Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

  • Βόλτα στο ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι

  • Περισσότερα για το ιστορικό μυθιστόρημα "Κύλικες και Δόρατα": Κλικ στην εικόνα

  • Δημοφιλή άρθρα και σελίδες

  • Οι καιροί που αλλάζουν...

  • Κυκλοφόρησε:

  • Εκδότης: Ι. Σιδέρης ISBN: 978-960-08-0850-6 Σελίδες: 646 Σχήμα: 17×24 Συγγραφέας: Β. Νόττας

  • *

  • ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΦΙΛΩΝ

  • LIBRI RECENTI DI AMICI

  • Κυκλοφόρησε από τις εκδ. Παπαζήση η νέα ποιητική συλλογή του Λευτέρη Μανωλά

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα από τον Ηλία Κουτσούκο.

  • * Η νέα συλλογή ποιημάτων του Νίκου Μοσχοβάκου.

  • * Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Τηλέμαχου Χυτήρη ¨Ημερολόγιο μιας επιστροφής¨ από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ .

  • * ¨Απριλίου ξανθίσματα¨. Κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου, από τις εκδόσεις Μελάνι.

  • Αισθάνθηκε μια δαγκωνιά στη μνήμη. Ήταν το παρελθόν που σαν αδέσποτο σκυλί είχε επιτεθεί στο είναι του. Οι σταγόνες αίμα που έσταξαν κοκκίνισαν τις εικόνες. *** Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου ¨Τέλος της Περιπλάνησης¨. Από τις εκδόσεις ¨Γαβριηλίδης¨

  • *** Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου ¨Αιφνίδια και διαρκή¨

  • Ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας οξυδερκής καθώς ήταν αλλά και θαρραλέος επινόησε πως έπρεπε να διορθώσει την ιστορία χωρίς αναβολές. Ασυμβίβαστος εκστράτευσε κατά της Σπάρτης με τον δαίμονα της υπερβολής κάτι σαν σαράκι να τρώει τα σωθικά του κι επέτυχε ν’ αλλάξει τον ρου τ’ αρχαίου κόσμου. Το πλήρωσε βέβαια στην Μαντίνεια πανάκριβα με τη ζωή του όμως διόρθωσε έστω για μια στιγμή την ανιαρή ιστορία. Δεν ήταν δα και λίγο αυτό. *****

  • Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

  • ***** Γραφει ο Gianfranco Bettin

  • ***** Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

  • Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές εσύ τι θα γράψεις ; μου αντέτεινε η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης. Κι εγώ την αποκεφάλισα.

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Πορτρέτο του Νίκου - Λάδι] Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή να γίνω τέλειος. Έτσι μίσησα την τελειότητα κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών. Έχω λοιπόν πολλά να κάνω αναζητώντας μέσα από ελλείψεις τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους με την σιγουριά του αλάθητου. Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι. *****

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Λάδι σε χαρτόνι - Γενάρης 2015] Tα πνευματικά δικαιώματα όλων των εικόνων και των μουσικών που αναδημοσιεύονται εδώ ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στους δημιουργούς τους.

  • Σχόλια

    suriforshee1988's avatarsuriforshee1988 στη Οι κορασίδες και οι παραχ…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Οι χαρταετοί θα επιστρέψουν κα…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Σκηνές από τη δεκαετία του…
    Jude's avatarJude στη Ευτυχισμένους έρωτες δεν …
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Ποιητικές παραβολές ή  Ο…
  • Βιβλία και άλλα κείμενα

    Κοινωνία, επικοινωνία, εξουσία: Από τον Βωμό και τον Άμβωνα στην οθόνη. Η περίοδος της προφορικότητας και οι επικοινωνητές της. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση στην ιστορία της επικοινωνίας και των μέσων. Εκδότης: Ι. Σιδέρης. Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας. Σειρά: Δημοσιογραφία και ΜΜΕ. Έτος έκδοσης: 2009 . ISBN: 960-08-0468-0. Τόπος Έκδοσης: Αθήνα Αριθμός Σελίδων: 302 Διαστάσεις: 24χ17 Πρόλογος: Κώστας Βεργόπουλος. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλίκ στην εικόνα

  • Συλλογή κειμένων: ΜΜΕ, κοινωνία και πολιτική. Ρόλος και λειτουργία στη σύγχρονη Ελλάδα. Επιμέλεια: Χ. Φραγκονικολόπουλος Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2005 Αριθμός σελίδων 846. ISBN 960-08-0353-6, Κείμενο Β. Νόττας: ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (σελ. 49). Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Β΄Έκδοση. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. NovelBooks. Έτος έκδοσης: 2012. Αριθμός σελίδων: 610. Κωδικός ISBN: 9609989640. Εισαγωγικό σημείωμα στη 2η έκδοση: Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Vivere pericolosamente Ανθολογία διηγημάτων: 26 ιστορίες από την Ιταλία. Εκδόσεις: Αντίκτυπος. Αθήνα: 2005 Σελίδες: 342. Κείμενο Β. Νόττας: ¨Το διαβατήριο¨. Ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο: Κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου

  • ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ Κοινωνική και Οικιστική εξέλιξη: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.- Συγγραφείς: Βασίλης Νόττας, Πάνος Σταθακόπουλος. Δήμος Κρύας Βρύσης Εκδόσεις Δεδούση. Σελίδες: 154 Θεσσαλονίκη 1998.

  • Εκδότης: Αρχέτυπο. Συγγραφέας: ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΤΤΑΣ. Κατηγορίες: Φανταστική Λογοτεχνία. ISBN 978-960-7928-83-2. Ημερομηνία έκδοσης: 01/01/2002. Αριθμός σελίδων: 512. Αναρτήσεις στο Ιστολογοφορο: κλίκ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Η «κατασκευή» της πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αθήνα 1998. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου που οργανώθηκε από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συλλογικό έργο. Έκδοσεις: Αλεξάνδρεια. Διαστάσεις: 24Χ17. Σελίδες: 634. Κείμενο Β. Νόττας: Κοινωνιολογικες παρατηρησεις πανω στην οπτικοακουστικη αναπαρασταση της συγχρονης ελληνικης πραγματικοτητας. Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα

  • Α΄Έκδοση Εκδότης ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ Θέμα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας (Ανώνυμος Ένας)

  • Ενα κείμενο στο βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα ¨Εισαγωγή στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ" . Εκδόσεις ¨Ιανός¨ με τίτλο ¨Αξιοπιστία και οπτικό ρεπορτάζ¨

  • Περιοδικό ¨Εξώπολις¨ Τεύχος 12-13. Κείμενο με τίτλο ¨Το ραδιόφωνο των ονείρων. Ένα δοκίμιο περί ήχων φτιαγμένο με επτά εικόνες¨. Στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Συμμετοχή σε λογοτεχνικό παιχνίδι σχετικό με τον (υποτιθέμενο) συγγραφέα Άρθουρ Τζοφ Άρενς. Δημοσιευμένο στο περιοδικό ¨Απαγορευμένος πλανήτης" τεύχος 6 (εκδόσεις ¨Παραπέντε¨). Για το πλήρες κείμενο κλικ στην εικόνα.

  • ¨Το Δεντρο¨ Τεύχος: 17-18 . Βασίλης Νοττας: Συζήτηση για τον κοινωνικό χώρο της Θεσσαλονίκης.

  • Διδακτορική Διατριβή ¨Δημόσια μέσα μαζικής επικοινωνίας και συμμετοχική Πολεοδομία¨. Σελίδες:788. Ψηφιοποιημένη στη βιβλιοθήκη του Παντείου

  • *
  • Συγγραφικά φίλων

    Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Νίκου Μοσχοβάκου (κλικ στην εικόνα)

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Ηλία Κουτσούκου (κλικ στην εικόνα)

  • Μοτο-ταξιδιωτικά από τον Βασίλη Μεταλλινό (κλικ στην εικόνα)

  • Κάποιες απόψεις και άρθρα…

    Η γυναίκα τανάλια * Όταν ο Χάρι Πότερ συνάντησε τα λόμπι * Ο μικρός ήρωας * Πώς έκοψα το κάπνισμα και άλλα

  • …και ένα θεατρικό κείμενο: Ο Λυσίστρατος

    Παρωδία σε επτά σκηνές (κλικ στην εικόνα)

  • Περιπέτειες καρδιάς

    Για τα σχετικά κείμενα, κλικ στην εικόνα

  • Περιπέτειες συγγραφής

    Σημειώσεις για την ερασιτεχνική συγγραφή

Posts Tagged ‘Βασίλης Μεταλλινός’

Βασίλης Μεταλλινός: Επιστροφή με την Dommie

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 11 Μαΐου, 2013

images (15)

 Τον Βασίλη Μεταλλινό, φίλο, αρχιτέκτονα και ταξιδευτή τον συναντήσατε ήδη σε αυτές εδώ τις σελίδες, όταν παρουσιάστηκε η γλαφυρή του αφήγηση σχετικά με την (δίτροχη) περιήγηση στο αρμενικό Ερεβάν. Μετά τον έχασα για ένα διάστημα, αλλά ήξερα ότι σκόπευε, μόλις η καθημερινότητα το επιτρέψει, να πάει στην Ινδία, να νοικιάσει επί τόπου μοτοσικλέτα και να εξαφανιστεί ανάμεσα στα αρώματα, τις γεύσεις και τις μυστηριώδεις πτυχές της αχανούς χώρας. Ε λοιπόν, το θηρίο, το ’κανε! Ελπίζω σύντομα να μου δώσει εντυπώσεις προς ανάρτηση. Εν τω μεταξύ εν είδει ορ ντ’ εβρ πάρτε την περιγραφή μιας κεραυνοβόλου έλξης ανάμεσα στον Βασίλη και μια καλοστεκούμενη εικοσάρα (γεγονός πρόσφατον και αληθινόν).

