Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Φεβρουαρίου 2021

Έκαστος και η αυτού βάσανος

Posted by vnottas στο 12 Φεβρουαρίου, 2021

αρχείο λήψης (7)

Τον καιρό εκείνο, τότε που όπου κι αν κοίταγες, μπροστά ή πίσω, οι τόποι είχαν μπλεχτεί και ακινητοποιηθεί ενώ οι χρόνοι ανακατεύονταν ασταμάτητα, δύο τύποι τράβηξαν την προσοχή δύο ποιητών. Τον ένα τύπο, στρατηλάτη που ονειρευόταν με την τεχνική της ¨άσκησης επί χάρτου¨, τον εντόπισε ο Νίκος (Μοσχοβάκος) τον άλλο, έμπορο που αναλογιζόταν ισολογίζοντας, τον ανακάλυψε ο Λευτέρης (Μανωλάς).

Ιδού οι περιγραφές:

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ (Μοσχοβάκος)

Σ’ αυτήν την πολιορκία

δεν θα κάνω χρήση

του πολιορκητικού μου κριού.

Έχω άλλα όπλα πιο απρόβλεπτα

για να κατακτήσω το κάστρο.

Εξάλλου δεν επιθυμώ

τη συντριβή του αντιπάλου

μόνο την υποταγή του θέλω

ν’ αποδεχθεί τους όρους μου

κι έπειτα θα τύχει της επιείκειάς μου

αφού θ’ αρχίσει σιγά-σιγά να κατανοεί

πως ήταν απρόσφορο

να μου αντισταθεί.

Ελπίζω ήδη να κατάλαβε

πόσο επιβεβλημένη ήταν

η παραδοχή της υπεροχής μου,

σκεπτόταν συνέχεια ο Δημήτριος ο Πολιορκητής

το βράδυ πριν αποκοιμηθεί.

Όλα τα υπόλοιπα

εξελίχθηκαν σαν να ονειρευόταν.

***

ΑΔΟΛΗ ΑΠΟΥΣΙΑ (Μανωλάς)

                                       Στη

                                      μικρή  Λυδία

Αμέριμνος ο Σέλευκος

έμπορος τώρα ξακουστός

Το γένι του καλλώπιζε

Αχόρταγα κοιτάζοντας

Από τα υψίπεδα της Τύρου

τις  ομορφιές της Al Mina

Νοιώθοντας ένα μούδιασμα

Όχι μοναχά που ασυνόδευτα

                            θ’ άφηνε

λόγω του απανταχού θανατικού

Αλλά κι από τον ολοήμερο κάματο

από το φόρτωμα της φρέσκιας σοδειάς

                                         πορφύρας

Μην υποψιαζόμενος πως

Αυτό το φορτίο για τους

                      Φιλίππους

το τελευταίο θάταν

Δίχως ακόμα να πιστέψει

Πως αληθινή ήταν

                 πράγματι

Του παλιού του φίλου Σαούλ

Η πρόσκληση σε βάπτιση στον ποταμό

                                            Ζυγάκτη

Να μην του φεύγει από το μυαλό

Πως σαν απειλή τούχε φανεί

να πέφτει στο τραπέζι

Ωστόσο, εν τω μεταξύ η

                            Λυδία

Είχε συντάξει σύντομη

Επιστολή που τούλεγε

Πως άλλο χρώμα από

Την Τύρο δεν θα

χρειασθεί ξανά, γιατί αυτό

ναι, ήταν πορφυρό

Μα όχι, γνήσια πορφύρα…

    images (17)                   

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μετά αποδείξεως παραλαβής

Posted by vnottas στο 4 Φεβρουαρίου, 2021

Ποιήματα από τον Νίκο Μοσχοβάκο και τον Λευτέρη Μανωλά. Στις αγκύλες λέξεις παρουσίασης.

engine

[Σκηνικό: ΕΝΩ]    Η ΠΟΛΙΣ ΕΚΟΙΜΑΤΟ    (Μανωλάς)

Η μέρα αποσύρθηκε

                    βιαστικά

Σαν τα αποδημητικά

με τις πρώτες δροσούλες

Τα δάκρυα δεν εδίστασαν

                  να παγώσουν

Ο πέπλος της νυκτιάς

                      ασήκωτος

Όλα τα κουκούλωνε

Όλα τα τύφλωνε

Όλα τα κούφαινε

Η νύχτα ξέχασε να υφαίνει

                              όνειρα

Το ξημέρωμα βρήκε την ημέρα

                           στο σκοτάδι

Τις στίβες από λευκές Βεβαιώσεις

Κατ’ Εξαίρεση Μετακίνησης

ο Γαρμπής απρόσμενα

                           σκόρπισε

Στις λεωφόρους, στα σοκάκια

έκοβε βόλτες, μοναχά

                        η σιωπή….

*   

                                               

[ΚΑΙ…] ΦΟΒΟΣ ΑΛΑΛΙΑΣ [έπεσε παντού] (Μοσχοβάκος)

Δε μιλώ τις γλώσσες των αγγέλων

ουδέ καν των ανθρώπων

κι αγάπη έχω στην καρδιά μου

ακόμα και ίχνη ελπίδας

όμως φοβάμαι μήπως

συναντήσω τον άγγελό μου

και δεν θα ‘ναι δυνατό να του πω

τα παράπονά μου από αυτόν τον κόσμο

ή έστω κάποιον άνθρωπο

που δεν θα μπορούσε

να μ’ ακούσει και να με κατανοήσει

αφού όπως είπα

ούτε τις γλώσσες των αγγέλων

ουδέ των ανθρώπων λαλώ

όσο κι αν αγαπώ

όσο κι αν ελπίζω.

*

[…Ένα] ΠΑΡΑΤΟΛΜΟ ΚΟΡΤΕ [έλαβε τότε χώρα καθώς ο αγγελιοφόρος –απρόσμενα- προβληματιζόταν) (ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΑΝΩΛΑΣ σε Μνήμη  Χρήστου Ηλιόπουλου)

Αχ, το φάκελο να μην

έπαιρνε

κι’ ως λευκός που ήταν

Πλάκα, ασήκωτη από

μάρμαρο

ολόμοιο τον αισθανόταν

Στο μέρος του, να τον αφήσει

έπρεπε

ενέχυρο, στη λήθη

Τώρα, μέχρι κι οι λάμπες

φωτισμού

μοιρολόγι σύραν

Οι κατιφέδες, να μαραίνονται

από το ράντισμα της ματιάς του

Χρόνοι απέραστοι, του φάνηκαν

να ισορροπεί σε μονοπάτια

λεωφόρους

να τον βαραίνει η πλάκα

κι η άβυσσος από κάτω

οιμωγές, το κάλεσμα

Τούλειψαν πια, οι

ανάσες

βάθαινε η λαβωματιά

Χλωμός σαν το φλουρί

στην πόρτα μπροστά

ελύγισε

Να μη δώσει, το μαντάτο…

*

[Αλλά όσο κι αν οι χρόνοι προκύπτουν απέραστοι το παρελθόν θολό και το μέλλον αφερέγγυο, να που στο ύστατο σκαλοπάτι στέκεται ύποπτα αδιάφορο]

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΤΩΡΑ (Μοσχοβάκος)

Μόλις βυθίζομαι στου ύπνου τα έγκατα

αρχίζω ν’ ανεβαίνω ακούραστα

την περιστροφική κλίμακά μου.

Από το σκαλί που βρίσκομαι

στρέφω το βλέμμα πίσω μου

μα τίποτε δεν μπορώ να διακρίνω

το παρελθόν μου είναι κρυμμένο καλά

πίσω από τις ελικοειδείς στροφές.

Όμως και μπροστά τίποτα δε φαίνεται

αφού και το μέλλον είναι απρόσιτο

κι απαγορευμένο για τα μάτια μου.

Ζω στο σκαλοπάτι του απόλυτου τώρα

κι έμαθα να περιμένω ως το τέλος

αυτής της αόριστης ανάβασης

χωρίς του χτες την παρηγοριά

ούτε την ελπίδα του αύριο.

Σε πηχτό σκοτάδι πορεύομαι.

images-6

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »