσο σημαντικό που ενάντιά του και, φυσικά, ενάντια στον Ολύνθιο Καλλισθένη εξυφαίνεται συνομωσία από κάτι μοχθηρούς τύπους. Μοχθηρούς και ανόητους: τους ξεφεύγουν λόγια νομίζοντας ότι οι γυναίκες δίπλα τους είναι όντα χωρίς μυαλό και χωρίς παρατηρητικότητα.  Έπαθλο της πλεκτάνης τους; η επιρροή που εικάζουν ότι, εξουδετερώνοντάς τον Ολύνθιο και τους φίλους του, μπορούν να αποκτήσουν πάνω στον Μακεδόνα Βασιλέα. Είχα σκοπό να ειδοποιήσω τον Εύελπι, αλλά του ανέθεσαν αποστολές που τον ανάγκασαν να επιστρέψει βιαστικά στα Σούσα. Ελπίζω να μπορέσω να τον ενημερώσω έγκαιρα.

Ε, να. Νομίζω ότι στα είπα όλα και ξανάσανα!

Όλα; Όχι ακριβώς. Δε σου είπα τίποτα, ας πούμε,  για τον Πτολεμαίο.

Μη γελάς, το ξέρω ότι τους μισούς Μακεδόνες τους λένε Πτολεμαίους! Εντάξει, αφήνω μερικά πράγματα για όταν θα τα ξαναπούμε.

Εν τω μεταξύ

Σε ασπάζομαι με αγάπη και αφοσίωση

Το Θάϊον -όπως με προσφωνούσες χαϊδευτικά- από την Περσέπολη.

mosaico

[1] Σύμφωνα με τον Αθήναιο (Δειπνοσοφισταί, XIV, 614e) οι κυριότεροι από τους ¨πλακατζήδες¨ της παρέας των εξήντα ήσαν οι ο Καλλιμέδων, ο Κάραβος και ο Δεινίας, ο Μνασιγείτων και ο Μέναιχμος.  Ο Αθήναιος σημειώνει επίσης ότι ο Φίλιππος τους είχε χρηματοδοτήσει με ¨ένα τάλαντο¨ προκειμένου να του στέλνουν τα αστεία τους, ειδικότερα όσα τον αφορούσαν.

[2] Αν και πόλη της Βοιωτίας, οι Θεσπιές αλώθηκαν και καταστράφηκαν από τους Θηβαίους μετά την μάχη των Λεύκτρων (371πΧ).  Πιθανολογείται ότι μετά από αυτή την καταστροφή ο φτωχός Επικλής, πατέρας της Μνησαρέτης/Φρύνης, μετακόμισε στην Αθήνα.

[3] Φημολογείται ότι ο Μένανδρος είχε γράψει και παρουσιάσει το κωμικό έργο Θαίς, (δεν διασώθηκε) εξυμνώντας τις χάρες της τότε ερωμένης  του Θαΐδας

350px-Hetaere_Kallipygos

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Tαξιδιωτικές στιγμές…

Posted by vnottas στο 8 Νοεμβρίου, 2014

(από τις σημειώσεις του -δίκυκλου- ταξιδευτή Βασίλη Μεταλλινού)

images (22)

 …γιατί τα ταξίδια είναι στιγμές!

2008. Παλιά πόλη Δαμασκού. Μπαίνω στον παμπάλαιο καφενέ, πιθανολογώ από την εποχή των Σουμέριων και παραγγέλνω ένα τσάι. Τρείς κελεμπιοφόροι υπό ακατάσχετη αφηγηματική διάρροια, γελάνε σαν ξεκούρδιστοι μπαγλαμάδες και ξεφυσώντας τους καπνούς των ναργιλέδων, «φτιάχνουν» ατμόσφαιρα φοιτητικού αμφιθεάτρου…

 Παραδίπλα δυό παρέες νεαρών παρακολουθούν στην ασπρόμαυρη τηλεόραση το ματς μεταξύ Al-Jaish και Al- Karamah με τεντω…μένα σαγόνια από πάθος και φανατισμό. Ρωτάω τον καφετζή -στ’ αγγλικά- πως να βγώ στην Bab Al Salam (την Πύλη της Ειρήνης) αλλά μ’απαντά στη γλώσσα του, προφέροντας τις λέξεις σα να προσπαθεί να βγάλει ροχάλα!

Ομολογώ ότι δεν έχω επαρκώς εντρυφήσει στην διάλεκτο της Μέσης Αραμαϊκής και αναζητώ έξωθεν βοήθεια στο μικροσκοπικό μαγαζάκι δίπλα στον καφενέ.
Επαναλαμβάνω την ερώτησή μου.
Ο μαγαζάτωρ μΕ απαντά ρωτώντας:
«What is your nationality mister»?
«Γκρήκ …Γιουνάν» του απαντώ, ενώ από το καφενείο ακούστηκε ολόκληρη η playlist των βρισιών της τοπικής αργκό για το χαμένο γκολ της Al-Jaish!
Αντί απαντήσεως στο ερώτημά μου, ο μαγαζάτωρ μου επιδεικνύει την ταμπέλα της φωτό …στα Ελληνικά!!!

Επιμύθιον. Πιό εύκολα βρίσκεις συγχώρεση και συμπόνια στο λάκκο των κροκκοδείλων …παρά στην πεθερά σου όταν έχεις γράψει σε «στρατηγικό» σημείο την ταμπέλα του μαγαζάτορος!

 10635973_728019630567577_4855205898949354829_n

 2010. Αίγυπτος.

Έπινα το τσάι μου στο θρυλικό καφέ Φαρούκ στην Αλεξάνδρεια, αναμένοντας βραδυφλεγώς τον Μπίμπο -ένα αγνώστου ταυτότητος περιφερόμενο υποκείμενο- που είχε αναλάβει να μΕ φέρει «στο πιάτο» την βίζα του Σουδάν, όταν η Ελληνική Πρεσβεία του Χαρτούμ αρνήθηκε να μΕ κάνει πρόσκληση λόγω της έκρυθμης κατάστασης, εν όψει του δημοψηφίσματος για την απόσχιση του Ν. Σουδάν.
Ο Μπίμπο, συστημένος από έναν μπαρουτοκαπνισμένο Γερμανό 70άρη τζιπά ταξιδευτή, ήταν βαθιά μολυσμένος από τον ιό του εκατοδόλαρου και ζογκλέρ στο να ελίσσεται στα τεράστια εμπόδια των αφρικανικών υπηρεσιών, σαν να’ ταν αλειμμένος με σαπούνι… Με κάτι ακατάλυπτα αράβικα επιφωνήματα, όλα τα περιέγραφε γρήγορα κι απλά, σαν διαφημιστικό τραπεζοδανείου!
Όμως αργούσε γύρω στη μια ώρα στο ραντεβού και χωρίς το διαβατήριό μου παρασύρθηκα σε έκφρονες υποθέσεις, κάνοντας την καρδιά μου να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου!
Το ηλικιωμένο γκαρσόν -που υποθέτω ότι θα είχε σερβίρει και τον βασιλιά Φαρούκ στο παρελθόν- μΕ πλησίασε και μΕ ρώτησε διακριτικά… «αρ γιου μίστερ Μεταλλίνος?»
Έγνεψα καταφατικά μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μπίμπο ιζ κάμιν» συμπλήρωσε σε στάση ορθίου γονυκλισίας.
Ήπια την τελευταία γουλιά από το τσάι μου ανακουφισμένος και παρήγγειλα ένα δεύτερο φλυτζάνι με την ηρεμία -πλέον- Περουβιανού οπιοφάγου.
Τελικά, αυτά που είναι αδύνατα στα Υπουργεία και τις Πρεσβείες, στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή είναι δυνατά με τον κατάλληλο άνθρωπο και 2-3 φλυτζάνια τσάι…
.
…άντε και με κανα εκατοδόλαρο!

1545174_695099527192921_6049879512634902517_n

1545174_67192921_6049879512634902517_n

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Βούλα Δαμιανάκου, το νέο της βιβλίο

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

Δαμιανάκου α2.jpeg

 

Είχα την τιμή και τη χαρά να μου στείλει η Βούλα η Δαμιανάκου ένα αντίτυπο από το νέο δίτομο βιβλίο της. Μόλις το έλαβα, αχνιστό, με το άρωμα του τυπογραφείου. Ανυπότακτη, πιο νέα από πολλούς σημερινούς τριαντάρηδες δηλώνει: ¨Από το ληστή του νόμου, κάλλιο στο ληστή του δρόμου¨, και μετά αρχίζει να διηγείται…

 

Δαμιανάκου 2α

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Με φιλοπαίγμονα διάθεση…

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

… όπως σημειώνει ο Νίκος

αρχείο λήψης (1)

Νίκος Μοσχοβάκος

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Θέλησα να λάβω το λόγο. Φώναζαν, επιχειρηματολογούσαν τάχα, αφρίζοντας αγανακτισμένοι. Μέσα μου παραιτήθηκα τότε. Που πάω και ποιος θα μ’ακούσει σκέφτηκα. Δεν θα γίνω σαν τα μούτρα τους. Τόσο χαμηλά δεν πέφτω.

images (1)
Τα πράγματα όμως τα εκτίμησα λάθος. Γιατί ύστερα από λίγους μήνες οι πάλαι ποτέ φωνασκούντες είχαν αναρριχηθεί στην εξουσία και μ’αντίθετους λόγους, μειλίχια και ύφος διαλλακτικό προσπαθούσαν να κατευνάσουν τους διαμαρτυρομένους.
Μάζεψα στοιχεία για την προέλευσή τους. Είχαν συμπράξει ένας κόμης, ένας κομιτατζής κι ένας κομισάριος. Τα ονόματά τους Ντε Ριμπό, Αντόν και Ρικάρντο. Ο πρώτος καταγόταν από την κομητεία του Κλισύ, ο δεύτερος από την Κομοτηνή και ο τρίτος από το Κόμο. Ακόμα, έμαθα ότι η συνομωσία είχε εξυφανθεί σε μια μικρή κώμη κι ότι όλοι είχαν εμφανισθεί με περιποιημένη κόμη. Ίσως πλην του κόμη. Μάλιστα στην επίσκεψή τους στην Μακρακώμη, είχαν άπαντες λερωθεί με κόμμι που έβγαζαν τα πεύκα της περιοχής.

images
Κωμικά πράγματα θα μου πείτε. Να όμως που γλιτώσαμε από δαύτους όταν εμφανίστηκε ένας κομήτης που απειλούσε να κομματιάσει τη γη κατά τους ειδικούς. Μάζεψαν βιαστικά τα πράγματά τους κι αναχώρησαν για την έρημο της Κομαγηνής. Κόμισαν όπως ήταν φυσικό μαζί τους και τα καμώματά τους.
Εκεί ο κόμης έπεσε σε κώμα, ο κομισάριος επεδόθη στην συγγραφή κωμειδυλλίου, όμως ο κομιτατζής χωρίς να βάλει κόμα στις φιλοδοξίες του σκεφτόταν ακόμα αισιόδοξα με σκοπό να επανιδρύσει το κόμμα.

images (23)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Αλφαβητάριο

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

1

Ηλίας Κουτσούκος

Λόλα πάρε δυο μήλα  και φύγε

alfabhtario-3-inside-ct

Θέλω να γίνω χορτοφάγος  και δεν το μπορώ

μου αρέσουν τόσο πολύ τα γαμημένα κρέατα

κυρίως τα κοψίδια από αγριογούρουνα

-άλλωστε βλέπω ένα σωρό στους δρόμους κάθε μέρα-

Θέλω να γίνω χριστιανός και δεν μπορώ

βλέπω τον Αη-Γιώργη τον  δράκο να σκοτώνει

και φρικάρω

σιγά τα μάτια της ομορφονιάς που φύλαγε

ο φουκαράς ο δράκος

γιατί η πραγματική αλήθεια είναι

πως η βασιλοπούλα τον είχε pet  τον δράκο…

Θέλω να γίνω ιδεαλιστής και δεν μπορώ

γιατί ο κόσμος  δίπλα μου διαρκώς ξεχνά

το τι  σημαίνει Δεξιά -γαμώ τη μνήμη του-

Θέλω να γίνω οραματιστής

μα έχω γλαύκωμα παρέα

με  σύνδρομο της ματαιότητας στα μάτια

Θέλω να φύγω μα φοβάμαι

πως έχουν κλείσει όλους τους δρόμους για καλά

‘μέσα στων προαστίων το σούρουπο’

Θέλω να πέσω με τα μούτρα μες στον Ντοστογιέφσκι

θέλω να κλέψω το ‘παλτό’ του Γκόγκολ

να πιώ μέχρι σκασμού με τον Μπουκόβσκι

-αλλά τα τίναξε ο μπεκρούλιακας-

Θέλω να πάω  και στην Ύδρευση και  να μιλήσω

στον  Διευθύνοντα, θέλω στ αλήθεια να του πω

 ‘καλά είσαι τόσο μαλάκας  που πιστεύεις πως πρέπει

να πληρώνουμε για το νερό ..’

Θέλω να κάνω χίλια δυο

κι ούτε τα δυο δεν κάνω

Γι αυτό θα  αγοράσω  μήλα

να σε βρω στο δρόμο και να σου πω

‘πάρε δυο μήλα και φύγε

πάρε δυο μήλα Λόλα

πάρε δυο μήλα και φύγε’…

3


			

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Στο Ακρωτήριο Ταίναρο

Posted by vnottas στο 15 Οκτωβρίου, 2014

Νίκος Μοσχοβάκος 

ΑΡΓΩ 1948

Όταν σκληραίνει η νύχτα

πάνω από το ακρωτήριο Ταίναρο

και το φως των άστρων

σκορπίζεται λέπια που τρεμοπαίζουν

στα νερά του πελάγου

ιθύνοντες των αιωνίων χρησμών

πλάι στο νεκρομαντείο του Ποσειδώνα

προτάσσουν τις ασπίδες τους

αθέατοι μα πείσμονες

στη φθορά της αρμύρας

και της λήθης την άφεση.

Αλλά και όταν έχει πανσέληνο

τότε που τα κύματα

χτενίζονται πάνω στους βράχους

ακουμπώντας πολλές φορές

τις ψυχές που ταξιδεύουν

προς την πύλη του Άδη

αυτοί οι ίδιοι ιθύνοντες

σιγοτραγουδούν ή παίζουν μαντολίνο

μαζί με σειρήνες και κόρες γοργόνες

για να γλυκάνουν τους καημούς

 ξεχασμένων ναυαγών.

Πιο πάνω εν μέσω γκρεμών

 αγαλμάτων σμιλεμένων στην πολυκαιρία

βουνά με ξεράγκαθα

και νάνους λουλούδια πλάι τους

μαρτυρούν χαμογελώντας

πως η νηφαλιότητα

της αιώνιας παράστασης

ουδέποτε έλλειψε σ’αυτό το τόπο

που καταλήγει ο κόσμος

παρουσία του γλάρου της κουκουβάγιας και του αστερία.

Δίπλα στα χαλάσματα

μια αράχνη μια ασώματη ταραντούλα

κι ένα σακατεμένο σκυλί

που γαυγίζει διαρκώς

ενημερώνουν τα ψηφιδωτά

τις ρωμαϊκές στέρνες

και τους αποστάτες άγγελους

για το επικείμενο ναυάγιο

των τελευταίων πειρατών

εδώ σ’αυτόν τον τόπο

όπου πράγματι λήγει ο κόσμος.

Στο ακρωτήριο Ταίναρο.

 20071030145259E312_8402

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Παραγγελιά (La chiamavano Bocca di Rosa)

Posted by vnottas στο 7 Οκτωβρίου, 2014

Με το που τέλειωσαν οι καλοκαιρινές διαλείψεις, ασυνέχειες και διακοπές με παίρνει ο Θάνος τηλέφωνο, κι ανάμεσα σε άλλα (τέλους σεζόν) μου λέει:

– Μπαμπά, άκουσα ένα ωραίο τραγούδι του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ.

– Ποιο; τον ρωτάω.

-Το Bocca di Rosa, μου λέει.

– Ωραίο πράγματι, συμφωνώ.

– Πώς και δε το μετάφρασες με τα άλλα;

– Να σου πω την αλήθεια μια φορά το είχα αρχίσει, αλλά έχει πολλές μικρές στροφές και κάπου το άφησα ή με άφησε.

– Παραγγελιές δέχεσαι;

– Από σένα, άμα λάχει, ναι (το έχω ξανακάνει).

Κάπως έτσι, ανάμεσα στους αρχαίους με τους οποίους κάνω παρέα τον τελευταίο καιρό, εμφανίστηκε πάλι ο Φαμπρίτσιο.

Η προσπάθεια είναι προφανώς αφιερωμένη στο Θάνο.

images (25)

Η Ροδόστομη

Την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

τον έρωτα είχε πιο πάνω απ’ όλα!

την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

πολλοί από μας τη θυμούνται ακόμα.

*

Με το που φτάνει στη μικρή μας πόλη

από το τρένο σαν κατεβαίνει,

με μια ματιά καταλάβαμε όλοι

ότι δεν ήταν καμιά ιερωμένη!

*

Άλλη αγαπάει γιατί βαριέται,

άλλη για χρήμα μόνο αγαπιέται,

μα η Ροδόστομη, αν δεν κάνω λάθος,

ερωτευόταν  μόνο από πάθος!

*

Αλλά το  πάθος, μας παρασύρει

να ερωτευόμαστε πάντα με μένος

και δεν ρωτάμε ο αγαπημένος

αν είναι ελεύθερος ή παντρεμένος.

 *

Κι έτσι της πόλης μας οι κυράτσες

-εδώ που τα λέμε, πολύ δε θέλει-

στο «ρόδινο στόμα» ορμήσανε  όλες

γιατί τους στέρησε το μέλι.

*

Αλλά της πόλης μας οι σουσουράδες,

οι καρακάξες και τ’ άλλα είδη,

μια που δεν έχουν πολλή φαντασία

περιοριστήκανε στο βρισίδι.

 *

Σ’ όλους αρέσει να συμβουλεύουν

κι όλο μαθήματα να παραδίνουν

κι όλοι στη λένε για το καλό σου

κακό παράδειγμα σα δεν σου δίνουν.

 *

Έτσι μια γέρικη πια καλιακούδα

χωρίς παιδιά, δίχως επιθυμίες,

πήρε με κέφι την πρωτοβουλία

σωστές να δώσει οδηγίες.

 *

κι είπε σταράτα στις κερατωμένες

με φράσεις κοφτές και με λέξεις ψαγμένες:

¨Να πώς θα διορθώσουμε την αδικία:

Θα ειδοποιήσουμε την Εξουσία!¨

 *

Κι εκείνες πήγανε στον αστυνόμο

και του τα είπαν με λίγα  λόγια:

«Πιότερους έχει η τσούλα  πελάτες

κι απ’ της κυβέρνησης τα λαμόγια!»

 *

Και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι,

με τα γαλόνια, με τα γαλόνια

και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι

με τα γαλόνια και τα κορδόνια.

 *

Η τρυφερότητα δεν είναι μια αξία

που έχουν οι μπάτσοι αδυναμία,

μα εκείνη τη μέρα να πάρει το τρένο

τη συνοδέψαν  μ’ απροθυμία.

 *

Στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν όλοι,

από τον διάκο ως τον γεωπόνο,

στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν κι είχαν

στη φάτσα θλίψη, στα μάτια πόνο.

 *

Για να χαιρετίσουν αυτήν που για λίγο,

χωρίς ιστορίες, χωρίς απαιτήσεις,

για να χαιρετίσουν αυτή που για λίγο

χάρισε του έρωτα τις συγκινήσεις.

 *

Και μία φράση είχαν γραμμένη

με γράμματα μαύρα σε μια πινακίδα:

«Γλυκιά Ροδόστομη σε χαιρετάμε

μαζί σου  φεύγει η ανοιξιάτικη ελπίδα».

 *

Αλλά μια φήμη λίγο σκαμπρόζα

δεν έχει ανάγκη του τύπου την πρόζα

κι από σαΐτα ταχύτερη ακόμα

να που εξαπλώνεται στόμα με στόμα.

 *

Και να που στον άλλο σταθμό του τρένου

κόσμος πολύς από όλη τη χώρα

να  στέλνει φιλιά,  να στέλνει λουλούδια

να την καπαρώνει για λίγη ώρα

 *

Ως κι ο εφημέριος που δεν αρνιέται,

-μετά απ’ ένα γάμο ή μία κηδεία-

της ομορφιάς την εφήμερη δόξα,

την θέλει δίπλα του στη λιτανεία!

 *

Και με την Παρθένο στην πρώτη αράδα

και τη Ροδόστομη στη μέση του δρόμου

 στη μικρή πόλη γυρίζουν αντάμα

η Αγία Αγάπη κι η αγάπη εκτός νόμου.

***

images (24)

Εδώ με τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ

*

Κι εδώ με την Ορνέλα Βανόνι

…και μια ανάγνωση

images (28)

Bocca di Rosa

La chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore, metteva l’amore,
la chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore sopra ogni cosa.
*
Appena scese alla stazione
nel paesino di Sant’Ilario
tutti si accorsero con uno sguardo
che non si trattava di un missionario.
*
C’è chi l’amore lo fa per noia
chi se lo sceglie per professione
bocca di rosa né l’uno né l’altro
lei lo faceva per passione.
*
Ma la passione spesso conduce
a soddisfare le proprie voglie
senza indagare se il concupito
ha il cuore libero oppure ha moglie.
*
E fu così che da un giorno all’altro
bocca di rosa si tirò addosso
l’ira funesta delle cagnette
a cui aveva sottratto l’osso.
*
Ma le comari di un paesino
non brillano certo in iniziativa
le contromisure fino a quel punto
si limitavano all’invettiva.
*
Si sa che la gente dà buoni consigli
sentendosi come Gesù nel tempio,
si sa che la gente dà buoni consigli
se non può più dare cattivo esempio.
*
Così una vecchia mai stata moglie
senza mai figli, senza più voglie,
si prese la briga e di certo il gusto
di dare a tutte il consiglio giusto.
*
E rivolgendosi alle cornute
le apostrofò con parole argute:
«il furto d’amore sarà punito-
disse- dall’ordine costituito».
*

E quelle andarono dal commissario

e dissero senza parafrasare:
«quella schifosa ha già troppi clienti
più di un consorzio alimentare».
*

E arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi con i pennacchi
e arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi e con le armi.
*
Il cuore tenero non è una dote
di cui sian colmi i carabinieri
ma quella volta a prendere il treno
l’accompagnarono malvolentieri.
*
Alla stazione c’erano tutti
dal commissario al sagrestano
alla stazione c’erano tutti
con gli occhi rossi e il cappello in mano,
*
a salutare chi per un poco
senza pretese, senza pretese,
a salutare chi per un poco
portò l’amore nel paese.
*
C’era un cartello giallo
con una scritta nera
diceva «Addio bocca di rosa
con te se ne parte la primavera».
*
Ma una notizia un po’ originale
non ha bisogno di alcun giornale
come una freccia dall’arco scocca
vola veloce di bocca in bocca.
*
E alla stazione successiva
molta più gente di quando partiva
chi mandò un bacio, chi gettò un fiore
chi si prenota per due ore.
*
Persino il parroco che non disprezza
fra un miserere e un’estrema unzione
il bene effimero della bellezza
la vuole accanto in processione.
*

E con la Vergine in prima fila
e bocca di rosa poco lontano
si porta a spasso per il paese

l’amore sacro e l’amor profano.
***

images (27)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Ο ξεναγός καθρέφτης

Posted by vnottas στο 25 Σεπτεμβρίου, 2014

Νίκος Μοσχοβάκος

Classic_4e1c83698b232

Ο ξεναγός καθρέφτης

μ’ οδηγεί σε νέες περιοχές

σε νεους τόπους άγνωστους μέχρι τώρα

σχηματισμένους από οδυνηρούς σεισμούς

γεμάτους χείμαρους ξεροπόταμα ρυάκια

κι αδιέξοδους δρόμους

που βγαίνουν σε σκιερές σαβάνες

μάταιης βλάστησης και χλωρίδας.

Κανένα δε βρίσκω

κανείς δε με περιμένει

γι αυτό κοντοστέκομαι με φόβο

κι ανακαλύπτω πως η μοναξιά

έχει τους δαίμονές της

που αδημονούν να με δεχτουν.

*

Κι όπως ο καθρέφτης μου

εξακολουθεί την ξενάγησή του

κοιτάζομαι στα μάτια

αποφασισμένος να μην ενδώσω

να μην υποχωρήσω σαν ματαιόδοξος

αλλά να χωρέσω στα νέα τοπία

κι όσο βαστάει η δύναμή μου

μαχόμενος να τα υπερασπιστώ.

images (22) 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (πάλι)

Posted by vnottas στο 8 Σεπτεμβρίου, 2014

imagesW

 

Ας πούμε ότι οι συγκυρίες το επιτρέπουν.

Ας πούμε ότι βρίσκεστε υπό την σαγηνευτική επιρροή μιας λευκής κόλλας χαρτιού, που αναζητά γράμματα και ιστορίες.

Ας πούμε ότι θέλετε να ζήσετε την περιπέτεια της γραφής και αναρωτιέστε από ποια πόρτα να μπείτε στον συναρπαστικό της κόσμο.

Από την λιτή, σοβαρή πύλη της διατύπωσης σκέψεων, προβληματισμών και απόψεων; Από την φαντασμαγορική ¨πορτάρα¨ (έτσι λέμε στη Θεσσαλονίκη τις πύλες των κάστρων)  των μπριόζικων φανταστικών μυθοπλαστικών αφηγήσεων; Από την σκηνογραφική είσοδο των θεατρικών διαλόγων; Ή από κάποια άλλη, καινούργια πύλη, από εκείνες που μέχρι στιγμής δεν έχετε επιχειρήσει να παραβιάσετε;

Εγώ λέω ότι αυτή η τελευταία επιλογή μοιάζει η πιο δελεαστική. Αυτή που υπόσχεται τις περισσότερες εκπλήξεις.

Όμως ας μην το παρακάνουμε σε προσδοκίες.

Θέλω να πω ότι όσο κι αν ζορίζεται ο συγγραφέας, όσο κι αν επιθυμεί να καινοτομήσει, όσο κι αν επιχειρεί να προσεγγίσει νέα είδη γραφής, κατά βάθος από το ίδιο καπέλο βγάζει πάντοτε τους λαγούς, τα περιστέρια και τα φανταχτερά του φουλάρια.

Πάντως, ας δεχτούμε ότι κάθε απόχρωση γραφής έχει τις ιδιαιτερότητές της. Μερικά θέματα, ας πούμε, απαιτούν έρευνα. Έτσι δίνουν την ευκαιρία της αναζήτησης που, από μόνη της,  είναι κι αυτή μια περιπέτεια.

Άλλα πάλι, σε αφήνουν αχαλίνωτο να νομίζεις ότι τα φτιάχνεις όλα εξ αρχής. Πρόκειται φυσικά για μια ψευδαίσθηση, αλλά παραμένει μια γοητευτική πλάνη (νομίζω ότι οι συγγραφείς είναι πάντα έτοιμοι να αυτο-πλανηθούν).

Υπάρχει και ένα είδος, που ενώ απαιτεί επαρκή τεκμηρίωση,  επιτρέπει παράλληλα μυθοπλαστικές απογειώσεις: το ιστορικό μυθιστόρημα. (Ε, ναι. Αν θέλεις, στην ίδια αφήγηση, να συμπεριλάβεις μυθοπλαστικά και τεκμηριωμένα στοιχεία, πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι δεν αρκεί η χωρητικότητα ενός, έστω εκτεταμένου, διηγήματος, πιθανώς ούτε και εκείνη της νουβέλας: θα πρέπει να βουτήξεις στη βαθειά, έως άπατη, σελιδοπαραγωγή του μυθιστορήματος).

images22

Έκανα τις παραπάνω σκέψεις καθώς έμπαινε το καλοκαίρι και προβληματιζόμουν, τόσο για το είδος της γραφής, όσο και για το συγκεκριμένο θέμα που θα μπορούσε να με ¨απογειώσει¨, γιατί, μεταξύ μας, ήθελα να προσπεράσω περίκλειστα τείχη που απομονώνουν εμένα.

Μια μέρα, με τον Νίκο που ήταν εδώ, συζητούσαμε για διάφορα θέματα της επικαιρότητας, με αυτόν  τον νέο τρόπο (νέο για τη γενιά μας –οι πιτσιρικάδες το έχουν στο αίμα τους), που η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει. Δηλαδή σκάβοντας με τη βοήθεια του φορητού ή του τάμπλετ, γύρω τριγύρω από ειδήσεις που μας πλασάρει η εφημερίδα ή η τηλεόραση. Συζήτηση, ψάξιμο, νέα στοιχεία, πάλι συζήτηση, ψάξιμο… Είναι ένα παιχνίδι που -αν αγνοήσεις προς στιγμήν τον εκνευρισμό που προκαλεί το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που ξεφουρνίζουν τα Μέσα και αυτά που προκύπτουν από μια, έστω αβαθή, πρώτη διερεύνηση στο διαδίκτυο- μπορεί να αποβεί πρωτότυπο και ενδιαφέρον.

Η είδηση που αναμασούσε η τηλεόραση δεν ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και ίσα ίσα που την προσέξαμε. Ο πρωθυπουργός βρισκόταν στην Ιταλία και οι οικοδεσπότες, διπλωματικά ευγενικοί, τον πήγαν σε μια έκθεση αφιερωμένη στη Δημοκρατία (της οποίας μας αναγνωρίζουν το -ληγμένο- κόπι ράιτ), όπου το κύριο έκθεμα ήταν τα ρωμαϊκά αντίγραφα των αγαλμάτων των ¨τυραννοκτόνων¨.

Ας θυμηθούμε, είπαμε, λίγο περισσότερα για τον Αριστογείτονα και τον Αρμόδιο. Άρα: Γκούγκλης, Βικιπέντια, και μετά ένας λαβύρινθος από αποδεκτούς και απαράδεκτους (αισθητικά) ¨τόπους¨.

 Ενώ ξεκινήσαμε αναζητώντας συμπληρωματικές πληροφορίες για την εποχή που έδρασαν οι απεικονιζόμενοι αγαλματοποιηθέντες, το ερώτημα που άρχισε να διαγράφεται, όλο και πιο έντονα γύρω από τους δύο, ήταν: Ήρωες της (πρώιμης ή υπό κατασκευή) Δημοκρατίας, όπως κατέγραφαν  μερικοί, ή ¨απολιτικοί κίναιδοι¨, όπως ενίσταντο άλλοι;. Πολιτική δολοφονία, συνωμοσία των Λακεδαιμονίων ή μελοδραματικό έγκλημα πάθους;  Ή για να γενικεύσουμε: κατά πόσο η Δημοκρατία για να επικρατήσει ή να διατηρηθεί έχει ανάγκη από μύθους;

¨Να ένα ωραίο θέμα για ιστορικό μυθιστόρημα¨, λέει ο Νίκος.

Εγώ τσιμπάω αμέσως.

Γιατί όχι, λέω.

(συνεχίζεται)

harmodiusaristogeiton

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τι παλιά ιστορία αυτοί οι ρεαλιστές, οι πραγματιστές, οι προσγειωμένοι/απόκοτοι του δελτίου των οκτώ!

Posted by vnottas στο 5 Σεπτεμβρίου, 2014

images (17)

ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΠΟΚΟΤΟΣ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΗΣ

 

Κατά βάθος φθονούσε τον Ιππία

αν και δημοσίως τον αποδοκίμαζε

βεβαίως απεχθανόταν τον Εφιάλτη

παρότι τον έβρισκε αρκετά ρεαλιστή

λάτρευε τους ενδοτικούς

κι υπερασπιζόταν με πάθος τους μηδίσαντες.

*

Αυτό δα έλειπε να έχουν δίκιο

οι ρομαντικοί αιθεροβάμονες

κι ο συρφετός της Εκκλησίας του Δήμου.

Ο ίδιος ήταν απόκοτος

πολλές φορές κυκλοθυμικός

και προσποιούταν τον αδέκαστο.

*

Ναι πάντοτε μοχθώ για το εφικτό έλεγε

και σιχαίνομαι τους αχρείους δημεγέρτες

όπως αποκαλούσε τους πολιτικούς του αντιπάλους.

*

Η αλήθεια είναι ότι καλά τάχε καταφέρει

μέχρι τώρα στη ζωή του

αφού είχε ταυτίσει το επάγγελμα με την ιδεολογία του.

tv3

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καημός ή Αχ, Ηλία μου, αχ…

Posted by vnottas στο 29 Αυγούστου, 2014

 β

Αχ……..

Ηλίας Κουτσούκος

 

Αχ αυτή η μαύρη πέτρα μέσα μου

που γύρω της γυρνούν-γυρνούν

όλοι οι μουσουλμάνοι του μυαλού μου…

Αχ το μπλε  φουστανάκι σου

όταν στους αστραγάλους  σου πέφτει υποταγμένο

Αχ τα ρυτιδιασμένα χέρια απ τους χρόνους

σαν χαλασμένο απ τον καιρό  ακορντεόν

Αχ οι σελίδες που διαβάζεις και δεν σου τελειώνουν

Αχ  το διαδίκτυο που μες στο δίχτυ του σε μπλέκει

ενώ δεκάδες χρόνια μόνος είσαι

Αχ  η καινή Διαθήκη πόσα κενά σου αφήνει

Αχ πως μετράς τα αχ με μια προπαίδεια που δεν αρκεί

όλο αφαιρέσεις που προσθέτουνε μηδέν

Αχ τα στήθη σου που γαμούν την άνοιξη

 όταν θέλουν να αντισταθούν στον μαύρο άνεμο

Αχ το ενδεικτικό σου όλο ‘λίαν καλώς’ χωρίς αντίκρισμα

Αχ το μυαλό σου όταν φτιάχνει εφιάλτες

ή όταν πλάθει όνειρα ανεκπλήρωτα…

Αχ οι χερσαίες δυνάμεις που κατακτούν

κι η αεροπορία που ύπουλα χτυπά

το ναυτικό που υποχωρεί

μέσα σε προπετάσματα καπνού…

Αχ η αδήλωτη εργασία κι ο έρωτας δίχως ένσημα

η βαρετή λύση της εξίσωσης κι η έρευνα για τον καρκίνο

που συνέχεια συνεχίζεται, συνεχίζεται, συνέχεια…

Αχ η μητέρα σου που σε προσέχει

κι ο πατέρας σου όταν αντιπαθεί τον αρραβωνιαστικό σου…

Αχ η μαρμελάδα από φράουλα

το κοτόπουλο με σάλτσα και το μαύρο ψωμί

Αχ τα παιδάκια στα φανάρια

κι ο φακός χωρίς μπαταρία στη διακοπή ρεύματος

Αχ τα μέσα έξω σου και τα έξω σου μέσα…

Αχ η Δημοκρατία που ξεψυχά

κι ο δικτάτορας που κοιτάζει τον καθρέπτη του

να  γράφει  ‘έσο έτοιμος’…

Αχ η Κοκκινοσκουφίτσα που δεν αγάπησε το λύκο

Αχ οι βλαμμένοι κυνηγοί

και τα χελιδόνια που φεύγουν

αχ αχ αχ

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Δεν αρκεί η γλώσσα

Posted by vnottas στο 12 Αυγούστου, 2014

 

α

Ηλίας Κουτσούκος

Δεν αρκεί η γλώσσα

*

Όχι δεν αρκεί η γλώσσα

για να πει τι κουβαλώ μες στο κεφάλι μου

π.χ.  δυο καλάμια για ψάρεμα

μια οδοντόβουρτσα

μια κολόνια «yardley»

μια βεβαίωση απ το Αστυνομικό Τμήμα  -του Ηλιακού μας Συστήματος-

ότι είμαι σταθερός κάτοικος της Γης…

ένα κρυφό «στο διάολο» που είπα στον πατέρα μου μικρούλης

το αριστερό μου χέρι κόκκαλο από το κρύο

κρατώντας το τιμόνι από ένα σαράβαλο ποδήλατο

στην ωριαία διαδρομή

πήγαινε-έλα στο γυμνάσιο

το χτυποκάρδι μήπως και πει εκείνη την πρώτη ώρα

ο γαμημένος θεολόγος το όνομα σου

Όχι δεν αρκεί η γλώσσα

για να πει πως γίνανε τα μεγάλα μαύρα μάτια σου

κόκκινα από το κλάμα

αφού ποτέ δεν θα βρισκόμασταν ξανά

Όχι δεν αρκεί ούτε στην βεβαιότητα

στο ένα και ένα ίσον δύο

το ναι και το όχι

το ίσως και το μπορεί

το ξέρω και δεν ξέρω

Δεν αρκεί στην εικόνα

του διπλωμένου ανθρώπου

που γονατίζει στο ελέησον με Κύριε

ή στο βρωμερό καθίκι

που υπογράφει μια υποθήκη

στο δυνάστη που γράφει «απορρίπτεται»

Όχι δεν αρκεί

για τους μεγάλους έρωτες

τα μισόκλειστα βλέφαρα

τα κλειστά από το θάνατο μάτια

το χαλασμένο μπουζί της καρδιάς σου

οι μπαταρίες σου μέσα στη θλίψη

το θερμόμετρο

η κρέμα σαντιγί

ο ζεστός καφές

το δωμάτιο με θέα

τα μακαρόνια με θαλασσινά

η πιστωτική που τέλειωσε

Ούτε βέβαια αρκεί

αν επικοινωνείς καλύτερα με τον σκύλο σου

από ένα μοντέρνο φιλόσοφο

που εξηγεί τα κόλπα της γλώσσας

το διαρκές ελλιπές μοριακό σου βάρος

δεν αρκεί ότι σου λείπει

ούτε η λύπη-παλλίροια

δεν αρκεί, δεν αρκεί, δεν αρκεί

σου λέω.

images (40)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εκσυγχρονιστικό

Posted by vnottas στο 30 Ιουλίου, 2014

¨Εκσυγχρονιστικό¨ το λέω εγώ. Ο Νίκος, ίσως πιο απαισιόδοξα, το τιτλοφορεί απλώς ¨Σύγχρονο¨.

        images (14)

Νίκος Μοσχοβάκος

ΣΥΓΧΡΟΝΟ

 

Ανέπαφο είχε μείνει το βιβλίο.

Αν και βρέθηκε να στολίζει

τριών γενιών βιβλιοθήκες

κανείς ποτέ του δεν το άνοιξε

ούτε από περιέργεια.

Έτσι βρέθηκε στην κατοχή

του νέου κληρονόμου

ανθρώπου με αγωγή της εποχής

και γενικά ευσυνείδητου.

Αφού το εξέτασε εξωτερικά

και τίναξε τη σκόνη

που έμεινε στα χέρια του

είπε στην αλλοδαπή καθαρίστρια

-Αυτό να πάει για ανακύκλωση !

*

images (15)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κυριακές

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2014

images (5)

 

Τις Κυριακές τις πέρναγε αδιάφορα

περιμένοντας τ’ απόγευμα

για ν’ ακούσει

απ’ το τρανζίστορ ποδόσφαιρο.

Η ενσάρκωση των φάσεων

άλματα, σκληρά μαρκαρίσματα,

φάουλ και γκολ

ανεβοκατέβαζαν την αγωνία του

σαν απεικόνιση

ταραγμένου καρδιογραφήματος.

*

Όμως εκεί προς το τέλος του αγώνα

και πάντως στις καθυστερήσεις

δεχόταν πάντα επισκέψεις

οπτασιών και προσώπων

που διέκοπταν την απόλαυσή του

και τον οδηγούσαν σχεδόν βίαια

να δηλώσει υποταγή

στου νόστου την εξουσία

και ν’ αδιαφορεί

για το τελικό αποτέλεσμα

της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης.

*

Στο τρανζίστορ βέβαια

εξακολουθούσε ν’ ακούγεται

μονότονη η φωνή του σπήκερ

αλλά απλώς για να κάνει

πιο μελαγχολικό

της Κυριακής τ’ απόγευμα.

images (7)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

¨να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω…¨

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2014

Βιβλία στη κάψα του καλοκαιριού

Προτάσεις του Ηλία Κουτσούκου

 

1.  ‘να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω’

της Μαργκερίτε Χουμς

images (10)

 Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-ποταμό, 814 σελίδων, όπου η γερμανοτραφής συγγραφέας κάτω από φοβερή ψυχολογική πίεση στοιχειώνει τον μύθο της.

Μια γεροντοκόρη δασκάλα πιάνου που ζει πέντε δεκαετίες με τους γονείς της έξω από το Μόναχο, αποφασίζει να τους σκοτώσει και να τους θάψει στον κήπο με τη συμπαράσταση του εξηντάχρονου Αλγερίνου κηπουρού Μπεν-Αλί. Καταστρώνει το σχέδιο της με κάθε λεπτομέρεια πλην όμως την τελευταία στιγμή ο μελλοντικός εραστής της μετανιώνει γιατί αντιμετωπίζει πρόβλημα στον προστάτη κι αυτή του αποκόπτει μ ένα κλαδευτήρι τα γεννητικά του όργανα –ενώ αυτός κοιμάται- τα  οποία  και στέλνει με κούριερ στην πρεσβεία της Αλγερίας στο Βερολίνο..

 

2. ‘τι  θα σου μαγειρέψω απόψε αγαπημένη’

Του Νορβηγού συγγραφέα Ματέους Σλουγκεμπόργκ

αρχείο λήψης (1)

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται  στη σύγχρονη Νορβηγία όπου ένα ζευγάρι απ το Μπέργκεν που διατηρεί εστιατόριο σολομών, αποφασίζει να περάσει τις διακοπές του σε διαφορετικά φιόρδ της πανέμορφης χώρας. Ο Κερτ -μάγειρας στο επάγγελμα, 32 χρόνων- σ’ αυτές τις διακοπές έχει πάμπολλες εκπλήξεις για τη γυναίκα του Χανελόρε και μαγειρεύει για αυτή διαφορετικές σάλτσες με κρέατα που προέρχονται από κομμάτια δασοφυλάκων και μοναχικών ψαράδων των φιόρδ. Η Χανερόλε ζει το πιο όμορφο  καλοκαίρι της, το οποίο και καταγράφει κάθε βράδυ στο ημερολόγιο της…

 

‘Το ταχυδρομείο δεν πρόκειται να ανοίξει’

Εκπληκτική νουβέλα του άνεργου συγγραφέα Φρανσουά Εκπεσώ

images (11)

Ο πενηντάχρονος Γκιγιώμ Λιμιέρ παίρνει ένα επίσημο γράμμα απ τη Γενική Διεύθυνση των Ταχυδρομείων της Γαλλίας, όπου του ανακοινώνεται η απόλυσή του στα πλαίσια των περικοπών. Τότε βάζει μπρος στο σχέδιο του και με δυο τεράστια μπετόνια βενζίνης περιλούει μέρα-μεσημέρι το ταχυδρομείο της κωμόπολής του στο Αντρε-νου της Βρετάνης και καίει τρεις  υπαλλήλους, τέσσερις πελάτες και τον Διευθυντή…

Στη δίκη που ακολουθεί, ο εμπρηστής Γκιγιώμ βρίζει ασύστολα τον Δικαστή της έδρας, αποκαλύπτωντας
πως η γυναίκα του είναι λεσβία κι έχει πολύχρονη σχέση με τη γυναίκα του Διευθυντή του ταχυδρομείου.

 

‘Θαρχόμαστε  συνέχεια στο σπίτι σας’

 του Σομαλού συγγραφέα Αχμέτ αλ-μπεν- Λίλι

images (13)

Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα 617 σελίδων, όπου ο άγνωστος στο Ευρωπαικό κοινό Αχμέτ  αλ-μπεν  Λίλι από το Μογκαντίσου της Σομαλίας, εξηγεί με απίστευτο μίσος γιατί οι ισλαμιστές θα ταξιδεύουν συνεχώς και αενάως ως λαθρομετανάστες σε χώρες της Μεσογείου με στόχο να νοθεύσουν γεννητικά τον πληθυσμό της γηραιάς ηπείρου, ώστε οι ‘δυτικοί’ ν’ αποφασίσουν ν’ αλλάξουν πολιτική απέναντι στο Ισλάμ και να πάψουν να είναι τα γκαρσόνια  ή οι μπάτλερ των ΗΠΑ.

 

ΥΓ.  Αν βρείτε τα παραπάνω βιβλία για το καλοκαίρι, ας με πάρετε τηλέφωνο..

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ούτε δρομέας είμαι ούτε άλτης

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2014

Ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου

σδ

Πυγολαμπίδες άναψαν στο βάθος

φωτίστηκε το διάσελο κι οι βράχοι

δείχνουν το μονοπάτι χωρίς λάθος

το είδανε οι Πέρσες κι απ’ τη ράχη

 

το όρος άρχισαν να κατεβαίνουν

Ζητώ τα ανταλλάγματα επί τόπου

της προδοσίας κι όσα μου συμβαίνουν

δεν τα χωράει το μυαλό τ’ ανθρώπου

 

Τύψεις και φίδια ζώνουν τη ζωή μου

και μα τω Δία νιώθω πικραμένος

μια και δε γνώριζα προηγουμένως

τον πλούτο δεν τον χόρτασε η ψύχη μου

 

Ούτε δρομέας είμαι ούτε άλτης

το όνομά μου θα σας μείνει: Εφιάλτης

images

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τα σιτοχώραφα ως θέμα…

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2014

Yellow grain ready for harvest growing in a farm field

γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 

Τα σιτοχώραφα είναι ένα σπουδαίο θέμα γιατί μπορείς να κάνεις μια μεγάλη βόλτα μέσα τους την άνοιξη και αρχές του καλοκαιριού.

Αν φυσάει ακούς ένα περίεργο ήχο με αλλαγές λες και μιλούν άγγελοι μεταξύ τους.

Αν δεν φυσάει πάλι νομίζεις πως  κάποιος ψιθυρίζει δίπλα σου.

Ενώ βαδίζεις μέσα στα σιτοχώραφα ακούς μικρούλια τρωκτικά που κρύβονται βιαστικά στις φωλιές τους γιατί τα τρόμαξες με την παρουσία σου.

Τα σιτοχώραφα είναι τα πλέον κατάλληλα μέρη όπου μπορεί  να περπατήσει ένας άνθρωπος με μπαρουτιασμένο μυαλό, ένας με διπολικό σύνδρομο στο κεφάλι του ή μια ξεμυαλισμένη από έρωτα κοπέλα, ένας πιτσιρίκος που τον έδειραν οι συμμαθητές του στο επαρχιακό δημοτικό, ή ένας παππούς που αρνείται πεισματικά να παίξει τάβλι ή χαρτιά στο καφενείο του χωριού.

Σιτοχώραφα δεν υπάρχουν στη πλατεία Συντάγματος και γενικά στις μεγάλες πλατείες των  πόλεων κι αυτό -κατά τη γνώμη μου- είναι ένα τεράστιο εθνικό θέμα που δεν πρόκειται να λυθεί από τις Κυβερνήσεις διότι κανείς πρωθυπουργός δεν έχει κάνει βόλτα σε σιτοχώραφα μόνος του.

Campo-di-grano

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Τζιτζίκι ή τσακάλι

Posted by vnottas στο 1 Ιουλίου, 2014

 

Νίκος Μοσχοβάκος. Ραφινάτος, ευαίσθητος, επιγραμματικός

ηξ

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

 

Βρέθηκα κάποτε σ’ ένα δίλημμα

τζιτζίκι για τσακάλι να γενώ.

Διστακτικός κι αναποφάσιστος

στην ευκαιρία που μου δινόταν

άργησα πολύ ν’ απαντήσω.

Τόσο, που έχασα το ενδεχόμενο

ν’ αλλάξω ρότα στη ζωή μου.

Μ’ ωραίες δικαιολογίες

όμως παρηγορήθηκα.

Ούτε θα τραγουδώ μέχρι θανάτου

ούτε θα ξεδιψώ μ’ αίμα αθώων.

 

Τα συλλογίζομαι αυτά τώρα

την ώρα που προσπαθώ

να κουβαλήσω έναν μελιτζανόσπορο

μέχρι την υπόγεια φωλιά μου

για νάχω να περάσω

τις βροχερές μέρες του χειμώνα

με τα μυρμηγκάκια μου.

 

Παίρνω κουράγιο

και πορεύομαι ικανοποιημένος

μειδιώντας από ευχαρίστηση

που παρέμεινα ένα εργατικό μυρμήγκι.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Σχετικά με την Ωραία Κοιμωμένη και το κακό πουλί

Posted by vnottas στο 19 Ιουνίου, 2014

¨Στη σκιά της καρδιάς της καλής μου»  Αυτός είναι, σε πιστή μετάφραση, ο τίτλος ενός ακόμη τραγουδιού του άφταστου μπάρμπα (tonton) Γιώργη: Σε ατμόσφαιρα βουκολική και μελωδία μεσαιωνικής μπαλάντας τραγουδάει το εγερτήριο φιλί προς την ωραία κοιμωμένη του δάσους. Φιλί που όμως δε αρκεί πάντοτε για να δημιουργηθούν τα ποθητά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα όταν  ανακατεύονται ξένα γκαντέμικα πουλιά που χαλάνε τη μαγεία.

Στις έξη τετράστιχες στροφές του τραγουδιού ο Μπρασένς επαναλαμβάνει, τραγουδώντας, τους δύο πρώτους στίχους. Στην απόδοση, επειδή χρειαζόμουν χώρο για τις πολυσύλλαβες ελληνικές λέξεις, ¨γέμισα¨ τις επαναλήψεις έτσι ώστε να χωρέσουν κάποιες νοηματικές αποχρώσεις που αλλιώς θα περίσσευαν και θα τις έκοβα. (Η βασική επιδίωξη παραμένει οι αποδόσεις να προσαρμόζονται – χωράνε- στη μελωδία)

sleeping-beauty-gustafson_jpg

Μες της καλής μου την καρδιά
Ξένο πουλί φτιάχνει φωλιά
Σαν καμωνόταν μια φορά
Πως ειν’ του δάσους η Κυρά
Πως είχε τάχα κοιμηθεί
Και στα σκοτάδια είχε χαθεί

Τότε κι εγώ γονατιστός
Στη γοητεία της πιστός
Φιλί αγάπης και γητειάς
Δίνω στο μέρος της καρδιάς
Νεράιδες σας παρακαλώ
Το νου σας να ’χετε κι εδώ

Μα το πανάθλιο το πουλί
Έκραξε με στριγκιά φωνή
¨Πιάστε τον κλέφτη, το φονιά¨
Κι ακούστηκε η στριγκλιά μακριά
Ποτέ, σα να ’ταν δυνατό,
Να θέλω Εκείνης το κακό

images (55)

Σάλος, αχός και σαματάς
Κι έφτασε κόσμος και ντουνιάς
Φτάσανε κι οι συγχωριανοί
Και ο πατέρας της μαζί
Την όμορφη να σώσουν νια
Από τον κλέφτη, το φονιά…

Τόση βοή και φασαρία
Διώχνει, σκορπίζει τη μαγεία
Το ξόρκι πια δε λειτουργεί
Τ’ ονείρου χάνεται η πνοή
Κι η όμορφη δεν αντιδρά
Στα χάδια μου και στα φιλιά

Είναι από τότε που ξανά
Πήρα τα δάση τα βουνά
Η λαβωμένη μου καρδιά
Σ’ έρωτες δεν πιστεύει πια
Το τόξο μου γερά κρατώ
Σ’ άγνωστους τόπους κυνηγώ

*

Η ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά

images (58)

A l’ombre du cœur de ma mie (bis)
Un oiseau s’était endormi (bis)
Un jour qu’elle faisait semblant
D’être la Belle au bois dormant

Et moi, me mettant à genoux (bis)
Bonnes fées, sauvegardez-nous (bis)
Sur ce cœur j’ai voulu poser
Une manière de baiser

Alors cet oiseau de malheur (bis)
Se mit à crier » Au voleur » (bis)
» Au voleur » et » A l’assassin »
Comm’ si j’en voulais à son sein

Aux appels de cet étourneau (bis)
Grand branle-bas dans Landerneau (bis)
Tout le monde et son père accourt
Aussitôt lui porter secours

Tant de rumeurs, de grondements (bis)
Ont fait peur aux enchantements (bis)
Et la belle désabusée
Ferma son cœur à mon baiser

Et c’est depuis ce temps, ma sœur (bis)
Que je suis devenu chasseur (bis)
Que mon arbalète à la main
Je cours les bois et les chemins

images (54)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Έπεα ραντισμένα

Posted by vnottas στο 12 Ιουνίου, 2014

Ήτανε μέρα Κυριακή, μεσημεράκι. Σκόρπιες ξαφνικές ριπές ανέμου και το μπουρίνι έριχνε κουβάδες νερό (τον ένα πίσω από τον άλλο με ασυνεχή τρόπο) πάνω στις λαμαρίνες των δυο αυτοκινήτων που προσπαθούσαν να βγουν από τη Θεσσαλονίκη τραβώντας προς τα νότια. Μπροστά πήγαινε ο Ηλίας και η Μαρία. Ο Ηλίας είχε ξαναπάει στη παραθαλάσσια ταβέρνα με τη ¨σερβιτόρα που εξαφανίζεται πίσω απ την κουρτίνα¨ κι ήξερε το δρόμο. Πίσω εγώ οδηγώντας τσαλαβουτηχτά τον ¨Χοντρό¨ μαζί με τη Σόφη και τον Νίκο με την Ιωάννα, κοντά μας τις μέρες εκείνες. Όπου, που λέτε, φρενάρει ο Ηλίας   έξαφνα μπροστά μου δεξιά. Σταματάω κι εγώ παραπίσω και τον βλέπω να κατεβαίνει, να πλησιάζει το παράθυρο του συνοδηγού και να δίνει στον Νίκο χαρτί τυλιγμένο σε κύλινδρο και ασφαλισμένο με κόκκινη κορδέλα. Μετά τρέχοντας για να προφυλαχτεί από το κατεβατό επιστρέφει στο αμάξι του και βάζει μπρος.  Λίγο αργότερα φτάσαμε στη ¨σερβιτόρα¨ όπου μας περίμεναν ο Φάνης και η Μαρία. Καθησαμε έξω, η μπόρα σταμάτησε και το τσίπουρο ήταν καλό.

Το χαρτί έγραφε τα εξής:

2822D

Αλλάχ ου ακμπάρ…

Επειδή είμαι ηττημένος κατά κράτος

οριζοντίως και καθέτως

επί δεκαετίες οργισμένος είμαι.

Κάποιες νύχτες

όταν το μίσος κάνει κόκκινο το μυαλό μου

για εντελώς συγκεχυμένους λόγους

βγαίνω έξω μ ένα σπουδαίο

κοφτερό κυρτό μαχαίρι

και σφάζω λάστιχα ακριβών αυτοκινήτων

ή μια γραμμή τραβάω

από τη μία άκρη ως την άλλη

της τσίλικης μοντέρνας λαμαρίνας…

Ω τι ωραία που είναι

να σκέφτομαι την άλλη μέρα

τον καθώς-πρέπει κύριο

που θ’ αντικρύσει το τέλειο  κωλάμαξο του

σημαδεμένο με βαθιές γραμμές…

Και χέστηκα για αυτούς που βρίσκουν

αυτή τη πράξη βάρβαρη ή κομπλεξική.

Εξάλλου πάντα ήμουνα κομπλεξικός από μικρός

πιστεύοντας πως είμαι λύκος

και κάθε που ερχότανε πανσέληνος

ήθελα να ουρλιάζω σ’ ένα πατέρα που δεν έχω

γιατί εξαφανίστηκε σε κάποια νεφελώματα

του σύμπαντος

που δεν μπορεί ούτε ο Χαμπλ να δει

ούτε το τηλεσκόπιο Αρεσίμπο…

Μονάχος είμαι

και έχω μέσα μου δεκάδες άλλους

που το κουμάντο κάνει ένας Αραβας

μ’  ένα καμπυλωτό δαμασκηνό σπαθί.

τον έχω δει να κατασφάζει τους αγγέλους μου

τον έχω δει αγριεμένο να μου φωνάζει ‘βούλωστο’

Όμως όταν γυρνώ τις νύχτες

απ’ τους βανδαλισμούς των ακριβών αυτοκινήτων

κάθεται ήρεμος, χαιδεύει τη γενειάδα του

χαμογελάει και μου λέει

‘Αλλάχ ου ακμπάρ…’

ΥΓ Αν είναι αλήθεια ότι τα καλλιτεχνικά μηνύματα ολοκληρώνουν την διαδρομή τους ανοικτά στις υποκειμενικές/προσωπικές αποκωδικοποιήσεις του καθε  ¨αναγνώστη¨, τότε το παραπάνω έξοχο ποίημα του Ηλία Κουτσούκου,  θα ανακαλεί  (μαζί με άλλα που τα κρατάω για μένα) λόγια ραντισμένα από χοντρές ψιχάλες βροχής με γεύση τσίπουρου, καθώς και την ανάμνηση μιας εφηβικής συλλογής καμωμένης από (αποκολλημένα) σήματα αυτοκινήτων.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Σέρλοκ Μπάρμαν – Τραγωδία σε Μπαρ

Posted by vnottas στο 2 Ιουνίου, 2014

images (48)

Ο Στέφανο Μπένι είναι ένας σύγχρονος ιταλός συγγραφέας, κατά τη γνώμη μου: από τους καλλίτερους. Στην ιστοσελίδα του (και συγκεκριμένα εδώ) βρήκα ένα μικρό κείμενο, υποθέτω από τα πρώτα θεατρικά του,  γραμμένο τη δεκαετία του ’90. Άρχισα να το μεταφράζω, έτσι για  πλάκα, αλλά μια που ήταν μάλλον απλό και σύντομο το μετέφρασα όλο. Ο αρχικός τίτλος ήταν: ¨Η ελευθερία της Μοίρας¨, εν τέλει τιτλοφορήθηκε: ¨Σέρλοκ Μπάρμαν – Τραγωδία σε Μπαρ¨. Δείτε το σαν άσκηση γραφής θεατρικού λόγου.

Νάτο:

images (52)

Σέρλοκ Μπάρμαν

Τραγωδία σε Μπαρ

[ ‘Ένα μπαρ, νυχτερινός χαμηλός φωτισμός]

 

Μπάρμαν: Θα πιείτε κάτι κύριε;

Πελάτης:  Βάλε μου κάτι δυνατό, πολύ δυνατό.

Μπάρμαν:  Έχετε ανάγκη να πάρετε κουράγιο κύριε;

Πελάτης: Ναι, θα ’λεγα ναι.

Μπάρμαν:  Ένα Μπλόντι Μαίρη πάει καλά;

Πελάτης: [αναστενάζει] Ε, ναι.

Μπάρμαν:  Ερωτική απογοήτευση;

Πελάτης: Πώς το κατάλαβες;

Μπάρμαν:  Από τον αναστεναγμό, κύριε.

Πελάτης: Απ’ τον αναστεναγμό;

Μπάρμαν:  Ακριβώς. Ο αναστεναγμός από ερωτική απογοήτευση είναι αρκετά διαφορετικός από εκείνον της πτώχευσης ή απ’ εκείνον της απλής κατάθλιψης. Είμαι τριάντα χρόνια μπάρμαν και δε δυσκολεύομαι να τον αναγνωρίσω. Εσείς παρουσιάζετε όλα τα συμπτώματα ενός φρεσκο- εγκαταλειμμένου

Πελάτης: Δεν πρέπει να ζορίστηκες πολύ. Αρκεί να δει κανείς την φάτσα μου.

Μπάρμαν:  Ακριβώς.

Ψηλή, ξανθιά, έτσι δεν είναι;

Πελάτης: Αυτό πώς το κατάλαβες;

Μπάρμαν:  Α, Πρόκειται για επαγγελματική παρατηρητικότητα ενός μπάρμαν.  Έχετε μια ξανθή τρίχα στον ώμο και ένα πρόσφατο σημάδι από κοκκινάδι, στο μέτωπο. Και μια που είστε μάλλον ψηλός, μόνο μια ψηλή κοπέλα, ας πούμε τουλάχιστον ένα κι εβδομήντα, μπορεί να αφήσει ένα τέτοιο σημάδι.

Πελάτης: Απίθανο! Και τι άλλο θα είχες να προσθέσεις αγαπητέ μου Σέρλοκ Μπάρμαν;

Μπάρμαν:  Την κοπέλα την λένε Μαρία, είναι αεροσυνοδός, της αρέσουν τα ζώα και να πηγαίνει στο Λούνα Παρκ.

Πελάτης: Πράγματι! Μα τι στην ευχή είσαι; Μέντιουμ, μάγος, Πυθία;

Μπάρμαν:  Σας επαναλαμβάνω, είναι απλά το παρατηρητικό πνεύμα ενός μπάρμαν. Είδα ότι ταραχτήκατε όταν είπα το όνομα του κοκτέιλ Μπλόντι Μαίρη, άρα Μαρία, άντε το πολύ Μαρίνα, πρέπει να είναι το όνομα της γυναίκας που σας αναστατώνει. Εξάλλου αφήσατε εδώ στον πάγκο ένα πακέτο τσιγάρα χωρίς τη φορολογική ταινία. Αφού όμως δεν πρόκειται για μια μάρκα που την βρίσκει κανείς στο λαθρεμπόριο, συμπεραίνω ότι σας τα αγοράζει εκείνη στο αεροπλάνο ή στα αφορολόγητα του αεροδρομίου. Α, και η γραβάτα σας. Είναι ένα μοντέλο από εκείνα που πωλούνται στις μπουτίκ των αφορολογήτων στα αεροδρόμια. Επί πλέον αυτός ο αναπτήρας με το κόκερ μάλλον δε σας ταιριάζει. Είναι ένα δώρο της Μαρίας, έτσι δεν είναι; Τι άλλο; Α, αυτό εκεί δίπλα στον αναπτήρα δεν είναι ένα απόκομμα εισιτηρίου σε Λούνα Παρκ; Στα συγκρουόμενα, αν δεν κάνω λάθος.

Πελάτης: Όλα σωστά. Αλλά τότε μπορείς να μου πεις και γιατί η Μαρία με άφησε;

Μπάρμαν:  Χμμμ. Πρώτα απ’ όλα εξ αιτίας της αρρωστημένης ζήλιας σας για εκείνον τον πιλότο.

Πελάτης: Κι αυτό σωστό. Μα πώς τα καταφέρνεις…

Μπάρμαν:  Στοιχειώδες, εάν είστε ερωτευμένος με μια συνοδό, δεν μπορεί παρά να ζηλεύετε έναν πιλότο, έτσι δεν είναι; Έπειτα, βλέπω ότι φοράτε μπλε σακάκι και σκούρα γυαλιά, αυτό σημαίνει ότι ασυνείδητα έχετε την τάση να ντύνεστε σαν πιλότος για να ανταγωνιστείτε με το φάντασμα του αντίζηλού σας.

Πελάτης: Εν τάξει, εντάξει Σέρλοκ Μπάρμαν. Τώρα μη μου πεις ότι ξέρεις και γιατί μαλώσαμε.

Μπάρμαν:  Τα πιάτα, κύριε;

Πελάτης: Μα το θεό είναι αλήθεια! Το βρήκες κατά τύχη;

Μπάρμαν:  Όχι. Θα σας πω πως το συμπέρανα.  Η Μαρία γυρίζει σπίτι κουρασμένη, ωστόσο δέχεται να μαγειρέψει για σας. Αυτός ο λεκές από φρέσκη ντομάτα στο κουστούμι σας το επιβεβαιώνει, και,- φαίνεται – προέρχεται από σπιτικό τηγάνι, όχι από τραπέζι εστιατορίου. Μετά η Μαρία σας ζητάει να πλύνετε τουλάχιστον τα πιάτα. Εσείς μουρμουρίζετε μεν, αλλά αρχίζετε να τα πλένετε, όμως χωρίς όρεξη, και χωρίς προσοχή, όπως επιβεβαιώνει και η μυρουδιά από απορρυπαντικό που προέρχεται από το μανίκι του πουκάμισού σας. Αλλά ύστερα σπάτε ένα πιάτο και γρατζουνάτε το δείκτη του δεξιού σας χεριού, ακριβώς εκεί…

Πελάτης: Μα…

Μπάρμαν:  Μη με διακόπτετε, η Μαρία θυμώνει και φωνάζει ¨είσαι ένας ανίκανος¨, εσείς την πιάνετε από τους καρπούς, γι αυτό το βραχιόλι της άφησε σημάδι στην παλάμη σας, η Μαρία σας γρατζουνάει στο λαιμό, αγκαλιάζεστε και, όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ερεθίζεστε και είστε έτοιμοι να κάνετε έρωτα.

Πελάτης: Αυτό πώς το ξέρεις;

Μπάρμαν:  Πουκάμισο ξεκούμπωτο, πανταλόνι στραβοκουμπωμένο,  μια διαχεόμενη μυρωδιά υγρών που ακόμη εκπέμπετε. Όμως μετά η Μαρία δυσανασχετεί γιατί εσείς θέλετε να την πάρετε από πίσω και σας ρίχνει μια κλωτσιά στο καλάμι, να εκεί βρίσκεται το σημάδι, και μετά σας ρίχνει και μια γερή σφαλιάρα στον λαιμό. Ξεσπάει καυγάς με εκτόξευση πιάτων, σπάτε ντουζίνες, βλέπω ότι στο ρεβέρ του παντελονιού σας υπάρχουν ακόμη θραύσματα από πορσελάνη. Η Μαρία τραβάει το κολιέ που της είχατε χαρίσει ουρλιάζοντας ¨δε θέλω τίποτα δικό σου¨ και βγαίνει χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Εσείς μαζεύετε μηχανικά κάποια από τα μαργαριτάρια και τα βάζετε στο τσεπάκι του σακακιού, νάτα εκεί, μετά τρέχετε από πίσω της αλλά στο πλατύσκαλο γλιστράτε πάνω στις πέρλες και πέφτετε, πράγματι μπήκατε εδώ μέσα κουτσαίνοντας και κρατώντας την πλάτη σας.

Πελάτης: Μου προξενείς φόβο!

Μπάρμαν:  Έπειτα βγαίνετε τρέχοντας στον δρόμο, χωρίς καν να βάλετε το παλτό σας, αλλά δεν βρίσκετε την Μαρία. Και τώρα βρίσκεστε εδώ μπροστά μου, απελπισμένος.

images (50)

Πελάτης: Αφού τα ξέρεις όλα, θα μου πεις πώς τελειώνει αυτή η ιστορία;

Μπάρμαν:  Μπορώ να δοκιμάσω. Η Μαρία έχει οργιστεί. Οι αεροσυνοδοί πάσχουν συχνά από νευρικές ανισορροπίες εξ αιτίας της αλλαγής του ωραρίου. Η, με συγχωρείτε, πρώην γυναίκα σας σπεύδει να παρηγορηθεί από τον πιλότο της στο μπαρ Ρούντι, το στέκι των πιλότων όπου μαζεύονται όλοι τέτοια ώρα. Αλλά σήμερα είναι Δευτέρα και τον Μπαρ Ρούντι είναι κλειστό. Πάει λοιπόν λίγα βήματα παρακάτω και να που τον βρίσκει στο Μπαρ Πάολο, αλλά η Μαρία λέει στον πιλότο ¨σε παρακαλώ ας μη μείνουμε σ’ αυτό το μέρος. Γιατί ¨Πάολο¨ είναι το όνομά σας κύριε, είναι γραμμένο στο μενταγιόν που φοράτε στο λαιμό και η Μαρία έξαλλη όπως είναι δε θέλει τίποτα που να σας θυμίζει.

Πελάτης: Εντάξει. Αλλά τότε τι κάνουν;

Μα, επειδή εδώ και πέντε λεπτά βρέχει. καταφεύγουν στο πιο κοντινό μπαρ.

Πελάτης: Δηλαδή;

Μπάρμαν:  Αυτό εδώ κύριε. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου θα πρέπει να μπουν σε… ένα λεπτό.

Πελάτης: Και τότε… τι θα συμβεί;

Μπάρμαν:  Νομίζω ότι εσείς κύριε θα εκραγείτε γιατί δε θα αντέξετε το θέαμα των δυο τους αγκαλιασμένων, μια που τίποτα δεν φέρνει πιο κοντά τη σάρκα και το συναίσθημα μιας αεροσυνοδού και ενός πιλότου, όσο η βροχή. Εκτός αυτού, επειδή η Μαρία σας είναι χαρακτήρας μάλλον ζόρικος, νομίζω ότι θα σας προκαλέσει.

Πελάτης: Και τότε;

Τότε εσείς θα βγάλετε το πιστόλι που τυχαία είδα κάτω από το σακάκι σας. Αλλά θα είναι ένα σοβαρό λάθος. Γιατί εκεί, σε εκείνο το τραπέζι είναι ένας αστυνομικός με πολιτικά, τον αναγνωρίζω από το κούρεμα και από τα παπούτσια. Ο αστυνομικός θα βγάλει το περίστροφο υπηρεσίας που έχει περασμένο στη ζώνη του, βλέπετε εκεί το φούσκωμα, και θα σας αφήσει ξερό σε λιγότερο από μια στιγμή.

Πελάτης: Είναι γελοίο. Εξάλλου πέρασε ήδη ένα λεπτό και δεν φάνηκε ακόμη κανείς.

Μπάρμαν:  Σωστά. Ξέχασα ότι εδώ παρακάτω έχει ένα κατάστημα οικιακών ειδών. Η Μαρία δε θα αντισταθεί στον πειρασμό να δει εάν υπάρχει ένα σερβίτσιο πιάτων για να αντικαταστήσει εκείνο που καταστράφηκε στον καυγά.

Πελάτης: Επομένως;

Μπάρμαν:  Επομένως υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση. Αλλά να, όπως προβλέψαμε, νάτοι!

[Μπαίνουν ένας άνδρας και μία γυναίκα]

Πελάτης: Ώ θεέ μου, όχι!

Μπάρμαν: Μείνετε ψύχραιμος κύριε!

Μαρία: Α, εδώ είσαι Πάολο. Ακόμη όρθιος. Μα δεν είχες πει ότι θα αυτοκτονήσεις;

Πελάτης: Μαρία μη με προκαλείς.

Μαρία: Ποιος θέλει να σε προκαλέσει. Να σου παρουσιάσω τον κυβερνήτη Σεριόλι, τον πιλότο του αεροπλάνου μου.

Ο Κυβερνήτης: Χαίρω πολύ.

Πελάτης: Χαίρομαι σκατά! Βιάστηκες να με αντικαταστήσεις ε, πουτάνα;

Μαρία: Πάολο είσαι ο συνηθισμένος αγροίκος

Ο Κυβερνήτης: Σου απαγορεύω να βρίζεις τη δεσποινίδα

Πελάτης: Α ναι; Γιατί τι θα κάνεις μορφονιέ; Νομίζεις ότι σε φοβάμαι;

Μαρία: Πάολο, τρελάθηκες; Κατέβασε αυτό το πιστόλι!

Πελάτης: Όχι, θα μου το πληρώσεις πουτάνα, και συ μπάσταρδε, ποιος ξέρει πόσα χρόνια με κοροϊδεύατε εσείς οι δύο, αλλά θα μου το πληρώσετε!

Αστυνομικός: Ακίνητοι! Αστυνομία! Βάλε κάτω το όπλο ή πυροβολώ!

Πελάτης: Βρωμιάρα θα σε σκοτώσω!

 

1. πυροβολισμός

2. κραυγή

3. ήχος πτώσης

[φωνές στο μισοσκόταδο]

– Ώ θεέ μου, τον σκοτώσατε

– Έπρεπε να τον σταματήσω κυρία μου, αυτός ο τρελός ήταν έτοιμος να πυροβολήσει

– Βοήθεια, πεθαίνω…

– Φωνάξτε ένα ασθενοφόρο.

– Χάνει πολύ αίμα, δε θα τα καταφέρει

– Τι συνέβη;

– Έπεσαν πυροβολισμοί. Ένας αστυνομικός πυροβόλησε έναν άνδρα, μα αυτός έσκυψε και η σφαίρα χτύπησε θανάσιμα τον μπάρμαν.

images (51)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Οι φίλοι μου, γράφουν… (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2014

Ο Ηλίας για τον περιπλανώμενο βρικόλακα

images (40)

Ηλίας Κουτσούκος

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΒΡΙΚΟΛΑΚΑ

 

Έτσι κατάντησα να γυρνώ

τις νύχτες που δραπετεύω

απ το αστικό μου άσυλο στις τρεις της νύχτας

κι αρχίζω το σώμα μου να περιφέρω σε στενά

με ξενικά ονόματα

οδοί Παβέζε, Χεμινγουέη, Μονρόε

Κέσλερ, Σίντμπεργκ, Φροστ και άλλα.

Μπαίνω σε μπαρ που πίνουν μπύρες

δίποδα με περιβραχιόνια-αγκύλες-

και σ άλλα που μπορείς να παραγγείλεις

μόνο μολότοφ με αψέντι ή χειροβομβίδες

ξυράφια ή στιλέτα margarita…

Ακούγεται διαρκώς μια μουσική

Βάγκνερ, Μάλερ , Ντβόζαρκ…

και συναντώ επίσης σε διάφορες γωνιές

γριές ξεδοντιασμένες που τραγουδούν

τραγούδια παιδικά, του στυλ

‘περνά-περνά η μέλισσα’

ή  ‘φεγγαράκι μου λαμπρό’

και περπατώ χαμογελώντας δίχως λόγο

-κανένας δεν με βλέπει-

Μονάχα ένας, σινιάλο κάνει

φορώντας ένα κόκκινο καπέλο…

Τον πλησιάζω, του μιλώ, έχω χαθεί’ του λέω.

Μου απαντά μ’ ευγένεια

λέγεται Ίταλο Καλβίνο

και με ενημερώνει πως βρίσκομαι

σε συνεχές ταξίδι επί αοράτων πόλεων

με συμβουλεύει με χαμόγελο

να μη τρομάζω και να μην περίεργα αντιδρώ

στο τέλος-μου εξηγεί-

‘θα επιστρέψεις σαν καλό παιδί

στο κρεβατάκι σου

και το πρωί θα σηκωθείς περδίκι

τουτέστιν δηλαδή, δεν θα θυμάσαι τίποτα..’

μόνο αυτό μπορώ να πω,

γαμώ τον Φρόυντ

κι όλα  τα πάθη της ψυχής…

images (44)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Οι φίλοι μου, γράφουν… (Ι)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2014

Ο Νίκος για την πανέμορφη Ταναγραία

Tanagra-figurine-11

 

Νίκος Μοσχοβάκος

  Η ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΑΝΑΓΡΑΙΑΣ

                         

Μετά πολλά χρόνια

όταν ο μελλοντικός ποιητής

θα σταθεί άναυδος

μπροστά στο αγαλματίδιο

της πανέμορφης Ταναγραίας

το μυαλό του

σε μιαν άγρια τρικυμία

πνεόντων αισθημάτων

θ’ αναζητά παρηγοριά

προσφεύγοντας στις λέξεις

όμως αυτές θ’ απουσιάζουν

καθώς χάθηκαν αθόρυβα

με τα χρόνια.

Έτσι το ποίημα δεν θα γραφτεί

η σωτηρία δεν θάρθει.

Τα βλέπει αυτά ξεκάθαρα

η εξαίσια χαλκόμορφη Ταναγραία

και τα μάτια της βουρκώνουν

από συμπαράσταση

στο μελλοντικό ποιητή

που δεν θα μπορέσει

να την τραγουδήσει.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »