Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

  • Βόλτα στο ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι

  • Περισσότερα για το ιστορικό μυθιστόρημα "Κύλικες και Δόρατα": Κλικ στην εικόνα

  • Δημοφιλή άρθρα και σελίδες

  • Οι καιροί που αλλάζουν...

  • Κυκλοφόρησε:

  • Εκδότης: Ι. Σιδέρης ISBN: 978-960-08-0850-6 Σελίδες: 646 Σχήμα: 17×24 Συγγραφέας: Β. Νόττας

  • *

  • ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΦΙΛΩΝ

  • LIBRI RECENTI DI AMICI

  • Κυκλοφόρησε από τις εκδ. Παπαζήση η νέα ποιητική συλλογή του Λευτέρη Μανωλά

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα από τον Ηλία Κουτσούκο.

  • * Η νέα συλλογή ποιημάτων του Νίκου Μοσχοβάκου.

  • * Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Τηλέμαχου Χυτήρη ¨Ημερολόγιο μιας επιστροφής¨ από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ .

  • * ¨Απριλίου ξανθίσματα¨. Κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου, από τις εκδόσεις Μελάνι.

  • Αισθάνθηκε μια δαγκωνιά στη μνήμη. Ήταν το παρελθόν που σαν αδέσποτο σκυλί είχε επιτεθεί στο είναι του. Οι σταγόνες αίμα που έσταξαν κοκκίνισαν τις εικόνες. *** Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου ¨Τέλος της Περιπλάνησης¨. Από τις εκδόσεις ¨Γαβριηλίδης¨

  • *** Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨ η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μοσχοβάκου ¨Αιφνίδια και διαρκή¨

  • Ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας οξυδερκής καθώς ήταν αλλά και θαρραλέος επινόησε πως έπρεπε να διορθώσει την ιστορία χωρίς αναβολές. Ασυμβίβαστος εκστράτευσε κατά της Σπάρτης με τον δαίμονα της υπερβολής κάτι σαν σαράκι να τρώει τα σωθικά του κι επέτυχε ν’ αλλάξει τον ρου τ’ αρχαίου κόσμου. Το πλήρωσε βέβαια στην Μαντίνεια πανάκριβα με τη ζωή του όμως διόρθωσε έστω για μια στιγμή την ανιαρή ιστορία. Δεν ήταν δα και λίγο αυτό. *****

  • Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

  • ***** Γραφει ο Gianfranco Bettin

  • ***** Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

  • Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές εσύ τι θα γράψεις ; μου αντέτεινε η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης. Κι εγώ την αποκεφάλισα.

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Πορτρέτο του Νίκου - Λάδι] Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή να γίνω τέλειος. Έτσι μίσησα την τελειότητα κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών. Έχω λοιπόν πολλά να κάνω αναζητώντας μέσα από ελλείψεις τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους με την σιγουριά του αλάθητου. Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι. *****

  • [Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Λάδι σε χαρτόνι - Γενάρης 2015] Tα πνευματικά δικαιώματα όλων των εικόνων και των μουσικών που αναδημοσιεύονται εδώ ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στους δημιουργούς τους.

  • Σχόλια

    suriforshee1988's avatarsuriforshee1988 στη Οι κορασίδες και οι παραχ…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Οι χαρταετοί θα επιστρέψουν κα…
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Σκηνές από τη δεκαετία του…
    Jude's avatarJude στη Ευτυχισμένους έρωτες δεν …
    Άγνωστο's avatarΑνώνυμος στη Ποιητικές παραβολές ή  Ο…
  • Βιβλία και άλλα κείμενα

    Κοινωνία, επικοινωνία, εξουσία: Από τον Βωμό και τον Άμβωνα στην οθόνη. Η περίοδος της προφορικότητας και οι επικοινωνητές της. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση στην ιστορία της επικοινωνίας και των μέσων. Εκδότης: Ι. Σιδέρης. Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας. Σειρά: Δημοσιογραφία και ΜΜΕ. Έτος έκδοσης: 2009 . ISBN: 960-08-0468-0. Τόπος Έκδοσης: Αθήνα Αριθμός Σελίδων: 302 Διαστάσεις: 24χ17 Πρόλογος: Κώστας Βεργόπουλος. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλίκ στην εικόνα

  • Συλλογή κειμένων: ΜΜΕ, κοινωνία και πολιτική. Ρόλος και λειτουργία στη σύγχρονη Ελλάδα. Επιμέλεια: Χ. Φραγκονικολόπουλος Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2005 Αριθμός σελίδων 846. ISBN 960-08-0353-6, Κείμενο Β. Νόττας: ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (σελ. 49). Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Β΄Έκδοση. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. NovelBooks. Έτος έκδοσης: 2012. Αριθμός σελίδων: 610. Κωδικός ISBN: 9609989640. Εισαγωγικό σημείωμα στη 2η έκδοση: Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Αποσπάσματα στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Vivere pericolosamente Ανθολογία διηγημάτων: 26 ιστορίες από την Ιταλία. Εκδόσεις: Αντίκτυπος. Αθήνα: 2005 Σελίδες: 342. Κείμενο Β. Νόττας: ¨Το διαβατήριο¨. Ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο: Κλικ στην εικόνα του εξώφυλλου

  • ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ Κοινωνική και Οικιστική εξέλιξη: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.- Συγγραφείς: Βασίλης Νόττας, Πάνος Σταθακόπουλος. Δήμος Κρύας Βρύσης Εκδόσεις Δεδούση. Σελίδες: 154 Θεσσαλονίκη 1998.

  • Εκδότης: Αρχέτυπο. Συγγραφέας: ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΤΤΑΣ. Κατηγορίες: Φανταστική Λογοτεχνία. ISBN 978-960-7928-83-2. Ημερομηνία έκδοσης: 01/01/2002. Αριθμός σελίδων: 512. Αναρτήσεις στο Ιστολογοφορο: κλίκ στην εικόνα του εξώφυλλου.

  • Η «κατασκευή» της πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αθήνα 1998. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου που οργανώθηκε από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συλλογικό έργο. Έκδοσεις: Αλεξάνδρεια. Διαστάσεις: 24Χ17. Σελίδες: 634. Κείμενο Β. Νόττας: Κοινωνιολογικες παρατηρησεις πανω στην οπτικοακουστικη αναπαρασταση της συγχρονης ελληνικης πραγματικοτητας. Κείμενο στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα

  • Α΄Έκδοση Εκδότης ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ Θέμα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Συγγραφέας: Βασίλης Νόττας (Ανώνυμος Ένας)

  • Ενα κείμενο στο βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα ¨Εισαγωγή στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ" . Εκδόσεις ¨Ιανός¨ με τίτλο ¨Αξιοπιστία και οπτικό ρεπορτάζ¨

  • Περιοδικό ¨Εξώπολις¨ Τεύχος 12-13. Κείμενο με τίτλο ¨Το ραδιόφωνο των ονείρων. Ένα δοκίμιο περί ήχων φτιαγμένο με επτά εικόνες¨. Στο Ιστολογοφόρο: κλικ στην εικόνα.

  • Συμμετοχή σε λογοτεχνικό παιχνίδι σχετικό με τον (υποτιθέμενο) συγγραφέα Άρθουρ Τζοφ Άρενς. Δημοσιευμένο στο περιοδικό ¨Απαγορευμένος πλανήτης" τεύχος 6 (εκδόσεις ¨Παραπέντε¨). Για το πλήρες κείμενο κλικ στην εικόνα.

  • ¨Το Δεντρο¨ Τεύχος: 17-18 . Βασίλης Νοττας: Συζήτηση για τον κοινωνικό χώρο της Θεσσαλονίκης.

  • Διδακτορική Διατριβή ¨Δημόσια μέσα μαζικής επικοινωνίας και συμμετοχική Πολεοδομία¨. Σελίδες:788. Ψηφιοποιημένη στη βιβλιοθήκη του Παντείου

  • *
  • Συγγραφικά φίλων

    Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Νίκου Μοσχοβάκου (κλικ στην εικόνα)

  • Ποιήματα και ποιητικά κείμενα του Ηλία Κουτσούκου (κλικ στην εικόνα)

  • Μοτο-ταξιδιωτικά από τον Βασίλη Μεταλλινό (κλικ στην εικόνα)

  • Κάποιες απόψεις και άρθρα…

    Η γυναίκα τανάλια * Όταν ο Χάρι Πότερ συνάντησε τα λόμπι * Ο μικρός ήρωας * Πώς έκοψα το κάπνισμα και άλλα

  • …και ένα θεατρικό κείμενο: Ο Λυσίστρατος

    Παρωδία σε επτά σκηνές (κλικ στην εικόνα)

  • Περιπέτειες καρδιάς

    Για τα σχετικά κείμενα, κλικ στην εικόνα

  • Περιπέτειες συγγραφής

    Σημειώσεις για την ερασιτεχνική συγγραφή

Μονόλογος

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 15 Δεκεμβρίου, 2012

15

Γεννήθηκα σ’ ένα προάστιο.

Όχι βέβαια σαν κι αυτά που ξέρετε σήμερα. Πιο πολύ έμοιαζε με εξοχή κοντά στην πόλη. Δηλαδή ¨εξοχή¨ είναι μια κουβέντα. Ύπαιθρος, ταιριάζει καλύτερα. Ύπαιθρος που αρχίζει, αργά και βασανιστικά, να πήζει σε πόλη. Κάπως έτσι.

Από τη μια μεριά το βουνό. Αρχαίο. Στρογγυλεμένο. Με δάσος άκαφτο να κρέμεται στις βατές πλαγιές του και με προφήτη Ηλία σκαρφαλωμένο στο πρέπον υψόμετρο, να εποπτεύει όλο το χρόνο τις εξελίξεις στα πεδινά  και να πανηγυρίζει κάθε Ιούλιο.

Από την άλλη η θάλασσα. Ορατή. Σε απόσταση περίπου μια ώρα και κάτι παιδικό ποδαρόδρομο, αλλά ανήκουσα σε άλλο δήμο, παραλιακό.

Ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα, στα όρια των δύο δήμων, περιώνυμη οδική αρτηρία, ασφαλτοστρωμένη αλλά όχι ιδιαίτερα φαρδιά τότε, ερχόταν από τις νοτιοανατολικές παραλίες και οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο κέντρο της πόλης.

Κατά τα άλλα χωματόδρομοι, σπίτια από τούβλο – ένα ή δύο το πολύ πατώματα, λίγα πέτρινα εδώ κι εκεί και καμιά πλίθινη καλύβα απ τον καιρό που εδώ ήταν αγροί.

Τριγύρω άχτιστα οικόπεδα, αλάνες, χώμα στο χρώμα της ώχρας, σκόρπια δέντρα (πεύκα, κυπαρίσσια, συκιές, μουριές, καμιά αγριελιά, καμιά αυτοφυής πασχαλιά να ροδίζει) και αγριόχορτα. Την άνοιξη αγριολούλουδα, κατακόκκινες παπαρούνες και πλατώματα ολόκληρα γεμάτα με μαργαρίτες, κίτρινες και άσπρες. Χρώματα κι αρώματα.

Το καλοκαίρι τ’ αγριόχορτα ξεραίνονταν και τα καίγαμε, έτσι, για παιχνίδι, εμείς οι πιτσιρικάδες. Κανένας δεν το απαγόρευε, κανένας μεγάλος δεν ανησυχούσε που παίζαμε με τη φωτιά. Έδειχναν σα να χαίρονταν κι αυτοί, καθώς οι αραιοκατοικημένες σκοτεινές γειτονιές  άστραφταν από φιδωτές φλόγες τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες.

Έτσι κι αλλιώς, του Άη Γιάννη ανήμερα, 24 του Ιούνη – θερινό ηλιοστάσιο, ντάλα καλοκαίρι -, τις φωτιές τις έστηναν κι οι ίδιοι οι μεγάλοι. Ήταν ο Κλήδονας ο περίφημος, που τότε δεν τον πολυκαταλάβαινα. Έβλεπα να ενδιαφέρονται πιο πολύ γι αυτόν τα κορίτσια και μάλιστα τα πιο μεγάλα και να σιγοψιθυρίζουν και να χασκογελάνε, και δωσ ’ του πήδημα πάνω απ’ τη φωτιά, που τώρα ήταν μεγάλη και φουντωτή, καταμεσής στο δρόμο.

[Τότε τα εθνολογικά και τα παραδοσιακά δε με ενδιέφεραν ιδιαίτερα και τον Σεφέρη δεν τον ήξερα ακόμη:

Τα μονοκοτυλήδονα
και τα δικοτυλήδονα
ανθίζανε στον κάμπο
σου το ‘χαν πει στον κλήδονα
και σμίξαμε φιλήδονα
τα χείλη μας, Μαλάμω

 Ναι, Μαλάμω. Τότε τα κορίτσια τα φώναζαν ακόμη Μαλάμω, και Αστέρω, και Χάιδω βεβαίως – βεβαίως, αλλά τα αστικά υποκοριστικά είχαν ήδη αρχίσει να ξωπετάνε τα αρχαιοπρεπή και τα βουκολικά με κατάληξη σε ωμέγα. Τα αστικά χαϊδευτικά της εποχής ήταν δισύλλαβα και στρογγυλά: Βούλα, Κούλα, Μπούλα, Λούλα, Λόλα, Λέλα, Πόπη, Καίτη …

Αλλά στα κορίτσια θα επιστρέψουμε…  (αναπόφευκτα)].

 images (87)

Ας κλείνουμε όμως με  τα βασικά χαρακτηριστικά του σκηνικού: Το τοπίο των παιδικών μου χρόνων περιλάμβανε ακόμη τους πιο, ας πούμε μυστηριώδεις, από τους κοντινούς χώρους: τις ρεματιές. Ξεκίναγαν αδιαμόρφωτες στους πρόποδες του βουνού και κατέληγαν βαθιές ρωγμές με ιδιαίτερη χλωρίδα και μικρο-πανίδα, καθώς πλησίαζαν στη θάλασσα.

 Εκεί κάτω είχε πρώτες ύλες για παιχνίδια και πρώτες ύλες για φανταστικές ιστορίες και ονειροπολήσεις: άμμο, κροκάλες, φουντωτή πράσινη βλάστηση, πολλά καλάμια, καμιά αδέσποτη συκιά, κανένα βάτραχο, κανένα σκαντζόχοιρο που είχε κατηφορίσει απ’ το βουνό, μεγάλα σκουλήκια και μικρά φίδια.

Με τα γυρτά καλάμια και με χοντρό λάστιχο τετράγωνης διατομής από το ψιλικατζίδικο του κυρ Νίκου, μπορούσες να φτιάξεις υπέροχα τόξα, με τα λεπτά καλάμια και λίγο σύρμα, τυλιγμένο για βάρος στην κορυφή, είχες ωραιότατα βέλη.

Οι μανάδες φώναζαν, θα βγάλετε τα μάτια σας μ’ αυτά τα παιχνίδια, αλλά είχαν άδικο. Μόνο καμιά γρατζουνιά κι αυτή μόνο στις μάχες με την πάνω γειτονιά. Άλλωστε, άμα δεν  είχες τόξα, ήσουν καταδικασμένος να μάχεσαι μόνο με τα ξύλινα σπαθιά, ή, ακόμη χειρότερα, με σπερδούκλια που πόναγαν και πιο πολύ.

Οι ρεματιές τον χειμώνα κατέβαζαν νερό. Μερικές φορές με ορμή και με βροντώδη βουή που ακουγόταν ως μακριά. Τότε βασικά δεν μπορούσες να περάσεις απέναντι και έτσι τα όρια ανάμεσα στις γειτονιές ήταν πολύ ευδιάκριτα. Οι πέρα και οι δώθε! Απ’ το Ρέμα!

Πάντως όι κύριοι τόποι μυστηρίου, άμα ήσουν πιτσιρικάς τότε, εκεί, ήταν (φυσικά) πιο πέρα, στους άξονες τριών τουλάχιστον κατευθύνσεων: Προς το πευκοδάσος στις πλαγιές του βουνού, προς τη θάλασσα όπου κατέληγαν οι ρεματιές και, κυρίως,  προς την πόλη όπου κατέληγαν τα χοντροκομμένα λεωφορεία της εποχής.

 images (43)

(συνεχίζεται…)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Χωρίς σωτηρία…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 13 Δεκεμβρίου, 2012

αρχείο λήψης

Ένα ακόμη νέο ποιητικό κείμενο του Νίκου Μοσχοβάκου 

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΝΑΒΑΛΛΕΤΑΙ

Καθόταν στο γραφείο του σκεπτικός.  Οι εφημερίδες είχαν εκτιμήσει την τελευταία του δήλωση σαν προειδοποίηση για τις μελλοντικές του ενέργειες.  Μάλιστα σε δύο απ’αυτές δεν έμενε καμία αμφιβολία ότι σύντομα θα εξήγγειλε την δημιουργία νέου κόμματος.  Η πολιτική σήψη, το οικονομικό αδιέξοδο, οι αφόρητες έξωθεν πιέσεις επέβαλαν κάτι τέτοιο, έγραφαν.  Μειδίασε ικανοποιημένος.  Ναι είχε αυτή την ανθρώπινη μικρή φιλοδοξία.  Με κάθε τρόπο ήθελε να σώσει τον τόπο του.  Οραματίστηκε εκστασιασμένος τον εαυτό του σωτήρα – πρωθυπουργό.  Τα πλήθη να τον αποθεώνουν, οι τηλεοράσεις στα δελτία ειδήσεων να μιλούν για το εμπνευσμένο κυβερνητικό του πρόγραμμα.  Τον χάλασε λίγο το τελευταίο αφού είχε αναβάλει πολλάκις να βρει λύση, έστω και πρόχειρα, που θα έδινε ελπίδες για την έξοδο από την κρίση.  Συνοφρυώθηκε και υπερασπίστηκε μέσα του την ολιγωρία αυτή.  Εξάλλου τώρα είχε φτάσει η στιγμή να μελετήσει τα προβλήματα προσεκτικά σε βάθος και να διατυπώσει με τρόπο που να μην επιδέχεται αμφισβητήσεις τις προτάσεις του.  Ξέσφιξε λίγο την γραβάτα του, έβαλε το χέρι στο μέτωπο κι άρχισε να ονειροπολεί ξετρελαμένος με τις σκέψεις του.  Η πολιτικοί του αντίπαλοι θα ένιωθαν έντονα την παρουσία του, μα περισσότερο οι εσωκομματικοί ανταγωνιστές.  Πρέπει να καθαρίζουμε μ’αυτούς οριστικά συλλογίστηκε πεισμωμένος.  Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να ταξιδεύει … να ταξιδεύει στο ωραίο μέλλον της δόξας του.

Τον επανέφερε όμως στην τρέχουσα στιγμή το χτύπημα του τηλεφώνου.  Το σήκωσε βαριεστημένα.  Επρόκειτο για μερικές ερωτήσεις που θα του έκανε ο αθλητικογράφος του ραδιοσταθμού των σπορ, «Νο στο ντόπινγκ» σχετικά με την ήττα της αγαπημένης του ομάδας στο κρίσιμο ευρωπαϊκό της παιχνίδι.  Έβαλε τα δυνατά του – πολύ τον είχε πειράξει αυτή η ήττα – κι άρχισε διεξοδικά, να αναλύει τις φάσεις, τα λάθη των αμυντικών, την έλλειψη συνοχής, μα κυρίως τον ατομισμό του σέντερ φορ που ήθελε για τον εαυτό του τις δάφνες του σκοραρίσματος.  Ακόμα δεν παρέλειψε με πειστικό τρόπο να σχολιάσει το σύστημα του προπονητή και την λάθος τακτική του με επιχειρήματα.  Τέλος εξέφρασε την αισιοδοξία – πάντα – για το μέλλον και διατράνωσε την πίστη του στην ομάδα.  Ευχαριστούμε πολύ για την τιμή που μας κάνατε εν μέσω τόσων ασχολιών σας κ.Υπουργέ, η συζήτησή μας ήταν άκρως ενδιαφέρουσα έκλεισε την εκπομπή του ο αθλητικογράφος.  Έβαλε το ακουστικό στην θέση του ταραγμένος.  Τι ήταν αυτός πάλι να ανακαλέσει στο μυαλό του την οδυνηρή ήττα της ομάδας ;

Εκνευρισμένος χάιδεψε το σαγόνι του, κάτι μονολόγησε και σηκώθηκε.  Ο προγραμματισμός της σωτηρίας του τόπου μπορούσε να περιμένει.  Δεν χάθηκε δα ο κόσμος για μιαν ακόμη αναβολή.  Καθώς έβγαινε από την πόρτα  είδε το ρολόι του.  Καθυστερημένα θα έφτανε πάλι στο ραντεβού του με τον κορυφαίο παράγοντα που θα στήριζε οικονομικά το εγχείρημά του για τη δημιουργία νέου κόμματος.

images (17)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο Νίκος και το αδιάβαστο μυρμήγκι

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 12 Δεκεμβρίου, 2012

Ένα φρέσκο, αδημοσίευτο κείμενο του Νίκου Μοσχοβάκου                           

images (92)

 ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗΣ

 Το μυρμήγκι είχε πάει αδιάβαστο στο σχολείο.  Φοβόταν ότι αν ρωτούσε η δασκάλα για το μάθημα της συγκομιδής θα έμενε αμίλητο.  Έτσι μπήκε στην τάξη μουδιασμένο.  Κάθισε δίπλα στις συμμαθήτριες και στους συμμαθητές του ενώ συλλογιζόταν τον αυταρχικό πατέρα του.  Εύρισκε όμως παρηγοριά στη μορφή της καλοσυνάτης μάνας του.

Εισήλθε η δασκάλα κουτσαίνοντας.  Το πόδι της μπανταρισμένο.  Στάθηκε μπροστά στους μαθητές της και τους ανακοίνωσε ότι τραυματίστηκε ενώ προσπαθούσε να φορτωθεί ένα σπυρί σταριού χθες στο αλώνι.  Άρχισε στη συνέχεια με λεπτομέρειες ν’αφηγείται το ατύχημά της και να επικεντρώνει την προσοχή τους στη λάθος κίνηση που είχε κάνει και της κόστισε το σοβαρό πάθημα. images (91)

Οι μυρμηγκοπούλες και τα μυρμηγκόπουλα παρακολουθούσαν αμίλητα τη διήγηση.  Στο αδιάβαστο μυρμηγκάκι άρχισε σιγά σιγά να φουντώνει η αισιοδοξία ότι θα περνούσε η ώρα χωρίς ν’αποκαλυφθεί η ολιγωρία του να μελετήσει.  Η χαλάρωση τούφερε νύστα κι αποκοιμήθηκε.  Ξύπνησε απότομα από την ερώτηση της δασκάλας που στεκόταν από πάνω του.  Την άκουσε να ρωτά τι είναι αυτό που είναι εντελώς άχρηστο κι αποφεύγουμε να το συλλέξουμε ;  Κοίταξε έντρομο το πρόσωπό της.  Όμως διαπίστωσε ότι απευθυνόταν στη διπλανή συμμαθήτριά του.  Αισθάνθηκε αίφνης αυτοπεποίθηση κι όπως η μυρμηγκοπούλα κόμπιαζε ν’απαντήσει, της ψιθύρισε σαν από έμπνευση κάτι που είχε ακούσει να συζητούν οι γονείς του.  Τον χρυσό τον χρυσό.  Τον χρυσό επανέλαβε με δυνατή φωνή η ερωτώμενη.  Και βέβαια, τα ψήγματα χρυσού επιδοκίμασε η δασκάλα.  Αυτά τ’αφήνουμε για τους ανόητους συμπλήρωσε.  Όσο για σένα εξυπνάκια για πρώτη φορά η τιμωρία σου είναι να γράψεις εκατό φορές στο φτερό της μύγας, δεν μαζεύουμε ποτέ ψήγματα χρυσού και να μου το φέρεις αύριο.  Οι προπέτες δεν μου αρέσουν τόνισε με νόημα.

Το αδιάβαστο μυρμήγκι σε πελάγη απροσδόκητης ευτυχίας και κρυφογελώντας άκουσε να κτυπά το κουδούνι για διάλειμμα. images (93)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τραγούδι νουάρ

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 6 Δεκεμβρίου, 2012

Εδώ θέλει ατμόσφαιρα.
Νουάρ.
Σκοτάδι χαραγμένο από χιαστί νεφελωμένους προβολείς.
Μπουκάλια με μονές και διπλές καμπυλότητες.
Τραπεζάκι γωνιακό, γκαρσόνι με κατανόηση εξομολογητή.
Ρεπούμπλικα κατεβασμένη ως τα φρύδια, γιακά ανασηκωμένο, πουκάμισο ξεκούμπωτο.
Μάτια λίγο κοκκινισμένα, φωνή λίγο σπασμένη…
και…

images (19)

Ναι, πίνω,
συστηματικά,
για να ξεχνώ,
πώς μου κάνεις νερά
Ναι, πίνω,
συστηματικά,
για να ξεχνώ,
όσα μου παν’ στραβά.

Ναι, πίνω
ό, τι κι αν βρω μπροστά
φτάνει να ‘χει αλκοόλ
σε γερά ποσοστά
Ναι, πίνω
κάθε κατακάθι:
της ζήλιας βοηθά
να ξαγκιστρώνω τ’ αγκάθι.

Ειν’ η ζωή διασκεδαστική;
είναι η ζωή πολύτιμη;
έχω μια δυο απορίες.
Αξίζει την ζωή να ζεις;
αξίζει να απατηθείς;
Είναι ερωτηματικά
όπου κανείς δεν απαντά …

Για αυτό
πίνω,
συστηματικά,
για να ξεχνώ
πως η λήξη ειν’ κοντά.
Ναι, πίνω
συστηματικά
και ξεχνώ πως
δεν ειμ΄ έφηβος πια

Ναι, πίνω
κι ας μην το διασκεδάζω
να είμαι πίτα,
να μη με λογαριάζω.
Και, πίνω
μα χωρίς να ξεδίνω
αφού δεν τολμώ,
ένα τέλος να δίνω.

images (88)

Είναι ο Μπορίς Βιάν
Εδώ μόνος του

Και εδώ επικαλυμμένος εν μέρει από την απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα

winebannerone

Το τραγούδι στα γαλλικά

 Je bois

Je bois
Systématiquement
Pour oublier

les amis de ma femme
Je bois
Systématiquement
Pour oublier

tous mes emmerdements

Je bois
N’importe quel jaja
Pourvu qu’il fasse

ses douze degrés cinque
Je bois
La pire des vinasses
C’est dégueulasse,

mais ça fait passer l’temps

La vie est-elle tell’ment marrante
La vie est-elle tell’ment vivante
Je pose ces deux questions
La vie vaut-elle d’être vécue
L’amour vaut-il qu’on soit cocu
Je pose ces deux questions
Auxquelles personne ne répond… et

Je bois
Systématiquement
Pour oublier

le prochain jour du terme
Je bois
Systématiquement
Pour oublier

que je n’ai plus vingt ans

Je bois
Dès que j’ai des loisirs
Pour être saoul,

pour ne plus voir ma gueule
Je bois
Sans y prendre plaisir
Pour pas me dire

qu’il faudrait en finir…

images (21)

Posted in Μπορίς Βιάν στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Το τραγούδι των ναυτικών (La Marine)

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 2 Δεκεμβρίου, 2012

images (13)

Η χαρά, η ανησυχία,

που οι αιώνιες αγάπες βιώνουν,

σε μια μέρα, σε μικρογραφία,

στα λιμάνια,  συχνά ξεφυτρώνουν. 

Ειν’ γραφτό για τον ναυτικό

να ζει έρωτα βιαστικό,

με την μικρή του ερωμένη,

αγάπη συμπυκνωμένη. 

hugo-pratt

Χαρά, θλίψη, νάζι, οργή,

όλη τ’ έρωτα η παρτιτούρα,

στο λιμάνι, είναι εκεί,

σχεδιασμένη σε μινιατούρα.

Έχει γέλια, έχει ασπασμούς,

σε ροζ ρώγες, λευκούς λαιμούς,

καταπνίγοντας  τους καημούς,

σε πάθους ωκεανούς.

hugo-pratt-acquerello

 Σε μια μέρα μαζί όλα αυτά

και ο χρόνος ας ξεχειλώνει,

τρεις φορές απανωτά,

μια σωστά, μια στραβά, μια σωστά…

Νωπή γύρω η μυρωδιά

από έρωτα κι από κατράμι, 

χαρά, πόνος μαζί στην καρδιά

κι όλα πηγαίνουν καλά.

fiorini-barche-in-porto

Για κουβέντες δεν ειν’ καιρός,

μα οι σκέψεις τρυπώνουν παντού,

τ’ αύριο ξέχνα εάν δεν θες

να σκαρώσεις καταστροφές.

Το ’χει η μοίρα των ναυτικών,

πλησιάζουν, πλευρίζουνε, δένουν,

αλλά πρέπει να ’χουν στο νου,

η Εδέμ μπορεί να ’ναι αλλού. 

images (9)

Σε μια μέρα, σε λίγο χρόνο,

στο λιμάνι να που ξεφυτρώνουν, 

χαρά, πόθος, πάθος, που μόνο

οι μεγάλες αγάπες βιώνουν.

Είμαστε έτσι, οι ναυτικοί,

είναι πάντα ο καιρός που μας φταίει,

στα λιμάνια, βιαστικοί,

κάτι μέσα μας πάντα να καίει.

images (10)

La Marine είναι ένα ποίημα του Paul Fort, από το οποίο ο Μπρασένς μελοποίησε ορισμένες στροφές. Έφτιαξα την παραπάνω προσαρμογή στα ελληνικά στριμώχνοντας, ως συνήθως, τα νοήματα στις πιο ολιγοσύλλαβες (κατά το δυνατό) ελληνικές λέξεις, έτσι ώστε η μελωδία να εξακολουθήσει να λειτουργεί.

Εδώ ο τροβαδούρος και η κιθάρα του:

Εδώ από (ναυτική) χορωδία

…και εδώ η ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα

images (5)

 La Marine (Poème de Paul Fort)

On les r’trouve en raccourci
Dans nos p’tits amours d’un jour
Toutes les joies, tous les soucis
Des amours qui durent toujours
C’est là l’sort de la marine
Et de toutes nos p’tites chéries
On accoste. Vite ! un bec
Pour nos baisers, l’corps avec
Et les joies et les bouderies
Les fâcheries, les bons retours
Il y a tout, en raccourci
Des grandes amours dans nos p’tits
On a ri, on s’est baisés
Sur les neunœils, les nénés
Dans les ch’veux à plein bécots
Pondus comme des œufs tout chauds
fumetto
Tout c’qu’on fait dans un seul jour!
Et comme on allonge le temps!
Plus d’trois fois, dans un seul jour
Content, pas content, content
Y a dans la chambre une odeur
D’amour tendre et de goudron
Ça vous met la joie au cœur
La peine aussi, et c’est bon

On n’est pas là pour causer
Mais on pense, même dans l’amour
On pense que d’main il fera jour
Et qu’c’est une calamité
C’est là l’sort de la marine
Et de toutes nos p’tites chéries
On s’accoste. Mais on devine
Qu’ça n’sera pas le paradis

On aura beau s’dépêcher
Faire, bon Dieu ! la pige au temps
Et l’bourrer de tous nos péchés
Ça n’sera pas ça ; et pourtant
Toutes les joies, tous les soucis
Des amours qui durent toujours !
On les r’trouve en raccourci
Dans nos p’tits amours d’un jour…

bacio-marinaio-infermiera-

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Θεσσαλονίκη – Ουρανοί του Νοέμβρη

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 29 Νοεμβρίου, 2012

Τα αρχεία μου το επιβεβαιώνουν. Τον Νοέμβρη ο ουρανός της Θεσσαλονίκης παίρνει τις πιο όμορφες πόζες και σου γνέφει ¨κοίτα¨.  Κι αν, εκεί κοντά, έχεις καμιά φωτομηχανή πρόθυμη, είναι σα να σου λέει ¨τράβα¨.

Σημείωση:Έχω ξαλαφρώσει  αρκετά (από pixel) τα φωτογράμματα, για να μπορέσουν να φορτωθούν πιο άνετα στο Ιστολογοφόρο, αλλά δεν έχω κάνει καμία άλλη εκ των υστέρων παρέμβαση. Ο ουρανός της Θεσσαλονίκης αλλάζει χρώματα και αποχρώσεις με απολύτως δική του πρωτοβουλία.

Κι άλλη σημείωση: Με κλικ πάνω τους, οι εικόνες γίνονται λίγο μεγαλύτερες.

Μουσικούλα συνοδευτική (προαιρετική)

Posted in ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μπαλάντα στο Φεγγάρι

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 25 Νοεμβρίου, 2012

 

 

Το καμπαναριό; Παλιός οβελίσκος

Η νύχτα; Μελαγχολική.

Της σελήνης ο δίσκος;

Σαν κουκκίδα στην κορφή ενός i.

 Ποιο ξωτικό καρτερεί στο σκοτάδι,

σε αόρατο νήμα σε δένει,

Φεγγάρι, το βράδυ

και στων άστρων τους δρόμους σε σέρνει;

Του στραβού ουρανού είσαι το μάτι;

Αλλά ποιο πονηρό αερικό

έχεις για αναβάτη,

που σαρδόνια κοιτά προς τα ’δω;

Ειν’ μαγεία αυτό που σε ζώνει

κι οι μορφές σου άλλες μορφές ξεγεννάν;

Κάτι σε ξεφουσκώνει…

Πότε δίσκος  και πότε κρουασάν…

 Υποπτεύομαι είσαι ρολόι

που σιδερένιο, χλωμό, σκουριασμένο,

τον καιρό κατατρώει,

για τον κάθε καταδικασμένο…

 Στο κούτελό σου που ταξιδεύει

κι οι κολασμένοι μπορούν να διακρίνουν

ποιος τον χρόνο αφεντεύει

και οι ώρες στο ¨πάντα¨ τι νόημα δίνουν.

 Ποιος σε κλάδεψε τις προάλλες;

Συ δεν ήσουνα σκαρφαλωμένο

σ’ ενός δέντρου τις κλάρες

και σε βρήκα εκεί δα σκαλωμένο;

Και ’γω σου ’πα: ¨Φεγγάρι σηκώσου¨!
Μα παραλίγο να μου χώσεις στο μάτι

το κυρτό κέρατό σου…

Με ποιον έχεις, Φεγγάρι, γινάτι;

Φεγγαράκι,

στα κατάστιχα του έρωτα θά ’μπεις

χίλιες, φώτισες, αγάπης  σκηνές

γι αυτό λάμπεις

με του αύριο τα όνειρα, μαζί και του χτες.

 

Θα σ’ υμνούν τα σκυλιά, θα σε θέλουν οι γάτοι

και θα είσαι ες αεί ευλογημένο

από κάθε διαβάτη,

Φεγγαράκι χλωμό, πάντα ξανανιωμένο!

 

Μα κι αν βρέχει, φυσάει ή χιονίζει

εγώ θα ’ρχομαι εδώ κάθε βράδυ,

η ψυχή μου θ’ ανθίζει,

και θα ρίχνω στο λυχνάρι σου λάδι.

Στο καμπαναριό, που ’ναι σαν οβελίσκος

μες την νύχτα που ’ν’ φαιά, σκοτεινή,

της σελήνης ο δίσκος:

Μια κουκκίδα σ’ ενός i την κορφή.

Η ηχογράφηση του Μπρασένς 

 Ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα (*)

 

Ο   Alfred Louis Charles de Musset-Pathay   (Παρίσι, 11 Δεκεμβρίου 1810 – Παρίσι, 2 Μαΐου 1857)  έγραψε το ποίημα  ‘’La ballade à la lune’’ το 1829.

Ο Μπρασένς πρόσθεσε μουσική και τραγούδησε μερικές από τις στροφές του (ζωντανή ηχογράφηση, που εκδόθηκε σε δίσκο το 1983).

Προσπαθώντας να τις προσαρμόσω στα ελληνικά τους πρόσθεσα κάμποσες συλλαβές και άλλα τινά.

(*) Αφιερώνω αυτή την προσπάθεια στους τρεις Μοσχοβάκους φίλους μου, τον Νίκο την Ιωάννα και  την Ναυσικά. 

Alfred de MUSSET  

Ballade à la lune  (Το πλήρες κείμενο)

1. C’était, dans la nuit brune,
Sur le clocher jauni,
La lune
Comme un point sur un i.

2. Lune, quel esprit sombre
Promène au bout d’un fil,
Dans l’ombre,
Ta face et ton profil ?

3. Es-tu l’oeil du ciel borgne ?
Quel chérubin cafard
Nous lorgne
Sous ton masque blafard ?

N’es-tu rien qu’une boule,
Qu’un grand faucheux bien gras
Qui roule
Sans pattes et sans bras ?

5. Es-tu, je t’en soupçonne,
Le vieux cadran de fer
Qui sonne
L’heure aux damnés d’enfer ?

6. Sur ton front qui voyage.
Ce soir ont-ils compté
Quel âge
A leur éternité ?

4*. Est-ce un ver qui te ronge
Quand ton disque noirci
S’allonge
En croissant rétréci ?

7. Qui t’avait éborgnée,
L’autre nuit ? T’étais-tu
Cognée
A quelque arbre pointu ?

8. Car tu vins, pâle et morne
Coller sur mes carreaux
Ta corne
À travers les barreaux.

Va, lune moribonde,
Le beau corps de Phébé
La blonde
Dans la mer est tombé.

Tu n’en es que la face
Et déjà, tout ridé,
S’efface
Ton front dépossédé.

Rends-nous la chasseresse,
Blanche, au sein virginal,
Qui presse
Quelque cerf matinal !

Oh ! sous le vert platane
Sous les frais coudriers,
Diane,
Et ses grands lévriers !

Le chevreau noir qui doute,
Pendu sur un rocher,
L’écoute,
L’écoute s’approcher.

Et, suivant leurs curées,
Par les vaux, par les blés,
Les prées,
Ses chiens s’en sont allés.

Oh ! le soir, dans la brise,
Phoebé, soeur d’Apollo,
Surprise
A l’ombre, un pied dans l’eau !

Phoebé qui, la nuit close,
Aux lèvres d’un berger
Se pose,
Comme un oiseau léger.

9. Lune, en notre mémoire,
De tes belles amours
L’histoire
T’embellira toujours.

10. Et toujours rajeunie,
Tu seras du passant
Bénie,
Pleine lune ou croissant.

T’aimera le vieux pâtre,
Seul, tandis qu’à ton front
D’albâtre
Ses dogues aboieront.

T’aimera le pilote
Dans son grand bâtiment,
Qui flotte,
Sous le clair firmament !

Et la fillette preste
Qui passe le buisson,
Pied leste,
En chantant sa chanson.

Comme un ours à la chaîne,
Toujours sous tes yeux bleus
Se traîne
L’océan montueux.

11. Et qu’il vente ou qu’il neige
Moi-même, chaque soir,
Que fais-je,
Venant ici m’asseoir ?

12. Je viens voir à la brune,
Sur le clocher jauni,
La lune
Comme un point sur un i.

Peut-être quand déchante
Quelque pauvre mari,
Méchante,
De loin tu lui souris.

Dans sa douleur amère,
Quand au gendre béni
La mère
Livre la clef du nid,

Le pied dans sa pantoufle,
Voilà l’époux tout prêt
Qui souffle
Le bougeoir indiscret.

Au pudique hyménée
La vierge qui se croit
Menée,
Grelotte en son lit froid,

Mais monsieur tout en flamme
Commence à rudoyer
Madame,
Qui commence à crier.

» Ouf ! dit-il, je travaille,
Ma bonne, et ne fais rien
Qui vaille;
Tu ne te tiens pas bien. «

Et vite il se dépêche.
Mais quel démon caché
L’empêche
De commettre un péché ?

» Ah ! dit-il, prenons garde.
Quel témoin curieux
Regarde
Avec ces deux grands yeux ? «

Et c’est, dans la nuit brune,
Sur son clocher jauni,
La lune
Comme un point sur un i.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ (Φαντασία και Εξουσία)

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 16 Νοεμβρίου, 2012

Την προσεχή Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου, προσκεκλημένος από το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΜΘ και την Λέσχη ανάγνωσης της ΕΡΤ3 θα μιλήσω με θέμα ¨Φαντασία και Εξουσία¨.  Και οι δύο όροι του θέματος έχουν προεκτάσεις στην επικαιρότητα και ελπίζω να κουβεντιάσουμε σχετικά.

Η ομιλία εντάσσεται σε σειρά εκδηλώσεων με τίτλο ¨Λόγος με θέσεις¨ και θα διεξαχθεί στην οδό Μορκεντάου 1(και Νίκης –παλιά παραλία), 1ος όροφος, στις 08:00 το βράδυ.

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Το τραγούδι των παλιών εραστών

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2012

Ναι, ζήσαμε και καταιγίδες,

χρόνια μαζί,  δεν σ’ αδικώ.

Χίλιες φορές είπες θα φύγεις,

χίλιες φορές το είπα εγώ.

Και κάθε τι σ’ αυτόν τον χώρο,

τον δίχως κούνια παιδική,

θυμίζει θύελλες κι εκρήξεις…

 Εσύ να έχεις πλέον χάσει        

την γεύση των  απλών πραγμάτων,      

του κυνηγού εγώ τις εκπλήξεις…

Όμως αγάπη μου

Υπέροχη γλυκιά αγάπη μου

Στην λάμψη, στα σκοτάδια τ’ ουρανού

Ακόμη σ’ αγαπώ

και συ το ξέρεις

 

Ναι, ξέρω τα τεχνάσματά σου,

τα ξόρκια μου ξέρεις καλά.

Με κράτησες και με παγίδες,

σ’ έχασα, μα προσωρινά.

Σίγουρα είχες κι εραστές,

θα ‘ναι το σώμα που ξεσπά,

θα είν’ ο χρόνος που περνάει…

Μα εμείς ξέραμε τον τρόπο

πως να γερνάμε, μέσα μας όμως  

η νιότη ακόμη να σκιρτάει…

Ναι, αγάπη μου

Υπέροχη και τρυφερή αγάπη μου

Στο λυκαυγές και στο λυκόφως τ’ ουρανού

Εγώ θα σ’ αγαπώ

και συ το ξέρεις…

 

Μα όσο κι αν ο καιρός παιδεύει,

όσο κι αν ο καιρός περνά,

                                         είν’  για τους εραστές παγίδα                                        

 να ζουν χωρίς βεγγαλικά   

Ναι, δεν ξεσπώ πια στα τυφλά

Ναι, πια δεν κλαις τόσο συχνά,

πια το μυστήριο δεν μετράει

Πλέον στις συμπτώσεις δυσπιστούμε,

λίγα αφήνουμε στην τύχη,

μα η τρυφερή μάχη… κρατάει…

Ναι Αγάπη μου

Όμορφη, αβρή, γλυκιά, αγάπη μου

Στο χάραμα και στο σκοτάδι τ’ ουρανού

Ακόμη σ’ αγαπώ

και συ το ξέρεις

Αυτήν τη μεταφορά στα ελληνικά του τραγουδιού του Μπρελ για τους ¨παλιούς εραστές¨ την αφιερώνω στους παλιούς μου συμμαθητές που θα συναντηθούν αυτήν τη βδομάδα στους παλιούς τόπους. Ιδιαίτερα στους πολλούς που τότε ήταν ερωτευμένοι, και ακόμη πιο πολύ, σε όσους τα κατάφεραν να παλιώσουν τον έρωτά τους.

Εδώ, σε ήχο, ο Ζακ Μπρελ

εδώ η ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα

από τον Χοσέ Καρέρας

σε ήχο fados
…και σε τανγκό

Οι στίχοι στα γαλλικά:

 La Chanson des Vieux Amants

Bien sûr, nous eûmes des orages
Vingt ans d´amour, c´est l´amour fol
Mille fois tu pris ton bagage
Mille fois je pris mon envol
Et chaque meuble se souvient
Dans cette chambre sans berceau
Des éclats des vieilles tempêtes
Plus rien ne ressemblait à rien
Tu avais perdu le goût de l´eau
Et moi celui de la conquête
Mais mon amour
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l´aube claire jusqu´à la fin du jour
Je t´aime encore, tu sais, je t´aime

Moi, je sais tous tes sortilèges
Tu sais tous mes envoûtements
Tu m´as gardé de pièges en pièges
Je t´ai perdue de temps en temps
Bien sûr tu pris quelques amants
Il fallait bien passer le temps
Il faut bien que le corps exulte
Finalement, finalement
Il nous fallut bien du talent
Pour être vieux sans être adultes
Oh, mon amour
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l´aube claire jusqu´à la fin du jour
Je t´aime encore, tu sais, je t´aime

Et plus le temps nous fait cortège
Et plus le temps nous fait tourment
Mais n´est-ce pas le pire piège
Que vivre en paix pour des amants
Bien sûr tu pleures un peu moins tôt
Je me déchire un peu plus tard
Nous protégeons moins nos mystères
On laisse moins faire le hasard
On se méfie du fil de l´eau
Mais c´est toujours la tendre guerre
Oh, mon amour…
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l´aube claire jusqu´à la fin du jour
Je t´aime encore, tu sais, je t´aime.

Posted in Μπρελ στα ελληνικά, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης και μια σούρα στο Ερεβάν

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 29 Οκτωβρίου, 2012

Τον συνονόματό μου Βασίλη τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη και της Μαρίας στην Αρετσού. Έχουμε παίξει μερικές φορές χαρτιά και, είναι αλήθεια, το παιχνίδι εν γένει βοηθάει στο να γνωρίσεις τους άλλους καλύτερα. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζω συνήθως εγώ.

Αν βέβαια ενδιαφέρεσαι για τις ενδεχόμενες συμπεριφορές κάποιου και σε πιο οριακές καταστάσεις (αν πρόκειται, για παράδειγμα, να τον/την παντρευτείς), τότε πήγαινε μαζί του ένα ταξίδι, ει δυνατόν με ιστιοφόρο. Εκεί θα αντιληφθείς πολύ περισσότερα πράγματα.

Αλλά για τις άλλες, τις συνηθέστερες και χωρίς διακύβευμα περιπτώσεις, το παιχνίδι, ας πούμε μια φιλική παρτίδα χαρτιά, όντας ανώδυνη απομίμηση της ζωής σε βοηθάει να κάνεις αξιόπιστες γενικές παρατηρήσεις πάνω στον χαρακτήρα των άλλων.

Ο Βασίλης λοιπόν, αρχιτέκτονας μηχανικός (όπως και οι πιο πολλοί στην παρέα), σύζυγος και πατέρας, διάγων αισίως την περίοδο της ωριμότητας (των πρώτων –ηντα), σε μια αρχική ανάγνωση μου προκύπτει αναμφίβολα ήπιος, ήρεμος, εξαιρετικά ευγενικός, εκτιμητής των χαμηλών τόνων: Δεν υψώνει ιδιαίτερα τη φωνή και ένα πράο χαμόγελο είναι εγκατεστημένο θα έλεγες μόνιμα στις άκρες των χειλιών του.

Αυτές οι πρώτες εντυπώσεις τις οποίες δεν έχω κανένα λόγο να αναιρέσω, οδηγούν στη βάσιμη υπόθεση ότι ο Βασίλης είναι δύσκολο να είναι ταυτόχρονα και κάτι άλλο, κάπως αλλιώτικο, ας πούμε κάτι σαν μοναχικός ταξιδιώτης μοτοσικλετιστής!

Και βέβαια κάνω πανηγυρικά λάθος.

 

Ο Βασίλης όταν του την δίνει, (και σε άλλες προς διερεύνηση περιπτώσεις) όχι μόνο καβαλάει τη μοτοσικλέτα του και εκτινάσσεται, αποδρά, αναχωρεί, απομακρύνεται μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα προς κατευθύνσεις εξωτικές και χώρες δυσερεύνητες, αλλά και καταγράφει με εικόνες και λέξεις τις εμπειρίες του.

Χτες μου έστειλε το κείμενο που ακολουθεί.

Σας το κοινοποιώ με την έγκρισή του. Απολαύστε το!

 

 

Βασίλης Μεταλλινός

Νοέμβριος, 2011. Εν μέσω κρίσης, κινδυνολογίας, παπαρολογίας, φόρων, πόρων, αναδρομικών, μικροαστικών, πολεοδομικών, χαρατσιών και τινών ακόμη φαιδρών της παστεριωμένης καθημερινότητας, ξεκίνησα ένα ξαφνικό ταξίδι προς Τουρκία, Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν. Ο Οκτώβριος είχε περάσει, μεταξύ κάποιων θρασύτατων ανθρωποειδών που υποδύονταν τους τεχνίτες οικοδόμους, καθώς και στο στόχαστρο ενδημικής ποικιλίας αρπακτικών που αναπτύσσεται σε καρέκλες πολεοδομικών γραφείων και τινών ακόμη δημοσίων υπηρεσιών, στελεχομένων από απογόνους του Νταβέλη, Κακαράπη, Καλαμπαλίκη και Τσιμπουκλάρα.

Μετά την 4η τροποποίηση των σχεδίων μιας απλής εξωτερικής τουαλέτας, καθ’ υπόδειξη του αρμόδιου υπαλλήλου Πολεοδομικού γραφείου και την κατάθεση του σχετικού φακέλου, θεώρησα ότι -άνετα- είχα το χρόνο για ένα ταξίδι μέχρι το Αζερμπαϊτζάν με την μοτοσυκλέτα μου, μέχρι τον επόμενο έλεγχο των αρχιτεκτονικών σχεδίων.

Έτσι, ένα ηλιόλουστο πρωϊνό φουλάριζα στο βενζινάδικο της Αρετσούς στο Χαμόδρακα, με λίγα ρούχα στις βαλίτσες, κανά δύο κιλά ξηρούς καρπούς, μισό κιλό παστέλι, ζάχαρη, καφέ και χαλαρή “στ’ αρχίδια μου” διάθεση.

Ύστερα από ένα βροχερό πέρασμα της Βόρειας Τουρκίας και ένα ζόρικο οδήγημα στην παγωμένη και βροχερή Γεωργία, μετά από 3000 χιλιόμετρα, την χαριστική βολή μου την έδωσαν τα χιονισμένα υψίπεδα του όρους Aragats. Δεν ήταν η καλύτερη ιδέα, να ταξιδέψω με την μοτοσυκλέτα χειμωνιάτικα… Και δεν ήταν μόνο το κρύο. Οι οδηγική συμπεριφορά των Αρμενίων, που θα έκανε τους πεοφορούντες οδηγούς ταξί των παραβαρδάριων περιοχών να φαντάζουν σαν γατούλες του καναπέ, μου έκανε το φρόνημα ιρμίκ χαλβά… Έσφιξα τα δόντια και με αποφασιστικότητα λοχαγού Βιετκόγκ, συνέχισα οδηγώντας αργά.

Στα τελευταία χιλιόμετρα κατηφορίζοντας για το Υερεβάν, θυμήθηκα τους 42 βαθμούς υπό σκιάν την ίδια μέρα, ίδια ώρα -ένα χρόνο πρίν- πλησιάζοντας το Χαρτούμ, κι άρχισα να …ζεσταίνομαι και να ρεφάρω ψυχολογικά. Διότι, κύριος, άμα θέλεις ασφάλεια και θερμοκρασίες δωματίου κάθεσαι σπίτι σου και το βλέπεις το “έργο” σε βιντεοκασέτα.

Κατεθύνθηκα “καρφί” στο κέντρο, ακολουθώντας ένα marshrutka*, που πήγαινε προς την Όπερα και έψαξα να βρώ ένα guest house, μιας ηλικιωμένης ζωγράφου που εντόπισα σ’ έναν γαλλικό ταξιδιωτικό οδηγό.

Αφού τακτοποιήθηκα στο πολύ φιλόξενο σπίτι, βγήκα στους δρόμους να ξεμουδιάσω και να δειπνίσω στο ρεστοράν Caucasus που μου υπέδειξε σε άπταιστα Γαλλικά η κυρία Βίκα, η κάλτ ιδιοκτήτρια του guest house.

Δεν χρειάστηκε να περπατήσω πολύ και σε 15 λεπτά βρισκόμουν ενώπιον αβάσταχτων διλημμάτων, σχετικά με ορεκτικά, σούπες και φαγητά, καθισμένος στη ρουστίκ αίθουσα του ρεστοράν.

Η παχουλή Αρμένισα -ντυμένη με παραδοσιακό φόρεμα- που ήρθε για την παραγγελία, με δελεαστικά νεύματα και επιφωνήματα υπερβολικής επιδοκιμασίας και κατανόησης, κατάφερε να μ’ απαλλάξει απο τα ερωτηματικά της γαστέρας, πείθοντάς με να δοκιμάσω όλα τα πιάτα που είχα ξεχωρήσει, απ’ τον κατάλογο…

Μετά από μια αναπαράσταση του ταϊσματος των τίγρεων της Σουμάτρας, πάνω στις παραδοσιακές σπεσιαλιτέ του Καυκάσου και τρεις αρμένικες μπύρες Gyumri, ήρθα στα γράδα μου. Χαζεύοντας τους θαμώνες και ακούγοντας φόλκ αρμένικα τραγούδια, θυμήθηκα την Ρουζάνα, μια Αρμένισα που καθαρίζει κάθε βδομάδα την οικοδομή που στεγάζεται το γραφείο μου στη Θεσσαλονίκη.

Η Ρουζάνα με είχε κουράσει μιλώντας μου σε κάθε ευκαιρία, για το πόσο όμορφο είναι το Υερεβάν και τελειώνοντας την τρίτη μπύρα της τηλεφώνησα για πλάκα…

“Έλα Ρουζάνα, με κατάλαβες?”

“Καλησπέρα κύριο Βασίλη, τι κάνετε?”

Αφού της εξήγησα που βρίσκομαι, μου κατέστησε σαφές ότι πιθανή άρνηση της φιλοξενίας του αδελφού της, τον οποίο θα έστελνε την επομένη το πρωί στο guest house να με παραλάβει, θ’ αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως.

Μετά από μια σύντομη βόλτα στο κέντρο της πόλης κατέληξα στο Malkhas jazz Club, άλλη μια εξαιρετική πρόταση της κυρίας Βίκα, έχοντας μαντέψει τις προτιμήσεις μου στη λίγη ώρα που γνωριστήκαμε .

Ο ιδιοκτήτης του είναι ο Levon Malkhasian, ο πατέρας της Αρμένικης jazz. Ήπια άλλες δύο μπύρες ακούγοντας εξαιρετική μουσική από ένα κουϊντέτο που αυτοσχεδίαζε πάνω σε αρμονικές βάσεις τουJimmy Smith και κατά τις δύο τα ξημερώματα πήρα το δρόμο για το guest house που βρίσκονταν 3-4 τετράγωνα μακριά από το jazz club. Περπατώντας ικανοποιημένος στην ήσυχη λεωφόρο Mesrop Mashtots και σφυρίζοντας την φοβερή παραλλαγή του “the cat”, που ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά μου,δεν μπορούσα να φανταστώ τι μου επεφύλασσε η επόμενη βραδιά στην Αρμενία…

Κατά τις 9 το επόμενο πρωί, απολάμβανα την σπιτική μαρμελάδα από ιπποφαές, με ζυμωτό ψωμί και φρέσκα καρύδια, συντροφιά με την κυρία Βίκα την ιδιοκτήτρια του guest house, συζητώντας πλέον στα Ιταλικά για την ζωή στην Αρμενία. H ώρα κυλούσε ευχάριστα, κατεβάζοντας ένα ολόκληρο σαμοβάρ με εκχύλισμα ενός αρωματικού κοκτέιλ βοτάνων από το Odzun, όταν ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.

Μετά από μια σύντομη συνομιλία στ’ αρμένικα που άκουσα από την είσοδο, εμφανίστηκε στη κουζίνα ο Τανιέλ. Ένας αρκουδοειδής τύπος, με πουράκι σβησμένο στο στόμα, λουσμένος στο πατσουλί και ντυμένος με μαύρα Armani, να φαντάζει ανάμεσα στον μαφιόζο Τομάζο Μπουσκέτα και σε σολίστ του λυρικού θεάτρου.

Με ένα “γκειά σου” και κάτι σπαστά αγγλικά μου είπε να πάρω τα πράγματά μου γιατί στο εξής θ’ αναλάμβανε αυτός την φιλοξενία μου.

Το παρανόμως παρκαρισμένο αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο ήταν όπως το περίμενα. Απαστράπτον μαύρο τζιπ Mercendes G55 AMG με μαύρα τζάμια και χρωμέ εξατμίσεις,μια ευλαβική συνέχεια των θηριωδών μαύρων 4X4 του νεοπλουτίστικου σιμψιλέ που κοσμούν τους δρόμους των παρακαυκάσιων χωρών.

Φόρτωσα τα πράγματα στη μοτοσυκλέτα και ακολουθώντας αποτροπιασμένος τον Τανιέλ έγινα μάρτυρας μιας απίστευτης οδήγησης στους δρόμους του Υερεβάν, σημειώνοντας όλες τις παραβάσεις του ΚΟΚ, σ’ όλους τους πιθανούς συνδυασμούς και με κανόνες βγαλμένους από τους νόμους της ζούγκλας του Βόρνεο. Φτάνοντας σε μιά πολυτελή οικοδομή, οδήγησα την μοτοσυκλέτα μου μέσα στην τεράστια ψηλοτάβανη είσοδο, έβγαλα από τις πλαϊνές βαλίτσες 2 μικρά σακ βουαγιάζ και εμφάνισα ένα βαρύ λουκέτο για να κλειδώσω το δισκόφρενο. Ο Τανιέλ με ένα μορφασμό που έδειχνε προσβεβλημένος με διαβεβαίωσε ότι το κτίριο είναι ασφαλέστερο κι από τράπεζα, δείχνοντάς μου μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του έναν γιγαντόσωμο τύπο στα 30 μέτρα, έξω από ένα θυρωρείο, που μας παρατηρούσε ακίνητος, με την αταραξία Αιγυπτιακής πυραμίδας.

Στο διαμέρισμα μας περίμεναν ο Ανατόλι, κουμπάρος του Τανιέλ και άλλοι δυό φίλοι του, ο Γκεντεόν κι ο Μαράτ. Καθήσαμε στο σαλόνι για καφέ και κατά τις ένδεκα -το πρωί- αφού μάζεψαν τα φλυτζάνια, έστρωσαν τραπεζομάντηλο και τοποθέτησαν δύο δίλιτρες φιάλες κρασί. Από την κουζίνα ακούστηκε ο ήχος του τηγανίσματος και σε λίγα λεπτά η σύζυγος του Τανιέλ μας σερβίριζε σεμσέκ, μιτσινκί κιοφτέ, κινγκάλι, ιτσλί κιοφτέ, κεσκέκ και τυριά με ταμπουλέ σαλάτες.

Μου γέμισαν ένα ποτήρι από το κάθε κρασί και με απελπιστική αγωνία περίμεναν να τους πω ποιό προτιμώ.

Αφού διαβεβαίωσα τον Τανιέλ και τον Ανατόλι ότι και τα δύο κρασιά μ’ άρεσαν πολύ, ο γηραιώτερος όλων, ο εξηντάχρονος Μαράτ ξεκίνησε τις προπόσεις αναλαμβάνοντας συγχρόνως και μεταφραστής, μιας και είχε ζήσει οκτώ χρόνια στη Γαλλία και μπορούσαμε να συνενοηθούμε στα Γαλλικά.

Με ιστορίες από την εποχή που δούλευε νέος σαν ταλιαδώρος, κατασκευάζοντας σεντούκια σ’ ένα προάστιο του Kapan μέχρι τα χρόνια που ελίσσονταν στα τραπέζια του Moulin Rouge σαν σερβιτόρος και στα καμαρίνια των χορευτριών σαν αγαπητικός, οι στάθμες των δύο φιαλών κρασιού άρχισαν να κατεβαίνουν δραματικά.

Τότε ο Μαράτ με συνομωτικό ύφος τοποθέτησε άλλο ένα δίλιτρο από το δικό του κρασί, ζητώντας τάχα να του πω την γνώμη μου. Πραγματικά, δεν χρειαζόταν να προσποιηθώ ότι μ άρεσε, γιατί όντως ήταν από τα καλύτερα κρασιά που έχω πιεί στη ζωή μου.

Μέχρι να μας εξιστορήσει το πως παντρεύτηκε μια γαλλίδα ζογκλέρ που έκανε δικό της νούμερο στο καμπαρέ, μέχρι την νεφελώδη ξαφνική φυγή του από το Παρίσι και την ενασχόλησή του με την πρακτορεία μοντέλων-συνοδών και χορευτριών του κλασσικού μπαλέτου με ειδίκευση στη μεταλλική μπάρα, καθαρίσαμε και το δικό του μπουκάλι.

Ο τέταρτος της παρέας, ο Γκεντεόν, ήδη είχε φύγει για το κελάρι του και πάνω στην ώρα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας για να μας φέρει για γευσιγνωσία και το δικό του κρασί μαζί μ’ ένα μπουκάλι τοπικό μπράντυ…

Έτσι με μεζέδες να καταφτάνουν στο τραπέζι πολυβολιδόν και με ανελέητη κατανάλωση των εξαιρετικών σπιτικών κρασιών, καταλήξαμε κατά τις πέντε το απόγευμα σε κατάσταση γκροκί να το γυρίζουμε σε σφηνάκια μπράντυ και σιροπιαστά σαρί μπουρμά.

Οι Αρμένιοι και οι Γεωργιανοί πίνουν. Πίνουν πάρα πολύ, θα έλεγα. Τους ακολούθησα με ιδεαλιστικές τάσεις εθνικής υπερηφάνειας μέχρι το ύστατο σφηνάκι.

Kατά τις έξι βγήκαμε στο κέντρο της πόλης για περίπατο και καφέ. Εκεί με πληροφόρησαν, ότι κατά τις εννέα το βράδυ θα πηγαίναμε σε κάποιο στέκι τους για να συναντήσουμε μερικούς ακόμα φίλους που θα συμπλήρωναν την παρέα. Ήταν παραπάνω απο προφανές ότι δεν θα πηγαίναμε σε λέσχη μπρίτζ ούτε και σε σαλόνι τεϊου για ανταλλαγές απόψεων και προσεγγίσεων πάνω σε λογοτεχνικά κείμενα της Γαλλικής Αναγέννησης…

Ήταν η στιγμή που αναπολώντας την κυρία Βίκα και τις εξαιρετικές της οδηγίες για αξιοθέατα, θεατρικές παραστάσεις και φολκλορικά μουσικά στέκια, άρχισα να προβληματίζομαι για το χάσμα των επιλογών που είχα μπροστά μου αλλά και για το αν θα ‘πρεπε να συνεχίσω δέσμιος της μαφιογκλάμορους παρέας, ως απόσπασμα σουρεαλιστικής ταινίας… Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν αναλώνομαι σε βαθυνούστατες πυρετικές σκέψεις και αποφάσεις αλλά αφήνω την ταξιδιωτική παλίρροια να με παρασύρει…

Το κλου της βραδιάς ήταν για τα μεσάνυχτα που θα επισκεπτόμασταν το στριπτιζάδικο “Fiery Vegas” του Τανιέλ καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα έξω από το Υερεβάν στο δρόμο για το Vanadzor.

Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν κατά τις εννέα και μισή το βράδυ όταν καθήσαμε στο τραπέζι της γραφικής ημιυπόγειας ταβέρνας και προστραπεζώθηκε ο πρώτος γύρος από ποτά και μεζέδες. Η επιλογή του γουρουνόπουλου γάλακτος στη σούβλα έδωσε την ευκαιρία στην παρέα να αναπαραστήσει πειστικά την σφαγή των Αρμενίων. Τα βλέμματα δε των συνδαιτυμόνων, δεν μου άφησαν κανένα περιθώριο για συζήτηση περί δίαιτας, μεσογειακής διατροφής και σπάνιων έξτρα παρθένων ελαιολάδων με χαμηλή οξύτητα…

Ο συνδυασμός αρμένικης βαρελίσιας μπύρας με χυμούς φρούτων και σφηνάκια παγωμένης βότκας, σε πολλές ρεπετισιόν, ήταν η αιτία που επέμενα κάποια στιγμή στη συζήτηση ότι ο γλύπτης Vartan Malakian είναι Έλληνας από τη Μαλακάσα…

Είναι γεγονός πάντως ότι και σ’ αυτό το τραπέζι, παραδέχθηκαν όλοι ότι πίνω σαν Αρμένιος!

Συνειδητοποίησα πάντως ότι είχα πιεί πολύ, όταν μια σερβιτόρα την στιγμή που κατευθυνόμουν προς την έξοδο, μ’ έπιασε αγκαζέ με την στοργική ανοχή που δείχνουν σε κάποιον που πάσχει από πρόωρη γεροντική άννοια…

Επιβιβαστήκαμε σ’ένα μικρό στόλο από θηριώδη μαύρα 4Χ4 και ξεκινήσαμε για την τρίτη πράξη της απίθανης αυτής φιλοξενίας.

Σ’όλη τη διαδρομή είχα την αίσθηση ότι ο Τανιέλ προσπαθούσε να περάσει το τζίπ του πάνω από τα προπορευόμενα αυτοκίνητα, εάν δεν είχαν τη σοφή ιδέα να τραβηχτούν την τελευταία στιγμή τέρμα δεξιά, για να διευκολύνουν την προσπέραση.

Από τα πρώτα χιλιόμετρα ήδη είχα σφίξει την ζώνη ασφαλείας, κοντράρισα το πόδι γερά στο πάτωμα κι άρχισα να ψιθυρίζω σύσσωμη την playlist με τα απολυτίκια του Αγίου Χριστόφορου, προστάτη των ταξιδευτών…

Εντελώς άσχετα, πέρασαν απ’ το μυαλό μου, η βλακόφατσα του ανθροποειδούς που υποδύονταν τον ελεγκτή αρχιτεκτονικών και είχε χρεωθεί τον φάκελο της μελέτης εξωτερικής τουαλέτας, τα άρθρα του ΓΟΚ, τα ΦΕΚ, τους κατά παρέκλιση συντελεστές δόμησης, τις αβάσταχτες lumpen αρλούμπες των αρχιτεκτονικών επιτροπών και ένοιωσα αμέσως ανακούφηση, πεπεισμένος ότι εδώ κινδυνεύω λιγότερο…

Μόλις βγήκαμε απ’ το Υερεβάν, μπήκαμε σ’ έναν έρημο και σκοτινό παράδρομο και σε καμιά εκατοστή μέτρα το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από μια μάντρα σκουριασμένων γερανοφόρων. Σε δευτερόλεπτα έφτασε από το αντίθετο ρεύμα ένα σαραβαλιασμένο κίτρινο Lada Jiguli με αεροτομή από φόρμουλα 1 και φωτισμένη μάσκα από σικλαμέ neon λαμπάκια, φρενάροντας απότομα ακριβώς στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Τα μαύρα τζάμια του αυτοκινήτου δεν μ’ επέτρεψαν να διακρίνω τον οδηγό του. Ο Τανιέλ έκλεισε τον ήχο στο cd που έπαιζε Lady Gaga στη διαπασών και ακολούθησε ένα διάστημα 20-30 δευτερολέπτων με απόλυτη ησυχία.

Το γκαγκστερικό ντεκόρ, το σκοτάδι και η περίεργη ησυχία προς στιγμήν με προβλημάτησε, σε βαθμό που σκέφτηκα πόσο δύσκολο θάταν για την εκπομπή “Φως στο Τούνελ” να εντοπίσει το εξαφανισμένο πτώμα μου, στην περίπτωση που θα γινόταν κανένα πατιρντί με “καλάσνικοφ”, μιας και για τον Τανιέλ ήμουνα σχεδόν βέβαιος ότι θα χρησιμοποιούσε τα όπλα όπως το εντομοαπωθητικό…

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του οδηγού και βγήκε μια γυναίκα γύρω στα 60, με χοντρά γιαλιά και χαμόγελο δενδρόβιου πιθηκοειδούς. Ξεκλείδωσε το πορτ μπαγκάζ κι έβγαλε από μέσα 4 πεντάκιλα μεταλλικά δοχεία μέσα σε πλαστικές σακούλες. Με βηματισμό λοκατζή διέσχισε τον δρόμο και στάθηκε στην πόρτα του οδηγού, ακουμπώντας κάτω τα δοχεία, ενώ κατέβαινε το τζάμι του παραθύρου. Ο Τανιέλ τέντωσε το χέρι του έξω απ’ το παράθυρο, κουνώντας ένα μάτσο χαρτονομίσματα, τσαλακωμένα αλά χωριάτα. Η γυναίκα τα μέτρησε αποτροπιασμένη κι έβαλε τις φωνές. Ακολούθησε μια έντονη συνομιλία, με τον Τανιέλ να παζαρεύει, προσπαθώντας να την καλμάρει κάνοντας έντονες χειρονομίες.

Βγήκε από το τζιπ, άνοιξε την πίσω πόρτα κι έκανε νόημα στην Αρμένισα να μεταφέρει τα δοχεία στο πορτ μπαγκάζ. Η γυναίκα τα τοποθέτησε μέσα στο τζιπ και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάλυπτα σαν μανιάτικο μοιρολόι κατευθύνθηκε προς το “Jiguli”. Ο Τανιέλ έβαλε μπροστά τη μηχανή γελώντας και απευθυνόμενος σε μένα φώναξε “Μister Vassilis tonight you taste the best caviar from Astrakhan. ”

Η υπερβολική ταχύτητα -βραδιάτικα- σε συνδυασμό με τις σφήνες και τις προσπεράσεις στο αντίθετο ρεύμα ανφάς με νταλίκες, μου δημιούργησαν τέτοια υπερένταση συνοδευόμενη από μορφασμούς τρόμου και εκδηλώσεις παντομίμας, που σιγά-σιγά άρχιζα να συνέρχομαι από τις μπύρες και τις βότκες!

Με το που κατεβήκαμε σώοι στο πάρκιν του στριπτιζάδικου, ένιωσα την ίδια παράξενη ανακούφιση, μ’ εκείνη που ξυπνάς από τον γνωστό εφιάλτη που σε κυνηγάει το τέρας, προσπαθείς να τρέξεις αλλά πας σαν σε slow motion σε ελαττωματικό DVD.

Ένας χτισμένος μπράβος, με μαύρο σακκάκι από καλάθι προσφορών supermarket, ξυρισμένο κεφάλι, και φυσίκ νεροβούβαλου Αμαζονίου, μας καλωσόρισε σε ακατάλυπτα αρμένικα.

Προσπεράσαμε γύρω στα πεντέξι ταυριά, με ξυρισμένα κεφάλια και φουσκωτά μπράτσα σαν μπούτια βοείου Αιτωλοακαρνανίας, από το πάρκιν μέχρι την αίθουσα και μας ανέλαβε ο maitre d’ hotel. Με ελεγχόμενες εκδηλώσεις έκπληξης κι ενθουσιασμού, αφού χαιρέτησε τον Τανιέλ ιπποτικά σε στάση όρθιας γονυκλισίας, μας έβαλε να καθίσουμε στο πρώτο κεντρικό τραπέζι.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και απ’ ότι φαίνονταν το κυρίως πρόγραμμα ακόμα δεν είχε αρχίσει. Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο με ετερόκλητο κοινό.

Ύποπτες φιγούρες, με χρυσά Rolex και ακριβά κοστούμια από τις μπουτίκ της λεωφόρου Hyusisayin, που κάπνιζαν πούρα συνοδεία σαμπάνιας και βότκας, επιχειρηματίες με φάτσες πετυχημένου Εβραίου τοκογλύφου, διάφοροι λιγούρηδες ματάκηδες ντυμένοι σαν αραβωνιαστικοί, που βύζαιναν σε δόσεις μιλιγκράμ τα ποτά τους και κάτι ναρκισσευόμενοι μποντυμπιλντεράδες, εκτραφέντες στους λειβαδεώνες της τοπικής μαφίας, είχαν γεμίσει την αίθουσα. Η σκέψη και μόνο να διεκδικώ προτεραιότητα σε θέση πάρκιν με κάποιον απ’ αυτούς, μου δημιουργούσε ένα μούδιασμα στη ραχοκοκκαλιά με ταυτόχρονη δημιουργία ύγρανσης του μετώπου από σταγόνες κρύου ιδρώτα…

Δυό χοντροκώλες ημίγυμνες χόρευαν χαλαρά ένα σλόου κομμάτι της Gianna Nannini, στέλνοντας χαμόγελα με νόημα σε μια παρέα Καυκάσιων υλοτόμων, ντυμένων με τα γαμπριάτικα κουστούμια τους, που παρακολουθούσαν το θέαμα υπό ακρατή σιελόρροια.

Στο τραπέζι μας σε χρόνο dt είχαν καταφτάσει κάτι ροζέ ρώσσικες σαμπάνιες, βότκες και Αρμένικο μπράντυ. Το άρτι αφιχθέν -χοντρό σαν φουντούκι- μαύρο χαβιάρι από το Αστραχάν σερβιριζόταν στα πιάτα από ένα πελώριο ασημένιο μπωλ πάνω σε χλιαρές αράβικες πίττες, πασπαλισμένες με φρέσκο βούτυρο, ξανανοίγοντάς μου γι’ άλλη μια φορά την όρεξη.

Τα ποτήρια άδειαζαν κατά ριπάς στο τραπέζι, με τις πομπώδεις προπόσεις τoυ Μαράτ να δίνουν έναν ηρωικό τόνο στις γύρες με τους άσπρους πάτους.

Αυτές οι ροζέ σαμπάνιες μου την κάναν τη ζημιά.

Όταν πίνεις επί 12 ώρες πρέπει να ξέρεις να σταματάς. Εντελώς μεταξύ μας, εγώ ήξερα καλά. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα να πείσω και τον Τανιέλ. Όταν δοκίμασα να τον ξεγελάσω πίνοντας ελάχιστα από το ποτήρι μου, σχολίασε ότι “οι υπόλοιποι περιμένουν να αδειάσεις το ποτήρι σου. Αν δεν αδειάσει, δεν πίνουν κι αυτοί!”

Γερό μπλέξιμο!

“Ένα βράδυ είναι θα περάσει”, σκέφτηκα.

“Μην γίνουμε και ρεζίλι τώρα στο τέλος” ξανασκέφτηκα με εθνικιστικό ενθουσιασμό, φέρνοντας στο νού μου τον Καραϊσκάκη και τον Πλαπούτα.

Για μιά ακόμη ώρα παρακολουθούσαμε το σόου με κάτι Κουβανέζες από την …Quba του Αζερμπαϊτζάν, που με κάτι φιγούρες καθέτου εφορμήσεως μας την έπεφταν ολόγυμνες σε απόσταση χιλιοστών, φέρνοντας στο κέφι τον κουμπάρο του Τανιέλ που ξεχύλιζε τα ποτήρια με σαμπάνια. Ο Ανατόλι μ’ ενημέρωσε ότι η φίρμα του μαγαζιού, μια Ουκρανή τουρμπογκόμενα θα ‘βγαινε κατά τις δύο τα ξημερώματα.

Με τις σαμπάνιες κατά ριπάς και τα σφηνάκια βότκας κατά βολάς, άρχισα να χάνομαι. Μόλις τελείωσαν οι Qubaνέζες το σόου και λίγο πριν αρχίσει η γκράν ατραξιόν με την Ουκρανή, πήρα την απόφαση να επισκεφτώ την τουαλέτα.

Ήμουνα σκνίπα. Το καταλάβαινα. Αισθανόμουνα ανάλαφρος, μου έβγαινε μία ευθυμία, παραπατούσα και είδα στον καθρέφτη ότι είχε σχηματιστεί ένα ηλίθιο χαμόγελο στη φάτσα μου που δεν έφευγε ούτε με γροθιά του Κάσιους Κλέϋ. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Το χαμόγελο εκεί. Μόνιμο.

Απ’ έξω ακούστηκαν χειροκροτήματα. Βγήκα παραπατώντας από την τουαλέτα και βρέθηκα στο σκοτάδι. Προφανώς είχαν σβήσει τα φώτα για ν’αρχίσει το σόου της Ουκρανής. Άρχισα να “χάνομαι” σιγά-σιγά.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά μπήκαν οι πρώτες νότες από το “Cocaine” του Eric Clapton μαζί μ’ ένα μπλέ χαμηλό φωτισμό που φώτησε την πίστα και την ώρα που άρχιζε το τραγούδι είχα ανέβει στην πίστα χορεύοντας ρόκ και ουρλιάζοντας τους στίχους του κομματιού:

“if you wanna hang out you ‘ve got to take her out. Cocaine. If you wanna get down, down on the…”

Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι το έκπληκτο πρόσωπο της Ουκρανής, να με κοιτάζει σαν χαμένη, με τιγρέ εσώρουχα και ροζ χειροπέδες, ακίνητη στην άκρη της σκηνής και τέσσερις γοριλανθρώπους να με πλησιάζουν απειλητικά, με το βλέμμα όμως στραμμένο στον Τανιέλ, περιμένοντας κάποιο νεύμα για τα περαιτέρω…

Θυμάμαι ότι έφυγα σηκωτός, αλλά δεν ξέρω πως και πότε…

Ξύπνησα την επομένη το πρωί σ’ ένα ευρύχωρο δωμάτιο στο σπίτι του Τανιέλ, μ’ ένα τρελλό πονοκέφαλο. Αφού έριξα ένα κυβικό νερό στο κεφάλι μου κατεθύνθηκα στην κουζίνα. Ο Τανιέλ ετοίμαζε σ’ ένα παραδοσιακό μπρίκι έναν αρμένικο καφέ και με κοίταξε χαμογελώντας πονηρά λέγοντάς μου:

«Μίστερ Βασίλης, γκιατί εσύ ντεν λες εμένα, γκουστάρεις να χορεύεις με Τετιάνκα?

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 Σχόλια »

Αφήστε με να είμαι ευτυχισμένος…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 23 Οκτωβρίου, 2012

Μια ανάγνωση (μετά μουσικής: Shostakovich – Jazz Suite No. 1: I. Waltz) της ¨Ωδής στην ευτυχισμένη ημέρα¨ του Πάμπλο Νερούδα  με βάση τη μετάφραση του Θάνου Νόττα.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ωδή στην ευτυχισμένη ημέρα

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 16 Οκτωβρίου, 2012

Η Ελένη παντρεύτηκε τον Αλέξιο στο Τσερτάλντο.

Το Τσερτάλντο είναι το χωριό όπου γεννήθηκε ο Βοκκάκιος (παρεμπιπτόντως).

Ο Θάνος ήταν εξάδελφος μάρτυρας.

Ο Δήμαρχος, αντί για άλλα, απάγγειλε Πάμπλο Νερούδα.

Ο Θάνος γοητεύτηκε απ’ τους στίχους.

Ο Θάνος μου τους έστειλε μεταφρασμένους απ’ τον ίδιο, μαζί με το κείμενο στα Ιταλικά και το ισπανό-χιλιανό πρωτότυπο.

Πάμπλο Νερούδα

Ωδή στην ευτυχισμένη ημέρα 

Αυτή τη φορά, αφήστε με να ‘μαι ευτυχισμένος,

τίποτε δεν συνέβη σε κανέναν, 

δεν είμαι πουθενά συγκεκριμένα, 

συνέβη μόνο τ’ ότι είμαι ευτυχισμένος

μέχρι το πιο βαθύ μου φυλλοκάρδι.

Είτε βαδίζω, είτε κοιμάμαι, είτε γράφω,  

είμαι ευτυχισμένος, τι να κάνω;

Πιο απροσμέτρητος κι απ’ το χορτάρι στα χωράφια,

το δέρμα μου, δέρμα δέντρου, χαραγμένο

το νερό από κάτω, τα πουλιά από πάνω,

η θάλασσα δαχτυλίδι από τη μέση μου τριγύρω,

η γη από ψωμί και πέτρα

κι ο αέρας τραγουδάει σαν κιθάρα. 

Δίπλα μου εσύ, στην άμμο, είσαι άμμος

τραγουδάς κι είσαι τραγούδι,

ο κόσμος σήμερα είναι η ψυχή μου, 

τραγούδι και άμμος. 

Ο κόσμος είναι σήμερα το στόμα σου.

Αφήστε με μέσα στο στόμα σου και μεσ’ στην άμμο 

να ‘μαι ευτυχισμένος,

να ‘μαι ευτυχισμένος γιατί ναι, 

γιατί αναπνέω και γιατί αναπνέεις,

να ‘μαι ευτυχισμένος γιατί αγγίζω το γόνατό σου

κι είναι σαν ν’ αγγίζω το γαλάζιο δέρμα τ’ ουρανού

και τη δροσιά του.

Σήμερα αφήστε με να ‘μαι ευτυχισμένος

μαζί με όλους ή με κανέναν

να ‘μαι ευτυχισμένος με το χορτάρι και την άμμο

να ‘μαι ευτυχισμένος με τον αέρα και τη γη

να ‘μαι ευτυχισμένος με σένα, με το στόμα σου

να ‘μαι ευτυχισμένος.

Ode al giorno felice

Questa volta lasciate che sia felice,

non è successo nulla a nessuno,

non sono da nessuna parte,

succede solo che sono felice

fino all’ultimo profondo angolino del cuore.

Camminando, dormendo o scrivendo,

che posso farci, sono felice.

Sono più sterminato dell’erba nelle praterie,

sento la pelle come un albero raggrinzito,

e l’acqua sotto, gli uccelli in cima,

il mare come un anello intorno alla mia vita,

fatta di pane e pietra la terra

l’aria canta come una chitarra.

Tu al mio fianco sulla sabbia, sei sabbia,

tu canti e sei canto.

Il mondo è oggi la mia anima

canto e sabbia, il mondo oggi è la tua bocca,

lasciatemi sulla tua bocca e sulla sabbia

essere felice,

essere felice perché sì,

perché respiro e perché respiri,

essere felice perché tocco il tuo ginocchio

ed è come se toccassi la pelle azzurra del cielo

e la sua freschezza.

Oggi lasciate che sia felice, io e basta,

con o senza tutti, essere felice con l’erba

e la sabbia essere felice con l’aria e la terra,

essere felice con te, con la tua bocca,

essere felice.

Oda al día feliz

 ESTA vez dejadme

ser feliz,

nada ha pasado a nadie,

no estoy en parte alguna,

sucede solamente

que soy feliz

por los cuatro costados

del corazón, andando,

durmiendo o escribiendo.

Qué voy a hacerle, soy

feliz.

Soy más innumerable

que el pasto

en las praderas,

siento la piel como un árbol rugoso

y el agua abajo,

los pájaros arriba,

el mar como un anillo

en mi cintura,

hecha de pan y piedra la tierra

el aire canta como una guitarra.

Tú a mi lado en la arena

eres arena,

tú cantas y eres canto,

el mundo

es hoy mi alma,

canto y arena,

el mundo

es hoy tu boca,

dejadme

en tu boca y en la arena

ser feliz,

ser feliz porque si, porque respiro

y porque tú respiras,

ser feliz porque toco

tu rodilla

y es como si tocara

la piel azul del cielo

y su frescura.

Hoy dejadme

a mí solo

ser feliz,

con todos o sin todos,

ser feliz

con el pasto

y la arena,

ser feliz

con el aire y la tierra,

ser feliz,

contigo, con tu boca,

ser feliz.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Η κακή φήμη

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 14 Οκτωβρίου, 2012

[Στο χωριό μου, χωρίς αιτία,

έχω φήμη απαισία

είτε κινούμαι είτε  ηρεμώ

για ποιον με παίρνουν, δεν ξέρω ούτε ’γω]

Είπα να σας φτιάξω μια προσαρμογή στα ελληνικά της ¨Κακής Φήμης¨ του Μπρασένς και οι παραπάνω είναι οι πρώτες αυθόρμητες αράδες. Μετά το επεξεργάστηκα λίγο περισσότερο [πάντα με στόχο: Μπρασένς στα ελληνικά που να μπορείτε να τον τραγουδήσετε (στο μπάνιο)] και ιδού τι προέκυψε…

Η Κακή φήμη

Δεν το λέω για να παινευτώ,

μα με σχολιάζουν στο χωριό,

ό, τι κι αν κάνω, μα κι αν αδρανώ…

για ποιον με παίρνουν, αγνοώ!

Τι κι αν δεν αδίκησα ποτέ κανένα

τους αρέσει να τα βάζουνε με μένα.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

ξέρουν η ¨ορθότητα¨ τι λέει.

Θα ’ναι  που οι νοικοκυραίοι

είναι μια στάλα Φαρισαίοι.

Κουτσομπολεύουν όλοι εκτός…

 τους δίχως γλώσσα,

προφανώς!

 

Καλύτερη μου μουσική

δεν είναι η Φιλαρμονική,

αντί για τα επετειακά

προτιμώ να ’μαι στα ζεστά.

Όμως δεν επείραξα ποτέ κανένα

τι κι αν το τρομπόνι δεν είναι για μένα.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

ξέρουνε τι αγέρας πνέει.

Θα ’ναι  που οι νοικοκυραίοι

είναι μια στάλα Φαρισαίοι.

Εμένα δείχνουν όλοι εκτός…

 τους δίχως χέρια,

προφανώς!

 

Αν συναντήσω κανά φουκαρά

               με το δραγάτη από κοντά,                 

απλώνω πόδι και παρευθύς

να σου ο δραγάτης κατά γης.

Κι όμως δεν επείραξε ποτέ κανένα

λίγα μήλα αν προκύψανε κλεμμένα.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

ξέρουνε πάντοτε ποιος φταίει.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

είναι λιγάκι Φαρισαίοι.

Πάνω μου ορμάνε όλοι εκτός…

 όσους κουτσαίνουν,

προφανώς!

 

Για να μαντέψω τι θα συμβεί,

προφήτης δε θα χρειαστεί,

σαν θα βρούνε σκοινί γερό

θα μου το βάλουν στο λαιμό.

Κι όμως δεν τους πείραξα, αν και, ακόμη,

δεν βρήκα το δρόμο που οδηγεί στη Ρώμη.

Θα ’ναι που οι νοικοκυραίοι

ξέρουν πως η αλήθεια καίει.

Φταίει που οι νοικοκυραίοι

είναι μια στάλα Φαρισαίοι.

Θα ’ν’ στην κρεμάλα μου όλοι εκτός…

 όσους δεν βλέπουν,

προφανώς!

Η ¨Κακή Φήμη¨ σε ήχο:

Τραγουδά ο Μπρασένς  

Η απόδοση/προσαρμογή στα ελληνικά  

…και μερικές ακόμη εκτελέσεις  Από τους Les-Wriggles

Με κλαρινέτο και ακορντεόν  (Lemaire et Waegeman)
Στα ισπανικά από τον Paco Ibañez 
Στα πορτογαλικά
Από τις 2-moiselles

Στα (ηλεκτρο)παιχνιδιάρικα
…και από τους sinsemilia

LA MAUVAISE REPUTATION

Au village, sans prétention,
J’ai mauvaise réputation.
Qu’je m’démène ou qu’je reste coi
Je pass’ pour un je-ne-sais-quoi!
Je ne fait pourtant de tort à personne
En suivant mon chemin de petit bonhomme.
Mais les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Non les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Tout le monde médit de moi,
Sauf les muets, ça va de soi.

Le jour du Quatorze Juillet
Je reste dans mon lit douillet.
La musique qui marche au pas,
Cela ne me regarde pas.
Je ne fais pourtant de tort à personne,
En n’écoutant pas le clairon qui sonne.
Mais les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Non les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Tout le monde me montre du doigt
Sauf les manchots, ça va de soi.

Quand j’croise un voleur malchanceux,
Poursuivi par un cul-terreux;
J’lance la patte et pourquoi le taire,
Le cul-terreux s’retrouv’ par terre
Je ne fait pourtant de tort à personne,
En laissant courir les voleurs de pommes.
Mais les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Non les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Tout le monde se rue sur moi,
Sauf les culs-de-jatte, ça va de soi.

Pas besoin d’être Jérémie,
Pour d’viner l’sort qui m’est promis,
S’ils trouv’nt une corde à leur goût,
Ils me la passeront au cou,
Je ne fait pourtant de tort à personne,
En suivant les ch’mins qui n’mènent pas à Rome,
Mais les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Non les brav’s gens n’aiment pas que
L’on suive une autre route qu’eux,
Tout l’mond’ viendra me voir pendu,
Sauf les aveugles, bien entendu.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Του Βάκχου…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 9 Οκτωβρίου, 2012

Σημείωση προαιρετική (θεωρητικολογούσα)

Κάθε πολιτισμός για να τα βγάλει πέρα με τις αντιφάσεις, τις ατέλειες, και τις εκκρεμότητες της πραγματικότητας (όση από δαύτη μας επιτρέπουν να παρατηρήσουμε οι αισθήσεις και η όποια νόηση/τεχνολογία έχουμε διαθέσιμη), για να τις αντέξει και να τις ξεπεράσει, ενεργοποιεί την φαντασιακή διάσταση της ανθρώπινης υπόστασης και εντέλλεται, εξουσιοδοτεί ή απλώς ανέχεται την παρέμβαση ομάδων επικοινωνητών, ικανών να χειριστούν το φαντασιακό με ποικίλους τρόπους, ανάλογα με την εποχή και τις συγκυρίες. Προϊστορικοί μάγοι, ιερείς, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, ως και οι μεταμοντέρνοι χειριστές του εικονικού, έκαναν και κάνουν (και) αυτή τη δουλειά. Φτιάχνουν και χειρίζονται λειτουργικούς μύθους που εμπεριέχουν (αναπόδεικτες αλλά έντονα παρακινητικές και αναπληρούσες) απαντήσεις για το νόημα της ζωής (και των πάντων).

Όμως, σ’ αυτήν τη συχνά απεγνωσμένη αναζήτηση νοήματος και ισορροπίας (την φτιαγμένη από αρχαϊκούς λειτουργικούς μύθους, νεωτερικές ουτοπίες και -πρόσφατα- προσπάθειες δημιουργίας ηλεκτρονικών εικονικών πραγματικοτήτων), οι πολιτισμοί δεν είχαν ποτέ πρόβλημα στο να ανεχθούν, να χρησιμοποιήσουν και συχνά να θεσμοποιήσουν ψυχοτρόπα βοηθήματα.

Ο καθείς και τα παράπλευρα όπλα του, ο καθένας και το ¨ενισχυτικό¨ το  πλησιέστερο στην καλλιέργεια, το κλίμα, την παράδοσή, την ιστορία και τους εκάστοτε πολιτιστικούς συσχετισμούς ισχύος:  παπαρούνα, κάνναβη, καπνός, κόκα, και άλλα.  Για εμάς, γύρω από την μεσόγειο λεκάνη: η Άμπελος.

Στις πολιτισμικές αντιπαραθέσεις δεν μετράει μόνο το ποια γλώσσα, ποια μόδα, ποια τεχνοτροπία θα επικρατήσει, αλλά και πιο ψυχοτρόπο (με τις νοοτροπίες, τις τέχνες, ενίοτε τους θεούς  και όλα τα λοιπά πολιτισμικά προϊόντα που το περιβάλλουν) θα υποσκελίσει το άλλο.

Υπάρχουν απόψεις που υποστηρίζουν ότι το ψυχοτρόπο βοήθημα που υποστηρίζεται από την γηγενή κουλτούρα, είναι εκ των πραγμάτων, λιγότερο ψυχοφθόρο από εκείνα που η επιρροή τους ενισχύεται από αλλότριες επεκτάσεις και επεμβάσεις.

Υποσημείωση 2, εξ ίσου προαιρετική (μνήμη).

Θυμάμαι μια ομάδα συμφοιτητών μου (πολιτικοποιημένη και με επαναστατικά όνειρα) να διοργανώνει στα σκαλοπάτια του καθεδρικού της πόλης όπου σπουδάζαμε, ολονύκτια οινοποσία (μετά ασμάτων και ύμνων) αφιερωμένη στη καταπολέμηση των ξενόφερτων εθιστικών.

 

Και τώρα ΤΟ ΚΡΑΣΙ του Brassens

από τον ίδιο:

από τους Brassens not dead 

...και από τον Julien Petitejean

Η προσπάθεια προσαρμογής στην Ελληνική, σε ήχο

…και σε λέξεις

[στις διακοπτόμενες λέξεις μπορείτε να προσθέσετε ένα χικ! (προαιρετικά πάντα)]

Προτού τραγουδή-

σω για της ζωής

τα κόλπα

τη γλώσσα μου φρό-

ντισα να δαγκώ-

σω πρώτα.

Γεννήθηκα από

γενιά που ήξερ’ απ’

αμπέλι

και στο μπιμπερό

μου μούστος και κο-

κ-κινέλι

Οι γονιοί μου με βρή-

καν δίπλα σε κλη-

ματσίδι

-κι όχι σαν μερικούς

σε μάπα και κου-

νουπίδι.

Στις φλέβες μου αν μπεις

και σταθείς να δεις

λιγάκι

για αίμα αντί

θα κυκλοφορεί

κρασάκι

Μα εφ΄ όσον μπορούν

και δίψες να ’ρθουν

μεγάλες

να κρατάς, είν’ σωστό,

κοντά κανα δυο

μπουκάλες.

Μπουκάλες σιμά,

μα μ’ όγκο ενός α-

μφορέα,

να παίρν’ η ζωή

και γεύση κι οσμή

ωραία

Γνωστό ειν’ παντού

το πάθημα του

Ταντάλου.

-Μήτ’ ίχνος νερού-

και θύμα εμπαιγμού

μεγάλου.

Χωρίς το νερό

μικρό το κακό

-ας πούμε!-

Μα δίχως κρασί

εμείς οι σωστοί

δεν ζούμε.

Ας ρίξει, παιδιά

μια μπόρα και για

τους πότες,

με κρασί καλό

ν’ αρμέξω κι εγώ

τις κότες.

Αλλά ας μη λέ-

τε εγκαίρως πως δε

το είπα

θα ’ρθούνε  καιροί

που ως κι οι ποταμοί

θα ’ν σκνίπα.

LE VIN 

Avant de chanter
Ma vie, de fair´ des
Harangues
Dans ma gueul´ de bois
J´ai tourné sept fois
Ma langue
J´suis issu de gens
Qui étaient pas du gen-
re sobre
On conte que j´eus
La tétée au jus
D´octobre…

Mes parents on dû
M´trouver au pied d´u-
ne souche
Et non dans un chou
Comm´ ces gens plus ou
Moins louches
En guise de sang
( O noblesse sans
Pareille! )
Il coule en mon cœur
La chaude liqueur
D´la treille…

Quand on est un sa-
ge, et qu´on a du sa-
voir-boire
On se garde à vue
En cas de soif, u-
ne poire
Une poire ou deux
Mais en forme de
Bonbonne
Au ventre replet
Rempli du bon lait
D´l´automne…

Jadis, aux Enfers
Cert´s, il a souffert
Tantale
Quand l´eau refusa
D´arroser ses a-
mygdales
Etre assoiffé d´eau
C´est triste, mais faut
Bien dire
Que, l´être de vin
C´est encore vingt
Fois pire…

Hélas! il ne pleut
Jamais du gros bleu
Qui tache
Qu´ell´s donnent du vin
J´irai traire enfin
Les vaches
Que vienne le temps
Du vin coulant dans
La Seine!
Les gens, par milliers
Courront y noyer
Leur peine…

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Το Αριστοτέλειο σε κινητοποίηση

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 7 Οκτωβρίου, 2012

Σε ψήφισμα – απόφαση της συγκλήτου του ΑΠΘ για την αντιμετώπιση των προβλημάτων λειτουργίας του ιδρύματος,  αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

Η Σύγκλητος, ενόψει των μεγάλων αδιεξόδων που διαπιστώνει στη λειτουργία του Ιδρύματος, αποφασίζει:

– τη συμβολική αναστολή του εκπαιδευτικού, ερευνητικού και διοικητικού έργου του ΑΠΘ, την Πέμπτη 11 και την Παρασκευή 12 Οκτωβρίου.
– τη διοργάνωση συνέντευξης Τύπου, την Τετάρτη, στις 10 π.μ.
– την πραγματοποίηση κοινής πορείας όλων των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας προς το Υπουργείο Μακεδονίας – Θράκης, την Πέμπτη, στις 11 π.μ. και συνάντηση αντιπροσωπείας μελών της Συγκλήτου με τον Υπουργό και
–  την πραγματοποίηση συγκέντρωσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας του ΑΠΘ έξω από το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, την Παρασκευή, στις 7 μ.μ.

Η Σύγκλητος, τέλος, απευθύνει έκκληση προς την πανεπιστημιακή κοινότητα να ενισχύσει τη συνοχή, την ενότητα και την αλληλεγγύη, προκειμένου το Πανεπιστήμιο να παραμείνει όρθιο και σε λειτουργία σε μια εποχή ιδιαίτερα δύσκολη. Επιπλέον, απευθύνει έκκληση στην κοινωνία, ζητώντας την υποστήριξή της στον αγώνα που δίνει το Δημόσιο Πανεπιστήμιο για ισότιμη συμμετοχή όλων στη γνώση και στη μόρφωση.

(Ολόκληρη η ανακοίνωση εδώ)

Το μάθημα ¨Ραδιόφωνο: γλώσσα και κοινωνική διάσταση¨ της Παρασκευής 12 Οκτωβρίου δεν θα πραγματοποιηθεί

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Leave a Comment »

Αδέσποτος σκύλος: Μας πήραν τα ζουμιά

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 30 Σεπτεμβρίου, 2012

Αντώνης Αντωνάκος

Μας πήραν τα ζουμιά

και μας πήραν τα χρόνια
μας πήραν στο τηλέφωνο
και μας πήραν στη δουλειά.

Η ζωή μας τρύπια
ωραία λυρική φτώχεια
σε παροξυσμό. Μας πήραν
τα ωραία λόγια, τις
ωραίες γυναίκες, τα
ωραία πρόβατα, τα
ωραία κατσίκια, τα ωραία δαμάλια.

Οι αγρότες μας εγίναν αποτρόπαιοι
μικροαστοί, οι μικροαστοί
αποτρόπαιοι αγρότες, ο λαός
αποτρόπαια ευρωπαίος
με πολλά μεταξωτά βρακιά
αλλά χωρίς επιδέξιο κώλο.

Μας πήραν απ’ τη μύτη και
μας πήραν από πίσω, μας γαμούν
οι ρήτορες, οι πρόεδροι κρατών,
μας γαμούν οι πεθαμένοι θεοί,
ο Καίσαρας, οι καταχθόνιοι
μάγειρες απ’ τα μαγεριά τους,
οι μέγαιρες, οι μάγιστροι,
τα έξυπνα πουλιά που μας πιάνουν
απ’ τη μύτη, οι αρχαίοι ημών
πρόγονοι με τις πρωινές τους
γυμναστικές και τις εφιδρώσεις
απ’ το πανσεξουαλικό τους
παρελθόν!

Μας πήραν στο στρατό και
μας πήραν στο κόμμα
μας πήραν στο πανεπιστήμιο
και μας πήραν χαμπάρι.

Γάτοι του Αχέροντα και
σκύλοι του άλλου κόσμου
γλώσσες από άλλες χώρες
χώρες από άλλες γλώσσες

ποντίκια και κοριοί
σκορπιοί και σκόρπιοι
ναύτες και ναυτίες
ναυάγια Ειρηνικοί ωκεανοί
πολεμικοί ανταποκριτές

μανούλες άπορες και
μανούλες άστεγες και
μανούλες μόνες
φαγωμένες απ’ το σκόρο
τους δεσμοφύλακες, τα κέντρα
φύλαξης, εξ ουρανού
αποδιωγμένες.

Μας πήραν φως οι φωτογραφίες
μας πήραν είδηση και μας πήραν
δώρο, μας πήραν τη θέση
στο λεωφορείο, μας πήραν τις
εκλογές, μας πήραν τα σώβρακα.

Μας πήραν την ιστορία, μας πήραν
τον ήλιο, μας πήραν το σκοτάδι,
μας πήραν τα συνδικάτα, μας
πήραν το διαφωτισμό, ότι είχαμε
και δεν είχαμε, οι αστοί μας πήραν
τη ρεβάνς.

Οι αστοί γεννοβολούν
διανοούμενα τέκνα και
τρελούς αντισοβιετικούς.
Κάνουν μνημόσυνα στα ντουβάρια.
Ανάβουν κεράκια στους σοβάδες.

Βραβεύουν, επιχορηγούν,
επιβραβεύουν, επιδοτούν
επαρχιώτες λογοτέχνες της Αθήνας
κι αυτοί γράφουν, συγγράφουν,
συνομιλούν, δηλώνουν,
ξεχερσώνουν, υποδηλώνουν,
δικάζουν, καταδικάζουν, καυτηριάζουν
και το χοντρό τους δάχτυλο κουνούν
στις μάζες που καραδοκούν.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Νίκος Μοσχοβάκος ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 26 Σεπτεμβρίου, 2012

Ο Νίκος μου έστειλε από την Αθήνα τους παρακάτω στίχους, και να σημειώσω ότι μου προξένησε χαρά είναι μάλλον πλεοναστικό κι αυτονόητο. Σας τους μεταφέρω μαζί με εικόνες πρόσφατων ουρανών της Θεσσαλονίκης.

 

Νίκος Μοσχοβάκος

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

 

Τρέχει κι απομακρύνεται το τρένο προς το Νότο

πίσω του όνειρο αχνό μεν’ η Θεσσαλονίκη

βαλκανική, νοσταλγική, απ’ τον καιρό τον πρώτο

που δένουν σήμερα με χθες οξειδωμένοι κρίκοι.

 

Ώρες λίγες περάσανε που πάνω στο μπαλκόνι

η Σόφη έφερνε καφέ και μίλαγε ο Βασίλης

κρυφή χαρά η αίσθηση, δεν ήτανε η μόνη

που χάραζ’ ανεξίτηλα ο ερχομός της σμίλης.

 

Στενά σοκάκια κι όμορφα σπίτια στην Άνω Πόλη

πιο κάτω ο Θερμαϊκός φτερά φορεί στη μνήμη

μες την αχλύ ο Όλυμπος Θεών αραξοβόλι

γίνεται μάλαμ’ ακριβό κι άλλες φορές ασήμι.

 

Κοντά σ’ αυτά η ζεστασιά, η αγάπη, η παρέα

κουρνιάζουνε σαν τα πουλιά με φρόνηση και χάρη

σμίγουν και κάνουν τ’ άσχημα να φαίνονται ωραία

γι αυτό αφήνω αμαχητί το νόστο να με πάρει.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Επείγον: Αλλαγή ημέρας και ώρας διεξαγωγής εξετάσεων

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 25 Σεπτεμβρίου, 2012

Η εξέταση του μαθήματος Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας, προγραμματισμένη για την Τετάρτη 26 μετατίθεται την Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου, ώρα 11:00, πάντα στην αίθουσα 2.

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Leave a Comment »

Στις εκατό, τις ενενήντα πέντε φορές…

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 24 Σεπτεμβρίου, 2012

Το λέει στο ομώνυμο τραγούδι του ο Μπρασένς. Και εάν εγώ, προσπαθώντας να το αποδώσω στην πολυσύλλαβη ελληνική γλώσσα, έκανα μια μικρή έκπτωση πέντε τοις εκατό, είναι καθαρά και μόνο για  λόγους μετρικούς.

  

Εκείνες που κατέχουνε τα κόλπα

και του έρωτα χειρίζονται τα όπλα,

που μας προκαλούν του πάθους τόσες εμπλοκές…

προκύπτουνε συναισθηματικές!

Νομίζεις πως τις ρίχνεις με καντάδες,

λουλούδια, ραβασάκια, κουτουράδες,

σαμπάνιες και εγκλήματα και τέτοια άλλα πολλά

Λες πως ενθουσιάζονται, αλλά…

 Επωδός

Στις εκατό, τις ενενήντα φορές

τις ενοχλούμε όταν τους κάνουμε σεξ

τι και αν το δέχονται ή (συνήθως) το αρνούνται

τα οπίσθιά τους πάντα δεν φωταγωγούνται!

Κι ας διαφωνούνε οι φουκαράδες  

που αύριο θα είναι κερατάδες,

την ώρα που η σάρκα μιλά

να που εκείνη τη μάσκα φορά

μα αν η καρδιά της δεν χτυπά με ορμή,

τι να σου κάνει το (δόλιο) κορμί…

 

Μόνο αν τρυφεράδα εκείνη νοιώθει,

τότε θ’ ανθίσουν όλοι της οι πόθοι,

αλλιώς φιλιά και χάδια μπορεί και να δεχτεί,

αλλά κρυφά θα δυσανασχετεί.

Εκτός κι αν της αρέσει η τυραννία

ή σου ’τυχε νυμφομανής χρονία,

μα τότε θα πληρώσουν όλοι οι αρσενικοί

που θα βρεθούν εκεί…

 

«Ακόμη…» κι αν ψιθυρίζει, «θέλω κι άλλο!»

τάχα μαζί σου ζει πάθος μεγάλο,

είν’ μόνο από οίκτο, γιατί οι άγγελοι γελούν

ακόμη κι όταν δεν το εννοούν!

Και όλα αυτά γιατί ο εραστής της

να μοιάζει πρέπει ο κατακτητής της,

ο κόκορας, ο βλαξ που ’ναι σ’ αυτήν σκαρφαλωμένος

μην (τυχόν) νοιώσει μειωμένος

 

Μα απ’ την αλήθεια απέχουν παρασάγγες

όσα διαδίδουν κάτι τζάμπα μάγκες,

πως είσαι τάχα αδέξιος, σου λείπει η εμπειρία,

γι αυτό εκείνη δείχνει ψυχραιμία.

Ίσως, μα οι επιθέσεις κι αν βαραίνουν

των «πηδηχταράδων» που επιμένουν,

Κυρίες μου, απολαύστε, σε θέση ύπτια σας αφήνω

και δώρο το τραγούδι αυτό σας δίνω….

 

Επωδός

Στις εκατό, τις ενενήντα φορές

τις ενοχλούμε όταν τους κάνουμε σεξ

τι και αν το δέχονται ή (συνήθως) το αρνούνται

τα οπίσθιά τους πάντα δεν φωταγωγούνται!

Κι ας διαφωνούνε οι φουκαράδες  

που αύριο θα είναι κερατάδες,

την ώρα που η σάρκα μιλά

να που εκείνη τη μάσκα φορά,

μα αν η καρδιά της δεν χτυπά με ορμή,

τι να σου κάνει το (έρμο) κορμί;

 

Quatre vingt quinze pour cent – Brassens

https://vnottas.blog/wp-content/uploads/2012/09/quatre-vingt-quinze-pour-cent-brassens.mp3

Ακόμη μία ερμηνεία

https://vnottas.blog/wp-content/uploads/2012/09/gil-dab-quatre-vingt-quinze-pour-cent.mp3

Ανάγνωση  της προσαρμογής στα Ελληνικά που σας έφτιαξα

Quatre vingt quinze pour cent – Brassens

La femme qui possède tout en elle

Pour donner le goût des fêtes charnelles

La femme qui suscite en nous tant de passion brutale
La femme est avant tout sentimentale
Mais dans la main les longues promenades
Les fleurs, les billets doux, les sérénades
Les crimes, les folies que pour ses beaux yeux l’on commet

La transporte, mais…

{Refrain:}

Quatre-vingt-quinze fois sur cent
La femme s’emmerde en baisant
Qu’elle le taise ou qu’elle le confesse
C’est pas tous les jours
qu’on lui déride les fesses
Les pauvres bougres convaincus
Du contraire sont des cocus
A l’heure de l’œuvre de chair
Elle est souvent triste, peu chère
S’il n’entend le cœur qui bat
Le corps non plus ne bronche pas

Sauf quand elle aime un homme avec tendresse
Toujours sensible alors à ses caresses
Toujours bien disposée, toujours encline à s’émouvoir
Ell’ s’emmerd’ sans s’en apercevoir
Ou quand elle a des besoins tyranniques
Qu’elle souffre de nymphomanie chronique
C’est ell’ qui fait alors passer à ses adorateurs
De fichus quarts d’heure  {au Refrain}

Les « encore », les « c’est bon », les « continue »
Qu’ell’ crie pour simuler qu’ell’ monte aux nues
C’est pure charité, les soupirs des anges ne sont
En général que de pieux menson(ges)
C’est à seule fin que son partenaire
Se croie un amant extraordinaire
Que le coq imbécile et prétentieux perché dessus
Ne soit pas déçu

{au Refrain}

J’entends aller de bon train les commentaires
De ceux qui font des châteaux à Cythère
«C’est parce que tu n’es qu’un malhabile, un maladroit
Qu’elle conserve toujours son sang-froid »
Peut-être, mais les assauts vous pèsent
De ces petits m’as-tu-vu-quand-je-baise
Mesdam’s, en vous laissant manger le plaisir sur le dos
Chantez in petto…

{au Refrain}

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Η καταδίωξη και δολοφονία του Ζαν Πωλ Μαρά

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 19 Σεπτεμβρίου, 2012

Στις 25 και 26 Σεπτέμβρη στις 9 μ.μ. στο Θέατρο Κήπου, με είσοδο ελεύθερη

ΜΑΡΑ/ΣΑΝΤ (Η καταδίωξη και δολοφονία του Ζαν Πωλ Μαρά) του Πέτερ Βάϊς, σε μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, σκηνοθεσία Κώστα Χαλκιά και Όλγας Αλεξανδροπούλου, επεξεργασία και ενορχήστρωση των τραγουδιών του Richard Peaslee, από τον Κώστα Βόμβολο και  με τη συμμετοχή 30 μελών της Θεατρικής Ομάδας Πυλαίας.

Η Θεατρική Ομάδα Πυλαίας λειτουργεί εδώ και δεκατρία χρόνια με την καλλιτεχνική ευθύνη του Κώστα και της Όλγας. Διαθέτει τρία τμήματα  (παιδικό, εφηβικό και ενηλίκων) και έχει αποσπάσει δεκαέξι πανελλήνια βραβεία σε θεατρικά φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου. (Άλλες φετινές παραγωγές:  «Ο Αφανισμός της Μήλος», «Αποσπάσματα από την Ελληνική Νομαρχία», «Με Δύναμη από την Κηφισιά», «Σαίξπηρ…Σαίξπηρ…Σαίξπηρ…»)

Μη χάσετε αυτή την παράσταση.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ο Μιχάλης και ο Παντελής μελοποιούν και τραγουδούν Βαφόπουλο

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 19 Σεπτεμβρίου, 2012

 

Μεθαύριο Παρασκευή 21 του Σεπτέμβρη, στις εννιά το βράδυ, στην αίθουσα θεάτρου του Βαφοπούλειου, ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης οι δύο νεαροί κρητικοί καλλιτέχνες θα τραγουδήσουν ποίηση Γ. Θ. Βαφόπουλου, μελοποιημένη από τους ίδιους.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Με αφορμή τις φέις-μπουκικές ευγένειες και κοινωνικότητες

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 3 Σεπτεμβρίου, 2012

Σημείωση: Γράφτηκα στο προσω-πιδο-βιβλίο (όπου παρελαύνουν πρόσωπα και προσωπίδες, όπως παντού άλλωστε), γιατί όταν έψαχνα να βρω την προέλευση κάποιων αναφορών στο Ιστολογοφόρο που προέρχονταν από εκεί, μου έβγαινε μια επιγραφή που έλεγε: ¨Πρώτα γράψου, και βλέπουμε¨ ή κάπως έτσι. Γράφτηκα λοιπόν, αλλά μην περιμένετε έντονη παρουσία μου σ’ αυτό. Με βολεύει πολύ καλύτερα το ιστολόγιο, όπου εξάλλου τα σχόλια είναι ανοιχτά και όποιος θέλει μιλάει, όποιος  θέλει σωπαίνει.

Μπαίνοντας πάντως, παρατήρησα μια οργανωμένη και ρυθμισμένη ετικέτα, έναν διαφημιστικά στηριζόμενο συμπεριφορικό τσελεμεντέ και μου δημιουργήθηκαν κάποιες σκέψεις που σας εξομολογούμαι εδώ παρακάτω.

Κάποτε, όχι και πολύ παλιά, ήμασταν μια κοινωνία ως επί το πλείστον αγροτική, με οδυνηρή παράδοση ταξικής καταπίεσης και εθνικής υποτέλειας, άρα μια κοινωνία φοβισμένη και επιφυλακτική, με αποτέλεσμα να συμπεριφερόμαστε άγαρμπα, αμυντικά και να είμαστε άμαθοι από κοινωνικότητες και γαλαντομίες.

Βέβαια διαθέταμε, όπως όλες οι κοινωνίες, αρκετά συγκεκριμένους κανόνες επικοινωνίας, με τους οποίους ρυθμίζαμε τις συμπεριφορές, τόσο ανάμεσά μας, όσο και με τους άλλους. Αυτοί οι κανόνες, διαμορφωμένοι ιστορικά, εμπεριείχαν (πέρα από τις ζόρικες προσαρμογές στις ανάγκες επιβίωσης των εκάστοτε καιρών), μια πάγια δόση ελληνο-ορθόδοξων επιταγών, καθώς και κάποιες μνήμες αρχαίων κλεών.  

Για τις πρώτες φρόντιζε ένα ιερατείο που κατάφερνε να επιβιώνει ελισσόμενο και που παρέμενε δεμένο εικονογραφικά και τελετουργικά με την αυτοκρατορική βυζαντινή παράδοση. Οι δεύτερες, από ένα σημείο και μετά, αναζωπυρώθηκαν με πολιτισμικά αντιδάνεια απ’ τη Δύση, όπου (εν πολλοίς ερήμην των νεοελλήνων) ο αρχαιοελληνισμός χρησίμεψε ως κυρίαρχο φαντασιακό πολιτισμικό υπόστρωμα του νεωτερισμού, καθώς αυτός ανερχόταν.

Κατά τα άλλα, το δικό μας ευρύτερο πολιτισμικό σκηνικό υπήρξε για αιώνες εκείνο της περίφημης ¨καθ ημάς¨ ανατολής μέσα στο οποίο για να διατηρήσουμε στοιχεία αξιοπρέπειας και αυτοεκτίμησης έπρεπε να φαινόμαστε και να ¨φερόμαστε ως¨: ντόμπροι, κατ’ ανάγκην λιτοί, ανιδιοτελείς, αρρενοπρεπείς και χωρίς πολλούς (περιττούς) επικοινωνιακούς φραμπαλάδες.

 

Η αλήθεια είναι ότι, ενώ κάτι ξέραμε από ανατολίτικα ¨σαλαμαλέκουμ¨ που επιβίωναν εδώ κι εκεί, σε εμποροπανηγύρεις και λοιπές προβιομηχανικές δοσοληψίες, ξέραμε λίγα ή τίποτα για τους κώδικες που, στο μεταξύ, αναπτύσσονταν στη δύση και που καθόριζαν τους αποκαλούμενους τρόπους ¨καλής¨ συμπεριφοράς. Εκεί, οι νέο- αναρριχηθείσες νεόπλουτες τάξεις, αφού για μια πρώτη περίοδο απόρριψαν και καταδίκασαν τις παλιές δουλοπρεπείς συμπεριφορές προς τους άρχοντες, μετά προτίμησαν να τις ¨εκδημοκρατίσουν¨, να τις κωδικοποιήσουν και να τις επιβάλλουν ως εκλεπτυσμένους ¨τρόπους ζωής¨ (savoir vivre) και τρόπους τακτοποίησης και αναγνώρισης των νέων ιεραρχιών.

Εμείς (ως λαός, όχι ως κυρίαρχες μειονότητες), μαθημένοι αλλιώς, και χωρίς τις ανάλογες κοινωνικο-πολιτισμικές προϋποθέσεις, φανήκαμε αρχικά μάλλον σκεπτικιστές απέναντι στον δυτικό ευρωπαϊκό καθωσπρεπισμό. Και, εδώ που τα λέμε, το γεγονός ότι οι σχέσεις μας με τους δυτικούς υπήρξαν συχνά προβληματικές και ότι συνέβαινε να παρατηρούμε τους Φράγκους ή τα ¨Αμερικανάκια¨ να καταφέρνουν να σου τη φέρουν (καίρια), ενώ παράλληλα σου μιλούσαν με το σεις και με το σας, έκανε την υιοθέτηση των στημένων  δυτικότροπων συμπεριφορών να μοιάζει συχνά περισσότερο με ένα είδος πολιτισμικού δοσιλογισμού, παρά με ένδειξη κοινωνικής δημοκρατικότητας, όπου, ας πούμε,  όλοι μιλούν σε όλους στον πληθυντικό(!).

 Όμως, να που κάποτε (σχετικά πρόσφατα, πριν από δεκαετίες που μετριούνται στα δάκτυλα), με τρόπο κάπως ανορθόδοξο και προβληματικό και χάρη σε μια σειρά πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες, μπήκαμε (για ένα διάστημα) κουτσά στραβά, καλώς ή κακώς, στην κλειστή λέσχη των δυτικών καταναλωτικών κοινωνιών.

Ο καταναλωτικός μας παράδεισος, βέβαια, δεν είχε τίποτα να κάνει με αυξημένες παραγωγικές διαδικασίες -δεν καταναλώναμε επειδή πρώτα είχαμε παράξει οτιδήποτε- ούτε από την συνεργατική κουλτούρα που γεννιέται με αυτές,  αντίθετα η παραγωγή μειώθηκε εσκεμμένα και συναποφασισμένα.

Η καταναλωτική μας παρένθεση είχε κατά τα φαινόμενα σχέση με τη νομιμοποίηση μέσω δανεισμού (λέγεται και πλύσιμο) υπερτροφικών διεθνών πλεονασμάτων κεφαλαίου με όχι διαυγή (ευφημισμός) προέλευση. Όπως και να ’χουν τα πράγματα, νέες συνθήκες, νέα πρότυπα, νέα προτάγματα, νέες συμπεριφορές.

Εν τω μεταξύ όμως, και η δυτική ¨ευγένεια¨ είχε τροποποιηθεί αισθητά. Καθώς ο προηγούμενος 20ος αιώνας (αυτός των δύο παγκοσμίων πολέμων) βάδιζε προς το τέλος του, συγκυρίες, συσχετισμοί δυνάμεων, αλληλεπιδράσεις και λοιπές εξελίξεις έφεραν στο προσκήνιο νέες συνταγές και νέους καθωσπρεπισμούς, στα πλαίσια μιας γενικότερης πολιτισμικής αναταραχής που αποκλήθηκε μετανεωτερισμός.

Είδαμε λοιπόν να παίρνει τ’ απάνω της μια νέα (αγοραία) συσκευασία παλιών ατομικισμών, πραγματισμών, σχετικισμών, και εικονολατριών,  με ανασκευές του παρελθόντος, λατρεία του παρόντος, αδιαφορία για το μέλλον, περιχυμένη με μια κουταλιά σάλτσα ασύδοτης αγοράς και με, στην κορυφή, ένα κβαντικό κερασάκι.

Καθώς οι παλιές εκκλησιαστικές κανονιστικές επικοινωνιακές αρμοδιότητες παραχωρούνταν σε ¨Μη¨ Κυβερνητικές Οργανώσεις, ¨Ανεξάρτητες¨ Αρχές και Ιδιωτικούς Οργανισμούς Μαζικής Επικοινωνίας, αναρτήθηκε ένας νέος Index, με προτροπές και απαγορεύσεις στο όνομα της Νέας Ιεράς Πολιτικής Ορθότητας.

Όλα αυτά υπήρξαν επαρκώς εξόφθαλμα και θα μπορούσαμε να τα έχουμε παρατηρήσει, αν όχι μελετήσει, έτσι ώστε να ξέρουμε τι μας γίνεται και τι μας περιμένει, αλλά εμείς ήμασταν απασχολημένοι με τον ¨εκσυγχρονισμό¨ και την κατασκευή του πλαστικού μας κόσμου, δηλαδή με την τελευταία τραυματική μας μετάλλαξη: αστικοποίηση σε αντιπαροχυμένες τσιμεντουπόλεις, μηχανοκίνηση επί (λακουβο)δρόμων και (λακουβο)πεζοδρομίων, σεξουαλικές χειραφετήσεις μέσω τουριστικών προτύπων και επαφών και τέλος, αυτοχειριακή κατάποση της (διεθνοποιημένης) βιομηχανοποιημένης κουλτούρας.

Και προς στιγμήν φάνηκε ότι κάτι καταφέραμε! 

Αν και, πλαστός ή όχι, ο ευκαιριακός μας παράδεισός παράμενε καταναλωτικός και για να λειτουργήσει δεν είχε ανάγκη μόνο από εισαγωγές, από κατάφωτα υπερμάρκετ κι από αρμάδες καροτσάκια, αλλά και από διαφημιστικές εκστρατείες, προωθητικές καμπάνιες, δημόσιες σχέσεις, και ένα νέο γενικότερο εμπεριέχον σκηνικό φτιαγμένο από την ¨μη μου άπτου¨ τοπική εκδοχή της ¨πολιτικής ορθότητας¨, έτσι ώστε να μη χαλάει η σούπα, να μην κινδυνεύουν οι εντυπώσεις και να μην ενοχλείται η περίφημη ευ-δαιμονία!  

Έτσι καταλήξαμε, όχι βέβαια ¨ευγενείς¨, (ευτυχώς ο οδοστρωτήρας της τοπικής ιστορίας, μας είχε απαλλάξει από τα κατάλοιπα αυτού του παρασιτικού πλέον στρώματος), αλλά κάπως με το ζόρι ευγενικοί του είδους ¨πολύ κάπως¨ και ¨πολύ δήθεν¨.

 Μέσα σ’ αυτό το κουβάρι των αντιφατικών εξελίξεων, ακόμη μία: η διάδοση νέων μέσων επικοινωνίας. Διαδίκτυο, ιστολόγια, προσωποβιβλία, κι ένα σωρό άλλες επικοινωνιακές μορφές και ευκαιρίες. Με φιλοδοξίες επικοινωνιακής ανάδρασης και με κύριους χρήστες (για πρώτη φορά) τους πολύ νέους! Με νέες απρόσμενες δυνατότητες, αλλά και με σκοτεινές, ανεξερεύνητες ακόμη κοινωνικές επιπτώσεις…

(συνεχίζεται)

Posted in Άπόψεις - Άρθρα, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Υποσημείωση εν όψει της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 29 Αυγούστου, 2012

Μεγάλωσα. Τα μαζεύω και φεύγω. Όπου να ’ναι. Μία ακόμη εκπαιδευτική χρονιά, η φετινή, και αυτό ήταν. Διαλέξεις, εξετάσεις, συνελεύσεις γενικές, συναντήσεις άτυπες, συγκρούσεις ρητές και υπαινισσόμενες, διερευνήσεις, κρίσεις  ημέτερες και αλλότριες: τέλος. Αν ήμουν κύκνος, λέμε τώρα, θα υποκλινόμουν και θα έριχνα ένα τραγούδι, ας πούμε μια καταληκτική άρια, ένα μελαγχολικό σόλο, ένα αποχαιρετιστήριο παράπονο. Δεν είμαι ιπτάμενος μακρυλαίμης, και έτσι το μόνο που θα εκφέρω θα είναι μια σειρά σκέψεων, που θα μοιάζουν -εκ των πραγμάτων- καταληκτικές, (μα στην ουσία θα ’ναι πολύ λιγότερο εμφαντικές απ’ ό, τι υπήρξαν κάποτε), και που θα εξακολουθήσουν να αποκαλούνται ¨μαθήματα¨. Τα τελευταία.

Ανθυποσημείωση1: Θα έχω και φέτος, όπως πάντα, τις πόρτες της αίθουσας διδασκαλίας ανοιχτές για όποιον θέλει να προβληματιστεί πάνω στις σχέσεις κοινωνίας και επικοινωνίας. Τα αντικείμενα παραμένουν: στο χειμερινό εξάμηνο: ¨κοινωνιολογία της μαζικής επικοινωνίας¨ και ¨κοινωνική διάσταση του ραδιοφώνου¨, και στο εαρινό: ¨κοινωνική ιστορία των ΜΜΕ¨ και ¨κοινωνική ανάλυση αφηγήματος¨.

Ανθυποσημείωση2: Εντάξει, είναι μάλλον φυσιολογικό και προβλέψιμο: που και που, εδώ ή στα μαθήματα θα αποδρούν απολογιστικές διατυπώσεις. Υπομονή.

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Σε ρυθμό αδέσποτου σκύλου

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 24 Αυγούστου, 2012

 

Σημείωση: Άφησα στο ιστολόγιο του Αδέσποτου Σκύλου το ακόλουθο μήνυμα: Φίλε Αδέσποτε, καθώς γιομίζει το δεύτερο φεγγάρι του Αύγουστου λέω να αναδημοσιεύσω δυο κομμάτια από τον πρόσφατό σου λόγο. (¨Μιλώ¨ και ¨Σε ξένο ρυθμό¨). Συγγνώμη για τις (γραφιστικές/στικτικές) μικροαλλοιώσεις. Να είσαι καλά. Β.Ν.

Σε ξένο ρυθμό + Μιλώ

Σε ξένο ρυθμό

 και σε φριχτά τραύματα

σε αναστεναγμούς και χαρτοσακούλες με ψώνια

 και διαμάχες

 και υποψίες

και ερωτηματικά μπόλικα για το μέλλον του κόσμου

και της ποίησης …

 

όσων απεδείχθησαν καπάτσοι

και δεν είπαν ακόμα την τελευταία τους λέξη

και τις τελευταίες κατάρες

και δεν δώσαν τα τελευταία μεθυστικά φιλιά

στο λαιμό της Μούσας

που τους πήρε

στο λαιμό της.

 

(Μιλώ με τον τρόπο αυτό

 γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς,

γιατί η κυριολεξία απέτυχε βίαια

κι οι αποδείξεις άφησαν πίσω

νεκρούς,

αμφιβολίες,

αρχαίους τραγικούς.


Μιλώ όπως μιλώ

και ταμπουρώνομαι στης γραφής τα σούρουπα

και διαπράττω εξευτελισμούς

και ταπεινώσεις,

την πόλη περικυκλώνοντας,

την κριτική ανεπάρκεια φίλων και γνωστών,

τον άκρατο δαρβινισμό της καθημερινότητας

 και τις ανόητες θεωρίες

περί μονογαμίας, περί αδυνάτου και ισχυρού, περί σοφών,

περί κώλων

και περικοκλάδων).

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Η Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων – Εισαγωγή (σχεδίασμα)

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 31 Ιουλίου, 2012

Εισαγωγή (ζουμερή)

Το λένε Ζούμ.

Πρώτα απομακρύνεσαι, όσο μπορείς, όσο να βρεις την αφετηρία όπου η θέα να είναι πανοραμική και το οπτικό πεδίο ευρυγώνιο.

Μετά λες στον χρόνο να κάτσει καλά, ακίνητος και να σ’ αφήσει απερίσπαστο να δουλέψεις με τον χώρο… Εντάξει, διορθώνω, με την εικόνα του χώρου.

Μετά στοχεύεις το σημείο που σ’ ενδιαφέρει.

Και αρχίζεις να ζουμάρεις…

Και εκεί που ήσουν, ας πούμε, καβάλα στην πλάτη ενός Άγγελου φύλακα-ξεναγού ή (αν έχεις λιγότερο υπερβατική διάθεση) καβάλα στον δορυφόρο υπηρεσίας, να τα βλέπεις όλα σφαιρικά και περιεκτικά, να που αρχίζεις να κατεβαίνεις κάθετα και σβουριχτά ίσα κάτω.

Ο στόχος, αργά στην αρχή, παίρνει να μεγαλώνει, ενώ τα περιθώρια όλο κατρακυλούν  έξω απ’ το οπτικό σου πεδίο, πέφτουν και εξαφανίζονται.

Πάει η σφαίρα με την θεωρητική της τελειότητα!

Τώρα έχεις να κάνεις με ένα χαλί, λίγο πολύ επίπεδο, αλλού μπλέ, αλλού κίτρινο ή καφετί, ή με λίγο πράσινο στις άκρες. Και κάτι ανέμελα στριφογυριστά βαρομετρικά χαμηλά να προσθέτουν εδώ και κει λευκά νεφελώματα.

Εσύ, είπαμε, απερίσπαστος, αξιόπιστος αφηγητής, στον στόχο σου!

Ίσα πάνω στην γκρίζα κηλίδα, εκεί όπου το γαλανό εφάπτεται με το καστανοκίτρινο, ακριβώς δίπλα στην ελισσόμενη γυαλιστερή κορδέλα που -αενάως- καταλήγει να χύνεται στο απέραντο αρχέγονο υγρό του πελάγους.

Η γκρίζα κηλίδα μεγαλώνει: είναι μια πόλη.

[Αν εσείς οι αναγνώστες συνέπεσε να είστε από Αλλού, να σας διευκρινίσω ότι έτσι ονομάζουν οι (αυτό-προσδιοριζόμενοι ως έμφρονες) κάτοικοι αυτής της σφαίρας, τις φωλιές τους, όταν είναι στριμωγμένες σε μεγάλα σύνολα].

 Ζουμ!

Τώρα φαίνονται καθαρά τα πλοκάμια της πόλης, καθώς απλώνονται στις κοιλάδες ανάμεσα στα γύρω βουνά ή σκαρφαλώνουν απειλητικά στα βουνά τα ίδια.

Για στάσου λίγο σε κλίμακα πόλης.

Παραθαλάσσια, με λιμάνι, γκρίζα, με λιγοστές πρασινωπές πινελιές εδώ κι εκεί.

Στις άκρες της, καμινάδες. Λίγες καπνίζουν ακόμη, οι πιο πολλές το ’κοψαν πρόσφατα λόγω κρίσης, όπως θα ανακαλύψουμε σε λίγο. Ωστόσο είναι αρκετές για να υφαίνουν το φαιό πέπλο που της σφίγγει το λαιμό.

Ας είν’ καλά οι απαστράπτουσες επιφάνειες της θάλασσας που την εξωραΐζουν κάπως.

Θες να την εξωραΐσεις κάπως και εσύ;

Σπρώξε τον μοχλό κι άσε το χρόνο να κυλίσει, λίγο. Καμιά δεκαριά ώρες φτάνουν.

Βλέπεις; είναι πια νύχτα. Από την πόλη, στο σκοτάδι, είναι ορατό μόνο ένα σπινθηροβόλο δίχτυ. Και η αντανάκλασή του στα νερά! Όμορφο.

Όχι, μην επαναφέρεις το μοχλό, άσε το χρόνο εδώ.

Η ιστορία μας ας αρχίσει νύχτα. Νύχτα βαθειά. Κοντά στο ξημέρωμα.

Κάνε μόνο λίγο ζουμ ακόμη. Στο κέντρο, στην παλιά Πόλη όπου οι δρόμοι διασταυρώνονται με τρόπο άτακτο και λαβυρινθώδη.

Φτάσαμε.

Κτίσμα παλιό. Στο ισόγειο. Κατεβασμένα ρολά πρώην καταστήματος. Μια τελευταία εστίαση στην τοιχοκολλημένη επιγραφή «Ενοικιάζεται-Πωλείται- Παραχωρείται» διαγραμμένη με μια μαρκαδοριά.

Τέλος του Ζούμ.

Ήρθε η ώρα να κάνουμε ένα άλμα στο εσωτερικό του οικήματος.

Μπορείς τώρα να ξεκουμπώσεις τον χρόνο και να τον αφήσεις να κυλήσει. Εδώ μέσα κατοικεί ένας από τους ήρωες αυτής της ιστορίας.

Ο εναρκτήριος Όσιος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής, (κι άλλες).

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 31 Ιουλίου, 2012

Ας πούμε ότι μπαίνει καλοκαιράκι, ότι το λευκό χαρτί γίνεται μέρα με τη μέρα πιο ελκυστικό και ότι για να γράψεις σου λείπει μόνο μια ωραία, επεξεργασμένη, βασική ιδέα. Λέω καλοκαίρι γιατί ως γνωστόν στον τόπο μας γράφουν –με μεράκι- μόνον οι μερακλήδες ερασιτέχνες. Αυτούς τουλάχιστον ξέρω. Οι επαγγελματίες μου είναι άγνωστοι και τους θεωρώ κάπως εξωτικούς. Οι ερασιτέχνες όμως, έχουν ανάγκη από καλοκαίρι ή άλλες ανάλογες περιόδους σχετικής ελευθερίας.

Ας πούμε λοιπόν πως είναι καλοκαίρι, ότι κάτι το, εκ πρώτης όψεως, συγγραφικό σε διαγείρει και αρχίζεις να ψάχνεις  εναρκτήριες καλλιεργήσιμες ιδέες. Και ότι ύστερα τα βάζεις κάτω, τα παλιότερα και πιο τα πρόσφατα, τα ερωτηματικά και τα θαυμαστικά, τα υποθετικά και τα διαπιστωτικά, τα κάπως κατασταλαγμένα και αυτά που ακόμη ψάχνονται, τα στύβεις γερά, τα περνάς και μια πρώτη διύλιση, απόσταξη, επεξεργασία και, όσο να ‘ναι, όλο και κάτι μένει στον αποστακτήρα.

Κάτι με το οποίο να μπορέσεις να ξεκινήσεις.

Οπότε, παίρνεις αυτό το κάτι και αφού τα καταφέρεις να σταθείς απάνω του (θέλει κάποια ευελιξία και κάποια αίσθηση ισορροπίας), μπορείς να αρχίσεις το ταξίδι στον υπό κατασκευή κόσμο σου.

Επειδή οι περισσότερες και οι καλύτερες ιδέες θα σου έρθουν καθώς γράφεις, άρχισε το γράψιμο-γράψιμο (δηλαδή κάπως σαν να έχει ήδη ολοκληρωθεί η προεργασία και αισθάνεσαι πλήρως εξοπλισμένος για τη βουτιά στον ωκεανό της μυθοπλασίας), έστω κι αν μετά το τροποποιήσεις ή και το ανατρέψεις ριζικά. Παράλληλα, μπορείς πάντα να κρατάς σημειώσεις για ό, τι το ρηξικέλευθο σου κατέβει, ώστε να το εντάξεις στην πλοκή όταν θα ‘ρθει η ώρα του.

 Αυτά έλεγα στον εαυτό μου, προσπαθώντας να τον πείσω να πάρει πάλι τα μονοπάτια της Αφήγησης.

Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα παραπάνω είναι λίγο πολύ πάγια και γνωστά. Ή, -θα μπορούσε να διαφωνήσει κάποιος άλλος- ότι (πάντα τα παραπάνω) δεν είναι παρά μια από τις άπειρες εκδοχές συγγραφικής απόπειρας, οι οποίες εν τέλει προκύπτουν από μη προβλέψιμους συνδυασμούς συγκυριών, προσωπικών ιδιομορφιών, αρωγών από καλοθελήτρες  μούσες και παρεμβαλλόμενων ουρών λογοτεχνιζόντων διαβόλων.

Επομένως, ενίσταται ο εαυτός μου που προτιμά τις βόλτες και το ψάρεμα, το μόνο κάπως καινούργιο δεν είναι παρά το ότι, τώρα, έχεις τη δυνατότητα να εξιστορείς τα επεισόδια αυτής (της συγγραφικής) περιπέτειας σε ένα δημόσιο ημερολόγιο.

Δηλαδή, με άλλα λόγια, το να εκτίθεσαι στο τετράγωνο. Ευθέως και παραπλεύρως, επί σκηνής και εν τοις παρασκηνίοις.

Τι να κάνουμε! του ανταπαντώ.

Είναι οι καλές, οι στραβές και οι ακόμη μη πλήρως διερευνημένες δυνατότητες των νέων καιρών.

Βουτάμε; Βουτάμε!

 

Υστερόγραφο: Έγραψα τις αράδες αυτές για να σας προϊδεάσω για μερικά κείμενα που θα ακολουθήσουν και που θα είναι  ως επί το πλείστον προπαρασκευαστικά για κάτι το ευρύτερο (ας πούμε για την προαναγγελθείσα  Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων) και κατά συνέπεια κάπως αποσπασματικά, κάπως ατελή και –βεβαίως- ανολοκλήρωτα. Το αμέσως επόμενο, για παράδειγμα, είναι ένα σχεδίασμα εισαγωγής.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Καλοκαίρι στην πόλη

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 27 Ιουλίου, 2012

Ο Στέφανο Μπένι είναι, κατά τη γνώμη μου,  ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους Ιταλούς συγγραφείς, αρκετά έργα του οποίου έχουν  μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Χτες ξεφύλλιζα το Dottor New, μια παλιότερη (αμετάφραστη –αν δεν κάνω λάθος) συλλογή με σχόλια του Μπένι, τα περισσότερα σχετικά με τον εκ των άνω ισοπεδωτικό ¨εκσυγχρονισμό¨ των τελευταίων καιρών. Είπα λοιπόν να σας μεταφράσω ένα – δυο απ’ αυτά.  Σήμερα, ένα γραμμένο με καλοκαιρινή διάθεση (2001) 

  Καλοκαίρι στην πόλη

 Ζέστη, κλειστά μαγαζιά, νέφος, δεν είναι οι χειρότεροι εχθροί του καλοκαιριού στην πόλη. Παραμονεύουν κι άλλες απειλές από τις οποίες είναι δύσκολο να αμυνθεί κανείς. Ιδού μερικές απ’ αυτές.

 Ο κρυομανής.

 Πρόκειται για ένα ον εξαρτημένο από το ερκοντίσιον, τόσο που φοβάται ότι μια μόνο στιγμή αν εκτεθεί στη ζέστη, θα αποτεφρωθεί.

Στο γραφείο, υποχρεώνει τους συναδέλφους του να ζουν σε θερμοκρασίες υπό το μηδέν και να φοράνε παλτά.

 Μετά τη δουλειά πηδάει απ’ ευθείας στο αυτοκίνητό του, που μπορείτε να το αναγνωρίσετε από τους παγο-σταλακτίτες στο τιμόνι.

Μόλις μπει στο σπίτι του ανάβει μια θύελλα από κλιματιστικά, που θα καταπλάκωνε ως και τους Εσκιμώους.

Δεν πάει σε εστιατόριο αν δεν σιγουρευτεί ότι θα καθίσει ακριβώς κάτω από το σημείο όπου εκτινάσσεται ο κρύος αέρας, τρώει τη μοτσαρέλα αμέσως μόλις τη βγάλει από την κατάψυξη, κόβοντάς την με την αξίνα. Καμιά φορά μπορεί, να τον συναντήσεις κουλουριασμένο γύρω από το ψυγείο με τα παγωτά.

Τη νύχτα υποχρεώνει τη γυναίκα του να κοιμάται στον υπνόσακο, κάτω από ένα κανόνι που ρίχνει τεχνητό χιόνι. Δεν τον τσιμπάν τα κουνούπια, αλλά μερικές φορές τον ψιλοδαγκώνει καμιά φώκια.

Η αγαπημένη του φράση είναι: ¨Τι σκατοκαλόκαιρο, σαράντα βαθμοί και εγώ είμαι πάντα συναχωμένος¨.  

Ο αυτοκινητοκαθαριστής

Σωβρακοφόρος που, καταμεσής στο δρόμο, κάθε νύχτα, πλένει το αυτοκίνητό του μέσα σε μια λούμπα από αφρό και απορρυπαντικό ως και διακόσια μέτρα μήκος.

Ανώφελο να του πείτε ότι το αυτοκίνητο είναι κάτι παραπάνω από καθαρό. Θα σας αφιερώσει ένα θλιμένο χαμόγελο και θα επιστρέψει στην εμμονή του.

Εάν θέλετε να τον κάνετε ευτυχισμένο, ρίξτε του έναν γερό εμετό στο παρμπρίζ. 

Ο μπούμπουρας της νύχτας

Κατά τις τρεις τη νύχτα, πάνω που, ύστερα από πολλές προσπάθειες, καταφέρατε να κοιμηθείτε, κάτω από το παράθυρό σας περνάει αυτό το κακόβουλο ον, καβάλα σε όχημα που εκπέμπει έναν θόρυβο απαράμιλλο στην κλίμακα της οικουμενικής κακοφωνίας.

Είναι κάτι ανάμεσα στο ηλεκτρικό πριόνι, το γιγάντιο κουνούπι και τον κολικό μιας ¨φόρμουλα ένα¨.

Ο θόρυβος αρχίζει από μερικά χιλιόμετρα απόσταση και σβήνει το πρωί.

Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να δει ποιος είναι ο τρομερός μπούμπουρας της νύχτας. Κάτι ψιθυρίζεται για ένα γεροντάκο πάνω σ’ ένα μικροσκοπικό μηχανάκι.

Μπλόκα και ενέδρες δεν έδωσαν κανένα αποτέλεσμα. 

Η επίδειξη (μόδας)

Το καλοκαίρι, η πόλη καταλαμβάνεται από πλήθος εκδηλώσεων. Στις λεωφόρους θα έχει μαραθώνιους, στην παραλία θα έχει φεστιβάλ τραγουδιού, στο αναγεννησιακό περίπτερο θα έχει μια συζήτηση για το (λογοτεχνικό) βραβείο Strega, κατά τη διάρκεια της οποίας χασμουριούνται ως και οι σαρκοφάγοι.

Αλλά το χειρότερο είναι να ανακαλύψετε ότι ο περίπατός σας μπλοκαρίστηκε από μία επίδειξη μόδας. Λικνιζόμενα μοντέλα και ραμπο-ειδή με βερμούδες να έχουν προχωρήσει σε  στρατιωτική κατάληψη της πλατείας, μπροστά σε ένα παρτέρι με ενθρονισμένους VIP.

Μην πλησιάσετε γιατί κινδυνεύετε να υποστείτε το άγριο ρεσάλτο των Ντόλτσιδων και των Καμπάνηδων, που είναι πιο αδιάκριτοι κι από τους πλανόδιους μικροπωλητές. Δεν τους φτάνει που έχουν καταλάβει τα τηλεοπτικά στούντιο, επιδεικνύονται τώρα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, μνημειακές σκάλες, ταρσανάδες, νεκροτομεία, πουλώντας την επανάληπτικότητα για Σχολή, τις ανοιχτές φούστες για παραβατικότητα,  τις ¨υπογραφές¨ σε αρώματα και αναπτήρες για δημιουργικότητα.

Καμιά γωνιά της πόλης δεν ξεφεύγει απ’ αυτούς τους περιπλανώμενους εκατομμυριούχους,  που, επί πλέον, εκπροσωπούνται εικαστικά από εφημερεύοντες τηλε-φαμφαρόνους/όνες σε ένα ακατάπαυστο δουλοπρεπές σποτ.

Πρόκειται για στρατιωτικές παρελάσεις της κοινοτοπίας ανυψωμένης στη νιοστή, ξανα-πλασαρισμένα κακέκτυπα παλιών πινάκων και εθίμων,  γουνοφορεμένες και επί-ζαχαρωμένες εκδοχές του χωριάτικου πανηγυριού και της περιφοράς του Αγίου, χωρίς όμως το θαύμα μίας έστω αυθόρμητης στιγμής, και με αισθησιακό φορτίο όσο διαθέτει και ένα πτηνοτροφείο.

Αν και η Ναομί καταβροχθίζει πιο πολλά χιλιόμετρα από ρωσίδα δρομέα, ενώ οι στιλίστες ξοδεύουν δισεκατομμύρια σε διαφήμιση και διοργανώνουν λουσάτες γιορτές για να εξασφαλίσουν νέους συνένοχους, η αποθήκη των ιδεών είναι άδεια. Αν περάσετε κοντά από μια επίδειξη μόδας, πάρτε, καλύτερα, δρόμο. 

Ο κουφός με την Τηλεόραση

Αυτός ο κύριος έχει το παράθυρο ανοιχτό και τον ήχο της τηλεόρασης σε ένταση ροκ συναυλίας. Όλη η γειτονιά ξυπνάει στις επτά το πρωί από το σήμα των χελωνονιντζακίων. Υποχρεώνει όλους τους γείτονες να βλέπουν το ίδιο δελτίο ειδήσεων, γιατί ο δικός του ήχος εκμηδενίζει τους άλλους.

Βλέπει τα πάντα, συμπεριλαμβανόμενης της εκπαιδευτικής τηλεόρασης στις τέσσερεις τη νύχτα, και εάν μένετε κοντά του μπορείτε να γίνετε υπομηχανικοί σε ένα μήνα. Μερικές φορές προσθέτει στους τηλεοπτικούς θορύβους, μουσική από δίσκους στη διαπασών. Από τα γειτονικά παράθυρα καταφτάνουν ρίψεις από κατσαρόλες,  βέλη και βλαστήμιες, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Δεν μπορείτε να τηλεφωνήσετε στην αστυνομία γιατί θα σας απαντήσουν: ¨Λυπάμαι κυρία μου, αλλά αν δεν χαμηλώσετε την τηλεόραση δεν καταλαβαίνω λέξη¨. Δεν μπορείτε να του χτυπήσετε το κουδούνι ούτε να του τηλεφωνήσετε, γιατί δεν ακούει το κουδούνισμα.

Ο μόνος τρόπος για να τον σταματήσετε είναι να αναρριχηθείτε στον εξωτερικό τοίχο και να μπείτε από το παράθυρο.

Θα τον βρείτε κοιμισμένο, και θα σας εξομολογηθεί, αθώα, ότι αυτός την τηλεόραση δεν την κοιτάζει ποτέ, την έχει αναμμένη  μόνο έτσι, για να του κρατάει συντροφιά. 

Ο Καταβρέχτης

Ανώτερη οντότητα, που από μυστηριώδη ύψη ρίχνει συνεχώς ποσότητες νερού στους διερχόμενους. Μέρα νύχτα, ο θόρυβος απ’ τους καταρράκτες του αντηχεί στη σιγή του δρόμου. Είναι άγνωστο ποιο είδος τροπικού δάσους ή ακόρεστου Μπαομπάμπ πρέπει να καταβρέχει συνεχώς.

Εάν σας πετύχει το μπουγέλο, είναι ανώφελο να κοιτάξετε επάνω, ο μυστηριώδης καταβρέχτης είναι αόρατος, το πολύ να δείτε να ψιλοκουνιέται κανένα γεράνι.

Εάν του φωνάξετε να προσέχει, σταματάει για καναδυό λεπτά, και μετά η καταρροή συνεχίζεται. Εάν τον βρίσετε παίρνει να καταιονίζει ποτιστήρια, βολβούς και, σε ορισμένες περιπτώσεις κανα τόνο γλάστρες με πικροδάφνες. 

Η περιπλανώμενη σφαίρα

Συμβαίνει, όλο και πιο συχνά, όταν ανταλλάσσονται πυροβολισμοί ανάμεσα σε συμμορίες, να χτυπιέται και κανένας πολίτης. Πρόκειται για ένα εγκάρδιο far west με όλο και περισσότερους, όλο και θρασύτερους, αλλήθωρους πιστολέρος, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι αυτές οι ομάδες επανακτούν τον έλεγχο των πόλεων.

Γι αυτό, σε όποιον επιμένει να κόβει βόλτες, με δικό του ρίσκο,, συμβουλεύουμε τις πιο ¨ιν¨ αμφιέσεις του καλοκαιριού. Για εκείνη, αλεξίσφαιρη στολή, σε στιλ πυροσβέστη, κάπως σαν την   Sigourney Weaver στο Alien. Για εκείνον, φανελάκι σε λαμαρίνα και πράσινο θωρακισμένο μπουφάν αλά Bossi, με Bluetooth για να συνεννοείται κατά τις  ψηφοφορίες με τον Silvio. Για τους νέους, T-shirt με την επιγραφή ¨I remember mafia¨, μια συναυλία σε πλατεία και τη διαβεβαίωση ότι η επιστροφή της Καμόρας εντάσσεται στο γενικότερο revival  της δεκαετίας του ΄60.

Το μόνο πραγματικό πρόβλημα είναι οι εξακόσιες χιλιάδες Καλάσνικωφ της Καμόρας. Μα καλά βρε παιδιά, γιατί άραγε αυτή η κρίση στα τουφέκια made in Italy;

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα των θλιμμένων αρσενικών

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 24 Ιουλίου, 2012

Το Ιστορικό: Έψαχνα την ετυμολογία της λέξης ¨υπερφίαλος¨ και πέφτω σε ένα ιστολόγιο με την εξής πολύλεξη ονομασία: ¨πλατωνικό ΑΙΔΟΙΟ υπερφίαλος ΦΑΛΛΟΣ και μαραγκιασμένο e-ΣΠΕΡΜΑ (Στήμονες και Ύπερος και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής)¨

και αμέσως μετά εν είδει προμετωπίδας:

¨Στο κάτω κάτω της γραφής και οι γυναίκες λέξεις είναι, αντικλείδια που ανοίγουν πόρτες κλειστές¨

Κοιτάζω παρακάτω και υπό τον τίτλο

 Θεοδόσης Βολκώφ, Η μπαλάντα των θλιμμένων αρσενικών,

εντοπίζω τους ακόλουθους στίχους, που μου άρεσαν και ως εκ τούτου αναδημοσιεύω:

Θεοδόσης Βολκώφ

Η μπαλάντα των θλιμμένων αρσενικών

Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,

του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη

και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.

Στη Γλώσσα πρέπει να ’ρθει όλη η Γη,

να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο

και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.

Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,

δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει

και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,

μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,

μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,

της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.

Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –

οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει

και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,

εκείνο που κανένας δεν μπορεί

μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –

μ’όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.

Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο

και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.

Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

 (*) Δνόφος και Γνόφος=Βαθύ σκοτάδι

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Από το ημερολόγιο καταστρώματος: αλλαγή πορείας

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 18 Ιουλίου, 2012

Για να σας τα πω όλα, τα αρχικά σχέδιά μου για το προσεχές χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένου και (τμήματος) του καλοκαιριού, ήταν άλλα.

Έλεγα, είχα μάλιστα ήδη αρχίσει να μαζεύω τα σχετικά στοιχεία, να ασχοληθώ με την περιγραφή και την ανάλυση του μεσαιωνικού σταδίου της ¨πορείας¨  των ανθρώπων της επικοινωνίας, (των επικοινωνητών, όπως τους ονομάζω στο σχετικό σύγγραμμα) από τον Βωμό και τον Άμβωνα, στην Οθόνη.

Στο ομώνυμο βιβλίο, αφού περιέγραφα την βασική υπόθεση εργασίας([i]), ανέλυα διεξοδικά μόνο την πρώτη φάση αυτής της πορείας: την περίοδο που οι επικοινωνητές ήταν ¨μάγοι¨, μάντεις, σαμάνοι, και άλλα παρόμοια, δηλαδή την περίοδο της Προφορικότητας, η οποία συμπίπτει κατά αρχήν με την προϊστορική εποχή..

Αυτή τη φορά είχα επιλέξει την μεσαιωνική περίοδο, όχι γιατί οι άλλες ήταν λιγότερο ενδιαφέρουσες.

Είναι, για παράδειγμα, ελκυστικά ενδιαφέρουσα η τρέχουσα εποχή του ¨διαδικτύου¨: τηλεματική, ¨μετανεωτερική¨, μη ακόμη ολοκληρωμένη, άρα με δόσεις εκκρεμότητας και σασπένς.

Ή η παρεμβαλλόμενη στην Αρχαϊκότητα περίοδος του πρώιμου ελληνορωμαϊκού μοντερνισμού, όπου θα ήταν ενδιαφέρον να ψάξει κανείς, τώρα που υπάρχει εντονότερη ροή στοιχείων,  αντιστοιχίες και αντιστίξεις με τις εξελίξεις στην τότε Άπω Ανατολή.

Εν τέλει κατέληξα στην εποχή του μεσαίωνα γιατί, όπως είχα εικάσει σε ένα άλλο κείμενό μου,([ii]) υπάρχουν ορισμένες σημαίνουσες ομοιότητες ανάμεσα στη σημερινή και την τότε εποχή, με κυριότερη την αυξημένη εξουσία των Ιδιωτών .([iii])

Εξάλλου, από ό, τι φαίνεται, η παλιά διένεξη, έχθρα, αντιδικία, ανάμεσα στους Αρχαϊκούς (ιερατείο) και τους εκκολαπτόμενους τότε Νεωτερικούς επικοινωνητές (ιντελιγκέντσια), που θα πρωτοεμφανιστεί στο τέλος της μεσαιωνικής περιόδου, μοιάζει να επαναλαμβάνεται σήμερα (έστω ως φάρσα, μια που κανείς δεν είναι πια αυτό που ήταν) με χρήση νέων επικοινωνιακών όπλων, όπως, παραδείγματος χάριν, κωδίκων Ντα Βίντσι ή άλλων κινηματογραφικών Παθών.

Έχοντας λοιπόν αποσαφηνίσει τη γραμμή έρευνας, και αφού είναι καμιά εικοσαριά χρόνια που δεν κάνω χρήση της διευκόλυνσης που προβλέπεται για τους πανεπιστημιακούς, προκειμένου να συγγράψουν, ζήτησα να απαλλαγώ, για το νομίμως προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, από το λοιπό διοικητικό και διδακτικό έργο, προκειμένου να αφιερωθώ σ’ αυτήν τη δουλειά.

Μου είπαν ναι, ευχαρίστως, αλλά αμέσως μετά ανακάλυψα (ένα βράδυ, καθώς πίναμε τσίπουρα στην Καλαμαριά και τα λέγαμε με παλιούς φίλους-καθηγητές, από την εποχή που ήμουν στην Αρχιτεκτονική), ότι ο (εν τω μεταξύ σε τυπική ισχύ) νέος αρχοντοχωριάτικος όσο και δυσεφάρμοστος νόμος, στερεί αυτή τη δυνατότητα σε όποιον είναι κοντά στη σύνταξη (τι είναι αυτό; υπάρχει ακόμη;), όπως ο υποφαινόμενος.

Άρα άκυρον και ελαφρά τροποποίηση των σχεδίων για το προσεχές μέλλον: Αποφάσισα να μην αφιερωθώ από τώρα στη συγγραφή της εν λόγω μελέτης, αλλά να την αφήσω για χρόνους πιο άνετους.

Και μια που για την ώρα διανύουμε αισίως εποχή θέρους, είπα ότι υπάρχει (ελεύθερος) χρόνος για να ασχοληθώ με κάτι λιγότερο δεσμευτικό, ας πούμε με μια ακόμη μυθοπλασία.

Έτσι δημιουργήθηκε η ιδέα για την ¨Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων¨

Η ¨Μπαλάντα¨ τελεί ήδη υπό καθεστώς προκαταρκτικής προετοιμασίας. Στους φακέλους των εγγράφων μου υπάρχουν ήδη κείμενα με τίτλους όπως ¨Μπαλάντα: σημειώσεις για τη βασική πλοκή¨ ή ¨Μπαλάντα: ενδεχόμενοι ήρωες¨ ή ακόμη ¨Μπαλάντα: τραγούδια και άλλα λυρικά¨ και ούτω καθεξής.

Ήδη στην προηγούμενη ανάρτηση σας έδωσα κάποια ιδέα για τις υπό εκκόλαψη πλοκές και προθέσεις, με το σχεδίασμα ¨Πόσο στ’ αλήθεια αξίζει η Ιθάκη¨ μια που ο βασικός μου Όσιος θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ένας Οδυσσέας στον ¨πηγαιμό¨.

Νεώτερα, οσονούπω.


([i]) Ένα τμήμα του βιβλίου μπορείτε να το βρείτε εδώ. Στο τέλος της καταχώρησης θα βρείτε και έναν -ελπίζω- διαφωτιστικό πίνακα.

Περισσότερο περιληπτικά η βασική θεώρηση είναι η εξής:

Η ιστορία της επικοινωνίας ή τουλάχιστον η κοινωνική της διάσταση, είναι δυνατό να διερευνηθεί και να γίνει εναργέστερα κατανοητή εξετάζοντας αναλυτικά  τις δραστηριότητες και την εξέλιξη διακριτών κοινωνικών ομάδων, οι οποίες αναλαμβάνουν κάθε φορά επικοινωνιακές κοινωνικές δραστηριότητες και ως εκ τούτου αποκτούν και ασκούν εκείνη την ιδιαίτερη μορφή θεσμοποιημένης (λιγότερο ή περισσότερο) εξουσίας που αποκαλείται ¨επικοινωνιακή¨.

Οι επικοινωνητές εξετάζονται θεωρούμενοι ως κύριοι χειριστές της  ¨φαντασιακής σφαίρας¨ των κοινωνιών, τόσο σε σχέση με τους εκάστοτε κατόχους των άλλων μορφών εξουσίας (οικονομικής, πολιτικής κλπ), όσο και σε σχέση με τις συγκρούσεις ή συμπλεύσεις ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες επικοινωνητών που συνυπάρχουν την ίδια εποχή.

Η διερεύνηση μπορεί να διεξαχθεί λαμβάνοντας υπ’ όψιν, πέρα από τις κλασικές ιστορικές περιόδους και εκείνες που προκύπτων από την     κατάτμηση της Ιστορίας με αμιγώς επικοινωνιακά κριτήρια,

δηλαδή:

προφορικότητα -κυρίαρχοι επικοινωνητές: μάγοι,

χειρογραφία-κυρίαρχοι επικοινωνητές: ιερείς,

τυπογραφία-κυρίαρχοι επικοινωνητές: διανοούμενοι,

οπτικοακουστικά μέσα -κυρίαρχοι επικοινωνητές: οι χειριστές των μαζικών μέσων και κυρίως αυτοί που χειρίζονται την μαζική εικόνα

διαδίκτυο -εμφάνιση και προοδευτική κυριάρχηση των μετανεωτερικών επικοινωνητών: χειριστές εικονικής πραγματικότητας, διαφημιστές, κα.

αλλά και εκείνες που προκύπτουν από την διαίρεση του ιστορικού συνεχούς με βάση τα εκάστοτε ευρέα πολιτισμικά ρεύματα, σε

αρχαϊκότητα (βασικός ενδιάμεσος συντελεστής για κάθε μορφή επικοινωνίας: οι υπερφυσικές οντότητες) με παρεμβαλλόμενη την περίοδο του πρώιμου ελληνορωμαϊκού μοντερνισμού (και εμφάνιση των πρώτων πρώιμων ανθρωποκεντρικών επικοινωνητών),

μοντερνισμό, (στροφή στον ανθρωποκεντρισμό, περικλεισμός του  απόλυτου με νέα όρια που θα αποκληθούν ¨λογική¨ και ¨επιστήμη¨) και

μεταμοντερνισμό (για μερικούς πρόκειται απλώς η για την περίοδο γήρατος του μοντερνισμού, ενώ για  άλλους είναι ο κύριος σημερινός αντίπαλός του, χαρακτηρισμένος από οξυμένο σχετικισμό, ατομικισμό, πραγματισμό, λατρεία της εικόνας).

([ii]) ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (Στο βιβλίο ΜΜΕ, Κοινωνία και Πολιτική, εκδ. Ι. Σιδέρη) Το κείμενο και εδώ

([iii]) Σχετικά πρόσφατη μετάλλαξη του ηγετικού τμήματος των κλασικών καπιταλιστών. (Αλλαγή σχεδόν ανθρωπολογικής διάστασης). Στην νέα αυτή κατηγορία  κυριαρχούν νέα (μεταλλαγμένα) προτάγματα, με κυριότερο την ακυρωτική στάση απέναντι στο Κράτος.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Του Πηγαιμού

Αναρτήθηκε από τον/την: vnottas στο 13 Ιουλίου, 2012

Μια που χάρη στο ιστολογοφόρο μπορώ να σας ενημερώνω για διάφορα καθώς αυτά γεννιούνται, σας έχω κάτι απολύτως φρέσκο. Το ξέρει μόνο η Βούλα που έτυχε να με πάρει τηλέφωνο πριν λίγο, την ώρα που το είχα μόλις ορνιθοσκαλίσει στο χαρτί και η Σόφη που μόλις γύρισε από τα ψώνια. Είναι ένα σχεδίασμα για ένα τραγούδι που εντάσσεται στην υπό συγγραφή Μπαλάντα της Γενιάς των Οσίων (μόλις άρχισε).  Το τι ακριβώς μορφή θα έχει η εν λόγω μπαλάντα (ιστόρημα, θεατρικό, άλλο) θα σας το  πω αμέσως μόλις μου προκύψει.

Για την ώρα ιδού το σχεδίασμα, με ήχο 

και με γράμματα:

 

Πόσο -στ΄ αλήθεια- αξίζει η Ιθάκη;

 

Για να γυρίσεις πίσω στην Ιθάκη,

κάποτε την Ιθάκη πρέπει ν’ αποθυμήσεις

Για να βρεις δρόμο πίσω να ’ρθεις

στην Ιθάκη,

κάποτε την Ιθάκη πρέπει

-επιτέλους-

 να αφήσεις.

 *

Μεσ’ στου ταξιδευτή την πήρα, το δισάκι,

ουλές και ενοχές να συγκεντρώσεις,

με πονηριά την Τροία να αλώσεις,

με πονηριά τους Κύκλωπες

να εξουδετερώσεις, 

στην πονηριά την Κίρκη να νικήσεις,

στην Καλυψώ να τάξεις

κι ύστερα να αθετήσεις,

σύντροφους στην οργή των Δυνατών

 να εγκαταλείψεις.

*

Και σαν ετούτα όλα

θα θές  πια να ξεχάσεις,

να που η Ιθάκη όραμα θα γίνει

κι αφού πολλά από το ταξίδι θα χεις μάθει

τότε να μάθεις θα ’σαι άξιος πλέον

πόσο -στ’ αλήθεια- αξίζει η Ιθάκη.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »