Μεθαύριο Παρασκευή 21 του Σεπτέμβρη, στις εννιά το βράδυ, στην αίθουσα θεάτρου του Βαφοπούλειου, ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης οι δύο νεαροί κρητικοί καλλιτέχνες θα τραγουδήσουν ποίηση Γ. Θ. Βαφόπουλου, μελοποιημένη από τους ίδιους.
Posted by vnottas στο 19 Σεπτεμβρίου, 2012
Μεθαύριο Παρασκευή 21 του Σεπτέμβρη, στις εννιά το βράδυ, στην αίθουσα θεάτρου του Βαφοπούλειου, ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης οι δύο νεαροί κρητικοί καλλιτέχνες θα τραγουδήσουν ποίηση Γ. Θ. Βαφόπουλου, μελοποιημένη από τους ίδιους.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: Βαφοπούλειο, Μιχάλης Καλογεράκης, Παντελής Καλογεράκης, Ποίηση, Τραγούδι | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 24 Αυγούστου, 2012
Σημείωση: Άφησα στο ιστολόγιο του Αδέσποτου Σκύλου το ακόλουθο μήνυμα: Φίλε Αδέσποτε, καθώς γιομίζει το δεύτερο φεγγάρι του Αύγουστου λέω να αναδημοσιεύσω δυο κομμάτια από τον πρόσφατό σου λόγο. (¨Μιλώ¨ και ¨Σε ξένο ρυθμό¨). Συγγνώμη για τις (γραφιστικές/στικτικές) μικροαλλοιώσεις. Να είσαι καλά. Β.Ν.
Σε ξένο ρυθμό
και σε φριχτά τραύματα
σε αναστεναγμούς και χαρτοσακούλες με ψώνια
και διαμάχες
και υποψίες
και ερωτηματικά μπόλικα για το μέλλον του κόσμου
και της ποίησης …
όσων απεδείχθησαν καπάτσοι
και δεν είπαν ακόμα την τελευταία τους λέξη
και τις τελευταίες κατάρες
και δεν δώσαν τα τελευταία μεθυστικά φιλιά
στο λαιμό της Μούσας
που τους πήρε
στο λαιμό της.
(Μιλώ με τον τρόπο αυτό
γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς,
γιατί η κυριολεξία απέτυχε βίαια
κι οι αποδείξεις άφησαν πίσω
νεκρούς,
αμφιβολίες,
αρχαίους τραγικούς.
Μιλώ όπως μιλώ
και ταμπουρώνομαι στης γραφής τα σούρουπα
και διαπράττω εξευτελισμούς
και ταπεινώσεις,
την πόλη περικυκλώνοντας,
την κριτική ανεπάρκεια φίλων και γνωστών,
τον άκρατο δαρβινισμό της καθημερινότητας
και τις ανόητες θεωρίες
περί μονογαμίας, περί αδυνάτου και ισχυρού, περί σοφών,
περί κώλων
και περικοκλάδων).
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Αντώνης Αντωνάκος, Ζωή, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 24 Ιουλίου, 2012
Το Ιστορικό: Έψαχνα την ετυμολογία της λέξης ¨υπερφίαλος¨ και πέφτω σε ένα ιστολόγιο με την εξής πολύλεξη ονομασία: ¨πλατωνικό ΑΙΔΟΙΟ υπερφίαλος ΦΑΛΛΟΣ και μαραγκιασμένο e-ΣΠΕΡΜΑ (Στήμονες και Ύπερος και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής)¨
και αμέσως μετά εν είδει προμετωπίδας:
¨Στο κάτω κάτω της γραφής και οι γυναίκες λέξεις είναι, αντικλείδια που ανοίγουν πόρτες κλειστές¨
Κοιτάζω παρακάτω και υπό τον τίτλο
Θεοδόσης Βολκώφ, Η μπαλάντα των θλιμμένων αρσενικών,
εντοπίζω τους ακόλουθους στίχους, που μου άρεσαν και ως εκ τούτου αναδημοσιεύω:
Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,
του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη
και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.
Στη Γλώσσα πρέπει να ’ρθει όλη η Γη,
να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο
και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.
Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,
δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει
και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,
μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,
μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,
της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.
Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –
οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει
και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,
εκείνο που κανένας δεν μπορεί
μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –
μ’όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.
Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο
και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.
(*) Δνόφος και Γνόφος=Βαθύ σκοτάδι
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Ζωή, Θεοδόσης Βολκώφ, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 13 Ιουλίου, 2012
Μια που χάρη στο ιστολογοφόρο μπορώ να σας ενημερώνω για διάφορα καθώς αυτά γεννιούνται, σας έχω κάτι απολύτως φρέσκο. Το ξέρει μόνο η Βούλα που έτυχε να με πάρει τηλέφωνο πριν λίγο, την ώρα που το είχα μόλις ορνιθοσκαλίσει στο χαρτί και η Σόφη που μόλις γύρισε από τα ψώνια. Είναι ένα σχεδίασμα για ένα τραγούδι που εντάσσεται στην υπό συγγραφή Μπαλάντα της Γενιάς των Οσίων (μόλις άρχισε). Το τι ακριβώς μορφή θα έχει η εν λόγω μπαλάντα (ιστόρημα, θεατρικό, άλλο) θα σας το πω αμέσως μόλις μου προκύψει.
Για την ώρα ιδού το σχεδίασμα, με ήχο
και με γράμματα:
Για να γυρίσεις πίσω στην Ιθάκη,
κάποτε την Ιθάκη πρέπει ν’ αποθυμήσεις
Για να βρεις δρόμο πίσω να ’ρθεις
στην Ιθάκη,
κάποτε την Ιθάκη πρέπει
-επιτέλους-
να αφήσεις.
*
Μεσ’ στου ταξιδευτή την πήρα, το δισάκι,
ουλές και ενοχές να συγκεντρώσεις,
με πονηριά την Τροία να αλώσεις,
με πονηριά τους Κύκλωπες
να εξουδετερώσεις,
στην πονηριά την Κίρκη να νικήσεις,
στην Καλυψώ να τάξεις
κι ύστερα να αθετήσεις,
σύντροφους στην οργή των Δυνατών
να εγκαταλείψεις.
*
Και σαν ετούτα όλα
θα θές πια να ξεχάσεις,
να που η Ιθάκη όραμα θα γίνει
κι αφού πολλά από το ταξίδι θα χεις μάθει
τότε να μάθεις θα ’σαι άξιος πλέον
πόσο -στ’ αλήθεια- αξίζει η Ιθάκη.
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: Επιστροφή, Ημερολόγιο, Ιθάκη, Πηγαιμός, Στίχοι, Τίμημα | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 11 Ιουλίου, 2012
Τα κείμενα εδώ παρακάτω είναι του Παντελή Καλογεράκη. Ο Παντελής είναι ένας από του δύο δίδυμους πολυταλαντούχους πιτσιρικάδες (πιτσιρικάδες για μένα: κατά τα άλλα δευτεροετείς στην Αθήνα) που γνώρισα φέτος, όταν παρουσίασαν, εδώ στη Θεσσαλονίκη, ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου μελοποιημένα από τους ίδιους. Ο άλλος είναι ο Μιχάλης. Καταγωγή από την Κρήτη, γραφή και μουσική που εκπλήττουν.
Η πτώση είναι μία. Από τον τέταρτο.
Γενική πτώση.
Όλα πέφτουνε και σπάνε χάμω και γίνονται θρύψαλα,
μουσικά όργανα, συκώτια μαράκες, σπλήνες ντραμς, εντόσθια χυμένα.
Η κρούση είναι μία. Από τον τέταρτο στον ακάλυπτο με τις βερικοκιές.
Ονομαστική κρούση.
Ο Παντελής, κουτούλησε, έγινε αλοιφή, ένα με το χώμα…
Η ώρα είναι μία.
Από τον τρίτο ακούγεται μια ιστορία.
Δεν κοιμάται ποτέ αυτή η πολυκατοικία, μια γυναίκα μονολογεί.
Από ότι κατάλαβα, την παλιά Αθήνα περιγράφει.
Παλιά, ιστορεί, δεν έπεφταν από τα μπαλκόνια του τετάρτου ορόφου οι ερωτευμένοι,
ούτε από τα ρετιρέ,
γενικά δεν έπεφταν,
μόνο έβγαζαν τα πόδια τους έξω από τα παράθυρα και πετούσαν,
για φαντάσου Αγάπη μου, πετούσαν λέει, πετούσαν ελεύθεροι,
σαν τα πουλιά,
κι έγραφαν τα ονόματα τους στον ουρανό, με τέμπερες αέριες,
κάτι σαν κλανιές με χρώμα.
Μετά από μισή ώρα φωνάζεις το όνομα μου και με ρωτάς αν στο ισόγειο έχει υγρασία,
με ακολουθείς μόνο αν δεν με ακούσεις να σου απαντώ.
Ειδάλλως περιμένεις άλλα τρία τέταρτα, ρωτάς την ίδια ερώτηση, και πράττεις αναλόγως.
Λογικά τη δεύτερη φορά δε θα λάβεις απάντηση,
δεν έχω δα και τόσο γερή κράση,
πάνω κάτω μετά από μία ώρα, θα είναι το έδαφος πάλι ουδέτερο,σαν πρώτα
κι εγώ λίπασμα για τις βερικοκιές.
Οφείλω να ομολογήσω πως την τελευταία στιγμή,
προσπάθησα να πέσω ανάσκελα με τα χέρια μου ανοικτά,
για να προσγειωθείς στην αγκαλιά μου,
μόνο που ποτέ δεν έμαθα αν κάτι τέτοιο συνέβη.
Ωστόσο υποψιάζομαι πως τα καταφέραμε
διότι σήμερα τρώμε μαζί στο ίδιο τραπέζι
και τα σκυλιά μας γερνάνε πιο αργά από ότι γερνάμε εμείς.
Καθώς έβγαζε τα παπούτσια της μου τραγουδούσε νωχελικά.
Τραγουδούσε ενώ έβγαζε κι τις κάλτσες της, αργά, κοιτάζοντας με,
νομίζοντας πως το απολαμβάνω ιδιαίτερα πολύ.
Κάτω από το στενό της φόρεμα,
φορούσε λεπτές στο χρώμα της ζάχαρης ξεχειλωμένες ζαρτιέρες,
τις οποίες με δική μου προτροπή, δεν αφαίρεσε.
Εξακολουθούσε να τραγουδά, όχι άσχημα, τραγούδια της Ρίτας Σακελαρίου.
Άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, διαδικασία κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά αποκρουστική κι καταναγκαστική για την ίδια,
αν κρίνω από το γεγονός ότι δεν κατέβαζε τον καπνό κι αηδίαζε κάθε τόσο,
μόνο που δεν πλάνταζε.
Άλλο ένα τσιγάρο τοποθετεί στα βαμμένα της κόκκινα χείλη, τα οποία ήμουν σίγουρος πως πριν προλάβω να γευτώ δεν θα είναι πια στο χρώμα του πάθους,
αφού λίγο λίγο κάθε φορά όλο και περισσότερο γόπες χαίρονταν το κραγιόν της
και τα ανεπαίσθητα, ίσως για τις γόπες ανεπιθύμητα ακόμη, φιλιά της.
Χωρίς να σβήσει το σπίρτο ανάβει ένα κερί τύπου ρεσώ δίπλα της,
δίχως όμως το ίδιο να προσφέρει, πέρα από μια ακόμη γλυκιά πινελιά στο ήδη αρκετά επιτηδευμένα ειδυλλιακό περιβάλλον, φως.
Με ρωτά αν θα πιώ κάτι, τι άλλο να έπινα αλήθεια, που βρώμαγα αλκοόλ!
Μια μαύρη σαμπούκα λέω και μετανιώνω ευθύς, δίχως να το πάρω πίσω.
Δεν είχε πάγο, δεν ήπια γουλιά.
Αναρωτήθηκα από ποιο σημείο και μετά σταμάτησε να τραγουδάει κι δεν μπορούσα να θυμηθώ, άλλωστε είχε άλλα να κάνω.
Δεν ήταν κανείς από τους δυο μας επαγγελματίας.
Αν και κρίνοντας από τους αναστεναγμούς της, βαπτίζοντάς τους αυθεντικούς,
ήμουν ένας αρκετά πετυχημένος επαγγελματίας πελάτης, εκείνη τη στιγμή.
Δεν ήταν κανείς από τους δυο μας επαγγελματίας.
Παρόλο που φεύγοντας της άφησα στο κομοδίνο το ελάχιστο ποσό χρημάτων με το οποίο υπέθεσα πως θα συνήθιζε να συμφωνεί,
δεν ήταν κανείς από τους δυο μας επαγγελματίας.
Βγαίνοντας από το διαμέρισμα, κάπου μεταξύ στο πολύ νωρίς και στο πολύ αργά,
καθώς παρατηρούσα ότι έχω βάλει ανάποδα τα παπούτσια μου,
γεγονός αφενός κακόγουστο αφετέρου δυσλειτουργικό,
ακούω μια γυναικεία φωνή από τα αριστερά μου να με ρωτά αν έχω ώρα.
Ξεχνώντας στιγμιαία το θέμα που με απασχολούσε χαμηλά στα πόδια μου, τοποθετώ το βλέμμα μου στο ρολόι, κι έπειτα το ρίχνω πάνω στα μάτια της μεταδίδοντας της την πληροφορία.
Εκείνη,
λεπτή με ένα κοντό απαλά ροζ φόρεμα που άνοιγε χαμηλά σαν μια λευκή μαργαρίτα,
με τα μαλλιά πιασμένα πίσω σφιχτά,
με κάτι περίεργα παπούτσια, που άνετα θα έλεγε κανείς πως είναι σκέτη σόλα,
και με χέρια τόσο λυγερά σαν τα κλαδάκια που έχουμε για προσάναμμα.
Τι ρώτησα κάτι που δεν θυμάμαι, απάντησε κάτι άλλο που δεν θυμάμαι επίσης
κι εξαφανίστηκε, χοροπηδώντας,
έχω την εντύπωση πως στη γλώσσα της θα είχε αυτό το περπάτημα μια πιο εξειδικευμένη ονομασία.
Όταν πια για τα καλά είχε ξημερώσει, πήρα τηλέφωνο τον κολλητό μου κι του είπα τα νέα μου.
«Γνώρισα μια μπαλαρίνα σήμερα! Και για κάποιο λόγο φορούσα ανάποδα τα παπούτσια μου…»
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Μπαλαρίνα, Μιχάλης Καλογεράκης, Πτώση, Παντελής Καλογεράκης, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 4 Ιουλίου, 2012
Έκανα, που λέτε, μια βόλτα στο Αλωνάκι της Ποίησης και τους συνδέσμους του. Το Αλωνάκι είναι ένας τόπος ποίησης και μουσικής από εκείνες που μου αρέσουν και ο οικοδεσπότης Αλωνάρχης. ανάμεσα στα άλλα, αγαπά το Τανγκό (προπαντός το παλιό, το γνήσιο, το Λατινοαμερικάνικο) και το ποδόσφαιρο (θρυλείται). Γυρίζοντας από την περιήγηση σας φέρνω λίγους στίχους, λίγες νότες και μια (χιουμοριστική) εικόνα.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
ΑΠ’ ΤΗ ΒΟΥΕΛΤΑ ΔΕ ΡΟΤΣΑ ΣΤΗ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ
Ή, ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΜΠΟΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ
Στον Δημήτρη
Βουέλτα δε Ρότσα… γέφυρα ωμών χρωμάτων
που ξαναλένε σάμπως σε νωπογραφία
νοσταλγικούς καημούς ψυχών τε και σωμάτων:
της μετανάστευσης πυκνή μυθιστορία.
Λες χύθηκε η παλέττα του μαστρο-Κινκέλα
στον ουρανό, και ουράνιο βγήκε τόξο η Μπόκα
στον Ριατσουέλο απάνω: ασάδο και κανέλα
γνέθει ξέφρενη του τάνγκο η ρόκα.
Αραβουργήματα άρρητα στο Καμινίτο
τη σάρκα και τα κόκκαλα έχουν της ουσίας·
στο Μπομπονέρα Dale Boca!… ήτοι Ζήτω
η Μπόκα Τζούνιορς! – ιαχή που και ο Μαρσύας
θα βούταγε να κουβαλήσει στον Περαία
με τους τριανταδύο μπλε-κίτρινους αστέρες.
Μελωδημάτων όνειρα ευγενή και ωραία
απ’ του ρεμπέτικου το σύρμα φτιάχνουν βέρες
με τα παιδιά να τις αλλάξουνε του Θρύλου,
μπαντονεόν να γίνει το μπαγλαμαδάκι,
να μπουν με αντιχρονισμούς πρόσφυγα σκύλου
Μουράτης με Ρατίν μες στου Καραϊσκάκη,
για νά ’ναι το λιμάνι δυό φορές λιμάνι.
Βοστέρος γαύροι συνοδιά, καρδιά και γόνα,
στο Φάληρο γλυκολαλούν, γιατί έχει κάνει
ο Στράτος του Γαρδέλ φ ω λ ι ά στη Δραπετσώνα .
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Αλωνάκι της Ποίησης, Μπάλα, Ποίηση, Ποδόσφαιρο, Στίχοι, Tango | 1 Comment »
Posted by vnottas στο 20 Ιουνίου, 2012
Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου. Τα ταξίδια ο Νίκος τα αγαπάει και τον αγαπάνε. Έτσι όταν ανηφορίζει προς τα δω, αν δε μου φέρνει κάτι παλιότερο, θα έχει κάτι απολύτως καινούργιο, του ταξιδιού. Σας μεταφέρω το ομοιοκαταληκτικό ¨Στις όχθες του Τιτσίνο¨, καθώς και το ¨Και τα όνειρα καρπίζουν¨, που ποιος ξέρει γιατί, αν και μια ιδέα πιο παλιό, μου φαίνεται γραμμένο για τις μέρες τις τρέχουσες.
ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΤΙΤΣΙΝΟ
Στις όχθες του Τιτσίνο περπατούσα
έψαχνα την ξανθούλα μήπως δω
τους άγνωστους καμιά φορά ρωτούσα
αν πέρασεν η κόρη από δω.
Δεν ήξερε κανείς να απαντήσει
η μνήμη ξεθωριάζει στον καιρό
μονάχα ένας είπε: « είχε ζήσει
μα η ζωή κυλάει σαν νερό».
Τον κοίταξα γεμάτος νοσταλγία
γινόταν ολοένα πιο χλωμός
πίσω απ’ αυτόν φαινόταν η Παβία
παρών μου φάνταζε κι ο Σολωμός.
Στις όχθες του Τιτσίνο π’ όλο ρέει
ενύχτωσε βαθιά και δεν μιλώ
μεσ’ το ποτάμι το φεγγάρι κλαίει
το παρελθόν που χάνεται χλωμό
ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΡΠΙΖΟΥΝ…
Το κουρασμένο μυρμήγκι
σαν έπεσε το βράδυ να κοιμηθεί
είδε στον ύπνο του
πως το μοναδικό σπυρί σταριού
που είχε κουβαλήσει στη φωλιά του
για να περάσει το χειμώνα
έβγαλε ρίζες
κι έγινε θεόρατο γαλάζιο στάχυ
γεμάτο καρπό.
Ξύπνησε έντρομο
κι ανακάλυψε το σπυρί σταριού
που είχε πράγματι
αρχίσει να ριζώνει.
Επιτέλους έπρεπε να το
πάρει απόφαση
πως καμιά φορά και τα όνειρα
καρπίζουν.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Μοσχοβάκος, Ποίηση, Ταξίδι | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 20 Απριλίου, 2012
Παίρνουν συχνά, αυτό
το μεσαιωνικό υφάκι
που αρέσει στις ακαδημίες.
Παροιμιώδης
η σεμνότις στα γραφτά
μα η βωμολόχα έξη
στες συναναστροφές
και στα κουσκούσια
αδυσώπητος.
Λουόμενοι και των τεσσάρων
εποχών, όλο πιπιλίζουν
τη λέξη κοπιράιτ. Τέρπουν
με θυμωμένα βιογραφικά
θηλυκά της φιλολογίας και
γονείς που επένδυσαν σε μάστερ
αντί για πανωσήκωμα κι
αγροτεμάχιο σε πλαγιά.
Γράφουν αγγλοσαξονικά
και στρωτά για να
καυλώσουν όσους ασκούν
κριτική εφημερίδας και
χύνουν με τη λέξη εκμάγευση
πίνοντας βότκα στον Ιανό.
Λυμαίνονται μωρούδες
που ψάχνουν ολίγον οργασμό
από κάποιον που αναγόρευσαν
ποιητή οι κραιπάλες κι
αβγάτισε το μανιερισμό
καταλήγοντας επίτιμος
στην αυλή τόσων και τόσων
που μπήκαν ως λήμματα
στα λεξικά και τις γλάστρες.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Αντώνης Αντωνάκος, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 18 Απριλίου, 2012
Γράφω για όλους εσάς
που συναντηθήκαμε κάποτε στο λεωφορείο
ή κοιταχτήκαμε από το παράθυρο του αυτοκινήτου
όταν μας σταμάτησε το κόκκινο στο δρόμο.
Γράφω για όλους εσάς
που λησμόνησα τις φυσιογνωμίες σας
κι ας πορευτήκαμε μαζί σε διαδηλώσεις
κι ας πανηγυρίσαμε μαζί στο γήπεδο.
Η καταρρακτώδης στιγμιαία βροχή
αλλά κι η σιγανή, του χρόνου που πέρασε,
έσβησε με ευκολία τις λεπτομέρειες των εικόνων.
Γράφω ακόμα χωρίς να ξεχνώ εσένα
που για λίγο διασταυρωθήκαμε
το μακρινό εκείνο καλοκαιρινό απομεσήμερο
στην Τραφάλγκαρ Σκουέαρ
ανάμεσα στο πλήθος λευκών και μαύρων
και καθώς προσπεράσαμε
ίσα που πρόλαβα ν’ ακούσω
πως μίλαγες Ισπανικά στη διπλανή σου
κι αναρωτιόμουν από τότε αν ήσουν
από την Αλμερία ή τη Σεβίλλη.
Στο βάθος του χρόνου όμως αποφάσισα
ότι είχες κάτι από το Μπουένος Άιρες.
Γράφω λοιπόν και μέσα
στο αβέβαιο τοπίο του χρόνου
ανακαλώ στη μνήμη μου
χρώματα και χαραμάδες
απ’ όπου διακρίνω
όλους εσάς που υπήρξατε
η άγνωστη κοίτη του ποταμού της ζωής μου.
Είναι ένα ακόμη από τα πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου, Λάκωνα ποιητή, φίλου, κωδικοποιητή της ευαισθησίας της γενιάς μου.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Ζωή, Μοσχοβάκος, Νίκος Μοσχοβάκος, Ποίηση | 2 Σχόλια »
Posted by vnottas στο 8 Απριλίου, 2012
Ένα από τα τραγούδια που παρουσίασαν την περασμένη Παρασκευή ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης και ο Άγγελος Σπύρος Παρασκευάκος στην βραδιά την αφιερωμένη στη γαλλική ποίηση.

Ζακ Πρεβέρ Αλικάντη (*)
Ένα πορτοκάλι στο τραπέζι
Το φόρεμα σου στο χαλί
Και συ μες στο κρεβάτι μου
Γλυκειά στιγμή της στιγμής
Δροσιά της νύχτας
Ζέστη της ζωής μου.
(*)μεσογειακό λιμάνι της Ισπανίας και το κρασί που παράγεται εκεί.
Μουσική, φωνή: Μιχάλης Καλογεράκης
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: Βαφοπούλειο, Καλογεράκης, Πρεβερ, Παρασκευάκος, Ποίηση, Τραγούδι | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 8 Απριλίου, 2012
Ήταν εδώ ο Νίκος κι η Ιωάννα. Ταξίδι αστραπή με το τρένο. Ήρθαν και απολαύσαμε μαζί την Παρασκευή το βράδυ τον Μιχάλη, τον Παντελή, τον Σπύρο να τραγουδάνε γάλλους ποιητές. Το Σάββατο έφυγαν (Ναυσικούλα να τα χιλιάσεις). Ο Νίκος μου είχε υποσχεθεί ότι θα μου φέρει νέα ποιήματά του, η υπόσχεση τηρήθηκε και ιδού το πρώτο:
![]()
(Domenico Scarlatti, Sonata in d minor, K. 1)
Νίκος Μοσχοβάκος.
Πιστεύω στη μήτρα σου
κι ας μη εξυπηρετεί πια τη γονιμότητα.
Τις ασέληνες νύχτες του χειμώνα
όταν τα νυχτοπούλια σωπαίνουν
κι οι καμινάδες υψώνουν τους καπνούς τους
στον ουρανό, εσύ παραδομένη
στον άλλο κόσμο του ύπνου
φλυαρείς μες του ονείρου τη δίνη
μα η μήτρα σου υγρή κι αμήχανη
σωπαίνει αινιγματικά
σαν άρπα ξεχασμένη
όταν την ρωτούν για το μέλλον.
Στη μόνιμη σκιά του νόστου
αγέρωχη αποπειράται
να αντιπαρέλθει το μοιραίο
που ολοένα πλησιάζει.
Μέχρι το τέλος αντιστέκεται
τυλιγμένη στης μοναξιάς την αδιαλλαξία.
Όμως εγώ πιστεύω στη μήτρα σου
αφού ό, τι γύρω με ορίζει
είναι δικό της δημιούργημα.
ΥΓ1. Όπου ναναι θα σας πω περισσότερα για την εκδήλωση στο Βαφοπούλειο. Περιμένω τις φωτογραφίες που τράβηξε η Τιτίκα.
ΥΓ2. Έχω όμως ένα από τα τραγούδια της βραδιάς που τα παιδιά πρόλαβαν και ανέβασαν στο διαδίκτυο (η επόμενη ανάρτηση)
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Ζωή, Ημερολόγιο, Μοσχοβάκος, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 2 Μαρτίου, 2012
Έπιασε μπόρα. Ο ψίθυρος της βροχής μας αποκοίμιζε λίγο λίγο. Ένοιωσα μιαν ελαφριά ενόχληση στα έντερα και γύρισα πλευρό. Την είδα τυλιγμένη στην κουβέρτα, σκεπασμένη σχεδόν μέχρι το κεφάλι, κι άκουσα την αναπνοή της καθώς θαλασσοπορούσε μέσ’ τον ύπνο. Για αρκετή ώρα άκουγα τη βροχή να δυναμώνει. Νόμιζες πως το σπίτι βυθιζόταν προοδευτικά στον κατακλυσμό. Κάπου άρχισε να στάζει. Άναψα τη λάμπα για να εντοπίσω το σημείο. Βρήκα έναν τενεκέ και τον τοποθέτησα από κάτω. Γύρισα στο κρεβάτι μου και σκεπάστηκα, ακούγοντας το μεταλλικό θόρυβο του νερού στον άδειο τενεκέ. Μέσα στον ύπνο της με μια μωρουδίστικη σχεδόν ανάσα, η γυναίκα μου, είπε, πως το καλοκαίρι πρέπει να πιάσουμε τα νερά. Ήταν μια δύσκολη βραδιά, μια δύσκολη βδομάδα, μια δύσκολη εποχή, κι εμείς ήμασταν σχεδόν έτοιμοι να επιζήσουμε άλλον έναν χειμώνα.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Αγκαλιά, Αδέσποτος Σκύλος, Αντώνης Αντωνάκος | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 14 Ιανουαρίου, 2012
Στου πακέτου κοιτάει το χαρτόνι
Μαύρη φράση απειλή να αρθρώνει
Σε μια μαύρη απ’ την κάπνα οθόνη
Τάχα ο Χάρος με βιάση ζυγώνει
-απειλή που τ’ αρνάκια παγώνει-
Μα ο Ηλίας μ’ αυτά δεν κωλώνει
Δε μασάει κι άμα λάχει δαγκώνει
Στις μπογιές του το χέρι απλώνει
Ένα ξόρκι παλιό αναβιώνει
Δυο βυζιά στο πακέτο σκαρώνει
Που τη μαύρη απειλή κάνουν σκόνη
Τη φοβέρα με μιας συρρικνώνει
Το βλαμμένο χτικιό εξοντώνει
Και το ξόρκι σαν ολοκληρώνει
Τα πακέτα ένα ένα ενώνει
Το επίτευγμά του το κορνιζώνει
Και στον τοίχο με σφυρί το καρφώνει
-το κοιτάζει και το καμαρώνει-
Ή στους φίλους του τ’ αφιερώνει
Επωδός
Έτσι πήρα κι εγώ τα κουτάκια
Και του στέλνω αυτά τα στιχάκια
Β.Ν.
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: Κουτσούκος, Ξόρκι, Στιχάκια, Τσιγάρα | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 3 Δεκεμβρίου, 2011
Οι φίλοι του ιστολόγιου και της ποίησης που θα βρίσκονται στην Αθήνα την προσεχή Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011 (ώρα 08:00 μμ), είναι προσκεκλημένοι στην Αθηναϊκή παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Νίκου Μοσχοβάκου ¨Οφειλή Περιπέτειας¨.
Θα μιλήσουν ο Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο ποιητής Πάνος Καπώνης. Θα διαβάσει ποιήματα ο ηθοποιός Στέλιος Μάινας και θα τραγουδήσουν μελοποιημένα ποιήματα ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης.
Η συλλογή εκδόθηκε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨.
Η εκδήλωση θα γίνει στην Κρητική Εστία, Στράβωνος 12, Άλσος Παγκρατίου.
[από τη συλλογή Οφειλή Περιπέτειας]
ΟΥΔΟΛΩΣ ΘΑ ΟΛΙΓΩΡΗΣΩ
Εξέπεσα του βαθμού μου
και καταδιώχτηκα ανηλεώς
τόσο από τους Μήδες
όσο και ιδίως από τους μηδίσαντες.
Η εναντίωσή μου στο ευτελές
και η άρνηση του δεδομένου τάχα εφικτού
με οδηγούν κατάδηλα
στην πυρά των μικρόψυχων
με το αλαβάστρινο βλέμμα στο πρόσωπο.
Κατάπτυστοι λίβελλοι
των κατεχόντων την σωτήρια αλήθεια
προετοιμάζουν τον αφανισμό μου.
Ετοιμοπόλεμος κι αρματωμένος
ουδόλως θα ολιγωρήσω
η απόφασή μου είναι
να πέσω μόνο μαχόμενος.
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Βιβλίο, Ημερολόγιο, Μοσχοβάκος, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 6 Νοεμβρίου, 2011
Μήνυμα: Απίθανε Αδέσποτε Σκύλε, αναδημοσιεύω το ποίημά σου ¨Χίλιες Φορές¨ (ελαφρά εξαρθρωμένο, αλλά –αναγνωστική αδεία- μου ‘ρθε να το αναγνώσω έτσι).
Αφού έχει ειπωθεί χίλιες φορές
πως
όλα έχουν ειπωθεί χίλιες φορές
και
τα λόγια μας συμπίπτουν και οι καρδούλες μας γουργουρίζουν
σαν
οχετοί
και
τα ξένα τραγούδια μάς φαρμακώνουν μεθοδικά
αρχίστε τις πλεκτάνες,
τα σενάρια,
το γυμνισμό.
Αγριάδες εσείς που τρυπάτε την άσφαλτο
και
ρόγες βυζιού που ξεφτιλίζεται
-μπλουζάκια-
με τον τρόπο της λεηλασίας
όπως και ’γω
που δεν έχω θεό, προσευχή ν’ απευθύνω,
όσια κι ιερά
να κουρνιάξω την τρυφεράδα μου
που
όταν βρει τρύπα λυσσάει.
Περισσότερος Σκύλος Αδέσποτος εδώ
ΥΓ Δείτε, εδώ δίπλα, και το ποίημα του Νίκου ¨Η εκδίκηση¨ (ή μάλλον καλύτερα το μεταφέρω αμέσως εδώ από κάτω) . Μιλάει κι αυτό για λέξεις που φθείρονται. Εγώ θα τα ανακάτευα, όχι ως μεταμοντέρνο σύμφυρμα, αλλά ως εναλλασσόμενο λόγο για τα λόγια, τη δύναμη και τη μοίρα τους
Η εκδίκηση
Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Αντώνης Αντωνάκος, Λέξεις, Μοσχοβάκος, Ποίηση | 1 Comment »
Posted by vnottas στο 29 Οκτωβρίου, 2011
«…Ο μικρούλης με τη σημαιούλα του, κάθησε στην κενή πολυθρόνα του Προέδρου, πανευτυχής…»
Θεσσαλονίκη 28η Οκτωβρίου 2011… Τη φωτογραφία τράβηξε ο παλιός φίλος Γιώργος Συνεφάκης, (πανεπιστημιακός, αρχιτέκτονας πολεοδόμος από τη Θεσσαλονίκη) και πιστεύω ότι όντως λέει πολλά…
Μεταφέρω εδώ το πρώτο απολύτως επί της ουσίας σχόλιο
29 Οκτωβρίου, 2011 στο 12:22 μμ e
Ποιος άλλος θα μπορούσε να καθίσει σ’ ένα θρόνο!
Μονάχα ένα παιδί. Μονάχα ένα παιδί μπορεί
το γερασμένο κόσμο να σηκώσει στους ώμους.
Μονάχα μπροστά σ’ ένα παιδί μπορώ να παρελάσω
με όλα τα σπασμένα κομμάτια της ιστορίας.
Γιατί σε κάθε παιδί υπάρχει σοφία και μυστήριο
κι ο σπόρος της αλλαγής που δε μπορείς να
τον αδράξεις με τα χέρια αλλά να τον αφήσεις
πρέπει να τριφτεί, να κολλήσει στα δάχτυλα
και τα σπλάχνα να διεισδύσει αργά στις
λεωφόρους του μέλλοντος. Γιατί μονάχα
ένα παιδί ξέρει να βαδίζει στο μέλλον
με το σημαιάκι του που’ χει πάνω
όλες τις πατρίδες και τα παραμιλητά
του κόσμου.
αντ.αντ
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: 28η Οκτωβρίου 2011, Αντίσταση, Δημοκρατία, Διαδήλωση, Ημερολόγιο, Θεσσαλονίκη | 2 Σχόλια »
Posted by vnottas στο 26 Οκτωβρίου, 2011
Το παρακάτω ποίημα τραγουδήθηκε από ¨τα αδέλφια¨ (δίδυμα, δεκαεννιάχρονα και ταλαντούχα: ο Μιχάλης και ο Παντελής), μαζί με άλλα ποιήματα του Νίκου το βράδυ της 21ης Οκτωβρίου στο Βαφοπούλειο στη Θεσσαλονίκη. Παρουσιάστηκε η ¨Οφειλή περιπέτειας¨. Πιστεύω πως δεν υπερβάλω αν πω πως ήταν μια όμορφη βραδιά.
Οι λέξεις απόμειναν γυμνές
μελοποίηση – Μιχάλης Καλογεράκης
φωνή – Παντελής Μιχάλης Καλογεράκης
Ποίηση -Νίκος Μοσχοβάκος
https://vnottas.blog/wp-content/uploads/2011/10/tadelfia.mp3%20%20text-align:center;%20lang=en-US
Οι λέξεις απόμειναν γυμνές
Από νόημα γυμνές
οι λέξεις απόμειναν
Μακριά μου η θάλασσα
γεμάτη κύματα
δεν έχει τίποτα να κρύψει
Η επέλαση και ετούτου
του καλοκαιριού
τελειώνει
Ο αέρας τρίζει τα παράθυρα
και το τοπίο γυμνό ή όχι
με σφάζει
Πίσω μου τι ακολουθεί
και μετά απ’ το Φθινόπωρο
ποιος θα με αποκαλύψει…
Οι λέξεις απόμειναν γυμνές
Από νόημα γυμνές
οι λέξεις απόμειναν
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Βιβλίο, Καλογεράκης, Λόγια τραγουδιών, Μοσχοβάκος, Ποίηση, Τα αδέλφια | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 24 Οκτωβρίου, 2011

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Αδέσποτος Σκύλος, Αντώνης Αντωνάκος, Κανένας, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 22 Οκτωβρίου, 2011
Το βρήκα στο ιστολόγιο ποίησης Αδέσποτος Σκύλος (γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος) και σας το μεταφέρω.
Η μισή μου καρδιά εδώ βρίσκεται
κι η άλλη μισή επίσης αφού τέλειωσαν
τα ψέματα κι οι Κινέζοι γερά σκαριά
ποτίζουν ορυζώνες και σταυρόλεξα
σουντούκου σφυροδρέπανα μωρά
γερτά ιδεογράμματα φευγάτη ποίηση
που όλα τα λέει απλά τη σκάφη σύκα
και τα σύκα σκάφη.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 21 Σεπτεμβρίου, 2011
Σαν πρασινίζει ο γαύρος στον Ασπροπόταμο,
τις νύχτες του Μάη με τις φωνές των αστεριών,
ξαναπαίρνεις, κάθε χρόνο, τα παλικάρια σου
κι ανεβαίνεις άρρωστος και πετροβολημένος
προς το μεγαλείο των Αγράφων.
Και τότε συγχωρείς όλους εμάς
και μας καταλαβαίνεις,
που ένας εδώ, ένας εκεί,
πολεμάμε με χίλιους δαιμόνους
και μόλις προφταίνουμε, τελευταία στιγμή,
κι ακολουθούμε τη μεγάλη σου πορεία
πίσω από το ξυλοκρέβατο,
ενώ έρχονται κοντά σου
πίσω από τον λεκιασμένο σκούφο σου,
χωρίς φωνή, με μαύρα μάτια,
σύντροφοι του αγώνα, ο Λόρκας, ο Λουμούμπα, ο Μπολιβάρ,
ο Μαγιακόφσκης, ο Διέγο Ριβέρα κι άλλοι πολλοί,
που κρύβονται από την αστυνομία του Μαυροκορδάτου.
Σε παρακαλώ καπετάνιε Στρατηγέ μου,
άφησέ με να γινώ σωματοφύλακάς σου,
να σε φρουρήσω σ’ όλη σου τη σύντομη ζωή
ξέρω από παγίδες, ξέρω από παράσημα,
από Εγγλέζους, από μυστικές συσκέψεις,
ξέρω από θάνατο, από υποψίες, μάθαμε .
Ξέρω τι αξίζει ένας λαϊκός στρατηγός,
τι αξίζεις.
Θανάσης Φωτιάδης
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Θανάσης Φωτιάδης, Ιστορία, Καραϊσκάκης, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 11 Σεπτεμβρίου, 2011
Jacques Prévert Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία
Στην κηδεία ενός φύλλου νεκρού / πάνε δύο σαλιγκάρια
Τα καβούκια έχουν μαβιά / και πλερέζες στα κεφάλια
Ξεκινήσαν μια βραδιά / φθινοπωρινή, γλυκιά
Μα, αλίμονο, σαν φτάνουν / η άνοιξη έχει φτάσει πια
Τα φύλλα που ήταν πεθαμένα / έχουν όλα αναστηθεί
Και τα δύο σαλιγκάρια / είναι δυσαρεστημένα
Μα ιδού προβάλλει ο Ήλιος / μες της άνοιξης τα μύρα
Και τους λέει στο αυτί: / Για καθίστε βρε παιδιά
Πάρτε ένα ποτήρι μπύρα / μια ιδέα είναι κι αυτή!
Κι αν το λέει η καρδιά σας / πάρτε το λεωφορείο
Ξεκινά για το Παρίσι / είναι ωραίο το τοπίο
Και θα δείτε όλη τη χώρα / μα αφήστε εδώ τη θλίψη!
Σας το εγγυώμαι εγώ / πως η θλίψη ασχημίζει,
πως το μάτι σας μαυρίζει
κι ιστορίες για νεκρούς / θλίψη φέρνει σαν ακούς.
Γι αυτό της ζωής το χρώμα
Βάλτε πάλι στα καβούκια…
Τότε ζώα και φυτά / γεροδέντρα και μπουμπούκια
Άρχισαν να τραγουδάνε
κι οι φωνές τους, δυνατές, / πήρανε να ξεφουρνίζουν
Νότες καλοκαιρινές
Κι όλοι αρχίσανε να πίνουν / τα ποτήρια να τσουγκρίζουν
κι είναι όμορφη η νύχτα / τα άστρα μοιάζουν φαναράκια
Σπίτι λένε να γυρίσουν
και τα δυο σαλιγκαράκια
φεύγουνε συγκινημένα,
φεύγουνε ευτυχισμένα,
είναι και μια στάλα φέσι
και τρικλίζουν και λιγάκι,
μα ψηλά στον ουρανό
τα φυλάει το φεγγαράκι.
[Ως (αισιόδοξη) αντίστιξη στα τρέχοντα]
(απόδοση Β.Νόττας)
Jacques Prévert: Chanson des Escargots qui vont à l’enterrement
A l’enterrement d’une feuille morte
Deux escargots s’en vont
Ils ont la coquille noire
Du crêpe autour des cornes
Ils s’en vont dans le soir
Un très beau soir d’automne
Hélas quand ils arrivent
C’est déjà le printemps
Les feuilles qui étaient mortes
Sont toutes réssucitées
Et les deux escargots
Sont très désappointés
Mais voila le soleil
Le soleil qui leur dit
Prenez prenez la peine
La peine de vous asseoir
Prenez un verre de bière
Si le coeur vous en dit
Prenez si ça vous plaît
L’autocar pour Paris
Il partira ce soir
Vous verrez du pays
Mais ne prenez pas le deuil
C’est moi qui vous le dit
Ça noircit le blanc de l’oeil
Et puis ça enlaidit
Les histoires de cercueils
C’est triste et pas joli
Reprenez vous couleurs
Les couleurs de la vie
Alors toutes les bêtes
Les arbres et les plantes
Se mettent a chanter
A chanter a tue-tête
La vrai chanson vivante
La chanson de l’été
Et tout le monde de boire
Tout le monde de trinquer
C’est un très joli soir
Un joli soir d’été
Et les deux escargots
S’en retournent chez eux
Ils s’en vont très émus
Ils s’en vont très heureux
Comme ils ont beaucoup bu
Ils titubent un petit peu
Mais la haut dans le ciel
La lune veille sur eux.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: Απόδοση, Μετάφραση, Ποίηση, Στίχοι, Σαλιγκάρια, Jacques Prévert | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 7 Αυγούστου, 2011
Ήμουνα στην Αθήνα, και μετά λίγες μέρες στη Μάνη. Στην Αθήνα είδα κάποιους από τους παλιούς καλούς φίλους, και απόλαυσα την πόλη άδεια, με την λεπτή τριζάτη αττική ατμόσφαιρά να ‘χει για λίγο ξαναγυρίσει, ακόμη πιστή στο καλοκαιριάτικο ραντεβού με το «κλεινόν άστυ».
Στη Μάνη κατεβήκαμε μαζί με τον Νίκο και την Ιωάννα και μείναμε φιλοξενούμενοί τους στο παλιό πατρικό πυργόσπιτο, ξαναφτιαγμένο από τον Νίκο. Μάνη λακωνική, λιτή, απέριττη, ξερή, σε αποχρώσεις του γαλάζιου και του κίτρινου. Άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τον τόπο τους σίγουρα παραπάνω από τον (χαμηλό) μέσο όρο των συνελλήνων. Άνθρωποι που παραμένουν και άνθρωποι που επιστρέφουν. Άνθρωποι που ξέρουν να μαζεύονται, να τα λένε να τα πίνουν. Μέρες όμορφες.
Γυρίζοντας έχω μαζί μου αδημοσίευτα ποιήματα του Νίκου των οποίων σκοπεύω να σας κάνω κοινωνούς. Στο ένα (Το ίχνος) ο Μοσχοβάκος αναστοχάζεται, στο δεύτερο (Το τρίποντο της νίκης) δίνει την αισιόδοξη εκδοχή της ¨βολής¨, ενώ το τρίτο (Χωρίς έμπνευση) είναι ένα αριστοτεχνικό ομοιοκατάληκτο τρίστροφο, μορφή ποιητικής έκφρασης που κατά τη γνώμη μου στις μέρες μας αποκτά και πάλι ευρύτερο ενδιαφέρον.
Ιδού τα πονήματα:
Το Ίχνος
Ένα μεγάλο καρφί
ακριβώς στη μέση του τοίχου
Κάποτε εδώ κρεμάστηκαν
τα στέφανα του γάμου.
Μετά η φωτογραφία
όλης της οικογένειας
Λίγο αργότερα ήρθε φυσιολογικά
η γνωστή φιγούρα του Τσε
Ύστερα ακολούθησε το πτυχίο της νομικής
του μεγαλύτερου γιου.
Πέρασαν τα χρόνια κι έφτασε η ώρα
να κρεμαστεί το καπέλο του παππού.
Πολύς καιρός πάει από τότε.
Σήμερα στο γυμνό τοίχο
ακριβώς στη μέση μια μεγάλη τρύπα υπάρχει
ίχνος του καρφιού που οξειδωμένο
έπεσε και χάθηκε
παρασύροντας μαζί του
μιαν ολόκληρη ζωή.
Το Τρίποντο της Νίκης
Στους φίλους μου της Περικλέους
Το παιχνίδι τελείωνε
όταν η μπάλα έφτασε στα χέρια μου.
Οι αντίπαλοι ανακουφίστηκαν
σχεδόν βέβαιοι πως ήταν ανέφικτο
από τόσο μακριά να ευστοχήσω
ούτε καν με εμπόδισαν να σουτάρω.
Με τη δαμόκλεια σπάθη του χρόνου
που έληγε στη σκέψη
έφυγε η μπάλα από μένα
και διαγράφοντας μία ουρανοπρεπή καμπύλη
κατευθύνθηκε στο αντίπαλο καλάθι.
Από τότε κάθε πανσέληνο
χρόνια τώρα το φεγγάρι
ακολουθώντας την ίδια ακριβώς τροχιά
θυμίζει στους απελπισμένους του κόσμου
πως πρέπει να επιχειρείται
το τρίποντο της νίκης
Χωρίς έμπνευση
Το όμικρον το ύψιλον και το ωμέγα
ξεκίνησαν μια μέρα σαν κι αυτή
αράξανε σ’ ένα κεφάλι μέγα
που στέκοταν σε ώμους ποιητή.
Τριγύριζαν στους δρόμους του μυαλού του
σαν άκουσαν από μακριά ένα ου
φοβήθηκαν και κρύφτηκαν ωσότου
φανερώθηκαν με την μορφή ωού.
Ο νόστος της επιστροφής τα πνίγει
ανάθεμα σ’ αυτήν την κεφαλή
που έμπνευση δεν είχε ούτε λίγη
κι άναρθρα μόνο ξέρει να λαλεί.
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Ημερολόγιο, Μάνη, Μοσχοβάκος, Ομοιοκαταληξία, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 26 Μαΐου, 2011
Το άκουσα στο δρόμο, το έψαξα στο διαδίκτυο, το βρήκα στο ¨Κουρδιστό Πορτοκάλι¨ (από όπου και η εικονογράφηση)
Παλιότερο ποίημα του Νίκου Καλογερόπουλου γραμμένο και μελοποιημένο για την ταινία του ¨Οι ιππείς της Πύλου¨
Τραγουδάει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
Άκου ρε γιε της καλογριάς,
ο φίλος σου είμαι ο Πανουργιάς
και το δεξί σου χέρι
κι εκείνος που καλύτερα
απ’ ολουνούς σε ξέρει.
Λένε πως παίζεις με χανουμάκια,
με τουρκοπούλες και καλογριές
και σ’ αραδιάζουνε βρισιές.
Πως μπαινοβγαίνεις στους μαχαλάδες,
με ντερβησάδες στήνεις χορό
και με ρωτάν και τι να πω;
Λένε πως έχεις αλισβερίσι,
μ’ Αλή Πασάδες κάνεις χωριό
και σε ρωτάω τι να τους πω.
Πες τους ρε φίλε Πανουργιά,
(ορέ) έχω εις στον πούτσον μου βιολιά,
έχω και τουμπερλέκια
κι όπως γουστάρω τα βαρώ
και σπάω τα ζεμπερέκια.
Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω
και αν αργήσω δώσ’ τους κι αυτό,
είναι τ’ αρχίδια μου τα δυο.
Όπως στα λέω να τους τα γράψεις,
όπως στα λέω να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης σεβνταλής,
Καραϊσκάκης μπεσαλής.
Καραϊσκάκης γεια χαρά,
γεια σου ρε γέρο του Μοριά
και γεια που σ’ αγαπάνε.
Γεια τους που δε λυγίζουνε
και που δεν προσκυνάνε.
Λένε για μένα τα καρακόλια,
άκου τι λένε να μη γαμεί,
μίλα κι εσύ ρε Θοδωρή.
Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.
Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Κολοκοτρώνης και Γιωργής,
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.
Γεια σου ρε Ανδρούτσο, γεια χαρά,
γεια σας παιδιά μου αητόπουλα,
που ‘χετε αητό πατέρα
κι όποιος δε με κατάλαβε,
τότε ας μας κάνει αέρα.
Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.
Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω,
έτσι μου είπαν λόγω τιμής,
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.
Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω,
έτσι μου είπαν λόγω τιμής,
μαζί τους είμαστε κι εμείς
μαζί σας είμαστε κι εμείς
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: Αγανάκτηση, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Καραϊσκάκης, Νίκος Καλογερόπουλος | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 24 Μαΐου, 2011
Είναι καιρός τώρα που προσπαθώ να πείσω το φίλο μου τον Νίκο το Μοσχοβάκο να φτιάξει ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στις λέξεις, τις δικές του και εκείνες που του αρέσουν. Δεν τα κατάφερα (ακόμη), αλλά μέχρι να το κατορθώσω είμαι από εκείνους που έχουν το προνόμιο να δημοσιεύουν ποιήματά του.
ΑΚΟΥΣΑ ΤΙΣ ΣΕΙΡΗΝΕΣ
Εγώ πάντως τις άκουσα
τις σειρήνες
Δεμένος στο κατάρτι
μα τις άκουσα.
Τραγουδούσαν για μένα
τις άριες της ενοχής
και του νόστου
τα θλιμμένα τραγούδια.
Τις άρπες τους χάιδευαν
με χάρη εξαίσια
και στα θλιμμένα μάτια τους
έπνιγαν την μενεξεδένια
αγωνία της προσμονής.
Α! Πολύ συναισθηματικός
έγινα με τις σειρήνες…
εγώ μόνο τη μελωδία τους
ήθελα να ακούσω.
Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΧΟΡΕΥΕΙ ΒΑΛΣ
Ο Ηράκλειτος χορεύει βαλς
πλάι στον αγριεμένο θολό Δούναβη
βλέποντας τα πάντα να ρέουν
προς το σκούρο μπλε της αιωνιότητας.
Στις όχθες του ποταμού
το χιόνι σκεπάζει τα ψεγάδια του τοπίου
υπηρετώντας την νομοτέλεια της γονιμότητας
χωρίς διακρίσεις κι ολιγωρίες.
Ιππεύω το φαρί της μνήμης
και ξελογιάζω τις στιγμές
αναζητώντας στο θαμπό ορίζοντα
το γελαστό πρόσωπό σου.
Γνωρίζω πια που θα σε βρω.
Ακολουθώ τον αγριεμένο θολό Δούναβη
που πάντα ρέει με προορισμό
το σκούρο μπλε της αιωνιότητας.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Μοσχοβάκος, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 23 Φεβρουαρίου, 2011
Ανταποκρίθηκα στις υποψίες σας
παρέδωσα την απολογία μου
με σαφή ομολογία της ευθύνης μου .
Εγώ φταίω λοιπόν.
Ναι έτσι είναι
η ανάσα μου έδωσε κυματισμό στη σημαία των ονείρων
Αργά το εσπέρας
όταν δεχτώ τα καίρια πλήγματα
από τις ξιφολόγχες σας
θα απέλθω χωρίς να σας πω καληνύχτα.
Νίκος Μοσχοβάκος
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Μοσχοβάκος, Παγκοσμιοποίηση, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 18 Φεβρουαρίου, 2011
Πέρασε από δω ο Νίκος. Έχω έτσι να σας κοινωνήσω αδημοσίευτα ποιήματα
Νίκος Μοσχοβάκος
Η ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ
Εντός μου κόπασε η διαδήλωση
τα οδοφράγματα σχεδόν πέσανε
ένας καπνός πάνω στα συντρίμμια
δείχνει την ένταση της σύγκρουσης.
Ας μη το παραδέχομαι κόπασε η σύγκρουση
στους δρόμους του είναι μου
αμήχανοι διαβάτες κυκλοφορούν
αβέβαιοι για το επερχόμενο αύριο.
Στην προσπάθεια να αψηφήσω
το μέγεθος της απώλειας
ζητώ την συνδρομή της Περσεφόνης.
Όμως τώρα δεν είναι ο καιρός της για τον πάνω κόσμο
τίποτα δε μπορεί να μου προσφέρει.
Έτσι παραμένω δέσμιος της ανατροπής
καθώς προσέρχομαι
στην κεντρική πλατεία της ψυχής μου.
Ψάχνω παντού αλλά δε βρίσκω
μέσα μου κάποιον σύμμαχο
μια δικαιολογία έστω.
Όλα τελειώσανε λοιπόν
τόσο λιπόψυχος ήμουνα ;
‘Όχι αντιτάσσω με σθένος
ενώ η νύχτα πέφτει τριγύρω μου
ενώ ψηλαφώ στο σκοτάδι
μια νέα έξοδο.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Αντίσταση, Μοσχοβάκος, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 10 Ιανουαρίου, 2011
Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία
που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες
και την ευλόγησαν,
Λείψανα παλιών άστρων
Και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού
σαρώνοντας η καταιγίδα
που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου,
Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα
πληρώνοντας η Χτίσις,
θα φρίξει.
Ταραχή θα πέσει στον Άδη
και το σανίδωμα θα υποχωρήσει
από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου
Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του,
σημάδι ότι καιρός
να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση.
Και μετά θα μιλήσει, να πει:
εξόριστε Ποιητή,
στον αιώνα σου λέγε τι βλέπεις;
Βλέπω έθνη, άλλοτες αλαζονικά,
παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
Βλέπω τα πελέκια στον αέρα
σκίζοντας προτομές
Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
Βλέπω τους εμπόρους
να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος
των δικών τους πτωμάτων.
Βλέπω
την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.
Οδυσσέας Ελύτης
Άξιον Εστί

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: Αποκάλυψη, Ποίηση | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 15 Ιουλίου, 2010

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.
Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα
-τη πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα
Vladimir Maiakowski
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Leave a Comment »
Posted by vnottas στο 24 Ιουνίου, 2010
Ήμουνα στην Αθήνα και είδα το φίλο μου το Νίκο το Μοσχοβάκο και την Ιωάννα και την Ναυσικά και γνώρισα κι άλλους φίλους τους και φάγαμε μαζί και είδαμε μαζί την Εθνική να χάνει και είπαμε διάφορα, από τις σχέσεις ανδρών γυναικών μέχρι τα ταξίδια που θα κάνουμε παρέα και τον κατάφερα το Νίκο και μου έδωσε αδημοσίευτα ποιήματά του των οποίων σας κάνω κοινωνούς αρχίζοντας αμέσως εδώ παρακάτω
(άτιτλο)
Ήταν προσεκτικός στην αρίθμηση
Ουδένα παρέλειψε
Αναπάντεχα κατηγορήθηκε
για ισοπεδωτική επιείκεια.
Τους ξαναμέτρησε τότε
και τρόμαξε όταν διαπίστωσε
πόσο ελάχιστοι έμειναν.
ΥΠΗΡΞΑ ΚΑΠΟΤΕ
Μην εκπλαγείς όταν μ’ ανακαλύψεις
υπήρξα λοιπόν κι εγώ κάποτε
ύψωσα τη φωνή μου όταν χρειάστηκε
και η σιωπή που ακολούθησε
ήταν ευκρινής κι αδιαπραγμάτευτη.
Κάτω από τις πέτρες τα οστά μου
κι η άλλη εκδοχή μου γύρη των λουλουδιών.
Μην παραξενευτείς όταν φτάσεις στην ουσία μου
φυλλομέτρησέ με μόνο προσεκτικά
χωρίς υπερβολές ψαύσε με
ναι! Υπήρξα και εγώ κάποτε.
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: Ημερολόγιο, Μοσχοβάκος, Ποίηση | 1 Comment »
Posted by vnottas στο 6 Ιουνίου, 2010
Όχι, δεν έστειλε μήνυμα ο Καβάφης από το υπερπέραν των ποιητών. Τα πράγματα τα είχε διαισθανθεί και περιγράψει ήδη πριν καμιά ογδονταριά χρόνια … (1928)
ΕΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 200 πΧ
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.
Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτηση να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Έχουνε και μια κλίση στες θυσίες
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη.
η κατοχή σας είναι επισφαλής:
Ή τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική.
Είναι μεν ουσιώδες, αλλά τι να γίνει
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.
Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός
Να μη βιαζόμεθα – είναι επικίνδυνον πράγμα η βία
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς η Αποικία
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων να τραβούμ’ εμπρός.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: ΔΝΤ, Κοινωνία, Ποίηση | Leave a Comment »