Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Οκτώβριος 2017

Αλκιβιάδης, ενίοτε

Posted by vnottas στο 31 Οκτωβρίου, 2017

(το δεύτερο ποίημα του Νίκου)

 

250px-Bust_Alcibiades_Musei_Capitolini_MC1160

ΥΠΗΡΞΑ ΚΑΠΟΤΕ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ

Δεν είμαι τύπος σταθερός

παλινωδώ από λατρεία στο τυχαίο

δένομαι δήθεν με τους φίλους

κι έπειτα θανάσιμους εχθρούς τους κάνω.

Διασκεδάζω μέθυσος στα ταβερνεία

τους οίκους ανοχής αναστατώνω

διαπληκτίζομαι αναίτια με τους περαστικούς

κι εκσφενδονίζω μ’ ευκολία βλασφημίες.

Κατάπτυστος φρονούν πολλοί πως είμαι

κι άλλοι πιστεύουν βάσιμα

πως κατρακύλησα στο έσχατο σημείο.

Ό,τι κι αν λένε συμφωνώ μαζί τους

υπάρχει όμως ένα εμπόδιο μεγάλο

που με κρατά σ’ εγρήγορσης πορεία.

Είναι οι προσδοκίες των γονιών μου από μένα

ξόδεψαν πολλά να μ’ αναστήσουν

και στις λαμπρές εγκύκλιες σπουδές μου

δαπάνησαν τίποτα μη μου λείψει

μεγάλωσα μες’ της  χλιδής το παραμύθι

κι αστραφτερά ταχύτητας αμάξια οδηγώ.

Ναι! έχουν προσδοκίες από μένα

ψηλά με θέλουν στην ιεραρχία

εμένα τον ανάξιο και πταίστη

 ψηλά στην ιεραρχία με φαντάζονται.

Αν κι ιταμός, αισθάνομαι ευθύνη

να μάθουν επιτέλους την αλήθεια.

Αν δεν τους πείσω όμως

δεν έχω άλλο δρόμο

αξιώματα και θώκους θ’ αναλάβω

από υποχρέωση κι αγάπη στους γονείς μου.

 Φαύλος εγώ στους φαύλους θα επιπλεύσω

ίσως να βρω διέξοδο εκεί επιτέλους.

Μετά με ύφος αινιγματικό

στους άλλους θα διηγούμαι

πως κάποτε σα νέος

υπήρξα, ναι υπήρξα Αλκιβιάδης.

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Νίκος Μοσχοβάκος: Τα πεντόβολα του σαλτιμπάγκου

Posted by vnottas στο 28 Οκτωβρίου, 2017

Έλαβα από τον Νίκο δύο νέα ποιήματα. Ιδού το πρώτο.

 

images (5)

ΤΑ ΠΕΝΤΟΒΟΛΑ ΤΟΥ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΟΥ

 

Τις πρώτες πρωινές ώρες

μπαίνει στην κρεβατοκάμαρά μου

ένας μικροσκοπικός σαλτιμπάγκος

και προσπαθεί να μ’ εντυπωσιάσει

παίζοντας πεντόβολα

με κατακόκκινα μηλαράκια.

Η ταχύτητα των κινήσεών του

είναι ασύλληπτη

κυρίως λόγω της ακρίβειας

που εκτελεί την επίδειξη

αλλά και γιατί δεν προλαβαίνω ποτέ

να μετρήσω πόσα είναι τα μήλα.

Όταν ανοίγω τα μάτια

από τον βαθύ ύπνο μου

έκπληκτος βλέπω

με την πύρινη μεγάλη γλώσσα του

να τα καταβροχθίζει

και στο πρόσωπό του

κυριαρχεί ένα ειρωνικό χαμόγελο.

Θυμωμένος επιχειρώ να του μιλήσω

θέλω να του πω

πως έχω καταλάβει την απάτη του

πως τα πεντόβολα

δεν παίζονται ποτέ με τρία μήλα.

Όμως η μιλιά

δεν βγαίνει από το στόμα μου

οι λέξεις είναι ακίνητες αλυσοδεμένες!

Βρίσκει όλο τον καιρό έτσι

μικρούτσικος καθώς είναι

ν’ απομακρυνθεί.

Τον ακούω μετά στο διπλανό δωμάτιο

να κομπάζει στους όμοιούς του

λέγοντάς τους ξεκαρδισμένος στα γέλια

πως πάλι κατάφερε να με ξεγελάσει

μόνο με μία πομφόλυγα

από το αίμα μου.

images (3)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

¨Κύλικες και δόρατα¨. Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο τρίτο: Επίσκεψη στην Πυθιονίκη

Posted by vnottas στο 27 Οκτωβρίου, 2017

6889677cabeb3131f4290af9d4e0c3e1

Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο τρίτο: Στην Πυθιονίκη

(αφηγείται ο Εύελπις)

Βρίσκομαι και πάλι μέσα στα τείχη της πόλης και με βάση κάποιες πληροφορίες που μου έδωσε η Φρύνη ψάχνω να βρω την κατοικία μιας άλλης εταίρας. Πρόκειται για την Πυθιονίκη, ένα ανερχόμενο αστέρι της κεκοσμικευμένης Αθήνας, το οποίο απόκτησε δημοσιότητα μόλις τον τελευταίο καιρό, την περίοδο που βρέθηκε εδώ, σκαστός απ’ την εκστρατεία, ο Άρπαλος ο Ελιμιώτης, ο γιος του Μαχάτα.

Άλλωστε, είναι ύστερα από δική του παράκληση που την ψάχνω. Μου το ζήτησε, ως φιλική εξυπηρέτηση την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στην Περσέπολη, πριν εκείνος ξεκινήσει μαζί με τον Αλέξανδρο (ο οποίος τον είχε μόλις υποδεχτεί -και αποδεχτεί- πίσω στο στράτευμα) για τα Εκβάτανα και εγώ πίσω στα Σούσα με προορισμό την Αθήνα. 

Εγώ δεν την θυμόμουν την Πυθιονίκη, αν και, παλιότερα,  γνώριζα αρκετά καλά τις ωραίες εταίρες και τις συντροφιές τους∙ έτσι σκέφτηκα να ρωτήσω σχετικά την Φρύνη. Εκείνη προς στιγμήν στραβομουτσούνιασε και κατάλαβα ότι η νεαρή δεν ανήκε στους στενούς κύκλους της Ωραίας. Πράγμα εξάλλου αναμενόμενο, μια που ούτε ο Άρπαλος άρεσε στην Φρύνη, όσο κι αν, όταν έφτασε στην Αθήνα (πρώτα είχε μείνει για λίγο στα Μέγαρα), έφτασε μαζί και η φήμη ότι τάχα είχε αποστατήσει από την εκστρατεία   επειδή είχε διαφοροποιηθεί από τον Αλέξανδρο.  

Ύστερα η Φρύνη με ρώτησε τι ακριβώς ήθελα τη μικρή και εγώ προσπάθησα να της εξηγήσω ότι παρά τα επιφαινόμενα, δηλαδή παρά τη φήμη του Άρπαλου (ως ακόρεστου) και την οποιαδήποτε φήμη είχε (ενδεχομένως) ήδη η Πυθιονίκη, εδώ υπάρχει κάτι άλλο, κάτι που μοιάζει με μεγάλο έρωτα!

Της διηγήθηκα με πόση ζέση ο Άρπαλος με είχε παρακαλέσει να βρω τη νεαρή εταίρα και να την πείσω να τον ακολουθήσει στην εκστρατεία και πως μου ζήτησε επίσης να την διευκολύνω οργανώνοντας το ταξίδι της προς την Ασία.

Εξήγησα στην Φρύνη πως, σύμφωνα με όσα μου είπε ο ίδιος ο Άρπαλος, όταν έλαβε το μήνυμα ότι ο Αλέξανδρος τον συγχωρεί και τον καλεί πίσω, αποφάσισε να υπακούσει χωρίς ταλαντεύσεις και καθυστερήσεις. Δεν ήθελε να το ¨σκεφτεί¨ γιατί φοβόταν ότι τότε, όσο κι αν κατά βάθος αγαπούσε τον παιδικό του φίλο, απλώς θα αποφάσιζε να μην επιστρέψει! Όμως δεν ήταν ο Αλέξανδρος η αιτία για τη φυγή του και αφού του ζητούσε ρητά να γυρίσει στην  εκστρατεία, αισθανόταν ότι έπρεπε να τον ακούσει. Βιάζοντας όμως έτσι τον εαυτό του, δεν πρόλαβε να εξηγηθεί όσο θα ήθελε με τη μικρή του ερωμένη.  Γι αυτό την κατανοεί εάν τώρα αρνιέται να πάει κοντά του. Του λείπει όμως πολύ. Εγώ θα πρέπει να την πείσω να πάει να τον βρει και εκείνος θα μου είναι αιώνια ευγνώμων.

 Ακούγοντάς με, η Φρύνη έδειξε να μαλακώνει κάπως. Μου είπε ότι η Πυθιονίκη ήταν δούλη μιας αυλητρίδας που λέγεται Βακχίδα και ότι ο Άρπαλος την απελευθέρωσε. Απ’ ό, τι λένε οι δικές της ακόλουθοι, που δεν τους ξεφεύγει τίποτε, η μικρή τον τελευταίο καιρό δεν πολυφαίνεται στο άστυ. Εάν δεν έχει αλλάξει τόπο διαμονής, θα μπορέσω πιθανώς να την βρω στην άκρη της συνοικίας του Έσω Κεραμικού κάπου κοντά στο Δίπυλο[1] και την Ιερά Πύλη[2].

3

Ρωτώντας στη γειτονιά γύρω από το Δίπυλο, εντοπίζω το σπίτι της Πυθιονίκης. Το περίμενα εντυπωσιακό, μια που ό, τι έχει να κάνει με τον Άρπαλο είναι συνήθως πολυτελές, αλλά κάνω λάθος. Είναι ένα μικρό συμμαζεμένο σπίτι χωρίς πολλά εξωτερικά ανοίγματα και με μια επίσης μικρή, σκιερή εσωτερική αυλή όπου με οδηγεί μια μεσήλικη γυναίκα. 

Στην αυλή υπάρχει μια κρεβατίνα αμπέλι με κάμποσα τσαμπιά, ακόμη άγουρα. Κάθομαι σ’ ένα σκαμνί, εκεί από κάτω, και περιμένω.

Σκέφτομαι αυτόν τον παράδοξο τύπο, τον Άρπαλο. Είναι αλήθεια ότι χωρίς να τον ξέρω από κοντά, τον αντιπαθούσα ανέκαθεν. Στην καλύτερη περίπτωση τον θεωρούσα  άνθρωπο με ανεξέλεγκτα πάθη, στον οποίο δε μπορούσε να έχει κανείς εμπιστοσύνη. Την ίδια άποψη είχαν πολλοί σύμμαχοι, καθώς και οι περισσότεροι μακεδόνες, εκτός από τη μικρή ομάδα των κολλητών παιδικών φίλων του βασιλιά, της οποίας ο Άρπαλος είναι επίλεκτο μέλος. Ήταν η παρέα των νεαρών ευγενών που ακολούθησε τον Αλέξανδρο τον καιρό που αυτός συγκρούστηκε με τον πατέρα του και εγκατέλειψε για λίγο τη Μακεδονία.

Άλλαξα κάπως αυτή την αρνητική διάθεση απέναντί του, όταν οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν στο τελευταίο μου ταξίδι από τα Σούσα προς την Περσέπολη. Τότε, εκτός που είχε βοηθήσει εμένα και τη συνοδεία μου να απαλλαγούμε από  μια ομάδα ντόπιων ανταρτών που μας επιτέθηκαν καθ’ οδόν,  είχα την ευκαιρία να κουβεντιάσω μαζί του για διάφορα θέματα. Δεν είναι ότι έπαψα να τον θεωρώ αναξιόπιστο, όμως ανακάλυψα και ορισμένες ενδιαφέρουσες όψεις της προσωπικότητάς του, αν όχι κατ’ ανάγκην θετικές, τουλάχιστον αρκετά όμοιες με τις δικές μου.

Το έχω ήδη πει, αλλά το ξαναλέω γιατί το βρήκα παράξενο: αυτός ο επαρχιώτης ευγενής αγαπάει τα βιβλία και την ανάγνωση όσο κι εγώ, αγαπάει τις όμορφες καλλιεργημένες γυναίκες όπως κι εγώ, μόνο που εκείνος, παρά το φυσικό του μειονέκτημα (είναι χωλός), είναι πιο τολμηρός από μένα μαζί τους. Επί πλέον, απ’ ό, τι κατάλαβα απ’ τις κουβέντες του, οι σχέσεις του με την ομάδα του Ανάξαρχου του σοφιστή δεν είναι τόσο στενές και διαπλεκόμενες όσο φοβόμουν.  Τέλος, γνωρίζει την Αθήνα λιγότερο από εμένα, αλλά μοιάζει να νοσταλγεί την Ελλάδα περισσότερο.

Απ’ ό, τι φαίνεται και εγώ του προέκυψα συμπαθής, γιατί δε ζητάμε χάρες από εκείνους που αντιπαθούμε, έτσι δεν είναι; Ο Άρπαλος λοιπόν με παρακάλεσε, αφού -όπως είχε μάθει κατ’ ευθείαν από τον Αλέξανδρο- επρόκειτο να συνοδέψω τα αγάλματα στην Αθήνα, όταν θα φτάσω εκεί, να βρω και  να πείσω τη μικρή Πυθιονίκη να τον ακολουθήσει στην Ασία∙ και εγώ δέχτηκα.

image002

Ύστερα από λίγο φάνηκε στην αυλή το λεπτό περίγραμμα μιας νέας γυναίκας. Είχε λευκό δέρμα, μαύρα μαλλιά και μεγάλα μάτια σε χρώμα που μου θύμισε αναταραγμένη θάλασσα μια ασυννέφιαστη μέρα.  Φοράει ένα είδος ελαφρού λευκού μανδύα που την καλύπτει από τον λαιμό ως τα πόδια. Δεν κρύβω πως περίμενα να δω μια έντονα αισθησιακή γυναίκα. Δεν ξέρω, μπορεί και να είναι αισθησιακή τελικά η Πυθιονίκη, αλλά εκείνη την πρώτη φορά που την είδα, μου φάνηκε χλωμή και αιθέρια, αλλά με μια έκφραση κάπως σκοτεινή  και αδιερεύνητη.

Της είπα ποιος είμαι και για χάρη ποιανού βρίσκομαι εκεί. Νομίζω πως σκίρτησε για μια στιγμή ακούγοντας το όνομα του Ελιμιώτη,  αλλά δεν με διέκοψε, ούτε έκανε σχόλια, παρά εξακολούθησε να με κοιτάζει -νομίζω- με κάποια ένταση.

Της έδωσα τη μικρή εβένινη κασετίνα που μου είχε δώσει γι αυτήν ο Άρπαλος. Την άνοιξε μπροστά μου. Μέσα υπήρχε ένα πολύτιμο ανατολίτικο περιδέραιο. Το κοίταξε χωρίς να χαμογελάσει και ξανάκλεισε την κασετίνα.

«Χρειάστηκε να φύγει ξαφνικά», της είπα. «Όμως δεν είχε πρόθεση να σε εγκαταλείψει. Προσπάθησε να έρθει σε επαφή μαζί σου, αλλά το πρώτο διάστημα μετά την επιστροφή του στην εκστρατεία βρισκόταν υπό επιτήρηση και δε ξέρει αν τα μηνύματά του έφτασαν ως εσένα».

Την κοίταξα ερωτηματικά και εκείνη κούνησε το κεφάλι της ανεπαίσθητα. Όχι δεν είχε λάβει μηνύματα από τον Άρπαλο ίσαμε τώρα.

«Εν τάξει», της λέω. «Σου φέρνω μήνυμα εγώ, τώρα. Ο Μακεδόνας δεν μπορεί να επιστρέψει στην Αθήνα αυτή τη στιγμή. Σε αγαπάει όμως και σε θέλει κοντά του. Εάν αποφασίσεις να τον ακολουθήσεις, όλα τα σχετικά με το ταξίδι θα τα αναλάβω εγώ. Εσύ δεν έχεις παρά να με ειδοποιήσεις πότε θα είσαι έτοιμη για αναχώρηση. Σύμφωνοι;»

Με κοιτάζει ανέκφραστη. Κάνει μόνο μια σχεδόν αδιόρατη κίνηση χαιρετισμού με το κεφάλι, στρίβει και κατευθύνεται πίσω στο εσωτερικό του σπιτιού.

Στη θέση της εμφανίζεται πάλι η μεσήλικη γυναίκα που μου άνοιξε την πόρτα όταν έφτασα. Έρχεται και στήνεται δίπλα μου προκειμένου να με συνοδέψει ως την έξοδο.

«Εσύ, αν δεν κάνω λάθος πρέπει να είσαι η Βακχίδα» της λέω, «η πρώην κυρά της νεαρής».

«Ναι», μου απαντάει, «αυτή είμαι».

«Και τώρα;»

«Τώρα είμαι ο άνθρωπος που την περιποιείται. Μη σου φαίνεται παράξενο. Ο λόγος που με κράτησε κοντά της τώρα που έγινε ελεύθερη και τρανή κυρά η ίδια, είναι επειδή την αγαπούσα και τη φρόντιζα όταν ήμουν εγώ η κυρά της». 

«Αφού την αγαπάς και θέλεις το καλό της μάθε ότι ο Μακεδόνας που εξαγόρασε την ελευθερία της εξακολουθεί να την αγαπά και την θέλει κοντά του. Δεν είδα όμως να ενθουσιάζεται όταν της το είπα».

Βλέπω το πρόσωπο της Βακχίδας να φωτίζεται. «Ναι; Ο κυρ-Άρπαλος επέστρεψε; Τι μεγάλη χαρά. Το έλεγα εγώ πως δεν εξαφανίστηκε επίτηδες. Κάτι αναπάντεχο θα του συνέβη, έτσι δεν είναι;»

«Δεν επέστρεψε. Ζητά όμως από εσένα και την Πυθιονίκη να τον συναντήσετε στην Ασία. Εσύ φρόντισε ώστε η μικρή να πάρει τη σωστότερη απόφαση και ειδοποίησέ με σχετικά. Επίσης, ειδοποίησέ με εάν χρειαστείτε κάτι, οτιδήποτε. Λέγομαι Εύελπις. Θα με βρεις στον Λυκαβηττό, στον οίκο του Ευρύνου από τα Μέγαρα.

«Θα το φροντίσω. Όσο πιο γρήγορα γίνεται…»

Της χαμογελώ. «Εν τάξει, δε χρειάζεται πανικός. Αρκεί να προλάβουμε τις θερινές πλεύσεις για τη Ανατολή».

Μου πιάνει το χέρι. «Χρειάζεται»! μου λέει. «Η κυρά Πυθιονίκη περιμένει παιδί. Το παιδί του κυρ-Άρπαλου. Ένα κοριτσάκι απ’ ότι λένε οι ιέρειες της Ήρας. Αν δε βιαστεί, σε λίγο θα είναι πολύ δύσκολο, μάλλον αδύνατο να ταξιδέψει».

minoan-ladies-in-blue-fresco-ca-1525-1450-bc

(συνεχίζεται…)

*****

[1] Δίπυλο: Κεντρική πύλη των Αθηνών με δύο ανοίγματα και παράπλευρους πύργους, στο σημείο όπου κατέληγαν οι δρόμοι από την Ελευσίνα (και την Πελοπόννησο), τον Πειραιά, αλλά και την Ακαδημία του Πλάτωνα.

[2] Ιερά πύλη: Παράπλευρη στο Δίπυλο μικρότερη πύλη στα τείχη των Αθηνών, ακριβώς στο σημείο όπου καταλήγει η Ιερά οδός. Πιθανώς από εδώ περνούσε έξω από την πόλη ο Ηριδανός ποταμός.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

Posted by vnottas στο 26 Οκτωβρίου, 2017

Ένα ακόμη ποίημα του Ηλία Κουτσούκου 

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

  

 πως είμαι λέω αλγόριθμος

φυτεύω συν στα σύννεφα

μέσα μου πλην και μείον

άγνωστος χι τα πάθη μου

τα λάθη μου επί κι επί

μ’ ένα μηδέν σαν άβυσσος

να καιροφυλαχτεί

ψάξε όσο θες

τις τετραγωνικές μου ρίζες

χάνονται μέσα

στις πεδιάδες των συμφώνων

σε πάθη φωνηέντων χάνονται

ίσον

άντε γαμήσου επιτέλους Μοναξιά

μέσα στα  τίποτα τούτου του κόσμου

βλέπω μια άθλια συνάρτηση

 .

 

δες

λύνουνε κάποιοι εξισώσεις

άγριες μες στον ύπνο μου

καίνε ασταμάτητα  ανάσες μου

στο Άουσβιτς του Χρόνου

tetragoniki-riza-01

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο δεύτερο: Η εξομολόγηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Οκτωβρίου, 2017

Μέρος έβδομο. Κεφάλαιο δεύτερο: όπου ο Οινοκράτης εξομολογείται

(αφηγείται ο Εύελπις)

20071030145259E312_8402

Ο συνεργάτης μου (θαρρώ πως πρέπει να συνηθίσω να του αποδίδω αυτή την ιδιότητα και όχι εκείνη του πιστού υπηρέτη, ή του παιδαγωγού σε ένα σωρό πρακτικά θέματα -πράγμα που όντως υπήρξε σε μεγάλο βαθμό για μένα- όσο κι αν είμαι σίγουρος πως ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα πώς τον αποκαλώ και ότι, παρά τις λεκτικές του υπερβολές, δεν έχει ποτέ ως τώρα καβαλήσει τον κάλαμο, νομίζοντας πως ιππεύει τον Βουκεφάλα), ο συνεργάτης μου λοιπόν ο Οινοκράτης, θέλει κάτι να μου εξομολογηθεί και εγώ του προτείνω να με συνοδέψει σε έναν περίπατο στο Άστυ.

Σήμερα στην Αθήνα είναι πολλοί εκείνοι που κουβεντιάζουν περπατώντας. Αυτή η ¨αριστοτέλεια¨ πρακτική έχει ασφαλώς βρει περισσότερους οπαδούς ανάμεσα στους Αθηναίους παρά οι απόψεις του Δάσκαλου περί λογικής, ηθικής ή αισθητικής.  Πριν φύγω, δεν θυμάμαι να κυκλοφορούσαν στους δρόμους τόσες ομάδες πεζών συζητητών, όσες τώρα.

Εξάλλου θέλω να ξαναδώ μερικά οικεία σημεία της Αθήνας, εκείνα που φύτρωναν συχνά στα όνειρά μου όσο εισέδυα με το στράτευμα στις απόμακρες, εξωτικές περιοχές της Ασίας, δημιουργώντας μου το γλυκόπικρο άλγος του νόστου, του αισθήματος που συνοδεύει, τυραννάει και -κατά κάποιο περίεργο τρόπο- παρηγορεί τους ξενιτεμένους. Θέλω να δω αν οι αγαπημένες μου γωνιές είναι ακόμη όπως τις ονειρευόμουν ή αν έχουν υποστεί αλλαγές.

Ξεκινάμε έφιπποι απ’ την οικία του Λυκαβηττού, κατηφορίζουμε προς την κοίτη του Ιλισού και μπαίνουμε στο Άστυ από τις πύλες του Αιγέα. Αφήνουμε τα άλογα να μας περιμένουν κάτω από την επίβλεψη ενός νεαρού δημόσιου δούλου, σε έναν σκιασμένο δετήρα έξω από το θέατρο του Διονύσου, στην αρχή του ¨περίπατου¨ ανάμεσα στο λόφο των Μουσών και την Ακρόπολη.

Αυτό το μέρος, που πάντοτε αγαπούσα, ευτυχώς δεν έχει αλλάξει πολύ, παρά τα έργα που έγιναν πρόσφατα από τον Λυκούργο στο Θέατρο. Πράγματι η πρόσοψη είναι τώρα πιο πολυτελής -μνημειακή θα έλεγα, το κοίλον[1] έχει διευρυνθεί και τα παλιά ξύλινα καθίσματα έχουν αντικατασταθεί από μαρμάρινα. Όμως, παραδίπλα, το καμένο από τους Πέρσες και επισκευασμένο Παλιό Ωδείο εξακολουθεί να χρησιμεύει ως χώρος φύλαξης των σιτηρών αποθεμάτων της πόλης, ενώ το παρακείμενο μεγάλο τετράγωνο Ωδείο του Περικλή υψώνει πάντοτε την κάπως περίεργη κωνική του στέγη (που θυμίζει τις σκηνές των στρατοπέδων και που φτιάχτηκε από την ξυλεία των περσικών πλοίων που κυριεύτηκαν στη μάχη της Σαλαμίνας) και προσφέρει στεγασμένο χώρο για τις μουσικές εκδηλώσεις των αθηναϊκών γιορτών.

Ο ¨περίπατος¨ είναι απόψε γεμάτος κόσμο. Δεν πρόκειται μόνο για τους συνήθεις Αθηναίους περιπατητές αλλά και για ιδιαίτερα πολλούς ξένους, όλων των ηλικιών. Νέους που ταξίδεψαν ως εδώ για να απολαύσουν τις αθλητικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις των Μεγάλων Παναθηναίων που όπου να ‘ναι αρχίζουν, αλλά και ηλικιωμένους που έχουν και έναν άλλο μόνιμο πόλο έλξης στην Αθήνα: το θεραπευτήριο και το ναό του Ασκληπιού, που κι αυτός βρίσκεται εκεί, στη νοτιοανατολική πλευρά της Ακρόπολης, λίγο παρακάτω από το θέατρο. 

Σκέφτομαι πως δεν είναι μόνον εδώ που ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος τα πάνε καλά και κάνουν παρέα. Ο Ευρύνους μου έλεγε χτες, ότι στο γνωστό Ασκληπιείο της Επιδαύρου, μόλις ολοκληρώθηκε και όπου να ‘ναι εγκαινιάζεται προς τέρψη των προσκυνητών και ίαση των ασθενών, ένα ακόμη θεατρικό οικοδόμημα. Το θέατρο αυτό λέγεται ότι έχει εξαιρετική ακουστική και οι ιερείς-γιατροί του Ασκληπιείου είναι σίγουροι πως θα έχει υψηλή θεραπευτική επίδραση στους άρρωστους και γενικότερα στους επισκέπτες.

Μου έρχεται η επιθυμία να ανεβώ στον Παρθενώνα, να πω μια κουβέντα με τους θεούς και να απολαύσω την πανοραμική θέα της καταπράσινης κεντρικής κοιλάδας της Αττικής γης, από τον Υμηττό, την Πεντέλη και την Πάρνηθα ίσαμε τα νερά του Φαληρικού όρμου, έτσι όπως λούζεται στις ακτίνες του απογευματινού ήλιου που έχει αρχίσει να κοκκινίζει. Αλλά αποφασίζω να αναβάλω αυτή την ανάβαση για μια άλλη μέρα. Σκέπτομαι πως έχω υποσχεθεί στον Οινοκράτη να τον ακούσω και  πως δεν πρέπει να τριγυρίζω απ’ το ένα σημείο στο άλλο, παρασυρμένος  από την γλυκιά αίσθηση της επιστροφής. Εάν ακολουθήσω την αλυσίδα των συναισθημάτων μου θα πρέπει να περιδιαβαίνω για ώρες ατέλειωτες τα στενά και τις λεωφόρους, τα υψώματα και τα άλση του Άστεως, ξαναζωντανεύοντας τις εφηβικές μου αναμνήσεις.

«Τι τρέχει λοιπόν Οινοκράτη;» του λέω, δείχνοντας ταυτόχρονα προς τα δεξιά, υπονοώντας ότι είναι καλύτερα να αφήσουμε την θορυβώδη πολυκοσμία του ¨περιπάτου¨ και να ακολουθήσουμε την οδό των Τριπόδων που περιβάλλει τον ιερό βράχο της Ακρόπολης από την άλλη πλευρά, την βορειοδυτική. Τελικά όχι και τόσο επιτυχημένη επιλογή γιατί και εκεί, όπως θα διαπιστώσουμε αμέσως μετά, ρέει μεγάλο πλήθος ξένων περιηγητών θαυμάζοντας και σχολιάζοντας μεγαλόφωνα τα αγάλματα, τα αναθήματα και τα βραβεία σε διάφορους διαγωνισμούς που εκτίθενται παραταγμένα κατά μήκος της καμπύλης αυτής οδού.

«Τίποτα το δραματικό, αφέντη Εύελπι. Απλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου γιατί, αν πρόκειται να χειραφετηθώ και να αλλάξω υπόσταση -ή δεν είναι αυτή η σωστή λέξη;- εν πάση περιπτώσει, εάν η ζωή μου μπει σε νέα καλούπια, χρειάζεται κατά κάποιο τρόπο να ¨κλείσω¨ με την προηγούμενη. Όπως ξέρεις αφέντη Εύελπι, η προηγούμενη ζωή  μου έχει δύο φάσεις. Δίπλα στην οικογένειά σου έζησα τη δεύτερη, που διαρκεί πάνω κάτω δεκαπέντε χρόνια: από τότε που εσύ δεν ήσουν παρά ένα ζωηρό παιδί κι εγώ ένας νεαρός ναύτης αιχμάλωτος των Καρχηδόνιων πειρατών που μέσα στην γκίνια του είχε την τύχη να πουληθεί σε έναν δίκαιο και έντιμο άρχοντα, τον πατέρα σου, και να αναλάβει να επιβλέπει εσένα».

Τον διακόπτω.

«Ξέρεις κάτι Οινοκράτη. Κάνεις καλά που θες να χαράξεις τα πλαίσια της νέας σου ζωής. Ας αρχίσουμε λοιπόν με κάτι απλό και συγκεκριμένο. Δεν είναι ανάγκη να με φωνάζεις πια ¨αφέντη¨, και ¨κύριο¨ και άλλα τέτοια. Το σκεφτόμουν μάλιστα σήμερα το πρωί. Ήδη, εδώ και καιρό εργάζεσαι μαζί μ’ εμένα και νομίζω πως από κοινού καταφέραμε κάμποσα πράγματα. Ως συνεργάτες. Για μένα λοιπόν είσαι ήδη ένας συνεργάτης και το ίδιο είμαι εγώ για σένα. Όχι πια αφέντης. Κι επειδή δεν είθισται να αποκαλεί ο ένας τον άλλο ¨Ω συνεργάτα¨, καλό είναι να με αποκαλείς με το όνομά μου: Εύελπι.  Εγώ σε έχω συνηθίσει ως Οινοκράτη, αλλά εάν θέλεις να το αλλάξεις δεν έχω καμία αντίρρηση».

«Όχι, όχι αφ… Εύελπι. Το όνομά μου είναι μια χαρά. Μ’ αρέσει. Άλλωστε η Αθήνα είναι μια πόλη που αγαπάει ιδιαίτερα τον Διόνυσο, άρα και τα προϊόντα του και ό, τι τα θυμίζει. Και αφού το επιθυμείς θα προσπαθήσω να σε λέω και πάλι απλά Εύελπι, όπως όταν ήσουν μικρός.

Όμως σου έλεγα πως η ζωή μου τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είναι γνωστή και σε εσένα και στην αξιότιμη οικογένειά σου και σε εμένα, φυσικά. Εντούτοις ορισμένα πράγματα της προηγούμενης ζωής μου τα αγνοώ. Ή τα θυμάμαι κάπως, αλλά συγκεχυμένα και περιτυλιγμένα από την ομίχλη της νηπιακής ηλικίας. Και θα ήθελα τη βοήθειά σου για να τα ξεδιαλύνω».

«Να μην αμφιβάλλεις ότι θα κάνω ό, τι μπορώ. Αλλά για πες μου, αυτός είναι ο λόγος που θέλεις να δεις τον Αριστοτέλη; Πιστεύεις ότι μπορεί να ξέρει κάποια πράγματα που θα σε βοηθήσουν να εξερευνήσεις την εποχή της παιδικής σου ηλικίας;»

«Έχω μάθει πως ο Σταγειρίτης Δάσκαλος εκτός από τη βαθιά του μόρφωση, είναι κάτοχος μιας μεγάλης παρακαταθήκης γνώσεων καταγραμμένων σε παπύρους και βιβλία. Ανάμεσά τους είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κείμενα που να αφορούν την ιστορία της πατρίδας μου, των Συρακουσών, την εποχή που ήμουν μικρός. Ναι, θα ήθελα να μάθω καλύτερα τι ακριβώς συνέβη εκείνη την περίοδο».

«Κι αυτό μόνο και μόνο για να είσαι καλύτερα ενημερωμένος για την ιστορία της πόλης σου; Ή υπάρχει κάτι άλλο που ψάχνεις;»

«Υπάρχει. Ψάχνω το όνομα του πατέρα μου, για να ολοκληρώσω το δικό μου: Οινοκράτης ο εκ των Συρακουσών, ο γιος του…;».

«Για πες μου σε παρακαλώ τι ακριβώς ξέρεις, για να δω για τι πρέπει να ψάξουμε μαζί και πως αλλιώς μπορώ να σε βοηθήσω…» του λέω, απορημένος.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b5%ce%bb%ce%bb-et-17531640

Επειδή η φασαρία του δρόμου είναι όντως ενοχλητική, προτείνω στον Οινοκράτη να διακόψουμε τον περίπατο και να καθίσουμε σε ένα κυλικείο, εκεί λίγο παρά πάνω. Από το σημείο αυτό μπορεί να θαυμάσει κανείς όλο το βορειοδυτικό μέρος της πόλης, από τα μέγαρα του κέντρου, τα τείχη του Θεμιστοκλή, την πύλη του Διογένη ως και, στο βάθος, τις Αχαρνικές πύλες καθώς βάφονται με τις ιώδεις αποχρώσεις του δειλινού.

Συνεχίζουμε την κουβέντα μας μπροστά σε μια οινοχόη με οίνο κόκκινο και, φυσικά, κεκραμένο. Έτσι, ανάμεσα σε μια κύλικα και μια άλλη, μαθαίνω για την προγενέστερη ζωή του Οινοκράτη πράγματα που δεν ήξερα ή που δε θυμόμουνα, γιατί ποτέ δε είχε χρειαστεί να τα προσέξω ιδιαίτερα.  

Μαθαίνω λοιπόν ότι ο ικανός συνεργάτης μου έχει γεννηθεί σε έναν αποκλειστικά γυναικείο κρατικό οίκο που συντηρούσε δίπλα στα ανάκτορα ο Διονύσιος ο πρώτος, ο επί μακρύ χρονικό διάστημα τύραννος των Συρακουσών και όπου στεγάζονταν, λίγο πολύ μόνιμα και κατά κάποιο τρόπο κοινοβιακά, επιλεγμένες όμορφες γυναίκες, οι οποίες εκπαιδεύονταν ειδικά έτσι ώστε να είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν -με διακριτικότητα- τις απαιτήσεις της ανεπίσημης πολιτικής του καθεστώτος. Ένα είδος επίλεκτες δημόσιες εταίρες, ωραίες και καλλιεργημένες όσο και οι ¨δικές μας¨, οι Αθηναίες, αλλά που τις επιδοτούσε και τις έλεγχε το κράτος, στο οποίο και έπρεπε να δίνουν αναφορά.

Ο Οινοκράτης βέβαια, έμαθε περί τίνος ακριβώς επρόκειτο από πηγές κοντινές στην αντιπολίτευση και τους εχθρούς του Διονύσιου, αργότερα, μετά το θάνατο της μητέρας του. Η μητέρα του ήταν ένα από τα θύματα των μακρόχρονων αιματηρών επεισοδίων που συνόδεψαν τη διεκδίκηση της διαδοχής του τυράννου από τον γιό του και άλλους επίδοξους κυβερνήτες∙ πέθανε όταν ο μικρός ήταν περίπου δέκα χρονών χωρίς να προλάβει ή να θελήσει να του αποκαλύψει ποιος ήταν ο πατέρας του.

 Αυτό που ο ίδιος θυμάται από τη νηπιακή του ηλικία είναι ένα ευχάριστο περιβάλλον γεμάτο τρυφερές γυναίκες και μερικά πιτσιρίκια, προεφηβικής ηλικίας σαν κι αυτόν, που κυκλοφορούσαν παίζοντας και ξεφωνίζοντας, στους πίσω χώρους και στους κήπους του μεγάρου.

Εκείνο που δεν θυμάται είναι την ύπαρξη ενήλικων ανδρών, αν εξαιρέσει κανείς κάποιους ευνούχους και κάποιους γέροντες γιατρούς και ιερείς που και αυτοί εμφανίζονταν αραιά και  που. Σπάνια έρχονταν στο μέγαρο και ορισμένοι επισκέπτες φέρνοντας δώρα σε συγκεκριμένες γυναίκες, καθώς και παιχνίδια και γλυκά για τα παιδιά. Έναν από αυτούς ο Οινοκράτης τον θυμάται και, κάτι του λέει, ότι ο πατέρας του θα μπορούσε να είναι αυτός ο υψηλόσωμος άνδρας με την επιβλητική γενειάδα που του τσίμπησε μια φορά το μάγουλο, αλλά που ο ίδιος δεν του πάτησε σε απάντηση το πόδι, γιατί του είχε φέρει ένα αλογάκι-τραμπάλα και μια μεγάλη πλάκα παστέλι. Ο άνδρας αυτός, που κατά κάποιο τρόπο είχε εντυπωσιάσει τον μικρό Οινοκράτη (που, όπως μου εξομολογήθηκε, δεν ονομαζόταν βέβαια τότε Οινοκράτης, αλλά που η μαμά του τον φώναζε χαϊδευτικά Τσίτσο – στη τοπική διάλεκτο σημαίνει κάτι σαν ¨σπλάχνο¨) ήταν ντυμένος με τον τρόπο που, όπως ανακάλυψε αργότερα, ντύνονται οι άρχοντες της Αττικής.  Ή λοιπόν ήταν ένας πλούσιος κομψευόμενος Συρακούσιος που ακολουθούσε το συρμό, ή κάποιος εύπορος Αθηναίος επισκέπτης.

«Εσύ, πότε ακριβώς γεννήθηκες;» ρωτάω τον Οινοκράτη.

«Σύμφωνα με τις διηγήσεις της μητέρας μου όχι πολύ μετά το θάνατο του Διονύσιου του πρεσβύτερου και την αρχική ανάληψη της εξουσίας από τον γιο του, τον Διονύσιο τον δεύτερο.

«Σε ‘ρωτώ γιατί θυμάμαι ορισμένα πράγματα για την ιστορία των Συρακουσών από τα μαθήματά μου στη σχολή του Ισοκράτη. Ο Διονύσιος ο πρώτος, ένας τύπος που έμοιαζε κάπως με τον Πεισίστρατο των Αθηνών, πέθανε ύστερα από καμιά σαρανταριά χρόνια άσκηση εξουσίας. Αν λοιπόν γεννήθηκες ένα ή δύο χρόνια μετά τη διαδοχή, πρέπει να είσαι τώρα περίπου τριάντα έξη ή τριανταεπτά χρονών».

«Τόσο υπολογίζω κι εγώ»

«Όμως, αν θυμάμαι καλά, ο Διονύσης ο νεότερος δεν είχε τις ικανότητες του πατέρα του και μερικά χρόνια αργότερα ανετράπη από έναν ντόπιο ευγενή ονόματι Δίωνα. Έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει σε μια άλλη ελληνική πόλη της περιοχής…»

«Πράγματι, στις αναταραχές εκείνης της εποχής σκοτώθηκε η μητέρα μου. Ο Διονύσης κατέφυγε στους Επιζεφύριους Λοκρούς, μια αποικία των Οζολών Λοκρών στην άκρη της ιταλικής χερσονήσου. Και μας πήρε μαζί του. Εννοώ πολλά από τα παιδιά και τις γυναίκες του  Μεγάρου. Μαζί τους κι εμένα που ήμουν τότε εννιά ή δέκα ετών. Εκεί συνέχισα τις βασικές σπουδές μου και απ’ ότι ξέρω σε αυτό βοήθησαν και κάποια χρήματα που έφταναν που και που για μένα από την τράπεζα ενός -αν θυμάμαι σωστά το όνομα- Ανδρομήδη από τις Συρακούσες. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι εγώ μεν μεγάλωνα, ο δε Διονυσάκης ο Μικρός, όπως τον αποκαλούσαν  πολλοί, ετοίμαζε στράτευμα προκειμένου να επιστρέψει και να ανακτήσει την εξουσία στις Συρακούσες, με εκπαίδευσαν περί τα στρατιωτικά.

Έτσι τελικά κατέληξα πεζοναύτης σε ένα από τα πλοία που περιπολούσαν στο Ιόνιο φροντίζοντας για την ασφάλεια της πλεύσης από και προς το λιμάνι των Επιζεφυρίων.

Δεν φτούρησα όμως εκεί. Σε μια απ’ τις πρώτες θαλάσσιες εξορμήσεις στις οποίες συμμετείχα, το πλοίο μου έπεσε σε παγίδα και αιχμαλωτίστηκε από Καρχηδόνιους πειρατές. Τελικά εγώ κατέληξα σ’ ένα δουλοπάζαρο του Πειραιά, ενώ την ίδια περίοδο ο Διονύσης επέστρεφε στις Συρακούσες και ανακτούσε -αλλά όχι για πολύ, απ’ ό, τι έμαθα- την εξουσία.

e4

«Από τότε που ήρθες στην Αθήνα δεν κατάφερες να μάθεις κάτι περισσότερο για την καταγωγή σου;»

«Από τη μια δεν μπορούσα, γιατί δεν είχα πια κανένα συγγενή εκεί. Μια φίλη της μητέρας μου που μου είχε συμπαρασταθεί για ένα διάστημα, πέθανε κι αυτή και κάποιοι ελάχιστοι φίλοι από το στράτευμα ήτανε πια δυσπρόσιτοι. Από την άλλη προσπαθούσα να αντιμετωπίσω την απώλεια της προσωπικής μου ελευθερίας δημιουργώντας μια δική μου ¨φιλοσοφία¨. Όμως δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να το καταλάβει όποιος δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ… Αυτή η ¨φιλοσοφία¨ απαιτούσε από μένα ψύχραιμη συμπεριφορά και μαζί κάποια αποστασιοποίηση από τα τρέχοντα, την οποία όμως έχανα κάθε φορά που αναπολούσα ή έψαχνα το παρελθόν».

«Καλά, όμως για αυτό το παρελθόν δεν έχεις κανένα άλλο σημείο αναφοράς; Κάποιο όνομα, ή κάποιο ενθύμιο…;»

«Έχω

«Τι;»

Ο Οινοκράτης έχωσε το δεξί του χέρι στο εσωτερικό του ιμάτιού του και μετά το ανέσυρε από κάποιο κρυφό εσωτερικό θυλάκιο με την παλάμη κλειστή. Άνοιξε τα νευρώδη, λεπτά του δάκτυλα και μου έδειξε το περιεχόμενο. Ένα δαχτυλίδι. Μάλλον χρυσό.    Μου το έδωσε. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, για αυτό σηκώθηκα και πήγα να το εξετάσω κοντά στον πλησιέστερο δαυλό. Ήταν πράγματι χρυσό και στην επάνω πλευρά είχε χαραγμένο ένα Άλφα. Επέστρεψα στο τραπέζι με τα ποτά και ξαναγέμισα τα ποτήρια. Του το επέστρεψα.

«Νομίζω πως είναι σημαντικό στοιχείο, Οινοκράτη. Σού το έδωσε η μητέρα σου;»

«Ναι, λίγο πριν πεθάνει. Αλλά ήταν βαριά τραυματισμένη και δε μπόρεσε να μου μιλήσει γι αυτό».

«Πριν λίγο μου ανάφερες έναν Ανδρομήδη… Αν δεν κάνω λάθος έλεγες πως ήταν τραπεζίτης και πως σου έστελνε χρήματα…»

«Τα χρήματα δεν έφταναν σε εμένα προσωπικά, αλλά στην καλή φίλη της μητέρας μου, πού όσο ζούσε με προστάτευε. Αυτή μου ανέφερε κάποτε αυτό το όνομα…»

«Που αρχίζει από Άλφα!»

«Ναι, αρχίζει από Αλφα και πάντα πίστευα ότι αν καταφέρω κάποτε να επιστρέψω πάλι πίσω στις Συρακούσες θα πρέπει ίσως να πάω να τον επισκεφτώ. Όμως στην πρόσφατη περιπέτειά μας με τους ¨τυραννοκτόνους¨, όπως ξέρεις, μου συνέβη κάτι το απρόσμενο. Ξανασυνάντησα έναν παλιό μου φίλο από την πατρίδα. Τον Φιλήμονα, τον κωμωδιογράφο. Σου τον γνώρισα και ‘σένα, θα τον θυμάσαι υποθέτω».

«Ναι, βέβαια, θυμάμαι για ποιον μιλάς».

«Τον ρώτησα λοιπόν για τον Ανδρομήδη…»

«Και; Τον γνωρίζει;».

«Χμμ… -σκέψου την ειρωνεία με την οποία μας αντιμετωπίζει καμιά φορά η Ειμαρμένη. Τον γνωρίζει, όντως.  Έχει τη σωστή ηλικία και θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο φυσικός μου πατέρας, αλλά δεν υπάρχει τρόπος να το επαληθεύσουμε από τον ίδιο.

«Γιατί; Πέθανε κι αυτός;»

«Μάλλον όχι, αλλά είναι κι αυτός αιχμάλωτος των Καρχηδονίων. Τον έπιασαν πρόσφατα, καθώς ταξίδευε συνοδεύοντας ένα φορτίο σιτηρά προς την Κηρύνη. Οι Αφρικανοί έχουν ζητήσει λύτρα, μου είπε ο Φιλήμονας, αλλά από ό, τι ξέρει απ’ την αλληλογραφία και τις επαφές του με την πατρίδα, οι συγγενείς και κληρονόμοι του τραπεζίτη σφυρίζουν αδιάφορα. Όμως…»

«Όμως τι;»

«Υπάρχει και ένα άλλο σημείο που με προβληματίζει, σχετικά με τον Ανδρομήδη, αν και νομίζω πως δεν έχει αποφασιστική σημασία…»

«Τι πράγμα;»

«Από αυτά που ξέρει γι αυτόν ο Φιλήμονας, προκύπτει ότι, παρά την ιδιότητα του τραπεζίτη, ο Ανδρομήδης είναι φανατικός φιλολάκων. Ξέρεις, από εκείνους που θαυμάζουν τους Σπαρτιάτες όχι μόνο για την πολεμική τους ανδρεία, αλλά και για τη γενικότερη νοοτροπία τους. Υπάρχουν αρκετοί φανατικοί αυτού του είδους. Αυτό, θα μου πεις, είναι ιδιαίτερα παράδοξο για έναν τραπεζίτη, δεδομένου ότι οι Σπαρτιάτες δεν έχουν καν ένα νόμισμα της προκοπής και περιφρονούν τις χρηματικές συναλλαγές. Τουλάχιστον αυτό λέει η παράδοση, αν και τα τελευταία χρόνια πολλά παραδοσιακά πράγματα έχουν αρχίσει να χαλάνε… Σε κάθε περίπτωση, ένας φιλολάκων δεν θα φορούσε ποτέ αθηναϊκή φορεσιά. Εμένα μου φαίνεται πολύ απίθανο. Αλλά  εάν ο πατέρας μου είναι ο Ανδρομήδης, τότε ποιος ήταν εκείνος ο αθηνοφορεμένος που με εντυπωσίασε όταν ήμουν μικρός; Αποκλείω να ήταν κάποιος θαυμαστής των Λακεδαιμονίων».

Γελάω.

«Και έτσι, Οινοκράτη μου, να που έρχεται στο προσκήνιο και πάλι ο Αριστοτέλης, ή μάλλον το Άλφα του ονόματός του». Δεν χαμογελάει.

«Εντάξει του λέω, έχουμε αντιμετωπίσει δυσκολότερα αινίγματα. Ναι είσαι σίγουρος ότι δεν θα αφήσουμε άλυτο αυτό. Όσο για τον Αριστοτέλη, άσε να το χειριστώ πρώτα εγώ και εάν χρειαστεί τον βλέπουμε και μαζί». Αυτήν τη φορά χαμογελάει.

Σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι. Τυπικά, χάνω έναν ικανό δούλο, αλλά στην ουσία κερδίζω κάτι πολύ πιο δυσεύρετο και πολύτιμο: έναν καλό φίλο.

…..%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

[1] Κοίλον: ο αμφιθεατρικός χώρος του αρχαίου θεάτρου όπου κάθονταν οι θεατές.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται την Ωραία των Αθηνών

Posted by vnottas στο 18 Οκτωβρίου, 2017

Μέρος Έβδομο: Η δίκη

Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται την Ωραία των Αθηνών

images (12)

Ο Εύελπις βρίσκεται στον  προθάλαμο της πολυτελούς κατοικίας της Φρύνης. Και περιμένει. Αδιαμαρτύρητα.

Η αναμονή αποτελεί αποδεκτή οφειλή στην ιδέα του κάλλους, για την οποία οι θεοί αποφασίζουν που και που, όχι πάντα, να δώσουν μια χειροπιαστή (ω πόσο!) γεύση στους θνητούς. Και η Φρύνη αποτελεί τη ζωντανή  απόδειξη ότι η ωραιότητα έχει θεία προέλευση, ο Εύελπις το ξέρει  και γι αυτό υποκλίνεται νοερά και περιμένει.

Ο προθάλαμος είναι διακοσμημένος με καλλιτεχνήματα εμπνευσμένα από την (νυν – προφανώς στο μέλλον θα υπάρξουν κι άλλες) Ωραία των Αθηνών και φιλοτεχνημένα από τους πιο γνωστούς γλύπτες και ζωγράφους της εποχής. Έτσι ώστε, σκέφτεται ο Εύελπις, οι θαυμαστές της ωραίας που φτάνουν μόνο μέχρι εδώ και δεν καταφέρνουν να περάσουν στα ιδιαίτερα δωμάτιά της, να παίρνουν τουλάχιστον μια ορατή (αν και όχι απτή)  δόση ομορφιάς και να αποζημιώνονται κάπως.

Όπως είναι αναμενόμενο, σε περίοπτες θέσεις υπάρχουν χάλκινα και μαρμάρινα έργα του Πραξιτέλη. Μερικά απ’ αυτά είναι οι δυσεύρετες αρχικές μελέτες-μικρογραφίες ογκωδέστερων έργων που κοσμούν σήμερα ναούς και πλατείες πολλών πόλεων.

Ο Εύελπις ξέρει, όπως άλλωστε όλη η πόλη, ότι ο διάσημος Αθηναίος γλύπτης, παρά τη διαφορά ηλικίας, υπήρξε  ο μεγάλος έρωτας της Φρύνης. Τα περίφημα αγάλματα της θεάς Αφροδίτης, τα ενέπνευσε εκείνη και φιλοτεχνήθηκαν με πρότυπο το δικό της σώμα και το δικό της πρόσωπο. Σήμερα ο Πραξιτέλης έχει περάσει τα εξήντα και απ’ ό, τι είπε στον Εύελπι η μητέρα του, η κυρά Άνθεμη, που είναι καλά πληροφορημένη περί τα ¨αθηναϊκά¨, δεν είναι και τόσο καλά στην υγεία του. Λέγεται ότι το εργαστήριο έχει περάσει πλέον στα χέρια των γιών του, του Κηφισόδοτου και του Τίμαρχου, αλλά η Φρύνη (και η κυρά Άνθεμη λέει πως το βρίσκει σωστό και το εγκρίνει) δεν έχει παύσει να επισκέπτεται και να συμπαραστέκεται στον αλλοτινό της έρωτα.

Στο μυαλό του Εύελπι έρχεται η παλιά χαριτωμένη ιστορία, τότε που ο Πραξιτέλης θέλησε να χαρίσει ακόμη ένα έργο του στη Φρύνη και εκείνη, φυσικά, απαίτησε το καλύτερο. Εκείνος της είπε να διαλέξει, αλλά εκείνη αρνήθηκε και επέμενε να της δώσει το δημιούργημα που ο ίδιος και όχι αυτή, θεωρούσε πιο πετυχημένο. Ο Πραξιτέλης όμως απέφευγε να της αποκαλύψει ποιο προτιμούσε. Της έλεγε ότι όλα ήταν σαν παιδιά του και άλλα τέτοια, που λένε συνήθως οι καλλιτέχνες.

Η Φρύνη όμως δεν το ‘βαλε κάτω, οπότε μια στιγμή εμφανίζεται ένας υπηρέτης, βαλτός από εκείνην, και λέει στον γλύπτη: ¨Τρέξε Πραξιτέλη, καίγεται το εργαστήρι σου και μερικά έργα καταστράφηκαν!¨ κι εκείνος, ανήσυχος, αυθόρμητα, εύχεται και ρωτάει: ¨Ελπίζω ανάμεσά τους να μην είναι ο Σάτυρος και ο Έρωτας;¨ Οπότε εκείνη χαμογελώντας θριαμβευτικά του λέει: ¨Δεν κάηκε τίποτα αγαπημένε μου Πραξιτέλη, αλλά ένα από αυτά τα έργα σίγουρα θα το χάσεις. Γιατί, αποφάσισα: ένα απ’ αυτά  είναι το άγαλμα που θα μου χαρίσεις!¨  

Έτσι η Φρύνη απέκτησε τον ¨Έρωτα¨ που στη συνέχεια τον αφιέρωσε στον ναό της Αφροδίτης στις Θεσπιές, την ιδιαίτερή της πατρίδα, ενώ ο ¨Σάτυρος¨ παρέμεινε στην Αθήνα και τοποθετήθηκε στην οδό των Τριπόδων, κάτω από την Ακρόπολη,  ούτως ώστε όλοι να μπορούν να θαυμάσουν έναν σάτυρο χωρίς τραγοπόδαρα μεν, πλην όμως νέο, όμορφο και μόνον υπαινικτικά λάγνο και θηριώδη.

images (6)

Ανάμεσα στις ζωγραφιές που κοσμούν τους τοίχους του προθάλαμου, ξεχωρίζει μια απεικόνιση της Φρύνης φτιαγμένη από τον Απελλή, τον εικονογράφο από την Σικυώνα. Ο Εύελπις τον θυμάται. Είχε γίνει ήδη γνωστός στην Αθήνα προτού γνωρίσει τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, τον οποίο και ακολούθησε στην ασιατική εκστρατεία ίσαμε την Έφεσο, ως προσωπικός του ζωγράφος. Ίσως η απουσία του από την Αθήνα να είναι η αιτία που τα έργα του όπου κυριαρχεί η εικόνα της, είναι λιγοστά.  Όμως, μια άλλη αιτία μπορεί να είναι ότι οι παρέες της Φρύνης απαρτίζονταν (και απαρτίζονται ακόμη) από καλλιτέχνες και πολιτικούς που αντιπαθούν, εάν δεν εχθρεύονται ανοιχτά, τους Μακεδόνες.  Αρχίζοντας από τον κολλητό της, τον ρήτορα Υπερείδη, όλοι σχεδόν οι φίλοι της ανήκουν στους Αθηνοκεντρικούς και στους Αντιμακεδόνες∙ επομένως δεν υπήρξε (πολύς) χώρος για εκείνους που, όπως ο Απελλής, ακολούθησαν τον Αλέξανδρο. Ο Υπερείδης είναι εκείνος που την είχε υπερασπιστεί όταν κατηγορήθηκε από κάποιον Ευθία για ασέβεια προς του παραδοσιακούς θεούς και επειδή (κατά τον Ευθία – ως άλλος Σωκράτης) εισήγαγε στην Αθήνα έναν λάγνο καινό δαίμονα, θρακικής προέλευσης, τον αποκαλούμενο Ισοδαίτη.

Ο Εύελπις χαμογελάει. Τη θυμάται τη δίκη της Φρύνης. Ήταν λίγο πριν την αναχώρησή του για την Ασία. Ήταν μία ακόμη περίσταση που οι Αθηναίοι είχαν διαιρεθεί: χωρισμένοι σε υπέρ και κατά του ζεύγους της κατηγορούμενης και του υπερασπιστή της, αλλά και διαιρεμένοι με βάση πόσο (και ποιο) μέρος του ωραίου της κορμιού είχε επιδειχθεί γυμνό στους δικαστές, προκειμένου η άψογη θέασή του να συνηγορήσει για την  γενικότερη αθωότητά της. Άλλοι έλεγαν ότι ήταν μόνο το αριστερό στήθος της, άλλοι το δεξί, άλλοι ισχυρίζονται ότι το θέαμα υπήρξε ολικό και πανοραμικό.

Υπήρξε επίσης διαφωνία σχετικά  με το εάν η αναζήτηση της ¨γυμνής¨ αλήθειας  ήταν  εύρημα της υπεράσπισης ή ήταν πρωτοβουλία της Φρύνης της ίδιας.  Ο Εύελπις θυμάται ότι είχε τόσο πολύ κόσμο στη δίκη (είχε γίνει χαμός από ντόπιους και ξένους επισκέπτες) που, τόσο η ακρόαση, όσο και η θέαση της διαδικασίας από το κοινό είχε καταντήσει προβληματική. Μέσα σε έναν τέτοιο σαματά και ένα τέτοιο στριμωξίδι, ο κάθε ένας είδε κι άκουσε ό, τι ήθελε.

Πάντως ο Εύελπις θυμάται πως, αν και τότε δεν ήταν τόσο ενήμερος για τις πολιτικές μανούβρες όσο τώρα, είχε ήδη θεωρήσει ότι η δίκη της Φρύνης ήταν στην ουσία μια πολιτική δίκη. Η ανερχόμενη τότε (μετά την ήττα των Αθηναίων στη Χαιρώνεια) παράταξη των φιλομακεδόνων, είχε βάλει στόχο την αντίπαλη ομάδα  και είχε εγκαλέσει το πιο τρωτό μέλος της, την Φρύνη, προκειμένου να αποδυναμώσει ένα από τα ηγετικά της στελέχη, τον (σύμφωνα με πολλούς ευνοούμενο εραστή της) ρήτορα Υπερείδη. Αυτήν τη δίκη οι φιλομακεδόνες την έχασαν, -οι φιλόκαλοι δικαστές αθώωσαν  τη Φρύνη- ευτυχώς χωρίς πολλές παράπλευρες απώλειες, μια που η πολιτική της συσπείρωσης των Ελλήνων (περί τους Μακεδόνες) έδειχνε να πετυχαίνει και η εκστρατεία προς ανατολάς ξεκινούσε θριαμβευτικά. ¨Όμως¨, σκέφτεται ο Εύελπις με το νου του στην επικείμενη δίκη που ξεκινάει ο Αισχίνης, ¨νομίζω πως σ’ αυτό έχει δίκιο ο Δημάδης, καλό θα είναι να μην επαναληφθεί μια δικαστική αποτυχία, γιατί, αυτήν τη φορά,  ενδέχεται να είναι περισσότερο επώδυνη για όλους¨.

images (5)

Ένα θρόισμα των παραπετασμάτων που χωρίζουν τον προθάλαμο από τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του οίκου της Φρύνης αποσπά τον Εύελπι από τους ¨εν αναμονή¨ συλλογισμούς του. 

Ακούγεται μια ευχάριστη καμπανιστή φωνή.

«Και όμως… Νομίζω πως σε θυμάμαι νεαρέ Μεγαρέα. Μα ναι, σίγουρα σε έχει πάρει το μάτι μου, παλιότερα, σε γιορτές και συναντήσεις. Αν και έχω την εντύπωση ότι, τότε, ήσουν μάλλον ντροπαλός και πως στις συντροφιές έμενες μάλλον στο περιθώριο».

Ο Εύελπις σηκώνεται και γέρνει το κεφάλι του μπροστά χαιρετίζοντας την οπτασία που εμφανίστηκε ανάμεσα στα κεντημένα παραπετάσματα.

«Εάν ωραία Φρύνη με θυμάσαι, έστω και αμυδρά, το θεωρώ μεγάλη μου τιμή», της λέει.

«Συνήθως έκανες παρέα με τους ακόλουθους του Ισοκράτη, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, ανήκω σε μια από τις τελευταίες φουρνιές των μαθητών της σχολής του, πριν ο δάσκαλος διαβεί την  Αχερούσια Πύλη».

Η Φρύνη του δείχνει μια πολυθρόνα και του κάνει νεύμα ότι μπορεί να καθίσει. Η ίδια κάθεται σε μια άλλη, απέναντί του. Εμφανίζονται δύο νεαρές θεραπαινίδες κρατώντας δίσκους με αναψυκτικά: μελίκρητο[1] και ένα είδος ελαφριού κυκεώνα[2]. Τα τοποθετούν στο χαμηλό τραπέζι  ανάμεσά τους και αποσύρονται. Η Φρύνη τον κοιτάζει ερωτηματικά, εκείνος της δείχνει τον κρατήρα με τον κυκεώνα και εκείνη του γεμίζει ένα σκύφο, ενώ για τον εαυτό της ετοιμάζει μία κύλικα με μελίκρητο.

Η Ωραία είναι τώρα ελαφρά ειρωνική: «Ώστε η μοίρα των ¨πανελλαδιστών¨ τους οδηγούσε εν τέλει στην αυλή των Μακεδόνων;…»

Ο Εύελπις έχει προς στιγμήν αφαιρεθεί θαυμάζοντάς την.  Η κόμμωσή της είναι περίτεχνη, αλλά το πρόσωπό της είναι καθαρό από ψιμύθια.  Φοράει ένα, εκ πρώτης όψεως απλό, λευκό πτυχωτό φόρεμα… Όμως η παρατήρησή της τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.

«Θα ήταν μεγάλη και εκλεκτή απόλαυση εάν θα είχα την ευκαιρία μα συζητήσω μαζί σου τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις αξιέραστη Φρύνη. Και είμαι απολύτως στη διάθεσή σου αν επιθυμείς κάτι τέτοιο. Ωστόσο επίτρεψέ μου πριν απ’ όλα να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου προς την Θαΐδα και να σου μεταφέρω την αγάπη, τον σεβασμό και την πάγια εκτίμησή της απέναντί σου».

Η Φρύνη χαμογελάει.

«Η Θαίδα είναι μια ταλαντούχα νέα» λέει. «Δεν ξέρω αν έκανε καλά όταν αποφάσισε να ακολουθήσει την εκστρατεία, αλλά ήμουν πάντοτε σίγουρη ότι και εκεί θα άφηνε το χνάρι της».

Η Φρύνη κοιτάζει τον συνομιλητή της κατά πρόσωπο, προσεκτικά. Προφανώς κάτι θα τον ρωτήσει και θέλει να ανιχνεύσει την απάντηση, όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στην έκφρασή του. «Αληθεύει ότι είναι αυτή που προκάλεσε την πυρκαγιά της Περσέπολης;»

Ο Εύελπις ξέρει ότι η Φρύνη δεν δίστασε να δείξει και μάλιστα με θεαματικό τρόπο τις δικές της απόψεις για όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, όταν πρότεινε στους Θηβαίους να αναγείρει και πάλι, με δικά της έξοδα, τα τείχη της πόλης που κατάστρεψε ο Αλέξανδρος. Η Ωραία δεν κατέχει μόνον άφθονο χρήμα, αλλά έχει και άποψη και κουράγιο: όλα τα απαραίτητα για να τροφοδοτηθεί ο μελλοντικός της θρύλος. Η (συντηρητική) ηγεσία της πόλης των Θηβών αρνήθηκε, αλλά η προσφορά πέρασε το ίδιο στην Ιστορία. Τώρα να που η Φρύνη ενδιαφέρεται, ίσως να ανησυχεί ή ίσως να χαίρεται, ακούγοντας πως η νεαρή Θαΐδα έκανε κάτι ακόμη πιο θεαματικό.  Έκαψε, ως νέα ενσάρκωση της Νέμεσης τα παλάτια της πρωτεύουσας των Περσών.

Ο Εύελπις ανασηκώνει το ένα φρύδι και της χαμογελάει.

«Όχι» της απαντά. «Δεν ήταν αυτή.  Άλλωστε πιστεύω ότι εάν το είχε κάνει εκείνη, εσύ θα το ήξερες ήδη». 

Η Φρύνη δεν αγνοεί το υπονοούμενο του Μεγαρέα. «Νομίζω ότι μου αποδίδεις γνώση πραγμάτων και εποπτεία των καταστάσεων που, δυστυχώς, δεν έχω. Ποιος ήταν λοιπόν ο εμπρηστής;»

«Θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντι σου ωραία Φρύνη και ελπίζω να είσαι και εσύ εξ ίσου ειλικρινής, αν και ξέρω λίγο-πολύ τόσο τις γενικότερες απόψεις σου, όσο και εκείνες των στενών σου φίλων. Αν αναρωτιέσαι γιατί αυτή η εμπιστοσύνη, θα σού πω ότι πιστεύω πως υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στους ανθρώπους που διαθέτουν καλή πίστη, όποια κι αν είναι η πολιτική που ο καθένας κρίνει προσφορότερη για την σημερινή κατάσταση».

«Σε ακούω με ενδιαφέρον νεαρέ Μεγαρέα».

«Σχετικά με την πυρκαγιά, αυτή φαίνεται πως ήταν το μοιραίο αποτέλεσμα της σύγκλισης δύο πραγμάτων: Αφ’ ενός η φωτιά στην Περσέπολη ήταν μια στρατηγική αναγκαιότητα στη διεξαγωγή ενός πολέμου σε εξέλιξη, όπου δεν έχει γραφτεί ακόμη το οριστικό τέλος, επομένως μερικά ¨εκφοβιστικά¨ ή απλώς ¨προληπτικά¨ μέτρα έχουν τους οπαδούς τους. Αφετέρου, ανεξάρτητα με το ποιος άναψε το δαδί, η απόδοση της ευθύνης στην Θαΐδα (όχι μόνο σε αυτήν, αλλά γενικότερα στην Αθηναϊκή πολιτική η οποία παρουσιάζεται ως παρεμβατική και εκδικητική) είναι  μια εσκεμμένη συκοφαντική επιχείρηση, έτσι ώστε να υπονομευτεί η σχέση της Αθήνας με τους Μακεδόνες προς όφελος άλλων πολιτικών και άλλων επιρροών. Γιατί δε ρωτάς τους Αθηναίους πρέσβεις που συνόδεψαν τα αγάλματα; Θα δεις ότι ξέρουν κάποια πράγματα και ενδεχομένως θα σου μιλήσουν σχετικά.

Όμως προηγουμένως με ρώτησες κάτι άλλο. Εάν η θεωρητική διδασκαλία του Δάσκαλου Ισοκράτη για ενότητα των Ελλήνων συμβιβάζεται με την συγκεκριμένη μακεδονική ηγεμονία, πρώτα του Φίλιππου και τώρα του Αλέξανδρου. Θα σου απαντήσω ευθέως: όχι. Όχι πλήρως.

Είναι αλήθεια ότι ο Δάσκαλος Ισοκράτης απογοητευμένος από τις έριδες και τις μικροκακίες των πολιτικών παρατάξεων είχε απευθυνθεί γραπτά προς τον Φίλιππο ζητώντας του να πάρει ενωτικές πρωτοβουλίες, όμως είναι αλήθεια επίσης, κακά τα ψέματα,  ότι η ηγεμονία και η καθοδήγηση των Ελλήνων που είχε αρχικά στο μυαλό του ο Ισοκράτης αφορούσε βασικά την Αθηναϊκή δημοκρατία. Αυτή είναι που θα έπρεπε να αναλάβει τα ηνία, όχι νικώντας σε έναν ακόμη καταστρεπτικό πόλεμο, αλλά επειδή, απλούστατα, θα μπορούσε να πείσει τους Έλληνες για το αυτονόητο: πόσο ανόητες και φθοροποιές είναι οι αλλεπάλληλες εσωτερικές συγκρούσεις.

Αλλά η Ιστορία ακολούθησε διαφορετικό ρου. 

Τώρα εσύ ίσως δεν έχεις άδικο να αναρωτιέσαι πώς και γιατί οι οπαδοί των θεωριών του Ισοκράτη υποστηρίζουν την ηγεσία των Μακεδόνων. Η ορθότερη απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι η πιο απλή: Ούτε η Αθήνα ούτε καμιά άλλη από τις παραδοσιακά ισχυρές ελληνικές πόλεις είναι σε θέση σήμερα να ηγηθεί σε ένα σοβαρό πανελλήνιο ενωτικό εγχείρημα. Η Ιστορία διανύει μία φανερή καμπή και είναι μοιραίο να εμφανιστούν νέοι πρωταγωνιστές. Ίσως με λιγότερη αίγλη αλλά με περισσότερη αποτελεσματικότητα, Εάν η ενότητα εξακολουθεί να είναι το πρώτο ζητούμενο, τότε δεν υπάρχουν περιθώρια για μεμψιμοιρίες.

Όμως, πρόσεξέ με Φρύνη: αυτό δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες του Νότου πρέπει να ακολουθήσουν τυφλά και άκριτα τους Μακεδόνες. Αντίθετα, πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση, αν όχι σε επιφυλακή». 

30fe7-6a0168e53be7ff970c01a511bd202b970c-pi

Η Φρύνη τον κοιτάζει με κάποια έκπληξη και τον διακόπτει χαμογελώντας. Ίσως λίγο θερμότερα απ’ ό, τι πριν.   «Θέλω να σου πω δύο πράγματα: το ένα είναι πως σε ευχαριστώ που δεν αναλώθηκες κάνοντάς μου μόνον τις συνήθεις φιλοφρονήσεις. Σε ακούω με ευχαρίστηση να μου μιλάς για τα κοινά. Όχι γιατί οι έπαινοι έπαψαν να μου αρέσουν, απλά γιατί, ακόμη και σ’ αυτούς, προτιμώ κάποια ποικιλία. Με ενδιαφέρει -πάντοτε με ενδιέφερε- το τι συμβαίνει γύρω μου και μου αρέσει να ενημερώνομαι και να συζητώ. Αυτό είναι κάτι που οι φίλοι μου το ξέρουν και με ευχαριστεί που το αναγνωρίζεις κι εσύ.

Το άλλο που θέλω να σου πω είναι ένα ερώτημα:  Νεαρέ Μεγαρέα προσπαθείς να με προσηλυτίσεις; Αν ναι, σε τι ακριβώς; Ξέρω πως γνωρίζεις ότι αρνήθηκα να ανεβώ στη Μακεδονία όταν με προσκάλεσε ο Φίλιππος και πως ούτε η γοητεία του νεαρού Αλέξανδρου στάθηκε ικανή να με κάνει να αλλάξω γνώμη. Ξέρεις επίσης ότι ανάμεσα στους στενούς μου φίλους βρίσκονται μερικοί από τους πιο αξιόλογους πολίτες της Αθήνας, οι οποίοι όμως δεν διακρίνονται για τη συμπάθειά τους προς τους στρατηλάτες του Βορρά».

«Αξιέραστη Φρύνη. Ούτε εσύ ούτε εγώ είμαστε γεννημένοι στην Αθήνα. Όμως φιλοξενηθήκαμε και γίναμε αποδεκτοί σ’ αυτήν την πόλη και μπορούμε να πούμε πως και οι δυο την αγαπάμε και επιθυμούμε να είναι ευημερούσα και ευτυχής. Αλλά το βασικότερο και περιεκτικότερο κοινό μας σημείο είναι ότι και οι δυο γνωρίζουμε πως ανήκουμε σε ένα ευρύτερο σύνολο, αισθητά διαφορετικό από τις ανοργάνωτες φυλές της Δύσης και του Βορρά, αλλά και διακριτό από τα μονολιθικά βασίλεια και τις αυτοκρατορίες της Ανατολής και του Νότου. Αυτό το σύνολο που συσπειρώθηκε άλλοτε νικώντας τους ασιάτες εισβολείς, μπορεί και πάλι να συμπτυχτεί και να επιτύχει θαυμαστά καινούργια πράγματα. Αρκεί στην απαράμιλλη ζωτικότητα των ελληνικών φύλων του βορρά που παίρνουν τώρα την πρωτοβουλία, να προστεθεί η σοφία και η εμπειρία της  παλιάς Ελλάδας. Πιστεύω πως σε μια τέτοια κατεύθυνση μπορούμε να συμβάλουμε, τόσο εγώ, ο φιλοξενούμενος στην Αθήνα Μεγαρεύς όσο κι εσύ, η καταγόμενη από τις Θεσπιές της Βοιωτίας αγαπημένη των Αθηνών».

Ένα καμπανιστό γελάκι, δείχνει την ευαρέσκεια της Φρύνης

«Αυτό που είπες για την αξία της εμπειρίας με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το ξέρεις. Για τα άλλα δεν ξέρω… ακόμη. Πάντως βρίσκω τη συζήτηση μαζί σου ενδιαφέρουσα. Νομίζω ότι μπορείς να με επισκέπτεσαι. Στο σπίτι μου θα συναντήσεις και θα μπορέσεις να συνομιλήσεις χωρίς τυπικότητες, αρκετούς σημαντικούς γηγενείς. Λίγο κυκεώνα ακόμη;»

Όμως, παρά την αυτοκυριαρχία του, που ο ίδιος θεωρεί δεδομένη, η προσοχή του Εύελπι έχει εστιαστεί στο γόνατο, καθώς και ένα τμήμα του μηρού της ωραίας που έχει εμφανιστεί ανάμεσα στις πτυχές του φορέματός της και έτσι, προσωρινά τουλάχιστον , δυσκολεύεται να απαντήσει…

……………….

[1] Μελίκρητος: υδρομέλι

[2] Κυκεών: κυρίως κρασί, αλλά ανακατεμένο με μέλι, τυρί,  και κριθαρένιο αλεύρι.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

¨Μέχρι το εύκολο άλλο¨ και ¨Η επώαση¨

Posted by vnottas στο 18 Οκτωβρίου, 2017

Δύο πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου

 

χαρτί 8

ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΕΥΚΟΛΟ ΑΛΛΟ

 

Εμείς που ποτέ δε διανύσαμε

τη μικρή απόσταση

μέχρι το εύκολο άλλο

με πληγωμένα πέλματα από την πορεία

ξαποσταίνουμε ήρεμοι

στο φρέαρ της επιμονής

για να ξεδιψάσουμε την πίκρα μας.

Ετοιμαζόμαστε φλεγόμενοι

από την παλιά επιθυμία

για τη διασάλευση της τάξης

σαν ανώνυμοι αλήτες

σαν αδιόρθωτοι φωνασκούντες

στην παροικία των αλαφροΐσκιωτων.

Χωρίς κόπο κρατούμε

αποστάσεις από ‘κείνους

που στην πρώτη ευκαιρία

μετοίκησαν μεταμελημένοι

με κομψούς τρόπους και καλούς οιωνούς.

Όχι ποτέ δε διανύσαμε

τη μικρή απόσταση

μέχρι το εύκολο άλλο!

***

flowers-2082494__340

Η ΕΠΩΑΣΗ

 

Κάποιες νύχτες από τις πολυκαιρισμένες σελίδες

του παλιού μου βιβλίου

ξεπετιέται ένα γαλαζοκίτρινο πουλί

και φτερουγίζοντας νωχελικά

μπαίνει μέσα στο κεφάλι μου

για να γεννήσει τα αυγά του.

Τα επωάζει προσεχτικά

και την αυγή με το πρώτο φως

οι νεοσσοί ανοίγουν τις φτερούγες τους

κι ουρανός γεμίζει γαλαζοκίτρινα πουλιά

που φτάνουν μέχρι την κορφή του.

Μέσα στο μυαλό μου

δεν απομένει παρά μια κρυστάλλινη φρουτιέρα

γεμάτη από κόκκινα ρόδια

κι ένα ανοιχτό τριαντάφυλλο

που το λησμόνησε εκεί ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »