Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Μαΐου 2016

Χιουμοριστικό τραγουδάκι: Αν ήταν λίγο χαριτωμένη (Si seulement elle était jolie)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2016

(Απελπισμένα!) χιουμοριστικό  τραγουδάκι που ο Ζωρζ Μπρασένς δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει και που κυκλοφόρησε αργότερα, όταν ο Γιώργης είχε φύγει , από τον Jean Bertola (1985), εδώ σε μια ερασιτεχνική προσπάθεια ελεύθερης απόδοσης στα ελληνικά. Σας θυμίζω και το παραπλήσιο ¨Μισογυνισμού εξαιρουμένου¨ που σας είχα, εξ ίσου ερασιτεχνικά, μεταφράσει/αποδώσει παλιότερα (εδώ).

i-antzelina-tzoli-ensarkonei-tin-pio-diasimi-magissa

To κείμενο στα γαλλικά

Si seulement elle était jolie

Si seulement elle était jolie
Je dirais: «tout n’est pas perdu.
Elle est folle, c’est entendu,
Mais quelle beauté accomplie!»
Hélas elle est plus laide bientôt
Que les sept péchés capitaux
Que les sept péchés capitaux

*

Si seulement elle avait des formes,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est moche c’est entendu,
Mais c’est Venus copie conforme.»
Malheureusement, c’est désolant,
C’est le vrai squelette ambulant
C’est le vrai squelette ambulant.

*

Si seulement elle était gentille,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est plate c’est entendu,
mais c’est la meilleure des filles.»
Malheureusement c’est un chameau,
Un succube, tranchons le mot
Un succube, tranchons le mot.

*

Si elle était intelligente,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est vache, c’est entendu,

Mais c’est une femme savante.»
Malheureusement elle est très bête
Et tout à fait analphabète
Et tout à fait analphabète.

*

Si seulement l’était cuisinière,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est sotte, c’est entendu,
Mais quelle artiste culinaire!»
Malheureusement sa chère m’a
Pour toujours gâté l’estomac
Pour toujours gâté l’estomac.

*

Si seulement elle était fidèle,
Je dirais :»tout n’est pas perdu,
Elle m’empoisonne, c’est entendu,
Mais c’est une épouse modèle.»
Malheureusement elle est, papa,
Folle d’un cul qu’elle n’a pas!
Folle d’un cul qu’elle n’a pas!

*

Si seulement l’était moribonde,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle me trompe c’est entendu,
Mais elle va quitter le monde.»
Malheureusement jamais elle tousse:
Elle nous enterrera tous
Elle nous enterrera tous.

images (2)

Αν ήταν λίγο χαριτωμένη

magisa-650x250

Ας ήτανε χαριτωμένη

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας φέρνει κάπως σε γαρίδα

κι ας είναι πάντα γουρλωμένη.

Μα, ωιμέ, αυτό που φέρνει σοκ

είναι που μοιάζει με μπουλντόγκ

είναι που μοιάζει με μπουλντόγκ.

μπουλντόγκ2

                   Αν είχε και καμιά  καμπύλη                     

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα,

μπορεί να φέρνει σε πανίδα,

μα ‘χει για ¨πιάσιμο¨ την ύλη.

Μα, αλί, η εν λόγω δεσποινίδα

είναι σαν στέκα, σαν σανίδα

είναι σαν στέκα, σαν σανίδα!

άσχημη-πα-αιά-μάγισσα-κινούμενων-σχε-ίων-με-τη-σκεπτόμενη-φυσα-ί-α-52881602

Ας ήταν μόνο ευγενική

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας φέρνει σ’ οδοντογλυφίδα,

είναι τουλάχιστον σωστή.

Μα , ωιμέ, σε φτύνει σα γκαμήλα,

έχει μια μόνιμη ξινίλα

κι έχει το τακτ ενός γορίλα!

paper.2

Μόνο να ήταν έξυπνη

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα,

ας σου θυμίζει τον Αττίλα,

είναι τουλάχιστον σοφή.

Μα, ωιμέ, από γράμματα μηδέν

και από πνεύμα γκαζοζέν

και από πνεύμα γκαζοζέν!

20060924_223207_Atilla

Ας ήξερε να μαγειρεύει

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας είναι ξύπνια σαν οβίδα,

στην κατσαρόλα σε μαγεύει.

Μα, ωιμέ, με λίπη και με πάχη

μου καταστρέφει το στομάχι

μου ‘χει διαλύσει το στομάχι!

images (3)

Να ‘ταν τουλάχιστον πιστή

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα,

ας με φλομώνει στη θερμίδα

δεν είναι καμιά κουνιστή.

Μα αλίμονο: σ’ όποιον αντέχει

κουνάει τον κώλο που δεν έχει

κουνάει τον κώλο που δεν έχει!

αρχείο λήψης

Στον τάφο αν είχε το να πόδι,

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα

κι ας μ’ απατάει σαν βακχίδα

με κάθε Πάνα τραγοπόδη

Ωιμέ, μα όλους του διαβόλους,

αυτή θε να μας θάψει όλους

αυτή θε να μας θάψει όλους!

54-cebf-ceb3ceb9ceb1cf84cf81cf8ccf82-cf84ceb7cf82-cf80ceb1cebdcf8ecebbceb7cf82-cf87ceb1cf81ceb1cebacf84ceb9cebacf8c-cf84cebfcf85-cf80

*

Με τον Bertola

Μία ανάγνωση

Κι επειδή οι αρσενικές κακίες υποκρύπτουν συνήθως αγάπη ή ζήλεια, ιδού και ένα ελληνικό (παλιότερο) τραγουδάκι του Γιώργου Οικονομίδη: ¨Ζήλεια¨ ( Οικονομίδης Γ. , Ανύσιος Μ. 1946 – εισβολή του σουίνγκ στην Ευρώπη)

Ο Οικονομίδης 

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας…

Posted by vnottas στο 22 Μαΐου, 2016

images

Για τα πολιτικά, σώνει και καλά, αν μουρμουράτε

αν και, πώς να το πω, την όρεξη μου  χαλάτε…

αντε, μιλήστε και γι αυτά, δεν βγάζω το κουμπούρι.

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

ΚΑΤΩ! της μούσας του έρωτα κάθε κομπογιαννίτης

κι όσοι  τον κώλο γλύφουνε της Θείας Αφροδίτης

και κάτι αρτίστες που κολλάν σαν να τανε τσιμπούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Ήμουν ως χτες ειρηνιστής σε όλη τη ζωή μου.

Δεν ήμουν διόλου τσαμπουκάς, μα  έτυχε η δική μου

ναναι καργιόλα ολίγον τι και όχι κελεπούρι.

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

stoli_71024-600x600Ήτανε λέει ορφανό και κόκκινα φορούσε,

είπε θα πάει στη γιαγιά,  που μοναχή της ζούσε,

με τόση δα κοντή ποδιά, στο στόμα γλειφιτζούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Περίμενα τη νύχτα κι όλη την άλλη μέρα,

περίμενα ένα χρόνο και ακόμη παραπέρα,

κανένα λύκο αντάμωσε, μου φαίνεται, λιγούρη…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

B 36489

Αυτό το μούτρο, ο Έρωτας, τρελαίνεται για πλάκες

τα βέλη φαρμακώνει ευθύς και ψάχνει να βρει βλάκες

κι είναι φαρμάκι ζόρικο, δεν ειναι κανναβούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Κι όπως συμβαίνει που και που κάτω απ’  τα πέταλά της

η μαργαρίτα έχει σκορπιούς κι αράχνες της απάτης·

λάγνα οχιά απαίσια και ατίθασο μαμούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Ο έβδομος ο ουρανός στην κεφαλή μου αν πέσει 

και η απελπισία μου στον τάφο αν θα βρει θέση  

Ένα μονάχα θα σας πω πριν  το αιώνιο χουζούρι:

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

***

0

Εδώ από τον Μπρασένς

Εδώ στα Ρωσικά

…και μία ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας έφτιαξα…

Sauf le respect que je vous dois 

Si vous y tenez tant parlez-moi des affaires publiques 
Encor que ce sujet me rende un peu mélancolique 
Parlez-m’en toujours je n’vous en tiendrai pas rigueur 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Fi des chantres bêlant qui taquine la muse érotique 
Des poètes galants qui lèchent le cul d’Aphrodite 
Des auteurs courtois qui vont en se frappant le c?ur 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Naguère mes idées reposaient sur la non-violence 
Mon agressivité je l’avait réduite au silence 
Mais tout tourne court ma compagne était une gueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Ancienne enfant trouvée n’ayant connu père ni mère 
Coiffée d’un chap’ron rouge ell’ s’en fut ironie amère 
Porter soi-disant une galette à son aïeule 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Je l’attendis un soir je l’attendis jusqu’à l’aurore 
Je l’attendis un an pour peu je l’attendrais encore 
Un loup de rencontre aura séduite cette fugueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Cupidon ce salaud geste qui chez lui n’est pas rare 
Avait trempé sa flèche dans le curare 
Le philtre magique avait tout du bouillon d’onze heures 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Ainsi qu’il est fréquent sous la blancheur de ses pétales 
La marguerite cachait une tarentule un crotale 
Une vraie vipère à la fois lubrique et visqueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Que le septième ciel sur ma pauvre tête retombe 
Lorsque le désespoir m’aura mis au bord de la tombe 
Cet ultime discours s’exhalera de mon linceul 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois

redridinghood2-ipop.gr_-600x600

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι (από το ιστολόγιο ενός φοιτητή δημοσιογραφίας του ΑΠΘ)

Posted by vnottas στο 21 Μαΐου, 2016

Αυτές τις μέρες το Ιστολογοφόρο κλείνει εννέα χρόνια αρμένισμα στον διαδικτυακό ωκεανό. Όταν απέπλευσε, τον Μάη του 2007, φιλοδοξούσε ανάμεσα στα άλλα να χρησιμέψει ως βοηθητικό διδακτικό εργαλείο, μια που ο συντάκτης του δίδασκε τότε κοινωνιολογικά-επικοινωνιακά μαθήματα στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου. (Πράγματι οι φοιτητές μου προτιμούσαν ήδη να ενημερώνονται από το διαδίκτυο παρά από τον πίνακα ανακοινώσεων). Αυτή η χρήση κράτησε ως τον Αύγουστο του 2013, όταν ο υποφαινόμενος (ελπίζω όχι ως ένας από τους τελευταίους Μοϊκανούς) βγήκε στη σύνταξη.

Αυτές τις μέρες αναρωτιόμουνα αν θα έπρεπε να αναρτήσω κάποιο είδος επετειακού κειμένου ¨επί τη ευκαιρία¨. Τελικά αντί για ¨απολογητικό¨ ή ¨απολογιστικό¨ κείμενο, προτιμώ να αναδημοσιεύσω μια ενδιαφέρουσα ανάρτηση από το ιστολόγιο ενός σημερινού φοιτητή του τμήματος (το πρωτότυπο εδώ)

[Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά (οι φοιτητές μου) μου λείπουν]

Σημείωση: Αμέσως μετά σας έχω σχεδόν έτοιμη και την μετάφραση-απόδοση του τεσσαρακοστού  Μπρασένς με τίτλο ¨Με όλο τον σεβασμό μου για σας¨

DCIM101GOPROGOPR1964. Processed with VSCO with b4 preset

Capturing the Wide World

Η σχολή μου, δηλαδή η σχολή δημοσιογραφίας στο ΑΠΘ, έχει ένα ευρύ πρόγραμμα σπουδών. Είναι μάλλον μία σχολή εφ’ όλης της ύλης, όπως θα είναι και το επαγγελματικό μέλλον των φοιτητών της. Δεν ξέρω πώς ακριβώς διδάσκεις σε κάποιον το δημοσιογραφικό επάγγελμα και αν ρωτήσετε τους κακεντρεχείς, ούτε οι καθηγητές μου.

Στη σχολή μου δεν υπάρχουν μαθήματα Ρουφιανιά I και Ρουφιανιά II, όπως νομίζουν οι περισσότεροι. Δεν είναι κρυφό επίσης πως η πλειοψηφία έχει συνδέσει το δημοσιογραφικό επάγγελμα με ρυπαρά, διεφθαρμένα ποντίκια που θυσιάζουν όλα τους τα πιστεύω για μια καρέκλα και έναν παχουλό μισθό.

Αναρωτιέμαι δύο πράγματα. Το πρώτο είναι πόσοι απόφοιτοι της σχολής μου θα ασχοληθούν με το δημοσιογραφικό επάγγελμα και η απάντηση είναι «ελάχιστοι». Το δεύτερο είναι πόσοι από αυτούς θα είναι διεφθαρμένοι και πόσο, και η απάντηση είναι «δεν έχω την παραμικρή ιδέα».

Μου φαίνεται ενδιαφέρον που έχω δίπλα μου στο αμφιθέατρο τον εν δυνάμει Ευαγγελάτο. Τι μπορείς να πεις σε έναν ανερχόμενο Ευαγγελάτο; Μπορείς να τον δέσεις σε μια καρέκλα και να τον βασανίσεις μέχρι να παραδεχτεί ότι είναι ο πατέρας του Σαντικάι. Μπορείς επίσης να του δώσεις 18 παράσημα ανδρείας για τα 18 χρόνια που είναι σε σχέση με την Τατιάνα Στεφανίδου. Αλλά εκτός αυτού; Τι;

Προσφάτως σε ένα μάθημά μου ήρθε ένας από τους μάγειρες του Estrella (ένα εστιατόριο στη Θεσσαλονίκη), ο Δημήτρης Κοπαράνης. Ο Δημήτρης εκτός από μάγειρας είναι και συμφοιτητής μου, οπότε το ότι ήρθε στο μάθημα δεν είναι «επίτευγμα» αλλά «δείγμα καλού φοιτητή». Ο Δημήτρης λοιπόν ετοίμασε ένα easy-to-make προφιτερόλ. Παρόλο που οι πιθανότητες ήταν εναντίον του, κατάφερε να το ετοιμάσει μέσα σε μία αίθουσα με 27 κινητά να μαγνητοσκοπούν κάθε του κίνηση.

Το θέμα του μαθήματος ήταν η live κάλυψη αυτού του event από τους φοιτητές μέσω των social media. Φωτογραφίες, βίντεο, «αχ Δημήτρη ξαναχτύπα λίγο την κρέμα γιατί δε βγήκε καλή η φωτό» και άλλα τέτοια στιγμιότυπα από το backstage κάθε καλού ρεπορτάζ. Ο Δημήτρης μου είχε δώσει δύο κουτιά με κρέμα σαντιγί και τα κατέβασα στη γραμματεία, όπου έχει ψυγείο.

DCIM101GOPROGOPR1969. Processed with VSCO with f2 preset

Κατεβαίνοντας λοιπόν αντίκρυσα στον τοίχο του πρώτου ορόφου, δίπλα ακριβώς από την γραμματεία, το σύνθημα «Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης», την ίδια στιγμή που 3 ορόφους πάνω μία νέα φουρνιά –ενδεχόμενων- δημοσιογράφων ήταν κατά κάποιον τρόπο «επί τω έργω» σε αυτήν την μάλλον απλοϊκή άσκηση. Μία άσκηση που δε σηκώνει παρερμηνεία, πίσω από την οποία δεν κρύβεται κανένα απολύτως συμφέρον και για την οποία δεν θα νοιαστεί απολύτως κανένας.

Με προβλημάτισε λοιπόν το ότι αυτό ίσως είναι το μέλλον. Ίσως κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το τρυπάκι του να δουλεύει τον κόσμο για παραπάνω λεφτά το μήνα. Με τρομάζει ακόμα περισσότερο το ότι αρκετοί «επαγγελματίες» δεν βλέπουν το κακό στο να φουσκώνουν λίγο τα νέα και το θεωρούν άκακο. Η άγνοια είναι άλλωστε απείρως χειρότερη της ραδιουργίας.

Δεν είχα και πολύ χρόνο να το σκεφτώ, οπότε έβαλα τη σαντιγί στο ψυγείο και ανέβηκα στον τέταρτο. Κανένας από τους συμφοιτητές μου δεν μου κάνει για μέλλον λαμόγιο. Κανένας δε θέλω να πιστεύω πως θα κοροϊδεύει την κοινή γνώμη για κάποια ευρώ τον μήνα. Στη φαρέτρα μου έχω μόνο αυτήν την ελπίδα αλλά μου αρκεί. Άλλωστε, για την νέα φουρνιά, δεν ξέρω αν είμαστε αλήτες και ρουφιάνοι: το μόνο σίγουρο είναι πως δεν είμαστε -ακόμη- δημοσιογράφοι.

Δυστυχώς, ένας αρκεί για να χαλάσει την πιάτσα. Αν υπάρχουν χίλιοι πάγκοι που πουλούν δυσάρεστες αλήθειες, θα σχηματιστεί ουρά στον έναν πάγκο που πουλά παρηγορητικά ψέματα. images (1)

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο Όγδοο: Η μύηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Μαΐου, 2016

 

οο

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο όγδοο. Ο Οινοκράτης και η μυητική τελετή

Εάν ο Οινοκράτης δεν είχε δει τον τελευταίο καιρό όνειρα, όνειρα από εκείνα που εξελίσσονται κάπου ανάμεσα σ’ ένα ασαφές υπερβατικό σκηνικό και σε μια θολή γήινη πραγματικότητα, ίσως δεν θα είχε μέτρο σύγκρισης προκειμένου να περιγράψει την εμπειρία της ημέρας εκείνης. Ωστόσο, καταλήγει ότι αυτήν την αίσθηση, την κάπως περίεργη, την κάπως ανησυχητική, την με κάποια έξαρση, την με κάποιο κατακάθι,  την είχε ¨εν τινι μέτρω¨ ξανααισθανθεί μόνον σε αυτά τα αλλόκοτα όνειρα που   τον κατακλύζουν τελευταία.

Είχαν έρθει να τον πάρουν δύο εντυπωσιακοί παιδαράδες οπλίτες, ντυμένοι με την καλή τους στολή, που είναι και οι τελευταίοι των οποίων είδε τα πρόσωπα εκείνη τη μέρα.  Αυτοί, χωρίς περιττά λόγια, -για να είμαστε πιο ακριβείς, χωρίς να βγάλουν μιλιά –  περιορίστηκαν στο να του δέσουν τα μάτια με ένα μαλακό μαύρο ύφασμα και, μετά, να τον επιβιβάσουν σε μια κλειστή άμαξα.

Καλπασμός, τίκι τάκα πάνω στο λιθόστρωτο των δρόμων των Σούσων και μετά σούρσιμο πάνω σε χωματόδρομους ποιος ξέρει που.

Χλιμίντρισμα, σταμάτημα κάπου, ή κάπου αλλού!

Κάποιος να τον τραβάει για να κατεβεί απ’ την άμαξα.

Κάποιος να του δίνει την άκρη ενός μπαστουνιού. Κάποιος, που κρατάει την άλλη άκρη, να τον τραβάει προς τα κάπου.

Περπάτημα. Στροφές. Μυρωδιά υγρασίας, ίσως μούχλας.

Σκαλοπάτια ανηφορικά. Σκαλοπάτια κατηφορικά, γλιστερά.

Αντήχηση. Για να φτιάχνει τέτοια αντήχηση, ο χώρος πρέπει να είναι κλειστός και ψηλοτάβανος, ίσως θολωτός.

Τον στήνουν όρθιο σε κάποιο σημείο. Μυρωδιές μυστηριώδεις, απροσδιόριστης προέλευσης, που αιωρούνται…

Τώρα επικρατεί απόλυτη σιγή!

ο

Έξαφνα, μια συγχρονισμένη χορωδιακή βοή αρχίζει υπόκωφα και ανελίσσεται αστραπιαία σε οξύτατη ιαχή.

Ο Οινοκράτης τρομάζει, όπως θα τρόμαζε οποιοσδήποτε που θα του έκαναν ξαφνικά και απροειδοποίητα ¨μπαμ¨ πίσω από τ’ αφτί∙ για να τα λέμε όλα: ίσως και λίγο περισσότερο.

Η ιαχή καταλαγιάζει και μετατρέπεται σε μια σχεδόν ψιθυριστή μουρμούρα. Ο Οινοκράτης ηρεμεί και προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς λένε. Δεν τα καταφέρνει.

Παύση. Δονούμενη ανησυχητική σιγή.

Κάποιος του βάζει ένα κουτάλι ανάμεσα στα δόντια. Κατάποση εκ των πραγμάτων στραβή. Γεύση γλυκόπικρη!

Παύει να είναι ακριβώς ξύπνιος ή ακριβώς εν υπνώσει, αλλά αρχίζει να καταλαβαίνει για ποιο πράγμα μιλάει το μουρμουρητό που ξαναρχίζει.

Πρόκειται για μια θεϊκή ιστορία!

Άγνωστη;

Όχι. Γνωστή!

Prometheus-Hercules

Ζωντανεύει ο ¨μύθος¨ του τιτάνα Προμηθέα, εκείνου που ¨πρώτα σκέφτεται¨. Του γιού του Ιαπετού και της Θέμιδας, της μητέρας προστάτιδας της ανθρώπινης τάξης και των θεσμών.

Του Προμηθέα που μεγαλώνει αλλιώτικος από τους άλλους τιτάνες και αλλιώτικος κι από τους Ολύμπιους.

Του Προμηθέα που αγαπάει τους θνητούς σε βαθμό που να αποπειραθεί, για χάρη τους, να ξεγελάσει τους θεούς.

Του Προμηθέα που μπάζει τους θνητούς στο θεϊκό παιχνίδι, χαρίζοντάς τους καινούργια μυστήρια όπλα!

Του Προμηθέα που δρα κρυφά για το κοινό ανθρώπινο καλό.

Του Προμηθέα που δρα κρυφά, αλλά χαρίζει τη Γνώση!

Του Προμηθέα που παρακούει, αλλά ¨προμηθεύει¨ την φωτιά της κατασκευής και της κάθαρσης!

Του Προμηθέα που θα διωχθεί, θα βασανιστεί!

Του Προμηθέα που θα δικαιωθεί τελικά χάρη στην παρέμβαση του ημίθεου προγόνου: του μαχητή Ηρακλή!

Μία φωνή, μόνη, αναρωτιέται:

«Είναι ένοχος για όλα αυτά ο Προμηθέας;»

«Όχι», απαντούν εν χορώ πολλές φωνές. «Είναι αθώος!»

«Είναι αθώος», ψελλίζει και ο Οινοκράτης, πεισμένος μεν, αλλά με βαριά βλέφαρα.

Πρέπει κάπου να υπάρχει ένα κύμβαλο με ήχο βαθύ. Ηχεί και η αφήγηση ολοκληρώνεται.

Κάποιος πλησιάζει και αφαιρεί τον μαύρο επίδεσμο από τα μάτια του Οινοκράτη.

Η ορατότητα δεν βελτιώνεται. Η αίθουσα είναι μαύρη. Η οροφή δεν διακρίνεται, ούτε οι περιμετρικοί τοίχοι. Οι παρόντες είναι τυλιγμένοι στο ανεπαρκές ημίφως λίγων και ασθενικών επικρεμάμενων καντηλιών και σε μελανές τηβέννους. Και φορούν μάσκες που μοιάζουν με εκείνες των ηθοποιών στις τραγωδίες.

greek11

Ένας απ’ αυτούς κάνει δυο βήματα μπροστά και ρωτάει υψηλόφωνα.

«Εσύ ποιος είσαι;»

Ο Οινοκράτης δεν είναι σε θέση να απαντήσει και κατά συνέπεια δεν απαντά. Βρίσκεται ακόμη στον Καύκασο και παρακολουθεί με δέος την απελευθέρωση του Προμηθέα από τον Ηρακλή τον ροπαλοφόρο, κάτω από τις επευφημίες των θνητών που έτυχε να είναι ζωντανοί εκείνη την ηρωική-θεϊκή περίοδο.

Ένας καταρράκτης από ψυχρό νερό που προέρχεται από κάπου ψηλά, τον κατάμουσκεύει και τον επαναφέρει στην (αλλοιωμένη) πραγματικότητα.

«Εσύ ποιος είσαι;», επαναλαμβάνει η Φωνή.

«Ο Οινοκράτης», λέει ο Οινοκράτης με επιφύλαξη.

«Και τι θέλεις;» επιμένει η Φωνή.

«Να υπηρετήσω», απαντά ο Σικελός που για αυτή την ερώτηση είναι κατάλληλα δασκαλεμένος.

«Στο όνομα ποίου;» ρωτάει μια άλλη φωνή.

«Του προστάτη της Γνώσης. Του Προμηθέα».

«Για ποιον;»

«Για την πατρίδα, τον βασιλέα,  την εκστρατεία».

«Και ποίος ο ανάδοχος;» ακούγεται μια ακόμη φωνή.

Ευτυχώς σε αυτή την ερώτηση απαντούν από μόνοι τους και από κοινού οι υπόλοιποι, γιατί ο Οινοκράτης νόμιζε ότι ανάδοχος ήταν ο αφέντης του.

«Ο φέρων το Κάλλος του Σθένους!» χορ-ωδούν οι φωνές έμπλεες σεβασμού.

οοο

Του έγιναν κι άλλες ερωτήσεις, περισσότερο για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του τελετουργικού, παρά για να μάθουν κάτι καινούργιο οι μασκοφόροι, γιατί ο Οινοκράτης είχε ήδη καταθέσει γραπτά τις βασικές απαντήσεις στα πιο εύλογα ερωτήματα των υπηρεσιών, ακολουθώντας τις συμβουλές που του είχε δώσει ο Εύελπις πριν φύγει.

Όταν οι ερωτήσεις τελείωσαν, του ζητούν να μπει μέσα σε μια ξύλινη κάσα που βρίσκεται  ακουμπισμένη εκεί κοντά, αν και δε την είχε παρατηρήσει πρωτύτερα. Μπαίνει και ξαπλώνει μέσα της, ενώ οι μασκοφόροι αποχωρούν ένας ένας, προφανώς για να πάνε να συσκεφτούν και να βγάλουν την τελική ετυμηγορία.

Κάποιος, πριν φύγει, καρφώνει το καπάκι του κιβώτιου που εγκυμονεί πλέον Οινοκράτη σε κατάσταση ημιεγρήγορσης. Ευτυχώς οι σανίδες του κουτιού έχουν μεταξύ τους κενά απ’ όπου ο υγρός αέρας της αίθουσας μπορεί να φτάσει ως τα ρουθούνια του -συμβολικά νεκρού- μουσκεμένου επίδοξου κρατικού λειτουργού

ξξ

Στη κοιλιά της κάσας το υποψήφιο μέλος των υπηρεσιών περιμένει… Ώρες, που του φαίνονται ατέλειωτες. Φτερνίζεται. ¨Πάλι καλά που μου κάνουν τη συντομευμένη διαδικασία… Πού και να μου κάνανε την ΄αναλυτική΄¨, σκέφτεται (καθώς σιγά σιγά ανακτά την γνωστή του θυμοσοφία)  και παρηγοριέται.

 

Κάποτε ακούγονται και πάλι ήχοι προσέλευσης. Ένας ξεκαρφωτής ανοίγει την κάσα, ενώ οι λοιποί μασκοφόροι επιδίδονται σε άσματα μάλλον πανηγυρικού χαρακτήρα.

Ο Οινοκράτης βγαίνει με δυσκολία από το κιβώτιο και προσπαθεί να ξεαγκυλωθεί και να στηθεί όρθιος. Ίσως και να τα κατάφερνε, εάν δεν τον πλησίαζε ένας, με τραγική έκφραση (στη μάσκα) και δεν τού έλεγε με εγκάρδια ιλαρότητα: «Συγχαρητήρια νέε! Τα κατάφερες!», ενώ παράλληλα του καταφέρει ισχυρή κατραπακιά οικειότητας στην πλάτη. Ο Οινοκράτης παραπαίει.

«Είσαι πλέον εις εξ ημών», τον διαβεβαιώνει ένας άλλος, με μια κατραπακιά που, προερχόμενη από την άλλη του πλευρά, τον βοηθάει να ξαναβρεί μια στοιχειώδη ισορροπία, πριν πλακώσουν ενθουσιασμένοι και οι υπόλοιποι.

Τελικά του ξαναδένουν τα μάτια και του δίνουν πάλι το μπαστούνι.

Όχι πολύ αργότερα από ¨σε λίγο¨ θα βρεθεί και πάλι μπροστά στην πόρτα της οικίας  που έχει παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Εύελπι και τον πιστό του (τέως υπηρέτη, νυν συνεργάτη και, κυρίως – πλέον- μέλος των αφανών υπηρεσιών) Οινοκράτη  (τον πρώτο, μεταξύ άλλων, στη σύνθεση ευεργετικών αφεψημάτων).

αρχείο λήψης

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Άνοιξιάτικο ΙΙ

Posted by vnottas στο 17 Μαΐου, 2016

DSCN0918

Άνοιξη, Άνοιξη,

της ζωής και των ε-

ρωτευμένων γιορτή

Άνοιξη, Άνοιξη,

κι οι καρδιές παίρνουν χρώμα

απ’ άσπρο κρασί

Άνοιξη πλουμιστή,  

για έναν όρκο  ή μία

ματιά τρυφερή

θα γελάνε οι νιες

και παντού θα σκορπάνε

φιλιά κι αγκαλιές

.

Κι όταν οι νύμφες

θα μοιράζουν φιλιά

σαν αγκινάρα

θ’ ανοίγει κάθε καρδιά

Κι όταν τα αγόρια

σα σπίρτα θα παίρνουν φωτιά

      να που οι ελπίδες      

        θα ζωντανέψουν ξανά      

*

Άνοιξη Άνοιξη

λουλουδιών, εραστών,

ποιητών, άφιξη

Άνοιξη Άνοιξη

της καρδιάς, της χαράς,

της γητειάς έκρηξη

Άνοιξη λιμπιστή,  

για έναν όρκο ή μία

ματιά τρυφερή

θα μεταμορφωθεί

 όλη η Πόλη σε μία

 μεγάλη γιορτή

.

Κοίτα την  Πόλη

μοιάζει  λιβάδι χλωρό

μ’  ένα αγάπης κοπάδι

κι αλλοπαρμένο βοσκό

Κοίτα την Πόλη

μοιάζει χωριό σε χαρά,

που στον ήλιο γιορτάζει

του έρωτα τη σπορά

*

Ανοιξιά- τικη  αυγή

κι η καρδιά στης χαράς

τα περβόλια θα βγεί,

μ’ ανοιξιά- τικη ορμή

      της   αγάπης το άσπρο         

 κρασί  να γευτεί

  Άνοιξη πλουμιστή,  

για έναν όρκο ή μία

ματιά τρυφερή

θα μετάμορφωθεί

σε  Ελπίδας γιορτή,  

με τη μια, όλη η Γη

.

Δες αυτό το θαύμα

ειν’  το μοναδικό

π’ ακόμη κάποιος προσφέρει

χωρίς παρακαλετό

Δες αυτό το θαύμα

θαύμα εαρινό

ζησ’ το όσο κρατάει

για φέτος θα  ‘ν το στερνό

*

Άνοιξη Άνοιξη

τη ζωή ξαναβάφουμε ΄

μ’ άσπρο κρασί

Άνοιξη, Άνοιξη

των θεών και των ε-

ρωτευμένων, γιορτή…

Άνοιξη, Άνοιξη, Άνοιξη…

Ζακ Μπρελ  Au printemps

κι

*

Ανάγνωση

*

17 του Μάη. Είναι ακόμη (για λίγο) Άνοιξη και έτυχε να πέσω πάνω στο (ομώνυμο) τραγούδι του Ζακ Μπρελ (Au printemps) και είπα να κάνω μια ακόμη απόπειρα (από τις γνωστές: απόδοση στα ελληνικά κατά το δυνατό τραγουδίσιμη).

Βέβαια ¨printemps¨ είναι μια λέξη δισύλλαβη και τονίζεται στη λήγουσα, ενώ η ωραία Άνοιξη, ως γνωστόν, όχι μόνον πλειοδοτεί σε συλλαβές αλλά και προτιμά να οξύνει την προπαραλήγουσα. Έτσι η απόπειρα ήταν ευθύς εξ αρχής κάπως ζόρικη. Ευτυχώς οι τραγουδιστικές (μελοποιημένες) εκδοχές δεν αποστρέφονται εντελώς τις τονικές διαστροφές και ανακαινίσεις και έτσι δεν  ¨ανασχέθηκα¨ παρά για πολύ λίγο. Παραπάνω, το προϊόν της μη ανάσχεσης στα ελληνικά, παρακάτω το original, στη γαλλική.

Σημείωση  1. Όταν στο γνήσιο κείμενο υπάρχουν επαναλαμβανόμενες στροφές, ο αποδίδων έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές και ο τραγουδών-ούσα μπορεί να διαλέξει (απορρίψει) κατά βούληση.

Σημείωση 2. Σχετικά με στίχους για την Άνοιξη, σας θυμίζω και το παλιότερο ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου (εδώ)

DSCN0926

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant

Toutes les filles
Vous donneront leurs baisers
Puis tous leurs espoirs
Vois tous ces coeurs
Comme des artichauts
Qui s’effeuillent en battant
Pour s’offrir aux badauds
Vois tous ces coeurs
Comme de gentils mégots
Qui s’enflamment en riant
Pour les filles du métro
*
Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant

Tout Paris
Se changera en baisers
Parfois même en grand soir
Vois tout Paris
Se change en pâturage
Pour troupeaux d’amoureux
Aux bergères peu sages

Vois tout Paris
Joue la fête au village
Pour bénir au soleil
Ces nouveaux mariages

*

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant
Toute la Terre
Se changera en baisers
Qui parleront d’espoir
Vois ce miracle
Car c’est bien le dernier
Qui s’offre encore à nous
Sans avoir à l’appeler
Vois ce miracle
Qui devait arriver
C’est la première chance
La seule de l’année

*

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps

Au printemps
Au printemps
DSCN0927

 

 

Posted in Μπρελ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μελαγχολικό φεγγάρι

Posted by vnottas στο 15 Μαΐου, 2016

13-fascinantes-curiosidades-sobre-la-Luna-llena-que-debes-conocer-ya-mismo

Μικρό διάλειμμα αφιερωμένο σ’ ένα παλιό τραγουδάκι (γραμμένο από τους Richard Rodgers και Lorenz Hart, Ν.Υ., 1934).

Οι στίχοι του λίγοι, απλοί και η μελωδία του από εκείνες που δεν ξεχνιούνται.

Τη δεκαετία του εξήντα, ανανεωμένο από τους The Marcels, δεν έλειπε σχεδόν από κανένα αθηναϊκό εφηβικό πάρτι (στα σπίτια με τα μωσαϊκά δεν είχε μόνο λαϊκά…)

490e77d6239e7fc7b2267d2a3dd2d810

Blue moon

Blue moon you saw me standing alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own
*

Blue moon, you knew just what I was there for
You heard me saying a prayer for
Someone I really could care for
*

And then there suddenly appeared before me
The only one my arms will ever hold
I heard somebody whisper «Please adore me»
And when I looked, the moon had turned to gold!

*
Blue moon!
Now I’m no longer alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own

***

Με τον Nat King Cole

nat-king-cole-wallpaper_158187-1280x800

*

Με τους  The Marcels

61abZNRg+TL

*

Πρώτη εκτέλεση το 1936 από τον Al Bowlly

images (6)

***

Μελαγχολικό φεγγάρι (προσαρμογή στα ελληνικά)

 Ξανά

 στους άδειους δρόμους γυρνώ

μ’ ένα φεγγάρι χλωμό

παρέα στον ουρανό

*

Ξανά

μονάχος μου περπατώ

κι  απ’ το φεγγάρι ζητώ

στη μοναξιά γιατρικό

*

και τότε ξάφνου προβάλλει μπροστά μου

             η οπτασία που χρόνια ποθώ               

μου ψιθυρίζει πως θα μείνει κοντά μου

και το φεγγάρι γυρνά πάλι χρυσό

*

Ποτέ

δε θα ‘μαι πια μονάχος

με τα όνειρά μου θαμπά

και την καρδιά δίχως φως

***

Ανάγνωση

Alla-luna

Posted in ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο έβδομο:Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έβδομο. Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

4792.480

Ο Εύελπις γνωρίζει τον διαβόητο Άρπαλο, αλλά όχι από κοντά. Έχει δει πολλές φορές παλιότερα το χαρακτηριστικό του σουλούπι ανάμεσα σε εκείνους που περιβάλλουν τον μακεδόνα βασιλιά όταν αυτός επιθεωρεί το στράτευμα ή όταν μιλάει στις ευρείες συσκέψεις των συμμάχων. Αλλά, μα τον Δία τον Χειραγωγό, δεν περίμενε να τον γνωρίσει προσωπικά κάτω από τέτοιες παράδοξες συνθήκες και, ακόμη περισσότερο, δεν περίμενε να δεχτεί απ’ αυτόν βοήθεια σε μια κρίσιμη συγκυρία.

Ο Άρπαλος πάλι, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον Εύελπι μόνον από το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του πολεμιστή που βλέπει μπροστά του. Αλλά μόλις ακούει το όνομά του, συνειδητοποίει ότι βρίσκεται απέναντί σ’ έναν από τους πιστούς του επικίνδυνου ραδιούργου, αλλά και φανατικού στις απόψεις του, Καλλισθένη. 

¨Ο Δίας ο Παιγνιώδης έριξε τους κύβους κι έφερε δυάρες¨ λέει μέσα του. ¨Να δεις που την παρτίδα θα την κερδίσει πάλι η τυφλή ανορθολογική Ειμαρμένη.  ¨Όμως¨, σκέφτεται αυτάρεσκα καθώς απλώνει το χέρι για να σφίξει -εγκάρδια θα έλεγε κανείς- εκείνο του Μεγαρέα, ¨τώρα στο παιχνίδι μπαίνει και ο Άρπαλος ο Απρόβλεπτος¨.

όπλα

 Οι ένοικοι της αγροικίας πάνω στο λόφο, (καμιά δεκαριά άτομα: ένας χωρικός, το άμεσο σόι του και μερικοί οικόσιτοι δούλοι), ήταν εκείνη την ημέρα τυχεροί μέσα στην ατυχία τους. Οι ένοπλοι που είχαν καταλάβει το αγροτόσπιτο το πρωί, δεν τους ήθελαν στα πόδια τους και τους είχαν κλειδώσει στο κελάρι, δεμένους χειροπόδαρα. Αυτό όμως αποδείχτηκε ικανό τεκμήριο για τους επτά  έλληνες που αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν εκεί, ότι οι ένοικοι δεν ήταν ανακατεμένοι στην ενέδρα και επομένως, αφού τους απελευθέρωσαν, το μόνο που ζήτησαν ήταν φιλοξενία για εκείνο το βράδυ.

Βέβαια, η επικοινωνία μαζί τους δεν υπήρξε εύκολη γιατί μιλούσαν μόνο ένα τοπικό ιδίωμα αρκετά δυσκατάληπτο ακόμη και για τον σωματοφύλακα Σωσίβιο, τον μόνο που ισχυριζόταν ότι ξέρει καλά τα περσικά. Από ό, τι τελικά κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν από αυτά που, πρόθυμα όσο και δυσνόητα  έλεγαν οι ντόπιοι, οι ανατολίτες που έστησαν την ενέδρα δεν ανήκαν στο τακτικό περσικό στράτευμα∙  πιθανότατα, είχαν κατεβεί από τα βουνά του βορρά όπου εξακολουθούν να δρουν ένοπλοι Ούξιοι.

image009

Ανάμεσα στον Μακεδόνα και στον Μεγαρέα κυκλοφορούν κάποιοι (όχι αδιόρατοι) σπινθήρες έντασης∙ ας πούμε όμως ότι είναι πολύ ασθενέστεροι από εκείνους που πιθανώς θα εκρήγνυνταν, αν στη συνάντησή τους δεν είχε προηγηθεί η σωτήρια παρέμβαση του Άρπαλου και η επακόλουθη από κοινού επικράτηση πάνω στους πολυάριθμους Ανατολίτες.  Ας προσθέσουμε ότι, αντίθετα,  τέτοιοι σπινθήρες είναι ανύπαρκτοι ανάμεσα στους ακολούθους τους. Οι τέσσερεις σωματοφύλακες πολεμιστές και ο ιπποκόμος αμαξάς-τοξότης, μετά την συμπλοκή έχουν εγκαρδίως συναδελφωθεί και είναι έτοιμοι να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη με ένα καλό φαγοπότι.  

Τώρα στην εστία του σπιτιού τριζοβολάει μια πλούσια φωτιά και στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονται οι έλληνες, έχουν απλωθεί διάφορα τοπικά εδέσματα, κυρίως άρτος, αλλαντικά και λαχανικά. Υπάρχει επίσης μια λήκυθος γεμάτη με άρακ, ένα δυνατό ποτό αρωματισμένο με άνηθο, με το οποίο πρωτύτερα ξέπλυναν τις όχι λίγες, αν και μάλλον επιφανειακές, πληγές τους. Είναι ένα ποτό που το έχουν ήδη συναντήσει στα παράλια της Συρίας∙ ο Εύελπις έχει ακούσει τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα να το συνιστά για τον καθαρισμό των τραυμάτων.

«Είναι εξ ίσου καλό στην κατάποση», αποφαίνεται ο Άρπαλος δοκιμάζοντάς το.

«Μόνο που απαιτεί πολύ νερό κατά την αραίωση» προσθέτει ο Εύελπις, κάνοντας νόημα στους δικούς του να ακολουθήσουν τη συμβουλή του για γερό αραίωμα.

«Εξαρτάται απ’ τον πότη. Υπάρχουν οι ανθεκτικοί και οι άμαθοι», διαφωνεί ο Άρπαλος, γεμίζοντας με μια μάλλον επιτηδευμένη κίνηση τον κύλικά του με το καυτερό υγρό.

Ο Εύελπις, παίρνει μια βαθειά ανάσα. Ο αέρας μέσα στο αγροτόσπιτο μυρίζει φλεγόμενο ξύλο, ψημένο λουκάνικο και αναθυμιάσεις από άρακ. Ύστερα κουνάει επιφυλακτικά το κεφάλι του και επικαλείται ένα δημοφιλές φιλοσοφικό απόφθεγμα.

«Παν μέτρον άριστον», λέει.

«Οι πόλεμοι αγαπητέ Μεγαρέα, δε ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά βρίσκονται εκτός μέτρου. Εγώ, τουλάχιστον, έχω αυτήν την εντύπωση». 

«Εγώ πάλι νομίζω, ευγενικέ Μακεδόνα, ότι καλά τα λένε οι φιλόσοφοι, αλλά πρέπει επίσης να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο κατηγορίες ¨μέτρου¨ και αυτός ο δυισμός μπερδεύει την κατάσταση». Το βλέμμα του Εύελπι καρφώνεται στα γαλανοπράσινα μάτια του Άρπαλου. «Το να βρεθεί το ¨ιδανικό μέτρο¨ δεν είναι δουλειά για μέτριους ανθρώπους», συνεχίζει. «Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει εκείνο των θνητών, εγκατεστημένο πάνω στις απλές και νόμιμες ανθρώπινες επιθυμίες (και ανάγκες) και εκείνο των θεοτήτων κρυμμένο μέσα στις φιλοδοξίες για την τελειότητα και τη θέωση.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν  ξέρει πότε μπορεί να χρησιμοποιήσει αβίαστα το ανθρώπινο ¨μέτρο¨, έτσι όπως το υπαγορεύει αυθόρμητα η ανθρώπινη φύση και πότε πρέπει να συμπεριφερθεί ακολουθώντας το ¨μέτρο¨ που υπαγορεύουν οι θεοί. Αυτό το δεύτερο φαίνεται ότι δεν είναι αυτόματα ορατό, αντίθετα, είτε πρέπει να το ψάξεις βαθειά μέσα σου, όπως συνιστούσε ο αείμνηστος Σωκράτης, είτε είσαι υποχρεωμένος να καταφύγεις στις ερμηνείες και τους χρησμούς των μάντεων και των ιερέων, που όμως, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε σαφείς…»

image002

Ο Άρπαλος κοιτάζει τώρα τον συνομιλητή του με περισσότερο ενδιαφέρον και χαμογελάει:

«Κάτι μου λέει ότι έχεις κι εσύ επισκεφτεί εκείνη τη φωλιά των ¨σκύλων¨, το γυμνάσιο του Κυνοσάργους στην Αθήνα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι και εσύ, όπως και εγώ άλλωστε, έχεις φτιάξει μια δική σου εκδοχή, μια δική σου παραλλαγή και ερμηνεία, των απόψεων των ¨κυνών¨. Τα λέω καλά;»

Ο Εύελπις, για να ακουστεί, υψώνει κάπως τη φωνή του, γιατί οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, έχουν αναπτύξει ξέχωρη φωναχτή συζήτηση που αφορά κάτι ανάμεσα στην κρυφή γοητεία των γυναικών της ανατολής και την προφανή γοητεία του χοιρινού στα κάρβουνα.

«Βασικά παρακολούθησα τη σχολή του Ισοκράτη.  Αλλά σχετικά με τα φιλοσοφικά θέματα, όποτε μπορούσα επισκεπτόμουν τόσο το Κυνόσαργες, όσο και την Ακαδημία. Εσύ πότε βρέθηκες στην Αθήνα;»

«Όπως ίσως ξέρεις… Διορθώνω: όπως σίγουρα ξέρεις, αφού απ’ ό, τι γνωρίζω είσαι ένας έμπιστος συνεργάτης του ¨παντογνώστη¨ Καλλισθένη, ήμουν στην Αθήνα πρόσφατα. Τελικά όμως, υπακούοντας στην έκκληση του αγαπητού μου Αλέξανδρου, να ‘μαι και πάλι στην Ασία.  Είχα όμως επισκεφτεί το Κλεινόν Άστυ και όταν ήμουν νεότερος, πριν την εκστρατεία, σε ένα, ας πούμε, εκπαιδευτικό ταξίδι.  Είναι γνωστό πως οι ψηλομύτες αθηναίοι ευπατρίδες επιτρέπουν στους αλλοδαπούς να παρακολουθούν μόνον το γυμνάσιο του Κυνοσάργους. Σπουδαίο δημόσιο ίδρυμα, το οποίο όμως υποτιμούν οι καθαρόαιμοι παίδες  των Αθηναίων. Εσύ πώς τα κατάφερες;»

«Είμαι γιος ενός πολιτικού πρόσφυγα από τα Μέγαρα, στον οποίο έχουν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια».  

«Α, έτσι», λέει ο Άρπαλος και, ενώ το βλέμμα του παίρνει μια νοσταλγική απόχρωση, σηκώνει ψηλά, σε μια κίνηση απροσδιόριστης πρόποσης τον κύλικα, και μετά κατεβάζει μονορούφι το δυνατό άρακ. «Ήτανε όμορφη η Αθήνα τότε,  όπως είναι σαγηνευτική και τώρα», λέει μετά. «Εμβριθείς Φιλόσοφοι, σπινθηροβόλοι ρήτορες, πλούσιες βιβλιοθήκες από όπου ακόμα και σήμερα προμηθεύομαι τα βιβλία που μου ζητάει ο βασιλιάς… Και βέβαια, η ωραιότερη από τις θέλξεις του Άστεως: Οι αθηναίες εταίρες. Οι μόνες γυναίκες με τις οποίες μπορείς να κάνεις έρωτα που  να εξάπτει το σώμα ως την πιο οξεία κορύφωση, αλλά και συζήτηση που να χαρίζει στο πνεύμα τις πιο λεπτές απολαύσεις!»  

αρχείο λήψης

Ο Εύελπις κοιτάζει παραξενεμένος τον συνδαιτυμόνα του. Αυτό δε το περίμενε. Ο ατάσθαλος φυγάς μοιάζει να έχει κάποια κοινά σημεία μαζί του. Την αδυναμία στις ωραίες καλλιεργημένες γυναίκες, την αγάπη για τις βιβλιοθήκες, τη νοσταλγία για την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς, που ο ίδιος -για να μην τον τυραννάει- προσπαθεί να καταπνίξει, αλλά που ο Μακεδόνας  -αν και έζησε πολύ λιγότερο εκεί- την ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν μου έλεγες», αλλάζει πάλι θέμα ο Άρπαλος, «ότι το περίφημο ελληνικό μας ¨μέτρο¨ είναι δυσπρόσιτο γιατί -όπως και οι κυνικοί, αν δεν κάνω λάθος, υποστηρίζουν- δεν έχουν αποδοθεί στην λέξη επακριβείς ορισμοί. Και ότι πρέπει να διακρίνουμε κατηγορίες και αποχρώσεις. Και ότι υπάρχει, κατ’ αρχήν,  το μέτρο της φύσης των ανθρώπων και το μέτρο των θεών. Δηλαδή από τη μια μεριά ένα ¨μέτρο¨ που, λέω εγώ, δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνο που ασυνείδητα διαθέτουν όλα τα ζωντανά όντα, από τους σκύλους-σκύλους, ως εμάς τους άνω θρώσκοντες, και, από την άλλη,  ένα ¨μέτρο¨ που οι θεοί μας το κοινοποιούν σπάνια και με φειδώ, ή, πάλι, μέσω μιας εξειδικευμένης ιεραρχίας μυημένων. Έτσι είναι; τα λέω σωστά;»  

Ο Άρπαλος παίρνει μια βαθειά ανάσα που καταλήγει σ’ ένα μικρό αρακογενές ρέψιμο.

«Εμένα», συνεχίζει χωρίς να περιμένει την απάντηση του Μεγαρέα, «δε μου φαίνεται και πολύ αισιόδοξη η άποψή σου. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, είμαστε αενάως καταδικασμένοι στην σύγχυση και το μπέρδεμα… Διαβλέπω μια απαισιοδοξία όμοια με εκείνη που κρύβεται πίσω από την ¨αναχωρητικότητα¨ ορισμένων κυνικών. Μια απαισιοδοξία που οδηγεί στον μονισμό και την επιδεικτική πενία των προσποιητά ευτυχισμένων σκύλων και που, προσωπικά, δε μ’ αρέσει».

¨Μα τι λέει τώρα ετούτος εδώ;¨ σκέπτεται ο Εύελπις. ¨Μα την Αθηνά την Σοφολογιότατη, με αποκαλεί απαισιόδοξο; Και μάλιστα με συγκρίνει με τους ΄σκύλους΄; Ποιος; Αυτός, που κάνει παρέα με τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη και την κλίκα του. Να τον αφήσω στη βακχική του ζαλάδα ή να του τα κάνω πιο λιανά;¨

Τελικά αποφασίζει ότι εντάξει, δεν πειράζει,  χάρη στα κοινά σημεία που διαπίστωσε λίγο πριν, μπορεί να πει -σε αυτόν, τον παράδοξο, έως τις προάλλες φυγά- ένα δύο πράγματα παραπάνω:

«Δεν κατάλαβες καλά άρχοντα μακεδόνα, ίσως γιατί προηγουμένως με διέκοψες θυμίζοντάς μου την Αθήνα, τις συγκινήσεις της και τα εφηβικά μου χρόνια.  Όμως, δεν ολοκλήρωσα τον συλλογισμό μου.

Εγώ, όπως και άλλοι άλλωστε, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα εργαλείο παραπάνω από τα άλλα ζωντανά, το μόνο που ενδέχεται να τους οδηγήσει στο ιδανικό ¨μέτρο¨. Μόνον που δεν το χρησιμοποιούν όσο συχνά και όσο επιδέξια θα έπρεπε.

Αυτό το εργαλείο, που άλλοι το αποκαλούν ¨νόηση¨ και άλλοι του δίνουν το όνομα του θεού Λόγου,  είναι εκείνο που μας βοηθάει να επεξεργαστούμε με τρόπο ωφέλιμο τις όποιες γνώσεις καταφέρνουμε να αποσπάσουμε από το σκοτεινό βασίλειο του Άγνωστου. Και μάλιστα πρόκειται για ένα εργαλείο που, με όσο περισσότερες γνώσεις το προμηθεύει κανείς, τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται. Μπορεί μεν να μην οδηγεί σ’ ένα αναλλοίωτο και  απόλυτο ¨δέον γενέσθαι¨, αλλά είναι σε θέση να προσδιορίσει το εκάστοτε κατάλληλο μέτρο, ή αν προτιμάς να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη χθόνια φύση από τη μια, και τους απαιτητικούς θεούς-πρότυπα των ανθρώπων από την άλλη. Μιλάω για το Μέτρο που άριστα προσαρμοσμένο από τον Λόγο θα έπρεπε να καθοδηγεί πράξεις και συμπεριφορές σε κάθε φάση και σε κάθε συγκυρία του ατομικού και του συλλογικού βίου.

Αυτή είναι η θεώρησή μου και δεν νομίζω ότι πρέπει να σου φανεί απαισιόδοξη. Γιατί, απλούστατα, δεν είναι. Κάθε άλλο. Πιστεύει βαθειά στον άνθρωπο και τις απεριόριστες δυνατότητες που κρύβει μέσα του».

Ο Μακεδόνας ρίχνει μια επίμονη διερευνητική ματιά στον Εύελπι, αλλά το άρακ κάνει πλέον ορατή την επιρροή του και το βλέμμα δεν προκύπτει τόσο σταθερό όσο θα το ‘θελε. Επομένως, το στρέφει προς τους ακόλουθους, που τώρα έχουν αρχίσει να τραγουδούν (επινοώντας μια πρώιμη όσο και παράφωνη πολυφωνικότητα) ένα δωρικό άσμα πορείας.images (17)

«Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι… πολύς λόγος γι αυτούς…», λέει σιγανά∙ και μετά, δυνατότερα:

«Πρόσεξέ με  Μεγαρέα, εγώ δεν είπα ότι είμαι αισιόδοξος. Είπα μόνον ότι δε μου αρέσει η απαισιοδοξία ορισμένων κυνικών, γιατί η θεωρία τους δεν περιέχει κανένα ικανό αντίδοτο στα όσα μελανά διαπιστώνει και στα όσα, ακόμη πιο μαύρα, προφητεύει. Εκτός βέβαια απ’ την αποχή από τις εγκόσμιες χαρές. Αυτοί οι τύποι καταδικάζουν (υποπτεύομαι μόνο στα λόγια) τη μόνη χειροπιαστή παρηγοριά που μπορώ να δω στο γύρο: την γήινη, εγκόσμια απόλαυση!»

Αλλά ο Εύελπις συνεχίζει απτόητος. Έχει αποφασίσει  (ευκαιρίας δοθείσης) να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα, ρωτώντας στα ίσια αυτόν εδώ τον περίεργο τύπο: 

«Και όσο για τους κυνικούς, με εκπλήττει που λες πως δεν τους πας. Κι αυτό γιατί απ’ ό, τι ξέρω, μερικοί από αυτούς που ακολουθούν την εκστρατεία, κατέχοντας μάλιστα αξιοζήλευτες θέσεις κοντά στον βασιλέα, κομπάζουν και καυχώνται ότι είναι φίλοι σου, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι  κι εσύ συμμερίζεσαι τα όσα λένε και κάνουν».

«Τα φαινόμενα συχνά απατούν Μεγαρέα. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις», απαντά ο Άρπαλος ξαναγεμίζοντας τον κύλικά του, και παραλλάσσοντας σε βήξιμο έναν (και πάλι αρακογενή) λόξυγκα. «Αναγνωρίζω ότι το κίνημα των σκύλων είχε τα τελευταία χρόνια μεγάλη απήχηση σχεδόν σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, κυρίως στις πιο πλούσιες, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Ομολογώ ότι κι εμένα με είχε επηρεάσει τον καιρό που μαθήτευα στο Κυνόσαργες. Τίποτα το παράξενο αφού, στην αρχή τουλάχιστον, οι σκύλοι -αντισυμβατικοί  ίσαμε την πρόκληση και ατημέλητοι έως αστείοι- αντιπροσώπευαν την εξέγερση των νέων ανθρώπων απέναντι στο κύμα -όχι αναζήτησης της ευδαιμονίας, πράγμα που θα ήταν θεμιτό- αλλά φτηνής χρησιμοθηρίας και χυδαίου πραγματισμού που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του  στον ελληνικό κόσμο. Όχι τόσο σε εμάς στο βορρά, που βρισκόμαστε ακόμα κοντά στα αρχέγονα ήθη, αλλά κυρίως στις πόλεις όπου έχουν πλέον αποκτήσει ουσιαστική ισχύ οι νεόπλουτοι έμποροι και οι μεγάλοι αστικοί δουλοκτήτες, τους ξέρεις, οι ιδιοκτήτες εργαστηρίων και οι ανάδοχοι των ορυχείων.

 Εμένα ξέρεις τι με είχε γοητεύσει πιο πολύ; Η περίφημη ¨ομάδα των εξήκοντα αστειευομένων φιλοσοφούντων¨ που κι αυτοί έδρευαν -και εδρεύουν ακόμη- εκεί, στο άλσος του Κυνοσάργους, δίπλα στην όχθη του Ιλισού. Πρώτη φορά έβλεπα η αναζήτηση μιας νέας ηθικής να συνοδεύεται από σάτιρα, εύχαρι διάθεση και ευφυολογήματα.

Έπειτα να σου πω και το άλλο. Ήμουν μαζί με τον Αλέξανδρο, διάδοχο ακόμη τότε, όταν επισκέφτηκε εκείνον τον απίθανο  τύπο στην Κόρινθο, τον Διογένη. Ο άνθρωπος αυτός, εκτός που ήταν μανούλα στα λογοπαίγνια, είχε αναμφίβολα κουράγιο. 

Όμως στη συνέχεια, με την έναρξη της εκστρατείας, νομίζω ότι πολλοί που διατέλεσαν ή και που εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται ¨κυνικοί¨, αλλαξοπίστησαν…»

«Σ’ αυτό δε μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου» συγκατανεύει ο Εύελπις, έκπληκτος γιατί η εικόνα που είχε μέχρι τώρα για τον Άρπαλο ήταν αρκετά πιο απλοϊκή και μονοσήμαντη. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο πρώην επικεφαλής των οικονομικών, δεν προμηθεύει απλώς βιβλία στον Αλέξανδρο, αλλά είναι εξοικειωμένος και με το περιεχόμενό τους. «Έχεις δίκιο Μακεδόνα. Από τότε που στις ομάδες των κυνικών (που, εδώ που τα λέμε, αρχικά αντλούσαν τις βασικές τους ιδέες από τη διδασκαλία του Σωκράτη), παρεισέφρησαν διάφοροι σχετικιστές σοφιστές, η  συμπεριφορά τους και κάμποσες από τις βασικές τους αρχές τροποποιήθηκαν.  Μερικοί έγιναν φανατικοί υποστηρικτές μιας ¨Αυτοκρατορίας¨ που να μοιάζει και να συνεχίζει κάπως πιο ¨εκσυγχρονισμένα¨ τη μηδική, μερικοί υποστηρίζουν την εκστρατεία με ένα σκυλίσιο ενδιαφέρον που θα μπορούσα, νεολογώντας, να αποκαλέσω ¨κυνισμό¨, μερικοί φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει στους ανώτατους κύκλους της ηγεσίας, και μερικοί από αυτούς δηλώνουν, και ίσως είναι, φίλοι σου». 

«Η Φιλία είναι μεγάλη κουβέντα, Μεγαρέα. Σου το λέει κάποιος που είναι γνωστός κυρίως ως ο ¨Φίλος του Βασιλέως¨ και που πολλοί τον υπολογίζουν μόνο χάρη σε αυτή την ιδιότητα. Δεν πρέπει να την χαραμίζεις χρησιμοποιώντας την για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση. Ακόμη κι εγώ, ο κατ’ εξοχήν ¨φίλος¨ δεν μπορώ να σου πω τι ακριβώς είναι. Μπορώ όμως να σου πω, και σου επιτρέπω να το μεταφέρεις και στον πολυπράγμονα προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, ότι οι σχέσεις μου με τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, -αυτόν κυρίως εννοείς, έτσι δεν είναι;- δε θα τις χαρακτήριζα ακριβώς φιλικές. Ο συγγενής του Αριστοτέλη ζει στο βασιλικό περιβάλλον και είναι αρκετά οξυδερκής ώστε να ξέρει καλά πόσο λίγες και πόσο ευάλωτες είναι οι πραγματικές φιλίες που αναπτύσσονται εκεί μέσα». 

ancient-gambling

Παρά την συνεισφορά του άρακ, η ένταση από τη μάχη άργησε να καταλαγιάσει εκείνη τη νύχτα και οι επτά έλληνες άργησαν να αφεθούν στις φροντίδες του Μορφέα. Ειπώθηκαν και άλλα πολλά, όπως γενικόλογες εικασίες για το ποιος μπορεί να κινεί εξεγερμένες ομάδες στα μετόπισθεν, τι δύναμη μπορεί να διαθέτουν ακόμη οι ήδη ηττημένοι βουνίσιοι Ούξιοι και άλλα.

Από ένα σημείο και μετά τραγουδήθηκαν, με τη συμμετοχή όλων, διάφορα χορωδιακά άσματα, άλλα εύθυμα και άλλα νοσταλγικά.

Ύστερα,  ο Εύελπις διάλεξε ένα (κατά τη γνώμη του) κατάλληλο σε διάσταση σβηστό κερί και χάραξε κατά μήκος του εγκοπές  σε πέντε ίσα διαστήματα, Μετά το άναψε, το έδωσε στον νεαρό οπλίτη από τα Πιέρια Όρη (που του φάνηκε ως ο πλέον νηφάλιος) και του ανάθεσε την πρώτη βάρδια σκοπιάς, που πάει να πει την αγρυπνία και επαγρύπνηση έως ότου η φλόγα φτάσει στην επόμενη εγκοπή του κεριού. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, σε βαθύ ύπνο.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Όταν ο μικρός Έρως μας γράφει κανονικά και την κάνει γι αλλού με μικρά πηδηματάκια (Cupidon s’en fout)

Posted by vnottas στο 5 Μαΐου, 2016

τλο

Αγάπη, αν θες, η σχέση μας να γίνει

στ’ αλήθεια δε χρειάζονται πολλά

φτάνει η Αφροδίτη να εγκρίνει

κι αρκεί ο Έρως να μη μας ξεχνά

να φεύγει και αλλού να τριγυρνά

*

Μα είναι μέρες που ο Έρως άλλα θέλει

και άλλες που τις μύγες κυνηγά

που στομωμένα τού ‘μειναν τα βέλη

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

κι αδιάφορος το δρόμο του τραβά.

*

Τώρα σ’ άλλους χαζούς ψάχνει τη λεία

άλλους στοχεύει σώνει και καλά

με τις σαΐτες και τα άλλα του εργαλεία

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

μας γράφει, μοναχούς μας παρατά.

*

Χωρίς αυτόν ν’ αρχίσω με τη μία

-είπα- εκεί στης χλόης την δροσιά

Χάνεις την αρετή εσύ -όχι την ψυχραιμία,

είναι φορές που ο Έρως προσπερνά

χωρίς να αφήσει ίχνη πουθενά.

*

Μου επέτρεψες να σου τα κάνω όλα,

μα ήταν τα φυλλοκάρδια σου κλειστά

δεν λάμψανε φωτιές  στα φλογοβόλα

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

καημούς ν’ ανάψει σ’ άλλους προτιμά.

*

Ξεφύλλισα ξανά τη μαργαρίτα

ήρθε δέκα φορές ¨δε μ’ αγαπά¨

το ειδύλλιό μας γνώρισε την ήττα

είναι φορές που ο Έρως ξεγελά 

φουρκίζεται και μας παραπλανά.

*

Στο δρόμο αν τη βρείτε, επιτυχία

σας εύχομαι αδέλφια και χαρά

κι αν έχασα εγώ την ευκαιρία,

ο άστοχος ο Έρως να ‘ν καλά

που φεύγει και που μας περιγελά.

Χωρίς τίτλο

Μία ανάγνωση

Εδώ παραπάνω μια προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του τραγουδιού για τον μικρό θεό Έρωτα, όπως τον περιγράφει ο Μπρασένς στο ¨Cupidon s’en fout¨. Με τον ¨μικρό Έρωτα¨ φτάνουμε στα 39 τραγούδια του τροβαδούρου που ως τώρα προσπάθησα να προσαρμόσω στη γλώσσα μας με τρόπο ώστε να μπορούν λίγο πολύ να τραγουδηθούν (στο μπάνιο -για τα υπόλοιπα τραγούδια κλικ στις ¨κατηγορίες¨, εδώ δεξιά). Οι ¨αναγνώσεις¨ γίνονται πάντα με επίκληση στο ¨συμπάθιο¨  και μόνο για να επαληθευθεί αν όντως οι συλλαβές της απόδοσης χωράνε στη μελωδία.

Εδώ με τον Georges Brassens

Εδώ στα Ρωσικά

Cupidon s’en fout

Pour changer en amour notre amourette,
Il s’en serait pas fallu de beaucoup,
Mais, ce jour là, Vénus était distraite,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Des jours où il joue les mouches du coche.
Où elles sont émoussées dans le bout,
Les flèches courtoises qu’il nous décoche,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Se consacrant à d’autres imbéciles,
Il n’eu pas l’heur de s’occuper de nous,
Avec son arc et tous ses ustensiles,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

On a tenté sans lui d’ouvrir la fête,
Sur l’herbe tendre, on s’est roulés, mais vous
Avez perdu la vertu, pas la tête,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Si vous m’avez donné toute licence,
Le coeur, hélas, n’était pas dans le coup;
Le feu sacré brillait par son absence,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

On effeuilla vingt fois la marguerite,
Elle tomba vingt fois sur «pas du tout».
Et notre pauvre idylle a fait faillite,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Quand vous irez au bois conter fleurette,
Jeunes galants, le ciel soit avec vous.
Je n’eus pas cette chance et le regrette,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

brassens99

Μία ακόμη ανάγνωση 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »