Κυκλοφόρησε από τις εκδ. Παπαζήση η νέα ποιητική συλλογή του Λευτέρη Μανωλά
Ποιήματα και ποιητικά κείμενα από τον Ηλία Κουτσούκο.
*
Η νέα συλλογή ποιημάτων του Νίκου Μοσχοβάκου.
*
Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Τηλέμαχου Χυτήρη ¨Ημερολόγιο μιας επιστροφής¨ από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨
.
*
¨Απριλίου ξανθίσματα¨.
Κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου, από τις εκδόσεις Μελάνι.
Αισθάνθηκε μια δαγκωνιά
στη μνήμη.
Ήταν το παρελθόν
που σαν αδέσποτο σκυλί
είχε επιτεθεί στο είναι του.
Οι σταγόνες αίμα που έσταξαν
κοκκίνισαν τις εικόνες.
***
Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου ¨Τέλος της Περιπλάνησης¨. Από τις εκδόσεις ¨Γαβριηλίδης¨
***
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου
¨Αιφνίδια και διαρκή¨
Ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας οξυδερκής καθώς ήταν αλλά και θαρραλέος επινόησε πως έπρεπε να διορθώσει την ιστορία χωρίς αναβολές. Ασυμβίβαστος εκστράτευσε κατά της Σπάρτης με τον δαίμονα της υπερβολής κάτι σαν σαράκι να τρώει τα σωθικά του κι επέτυχε ν’ αλλάξει τον ρου τ’ αρχαίου κόσμου. Το πλήρωσε βέβαια στην Μαντίνεια πανάκριβα με τη ζωή του όμως διόρθωσε έστω για μια στιγμή την ανιαρή ιστορία. Δεν ήταν δα και λίγο αυτό. *****
Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος
*****
Γραφει ο Gianfranco Bettin
*****
Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.
[Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Πορτρέτο του Νίκου - Λάδι]
Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ
Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή
να γίνω τέλειος.
Έτσι μίσησα την τελειότητα
κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών.
Έχω λοιπόν πολλά να κάνω
αναζητώντας μέσα από ελλείψεις
τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών
που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους
με την σιγουριά του αλάθητου.
Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες
και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου
ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι.
*****
[Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Λάδι σε χαρτόνι - Γενάρης 2015] Tα πνευματικά δικαιώματα όλων των εικόνων και των μουσικών που αναδημοσιεύονται εδώ ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στους δημιουργούς τους.
Κοινωνία, επικοινωνία, εξουσία: Από τον Βωμό και τον Άμβωνα στην οθόνη. Η περίοδος της προφορικότητας και οι επικοινωνητές της. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση στην ιστορία της επικοινωνίας και των μέσων. Εκδότης: Ι. Σιδέρης. Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας. Σειρά: Δημοσιογραφία και ΜΜΕ. Έτος έκδοσης: 2009 . ISBN: 960-08-0468-0. Τόπος Έκδοσης: Αθήνα Αριθμός Σελίδων: 302 Διαστάσεις: 24χ17 Πρόλογος: Κώστας Βεργόπουλος. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλίκ στην εικόνα
Συλλογή κειμένων: ΜΜΕ, κοινωνία και πολιτική. Ρόλος και λειτουργία στη σύγχρονη Ελλάδα. Επιμέλεια: Χ. Φραγκονικολόπουλος Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2005 Αριθμός σελίδων 846. ISBN 960-08-0353-6, Κείμενο Β. Νόττας: ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (σελ. 49). Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.
Β΄Έκδοση. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. NovelBooks. Έτος έκδοσης: 2012. Αριθμός σελίδων: 610. Κωδικός ISBN: 9609989640. Εισαγωγικό σημείωμα στη 2η έκδοση: Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου.
Vivere pericolosamente Ανθολογία διηγημάτων: 26 ιστορίες από την Ιταλία. Εκδόσεις: Αντίκτυπος. Αθήνα: 2005 Σελίδες: 342. Κείμενο Β. Νόττας: ¨Το διαβατήριο¨. Ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο: Κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου
Εκδότης: Αρχέτυπο. Συγγραφέας: ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΤΤΑΣ. Κατηγορίες: Φανταστική Λογοτεχνία. ISBN 978-960-7928-83-2. Ημερομηνία έκδοσης: 01/01/2002. Αριθμός σελίδων: 512. Αναρτήσεις στο Ιστολογοφορο: κλίκ στην εικόνα του εξώφυλλου.
Η «κατασκευή» της πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αθήνα 1998. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου που οργανώθηκε από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συλλογικό έργο. Έκδοσεις: Αλεξάνδρεια. Διαστάσεις: 24Χ17. Σελίδες: 634. Κείμενο Β. Νόττας: Κοινωνιολογικες παρατηρησεις πανω στην οπτικοακουστικη αναπαρασταση της συγχρονης ελληνικης πραγματικοτητας. Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα
Ενα κείμενο στο βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα ¨Εισαγωγή στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ" . Εκδόσεις ¨Ιανός¨ με τίτλο ¨Αξιοπιστία και οπτικό ρεπορτάζ¨
Περιοδικό ¨Εξώπολις¨ Τεύχος 12-13. Κείμενο με τίτλο ¨Το ραδιόφωνο των ονείρων. Ένα δοκίμιο περί ήχων φτιαγμένο με επτά εικόνες¨. Στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.
Συμμετοχή σε λογοτεχνικό παιχνίδι σχετικό με τον (υποτιθέμενο) συγγραφέα Άρθουρ Τζοφ Άρενς. Δημοσιευμένο στο περιοδικό ¨Απαγορευμένος πλανήτης" τεύχος 6 (εκδόσεις ¨Παραπέντε¨). Για το πλήρες κείμενο κλικ στην εικόνα.
¨Το Δεντρο¨ Τεύχος: 17-18 . Βασίλης Νοττας: Συζήτηση για τον κοινωνικό χώρο της Θεσσαλονίκης.
Διδακτορική Διατριβή ¨Δημόσια μέσα μαζικής επικοινωνίας και συμμετοχική Πολεοδομία¨. Σελίδες:788. Ψηφιοποιημένη στη βιβλιοθήκη του Παντείου
*
Συγγραφικά φίλων
Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Νίκου Μοσχοβάκου (κλικ στην εικόνα)
Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Ηλία Κουτσούκου (κλικ στην εικόνα)
Μοτο-ταξιδιωτικά από τον Βασίλη Μεταλλινό (κλικ στην εικόνα)
Κάποιες απόψεις και άρθρα…
Η γυναίκα τανάλια * Όταν ο Χάρι Πότερ συνάντησε τα λόμπι * Ο μικρός ήρωας * Πώς έκοψα το κάπνισμα και άλλα
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 13 Αυγούστου, 2013
(αλλά και αυτοβιογραφικό τραγουδάκι του Ζορζ Μπρασένς)
Εισαγωγικές παρατηρήσεις:
* Το γεφύρι του Σηκουάνα που πήρε το όνομα του επαναστάτη κόμη Μιραμπό (pont Mirabeau) κατασκευάστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα (1893 -1896) και είναι φτιαγμένο από ατσάλι
* Πον Μιραμπό είναι ο τίτλος ενός γνωστού ποιήματος του Απολινέρ. Γράφτηκε το 1913 κατά τη διάρκεια της γαλλικής Μπελ Επόκ, μιας περιόδου ευφορίας ανάμεσα στον γαλλοπρωσικό (1870-1871) και τον πρώτο παγκόσμιο πολέμο. Μία πινακίδα με στίχους του ποιήματος έχει εντοιχιστεί στη γέφυρα Μιραμπό.
* Ο Ραστινιάκ είναι ένας μυθιστορηματικός χαρακτήρας του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, (εμφανίζεται σε περισσότερα του ενός έργα του) και αντιπροσωπεύει τον αριβίστα επαρχιώτη που προσπαθεί να επιπλεύσει στο Παρίσι κάνοντας γνωριμίες και γοητεύοντας κυρίως τις γυναίκες ισχυρών πρωτευουσιάνων. Στο τραγούδι ο Μπρασένς καλεί τον Ραστινιάκ να μην ανησυχήσει από την άφιξη του νεαρού καλλιτέχνη, γιατί αδέξιος και σεμνός όπως είναι δεν πρόκειται να τον ανταγωνιστεί.
* Το τραγούδι του Μπρασένς LES RICOCHETS κυκλοφόρησε το 1976 στο άλμπουμ DON JUAN.
* Σας έφτιαξα μια ακόμη απόδοση στα ελληνικά στίχων του Μπρασένς, προσπαθώντας οι λέξεις να χωράνε στην μελωδία. Παρουσίαση με προφορικό λόγο μόλις επιστρέψω στη βάση μου στη Θεσσαλονίκη.
* Το ποίημα που αφιέρωσε στο γεφύρι ο Απολινέρ θα το δούμε (ίσως) χώρια.
Εδώ ο Μπρασένς τραγουδά τα ¨Αναπηδήματα¨
Εδώ η απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα (σε προφορικό λόγο – προσθήκη)
ΑΝΑΠΗΔΗΜΑΤΑ
Πρώτη μου φορά
βρισκόμουν μακριά
απ’ τη γενέτειρά μου.
Εύελπις νεαρός
της γραφής πιστός
και του πενταγράμμου.
Στην Πόλη του Φωτός
αδέξιος, σεμνός,
ειχ’ αγκυροβολήσει.
Κι έτσι ο Ραστινιάκ
(ο ήρωάς σου ω Μπαλζάκ)
ας μην ανησυχήσει,
ας μην ανησυχήσει.
*
Ντόπιοι ηρεμία
για συναγερμό
δεν υπάρχει αιτία
Μην σκέφτεστε στραβά
της σκηνής με τραβά
μοναχά η μαγεία.
Μα πριν εκτεθώ
ως το πον Μιραμπό
λέω να κατηφορίσω
στον Απολινέρ
των Μουσών εξπέρ
τιμή ν’ αποτίσω,
τιμή ν’ αποτίσω.
*
Άμαθος, ζαβός
αγνοούσα εντελώς
για τι σόι φασαρία
η βόλτα μου αυτή
-όπως θ’ αποδειχθεί-
θα ’ναι αφετηρία,
καθώς στην καρδιά
ήρθε στα ξαφνικά
και με πέτυχε διάνα
αγάπης σαϊτιά
-με την πρώτη ματιά-
για μια Παριζιάνα,
για μια Παριζιάνα.
*
Μην τα πολυλογώ
στου ποταμού το νερό
με κομψές πιρουέτες
προσπαθούσε η μικρή
να εξασκηθεί
εκτοξεύοντας πέτρες.
Μα ας μη το παινευτώ
στο παιχνίδι αυτό
τον καιρό εκείνο
ήμουν πρωταθλητής,
αλλά και εκπαιδευτής
λέω για κείνη να γίνω,
λέω για κείνη να γίνω.
*
Για ένα σου φιλί
δίνω τη συνταγή,
στου νερού τον καθρέφτη
η πέτρα πως πετά
και πώς αναπηδά
δίχως κάτω να πέφτει.
Λέει πως συμφωνεί
και δε παίρνει πολύ
όλα της τα μαθαίνω
κι έτσι να που εγώ
των φιλιών τον χυμό
απ’ τα χείλη της παίρνω,
απ’ τα χείλη της παίρνω.
*
Κι όπως οι παλιοί
στο παιχνίδι οι ειδικοί
θα καταμαρτυρήσουν,
αν ξυπνάς νωρίς
πλατιές πέτρες θα βρεις
που θ’ αναπηδήσουν,
έτσι κι εμείς, αν θες,
ίσιες πέτρες πλατιές
ψάχνοντας στην αράδα,
σχεδιάσαμε ξανά
νέους χάρτες με ά-
-ξονα την τρυφεράδα,
-ξονα την τρυφεράδα.
*
Μα δεν φτουράει το καλό
και στο πον Μιραμπό
θα πέσει η αυλαία,
μ’ ένα αναπήδημα
θα μου φύγει μακριά
η άστατη νέα.
Για έναν σιτεμένο
στα αζήτητα μένω
εγώ κι όλοι μου οι μόχθοι,
έναν Κροίσο ζωντανό
και εκτός απ’ αυτό: (κι επιβαρυντικό)
απ’ τη δεξιά όχθη,
απ’ τη δεξιά όχθη.
*
Στου γεφυριού την άκρη ΄
μαύρο έριχνα δάκρυ
θύμα αγάπης οξείας.
Και να που ο ποταμός
ανεβαίνει διαρκώς
ως τη στάθμη ασφαλείας.
Και αν δεν έδωσα μια
να βρεθώ στα βαθειά
-άλμα απεγνωσμένο-
είναι γιατί το νερό
στο σημείο αυτό
είν’ πολύ μολυσμένο,
είν’ πολύ μολυσμένο.
*
Από τις συμφορές,
υπάρχουν φορές,
που κερδίζεις σε γνώση,
μια που δεν ειν’ γραφτό
στον κόσμο αυτό
κανείς να σε σώσει.
Μα ας μη το παρατραβώ
κι ως το πον Μιραμπό
ας κατηφορίσω
τον Απολινέρ
των Μουσών εξπέρ
για να χαιρετίσω,
για να χαιρετίσω.
LES RICOCHETS
J’avais dix-huit ans
Tout juste et quittant
Ma ville natale
Un beau jour, o gué!
Je vins débarquer
dans la capitale
J’entrai pas aux cris
D’ »À nous deux Paris »
En Île-de-France
Que ton Rastignac
N’ait cure, ô Balzac!
De ma concurrence
De ma concurrence
Gens en place, dormez
Sans vous alarmer,
Rien ne vous menace
Ce n’est qu’un jeune sot
Qui monte a l’assaut
Du petit Montparnasse
On s’étonnera pas
Si mes premiers pas
Tout droit me menèrent
Au pont Mirabeau
Pour un coup de chapeau
A l’Apollinaire
A l’Apollinaire
Bec enfariné
Pouvais-je deviner
Le remue-ménage
Que dans mon destin
Causerait soudain
Ce pèlerinage?
Que circonvenu
Mon coeur ingénu
Allait faire des siennes
Tomber amoureux
De sa toute pre-
miere Parisienne.
miere Parisienne.
N’anticipons pas,
Sur la berge en bas
Tout contre une pile,
La belle tâchait
D’faire des ricochets
D’une main malhabile
Moi, dans ce temps-la
Je ne dis pas cela
En bombant le torse,
L’air avantageux
J’étais a ce jeu
De première force.
De première force.
Tu m’donnes un baiser,
Ai-je propose
À la demoiselle;
Et moi, sans retard
Je t’apprends de cet art
Toutes les ficelles.
Affaire conclue,
En une heure elle eut,
L’adresse requise.
En change, moi
Je cueillis plein d’émoi
Ses lèvres exquises.
Ses lèvres exquises.
Et durant un temps
Les journaux d’antan
D’ailleurs le relatent
Fallait se lever
Matin pour trouver
Une pierre plate.
On redessina
Du pont d’Iéna
Au pont Alexandre
Jusque Saint-Michel,
Mais à notre échelle,
La carte du tendre.
La carte du tendre.
Mais c’était trop beau:
Au pont Mirabeau
La belle volage
Un jour se perchait
Sur un ricochet
Et gagnait le large.
Elle me fit faux-bond
Pour un vieux barbon,
La petite ingrate,
Un Crésus vivant
Détail aggravant
Sur la rive droite.
Sur la rive droite.
J’en pleurai pas mal,
Le flux lacrymal
Me fit la quinzaine.
Au viaduc d’Auteuil
Parait qu’a vue d’oeil
Grossissait la Seine.
Et si, pont de l’Alma,
J’ai pas noyé ma
Détresse ineffable,
C’est que l’eau coulant sous
Les pieds du zouzou
Était imbuvable.
Était imbuvable.
Et que j’avais acquis
Cette conviction qui
Du reste me navre
Que mort ou vivant
Ce n’est pas souvent
Qu’on arrive au havre.
Nous attristons pas,
Allons de ce pas
Donner, débonnaires,
Au pont Mirabeau
Un coup de chapeau
A l’Apollinaire.
A l’Apollinaire.
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 23 Ιουλίου, 2013
(άλλως: Le roi des cons)
ΧΟΡΙΚΟΝ
Φωνή: Η δυναστεία έχει κτιστεί
Χορός: Η δυναστεία του έχει κτιστεί
Φωνή: Με στούρνους, τούβλα, λάσπη πολλή
Χορός: Με τούβλα, στούρνους, λάσπη πολλή
Όλοι: Δεν μπορείς να ρίξεις λοιπόν
τον Βασιλιά των Αρχιδιών
Φωνή: Χωρίς άγχος, ναι και μπορεί
Χορός: Χωρίς άγχος, ναι και μπορεί
Φωνή: Στα σεντόνια του να κοιμηθεί
Χορός: Στα μαξιλάρια του να κοιμηθεί
Όλοι: Τύψεις, δεν τον πιάνουν αυτόν
τον Άνακτα των Καθικιών
Φωνή: Κι εγώ κι εσύ κι αυτός και αυτή
Χορός: Κι εγώ κι εσύ κι αυτός και αυτή
Φωνή: Τον ακολουθούμε σκυφτοί
Χορός: Στα αχνάρια του πάμε σκυφτοί
Όλοι: Δύσκολο να τον χάσεις αυτόν
τον Άρχοντα των Τομαριών
Φωνή: Μπορεί ο Καντάφι να ’χει χαθεί
Χορός: Μπορεί ο Καντάφι να ’χει χαθεί
Φωνή: Να ‘ταν κι άλλος κι ο Σαρκοζί
Χορός: Και να ‘ταν κι άλλος κι ο Σαρκοζί
Όλοι: Μα Αυτός παραμένει παρών
ο Αυτοκράτωρ των Βλακών
Φωνή: Δεν φτουράνε στην Αφρική
Χορός: Στην Αφρική δεν φτουράνε πολύ
Φωνή: Γιατί τους κρύβει τη συνταγή
Χορός: Γιατί τους κρύβει τη συνταγή
Όλοι: Μύστης όλων των εποχών
ο Σουλτάνος των Πορδών
Φωνή: Μπορεί ακόμη και οι Ισπανοί
Χορός: Μπορεί ακόμη κι οι Ισπανοί
Φωνή: Τον Χουάν να πείσουν ν’ αποσυρθεί
Χορός: Τον Χουάν να πείσουν ν’ αποσυρθεί
Όλοι: Μένει όμως αναφανδόν
ο Μονάρχης των Ζαβών
Φωνή: Και το στέμμα των Βρετανών
Χορός: Ως και το στέμμα των Βρετανών
Φωνή: Kάποια μέρα θα ‘ν’ παρελθόν
Χορός: Kάποια μέρα θα ‘ν’ παρελθόν
Όλοι: Μα αυτός θ’ αντέχει μπετόν
Ο Πρίγκιπας των Κωθωνιών
Φωνή: Στη Γαλλία έχει ξανασυμβεί
Χορός: Και στη Γαλλία ακόμη μπορεί
Φωνή: Ως κι η ¨Μαριάνα¨ να ανατραπεί
Χορός: Κι η ¨Μαριάνα¨ ν’ αποδομηθεί
Όλοι: Μα ουδείς θ’ ανατρέψει αυτόν
τον Ταγό των Μαλακών
Φωνή: Η δυναστεία έχει κτιστεί
Χορός: Η δυναστεία του έχει κτιστεί
Φωνή: Με στούρνους, τούβλα, λάσπη πολλή
Χορός: Με τούβλα, στούρνους, λάσπη πολλή
Όλοι: Δύσκολο να ρίξεις λοιπόν
τον Βασιλιά των Αρχιδιών
Εντάξει, πρόκειται για μια παρα-παρωδία, με βάση τον ¨Βασιλέα των Con¨ του Μπρασένς. Είναι καλοκαιράκι, τι να κάνουμε…
Tραγουδά ο Μπρασένς
Η προσαρμογή
Le Roi
Non certe’,elle n’est pas bâtie,
Non certe’,elle n’est pas bâtie
Sur du sable,sa dynastie,
Sur du sable,sa dynastie.
Il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.
Il peut dormir,ce souverain,
Il peut dormir,ce souverain,
Sur ses deux oreilles,serein,
Sur ses deux oreilles,serein.
Il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.
Je,tu,il,elle,nous,vous,ils,
Je,tu,il,elle,nous,vous,ils,
Tout le monde le suit,docil’,
Tout le monde le suit,docil’.
Il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.
Il est possible,au demeurant,
Il est possible,au demeurant,
Qu’on déloge le shah d’Iran,
Qu’on déloge le shah d’Iran,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.
Qu’un jour on dise:»C’est fini»,
Qu’un jour on dise:»C’est fini»
Au petit roi de Jordani’,
Au petit roi de Jordani’,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.
Qu’en Abyssinie on récus’,
Qu’en Abyssinie on récus’,
Le roi des rois,le bon Négus,
Le roi des rois,le bon Négus,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.
Que,sur un air de fandango,
Que,sur un air de fandango,
On congédi’ le vieux Franco,
On congédi’ le vieux Franco,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons
Que la couronne d’Angleterre,
Que la couronne d’Angleterre,
Ce soir,demain,roule par terre,
Ce soir,demain,roule par terre,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.
Que, ça c’est vu dans le passé,
Que,ça c’est vu dans le passé,
Marianne soit renversé’
Marianne soit renversé’
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 21 Ιουλίου, 2013
Τι να μας πει κι η Τέχνη, η αφαιρετική;
μπρος την έλξη που ασκούν / οι γλυπτοί σας γλουτοί.
Αν οι κώλοι οι φτιαχτοί, / είναι πια οι πιο πολλοί,
σ’ έναν γνήσιο χρωστάμε /εύγε, δόξα, τιμή!
*
Η πλάτη σας εκεί / καταλήγει με χάρη
κι ένας ποιητής σωστός / όχι δεν θα αρνηθεί
Να αφιερώσει σ’ αυτό / το γιομάτο φεγγάρι
Λόγο επαινετικό / που δεν θα ξεχαστεί.
*
Δίπλα μου σαν βρεθεί, / πάντα ανατριχιάζω
Λέω τι θα συμβεί / -στραβός ειν’ ο ντουνιάς-
φεγγάρια αλλονών /αν βρεθώ να αγκαλιάζω;
Μα… τα μάτια θα σφαλνώ / και θα σκέπτομαι εσάς!
*
Για να ’χετε, μαντάμ, / τέτοια επιτυχία
παιδέψατε θαρρώ, /εστέτ ένα σωρό
κόφτρες και ράφτρες που, / κομψότατη κυρία
φτιάξαν για σας εικόνα, / περίγραμμα λαμπρό!
*
Ο Δούκας του Μπορντό, / λέει το τραγουδάκι (*)
στον πισινό μου μοιάζει, / γι αυτό και πάει σκυφτός,
μα θα ‘ταν πιο σωστό / αν έμοιαζε λιγάκι
με τον δικό σας, που / ειν’ πιο καμαρωτός!
Στους φθονερούς να μη / δίνετε σημασία
πως βάλατε, που λεν, / σε μέρη χαμηλά
την πρώτη, ίσως και / την μόνη σας αξία…
Μα όρθια σαν σταθείτε / την δείχνετε καλά !
*
…Τι είδανε, ας πουν, / σαν βγαίνατε απ’ τ’ αμάξι
κι ο άνεμος τραβά / τη φούστα ως τα ’δω:
και βέλος και καρδιά / είχατ’ εκεί χαράξει
και δήλωση ρητή: ¨Νώντα για σένα ζω¨!
*
… Κι όταν η ρεβερέντζα / προς βασιλείς βαρβάρους
πίσω σας είχε ρίξει / και τότε ξαπλωτή
είδατε τα μυστήρια / που ‘χει το κέντρο βάρους
γιατ’ η βαρύτης έχει / τους νόμους της κι αυτή!
*
Τη Νάπολη κανείς, προτού αποδημήσει
λένε πρέπει να δει: έδρα πολιτισμού!
Μα εγώ ο ολιγαρκής, η μοίρα αν το θελήσει
την έδρα σας ας δω, πριν βάλω μπρος γι αλλού…
*
Τι να μας πει κι η Τέχνη, η αφαιρετική;
μπρος την έλξη που ασκούν / οι γλυπτοί σας γλουτοί.
Αν οι κώλοι οι φτιαχτοί, / είναι πια οι πιο πολλοί,
σ’ έναν γνήσιο χρωστάμε / μνεία, δόξα, τιμή!
(*)Λαϊκό γαλλικό προεπαναστατικό τραγουδάκι:
Le duc de Bordeaux ressemble à son frère, Son frère à son père et son père à mon cul ; De là je conclus qu’ le duc de Bordeaux Ressemble à mon cul comme deux gouttes d’eau.
…που σε πρόχειρη (πλειοδοτούσα) μετάφραση θα μπορούσε ίσως να είναι κάπως έτσι:
Μοιάζει στον αδελφό του, ο Δούκας του Μπορντό
εκείνος στον πατέρα του, κι αυτός στον πισινό μου
Έτσι μπορώ κι εγώ να πω και να το παινευτώ
και οι τρεις φτυστοί προκύπτουνε στον κώλο τον δικό μου
Η ¨καλλίπυγος Αφροδίτη¨ είναι ένα σκωπτικό τραγουδάκι του μπάρμπα Γιώργη (Μπρασένς) γραμμένο το 1964. Η μεταφορά των στίχων στα ελληνικά με παίδεψε κάπως για τους γνωστούς λόγους, δηλαδή βασικά έναν: οι (ωραιότατες) λέξεις της γλώσσας μας απαρτίζονται από πολύ περισσότερες συλλαβές απ’ ότι οι αντίστοιχες λοιπές ευρωπαϊκές. Αν τις χρησιμοποιήσεις, η μελωδίκή επένδυση πάει περίπατο. Εν πάση περιπτώσει, έκοψα, έραψα, και το παραπάνω είναι το μέχρι στιγμής σκαρίφημα.
Η Καλλίπυγος από τον Μπρασένς
Η προσαρμογή
Vénus Callipyge
Que jamais l’art abstrait, qui sévit maintenant
N’enlève à vos attraits ce volume étonnant
Au temps où les faux culs sont la majorité
Gloire à celui qui dit toute la vérité
Votre dos perd son nom avec si bonne grâce
Qu’on ne peut s’empêcher de lui donner raison
Que ne suis-je, madame, un poète de race
Pour dire à sa louange un immortel blason
En le voyant passer, j’en eus la chair de poule
Enfin, je vins au monde et, depuis, je lui voue
Un culte véritable et, quand je perds aux boules
En embrassant Fanny, je ne pense qu’à vous
Pour obtenir, madame, un galbe de cet ordre
Vous devez torturer les gens de votre entour
Donner aux couturiers bien du fil à retordre
Et vous devez crever votre dame d’atour
C’est le duc de Bordeaux qui s’en va, tête basse
Car il ressemble au mien comme deux gouttes d’eau
S’il ressemblait au vôtre, on dirait, quand il passe
» C’est un joli garçon que le duc de Bordeaux ! «
Ne faites aucun cas des jaloux qui professent
Que vous avez placé votre orgueil un peu bas
Que vous présumez trop, en somme de vos fesses
Et surtout, par faveur, ne vous asseyez pas
Laissez-les raconter qu’en sortant de calèche
La brise a fait voler votre robe et qu’on vit
Ecrite dans un cur transpercé d’une flèche
Cette expression triviale : « A Julot pour la vie «
Laissez-les dire encor qu’à la cour d’Angleterre
Faisant la révérence aux souverains anglois
Vous êtes, patatras ! tombée assise à terre
La loi d’la pesanteur est dur’, mais c’est la loi
Nul ne peut aujourd’hui trépasser sans voir Naples
A l’assaut des chefs-d’uvre ils veulent tous courir
Mes ambitions à moi sont bien plus raisonnables:
Voir votre académie, madame, et puis mourir
Que jamais l’art abstrait, qui sévit maintenant
N’enlève à vos attraits ce volume étonnant
Au temps où les faux culs sont la majorité
Gloire à celui qui dit toute la vérité
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 12 Ιουλίου, 2013
Ένα ακόμη δαιμόνιο βγαίνει από το ντουλάπι για να πάρει μέρος στις αφηγήσεις μας, αυτή τη φορά είναι του Νίκου…
ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ
Το γλυπτό
Ο γλύπτης τρεις μέρες προσπαθούσε να σμιλέψει τον αριστερό οφθαλμό της προτομής. Μ’ επιδέξιες κινήσεις και λεπτά χτυπήματα αγωνιζόταν να δει το αποτέλεσμα που θα ικανοποιούσε τις προσδοκίες του. Όμως του κάκου, τίποτα δεν του πήγαινε καλά. Απογοητευμένος έπεσε σε περισυλλογή.
Φανταζότανε τον δαίμονα της Υπομονής που είχε αναλάβει να χαράξει, μειλίχιο, χαμογελαστό, γεμάτο αυτοπεποίθηση και καρτερία. Η αλήθεια είναι πως τούχε βγει εύκολα και γρήγορα η όψη του. Μέχρι που κυριολεκτικά κόλλησε όταν έφθασε στ’ αριστερό μάτι.
Κουρασμένος, πτοημένος, ανήμπορος άρχισε να σκέφτεται ακόμα και την αποτυχία.
Πάνω εκεί τον πήρε ο ύπνος. Ένας ύπνος γλυκός, ευεργετικός, λυτρωτικός. Του αφαίρεσε το βάρος της αγωνίας. Αίφνης άρχισε να ονειρεύεται. Ήρθε λέει στο δωμάτιό του μια μορφή παράξενη που του συστήθηκε σαν ο δαίμονας της Υπομονής που αναζητά. Στάθηκε μπροστά του κι ήταν πράγματι ολόιδιος με την προτομή του δικού του δαίμονα. Έκπληκτος κι εκστασιασμένος διαπίστωσε ότι ήταν μονόφθαλμος.
Πετάχτηκε ξαφνιασμένος. Είδε αμέσως το έργο που αγωνιζόταν να ολοκληρώσει. Απίστευτο, αποκαλυπτικό, υπέροχο μονολόγησε. Η προτομή του μονόφθαλμου δαίμονα της Υπομονής μ’ ένα ελαφρό μειδίαμα στα χείλη, τούγνεφε φιλικά. Ήρεμος πλησίασε ο γλύπτης προς το μέρος του και με την παλάμη τίναξε την σκόνη από το πρόσωπο του γλυπτού.
Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει. Το έργο ήταν ολοκληρωμένο. Ο αριστερός οφθαλμός δεν ήταν απαραίτητος για την απεικόνιση της πραγματικότητας. Έτσι χωρίς καμιά αφαίρεση η τέχνη του ήταν αφαιρετική.
(σας το διαβάζω πάνω σε μουσική του Ferdinando Carulli)
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 10 Ιουλίου, 2013
Νίκος Μοσχοβάκος ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΩΡΑ ΠΕΝΤΕ
Η ώρα πέντε τ’ απομεσήμερο. Είναι η ώρα των ταυρομάχων είναι η ώρα των ποιητών. Ακριβώς η ώρα πέντε. Κόκκινο πανί ξεδιπλώνω στον αέρα όσο έχω καιρό σας προκαλώ και περιμένω την επίθεση.
Ακούω το μουγκρητό βλέπω την επέλαση κατά πάνω μου. Δεν πανικοβάλλομαι δεν ανησυχώ. Χαμογελώ ήρεμος κλείνω το μάτι με νόημα ξέρω καλά την αρένα αυτή. Ο αγώνας που μόλις άρχισε ξεσηκώνει τις κερκίδες σ’ επευφημίες. Όμως οι δείκτες του ρολογιού κόλλησαν. Ο χρόνος κυλά κι αυτοί εξακολουθούν να δείχνουν πέντε. Πέντε ακριβώς ! Η ώρα των ταυρομάχων η ώρα των ποιητών. Έρχεται το μαύρο της νύχτας αργά. Επιτέλους πότε θα ξεκολλήσει το ρολόι ;
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 7 Ιουλίου, 2013
Στην προηγούμενη ανάρτηση χρησιμοποίησα ως μουσική υπόκρουση για τo ¨τραγούδι της Σιγκουάπα¨, ένα όμορφο πορτογαλικό τραγούδι με τίτλο Chuva (Βροχή)
Τώρα λέω να σας το αναρτήσω (μέσω παραπομπής στο youtube), τραγουδισμένο τόσο από τον συνθέτη και στιχουργό Jorge Fernando, όσο και από την εκπληκτική Mariza. Επίσης, ψάχνοντας, ανακάλυψα όχι μόνο τους στίχους, αλλά και μια μετάφραση στην ιταλική γλώσσα την οποία σας παραθέτω πιο κάτω μαζί με μια απόπειρα προσαρμογής στα ελληνικά (ως συνήθως). Τέλος, μαζί με την πορτογαλική ¨Βροχή¨ σας θυμίζω ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του Μητσάκη που μιλάει επίσης για βροχή (Ψιλοβρέχει).
O Jorge Fernando
Η προσαρμογή στα ελληνικά
Βροχή
Περνούν της ζωής οι ιστορίες / χωρίς ίχνη να αφήνουν
παρά μόνον αυτές που χαράξανε / πόνο ή κάποια χαρά
Ναι, υπάρχουν εκείνοι που, εν τέλει, / στις ιστορίες θα μείνουν
μα κι άλλοι που μηδέ τ’ όνομά τους / θα ακούσεις ξανά
*
Υπάρχουν καημοί που ζωή / στη ζωή ξαναδίνουν
το νόστο που κρύβω ξυπνούν / και με εσένα με σμίγουν, σαν χτες
Ναι, μέρες υπάρχουνε που / τη ψυχή μας σφραγίζουν
κι εκείνη που με άφησες μόνο / ήταν μια απ’ αυτές
*
Στους δρόμουςτης πόλης γυρνώ / έρμoς κι απελπισμένoς
την όψη μου τώρα χαράζει / η βροχή του Νοτιά
Στην πόλη με δάκρυα φωνάζω / η βροχή πως θα σβήσει
όση του έρωτά μου έχει πια / απομείνει φωτιά
¨
…μ’ ακούει η βροχή, και στην πόλη
το μυστικό μου δεν λέει,
μόνο να, που στα τζάμια χτυπά
νότες νοσταλγικές…
Chuva
As coisas vulgares que há na vida
Não deixam saudade Só as lembranças que doem Ou fazem sorrir
Há gente que fica na história Da história da gente E outras de quem nem o nome Lembramos ouvir
São emoções que dão vida À saudade que trago Aquelas que tive contigo E acabei por perder
Há dias que marcam a alma E a vida da gente E aquele em que tu me deixaste Não posso esquecer
A chuva molhava – me o rosto Gelado e cansado As ruas que a cidade tinha Já eu percorrera Ai, meu choro de moça perdida Gritava à cidade Que o fogo do amor sob a chuva Há instantes morrera
A chuva ouviu e calou Meu segredo à cidade e eis que ela bate no vidro Trazendo a saudade
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 4 Ιουλίου, 2013
Να μια μικρή, σχεδόν αυτοτελής, ιστορία, παρμένη κι αυτή από το ΜΠΑ!!!, πέμπτο μέρος (¨Διακόπτουμε για αποδομήσεις, απορυθμίσεις, αποσυνθέσεις και αποσαρθρώσεις¨), δηλαδή εκεί που οι δύο δαιμονικές κλίκες, οι Νεοδαίμονες και οι Παλαιοδαίμονες, χωρίς να αμελήσουν τις μεταξύ τους τρικλοποδιές, (αν έγραφα σήμερα το ΜΠΑ!!! μάλλον θα τους έβαζα να στήσουν συγκυβέρνηση), αγωνίζονται να επιφέρουν, επιτέλους, το Τέλος.
Συγκεκριμένα βρισκόμαστε στο 6ο κεφάλαιο του 5ου μέρους, όπου ο πράκτορας Σος Μορς επισκέπτεται την αποσυρμένη δαιμόνισσα Σιγκουάπα και επιχειρεί να την πείσει να ενταχθεί με το μέρος των Νεοδαιμόνων (μεταξύ των οποίων έχει διαπιστωθεί έλλειψη επαρκούς πάθους).
Εδώ μια απόπειρα ανάγνωσης μετά μουσικής και ήχων
Στην υπόκρουση χρησιμοποίησα, μεταξύ άλλων, το Φάντο Chuva τραγουδισμένο από τη Mariza
και το Frenetico-tango-argentino
Μέρη μαγικά, καταραμένα
Στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες στη νότια άκρη του μεγάλου εμπορικού λιμανιού σουρουπώνει.
Η ένταση του τροπικού ήλιου έχει ήδη μειωθεί στο ελάχιστο και ο όρμος με το νεκροταφείο των πλοίων σταμάτησε να φλέγεται.
Τώρα, ο ουράνιος προβολέας, τεράστιος, βυσσινής και ανώδυνος κατρακυλάει προς του χαμηλούς δασωμένους λόφους στα δυτικά.
Οι οδοντωτές στέγες των Φαβέλας γύρω από τον όρμο μπαίνουν σιγά σιγά στη ζώνη της σκιάς και το ξυσμένο μίνιο στα πλευρά των παροπλισμένων καραβιών αποκτά, για μια φευγαλέα στιγμή, την ευκαιρία να λάμψει με την τελευταία κοκκινωπή ανταύγεια της μέρας.
Απέναντι, στον ουρανό της Ανατολής, μια παράξενη σκοτεινιά με κίτρινες και ερυθρές ραβδώσεις παίρνει να φουσκώνει και ετοιμάζεται να απλωθεί πάνω απ’ τη θάλασσα.
Σηκώνεται αέρας.
Ένας αέρας άλλοτε αδύναμος και παραχωρητικός κι άλλοτε απειλητικός και ζόρικος που αρχίζει να στριφογυρίζει ταρακουνώντας τα ξάρτια και τις σπασμένες αντένες των πλοίων.
Μεταλλικά σφυρίγματα, ραπίσματα χαλαρών σχοινιών και ντενεκεδένιοι ήχοι ανακατεύονται με αποσπάσματα από καθημερινές κραυγές που ο άνεμος αρπάζει από τη λιμανίσια φτωχογειτονιά -ίσως και απ’ το τροπικό δάσος πάρα έξω- φτιάχνοντας μηνύματα παράξενα, σε κώδικες εξωτικούς και δυσεπίλυτους.
Ένα ουρλιαχτό παρατεταμένο, αγωνιώδες, υψώνεται για λίγο πάνω από τις στέγες με τις λαμαρίνες και ύστερα εξαερώνεται και εξαφανίζεται χωρίς να τραβήξει την προσοχή κανενός. Οι ναύτες και οι καταβροχθιστές δασών που κατηφορίζουν ως εδώ από το γειτονικό εμπορικό λιμάνι και από τη ζούγκλα ψάχνουν για φτηνό ποτό και γι ανήλικα ευκαιρίας (που και τα δυο παράγονται άφθονα στις γύρω παράγκες) και δεν ενδιαφέρονται για τα αδέσποτα ουρλιαχτά.
Ούτε οι πόρνες που παίρνουν σιγά σιγά τη θέση τους μπροστά στις πόρτες με τις χρωματιστές κουρτίνες και με τις σήτες για τα κουνούπια, ενδιαφέρονται.
Ύστερα από λίγο, σε ένα από τα παραπήγματα που είναι αραδιασμένα στην προκυμαία, ανοίγει μια παράπλευρη πόρτα. Ένα ζευγάρι μικρόσωμων όντων -παιδιά, ίσως νάνοι-, βγαίνει κουβαλώντας έναν τεράστιο σακί. Δυσκολεύονται καθώς προσπαθούν να το μετακινήσουν σέρνοντάς το στο στενό χωμάτινο πέρασμα ανάμεσα στην «Ταβέρνα της Μεθυσμένης Γοργόνας» από όπου βγήκαν και το διπλανό υπόστεγο όπου, εδώ και καιρό, ένα μεγάλο κομμάτι βαπόρι αποσυναρμολογείται σε σιδερένια τεμάχια ανεξακρίβωτης χρησιμότητας και άγνωστου προορισμού.
Οι δύο μικρούληδες κατευθύνονται αγκομαχώντας προς τη θάλασσα, περνούν τον παράλιο τσιμεντένιο δρόμο και κατεβαίνουν στην αποβάθρα. Τραβώντας και σπρώχνοντας καταφέρνουν να ρίξουν το τσουβάλι σε μια μικρή μαύρη βάρκα που λικνίζεται εκεί μπροστά.
Ύστερα, το ένα από τα δύο μικροκαμωμένα όντα ψάχνει λίγο τριγύρω και βρίσκει μια μαυριδερή αλυσίδα. Ο άλλος κοντούλης ξετρυπώνει έναν τσιμεντόλιθο.
Τα ρίχνουν κι αυτά στη βάρκα και αποπλέουν γλιστρώντας στη ταραγμένη επιφάνεια των νερών προς την έξοδο του όρμου και τον Ωκεανό.
Καθώς προσπερνούν το φάρο που έχει κιόλας αρχίσει τον νυκτερινό του λόξυγκα, ένα άλλο πλεούμενο διαγράφεται απέναντί τους με φόντο την κίτρινοκόκκινη σκοτεινιά της ανατολής και μεγαλώνει ραγδαία καθώς έρχεται γοργά προς το μέρος τους. Είναι ένα κομψό, μικρό σκάφος που τους φτάνει γρήγορα και τους προσπερνά αγέρωχα κάνοντας τη βαρκούλα να τρικλίσει και σχεδόν να μπατάρει.
Οι δύο μικρούληδες προλαβαίνουν να δουν στο τιμόνι του σκάφους έναν ψηλό άνδρα. Δεν μπορούν, βέβαια, στο ημίφως του δειλινού να προσέξουν ούτε το άψογο βραδινό του κουστούμι που δεν έχει τίποτα το ναυτικό, ούτε το παράξενο κοροϊδευτικό χαμόγελο που κρέμεται από τα λεπτά, σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του, ούτε το παράξενα χλωμό του δέρμα, ούτε τα μάτια του που έτσι κι αλλιώς κρύβονται πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά.
Την ώρα που οι δυο κοντοί πετούν τον σάκο στη θάλασσα, αφού πρώτα τον δέσουν γερά με την αλυσίδα στον τσιμεντόλιθο, έχει πια σκοτεινιάσει για τα καλά και ο άνδρας με το μαύρο γυαλιστερό κουστούμι, το δαντελωτό πουκάμισο και τα μαύρα γυαλιά έχει ήδη αποβιβαστεί στην κεντρική αποβάθρα του Όρμου.
Η παρουσία του καλοντυμένου τύπου κάτω από τα βρώμικα φανάρια της προκυμαίας δεν φαίνεται να παραξενεύει κανέναν. Στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες έρχονται συχνά πλούσιοι σικάτοι τύποι κυνηγώντας απολαύσεις που να είναι ακόμα απαγορευμένες (πράγμα αρκετά δύσκολο την εποχή εκείνη).
Οπωσδήποτε, το να σου τύχει ένα τέτοιο φρούτο για ξεζούμισμα είναι μάννα εξ ουρανού για τους προξενητές της Μπαία. Γι αυτό καμιά ντουζίνα απ’ αυτούς τον περιτριγυρίζουν αμέσως, προσφέροντάς του υποσχέσεις που θα ικανοποιούσαν και τους πιο εξεζητημένους διδάκτορες Περιπεπλεγμένης Διαστροφικής. Ο ψηλός όμως τους παραμερίζει και κατευθύνεται με σιγουριά προς τη ¨Μεθυσμένη Γοργόνα¨.
Οι προξενητές δεν επιμένουν. Τον τελευταίο καιρό στην πιάτσα του λιμανιού έχει βγει βρώμα ότι στη «Γοργόνα» συμβαίνουν πράγματα καινούργια, πρωτότυπα, ακατονόμαστα. Λεπτομέρειες δεν κυκλοφόρησαν ακόμη, όμως τα σαΐνια του λιμανιού κάτι ξέρουν. Και αυτό το κάτι είναι ότι ένα πανέμορφο σούπερ θηλυκό πολλών οκτανίων, έχει εγκατασταθεί στο μαγαζί της προκυμαίας. Και μια έλξη που σχεδόν την μυρίζεις τραβάει όλους τους αρσενικούς προς τα ‘κει.
Η γκόμενα όμως φαίνεται πως ξέρει απέξω κι ανακατωτά όλα τα μυστικά και τ’ απόκρυφα της γοητείας και δε δίνεται ούτε με τη πρώτη ούτε σ’ όποιον κι όποιον. Ούτε καν βγαίνει ποτέ από το παράπηγμα της Ταβέρνας.
Το αποτέλεσμα είναι ότι όλοι οι άντρες της Ακτής έχουνε τρελαθεί μαζί της, αλλά κανένας δεν έχει ακόμη μπορέσει να διηγηθεί στη πιάτσα λεπτομέρειες για τις μυστικές χάρες της Όμορφης. Και τώρα -ήτανε να το περιμένουνε οι μάγκες της Προκυμαίας- να που άρχισαν να ενδιαφέρονται και οι Απέξω.
Μια ριπή τ’ ανέμου ταρακουνάει το καλώδιο και τα πολύχρωμα λαμπάκια που κρέμονται γύρω από την είσοδο της «Γοργόνας» αναβοσβήνουν για μια στιγμή σπινθηρίζοντας. Ο άνδρας περνάει κάτω από τη χρωματιστή ηλεκτρική γιρλάντα και σπρώχνει το πορτόφυλλο της ταβέρνας.
Μέσα, οι λιγοστοί λαμπτήρες που φωτίζουν την αίθουσα κρέμονται μελαγχολικά από το ταβάνι, γύρω από τον πάγκο του μπαρ. Από τους πελάτες του μαγαζιού διακρίνονται μόνο τα σκοτεινά περιγράμματα ανάμεσα στους πηχτούς καπνούς που αναβλύζουν από τα τραπέζια και που μαρτυρούν το κάψιμο λογής λογής ουσιών.
Μόνο στο βάθος, πίσω από έναν τραβηγμένο μπερντέ, ένας ασθενικός προβολέας φωτίζει τρεις μουσικούς που με κιθάρες διαφορετικού μεγέθους, μια κανονική μια τεράστια και μια τόση δα μικρούτσικη, παίζουν ένα νοσταλγικό φάντο.
Ο καλοντυμένος άντρας πλησιάζει το πάγκο. Ένα ξυρισμένο κεφάλι με σκουλαρίκι, που προφανώς ανήκει στον μπάρμαν, τέλεια καμουφλαρισμένο ανάμεσα στα μισοάδεια μπουκάλια, αποκτά ξαφνικά αυτοτέλεια και τον ρωτά τι επιθυμεί.
Ο μαυροφορεμένος (για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα) θέλει ρούμι. Ύστερα σκύβει και κάτι λέει στ’ αυτί του γλόμπου.
Τι άλλο θέλει; Δεν είναι μυστήριο. Αυτό που θέλουν όλοι αυτή τη στιγμή στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες και πάρα πέρα σ’ όλη την Ακτή.
Ένα πρασινωπό χαρτονόμισμα μετακομίζει από το κροταλίσιο πορτοφόλι του ψηλού, στην κωλότσεπη του ξυρισμένου.
Ο μπάρμαν απαντάει κι αυτός ψιθυριστά. Ναι, η Γόησσα, αυτή για την οποία όλοι μιλάνε, είναι εδώ. Σε λίγο θα τραγουδήσει. Ναι, είναι καλύτερη από οποιαδήποτε περιγραφή. Όμως, εκείνος δε μπορεί να υποσχεθεί τίποτα, η Όμορφη αποφασίζει από μόνη της.
Έπειτα, βγαίνει από το κουβούκλιό του και οδηγεί τον ασπριδερό Ψηλό σ’ ένα τραπέζι φυλαγμένο για τα δυνατά πουρμπουάρ.
Η ώρα ήρθε. Ο μπερντές που το παίζει αυλαία τραβιέται ξανά και από πίσω δε βρίσκονται τώρα μόνο οι τρεις μουζικάντηδες με τις ανισομεγέθεις κιθάρες, αλλά και ένας μικρός μαύρος μ’ ένα τουμπελέκι, καθώς και μια άλλη φιγούρα, ακίνητη, που σιγά σιγά φωτίζεται, καθώς ο προβολέας λες και καρδάμωσε ξαφνικά.
Μια γυναίκα.
Η γυναίκα!
Μέσα στην αίθουσα απλώνεται ξαφνική σιγή.
Ακόμα και οι γυμνόστηθες μελαψές κοπέλες που τριγυρνάν από τραπέζι σε τραπέζι παύουν να φλυαρούν και προσηλώνονται στο πάλκο μαζί με τους αρσενικούς.
Το ταμπούρλο δίνει το ρυθμό και η γυναίκα τραγουδάει. Δίχως να κινείται πολύ, στηριγμένη σε μια ψάθινη καρέκλα, με το κόκκινο φόρεμά της να φτάνει ως κάτω, στο σανίδι της εξέδρας, με τα σκούρα κόκκινα μαλλιά της να κυματίζουν απαλά σε κάθε της κίνηση.
Πίσω απ’ τη βαθιά, ίσως λίγο τραχιά φωνή της οι κιθάρες απλώνουν ένα χαλί πλεγμένο με αισθησιακές ηδυπαθείς αρμονίες. Και μετά η φωνή εκείνης, παίρνει τις μουσικές φράσεις και πότε τις πλέκει σε συνδυασμούς γεμάτους υπαινιγμούς άφατων ηδονών, πότε τις ανεβάζει σε ορμητικά, άγρια κρεσέντο που μαγεύουν και φοβίζουν.
Ωστόσο τα τσακάλια της Ακτής που μαζεύτηκαν απόψε στη «Γοργόνα» δεν είναι από τη φωνή της Ωραίας που ακινητοποιούνται και χαζεύουν.
Είναι η εικόνα της που ξυπνάει μέσα τους ό, τι το πιο άγιο και πιο αμαρτωλό. Η εικόνα της, που για τον καθένα είναι διαφορετική.
Οι πιο απίθανες επιθυμίες τους αγκιστρώνονται πάνω της.
Πάθη που ζητούν κορεσμό, ενοχές που θέλουν εξιλέωση, μοναξιές που θέλουν απάντηση. Οι πιο απίθανες φαντασιώσεις θέλουν τη Γυναίκα της ¨Γοργόνας¨ για ηρωίδα τους.
Ο μαυροφορεμένος είναι κι αυτός ακινητοποιημένος ή έτσι θα νόμιζε κανείς βλέποντας το πρόσωπό του, χλωμό στις αντανακλάσεις του προβολέα, με τα σκούρα γυαλιά και τα ίχνη απ’ το ειρωνικό χαμόγελο να εξακολουθεί να κρέμεται απ’ τα σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του.
Η γυναίκα τραγουδώντας μετακινείται αργά προς το μέρος των θαμώνων. Η κίνησή της έχει κάτι το παράξενο, σαν κάτι να την τραβάει προς τη γη (άραγε μια μικρή γυναικεία αδυναμία ώστε να γίνει τέλεια η έλξη της πάνω στους αρσενικούς του λιμανιού; άραγε μια κρυφή σύνδεση με τη γυναικεία υπόσταση της μάνας Γαίας;), αλλά αυτή αντιστέκεται σ’ αυτό το κάτι, το ελέγχει και, γλιστρώντας περισσότερο παρά περπατώντας, φτάνει στο κέντρο της αίθουσας.
Εκεί το τραγούδι της τελειώνει και πίσω του σβήνουν οι κτύποι του ταμπούρλου και το άρπισμα των χορδών.
Οι μάγκες του λιμανιού μένουν για λίγο άφωνοι, αλλά μετά σηκώνονται όρθιοι, χειροκροτούν, επευφημούν, παραδέχονται, ουρλιάζουν, συναινούν, εγκρίνουν επικροτούν, ποδοκροτούν, καθομολογούν, λένε καλά λόγια, μετανοούν (για ότι κακό έχουν πει μέχρι τότε για τις γυναίκες), επιδοκιμάζουν, δοξάζουν, θέλουν κι άλλο, τα θέλουν όλα, θέλουν εκείνη!
Εκείνη χαμογελάει, αλλά δεν υποκλίνεται, παρά μόνο κάνει να υποχωρήσει, πάντα με το συρτό της βήμα, σα ρωσίδα Πριγκίπισσα- Χορεύτρια, προς το βάθος της αίθουσας. Δεν προλαβαίνει. Καθώς βρίσκεται κοντά στον μαυροφορεμένο, αυτός με μια φιδίσια κίνηση την αρπάζει απ’ το λευκό μπράτσο και την τραβάει προς το μέρος του.
Η Ωραία βρίσκεται τώρα στα γόνατά του.
Τα μάτια της αστράφτουν με μια στιγμιαία λάμψη θανάσιμης έχθρας.
Τα κόκκινα νύχια της στοχεύουν το χλωμό του πρόσωπο, αλλά εκείνος, πιο γρήγορος, την ακινητοποιεί.
Ανάμεσά τους λαμπυρίζουν αστραπές έντασης.
Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στην ένταση που γιγαντώνεται στην αίθουσα.
Ο ξένος είναι απαράδεκτος, εγκληματίας, ιερόσυλος!
Οι θαμώνες θυμώνουν.
Βγάζουν χατζάρια, μασέτες, γιαταγάνια, μαχαίρια, στιλέτα, ο μπάρμαν βγάζει από τα έγκατα του πάγκου του ένα μπαλτά και ο μάγειρας εμφανίζεται στην πόρτα της κουζίνας μ’ ένα εγχειρίδιο (μαγειρικής).
Ο χλωμός άνδρας δεν δείχνει να πτοείται.
Ανασηκώνεται κρατώντας με το ένα χέρι σφικτά στην αγκαλιά του τη γυναίκα.
Εκείνη σπαρταράει, αλλά αυτός πιέζει το πρόσωπό της στρίβοντάς το προς το στήθος του, έτσι ώστε να μη μπορεί να δει τι θα συμβεί στην αίθουσα.
Μετά κάνει μια κίνηση πολύ απλή, αλλά και άκρως αποτελεσματική -όπως θα αποδειχθεί αμέσως τώρα. Σηκώνει το άλλο ασπριδερό χέρι και βγάζει τα σκούρα γυαλιά.
Οι μάγκες της Μπαία ντε Λος Σερπέντες δεν συνηθίζουν να κοιτούν τα μελλοντικά τους θύματα στα μάτια. Τώρα όμως δεν μπορούν να το αποφύγουν.
Το βλέμμα τους μοιραία, αναπόφευκτα, μαγνητίζεται από αυτό που βρίσκεται κάτω από τα μαύρα κρύσταλλα του μαυροφορεμένου τύπου: δυο άδειες κόγχες που εκπέμπουν κιτρινοκόκκινες γλώσσες φωτιάς.
Από κάποιον στο βάθος, πολύ μεθυσμένο για να καταλάβει τι ακριβώς γίνεται, ξεφεύγει μια κραυγή: «Φάτε τον το Μούργο», αλλά ξαφνικά βρίσκεται να κρατάει στο χέρι, αντί για το σπασμένο μπουκάλι που κράδαινε μια στιγμή πριν, το κεφάλι του, ενώ στην παραδοσιακή θέση του κεφαλιού του βρίσκεται τώρα ένα φιάσκο κρασιού και μάλιστα άδειο.
Ένας άλλος, που από κεκτημένη ταχύτητα ξαπόστελνε στον Χλωμό ένα μαχαίρι, αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι τόσο το μαχαίρι όσο και το χέρι του έχουν μεταβληθεί σε μια πρασινωπή οχιά που τώρα τον κοιτάζει με ύφος όχι και τόσο φιλικό.
Οι θαμώνες ξεθυμώνουν και κατακάθονται στα τραπέζια τους.
Ο δαίμονας χαλαρώνει τη λαβή και η γυναίκα γυρίζει προς την αίθουσα για να διαπιστώσει ότι το πλήθος έχει δαμαστεί, έστω κι αν δεν καταλαβαίνει πως ακριβώς έγινε αυτό.
Χαλαρώνει κι αυτή. Χώνει το γόνατό της ανάμεσα στα σκέλια του μαυροντυμένου και σφίγγεται πάνω του.
Μετά τον παρασέρνει μαζί της σε μια μικρή πόρτα, στο πίσω μέρος του μαγαζιού.
Στην Ταβέρνα της Γοργόνας φαίνεται ότι οι δαίμονες είτε ξορκίζονται γρήγορα και πάνε γι άλλα αλλού, είτε γίνονται αποδεκτοί κι ενσωματώνονται στον ανθρώπινο παραλογισμό του τόπου.
Το γεγονός είναι πάντως ότι στην αίθουσα όλα μοιάζουν να ‘χουν καταλαγιάσει.
Τα κορίτσια κυκλοφορούν και πάλι ανάμεσα στους μάγκες, δυο τρία παράταιρα σώματα που περίσσεψαν από το επεισόδιο με τον Χλωμό Δαίμονα έχουν ήδη σταλεί να κάνουν παρέα στα μεταλλαγμένα ψάρια του ωκεανού και, στο πάλκο, οι κιθάρες συνοδεύουν τώρα έναν μυστακοφόρο δεξιοτέχνη ακορντεονίστα που επιδίδεται στην εκτέλεση ενός παθιασμένου ταγκό.
Στο μικρό δωματιάκι στο βάθος, οι ήχοι του ταγκό φτάνουν ανακατεμένοι με το βουητό του ανέμου που έχει σηκωθεί και πάλι σφοδρός και σαρώνει τα μαγαζιά της αποβάθρας.
Αλλά ούτε η γυναίκα ούτε ο δαίμονας προσέχουν τον άνεμο.
Η γυναίκα έχει πια διαλέξει και τώρα έχει πάρει την πρωτοβουλία της συνάντησης. Έχει τραβήξει το κορδόνι που σβήνει τη λάμπα και το δωματιάκι φωτίζεται ελάχιστα από τις χαραμάδες της πόρτας. Το κόκκινο φόρεμα βρίσκεται στο πάτωμα μαζί με τα δαντελένια εσώρουχα και εκείνη στέκεται τώρα γυμνή, όρθια, ακουμπισμένη στην σαραβαλιασμένη πολυθρόνα απέναντι από το κρεβάτι.
Ξέρει τη δύναμή της και ξέρει τη μοίρα της.
Ξέρει ακόμη τη μοίρα αυτού του άνδρα που τόλμησε να την προσβάλει, αλλά συνάμα να τη διεκδικήσει και που είναι τώρα εκεί, μπροστά της, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ακόμη ντυμένος και με το αδιόρατο σαρκαστικό του χαμόγελο να γίνεται αισθητό παρά το ημίφως.
Η γυναίκα τον πλησιάζει και αρχίζει να τον γδύνει με αισθησιακή σοφία που θα έκανε μια βετεράνα γκέισα να αισθανθεί αδέξια γράσο-πρωτάρα (debutante).
Κάτω από το σκούρο κουστούμι είναι άσπρος όσο και το νταντελωτό του πουκάμισο. Είναι πιο άσπρος από οποιονδήποτε έχει γνωρίσει ως τότε, αλλά η γυναίκα δεν έχει προκαταλήψεις και ξέρει από πείρα ότι οι άνθρωποι ξεφουρνίζονται σε πλήθος ράτσες και παραλλαγές.
Τα πλευρά του ξένου είναι στενά και παρακάτω το πέος του, στο άγγιγμά της τινάζεται και ανασηκώνεται σαν ερπετό.
Η γυναίκα για μια στιγμή σταματά έκπληκτη. Δεν της έχει ξανατύχει τέτοια αντίδραση. Το όργανο του χλωμού άντρα είναι στενό και μακρύ και παρά τη σκληράδα του ευλύγιστο.
Η έκπληξή της κρατά ένα τίποτα. Σκέφτεται: ¨Έ, και τι έγινε;¨, και το χέρι της μπαίνει κάτω από το στρώμα και ξαναβγαίνει αμέσως κρατώντας ένα μακρύ ξυράφι μπαρμπέρη.
Με μια κίνηση γρηγορότερη απ’ όσο χρειάζεται μια βρώμικη φήμη για να διαδοθεί παντού (ακόμη και χωρίς τη βοήθεια του Μουμουεδώνα) το ξυράφι επιτίθεται στο πέος και το κόβει σε δύο ισομεγέθη κομμάτια.
Ένα σιντριβάνι αίμα πλημμυρίζει το μικρό δωμάτιο.
Ή τουλάχιστον αυτή είναι η πρώτη εντύπωση, γιατί, ενώ το σιντριβάνι είναι πραγματικό, έχει δηλαδή τη συμμετρική τελειότητα μιας αναγεννησιακής φοντάνας, το αίμα δεν είναι ακριβώς αίμα, άλλα ένα αμέτρητο πλήθος κατακόκκινες λαμπερές μύγες που αφού ολοκληρώσουν το ρόλο τους σαν σταγόνες, αρχίζουν να κάθονται παντού κατακοκκινίζοντας το μικρό χώρο.
Η γυναίκα δείχνει ξαφνικά απελπισμένη και άσχημη. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της τραβιούνται σε μια φρικιαστική γκριμάτσα κακίας, ενώ τα νύχια της μακραίνουν και το δεξί της χέρι χώνεται στο αριστερό μέρος του άσπρου στήθους του δαίμονα.
Ψάχνει, κάτι βρίσκει, και τραβιέται ξανά έξω.
Αυτό όμως που πάλλεται στην παλάμη της δεν είναι η καρδιά του άνδρα, αλλά ένα σαραβαλιασμένο μηχανικό ξυπνητήρι που, μάλιστα, αρχίζει ξαφνικά να κουδουνίζει μ’ έναν εξοργιστικά κοροϊδευτικό ήχο.
«Πάκο, Πακίτα», φωνάζει υστερικά η γυναίκα.
Ο Δαίμονας έχει τώρα σηκωθεί και ξαναφοράει το παντελόνι του χώνοντας μέσα και το κομμάτι του πέους που περίσσεψε.
Η φωνή του είναι λεπτή, ένρινη, αλλά ήρεμη.
«Μη φωνάζεις άδικα», της λέει. «Οι δύο κοντοστούπηδες βοηθοί σου, γυρίζοντας από το θέλημα που τους έστειλες, παρασύρθηκαν από μια ριπή απροσδιοριστίας και τώρα υπολογίζω ότι πρέπει να έχουν εξοκείλει σε κάποια βραχονησίδα στη μέση του ωκεανού».
«Πάκο, Πακίτα, θα σας γδάρω τέρατα», εξακολουθεί να ουρλιάζει η γυναίκα.
«Μη τα βάζεις μαζί τους Σιγκουάπα. Οι κοντοπίθαροι, σου είναι πάντα πιστοί. Μάλιστα, πριν τους τύχει αυτή η μικρή αναποδιά, πρόλαβαν και ξαπόστειλαν στα βάθη του Ωκεανού το τελευταίο σου θύμα, τον καταβροχθιστή δασών από τη ζούγκλα».
Εκείνη ακινητοποιείται. Γυρίζει, τον παρατηρεί προσεκτικά. «Δεν ξέρω τι μου λες», λέει.
Ο Δαίμονας τραβάει το σκοινάκι και ο λαμπτήρας φωτίζει και πάλι το δωμάτιο, ενώ οι κόκκινες μύγες εξαφανίζονται. Μετά την κοιτάζει από τη κορυφή ως τα νύχια.
Η γυναίκα είναι πάντα γυμνή και είναι και πάλι εκπληκτικά όμορφη.
Ο λαιμός της, τα στήθη της, η κοιλιά της, οι μηροί της, οι γάμπες της δεν είναι απλά τέλειες. Τέλειες ανατομίες μπορείς να βρεις κάθε μέρα, σε κάθε φτηνό περιοδικό γεμάτο μοντελάκια των τρεις κι εξήντα.
Είναι κάτι παραπάνω: είναι ελκυστικές κι αυτό είναι που μετράει, για όλους, ακόμα και για το δαίμονα που την παρατηρεί με θαυμασμό.
Μετά τα μάτια του καρφώνονται στα πόδια της.
Εδώ υπάρχει το Σημάδι.
Της το δείχνει για να την κάνει να καταλάβει ότι αυτός ξέρει και ότι οι διαμαρτυρίες της είναι περιττές.
Η Όμορφη έχει δύο πόδια αριστερά, άρα η Όμορφη είναι η Σιγκουάπα.
Η Σιγκουάπα, η Δαιμόνισα που εκδικήθηκε για αιώνες τη θρασύτητα των ανδρών, η ακαταμάχητη Λάμια που μπορούσε να πάρει την όψη και τον ξεχωριστό χαρακτήρα της γυναίκας που ο κάθε άνδρας ονειρεύεται, πριν τον μακελέψει.
Η εκδικήτρα που όμως, μόλις πήραν το πάνω χέρι οι μοντέρνες μάγισσες, εκείνες που πάλευαν τους άντρες με τα δικά τους αρσενικά μέσα, αποσύρθηκε πεισμωμένη στα δάση του Αμαζόνιου.
Όμως δεν στέριωσε ούτε εκεί η Σιγκουάπα. Πρόσφατα έφτασαν και στα τελευταία παρθένα δάση οι καταβροχθιστές δασών με τις αδηφάγες μπουλντόζες τους.
Και η Σιγκουάπα κατηφόρισε στη παραλία πιο απελπισμένη κι οργισμένη από πριν.
Αυτήν αναζητούσε ο Σος Μορς, μεταμφιεσμένος σε κοσμοπολίτη μεγαλομέτοχο για να μην τον εντοπίσουν οι παλαιοδαίμονες.
Η αποστολή του είναι να της εξηγήσει την σοβαρότητα της κατάστασης, να την προσηλυτίσει και να την πείσει να περάσει στο νεοδαιμονικό στρατόπεδο.
Στο γενικό επιτελείο των Νεοδαιμόνων είχαν καταλήξει ότι οι τελευταίες επιχειρήσεις δεν πήγαιναν και τόσο καλά επειδή, όντως, από τους νεωτεριστές έλειπε μια επαρκής δόση πάθους. Μετά έψαξαν στα αρχεία για να δουν αν υπήρχε κανένας παθιασμένος δαίμονας που να μην είχε ήδη προσχωρήσει στους αντίπαλους. Εκεί ο Μανατζέριους και ο Ελεκτρόνικους ανακάλυψαν τη Σιγκουάπα με τα δυο αριστερά πόδια.
Υπήρξαν βέβαια μερικές μουστακοφόρες νεοδαιμόνισες, σπονσόρισες του τέταρτου και του πέμπτου φύλου, που είχαν κάποιες αντιρρήσεις και που δήλωσαν ότι θεωρούν τη Σιγκουάπα ξεπερασμένη, αν όχι κάπως ύποπτη για μανιχαϊκό σεξιστικό αυθορμητισμό. Όμως οι ενστάσεις αυτές τελικά ξεπεράστηκαν, ο Μουμουεδώνας έδωσε τη συγκατάθεσή του, και ο Σος Μορς ξεκίνησε για το νότιο ημισφαίριο.
Νάτος λοιπόν τώρα που (ύστερα από ένα συνηθισμένο δαιμονικό σκέρτσο από εκείνα που συνηθίζονται ανάμεσα στα ξωτικά γιατί τα διασκεδάζουν και τους επιτρέπουν να αλληλοαναγνωρίζονται πέρα από κάθε αμφιβολία), προσπαθεί να εξιστορήσει στη Σιγκουάπα τις τελευταίες εξελίξεις, (σύμφωνα πάντα με τη νεοδαιμονική εκδοχή) και να της εξηγήσει γιατί θα έπρεπε να μπει στον αγώνα με το μέρος των Νεωτεριστών.
Ο Μορς επιμένει ιδιαίτερα στα νεώτερα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η Ιστορική Πτώση και το κατρακύλισμα των δαιμόνων στα κάτω πατώματα, δεν οφειλόταν ακριβώς στην περίφημη Μεγάλη Παλαιά Ανταρσία! (ΜΠΑ!), αλλά ήταν το αποτέλεσμα της παρενόχλησης των θνητών γυναικών από τους ερωτύλους παλαιοδαίμονες.
Η κουβέντα ανάμεσα στην Σιγκουάπα και τον Σος Μορς κράτησε μια ολόκληρη μακριά νύχτα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο κιτρινοκόκκινος τυφώνας της Ανατολής έφτασε μέχρι την Μπαία και σάρωσε πέρα ως πέρα την Ακτή, μη αφήνοντας τίποτα όρθιο εκτός από το δωματιάκι όπου γινόταν η συνομιλία.
Το πρωί, η Σιγκουάπα ακολούθησε τον Σος Μορς στις προστατευμένες περιοχές.
Νύχτα έκτη
… Τη νύχτα εκείνη όλες οι δευτερότοκες χελώνες καρέτα- καρέτα βγήκαν από τα αυγά τους και άρχισαν να κολυμπούν σε πελάγη ευτυχίας με το καύκαλό τους διακοσμημένο με φωτεινές διαφημιστικές επιγραφές σε ακατανόητη διάλεκτο…
Ίσως γι αυτό κανένας δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή.
Την ίδια νύχτα, όσοι λέοντες επιζούσαν ακόμη, απέκτησαν χαίτη με χωρίστρα στη μέση και λαμέ μες, ενώ, χωρίς κανένας να το προσέξει, οι χαμαιλέοντες ανακηρύχτηκαν βασιλείς της ζούγκλας.
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 2 Ιουλίου, 2013
Έχω ξαναπεί ότι ανάμεσα σε επαγγελματίες και ερασιτέχνες προτιμώ τους ερασιτέχνες για τον προφανή λόγο ότι αγαπούν αυτό που κάνουν και, ιδιαίτερα εάν μιλάμε για τέχνη, η έκφραση ¨επαγγελματίας καλλιτέχνης¨ μου φαίνεται οξύμωρη. Εκτός κι αν κάποιος είναι τόσο τυχερός που η αγάπη του για τη τέχνη να μπορεί να του εξασφαλίσει και τα προς το ζην (δεν συμβαίνει συχνά, αλλά που και που συμβαίνει), οπότε, αν επιμένει, ας τον αποκαλέσουμε και επαγγελματία. Κι έπειτα υπάρχουν οι αφοσιωμένοι. Αγαπούν την Τέχνη τόσο που, ακόμη κι αν θα ήθελαν, δεν θα μπορούσαν να κάνουν πράγματα πέρα απ’ αυτήν.
Γράφω τα παραπάνω για να ξανα-αναφερθώ σε μια από τις ερασιτεχνικές καλλιτεχνικές προσπάθειες της ευρύτερης πόλης της Θεσσαλονίκης: μιλάω για την Πυλαία και την Θεατρική της Ομάδα, όπου απλοί πολίτες που αγαπούν το θέατρο, κάτω από την καθοδήγηση δύο αφοσιωμένων στη θεατρική τέχνη ανθρώπων, του Κώστα Χαλκιά και της Όλγας Αλεξανδροπούλου και με τη συμπαράσταση ενός Δήμου που ευνοεί την τοπική δημιουργία πολιτισμού, φτιάχνουν, κάθε τόσο όμορφα πράγματα.
Εδώ παρακάτω σας έχω (ερασιτεχνικές) φωτογραφίες (Θάνος) από την παράσταση ¨Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται¨ του Robert Thomas που ανέβηκε στο ¨Πέτρινο¨ στις 21 και 22 Ιουνίου. Το έργο δίδαξε η Όλγα και συμμετείχαν οι εθελοντές και, βεβαίως, ερασιτέχνες Σοφία Κασούρη, Μαρία Καρπούζη, Μάχη Χατζινά, Κέλλυ Κιρμπάση, Κλεοπάτρα Μπαρμπαράτσα, Βάσω Βαφειάδου, Θεοδώρα Καμπόσου και Εύη Αρβανιτίδου
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 27 Ιουνίου, 2013
Είναι και οι δύο ήρωες αφηγήσεων. Ο ένας, ο Παπακότσυφας, πρωταγωνιστεί μαζί με την Χαρίκλεια, γυναίκα του λαού, ελευθερόστομη, μαγκίτισσα και χορευταρού στο αφήγημα του Αντώνη Κακαρά¨Η Χαρίκλεια των Πατησίων¨.
Ο άλλος ιερουργεί στους στίχους του τραγουδιού του Μπρασένς ¨Η λειτουργία για τον κρεμασμένο¨.
Σας τους προσφέρω στη σημερινή ανάρτηση και τους δύο μαζί, σε ενιαία συσκευασία, καθώς με παρέπεμψαν συνειρμικά ο ένας στον άλλο, ενώ και οι δύο μαζί μου προκάλεσαν κάποιες σκέψεις για τον ¨εκσυγχρονιστικό¨ μεταμοντέρνο αντικληρικισμό που μοιάζει να είναι της μόδας, αλλά αυτές τις σκέψεις θα σας τις εξομολογηθώ μια άλλη φορά.
Σημείωση: Για να είμαι όσο γίνεται ειλικρινής, δεν έχω επαρκές δείγμα, ούτε προσωπική βιωματική επαφή με τον χώρο της οργανωμένης πίστης, για να αποφανθώ με σιγουριά ότι οι δύο εν λόγω ιερείς είναι όντως αλλιώτικοι. Μπορεί και να υπάρχουν -και όχι μόνο αφηγηματικά- περισσότεροι παπάδες τόσο ανθρώπινοι όσο ετούτοι οι δύο. Το εύχομαι.
Ας αρχίσουμε με τον Παπά του Κακαρά, καθώς εξομολογεί την Χαρίκλεια και μετά θα περάσουμε στον παπά του Μπρασένς
Αντώνης Κακαράς Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ
(Η λαϊκή σοφία στην υπηρεσία του αντικαπιταλισμού)
Σύντρεχε τους αδυνάτους ως και τους μη έχοντες… υπηρετούσε αγογγύστως τους κατά μόνας ζώντες υπερήλικες, καθύβριζε τους πολλά έχοντες κακούς νυν και τέως άρχοντες και τους αφεντάδες τους ως συντελεστές των δεινών της κρίσης και του καπιταλισμού και μια φορά το χρόνο τραβούσε να εξομολογηθεί στον παιδικό της φίλο!
Δε γίνεται επομένως να ξεφύγουμε απ’ τη συγκεκριμένη φιλενάδα της Μενεμένης, χωρίς να μνημονεύσουμε τουλάχιστον ένα από τα καθημερινά επεισόδια μπρος στα οποία ωχριούν οι λάτρεις του είδους και οι κυρίες που ασμένως πλην ματαίως προσπαθούν ν’ αποκτήσουν προφίλ ανάλογο της Χαρίκλειας, καθόσον έχει πέραση βεβαίως βεβαίως, ιδίως εις την υψηλήν αποκαλούμενη κοινωνία!
Πού πας πάλι βρε κερατά, φασίστα, έκραξε το γιο της σαν της μοστράρισε γκόμενα για πρώτη φορά, πού πας να μη χέσω τον πατέρα της άλλης που σε ξεμυάλισε, ακόμα δεν άρχισες να την παίζεις βρε ξεκαπίστρωτε και μου θες γυναίκα, έλα δω γαμώ τη μάννα της πουτάνας της φιλενάδας σου, φάε βρε πρώτα το ρυζόγαλο να ψηλώσεις, ακόμα δε σου σηκώνεται και μου θέλεις τσιβιτζιλίκια βρε τζουτζέ, και πήγες, αντίχριστε, και βρήκες την κόρη του χαφιέ, δε μπορούσες να πηδάς βρε μούλε τη θυγατέρα του Παπακότσυφα, να με σχωρνάει τζάμπα ο γονιός της τουλάχιστον, που ‘ναι και χαμηλοβλεπούσα του κατηχητικού θηλυκό, αμαρτωλέ, ρουφιάνε!!
Η Χαρίκλεια είναι αυτή, η χορευταρού και γλεντζού άμα λάχει, να σηκώνει τέτοιο κέφι δηλαδής που οι μαγαζάτορες της κράταγαν τραπέζι έτσι κι αλλιώς μη τυχόν εμφανιστεί και δε διαθέτουν εύκαιρο. Έδωσε τελευταία χαρούμενη νότα και πυρπόλησε τους χαροκόπους στο γάμο του κανακάρη της Καριωτίνας, αυτουνού ντε που ‘κανε το σταυρό του ανάποδα ενώπιον της αγίας τραπέζης, του τέμπλου, του ιερέως, του δισκοποτηρίου, του ευαγγελίου… τόσο θρησκευόμενο είναι το παιδί, ο δε ιερουργών (ευτυχώς ή δυστυχώς) δεν πήρε χαμπάρι τίποτε, αλλιώς θα τον πέταγε το γαμπρό έξω, εκεί που λέτε στο επακολουθείσαν δείπνο έριξε η καλή σου μια ζεϊμπεκιά όλη δικιά της, καλά να ‘ναι η φιλενάδα ν’ αγωνίζεται ποικιλοτρόπως, όπως πάντα να πούμε, το καλό να λέγεται!
Εν τούτοις παμπατησιακώς είναι γνωστή ως ακροθιγώς θεοσεβούμενη, καθόσον κράταγε και την πισινή εξομολογούμενη ώστε μεταλαβαίνει πότε πότε, αλλά κατ’ αυτάς ήταν που την περίμενε στη γωνία ο αρμόδιος ιερεύς, συμμαθητής της απ’ το Δημοτικό ο δόλιος, και της τα ‘ψαλλε κανονικά, Εκατό μετάνοιες, καθόρισε την ποινή τελειώνοντας τις αυστηρές συστάσεις σε πλάγιο δεύτερο, τρεις λειτουργιές για την ψυχή της μάνας σου κι ένα τραπέζι με βετούλ απ’ το χωριό, συμπλήρωσε μάλλον γρήγορα, το νου σου όμως, ολόκληρο κι όχι μισό σαν πέρσι, πρόσεξε Χαρίκλεια, Μα είσαι καλά Τσότρα, εκατό μετάνοιες για δυο μαλακίες που πέταξα στο βλαστάρι μου, ξέχνα τις, εδώ δεν τη νοιάζει την Παναγία για τους δικούς Της μπελάδες, τόνισε σταυροκοπούμενη, θ’ ασχολείται με τον κανακάρη μου τον άχρηστο, αν ήθελε ας τον έφτιαχνε καλύτερο, τι Παναγία είναι και μάλιστα Θεομήτορα, ξέχασες βρε πρόπερσι που με χρέωσες πάλι ολόκληρο ζυγούρι για το γιό της το Χριστό, και δε μου λες Πάτερ….
Πάτερο στην γκράνα σου Χαρίκλεια, δεν κάνω πίσω με τίποτα, αλήθεια μωρή, τι πέταξες του πουτσαρά σου για τη Μαριγούλα μου, φιλιότσα σου κιόλας κολασμένη, έ κολασμένη, πηδιούνται βρε τα πνευματικά αδέρφια, έ, πηδιούνται, θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, πώς με παρασέρνεις και κολάζομαι, άθλια, δαιμονισμένη! Παπά να μη χάνω ώρα τζάμπα, φταίω γω που ‘ρθα να ξομολογηθώ, κατάλαβες και με περνάνε για μόρτισσα τη μαλάκω και κάθομαι και στα λέω χαρτί κα καλαμάρι το όρνιο, Δε χρειάζεται το μυστήριο για να μαθαίνω τα καθέκαστα στην ενορία μου, πέταξε ο ιερεύς κι έδειχνε ελαφρώς θιγμένος, αν το πας έτσι… Ααα, σου τα σφύριξε κείνη η σκρόφα του χαφιέ έ, αυτή σου τα ‘πε και συ καθόσουνα τ’ άκουγες και μου παριστάνεις το φίλο, δόλιε ρασοφόρε, θα σε μάθω γω υποκριτή, Εξομολόγηση ήταν αναιδεστάτη, και ποιος σου ‘πε μωρή να βρίζεις το βλαστάρι σου κι από κοντά και το δικό μου έτσι, πες μου ποιος, Γιατί να μην τον βρίζω το μαλάκα, εγώ κοιλοπόναγα, αν του κοτάει αλλουνού ας τον βρίσει, άκου «αναιδεστάτη» ο γραμματιζούμενος, μπράβο εξέλιξη, όσο για το κορίτσι ξέρω γω τι λέω!!
Και βρήκες βρε γλωσσοκοπάνα την ευκαιρία να τα λες να σ’ ακούσει ο γείτονάς σου ο κόπανος και δω μέσα ένα σωρό όσιοι, Καλό έ, με παραδέχεσαι, δε με παραδέχεσαι, σε ρωτάω, καλέ οι δυο μας είμαστε χαζούλη, πες μου…
Χαρίκλεια κόφτο, είπα και ελάλησα εκατό μετάνοιες… Μη με πρήζεις μεγάλε γιατί θα σε βάλω να λαλήσεις κανονικά, θα κάμω δέκα κι άμα με πονέσουν τα γόνατα σταματάω, Ά έτσι έ, παζάρια με το Θεό, στ’ άλλο όμως δε σε πονάν τα γόνατα, Άλλατις εκδηλώθηκε, βρε άντε από δω που θα πεις τώρα πως εκπροσωπείτε Θεό, μη χέσω, και καλά σένανε σε παραδέχομαι, έκανες και το γλυκό μου το βαφτιστήρι κι ας το παίδεψες στο κατηχητικό, ευτυχώς το πουλάκι μου τις κάψες του τις έχει, πέταξες πονηρούλη και πέντε έξη μούλικα δεξιά αριστερά…
Χαρίκλεια, σταμάτα λέω, Γιατί βρε μπούφο, άσχημα έκανες, και δε μου λες, δε μου λες Τσοτράκη μου, στα γόνατα τις είχες κι αυτές για μετάνοιες έ, Σύνελθε σου λέω βρομόστομα, ακούνε κι οι άγιοι, Άστους ν’ ακούνε, ξέρουν πολλά κι αυτοί, αμ δε, εσύ βρε χαζέ γιατί τσαντίζεσαι με τα παιδιά που φυτεύεις, κακό είναι, άσε που βοηθάς στο πρόβλημα λαϊκής ανάπτυξης, Σιγά μη βοηθάω στο πρόβλημα λαϊκής πολιτοφυλακής, πληθυσμιακό λέγεται αγράμματη, Μη με λες εμένα αγράμματη Παπακότσυφα, γιατί θα σε περιλάβω να μη σε πλένει ο Κουραδάς στα Χάνια χειμωνιάτικα, πρόσεχε, Χαρίκλεια έλεος, σ’ εξομολόγηση είμαστε, όχι στο σπίτι σου και κόφτο αυτό το Παπακότσυφα, Χαϊδευτικά καλέ το λέω, γιατί ψέλνεις και τραγουδάς ωραία, όσο για τ’ άλλο που πέταξες τι πάει να πει δηλαδής, το σπίτι μου είναι εκκλησία για μένα και μην το συγκρίνεις με το κουβούκλιό σου της αμαρτίας, στην εξομολόγηση ακούγονται τα αίσχη του κόσμου, δε βλέπω κάνα μυστήριο πουθενά έξω απ’ το μαύρο σκοτάδι εδώ μέσα, ενώ στο κονάκι μου είν’ όλα καλά, ανθρώπινα και φωτεινά, λοιπόν να τελειώνουμε, έχω να πάω και για ούζα στου Καραβά, το χρονιάρικο που ‘πες εν τάξει αλλά μισό και θα το φάμε μσακό, για χάρη σου βρε θα το κάμω φρικασέ, θα δεις, κι οι μετάνοιες δέκα όπως συμφώνησες και πολλές σου ‘ναι, τελεία και παύλα μην τις κόψω κι αυτές.
Έλα μωρέ φιλενάδα, εγώ που σ’ αγαπάω, γιατί μαθαίνουν που σου κάνω σκόντο και μου ζητάνε τα ίδια, στο τέλος δε θα με υπολογίζει κανένας, και δε μου λες ποιος είν’ αυτός με τα ούζα, πώς τον είπες, μπας κι είν’ ενορίτης μου και δεν τον ξέρω, Κόψε το ψαλτήρι μεγάλε, αυτός είν’ άθεος κι έχει την ησυχία του μ’ όλους τους υπεράκτιους αγίους σου αν θες να ξέρεις… κοίτα δω και μην ξινίζεις, όσο για τ’ άλλο που φοβάσαι μη μαθαίνουν οι θεούσες το σκόντο που μου κάνεις, τι σε νοιάζει βρε, παπάς δεν είσαι, καλέ στ’ αρχίδια σου, σχώρα με Παναγία μου, Άααα Χαρίκλεια λέω, Λοιπόν τέρμα, με παρασέρνεις με τις κλάψες και … αμαρτάνω, έφυγα, τέλος είπα και σε καρτεράω με τη δικιά σου στη Χάρη της … δεκαπέντε κιλά βρε κολασμένε φαγά, πώς θα το καταφέρουμε;
Τυχεροί οι ωτακουστές τέτοιας εξομολόγησης της μαγκίτισσας των Πατησίων, άπαξ ετησίως παίζεται η παράσταση και με κάθε σοβαρότητα, σας το υπογράφουμε πως συνωστίζονται υψηλόβαθμοι παρατρεχάμενοι του Υψίστου κάθε κατηγορίας και Τάξεως, όσο πυκνές κι αν είναι οι απολαύσεις τους από ακούσματα και θεάματα παντός είδους, αόρατοι που ‘ναι οι τσαχπίνηδες παρέα με ερμαφρόδιτα αγγελάκια, το γλεντάνε με τη Χαρίκλεια, ακούστε που σας λέω!
Είναι γλεντοκόπος, πιστός φίλος, ακέραιος και συνειδητός ιερέας, με κατανόηση χωρίς τέλος καθόσον γνωρίζει από κόσμο ο Παπακότσυφας, είναι άνθρωπος και για τον κοσμάκη μοχθεί, κρατάει τις ισορροπίες με τους ουρανούς και τις συνειδήσεις όχι τόσο των αμαρτωλών όσο των αγίων, καθώς έτσι που τους έχουν πλάσει οι μεγαλοσχήμονες της επίσημης εκκλησίας και κάθε εκκλησίας, δεν είναι όλοι τους άξιοι για να δεις προκοπή μαζί τους, ενώ εκείνοι του καλού ιερέα μας και των ομοίων του μάλιστα, είναι ανθρώπινοι, είναι τρυφεροί, είναι καλοί και σχωρνάνε! Το ξέρει αυτό η Χαρίκλεια και τα ‘χει καλά μαζί τους και με τον μεσάζοντα το δικό της παπά ακόμα καλύτερα, κι έτσι κρατάει καθαρό το μίγμα θρησκείας και λαού, αλλιώτικα τίποτα δε θα ‘χε σωθεί σε τούτον τον τόπο. Καθόσον τέλος δεν έχουν τα ρωμαϊκά φαγοπότια με τα Βατοπαίδια και τα μεγαλοπιάσματα των ρασοφόρων εξωχώριων αρχικαλόγερων μετά των ομοτράπεζων υπουργών λαμόγιων… και λοιπά;
Συμμετέχει λοιπόν ο καλός μας ποιμένας στα τραπεζώματα της Χαρίκλειας αλλά και άλλων που τα περιλαμβάνει στις τιμωρίες ανάλογα με το εύρος των αμαρτιών και άντε να τα βγάλεις πέρα εκατέρωθεν. Πάντως η εν λόγω, και ως γνήσια δημοκράτισσα από τα γεννοφάσκια, μεγάλωνε τα παιδιά της μάλλον υποδειγματικά, ανεξάρτητα απ’ το βρισίδι που στόχευε πολλαπλώς κι όχι μονάχα τα βλαστάρια της, όπου η μόνη επίπτωση ήταν να προσπαθούν να την αντιγράψουν όπως η θυγατέρα της Φροσάρας της γειτόνισσας κι άλλοι πολλοί ακόμα!.
Συνεχίζει η αδάμαστη Κυρία την εκφορά λόγου με την εξέλιξη της γλώσσας εμπλουτιζόμενης με νέες λέξεις και έννοιες που αποδίδουν τα δρώμενα και των ανθρώπων τα καμώματα ως και όσα καινοφανή συμβαίνουν και προκύπτουν, ου μην αλλά και της τρισκατάρατου κρίσεως και δη των προκαλούντων ταύτην, αμήν.
*
Η λειτουργία για τον κρεμασμένο
Στίχοι του Ζορζ Μπρασένς, (1976) που σας μεταφράζω προσπαθώντας να κρατήσω την ομοιοκαταληκτική μορφή (ως κάποιο σημείο).
Φανατικέ αντικληρικέ
Παπαδοφάγε βουλιμικέ
Η ομολογία αυτή μου στοιχίζει,
αλλά θα σου πω πως οι παπάδες
δεν είναι όλοι κενοί φαφλατάδες
και ο δικός μας, θα δεις, ξεχωρίζει.
*
Όταν ο έξαλλος όχλος με μία τριχιά,
χωρίς τύψεις, χωρίς να δικάσει,
κρέμασε κάποιον στην βελανιδιά,
τότε ο παπάς μας, χωρίς να διστάσει,
φώναξε πως του θανάτου η ποινή
σε θάνατο πρέπει να καταδικαστεί.
*
Μετά, παράξενη τελετουργία,
πρόσφερε πρόσφορα και Ευχαριστία
στης εκκλησιάς τους μικρούς σπουργίτες
και με της αγιαστούρας το άγιο νερό
να διώξει πήγε τον οξαποδώ
του αγρού βαφτίζοντας τις μαργαρίτες.
*
Τα μανίκια μετά ανασηκώνει,
το καλό θυμιατήρι υψώνει
και γεμάτος με άγια οργή,
την εξόδιο λειτουργία τελεί,
για εκείνον που τώρα αιωρείται
πέντε μέτρα επάνω απ’ τη γη.
* Το μυστήριο αυτή τη φορά
ετελέσθη για χάρη ενός φουκαρά
και στο ρόλο του Ιησού Χρηστού,
οι τουρίστες μπορέσαν να δουν κρεμασμένο,
το κορμί ενός αμαρτωλού
από τον δικό μας παπά, ευλογημένο.
*
Όταν γκρινιάζουμε στο χωριό,
σαν λέμε ¨κάτω το καλυμμαύχι¨
που μας εκάθησε στο λαιμό,
οι συγχωριανοί μου οι άλλοι κι εγώ,
δεν είναι μ’ αυτόν που έχουμε άχτι,
δεν είν’ αυτόν που ’χουμε στο μυαλό.
*
Αντικληρικοί φανατικοί
Παπαδοφάγοι βουλιμικοί
Σαν καταβροχθίζετε αχνιστούς
παπάδες, διάκους κοκκινιστούς,
κανείς ας μην είναι -βρείτε τον τρόπο-
από τον δικό μου τόπο.
Το τραγούδι
Η απόδοση στα ελληνικά
La messe au pendu
Anticlérical fanatique
Gros mangeur d’écclésiastiques,
Cet aveu me coûte beaucoup,
Mais ces hommes d’Eglise, hélas !
Ne sont pas tous des dégueulasses,
Témoin le curé de chez nous.
Quand la foule qui se déchaîne
Pendit un homme au bout d’un chêne
Sans forme aucune de remords,
Ce ratichon fit scandale
Et rugit à travers les stalles,
«Mort à toute peine de mort!»
Puis, on le vit, étrange rite,
Qui baptisait les marguerites
Avec l’eau de son bénitier
Et qui prodiguait les hosties,
Le pain bénit, l’Eucharistie,
Aux petits oiseaux du moutier.
Ensuite, il retroussa ses manches,
Prit son goupillon des dimanches
Et, plein d’une sainte colère,
Il partit comme à l’offensive
Dire une grand’ messe exclusive
A celui qui dansait en l’air.
C’est à du gibier de potence
Qu’en cette triste circonstance
L’Hommage sacré fut rendu.
Ce jour là, le rôle du Christ(e),
Bonne aubaine pour le touriste,
Eté joué par un pendu.
Et maintenant quand on croasse,
Nous, les païens de sa paroisse,
C’est pas lui qu’on veut dépriser.
Quand on crie «A bas la calotte»
A s’en faire péter la glotte,
La sienne n’est jamais visée.
Anticléricaux fanatiques
Gros mangeur d’écclésiastiques,
Quand vous vous goinfrerez un plat
De cureton, je vous exhorte,
Camarades, à faire en sorte
Que ce ne soit pas celui-là.
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 25 Ιουνίου, 2013
Tον περασμένο Απρίλη είχα αναρτήσει ένα ποιητικό κείμενο του Νίκου Μοσχοβάκου με τίτλο: ¨Ο βίος και η πολιτεία ενός σωστού κηφήνα¨. Εκτός από τη γραφή του Νίκου, μου άρεσε και ο ήρωας (το παρεξηγημένο έντομο) και σας είχα μάλιστα προτρέψει, αν έχετε κάποιο αφήγημα σχετικό με κηφήνες, να μου το στείλετε για δημοσίευση.
Εν τέλει είχα εγώ ένα μικρό τέτοιο κείμενο, δημοσιευμένο στο μυθιστόρημά μου ¨ΜΠΑ!!!¨ (μια ιστορία φαντασίας που εκδόθηκε τον Οκτώβρη του 2002 και που θα αποτολμούσα, μετά τα όσα μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα, να χαρακτηρίσω ως αρκούντως ¨προφητική¨). Συγκεκριμένα στο πέμπτο μέρος (σελίδες 301-355, τίτλος: Διακόπτουμε για αποδομήσεις, απορυθμίσεις, αποσυνθέσεις και αποσαρθρώσεις), όπου οι εξαποδώ, ανταγωνιζόμενοι μεταξύ τους, ετοιμάζονται να εκτελέσουν το δαιμονικό τους καθήκον, υπάρχουν στο τέλος κάθε επιμέρους κεφαλαίου επτά μικρά ένθετα κείμενα, έξω από την άμεση πλοκή. Ένα από αυτά, εκείνο που παρατίθεται αμέσως μετά την εξιστόρηση των όσων συμβαίνουν την Δεύτερη Νύχτα, μιλάει για κηφήνες και έχει ως εξής:
Νύχτα δεύτερη … Τη νύχτα εκείνη στα πίσω διαμερίσματα των κυψελών συνήλθε μυστική γενική συνέλευση των κηφήνων. Η τελική απόφαση πάρθηκε με σχετική πλειοψηφία γιατί υπήρξαν πολλές αποχές, αλλά αυτό, σε μια συνέλευση κηφήνων, είναι κάτι το αναμενόμενο. Αποφασίστηκε ότι ήρθε ο καιρός να μπει μια νέα τάξη στο σμήνος και να παρθούν τα απαραίτητα εκσυγχρονιστικά μέτρα που θα κατέβαζαν τον πληθωρισμό και θα ανέβαζαν την (ανά κεραία) παραγωγική ικανότητα της κυψέλης. Οι κηφήνες από την επόμενη μέρα θα σταματούσαν να το παίζουν κηφήνες και θα άρχιζαν να συμβάλουν ενεργά στις παραγωγικές διαδικασίες, έτσι ώστε να σταματήσει η δυσφημιστική εκστρατεία που εδώ και πολλά χρόνια τους περιγελούσε και τους υποβάθμιζε κοινωνικά. Και εάν αυτό σήμαινε ότι, ταυτόχρονα, θα έπρεπε σταματήσουν να το παίζουν ¨ματσό¨ στο παραδοσιακό ανοιξιάτικο παιχνίδι, ε, υπομονή! Θα το έκαναν κι αυτό. Αυτοί μπορούσαν να ζήσουν και χωρίς αυτήν την απαρχαιωμένη τελετή που οι ξεθεωμένες οι εργαζόμενες ετοίμαζαν όλο το χρόνο. Εννοούσαν το μοναδικό πανηγύρι κατά τη διάρκεια του οποίου αυτές, οι φανατικές εργασιομανείς, τους έδιναν κάποια προσοχή. Εκείνο όπου παρατάσσονταν όλοι στην αφετηρία και, όταν το αυταρχικό, φιλόδοξο και ειδικά εκπαιδευμένο θηλυκό ξεπεταγόταν και κουνώντας πέρα δώθε τον κώλο της, έπαιρνε τον ανήφορο βουίζοντας και κάνοντας τάχα ότι δε τα θέλει, αυτοί ορμούσαν όλοι μαζί ποιος θα την πρωτοπηδήξει, με αποτέλεσμα, στο τέλος, ο καλύτερος και πιο πηδηχταράς κηφήνας να πηδάει μεν, πλην όμως να γίνεται ταυτοχρόνως και απαρεγκλίτως μακαρίτης. Είπαν: από δω και μπρος φτάνει! Τέρμα με τις φιγούρες και τους επικίνδυνους φαλλοκρατικούς ελιγμούς. Τέρμα με τα σοβινιστικά καμώματα που στο τέλος βγαίνουνε σε βάρος μας. Από δω κι εμπρός κηφήνας θα σημαίνει εργασία και οργάνωση, υγιής ανταγωνισμός και χαριτωμένη επιχειρηματική πρωτοβουλία, όχι σκουντιές και αγκωνιές πίσω από το οπισθόβουλο κεντρί των θηλυκών.
Οι επιπτώσεις και οι παρενέργειες του εκσυγχρονισμού των κηφήνων πάνω στον κόσμο των ¨Χα!¨ Σάπιενς, έγιναν αισθητές αρκετά αργότερα. Όταν οι μετοχές της μελισσοκομικής βιομηχανίας πήραν τον κατήφορο μόλις έγινε αντιληπτό ότι στις κυψέλες έπεσε οριστική δημογραφική παρακμή. Ύστερα στην κατρακύλα παρασύρθηκε ολόκληρη ή η βιομηχανία των γλυκισμάτων με αποτέλεσμα μία εκτεταμένη επιδημία υπογλυκαιμίας. Μετά, καθώς στο χρηματιστηριακό παιχνίδι μπήκαν σωρηδόν οι διεθνείς κερδοσκόποι, ακολούθησε η κρίση των τροφίμων που θα έμενε γνωστή ως η περίφημη Κρίση του Μέλιτος, η πρώτη χρηματιστηριακή κρίση πραγματικά μεγάλης κλίμακας της Νέας Εποχής…
Τον πίνακα τον πήρα από το ιστολόγιο του ζωγράφου Έντι Μπρανκολίνι
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 23 Ιουνίου, 2013
Δεν είναι ότιδεν το πρόσεξα, αλλά είχα άλλα στο κεφάλι μου κι έτσι δεν έκανα εγκαίρως τις συνήθεις επετειακές αναρτήσεις. Πρόκειται περί των γενεθλίων του Ιστολογοφόρου, που συμβαίνουν, τακτικά και ως είθισται, στο τέλος (εικοσιπέντε) του μήνα Μάη, φέτος για έκτη φορά.
Τώρα τα πράγματα ξαναμπαίνουν λίγο πολύ στ’ αυλάκι κι έτσι, έστω με καθυστέρηση, ανακηρύσσω επισήμως το Ιστολογοφόρο έξι ετών (κι ενός μηνός -πάνω κάτω), ενώ ψάχνω να βρω κάτι να πω επ’ αυτού.
Οι κοινοί τόποι, όπως και να το κάνουμε είναι οι πιο δοκιμασμένοι: Να είμαστε καλά, να έχουμε το χρειαζούμενο κουράγιο, οι αποδράσεις μας να μην είναι αυτοχειριακές, αλλά να ξε-φεύγουμε μόνο όσο χρειάζεται για να αντλήσουμε ελπίδα, και να δούμε τα προβλήματα από λίγο πιο μακριά. Λέω τώρα…
Χωρίς ιδιαίτερες μελλοντολογικές απαιτήσεις, μπορώ να σας προϊδεάσω για κάποιες αλλαγές στην πορεία του σκάφους, που είναι ήδη ορατές. Ετούτη τη χρονιά το Ιστολογοφόρο θα απομακρυνθεί από τα διδακτικά- εκπαιδευτικά πελάγη, στο βαθμό που ο καραβοκύρης δεν θα είναι πια ενεργό μέλος του διδακτικού σώματος και δε θα χρειάζεται να ειδοποιεί για εξετάσεις, να επεξηγεί ασκήσεις και εργασίες και να ανταλλάσσει σχετικά μηνύματα με τους φοιτητές.
Θα στρίψουμε,αν και ακόμη δε ξέρω να σας πω ακριβώς προς τα που.
Ίσωςνα έχουμε λίγο περισσότερη εικονογράφηση, σε ειδικές σελίδες, ίσως θα έχουμε περισσότερη μουσική. Σίγουρα πάντως, το ιστολογοφόρο θα κινείται κυρίως από τα λόγια που θα πνέουν στα ιστία του.
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 18 Ιουνίου, 2013
Η εκπομπή «Ανιχνεύσεις» του Παντελή Σαββίδη με τίτλο: «Η μελαγχολική δημοκρατία. Ποιο είναι το μέλλον της κυβέρνησης και του τόπου;» μεταδόθηκε ζωντανά μέσω του Livemedia.gr τη Δευτέρα 17 Ιουνίου, ώρα 10 μμ. από το THE ΜΕΤ HOTEL, στην Θεσσαλονίκη.
Στο πάνελ της εκπομπής συμμετείχαν οι
Κώστας Μπλιάτκας – Γενικός Διευθυντής ΕΤ3 Δημήτρης Τσάμης – Πρόεδρος Ιατρικού Συλλόγου Θεσ/νίκης και πρώην Πρόεδρος ΕΤ3 Βασίλης Νόττας – Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ ΑΠΘ.
Παράλληλα, έγιναν παρεμβάσεις προσωπικοτήτων μέσω skype από Αθήνα.
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 15 Ιουνίου, 2013
Το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ για την πρωτοφανή ενέργεια, να διακοπεί η λειτουργία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, έχει ως εξής:
ΨΗΦΙΣΜΑ
Tα Μέλη της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Δημοσιογραφίας & Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης θέλουν να εκφράσουν την κατηγορηματική αντίθεσή τους στον τρόπο με τον οποίο αποφασίσθηκε το κλείσιμο της ΕΡΤ, καθώς και σε όλες εκείνες τις κυβερνητικές πρακτικές που είναι υπεύθυνες για τη μακρόχρονη πορεία απαξίωσής της. Το Τμήμα έχει από την ίδρυσή του υποστηρίξει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση ως αναγκαίο όρο και ζωτικό συντελεστή της δημοκρατικής κοινωνίας, πολιτείας και κουλτούρας και καταδικάσει κάθε πολιτική αντίληψη, διοικητική επιλογή ή συντεχνιακή πρακτική που υπονομεύει την αξιοπιστία της, υποβαθμίζει την ποιότητά της και περιορίζει τη λειτουργία και ακτινοβολία της ως πρότυπου ενημερωτικού, εκπαιδευτικού και πολιτισμικού θεσμού. Οι προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας για τη θεραπεία των δυσλειτουργιών και παθολογιών της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, όπως εξάλλου αυτές έχουν από χρόνια διαγνωσθεί από Έλληνες και ξένους εμπειρογνώμονες, έχουν διαψευσθεί επανειλημμένα. Επιβεβαιώνουμε την αφοσίωσή μας στην αξία και την αποστολή της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, καθώς και την εμπιστοσύνη και συμπαράστασή μας στους δημοσιογράφους και λοιπούς δημιουργικούς και τεχνικούς συντελεστές της οι οποίοι την υπηρετούν με υψηλή αίσθηση καθήκοντος, ευθύνης και δεοντολογίας, έχοντας πετύχει να την αναδείξουν, παρά τα εμπόδια ή τις παρεμβάσεις που αντιμετωπίζουν, σε πραγματική όαση μέσα στο επικοινωνιακό τοπίο της χώρας. Ζητούμε την άμεση επαναλειτουργία της ΕΡΤ ως ανεξάρτητης από πολιτικές σκοπιμότητες και διαφημιστικές ομηρείες και συνταυτισμένης με τη διαφάνεια και την κοινωνική λογοδοσία, τη δημοσιογραφική αριστεία, την πλουραλιστική ενημέρωση, τη σύγχρονη δημιουργία και την πολιτισμική καινοτομία.
Η Γ. Σ. του Τμήματος Δημοσιογραφίας & Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 11 Ιουνίου, 2013
Σήμερα το απόγευμα έστειλα σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις της ΕΡΤ3 το ακόλουθο μήνυμα:
Προς τους εργαζόμενους στην Ελληνική Ραδιοτηλεόραση 3.
Έχετε την αμέριστη συμπαράστασή μου, απέναντι στις απαράδεκτες αντιδημοκρατικές ενέργειες της κυβέρνησης. Η Δημόσια Τηλεόραση δεν πρέπει να φιμωθεί.
Βασίλης Νόττας
Αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ ΑΠΘ (λοιπά στοιχεία)
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 8 Ιουνίου, 2013
Οι εξετάσεις του μαθήματος επιλογής ¨Κοινωνική Ανάλυση Οπτικοακουστικού Αφηγήματος¨ θα διεξαχθούν την Δευτέρα 17 Ιουνίου ώρα 11:00 στο γραφείο του διδάσκοντος(4ος όροφος).
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 22 Μαΐου, 2013
Τον Αντώνη Κακαρά δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Ανακάλυψε το Ιστολογοφόρο ψάχνοντας για ποιητικό έργο του κοινού φίλου Νίκου Μοσχοβάκου και μου έστειλε το κείμενο που αναδημοσιεύω παρακάτω μαζί με καλά λόγια για τη Θεσσαλονίκη.
Με χαρά αναρτώ ένα από τα λογοτεχνικά του κείμενα.
Η Νιέλλα που δεν τρώει τα χόρτα
Είναι δεν είναι σαράντα κιλά, μάτια σκούρα, όλο θαμπάδα, μυωπικά, γλυκά, πίσω από κάτι φακούς που τα γιγαντώνουν κι έτσι σαν σε κοιτάζει κατ’ ευθείαν (πάντα ευθεία σε κοιτάζει η Νιέλλα), οπότε τα χάνεις, πόδια χέρια τσάκνα, βυζιά ανύπαρκτα, κάτι ρογίτσες μόλις ραμφίζουν τη μπλούζα ορίζοντας απλά τις θέσεις τους.
Φάε Νιέλλα να μεγαλώσουν τα βυζιά σου, Όκι, Γιατί Νιέλλα όκι, Ντεν τέλει, τι να κάνω τα μπυζιά, να τα τραβάει ο κατένας, Φάε Νιέλλα τη μπριτζόλα γαμώ το κέρατό μου γαμώ, θα τα βάλει με μένα η μάνα σου, Όκι, Φάε τυρί, Ντεν τέλει τυρί, Φάε γαμώ την κοινωνία μου ότι θες, ορίστε φάε αρνάκι, χορτάρια, Όκι κορτάρια όκι αρνάκι, Δεν έχετε Νιέλλα στη Βουλγαρία χορτάρια, γιατί δεν τα τρως, Έκουμε απ’ όλα και φέντα καλύντερη από την ντική σας και αυτό το αρνί είναι μπουλγάρικο, όλα είναι μπουλγάρικα, εσείς ντεν μποσκάτε πια, Θα είσαι άρρωστη, άκου η βουλγάρικη φέτα καλύτερη απ’ την ελληνική, δε σφάξανε Νιέλλα , Ναι καλύτερη και σφάξανε όλο μπουλγάρικα, το λένε οι ντικές σας ειντήσεις, Τι κάνεις στην μπριτζόλα Νιέλλα , γιατί κόβεις όλα αυτά τα κομμάτια γαμώ το κέρατό σου, Όλο κέρατα γκαμάς, αν έκεις κέρατο ντεν μπορείς να το γκαμήσεις και στο πιάτο μου κάνω εγκώ κουμάντο και μη με μπρήζεις, ντεν τα ξανάρτω…
Ρε κορίτσι μου εγώ στα λέω αυτά για να κάνεις κάποια πιασίματα επιτέλους, κορίτσι παντρειάς που ‘σαι, να στρογγυλέψει λιγάκι ο κώλος σου ρε Νιέλλα που ‘ναι πιο επίπεδος κι απ’ τον δικό μου που μου πέφτουν τα παντελόνια, Εμένα ντεν μου πέφτουν τα παντελόνια κι ο γκώλος μου είναι και πολύ ωραίος και στη ντέση του, και άκου, εγκώ ντεν είμαι κορίτσι μπαντρειάς, είμαι απλά γκορίτσι, Μα πώς θα βρεις έστω γκόμενο, Γκόμενο είχα και μου τράμπαγε τα μπυζιά μου να μεγκαλώσουν ο ντρόμπας, μαγείρευα, έπλενα, σκούπιζα και συνέκεια κρεμπάτι, έ Νιέλλα αρέσει έρωτας αλλά ντεν μπορεί συνέκεια κρεμπάτι, μαγείρεμα, πλύσιμο και αφέντη να κάνει παραντηρήσεις, Νιέλλα ντεν τέλει άλλο μαλάκα γκόμενο, ντεν τέλει χόρτα, ούτε αρνί, ούτε άλλο γκώλο τέλει, όκι ξύγκια στην μπριτζόλα ούτε στον γκώλο, μ’ έμπρηξες κατάλαμπες;
Η Βουλγάρα είχε πλήρη επίγνωση του ηθικού βάρους της δυσανάλογου με το αντίστοιχο σε κιλά του ισχνού σώματός της, έτσι δεν ξεμυτούσε στο δρόμο αν τυχόν ο αέρας δεν ήταν συγκεκριμένης έντασης και κάτω, καθόσον σε κάποια περίπτωση την είχε σηκώσει κυριολεκτικά και την έμπλασε – ευτυχώς με τρυφερότητα – λίγα μέτρα πιο πέρα στη βιτρίνα παρακείμενου καταστήματος ξηρών καρπών. Είδαν κι έπαθαν να την ξεχωρίσουν μέσα από σωρούς πασατέμπο, φιστικιών Αιγίνης και παρομοίων εν πάσει περιπτώσει ειδών, που ζεύτηκε να τακτοποιήσει δουλεύοντας με τις ώρες και χάνοντας το μεροκάματο. Εκεί γνώρισε και το μαλάκα που τελικά και σύντομα πέταξε απ’ το κρεβάτι της, προτιμώντας να υπηρετεί μόνο τον εαυτό της.
Το κορίτσι είχε έρθει από την Πατρίδα του και αρχικά εκπαιδεύτηκε από την απαράμιλλη μάνα της, μια γυναίκα μ’ όλα τα θετικά του κόσμου πάνω της και μια ερμηνεύσιμη αντιπάθεια για κείνους από τους Έλληνες ρασοφόρους που αυθωρεί ξεχώριζε ως υποκριτές. Τους συγκεκριμένους δεν τους πήγαινε, δεν τους πήγαινε να πούμε αφού το πρώτο της ρόγιασμα κάπου στην Πελοπόννησο, καθώς η ίδια αφηγείται, ήταν στο σπίτι ιερέα χωριού του οποίου η παπαδιά γνώριζε να μαγειρεύει εβδομαδιαίως φακές και τίποτ’ άλλο, επιμένοντας μάλιστα να το κάνει η ίδια καθόσον, Εσείς εκεί πάνω αποκλείεται να γνωρίζετε να μαγειρεύετε!
Έτσι, η μάνα της Νιέλλας δεν ξαναπάτησε σε ελληνική εκκλησία, σε σπίτι ιερωμένου Έλληνα (ούτε στων Βούλγαρων έμπαινε αλλά αυτό δεν μας αφορά) και σε καμία απολύτως τελετή όπου παρίστατο ρασοφορεμένος τις. Προτιμούσε να διαβάζει ένα ελληνοβουλγάρικο λεξικό, ακριβώς αυτό έκανε τους πρώτους μήνες, πιστέψτε με παρακαλώ, ύστερα ανακαλύπτοντας μια καταχωνιασμένη σειρά του πεθερού μου από ρούσικη λογοτεχνία στο πρωτότυπο, την ξεκοκάλισε ώσπου να πεις κύμινο, μάλιστα κύριε!
Αφού λοιπόν δασκάλεψε καλά τη Νιέλλα στα καθήκοντα της εξωτερικής οικιακής βοηθού, τη συνόδευσε από μια φορά σ’ όλους τους δικούς της πελάτες, που αμέσως αγκάλιασαν την σαραντάκιλη νέα με μη κρυπτόμενη επιθυμία να την παχύνουν, πλην φευ. Η ελληνική περί την φιλοξενία αποφασιστικότητα σκόνταψε στο πείσμα βουλγάρικου βερνικωμένου κέρατου, όπως αποδείχτηκε η εν λόγω ντεσποινίδα.
Πάντως το κορίτσι βολεύτηκε σ’ ένα διαμέρισμα, του οποίου οι ιδιοκτήτες απουσίαζαν αορίστως άγνωστο πού, με μόνη υποχρέωση να το προσέχει, να το καθαρίζει και να πληρώνει το ρεύμα, το νερό και τα κοινόχρηστα. Τα τελευταία δεν απαιτήθηκε ποτέ να καταβληθούν αφού στην πολυκατοικία όπου κατοικούσαν μόνον οικονομικοί μετανάστες, όπως αποδείχτηκε συντόμως, το ασανσέρ δεν λειτουργούσε διότι δεν πληρώθηκαν τα έξοδα συντήρησής του, το ρεύμα στις σκάλες κόπηκε διότι δεν πληρώθηκε ο λογαριασμός ΔΕΗ του κτηρίου, η κεντρική θέρμανση αγνοείτο διότι πετρέλαιο δεν αγοραζόταν. Με λίγα λόγια, ζούσαν όλοι σε αγαστή σύμπνοια ηρέμως και ισόρροπα στο φιλόξενο οίκημα το πολυεθνικό, όπου η μέση ηλικία των κατοίκων του δεν ήταν άνω των τριάντα πέντε, όπως επ΄πεμεινε η δικιά μας που αρέσκεται στα στατιστικά.
Μόνο οι από πάνω μου κάνανε τόρυβο, ειντικά σαν κάποιος έσερνε την Γκινεζούλα από τα μαλλιά έξω από την πόρντα, Ποιος έσερνε ποιον ρε Νιέλλα από τα μαλλιά, Η συγκάτοικος Γκινεζούλα την έσερνε και παίζανε ξύλο αλλά μεντά όλα καλά, Πόσες φορές έγινε αυτό Νιέλλα, Γκίνεται κάτε Κυριακή μπράντυ, μένουνε μαζί, μετάνε και παίζουν ξύλο, μετά αγκαπάνε, Πόσοι μένουν στο διαμέρισμα αυτό είπες, Ντεν είπα αλλά στο ένα ντομάτιο οι ντύο φίλες και στο άλλο επτά αλλά ντεν κάνουν τόρυβο, Ρε Νιέλλα με βγάζεις απ’ τα ρούχα μου, πες καθαρά το θήτα και το δέλτα, Καταρά το λέω τήτα και ντέλτα, ορίστε να το πώ πάλι, τήτα …
Καλά, καλά μ’ έπεισες, για λέγε στην υπόλοιπη πολυκατοικία πόσοι μένουν, Ντεν ξέρει γκανείς, πάνω από εγκαντό μεντανάστες μένουν, μάμπροι, γκαντάμαμπροι, μισογκίντρινοι, γκαφέ, περίπου είγκοσι σε κάτε όροφο γκενικά ήσυγκοι, όμως μόνο ένας μπλάγκας Μπούλγκαρος ολομόνακος στο ντίπλα από πάνω ντιαμέρισμα, Και γιατί τον λες έτσι κούκλα μου, πες μου μένα, Ντιότι με γκερνάει καφέ, μου σέρμπιρε και το ντραπέζι, Έ και λοιπόν, καλά έκανε, μήπως σου ‘βαλε χέρι, Όκι ντεν μου έμπαλε γκέρι ο Μπούλγκαρος, αφού είπα πως είναι μπλάγκας, Νιέλλα είσαι ερωτευμένη, Εγώ ντεν είμαι ερωντευμένη και ντεν σου ξαναμιλάω και αυντός είναι μαλάγκας, μαλάγκας είναι, και ντεν τέλω να γκάνω μπυζιά και γκώλο, τόνισε το κορίτσι από τη Βουλγαρία που δεν τρώγει τα χόρτα και κοίταζε στα ίσια με τα πελώρια κείνα τα μάτια δακρυσμένα!
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 16 Μαΐου, 2013
1. Κοινωνική Ιστορία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας
Οι εξετάσεις για τους φετινούς και τους παλαιότερους φοιτητές θα διεξαχθούν από τον κ. Βαμβακά, σύμφωνα με το πρόγραμμα (Τετάρτη 12 Ιουνίου, ώρα 17:00, αιθ. 4a 4β).
2. Κοινωνική ανάλυση οπτικοακουστικού αφηγήματος
Οι εξετάσεις θα γίνουν προφορικά Παρασκευή 7 Ιουνίου
Εξετάσεις Τετάρτη 12 Ιουνίου ώρα 12:00 στο γραφείο μου
Οι ασκήσεις (με θέμα εκείνο που ίσχυε όταν παρακολούθησαν το μάθημα) θα πρέπει να κατατεθούν στη θυρίδα μου ή στο θυρωρείο ως την Παρασκευή 31 Μαΐου, ώρα 12 το μεσημέρι.
4. Ραδιόφωνο: Γλώσσα και Κοινωνική Διάσταση
Εξετάσεις Τετάρτη 12 Ιουνίου ώρα 11:00 στο γραφείο μου
Λήξη προθεσμίας για την κατάθεση εργασιών ή εκπομπών: Παρασκευή 31 Μαΐου, ώρα 12 το μεσημέρι, στη θυρίδα μου ή στο θυρωρείο.
Αφηγήματα, μικρά εδέσματα Λόγου με μπόλικα τριγλυκερίδια, αλάτι και πιπέρι, αλλά και γλυκά σιροπιαστά θα μοιραστούν σε φίλους κι αγαπητικούς της Λογοτεχνίας τοΣάββατο 18 Μαΐου, στις 4 το απόγευμα στοπερίπτερο 13 – Αίθουσα Καβάφηςτης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου από τον συγγραφέα του«deliveryboy» Ηλία Κουτσούκο και τις εκδόσειςΓαβριηλίδη.
Συμπαραστάτες είναι, ο βετεράνος μποξέρ Τάκης Θωμαΐδης, ο Ζηλωτής Ζωγράφος Τάκης Τσεντεμαΐδης, η Σουηδή Διευθύντρια Μαρία Σιώτη, ο Αλβανός εργολάβος Ρολάν Σούκλε, ο έμπορος των Εθνών Φάνης Γιαγμουρίδης, η συλλογική Αρχιτεκτόνισσα Σόφη Κασούρη κι ένας Γιατρός του Κόσμου (για παν ενδεχόμενο).
ΥΓ. Στη λήξη της εκδήλωσης θα μοιραστούν χρωματιστά τσιγάρα…. και τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 12 Μαΐου, 2013
Στην κυριολεξία. Μου στέλνει ο Βασίλης ο Μεταλλινός το κείμενό του για την Ντόμι σε μικρά επί μέρους κείμενα, και μερικά από αυτά κάνουν (μυστηριωδώς) καθ’ οδόν φτερά. Παίρνω εγώ τα υπόλοιπα, τα κοιτάζω, λέω: μπράβο ελλειπτικό γράψιμο ο (συνονόματος) Βασίλης! Τα ενοποιώ με μερικούς υπότιτλους και τα αναρτώ. Οπότε με παίρνει τηλέφωνο το βράδυ. Έκοψες κάτι; Όχι, γιατί; Γιατί λείπει ικανό μέρος. Ξαναστείλτο επειγόντως, και επανορθώνω.
Όλα αυτά για να σας πω τα εξής: Διαβάσατε ήδη το κείμενο; Αν ναι, ξαναδιαβάστε το, το συμπλήρωσα. Είναι ενδιαφέρον, διασκεδαστικό, και επιπλέον (επιτέλους) πλήρες.
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 11 Μαΐου, 2013
Τον Βασίλη Μεταλλινό, φίλο, αρχιτέκτονα και ταξιδευτή τον συναντήσατε ήδη σε αυτές εδώ τις σελίδες, όταν παρουσιάστηκε η γλαφυρή του αφήγηση σχετικά με την (δίτροχη) περιήγηση στο αρμενικό Ερεβάν. Μετά τον έχασα για ένα διάστημα, αλλά ήξερα ότι σκόπευε, μόλις η καθημερινότητα το επιτρέψει, να πάει στην Ινδία, να νοικιάσει επί τόπου μοτοσικλέτα και να εξαφανιστεί ανάμεσα στα αρώματα, τις γεύσεις και τις μυστηριώδεις πτυχές της αχανούς χώρας. Ε λοιπόν, το θηρίο, το ’κανε! Ελπίζω σύντομα να μου δώσει εντυπώσεις προς ανάρτηση. Εν τω μεταξύ εν είδει ορ ντ’ εβρ πάρτε την περιγραφή μιας κεραυνοβόλου έλξης ανάμεσα στον Βασίλη και μια καλοστεκούμενη εικοσάρα (γεγονός πρόσφατον και αληθινόν).
Σημείωση: Ο Βασίλης έχει επιλέξει τις εικόνες, εγώ έβαλα μόνο τους (επί μέρους) τίτλους.
Αντεπρίμα: Όπου ο Βασίλης γοητεύεται παράφορα από μια εικοσάρα Ιαπωνικής καταγωγής και Αμερικανικής προέλευσης, από την Πάτρα
Απογοητευμένος, σαν μαραμένος μαϊδανός που ξεχάστηκε στο ψυγείο, άνοιξα για πολλοστή φορά τις αγγελίες στοcar.gr… “Άντε να δούμε τι …δράκους θα διαβάσουμε κι αυτή τη φορά!” σκέφτηκα.
“Ξέρω, ξέρω… όλες με15.000 χλμ, 20ετίας, κλεισμένες σε γκαράζ, ευλαβικά συντηρημένες με δοξαστικές ψαλμωδίες των Αγίων Θεοδώρων, αλλαγές λαδιών με το φιλοικτίρμον τροπάριο της Κασσιανής και ρεγουλάρισμα βαλβίδων με τ’ απολυτίκια των Τριών Ιεραρχών από τοcdτης μονής Βατοπεδίου…
«Τα γνωστά!» ξανασκέφτηκα. Άνοιξα, με τη βαρεμάρα κλητήρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, τοsectionΝΧDominator,για 4η φορά την περασμένη Τρίτη, ήπια μια γουλιά από το εξαιρετικό νεπαλέζικο τσάι μου κι έμεινα κάγκελο!
.
.
…Ήταν εκεί! Εμφανίστηκε πριν από 7 λεπτά… Αμερικάνα, απέριττα κομψή, δυναμική, σοβαρή, 17.000 χλμ, με μια αναβλύζουσα μπρουταλιτέ εξ αιτίας των hot αξεσουάρ που φορούσε…
.
…κάνοντας την “χαμένη” Dommie(*) του Νοεμβρίου, να φαντάζει σαν ταλαιπωρημένη γκαρσόνα της γιορτής κρασιού Νέας Αγχιάλου! Διαμένουσα στην Πάτρα, κλπ, κλπ. Τα σχόλια περί αβάδιστης, παρθένας, σπίτι-κατηχητικό, κατηχητικό-σπίτι, θέλανε ξεχωριστή έρευνα… «Αυτό το κορμί δεν το χάνω με τίποτα…» σκέφτηκα, άσχημα τσιμπημένος με τη μικρή! Πήγα στην τουαλέτα και ξύρισα το μούσι. Εκείνες οι άσπρες τρίχες στο πηγούνι με φορτώνανε χρόνια αδίκως… Άλλωστε,το ‘χα αφήσει γιατί πήγαινα για γκουρού…
…αλλά με κόψανε στα θαύματα…
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη ικανοποιημένος, γέμισα ένα ποτήρι με Νεγκόσκα Γουμένισσας και σήκωσα το τηλέφωνο.
“Μόλις διάβασα την αγγελία σας για μία Dommie εξ Αμερικής… κλπ κλπ. Πόθεν τεκμαίρεται το …αβάδιστον της δεσποινίδος;” Τα στοιχεία ήταν καυτά! Το ‘χω ξαναζήσει το έργο… Η καρδιά άρχισε να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου! Κατεβάζω το ποτήρι άσπρο πάτο… ψάχνοντας το τηλέφωνο του Βασίλη,παλιού φίλου από την Πάτρα. Ξαναγεμίζω το ποτήρι και πληκτρολογώ τον αριθμό…
“Βασίληέλα, ο Μεταλλινός είμαι! Kαίγομαι θέλω τη βοήθειά σου…
(*)μνημειώδους ασημότητας -τη σήμερον- παλαιό μοντέλο της Honda, το Dominator 650, απετέλεσε για τέταρτη φορά στόχο του υπογράφοντα.
Όπου ο Βασίλης ζητάει (και παίρνει) τα φώτα του Βασίλη
Ο Βασίλης είναι παλιά καραβάνα από το φόρουμ moto.gr, έμπειρος με 3-4 μηχανές, μερακλαντάν και γκαραντί.
«Bασίλη, σΕ έστειλα μια αγγελία σε πμ. Κάτι μΕ λέει ότι είναι περίπτωση! Ρίξε μια ματιά να μΕ πεις… Μη το χάσουμε το κορμί…” Ο Βασίλης μπορεί να κατρακύλισε σε παραφουσκωμένη με φαρίν ‘απ μπαβαρέζα (BMW 1200gs), αλλά κατανοεί το βίτσιο μου για το δωρικό μονοκύλινδρο. Άλλωστε με DR6 τον γνώρισα στα Επινιανά, στα Άγραφα, πριν κάποια χρόνια… Σε λίγα λεπτά έχει μιλήσει με τον πωλητή κι ακούει την απίστευτη ιστορία… Μόνο 17.000 χλμ! Κι αρκετές ενδείξεις… Δεν τις κάνει γαργάρα και βρίσκει τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Οι απαντήσεις από το άσμα του Σπύρου (ένας είναι ο Ζαγοραίος) “ποιά είσαι κι από που κρατάς”… είναι ικανοποιητικές. Κι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης γνωστός! Απομένει να την δει και να την οδηγήσει. Έχει όμως βραδιάσει και δεν ρισκάρει να την δει υπό τον δραματικό φωτισμό του θνήσκοντος κηρίου… Ορθώς! Μια φωτιστική πλουραλιτέ επιβάλεται… Διότι ο Βασίλης επιμένει στη ρήση του Διογένη “Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαϊς”… Μέσα στο χωροχρονικό συνεχές και στις νεφελώδεις ατραπούς μιας αγοραπωλησίας “μεταχείρω”, κάνω υπομονή.
Μ. Τετάρτη. 9.00′ Έγινε το test drive. To μωρό με 2 εξατμίσεις αγωνιστικές Yoshimura, wiseco σφυρήλατο πιστόνι, γερμανική ζελατίνα, extra ψυγείο λαδιού, αμερικάνικη σέλα πλατιά και σανιδάτη αλά ΚΤΜ… . …σφυχτή και άβγαλτη… Τα χαρακτηριστικά προσδίδουν ένα ναϊφ περιπετειώδη προσανατολισμό… Που ποτέ δεν έζησε η μικρή! Υποδέχομαι τα καλά νέα κουνώντας το κεφάλι στωϊκά, με ένα λυρικό προβληματισμό και colgate χαμόγελο! «Billy καπάρωσέ την κι έρχομαι το βράδυ με το ΚΤΕΛ Αχαϊας… Φτάνω στις 4.00′ τα ξημερώματα… Θα σΕ τηλεφωνήσω στις 8.00». Ο Βασίλης -από την Πάτρα- ανένδοτος. «Τηλεφώνησέ μου στις 4.00′ να ‘ρθω να σε πάρω να πιούμε καφεδάκι». Τελικά, εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η παράξενη συνομοταξία μηχανόβιων, κόντρα στα ψόφια αμνοερίφια του ψυχαναγκαστικού τέμπου της εποχής, τις οικογενειακές, επαγγελματικές κλπ υποχρεώσεις… . …που μεταμορφώνονται σε παιδιά και δεν χαμπαριάζουν από τίποτα… Το επαναστατικόν outfit το ‘χεις στοDNA σου και δεν αποκτιέται από ιδεολογίες της πάστα φλόρας! …………………………………………………………………………….. Ξημερώματα της Πέμπτης 2 Μαϊου 2013. Ένα παπί δικάβαλο διασχίζει τα στενά της Πάτρας με ταχύτητες που θα έκαναν τον πρωταθλητή ταχύτητας Valentino Rossi να πάθει σπασμούς στο κωλάντερο…
Όπου σε φλας μπακ παίρνουμε μια ιδέα από τα παθήματα (που θα γίνουν μαθήματα) καθώς και για τους όρους του παιχνιδιού
Tην περασμένη βδομάδα “κατέβηκα” στη Συκιά, στη Χαλκιδική, για blind date. Η κούκλα μΕ συστηνότανε για Σαρλίζ Θερόν, ατυχήσασα ραφάτη, του σπιτιού, άβγαλτη, αγαπά τα λουλούδια, τις συλλογές πεταλούδων κλπ κλπ, με 19.600 χλμ, 7 μήνες στα αζήτητα του car.gr… Μετά από 150 χιλιόμετρα ταξίδι, είδα ιδίοις βλεφάροις τον …δράκο! Σαν τσατσά τσιφούτα, παραβαρδάριου οίκου ανοχής… Σεντόνι και κατ΄ευθείαν …για κανά μήνα στα BODYLINE, σε εντατικό τμήμα… Χρειάστηκε μιάμιση δαμιτζάνα “αγιάσματος” Σιθωνίας, μετά γλυκανίσου, για να ξεπεράσω το σόκ και 2 πιατέλες φρέσκα σιναγριδάκια, δια χειρός Μήτσου, παλιόφιλου μηχανόβιου, σε παραλιακή ταβέρνα της Σάρτης… Είναι -τελικά- σκληρή η ζωή του κυνηγού Dommie… ………………………………………………………………………………
Τετάρτη, 01/05/2013, ώρα 19.00′ Ετοιμάζω το σακίδιο. Βάζω μέσα κράνος, γάντια, δερμάτινο μπουφάν… Το βλέμμα της συζύγου, που μΕ παρακολουθεί “λυγίζει” τα μεταλλικά πόμολα του δωματίου… “Μετά την Ινδία, ……για πού με το καλό?” μΕ λέει ψυχρά, κάνοντας την Μέρκελ να φαντάζει σαν ναζιάρα γατούλα… “Πετάγομαι μέχρι την Πάτρα για ….” ψέλλισα με δύναμη ημιθανούς κάμπιας, για να καταδείξω την ανεπίλεπτη ταπείνωσή μου… “Όταν έφυγες για την Αρμενία, είπες ότι θα πεταγόσουν μέχρι τον Μασούτη….” με διέκοψε, σαν ριπή μυδραλιοβόλου, κάνοντας την Τζίλντα (μποξερίνα) να βγεί διακριτικά έξω από το δωμάτιο, σκύβοντας το κεφάλι και κοιτώντας λοξά προς το ταβάνι για καμιά ιπτάμενη παντόφλα… Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης! “Στην Πάτρα θα πάω σΕ λέω, με το ΚΤΕΛ… Που να σΕ εξηγώ τώρα?” Οι εποχές που όταν άλλαζα μοτοσυκλέτα, επισκεπτόμασταν κάποιο Louis Vuitton store ή την αντιπροσωπεία της Rolex, για να συμφωνήσει για την … “αναγκαιότητα” της τελευταίας μου επιλογής, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί… Αποφασισμένος να μην αφήσω την ζωή μου να ναυαγήσει στους καναπέδες της ανίας και του προβλέψιμου ζαβλακοτουζλαμά, βάζω το σακίδιο στη πλάτη και με αποφασιστικότητα πεζοναύτη του 3ου λόχου της Ντανάγκ, ανοίγω την πόρτα λέγοντας “άμα δεν έρθω μέχρι αύριο το βράδυ, θα σκύψω το κεφάλι έμπλεος ευτελισμού κι ονειδισμού και θα πάμε να δεις εκείνο το πορτοφολάκι στη Louis Vuitton…”
Η ζωή είναι ένα ρίσκο… Η άγνωστή μου Dommie -που θα στοίχιζε λιγότερο από το πορτοφολάκι της ακατανόμαστης φίρμας- έπρεπε να μΕ φέρει την Πέμπτη το βράδυ, πίσω στη Θεσσαλονίκη ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ!!! 19.30′ μπαίνω στο 5άρι, Νέα Κρήνη-Βενιζέλου, για ν’ αλλάξω στην Τσιμισκή με το 12άρι, Κάτω Τούμπα-ΚΤΕΛ… Στις 21.00′ ακριβώς ρολάριζε βελούδινα, με τη γητευτική συριστικότητα του κινητήρα “Volvo B 10 B Noge Turing” και την απαλά θροϊζουσα νυχτερινή αύρα, το σχεδόν άδειο λεωφορείο του ΚΤΕΛ Αχαϊας… Περνώντας, έξω από τη Λαχαναγορά κι αφήνοντας πίσω τη Θεσσαλονίκη, άλλο ένα ταξίδι άρχιζε… Έβγαλα ένα παστέλι για βραδινό, σκεπτόμενος ότι για τον ταξιδευτή η συγκίνηση της φυγής είναι ΜΙΑ… . …κόντρα στη νομαδική παράκρουση ταξιδιωτικής αμπελοφιλοσοφίας καί στον μόνιμα αναδευόμενο μοτοσυκλετιστικό τραχανά.
Όπου άμα είσαι ταξιδευτής παραμένεις τέτοιος ακόμη και σε λεωφορείο
Το ταξίδι με το KTEΛ after midnight ήταν βελούδο και με το ετερόκλητο επιβατικό κοινό, αποκτούσε κι ανθρωπολογικό ενδιαφέρον…
Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι όταν δεν ροχάλιζε σαν κομπρεσέρ με χαλαρωμένο ιμάντα, τηλεφωνούσε ανά μία ώρα σε κάποιον δυστυχή συγγενή, για να τον ενημερώνει … ποια πόλη πέρασαν και ότι κατά τις 4.00′ όπως αυτοί (και το …ΚΤΕΛ) υπολόγιζαν θα έφταναν στην Πάτρα… Παρ’ όλ’ αυτά δεν χρειάζονταν να ξεσηκωθεί να τους παραλάβει, όπως του τόνιζαν, ξυπνώντας τον ανά μία ώρα, γιατί -βρε παιδάκι μου- θα παίρνανε ένα ταξί και θα πήγαιναν σπίτι!
Μία ευτραφής διανοούμενη -γκόθικ στάιλ- φοιτήτρια, ντυμένη σαν πλήρωμα καρναβαλικού άρματος, με ένα πολυσέλιδο αισθηματικό διήγημα τσέπης, μονίμως ανοιγμένο στα πόδια της, αφού κατέβασε 2 λουκανόπιττες στη στάση της Λάρισας, με βουλιμία αλιγάτορος Αμαζονίου, ζήτησε από τον οδηγό ν΄αλλάξει τη μουσική με τα καλαματιανά. Αντιμετώπισε τον Ζωϊδάκη live, ροκανίζοντας σαν πιράνχας 3 μεγάλες σακούλες τσιπς αλλά στο “φέρτε μου ποτήρια κι άλλα, όλα θα τα κάνω γυάλα…” … του Μίμη Γκιουλέκα, σηκώθηκε αποτροπιασμένη από τη δεύτερη σειρά και κατευθύνθηκε εκνευρισμένη προς την άδεια γαλαρία, κάνοντας σαφές ότι αν ήταν στο χέρι της, θα έβγαζε εκτός νόμου τη ρεμπετοφρίκ jazz σκηνή του θεσσαλικού κάμπου… Στην περιφερειακή μου όραση ενέπιπτε και μια ηλικιωμένη κυρία της γνωστής συνομοταξίας “γραία Λουτρακίου”, που ροχάλιζε κάνοντας ταβανοσκόπηση, με το στόμα ανοιχτό και την μασέλα βγαλμένη, έτοιμη να την καταπιεί. Αυτή, μπορώ να πω, ότι μΕ δημιούργησε ένα σχετικό άγχος, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι το ροχαλητό της ήτανε “σικέ” και προσπαθούσε να ξεγελάσει τον εαυτό της και να αποκοιμηθεί… Εγώ “χάθηκα” λίγο στο Μπράλο, για κανά μισάωρο. Η φωνή του Σταύρου Ζούμπα -όμως- στο “να ζήσουν οι κομμώτριες…” μΕ ξύπνησε δίνοντας άλλο νόημα στο υπόλοιπο ταξίδι… … και με κομμάτια όπως τον “καθρέφτη σου θα σπάσω” και την “αχαριστία” τα χιλιόμετρα εξαϋλώνονταν σαν τα πατατάκια της ευτραφούς γκόθικ διανοουμένης. Στο ρεφρέν του “είσαι το ηρεμιστικό μου” ξεπρόβαλε υποβλητική η γέφυρα του Ρίου.
Η ώρα ήταν 3.55′. Ένα ταξίδι, με παραμορφωτικές αντανακλάσεις μιας ελληνικής πραγματικότητας, μια ρεαλιτέ άκρως ενδιαφέρουσα για τον ρέκτη της ακατέργαστης εμπειρίας, που μπορεί και αφουγκράζεται την ζωή …και εκτός ζελατίνας ενός system(*) 6! Ώρα 4.10′. Τηλεφωνώ στον Βασίλη . Ώρα 6.30′ έχουμε πιει τους πολλαπλών βιάγκρα νεσκαφέ, έχουμε απαντήσει σε όλα τα αινίγματα της ζωής, και για να περάσει η ώρα, προσπαθούμε να εντάξουμε τις τοποθετήσεις του τελευταίου συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, στα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, στο Λογικισμό του Λούντβιχ Βιτγκεστάιν, στη Φαινομενολογία του Έντμοντ Χουρσέλ και στον Υπαρξισμό του Σέρεν Κίρκεγκωρτ… . . …μέχρι τη στιγμή, που οι διπλές racing Yoshimura της Dommie κάνουν την εξωτερική τζαμαρία του καταστήματος υπολογιστών του Βασίλη να χορεύει τσάρλεστον…
(*) γνωστό, μοδάτο κράνος της BMW, πολύ δημοφιλές στους ντεκαφεϊνέ πολέμαρχους ταξιδευτές του Κολωνακίου
Η εκ του σύνεγγυς επαφή
Η χορτόπιττα μΕ έφυγε απ’ το χέρι…
“Φοράω” ένα ζαμανφού ύφος και βγαίνω “στο αδιάφορο” έξω…
Με την πρώτη ματιά …πρόκειται για κόμματο!
Το βλέμμα μου καρφώνεται …χαμηλά. Από πίσω η πινακίς γράφει ΚΕΟ (καίω) 16 (sweet little sixteen). Από μπροστά το extra ψυγείο λαδιού, στ’ αριστερά, της δίνει μία εσάνς δυναμισμού, αποφασιστικότητας και αντοχής σε τροπικές θερμοκρασίες άνω των 45 υπό σκιά…
Πλησιάζω τον πωλητή και του λέω σοβαρά … “αϊ ντού”…
Η αμερικάνα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου.
Εξουσιοδότηση στην αστυνομία, τράπεζα για μπαγιόκο, μία κλασσική ντρίπλα στην τιμή και με 900 ευρώ, έχω πάρει το μωρό και φουλάρω έξω από την Πάτρα.
Η Επιστροφή
Ο καιρός είναι εξαιρετίκ και ντοπαρισμένος από τα ντουζένια της μικρής, περνάω τη γέφυρα και το κόβω δεξιά για Ναύπακτο, Δελφούς, Μπράλο κλπ κλπ.
Όχι δεν ευχόμουν “να ‘ναι μακρύς ο δρόμος” γιατί η σύζυγος σε περίπτωση αργοπορίας, θα μ΄έσερνε κατ’ ευθείαν στους πωλητές της Louis Vuitton, κάνοντας τους λήσταρχους της ανατολικής Μαυριτανίας να φαντάζουν σαν ιεραπόστολοι…
O επαρχιακός δρόμος με τις γλυκές στροφές προκαλούσε την ευέλικτη μικρή αμερικανίδα, για άγριο και πρωτόγονο οδηγικό σέξ…
.
…όμως τα σάπια ελαστικά, παλαιάς κοπής επί ναυαγίου Εξπρές Σάμινα, λόγω της σχετικής ακινησίας, μΕ υποχρέωσαν στην κλασσική μου αργή οδήγηση, που θα έσπρωχνε θιβετιανό ερημίτη σε υπερκατανάλωση του καφέ υγρού των αποστακτηρίων του Jack Daniels, για να ξεπεράσει την διογκούμενη κατάθλιψη λόγω βαρεμάρας…
Εγώ, για να περνάει η ώρα, σαν αναδυόμενο και ασυμβίβαστο μη αναγνωρισμένο -ακόμα- ταλέντο της ταξιδιωτικής παραλογοτεχνίας, άρχισα να ονειρεύομαι την μελλοντική στιγμή της συγγραφικής μου επιτυχίας, σαν έναν λαμπερό ανεμοστρόβιλο των φεστιβάλ, δεξιώσεων, συνεντεύξεων, γνωριμιών με γοητευτικές στάρλετ, εκδότες, πριβέ πάρτυ…
Ίσως …ίσως κι ένα χρυσό αγαλματάκι συγγραφής κάποιου σεναρίου, να στόλιζε το άδειο ράφι του τζακιού μου στον Χολομώντα!
Όπου ο Βασίλης βάζει νερό στη Ναύπακτο και καφέ στους Δελφούς
Σταματάω σ’ ένα βενζινάδικο λίγο έξω από τη Ναύπακτο, να πάρω ένα μπουκάλι νερό.
Η κοπέλα της καντίνας με ρωτάει που πάω… και στο άκουσμα της Θεσσαλονίκης, δείχνοντας -με φρύδι περισπωμένη- τη Dommie, ένας κυκεώνας από τικ παραμόρφωσε το πρόσωπό της με απρόβλεπτες συσπάσεις και γκριμάτσες, σαν μήνυμα σε κώδικα Μορς!
«Δεν το πιστεεεεεύωωω!» ψιθύρισε με κομμένη την ανάσα.
Εκεί χτύπησε και το τηλέφωνο. Ένα παλιό φιλαράκι που βρίσκονταν τυχαία στους Δελφούς, μΕ κάλεσε για καφέ. Βασικά, αυτός ήθελε να δει τη Dommie, σκασμένος από περιέργεια για το τι μηχανάκι μπορείς να βρεις με 900 ευρώ και να ‘χει θέμα για κουτσομπολιό με τη φλωροπαρέα του. Όχι, δεν παρεξηγιέται…είμαι σίγουρος ότι τώρα διαβάζει.
Με περίμενε κοντά στο θόλο της Αθηνάς Προναίας, πάνω στην επαρχιακή Λιβαδειάς-Άμφισσας, μ’ έναν φίλο του της συνομοταξίας “κοσμικός Αράχοβας”. Ψάχνανε για ευκαιρία να λουφάρουν τ’ αρχαία, αφήνοντας τα γυναικόπαιδα μετά του υπηρετικού προσωπικού να βολοδέρνουν στο λιοπύρι και στα κατσάβραχα…
Τον ήπιαμε σε καφετέρια εντός των Δελφών.
Μουτον σέρβιρε μια μελαχρινή εξαιρετικής κατασκευής, νοιώθοντας ένα φονικό σφίξιμο να κάνει την απατηλά αθώα εμφάνισή του, κάτω από την κοιλιακή μου χώρα…
Τασφιχτά αμορτισέρτης σερβιτόρας δεν μας άφησαν να συγκεντρωθούμε στις συζητήσεις μας για τον αν υπάρχει τελικά θεός, κάποιος σκοπός με την “φανέρωση” της Dommie ή κάποιο σχέδιο πίσω από το Σύμπαν.
Τα χοντροκομμένα σχόλια όμως της παρέας, για τη σπαστή σουσπανσιόντης νεαράς, προκάλεσαν μια ξινή γεροντοκόρη, με μπούτια “φλούδα νεραντζιού”, της συνομοταξίας “σαλεμένη και μανιοκαταθλιπτική” με προχωρημένο στραβισμό…
…πουμε βραχνή φωνή που τρεμόπαιζε σαν τα κβαντικά σωματίδια, μας απείλησε με μήνυση!
Χρονιάρα μέρα με μηνύσεις απ’ την τρελόγκα από τη μία… Απειλή Louis Vuitton, σε περίπτωση αργοπορίας, από την άλλη… Κοίταξα το ρολόι, σκεφτόμενος τη θεωρία της σχετικότητος και αποφάσισα να συνεχίσω το ταξίδι μου προς βορράν…
Χαιρέτησα κι έβαλα μπρος τη Dommie.
Ο μπάσος ήχος των δύο Υοshimura έκανε την γεροντοκόρη να με κοιτάξει με δολοφονικό βλέμμα, σαν του μαφιόζου Calogero Vizzini, αναγκάζοντάς με να καβαλήσω άρον-άρον τη Dommie, χωρίς να δέσω το κράνος και να εξαφανιστώ, αφήνοντας την ήσυχη να καταβροχθίσει την κρέμ μπρυλέ της…
Άλλωστε, στην Καρδίτσα μΕ περίμενε ο φίλος μου ο Γιάννης -παλιός μηχανόβιος και ταξιδευτής για καφέ και μουχαμπέτι για το πρόσφατο ταξίδι μου στην Ινδία…
Όπου ο Βασίλης ταπώνει (με Σαλαμπάσ-ι-α διαπασών) δυο κυριλέ με Μπεμβέ
Βγαίνοντας από τους Δελφούς στον κατηφορικό δρόμο στ’ αριστερά μου, από το γωνιακό βενζινάδικο ξεκινάει μία BMW Z4 καμπριολέ, με ανοιχτό το κεπέγκι, επιταχύνοντας προς τα πάνω μου! Πλακώνω τη μανέτα του μπροστινού που δεν σταματάει με τα καινούργια τακάκια και τσαρουχώνω το πίσω. Τον φτάνω στον πόντο στη θέση της συνοδηγού…
Το εξαϋλωμένο ανθρωποειδές στο τιμόνι με κοιτάζει με οίκτο! Το ξανθό λαμπραντόρ δίπλα μΕ λέει “…καλά γκαβoooooός είσαι?” …και το ηχοσύστημα παίζει στη διαπασών Σαλαμπάση “Όταν χορεύει ο Λαρισαίος …στη μπάντα κάθε Φαρισαίος”…
Θενκς Γκαντ! …που μΕ έδωσες το προνόμιο να ζήσω αυτή τη σουρεάλ φάση! Κάτι τέτοια μΕ συμβαίνουν και πιστεύω ότι, τελικά, υπάρχει Θεός! Τα 2 θρασύτατα νεοπλουτέ πρωτόνια, που σίγουρα αδυνατούσαν να επεξεργαστούν οποιαδήποτε πληροφορία υπερβαίνει σε πολυπλοκότητα τις δισύλλαβες λέξεις μπέμπα, μπεμβέ, πράντα, Κάτυ Σάρκ κλπ κλπ…
.
.
…εξαφανίστηκαν προς τους σιωπηλούς ελαιώνες του νομού Φωκίδος, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αφήνοντας φιδοειδή λαστιχένια αποτυπώματα στην άσφαλτο και αναθυμιάσεις άκαυστης αμόλυβδης…
Τα τσίπουρα να είναι άνευ…
Πλησιάζω προς τη Λαμία και “κόβω” προς Δομοκό, Καρδίτσα.
Τηλεφωνώ στον Γιάννη, για να μΕ ενημερώσει ότι στην είσοδο της Καρδίτσας μΕ περιμένει ο Αργύρης,άλλος παλιόφιλος μηχανόβιος από τηνΚαρδίτσα. Όταν ακούς Γκουσγκούνη και …“που ΄ναι τα πουλάκια μου?” …η σίγουρη απάντηση είναι …“νάτα τα πουλάκια μου”! Όταν ακούς … “σεπεριμένει ο Aργύρης”,η σίγουρη απάντησηείναι ότι πάς για τσίπουρα! Μεκάνει σινιάλο στον περιφερειακό. Σταματάω τη μηχανή. Με συνωμοτικές κινήσεις, που θυμίζουν μυστική συνάντηση των Κορλεονέζι, χωρίς να το καταλάβω μΕ πασάρει ένα πλαστικό μπουκάλι. Δεν χρειάζεται να ρωτήσω τι περιέχει…Θα στοιχημάτιζα 100 προς έναότι είναι διπλοβρασμένο απόσταγμα στεμφύλωνΤυρνάβουάνευ(*). Απλά, μΕ λέει ότι είναι σφραγισμένο. Το βάζω στη μπαγκαζιέρα, τον ακολουθώ σε μια δαιδαλώδη διαδρομή και… . . ….σορπράιζζζζζζζζ !
Σταματάμε μπροστά σ’ ένα ρακάδικο! Εντελώς τυχαίως… Εντελώς άγνωστος οΑργύρηςστο μαγαζί… Τα γκαρσόνια άρχισαν να “φέρνουν” χωρίς να’ χουμε παραγγείλει… Σε λίγη ώρα καταφθάνουν ο Βαγγέληςαπό τα Τρίκαλα, o Βασίληςαπό τη Λάρισακι ο Γιάννης.Όλοι παλιόφιλοι μηχανόβιοι, που ήρθαν διακριτικάνα δουντι χρέπιθα οδηγώστο επόμενο ταξίδι μου στο «Desert festival»στο Μάλι, μόλις τελειώσει ο εμφύλιος… Πολύ γρήγορα ακολούθησε ένας ιλιγγιώδης χορός εδεσμάτων, τσίπουρου και μπύρας, βυθίζοντας την παρέα σε μια γαστριμαργική έκσταση… Εγώ, άυπνος και κουρασμένος από την υπερένταση και το ταξίδι.
Όμως η ζεστή και εγκάρδια φιλοξενία αυτών των φίλων, με παρέσυρε σ’ ένα παροξυσμό ξαφνικής ευφορίας, με αποτέλεσμα να περάσει η ώρα με συζητήσεις και μεζέδες και να “πιάσουμε” το σούρουπο χωρίς να το καταλάβουμε. Η μέρα έφευγε και “έβλεπα” με την φαντασία μου, τηνσύζυγονα ξεφυλλίζει το prospectus της collection Άνοιξη ’13 Louis Vuitton…
…κάνοντας την καρδιά μου να βαράει σαν βομβαρδιστικό στη Μάχη της Αγγλίας!
Έπρεπε να φύγω κι εγώ, γιατί μια αναποδιά και μια καθυστέρηση, θα έδινε την ιδέα σε μία δεσμίδα εκατόευρων στο πορτοφόλι μου …να λιποτακτήσει προς την ακατονόμαστη φίρμα! Αυτό βέβαια θα ήταν το λιγότερο… Γιατί μετά το ταξίδι στην Ινδία,αρχίζω να βρίσκωπιο δελεαστικήμία ένεση ευθανασίας …από το φονικό βλέμμα της συζύγου…
(*)γλυκάνισου
Επίλογος
Μπήκα στο σπίτι κατά τις 10 το βράδυ…
Η σύζυγος με κοίταξε με το αυστηρό βλέμμα καρδιναλίουαναγεννησιακού πίνακα, κοιτώντας τοRolex της.
Παρ’ όλο που ένα γνήσιο Rolexπηγαίνει δραματικά πίσω ή μπροστά, φάνηκε να δέχεται ότι έφτασα πριν τα μεσάνυχτα…
Η collectionΆνοιξη’13, ήταν ακόμα ανοιγμένηπάνω στο τραπεζάκι του living room δίπλα σ΄ένα ποτήρι κόκκινο κρασί…
«Βρήκα ένα καταπληκτικό χαρτοφύλακα για σένα… Ηδημίλησα με τα κορίτσιαστην Προξένου Κορομηλά…θα σΕ κάνουν ειδική τιμή…» κουκούρισε το τρυφερό μου ήμισυ,ψάχνοντας τις ιλουστρασιόν σελίδες…
«Ουάου!» αναφώνησα…«Σ’ευχαριστώ που νοιάζεσαιγια τοστίλ μου… Δεν έρχεσαι κάτω στο γκαράζ να δεις τι δώρο σΕ έχω φέρει -κι εγώ- από την Πάτρα?», είπα καταρρίπτοντας το αντρικό ρεκόρ ευφημισμού σε κλειστό χώρο!
Προειδοποίηση: Η σημερινή ανάρτηση ενδιαφέρει (ίσως) όσους δεν πλήττουν με τις ιστορίες για γιατρούς, αρρώστους και νοσοκομεία. Προσωπικά, θα εξομολογηθώ ότι αυτού του είδους τις ιστορίες τις αντιπαθώ και εν πάση περιπτώσει τις απωθώ. Αλλά αφού σας τα έχω ψιλοπεί ήδη σχεδόν όλα, και αφού όπως διαπίστωσα υπάρχει ικανό ακροατήριο (συμπασχόντων) ενδιαφερομένων, ας σας τα πω κι αυτά:
Όπου στο στήθος μου εγκαθίσταται μια χοντρή
Μεγάλη Πέμπτη, νύχτα. Κοιμάμαι. Και μια χοντρή έρχεται και καλοκάθεται στο στήθος μου. Στην απάνω μεριά. Δε με πονάει, αλλά με σφίγγει. Πολύ. Ξυπνάω. Λέω θα έπαθα καμιά ¨μυϊκή διαστροφή¨. Είναι μια εξήγηση που επινοώ ημι-συνειδητά, μια που είναι μεν καλή και παρηγορητική αλλά δεν ξέρω τι είναι, ούτε τι ακριβώς θα μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο. Προσπαθώ να ξανακοιμηθώ, αλλά το μόνο που καταφέρνω είναι να στριφογυρίσω για καμιά δυο ώρες, με τη καλοθρεμμένη στη θέση της, να με καταπιέζει. Φιδάτες σκέψεις αρχίζουν να με κλωθογυρίζουν παράνομα και χωρίς την έγκρισή μου. Είχα κάνει πρόσφατα κι ένα τεστ κόπωσης που είχε αποβεί σιβυλλικά: ¨οριακά θετικό¨, να μου βάζει στα αυτιά ενοχλητικούς ψύλλους.
Σηκώνομαι, είναι ακόμη νύχτα, λέω θα περάσει και να μη ξυπνήσω κανέναν, αλλά κατά τις οκτώ η γυναίκα μου ανεβαίνει στο σαλόνι και με βρίσκει στον καναπέ, ταλαιπωρημένο, και με τις φιδάτες σκέψεις να έχουν πάρει συγκεκριμένη μορφή. Οι θεράποντες (βλέπε προηγούμενα επεισόδια) με έχουν προειδοποιήσει: ασυνήθιστα φαινόμενα στη περιοχή του στήθους πρέπει να αντιμετωπίζονται εγκαίρως και με αποφασιστικότητα. Με έχουν, μάλιστα, προμηθεύσει με ένα χάπι με το γραφικό γενικό όνομα ¨υπογλώσσιο¨. Η γυναίκα μου το θυμάται, και το ανακαλύπτει.
Το τοποθετώ λοιπόν στην υποδηλούμενη θέση, περιμένω, εκείνο λιώνει, περιμένω ακόμη, αλλά…η τεράστια στη θέση της κι εγώ ζαλάδες.
Αποφασίζω να τηλεφωνήσω στον γιατρό. Τον ξυπνάω, αλλά παρά ταύτα είναι εξαιρετικά ευγενικός…, του τα αφηγούμαι και είναι ρητός: άμεση εισαγωγή για επαληθεύσεις.
Όπου καταφτάνει το νοσοκομειακό, αλλά όχι όλοι προλαβαίνουν τη φάση
166, κανένα πρόβλημα, καταφτάνει σύντομα, μόνο που εδώ είναι Άνω Πόλη, πάει να πει σχεδόν λαβύρινθος, πάει να πει ότι κάποια στιγμή τηλεφωνούν, είμαστε κάπου εδώ κοντά, αλλά… Καλά, λέει η Σόφη, βγαίνω να σας καθοδηγήσω. Η Σόφη μπροστά, το νοσοκομειακό πίσω διανύουν τα τελευταία 50 μέτρα και καταφτάνουν. Λέω στα συμπαθέστατα γεροδεμένα παιδιά ότι τα καταφέρνω και χωρίς φορείο και μου το επιτρέπουν.
Εδώ, να σας πω ότι η Άνω Πόλη δεν είναι μόνο λαβύρινθος, είναι και κάτι που μοιάζει με χωριό μέσα στη πόλη. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε κολλητοί με τους γείτονες, αλλά ότι η εμφάνιση ενός ασθενοφόρου στη γειτονιά και η επιβίβαση ενός περίοικου με πυτζάμες, αποτελεί, όπως και να το κάνουμε, αξιοσημείωτο γεγονός. Βέβαια, η κυρία Τασούλα, φίλη μας, που συνήθως εποπτεύει τα τεκταινόμενα από το μπαλκόνι της, χάνει τη σκηνή γιατί έχει ήδη ξεκινήσει για να κάνει Πάσχα εκτός πόλης, αλλά θα τα πληροφορηθεί από άλλους αυτόπτες και θα τηλεφωνήσει ανήσυχη αργότερα για να ενημερωθεί και να ευχηθεί καλή Ανάσταση και περαστικά.
Στο ΑΧΕΠΑ
Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, που λέτε, το Νοσοκομειακό στην μισοάδεια πρωινή μεγαλο- παρασκευιάτικη Θεσσαλονίκη, και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα καταφτάνει στο ΑΧΕΠΑ, που από καθαρή τύχη εφημερεύει τη μέρα εκείνη.
Μα το ΑΧΕΠΑ το ξέρω, μου είναι οικείο (βλέπε τις προγενέστερες περιπέτειες καρδιάς), άρα σχεδόν φιλικό! Και όχι μόνο: ο γιατρός που ασχολήθηκε μαζί μου και στον οποίο έχω ομολογημένη εμπιστοσύνη είναι ακόμη εκεί. Και όχι μόνο: παρατηρώ ότι στο διάστημα που μεσολάβησε από την τελευταία μου παρουσία εδώ (τον Οκτώβρη του’10) έχουν γίνει εργασίες συντήρησης (βαψίματα) που, αν μη τι άλλο, κάνουν καλό στο ηθικό των ασθενών.
Έτσι αρχίζω να ηρεμώ, και μέχρι να τελειώσουν τα διαδικαστικά και να βρεθώ στην ¨εντατική¨ για τις πρώτες εξετάσεις, αποφασίζει και η υπέρβαρη σιγά σιγά να την κάνει για άλλα ταλαίπωρα στήθη. Ανασαίνω.
Ένας εξαιρετικά εργατικός ασκούμενος που περιδιαβαίνει ανά τις αίθουσες της εντατικής συγκεντρωμένος και προσεκτικός, έρχεται και καταγράφει με επιμέλεια το ιστορικό. Μου αρέσει, και του το λέω, που το ιστορικό μετράει ακόμη στη διαγνωστική, γιατί παλιότερα όταν ήμουν συνδρομητής σε ένα ιδιωτικό σούπερ μάρκετ υγείας, (το ’χω ξαναπεί, το ξέρω) είχα παρατηρήσει ότι μετράγανε μόνο οι αποφάνσεις των μηχανημάτων.
Σε λίγο φτάνει ο γιατρός (ας τον πω ¨ο δικός μου¨ γιατί έτσι τον αισθάνομαι: νέος, ευγενέστατος, αποτελεσματικός και ήδη γνώστης των καρδιακών μου τοπογραφιών και αδυναμιών) και μαζί του έτερος καρδιολόγος, ασπρομάλλης και μυστακοφόρος. Προβληματίζονται για λίγο πάνω στο τι θα ήταν καλύτερο να γίνει. Εγώ, πες ότι θέλω να δείξω γενναίος, πες ότι προτιμώ τις πιο άμεσες και δραστικές λύσεις, ίσως το παρακάνω: παιδιά, τους λέω, αν μου επιτρέπεται να έχω άποψη, είναι αυτή: μπείτε και ξεβουλώστε ό, τι χρειάζεται. Εγώ σας δηλώνω την πλήρη εμπιστοσύνη μου. Χαμογελάνε, δεν είναι συνηθισμένοι να τους μιλάνε σαν να ήταν υδραυλικοί, αλλά καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για κάποιου είδους χιούμορ, και δεν με αποπαίρνουν.
Στα ενδότερα
Τελικά αποφασίζουν ότι το καλύτερο είναι να δουν από κοντά περί τίνος πρόκειται. Έτσι αποφεύγονται πλεοναστικές εξετάσεις και το αποτέλεσμα θα είναι το πιο έγκυρο δυνατό: Άρα Στεφανιογραφία και μάλιστα στο τάκα τάκα.
Την διαδικασία την ξέρω – το δρόμο δεν χρειάζεται, γιατί υπάρχει υποχρεωτικός γεροδεμένος μεταφορέας, το τοπίο στα Άδυτα έχει αλλάξει ελαφρώς, επί τα βελτίω. Το βρίσκω βαμμένο και συγυρισμένο. Η τάβλα στη θέση της, το ευλύγιστο στραβό μάτι έτοιμο για τις εσώτερες παρατηρήσεις. Από πάνω μου ο δικός μου μαζί με έναν άλλο γιατρό του οποίου δεν πρόλαβα να μάθω την ακριβή ιδιότητα αν και πιάσαμε για λίγο κουβέντα για τα πανεπιστημιακά, ενώ πέρα από το χώρισμα να εποπτεύει, όπως έμαθα εκ των υστέρων, βρίσκεται ο ασπρομάλλης μυστακοφόρος. Έξω η Σόφη και ένα τμήμα από τους πολύ δικούς μου, με τους οποίους ήταν προγραμματισμένο να κάνουμε μαζί Πάσχα στη Χαλκιδική.
Μετά από απροσδιόριστο χρονικό διάστημα (τις λεπτομέρειες, λίγο πολύ ίδιες με την προηγούμενη φάση, σας τις έχω ήδη αφηγηθεί τότε) κι αφού ο γιατρός χειρίστηκε, ζούληξε, έσπρωξε και παρατήρησε, η εξέταση ολοκληρώνεται. Και, παρά το πρόσφατο τεστ, αυτό το κάτι τι (ας μην εκτεθώ, αγνοώ τους σωστούς επιστημονικούς όρους) που ξαναταξίδεψε στην αρτηρία μου, αποφαίνεται αρνητικά. Να το πούμε αλλιώς; Άκυρος ο συναγερμός. Να το πούμε αλλιώς; Η θεόρατη και η καρδιά μου; καμία σχέση!
Η ανακούφιση κι ένα όνειρο
Το απαλλακτικό πόρισμα της μηχανής με τον σπαστό βραχίονα, το στραβό μάτι και την κατατοπιστική οθόνη, το έμαθα αμέσως. Μου το είπαν οι γιατροί επί τόπου με ανακουφισμένο χαμόγελο. Ανακουφισμένος και αναπτερωμένος ήμουν κι εγώ. Ωστόσο ήμουν ¨μέσα¨, και πριν ξαναβγώ έξω καλό θα ήταν να επιλυθεί και η μυστηριώδης νυχτερινή επίσκεψη της ¨υπερμεγέθους¨ στο στήθος μου. Δηλαδή θα έπρεπε να επιστρέψω στην εντατική, να συνδεθώ με τα πέριξ μηχανήματα και δοχεία, και να υποστώ κι άλλες, αναλυτικές εξετάσεις και παρατηρήσεις.
Τί να κάνω; δε μου ’πεφτε λόγος και εδώ που τα λέμε ήμουν ευχαριστημένος, πρώτα απ’ όλα που το κουρδιστήρι δούλευε ικανοποιητικά και που η προηγούμενη επέμβαση επαληθεύτηκε ως επιτυχής, και έπειτα γιατί διαπίστωνα ότι, παρά την παράλογη κρίση που βιώνουμε όλοι μας, η Δημόσια Υγεία μπορούσε ακόμη να λειτουργεί, χάρη στις ικανότητες και τις συλλογικές προσπάθειες αποτελεσματικών κι ευσυνείδητων ανθρώπων. Έτσι επέστρεψα πειθήνιος, χαμογελαστός και φυσικά σηκωτός στις αίθουσες των εντατικών διασυνδέσεων και παρακολουθήσεων (με είχαν φασκιώσει σφικτά για να κλείσει η οπή από την οποία το διερευνητικό άκρο μπήκε στην -κυκλοφορική- αρτηρία και ταξίδεψε επιτυχώς ως την έδρα των συναισθημάτων μου). Εκεί είχαν μαζευτεί κι άλλοι πονεμένοι συνάνθρωποι, και των δύο φύλων μερικοί σε καταστολή άλλοι να διαλαλούν το πόνο τους με ηχηρά επιφωνήματα.
Εγώ αισθανόμουν εντάξει. Ήμουνα ουσιαστικά πλέον σε αναμονή εξόδου και αισθανόμουν τη ζωή γύρω μου να αγωνίζεται και σε ορισμένες περιπτώσεις (ας πούμε στη δική μου) να τα πηγαίνει καλά. Έκλεισα τα μάτια και έπεσα σε έναν γλυκύ ύπνο, κατά τον οποίο μεταξύ άλλων ονειρεύτηκα ότι πέθανα.
Όπου με επισκέπτεται ένας φίλος, αλλά δεν καταφέρνω να τον δω
Εν τω μεταξύ, ο φίλος μου ο Ηλίας είχε πάρει τηλέφωνο σπίτι για να δει αν είμαστε ακόμη στην πόλη και για να προτείνει κανένα, νηστίσιμο έστω, τσιπουράκι, όπου και πέτυχε τη Σόφη που είχε επιστρέψει για να μου φέρει ιματισμό. Έμαθε τα νέα και ανησύχησε. Πήρε λοιπόν τη Μαρία και την υπάκουη αν και ασήκωτη μηχανή του και ήρθαν εσπευσμένα να με βρουν.
Φαντάζομαι τον Ηλία να περιπλανάται στους ατελείωτους διασταυρούμενους διαδρόμους, χωρίς πυξίδα, εξοπλισμένος μόνο με το δημοσιογραφικό του δαιμόνιο, να καταφτάνει στην πόρτα όπου η αναρτημένη αναγραφή δηλώνει ότι απαγορεύεται αυστηρά η είσοδος σε όλους, φυσικά να μην κωλώνει, να την ανοίγει και να βλέπει στο βάθος τον φίλο του οριζοντιωμένο και μη αντιδρώντα, με τα μάτια κλειστά, και από πάνω του ένα μαυροφόρο ιερέα να ψέλνει, ενώ πίσω του ένα τσούρμο επίσης μαυροφορεμένες κυράδες να σιγομουρμουρίζουν πένθιμα τροπάρια.
Ο Ηλίας μένει…
Τα παραπάνω τα υποθέτω, γιατί δεν τα εξιστορήσαμε ακόμη λεπτομερώς από κοντά, όπως επίσης υποθέτω ότι η δημοσιογραφική του παρατηρητικότητα ή, ίσως, η ψυχραιμότερη Μαρία, θα του υπόδειξε εν τέλει ότι εκεί γύρω περιφερόταν ο τοπικός ενδο-νοσοκομειακός μεγαλο-παρα κλπ Επιτάφιος.
Ο Ηλίας συνέρχεται, τηλεφωνεί στη Σόφη, και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι αυτά που θα ¨άκουσαν¨ οι περιφερόμενες θρηνούσες δεν είναι από εκείνα που αναγράφονται εύκολα σε δημόσιο ημερολόγιο.
Εγώ, βέβαια, δεν καταλαβαίνω τίποτα από τα παραπάνω γιατί όπως σας είπα ήδη, κοιμάμαι αμέριμνα και ονειρεύομαι ότι πέθανα.
Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν θυμάμαι όλες τις φάσεις του ονείρου, παρά μόνο την τελευταία. Για να πάρετε μια ιδέα, να σας πω ότι το σκηνικό φέρνει προς πολεμική υπερπαραγωγή επιστημονικής φαντασίας: Είμαστε με τη Σόφη σε μια μισο-κατεστραμμένη πόλη, όπου οι σειρήνες ηχούν κάπως σαν ψαλμοί και όπου ένα τεράστιο κωνωποειδές ελικόπτερο περιφέρεται στη μαβιά ατμόσφαιρα και βομβαρδίζει. Όχι, δεν βομβαρδίζει, παρά ρίχνει μια κατακόκκινη δέσμη που εξαερώνει τα πάντα. Λέω στη Σόφη να ξαπλώσουμε χάμω για να μη δίνουμε στόχο. Καθώς το κουνούπι έρχεται προς το μέρος μας, κλείνω τα μάτια, αλλά αισθάνομαι μια βαθειά κοκκινίλα να απλώνεται γύρω μας. Αυτό ήταν, λέω.
Αλλά το αξιοπερίεργο είναι ότι δεν αισθάνομαι δέος, μόνο κάνω μια σκέψη που καμιά φορά την δηλώνω και συνειδητά: Αυτό ήταν. Τέλος τα ψέματα και οι αμφιβολίες και οι αμφισημίες και οι υπαρξιακές ανησυχίες. Περίφημα! Τώρα θα δούμε επιτέλους πραγματικά τι τρέχει ¨μετά¨… Δεν έχω παρά να ανοίξω τα μάτια, και το ¨μετά¨, το όποιο ¨μετά¨, θα μου αποκαλυφτεί!
Ανοίγω τα μάτια (στον ύπνο μου πάντα) και βλέπω μια αίθουσα νοσοκομείου! Πριν προλάβω να απορήσω, τα ξανανοίγω, αυτή τη φορά πραγματικά. Είμαι όντως σε ένα νοσοκομείο, το ΑΧΕΠΑ… και κάπου μακριά ίσως ακούγονται ψαλμωδίες…
Δεν γυρίζω από την άλλη, γιατί δεν μου το επιτρέπουν οι σωλήνες, τα καλώδια και το φάσκιωμα που δεν πρέπει να κουνηθεί. Πάντως τα καταφέρνω να κοιμηθώ ξανά, χωρίς όνειρα αυτή τη φορά. Έτσι κι αλλιώς έχει πια νυχτώσει, η ζεστή Μεγάλη Παρασκευή φεύγει, πάει, και έρχεται ολοταχώς το επίσης ζεστό, σχεδόν καλοκαιριάτικο, Μεγάλο Σάββατο του ’13.
Επίλογος
Οι εξετάσεις ολοκληρώθηκαν και την ίδια νύχτα μεταφέρθηκα σε κανονικό δωμάτιο. Εκεί βρέθηκα μαζί με έναν νεότερο μηχανικό που μόλις είχε εισαχθεί, στην πρώτη του εμπειρία με τα μυστήρια της καρδιάς. Περάσαμε παρέα την επόμενη μέρα συζητώντας που και που περί ανέμων και υδάτων, που πάει να πει λίγο για πολιτική, λίγο για υγεία, λίγο για κοινούς γνωστούς, μια που εκτός από μηχανικός προέκυψε ιταλοσπουδαγμένος. Ελπίζω και εύχομαι να ήταν και για εκείνον ένας ψεύτικος συναγερμός, ένα falso allarme.
Εγώ το βράδυ του Μ. Σαββάτου εγκατέλειψα το Δημόσιο Νοσοκομείο και επέστρεψα σπίτι. Παρακολούθησα τα βεγγαλικά από τη βεράντα. Δεν ήταν ίσως ένα εξαιρετικό Πάσχα, αλλά μάλλον θα το θυμόμαστε. Όλα καλά.
ΥΓ Ο ευγενικός και αποτελεσματικός γιατρός που ασχολήθηκε μαζί μου επί τάπητος, ή μάλλον επί χειρουργικής τάβλας, ήταν και αυτή την φορά ο Αντώνης Ζιάκας. Τον ευχαριστώ.
Πρώτα ας πούμε για τον Παύλο -Paolo Giovio. Αυτός ήταν ένας καθολικός επίσκοπος και λόγιος που έζησε στην αναγεννησιακή Ιταλία ανάμεσα στον 15ο και τον 16ο αιώνα. Ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία, αλλά δεν θα μιλήσουμε γι αυτόν εδώ∙ τον χρειαζόμαστε μόνο γιατί, αναφερόμενος στον Πέτρο τον Αρετίνο, έγραψε το παρακάτω επίγραμμα: « Qui giace l’Aretin, poeta Tosco che d’ognun disse mal, fuorché di Cristo, scusandosi col dir: «Non lo conosco»! » Που πάει να πει, σε ελεύθερη μετάφραση, κάτι σαν:
Τον Αρετίνο, ποιητή Τοσκάνο
εδώ ανακαλώ και χαιρετίζω
που για όλους είχε μια κακιά κουβέντα
εκτός απ’ τον Χριστό!
Και είπε: ¨Συμπαθάτε με γι αυτό,
τον Κύριο αυτόν δεν τον γνωρίζω!¨
Μετά έχουμε τον Πιέτρο Αρετίνο τον ίδιο, που είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα της εποχής εκείνης. Ελευθερόστομος κωμωδιογράφος και σατυρικός (κυρίως, αλλά όχι μόνο) συγγραφέας, τα έβαλε κατά καιρούς με ηγεμόνες και πάπες, (αναφέρεται από τον Αριόστο ως ¨το μαστίγιο των πριγκίπων¨) στων οποίων τις αυλές, μεταξύ μας, κατοικοέδρευσε επί μακρόν, όπου και σώρευσε φανατικούς εχθρούς και φίλους. Ανάμεσα στα έργα του, τα δημοφιλή στην μετααναγεννησιακή Ευρώπη Sonetti lussuriosi (λάγνα σονέτα).
Και μετά έχουμε τον Θεοδόση Βολκώφ, ποιητή, που δεν γνωρίζω προσωπικά, τον συνάντησα περιδιαβαίνοντας τις διαδικτυακές θάλασσες και του οποίου έχω αναδημοσιεύσει κι άλλες φορές στίχους που μου φάνηκαν όμορφοι στη μορφή και την ουσία.
Αυτή τη φορά ο Θεοδόσης μιλά για τον Πιέτρο τον Αρετίνο σε δύο ποιήματα που ανάρτησε στο ιστολόγιό του τον περασμένο Φλεβάρη και που αναδημοσιεύω και σας διαβάζω εδώ παρακάτω.
Σε προφορικό λόγο
Τα ποιήματα
Ο PIETRO ARETINO εν έτει 2013
Φίλτατοι ποιητές, σονετογράφοι, μην εξαντλείστε εξαντλώντας ρίμες• στραφείτε σε μηρούς, γλουτούς και κνήμες. Υπέρτατο αυτό που η Φύσις γράφει
στα χοϊκότατα -και μόνο- εδάφη, που δεν αναγνωρίζουν στίχων πλήμες. Τις κρονικές απαρνηθείτε λήμες. Ξεπερασμένοι πια κι οι πορνογράφοι
μοιάζουν την σήμερον που ο καθένας πιο πίθηκος κι απ’ τους πιθήκους μοιάζει. Αφήστε τα καμώματα της πένας•
κανέναν, όπως τότε, δεν ταράζει. (Κι έτσι όπως ξεπετάτε τα σονέτα, βρείτε και κάποια για καμιά ξεπέτα.)
ΟΠΟΥ Ο PIETRO ARETINO εν έτει 2013 ΑΝΤΑΠΑΝΤΑ ΕΙΣ ΦΙΛΟΝ ΠΟΙΗΤΗΝ
Μαύρο σκυλί, πιθήκι, ουρακοτάγκο – πες με όπως θες• εγώ καλά το ξέρω πως σώματα μοχθώ να επαναφέρω στον Στίχο μου, στη Γλώσσα• μα τον σπάγκο
που με κινεί άλλος κρατά και παίζει. Παίζω κι εγώ τον ρόλο του αναβάτη, γυρεύοντας το πλέον και το κάτι, στο χώμα, στο κρεβάτι, στο τραπέζι.
Ο Στίχος, ασφαλώς, θα εξευγενίσει την άθληση της γενετήσιας πράξης, πηδήσει ο ποιητής ή δεν πηδήσει• εμένα, ωστόσο, αλλιώς μην με κοιτάξεις.
Κι αν στίχους στα κορμιά τους πάντα οφείλω, με ξέρω και με λέω Μαύρο Σκύλο.
πλήμη = εκεί όπου φτάνει το χειμερινό κύμα, φουσκοθαλασσιά
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 26 Απριλίου, 2013
…κι εκεί, που λέτε, που έψαχνα αφηγηματική μουσική για να πλαισιώσω κάποιες αναρτήσεις μου, πέφτω πάνω στον (συμπαθή) παρακάτω τύπο. Να ένας, λέω, που τη μουσική, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, τη νιώθει!!!
Απολαύστε τον, βυσματωμένο σε Παγκανίνι (για βιολί και φάτσα)
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 25 Απριλίου, 2013
¨Κάποιο βράδυ του Μάη¨: Μια ακόμη παλιά (1937) ναπολιτάνικη καντσονέτα, αυτή τη φορά με μουσική του Giuseppe Cioffi πάνω σε στίχους του Egidio Pisano.
Εδώ η εκδοχή στα ελληνικά που σας έφτιαξα. Παρακάτω το πρωτότυπο κείμενο στη διάλεκτο της Νεάπολης.
Όταν βρίσκεσαι κοντά μου
σου μιλώ, δε με προσέχεις…
Πού κοιτάς αφηρημένη
κι ούτε που μου απαντάς;
Εγώ σ’ έχω στην καρδιά μου
είμαι πάντα ερωτευμένος,
μ’ άλλον στο μυαλό σου έχεις
και εμένα με ξεχνάς
Κάποτε μου πες ¨ναι¨…
Δεν το θυμάσαι;
Όποιον για σε πεθαίνει, μην σκοτώνεις…
Μου είπες ναι, του Μάη κάποιο βράδυ
και τώρα έχεις κουράγιο
να μη με θες;
Πλάνη κρύβει η ματιά σου
όπως σαν με πρωτοείδες
όπως σαν μου πρωτοείπες:
¨Μόνο εσένα θ’ αγαπώ¨.
Κι όρκο μου ’δωσες ριγώντας
από μας να μείνει κάτι
¨Δε ξεχνιέται η πρώτη αγάπη¨,
μα δεν έμεινε ούτε αυτό.
Κάποτε μου πες ¨ναι¨…
Δεν το θυμάσαι;
Όποιον για σε πεθαίνει μην σκοτώνεις…
Μου είπες ναι, του Μάη κάποιο βράδυ
Και τώρα έχεις κουράγιο
να μη με θες;
Με τον Ρέντσο Άρμπορε
Η απόδοση στα ελληνικά (από κάτω η ορχήστρα του Τζενάρο Βεντίτο)
Με τον Ρομπέρτο Μούρολο
Με τη Μίνα
Με τον Μάριο ντελ Μόνακο
Na Sera E Maggio
Quanno vien’a ‘appuntamento
guarde ‘o mare, guard»e ffronne,
si te parlo nun rispunne,
staje distratta comm’a che.
Io te tengo dint»o core,
sóngo sempe ‘nnammurato
ma tu, invece, pienze a n’ato
e te staje scurdanno ‘e me…
Quanno se dice: «Sí!»
tiènelo a mente…
Nun s’ha da fá murí
nu core amante…
Tu mme diciste: «Sí!» na sera ‘e maggio…
e mo tiene ‘o curaggio ‘e mme lassá?!
St’uocchie tuoje nun só’ sincere
comm’a quanno mme ‘ncuntraste,
comm’a quanno mme diciste:
«Voglio bene sulo a te…»
E tremmanno mme giuraste,
cu na mano ‘ncopp»o core:
«Nun se scorda ‘o primmo ammore!…»
Mo te staje scurdanno ‘e me…
Quanno se dice: «Sí!»
tiènelo a mente…
Nun s’ha da fá murí
nu core amante…
Tu mme diciste: «Sí!» na sera ‘e maggio…
e mo tiene ‘o curaggio ‘e mme lassá?!
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 22 Απριλίου, 2013
Ο βίος και η πολιτεία ενός σωστού κηφήνα
Εκείνο το πρωί ένοιωθε περίεργα.
Λες να ’χει φτάσει η μεγάλη στιγμή για την εκπλήρωση του προορισμού του; πέρασε αστραπιαία από το είναι του.
Αισθανόταν ένα τρακ, καθώς είδε τους όμοιούς του, λοιπούς μνηστήρες, να πετάνε αμέριμνοι έξω από την κυψέλη.
Άρχισε να προβάρει κινήσεις, πετάγματα κι αποφάσεις.
Κάποιοι αντεραστές τον κοίταζαν παραξενεμένοι από τα καμώματά του.
Όταν το αντιλήφθηκε, ντράπηκε λίγο κι από αμηχανία προσγειώθηκε σ’ ένα λουλούδι. Έπαιξε αφηρημένος με την κίτρινη γύρη, πάτησε μέσα στα πέταλα και το μίσχο με το νου προσηλωμένο στο μεγάλο σκοπό.
Οι άλλοι κηφήνες, ακόμη και οι φίλοι του, τον υποτιμούσαν και δεν υπολόγιζαν ότι έχει τη χάρη και τη δυνατότητα να ζευγαρώσει αυτός με τη βασίλισσα. Το ’βλεπε καθαρά στη συμπεριφορά τους, όταν απευθύνονταν σ’ αυτόν και πληγωνότανε. Όμως ταυτόχρονα πείσμωνε γιατί πάνω απ’ όλα ήθελε να μοιραστεί τη χαρά του αγώνα, με έπαθλο μια ηδονή πρωτόγνωρη όπως είχε υποψιαστεί από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του. Ύστερα τι αξία θα είχε μια ζωή κενή, χωρίς αυτό το υπέρτατο βραβείο, σε τελευταία ανάλυση την πεμπτουσία της ύπαρξης;
Πετούσε από λουλούδι σε καρπό, στεκόταν άλλοτε στην υγρή γούρνα του πηγαδιού κι είχε ριζώσει για καλά μέσα του η πεποίθηση της επιτυχίας.
Μεσημέριαζε, τα χορτάρια του λιβαδιού είχαν μια αρμονία χρωμάτων με κυρίαρχο το πράσινο. Οι ήχοι ελάχιστοι αλλά απροσδιόριστα μελωδικοί. Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν.
Την είδαν να βγαίνει από την κυψέλη αγέρωχη, με πέταγμα προκλητικό που έκοβε τα πόδια και τα φτερά των υποψήφιων για να ζευγαρώσουν κηφήνων. Ένα μακρόσυρτο βόμβισμα ακούστηκε. Κάτι σαν ερωτική μελωδία.
Η βασίλισσα… η βασίλισσα…
Πέταξαν επιθετικά προς το μέρος της όλοι οι επίδοξοι εραστές. Κι αυτός κοντά τους. Τινάχτηκε με μιας και χώθηκε στο σμήνος των αρσενικών με την πίστη ότι θα ’ταν αυτός ο νικητής.
Η βασίλισσα με βασανιστική θηλυκότητα και χάρη μοναδική έκανε εναέριες λικνιστικές διαδρομές επιταχύνοντας με δεξιότητα το πέταγμά της, έτσι που γινόταν πιο επιθυμητή, ανυπόφορα ποθητή στους μνηστήρες της.
Το θέαμα ήταν μοναδικό μέσα στο ανοιξιάτικο μεσημέρι. Μπροστά η βασίλισσα που έσερνε το χορό του έρωτα και πίσω το αλληλοσπαρασσόμενο σμήνος των κηφήνων, διέγραφαν στον αέρα κύκλους και καμπύλες διαδρομών και πτήσεων. Μόλις την πλησίαζαν έκανε ότι κοντοστεκόταν κι ύστερα πάλι έφευγε με ταχύτητα. Μερικοί είχαν αρχίσει να κουράζονται και να εγκαταλείπουν το φιλόδοξο ερωτικό εγχείρημα. Άλλοι αποσύρθηκαν τραυματισμένοι από τις μικρές αψιμαχίες με τους αντεραστές. Η πρώτη διαλογή είχε γίνει. Όμως συνέχιζαν αρκετοί ανάμεσά τους κι αυτός. Ώρα πολλή γινότανε αυτή η άγρια ερωτική τελετή. Η κόπωση μετατρεπόταν σε θέληση, οι ορμές έφερναν ασίγαστη επιθυμία,
Στο μεταξύ σύννεφα εμφανίστηκαν στον ουρανό. Άρχισε να σιγοψιχαλίζει. Η θαμπή ατμόσφαιρα βέβαια ταίριαζε στους ρομαντικούς κι όχι μόνο διαλογισμούς των κηφήνων. Με την πάροδο του χρόνου και με τη διαμόρφωση των καιρικών συνθηκών οι μνηστήρες που είχαν εναπομείνει μετρήθηκαν τέσσερεις. Ανήσυχη κοίταξε πίσω η βασίλισσα. Καλό βέβαια το παιχνίδι, αλλά ο κίνδυνος έλλειψης αρσενικού ήταν ορατός. Μάλιστα εκείνη την ώρα κάτι συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, άγνωστο τι, οι δύο από τους ακολουθούντες και αιφνίδια αποσύρθηκαν. Ο ανταγωνισμός πια ήταν μεταξύ αυτού και ενός άγριου αντεραστή. Έκοψε ταχύτητα η βασίλισσα. Αρκετά. Έτοιμη να δοθεί στον νικητή.
Τότε, και καθώς την ακουμπούσαν παλεύοντας σκληρά οι δύο μονομάχοι μια χοντρή σταγόνα νερού κτύπησε τον αντίπαλό του τόσο δυνατά που τον παρέσυρε στο έδαφος. Έτσι και με την βοήθεια της τύχης που πάντα έχουν οι θαρραλέοι έμεινε στον αέρα κι άρχισε να επιδίδεται σε υπέροχες εναέριες ερωτικές περιπτύξεις με τη διψασμένη κι ακόρεστη βασίλισσα.
Κάποια στιγμή όμως εξουθενώθηκαν και οι δύο. Εκείνη πέταξε προς την κυψέλη. Αυτός άφησε τον εαυτό του σε μια ελεύθερη πτώση. Αισθανόταν ότι είχε επιτελέσει τον προορισμό του με τον ηδονικότερο τρόπο. Σε λίγο οι απόγονοί του που σίγουρα θα κουβαλούσαν κάτι δικό του, θα γέμιζαν τους κήπους και τα χωράφια της περιοχής.
Απρόσεκτος και κουρασμένος καθώς ήταν έπεσε βίαια σε μια λακκούβα με λάσπη. Κόλλησε εκεί και του ήταν αδύνατο να ξεφύγει. Δεν ήξερε αν το ήθελε κιόλας. Ευχαριστημένος ότι έζησε τον αληθινό έρωτα ένιωθε τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν πάνω του και να τον αφανίζουν.
Πλήρης και χωρίς φόβο παραδόθηκε στη συμπαντική μνήμη σαν ένδοξος και σωστός κηφήνας
Το κείμενο είναι του Νίκου Μοσχοβάκου και εδώ παρακάτω σας το διαβάζω πάνω σε μουσική Μποκερίνι (Φαντάνγκο). Αν κάποιος άλλος φίλος/επισκέπτης του ιστολογοφόρου έχει κάποιο μικρό κείμενο για τα παρεξηγημένα αυτά έντομα δεν έχει παρά να το στείλει και θα το αναρτήσω ευχαρίστως.
Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 8 Απριλίου, 2013
Εκείνοι που θέλουν να γίνουν αστέρια της πίστας γιατί έχουν παιδιά να αναθρέψουν, Όου γιές!
Εκείνοι που όταν κάνουν ομαδική δουλειά νομίζουν ότι προσλήφθηκαν από άλλη εταιρεία, Όου γιές!
Εκείνοι που τα κάνουν όλα γιατί τυγχάνουν επαγγελματίες, Όου γιές!
Εκείνοι που ανάβουν ένα κερί στην Παναγία, γιατί έχουν ένα ανηψούδι ετοιμοθάνατο, Όου γιές!
Εκείνοι που σου σβήνουν το κερί εξ επαγγέλματος, Όου γιές!
Εκείνοι που ένας Παπαδόπουλος είναι κρυμμένος πάντα μέσα μας, Όου γιές!
Εκείνοι που ψηφίζουν δεξιά επειδή οι δεξιοί βρίζουν καλύτερα στην καθαρεύουσα, Όου γιές!
Εκείνοι που ψηφίζουν δεξιά γιατί φοβούνται τους κλέφτες, Όου γιές!
Εκείνοι που ψηφίζουν λευκό για να μην λερώσουν, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν ανακατεύονται με τα πολιτικά, πα πα πα πα, Όου γιές!
Εκείνοι που ξερνάνε, Όου γιές!
Εκείνοι που αντέχουν να υποστηρίζουν ακόμη τον βασιλιά, Όου γιές!
Εκείνοι που αντέχουν να υποστηρίζουν τους βάζελους, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν αντέχουν το κρασί, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν μας προκύπτουν, Όου γιές!
Εκείνοι που πιστεύουν ότι το Θείο Βρέφος είναι ο Άγιος Βασίλης μωρό, Όου γιές!
Εκείνοι που τη νύχτα της πρωτοχρονιάς την κάνουν με την ερωμένη τους, αφού πρώτα κλέψουν την βασιλόπιτα των παιδιών, Όου γιές! Των δικών τους παιδιών, Όου γιές!
Εκείνοι που κάνουν έρωτα στα όρθια γιατί νομίζουν ότι έτσι πρέπει να γίνεται στα πιεντ-α-τερ, Όου γιές!
Εκείνοι που βρίσκονται μέσ’ τα σκατά μέχρι εδώ, Όου γιές! Όου γιές!
Εκείνοι που με έναν καλό ύπνο όλα περνούν, ως κι ο καρκίνος, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν μπορούν, ούτε τώρα, να πιστέψουν ότι η γη είναι στρογγυλή, Όου γιές!
Εκείνοι που δε θέλησαν ποτέ να γυρίσουν από το ανατολικό μπλοκ και το παίξανε αγνοούμενοι, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν τους συνέβη ποτέ θανάσιμο ατύχημα, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν θέλουν να καταταγούν στα ες ες, Όου γιές!
Εκείνοι που επιμένουν να σου εξηγούν τις ιδέες σου, χωρίς όμως να σε βοηθήσουν να τις καταλάβεις, Όου γιές!
Εκείνοι που λένε η υπηρέτριά μας, Όου γιές!
Εκείνοι που οργανώνουν πορείες πολέμου, Όου γιές!
Εκείνοι που οργανώνουν τα πάντα, Όου γιές!
Εκείνοι που χάνουν τον πόλεμο παρά τρίχα, Όου γιές!
Εκείνοι που θέλουν να σε πάνε να φας βατράχια (ή σούσι), Όου γιές!
Εκείνοι που είναι ακόμη μόλις δύο την νύχτα, Όου γιές!
Εκείνοι που έχουν σύστημα για να χάνουν στη ρουλέτα, Όου γιές!
Εκείνοι που να μην χαθούμε, Όου γιές!
Εκείνοι που προκύπτουν αλλιώτικοι από τους άλλους, Όου γιές!
Εκείνοι που προκύπτουν γενικώς, Όου γιές!
Εκείνοι που γαμώ την ατυχία μου, Όου γιές!
Εκείνοι που όταν χάνει η ομάδα τους λένε ότι κατά βάθος δεν είναι παρά ένα παιχνίδι και μετά γυρίζουν σπίτι και χτυπάνε τα παιδιά τους, Όου γιές!
Εκείνοι που λένε ότι το χρήμα δεν είναι το παν στη ζωή, Όου γιές!
Εκείνοι που εδώ έχουν γίνει όλα μπουρδέλο, Όου γιές!
Εκείνοι που για λόγους αρχής και όχι χρημάτων, Όου γιές!
Εκείνοι που το είπε η τηλεόραση, Όου γιές!
Εκείνοι που το στάτους κβό, υπό την προοπτική ότι, στο βαθμό που, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν έχουν μια αποστολή να εκτελέσουν, Όου γιές!
Εκείνοι που είναι τίμιοι, αλλά ως ένα ορισμένο σημείο, Όου γιές!
Εκείνοι που περιμένουν το τραμ γελώντας και λέγοντας αστεία, Όου γιές!
Εκείνοι που περιμένουν να φανεί η αρραβωνιαστικιά για να το παίξουν σοβαροί, Όου γιές!
Εκείνοι που η μαφία δεν υπάρχει, Όου γιές!
Εκείνοι που τους τρομοκρατούν τα γραμμάτια, Όου γιές!
Εκείνοι που δουλεύουμε όλοι για το κεφάλαιο, Όου γιές!
Εκείνοι που, αναμάρτητοι, εκτοξεύουν την πρώτη πέτρα, και τη δεύτερη, και την τρίτη… και μετά; Το μετά το ξέρουμε… Όου γιές!
Εκείνοι που σηκώνονται στις έξη, φρέσκοι σαν τριαντάφυλλο, για να δουν την χαραυγή που πέρασε ήδη. Όου γιές!
Εκείνοι που μοιάζουν με το γιό μου, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν διασκεδάζουν, ακόμη κι όταν γελάνε, Όου γιές!
Εκείνοι που στο θέατρο για να μην ενοχλήσουν πάνε και κάθονται στις τελευταίες σειρές, Όου γιές!
Εκείνοι που παραμένουν στην πρωτεύουσα, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν ήταν εκεί, Όου γιές!
Εκείνοι που άρχισαν να δουλεύουν από μικροί, συνεχίζουν ακόμη, αλλά δεν ξέρουν γιατί διάβολο το κάνουν, Όου γιές!
Εκείνοι εκεί…
Quelli che (1975)
Ο Έντσο Γιαννάτσι, (γιατρός καρδιολόγος και τραγουδοποιός που έφυγε πρόσφατα, Μιλάνο, 3 Ιουνίου 1935 – Μιλάνο, 29 Μαρτίου 2013), πάνω σε μουσική βάση μπλουζ και με τη συνοδεία ενός σαξόφωνου, σχολιάζει με σουρεαλιστικό τρόπο κοινούς τόπους, βίτσια, αλλά και συμπαθέστερα χαρακτηριστικά του μέσου Ιταλού της δεκαετίας του εβδομήντα (όλα μαζί χύμα).
Επειδή οι καιροί αλλάζουν, ο Έντζο, στις μεταγενέστερες συναυλίες του, τροποποίησε πολλές φορές τα λόγια αυτά (γραμμένα αρχικά μαζί με τον Μπέπε Βιόλα).
Εδώ σας έχω μια απόπειρα μετάφρασης στα ελληνικά, αρκετά πιστή στο πρωτότυπο (αρχική εκδοχή), και επιφυλάσσομαι για καμιά πιο επίκαιρη προσαρμογή, του τύπου:
* εκείνοι που πήγαν τα λεφτά τους έξω επειδή νόμισαν ότι πρέπει που και που να τα αερίζουν, Όου γιές!, ή
* εκείνοι που έβαλαν τα λεφτά τους την τράπεζα για να μη τους τα πάρουν οι κλέφτες, Όου γιές!, ή
* εκείνοι που νόμισαν ότι το μνημόνιο είναι ατζέντα, το υπόγραψαν, αλλά ξέχασαν να πάνε στην κηδεία, Όου γιές!, ή
* εκείνοι που δηλώνουν νεοφιλελεύθεροι για να μη τους πάρουν τα σπίτια οι κομουνιστές, Όου γιές!, ή
* εκείνοι που συνωμοσίες δεν υπάρχουν, Μόνο οι συνομωσιολογίες, Όου γιές!
και ούτω καθ’ εξής! (Όου γιές)
Quelli che cantano dentro nei dischi perche’ ci hanno i figli da mantenere, oh yes!
Quelli che da tre anni fanno un lavoro d’equipe convinti d’essere stati assunti da un’altra ditta, oh yes!
Quelli che fanno un mestiere come un altro.
Quelli che accendono un cero alla Madonna perche’ hanno il nipote che sta morendo, oh yes!
Quelli che di mestiere ti spengono il cero, oh yes!
Quelli che Mussolini e’ dentro di noi, oh yes!
Quelli che votano a destra perche’ Almirante sparla bene, oh yes!
Quelli che votano a destra perche’ hanno paura dei ladri, oh yes!
Quelli che votano scheda bianca per non sporcare, oh yes!
Quelli che non si sono mai occupati di politica, oh yes!
Quelli che vomitano, oh yes! Quelli che tengono al re.
Quelli che tengono al Milan, oh yes!
Quelli che non tengono il vino, oh yes!
Quelli che non ci risultano, oh yes!
Quelli che credono che Gesu’ Bambino sia Babbo Natale da giovane, oh yes!
Quelli che la notte di Natale scappano con l’amante dopo aver rubato il panettone ai bambini, oh yes! Intesi come figli, oh yes!
Quelli che fanno l’amore in piedi convinti di essere in un pied-a-ter, oh yes!
Quelli, quelli che sono dentro nella merda fin qui, oh yes! Oh yes!
Quelli che con una bella dormita passa tutto, anche il cancro, oh yes!
Quelli che, quelli che non possono crederci neanche adesso che la terra e’ rotonda, oh yes!
Quelli che non vogliono tornare dalla Russia e continuano a fingersi dispersi, oh yes!
Quelli che non hanno mai avuto un incidente mortale, oh yes!
Quelli che non vogliono arruolarsi nelle SS.
Quelli che ti spiegano le tue idee senza fartele capire, oh yes!
Quelli che dicono «la mia serva», oh yes!
Oh yes! Quelli che organizzano la marcia per la guerra, oh yes!
Quelli che organizzano tutto, oh yes!
Quelli che perdono la guerra… per un pelo, oh yes! Oh yes!
Quelli che ti vogliono portare a mangiare le rane, oh yes!
Quelli che sono soltanto le due di notte, oh yes!
Quelli che hanno un sistema per perdere alla roulette, oh yes!
Quelli che non hanno mai avuto un incidente mortale, oh yes!
Quelli che non ci sentiamo, oh yes!
Quelli diversi dagli altri, oh yes!
Quelli che puttana miseria, oh yes!
Quelli che quando perde l’Inter o il Milan dicono che in fondo e’ una partita di calcio e poi vanno a casa e picchiano i figli, oh yes!
Quelli che dicono che i soldi non sono tutto nella vita, oh yes!
Quelli che qui e’ tutto un casino, oh yes!
Quelli che per principio non per i soldi, oh yes! Oh yes!
Quelli che l’ha detto il telegiornale, oh yes!
Quelli che lo statu quo che nella misura in cui che nell’ottica, oh yes!
Quelli che non hanno una missione da compiere, oh yes!
Quelli che sono onesti fino a un certo punto, oh yes!
Quelli che fanno un mestiere come un altro.
Quelli che aspettando il tram e ridendo e scherzando, oh yes!
Quelli che aspettano la fidanzata per darsi un contegno, oh yes!
Quelli che la mafia non ci risulta, oh yes!
Quelli che ci hanno paura delle cambiali, oh yes!
Quelli che lavoriamo tutti per Agnelli, oh yes!
Quelli che tirano la prima pietra, ma che anche la seconda,la terza, la quarta e dopu? E dopu se sa no…
Quelli che alla mattina alle sei freschi come una rosa si svegliano per vedere l’alba che e’ gia’ passata.
Quelli che assomigliano a mio figlio, oh yes!
Quelli che non si divertono mai neanche quando ridono, oh yes!
Quelli che a teatro vanno nelle ultime file per non disturbare, oh yes!
Quelli, quelli di Roma.
Quelli che non c’erano.
Quelli che hanno cominciato a lavorare da piccoli, non hanno ancora finito e non sanno che cavolo fanno, oh yes!