Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Ιουλίου 2012

Η Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων – Εισαγωγή (σχεδίασμα)

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2012

Εισαγωγή (ζουμερή)

Το λένε Ζούμ.

Πρώτα απομακρύνεσαι, όσο μπορείς, όσο να βρεις την αφετηρία όπου η θέα να είναι πανοραμική και το οπτικό πεδίο ευρυγώνιο.

Μετά λες στον χρόνο να κάτσει καλά, ακίνητος και να σ’ αφήσει απερίσπαστο να δουλέψεις με τον χώρο… Εντάξει, διορθώνω, με την εικόνα του χώρου.

Μετά στοχεύεις το σημείο που σ’ ενδιαφέρει.

Και αρχίζεις να ζουμάρεις…

Και εκεί που ήσουν, ας πούμε, καβάλα στην πλάτη ενός Άγγελου φύλακα-ξεναγού ή (αν έχεις λιγότερο υπερβατική διάθεση) καβάλα στον δορυφόρο υπηρεσίας, να τα βλέπεις όλα σφαιρικά και περιεκτικά, να που αρχίζεις να κατεβαίνεις κάθετα και σβουριχτά ίσα κάτω.

Ο στόχος, αργά στην αρχή, παίρνει να μεγαλώνει, ενώ τα περιθώρια όλο κατρακυλούν  έξω απ’ το οπτικό σου πεδίο, πέφτουν και εξαφανίζονται.

Πάει η σφαίρα με την θεωρητική της τελειότητα!

Τώρα έχεις να κάνεις με ένα χαλί, λίγο πολύ επίπεδο, αλλού μπλέ, αλλού κίτρινο ή καφετί, ή με λίγο πράσινο στις άκρες. Και κάτι ανέμελα στριφογυριστά βαρομετρικά χαμηλά να προσθέτουν εδώ και κει λευκά νεφελώματα.

Εσύ, είπαμε, απερίσπαστος, αξιόπιστος αφηγητής, στον στόχο σου!

Ίσα πάνω στην γκρίζα κηλίδα, εκεί όπου το γαλανό εφάπτεται με το καστανοκίτρινο, ακριβώς δίπλα στην ελισσόμενη γυαλιστερή κορδέλα που -αενάως- καταλήγει να χύνεται στο απέραντο αρχέγονο υγρό του πελάγους.

Η γκρίζα κηλίδα μεγαλώνει: είναι μια πόλη.

[Αν εσείς οι αναγνώστες συνέπεσε να είστε από Αλλού, να σας διευκρινίσω ότι έτσι ονομάζουν οι (αυτό-προσδιοριζόμενοι ως έμφρονες) κάτοικοι αυτής της σφαίρας, τις φωλιές τους, όταν είναι στριμωγμένες σε μεγάλα σύνολα].

 Ζουμ!

Τώρα φαίνονται καθαρά τα πλοκάμια της πόλης, καθώς απλώνονται στις κοιλάδες ανάμεσα στα γύρω βουνά ή σκαρφαλώνουν απειλητικά στα βουνά τα ίδια.

Για στάσου λίγο σε κλίμακα πόλης.

Παραθαλάσσια, με λιμάνι, γκρίζα, με λιγοστές πρασινωπές πινελιές εδώ κι εκεί.

Στις άκρες της, καμινάδες. Λίγες καπνίζουν ακόμη, οι πιο πολλές το ’κοψαν πρόσφατα λόγω κρίσης, όπως θα ανακαλύψουμε σε λίγο. Ωστόσο είναι αρκετές για να υφαίνουν το φαιό πέπλο που της σφίγγει το λαιμό.

Ας είν’ καλά οι απαστράπτουσες επιφάνειες της θάλασσας που την εξωραΐζουν κάπως.

Θες να την εξωραΐσεις κάπως και εσύ;

Σπρώξε τον μοχλό κι άσε το χρόνο να κυλίσει, λίγο. Καμιά δεκαριά ώρες φτάνουν.

Βλέπεις; είναι πια νύχτα. Από την πόλη, στο σκοτάδι, είναι ορατό μόνο ένα σπινθηροβόλο δίχτυ. Και η αντανάκλασή του στα νερά! Όμορφο.

Όχι, μην επαναφέρεις το μοχλό, άσε το χρόνο εδώ.

Η ιστορία μας ας αρχίσει νύχτα. Νύχτα βαθειά. Κοντά στο ξημέρωμα.

Κάνε μόνο λίγο ζουμ ακόμη. Στο κέντρο, στην παλιά Πόλη όπου οι δρόμοι διασταυρώνονται με τρόπο άτακτο και λαβυρινθώδη.

Φτάσαμε.

Κτίσμα παλιό. Στο ισόγειο. Κατεβασμένα ρολά πρώην καταστήματος. Μια τελευταία εστίαση στην τοιχοκολλημένη επιγραφή «Ενοικιάζεται-Πωλείται- Παραχωρείται» διαγραμμένη με μια μαρκαδοριά.

Τέλος του Ζούμ.

Ήρθε η ώρα να κάνουμε ένα άλμα στο εσωτερικό του οικήματος.

Μπορείς τώρα να ξεκουμπώσεις τον χρόνο και να τον αφήσεις να κυλήσει. Εδώ μέσα κατοικεί ένας από τους ήρωες αυτής της ιστορίας.

Ο εναρκτήριος Όσιος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής, (κι άλλες).

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2012

Ας πούμε ότι μπαίνει καλοκαιράκι, ότι το λευκό χαρτί γίνεται μέρα με τη μέρα πιο ελκυστικό και ότι για να γράψεις σου λείπει μόνο μια ωραία, επεξεργασμένη, βασική ιδέα. Λέω καλοκαίρι γιατί ως γνωστόν στον τόπο μας γράφουν –με μεράκι- μόνον οι μερακλήδες ερασιτέχνες. Αυτούς τουλάχιστον ξέρω. Οι επαγγελματίες μου είναι άγνωστοι και τους θεωρώ κάπως εξωτικούς. Οι ερασιτέχνες όμως, έχουν ανάγκη από καλοκαίρι ή άλλες ανάλογες περιόδους σχετικής ελευθερίας.

Ας πούμε λοιπόν πως είναι καλοκαίρι, ότι κάτι το, εκ πρώτης όψεως, συγγραφικό σε διαγείρει και αρχίζεις να ψάχνεις  εναρκτήριες καλλιεργήσιμες ιδέες. Και ότι ύστερα τα βάζεις κάτω, τα παλιότερα και πιο τα πρόσφατα, τα ερωτηματικά και τα θαυμαστικά, τα υποθετικά και τα διαπιστωτικά, τα κάπως κατασταλαγμένα και αυτά που ακόμη ψάχνονται, τα στύβεις γερά, τα περνάς και μια πρώτη διύλιση, απόσταξη, επεξεργασία και, όσο να ‘ναι, όλο και κάτι μένει στον αποστακτήρα.

Κάτι με το οποίο να μπορέσεις να ξεκινήσεις.

Οπότε, παίρνεις αυτό το κάτι και αφού τα καταφέρεις να σταθείς απάνω του (θέλει κάποια ευελιξία και κάποια αίσθηση ισορροπίας), μπορείς να αρχίσεις το ταξίδι στον υπό κατασκευή κόσμο σου.

Επειδή οι περισσότερες και οι καλύτερες ιδέες θα σου έρθουν καθώς γράφεις, άρχισε το γράψιμο-γράψιμο (δηλαδή κάπως σαν να έχει ήδη ολοκληρωθεί η προεργασία και αισθάνεσαι πλήρως εξοπλισμένος για τη βουτιά στον ωκεανό της μυθοπλασίας), έστω κι αν μετά το τροποποιήσεις ή και το ανατρέψεις ριζικά. Παράλληλα, μπορείς πάντα να κρατάς σημειώσεις για ό, τι το ρηξικέλευθο σου κατέβει, ώστε να το εντάξεις στην πλοκή όταν θα ‘ρθει η ώρα του.

 Αυτά έλεγα στον εαυτό μου, προσπαθώντας να τον πείσω να πάρει πάλι τα μονοπάτια της Αφήγησης.

Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα παραπάνω είναι λίγο πολύ πάγια και γνωστά. Ή, -θα μπορούσε να διαφωνήσει κάποιος άλλος- ότι (πάντα τα παραπάνω) δεν είναι παρά μια από τις άπειρες εκδοχές συγγραφικής απόπειρας, οι οποίες εν τέλει προκύπτουν από μη προβλέψιμους συνδυασμούς συγκυριών, προσωπικών ιδιομορφιών, αρωγών από καλοθελήτρες  μούσες και παρεμβαλλόμενων ουρών λογοτεχνιζόντων διαβόλων.

Επομένως, ενίσταται ο εαυτός μου που προτιμά τις βόλτες και το ψάρεμα, το μόνο κάπως καινούργιο δεν είναι παρά το ότι, τώρα, έχεις τη δυνατότητα να εξιστορείς τα επεισόδια αυτής (της συγγραφικής) περιπέτειας σε ένα δημόσιο ημερολόγιο.

Δηλαδή, με άλλα λόγια, το να εκτίθεσαι στο τετράγωνο. Ευθέως και παραπλεύρως, επί σκηνής και εν τοις παρασκηνίοις.

Τι να κάνουμε! του ανταπαντώ.

Είναι οι καλές, οι στραβές και οι ακόμη μη πλήρως διερευνημένες δυνατότητες των νέων καιρών.

Βουτάμε; Βουτάμε!

 

Υστερόγραφο: Έγραψα τις αράδες αυτές για να σας προϊδεάσω για μερικά κείμενα που θα ακολουθήσουν και που θα είναι  ως επί το πλείστον προπαρασκευαστικά για κάτι το ευρύτερο (ας πούμε για την προαναγγελθείσα  Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων) και κατά συνέπεια κάπως αποσπασματικά, κάπως ατελή και –βεβαίως- ανολοκλήρωτα. Το αμέσως επόμενο, για παράδειγμα, είναι ένα σχεδίασμα εισαγωγής.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Καλοκαίρι στην πόλη

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2012

Ο Στέφανο Μπένι είναι, κατά τη γνώμη μου,  ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους Ιταλούς συγγραφείς, αρκετά έργα του οποίου έχουν  μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Χτες ξεφύλλιζα το Dottor New, μια παλιότερη (αμετάφραστη –αν δεν κάνω λάθος) συλλογή με σχόλια του Μπένι, τα περισσότερα σχετικά με τον εκ των άνω ισοπεδωτικό ¨εκσυγχρονισμό¨ των τελευταίων καιρών. Είπα λοιπόν να σας μεταφράσω ένα – δυο απ’ αυτά.  Σήμερα, ένα γραμμένο με καλοκαιρινή διάθεση (2001) 

  Καλοκαίρι στην πόλη

 Ζέστη, κλειστά μαγαζιά, νέφος, δεν είναι οι χειρότεροι εχθροί του καλοκαιριού στην πόλη. Παραμονεύουν κι άλλες απειλές από τις οποίες είναι δύσκολο να αμυνθεί κανείς. Ιδού μερικές απ’ αυτές.

 Ο κρυομανής.

 Πρόκειται για ένα ον εξαρτημένο από το ερκοντίσιον, τόσο που φοβάται ότι μια μόνο στιγμή αν εκτεθεί στη ζέστη, θα αποτεφρωθεί.

Στο γραφείο, υποχρεώνει τους συναδέλφους του να ζουν σε θερμοκρασίες υπό το μηδέν και να φοράνε παλτά.

 Μετά τη δουλειά πηδάει απ’ ευθείας στο αυτοκίνητό του, που μπορείτε να το αναγνωρίσετε από τους παγο-σταλακτίτες στο τιμόνι.

Μόλις μπει στο σπίτι του ανάβει μια θύελλα από κλιματιστικά, που θα καταπλάκωνε ως και τους Εσκιμώους.

Δεν πάει σε εστιατόριο αν δεν σιγουρευτεί ότι θα καθίσει ακριβώς κάτω από το σημείο όπου εκτινάσσεται ο κρύος αέρας, τρώει τη μοτσαρέλα αμέσως μόλις τη βγάλει από την κατάψυξη, κόβοντάς την με την αξίνα. Καμιά φορά μπορεί, να τον συναντήσεις κουλουριασμένο γύρω από το ψυγείο με τα παγωτά.

Τη νύχτα υποχρεώνει τη γυναίκα του να κοιμάται στον υπνόσακο, κάτω από ένα κανόνι που ρίχνει τεχνητό χιόνι. Δεν τον τσιμπάν τα κουνούπια, αλλά μερικές φορές τον ψιλοδαγκώνει καμιά φώκια.

Η αγαπημένη του φράση είναι: ¨Τι σκατοκαλόκαιρο, σαράντα βαθμοί και εγώ είμαι πάντα συναχωμένος¨.  

Ο αυτοκινητοκαθαριστής

Σωβρακοφόρος που, καταμεσής στο δρόμο, κάθε νύχτα, πλένει το αυτοκίνητό του μέσα σε μια λούμπα από αφρό και απορρυπαντικό ως και διακόσια μέτρα μήκος.

Ανώφελο να του πείτε ότι το αυτοκίνητο είναι κάτι παραπάνω από καθαρό. Θα σας αφιερώσει ένα θλιμένο χαμόγελο και θα επιστρέψει στην εμμονή του.

Εάν θέλετε να τον κάνετε ευτυχισμένο, ρίξτε του έναν γερό εμετό στο παρμπρίζ. 

Ο μπούμπουρας της νύχτας

Κατά τις τρεις τη νύχτα, πάνω που, ύστερα από πολλές προσπάθειες, καταφέρατε να κοιμηθείτε, κάτω από το παράθυρό σας περνάει αυτό το κακόβουλο ον, καβάλα σε όχημα που εκπέμπει έναν θόρυβο απαράμιλλο στην κλίμακα της οικουμενικής κακοφωνίας.