Σημείωση: Ο Βασίλης έχει επιλέξει τις εικόνες, εγώ έβαλα μόνο τους (επί μέρους) τίτλους.

 

Αντεπρίμα: Όπου ο Βασίλης γοητεύεται παράφορα από μια εικοσάρα Ιαπωνικής καταγωγής και Αμερικανικής προέλευσης, από την Πάτρα

Απογοητευμένος, σαν μαραμένος μαϊδανός που ξεχάστηκε στο ψυγείο, άνοιξα για πολλοστή φορά τις αγγελίες στο car.gr…
Άντε να δούμε τι …δράκους θα διαβάσουμε κι αυτή τη φορά!” σκέφτηκα.
Ξέρω, ξέρω… όλες με 15.000 χλμ, 20ετίας, κλεισμένες σε γκαράζ, ευλαβικά συντηρημένες με δοξαστικές ψαλμωδίες των Αγίων Θεοδώρων, αλλαγές λαδιών με το φιλοικτίρμον τροπάριο της Κασσιανής και ρεγουλάρισμα βαλβίδων με τ’ απολυτίκια των Τριών Ιεραρχών από το cd της μονής Βατοπεδίου… 
«Τα γνωστά!» ξανασκέφτηκα.

Άνοιξα, με τη βαρεμάρα κλητήρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, το section ΝΧ Dominator, για 4η φορά την περασμένη Τρίτη, ήπια μια γουλιά από το εξαιρετικό νεπαλέζικο τσάι μου κι έμεινα κάγκελο!
.
.
…Ήταν εκεί! Εμφανίστηκε πριν από 7 λεπτά…

Αμερικάνα, απέριττα κομψή, δυναμική, σοβαρή, 17.000 χλμ, με μια αναβλύζουσα μπρουταλιτέ εξ αιτίας των hot αξεσουάρ που φορούσε…
.
…κάνοντας την “χαμένη” Dommie(*) του Νοεμβρίου, να φαντάζει σαν ταλαιπωρημένη γκαρσόνα της γιορτής κρασιού Νέας Αγχιάλου!

Διαμένουσα στην Πάτρα, κλπ, κλπ.
Τα σχόλια περί αβάδιστης, παρθένας, σπίτι-κατηχητικό, κατηχητικό-σπίτι, θέλανε ξεχωριστή έρευνα… 
«Αυτό το κορμί δεν το χάνω με τίποτα…» σκέφτηκα, άσχημα τσιμπημένος με τη μικρή! 
Πήγα στην τουαλέτα και ξύρισα το μούσι. Εκείνες οι άσπρες τρίχες στο πηγούνι με φορτώνανε χρόνια αδίκως… Άλλωστε, το ‘χα αφήσει γιατί πήγαινα για γκουρού…
…αλλά με κόψανε στα θαύματα…
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη ικανοποιημένος, γέμισα ένα ποτήρι με Νεγκόσκα Γουμένισσας και σήκωσα το τηλέφωνο.
“Μόλις διάβασα την αγγελία σας για μία Dommie εξ Αμερικής… κλπ κλπ. Πόθεν τεκμαίρεται το …αβάδιστον της δεσποινίδος;”

Τα στοιχεία ήταν καυτά! Το ‘χω ξαναζήσει το έργο… Η καρδιά άρχισε να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου!
Κατεβάζω το ποτήρι άσπρο πάτο… ψάχνοντας το τηλέφωνο του Βασίλη, παλιού φίλου από την Πάτρα.
Ξαναγεμίζω το ποτήρι και πληκτρολογώ τον αριθμό…
Βασίλη έλα, ο Μεταλλινός είμαι! Kαίγομαι θέλω τη βοήθειά σου…

(*)μνημειώδους ασημότητας -τη σήμερον- παλαιό μοντέλο της Honda, το Dominator 650, απετέλεσε για τέταρτη φορά στόχο του υπογράφοντα.

images (18)

 

Όπου ο Βασίλης ζητάει (και παίρνει) τα φώτα του Βασίλη 

Ο Βασίλης είναι παλιά καραβάνα από το φόρουμ moto.gr, έμπειρος με 3-4 μηχανές, μερακλαντάν και γκαραντί. 

«Bασίλη, σΕ έστειλα μια αγγελία σε πμ. Κάτι μΕ λέει ότι είναι περίπτωση! Ρίξε μια ματιά να μΕ πεις… Μη το χάσουμε το κορμί…”
Ο Βασίλης μπορεί να κατρακύλισε σε παραφουσκωμένη με φαρίν ‘απ μπαβαρέζα (BMW 1200gs), αλλά κατανοεί το βίτσιο μου για το δωρικό μονοκύλινδρο. Άλλωστε με DR6 τον γνώρισα  στα Επινιανά, στα Άγραφα, πριν κάποια χρόνια… 
Σε λίγα λεπτά έχει μιλήσει με τον πωλητή κι ακούει την απίστευτη ιστορία… Μόνο 17.000 χλμ! Κι αρκετές ενδείξεις… 
Δεν τις κάνει γαργάρα και βρίσκει τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Οι απαντήσεις από το άσμα του Σπύρου (ένας είναι ο Ζαγοραίος) “ποιά είσαι κι από που κρατάς”… είναι ικανοποιητικές. Κι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης γνωστός! 
Απομένει να την δει και να την οδηγήσει. Έχει όμως βραδιάσει και δεν ρισκάρει να την δει υπό τον δραματικό φωτισμό του θνήσκοντος κηρίου… 
Ορθώς! Μια φωτιστική πλουραλιτέ επιβάλεται… Διότι ο Βασίλης επιμένει στη ρήση του Διογένη “Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαϊς”…
Μέσα στο χωροχρονικό συνεχές και στις νεφελώδεις ατραπούς μιας αγοραπωλησίας “μεταχείρω”, κάνω υπομονή.

Μ. Τετάρτη. 9.00′ Έγινε το test drive. To μωρό με 2 εξατμίσεις αγωνιστικές Yoshimura, wiseco σφυρήλατο πιστόνι, γερμανική ζελατίνα, extra ψυγείο λαδιού, αμερικάνικη σέλα πλατιά και σανιδάτη αλά ΚΤΜ…
.
…σφυχτή και άβγαλτη… 
Τα χαρακτηριστικά προσδίδουν ένα ναϊφ περιπετειώδη προσανατολισμό… Που ποτέ δεν έζησε η μικρή!
Υποδέχομαι τα καλά νέα κουνώντας το κεφάλι στωϊκά, με ένα λυρικό προβληματισμό και colgate χαμόγελο! 
«Billy καπάρωσέ την κι έρχομαι το βράδυ με το ΚΤΕΛ Αχαϊας… Φτάνω στις 4.00′ τα ξημερώματα… Θα σΕ τηλεφωνήσω στις 8.00».
Dommie 004
Ο Βασίλης -από την Πάτρα- ανένδοτος. 
«Τηλεφώνησέ μου στις 4.00′ να ‘ρθω να σε πάρω να πιούμε καφεδάκι».
Τελικά, εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η παράξενη συνομοταξία μηχανόβιων, κόντρα στα ψόφια αμνοερίφια του ψυχαναγκαστικού τέμπου της εποχής, τις οικογενειακές, επαγγελματικές κλπ υποχρεώσεις…
.
…που μεταμορφώνονται σε παιδιά και δεν χαμπαριάζουν από τίποτα… Το επαναστατικόν outfit το ‘χεις στοDNA σου και δεν αποκτιέται από ιδεολογίες της πάστα φλόρας!
……………………………………………………………………………..
Ξημερώματα της Πέμπτης 2 Μαϊου 2013. Ένα παπί δικάβαλο διασχίζει τα στενά της Πάτρας με ταχύτητες που θα έκαναν τον πρωταθλητή ταχύτητας Valentino Rossi να πάθει σπασμούς στο κωλάντερο…

Όπου σε φλας μπακ παίρνουμε μια ιδέα από τα παθήματα (που θα γίνουν μαθήματα) καθώς και για τους όρους του παιχνιδιού

Tην περασμένη βδομάδα “κατέβηκα” στη Συκιά, στη Χαλκιδική, για blind date. Η κούκλα μΕ συστηνότανε για Σαρλίζ Θερόν, ατυχήσασα ραφάτη, του σπιτιού, άβγαλτη, αγαπά τα λουλούδια, τις συλλογές πεταλούδων κλπ κλπ, με 19.600 χλμ, 7 μήνες στα αζήτητα του car.gr…
Μετά από 150 χιλιόμετρα ταξίδι, είδα ιδίοις βλεφάροις τον …δράκο! Σαν τσατσά τσιφούτα, παραβαρδάριου οίκου ανοχής… 
Σεντόνι και κατ΄ευθείαν …για κανά μήνα στα BODYLINE, σε εντατικό τμήμα…
Χρειάστηκε μιάμιση δαμιτζάνα “αγιάσματος” Σιθωνίας, μετά γλυκανίσου, για να ξεπεράσω το σόκ και 2 πιατέλες φρέσκα σιναγριδάκια, δια χειρός Μήτσου, παλιόφιλου μηχανόβιου, σε παραλιακή ταβέρνα της Σάρτης…
Είναι -τελικά- σκληρή η ζωή του κυνηγού Dommie…
………………………………………………………………………………


Τετάρτη, 01/05/2013, ώρα 19.00′
Ετοιμάζω το σακίδιο. Βάζω μέσα κράνος, γάντια, δερμάτινο μπουφάν… 
Το βλέμμα της συζύγου, που μΕ παρακολουθεί “λυγίζει” τα μεταλλικά πόμολα του δωματίου…
“Μετά την Ινδία, ……για πού με το καλό?” μΕ λέει ψυχρά, κάνοντας την Μέρκελ να φαντάζει σαν ναζιάρα γατούλα…
“Πετάγομαι μέχρι την Πάτρα για ….” ψέλλισα με δύναμη ημιθανούς κάμπιας, για να καταδείξω την ανεπίλεπτη ταπείνωσή μου…
“Όταν έφυγες για την Αρμενία, είπες ότι θα πεταγόσουν μέχρι τον Μασούτη….” με διέκοψε, σαν ριπή μυδραλιοβόλου, κάνοντας την Τζίλντα (μποξερίνα) να βγεί διακριτικά έξω από το δωμάτιο, σκύβοντας το κεφάλι και κοιτώντας λοξά προς το ταβάνι για καμιά ιπτάμενη παντόφλα… Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης!
“Στην Πάτρα θα πάω σΕ λέω, με το ΚΤΕΛ… Που να σΕ εξηγώ τώρα?” Οι εποχές που όταν άλλαζα μοτοσυκλέτα, επισκεπτόμασταν κάποιο Louis Vuitton store ή την αντιπροσωπεία της Rolex, για να συμφωνήσει για την … “αναγκαιότητα” της τελευταίας μου επιλογής, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί…
Αποφασισμένος να μην αφήσω την ζωή μου να ναυαγήσει στους καναπέδες της ανίας και του προβλέψιμου ζαβλακοτουζλαμά, βάζω το σακίδιο στη πλάτη και με αποφασιστικότητα πεζοναύτη του 3ου λόχου της Ντανάγκ, ανοίγω την πόρτα λέγοντας “άμα δεν έρθω μέχρι αύριο το βράδυ, θα σκύψω το κεφάλι έμπλεος ευτελισμού κι ονειδισμού και θα πάμε να δεις εκείνο το πορτοφολάκι στη Louis Vuitton…” 

louis vuitton
Η ζωή είναι ένα ρίσκο…
Η άγνωστή μου Dommie -που θα στοίχιζε λιγότερο από το πορτοφολάκι της ακατανόμαστης φίρμας- έπρεπε να μΕ φέρει την Πέμπτη το βράδυ, πίσω στη Θεσσαλονίκη ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ!!!
19.30′ μπαίνω στο 5άρι, Νέα Κρήνη-Βενιζέλου, για ν’ αλλάξω στην Τσιμισκή με το 12άρι, Κάτω Τούμπα-ΚΤΕΛ…
Στις 21.00′ ακριβώς ρολάριζε βελούδινα, με τη γητευτική συριστικότητα του κινητήρα “Volvo B 10 B Noge Turing” και την απαλά θροϊζουσα νυχτερινή αύρα, το σχεδόν άδειο λεωφορείο του ΚΤΕΛ Αχαϊας…
Περνώντας, έξω από τη Λαχαναγορά κι αφήνοντας πίσω τη Θεσσαλονίκη, άλλο ένα ταξίδι άρχιζε…
Έβγαλα ένα παστέλι για βραδινό, σκεπτόμενος ότι για τον ταξιδευτή η συγκίνηση της φυγής είναι ΜΙΑ…
.
…κόντρα στη νομαδική παράκρουση ταξιδιωτικής αμπελοφιλοσοφίας καί στον μόνιμα αναδευόμενο μοτοσυκλετιστικό τραχανά.

  Όπου άμα είσαι ταξιδευτής παραμένεις τέτοιος  ακόμη και σε λεωφορείο

Το  ταξίδι με το KTEΛ after midnight ήταν βελούδο και με το ετερόκλητο επιβατικό κοινό, αποκτούσε κι ανθρωπολογικό ενδιαφέρον… 

Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι όταν δεν ροχάλιζε σαν κομπρεσέρ με χαλαρωμένο ιμάντα, τηλεφωνούσε ανά μία ώρα σε κάποιον δυστυχή συγγενή, για να τον ενημερώνει … ποια πόλη πέρασαν και ότι κατά τις 4.00′ όπως αυτοί (και το …ΚΤΕΛ) υπολόγιζαν θα έφταναν στην Πάτρα… Παρ’ όλ’ αυτά δεν χρειάζονταν να ξεσηκωθεί να τους παραλάβει, όπως του τόνιζαν, ξυπνώντας τον ανά μία ώρα, γιατί -βρε παιδάκι μου- θα παίρνανε ένα ταξί και θα πήγαιναν σπίτι!

Μία ευτραφής διανοούμενη -γκόθικ στάιλ- φοιτήτρια, ντυμένη σαν πλήρωμα καρναβαλικού άρματος, με ένα πολυσέλιδο αισθηματικό διήγημα τσέπης, μονίμως ανοιγμένο στα πόδια της, αφού κατέβασε 2 λουκανόπιττες στη στάση της Λάρισας, με βουλιμία αλιγάτορος Αμαζονίου, ζήτησε από τον οδηγό ν΄αλλάξει τη μουσική με τα καλαματιανά. Αντιμετώπισε τον Ζωϊδάκη live, ροκανίζοντας σαν πιράνχας 3 μεγάλες σακούλες τσιπς αλλά στο 
“φέρτε μου ποτήρια κι άλλα, 
όλα θα τα κάνω γυάλα…”
… του Μίμη Γκιουλέκα, σηκώθηκε αποτροπιασμένη από τη δεύτερη σειρά και κατευθύνθηκε εκνευρισμένη προς την άδεια γαλαρία, κάνοντας σαφές ότι αν ήταν στο χέρι της, θα έβγαζε εκτός νόμου τη ρεμπετοφρίκ jazz σκηνή του θεσσαλικού κάμπου…
Ζούμπας
Στην περιφερειακή μου όραση ενέπιπτε και μια ηλικιωμένη κυρία της γνωστής συνομοταξίας “γραία Λουτρακίου”, που ροχάλιζε κάνοντας ταβανοσκόπηση, με το στόμα ανοιχτό και την μασέλα βγαλμένη, έτοιμη να την καταπιεί. Αυτή, μπορώ να πω, ότι μΕ δημιούργησε ένα σχετικό άγχος, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι το ροχαλητό της ήτανε “σικέ” και προσπαθούσε να ξεγελάσει τον εαυτό της και να αποκοιμηθεί…
Εγώ “χάθηκα” λίγο στο Μπράλο, για κανά μισάωρο. 
Η φωνή του Σταύρου Ζούμπα -όμως- στο “να ζήσουν οι κομμώτριες…”  μΕ ξύπνησε δίνοντας άλλο νόημα στο υπόλοιπο ταξίδι…
… και με κομμάτια όπως τον “καθρέφτη σου θα σπάσω” και την “αχαριστία” τα χιλιόμετρα εξαϋλώνονταν σαν τα πατατάκια της ευτραφούς γκόθικ διανοουμένης. Στο ρεφρέν του “είσαι το ηρεμιστικό μου” ξεπρόβαλε υποβλητική η γέφυρα του Ρίου. 

Η ώρα ήταν 3.55′.
Ένα ταξίδι, με παραμορφωτικές αντανακλάσεις μιας ελληνικής πραγματικότητας, μια ρεαλιτέ άκρως ενδιαφέρουσα για τον ρέκτη της ακατέργαστης εμπειρίας, που μπορεί και αφουγκράζεται την ζωή …και εκτός ζελατίνας ενός system(*) 6!
Ώρα 4.10′. Τηλεφωνώ στον Βασίλη .
Ώρα 6.30′ έχουμε πιει τους πολλαπλών βιάγκρα νεσκαφέ, έχουμε απαντήσει σε όλα τα αινίγματα της ζωής, και για να περάσει η ώρα, προσπαθούμε να εντάξουμε τις τοποθετήσεις του τελευταίου συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ,  στα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, στο Λογικισμό του Λούντβιχ Βιτγκεστάιν, στη Φαινομενολογία του Έντμοντ Χουρσέλ και στον Υπαρξισμό του Σέρεν Κίρκεγκωρτ…
.
.
…μέχρι τη στιγμή, που οι διπλές racing Yoshimura της Dommie κάνουν την εξωτερική τζαμαρία του καταστήματος υπολογιστών του Βασίλη να χορεύει τσάρλεστον…

(*) γνωστό, μοδάτο κράνος της BMW, πολύ δημοφιλές στους ντεκαφεϊνέ πολέμαρχους ταξιδευτές του Κολωνακίου

Η εκ του σύνεγγυς επαφή

Η χορτόπιττα μΕ έφυγε απ’ το χέρι…

“Φοράω” ένα ζαμανφού ύφος και βγαίνω “στο αδιάφορο” έξω…
Με την πρώτη ματιά …πρόκειται για κόμματο!
Το βλέμμα μου καρφώνεται …χαμηλά. Από πίσω η πινακίς γράφει ΚΕΟ (καίω) 16 (sweet little sixteen). Από μπροστά το extra ψυγείο λαδιού, στ’ αριστερά, της δίνει μία εσάνς δυναμισμού, αποφασιστικότητας και αντοχής σε τροπικές θερμοκρασίες άνω των 45 υπό σκιά…
Πλησιάζω τον πωλητή και του λέω σοβαρά … “αϊ ντού”…
Η αμερικάνα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου.
Εξουσιοδότηση στην αστυνομία, τράπεζα για μπαγιόκο, μία κλασσική ντρίπλα στην τιμή και με 900 ευρώ, έχω πάρει το μωρό και φουλάρω έξω από την Πάτρα.

 Η Επιστροφή

Ο καιρός είναι εξαιρετίκ και ντοπαρισμένος από τα ντουζένια της μικρής, περνάω τη γέφυρα και το κόβω δεξιά για Ναύπακτο, Δελφούς, Μπράλο κλπ κλπ.
Όχι δεν ευχόμουν “να ‘ναι μακρύς ο δρόμος” γιατί η σύζυγος σε περίπτωση αργοπορίας, θα μ΄έσερνε κατ’ ευθείαν στους πωλητές της Louis Vuitton, κάνοντας τους λήσταρχους της ανατολικής Μαυριτανίας να φαντάζουν σαν ιεραπόστολοι…
O επαρχιακός δρόμος με τις γλυκές στροφές προκαλούσε την ευέλικτη μικρή αμερικανίδα, για άγριο και πρωτόγονο οδηγικό σέξ…
.
…όμως τα σάπια ελαστικά, παλαιάς κοπής επί ναυαγίου Εξπρές Σάμινα, λόγω της σχετικής ακινησίας, μΕ υποχρέωσαν στην κλασσική μου αργή οδήγηση, που θα έσπρωχνε θιβετιανό ερημίτη σε υπερκατανάλωση του καφέ υγρού των αποστακτηρίων του Jack Daniels, για να ξεπεράσει την διογκούμενη κατάθλιψη λόγω βαρεμάρας…
oscar παραλογοτεχνίας
Εγώ, για να περνάει η ώρα, σαν αναδυόμενο και ασυμβίβαστο μη αναγνωρισμένο -ακόμα- ταλέντο της ταξιδιωτικής παραλογοτεχνίας, άρχισα να ονειρεύομαι την μελλοντική στιγμή της συγγραφικής μου επιτυχίας, σαν έναν λαμπερό ανεμοστρόβιλο των φεστιβάλ, δεξιώσεων, συνεντεύξεων, γνωριμιών με γοητευτικές στάρλετ, εκδότες, πριβέ πάρτυ…
Ίσως …ίσως κι ένα χρυσό αγαλματάκι συγγραφής κάποιου σεναρίου, να στόλιζε το άδειο ράφι του τζακιού μου στον Χολομώντα!

 Όπου ο Βασίλης βάζει νερό στη Ναύπακτο και καφέ στους Δελφούς

  Σταματάω σ’ ένα βενζινάδικο λίγο έξω από τη Ναύπακτο, να πάρω ένα μπουκάλι νερό. 

Η κοπέλα της καντίνας με ρωτάει που πάω… και στο άκουσμα της Θεσσαλονίκης, δείχνοντας -με φρύδι περισπωμένη- τη Dommie, ένας κυκεώνας από τικ παραμόρφωσε το πρόσωπό της με απρόβλεπτες συσπάσεις και γκριμάτσες, σαν μήνυμα σε κώδικα Μορς!
«Δεν το πιστεεεεεύωωω!» ψιθύρισε με κομμένη την ανάσα.

Εκεί χτύπησε και το τηλέφωνο. 
Ένα παλιό φιλαράκι που βρίσκονταν τυχαία στους Δελφούς, μΕ κάλεσε για καφέ. Βασικά, αυτός ήθελε να δει τη Dommie, σκασμένος από περιέργεια για το τι μηχανάκι μπορείς να βρεις με 900 ευρώ και να ‘χει θέμα για κουτσομπολιό με τη φλωροπαρέα του. 
Όχι, δεν παρεξηγιέται…είμαι σίγουρος ότι τώρα διαβάζει.

Με περίμενε κοντά στο θόλο της Αθηνάς Προναίας, πάνω στην επαρχιακή Λιβαδειάς-Άμφισσας, μ’ έναν φίλο του της συνομοταξίας “κοσμικός Αράχοβας”. Ψάχνανε για ευκαιρία να λουφάρουν τ’ αρχαία, αφήνοντας τα γυναικόπαιδα μετά του υπηρετικού προσωπικού να βολοδέρνουν στο λιοπύρι και στα κατσάβραχα…
Τον ήπιαμε σε καφετέρια εντός των Δελφών.
 
Μου
 τον σέρβιρε μια μελαχρινή εξαιρετικής κατασκευής, νοιώθοντας ένα φονικό σφίξιμο να κάνει την απατηλά αθώα εμφάνισή του, κάτω από την κοιλιακή μου χώρα…
Τα
 σφιχτά αμορτισέρ της σερβιτόρας δεν μας άφησαν να συγκεντρωθούμε στις συζητήσεις μας για τον αν υπάρχει τελικά θεός, κάποιος σκοπός με την “φανέρωση” της Dommie ή κάποιο σχέδιο πίσω από το Σύμπαν. 

σερβιτόρα
Τα χοντροκομμένα σχόλια όμως της παρέας, για τη σπαστή σουσπανσιόν
 της νεαράς, προκάλεσαν μια ξινή γεροντοκόρη, με μπούτια “φλούδα νεραντζιού”, της συνομοταξίας “σαλεμένη και μανιοκαταθλιπτική” με προχωρημένο στραβισμό…
 που με βραχνή φωνή που τρεμόπαιζε σαν τα κβαντικά σωματίδια, μας απείλησε με μήνυση!

Χρονιάρα μέρα με μηνύσεις απ’ την τρελόγκα από τη μία… 
Απειλή Louis Vuitton, σε περίπτωση αργοπορίας, από την άλλη…
Κοίταξα το ρολόι, σκεφτόμενος τη θεωρία της σχετικότητος και αποφάσισα να συνεχίσω το ταξίδι μου προς βορράν…
Χαιρέτησα κι έβαλα μπρος τη Dommie.
 

Ο μπάσος ήχος των δύο Υοshimura έκανε την γεροντοκόρη να με κοιτάξει με δολοφονικό βλέμμα, σαν του μαφιόζου Calogero Vizzini, 
αναγκάζοντάς με να καβαλήσω άρον-άρον τη Dommie, χωρίς να δέσω το κράνος και να εξαφανιστώ, αφήνοντας την ήσυχη να καταβροχθίσει την κρέμ μπρυλέ της… 

Άλλωστε, στην Καρδίτσα μΕ περίμενε ο φίλος μου ο Γιάννης -παλιός μηχανόβιος και ταξιδευτής για καφέ και μουχαμπέτι για το πρόσφατο ταξίδι μου στην Ινδία…

 

 Όπου ο Βασίλης ταπώνει (με Σαλαμπάσ-ι-α διαπασών)  δυο κυριλέ με Μπεμβέ

έφερα τούμπα το μωρό

Βγαίνοντας από τους Δελφούς στον κατηφορικό δρόμο στ’ αριστερά μου, από το γωνιακό βενζινάδικο ξεκινάει μία BMW Z4 καμπριολέ, με ανοιχτό το κεπέγκι, επιταχύνοντας προς τα πάνω μου! 
Πλακώνω τη μανέτα του μπροστινού που δεν σταματάει με τα καινούργια τακάκια και τσαρουχώνω το πίσω.
Τον φτάνω στον πόντο στη θέση της συνοδηγού…
Το εξαϋλωμένο ανθρωποειδές στο τιμόνι με κοιτάζει με οίκτο! 

Το ξανθό λαμπραντόρ δίπλα μΕ λέει “…καλά γκαβoooooός είσαι?” 
…και το ηχοσύστημα παίζει στη διαπασών Σαλαμπάση “Όταν χορεύει ο Λαρισαίος …στη μπάντα κάθε Φαρισαίος”…

Θενκς Γκαντ! …που μΕ έδωσες το προνόμιο να ζήσω αυτή τη σουρεάλ φάση!

Κάτι τέτοια μΕ συμβαίνουν και πιστεύω ότι, τελικά, υπάρχει Θεός!
Τα 2 θρασύτατα νεοπλουτέ πρωτόνια, που σίγουρα αδυνατούσαν να επεξεργαστούν οποιαδήποτε πληροφορία υπερβαίνει σε πολυπλοκότητα τις δισύλλαβες λέξεις μπέμπα, μπεμβέ, πράντα, Κάτυ Σάρκ κλπ κλπ…
.
.
…εξαφανίστηκαν προς τους σιωπηλούς ελαιώνες του νομού Φωκίδος, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αφήνοντας φιδοειδή λαστιχένια αποτυπώματα στην άσφαλτο και αναθυμιάσεις άκαυστης αμόλυβδης…
 

z4

Τα τσίπουρα να είναι άνευ…

 Πλησιάζω προς τη Λαμία και “κόβω” προς Δομοκό, Καρδίτσα.

Τηλεφωνώ στον Γιάννη, για να μΕ ενημερώσει ότι στην είσοδο της Καρδίτσας μΕ περιμένει ο Αργύρης, άλλος παλιόφιλος μηχανόβιος από την Καρδίτσα.
Όταν ακούς Γκουσγκούνη και …“που ΄ναι τα πουλάκια μου?” …η σίγουρη απάντηση είναι …“νάτα τα πουλάκια μου”!
Όταν ακούς … “σε περιμένει ο Aργύρης”, η σίγουρη απάντηση είναι ότι πάς για τσίπουρα!
Με κάνει σινιάλο στον περιφερειακό. 
Σταματάω τη μηχανή.
Με συνωμοτικές κινήσεις, που θυμίζουν μυστική συνάντηση των Κορλεονέζι, χωρίς να το καταλάβω μΕ πασάρει ένα πλαστικό μπουκάλι.
Δεν χρειάζεται να ρωτήσω τι περιέχει… Θα στοιχημάτιζα 100 προς ένα ότι είναι διπλοβρασμένο απόσταγμα στεμφύλων Τυρνάβου άνευ(*).
Απλά, μΕ λέει ότι είναι σφραγισμένο. Το βάζω στη μπαγκαζιέρα, τον ακολουθώ σε μια δαιδαλώδη διαδρομή και…
.
.
….σορπράιζζζζζζζζ !
Σταματάμε μπροστά σ’ ένα ρακάδικο!

Εντελώς τυχαίως…
Εντελώς άγνωστος ο Αργύρης στο μαγαζί…
Τα γκαρσόνια άρχισαν να “φέρνουν” χωρίς να’ χουμε παραγγείλει…
Σε λίγη ώρα καταφθάνουν ο Βαγγέλης από τα Τρίκαλα, o Βασίλης από τη Λάρισα κι ο Γιάννης. Όλοι παλιόφιλοι μηχανόβιοι, που ήρθαν διακριτικά να δουν τι χρέπι θα οδηγώ στο επόμενο ταξίδι μου στο «Desert festival» στο Μάλι, μόλις τελειώσει ο εμφύλιος…
Πολύ γρήγορα ακολούθησε ένας ιλιγγιώδης χορός εδεσμάτων, τσίπουρου και μπύρας, βυθίζοντας την παρέα σε μια γαστριμαργική έκσταση…
Εγώ, άυπνος και κουρασμένος από την υπερένταση και το ταξίδι. 
Όμως η ζεστή και εγκάρδια φιλοξενία αυτών των φίλων, με παρέσυρε σ’ ένα παροξυσμό ξαφνικής ευφορίας, με αποτέλεσμα να περάσει η ώρα με συζητήσεις και μεζέδες και να “πιάσουμε” το σούρουπο χωρίς να το καταλάβουμε.

Η μέρα έφευγε και “έβλεπα” με την φαντασία μου, την σύζυγο να ξεφυλλίζει το prospectus της collection Άνοιξη ’13 Louis Vuitton…
…κάνοντας την καρδιά μου να βαράει σαν βομβαρδιστικό στη Μάχη της Αγγλίας!

Έπρεπε να φύγω κι εγώ, γιατί μια αναποδιά και μια καθυστέρηση, θα έδινε την ιδέα σε μία δεσμίδα εκατόευρων στο πορτοφόλι μου …να λιποτακτήσει προς την ακατονόμαστη φίρμα! 
Αυτό βέβαια θα ήταν το λιγότερο… 
Γιατί μετά το ταξίδι στην Ινδία, αρχίζω να βρίσκω πιο δελεαστική μία ένεση ευθανασίας …από το φονικό βλέμμα της συζύγου…

(*)γλυκάνισου

 τσίπουρα

 

Επίλογος

 Μπήκα στο σπίτι κατά τις 10 το βράδυ…

Η σύζυγος με κοίταξε με το αυστηρό βλέμμα καρδιναλίου αναγεννησιακού πίνακα, κοιτώντας το Rolex της. 
Παρ’ όλο που ένα γνήσιο Rolex
 πηγαίνει δραματικά πίσω ή μπροστά, φάνηκε να δέχεται ότι έφτασα πριν τα μεσάνυχτα…

Η collection Άνοιξη ’13, ήταν ακόμα ανοιγμένη πάνω στο τραπεζάκι του living room δίπλα σ΄ένα ποτήρι κόκκινο κρασί…
«Βρήκα ένα καταπληκτικό 
χαρτοφύλακα για σένα… Ηδη μίλησα με τα κορίτσια στην Προξένου Κορομηλά …θα σΕ κάνουν ειδική τιμή…» κουκούρισε το τρυφερό μου ήμισυ, ψάχνοντας τις ιλουστρασιόν σελίδες…
«Ουάου!» αναφώνησα…
 «Σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι για το στίλ μου… Δεν έρχεσαι κάτω στο γκαράζ να δεις τι δώρο σΕ έχω φέρει -κι εγώ- από την Πάτρα?», είπα καταρρίπτοντας το αντρικό ρεκόρ ευφημισμού σε κλειστό χώρο!

0dc

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης και μια σούρα στο Ερεβάν

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 29 Οκτωβρίου, 2012

Τον συνονόματό μου Βασίλη τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη και της Μαρίας στην Αρετσού. Έχουμε παίξει μερικές φορές χαρτιά και, είναι αλήθεια, το παιχνίδι εν γένει βοηθάει στο να γνωρίσεις τους άλλους καλύτερα. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζω συνήθως εγώ.

Αν βέβαια ενδιαφέρεσαι για τις ενδεχόμενες συμπεριφορές κάποιου και σε πιο οριακές καταστάσεις (αν πρόκειται, για παράδειγμα, να τον/την παντρευτείς), τότε πήγαινε μαζί του ένα ταξίδι, ει δυνατόν με ιστιοφόρο. Εκεί θα αντιληφθείς πολύ περισσότερα πράγματα.

Αλλά για τις άλλες, τις συνηθέστερες και χωρίς διακύβευμα περιπτώσεις, το παιχνίδι, ας πούμε μια φιλική παρτίδα χαρτιά, όντας ανώδυνη απομίμηση της ζωής σε βοηθάει να κάνεις αξιόπιστες γενικές παρατηρήσεις πάνω στον χαρακτήρα των άλλων.

Ο Βασίλης λοιπόν, αρχιτέκτονας μηχανικός (όπως και οι πιο πολλοί στην παρέα), σύζυγος και πατέρας, διάγων αισίως την περίοδο της ωριμότητας (των πρώτων –ηντα), σε μια αρχική ανάγνωση μου προκύπτει αναμφίβολα ήπιος, ήρεμος, εξαιρετικά ευγενικός, εκτιμητής των χαμηλών τόνων: Δεν υψώνει ιδιαίτερα τη φωνή και ένα πράο χαμόγελο είναι εγκατεστημένο θα έλεγες μόνιμα στις άκρες των χειλιών του.

Αυτές οι πρώτες εντυπώσεις τις οποίες δεν έχω κανένα λόγο να αναιρέσω, οδηγούν στη βάσιμη υπόθεση ότι ο Βασίλης είναι δύσκολο να είναι ταυτόχρονα και κάτι άλλο, κάπως αλλιώτικο, ας πούμε κάτι σαν μοναχικός ταξιδιώτης μοτοσικλετιστής!

Και βέβαια κάνω πανηγυρικά λάθος.

 

Ο Βασίλης όταν του την δίνει, (και σε άλλες προς διερεύνηση περιπτώσεις) όχι μόνο καβαλάει τη μοτοσικλέτα του και εκτινάσσεται, αποδρά, αναχωρεί, απομακρύνεται μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα προς κατευθύνσεις εξωτικές και χώρες δυσερεύνητες, αλλά και καταγράφει με εικόνες και λέξεις τις εμπειρίες του.

Χτες μου έστειλε το κείμενο που ακολουθεί.

Σας το κοινοποιώ με την έγκρισή του. Απολαύστε το!

 

 

Βασίλης Μεταλλινός

Νοέμβριος, 2011. Εν μέσω κρίσης, κινδυνολογίας, παπαρολογίας, φόρων, πόρων, αναδρομικών, μικροαστικών, πολεοδομικών, χαρατσιών και τινών ακόμη φαιδρών της παστεριωμένης καθημερινότητας, ξεκίνησα ένα ξαφνικό ταξίδι προς Τουρκία, Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν. Ο Οκτώβριος είχε περάσει, μεταξύ κάποιων θρασύτατων ανθρωποειδών που υποδύονταν τους τεχνίτες οικοδόμους, καθώς και στο στόχαστρο ενδημικής ποικιλίας αρπακτικών που αναπτύσσεται σε καρέκλες πολεοδομικών γραφείων και τινών ακόμη δημοσίων υπηρεσιών, στελεχομένων από απογόνους του Νταβέλη, Κακαράπη, Καλαμπαλίκη και Τσιμπουκλάρα.

Μετά την 4η τροποποίηση των σχεδίων μιας απλής εξωτερικής τουαλέτας, καθ’ υπόδειξη του αρμόδιου υπαλλήλου Πολεοδομικού γραφείου και την κατάθεση του σχετικού φακέλου, θεώρησα ότι -άνετα- είχα το χρόνο για ένα ταξίδι μέχρι το Αζερμπαϊτζάν με την μοτοσυκλέτα μου, μέχρι τον επόμενο έλεγχο των αρχιτεκτονικών σχεδίων.

Έτσι, ένα ηλιόλουστο πρωϊνό φουλάριζα στο βενζινάδικο της Αρετσούς στο Χαμόδρακα, με λίγα ρούχα στις βαλίτσες, κανά δύο κιλά ξηρούς καρπούς, μισό κιλό παστέλι, ζάχαρη, καφέ και χαλαρή “στ’ αρχίδια μου” διάθεση.

Ύστερα από ένα βροχερό πέρασμα της Βόρειας Τουρκίας και ένα ζόρικο οδήγημα στην παγωμένη και βροχερή Γεωργία, μετά από 3000 χιλιόμετρα, την χαριστική βολή μου την έδωσαν τα χιονισμένα υψίπεδα του όρους Aragats. Δεν ήταν η καλύτερη ιδέα, να ταξιδέψω με την μοτοσυκλέτα χειμωνιάτικα… Και δεν ήταν μόνο το κρύο. Οι οδηγική συμπεριφορά των Αρμενίων, που θα έκανε τους πεοφορούντες οδηγούς ταξί των παραβαρδάριων περιοχών να φαντάζουν σαν γατούλες του καναπέ, μου έκανε το φρόνημα ιρμίκ χαλβά… Έσφιξα τα δόντια και με αποφασιστικότητα λοχαγού Βιετκόγκ, συνέχισα οδηγώντας αργά.

Στα τελευταία χιλιόμετρα κατηφορίζοντας για το Υερεβάν, θυμήθηκα τους 42 βαθμούς υπό σκιάν την ίδια μέρα, ίδια ώρα -ένα χρόνο πρίν- πλησιάζοντας το Χαρτούμ, κι άρχισα να …ζεσταίνομαι και να ρεφάρω ψυχολογικά. Διότι, κύριος, άμα θέλεις ασφάλεια και θερμοκρασίες δωματίου κάθεσαι σπίτι σου και το βλέπεις το “έργο” σε βιντεοκασέτα.

Κατεθύνθηκα “καρφί” στο κέντρο, ακολουθώντας ένα marshrutka*, που πήγαινε προς την Όπερα και έψαξα να βρώ ένα guest house, μιας ηλικιωμένης ζωγράφου που εντόπισα σ’ έναν γαλλικό ταξιδιωτικό οδηγό.

Αφού τακτοποιήθηκα στο πολύ φιλόξενο σπίτι, βγήκα στους δρόμους να ξεμουδιάσω και να δειπνίσω στο ρεστοράν Caucasus που μου υπέδειξε σε άπταιστα Γαλλικά η κυρία Βίκα, η κάλτ ιδιοκτήτρια του guest house.

Δεν χρειάστηκε να περπατήσω πολύ και σε 15 λεπτά βρισκόμουν ενώπιον αβάσταχτων διλημμάτων, σχετικά με ορεκτικά, σούπες και φαγητά, καθισμένος στη ρουστίκ αίθουσα του ρεστοράν.

Η παχουλή Αρμένισα -ντυμένη με παραδοσιακό φόρεμα- που ήρθε για την παραγγελία, με δελεαστικά νεύματα και επιφωνήματα υπερβολικής επιδοκιμασίας και κατανόησης, κατάφερε να μ’ απαλλάξει απο τα ερωτηματικά της γαστέρας, πείθοντάς με να δοκιμάσω όλα τα πιάτα που είχα ξεχωρήσει, απ’ τον κατάλογο…

Μετά από μια αναπαράσταση του ταϊσματος των τίγρεων της Σουμάτρας, πάνω στις παραδοσιακές σπεσιαλιτέ του Καυκάσου και τρεις αρμένικες μπύρες Gyumri, ήρθα στα γράδα μου. Χαζεύοντας τους θαμώνες και ακούγοντας φόλκ αρμένικα τραγούδια, θυμήθηκα την Ρουζάνα, μια Αρμένισα που καθαρίζει κάθε βδομάδα την οικοδομή που στεγάζεται το γραφείο μου στη Θεσσαλονίκη.

Η Ρουζάνα με είχε κουράσει μιλώντας μου σε κάθε ευκαιρία, για το πόσο όμορφο είναι το Υερεβάν και τελειώνοντας την τρίτη μπύρα της τηλεφώνησα για πλάκα…

“Έλα Ρουζάνα, με κατάλαβες?”

“Καλησπέρα κύριο Βασίλη, τι κάνετε?”

Αφού της εξήγησα που βρίσκομαι, μου κατέστησε σαφές ότι πιθανή άρνηση της φιλοξενίας του αδελφού της, τον οποίο θα έστελνε την επομένη το πρωί στο guest house να με παραλάβει, θ’ αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως.

Μετά από μια σύντομη βόλτα στο κέντρο της πόλης κατέληξα στο Malkhas jazz Club, άλλη μια εξαιρετική πρόταση της κυρίας Βίκα, έχοντας μαντέψει τις προτιμήσεις μου στη λίγη ώρα που γνωριστήκαμε .

Ο ιδιοκτήτης του είναι ο Levon Malkhasian, ο πατέρας της Αρμένικης jazz. Ήπια άλλες δύο μπύρες ακούγοντας εξαιρετική μουσική από ένα κουϊντέτο που αυτοσχεδίαζε πάνω σε αρμονικές βάσεις τουJimmy Smith και κατά τις δύο τα ξημερώματα πήρα το δρόμο για το guest house που βρίσκονταν 3-4 τετράγωνα μακριά από το jazz club. Περπατώντας ικανοποιημένος στην ήσυχη λεωφόρο Mesrop Mashtots και σφυρίζοντας την φοβερή παραλλαγή του “the cat”, που ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά μου,δεν μπορούσα να φανταστώ τι μου επεφύλασσε η επόμενη βραδιά στην Αρμενία…

Κατά τις 9 το επόμενο πρωί, απολάμβανα την σπιτική μαρμελάδα από ιπποφαές, με ζυμωτό ψωμί και φρέσκα καρύδια, συντροφιά με την κυρία Βίκα την ιδιοκτήτρια του guest house, συζητώντας πλέον στα Ιταλικά για την ζωή στην Αρμενία. H ώρα κυλούσε ευχάριστα, κατεβάζοντας ένα ολόκληρο σαμοβάρ με εκχύλισμα ενός αρωματικού κοκτέιλ βοτάνων από το Odzun, όταν ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.

Μετά από μια σύντομη συνομιλία στ’ αρμένικα που άκουσα από την είσοδο, εμφανίστηκε στη κουζίνα ο Τανιέλ. Ένας αρκουδοειδής τύπος, με πουράκι σβησμένο στο στόμα, λουσμένος στο πατσουλί και ντυμένος με μαύρα Armani, να φαντάζει ανάμεσα στον μαφιόζο Τομάζο Μπουσκέτα και σε σολίστ του λυρικού θεάτρου.

Με ένα “γκειά σου” και κάτι σπαστά αγγλικά μου είπε να πάρω τα πράγματά μου γιατί στο εξής θ’ αναλάμβανε αυτός την φιλοξενία μου.

Το παρανόμως παρκαρισμένο αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο ήταν όπως το περίμενα. Απαστράπτον μαύρο τζιπ Mercendes G55 AMG με μαύρα τζάμια και χρωμέ εξατμίσεις,μια ευλαβική συνέχεια των θηριωδών μαύρων 4X4 του νεοπλουτίστικου σιμψιλέ που κοσμούν τους δρόμους των παρακαυκάσιων χωρών.

Φόρτωσα τα πράγματα στη μοτοσυκλέτα και ακολουθώντας αποτροπιασμένος τον Τανιέλ έγινα μάρτυρας μιας απίστευτης οδήγησης στους δρόμους του Υερεβάν, σημειώνοντας όλες τις παραβάσεις του ΚΟΚ, σ’ όλους τους πιθανούς συνδυασμούς και με κανόνες βγαλμένους από τους νόμους της ζούγκλας του Βόρνεο. Φτάνοντας σε μιά πολυτελή οικοδομή, οδήγησα την μοτοσυκλέτα μου μέσα στην τεράστια ψηλοτάβανη είσοδο, έβγαλα από τις πλαϊνές βαλίτσες 2 μικρά σακ βουαγιάζ και εμφάνισα ένα βαρύ λουκέτο για να κλειδώσω το δισκόφρενο. Ο Τανιέλ με ένα μορφασμό που έδειχνε προσβεβλημένος με διαβεβαίωσε ότι το κτίριο είναι ασφαλέστερο κι από τράπεζα, δείχνοντάς μου μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του έναν γιγαντόσωμο τύπο στα 30 μέτρα, έξω από ένα θυρωρείο, που μας παρατηρούσε ακίνητος, με την αταραξία Αιγυπτιακής πυραμίδας.

Στο διαμέρισμα μας περίμεναν ο Ανατόλι, κουμπάρος του Τανιέλ και άλλοι δυό φίλοι του, ο Γκεντεόν κι ο Μαράτ. Καθήσαμε στο σαλόνι για καφέ και κατά τις ένδεκα -το πρωί- αφού μάζεψαν τα φλυτζάνια, έστρωσαν τραπεζομάντηλο και τοποθέτησαν δύο δίλιτρες φιάλες κρασί. Από την κουζίνα ακούστηκε ο ήχος του τηγανίσματος και σε λίγα λεπτά η σύζυγος του Τανιέλ μας σερβίριζε σεμσέκ, μιτσινκί κιοφτέ, κινγκάλι, ιτσλί κιοφτέ, κεσκέκ και τυριά με ταμπουλέ σαλάτες.

Μου γέμισαν ένα ποτήρι από το κάθε κρασί και με απελπιστική αγωνία περίμεναν να τους πω ποιό προτιμώ.

Αφού διαβεβαίωσα τον Τανιέλ και τον Ανατόλι ότι και τα δύο κρασιά μ’ άρεσαν πολύ, ο γηραιώτερος όλων, ο εξηντάχρονος Μαράτ ξεκίνησε τις προπόσεις αναλαμβάνοντας συγχρόνως και μεταφραστής, μιας και είχε ζήσει οκτώ χρόνια στη Γαλλία και μπορούσαμε να συνενοηθούμε στα Γαλλικά.

Με ιστορίες από την εποχή που δούλευε νέος σαν ταλιαδώρος, κατασκευάζοντας σεντούκια σ’ ένα προάστιο του Kapan μέχρι τα χρόνια που ελίσσονταν στα τραπέζια του Moulin Rouge σαν σερβιτόρος και στα καμαρίνια των χορευτριών σαν αγαπητικός, οι στάθμες των δύο φιαλών κρασιού άρχισαν να κατεβαίνουν δραματικά.

Τότε ο Μαράτ με συνομωτικό ύφος τοποθέτησε άλλο ένα δίλιτρο από το δικό του κρασί, ζητώντας τάχα να του πω την γνώμη μου. Πραγματικά, δεν χρειαζόταν να προσποιηθώ ότι μ άρεσε, γιατί όντως ήταν από τα καλύτερα κρασιά που έχω πιεί στη ζωή μου.

Μέχρι να μας εξιστορήσει το πως παντρεύτηκε μια γαλλίδα ζογκλέρ που έκανε δικό της νούμερο στο καμπαρέ, μέχρι την νεφελώδη ξαφνική φυγή του από το Παρίσι και την ενασχόλησή του με την πρακτορεία μοντέλων-συνοδών και χορευτριών του κλασσικού μπαλέτου με ειδίκευση στη μεταλλική μπάρα, καθαρίσαμε και το δικό του μπουκάλι.

Ο τέταρτος της παρέας, ο Γκεντεόν, ήδη είχε φύγει για το κελάρι του και πάνω στην ώρα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας για να μας φέρει για γευσιγνωσία και το δικό του κρασί μαζί μ’ ένα μπουκάλι τοπικό μπράντυ…

Έτσι με μεζέδες να καταφτάνουν στο τραπέζι πολυβολιδόν και με ανελέητη κατανάλωση των εξαιρετικών σπιτικών κρασιών, καταλήξαμε κατά τις πέντε το απόγευμα σε κατάσταση γκροκί να το γυρίζουμε σε σφηνάκια μπράντυ και σιροπιαστά σαρί μπουρμά.

Οι Αρμένιοι και οι Γεωργιανοί πίνουν. Πίνουν πάρα πολύ, θα έλεγα. Τους ακολούθησα με ιδεαλιστικές τάσεις εθνικής υπερηφάνειας μέχρι το ύστατο σφηνάκι.

Kατά τις έξι βγήκαμε στο κέντρο της πόλης για περίπατο και καφέ. Εκεί με πληροφόρησαν, ότι κατά τις εννέα το βράδυ θα πηγαίναμε σε κάποιο στέκι τους για να συναντήσουμε μερικούς ακόμα φίλους που θα συμπλήρωναν την παρέα. Ήταν παραπάνω απο προφανές ότι δεν θα πηγαίναμε σε λέσχη μπρίτζ ούτε και σε σαλόνι τεϊου για ανταλλαγές απόψεων και προσεγγίσεων πάνω σε λογοτεχνικά κείμενα της Γαλλικής Αναγέννησης…

Ήταν η στιγμή που αναπολώντας την κυρία Βίκα και τις εξαιρετικές της οδηγίες για αξιοθέατα, θεατρικές παραστάσεις και φολκλορικά μουσικά στέκια, άρχισα να προβληματίζομαι για το χάσμα των επιλογών που είχα μπροστά μου αλλά και για το αν θα ‘πρεπε να συνεχίσω δέσμιος της μαφιογκλάμορους παρέας, ως απόσπασμα σουρεαλιστικής ταινίας… Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν αναλώνομαι σε βαθυνούστατες πυρετικές σκέψεις και αποφάσεις αλλά αφήνω την ταξιδιωτική παλίρροια να με παρασύρει…

Το κλου της βραδιάς ήταν για τα μεσάνυχτα που θα επισκεπτόμασταν το στριπτιζάδικο “Fiery Vegas” του Τανιέλ καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα έξω από το Υερεβάν στο δρόμο για το Vanadzor.

Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν κατά τις εννέα και μισή το βράδυ όταν καθήσαμε στο τραπέζι της γραφικής ημιυπόγειας ταβέρνας και προστραπεζώθηκε ο πρώτος γύρος από ποτά και μεζέδες. Η επιλογή του γουρουνόπουλου γάλακτος στη σούβλα έδωσε την ευκαιρία στην παρέα να αναπαραστήσει πειστικά την σφαγή των Αρμενίων. Τα βλέμματα δε των συνδαιτυμόνων, δεν μου άφησαν κανένα περιθώριο για συζήτηση περί δίαιτας, μεσογειακής διατροφής και σπάνιων έξτρα παρθένων ελαιολάδων με χαμηλή οξύτητα…

Ο συνδυασμός αρμένικης βαρελίσιας μπύρας με χυμούς φρούτων και σφηνάκια παγωμένης βότκας, σε πολλές ρεπετισιόν, ήταν η αιτία που επέμενα κάποια στιγμή στη συζήτηση ότι ο γλύπτης Vartan Malakian είναι Έλληνας από τη Μαλακάσα…

Είναι γεγονός πάντως ότι και σ’ αυτό το τραπέζι, παραδέχθηκαν όλοι ότι πίνω σαν Αρμένιος!

Συνειδητοποίησα πάντως ότι είχα πιεί πολύ, όταν μια σερβιτόρα την στιγμή που κατευθυνόμουν προς την έξοδο, μ’ έπιασε αγκαζέ με την στοργική ανοχή που δείχνουν σε κάποιον που πάσχει από πρόωρη γεροντική άννοια…

Επιβιβαστήκαμε σ’ένα μικρό στόλο από θηριώδη μαύρα 4Χ4 και ξεκινήσαμε για την τρίτη πράξη της απίθανης αυτής φιλοξενίας.

Σ’όλη τη διαδρομή είχα την αίσθηση ότι ο Τανιέλ προσπαθούσε να περάσει το τζίπ του πάνω από τα προπορευόμενα αυτοκίνητα, εάν δεν είχαν τη σοφή ιδέα να τραβηχτούν την τελευταία στιγμή τέρμα δεξιά, για να διευκολύνουν την προσπέραση.

Από τα πρώτα χιλιόμετρα ήδη είχα σφίξει την ζώνη ασφαλείας, κοντράρισα το πόδι γερά στο πάτωμα κι άρχισα να ψιθυρίζω σύσσωμη την playlist με τα απολυτίκια του Αγίου Χριστόφορου, προστάτη των ταξιδευτών…

Εντελώς άσχετα, πέρασαν απ’ το μυαλό μου, η βλακόφατσα του ανθροποειδούς που υποδύονταν τον ελεγκτή αρχιτεκτονικών και είχε χρεωθεί τον φάκελο της μελέτης εξωτερικής τουαλέτας, τα άρθρα του ΓΟΚ, τα ΦΕΚ, τους κατά παρέκλιση συντελεστές δόμησης, τις αβάσταχτες lumpen αρλούμπες των αρχιτεκτονικών επιτροπών και ένοιωσα αμέσως ανακούφηση, πεπεισμένος ότι εδώ κινδυνεύω λιγότερο…

Μόλις βγήκαμε απ’ το Υερεβάν, μπήκαμε σ’ έναν έρημο και σκοτινό παράδρομο και σε καμιά εκατοστή μέτρα το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από μια μάντρα σκουριασμένων γερανοφόρων. Σε δευτερόλεπτα έφτασε από το αντίθετο ρεύμα ένα σαραβαλιασμένο κίτρινο Lada Jiguli με αεροτομή από φόρμουλα 1 και φωτισμένη μάσκα από σικλαμέ neon λαμπάκια, φρενάροντας απότομα ακριβώς στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Τα μαύρα τζάμια του αυτοκινήτου δεν μ’ επέτρεψαν να διακρίνω τον οδηγό του. Ο Τανιέλ έκλεισε τον ήχο στο cd που έπαιζε Lady Gaga στη διαπασών και ακολούθησε ένα διάστημα 20-30 δευτερολέπτων με απόλυτη ησυχία.

Το γκαγκστερικό ντεκόρ, το σκοτάδι και η περίεργη ησυχία προς στιγμήν με προβλημάτησε, σε βαθμό που σκέφτηκα πόσο δύσκολο θάταν για την εκπομπή “Φως στο Τούνελ” να εντοπίσει το εξαφανισμένο πτώμα μου, στην περίπτωση που θα γινόταν κανένα πατιρντί με “καλάσνικοφ”, μιας και για τον Τανιέλ ήμουνα σχεδόν βέβαιος ότι θα χρησιμοποιούσε τα όπλα όπως το εντομοαπωθητικό…

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του οδηγού και βγήκε μια γυναίκα γύρω στα 60, με χοντρά γιαλιά και χαμόγελο δενδρόβιου πιθηκοειδούς. Ξεκλείδωσε το πορτ μπαγκάζ κι έβγαλε από μέσα 4 πεντάκιλα μεταλλικά δοχεία μέσα σε πλαστικές σακούλες. Με βηματισμό λοκατζή διέσχισε τον δρόμο και στάθηκε στην πόρτα του οδηγού, ακουμπώντας κάτω τα δοχεία, ενώ κατέβαινε το τζάμι του παραθύρου. Ο Τανιέλ τέντωσε το χέρι του έξω απ’ το παράθυρο, κουνώντας ένα μάτσο χαρτονομίσματα, τσαλακωμένα αλά χωριάτα. Η γυναίκα τα μέτρησε αποτροπιασμένη κι έβαλε τις φωνές. Ακολούθησε μια έντονη συνομιλία, με τον Τανιέλ να παζαρεύει, προσπαθώντας να την καλμάρει κάνοντας έντονες χειρονομίες.

Βγήκε από το τζιπ, άνοιξε την πίσω πόρτα κι έκανε νόημα στην Αρμένισα να μεταφέρει τα δοχεία στο πορτ μπαγκάζ. Η γυναίκα τα τοποθέτησε μέσα στο τζιπ και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάλυπτα σαν μανιάτικο μοιρολόι κατευθύνθηκε προς το “Jiguli”. Ο Τανιέλ έβαλε μπροστά τη μηχανή γελώντας και απευθυνόμενος σε μένα φώναξε “Μister Vassilis tonight you taste the best caviar from Astrakhan. ”

Η υπερβολική ταχύτητα -βραδιάτικα- σε συνδυασμό με τις σφήνες και τις προσπεράσεις στο αντίθετο ρεύμα ανφάς με νταλίκες, μου δημιούργησαν τέτοια υπερένταση συνοδευόμενη από μορφασμούς τρόμου και εκδηλώσεις παντομίμας, που σιγά-σιγά άρχιζα να συνέρχομαι από τις μπύρες και τις βότκες!

Με το που κατεβήκαμε σώοι στο πάρκιν του στριπτιζάδικου, ένιωσα την ίδια παράξενη ανακούφιση, μ’ εκείνη που ξυπνάς από τον γνωστό εφιάλτη που σε κυνηγάει το τέρας, προσπαθείς να τρέξεις αλλά πας σαν σε slow motion σε ελαττωματικό DVD.

Ένας χτισμένος μπράβος, με μαύρο σακκάκι από καλάθι προσφορών supermarket, ξυρισμένο κεφάλι, και φυσίκ νεροβούβαλου Αμαζονίου, μας καλωσόρισε σε ακατάλυπτα αρμένικα.

Προσπεράσαμε γύρω στα πεντέξι ταυριά, με ξυρισμένα κεφάλια και φουσκωτά μπράτσα σαν μπούτια βοείου Αιτωλοακαρνανίας, από το πάρκιν μέχρι την αίθουσα και μας ανέλαβε ο maitre d’ hotel. Με ελεγχόμενες εκδηλώσεις έκπληξης κι ενθουσιασμού, αφού χαιρέτησε τον Τανιέλ ιπποτικά σε στάση όρθιας γονυκλισίας, μας έβαλε να καθίσουμε στο πρώτο κεντρικό τραπέζι.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και απ’ ότι φαίνονταν το κυρίως πρόγραμμα ακόμα δεν είχε αρχίσει. Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο με ετερόκλητο κοινό.

Ύποπτες φιγούρες, με χρυσά Rolex και ακριβά κοστούμια από τις μπουτίκ της λεωφόρου Hyusisayin, που κάπνιζαν πούρα συνοδεία σαμπάνιας και βότκας, επιχειρηματίες με φάτσες πετυχημένου Εβραίου τοκογλύφου, διάφοροι λιγούρηδες ματάκηδες ντυμένοι σαν αραβωνιαστικοί, που βύζαιναν σε δόσεις μιλιγκράμ τα ποτά τους και κάτι ναρκισσευόμενοι μποντυμπιλντεράδες, εκτραφέντες στους λειβαδεώνες της τοπικής μαφίας, είχαν γεμίσει την αίθουσα. Η σκέψη και μόνο να διεκδικώ προτεραιότητα σε θέση πάρκιν με κάποιον απ’ αυτούς, μου δημιουργούσε ένα μούδιασμα στη ραχοκοκκαλιά με ταυτόχρονη δημιουργία ύγρανσης του μετώπου από σταγόνες κρύου ιδρώτα…

Δυό χοντροκώλες ημίγυμνες χόρευαν χαλαρά ένα σλόου κομμάτι της Gianna Nannini, στέλνοντας χαμόγελα με νόημα σε μια παρέα Καυκάσιων υλοτόμων, ντυμένων με τα γαμπριάτικα κουστούμια τους, που παρακολουθούσαν το θέαμα υπό ακρατή σιελόρροια.

Στο τραπέζι μας σε χρόνο dt είχαν καταφτάσει κάτι ροζέ ρώσσικες σαμπάνιες, βότκες και Αρμένικο μπράντυ. Το άρτι αφιχθέν -χοντρό σαν φουντούκι- μαύρο χαβιάρι από το Αστραχάν σερβιριζόταν στα πιάτα από ένα πελώριο ασημένιο μπωλ πάνω σε χλιαρές αράβικες πίττες, πασπαλισμένες με φρέσκο βούτυρο, ξανανοίγοντάς μου γι’ άλλη μια φορά την όρεξη.

Τα ποτήρια άδειαζαν κατά ριπάς στο τραπέζι, με τις πομπώδεις προπόσεις τoυ Μαράτ να δίνουν έναν ηρωικό τόνο στις γύρες με τους άσπρους πάτους.

Αυτές οι ροζέ σαμπάνιες μου την κάναν τη ζημιά.

Όταν πίνεις επί 12 ώρες πρέπει να ξέρεις να σταματάς. Εντελώς μεταξύ μας, εγώ ήξερα καλά. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα να πείσω και τον Τανιέλ. Όταν δοκίμασα να τον ξεγελάσω πίνοντας ελάχιστα από το ποτήρι μου, σχολίασε ότι “οι υπόλοιποι περιμένουν να αδειάσεις το ποτήρι σου. Αν δεν αδειάσει, δεν πίνουν κι αυτοί!”

Γερό μπλέξιμο!

“Ένα βράδυ είναι θα περάσει”, σκέφτηκα.

“Μην γίνουμε και ρεζίλι τώρα στο τέλος” ξανασκέφτηκα με εθνικιστικό ενθουσιασμό, φέρνοντας στο νού μου τον Καραϊσκάκη και τον Πλαπούτα.

Για μιά ακόμη ώρα παρακολουθούσαμε το σόου με κάτι Κουβανέζες από την …Quba του Αζερμπαϊτζάν, που με κάτι φιγούρες καθέτου εφορμήσεως μας την έπεφταν ολόγυμνες σε απόσταση χιλιοστών, φέρνοντας στο κέφι τον κουμπάρο του Τανιέλ που ξεχύλιζε τα ποτήρια με σαμπάνια. Ο Ανατόλι μ’ ενημέρωσε ότι η φίρμα του μαγαζιού, μια Ουκρανή τουρμπογκόμενα θα ‘βγαινε κατά τις δύο τα ξημερώματα.

Με τις σαμπάνιες κατά ριπάς και τα σφηνάκια βότκας κατά βολάς, άρχισα να χάνομαι. Μόλις τελείωσαν οι Qubaνέζες το σόου και λίγο πριν αρχίσει η γκράν ατραξιόν με την Ουκρανή, πήρα την απόφαση να επισκεφτώ την τουαλέτα.

Ήμουνα σκνίπα. Το καταλάβαινα. Αισθανόμουνα ανάλαφρος, μου έβγαινε μία ευθυμία, παραπατούσα και είδα στον καθρέφτη ότι είχε σχηματιστεί ένα ηλίθιο χαμόγελο στη φάτσα μου που δεν έφευγε ούτε με γροθιά του Κάσιους Κλέϋ. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Το χαμόγελο εκεί. Μόνιμο.

Απ’ έξω ακούστηκαν χειροκροτήματα. Βγήκα παραπατώντας από την τουαλέτα και βρέθηκα στο σκοτάδι. Προφανώς είχαν σβήσει τα φώτα για ν’αρχίσει το σόου της Ουκρανής. Άρχισα να “χάνομαι” σιγά-σιγά.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά μπήκαν οι πρώτες νότες από το “Cocaine” του Eric Clapton μαζί μ’ ένα μπλέ χαμηλό φωτισμό που φώτησε την πίστα και την ώρα που άρχιζε το τραγούδι είχα ανέβει στην πίστα χορεύοντας ρόκ και ουρλιάζοντας τους στίχους του κομματιού:

“if you wanna hang out you ‘ve got to take her out. Cocaine. If you wanna get down, down on the…”

Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι το έκπληκτο πρόσωπο της Ουκρανής, να με κοιτάζει σαν χαμένη, με τιγρέ εσώρουχα και ροζ χειροπέδες, ακίνητη στην άκρη της σκηνής και τέσσερις γοριλανθρώπους να με πλησιάζουν απειλητικά, με το βλέμμα όμως στραμμένο στον Τανιέλ, περιμένοντας κάποιο νεύμα για τα περαιτέρω…

Θυμάμαι ότι έφυγα σηκωτός, αλλά δεν ξέρω πως και πότε…

Ξύπνησα την επομένη το πρωί σ’ ένα ευρύχωρο δωμάτιο στο σπίτι του Τανιέλ, μ’ ένα τρελλό πονοκέφαλο. Αφού έριξα ένα κυβικό νερό στο κεφάλι μου κατεθύνθηκα στην κουζίνα. Ο Τανιέλ ετοίμαζε σ’ ένα παραδοσιακό μπρίκι έναν αρμένικο καφέ και με κοίταξε χαμογελώντας πονηρά λέγοντάς μου:

«Μίστερ Βασίλης, γκιατί εσύ ντεν λες εμένα, γκουστάρεις να χορεύεις με Τετιάνκα?

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 Σχόλια »