Κυκλοφόρησε από τις εκδ. Παπαζήση η νέα ποιητική συλλογή του Λευτέρη Μανωλά
Ποιήματα και ποιητικά κείμενα από τον Ηλία Κουτσούκο.
*
Η νέα συλλογή ποιημάτων του Νίκου Μοσχοβάκου.
*
Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Τηλέμαχου Χυτήρη ¨Ημερολόγιο μιας επιστροφής¨ από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨
.
*
¨Απριλίου ξανθίσματα¨.
Κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου, από τις εκδόσεις Μελάνι.
Αισθάνθηκε μια δαγκωνιά
στη μνήμη.
Ήταν το παρελθόν
που σαν αδέσποτο σκυλί
είχε επιτεθεί στο είναι του.
Οι σταγόνες αίμα που έσταξαν
κοκκίνισαν τις εικόνες.
***
Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου ¨Τέλος της Περιπλάνησης¨. Από τις εκδόσεις ¨Γαβριηλίδης¨
***
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου
¨Αιφνίδια και διαρκή¨
Ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας οξυδερκής καθώς ήταν αλλά και θαρραλέος επινόησε πως έπρεπε να διορθώσει την ιστορία χωρίς αναβολές. Ασυμβίβαστος εκστράτευσε κατά της Σπάρτης με τον δαίμονα της υπερβολής κάτι σαν σαράκι να τρώει τα σωθικά του κι επέτυχε ν’ αλλάξει τον ρου τ’ αρχαίου κόσμου. Το πλήρωσε βέβαια στην Μαντίνεια πανάκριβα με τη ζωή του όμως διόρθωσε έστω για μια στιγμή την ανιαρή ιστορία. Δεν ήταν δα και λίγο αυτό. *****
Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος
*****
Γραφει ο Gianfranco Bettin
*****
Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.
[Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Πορτρέτο του Νίκου - Λάδι]
Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ
Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή
να γίνω τέλειος.
Έτσι μίσησα την τελειότητα
κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών.
Έχω λοιπόν πολλά να κάνω
αναζητώντας μέσα από ελλείψεις
τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών
που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους
με την σιγουριά του αλάθητου.
Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες
και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου
ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι.
*****
[Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Λάδι σε χαρτόνι - Γενάρης 2015] Tα πνευματικά δικαιώματα όλων των εικόνων και των μουσικών που αναδημοσιεύονται εδώ ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στους δημιουργούς τους.
Κοινωνία, επικοινωνία, εξουσία: Από τον Βωμό και τον Άμβωνα στην οθόνη. Η περίοδος της προφορικότητας και οι επικοινωνητές της. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση στην ιστορία της επικοινωνίας και των μέσων. Εκδότης: Ι. Σιδέρης. Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας. Σειρά: Δημοσιογραφία και ΜΜΕ. Έτος έκδοσης: 2009 . ISBN: 960-08-0468-0. Τόπος Έκδοσης: Αθήνα Αριθμός Σελίδων: 302 Διαστάσεις: 24χ17 Πρόλογος: Κώστας Βεργόπουλος. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλίκ στην εικόνα
Συλλογή κειμένων: ΜΜΕ, κοινωνία και πολιτική. Ρόλος και λειτουργία στη σύγχρονη Ελλάδα. Επιμέλεια: Χ. Φραγκονικολόπουλος Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2005 Αριθμός σελίδων 846. ISBN 960-08-0353-6, Κείμενο Β. Νόττας: ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (σελ. 49). Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.
Β΄Έκδοση. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. NovelBooks. Έτος έκδοσης: 2012. Αριθμός σελίδων: 610. Κωδικός ISBN: 9609989640. Εισαγωγικό σημείωμα στη 2η έκδοση: Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου.
Vivere pericolosamente Ανθολογία διηγημάτων: 26 ιστορίες από την Ιταλία. Εκδόσεις: Αντίκτυπος. Αθήνα: 2005 Σελίδες: 342. Κείμενο Β. Νόττας: ¨Το διαβατήριο¨. Ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο: Κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου
Εκδότης: Αρχέτυπο. Συγγραφέας: ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΤΤΑΣ. Κατηγορίες: Φανταστική Λογοτεχνία. ISBN 978-960-7928-83-2. Ημερομηνία έκδοσης: 01/01/2002. Αριθμός σελίδων: 512. Αναρτήσεις στο Ιστολογοφορο: κλίκ στην εικόνα του εξώφυλλου.
Η «κατασκευή» της πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αθήνα 1998. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου που οργανώθηκε από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συλλογικό έργο. Έκδοσεις: Αλεξάνδρεια. Διαστάσεις: 24Χ17. Σελίδες: 634. Κείμενο Β. Νόττας: Κοινωνιολογικες παρατηρησεις πανω στην οπτικοακουστικη αναπαρασταση της συγχρονης ελληνικης πραγματικοτητας. Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα
Ενα κείμενο στο βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα ¨Εισαγωγή στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ" . Εκδόσεις ¨Ιανός¨ με τίτλο ¨Αξιοπιστία και οπτικό ρεπορτάζ¨
Περιοδικό ¨Εξώπολις¨ Τεύχος 12-13. Κείμενο με τίτλο ¨Το ραδιόφωνο των ονείρων. Ένα δοκίμιο περί ήχων φτιαγμένο με επτά εικόνες¨. Στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.
Συμμετοχή σε λογοτεχνικό παιχνίδι σχετικό με τον (υποτιθέμενο) συγγραφέα Άρθουρ Τζοφ Άρενς. Δημοσιευμένο στο περιοδικό ¨Απαγορευμένος πλανήτης" τεύχος 6 (εκδόσεις ¨Παραπέντε¨). Για το πλήρες κείμενο κλικ στην εικόνα.
¨Το Δεντρο¨ Τεύχος: 17-18 . Βασίλης Νοττας: Συζήτηση για τον κοινωνικό χώρο της Θεσσαλονίκης.
Διδακτορική Διατριβή ¨Δημόσια μέσα μαζικής επικοινωνίας και συμμετοχική Πολεοδομία¨. Σελίδες:788. Ψηφιοποιημένη στη βιβλιοθήκη του Παντείου
*
Συγγραφικά φίλων
Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Νίκου Μοσχοβάκου (κλικ στην εικόνα)
Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Ηλία Κουτσούκου (κλικ στην εικόνα)
Μοτο-ταξιδιωτικά από τον Βασίλη Μεταλλινό (κλικ στην εικόνα)
Κάποιες απόψεις και άρθρα…
Η γυναίκα τανάλια * Όταν ο Χάρι Πότερ συνάντησε τα λόμπι * Ο μικρός ήρωας * Πώς έκοψα το κάπνισμα και άλλα
¨Κάποιο βράδυ του Μάη¨: Μια ακόμη παλιά (1937) ναπολιτάνικη καντσονέτα, αυτή τη φορά με μουσική του Giuseppe Cioffi πάνω σε στίχους του Egidio Pisano.
Εδώ η εκδοχή στα ελληνικά που σας έφτιαξα. Παρακάτω το πρωτότυπο κείμενο στη διάλεκτο της Νεάπολης.
Όταν βρίσκεσαι κοντά μου
σου μιλώ, δε με προσέχεις…
Πού κοιτάς αφηρημένη
κι ούτε που μου απαντάς;
Εγώ σ’ έχω στην καρδιά μου
είμαι πάντα ερωτευμένος,
μ’ άλλον στο μυαλό σου έχεις
και εμένα με ξεχνάς
Κάποτε μου πες ¨ναι¨…
Δεν το θυμάσαι;
Όποιον για σε πεθαίνει, μην σκοτώνεις…
Μου είπες ναι, του Μάη κάποιο βράδυ
και τώρα έχεις κουράγιο
να μη με θες;
Πλάνη κρύβει η ματιά σου
όπως σαν με πρωτοείδες
όπως σαν μου πρωτοείπες:
¨Μόνο εσένα θ’ αγαπώ¨.
Κι όρκο μου ’δωσες ριγώντας
από μας να μείνει κάτι
¨Δε ξεχνιέται η πρώτη αγάπη¨,
μα δεν έμεινε ούτε αυτό.
Κάποτε μου πες ¨ναι¨…
Δεν το θυμάσαι;
Όποιον για σε πεθαίνει μην σκοτώνεις…
Μου είπες ναι, του Μάη κάποιο βράδυ
Και τώρα έχεις κουράγιο
να μη με θες;
Με τον Ρέντσο Άρμπορε
Η απόδοση στα ελληνικά (από κάτω η ορχήστρα του Τζενάρο Βεντίτο)
Με τον Ρομπέρτο Μούρολο
Με τη Μίνα
Με τον Μάριο ντελ Μόνακο
Na Sera E Maggio
Quanno vien’a ‘appuntamento
guarde ‘o mare, guard»e ffronne,
si te parlo nun rispunne,
staje distratta comm’a che.
Io te tengo dint»o core,
sóngo sempe ‘nnammurato
ma tu, invece, pienze a n’ato
e te staje scurdanno ‘e me…
Quanno se dice: «Sí!»
tiènelo a mente…
Nun s’ha da fá murí
nu core amante…
Tu mme diciste: «Sí!» na sera ‘e maggio…
e mo tiene ‘o curaggio ‘e mme lassá?!
St’uocchie tuoje nun só’ sincere
comm’a quanno mme ‘ncuntraste,
comm’a quanno mme diciste:
«Voglio bene sulo a te…»
E tremmanno mme giuraste,
cu na mano ‘ncopp»o core:
«Nun se scorda ‘o primmo ammore!…»
Mo te staje scurdanno ‘e me…
Quanno se dice: «Sí!»
tiènelo a mente…
Nun s’ha da fá murí
nu core amante…
Tu mme diciste: «Sí!» na sera ‘e maggio…
e mo tiene ‘o curaggio ‘e mme lassá?!
Λες να ’χει φτάσει η μεγάλη στιγμή για την εκπλήρωση του προορισμού του; πέρασε αστραπιαία από το είναι του.
Αισθανόταν ένα τρακ, καθώς είδε τους όμοιούς του, λοιπούς μνηστήρες, να πετάνε αμέριμνοι έξω από την κυψέλη.
Άρχισε να προβάρει κινήσεις, πετάγματα κι αποφάσεις.
Κάποιοι αντεραστές τον κοίταζαν παραξενεμένοι από τα καμώματά του.
Όταν το αντιλήφθηκε, ντράπηκε λίγο κι από αμηχανία προσγειώθηκε σ’ ένα λουλούδι. Έπαιξε αφηρημένος με την κίτρινη γύρη, πάτησε μέσα στα πέταλα και το μίσχο με το νου προσηλωμένο στο μεγάλο σκοπό.
Οι άλλοι κηφήνες, ακόμη και οι φίλοι του, τον υποτιμούσαν και δεν υπολόγιζαν ότι έχει τη χάρη και τη δυνατότητα να ζευγαρώσει αυτός με τη βασίλισσα. Το ’βλεπε καθαρά στη συμπεριφορά τους, όταν απευθύνονταν σ’ αυτόν και πληγωνότανε. Όμως ταυτόχρονα πείσμωνε γιατί πάνω απ’ όλα ήθελε να μοιραστεί τη χαρά του αγώνα, με έπαθλο μια ηδονή πρωτόγνωρη όπως είχε υποψιαστεί από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του. Ύστερα τι αξία θα είχε μια ζωή κενή, χωρίς αυτό το υπέρτατο βραβείο, σε τελευταία ανάλυση την πεμπτουσία της ύπαρξης;
Πετούσε από λουλούδι σε καρπό, στεκόταν άλλοτε στην υγρή γούρνα του πηγαδιού κι είχε ριζώσει για καλά μέσα του η πεποίθηση της επιτυχίας.
Μεσημέριαζε, τα χορτάρια του λιβαδιού είχαν μια αρμονία χρωμάτων με κυρίαρχο το πράσινο. Οι ήχοι ελάχιστοι αλλά απροσδιόριστα μελωδικοί. Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν.
Την είδαν να βγαίνει από την κυψέλη αγέρωχη, με πέταγμα προκλητικό που έκοβε τα πόδια και τα φτερά των υποψήφιων για να ζευγαρώσουν κηφήνων. Ένα μακρόσυρτο βόμβισμα ακούστηκε. Κάτι σαν ερωτική μελωδία.
Η βασίλισσα… η βασίλισσα…
Πέταξαν επιθετικά προς το μέρος της όλοι οι επίδοξοι εραστές. Κι αυτός κοντά τους. Τινάχτηκε με μιας και χώθηκε στο σμήνος των αρσενικών με την πίστη ότι θα ’ταν αυτός ο νικητής.
Η βασίλισσα με βασανιστική θηλυκότητα και χάρη μοναδική έκανε εναέριες λικνιστικές διαδρομές επιταχύνοντας με δεξιότητα το πέταγμά της, έτσι που γινόταν πιο επιθυμητή, ανυπόφορα ποθητή στους μνηστήρες της.
Το θέαμα ήταν μοναδικό μέσα στο ανοιξιάτικο μεσημέρι. Μπροστά η βασίλισσα που έσερνε το χορό του έρωτα και πίσω το αλληλοσπαρασσόμενο σμήνος των κηφήνων, διέγραφαν στον αέρα κύκλους και καμπύλες διαδρομών και πτήσεων. Μόλις την πλησίαζαν έκανε ότι κοντοστεκόταν κι ύστερα πάλι έφευγε με ταχύτητα. Μερικοί είχαν αρχίσει να κουράζονται και να εγκαταλείπουν το φιλόδοξο ερωτικό εγχείρημα. Άλλοι αποσύρθηκαν τραυματισμένοι από τις μικρές αψιμαχίες με τους αντεραστές. Η πρώτη διαλογή είχε γίνει. Όμως συνέχιζαν αρκετοί ανάμεσά τους κι αυτός. Ώρα πολλή γινότανε αυτή η άγρια ερωτική τελετή. Η κόπωση μετατρεπόταν σε θέληση, οι ορμές έφερναν ασίγαστη επιθυμία,
Στο μεταξύ σύννεφα εμφανίστηκαν στον ουρανό. Άρχισε να σιγοψιχαλίζει. Η θαμπή ατμόσφαιρα βέβαια ταίριαζε στους ρομαντικούς κι όχι μόνο διαλογισμούς των κηφήνων. Με την πάροδο του χρόνου και με τη διαμόρφωση των καιρικών συνθηκών οι μνηστήρες που είχαν εναπομείνει μετρήθηκαν τέσσερεις. Ανήσυχη κοίταξε πίσω η βασίλισσα. Καλό βέβαια το παιχνίδι, αλλά ο κίνδυνος έλλειψης αρσενικού ήταν ορατός. Μάλιστα εκείνη την ώρα κάτι συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, άγνωστο τι, οι δύο από τους ακολουθούντες και αιφνίδια αποσύρθηκαν. Ο ανταγωνισμός πια ήταν μεταξύ αυτού και ενός άγριου αντεραστή. Έκοψε ταχύτητα η βασίλισσα. Αρκετά. Έτοιμη να δοθεί στον νικητή.
Τότε, και καθώς την ακουμπούσαν παλεύοντας σκληρά οι δύο μονομάχοι μια χοντρή σταγόνα νερού κτύπησε τον αντίπαλό του τόσο δυνατά που τον παρέσυρε στο έδαφος. Έτσι και με την βοήθεια της τύχης που πάντα έχουν οι θαρραλέοι έμεινε στον αέρα κι άρχισε να επιδίδεται σε υπέροχες εναέριες ερωτικές περιπτύξεις με τη διψασμένη κι ακόρεστη βασίλισσα.
Κάποια στιγμή όμως εξουθενώθηκαν και οι δύο. Εκείνη πέταξε προς την κυψέλη. Αυτός άφησε τον εαυτό του σε μια ελεύθερη πτώση. Αισθανόταν ότι είχε επιτελέσει τον προορισμό του με τον ηδονικότερο τρόπο. Σε λίγο οι απόγονοί του που σίγουρα θα κουβαλούσαν κάτι δικό του, θα γέμιζαν τους κήπους και τα χωράφια της περιοχής.
Απρόσεκτος και κουρασμένος καθώς ήταν έπεσε βίαια σε μια λακκούβα με λάσπη. Κόλλησε εκεί και του ήταν αδύνατο να ξεφύγει. Δεν ήξερε αν το ήθελε κιόλας. Ευχαριστημένος ότι έζησε τον αληθινό έρωτα ένιωθε τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν πάνω του και να τον αφανίζουν.
Πλήρης και χωρίς φόβο παραδόθηκε στη συμπαντική μνήμη σαν ένδοξος και σωστός κηφήνας
Το κείμενο είναι του Νίκου Μοσχοβάκου και εδώ παρακάτω σας το διαβάζω πάνω σε μουσική Μποκερίνι (Φαντάνγκο). Αν κάποιος άλλος φίλος/επισκέπτης του ιστολογοφόρου έχει κάποιο μικρό κείμενο για τα παρεξηγημένα αυτά έντομα δεν έχει παρά να το στείλει και θα το αναρτήσω ευχαρίστως.
Εκείνοι που θέλουν να γίνουν αστέρια της πίστας γιατί έχουν παιδιά να αναθρέψουν, Όου γιές!
Εκείνοι που όταν κάνουν ομαδική δουλειά νομίζουν ότι προσλήφθηκαν από άλλη εταιρεία, Όου γιές!
Εκείνοι που τα κάνουν όλα γιατί τυγχάνουν επαγγελματίες, Όου γιές!
Εκείνοι που ανάβουν ένα κερί στην Παναγία, γιατί έχουν ένα ανηψούδι ετοιμοθάνατο, Όου γιές!
Εκείνοι που σου σβήνουν το κερί εξ επαγγέλματος, Όου γιές!
Εκείνοι που ένας Παπαδόπουλος είναι κρυμμένος πάντα μέσα μας, Όου γιές!
Εκείνοι που ψηφίζουν δεξιά επειδή οι δεξιοί βρίζουν καλύτερα στην καθαρεύουσα, Όου γιές!
Εκείνοι που ψηφίζουν δεξιά γιατί φοβούνται τους κλέφτες, Όου γιές!
Εκείνοι που ψηφίζουν λευκό για να μην λερώσουν, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν ανακατεύονται με τα πολιτικά, πα πα πα πα, Όου γιές!
Εκείνοι που ξερνάνε, Όου γιές!
Εκείνοι που αντέχουν να υποστηρίζουν ακόμη τον βασιλιά, Όου γιές!
Εκείνοι που αντέχουν να υποστηρίζουν τους βάζελους, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν αντέχουν το κρασί, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν μας προκύπτουν, Όου γιές!
Εκείνοι που πιστεύουν ότι το Θείο Βρέφος είναι ο Άγιος Βασίλης μωρό, Όου γιές!
Εκείνοι που τη νύχτα της πρωτοχρονιάς την κάνουν με την ερωμένη τους, αφού πρώτα κλέψουν την βασιλόπιτα των παιδιών, Όου γιές! Των δικών τους παιδιών, Όου γιές!
Εκείνοι που κάνουν έρωτα στα όρθια γιατί νομίζουν ότι έτσι πρέπει να γίνεται στα πιεντ-α-τερ, Όου γιές!
Εκείνοι που βρίσκονται μέσ’ τα σκατά μέχρι εδώ, Όου γιές! Όου γιές!
Εκείνοι που με έναν καλό ύπνο όλα περνούν, ως κι ο καρκίνος, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν μπορούν, ούτε τώρα, να πιστέψουν ότι η γη είναι στρογγυλή, Όου γιές!
Εκείνοι που δε θέλησαν ποτέ να γυρίσουν από το ανατολικό μπλοκ και το παίξανε αγνοούμενοι, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν τους συνέβη ποτέ θανάσιμο ατύχημα, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν θέλουν να καταταγούν στα ες ες, Όου γιές!
Εκείνοι που επιμένουν να σου εξηγούν τις ιδέες σου, χωρίς όμως να σε βοηθήσουν να τις καταλάβεις, Όου γιές!
Εκείνοι που λένε η υπηρέτριά μας, Όου γιές!
Εκείνοι που οργανώνουν πορείες πολέμου, Όου γιές!
Εκείνοι που οργανώνουν τα πάντα, Όου γιές!
Εκείνοι που χάνουν τον πόλεμο παρά τρίχα, Όου γιές!
Εκείνοι που θέλουν να σε πάνε να φας βατράχια (ή σούσι), Όου γιές!
Εκείνοι που είναι ακόμη μόλις δύο την νύχτα, Όου γιές!
Εκείνοι που έχουν σύστημα για να χάνουν στη ρουλέτα, Όου γιές!
Εκείνοι που να μην χαθούμε, Όου γιές!
Εκείνοι που προκύπτουν αλλιώτικοι από τους άλλους, Όου γιές!
Εκείνοι που προκύπτουν γενικώς, Όου γιές!
Εκείνοι που γαμώ την ατυχία μου, Όου γιές!
Εκείνοι που όταν χάνει η ομάδα τους λένε ότι κατά βάθος δεν είναι παρά ένα παιχνίδι και μετά γυρίζουν σπίτι και χτυπάνε τα παιδιά τους, Όου γιές!
Εκείνοι που λένε ότι το χρήμα δεν είναι το παν στη ζωή, Όου γιές!
Εκείνοι που εδώ έχουν γίνει όλα μπουρδέλο, Όου γιές!
Εκείνοι που για λόγους αρχής και όχι χρημάτων, Όου γιές!
Εκείνοι που το είπε η τηλεόραση, Όου γιές!
Εκείνοι που το στάτους κβό, υπό την προοπτική ότι, στο βαθμό που, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν έχουν μια αποστολή να εκτελέσουν, Όου γιές!
Εκείνοι που είναι τίμιοι, αλλά ως ένα ορισμένο σημείο, Όου γιές!
Εκείνοι που περιμένουν το τραμ γελώντας και λέγοντας αστεία, Όου γιές!
Εκείνοι που περιμένουν να φανεί η αρραβωνιαστικιά για να το παίξουν σοβαροί, Όου γιές!
Εκείνοι που η μαφία δεν υπάρχει, Όου γιές!
Εκείνοι που τους τρομοκρατούν τα γραμμάτια, Όου γιές!
Εκείνοι που δουλεύουμε όλοι για το κεφάλαιο, Όου γιές!
Εκείνοι που, αναμάρτητοι, εκτοξεύουν την πρώτη πέτρα, και τη δεύτερη, και την τρίτη… και μετά; Το μετά το ξέρουμε… Όου γιές!
Εκείνοι που σηκώνονται στις έξη, φρέσκοι σαν τριαντάφυλλο, για να δουν την χαραυγή που πέρασε ήδη. Όου γιές!
Εκείνοι που μοιάζουν με το γιό μου, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν διασκεδάζουν, ακόμη κι όταν γελάνε, Όου γιές!
Εκείνοι που στο θέατρο για να μην ενοχλήσουν πάνε και κάθονται στις τελευταίες σειρές, Όου γιές!
Εκείνοι που παραμένουν στην πρωτεύουσα, Όου γιές!
Εκείνοι που δεν ήταν εκεί, Όου γιές!
Εκείνοι που άρχισαν να δουλεύουν από μικροί, συνεχίζουν ακόμη, αλλά δεν ξέρουν γιατί διάβολο το κάνουν, Όου γιές!
Εκείνοι εκεί…
Quelli che (1975)
Ο Έντσο Γιαννάτσι, (γιατρός καρδιολόγος και τραγουδοποιός που έφυγε πρόσφατα, Μιλάνο, 3 Ιουνίου 1935 – Μιλάνο, 29 Μαρτίου 2013), πάνω σε μουσική βάση μπλουζ και με τη συνοδεία ενός σαξόφωνου, σχολιάζει με σουρεαλιστικό τρόπο κοινούς τόπους, βίτσια, αλλά και συμπαθέστερα χαρακτηριστικά του μέσου Ιταλού της δεκαετίας του εβδομήντα (όλα μαζί χύμα).
Επειδή οι καιροί αλλάζουν, ο Έντζο, στις μεταγενέστερες συναυλίες του, τροποποίησε πολλές φορές τα λόγια αυτά (γραμμένα αρχικά μαζί με τον Μπέπε Βιόλα).
Εδώ σας έχω μια απόπειρα μετάφρασης στα ελληνικά, αρκετά πιστή στο πρωτότυπο (αρχική εκδοχή), και επιφυλάσσομαι για καμιά πιο επίκαιρη προσαρμογή, του τύπου:
* εκείνοι που πήγαν τα λεφτά τους έξω επειδή νόμισαν ότι πρέπει που και που να τα αερίζουν, Όου γιές!, ή
* εκείνοι που έβαλαν τα λεφτά τους την τράπεζα για να μη τους τα πάρουν οι κλέφτες, Όου γιές!, ή
* εκείνοι που νόμισαν ότι το μνημόνιο είναι ατζέντα, το υπόγραψαν, αλλά ξέχασαν να πάνε στην κηδεία, Όου γιές!, ή
* εκείνοι που δηλώνουν νεοφιλελεύθεροι για να μη τους πάρουν τα σπίτια οι κομουνιστές, Όου γιές!, ή
* εκείνοι που συνωμοσίες δεν υπάρχουν, Μόνο οι συνομωσιολογίες, Όου γιές!
και ούτω καθ’ εξής! (Όου γιές)
Quelli che cantano dentro nei dischi perche’ ci hanno i figli da mantenere, oh yes!
Quelli che da tre anni fanno un lavoro d’equipe convinti d’essere stati assunti da un’altra ditta, oh yes!
Quelli che fanno un mestiere come un altro.
Quelli che accendono un cero alla Madonna perche’ hanno il nipote che sta morendo, oh yes!
Quelli che di mestiere ti spengono il cero, oh yes!
Quelli che Mussolini e’ dentro di noi, oh yes!
Quelli che votano a destra perche’ Almirante sparla bene, oh yes!
Quelli che votano a destra perche’ hanno paura dei ladri, oh yes!
Quelli che votano scheda bianca per non sporcare, oh yes!
Quelli che non si sono mai occupati di politica, oh yes!
Quelli che vomitano, oh yes! Quelli che tengono al re.
Quelli che tengono al Milan, oh yes!
Quelli che non tengono il vino, oh yes!
Quelli che non ci risultano, oh yes!
Quelli che credono che Gesu’ Bambino sia Babbo Natale da giovane, oh yes!
Quelli che la notte di Natale scappano con l’amante dopo aver rubato il panettone ai bambini, oh yes! Intesi come figli, oh yes!
Quelli che fanno l’amore in piedi convinti di essere in un pied-a-ter, oh yes!
Quelli, quelli che sono dentro nella merda fin qui, oh yes! Oh yes!
Quelli che con una bella dormita passa tutto, anche il cancro, oh yes!
Quelli che, quelli che non possono crederci neanche adesso che la terra e’ rotonda, oh yes!
Quelli che non vogliono tornare dalla Russia e continuano a fingersi dispersi, oh yes!
Quelli che non hanno mai avuto un incidente mortale, oh yes!
Quelli che non vogliono arruolarsi nelle SS.
Quelli che ti spiegano le tue idee senza fartele capire, oh yes!
Quelli che dicono «la mia serva», oh yes!
Oh yes! Quelli che organizzano la marcia per la guerra, oh yes!
Quelli che organizzano tutto, oh yes!
Quelli che perdono la guerra… per un pelo, oh yes! Oh yes!
Quelli che ti vogliono portare a mangiare le rane, oh yes!
Quelli che sono soltanto le due di notte, oh yes!
Quelli che hanno un sistema per perdere alla roulette, oh yes!
Quelli che non hanno mai avuto un incidente mortale, oh yes!
Quelli che non ci sentiamo, oh yes!
Quelli diversi dagli altri, oh yes!
Quelli che puttana miseria, oh yes!
Quelli che quando perde l’Inter o il Milan dicono che in fondo e’ una partita di calcio e poi vanno a casa e picchiano i figli, oh yes!
Quelli che dicono che i soldi non sono tutto nella vita, oh yes!
Quelli che qui e’ tutto un casino, oh yes!
Quelli che per principio non per i soldi, oh yes! Oh yes!
Quelli che l’ha detto il telegiornale, oh yes!
Quelli che lo statu quo che nella misura in cui che nell’ottica, oh yes!
Quelli che non hanno una missione da compiere, oh yes!
Quelli che sono onesti fino a un certo punto, oh yes!
Quelli che fanno un mestiere come un altro.
Quelli che aspettando il tram e ridendo e scherzando, oh yes!
Quelli che aspettano la fidanzata per darsi un contegno, oh yes!
Quelli che la mafia non ci risulta, oh yes!
Quelli che ci hanno paura delle cambiali, oh yes!
Quelli che lavoriamo tutti per Agnelli, oh yes!
Quelli che tirano la prima pietra, ma che anche la seconda,la terza, la quarta e dopu? E dopu se sa no…
Quelli che alla mattina alle sei freschi come una rosa si svegliano per vedere l’alba che e’ gia’ passata.
Quelli che assomigliano a mio figlio, oh yes!
Quelli che non si divertono mai neanche quando ridono, oh yes!
Quelli che a teatro vanno nelle ultime file per non disturbare, oh yes!
Quelli, quelli di Roma.
Quelli che non c’erano.
Quelli che hanno cominciato a lavorare da piccoli, non hanno ancora finito e non sanno che cavolo fanno, oh yes!
(Εδώ σας διαβάζω την προσαρμογή στα ελληνικά που σας έφτιαξα)
Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΡΙΓΩ
Η Μαριγώ, η μικρή βοσκοπούλα,
καθώς τριγυρνούσε στην εξοχή,
βρήκε μια τόση δα γατούλα
ορφανή.
Τον γιακά της ευθύς ξελασκάρει,
στο στήθος της μέσα την τοποθετεί,
ήταν το μόνο απαλό μαξιλάρι
που ’χε σκεφτεί.
Η γάτα, περνώντας την για την μαμά της,
να την βυζαίνει αρχίζει ευθύς
κι η Μαριγώ, με την καλή καρδιά της,
είναι ευτυχής.
Μα ένας χωριάτης που απ’ εκεί περνάει,
βρίσκει το θέαμα συναρπαστικό,
στο χωριό όλα τα μαρτυράει,
και γι αυτό…
Σαν το μπούστο η Μαρ’γώ ξεκουμπώνει,
για να δώσει στη γάτα τροφή,
κάθε μάγκας στο χωριό ξεσαλώνει
κι είναι εκεί και κεί κατασκηνώνει
κι ειν’ εκεί, και θα μείνει εκεί.
Κι η Μαρ’γώ, απλή και μυαλωμένη,
υποθέτει πως κοιτούν το γατί,
καθώς οι αρσενικοί μαζεμένοι
είναι εκεί , όλοι συγκεντρωμένοι,
είναι εκεί και θα μείνουν εκεί.
*
Ως κι οι δάσκαλοι κι οι μαθητές τους
και του δήμου το προσωπικό
εγκατέλειψαν τις δουλειές τους
για να δουν αυτό.
Και ας πούμε πως κι ο ταχυδρόμος
δεν εμοίραζε γράμματα πια,
δεν νοιαζότανε κανένας, όμως,
για όλα αυτά.
Κι ο Θεός ας τα συγχωρέσει,
τα παπαδάκια, που προσευχή
και κατήχηση αφήναν στη μέση
για να πάνε εκεί.
Και ακόμη κι οι χωροφυλάκοι,
συμμαζεμένοι συνήθως πολύ,
κρυφοκοίταζαν με το ένα μάτι
της Μαριγώς το γατί.
Σαν το μπούστο η Μαρ’γώ ξεκουμπώνει
για να δώσει στη γάτα τροφή,
κάθε μάγκας στο χωριό ξεσαλώνει
κι είναι εκεί ρίκι κίκι ρίκι,
κι ειν’ εκεί κίκι ρίκι κί.
Κι η Μαρ’γώ, απλή και μυαλωμένη,
υποθέτει πως κοιτούν το γατί,
καθώς οι αρσενικοί μαζεμένοι
είναι εκεί, ρίκι κίκι ρίκι,
είναι εκεί κίκι ρίκι κί.
*
Μα του χωριού οι γυναίκες οι άλλες,
χωρίς άντρα, χωρίς εραστή,
συσσωρεύανε ως τις προάλλες,
την οργή.
Και στη μέθη, μετά, της μανίας,
με μπαστούνια και φούρκα πολλή,
θυσιάσανε στο βωμό της ζήλιας,
το γατί.
Η βοσκοπούλα, είναι αλήθεια,
αφού έκλαψε πρώτα πολύ,
σε έναν σύζυγο από δω και πέρα,
θα αφιερωθεί.
Από τότε πέρασαν χρόνια,
πολλά απ’ αυτά έχουν πια ξεχαστεί…
Μόνο κάποιος παππούς στα εγγόνια
ίσως εξιστορεί:
Σαν το μπούστο η Μαρ’γώ ξεκουμπώνει
για να δώσει στη γάτα τροφή,
κάθε μάγκας στο χωριό ξεσαλώνει,
κι είναι εκεί και κεί κατασκηνώνει
κι ειν’ εκεί και θα μείνει εκεί.
Κι η Μαρ’γώ απλή και μυαλωμένη,
υποθέτει πως κοιτούν το γατί,
καθώς οι αρσενικοί μαζεμένοι,
είναι εκεί , όλοι συγκεντρωμένοι
είναι εκεί και θα μείνουν εκεί,
είναι εκεί μαζεμένοι και θα μείνουν ακόμη εκεί!
Σήμερα, Καθαρή Δευτέρα, μια έμμετρη, χαριτωμένη, βουκολική, χιλιοτραγουδισμένη ιστοριούλα του Μπρασένς που σας μετέφρασα / απέδωσα / προσάρμοσα / άλλο ….(διαλέγετε).
Πρώτα με τον τροβαδούρο
Εδώ μια «δημοτική» ανάγνωση στα ελληνικά
Μια αφρικανική εκδοχή
Στα ρωσικά
Από τους ¨Ο Μπρασένς ποτέ δεν πεθαίνει¨
Brav’ Margot
Margonton la jeune bergère
Trouvant dans l’herbe un petit chat
Qui venait de perdre sa mère
L’adopta
Elle entrouvre sa collerette
Et le couche contre son sein
C’était tout c’quelle avait pauvrette
Comm’ coussin
Le chat la prenant pour sa mère
Se mit à téter tout de go
Emue, Margot le laissa faire
Brav’ Margot
Un croquant passant à la ronde
Trouvant le tableau peu commun
S’en alla le dire à tout l’monde
Et le lendemain
[Refrain] :
Quand Margot dégrafait son corsage
Pour donner la gougoutte à son chat
Tous les gars, tous les gars du village
Etaient là, la la la la la la
Etaient là, la la la la la
Et Margot qu’était simple et très sage
Présumait qu’c’était pour voir son chat
Qu’tous les gars, tous les gars du village
Etaient là, la la la la la la
Etaient là, la la la la la
L’maître d’école et ses potaches
Le mair’, le bedeau, le bougnat
Négligeaient carrément leur tâche
Pour voir ça
Le facteur d’ordinair’ si preste
Pour voir ça, n’distribuait plus
Les lettres que personne au reste
N’aurait lues
Pour voir ça, Dieu le leur pardonne
Les enfants de cœur au milieu
Du Saint Sacrifice abandonnent
Le saint lieu
Les gendarmes, mêm’ les gendarmes
Qui sont par natur’ si ballots
Se laissaient toucher par les charmes
Du joli tableau
[Refrain]
Mais les autr’s femmes de la commune
Privées d’leurs époux, d’leurs galants
Accumulèrent la rancune
Patiemment
Puis un jour ivres de colère
Elles s’armèrent de bâtons
Et farouches elles immolèrent
Le chaton
La bergère après bien des larmes
Pour s’consoler prit un mari
Et ne dévoila plus ses charmes
Que pour lui
Le temps passa sur les mémoires
On oublia l’évènement
Seul des vieux racontent encore
A leurs p’tits enfants
Αναστεναγμός ένας:Πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει, να `χει μάτι που καρδιά να σφάζει, να `χει το καμάρι σου κι όλη αυτή τη χάρη σου και τη βελουδένια την ελιά σου. Να `χει το καμάρι σου κι όλη αυτή τη χάρη σου πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει.
*
Θα σου δώσω πλούτη κι αν γυρέψεις, μη με διώχνεις θα με καταστρέψεις, πάρε με στα χέρια σου, τ’ άσπρα περιστέρια σου η καρδιά μου μ’ άλλη δε σ’ αλλάζει. Πάρε με στα χέρια σου, τ’ άσπρα περιστέρια σου πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει.
*
Πες πως μ’ αγαπάς κι ας είναι ψέμα, ρίξε μου κουκλί μου ένα βλέμμα, μη μ’ αφήνεις μόνο μου, γιάτρεψε τον πόνο μου πλούτη και αν δεν έχω τι πειράζει. Μη μ’ αφήνεις μόνο μου, γιάτρεψε τον πόνο μου πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει.(Κώστας Κοφινιώτης, Αντώνης Διαμαντίδης ή Νταλγκάς)
με τον Μπάμπη Γκολέμε τον Μπάμπη Τσέρτο
Αναστεναγμός δύο: Άσε την πόζα που κρατάς πάψε το χρήμα να κοιτάς να ξέρεις μες τα φτωχαδάκια βρίσκεις αγάπες και μεράκια άσε την πόζα που κρατάς
*
Έχουν καρδιά και οι φτωχοί και δώσε λίγη προσοχή μες τα τριμμένα τα σακάκια θα βρεις τα πιο καλά παιδάκια έχουν καρδιά και οι φτωχοί
*
Κάποτε θα ‘ρθει η στιγμή να νιώσεις θέλοντας και μη πως ειμ’ εγώ για σένα φως μου το χρυσάφι όλου του κόσμου κάποτε θα ‘ρθει η στιγμή(Κώστας Μάνεσης, Γιάννης Παπαϊωάννου)
με τους Στράτο Παγιουμτζή, Γιάννη Παπαϊωάννου
Αναστεναγμός τρία
Τόσο καιρό σ’ έχω στο μάτι γιατί είσαι `σύ γερό κομμάτι κι ακόμαάκουσε γιατί το χρώμα το σοκολατί σου δίνει πιο μεγάλη γλύκα σε κάνει πιο ελκυστικιά κι αφού στο δρόμο μου σε βρήκα δε θέλω να φανείς κακιάΠάμε μια βόλτα στο Φαληράκι αυτή τη νύχτα τη μαγική για να σου κάνω με το φεγγαράκι εξομολόγηση ερωτικήΤι ταιριασμένο πουν’ ζευγαράκι θα λέει το κύμα στην αμμουδιά κι όταν σου δίνω κανένα φιλάκι θα’ ναι σαν όνειρο η βραδιά πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι μη μου χαλάσεις την καρδιά
Αν και όπως έχω ήδη εξομολογηθεί οι Παγκόσμιες ημέρες του Οτιδήποτε (άλλως: παγκοσμιοποιημένο μετά-εορτολόγιο) με αφήνουν παγερά αδιάφορο, να που με αφορμή μία από αυτές υλοποιείται στη σχολή μου μια πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία, την πρόσκληση στην οποία με χαρά σας αναμεταδίδω. Κάπου εδώ κοντά πέφτει της Αγίας Ποίησης και η Λέσχη Ανάγνωσης (να κάτι το πολύ όμορφο που συμβαίνει τελευταία στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ) επωφελείται της υπόμνησης και διοργανώνει ποιητικές αναγνώσεις. Τηλεφώνησα στη συνάδελφο Ζωή
που συμμετέχει στην ομάδα και κοινοποίησε την σχετική πρόσκληση και έμαθα ότι η εκδήλωση θα είναι ανοιχτή σε κάθεενδιαφερόμενο. Ιδού λοιπόν το επακριβές περιεχόμενο της αναγγελίας:
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Αγαπητοί συνάδελφοι,
Αγαπητοί προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές,
Αγαπητοί υποψήφιοι διδάκτορες,
Αγαπητοί απόφοιτοι του Τμήματος,
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, η Λέσχη Ανάγνωσης του Τμήματος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ διοργανώνει προεόρτιο μίνι μαραθώνιο ποιητικών αναγνώσεων και σας προσκαλεί να διαβάσετε δημόσια το αγαπημένο σας ποίημα, την Τετάρτη 20 Μαρτίου, ώρα 19.00-22.00, στην αίθουσα 4α.
Θα χαρούμε ειλικρινά να σας ακούσουμε και σας καλούμε να αποστείλετε, μέχρι τις 15 Μαρτίου, το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά σας, το όνομα του ποιητή και τον τίτλο του ποιήματος της επιλογής σας και στις δύο παρακάτω ηλεκτρονικές διευθύνσεις:
Και να που απρόοπτα τίθεται επί τάπητος θέμα: Στα απρόβλεπτα μονοπάτια του έρωτα τι είναι χειρότερο να σου συμβεί; Μια αγάπη ανολοκλήρωτη ή μια αγάπη χωρίς ανταπόκριση; Χειρότερη είναι μια αγάπη χωρίς ανταπόκριση, τείνω να υποστηρίξω εγώ. Άρνηση, απόρριψη: κακές κουβέντες, πληγώνουν ανεπανόρθωτα. Ενώ μια αγάπη που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί επειδή το περιβάλλον ή η μοίρα το αρνιέται πεισματικά, διαθέτει ακέραιες έγχρωμες ελπίδες και ονειρικές προβολές στο έτσι κι αλλιώς άδηλο και αδιερεύνητο ¨παραπέρα¨. Κι ο Ηλίας, κυνικός στην πανοπλία και τρυφερά ρομαντικός από κάτω μάλλον έχει κατά βάθος την ίδια άποψη (λέω εγώ τώρα, -και ο Νίκος που ήταν εδώ αυτές τις μέρες, συμφωνεί μαζί μου). Απόδειξη το ποίημά του που σας παραθέτω παρακάτω, όπου ο Έρωτας, ομολογημένα παρών, έχει εμπόδια: όχι ταξικά (όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες), όχι κάστας (όπως στον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα), όχι απόστασης και εκδίκησης (όπως εκείνος του Έντμοντ Νταντές και της Μερσέντες του στον Κόμη Μοντεκρίστο), αλλά άλλα, γενετικά θα έλεγα, όμως αυτό δεν εμποδίζει το ποίημα να απογειώνεται και να τελειώνει με μια διαπίστωση ανταπόκρισης, άρα μια μικρή υπόσχεση υπέρβασης και απόδρασης (στον κατ’ εξοχήν ερωτικό χώρο της μαγείας και της φαντασίας) Δείτε το:
*
Μαύρο χαβιάρι… στα Ηνωμένα Βουστάσια
Ηλίας Κουτσούκος
*
Δουλεύω χρόνια στα Ηνωμένα Βουστάσια
ταΐζω, καθαρίζω, προσέχω
μοσχάρια, γελάδες, γουρούνια ,
βάζω σανό, ρίχνω πίτουρα, φτυαρίζω κοπριές
γενικά, σκατά καθαρίζω και συνέχεια ακούω
‘Δημητράκη κι από δω, Δημητράκη κι από κεί
κι άλλες καρπουζόφλουδες Δημητράκη..’
Όμως εμένα το μυαλό μου είναι απέναντι,
εκεί που συνορεύει ετούτο το βουστάσιο
μ’ ένα ιπποφορβείο και κάθε απόγευμα αργά
βγαίνει για βόλτα
μια φοράδα μαύρη
που την φωνάζουν ‘black kaviar’.
Στο φράχτη κάθομαι και τη κοιτάω
έτσι περήφανη που ανεμίζει η χαίτη
γύρω απ το μακρύ λαιμό της
και πως σηκώνεται στα μπροστινά της πόδια
βγάζοντας στον αέρα χνώτο δυνατό
σαν αναστεναγμό του ανέμου επάνω από χωράφια του Απρίλη…
Με βλέπει που τη βλέπω και σκέφτομαι πως σκέφτεται
‘νάτος ο Δημητράκης από δίπλα που καθαρίζει τα σκατά..’
και τότε μούρχεται να κλάψω
γιατί μονάχα
τις δικές της κοπριές θάθελα να καθάριζα….
και κείνη το καταλαβαίνει.
Έρχεται προς το μέρος μου
τα γόνατά μου λύνονται
καθώς κοιτάζω τη μαύρη θάλασσα πούχει το βλέμμα της
καθώς το χέρι μου απλώνω πάνω απ’ το φράχτη
και τη χαιδεύω ανάμεσα στα δυό της μάτια…
Σκύβει εκείνη το κεφάλι της
και το αριστερό της πόδι ξύνει με δύναμη το χώμα
κι ύστερα μ’ ένα δυνατό χλιμίντρισμα σαν ‘γεια σου’
Το περιοδικό ¨Θεσσαλονικέων Πόλις¨ ζήτησε από νέους Θεσσαλονικείς -γεννημένους μετά την μεταπολίτευση- να γράψουν για τη ¨βιωματική¨ σχέση τους με την πόλη. Τα κείμενα δημοσιεύονται στο τελευταίο τεύχος που ήδη κυκλοφορεί.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι του Θάνου Νόττα (η φωτογραφία είναι επίσης δική του).
Δυο σκέψεις απ’ αλλού
Η Σαλονίκη πάντα είχε για μένα την αίσθηση του ορίου· σαν να ισορροπούσε με κόπο μεταξύ λίβα και βαρδάρη, ανατολής και δύσης, ελληνορθόδοξου αυτισμού και κοσμοπολίτικης παρακμής, συντηρητικού επαρχιωτισμού και αιχμηρού αντεργκράουντ· μεταξύ του υψίσυχνου κυνισμού της δεκαετίας του ’90 και της ζεστής μακρόσυρτης φωνής του σαλεπτζή.
Ίσως αυτό να συμβολίζει κι εκείνος ο αμοιβαίος δισταγμός στη σχέση της πόλης με τη θάλασσα. Σαν τσακωμένο ζευγάρι, στέκουν από πάντα δίπλα-δίπλα, με σεβασμό στην αυστηρή μαρμαρένια γραμμή που τις χωρίζει — ένα σύνορο που το παραβιάζουν με θράσος μόνο τα καλάμια των ψαράδων και οι μηροί των εφήβων εραστών που μπλέκονται τεταμένοι στον αέρα, στοχεύοντας τα τάνκερ και την κορφή του Ολύμπου. Αν κάποτε αυτή η θάλασσα ένωνε δεν μπορώ να πω ότι το ξέρω. Για μένα, ο Θερμαϊκός ήταν από πάντα μια οθόνη, μια απροσπέλαστη αναπαράσταση με την οποία οι κάτοικοι της πόλης ημερεύουμε υπνωτισμένοι, σαν από παιδικό βιουμάστερ. Αυτή η οθόνη είναι άλλοτε διαυγής, σαν γρανίτα, με την κορυφογραμμή να κόβει τα βαθιά χρώματα στη μέση, άλλοτε πάλι είναι θολή, με τη θάλασσα από ρευστό ατσάλι και τον ορίζοντα να μην χολοσκάει και πολύ για τη διάκριση ουρανού και γης.
Πόσο μου έχει λείψει αυτό στην Αθήνα. Εκεί τον ορίζοντα πρέπει να τον αναζητάς κάθε φορά απ’ την αρχή.
Ναι, ξέχασα να το πω… εδώ και λίγα χρόνια ζω πλέον στην Αθήνα. Μετά από πάνω από τρεις δεκαετίες, η Θεσσαλονίκη, μάνα στοργική κι ανεπαίσθητα φορτική, μ’ άφησε να φύγω «για λίγο» και θαρρείς τη γέλασα και δεν έχω επιστρέψει ακόμα. Όταν στην Αθήνα λες ότι έχεις έρθει από τη Σαλονίκη, συνήθως σε κοιτούν με απορία: «Μα καλά, άφησες τέτοια πόλη κι ήρθες σ’ αυτό το χάος;» Τότε αναγκάζομαι να εξηγηθώ: Μ’ αρέσει η Αθήνα. Είναι ένας άλλος τόπος που τον χειμώνα μοσχοβολάει γαζία και κάτουρο και όταν την περπατάς, το νιώθεις ότι αυτή είναι η γλυκόξινη μυρωδιά της αλήθειας· και της βίας, που σήμερα είναι το ίδιο. Είναι η ομορφιά που προκύπτει από μια άλλη, βαθιά διάκριση η οποία μοιάζει φυσική σε μια πρωτεύουσα που αυτή την εποχή γεννάει νόημα σε κάθε γωνιά του δρόμου, κάτω και πίσω από κάθε νεραντζιά. Εκεί νομίζεις ότι συμβαίνουν όλα τα κακά και όλα τα καλά, χέρι-χέρι, σαν να είναι κάτι αυτονόητο. Αυτή η αίσθηση, αυτό το νόημα κοιτάει με αγωνία εξόφθαλμα προς τα έξω. Η δική μου πόλη κοιτούσε και κοιτάει ακόμη προς τα μέσα. Ευτυχώς. Κάποιος πρέπει να το κάνει κι αυτό…
Η Σαλονίκη μου είναι μια σιωπηλή αντίφαση και νομίζω ότι γι’ αυτό δεν την βαρέθηκα ποτέ. Ήταν πάντοτε ο πιο πρόσφορος καθρέφτης της διάθεσής μου και της γενιάς μου που αμφιταλαντευόταν επίσης μεταξύ μιας νιότης που σαν από πάντα να εκκρεμούσε και ενός πρόωρου γήρατος που περιέφερε μια αίσθηση εγγενούς χρονικότητας των πάντων, με τη μορφή μιας άκαιρης σοφίας που κανένας μας δεν ζήτησε. Ίσως για αυτό η Θεσσαλονίκη άλλοτε μου προξενεί απόγνωση επειδή φαίνεται ότι δεν αλλάζει σε τίποτα κι άλλοτε την ευγνωμονώ ακριβώς για αυτό. Σ’ αυτόν τον τόπο, αν αποφύγεις την σκλήρυνση που στην έχει στημένη από νωρίς, μαθαίνεις ότι όσο λιγότερα ορίζεις, τόσο περισσότερα γνωρίζεις. Και ότι εδώ, σχεδόν ποτέ δεν είσαι αρκετά νέος ώστε να ξέρεις τα πάντα.
Να κι ένα κλασσικό ναπολιτάνικο τραγούδι. Από τα πιο όμορφα. Η Reginella (νεαρή βασίλισσα). Γράφτηκε στη ναπολιτάνικη διάλεκτο από τον Libero Bovio και μελοποιήθηκε από τον Gaetano Lama το 1917. Σε αντίθεση με την μεταγενέστερη Reginella Campagnola (που μεταφράστηκε και τραγουδήθηκε στα ελληνικά, τόσο ως ¨Χωριατοπούλα Ρετζινέλα¨, όσο και παραφρασμένη ως ¨Κορόιδο Μουσολίνι¨), η ναπολιτάνικη Ρετζινέλα δεν μου προκύπτει μεταφρασμένη ή προσαρμοσμένη στα ελληνικά. Τουλάχιστον από μια πρώτη διαδικτυακή έρευνα. Σας έφτιαξα λοιπόν μια προσαρμογή (υπό τις συνήθεις προϋποθέσεις)…
Αλλά πρώτα οι μουσικές εκτελέσεις:
Από τον Roberto Murolo
Από την Gabriela Ferri
Από τον Diego Moreno
Με ακορντεόν
Η εκδοχή στα ελληνικά που σας ετοίμασα
Ρήγισσά μου
Ανοιχτό ήταν το ντεκολτέ σου
και καπέλο με άνθη φορούσες
με αρτίστες παρέα γυρνούσες
και μιλούσες, θαρρώ, γαλλικά.
Μόλις χτες
κατά τύχη σε είδα,
μόλις χτες
σ’ είδα, στα ξαφνικά…
Τι κι αν σ’ αγάπησα πολύ
Τι κι αν μ’ αγάπησες κι εσύ.
Αφηρημένα πια,
καμιά φορά,
σ’ εμένα η σκέψη σου γυρνά.
Τότε, ήσουνα η ρήγισσά μου,
συ μου χάριζες γέλιο και δάκρυ
τα φιλιά μας δεν είχανε άκρη,
τ’ άλλα ήταν για μας περιττά.
Κι η καρδερίνα
μ’ εσέ κελαηδούσε,
πως η ρήγισσα
τον ρήγα αγαπά!
Τι κι αν σ’ αγάπησα πολύ
Τι κι αν μ’ αγάπησες κι εσύ.
Αφηρημένα πια,
σποραδικά,
σ’ εμένα η σκέψη σου γυρνά…
Καρδερίνα, σαν τι περιμένεις;
του κλουβιού σου την πόρτα έχω ανοίξει
πέτρα πίσω έχει η ρήγισσα ρίξει
φύγε, πέταξε τώρα και συ.
Μια κυρά ψάξε
να βρεις καινούργια
απ’ την άλλην
να ’ναι πιο αληθινή.
Τι κι αν σ’ αγάπησα πολύ
Τι κι αν μ’ αγάπησες κι εσύ.
Αφηρημένα πια,
καμιά φορά,
σ’ εμένα η σκέψη σου γυρνά…
Reginella
Te si’ fatta na vesta scullata,
nu cappiello cu ‘e nastre e cu ‘e rrose…
stive ‘mmiez’a tre o quatto sciantose
e parlave francese…è accussí?
Fuje ll’autriere ca t’aggio ‘ncuntrata
fuje ll’autriere a Tuleto, ‘gnorsí…
T’aggio vuluto bene a te!
Tu mm’hê vuluto bene a me!
Mo nun ce amammo cchiù,
ma ê vvote tu,
distrattamente,
pienze a me!…
Reginè’, quanno stive cu mico,
nun magnave ca pane e cerase…
Nuje campávamo ‘e vase, e che vase!
Tu cantave e chiagnive pe’ me!
E ‘o cardillo cantava cu tico:
«Reginella ‘o vò’ bene a stu rre!»
T’aggio vuluto bene a te!
Tu mm’hê vuluto bene a me!
Mo nun ce amammo cchiù,
ma ê vvote tu,
distrattamente,
pienze a me!…
Oje cardillo, a chi aspiette stasera?
nun ‘o vvide? aggio aperta ‘a cajóla!
Reginella è vulata? e tu vola!
vola e canta…nun chiagnere ccá:
T’hê ‘a truvá na padrona sincera
ch’è cchiù degna ‘e sentirte ‘e cantá…
T’aggio vuluto bene a te!
Tu mm’hê vuluto bene a me!
Mo nun ce amammo cchiù,
ma ê vvote tu,
distrattamente,
pienze a me!…
Ένας φτωχοδιάβολος στο άνθος της ηλικίας του, αλαφροπόδης και πονηρομάτης, με το στόμα γεμάτο χαρωπά κελαηδήματα, ξεκινούσε για το κυνήγι της πεταλούδας.
Καθώς έφτασε στην άκρη του χωριού είδε μια σταχτοπούτα να γνέθει το κουβάρι της. Της λέει: Γεια σου. Ο θεός να σε έχει καλά. Πάμε να πιάσουμε πεταλούδες;
Η σταχτοπούτα ενθουσιασμένη που θα άφηνε το καλύβι της, βάζει το καινούργιο φουστάνι και τα μποτάκια της, τον πιάνει αγκαζέ και πάνε στα δροσερά λιβάδια να κυνηγήσουν πεταλούδες.
Δεν ήξεραν πως στις σκιές κρυβόταν ο έρωτας με τη βουκέντρα του και ότι διαπερνούσε τις νεανικές καρδιές όσων τις πεταλούδες κυνηγούν…
Κάπως έτσι, εάν θέλουμε να είμαστε (κατά το δυνατό) πιστοί στο αρχικό κείμενο, αρχίζει ¨Το κυνήγι των πεταλούδων¨ (ένα από τα πιο γνωστά τραγουδάκια του Μπρασένς). Αλλά δεν θέλουμε. Προτιμάμε να το προσαρμόσουμε με τρόπο που να ¨χωράει¨ στις νότες του τραγουδοποιού. Με (ομολογημένο) στόχο να μπορούμε να το ψιλο-τραγουδήσουμε στα ελληνικά (στο μπάνιο). Και επειδή Μπρασένς ίσον ρίμα, θα πρέπει να έχει και τις απαραίτητες ομοιοκαταληξίες.
Το βάζουμε λοιπόν στον τόρνο και αρχίζει η επεξεργασία.
Un bon petit diable à la fleur de l’âge
La jambe légère et l’oeil polisson
Et la bouche pleine de joyeux ramages
Allait à la chasse aux papillons
Comme il atteignait l’orée du village
Filant sa quenouille, il vit Cendrillon
Il lui dit : «Bonjour, que Dieu te ménage
J’t’emmène à la chasse aux papillons»
Cendrillon ravie de quitter sa cage
Met sa robe neuve et ses botillons
Et bras d’ssus bras d’ssous vers les frais bocages
Ils vont à la chasse aux papillons
Il ne savait pas que sous les ombrages
Se cachait l’amour et son aiguillon
Et qu’il transperçait les coeurs de leur âge
Les coeurs des chasseurs de papillons
Quand il se fit tendre, elle lui dit : «J’présage
Qu’c’est pas dans les plis de mon cotillon
Ni dans l’échancrure de mon corsage
Qu’on va à la chasse aux papillons»
Sur sa bouche en feu qui criait : «Sois sage !»
Il posa sa bouche en guise de bâillon
Et c’fut l’plus charmant des remue-ménage
Qu’on ait vu d’mémoir’ de papillon
Un volcan dans l’âme, ils r’vinrent au village
En se promettant d’aller des millions
Des milliards de fois, et mêm’ davantage
Ensemble à la chasse aux papillons
Mais tant qu’ils s’aim’ront, tant que les nuages
Porteurs de chagrins, les épargneront
Il f’ra bon voler dans les frais bocages
Ils f’ront pas la chasse aux papillons
Οι επί πτυχίω φοιτητές που εμπίπτουν στα προβλεπόμενα από το άρθρο 34, παρ. 17, του Ν. 4115/30-1-2013 και επιθυμούν να εξεταστούν στα μαθήματα:
Κοινωνιολογία της μαζικής επικοινωνίας, Κοινωνική ιστορία των μέσων μαζικής επικοινωνίας ή άλλο μάθημά μου,
καλούνται να προσέλθουν στο γραφείο μου την Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013 ώρα 11:00. Οι απαιτούμενες ασκήσεις (με θέμα αυτό που ίσχυε όταν παρακολούθησαν το μάθημα) θα πρέπει να κατατεθούν στη θυρίδα μου έως την Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου ώρα 12:00 το μεσημέρι.
Δεν έχει πλοία στην παραλία, μήτε κατάρτια μήτε φουγάρα, μόνο στ’ αλάργα, χοντρά καράβια είναι αραγμένα, δω – κει σπαρμένα, που αδιαφορούνε, πέρα κοιτούνε, ώσπου να αδειάσουν, να ξαλαφρώσουν, να ξαναφορτώσουν κι απέ να στρίψουν, να ξαναφύγουν.
Ήταν προχτές. Ο Ηλίας και η Μαρία με τα μαλλιά στο χρώμα του χαλκού, είχαν φορέσει τα κράνη τους, είχαν ιππεύσει τη 1200άρα στρίγκλα τους και είχαν ανηφορίσει στη πάνω Πόλη, να τα πούμε. Είχαμε τσίπουρο και κρασάκι και η Σόφη είχε σκαρώσει την μακαρονάδα των αγανακτισμένων καρβουνιάρηδων. Και τα ήπιαμε. Και ο Ηλίας έλεγε πως η νοσταλγία κατά κάποιο τρόπο δεν τον αφορά, και ρωτούσε εμένα τι κυρίως νοσταλγώ από τις χώρες του πέρα και του τότε. Και εγώ του έλεγα: τις επιθυμίες! Κι εκείνος έκανε ότι δεν καταλαβαίνει. Και οι γυναίκες κοίταγαν με τρόπο που υποδήλωνε ότι θα έπρεπε να φανεί ως κατανόηση. Και αφού είπαμε πολλά, την άλλη μέρα ο Ηλίας μου έστειλε τους (εκπληκτικούς και αδημοσίευτους) στίχους του που ακολουθούν… (πείτε μου τώρα εσείς…)
Φύλλα του χαλκοπράσινου μέσα μου
από δάση που περπάτησα μικρούλης
χωρίς διόλου να φοβάμαι
μέσα σε όνειρα πως ήμουν άλλος
και δήθεν έφευγα σε χώρες μαγικές
όπου φυσούσαν άνεμοι ασημένιοι και μιναρέδες είχανε
φτιαγμένους από κατακόκκινα φιλιά
Φύλλα πεσμένα που σας βλέπω
που προσπαθείτε με απόγνωση
στο γκρίζο μίζερων πεζοδρομίων
να δώσετε ελεημοσύνη μάταια,
αχ, νάσασταν ιπτάμενα χαλιά,
αντί να σας μαζεύουν το πρωί
εργάτριες του δήμου με φραπέ στο χέρι…
Πώς πέφτετε ξερά γαμώ τη τύχη μου;
ε, πώς;
Μου λέτε δήθεν
να περιμένω κι άλλη άνοιξη
αφού σας το ‘χω πει χίλιες φορές:
τίποτα δεν ανοίγει μπρος μου, τόσες Άνοιξες,
κι οι άλλοι γύρω μου έχουν παραιτηθεί.
Περίμενε, περίμενε, περίμενε
κοντεύω να γεράσω εξήντα χρόνια τώρα
με κοντό παντελονάκι και στα γόνατα πληγές
και να το παίζω πως μεγάλωσα
Πότε θα ’ρθει αυτός ο άνεμος
να με σκορπίσει σαν και σας,
ε πότε;
Κρυφτό να παίξουμε, κυνηγητό,
κλέφτες και αστυνόμοι,
Πότε στους ασημένιους μιναρέδες με τα κατακόκκινα φιλιά
Ήτανε Πάσχα και ήμασταν με τη Σόφη στη Βαρκελώνη. Λιγοήμερη επίσκεψη και θέλαμε να δούμε ό, τι περισσότερο. Παίρναμε λοιπόν τους δρόμους, καθώς και διάφορα μεταφορικά μέσα και τριγυρνάγαμε.
Στον καθεδρικό ναό της Σαγκράντα Φαμίλια έτυχε να φτάσουμε απόγευμα Κυριακής. Ανάμεσα στα ακόμη οικοδομούμενα τμήματα, ο διάδρομος ο αφιερωμένος στους επισκέπτες του βατού μέρους του καθεδρικού ναού, έκλεινε.
Κρίμα, λέει η Σόφη. Θα τη δούμε άμα θα τελειώσει το χτίσιμο, λέω εγώ. Με αγριοκοιτάζει. Καλά, ας κάνουμε έναν γύρο τριγύρω, να τραβήξουμε καμιά φωτογραφία απ’ έξω και για το εσωτερικό ερχόμαστε αύριο πρωί πρωί… συμβιβάζομαι.
Σε μια εξέδρα στην πίσω μεριά της τεράστιας φαντασμαγορικής εκκλησίας παίζει μια ορχήστρα κι ένα μικρό κοριτσάκι, ανεβασμένο από το μπαμπά του στο πάλκο, χορεύει.
Παρακάτω, κολλημένη πάνω στο φράχτη που προστατεύει τις εκτελούμενες εργασίες υπάρχει μια ανακοίνωση στα καταλωνικά. Λίγη περιέργεια, λίγη επιμονή και την αποκρυπτογραφούμε: Την Κυριακή Domenica in Albis θα τελεστεί στην προσβάσιμη πτέρυγα της αιωνίως κατασκευαζόμενης εκκλησίας, λειτουργία στην καταλανική γλώσσα.
Μα ναι, για τους καθολικούς η Domenica in Albis (παλιά, βάφτιζαν ομαδικά χριστιανούς το Πάσχα και οι νεόφυτοι φορούσαν λευκά έως και την Domenica in Albis) είναι ακριβώς μια βδομάδα μετά το καθολικό Πάσχα, για μας τους ανατολικούς σήμερα, Πάσχα ανήμερα!
Λίγο πιο πέρα, μια μικρή πόρτα στον φράχτη και κάμποσοι Καταλανοί στη σειρά. Δεν το συζητάμε, μπαίνουμε στην ουρά και έχουμε την ευκαιρία να παρευρεθούμε σε μια από τις πιο υποβλητικές θρησκευτικές τελετές που μας έτυχε ποτέ: Κάτω από τα πέτρινα βλέμματα των δαιμόνων και των αγγέλων του Γκαουντί, υπό το επισκοπικό βλέμμα ενός Καταλανού καρδιναλίου και μέσα στην ηχητική ανάταση που δημιουργεί μια γυναίκα ψαλμωδός πλαισιωμένη από νεανική χορωδία. Γύρω μας ιβηρικά πρόσωπα χαραγμένα από το φως των κεριών, καθώς, πάνω, οι γοτθικές καμάρες εξαφανίζονται στα σκοτεινά ύψη του ναού.
Σκέφτομαι ότι σε αντίθεση με την ορθόδοξη εκδοχή όπου η θεότητα, θέλει δε θέλει, προσλαμβάνεται ως οικεία και φιλική, στη δυτική καθολική εκδοχή πρέπει να κρατάει τη θέση της, ψηλά, επιβλητικά… και αδιερεύνητα.
(*) Συνοδευτική μουσικούλα (Αντόνιο Λάουρο)
Θυμήθηκα τη Βαρκελώνη και τη Σαγκράντα Φαμίλια, καθώς, περιδιαβαίνοντας στο διαδίκτυο, συνάντησα το παρακάτω (όμορφο) ποίημα του Θεοδόση Βολκώφ αφιερωμένο στους παλιούς υποβλητικούς καθεδρικούς ναούς.
(κι άλλος Ηλίας Κουτσούκος – εδώ σε μαγειρική έξαρση)
Συνταγή με μοσχάρι στο φούρνο…
Παίρνουμε 2 λίβρες κρέας πολιτών – που έτσι κι αλλιώς μοσχάρια είναι – φέτες λεπτές τους κόβουμε με τη λεπίδα σαν ξυράφι μαχαιριού που ‘χει γραμμένο στη λαβή του ‘1789’ [να μη ξεχνιόμαστε]…
Κατόπιν ρίχνουμε λάδι αδικημένων δίχως λόγο, που ‘χει οξύτητα μηδέν και βάζουμε μπαχαρικά στο κρέας, πιπέρι Ινδίας καυτερό απ τη Μομπάλ που τύφλωσε η πολυεθνική της μπαταρίας γύρω στους 100.000 φουκαράδες, μπούκοβο απ το Βούκαβαρ που σφάξανε πολλούς αθώους μόλις πριν λίγα χρόνια ήταν, αλείφουμε το κρέας με μια καυτερή κετσάπ φτιαγμένη από μολότοφ που παρασκευάσθηκε για δήθεν ‘άνδρες’ της εννόμου Τάξεως και δίπλα βάζουμε πατάτες προλετάριους λίγο χοντροκομμένες – γιατί τέτοιοι οι προλετάριοι είναι αφού τη φάγανε απ τους ενδιάμεσους αστούς στην Ιστορία -κι ύστερα ανοίγουμε το φούρνο στα 200.
Αφήνουμε να κάψει γι ένα εικοσάλεπτο – όσο χρειάζεται μια επιχείρηση τρομοκρατίας σ’ ένα χώρο μαζικό – και βάζουμε το κρέας να ψηθεί δυο ώρες….
Μόλις κτυπήσει καμπανάκι – ότι ψήθηκε – το αφήνουμε και άλλες δέκα ώρες, ώστε να γίνει κάρβουνο και να μη τρώγεται με τίποτα, γιατί τέτοια μαλακισμένη είναι η συνταγή, όπως αρμόζει σε αυτούς που το πιστεύουν πως γίνεται γκουρμέ αυτός ο κόσμος…
Αυτό είναι ένα τραγουδάκι χωρίς όνομα, έτσι για να τραγουδάμε, για να κάνουμε κάτι. Τίποτα το εξαιρετικό, είναι ένα τραγουδάκι ντόπιο που μπορείς να το πεις ακόμη κι αν δεν έχεις φωνή.
Φτάνει η υγεία.
Άμα έχεις υγεία τα έχεις όλα.
Φτάνει η υγεία κι ένα ζευγάρι γερά παπούτσια και μπορείς να γυρίσεις όλο τον κόσμο.
Και με συνοδεύω από μόνος μου.
Για να ιδώ την ζωή ωραία
κιθάρα πήρα για παρέα
κι όταν η μέρα φεύγει, πάει
να που η καρδιά μου τραγουδάει.
Μπορεί η φωνή μου να ‘ναι λίγη,
μα αρκεί τα βάσανα να πνίγει
κι αν για την όπερα δεν κάνει
για να ονειρεύομαι μου φτάνει.
Έτσι… τραγουδώ
μα απ’ την καρδιά το κάθε μου τραγούδι.
Στο όνειρό μου ζω
και να που ξεφυτρώνει ένα λουλούδι.
Λουλούδι πασχαλιάς
που με γυρνά στην πρώτη μου αγάπη,
που τα τραγούδια μου τα αγαπούσε,
αλλά εμένα με περιγελούσε.
Τραγούδια όμορφα, με πάθος
και νοσταλγία κατά βάθος,
που από εσένα έχουν κάτι
σου τραγουδάω με γινάτι.
Σου τραγουδώ, δεν σου φωνάζω
και τ’ άχτι μου καταλαγιάζω,
μα ο ουρανός σαν σκοτεινιάζει
καμιά, για μένα, δε την νοιάζει…
Κι έτσι… τραγουδώ
Κι απ’ την καρδιά το κάθε μου τραγούδι
Τα όνειρά μου ζω
και να που ξεφυτρώνει ένα λουλούδι
Λουλούδι πασχαλιάς
που με γυρνά στην πρώτη μου αγάπη
που τα τραγούδια μου τα αγαπούσε
αλλά εμένα με περιγελούσε.
Πρόκειται για το Tanto per cantare, ένα παλιό (1932) λαϊκό τραγουδάκι της Ρώμης γραμμένο από τους Ettore Petrolini και Alberto Simeoni εν μέρει στην τοπική διάλεκτο.
Εδώ παρακάτω θα το ακούσετε από
τον Νίνο Μανφρέντι
την Γκαμπριέλα Φέρι
και τους Ρέντζο Αρμπορε και Λουίτζι Προϊέτι σε ζωντανή ηχογράφηση
Εδώ η απόπειρα απόδοσης στα ελληνικά
Tanto per cantare…
È una canzone senza titolo,
tanto per cantare, per fare qualcosa.
Non è niente di straordinario,
è roba del paese nostro,
che si può cantare pure senza voce.
Basta la salute, quando c’è la salute c’è tutto. Basta la salute e un paio di scarpe nuove puoi girare tutto il mondo, e mi accompagno da solo.
Per fare la vita meno amara mi sono comprato questa chitarra, e quando il sole scende e muore mi sento un cuore cantatore.
La voce è poca ma intonata, non serve per fare una serenata, ma solamente a fare in maniera di farmi un sogno a prima sera.
Tanto per cantare, perchè mi sento un formicolio nel cuore, tanto per sognare, perchè nel petto mi nasca un fiore.
Fiore di lillà che mi riporti verso il primo amore, che sospirava le canzoni mie, e mi intontiva di bugie.
Canzoni belle e appassionate che Roma mia mi ricordate, cantate solo per dispetto, ma con una smania dentro il petto.
Io non vi canto a voce piena, ma tutta l’anima è serena, e quando il cielo se scolora di me nessuna si innamora.
Tanto per cantare, perchè mi sento un formicolio nel cuore, tanto per sognare, perchè nel petto mi nasca un fiore.
Fiore di lillà che mi riporti verso il primo amore, che sospirava le canzoni mie, e mi intontiva di bugie.
Δικαιούνται οι ιοί να ονειρεύονται; Να διασκεδάζουν; Να παραθερίζουν; Και βέβαια δικαιούνται όπως θα διαπιστώσετε από την παρακάτω ιστορία.
Κάπου στην μακρινή Σαγκάη, στην Άπω Ανατολή δύο ιοί της περίφημης ασιατικής γρίπης, τρελά ερωτευμένοι μεταξύ τους κατάστρωναν σχέδια να παραθερίσουν σε κάποιο μέρος μακριά από την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Άρχισαν λοιπόν να ψάχνουν προορισμούς διακοπών, μέσα σε μια μεγάλη λίστα, που ας πούμε τους δόθηκε, και ανακάλυψαν ένα νησί στην άλλη άκρη του κόσμου που ονομαζόταν Ίος. Αισθάνθηκαν οικειότητα με τ’ όνομά του και όταν έμαθαν ότι η ζωή εκεί το καλοκαίρι δεν σταματούσε μέρα νύχτα, αποφάσισαν να το επισκεφθούν.
Πήγαν λοιπόν και εγκαταστάθηκαν σ’ ένα γραφείο ταξιδίων περιμένοντας την ευκαιρία. Πράγματι μετά από τρεις τέσσερεις μέρες φάνηκε μια καστανομάλλα γυναίκα που την άκουσαν να ζητά από τον υπάλληλο του γραφείου εισιτήριο για την Ελλάδα μ’ ανταπόκριση στην Ίο. Ενθουσιασμένοι οι ερωτευμένοι ιοί άρχισαν ν’ αγκαλιάζονται και να χοροπηδούν γεμάτοι ελπίδα ότι θα πραγματοποιούσαν επιτέλους το όνειρό τους. Το μικρό πρόβλημα, πως θα επιβιβαστούν στην μεταφορέα τους, ξεπεράστηκε σχετικά εύκολα όταν ο πράκτορας πρόσφερε πορτοκαλάδα στην πελάτισσά του. Οι ιοί σκαρφάλωσαν γεμάτοι αυτοπεποίθηση στο χείλος του ποτηριού και χωρίς να μοχθήσουν εγκαταστάθηκαν στο φάρυγγα της γυναίκας. Μάλιστα ένιωθαν τέτοια ευεξία που άρχισαν να ερωτοτροπούν χωρίς προφυλάξεις και αιδώ, έννοιες άγνωστες σ’ αυτούς, εξάλλου. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στ’ αεροπλάνο, λόγω της έντονης ερωτικής τους συμπεριφοράς άρχισαν τα γεννητούρια κι έτσι πολλαπλασιάστηκαν. Ήδη ήταν μια πολυμελής οικογένεια όταν η φορέας τους έφτασε με κομμάρες σ’ όλο της το κορμί στο νησί της Ίου.
Επειδή η άφιξη στον τόπο παραθερισμού, που τόσο είχαν ονειρευτεί, τους έκανε ανυπόμονους να βγουν έξω, δεν έχασαν την ευκαιρία και όταν φταρνίστηκε η γυναίκα που στο μεταξύ ανέβασε και πυρετό, σκορπίστηκαν ευχαριστημένοι στο σαλόνι του ξενοδοχείου που είχε διαλέξει για την παραμονή της η ταξιδιώτισσα. Άρχισαν να σκαρφαλώνουν σε πιάτα, φλιτζάνια, ποτήρια και τρόφιμα. Οι διακοπές τους ξεκινούσαν με τον πιο απολαυστικό τρόπο. Ύστερα όμως από μια βδομάδα περίπου άρχισαν οι στενοχώριες. Άκουσαν στην τηλεόραση ότι η εξαπλούμενη ασιατική γρίπη στην Ίο αντιμετωπίζεται με δραστικά αντιβιοτικά που καταστρέφουν τον ιό της.
Οι δύο ερωτευμένοι ιοί δεν υπήρχαν πια προ πολλού κι οι απόγονοί τους εγκλωβισμένοι σε τραχείες, φάρυγγες και αμυγδαλές ασθενών, δύσκολα μπορούσαν να ελπίζουν σε σωτηρία.
με τις γυναίκες πάντα εξαίρετη έχω σχέση, θα ‘λεγα είμαι
φεμινιστής,
είμαι αισιόδοξος και πάντα προσηνής,
μεταμοντέρνος και μεταρρυθμιστής.
Δεν είμαι διόλου φωνακλάς, μα
ειρηνιστής,
κάποτε ήμουν μαρξιστής λενινιστής
και με τους θρήσκους μού ’τυχε,
-μα ελάχιστες φορές-
να χω επαφές.
Ο Πραγματιστής
θα έπρεπε, χωρίς
τα πόδια να στυλώνει,
να ξέρει πως αναπηδά σα να ‘τανε μπαλόνι,
σαν αερόστατο χοντρό φίσκα πληροφορίες
που σέρνεται στα χαμηλά, μα όσο κι αν απλώνει
και προσπαθεί να έχει επαφή με την πραγματική τη γη,
αυτό που κατορθώνει,
δεν είναι να πραγματωθεί,
μα μόνο να φυτοζωεί, χωρίς ειρμό και προορισμό,
αν και θα πρέπει εδώ, να πω
και να υπογραμμίσω:
πολλοί του μοιάζουμε σε αυτό.
Εγώ είμαι
ο άνθρωπος ο νέος,
μα τόσο νέος που το βλέπεις εξ αρχής,
πως είμαι ο σύγχρονος πραγματιστής!
Πρόκειται για ένα τραγούδι του Τζόρτζιο Γκάμπερ με τίτλο ¨Ο κομφορμιστής¨, εδώ σε μια απόπειρα ελεύθερης μεταφοράς στα ελληνικά. Αυτή τη φορά (δεν είναι η πρώτη) ίσως το παράκανα, μια που άλλαξα ως και τον τίτλο. Ο βασικός λόγος είναι αυτός που υπονοείται στον υπότιτλο που πρόσθεσα: Ο σημερινός κομφορμιστής (κατά τη δική μου πάντοτε προσέγγιση και ερμηνεία) πλασάρεται διεθνώς ως ¨πραγματιστής¨. Επί πλέον εξελλήνισα κάποιους στίχους με αναφορές που αλλιώς θα ¨έπιαναν¨ μόνο οι εξοικειωμένοι με τα ιταλικά πράγματα. Έτσι ο φεντεραλισμός (ρεύμα υπέρ μιας ομόσπονδης Ιταλίας) έγινε ευρωπαϊσμός (έννοια που έτσι κι αλλιώς αναφέρεται παρακάτω), οι νεαροί επαναστάτες της δεκαετίας του 60 από 68άρηδες(?) αποδόθηκαν ως μαοϊκοί (θα μπορούσα να τους πω και τροτσκιστές, εργατιστές, κλπ) και οι καθο(λικοί)-κομμουνιστές ως απλώς θρήσκοι. Αυτά.
Στο τραγούδι αυτό ο Γκάμπερ παίρνει στο ψιλό τους παλιούς «επαναστάτες» που κατάντησαν νεοφιλελεύθεροι πραγματιστές παίρνοντας μαζί τους (και ξεφτιλίζοντας) μερικές από τις κλασσικές λέξεις της αριστεράς, όπως η ίδια η λέξη επανάσταση, η πρόοδος, ο ανθρωπισμός και άλλες.
Εδώ ο ¨κομφορμιστής¨ από τον ίδο τον Γκάμπερ
Εδώ με τον Τσελεντάνο
Εδώ η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά
Il Conformista :
Io sono
un uomo nuovo talmente nuovo che
è da tempo che non sono neanche più fascista
sono sensibile e altruista
orientalista
ed in passato sono stato
un po’ sessantottista
da un po’ di tempo ambientalista
qualche anno fa nell’euforia mi son sentito
come un po’ tutti socialista.
Io sono
un uomo nuovo
per carità lo dico in senso letterale sono progressista
al tempo stesso liberista
antirazzista
e sono molto buono
sono animalista
non sono più assistenzialista
ultimamente sono un po’ controcorrente
son federalista.
Il conformista
è uno che di solito sta sempre dalla parte giusta,
il conformista ha tutte le risposte belle chiare dentro la sua testa
è un concentrato di opinioni
che tiene sotto il braccio due o tre quotidiani
e quando ha voglia di pensare pensa per sentito dire
forse da buon opportunista
si adegua senza farci caso e vive nel suo paradiso.
Il conformista
è un uomo a tutto tondo che si muove senza consistenza,
il conformista s’allena a scivolare dentro il mare della maggioranza
è un animale assai comune
che vive di parole da conversazione
di notte sogna e vengon fuori i sogni di altri sognatori
il giorno esplode la sua festa
che è stare in pace con il mondo
e farsi largo galleggiando
il conformista
il conformista.
Io sono
un uomo nuovo
e con le donne c’ho un rapporto straordinario sono femminista
son disponibile e ottimista
europeista
non alzo mai la voce
sono pacifista
ero marxista-leninista
e dopo un po’ non so perché mi son trovato
cattocomunista.
Il conformista
non ha capito bene che rimbalza meglio di un pallone
il conformista aerostato evoluto
che è gonfiato dall’informazione
è il risultato di una specie
che vola sempre a bassa quota in superficie
poi sfiora il mondo con un dito e si sente realizzato,
vive e questo già gli basta
e devo dire che oramai
somiglia molto a tutti noi
il conformista
il conformista.
Io sono
un uomo nuovo
talmente nuovo che si vede a prima vista
Οι εξετάσεις για τους φοιτητές που βρίσκονται στο πτυχίο και έχουν δηλώσει ότι επιθυμούν να εξεταστούν κατά την παρούσα περίοδο, θα γίνουν και για τα δύο μαθήματα (προφορικά) την Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013, ώρα 11:30, στο γραφείο μου. Σε περίπτωση που απαιτείται άσκηση ή εργασία, (με θέμα αυτό που σας δόθηκε όταν παρακολουθήσετε το μάθημα) αυτή θα πρέπει να παραδοθεί (θυρίδα) έως την Παρασκευή 25 Ιανουαρίου ώρα 12 το μεσημέρι.
Ως αρχιτέκτονας (που υπήρξα) μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι για να αναδείξεις ένα κατασκεύασμα, που κρίνεις ότι αξίζει τον κόπο, καλό είναι να αφήσεις τριγύρω του χώρο ακατασκεύαστο, άδειο, κενό. Ο κενός χώρος δημιουργεί την αίσθηση της αναμονής, αν όχι της έλλειψης, κι έτσι η κατασκευή θα γίνει εκ προοιμίου επιθυμητή και (ενδεχομένως) καλοδεχούμενη. Πρόκειται κατά βάση για μια στοιχειώδη εφαρμογή της Αρχής των Αντιθέτων που έλκονται, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοϋποστηρίζονται.
Ζώντας για μεγάλο κομμάτι τις ζωής μου σε μια όμορφη χώρα με κακάσχημο αστικό τοπίο, φτιαγμένο από αρχιτέκτονες και πολιτικούς μηχανικούς στην υπηρεσία κακόγουστων, χωροφάγων εργολάβων και εσκεμμένα αλλήθωρων πολεοδομικών ελεγκτικών μηχανισμών (τοπίο που δύσκολα θα γινόταν αντιληπτό ως αισθητικά υποφερτό, ακόμη και εάν δημιουργούσε κανείς γύρω του σαχαροειδείς ερήμους), άρχισα να αναζητώ αντίδοτα. Αντιόξινα κατά του αισθητικού έλκους των αστικών διαδρομών.
Σημειώστε ότι δεν ανήκω στους βαρεμένους με την Αισθητική, ούτε σε εκείνους που υποστηρίζουν (έμπλεοι κρυφών ενοχών) ότι οι επικλήσεις σε κάποια ανώτερη και δυσπροσδιόριστη Αισθητική μπορεί να υποκαταστήσει τους κανόνες κοινωνικής συμβίωσης που αποκαλούνται κοινώς Ηθική. Αντίθετα πιστεύω ότι η όποια Αισθητική είναι γεμάτη σαφείς ή υποδηλούμενες πληροφορίες και μηνύματα σχετικά με την ακμή ή την παρακμή, την αποτελεσματικότητα ή την χαλαρότητα της ισχύουσας Ηθικής. Που πάει να πει ότι δεν αντιδρώ στην αστική ασχήμια γιατί αυτή προσβάλει κάποιες ¨ιερές¨ και ¨απαραβίαστες¨ αρχές περί ωραίου, αλλά γιατί με παραπέμπει σε σκηνές με σικέ διαγωνισμούς, λεηλασίες του δημόσιου χρήματος, φθορά του δημόσιου αισθήματος περί δικαιοσύνης, νταηλίκι, ωχ αδελφισμό, σήψη και αδιαφορία. Και δεν θα είναι για να κομίσω γλαύκα στην Αθήνα, αν πω πως η απάντηση σε όλα αυτά, έχει να κάνει με την παιδεία, τη συνειδητοποίηση, το πολιτικό κουράγιο και την πολιτική δράση. Καί, θα πρόσθετα, με την αισιοδοξία που η σημερινή Αισθητική καταπνίγει και θάβει. Αισιοδοξία αναγκαία για να πιστέψει κανείς ότι οι απαντήσεις κάποτε, αργά ή γρήγορα, θα δοθούν.
Όμως μέχρι τότε; Μέχρις ότου όλα αυτά τα ωραία και χρήσιμα αναβιώσουν; Σκέφτηκα, μέχρι τότε, να προσπαθήσω να διατηρήσω κάποια ψήγματα ελπίδας, που ίσως βλαστήσουν δράση και, περπατώντας ανάμεσα στην ασκήμια των δρόμων, των πεζοδρομίων, των πολυκατοικιών και των (περισσότερων) νεότερων μνημείων, να μη το βάλω κάτω. Να το στρέψω πάνω. Θέλω να πω, ότι το ανίσχυρο και ταλαιπωρημένο βλέμμα μου, προκειμένου να αποδράσει από τις αισθητικές βιαιοπραγίες και τους επώδυνους συμβιβασμούς, είπε να ανασηκωθεί, και εκεί, πάνω από τα οπισθοχωρούντα (ατάκτως) ρετιρέ και τις γκριζωπές καμινάδες να ανακαλύψει επιζώντα ουρανό. Ουρανό, όχι πάντοτε υγιή, όχι πάντοτε απαλλαγμένο από φαιά στίγματα και λυματώδη νεφελώματα, αλλά πάντως ακόμη εκεί, να αντιστέκεται και να αντιδρά. Με σχήματα και με χρώματα. Με (ουράνια) φαντασία. Κι ας είναι στερεωμένος πάνω από τον γκρίζο ωκεανό της ασχήμιας. Έβγαλα τη φωτογραφική μηχανή και είπα να χρησιμοποιήσω την έκταση της οικοπεδικής αστικής δυσμορφίας ως πλαίσιο ανάδειξης του ουρανού. Ουρανού που αντιστέκεται. Αρκεί να ξέρεις (και να θέλεις) να τον κοιτάξεις.
Με το συμπάθιο, αλλά μοιάζει αληθέστερο ότι, την επίσημη -τουλάχιστον- Ιστορία την γράφουν οι νικητές (μέσω των διαχειριστών φωτισμού).
Ο Νίκος ψάχνοντας στους σκοτεινούς διαδρόμους της Ιστορίας ανακάλυψε κουρνιασμένο σε μια γωνιά τον Δημόφιλο του Διαδρόμου. Και έγραψε το ακόλουθο εξαιρετικό ποίημα.
Εντάξει, ενδέχεται να μοιάζει κάπως ανορθόδοξο στους χαλεπούς καιρούς που περνάμε, το ιστολογοφόρο να αναρτά κείμενα με τίτλο ¨Αφήστε με να είμαι ευτυχισμένος¨ (έστω κι αν είναι στίχοι Νερούδα) ή ένα ¨τραγούδι για τους παλιούς εραστές¨ (απόδοση στα ελληνικά ενός μελοποιημένου ποιήματος αγάπης του Μπρελ), ή άλλα παρόμοια, συγκινησιακά και συναισθηματικά.
Πολύ περισσότερο, που προσωπικά πιστεύω ότι για να ξεμπλέξουμε τους κόμπους και να λύσουμε τα κοινωνικά προβλήματα που μας πνίγουν, χρειάζεται συλλογικότητα και όχι υπερτονισμός των ατομικοτήτων, όσο κι αν έχουν και τα άτομα άγχη, προβλήματα και κόμπους συμπεπλεγμένους και οδυνηρούς.
Θα μπορούσα, βέβαια, να ισχυριστώ ότι το ιστολογοφόρο δεν είναι κατ’ ανάγκην χώρος μανιφέστων και προκηρύξεων, αλλά ότι διεκδικεί ελεύθερη ρότα στις μπουνάτσες και τις φουρτούνες της διαδικτυακής θάλασσας.
Όμως δεν το λέω, γιατί ξέρω καλά πως κάθε επικοινωνιακή πράξη, όποια μορφή κι αν έχει και όποιου είδους περιεχόμενο κι αν δηλώνει, εν δυνάμει προκαλεί κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις, προεκτάσεις και παρενέργειες.
Και είναι αλήθεια ότι η εξύψωση σε πρωταρχική αξία της ατομικής ευτυχίας και κάποιας αγάπης ξεκομμένης από τα συλλογικά ιδεώδη και το συλλογικό μέτρο, έχει συχνά χρησιμοποιηθεί από την κατεστημένη κουλτούρα στην αντιπαράθεσή της με τις κοινωνικές διεκδικήσεις των αδικημένων.
Έχει χρησιμοποιηθεί σε εκκλήσεις και προτροπές εικονογραφημένες με καταναλωτικά μπιχλιμπίδια, όπου η ατομική ευτυχία και η αγάπη προτείνονται σε ειδικές προσφορές και σε ενιαία συσκευασία μαζί με χρήσιμα και άχρηστα προϊόντα και εμπορεύματα.
Κάτι τέτοιο έχει συχνά συμβεί στο παρελθόν. Και το σχετικά πρόσφατο. Αλλά όχι πλέον τώρα.
Τώρα που η μεγάλη φούσκα έσκασε και το απόστημα πυορροεί, δεν τους ενδιαφέρει τόσο να μας υπενθυμίσουν ότι η ευτυχία είναι καλό και θεμιτό πράγμα. Τώρα μάλλον συμφέρει να είμαστε φοβισμένοι, περιδεείς, τρομοκρατημένοι. Και στο συλλογικό και στο ατομικό επίπεδο. Και να συμπεριφερόμαστε κατ’ ακολουθία.
Ό, τι παλιότερα θεωρούταν σιχαμερό, αγχώδες, άσχημο, βδελυρό, λανσάρεται τώρα με επίταση, όχι μόνο από τις ασώματες κεφαλές των εμπορικών μέσων, αλλά και από τους καλτ-αρισμένους (και κλαταρισμένους) εκσυγχρονιστές μηνοούμενους. Οι διανοούμενοι ως γνωστόν, δεν υπάρχουν πια! Τους καταπλάκωσε το τρένο της κατανάλωσης και τους αποτελείωσαν οι απανωτές εκρήξεις των πραγματιστικών κυστο-φουσκών. Όσοι λίγοι έχουν απομείνει, δίνουν μάχες οπισθοφυλακής καθώς απομακρύνονται εσπευσμένα από τις φυσικές τους εστίες, στις οποίες έχουν αναρτηθεί πλέον τα (διαφημιστικά) λάβαρα των νικητών Ιδιωτών, δημοσιοσχετιστών και εικονοπλαστών.
Μόνο που αυτοί οι τελευταίοι δεν επιμένουν πια στο να προτείνουν τις παλιές προσφιλείς τους ευτυχίες (πακεταρισμένες σε οικονομικά ή πολυτελή πακέτα), αλλά, αλλάζοντας βιολί, προσπαθούν να μας εθίσουν στην (ανομολόγητη) γοητεία της καταστροφής. Η παγωμένη χαμογελαστή ευεξία του καταναλωτή πάει πια, ζήτω τα βαμπίρ, τα ζόμπι, οι λογής λογής μάγοι, [που ως γνωστόν λύνουν τα προβλήματα ως δια μαγείας(!) και βρίσκονται πέραν των ελέγχων και των κανονισμών].
Ζήτω οι κακοί γενικότερα! Είναι οι μόνοι που εξουδετερώνουν την εγκληματικότητα! Νομιμοποιώντας την!
Απέναντι σ’ αυτό το κύμα πολιτισμικής τρομοκρατίας ευτυχώς υπάρχουν αντίδοτα, έστω κι αν πρέπει, καμιά φορά, να τα ανασύρεις από το υπέδαφος του παρελθόντος, όπου οι σπόροι/φορείς της ομορφιάς του συναισθήματος, επιβιώνουν των βδελυρών εποχών.
(Και βέβαια υπάρχει η παράμετρος ζόρι, που εν τέλει επιφέρει την συνειδητοποίηση των λαών περισσότερο από οποιαδήποτε ριζοσπαστικά συνθήματα και λόγια).
Φυσάει και κάνει κρύο, αλλά ο ουρανός άμα τον κοιτάξεις από μέσα, από τα ζεστά, είναι λαμπερός κι ολιγονέφελος και μοιάζει να σου λέει έλα, πάμε για μπάνιο, πάμε εκδρομή, πάμε για βόλτες. Και συ, ας πούμε, νοιώθεις καταχείμωνα αισιόδοξος! Αλλά, ο χειμωνιάτικος καιρός στην έχει στημένη στο πλατύσκαλο, γελάει πονηρά που στην έφερε, σου αμολάει μερικά μποφόρ καταπρόσωπο και σε κάνει να γυρίσεις πίσω για να προμηθευτείς γάντια και μάλλινα περιλαίμια.