Είναι κάτι ανάμεσα στο ηλεκτρικό πριόνι, το γιγάντιο κουνούπι και τον κολικό μιας ¨φόρμουλα ένα¨.

Ο θόρυβος αρχίζει από μερικά χιλιόμετρα απόσταση και σβήνει το πρωί.

Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να δει ποιος είναι ο τρομερός μπούμπουρας της νύχτας. Κάτι ψιθυρίζεται για ένα γεροντάκο πάνω σ’ ένα μικροσκοπικό μηχανάκι.

Μπλόκα και ενέδρες δεν έδωσαν κανένα αποτέλεσμα. 

Η επίδειξη (μόδας)

Το καλοκαίρι, η πόλη καταλαμβάνεται από πλήθος εκδηλώσεων. Στις λεωφόρους θα έχει μαραθώνιους, στην παραλία θα έχει φεστιβάλ τραγουδιού, στο αναγεννησιακό περίπτερο θα έχει μια συζήτηση για το (λογοτεχνικό) βραβείο Strega, κατά τη διάρκεια της οποίας χασμουριούνται ως και οι σαρκοφάγοι.

Αλλά το χειρότερο είναι να ανακαλύψετε ότι ο περίπατός σας μπλοκαρίστηκε από μία επίδειξη μόδας. Λικνιζόμενα μοντέλα και ραμπο-ειδή με βερμούδες να έχουν προχωρήσει σε  στρατιωτική κατάληψη της πλατείας, μπροστά σε ένα παρτέρι με ενθρονισμένους VIP.

Μην πλησιάσετε γιατί κινδυνεύετε να υποστείτε το άγριο ρεσάλτο των Ντόλτσιδων και των Καμπάνηδων, που είναι πιο αδιάκριτοι κι από τους πλανόδιους μικροπωλητές. Δεν τους φτάνει που έχουν καταλάβει τα τηλεοπτικά στούντιο, επιδεικνύονται τώρα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, μνημειακές σκάλες, ταρσανάδες, νεκροτομεία, πουλώντας την επανάληπτικότητα για Σχολή, τις ανοιχτές φούστες για παραβατικότητα,  τις ¨υπογραφές¨ σε αρώματα και αναπτήρες για δημιουργικότητα.

Καμιά γωνιά της πόλης δεν ξεφεύγει απ’ αυτούς τους περιπλανώμενους εκατομμυριούχους,  που, επί πλέον, εκπροσωπούνται εικαστικά από εφημερεύοντες τηλε-φαμφαρόνους/όνες σε ένα ακατάπαυστο δουλοπρεπές σποτ.

Πρόκειται για στρατιωτικές παρελάσεις της κοινοτοπίας ανυψωμένης στη νιοστή, ξανα-πλασαρισμένα κακέκτυπα παλιών πινάκων και εθίμων,  γουνοφορεμένες και επί-ζαχαρωμένες εκδοχές του χωριάτικου πανηγυριού και της περιφοράς του Αγίου, χωρίς όμως το θαύμα μίας έστω αυθόρμητης στιγμής, και με αισθησιακό φορτίο όσο διαθέτει και ένα πτηνοτροφείο.

Αν και η Ναομί καταβροχθίζει πιο πολλά χιλιόμετρα από ρωσίδα δρομέα, ενώ οι στιλίστες ξοδεύουν δισεκατομμύρια σε διαφήμιση και διοργανώνουν λουσάτες γιορτές για να εξασφαλίσουν νέους συνένοχους, η αποθήκη των ιδεών είναι άδεια. Αν περάσετε κοντά από μια επίδειξη μόδας, πάρτε, καλύτερα, δρόμο. 

Ο κουφός με την Τηλεόραση

Αυτός ο κύριος έχει το παράθυρο ανοιχτό και τον ήχο της τηλεόρασης σε ένταση ροκ συναυλίας. Όλη η γειτονιά ξυπνάει στις επτά το πρωί από το σήμα των χελωνονιντζακίων. Υποχρεώνει όλους τους γείτονες να βλέπουν το ίδιο δελτίο ειδήσεων, γιατί ο δικός του ήχος εκμηδενίζει τους άλλους.

Βλέπει τα πάντα, συμπεριλαμβανόμενης της εκπαιδευτικής τηλεόρασης στις τέσσερεις τη νύχτα, και εάν μένετε κοντά του μπορείτε να γίνετε υπομηχανικοί σε ένα μήνα. Μερικές φορές προσθέτει στους τηλεοπτικούς θορύβους, μουσική από δίσκους στη διαπασών. Από τα γειτονικά παράθυρα καταφτάνουν ρίψεις από κατσαρόλες,  βέλη και βλαστήμιες, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Δεν μπορείτε να τηλεφωνήσετε στην αστυνομία γιατί θα σας απαντήσουν: ¨Λυπάμαι κυρία μου, αλλά αν δεν χαμηλώσετε την τηλεόραση δεν καταλαβαίνω λέξη¨. Δεν μπορείτε να του χτυπήσετε το κουδούνι ούτε να του τηλεφωνήσετε, γιατί δεν ακούει το κουδούνισμα.

Ο μόνος τρόπος για να τον σταματήσετε είναι να αναρριχηθείτε στον εξωτερικό τοίχο και να μπείτε από το παράθυρο.

Θα τον βρείτε κοιμισμένο, και θα σας εξομολογηθεί, αθώα, ότι αυτός την τηλεόραση δεν την κοιτάζει ποτέ, την έχει αναμμένη  μόνο έτσι, για να του κρατάει συντροφιά. 

Ο Καταβρέχτης

Ανώτερη οντότητα, που από μυστηριώδη ύψη ρίχνει συνεχώς ποσότητες νερού στους διερχόμενους. Μέρα νύχτα, ο θόρυβος απ’ τους καταρράκτες του αντηχεί στη σιγή του δρόμου. Είναι άγνωστο ποιο είδος τροπικού δάσους ή ακόρεστου Μπαομπάμπ πρέπει να καταβρέχει συνεχώς.

Εάν σας πετύχει το μπουγέλο, είναι ανώφελο να κοιτάξετε επάνω, ο μυστηριώδης καταβρέχτης είναι αόρατος, το πολύ να δείτε να ψιλοκουνιέται κανένα γεράνι.

Εάν του φωνάξετε να προσέχει, σταματάει για καναδυό λεπτά, και μετά η καταρροή συνεχίζεται. Εάν τον βρίσετε παίρνει να καταιονίζει ποτιστήρια, βολβούς και, σε ορισμένες περιπτώσεις κανα τόνο γλάστρες με πικροδάφνες. 

Η περιπλανώμενη σφαίρα

Συμβαίνει, όλο και πιο συχνά, όταν ανταλλάσσονται πυροβολισμοί ανάμεσα σε συμμορίες, να χτυπιέται και κανένας πολίτης. Πρόκειται για ένα εγκάρδιο far west με όλο και περισσότερους, όλο και θρασύτερους, αλλήθωρους πιστολέρος, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι αυτές οι ομάδες επανακτούν τον έλεγχο των πόλεων.

Γι αυτό, σε όποιον επιμένει να κόβει βόλτες, με δικό του ρίσκο,, συμβουλεύουμε τις πιο ¨ιν¨ αμφιέσεις του καλοκαιριού. Για εκείνη, αλεξίσφαιρη στολή, σε στιλ πυροσβέστη, κάπως σαν την   Sigourney Weaver στο Alien. Για εκείνον, φανελάκι σε λαμαρίνα και πράσινο θωρακισμένο μπουφάν αλά Bossi, με Bluetooth για να συνεννοείται κατά τις  ψηφοφορίες με τον Silvio. Για τους νέους, T-shirt με την επιγραφή ¨I remember mafia¨, μια συναυλία σε πλατεία και τη διαβεβαίωση ότι η επιστροφή της Καμόρας εντάσσεται στο γενικότερο revival  της δεκαετίας του ΄60.

Το μόνο πραγματικό πρόβλημα είναι οι εξακόσιες χιλιάδες Καλάσνικωφ της Καμόρας. Μα καλά βρε παιδιά, γιατί άραγε αυτή η κρίση στα τουφέκια made in Italy;

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα των θλιμμένων αρσενικών

Posted by vnottas στο 24 Ιουλίου, 2012

Το Ιστορικό: Έψαχνα την ετυμολογία της λέξης ¨υπερφίαλος¨ και πέφτω σε ένα ιστολόγιο με την εξής πολύλεξη ονομασία: ¨πλατωνικό ΑΙΔΟΙΟ υπερφίαλος ΦΑΛΛΟΣ και μαραγκιασμένο e-ΣΠΕΡΜΑ (Στήμονες και Ύπερος και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής)¨

και αμέσως μετά εν είδει προμετωπίδας:

¨Στο κάτω κάτω της γραφής και οι γυναίκες λέξεις είναι, αντικλείδια που ανοίγουν πόρτες κλειστές¨

Κοιτάζω παρακάτω και υπό τον τίτλο

 Θεοδόσης Βολκώφ, Η μπαλάντα των θλιμμένων αρσενικών,

εντοπίζω τους ακόλουθους στίχους, που μου άρεσαν και ως εκ τούτου αναδημοσιεύω:

Θεοδόσης Βολκώφ

Η μπαλάντα των θλιμμένων αρσενικών

Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,

του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη

και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.

Στη Γλώσσα πρέπει να ’ρθει όλη η Γη,

να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο

και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.

Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,

δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει

και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,

μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,

μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,

της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.

Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –

οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει

και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,

εκείνο που κανένας δεν μπορεί

μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –

μ’όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.

Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο

και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.

Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

 (*) Δνόφος και Γνόφος=Βαθύ σκοτάδι

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Από το ημερολόγιο καταστρώματος: αλλαγή πορείας

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2012

Για να σας τα πω όλα, τα αρχικά σχέδιά μου για το προσεχές χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένου και (τμήματος) του καλοκαιριού, ήταν άλλα.

Έλεγα, είχα μάλιστα ήδη αρχίσει να μαζεύω τα σχετικά στοιχεία, να ασχοληθώ με την περιγραφή και την ανάλυση του μεσαιωνικού σταδίου της ¨πορείας¨  των ανθρώπων της επικοινωνίας, (των επικοινωνητών, όπως τους ονομάζω στο σχετικό σύγγραμμα) από τον Βωμό και τον Άμβωνα, στην Οθόνη.

Στο ομώνυμο βιβλίο, αφού περιέγραφα την βασική υπόθεση εργασίας([i]), ανέλυα διεξοδικά μόνο την πρώτη φάση αυτής της πορείας: την περίοδο που οι επικοινωνητές ήταν ¨μάγοι¨, μάντεις, σαμάνοι, και άλλα παρόμοια, δηλαδή την περίοδο της Προφορικότητας, η οποία συμπίπτει κατά αρχήν με την προϊστορική εποχή..

Αυτή τη φορά είχα επιλέξει την μεσαιωνική περίοδο, όχι γιατί οι άλλες ήταν λιγότερο ενδιαφέρουσες.

Είναι, για παράδειγμα, ελκυστικά ενδιαφέρουσα η τρέχουσα εποχή του ¨διαδικτύου¨: τηλεματική, ¨μετανεωτερική¨, μη ακόμη ολοκληρωμένη, άρα με δόσεις εκκρεμότητας και σασπένς.

Ή η παρεμβαλλόμενη στην Αρχαϊκότητα περίοδος του πρώιμου ελληνορωμαϊκού μοντερνισμού, όπου θα ήταν ενδιαφέρον να ψάξει κανείς, τώρα που υπάρχει εντονότερη ροή στοιχείων,  αντιστοιχίες και αντιστίξεις με τις εξελίξεις στην τότε Άπω Ανατολή.

Εν τέλει κατέληξα στην εποχή του μεσαίωνα γιατί, όπως είχα εικάσει σε ένα άλλο κείμενό μου,([ii]) υπάρχουν ορισμένες σημαίνουσες ομοιότητες ανάμεσα στη σημερινή και την τότε εποχή, με κυριότερη την αυξημένη εξουσία των Ιδιωτών .([iii])

Εξάλλου, από ό, τι φαίνεται, η παλιά διένεξη, έχθρα, αντιδικία, ανάμεσα στους Αρχαϊκούς (ιερατείο) και τους εκκολαπτόμενους τότε Νεωτερικούς επικοινωνητές (ιντελιγκέντσια), που θα πρωτοεμφανιστεί στο τέλος της μεσαιωνικής περιόδου, μοιάζει να επαναλαμβάνεται σήμερα (έστω ως φάρσα, μια που κανείς δεν είναι πια αυτό που ήταν) με χρήση νέων επικοινωνιακών όπλων, όπως, παραδείγματος χάριν, κωδίκων Ντα Βίντσι ή άλλων κινηματογραφικών Παθών.

Έχοντας λοιπόν αποσαφηνίσει τη γραμμή έρευνας, και αφού είναι καμιά εικοσαριά χρόνια που δεν κάνω χρήση της διευκόλυνσης που προβλέπεται για τους πανεπιστημιακούς, προκειμένου να συγγράψουν, ζήτησα να απαλλαγώ, για το νομίμως προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, από το λοιπό διοικητικό και διδακτικό έργο, προκειμένου να αφιερωθώ σ’ αυτήν τη δουλειά.

Μου είπαν ναι, ευχαρίστως, αλλά αμέσως μετά ανακάλυψα (ένα βράδυ, καθώς πίναμε τσίπουρα στην Καλαμαριά και τα λέγαμε με παλιούς φίλους-καθηγητές, από την εποχή που ήμουν στην Αρχιτεκτονική), ότι ο (εν τω μεταξύ σε τυπική ισχύ) νέος αρχοντοχωριάτικος όσο και δυσεφάρμοστος νόμος, στερεί αυτή τη δυνατότητα σε όποιον είναι κοντά στη σύνταξη (τι είναι αυτό; υπάρχει ακόμη;), όπως ο υποφαινόμενος.

Άρα άκυρον και ελαφρά τροποποίηση των σχεδίων για το προσεχές μέλλον: Αποφάσισα να μην αφιερωθώ από τώρα στη συγγραφή της εν λόγω μελέτης, αλλά να την αφήσω για χρόνους πιο άνετους.

Και μια που για την ώρα διανύουμε αισίως εποχή θέρους, είπα ότι υπάρχει (ελεύθερος) χρόνος για να ασχοληθώ με κάτι λιγότερο δεσμευτικό, ας πούμε με μια ακόμη μυθοπλασία.

Έτσι δημιουργήθηκε η ιδέα για την ¨Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων¨

Η ¨Μπαλάντα¨ τελεί ήδη υπό καθεστώς προκαταρκτικής προετοιμασίας. Στους φακέλους των εγγράφων μου υπάρχουν ήδη κείμενα με τίτλους όπως ¨Μπαλάντα: σημειώσεις για τη βασική πλοκή¨ ή ¨Μπαλάντα: ενδεχόμενοι ήρωες¨ ή ακόμη ¨Μπαλάντα: τραγούδια και άλλα λυρικά¨ και ούτω καθεξής.

Ήδη στην προηγούμενη ανάρτηση σας έδωσα κάποια ιδέα για τις υπό εκκόλαψη πλοκές και προθέσεις, με το σχεδίασμα ¨Πόσο στ’ αλήθεια αξίζει η Ιθάκη¨ μια που ο βασικός μου Όσιος θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ένας Οδυσσέας στον ¨πηγαιμό¨.

Νεώτερα, οσονούπω.


([i]) Ένα τμήμα του βιβλίου μπορείτε να το βρείτε εδώ. Στο τέλος της καταχώρησης θα βρείτε και έναν -ελπίζω- διαφωτιστικό πίνακα.

Περισσότερο περιληπτικά η βασική θεώρηση είναι η εξής:

Η ιστορία της επικοινωνίας ή τουλάχιστον η κοινωνική της διάσταση, είναι δυνατό να διερευνηθεί και να γίνει εναργέστερα κατανοητή εξετάζοντας αναλυτικά  τις δραστηριότητες και την εξέλιξη διακριτών κοινωνικών ομάδων, οι οποίες αναλαμβάνουν κάθε φορά επικοινωνιακές κοινωνικές δραστηριότητες και ως εκ τούτου αποκτούν και ασκούν εκείνη την ιδιαίτερη μορφή θεσμοποιημένης (λιγότερο ή περισσότερο) εξουσίας που αποκαλείται ¨επικοινωνιακή¨.

Οι επικοινωνητές εξετάζονται θεωρούμενοι ως κύριοι χειριστές της  ¨φαντασιακής σφαίρας¨ των κοινωνιών, τόσο σε σχέση με τους εκάστοτε κατόχους των άλλων μορφών εξουσίας (οικονομικής, πολιτικής κλπ), όσο και σε σχέση με τις συγκρούσεις ή συμπλεύσεις ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες επικοινωνητών που συνυπάρχουν την ίδια εποχή.

Η διερεύνηση μπορεί να διεξαχθεί λαμβάνοντας υπ’ όψιν, πέρα από τις κλασικές ιστορικές περιόδους και εκείνες που προκύπτων από την     κατάτμηση της Ιστορίας με αμιγώς επικοινωνιακά κριτήρια,

δηλαδή:

προφορικότητα -κυρίαρχοι επικοινωνητές: μάγοι,

χειρογραφία-κυρίαρχοι επικοινωνητές: ιερείς,

τυπογραφία-κυρίαρχοι επικοινωνητές: διανοούμενοι,

οπτικοακουστικά μέσα -κυρίαρχοι επικοινωνητές: οι χειριστές των μαζικών μέσων και κυρίως αυτοί που χειρίζονται την μαζική εικόνα

διαδίκτυο -εμφάνιση και προοδευτική κυριάρχηση των μετανεωτερικών επικοινωνητών: χειριστές εικονικής πραγματικότητας, διαφημιστές, κα.

αλλά και εκείνες που προκύπτουν από την διαίρεση του ιστορικού συνεχούς με βάση τα εκάστοτε ευρέα πολιτισμικά ρεύματα, σε

αρχαϊκότητα (βασικός ενδιάμεσος συντελεστής για κάθε μορφή επικοινωνίας: οι υπερφυσικές οντότητες) με παρεμβαλλόμενη την περίοδο του πρώιμου ελληνορωμαϊκού μοντερνισμού (και εμφάνιση των πρώτων πρώιμων ανθρωποκεντρικών επικοινωνητών),

μοντερνισμό, (στροφή στον ανθρωποκεντρισμό, περικλεισμός του  απόλυτου με νέα όρια που θα αποκληθούν ¨λογική¨ και ¨επιστήμη¨) και

μεταμοντερνισμό (για μερικούς πρόκειται απλώς η για την περίοδο γήρατος του μοντερνισμού, ενώ για  άλλους είναι ο κύριος σημερινός αντίπαλός του, χαρακτηρισμένος από οξυμένο σχετικισμό, ατομικισμό, πραγματισμό, λατρεία της εικόνας).

([ii]) ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (Στο βιβλίο ΜΜΕ, Κοινωνία και Πολιτική, εκδ. Ι. Σιδέρη) Το κείμενο και εδώ

([iii]) Σχετικά πρόσφατη μετάλλαξη του ηγετικού τμήματος των κλασικών καπιταλιστών. (Αλλαγή σχεδόν ανθρωπολογικής διάστασης). Στην νέα αυτή κατηγορία  κυριαρχούν νέα (μεταλλαγμένα) προτάγματα, με κυριότερο την ακυρωτική στάση απέναντι στο Κράτος.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Του Πηγαιμού

Posted by vnottas στο 13 Ιουλίου, 2012

Μια που χάρη στο ιστολογοφόρο μπορώ να σας ενημερώνω για διάφορα καθώς αυτά γεννιούνται, σας έχω κάτι απολύτως φρέσκο. Το ξέρει μόνο η Βούλα που έτυχε να με πάρει τηλέφωνο πριν λίγο, την ώρα που το είχα μόλις ορνιθοσκαλίσει στο χαρτί και η Σόφη που μόλις γύρισε από τα ψώνια. Είναι ένα σχεδίασμα για ένα τραγούδι που εντάσσεται στην υπό συγγραφή Μπαλάντα της Γενιάς των Οσίων (μόλις άρχισε).  Το τι ακριβώς μορφή θα έχει η εν λόγω μπαλάντα (ιστόρημα, θεατρικό, άλλο) θα σας το  πω αμέσως μόλις μου προκύψει.

Για την ώρα ιδού το σχεδίασμα, με ήχο 

και με γράμματα:

 

Πόσο -στ΄ αλήθεια- αξίζει η Ιθάκη;

 

Για να γυρίσεις πίσω στην Ιθάκη,

κάποτε την Ιθάκη πρέπει ν’ αποθυμήσεις

Για να βρεις δρόμο πίσω να ’ρθεις

στην Ιθάκη,

κάποτε την Ιθάκη πρέπει

-επιτέλους-

 να αφήσεις.

 *

Μεσ’ στου ταξιδευτή την πήρα, το δισάκι,

ουλές και ενοχές να συγκεντρώσεις,

με πονηριά την Τροία να αλώσεις,

με πονηριά τους Κύκλωπες

να εξουδετερώσεις, 

στην πονηριά την Κίρκη να νικήσεις,

στην Καλυψώ να τάξεις

κι ύστερα να αθετήσεις,

σύντροφους στην οργή των Δυνατών

 να εγκαταλείψεις.

*

Και σαν ετούτα όλα

θα θές  πια να ξεχάσεις,

να που η Ιθάκη όραμα θα γίνει

κι αφού πολλά από το ταξίδι θα χεις μάθει

τότε να μάθεις θα ’σαι άξιος πλέον

πόσο -στ’ αλήθεια- αξίζει η Ιθάκη.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Η πτώση είναι μία: από τον τέταρτο.

Posted by vnottas στο 11 Ιουλίου, 2012

Τα κείμενα εδώ παρακάτω  είναι του Παντελή Καλογεράκη. Ο Παντελής είναι ένας από του δύο δίδυμους πολυταλαντούχους πιτσιρικάδες (πιτσιρικάδες για μένα: κατά τα άλλα δευτεροετείς στην Αθήνα) που γνώρισα φέτος, όταν παρουσίασαν, εδώ στη Θεσσαλονίκη, ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου μελοποιημένα από τους ίδιους. Ο άλλος είναι ο Μιχάλης.   Καταγωγή από την Κρήτη, γραφή και μουσική που εκπλήττουν.

Μισάζω.

Η πτώση είναι μία. Από τον τέταρτο.

Γενική πτώση. 

Όλα πέφτουνε και σπάνε χάμω και γίνονται θρύψαλα,

μουσικά όργανα, συκώτια μαράκες, σπλήνες ντραμς, εντόσθια χυμένα. 

Η κρούση είναι μία. Από τον τέταρτο στον ακάλυπτο με τις βερικοκιές.

Ονομαστική κρούση. 

Ο Παντελής, κουτούλησε, έγινε αλοιφή, ένα με το χώμα…

Η ώρα είναι μία.

Από τον τρίτο ακούγεται μια ιστορία. 

Δεν κοιμάται ποτέ αυτή η πολυκατοικία, μια γυναίκα μονολογεί.

Από ότι κατάλαβα, την παλιά Αθήνα περιγράφει.

Παλιά, ιστορεί, δεν έπεφταν από τα μπαλκόνια του τετάρτου ορόφου οι ερωτευμένοι,

 ούτε από τα ρετιρέ,

γενικά δεν έπεφταν,

μόνο έβγαζαν τα πόδια τους έξω από τα παράθυρα και πετούσαν, 

για φαντάσου Αγάπη μου, πετούσαν λέει, πετούσαν ελεύθεροι,

σαν τα πουλιά, 

κι έγραφαν τα ονόματα τους στον ουρανό, με τέμπερες αέριες,

κάτι σαν κλανιές με χρώμα.

 

Φέρε μου να κάνω ένα τσιγάρο, κι άκου να δεις πως έχει το σχέδιο. 
Πέφτω πρώτος εγώ. 

Μετά από μισή ώρα φωνάζεις το όνομα μου και με ρωτάς αν στο ισόγειο έχει υγρασία,
με ακολουθείς μόνο αν δεν με ακούσεις να σου απαντώ.
Ειδάλλως περιμένεις άλλα τρία τέταρτα, ρωτάς την ίδια ερώτηση, και πράττεις αναλόγως.

Λογικά τη δεύτερη φορά δε θα λάβεις απάντηση,

δεν έχω δα και τόσο γερή κράση,
πάνω κάτω μετά από μία ώρα, θα είναι το έδαφος πάλι ουδέτερο,σαν πρώτα

κι εγώ λίπασμα για τις βερικοκιές.

Οφείλω να ομολογήσω πως την τελευταία στιγμή, 
προσπάθησα να πέσω ανάσκελα με τα χέρια μου ανοικτά,

για να προσγειωθείς στην αγκαλιά μου,
μόνο που ποτέ δεν έμαθα αν κάτι τέτοιο συνέβη.

Ωστόσο υποψιάζομαι πως τα καταφέραμε 
διότι σήμερα τρώμε μαζί στο ίδιο τραπέζι
και τα σκυλιά μας γερνάνε πιο αργά από ότι γερνάμε εμείς.


Γνώρισα μια μπαλαρίνα σήμερα.

Καθώς έβγαζε τα παπούτσια της μου τραγουδούσε νωχελικά.

Τραγουδούσε ενώ έβγαζε κι τις κάλτσες της, αργά, κοιτάζοντας με,
νομίζοντας πως το απολαμβάνω ιδιαίτερα πολύ.

Κάτω από το στενό της φόρεμα,

φορούσε λεπτές στο χρώμα της ζάχαρης ξεχειλωμένες ζαρτιέρες,
τις οποίες με δική μου προτροπή, δεν αφαίρεσε.

Εξακολουθούσε να τραγουδά, όχι άσχημα, τραγούδια της Ρίτας Σακελαρίου.

Άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, διαδικασία κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά αποκρουστική κι καταναγκαστική για την ίδια,
αν κρίνω από το γεγονός ότι δεν κατέβαζε τον καπνό κι αηδίαζε κάθε τόσο,
μόνο που δεν πλάνταζε.

Άλλο ένα τσιγάρο τοποθετεί στα βαμμένα της κόκκινα χείλη, τα οποία ήμουν σίγουρος πως πριν προλάβω να γευτώ δεν θα είναι πια στο χρώμα του πάθους,
αφού λίγο λίγο κάθε φορά όλο και περισσότερο γόπες χαίρονταν το κραγιόν της
και τα ανεπαίσθητα, ίσως για τις γόπες ανεπιθύμητα ακόμη, φιλιά της.

Χωρίς να σβήσει το σπίρτο ανάβει ένα κερί τύπου ρεσώ δίπλα της,
δίχως όμως το ίδιο να προσφέρει, πέρα από μια ακόμη γλυκιά πινελιά στο ήδη αρκετά επιτηδευμένα ειδυλλιακό περιβάλλον, φως.

Με ρωτά αν θα πιώ κάτι, τι άλλο να έπινα αλήθεια, που βρώμαγα αλκοόλ!

Μια μαύρη σαμπούκα λέω και μετανιώνω ευθύς, δίχως να το πάρω πίσω.

Δεν είχε πάγο, δεν ήπια γουλιά.

Αναρωτήθηκα από ποιο σημείο και μετά σταμάτησε να τραγουδάει κι δεν μπορούσα να θυμηθώ, άλλωστε είχε άλλα να κάνω.

Δεν ήταν κανείς από τους δυο μας επαγγελματίας.
Αν και κρίνοντας από τους αναστεναγμούς της, βαπτίζοντάς τους αυθεντικούς,
ήμουν ένας αρκετά πετυχημένος επαγγελματίας πελάτης, εκείνη τη στιγμή.
Δεν ήταν κανείς από τους δυο μας επαγγελματίας. 

Παρόλο που φεύγοντας της άφησα στο κομοδίνο το ελάχιστο ποσό χρημάτων με το οποίο υπέθεσα πως θα συνήθιζε να συμφωνεί,

δεν ήταν κανείς από τους δυο μας επαγγελματίας.

Βγαίνοντας από το διαμέρισμα, κάπου μεταξύ στο πολύ νωρίς και στο πολύ αργά,
καθώς παρατηρούσα ότι έχω βάλει ανάποδα τα παπούτσια μου,
γεγονός αφενός κακόγουστο αφετέρου δυσλειτουργικό,
ακούω μια γυναικεία φωνή από τα αριστερά μου να με ρωτά αν έχω ώρα.
Ξεχνώντας στιγμιαία το θέμα που με απασχολούσε χαμηλά στα πόδια μου, τοποθετώ το βλέμμα μου στο ρολόι, κι έπειτα το ρίχνω πάνω στα μάτια της μεταδίδοντας της την πληροφορία.
Εκείνη,
λεπτή με ένα κοντό απαλά ροζ φόρεμα που άνοιγε χαμηλά σαν μια λευκή μαργαρίτα, 
με τα μαλλιά πιασμένα πίσω σφιχτά,
με κάτι περίεργα παπούτσια, που άνετα θα έλεγε κανείς πως είναι σκέτη σόλα,
και με χέρια τόσο λυγερά σαν τα κλαδάκια που έχουμε για προσάναμμα.
Τι ρώτησα κάτι που δεν θυμάμαι, απάντησε κάτι άλλο που δεν θυμάμαι επίσης

κι εξαφανίστηκε, χοροπηδώντας,
έχω την εντύπωση πως στη γλώσσα της θα είχε αυτό το περπάτημα μια πιο εξειδικευμένη ονομασία.

Όταν πια για τα καλά είχε ξημερώσει, πήρα τηλέφωνο τον κολλητό μου κι του είπα τα νέα μου.

«Γνώρισα μια μπαλαρίνα σήμερα! Και για κάποιο λόγο φορούσα ανάποδα τα παπούτσια μου…»

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Mα το κρεβάτι, μα το κρεβάτι δε το περνάει κανείς…

Posted by vnottas στο 7 Ιουλίου, 2012

Καλή είναι η καρέκλα,

 αν νοιώθεις κουρασμένος και θέλεις

να καθίσεις

Σωστή κι η πολυθρόνα

στο σαλόνι αν θες να στήσεις

συζητήσεις

Βολεύει κι η αιώρα,

του αέρα αν θέσ’  να νοιώσεις

τις δονήσεις

κι ο καναπές καλός, αν θέλεις

τηλεόραση

να δεις.

 

Μα το κρεβάτι, μα το κρεβάτι,

μα το κρεβάτι δε το περνάει κανείς

μα το  κρεβάτι, μα το  κρεβάτι, στην ευτυχία,

είναι ο πρωταθλητής!

 

Όμορφο το λιβάδι,

τον ουρανό να βλέπεις και όνειρα

να σκαρώνεις

Κι η αμμουδιά ωραία,

στης θάλασσας την άκρη άνετος

να ξαπλώνεις

Καλό το μαξιλάρι,

στα μαλακά αν θέλεις το κεφάλι

ν’ απιθώνεις

Και έρχονται στιγμές,

που στρωματσάδα θες

να κοιμηθείς.

 

Μα το κρεβάτι, μα το κρεβάτι,

μα το κρεβάτι δε το περνάει κανείς

μα το  κρεβάτι, μα το  κρεβάτι,

στην ευτυχία,

είναι ο πρωταθλητής

Il materasso, επιθεωρησιακό τραγουδάκι του Renzo Arbore από την τηλεοπτική  εκπομπή της RAI Quelli della notte 1987

La sedia è l’ideale per chi è molto stanco e vuole riposare,

è giusta la poltrona per chi vuole far salotto e chiacchierare.

E’ comoda l’amaca per restare all’aria aperta a dondolare,

fantastico è il divano per star lì sdraiati avanti alla tivù…

Ma il materasso, il materasso, il materasso è il massimo che c’è ma il materasso, il materasso, il materasso è la felicità.

Meraviglioso è il prato per guardare il cielo e mettersi a sognare,

è bella anche la spiaggia per potersi addormentare in riva al mare.

E’ ottimo il cuscino se sul morbido la testa vuoi posare,

e vengono i momenti che ti va di sprofondare sul sofà.

Ma il materasso….

…και

Κοίτα τι Φεγγάρι !!!

(Μαρίνο Μαρίνι, Παβαρότι, Καροτόνε)


Posted in Ρέντζο Άρμπορε στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Mια βόλτα στο Αλωνάκι της Ποίησης

Posted by vnottas στο 4 Ιουλίου, 2012

Έκανα,  που λέτε, μια βόλτα στο Αλωνάκι της Ποίησης και τους συνδέσμους του. Το Αλωνάκι είναι ένας τόπος ποίησης και μουσικής από εκείνες που μου αρέσουν και ο οικοδεσπότης Αλωνάρχης. ανάμεσα στα άλλα, αγαπά το Τανγκό (προπαντός το παλιό, το γνήσιο, το  Λατινοαμερικάνικο) και το ποδόσφαιρο (θρυλείται). Γυρίζοντας από την περιήγηση  σας φέρνω λίγους στίχους, λίγες νότες και μια (χιουμοριστική) εικόνα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΑΠ’ ΤΗ ΒΟΥΕΛΤΑ ΔΕ ΡΟΤΣΑ ΣΤΗ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ
Ή, ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΜΠΟΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ

Στον Δημήτρη

Βουέλτα δε Ρότσα… γέφυρα ωμών χρωμάτων
που ξαναλένε σάμπως σε νωπογραφία
νοσταλγικούς καημούς ψυχών τε και σωμάτων:
της μετανάστευσης πυκνή μυθιστορία.

Λες χύθηκε η παλέττα του μαστρο-Κινκέλα
στον ουρανό, και ουράνιο βγήκε τόξο η Μπόκα
στον Ριατσουέλο απάνω: ασάδο και κανέλα
γνέθει ξέφρενη του τάνγκο η ρόκα.

Αραβουργήματα άρρητα στο Καμινίτο
τη σάρκα και τα κόκκαλα έχουν της ουσίας·
στο Μπομπονέρα Dale Boca!… ήτοι Ζήτω
η Μπόκα Τζούνιορς! – ιαχή που και ο Μαρσύας

θα βούταγε να κουβαλήσει στον Περαία
με τους τριανταδύο μπλε-κίτρινους αστέρες.
Μελωδημάτων όνειρα ευγενή και ωραία
απ’ του ρεμπέτικου το σύρμα φτιάχνουν βέρες

με τα παιδιά να τις αλλάξουνε του Θρύλου,
μπαντονεόν να γίνει το μπαγλαμαδάκι,
να μπουν με αντιχρονισμούς πρόσφυγα σκύλου
Μουράτης με Ρατίν μες στου Καραϊσκάκη,

για νά ’ναι το λιμάνι δυό φορές λιμάνι.
Βοστέρος γαύροι συνοδιά, καρδιά και γόνα,
στο Φάληρο γλυκολαλούν, γιατί έχει κάνει
ο Στράτος του Γαρδέλ φ ω λ ι ά στη Δραπετσώνα  .

Τραγουδάει ο Κάρλος Γαρδέλ : SILENCIO

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | 1 Comment »

Γιατί έχω τη / τιμή να μη / σας ζητήσω σε γάμο

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2012

Καλή μου σε παρακαλώ,

θηλιά ας μη βάλει στο λαιμό

ο Έρωτάς μας.

Κι αν το δοκίμασαν πολλοί,

δεν ευτυχήσαν κι ας μην ’ρθει

τώρα η σειρά μας.

Για αυτό κι εγώ να μη με παντρευτείς ζητώ!

Όσοι το ζήσαν ξέρουν: δεν είν’ αρκετό!

 

Κάλιο ελεύθερα πουλιά

παρά, οι αγάπες, σε κλουβιά

να ναι κλεισμένες.

Στο διάβολο οι νοικοκυρές

που στα τηγάνια τις καρδιές

κρατούν δεμένες.

Για αυτό κι εγώ να μη με παντρευτείς ζητώ!

Όσοι το ζήσαν ξέρουν: δεν είν’ αρκετό!

Η Αφροδίτη ασθενεί,

μπερδεύεται κι αυτοκτονεί

μεσ’ τη μαρμίτα

κι αν ¨δένουμε¨ στο φαγητό

δεν θέλω εν τέλει να ρωτώ

τη μαργαρίτα…

Για αυτό κι εγώ να μη με παντρευτείς ζητώ!

Όσοι το ζήσαν ξέρουν: δεν είν’ αρκετό!

Δίχως τα μικρο-μυστικά

η μαγεία χάνεται, περνά,

μένει η ρουτίνα…

μα και του Έρωτα οι γραφές

άγευστες, μοιάζουν συνταγές

μεσ’ την κουζίνα.

Για αυτό κι εγώ να μη με παντρευτείς ζητώ!

Όσοι το ζήσαν ξέρουν: δεν είν’ αρκετό!

Μπορεί να μοιάζει εφικτό

να μετατρέψεις σε πολτό,

σε μαρμελάδα,

το Μήλο το Επιθυμητό,

μα θαναι πια  μαγειρευτό,

χωρίς αψάδα…

Για αυτό κι εγώ να μη με παντρευτείς ζητώ!

Όσοι το ζήσαν ξέρουν: δεν είν’ αρκετό!

Δεν θέλω κάποια ¨του σπιτιού¨,

πρόθυμη και δουλευταρού

να με νταντέψει,

θα ’ν’ μια νεράιδα μαγική

μια Δουλτσινέα ιδανική

που θα με θέλξει

Για αυτό κι εγώ να μη με παντρευτείς ζητώ!

Όσοι το ζήσαν ξέρουν: δεν είν’ αρκετό!

Τελικά αυτή η χαριτωμένη κωμικοτραγική ¨Μη Πρόταση¨ του Μπρασένς μου προέκυψε πιο δύσκολη στη μετάφραση/απόδοση από ό ,τι αρχικά έμοιαζε. Γι αυτό λέω να την αφήσω ανοιχτή για παραπέρα διορθώσεις. Στο μεταξύ ακούστε τον τροβαδούρο/δημιουργό, καθώς και μερικές άλλες ενδιαφέρουσες εκτελέσεις

LA NON-DEMANDE EN MARIAGE από τον Ζορζ Μπρασένς

Σε Σουίγκ από τον Μαλού

Από τους Les Perroquets

Και η ανάγνωση της (μέχρι στιγμής) απόδοσης, με υπόκρουση μια εκτέλεση σε κιθάρα από τον Christian Escoude

Georges Brassens, 1966.

LA NON-DEMANDE EN MARIAGE

Ma mie, de grâce, ne mettons
Pas sous la gorge à Cupidon
Sa propre flèche,
Tant d’amoureux l’ont essayé
Qui, de leur bonheur, ont payé
Ce sacrilège…

J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.

Laissons le champs libre à l’oiseau,
Nous seront tous les deux priso-
nniers sur parole,
Au diable, les maîtresses queux
Qui attachent les coeurs aux queues
Des casseroles!

J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.

Vénus se fait vielle souvent
Elle perd son latin devant
La lèchefrite
A aucun prix, moi je ne veux
Effeuiller dans le pot-au-feu
La marguerite.

J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.

On leur ôte bien des attraits,
En dévoilant trop les secrets
De Mélusine.
L’encre des billets doux pâlit
Vite entre les feuillets des li-
vres de cuisine.

J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.

Il peut sembler de tout repos
De mettre à l’ombre, au fond d’un pot
De confiture,
La jolie pomme défendue,
Mais elle est cuite, elle a perdu
Son goût « nature ».

J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.

De servante n’ai pas besoin,
Et du ménage et de ses soins
Je te dispense…
Qu’en éternelle fiancée,
A la dame de mes pensées
Toujours je pense…

J’ai l’honneur de
Ne pas te de/mander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Σχετικά με τις εξετάσεις του Σεπτέμβρη 2012

Posted by vnottas στο 2 Ιουλίου, 2012


Έμαθα ότι το πρόγραμμα των εξετάσεων του Σεπτέμβρη είναι έτοιμο και ότι σύμφωνα με τα όσα προβλέπει:

Το μάθημα Κοινωνική Ιστορία των ΜΜΕ θα εξετασθεί στις 6 Σεπτεμβρίου ώρα 09:00 στην αίθουσα 4α. Τα θέματα θα δώσει ο κ. Βαμβακάς.

Το μάθημα Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας θα εξεταστεί προφορικά στις 26 Σεπτεμβρίου, ώρα 09:00, αίθουσα 2. Προθεσμία παράδοσης ασκήσεων (στη θυρίδα μου ή στο θυρωρείο) Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου.

Το μάθημα Ραδιόφωνο: Γλώσσα και Κοινωνική Διάσταση θα εξεταστεί (προφορική παρουσίαση/εξέταση) στις 21 Σεπτεμβρίου, ώρα 09:00, αίθουσα 2. Προθεσμία παράδοσης εργασιών – εκπομπών (στη θυρίδα μου ή στο θυρωρείο) Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου.

Εάν υπάρχουν φοιτητές που δικαιούνται και επιθυμούν να δώσουν παλαιότερα μαθήματα, (πχ Κοινωνική Ανάλυση Αφηγήματος) θα πρέπει να έρθουν εγκαίρως σε επαφή  μαζί μου (vnottas@jour.auth.gr)

Η παρούσα ανακοίνωση θα αναρτηθεί στην πινακίδα του 4ου ορόφου, έξω από το γραφείο μου.

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »