Ουρανοί της Θεσσαλονίκης (σήμερα το πρωί)
Posted by vnottas στο 6 Δεκεμβρίου, 2011
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: Ημερολόγιο, Θεσσαλονίκη, Ουρανός, Φωτογραφία | Leave a Comment »
Οφειλή Περιπέτειας (Αθήνα)
Posted by vnottas στο 3 Δεκεμβρίου, 2011
Οι φίλοι του ιστολόγιου και της ποίησης που θα βρίσκονται στην Αθήνα την προσεχή Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011 (ώρα 08:00 μμ), είναι προσκεκλημένοι στην Αθηναϊκή παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Νίκου Μοσχοβάκου ¨Οφειλή Περιπέτειας¨.
Θα μιλήσουν ο Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο ποιητής Πάνος Καπώνης. Θα διαβάσει ποιήματα ο ηθοποιός Στέλιος Μάινας και θα τραγουδήσουν μελοποιημένα ποιήματα ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης.
Η συλλογή εκδόθηκε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨.
Η εκδήλωση θα γίνει στην Κρητική Εστία, Στράβωνος 12, Άλσος Παγκρατίου.
[από τη συλλογή Οφειλή Περιπέτειας]
ΟΥΔΟΛΩΣ ΘΑ ΟΛΙΓΩΡΗΣΩ
Εξέπεσα του βαθμού μου
και καταδιώχτηκα ανηλεώς
τόσο από τους Μήδες
όσο και ιδίως από τους μηδίσαντες.
Η εναντίωσή μου στο ευτελές
και η άρνηση του δεδομένου τάχα εφικτού
με οδηγούν κατάδηλα
στην πυρά των μικρόψυχων
με το αλαβάστρινο βλέμμα στο πρόσωπο.
Κατάπτυστοι λίβελλοι
των κατεχόντων την σωτήρια αλήθεια
προετοιμάζουν τον αφανισμό μου.
Ετοιμοπόλεμος κι αρματωμένος
ουδόλως θα ολιγωρήσω
η απόφασή μου είναι
να πέσω μόνο μαχόμενος.
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Βιβλίο, Ημερολόγιο, Μοσχοβάκος, Ποίηση | Leave a Comment »
Aνθός κρυμμένος (σε πετσί αγελάδας)
Posted by vnottas στο 19 Νοεμβρίου, 2011
Εδώ παρακάτω σας έχω ένα ερωτικά αγανακτισμένο, τυραννιστικά σαγηνεμένο και σίγουρα πολυτραγουδισμένο, δημιούργημα του Μπρασένς, με μουσική σε δύο εκδοχές: η πρώτη απλή κι απελπισμένη (αλά Μπρασένς φυσικά), η δεύτερη απλή και στριφογυριστή. Στη πρώτη το ρεφρέν είναι μια φράση μόνο:
Με τραβολόγαγε από την καρδιά
…από της καρδιάς μου την άκρη
Στη δεύτερη η επωδός αποτελεί μια παρομοίωση που εμπεριέχει ανθό, αγελαδίτσα και, βέβαια, σούρσιμο/τραβολόγημα και εγώ, για να βγει παραστατικότερα η απόδοση, πρόσθεσα και μια σουσουράδα, παραμένοντας, ελπίζω, στο κλίμα.
Λουλουδάκι (κρυμμένο σε πετσί αγελάδας)
Ερωτευμένος δεν υπήρξε στη Γη
όσο εγώ, πιασμένος στην παγίδα,
μα μοναχός μου άνοιξα την πληγή
τα δυο της στήθη από κοντά σαν είδα
Ανθός κρυμμένος σε πετσί αγελάδας,
αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,
χάρη και νάζι πού ‘χει σουσουράδας
και πίσω της σε σέρνει ολοταχώς.
*
Η Φύση της χάρισε θέλγητρα χίλια
φωτιά σ’ ανάβουν μόλις την αγγίξεις
κι εγώ που με έτρωγε λιγάκι κι η ζήλια
διαρκώς ζητούσα αγάπης αποδείξεις.
Ανθός κρυμμένος μέσα σε αγελάδα,
αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,
που σου κουνιέται σα τη σουσουράδα
και πίσω της σε σέρνει, δυστυχώς!

Όχι πως είχε κουκούτσι μυαλό
πνεύμα δεν είχε, μοναχά καπρίτσια
μα, είπα, στον έρωτα δεν είναι λογικό
σοφίες να απαιτείς από τα κορίτσια.
Ανθός κρυμμένος σε πετσί αγελάδας,
αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,
χάρη και νάζι πού ‘χει σουσουράδας
και πίσω της σε σέρνει ολοταχώς.
*
Ως που μια μέρα άνοιξε τα φτερά,
μακριά μου εχάθη αφήνοντάς με μόνο
κι όλα τα βότανα και τα γιατρικά
δεν φτάνουν να μου γιάνουνε τον πόνο.
Πολύ την αγάπησα, αλλά τώρα πια
τη συγχωρώ, δεν της κρατώ κακία,
που έχει διαλύσει τη φτωχή μου καρδιά
κι άλλη αγάπη δε χωράει καμία.
Ανθός κρυμμένος μέσα σε αγελάδα,
αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,
που σου κουνιέται σα τη σουσουράδα
και πίσω της σε σέρνει, δυστυχώς!
Σε ήχο: O Brassens στην πρώτη εκδοχή:
*
Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι η Αγελαδίτσα
*
Εδώ η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας έφτιαξα
Η ¨αγελαδίτσα¨ (όμορφο λουλουδάκι) στα αραβικά:
*
…και στη γλώσσα των Κρεολών στης Καραϊβικής
*
Στη διάλεκτο των Λομβαρδών (Μιλανέζικα) από τον Νάννι Σβάμπα
*
…και στα ιταλικά από τον Σάλβο Λο Γκάλμπο
*
ή, αν προτιμάτε, στα ισπανικά:
*
ή από υπαίθρια χορωδία:
Une jolie fleur dans une peau de vache
Jamais sur terre il n’y eut d’amoureux
Plus aveugle que moi dans tous les âges
Mais faut dire que je m’était creuvé les yeux
En regardant de trop près son corsage.
Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.
Le ciel l’avait pourvue des mille appas
Qui vous font prendre feu dès qu’on y touche
L’en avait tant que je ne savais pas
Ne savais plus où donner de la bouche.
Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.
Elle n’avait pas de tête, elle n’avait pas
L’esprit beaucoup plus grand qu’un dé à coudre
Mais pour l’amour on ne demande pas
Aux fille d’avoir inventé la poudre.
Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.
Puis un jour elle a pris la clef des champs
En me laissant à l’âme un mal funeste
Et toutes les herbes de la Saint-Jean
N’ont pas pu me guérir de cette peste.
Je lui en ai bien voulu mais à présent
J’ai plus de rancune et mon coeur lui pardonne
D’avoir mis mon coeur à feu et à sang
Pour qu’il ne puisse plus servir à personne.
Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.
Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: Brassens, Απόδοση, Λόγια τραγουδιών, Μπρασένς, Μετάφραση, Τραγούδι, Χιούμορ, jolie fleur, peau de vache | 1 Comment »
Η διαθήκη
Posted by vnottas στο 16 Νοεμβρίου, 2011
Όταν ο Χάρος θα με καλέσει
ίσως σε κάποιους να μην αρέσει
τι στη διαθήκη μου έχω προβλέψει
να τους αφήσω για κληρονομιά.
Μη μου φωνάζετε, δε χρησιμεύει,
εγώ στην κόλαση θα είμαι πια!
[Μη ξεφωνίζετε δε χρησιμεύει,
θα ‘μαι στην κόλαση για τα καλά!]
Λέω να αφήσω στους νταβατζήδες
ένα πτυχίο στην Οικονομία,
για να μπορέσουν αυτές οι ατσίδες,
τα ηνία αφού πάρουνε στην κοινωνία,
να λύσουν το πρόβλημα της κουραμάνας
απ’ το εισόδημα της κάθε πουτάνας
[Θέαμα κι άρτος εξασφαλισμένος.
κι ο γάιδαρός μας γερά δεμένος]
Μία βεβαίωση ¨κοσμιοτάτη¨
θέλω να αφήσω στην Μελπομένη,
που την κοσμιότητα έχει γραμμένη
και με φαντασία ιερουργεί στο κρεβάτι.
Έτσι ένα σύζυγο θα βρει, τυχεράκια
-Τι ειν’ λίγο κέρατο μπροστά στα χαδάκια!
[Θα βρει έναν σύζυγο! Τον τυχεράκια!
Με λίγο κέρατο, πολλά χαδάκια!]
Αδελφέ Χάρε δώσε μου χρόνο
και τη διαθήκη όπου να ‘ναι τελειώνω…
Δώσε μου χρόνο να χαιρετήσω,
να ευχαριστήσω, να ευγνωμονήσω,
ένα προς ένα τον κάθε παρόντα,
και απ’ ευθείας και από σπόντα…
Εσύ νεκροθάφτη, για άκου με λίγο,
αν κι η δουλειά σου δεν πολυαρέσει
κι όταν σε βλέπουνε χτυπάνε ξύλο
κι όλοι σε λένε μεγάλο μπαμπέση,
εγώ λέω, αντίθετα, βρε κατεργάρη,
να σου απονείμω το Χρυσό Φτυάρι!
[Εγώ λέω, σίγουρα, βρε κατεργάρη
Φτυάρι Χρυσό, θα σου γουστάρει!]
Κι όσο γι αυτήν τη γριά καρακάξα,
που απ’ το κρεβάτι μου δεν το κουνάει,
προγνωστικά να της στείλω ζητάει
με το που θα φτάσω στην άλλη την όχθη…
Εγώ, μόλις φτάσω στα καταραμένα,
θα της τα στείλω, αλλά λαθεμένα…
[Στα μέρη άμα φτάσω τα κολασμένα,
όλα θα τα ‘χει, αλλά μπερδεμένα].
Όταν ο Χάρος θα απαιτήσει
να την αφήσω μονάχη στη ζήση
μόνο ένα δάκρυ, μονάχα ένα
πάνω στον τάφο μου θα ξοδευτεί
κι ένα χαμόγελο, μονάχα ένα,
στη θύμησή μου θα γεννηθεί.
Κι αν το κορμί μου ενωθεί με τη Φύση
κι εκεί που ήταν, μια φορά, η καρδιά μου,
έξαφνα, σπάνιο ρόδο ανθίσει,
σ’ αυτήν που μου ‘δωσε δάκρυα το δίνω:
Για κάθε έναν παλμό της καρδιάς της,
Δίνω ένα κόκκινο πέταλο αγάπης.
[Για έναν προς έναν παλμό της καρδιάς της,
Θα ‘χει ένα κόκκινο πέταλο αγάπης]
Σε σένα, αρχόντισσα, που γι όλους δεν ήσουν,
και να ‘σαι τώρα αναγκασμένη,
στης εκκλησιάς την γωνιά στριμωγμένη,
να πουλάς εικόνες στον κάθε διαβάτη…
σε σένα αφήνω αυτό το τραγούδι
που λέει για όνειρα που γίνανε στάχτη
Σε σένα που για να τα βγάλεις πέρα
Χριστούς και Αγίους πουλάς κάθε μέρα
Όταν ο Χάρος θα με καλέσει,
κανείς στην Πλάση δε θα προσέξει.
πως κάποιος πέθανε χωρίς να μιλήσει,
χωρίς να γνωρίσει τα αληθινά.
Πως κάποιος πέθανε χωρίς να ικετέψει
ούτε την λύπηση να αποζητά.
Της άλλης όχθης εσείς αδέλφια
μαζί αγαπάμε, μαζί τραγουδάμε,
παρέες φτιάχνουμε, φτιάχνουμε κέφια
και για τον πόλεμο μαζί ξεκινάμε…
Μα αυτή η σκέψη μη σας εγκαρδιώνει:
Όταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε μόνοι.
[Αυτή η σκέψη ας μη σας τονώνει,
σαν είν’ να φύγουμε, θα φύγουμε μόνοι.]
Προσαρμογή στα ελληνικά του τραγουδιού του Fabrizio de Andre «Il testamento». (Την αφιερώνω στους παλιούς μου συμφοιτητές)

Εδώ το τραγούδι από τον Fabrizio
…και η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας σκάρωσα (επαλήθευση ότι παρά τις παραπανίσιες συλλαβές ¨χωράει¨ στη μουσική)
Το κείμενο στα Ιταλικά
Quando la morte mi chiamerà
forse qualcuno protesterà
dopo aver letto nel testamento
quel che gli lascio in eredità
non maleditemi non serve a niente
tanto all’inferno ci sarò già
ai protettori delle battone
lascio un impiego da ragioniere
perché provetti nel loro mestiere
rendano edotta la popolazione
ad ogni fine di settimana
sopra la rendita di una puttana
ad ogni fine di settimana
sopra la rendita di una puttana
voglio lasciare a Bianca Maria
che se ne frega della decenza
un attestato di benemerenza
che al matrimonio le spiani la via
con tanti auguri per chi c’è caduto
di conservarsi felice e cornuto
con tanti auguri per chi c’è caduto
di conservarsi felice e cornuto
sorella morte lasciami il tempo
di terminare il mio testamento
lasciami il tempo di salutare
di riverire di ringraziare
tutti gli artefici del girotondo
intorno al letto di un moribondo
signor becchino mi ascolti un poco
il suo lavoro a tutti non piace
non lo consideran tanto un bel gioco
coprir di terra chi riposa in pace
ed è per questo che io mi onoro
nel consegnarle la vanga d’oro
ed è per questo che io mi onoro
nel consegnarle la vanga d’oro
per quella candida vecchia contessa
che non si muove più dal mio letto
per estirparmi l’insana promessa
di riservarle i miei numeri al lotto
non vedo l’ora di andar fra i dannati
per rivelarglieli tutti sbagliati
non vedo l’ora di andar fra i dannati
per rivelarglieli tutti sbagliati
quando la morte mi chiederà
di restituirle la libertà
forse una lacrima forse una sola
sulla mia tomba si spenderà
forse un sorriso forse uno solo
dal mio ricordo germoglierà
se dalla carne mia già corrosa
dove il mio cuore ha battuto un tempo
dovesse nascere un giorno una rosa
la do alla donna che mi offrì il suo pianto
per ogni palpito del suo cuore
le rendo un petalo rosso d’amore
per ogni palpito del suo cuore
le rendo un petalo rosso d’amore
a te che fosti la più contesa
la cortigiana che non si dà a tutti
ed ora all’angolo di quella chiesa
offri le immagini ai belli ed ai brutti
lascio le note di questa canzone
canto il dolore della tua illusione
a te che sei costretta per tirare avanti
costretta a vendere Cristo e i santi
quando la morte mi chiamerà
nessuno al mondo si accorgerà
che un uomo è morto senza parlare
senza sapere la verità
che un uomo è morto senza pregare
fuggendo il peso della pietà
cari fratelli dell’altra sponda
cantammo in coro già sulla terra
amammo tutti l’identica donna
partimmo in mille per la stessa guerra
questo ricordo non vi consoli
quando si muore si muore si muore soli
questo ricordo non vi consoli
quando si muore si muore soli.
…και κάτι δικό μας
Οι ¨νεκροθάπται» του Μποστ, με μουσική Γ. Μαρκόπουλου, τραγουδάει ο Γ. Ζωγράφος
Εις το φέρετρο θα έμπω
και στο μνήμα της θα μπω
να με θάψουν νεκροθάφται
με αυτήν
με αυτήν που αγαπώ
Η κακούργος κοινωνία
που μας χώρισε σκληρά
να χαρεί και ν’ απολαύσει
δυο πτω-
δυο πτώματα νεκρά
Φέρτε κόλυβα, λαμπάδες
και να έρθεις να με βρεις
να με κλάψεις ξαπλωμένον
παραπλεύρως της νεκρής
να με κλάψεις ξαπλωμένον
παραπλεύρως της νεκρής
Ετοιμάσατε πλερέζες
βάλτε μαύρον ρουχισμόν
ήρθαν σκοτειναί δυνάμεις
και διακό-
και διακόψαν τον δεσμόν
Μαύρα, φίλοι μου, να βάλτε
τρέξατε να βρείτε ψάλται
ευρίσκομαι νεκρός
πεθαμένος και νεκρός
ευρίσκομαι νεκρός
πεθαμένος και νεκρός
Ψάλται και κανδηλανάφται
το κορμί μου αναπαύτε
κλαύσατε πικρώς
κλαύσατε πικρώς
κλαύσατε πικρώς
κλαύσατε πικρώς
Posted in ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: Fabrizio de Andre, Απόδοση, Λόγια τραγουδιών, Μετάφραση, Στίχοι, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Leave a Comment »
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν
Posted by vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2011
Θα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι εγώ προσωπικά τις κυρίες αυτές δεν τις γνωρίζω. Ούτε εκείνες της εποχής του Μπρελ, ούτε τις μεταγενέστερες. Κι έτσι, όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι, τις φαντάστηκα κάτι σαν αγκαζαρισμένες ηπειρώτισσες να χορεύουν γύρω γύρω την ¨καραγκούνα¨. Προφανώς τα πράγματα (οι εν λόγω κυρίες) είναι κάπως αλλιώς, αλλά εγώ μία φορά όλη κι όλη έχω πάει στις Βρυξέλλες και σας διαβεβαιώνω ότι ουδεμία μου προέκυψε επαφή με Φλαμανδή χορεύτρια (ούτε με Βαλλώνα –για να τα λέμε όλα).
Ξέρω πάντως ότι ο Ζακ Μπρέλ ήταν, από τη μεριά του πατέρα του, φλαμανδικής καταγωγής και, όσο να ‘ναι, κάτι θα ήξερε σχετικά. Μεταφέρω εδώ την (λιγο πολύ χιουμοριστική) εκδοχή για τις βορειοβελγίδες συμπατριώτισσές του, έτσι, για να γνωριζόμαστε λίγο καλύτερα μεταξύ ευρωπαίων (και το αυτοσαρκαστικό χιούμορ είναι καλός οδηγός για κάτι τετοιο).
Προσθέτω ότι, μια που όλοι έχουμε μπλέξει σε μια συλλογική περιπέτεια, (ευρωπαϊκοί λαοί εναντίον καταβροχθιστικών τεράτων με ταμεία γαμψά) καλό θα είναι να γνωριστούμε καλύτερα γιατί μόνο συντονισμένα θα μπορέσουμε ίσως να τη βγάλουμε καθαρή…
… έχουμε λοιπόν σε ήχο
1. Τον ίδιο τον Ζακ Μπρελ
.
2. Την Μπαρμπαρά
.
3. Piêro, les flamandes
.
4. Την απόδοση στα ελληνικά που σας ετοίμασα
Και σε κείμενο
1. Την απόδοση (αφιερωμένη στους φίλους που με διαβάζουν στις Κάτω Χώρες)
2.Τους στίχους στα γαλλικά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν
Μιλιά, τις μετρημένες Κυριακές
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν
Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σιωπηλές
Χορεύουν γιατί είναι είκοσι χρονών
Κι οι εικοσάρες πρέπει να λογοδοθούν
Για να μπορέσουνε μετά να παντρευτούν
Και μάνες να γινούν γερών παιδιών
Αυτός, τους είπαν οι γονιοί, είναι ο σκοπός
Τόπε κι ο ηγούμενος και το ‘πε αυστηρά
Το ‘πε ο παπάς, και των παπάδων ο αρχηγός
Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα – οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν
Δεν έχει πάθος στον χορό της Κυριακής
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν
Οι Φλαμανδές προκύπτουν αξιοπρεπείς
Χορεύουν γιατί είναι στα τριάντα πια
Πως όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει
Το ζυθοβότανο, το στάρι, τα παιδιά
Όλα σε τάξη, αν ο Θεός το επιτρέπει
οι Φλαμανδές ειν’ των γονιών τους το καμάρι
Kαι του Ηγούμενου που ψέλνει δυνατά
Kαι του παπά που του Θεού δίνει τη χάρη
Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα – οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν χαμογελούν
Χωρίς χαμόγελα ο χορός τις Κυριακές
Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν γελούν
Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σοβαρές
Χορεύουν γιατί πιάσαν τα εβδομήντα χρόνια
Πως όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει
Το ζυθοβότανο, το στάρι, τα εγγόνια
Όλα σε τάξη, ο Θεός αν το επιτρέπει
Σαν τις μανάδες τους τα μαύρα εφορέσαν
Σαν τον ηγούμενο που αναμασάει ρητά
Σαν τον παπά, που τα κηρύγματα τ’ αρέσαν
Κληροδοτούν, γι αυτό χορεύουν στη σειρά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα – οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες
Χωρίς χαλάρωμα ο χορός τις Κυριακές
Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες
Δεν χαλαρώνουνε ποτέ οι Φλαμανδές
Χορεύουν γιατί φτάσαν στα εκατό
Και στα εκατό σωστό να δείξουν κρίνουν
Πως έχουνε καλό ποδαρικό
Στάρι και ζυθοβότανο άφθονα θα απομείνουν
Κι αυτές θα πάνε τους γονιούς ν’ αναζητήσουν
Και τον παπά που κείται εκεί κοντά
Και τον ηγούμενο εκεί θα συναντήσουν
Γι αυτό χορεύουνε… για τελευταία φορά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα – οι Φλαμανδές
Les Flamandes :
Les Flamandes dansent sans rien dire
Sans rien dire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans rien dire
Les Flamandes ça n’est pas causant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont vingt ans
Et qu’à vingt ans il faut se fiancer
Se fiancer pour pouvoir se marier
Et se marier pour avoir des enfants
C’est ce que leur ont dit leurs parents
Le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes
Les Flamandes dansent sans frémir
Sans frémir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans frémir
Les Flamandes ça n’est pas frémissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont trente ans
Et qu’à trente ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Elles font la fierté de leurs parents
Et du bedeau et de Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes
Les Flamandes dansent sans sourire
Sans sourire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans sourire
Les Flamandes ça n’est pas souriant
Si elles dansent c’est qu’elles ont septante ans
Qu’à septante ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les petits-enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Toutes vêtues de noir comme leurs parents
Comme le bedeau et comme Son Eminence
L’Archiprêtre qui radote au couvent
Elles héritent et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes
Les Flamandes dansent sans mollir
Sans mollir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans mollir
Les Flamandes ça n’est pas mollissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont cent ans
Et qu’à cent ans il est bon de montrer
Que tout va bien qu’on a toujours bon pied
Et bon houblon et bon blé dans le pré
Elles s’en vont retrouver leurs parents
Et le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui repose au couvent
Et c’est pour ça qu’une dernière fois elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla -Les Flamandes
Posted in Μπρελ στα ελληνικά | Με ετικέτα: Brel, Απόδοση, Λόγια τραγουδιών, Μπρελ, Μετάφραση, Οι Φλαμανδες, Ποίηση, Στίχοι, Τραγούδι, Χιούμορ | Leave a Comment »
Έπεα…
Posted by vnottas στο 6 Νοεμβρίου, 2011
Μήνυμα: Απίθανε Αδέσποτε Σκύλε, αναδημοσιεύω το ποίημά σου ¨Χίλιες Φορές¨ (ελαφρά εξαρθρωμένο, αλλά –αναγνωστική αδεία- μου ‘ρθε να το αναγνώσω έτσι).
Αφού έχει ειπωθεί χίλιες φορές
πως
όλα έχουν ειπωθεί χίλιες φορές
και
τα λόγια μας συμπίπτουν και οι καρδούλες μας γουργουρίζουν
σαν
οχετοί
και
τα ξένα τραγούδια μάς φαρμακώνουν μεθοδικά
αρχίστε τις πλεκτάνες,
τα σενάρια,
το γυμνισμό.
Αγριάδες εσείς που τρυπάτε την άσφαλτο
και
ρόγες βυζιού που ξεφτιλίζεται
-μπλουζάκια-
με τον τρόπο της λεηλασίας
όπως και ’γω
που δεν έχω θεό, προσευχή ν’ απευθύνω,
όσια κι ιερά
να κουρνιάξω την τρυφεράδα μου
που
όταν βρει τρύπα λυσσάει.
Περισσότερος Σκύλος Αδέσποτος εδώ
ΥΓ Δείτε, εδώ δίπλα, και το ποίημα του Νίκου ¨Η εκδίκηση¨ (ή μάλλον καλύτερα το μεταφέρω αμέσως εδώ από κάτω) . Μιλάει κι αυτό για λέξεις που φθείρονται. Εγώ θα τα ανακάτευα, όχι ως μεταμοντέρνο σύμφυρμα, αλλά ως εναλλασσόμενο λόγο για τα λόγια, τη δύναμη και τη μοίρα τους
Η εκδίκηση
Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Αντώνης Αντωνάκος, Λέξεις, Μοσχοβάκος, Ποίηση | 1 Comment »
Για τον Georges Brassens
Posted by vnottas στο 2 Νοεμβρίου, 2011
Μια ιδέα μουσικά σχόλια σε τζαζ
https://vnottas.blog/wp-content/uploads/2011/11/cupidon-sen-fout-cf84ceb6ceb1ceb6.mp3%20%20lang=en-US
Ο Georges Brassens ήρθε κι έφυγε τέλη μήνα Οκτώβρη (22. 10. 1921 – 29. 10. 1981). Τέτοιες μέρες, ενενήντα χρόνια από τον ερχομό και τριάντα από την αποδημία, οι γαλλόφωνες κοινωνίες και οι απανταχού φίλοι του τον θυμούνται με ποιήματα και τραγούδια, με αφιερώματα και ποικίλες άλλες εκδηλώσεις .
Σας έχω εδώ μερικές φωτογραφίες. Όσο αφορά στην προσπάθεια απόδοσης κάποιων τραγουδιών του στα ελληνικά, όπου να ‘ναι θα επανέλθουμε.
Posted in ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: Brassens, Μπρασένς | Leave a Comment »
Εναγκαλίζουσα Ερυθριώσα Αμπέλωψ
Posted by vnottas στο 1 Νοεμβρίου, 2011
Πορφυρό φθινόπωρο Francisco Tarega https://vnottas.blog/wp-content/uploads/2011/11/gran-vals-francisco-tc3a1rrega.mp3%20%20lang=en-US
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: Άνω Πόλη, Αμπέλωψ, Θεσσαλονίκη, Κόκκινο, Φθινόπωρο | Leave a Comment »
Η φωτογραφία της ημέρας αν όχι της χρονιάς
Posted by vnottas στο 29 Οκτωβρίου, 2011
«…Ο μικρούλης με τη σημαιούλα του, κάθησε στην κενή πολυθρόνα του Προέδρου, πανευτυχής…»
Θεσσαλονίκη 28η Οκτωβρίου 2011… Τη φωτογραφία τράβηξε ο παλιός φίλος Γιώργος Συνεφάκης, (πανεπιστημιακός, αρχιτέκτονας πολεοδόμος από τη Θεσσαλονίκη) και πιστεύω ότι όντως λέει πολλά…
Μεταφέρω εδώ το πρώτο απολύτως επί της ουσίας σχόλιο
Antonis είπε
29 Οκτωβρίου, 2011 στο 12:22 μμ e
Ποιος άλλος θα μπορούσε να καθίσει σ’ ένα θρόνο!
Μονάχα ένα παιδί. Μονάχα ένα παιδί μπορεί
το γερασμένο κόσμο να σηκώσει στους ώμους.
Μονάχα μπροστά σ’ ένα παιδί μπορώ να παρελάσω
με όλα τα σπασμένα κομμάτια της ιστορίας.
Γιατί σε κάθε παιδί υπάρχει σοφία και μυστήριο
κι ο σπόρος της αλλαγής που δε μπορείς να
τον αδράξεις με τα χέρια αλλά να τον αφήσεις
πρέπει να τριφτεί, να κολλήσει στα δάχτυλα
και τα σπλάχνα να διεισδύσει αργά στις
λεωφόρους του μέλλοντος. Γιατί μονάχα
ένα παιδί ξέρει να βαδίζει στο μέλλον
με το σημαιάκι του που’ χει πάνω
όλες τις πατρίδες και τα παραμιλητά
του κόσμου.
αντ.αντ
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: 28η Οκτωβρίου 2011, Αντίσταση, Δημοκρατία, Διαδήλωση, Ημερολόγιο, Θεσσαλονίκη | 2 Σχόλια »
Οι λέξεις
Posted by vnottas στο 26 Οκτωβρίου, 2011
Το παρακάτω ποίημα τραγουδήθηκε από ¨τα αδέλφια¨ (δίδυμα, δεκαεννιάχρονα και ταλαντούχα: ο Μιχάλης και ο Παντελής), μαζί με άλλα ποιήματα του Νίκου το βράδυ της 21ης Οκτωβρίου στο Βαφοπούλειο στη Θεσσαλονίκη. Παρουσιάστηκε η ¨Οφειλή περιπέτειας¨. Πιστεύω πως δεν υπερβάλω αν πω πως ήταν μια όμορφη βραδιά.
Οι λέξεις απόμειναν γυμνές
μελοποίηση – Μιχάλης Καλογεράκης
φωνή – Παντελής Μιχάλης Καλογεράκης
Ποίηση -Νίκος Μοσχοβάκος
https://vnottas.blog/wp-content/uploads/2011/10/tadelfia.mp3%20%20text-align:center;%20lang=en-US
Οι λέξεις απόμειναν γυμνές
Από νόημα γυμνές
οι λέξεις απόμειναν
Μακριά μου η θάλασσα
γεμάτη κύματα
δεν έχει τίποτα να κρύψει
Η επέλαση και ετούτου
του καλοκαιριού
τελειώνει
Ο αέρας τρίζει τα παράθυρα
και το τοπίο γυμνό ή όχι
με σφάζει
Πίσω μου τι ακολουθεί
και μετά απ’ το Φθινόπωρο
ποιος θα με αποκαλύψει…
Οι λέξεις απόμειναν γυμνές
Από νόημα γυμνές
οι λέξεις απόμειναν
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Βιβλίο, Καλογεράκης, Λόγια τραγουδιών, Μοσχοβάκος, Ποίηση, Τα αδέλφια | Leave a Comment »
Ποίημα για κάποιον που δε θα του γράψει ποίημα κανείς
Posted by vnottas στο 24 Οκτωβρίου, 2011
Πάντα από τον Αδέσποτο Σκύλο
Ποίημα για κάποιον που δε θα του γράψει ποίημα κανείς
Φοράει βερμούδα σαγιονάρα και τα λοιπά.
Αρσενικός μπήχτης ψυχοπομπός τα πάντα όλα
μονολογεί. Στου πρώτου ορόφου το ζόφο
ονειρεύεται νησιά βυζιά ομορφιές.
Κλείνει τα φώτα και κατουρά
γλάστρες γαρδένιες και ορτανσίες.
Με τη μέθοδο σκύλου, το ποδάρι ψηλά.
Σκέφτεται συχνά το Άγιον Όρος
τα φασολάκια τα λαδερά τις αυγές και
τα χάδια που κροταλίζουν γλυκά. Ακούει
στα χαζά μουσικές, τρεκλίζει, θέλει μία
να του ανοίγει τα πόδια να του κάνει παιδιά.
Γήπεδο μαλακία και κολοδάχτυλο στ΄αρπαχτικά.
Λέει λίγα ακούει πολλά. Συσσωρεύει
τοκίζει τη μισθωτή του σκλαβιά.
Κάθε μήνα κουρέας σαλονάκι κι άλλοι
τόσοι φτυστοί σαν κι αυτόν. Ωραίοι σαν
έλληνες αναπολούν τα παλιά.
Χέβυ μέταλ τσιμπούκια στα σκιώδη στενά
καθώς προσκρούει η μηχανή σε ελιά.
Καθώς μια κατακόκκινη δύση διαβολικιά
ως γομολάστιχα της ανίας περνάει ξυστά
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Αδέσποτος Σκύλος, Αντώνης Αντωνάκος, Κανένας, Ποίηση | Leave a Comment »
Η μεγάλη πορεία
Posted by vnottas στο 22 Οκτωβρίου, 2011
Το βρήκα στο ιστολόγιο ποίησης Αδέσποτος Σκύλος (γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος) και σας το μεταφέρω.
Η μισή μου καρδιά εδώ βρίσκεται
κι η άλλη μισή επίσης αφού τέλειωσαν
τα ψέματα κι οι Κινέζοι γερά σκαριά
ποτίζουν ορυζώνες και σταυρόλεξα
σουντούκου σφυροδρέπανα μωρά
γερτά ιδεογράμματα φευγάτη ποίηση
που όλα τα λέει απλά τη σκάφη σύκα
και τα σύκα σκάφη.
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Ποίηση | Leave a Comment »
Έκτακτη και επείγουσα ανακοίνωση. Εξετάσεις Οκτωβρίου ’11
Posted by vnottas στο 19 Οκτωβρίου, 2011
Οι εξετάσεις του μαθήματος επιλογής Ραδιόφωνο: γλώσσα και κοινωνική διάσταση θα γίνουν την Τρίτη 25 Οκτωβρίου, ώρα 11:00, στο γραφείο του διδάσκοντος.
Οι εξετάσεις του μαθήματος Κοινωνική Ιστορία της Μαζικής Επικοινωνίας θα γίνουν κανονικά και σύμφωνα με το πρόγραμμα την Παρασκευή 21.10.2011, ώρα 09:00, αίθουσα 2.
Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Ανακοινώσεις, Εξετάσεις, Πανεπιστήμιο | Leave a Comment »
Ουρανοί της Θεσσαλονίκης Φθινόπωρο ’11
Posted by vnottas στο 14 Οκτωβρίου, 2011
Posted in ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: Ημερολόγιο, Θεσσαλονίκη, Ουρανός, Πόλη | Leave a Comment »
Έκτακτη και επείγουσα Ανακοίνωση (εξετάσεις)
Posted by vnottas στο 4 Οκτωβρίου, 2011
Συμπληρωματική εξέταση στο μάθημα Κοινωνιολογία των ΜΜΕ την Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011 ώρα 11:00 στο γραφείο του διδάσκοντος
Κατάθεση ασκήσεων έως το μεσημέρι (12:00) της Παρασκευής 7 Οκτωβρίου στο θυρωρείο ή στη θυρίδα του διδάσκοντος
Για τις εξετάσεις των μαθημάτων ¨Κοινωνική Ιστορία της Μαζικής Επικοινωνίας¨ και ¨Ραδιόφωνο: Γλώσσα και Κοινωνική Διάσταση¨:
Κατ’ εξαίρεσιν παράταση προθεσμίας υποβολής ασκήσεων ή εργασιών και για τα δύο μαθήματα: έως το μεσημέρι της Τετάρτης 12 Οκτωβρίου 2011 (θυρίδα διδάσκοντος ή θυρωρείο) Οι ημερομηνίες των εξετάσεων ισχύουν σύμφωνα με το πρόγραμμα που έχει ήδη εκδοθεί.
(θα αναρτηθεί και στην πινακίδα του 4ου ορόφου)
Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: Ανακοινώσεις, Πανεπιστήμιο | Leave a Comment »
Εξετάσεις Σεπτεμβρίου (που πήγαν Οκτώβρη), εδώ είμαστε πάλι…
Posted by vnottas στο 30 Σεπτεμβρίου, 2011
Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα έχουμε (και λέμε)
1. Την Δευτέρα 3 Οκτωβρίου, ώρα 09:00, στην αίθουσα 2, προφορικές εξετάσεις στο μάθημα Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας
2. Την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, ώρα 09:00, στην αίθουσα 2, προφορικές εξετάσεις ή παρουσίαση εργασιών στο μάθημα Ραδιόφωνο: Γλώσσα και Κοινωνική Διάσταση
3. Την Παρασκευή 21 Οκτωβρίου, ώρα 09:00, στην αίθουσα 2, προφορικές εξετάσεις στο μάθημα Κοινωνική Ιστορία της Επικοινωνίας
Καλή επιτυχία
Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: Ανακοινώσεις, Πανεπιστήμιο | 3 Σχόλια »
Τέτοια μέρα, από τότε, πάντα ψυχοπλακώνω τη φτωχή μου καρδιά
Posted by vnottas στο 28 Σεπτεμβρίου, 2011
Έτυχε να βρω αυτό το ρομαντικό (λίγο ειρωνικό, λίγο σπαραξικάρδιο) τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς πριν από την ισημερία και είπα να σας το προσφέρω ¨επί τη ευκαιρία¨, στις 22 του Σεπτέμβρη ανήμερα, καθώς θα έμπαινε μετεωρολογικά το Φθινόπωρο.
Όμως στις 22 ήμουν σε οργισμένες ακεφιές, όχι μόνο για τα όσα συμβαίνουνε γύρω μας (ακόμη ένα πακέτο ¨μέτρων¨, ακόμη μια παραβίαση των κανόνων συμβίωσης και της κοινής λογικής), αλλά πιο πολύ για το πως μας τα διοχετεύουν οι παπαγάλοι των Μέσων (αντιφατικά, υποβολιμαία, με ασάφειες, με υπαινιγμούς, με πατερναλισμό, με μητερναλισμό(*), με υστεροβουλία, με μεροληψία, με μεμψιμοιρία, με άφθονη κακογουστιά, κακομοιριά και μιζέρια).
Τώρα, όσοι από εσάς παρακολουθείτε το Ιστολογοφόρο, (και ιδιαίτερα τις ¨σελίδες¨ αριστερά) ξέρετε την άποψή μου: Τα περισσότερα από τα δεινά που μας μαστίζουν οφείλονται στην έξαρση της ανισορροπίας ανάμεσα στις βασικές ¨εξουσίες¨: την πολιτική, την επικοινωνιακή και την οικονομική. Συγκεκριμένα, η οικονομική εξουσία κατάφερε να οικειοποιηθεί την επικοινωνιακή (ιδιοποιούμενη τα ΜΜΕ και εκμισθώνοντας/δημιουργώντας ¨μεταμοντέρνους¨ επικοινωνητές) και να εξαγοράσει σημαντικό τμήμα των φορέων της πολιτικής εξουσίας.
Βέβαια, θα μου πείτε ότι εάν έχουν έτσι τα πράγματα, πρέπει κανείς να είναι έτοιμος για τα χειρότερα και να μη πτοείται από τα εκάστοτε ¨πακέτα¨ και τις συνημμένες απειλές και τρομοκρατίες. Έχετε, ως συνήθως, δίκιο. Η ακεφιά και η κατάθλιψη είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι, οι χειρότεροι σύντροφοι.
Γι αυτό σταματάω την γκρίνια και επιστρέφω, όσο ακόμα αυτό είναι εφικτό, στα απλά πράγματα της ζωής (που ξορκισμένα από το απαράμιλλο ραβδί της τέχνης μπορούν να γίνουν ως και λοστοί έξαρσης, ως και συνοδοί αγώνα).
Ας πούμε, για παράδειγμα, στο (παλιό) τραγούδι του ερωτευμένου που, στις 22 του Σεπτέμβρη, ανήμερα, προσπαθεί να αναρρώσει από τις χαρακιές μιας εγκατάλειψης.(**)
………………
(*) Υβριδική/¨εκσυγχρονισμένη¨ εκδοχή του κλασικού πατερναλισμού με ¨θηλυκό¨ πρόσημο, ιδιαίτερα του συρμού τελευταία.
(**)Για να σας τα πω όλα, έπεσα πάνω στο τραγούδι ¨22 του Σεπτέμβρη¨ καθώς μανουβράριζα τον Γκούγκλη ψάχνοντας υλικό για τις ¨3 του Σεπτέμβρη¨. Εκείνο που προσπαθούσα να βρω ήταν στοιχεία και τεκμήρια για το πώς σε εγκαταλείπει/προδίδει ξαφνικά, όχι ένας έρωτας, αλλά ένας ριζοσπαστικός συμβολισμός, ένα κοινωνικοπολιτικό όραμα…
……………..
Σημείωση 1. Στο τραγούδι αυτό, όπως συνηθίζεται στη γαλλική γλώσσα, ο ερωτευμένος απευθύνεται και ¨τα σέρνει¨ στην καλή του σε άπταιστο πληθυντικό αριθμό. Στην απόδοση διατήρησα αυτόν τον γλωσσικό τύπο, αλλά θα ήθελα να κάνω ορισμένες διευκρινίσεις:
Προσωπικά συμφωνώ με εκείνους που υποστηρίζουν πως η χρήση του πληθυντικού, όταν κανείς απευθύνεται σε ένα πρόσωπο, είναι έξω από το πνεύμα της ελληνικής γλώσσας, που στην ιστορική της διάσταση υπήρξε πολύ δημοκρατικότερος τρόπος έκφρασης. Ωστόσο, μετά την εισαγωγή του πληθυντικού (ευγενείας;) στα νέα ελληνικά, δημιουργήθηκαν τουλάχιστον δύο εκδοχές: μιλάς (ή σου μιλούν) σαν να απευθύνεσαι σε πολλαπλούς, για να επιβεβαιώσεις κοινωνική (οικονομική, μορφωτική) απόσταση, ή πάλι, χρησιμοποιείς αυτόν τον τύπο ομιλίας για να υποδηλώσεις καλή διάθεση και αποδοχή κάποιων τύπων συμβίωσης. Ο ενικός αντίστοιχα μπορεί, με πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις, να υποδηλώνει από παθολογική αυταρχικότητα ως τρυφερή οικειότητα. (μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ κάποια από τα ιλαροτραγικά που μου συνέβησαν όταν, ύστερα από πολύχρονη συνεχή διαμονή στο εξωτερικό, επέστρεψα στην Ελλάδα, με το γλωσσικό μου κριτήριο αναπόφευκτα αλλοιωμένο).
Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, γεγονός είναι ότι στην ελληνική γλώσσα δεν χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό αριθμό για να τα ψάλουμε στην ¨σκορδόπιστη¨ που μας εγκατέλειψε. Εδώ όμως διατήρησα αυτόν τον τύπο, γιατί μου φάνηκε ότι ενισχύει την ποιητική ατμόσφαιρα του μονόλογου. Και εδώ που τα λέμε δίνει στο ρομαντισμό του κειμένου μια εξωτική νότα, απ’ αυτές που, καμιά φορά, προσδίδουν πρόσθετη γοητεία στην καλλιτεχνική παραγωγή της Μέσης Δύσης.
Σημείωση 2. Όπως θα δείτε στο γαλλικό κείμενο ο Μπρασένς αναφέρεται στον Πρεβέρ και τα σαλιγκάρια του. Επειδή αυτά τα τελευταία δε χώρεσαν στην απόδοση, σας υπενθυμίζω ότι σας τα έχω ήδη παρουσιάσει αυτονόμως σε προηγούμενη ανάρτηση.
Και τώρα οι ήχοι:
1. Το τραγούδι από τον δημιουργό
Στα Ιταλικά (Salvo lo Galbo)
Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά
Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη
Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη σαν μ’ αφήσατε μόνο.
Τέτοια μέρα από τότε πάντα ψυχοπλακώνω
τη φτωχή μου καρδιά, καθώς σκέφτομαι εσάς.
Όμως λέω, αρκετά, από σήμερα αλλάζω.
Όχι δάκρυα πια, κι απ’ το νου μου σας βγάζω.
Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, μέρα της λησμονιάς!
Δε θα τριγυρνά πια στου φθινοπώρου τα φύλλα
αερικό που μου μοιάζει, στη ψυχή του η μαυρίλα
κάθε φύλου νεκρού, και με εσάς στην καρδιά…
Κι ο Πρεβέρ, ο ποιητής του φθινοπώρου των φύλλων,
ας με βγάλει απ’ τη λίστα των οπαδών και των φίλων
Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!
Κάθε φορά, ως τα χτες, που άνοιγα τα φτερά μου,
χελιδόνι κι εγώ, χελιδόνια σιμά μου,
γκρεμιζόμουν ξανά, σαν σκεπτόμουν εσάς…
Του Ικάρου οι μανίες πια στο διάβολο πήγαν,
δε θα ‘ρθει η χειμωνιά, τα χελιδόνια κι ας φύγαν…
Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς
Στο μπαλκόνι για Σας μία γλάστρα έχω βάλει
Που με δάκρυα ποτίζω, κι ως τα τώρα χαλάλι.
Τ’ άνθη πού ‘χανε πάρει, από σας ευωδιά
Θα τα δώσω, αν περάσει, καν’άς μακαρίτης
Εγώ παύω να κλαίω, παύω να ‘μαι ισοβίτης
Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!
Τώρα πια απ’ την καρδιά μου ό, τι λίγο έχει μείνει,
δεν περνάει της ισημερίας τη δίνη,
τυλιγμένο σε φλόγα, αναμμένη από Σας.
Η μεγάλη φωτιά, πάει πια, έχει σβήσει…
Κανά κάστανο μόνο ίσως φτάνει να ψήσει.
Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, μέρα της λησμονιάς
….
…Και τι θλίψη χωρίς νοσταλγία για σας!
LE VINGT-DEUX SEPTEMBRE (Georges Brassens, 1964).
Un vingt-et-deux septembre au diable vous partîtes,
Et, depuis, chaque année, à la date susdite,
Je mouillais mon mouchoir en souvenir de vous…
Or, nous y revoilà, mais je reste de pierre,
Plus une seule larme à me mettre aux paupières:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.
On ne reverra plus, au temps des feuilles mortes,
Cette âme en peine qui me ressemble et qui porte
Le deuil de chaque feuille en souvenir de vous…
Que le brave Prévert et ses escargots veuillent
Bien se passer de moi pour enterrer les feuilles:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.
Jadis, ouvrant mes bras comme une paire d’ailes,
Je montais jusqu’au ciel pour suivre l’hirondelle
Et me rompais les os en souvenir de vous…
Le complexe d’Icare à présent m’abandonne,
L’hirondelle en partant ne fera plus l’automne:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.
Pieusement noué d’un bout de vos dentelles,
J’avais, sur ma fenêtre, un bouquet d’immortelles
Que j’arrosais de pleurs en souvenir de vous…
Je m’en vais les offrir au premier mort qui passe,
Les regrets éternels à présent me dépassent:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.
Désormais, le petit bout de coeur qui me reste
Ne traversera plus l’équinoxe funeste
En battant la breloque en souvenir de vous…
Il a craché sa flamme et ses cendres s’éteignent,
A peine y pourrait-on rôtir quatre châtaignes:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.
……
Et c’est triste de n’être plus triste sans vous.
Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: Brassens, Απόδοση, Ημερολόγιο, Λόγια τραγουδιών, Μπρασένς, Μετάφραση, Νοσταλγία, Στίχοι, Τραγούδι | Leave a Comment »
Ωδή σύντομη στον Καραϊσκάκη
Posted by vnottas στο 21 Σεπτεμβρίου, 2011
Σαν πρασινίζει ο γαύρος στον Ασπροπόταμο,
τις νύχτες του Μάη με τις φωνές των αστεριών,
ξαναπαίρνεις, κάθε χρόνο, τα παλικάρια σου
κι ανεβαίνεις άρρωστος και πετροβολημένος
προς το μεγαλείο των Αγράφων.
Και τότε συγχωρείς όλους εμάς
και μας καταλαβαίνεις,
που ένας εδώ, ένας εκεί,
πολεμάμε με χίλιους δαιμόνους
και μόλις προφταίνουμε, τελευταία στιγμή,
κι ακολουθούμε τη μεγάλη σου πορεία
πίσω από το ξυλοκρέβατο,
ενώ έρχονται κοντά σου
πίσω από τον λεκιασμένο σκούφο σου,
χωρίς φωνή, με μαύρα μάτια,
σύντροφοι του αγώνα, ο Λόρκας, ο Λουμούμπα, ο Μπολιβάρ,
ο Μαγιακόφσκης, ο Διέγο Ριβέρα κι άλλοι πολλοί,
που κρύβονται από την αστυνομία του Μαυροκορδάτου.
Σε παρακαλώ καπετάνιε Στρατηγέ μου,
άφησέ με να γινώ σωματοφύλακάς σου,
να σε φρουρήσω σ’ όλη σου τη σύντομη ζωή
ξέρω από παγίδες, ξέρω από παράσημα,
από Εγγλέζους, από μυστικές συσκέψεις,
ξέρω από θάνατο, από υποψίες, μάθαμε .
Ξέρω τι αξίζει ένας λαϊκός στρατηγός,
τι αξίζεις.
Θανάσης Φωτιάδης
Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Θανάσης Φωτιάδης, Ιστορία, Καραϊσκάκης, Ποίηση | Leave a Comment »
Είμαι σνομπ… (φτου μου!)
Posted by vnottas στο 17 Σεπτεμβρίου, 2011
Υπάρχουν οι πτωχοί τω πνεύματι.
Ή για να είμαστε ακριβέστεροι οι πτωχότεροι τω πνεύματι από σένα.
Έχουν τρόπους σκέψης και συμπεριφορές που δεν καταλαβαίνεις και σου φαίνονται παράλογες. Δεν πρέπει ωστόσο να τους χλευάζεις. Οι καιροί είναι απρόβλεπτοι και κανείς δε ξέρει αν τελικά, σε μια στροφή της ιστορίας, δικαιωθούν. Άσε που απ’ ό,τι λέγεται τους ανήκει η βασιλεία των Ουρανών.
Υπάρχουν οι πτωχοί τοις χρήμασι
Ή για να είμαστε ακριβέστεροι οι πτωχότεροι τοις χρήμασι από σένα.
Δεν έχει κανένα νόημα να τους χλευάσεις. Είναι κατάφορα άδικο. Στο τρέχον κοινωνικό σύστημα οι πτωχότεροι αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για να είσαι εσύ λιγότερο πτωχός. Άσε που αύριο μπορεί να είσαι και εσύ κατοχυρωμένα νεόπτωχος που είναι και της μόδας!
Θέλεις οπωσδήποτε να χλευάσεις κάποιον; Δε μπορείς να κάνεις αλλιώς; Σε βαραίνει η αριστοφάνεια κληρονομιά και δε ξέρεις που να την βάλεις;
Υπάρχει μια κατηγορία, που όπως και να το κάνουμε τα θέλει ο ευεπίφορός της: Οι σνομπ (sine nobilitatis).
Αυτά (που θα μπορούσαν και να συντμηθούν ως: ¨σνομπάρετε τους σνομπ, τους κάνει καλό¨) εν είδει εισαγωγής για ένα τραγουδάκι του Μπορίς Βιάν (ναι, εκείνου του ¨Αφρού των ημερών¨, ο οποίος εκτός από συγγραφέας στη σύντομη ζωή του υπήρξε και συνθέτης, ηθοποιός, τραγουδιστής, εφευρέτης και άλλα). Το τραγούδι J’suis snob είναι της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, αλλά μια που ο σνομπισμός είναι διαχρονικό φαινόμενο, αποπειράθηκα να το προσαρμόσω στα ελληνικά και, λιγάκι, στα τρέχοντα. Άλλωστε θα παρατηρήσατε ενδεχομένως ότι έως λίγο πριν από την Κρίση είχαμε πήξει στους sine nobilitatis που, μεταξύ άλλων, νόμιζαν και διακήρυτταν – άνευ αιδούς – ότι ¨σνόμπ, είναι καλό¨!

Πρώτα η μουσική:
Από τον Μπορίς Βιάν αυτοπροσώπως…
Από ένα συγκρότημα (που υποψιάζομαι ότι το πιστεύει…)
Ακολουθεί η προσαρμογή στα ελληνικά
Και ακόμη μία εκτέλεση (από όπου δανείστηκα τη μουσικούλα της ανάγνωσης)
(J. Walter – B. Vian) Είμαι σνομπ…
Είμαι σνομπ… βέρι σνομπ
Το μόνο χάντικαπ π’ ομολογώ
Κι η καλογερική… βαριά!
Και απαιτεί μήνες δουλειά
μα όταν βγαίνω στο σεργιάνι
Κανένας ας μη με βασκάνει [φτου μου!]
Είμαι σνομπ… φακ σνομπ
Κι οι κολλητοί μου το αυτό / Σνομπ!!! είναι καλό!
Κομμένα τα νεύρα / το παπούτσι ζέβρα
Σινιέ το βρακί / κι η γραβάτα απαράβατα ιταλική
Δακτυλιδάκι / στο μικρό δακτυλάκι
Αλλά μόνο στο πόδι / είναι απ’ τα δικαιώματα τα θεμελιώδη
Να πονάς στο συκώτι / σαν τον κάθε επαρχιώτη
Δεν είναι στη μόδα / προτιμώ έλκος, μα πήρα ρεζέρβα έναν δότη
Οι πρασινοφρουρές / είναι πια ανιαρές
Για αυτό από προχτές / δίνω δίκιο μονάχα στις διεθνείς αγορές
Είμαι σνομπ, τγε σνομπ
Με λεν’ Βάγγο, με φωνάζουνε Μπομπ
Nα ιππεύσω πάω στην Κηφισιά
Εκεί μ’ αρέσει ως κι η κοπριά
Οι φίλοι μου είναι όλοι από τζάκια
Με αίμα μπλε ως τα μπατζάκια
Είμαι σνομπ, γαμάτος σνομπ
Και για αγάπη oμιλώ / Γυμνός στο φωταγωγό!
Σνομπ – πάρτι στο σπίτι / Κάνω κάθε Τρίτη
Καφέ μόνο μόκα,/ μα διαθέτουμε κόκα και κόλα και ρόκα
Το καμαμπεράκι / με το κουταλάκι
Έχει και χαβιάρι / κανείς δεν θα μπορέσει να μας το πάρει
Το διαμέρισμα μου / τ’ αριστούργημα μου
Μονάχα στο χολ / έχω κρεμάσει πέντε έξι Γουορχόλ
Είχα και μια τι βι / μ’ ενοχλούσε πολύ
Της έδωσα μια / και τώρα κοιτάει απ’ την άλλη μεριά
Είμαι σνομπ, καρά-σνομπ
Με εξουθενώνει το χούι αυτό
Στης Ρολς ταξιδεύω την ένδοξη ράχη
Τον Αύγουστο θάλασσα παν μόνον οι βλάχοι
Και είναι κάτι τέτοια μικρά
Που στον Σνομπ κάνουν την διαφορά
Είμαι σνομπ, πιο πολύ κι από πριν…
Και σαν θα ‘μαι νεκρός, το ντεκόρ, / Απαιτώ να ‘ναι Ντιορρρ!
J’suis snob (J. Walter – B. Vian)
J’suis snob… J’suis snob
C’est vraiment l’seul défaut que j’gobe
Ça demande des mois d’turbin
C’est une vie de galérien
Mais lorsque je sors à son bras
Je suis fier du résultat
J’suis snob… Foutrement snob
Tous mes amis le sont
On est snobs et c’est bon
Chemises d’organdi, chaussures de zébu
Cravate d’Italie et méchant complet vermoulu
Un rubis au doigt… de pied, pas çui-là
Les ongles tout noirs et un tres joli p’tit mouchoir
J’vais au cinéma voir des films suédois
Et j’entre au bistro pour boire du whisky à gogo
J’ai pas mal au foie, personne fait plus ça
J’ai un ulcère, c’est moins banal et plus cher
J’suis snob… J’suis snob
J’m’appelle Patrick, mais on dit Bob
Je fais du ch’val tous les matins
Car j’ador’ l’odeur du crottin
Je ne fréquente que des baronnes
Aux noms comme des trombones
J’suis snob… Excessivement snob
Et quand j’parle d’amour
C’est tout nu dans la cour
On se réunit avec les amis
Tous les vendredis, pour faire des snobisme-parties
Il y a du coca, on deteste ça
Et du camembert qu’on mange à la petite cuiller
Mon appartement est vraiment charmant
J’me chauffe au diamant, on n’peut rien rêver d’plus fumant
J’avais la télé, mais ça m’ennuyait
Je l’ai r’tournée… d’l’aut’ côté c’est passionnant
J’suis snob… J’suis snob
J’suis ravagé par ce microbe
J’ai des accidents en Jaguar
Je passe le mois d’août au plumard
C’est dans les p’tits détails comme ça
Que l’on est snob ou pas
J’suis snob… Encor plus snob que tout à l’heure
Et quand je serai mort
J’veux un suaire de chez Dior!

Posted in Μπορίς Βιάν στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: Boris Vian, Απόδοση, Εκσυγχρονιστές, Λόγια τραγουδιών, Μπορίς Βιάν στα ελληνικά, Μετάφραση, Νεόπλουτοι, Στίχοι, Σνομπισμός, Τραγούδι, Snob | Leave a Comment »
Είμαι μάγκας και μπερμπάντης
Posted by vnottas στο 13 Σεπτεμβρίου, 2011
Είμαστε ακόμη στον αστερισμό Μπρασένς και σήμερα το μενού περιλαμβάνει τραγουδάκι βουκολικό. Πρωταγωνιστούν: ο ποιητής, η χωριατοπούλα και ο Έρωτας. Την χωριατοπούλα την λένε Μαργκώ, (όνομα που μου θυμίζει την πιο αγαπημένη από τις γιαγιάδες μου, την Μαριγώ, που είχε γεννηθεί στην ορεινή Αρκαδία. Άσχετο).
Το τραγούδι το λένε Je suis un voyou (είμαι ένας κατεργάρης, μάγκας, αγύρτης, μόρτης). Εδώ ο ποιητής, για να περιγράψει την αμοιβαία έλξη του λαϊκού με το αγροτικό, μπαίνει στα ρούχα ενός ερωτευμένου, άρα συμπαθούς, κατεργάρη που γοητεύεται από μια όμορφη ¨Θεά με τσόκαρα ¨.
Ακολουθούν μουσικές και στίχοι.
Πρώτα ο Brassens
Στα ιταλικά
Στα ρώσικα
Ο Μπρασένς ποτέ δεν πεθαίνει (Brassens not dead)
Προσαρμογή στα ελληνικά με δημοτικό χαλί
Προσαρμογή στα ελληνικά με λαϊκό χαλί
Οι στίχοι του Μπρασένς
Ci-gît au fond de mon coeur une histoire ancienne,
Un fantôme, un souvenir d’une que j’aimais…
Le temps, à grands coups de faux, peut faire des siennes,
Mon bel amour dure encore, et c’est à jamais…
J’ai perdu la tramontane
En trouvant Margot,
Princesse vêtue de laine,
Déesse en sabots…
Si les fleurs, le long des routes,
Se mettaient à marcher,
C’est à la Margot, sans doute,
Qu’elles feraient songer…
Je lui ai dit: «De la Madone,
Tu es le portrait!»
Le Bon Dieu me le pardonne,
C’était un peu vrai…
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.
La mignonne allait aux vêpres
Se mettre à genoux,
Alors j’ai mordu ses lèvres
Pour savoir leur goût…
Elle m’a dit, d’un ton sévère:
«Qu’est-ce que tu fais là?»
Mais elle m’a laissé faire,
Les filles, c’est comme ça…
Je lui ai dit: «Par la Madone,
Reste auprès de moi!»
Le Bon Dieu me le pardonne,
Mais chacun pour soi…
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.
C’était une fille sage,
A «bouche, que veux-tu?»
J’ai croqué dans son corsage
Les fruits défendus…
Elle m’a dit d’un ton sévère:
«Qu’est-ce que tu fais là?»
Mais elle m’a laissé faire,
Les filles, c’est comme ça…
Puis, j’ai déchiré sa robe,
Sans l’avoir voulu…
Le Bon Dieu me le pardonne,
Je n’y tenais plus!
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.
J’ai perdu la tramontane
En perdant Margot,
Qui épousa, contre son âme,
Un triste bigot…
Elle doit avoir à l’heure,
A l’heure qu’il est,
Deux ou trois marmots qui pleurent
Pour avoir leur lait…
Et, moi, j’ai tété leur mère
Longtemps avant eux…
Le Bon Dieu me le pardonne,
J’étais amoureux!
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.
Η απόδοση που σας έφτιαξα
Μάγκας και Μπερμπάντης
Κάπου μέσα μου βαθιά, ιστορίες παλιές
Μια σκιά, μια οπτασία / μια π’ αγάπησα
Κι αν η μοίρα κι ο καιρός, / κάνουν ζαβολιές
Στην ψυχή μου πάντα μέσα / την εκράτησα
Έχω χάσει τα μυαλά μου / βρήκα τη Μαριγώ
Γήινη πριγκίπισσά μου / Θεά από χωριό
Τα λουλούδια δρόμο αν παίρναν / και τριγύριζαν
Τη Μαριγώ μου δίχως άλλο / θα μου θύμιζαν
¨Σαν της Παναγιάς¨ της είπα, / ¨είσαι εικόνισμα¨
Κι ήτανε και λίγο αλήθεια / Βόηθα Παναγιά
Κι άμα δε με βοηθάς / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι μάγκας και μπερμπάντης / και ήδη σου χρωστώ
Η μικρή στην εκκλησία / πήγαινε συχνά
Την εδάγκωσα στα χείλη / δοκιμαστικά
¨Μα τι κάνεις εκεί πέρα;¨ / μου ’πε αυστηρά
Μα δε μού ’κοψε την φόρα / ξέρω κι από αυτά.
¨Μα την Παναγιά¨ της είπα / ¨μείνε πλάι μου¨
Ο Θεός να με σ’ χωρέσει / μα χαλάλι μου!
Κι άμα δε με συγχωρήσει / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι μόρτης και αλάνης / και ήδη του χρωστώ
Ήταν μια σοφή κοπέλα: / ¨Πες μου εσύ τι θες;¨
¨Τα απαγορευμένα μήλα! / στου μπούστου τις πτυχές¨
¨Μα τι κάνες εκεί πέρα;¨ / μου είπε αυστηρά
Δεν με έπιασε η φοβέρα / ξέρω κι απ’ αυτά.
Μα της έσκισα τη φούστα / βόηθα Παναγια!
Δεν ειν’ πού ’χω τέτοια γούστα / δεν κρατιόμουν πια!
Μα κι αν δε με βοηθάς / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι παλιοχαρακτήρας / και ήδη σου χρωστώ
Έχω χάσει τα μυαλά μου / Πάει η Μαριγώ!
Την παντρέψαν την κυρά μου /με ένα απ’ το χωριό
Τώρα πρέπει να ’χει κάνει / καναδυό παιδιά
που το γάλα της ζητάνε / απαιτητικά!
Εγώ βύζαξα από τούτα / πολύ πιο μπροστά
Ας σ’γχωρέσουνε κι εμένα / και τον Έρωτα
Κι άμα δε με συγχωρούν / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι μόρτης, κατεργάρης / κι ήδη τους χρωστώ
Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ | Με ετικέτα: Brassens, Έρωτας, Απόδοση, Λόγια τραγουδιών, Μπρασένς, Μάγκας, Μετάφραση, Στίχοι, Τραγούδι, Χωριό, Χωριατοπούλα | 3 Σχόλια »
Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία
Posted by vnottas στο 11 Σεπτεμβρίου, 2011
Jacques Prévert Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία
Στην κηδεία ενός φύλλου νεκρού / πάνε δύο σαλιγκάρια
Τα καβούκια έχουν μαβιά / και πλερέζες στα κεφάλια
Ξεκινήσαν μια βραδιά / φθινοπωρινή, γλυκιά
Μα, αλίμονο, σαν φτάνουν / η άνοιξη έχει φτάσει πια
Τα φύλλα που ήταν πεθαμένα / έχουν όλα αναστηθεί
Και τα δύο σαλιγκάρια / είναι δυσαρεστημένα
Μα ιδού προβάλλει ο Ήλιος / μες της άνοιξης τα μύρα
Και τους λέει στο αυτί: / Για καθίστε βρε παιδιά
Πάρτε ένα ποτήρι μπύρα / μια ιδέα είναι κι αυτή!
Κι αν το λέει η καρδιά σας / πάρτε το λεωφορείο
Ξεκινά για το Παρίσι / είναι ωραίο το τοπίο
Και θα δείτε όλη τη χώρα / μα αφήστε εδώ τη θλίψη!
Σας το εγγυώμαι εγώ / πως η θλίψη ασχημίζει,
πως το μάτι σας μαυρίζει
κι ιστορίες για νεκρούς / θλίψη φέρνει σαν ακούς.
Γι αυτό της ζωής το χρώμα
Βάλτε πάλι στα καβούκια…
Τότε ζώα και φυτά / γεροδέντρα και μπουμπούκια
Άρχισαν να τραγουδάνε
κι οι φωνές τους, δυνατές, / πήρανε να ξεφουρνίζουν
Νότες καλοκαιρινές
Κι όλοι αρχίσανε να πίνουν / τα ποτήρια να τσουγκρίζουν
κι είναι όμορφη η νύχτα / τα άστρα μοιάζουν φαναράκια
Σπίτι λένε να γυρίσουν
και τα δυο σαλιγκαράκια
φεύγουνε συγκινημένα,
φεύγουνε ευτυχισμένα,
είναι και μια στάλα φέσι
και τρικλίζουν και λιγάκι,
μα ψηλά στον ουρανό
τα φυλάει το φεγγαράκι.
[Ως (αισιόδοξη) αντίστιξη στα τρέχοντα]
(απόδοση Β.Νόττας)
Jacques Prévert: Chanson des Escargots qui vont à l’enterrement
A l’enterrement d’une feuille morte
Deux escargots s’en vont
Ils ont la coquille noire
Du crêpe autour des cornes
Ils s’en vont dans le soir
Un très beau soir d’automne
Hélas quand ils arrivent
C’est déjà le printemps
Les feuilles qui étaient mortes
Sont toutes réssucitées
Et les deux escargots
Sont très désappointés
Mais voila le soleil
Le soleil qui leur dit
Prenez prenez la peine
La peine de vous asseoir
Prenez un verre de bière
Si le coeur vous en dit
Prenez si ça vous plaît
L’autocar pour Paris
Il partira ce soir
Vous verrez du pays
Mais ne prenez pas le deuil
C’est moi qui vous le dit
Ça noircit le blanc de l’oeil
Et puis ça enlaidit
Les histoires de cercueils
C’est triste et pas joli
Reprenez vous couleurs
Les couleurs de la vie
Alors toutes les bêtes
Les arbres et les plantes
Se mettent a chanter
A chanter a tue-tête
La vrai chanson vivante
La chanson de l’été
Et tout le monde de boire
Tout le monde de trinquer
C’est un très joli soir
Un joli soir d’été
Et les deux escargots
S’en retournent chez eux
Ils s’en vont très émus
Ils s’en vont très heureux
Comme ils ont beaucoup bu
Ils titubent un petit peu
Mais la haut dans le ciel
La lune veille sur eux.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: Απόδοση, Μετάφραση, Ποίηση, Στίχοι, Σαλιγκάρια, Jacques Prévert | Leave a Comment »
Αγανακτισμένο 3 (του Σεπτέμβρη)
Posted by vnottas στο 3 Σεπτεμβρίου, 2011
Δε ξέρω με ποιους συνειρμούς, αλλά η 3η του Σεπτέμβρη μου προκάλεσε και αυτές τις σκέψεις…
Ας υποθέσουμε ότι σε κάποια στιγμή του απώτερου μέλλοντος κάποιοι ερευνητές της Ιστορίας των Κοινωνιών θα ενδιαφερθούν για τα όσα βιώνουμε εμείς τώρα. Ας είμαστε αισιόδοξοι και ας πούμε ότι οι ερευνητές αυτοί δεν θα είναι ούτε προκατειλημμένοι ούτε προχειρολόγοι (μια που τις υποθέσεις τις κάνουμε εμείς, ας διαλέξουμε μια καλή εκδοχή του μέλλοντος, δε στοιχίζει τίποτα). Έτσι, ψάχνοντας για το τι συνέβη στις αρχές του 21ου θα αναζητήσουν πηγές και τεκμήρια που θα τους επιτρέψουν να φτιάξουν μια γενική εικόνα, έτσι ώστε να στηρίξουν πάνω της, τις ερμηνευτικές τους υποθέσεις και θεωρίες.
Όπως είναι φυσικό, θα αρχίσουν αναζητώντας τα ισχύοντα σήμερα ποσοτικά μεγέθη και τους λυπάμαι που θα πρέπει να επιλύσουν τους γρίφους της ¨δημιουργικής¨ μας λογιστικής (έτσι τη λέμε σήμερα, ως καθώς πρέπει πολιτικώς όρθιοι –σε στάση προσοχής –μετανεωτεριστές).
Ας ελπίσουμε ότι ως τότε θα έχουν επινοήσει κάποια φόρμουλα που να απομονώνει το ¨εικονικό¨ από το ¨πραγματικό¨ και έτσι να μπορέσουν να βρουν κάποια άκρη.
Εκτός πια κι αν το εικονικό έχει θριαμβεύσει στην εποχή τους, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν θα έχουν ούτε ιστορικούς ερευνητές ούτε καν Ιστορία, άσε που και η αρίθμηση του χρόνου θα έχει αλλάξει αφετηρία, και θα διαιρεί πιθανόν σε Προ και Μετά Αποδόμησιν εποχή.
Στη συνέχεια, αφού καταγράψουν τα¨αντικειμενικά¨ στοιχεία, καθώς και εκθέσεις, προγραμματισμούς, δηλώσεις καλών προθέσεων, απολογισμούς και λοιπά , θα θελήσουν, υποθέτω, να ψάξουν και την άποψη αυτής της πολυπροβεβλημένης Θεάς της Νεωτερικής και Μετανεωτερικής Εποχής που ονομάζεται ¨Κοινή Γνώμη¨
Και εδώ είναι που η λύπησή μου γίνεται οίκτος. Γιατί θα πρέπει (οι φουκαράδες) να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να βγάλουν άκρη, κολυμπώντας στην κινούμενη άμμο (που συχνά γίνεται λάσπη) των έργων και των παρεμβάσεων των σημερινών καθοδηγητών, εκφραστών, αναλυτών της περίφημης περί ης ο λόγος Κοινής.
Αρχίζοντας από όσους από τους εντεταλμένους δημοσκόπους αναλαμβάνουν την αναμόχλευση και τον χειρισμό της Κοινής Γνώμης μέσω ασαφών, κατά παραγγελίαν και προς δημοσίευση δημοσκοπήσεων, περνώντας στους ¨έγκριτους¨ (μετανεωτερικούς, δηλαδή, για να καταλαβαινόμαστε: σχετικιστές, πραγματιστές, ατομικιστές, λάτρεις της επιφάνειας και της εικόνας, αποδομούντες κατά παραγγελία) μεγαλοδημοσιογράφους και αναλυτές των σημερινών ΜΜΕ και φτάνοντας ως την ανάλυση της αποδοχής των προϊόντων και των (κρυφών και φανερών) μηνυμάτων της πολιτισμικής βιομηχανίας. Χαμός!
Αδέλφια (ή μάλλον δισεγγόνια) κοινωνικοί ερευνητές του μέλλοντος: Έχετε την απόλυτη κατανόηση και νοερή συμπαράστασή μου. Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι για σας. Εάν εσείς, οι δεόντως αποστασιοποιημένοι, μπερδεύεστε, πόσο μάλλον εμείς εδώ. Πάντως αντί για καρτ ποστάλ σας στέλνω μερικά στιχάκια μόλις αλιευμένα στο διαδίκτυο, που όμως τραγουδιούνται ήδη στους δρόμους. Μου φαίνονται γνήσιας λαϊκής προέλευσης, βάλτε τα κάπου, έστω σε υποσημείωση, εκεί που ίσως αναφέρεστε στην δυσκολία της ανίχνευσης του συλλογικού θυμικού, ή, αλλιώς, απολαύστε σύγχρονο/παλιό μπουζούκι.
Σημείωση: Το τραγουδάκι Οι αγανακτισμένοι (η λύση) το βρήκα στο πολύ καλό ιστολόγιο Ρεμπέτικο Φόρουμ. Οι δημιουργοί του (μπράβο παιδιά) είναι οι
Μουσική Γ. Σπηλιόπουλος
Τραγούδι: Αγγελική Λιούκα, Γ Σπηλιόπουλος και η ορχήστρα
Μπουζούκι: Γ. Σπηλιόπουλος
Κιθάρα: Π. Δουρδουμπάκης.
Μπάσο: Κ. Λιούκας
Κρουστά: Γ. Μαντρέκας
Δεν κατάφερα να τους βρω για να πάρω ρητή άδεια για την ανακαταχώρηση, (αν και επικοινώνησα με το Φόρουμ) για αυτό και αναρτώ την απαραίτητη δήλωση που βρήκα αυτούσια στο επίσης πολύ καλό (για όποιον ενδιαφέρεται όχι μόνον για την ποίηση αλλά και για καλή, δυσεύρετη μουσική) ιστολόγιο ¨Αλωνάκι της Ποίησης¨, την οποία συμμερίζομαι, αντιγράφω κατά λέξη και συνυπογράφω.
ΔΗΛΩΣΗ
ΓΙΑ ΟΣΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟΦΙΛΜ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΤΟΥΣ ΚΥΡΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΜΠΛΟΓΚΑΡΧΗ. ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΛΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΧΡΗΣΗ.
Ιδού λοιπόν η μουσική
Ιδού και οι στίχοι:
Τζιτζιφιόγκοι και ντιντήδες, ψεύτες, παραμυθατζήδες,
παπατζήδες και λαμόγια, μας φλομώσανε στα λόγια.
Υπουργοί και βουλευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.
Όταν τέλειωσαν τα φράγκα
ήρθαν και σε βρήκαν μάγκα
και σου είπανε να δώσεις
την πατρίδα σου να σώσεις.
Μα θα στήσεις τις κρεμάλες
θα τους πάρεις τις κουτάλες
κι όταν θα ‘χεις καθαρίσει
ίσως να βρεις και τη λυση.
Πονηροί καταφερτζήδες, κλέφτες, στοιχηματατζήδες,
πόρνες και κλεφτοκοτάδες,της ζωής μας οι νταβαδες.
σύμβουλοι, πραματευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.
Και μια που είμαστε στο ρεμπέτικο κλίμα ιδού ακόμη μερικά στιχάκια δημοσιευμένα από το μέλος του Φόρουμ irodion
Φαγητό με το δελτίο v3 (ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ)
Οι τραπεζίτες σφράγισαν, για χρέη τα σπιτάκια
Με δήθεν κυβερνήτες μας, τα κάνανε πλακάκια
Τα φάγανε και τα έκρυψαν μεγαλοκαρχαρίες
Κι όλος ο κόσμος άρχισε να κάνει λιτανείες
Φαγητό με το δελτίο
φουκαρά θ’ αρπάξεις κρύο
Το πετρέλαιο δε φτάνει
την καρδιά σου να ζεστάνει
Μας βάλανε στο ΔουΝουΤού, όλα να μας τα φάνε
Με κόλπα και στατιστικά, το αίμα μας ρουφάνε
Μας ρίχνουν στο μνημόνιο και σ άλλη θεωρία
Τα νούμερα δε βγαίνουνε γιατί είναι κοροϊδία
Αχ του Έλληνα η φάρα
δεν αντέχει μάγκα άλλα
Η ζωή μας δεν τους φτάνει
και η πατρίδα όλο χάνει
Μα ο λαός τους την φυλά και πια δεν περιμένει
πλατείες συγκεντρώνονται οι Αγανακτισμένοι
Φωνάζουν στους πολιτικούς και κάνουν φασαρία
Δεν θέλουν άλλο ψέματα ζητούν Δημοκρατία
Έλληνες και Ευρωπαίοι
νιώθουνε όλοι ωραίοι
δεν θα δίνουν στους λεφτάδες
τέρμα πια οι φουκαράδες
Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: Αντίσταση, Γ. Σπηλιόπουλος, Δημοκρατία, Διαδήλωση, Ζωή, Κοινωνία, Λόγια τραγουδιών, Λαϊκό τραγούδι, Παγκοσμιοποίηση, Ρεμπέτικο, Στίχοι, αποδόμηση | Leave a Comment »
Ημερολογιακό (περιμένοντας το Φθινόπωρο)(*) συν ένα ακόμη τραγουδάκι
Posted by vnottas στο 29 Αυγούστου, 2011
Το καλοκαίρι, φέτος, είχα μαζί μου τον μικρό Ανυστερόβουλο (υπολογιστή), αλλά όχι πάντα τη δυνατότητα να τον συνδέω στο διαδίκτυο. Πάντως είχα (είχε) απομνημονεύσει υλικό για διάφορες χρήσεις, ανάμεσα στο οποίο υπήρχαν τα λόγια από μερικά τραγούδια υποψήφια για επεξεργασία και λεκτική προσαρμογή στα καθ’ ημάς. Μεταξύ αυτών Le vent, Ο άνεμος: το γαλλικό κείμενο, οι άγνωστες λέξεις και ό, τι από σχόλιο είχα βρει στις περιηγήσεις μου στην κυβερνοθάλασσα (φυσικά κι αυτό γραμμένο από τον μουστακοφόρο φίλο).
Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι ο Άνεμος ενέπνευσε πρώτα τον καλλιτέχνη μουσικά: το αποτέλεσμα ήταν μια μελωδία πεταχτή, αεράτη, στριφογυριστή, ανοδική, γρήγορη, ορμητική και αποκαλυπτική. Μετά (υποθέτω πάντα) αυτός ο (χορευτικός) άνεμος, με ήδη αποκτημένη τη μουσική του υπόσταση, για να γίνει τραγούδι θα έπρεπε να αποκτήσει λόγια. Και για να αποκτήσει λόγια έπρεπε να καταγραφεί μέσα/πάνω σε έναν τόπο.
Θα μπορούσε, ας πούμε, να σφυρίζει σε ερήμους, σε βουνοκορφές, ανάμεσα σε κλαδιά, ανάμεσα σε κατάρτια ή όπου αλλού. Ο καλλιτέχνης προτίμησε ένα γεφύρι. Κι όχι όποιο κι όποιο. Le pont des Arts, Το Γιοφύρι των Τεχνών, στον παρισινό Σηκουάνα. Γεφύρι Ναπολεόντειο και προορισμένο για πεζούς, αποκτά τώρα την ποιητική του διάσταση: γίνεται ανεμοδρόμιο.
Και αφού προσδιορίστηκε ο τόπος, μπορεί πλέον να εμφανιστεί και η δράση. Να ‘τος λοιπόν ο Άνεμος που, γενικά, μπορεί να κάνει τις δουλειές που ξέρει καλά, να ξεσηκώνει κύματα, να ξεριζώνει δέντρα, να ξεκαρφώνει κουφώματα και στέγες, αλλά αν τον στριμώξεις σε ένα γεφύρι, τότε βέβαια μάλλον περιορίζεται στο να διασκεδάζει με το να σηκώνει φούστες, να παρασύρει καπέλα, να χαλάει χτενίσματα.
Εγώ λέω λοιπόν, ότι κάπως έτσι θα πρέπει να άρχισαν να πλέκονται οι στίχοι πάνω στην αεράτη μουσική. Το μόνο που θα έπρεπε τώρα να προστεθεί, για να ενταχθεί το πόνημα στο συγκεκριμένο ύφος του δημιουργού του, είναι μια κάποια έστω υπαινικτική, έστω αλληγορική, έστω μεταφορική ή, στο κάτω κάτω, γιατί όχι, ρητή και κατηγορηματική ¨θέση¨. (οι ποιητές του νεωτερισμού το ‘χουν αυτό το χούι, σε αντίθεση με μερικούς αλτσχαμέριους ρεϊβόρυθμους κατοπινούς τους).
Ελάτε λοιπόν εδώ αντιπαθητικοί τύποι, και των δύο άκρων. Πάρτε θέση στόχου: από τη μια μεριά ιδού οι ¨Ωχ αδελφέ¨, οι επιλεγόμενοι και ¨Δε βαριέσαι!¨, ανέκαθεν και πανταχού παρόντες, και από την άλλη, να ‘τοι και οι ¨Καθώς πρέπει¨, να αποτελούν το εξ ίσου αντιπαθές, στημένο και ποζάτο, αντίβαρο στους ¨Ωχ¨.
Και να ‘τος και ο πρωταγωνιστής Άνεμος, να τους περιπαίζει αμφότερους αποδίδοντας εναέρια δικαιοσύνη.
Πάντως, για την ώρα, ο Άνεμος θα είναι επιεικής και παιχνιδιάρης ακόμη και μ’ αυτούς: θα περιοριστεί να τους σηκώνει τις φούστες, να τους παίρνει τα καπέλα, άντε και να τους χαλάει την κόμμωση. Μέχρι να ολοκληρωθεί και το τελευταίο ρεφρέν δεν θα έχει πετάξει κανέναν στο ποτάμι.
Και τώρα αδέλφια ας πάρουμε αυτόν τον φυσσαλέο τιμωρό και ας επιχειρήσουμε να τον μεταφέρουμε νοτιότερα, σε μια πόλη χωρίς ποτάμια, σε μια γλώσσα με πολυσύλλαβες λέξεις, (και πολύλεξες υποτακτικές), όπου όμως οι άνεμοι, όλων των τάσεων, ειδών και χαρακτήρων ευδοκιμούν.
Και όπου, βέβαια, δεν λείπουν ούτε οι ¨Ωχ αδελφέ!¨ (κάθε άλλο, υπάρχει μάλιστα άφθονη τοπική παραγωγή Προστατευμένης Ονομασίας και Κατοχυρωμένης Προέλευσης) ούτε οι ¨Καθώς πρέπει¨. Μόνο που αυτοί οι τελευταίοι τα ‘χουν ολίγον παίξει, γιατί αλλιώς τους τα λέγανε οι συντηρητικοί (στα πάνω τους έως πριν λίγο καιρό) και αλλιώς τους τα ζήτησαν οι ¨εκσυγχρονιστές¨ (πρόσφατα). Για να μη πούμε τι τραλαλά παθαίνουν λόγω κρίσης (τώρα). Γιατί άλλο να είσαι ένας καθώς πρέπει ¨Καθώς πρέπει¨ τον καιρό της σεμνότητας και της αποταμίευσης, άλλο τον καιρό της φουντωτής επιδεικτικής (ξέκωλης) κατανάλωσης και άλλο στα συλλογικά ζόρια. Αλλά, όπως λέγαμε και στα προηγούμενα τραγούδια, «Ο ¨Καθώς πρέπει¨ μένει πάντα ¨Καθώς πρέπε騻 -και για να το πετύχει συχνά εντάσσεται στους γνωστούς ΟΦΑ –Όπου Φυσάει ο Άνεμος .
Και τώρα νομίζω ότι χρειαζόμαστε ένα γεφύρι, λέω στα παιδιά (καλοκαίρι, Μάνη, στο σπίτι του Νίκου).
Όχι, το γεφύρι της Άρτας δεν μας κάνει. Παραείναι βουκολικό. Ας το αφήσουμε για όταν θα ασχοληθούμε με πρωτομάστορες και κωμειδύλλια. Εμείς αναζητάμε κλίμα πρωτευουσιάνικο, όπου να χωράει άνετα η πολυπληθής ποικιλία των ενοχλητικών.
Ναι, αλλά η πόλη που έχουμε στη διάθεσή μας έχει στραβοκαταπιεί τα ποτάμια της, κι από γεφύρια, το πολύ καμιά πεζογέφυρα, πάνω από λεωφόρο ταχείας θρόμβωσης.
Γιατί όχι!
Μια αερο-πεζογέφυρα.
Άρα;
Άρα το υστερόγραφο του σενιόρ Καλατράβα, το Καλατραβάκι.
Το Καλατραβάκι πάει μια χαρά, κι ας μην ανακαλεί τον Ναπολέοντα (πλην εκείνου του πάλαι ποτέ Δρομοκαϊτείου, όταν το παίζει ολυμπιονίκης), έχει μήκος και (πρέπει να) έχει εκ των κάτωθεν ανοδική θέα (υποθέτω, δεν πήγε ακόμη κανείς απ’ την παρέα να το επαληθεύσει).
Όμως υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: οι συλλαβές. Κοίτα το πρωτότυπο: Si, par hasard (4 συλλαβές), Sur l’Pont des Arts (κι εδώ, εν τέλει, 4συλλαβές) Η λέξη ¨Καλατραβάκι¨ έχει 5, μαζί με το απαραίτητο (πρόθεση + άρθρο) ¨στο¨, μας κάνουν 6 (έξι). Ζόρικο. Μήπως όμως οι έξι συλλαβές χωράνε στις νότες, έστω με γρηγορότερη εκφορά, γιά όλοι μαζί: Στο Καλατραβάκι/ πρόσεχε λιγάκι… πάει; Πάει.
Ξανά: Πρόσεχε λιγάκι/ στο Καλατραβάκι
Όταν φυσάει δυνατά/ κράτα τη φούστα σου σφικτά…
Και τώρα χρειαζόμαστε κάτι να ομοικαταληκτεί (ριμάρει) με ¨καπέλο¨ . Δε βγαίνει; Είναι που το καπέλο είναι και παροξύτονο. Κι αν τον βάζαμε να χαλάει τα μαλλιά; παρατηρεί εύστοχα η Ιωάννα. Γιατί όχι! Και ποιος σε ¨ –ιά¨ θα τα ανακατεύει; Μα ο παιχνιδιάρης ο Βοριάς, ξαναλύνει τον βρόγχο η Ιωάννα. Σωστό!
Άρα έχουμε: Πρόσεχε λιγάκι/ στο Καλατραβάκι
Τον παιχνιδιάρη τον βοριά / που σου χαλάει τα μαλλιά.
Κάπως έτσι άρχισε να πλέκεται η παρακάτω εγχώρια προσαρμογή των στίχων του Μπρασένς. Σας τους παραθέτω μαζί με το αρχικό κείμενο και ό, τι από μουσική (αρχική και διασκευές) βρήκα.
…………
(*)Όπως θα παρατήρησαν οι τακτικοί επισκέπτες της παρούσας ιστοσελίδας, αυτό το καλοκαίρι, το κύριο θέμα των αναρτήσεων ήταν παλιά ξένα τραγούδια που ανασύρθηκαν ξανά στην επιφάνεια, ψαχουλεύτηκαν, παρουσιάστηκαν και έγινε ερασιτεχνική προσπάθεια να μεταφραστούν(;), αποδοθούν(;) προσαρμοστούν(;) στην τρέχουσα ελληνική. Αυτό το παιχνίδι άρχισε όταν το παρόν ιστολογοφόρο απόκτησε τη δυνατότητα μεταφοράς προφορικού λόγου και μουσικών ήχων.
Τώρα, το καλοκαίρι τελειώνει και μαζί του ο (ικανός για τέτοιες ενασχολήσεις) ελεύθερος χρόνος. Έτσι, όπου να ’ναι, πάμε γι άλλα. (Εκτός, βεβαίως, απρόοπτης θυμικής εμμονής, που δεν είναι να την αποκλείεις κι αυτήν, γιατί, που και που, σκάει μύτη απρόσκλητη και απαιτητική). Πάντως, έτσι κι αλλιώς, έχω ακόμη δυο τρία Μπρασένεια άσματα στο δισάκι μου, επεξεργασμένα σε περίοδο θερινής ραστώνης, πακεταρισμένα και έτοιμα για ανάρτηση.
Επομένως… ιδού ένα από αυτά:
Πρώτα οι ήχοι:
1. Από τον δημιουργό (στίχοι, μουσική, τραγούδι) Μπρασένς
2. Από το κουαρτέτο Plein Jazz
3. Από τους Pierre et Willy
4. Εκτέλεση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα των Μπρασένς
5. Ισπανικά
6. Ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά (από κάτω το Duo Brassens Jazz)
Και τα κείμενα: 1. Οι στίχοι στα γαλλικά 2. Η προσαρμογή στα ελληνικά
Le vent
Georges Brassens
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau
Les jean-foutre et les gens probes
Médis’nt du vent furibond
Qui rebrouss’ les bois, détrouss’ les toits, retrouss’ les robes
Des jean-foutre et des gens probes
Le vent, je vous en réponds
S’en soucie, et c’esαιt justic’, comm’ de colin-tampon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau
Bien sûr, si l’on ne se fonde
Que sur ce qui saute aux yeux
Le vent semble une brut’ raffolant de nuire à tout l’monde
Mais une attention profonde
Prouv’ que c’est chez les fâcheux
Qu’il préfèr’ choisir les victimes de ses petits jeux
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau
Ο άνεμος
Πρόσεξε λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Όταν φυσάει δυνατά
Κράτα τη φούστα σου σφικτά
Προσοχή λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Στον παιχνιδιάρη τον βοριά
Που ανακατεύει τα μαλλιά
Οι ¨ωχ αδελφέ¨ κι οι ¨καθώς πρέπει¨
για τον άνεμο ρωτούν
που δέντρα ρίχνει, στέγες παίρνει και φούστες σηκώνει
¨Ωχ αδελφέ¨ και ¨καθώς πρέπει¨
θα σας απαντήσω εγώ
πως ο άνεμος σας έχει
γραμμένους και τους δυο
Πρόσεξε λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Όταν φυσάει δυνατά
Κράτα τη φούστα σου σφικτά
Πρόσεξε λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Τον παιχνιδιάρη τον βοριά
Που ανακατεύει τα μαλλιά
Έτσι βέβαια κι αρκεστείς
σε ό, τι μοιάζει προφανές
ο αέρας ίδιος είναι για όλους τους ανθρώπους
αλλά αν προβληματιστείς
περισσότερο θα δεις
πώς να ενοχλεί του αρέσει στριμμένους και εμπαθείς
Πρόσεξε λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Όταν φυσάει δυνατά
Κράτα τη φούστα σου σφικτά
Προσοχή λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Στον παιχνιδιάρη τον βοριά
Που ανακατεύει τα μαλλιά
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: Brassens, Απόδοση, Ημερολόγιο, Λόγια τραγουδιών, Μπρασένς, Μετάφραση, Μοσχοβάκος, Στίχοι | Leave a Comment »
Εξετάσεις Σεπτεμβρίου. Παράταση προθεσμίας.
Posted by vnottas στο 26 Αυγούστου, 2011
Αφού εν τέλει οι ημερομηνίες των εξετάσεων των μαθημάτων που κάνουμε μαζί ορίστηκαν προς το τέλος του μήνα, μπορούμε να παρατείνουμε κατά μία εβδομάδα το χρόνο υποβολής των σχετικών εργασιών ή ασκήσεων (όπου απαιτούνται). Δηλαδή αντί για την Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου, η (ανυπέρθετη) λήξη της προθεσμίας θα είναι η Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011
Με την ευκαιρία σας θυμίζω ότι οι (προφορικές) εξετάσεις (και παρουσιάσεις εργασιών) θα γίνουν, σύμφωνα με το πρόγραμμα, ως ακολούθως:
Ραδιόφωνο: Γλώσσα και κοινωνική διάσταση, Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου, ώρα 00:09 Αιθ. 2.
Κοινωνική Ιστορία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου ώρα 00:09, Αιθ. 2.
Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας, Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου, ώρα 00:90 Αιθ. 2.
Σημείωση: Για μαθήματα που δεν αναφέρονται στο πρόγραμμα θα ορίσω ημερομηνίες μόλις πάρω από τη γραμματεία τα ονόματα όσων έχουν κάνει τις απαραίτητες δηλώσεις.
Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Ανακοινώσεις, Εξετάσεις, Μέσα μαζικής επικοινωνίας, Οδηγίες | Leave a Comment »
Περιπέτειες συγγραφής V (Αυγουστιάτικες σκέψεις)
Posted by vnottas στο 25 Αυγούστου, 2011
Σχετικά με ¨περιπέτειες συγγραφής¨ έχω ήδη αρχίσει να σας παραθέτω αποσπάσματα από εμπειρίες του παρελθόντος, σε παλιότερες καταχωρήσεις.
Αυτή τη φορά λέω να σας καταστήσω κοινωνούς των αποπειρών και των φάσεων της συγγραφής καθώς αυτές γέννιουνται και καθώς εξελίσσονται. Και το καλοκαιρινό περιβάλλον, πιο ανάλαφρο και πιο αισιόδοξο, προσφέρεται κατ’ εξοχήν (βουνό ή θάλασσα) για κάτι τέτοιο.
Δεν μιλάω για τις συγγραφές κατά παραγγελία. Αυτές έχουν άλλη, δική τους λογική. Μιλάω για τις προαιρετικές. Τις αμιγώς ερασιτεχνικές. Τις «γράφω για μένα και ανταμείβομαι περνώντας καλά».
Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως καταλαβαίνετε εκείνο που προέχει είναι να υπάρχει ρητή η σχετική επιθυμία. Ας πούμε μια ακαταμάχητη νοσταλγία για το λευκό φύλλο καθώς γεμίζει με μικρά ακανόνιστα μαύρα σημαδάκια, που με τη σειρά τους παραπέμπουν σε κόσμους άγνωστους, ενδεχομένως συναρπαστικούς, τουλάχιστον για τον συγγραφέα…
Ή που διατυπώνουν απόψεις που ούτε που είχες φανταστεί ότι τις είχες στην κασέλα. Και καμιά φορά αλήθειες (προς επαλήθευση). Και καμιά φορά άλλα πράγματα, απρόσμενα και αποκαλυπτικά…
Αλλά για το ξεκίνημα η επιθυμία δε φτάνει.
Χρειάζονται και ιδέες. (Οι ιδέες-εμπνεύσεις, έτσι και έχεις την τύχη να σου καταφτάσουν απρόσμενα και με το έτσι θέλω, γενούν αυτομάτως όρεξη για καταγραφή, όμως η επιθυμία για γράψιμο σπανίως γεννάει ταυτόχρονα ιδέες. Και εάν δεν διαθέτεις ένα σεντούκι με εμπνεύσεις αποταμιευμένες, αλλά σε καλή κατάσταση, μπαίνεις σε διαδικασίες ψαξίματος).
Αρχίζεις λοιπόν να αναζητάς ιδέες. Έτσι μπορείς που και που να απομονώνεσαι και (εν ανάγκη) να (κάνεις ότι) γράφεις έχοντας κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις στο (θεμιτό) ερώτημα (των άλλων): «Τι κάνεις εσύ εκεί;» «Γράφω!» (αφήγημα, ιστορία, παραμύθι, δοκίμιο, κάτι άλλο, κάτι σαν κι εκείνο, κάτι για τους προηγούμενους, κάτι για τους επερχόμενους, κοκ).
Σπανιότατα όμως οι ιδέες καταφτάνουν με ολοκληρωμένη μορφή. Συνήθως εμφανίζονται ως αρχικές ιδέες και έχουν ατέλειωτες (πολλαπλές) αλλά και ατελείωτες (μισές) μορφές. Σε αυτό το σημείο από τα δύο το ένα:
Είτε μπλοκάρεσαι ανάμεσα στις μισές ιδέες και εξακολουθείς να ψάχνεις για την καλύτερη έως ότου βαρεθείς και παραπέμψεις την όλη συγγραφή σε μια άλλη παραγωγικότερη εποχή
είτε πιάνεις την άκρη ενός από τα νήματα (η επιλογή μπορεί να είναι εντελώς συγκυριακή) και αρχίζεις να πλέκεις, ευελπιστώντας ότι πλοκές και νοήματα θα ολοκληρωθούν και θα ¨στρώσουν¨ καθ’ οδόν.
Στη δεύτερη περίπτωση, ενδέχεται:
α. Να πάνε όλα καλά. Οι ιδέες να απλώνονται χωρίς βρόγχους και ανεπίλυτους κόμπους πάνω στον αφηγηματικό κάμπο και να καταλήγουν μετά τη δέουσα πορεία σε ανεκτά συμπεράσματα και λύσεις. Και ύστερα από μια σειρά τελικών διορθωτικών μικροεπεμβάσεων που είναι απαραίτητες, όσο και κατά βάση ευχάριστες, η προσπάθεια να καταλήγει αίσια.
β. Όλα να πάνε στραβά και λίγο μετά να ανακαλύπτεις ότι η ιδέα δεν ήταν επαρκώς γόνιμη, ότι σκουντουφλάς σε ανυπέρβλητες δίνες και νοηματικούς υφάλους, οπότε, όσο πιο γρήγορα την εγκαταλείψεις, τόσο το καλύτερο.
γ. Αρχικά όλα να μοιάζουν πως εξελίσσονται κατ’ ευχήν, ώσπου μια κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι για άλλα άρχισες να γράφεις και με άλλα ασχολείσαι τώρα, άλλες οι αρχικές σου προθέσεις και αλλού σε σπρώχνει η φουσκοθαλασσιά των επί μέρους καταγραφών.
Μη τρομάζεις, αυτή η τρίτη είναι μια συνηθισμένη περίπτωση που αντιμετωπίζεται συνήθως με παλινδρομικές επεμβάσεις και με λιγότερο ή περισσότερο ριζικά κοψίματα που απομένουν σε παλιά τετράδια ως χαρακτηριστικές «αδιέξοδες ιστορίες» Ασ’ τες εκεί. Ενδέχεται κάποτε να γεννοβολήσουν κάποια καλή ιδέα για μια άλλη συγγραφή.
(συνεχίζεται)
Υστερόηχοι: πρόκειται για ορισμένες ακόμη εκτελέσεις (ενδιαφέρουσες) από μουσικές που παρουσιάσαμε ήδη.
1.
2.
3.
4.
5.
6.
7.
Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: Γράψιμο, Γραφή, Επικοινωνία, Περιπέτειες Συγγραφής, Πλοκή, μυθιστόρημα | Leave a Comment »
Περί βλακείας κεφάλαιον δεύτερον (χρηματιστηριακόν)
Posted by vnottas στο 22 Αυγούστου, 2011
Μια που είναι ακόμη Αύγουστος, κάνει ζέστη, και το Πνεύμα των Διακοπών ως εξωτικό ξωτικό εξακολουθεί απτόητο, ανέμελο και ηλιοκαμένο να κόβει βόλτες πάνω από πόλεις και εξοχές, βγάζοντας γλώσσα στην κρίση, την ανησυχία, την αμφιβολία, το άγχος, και την (προσωρινά καταλαγιασμένη) οργή, λέω να μην αλλάξουμε θέμα και να μείνουμε (με καλή θερινή διάθεση) στα όσα (διαπιστωτικά και αυτοκριτικά) λέγαμε στο προηγούμενο δημοσίευμα.
Πολύ περισσότερο που ξετρύπωσα ακόμα ένα σχετικό τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς. [Λέω φίλου και τον φαντάζομαι γεννημένο κανα παράλληλο πιο κάτω(*), σε κάποιο ελληνικό νησί, να τον λένε (ας πούμε) Γιώργη Μπρασένη, να έχει τα ίδια μουστάκια, την ίδια κιθάρα (ίσως κι ένα μπουζούκι στο πλάι) και να μιλάει λίγο πολύ για τα ίδια πράγματα (τον έρωτα, τις γυναίκες, τους καλούς απλούς ανθρώπους, την ενδημική ανθρώπινη βλακεία) με το χιούμορ που μπορεί να αναπτύξει εν τέλει μόνο ο παθών (από τον έρωτα, τις γυναίκες, την ανθρώπινη βλακεία) και με την συμπάθεια που μπορεί να νοιώσει μόνον ο συμπάσχων (με τους απλούς καλούς ανθρώπους)].
Το τραγουδάκι αυτό ο Μπρασένς δεν πρόλαβε να το ηχογραφήσει, και έτσι κυκλοφόρησε τελικά, μαζί με μερικά άλλα, μετά την αναχώρησή του (προς εκείνον τον κατά τεκμήριο καλόβολο θεό, μια που ανεχόταν τις ενστάσεις, αντιρρήσεις και διαμαρτυρίες που ο ποιητής του απηύθυνε απανωτά).
Ο τίτλος του τραγουδιού είναι Quand les cons sont braves (Όταν οι βλάκες/μαλάκες είναι καλοί, ικανοί, εν τάξει) και το ερμηνεύει ο φίλος του Μπρασένς Jean Bertola. Εδώ η ανάλυση της ανθρώπινης βλακείας προχωρεί στον εντοπισμό της πρώτης μεγάλης διχοτόμησης: τους απλούς (μέσους, κοινούς, καλούς) βλάκες και τους βλάκες που χειρίζονται εξουσία. Το συμπέρασμα της ανάλυσης, εδώ που τα λέμε, δεν εκπλήττει: οι πρώτοι (οι απλοί βλάκες) αν και πλειονότητα, είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνοι από τους δεύτερους (τους βλάκες με την περικεφαλαία της Εξουσίας) και αξίζουν αν μη τι άλλο, ένα τραγούδι!
(*) Ο Μπρασένς γεννήθηκε στη μεσογειακή παραθαλάσσια γαλλική πόλη Cette (Sète) από πατέρα γάλλο εργοδηγό οικοδομών και μητέρα νοτιοιταλίδα μετανάστρια.
Σημείωση 1. Σας παραθέτω επίσης μια πρόσφατη ιταλική εκδοχή. [Είναι πολλοί οι νεαροί Ευρωπαίοι τραγουδοποιοί που τελευταία έδειξαν ενδιαφέρον (και πάλι) για τον Μπρασένς. Θα είναι που η εποχή, μπαϊλντισμένη από σλόγκαν, μότο, και λοιπές κερδοσκοπικές αερολογίες, έχει ανάγκη από απλό, ειλικρινή, ανεπιτήδευτο λόγο;]
Σημείωση 2. Βρήκα στο διαδίκτυο ένα κολάζ από Μπρασένς τραγουδισμένο από διάφορους ετεροεθνείς τραγουδιστές. Έχει ενδιαφέρον.
Σημείωση 3. Στην απόδοση/προσαρμογή στα ελληνικά, είναι προφανές (και σχεδόν αναπόφευκτο) ότι διολίσθησε μια σταλιά από το προσωπικό μου άχτι, λίγο πολύ σχετικό με τα τρέχοντα, που το περιιπτάμενο Πνεύμα των Διακοπών δεν κατάφερε να εξορκίσει.
Έχουμε λοιπόν: Σε ήχο
1. Quand les cons sont braves. Στίχοι μουσική του Μπρασένς, τραγουδάει ο Jean Bertola.
.
.
2. ¨I bravi coglioni¨, τραγουδάει ο Alessio Lega
.
3. Ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά.
.
4. Κολάζ εκδοχών ¨Μπρασένς¨ από γωνιές της γης.
.
Και σε κείμενο
- Οι αρχικοί γαλλικοί στίχοι
- Η προσαρμογή στα ελληνικά
- Η προσαρμογή στα ιταλικά.
Quand les cons sont braves. 1982 Georges Brassens – Les dernières chansons inédites par Jean Bertola
Sans être tout à fait un imbécile fini,
Je n’ai rien du penseur, du phénix, du génie.
Mais je n’suis pas le mauvais bougre et j’ai bon coeur,
Et ça compense à la rigueur.
(Refrain)
Quand les cons sont braves
Comme moi,
Comme toi,
Comme nous,
Comme vous,
Ce n’est pas très grave.
Qu’ils commettent,
Se permettent
Des bêtises,
Des sottises,
Qu’ils déraisonnent,
Ils n’emmerdent personne.
Par malheur sur terre
Les trois quarts
Des tocards
Sont des gens
Très méchants,
Des crétins sectaires.
Ils s’agitent,
Ils s’excitent,
Ils s’emploient,
Ils déploient
Leur zèle à la ronde,
Ils emmerdent tout l’monde.
Si le sieur X était un lampiste ordinaire,
Il vivrait sans histoire avec ses congénères.
Mais hélas ! Il est chef de parti, l’animal :
Quand il débloque, ça fait mal !
Si le sieur Z était un jobastre sans grade,
Il laisserait en paix ses pauvres camarades.
Mais il est général, va-t-en-guerre, matamore.
Dès qu’il s’en mêle, on compte les morts.
Mon Dieu, pardonnez-moi si mon propos vous fâche
En mettant les connards dedans des peaux de vaches,
En mélangeant les genres, vous avez fait d’la terre
Ce qu’elle est : une pétaudière !
(Refrain)
Οι απλοί μαλάκες
Χωρίς να είμαι κι ένας βλάκας και μισός
Δεν θα έλεγα πως είμαι ο μέγιστος σοφός
Μα στην παρέα είμαι καλός κι έχω καλή καρδιά
Κι αυτό [εν μέρει] με αποκαθιστά
Οι απλοί μαλάκες
Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους
Κι όταν κάνουνε γκάφες
Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν
Πολύ δεν πειράζει
Και κανείς δεν τους κράζει
Όμως στην οικουμένη
Στους ζαβούς ειν’ πολλοί, οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς
κι οι στριμμένοι
που παράγουν, προάγουν, αλλά κι όλα τα αποδομούν με μανία
έρημη κοινωνία
Εάν ο μίστερ Χι ήτανε ταξιτζής
Να αυξάνει την ταρίφα θα ‘ταν ευτυχής
Μα γούσταρε, το ζώο, για πρωθυπουργός
Κι όταν τα χώνει γίνεται χαμός
Οι κοινοί μαλάκες
Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους
Κι αν κάνουν «πατάτες»
Κι αν φωνάζουν, γκρινιάζουν, ταράζουν, κουράζουν,
Πολύ δεν πειράζει
Και κανείς δεν τους κράζει
Όμως στην οικουμένη
Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς
Κι οι στριμμένοι
Που παράγουν, προάγουν, μολύνουν, διευθύνουνε και Συντονίζουν
Και σε όλους τα πρήζουν
Εάν ο Ψι ήταν της σειράς καραβανάς
Χωρίς βαθμούς κι αστέρια, μέσος γαλονάς
Τις γκάφες του θα τις πληρώναν λιγοστοί
Και θα γλυτώναν άμαχοι αρκετοί
Οι μέσοι μαλάκες
Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους
(σαν δεν έχουνε πλάτες)
Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, γκρινιάζουν, κουράζουν,
Πολύ δεν πειράζει
Και κανείς δεν τους κράζει
Όμως στην οικουμένη
Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς
Κι οι στριμμένοι
Που διαπλέκουν εμπλέκουν, σκευωρούν, αλλά κι απορυθμίζουν
Και σε όλους τα πρήζουν
Ήμαρτον Θεέ μου για τη σκέψη μου αυτή
Μα εάν στους μαλάκες έδωσες χοντρό πετσί
Μαζί με πόστα, θώκους, πλούτη και εξουσία
Τι φταίω εγώ που χάνω την ουσία;
Οι καλοί μαλάκες
Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους
Κ αν κάνουνε γκάφες
Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν
Πολύ δεν πειράζει
Και κανείς δεν τους κράζει
Όμως στην οικουμένη
Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς
Κι οι στριμμένοι
Που παράγουν, προάγουν, λανσάρουν κι όλα τα’ αποδομούν με μανία
Έρημη κοινωνία!
I BRAVI COGLIONI
Senza esser definibile
un perfetto idiota,
non sono uno scienziato, un genio,
una cometa,
ma son di buon carattere,
di compagnia
e ciò compensa tuttavia…
I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.
Se il signor Tizio fosse solo un ragioniere
ragionerebbe in ogni caso col sedere,
ma è quadro di partito
è capo gabinetto
fa una cazzata
e salta tutto!
I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.
Se il generale Caio non avesse gradi
un paio di stronzate avrebbero rimedi
ma è capo divisione
gioca con le bombe
lui sbaglia e accade un’ecatombe!
I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.
O dio del cielo hai fatto proprio un bel casino
hai messo i ciechi alla guida del destino
se non ci fossi stato
o fossi un po’ più sveglio
non t’incazzare, ma era meglio!
I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.
Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ | Με ετικέτα: Brassens, Απόδοση, Ζωή, Λόγια τραγουδιών, Μπρασένς, Μετάφραση, Στίχοι, Τραγούδι, αποδόμηση | Leave a Comment »
Όταν είναι κανείς Βλαξ (Το χάσμα των γενεών)
Posted by vnottas στο 19 Αυγούστου, 2011
Περί βλακείας έχουν γραφτεί πολλές εξυπνάδες. Και βλακείες επίσης. Θα αποτολμούσα, ίσως, να πω ότι η βλακεία αποτελεί προνομιούχο πεδίο για τη διατύπωση «εξυπνακισμών», δηλαδή μιας εννοιολογικής κατηγορίας που ακροβατεί ανάμεσα στο μέτριο/κακό χιούμορ και την αμιγή βλακεία. Δεν το λέω όμως γιατί διαισθάνομαι ότι το πεδίο είναι ναρκοθετημένο από την ίδια τη ζωή. Ο μπάρμπα Φιοντόρ (Ντοστογιέφσκι) εμπλούτισε τη λογοτεχνία με την περιγραφή ενός υπέροχου ηλίθιου, ενώ, αντίστροφα, αν επιχειρήσετε μια (ας πούμε κοινωνιολογική) διερεύνηση γύρω από το ποια είναι η μέση εικόνα του ¨μη βλάκα¨ [ξύπνιου, καπάτσου, καταφερτζή, σπίρτου, γατονίου, σαϊνίου, ανοικτομάτη, αετονύχη, ευέλικτου, πονηρού-με-την–καλή(!)-έννοια], στη σημερινή κοινωνία, θα εκπλαγείτε από την τάση για αυτοχειριασμό της εν λόγω κοινωνίας, η οποία προκρίνει ως πιο ¨έξυπνα¨ (άρα έγκριτα) τα αντικοινωνικότερα από τα στοιχεία (στοιχειά) που διαθέτει.
Ας περάσουμε όμως στην γελοιογραφική μεγέθυνση της βλακείας, που, σε μία από της ελληνικές της εκδοχές έχει τις (ονοματοποιητικές) ρίζες στο αρχαιοελληνικό ρήμα ¨μαλάσσω¨. Επί του προκειμένου θα πρότεινα το εξής πείραμα: πληκτρολογήστε στον Γκούγκλη (ή άλλη ανιχνεύουσα μηχανή) την πιο παγκοσμιοποιημένη από τις λέξεις του νεοελληνικού ρεπερτορίου [¨μαλάκας¨(*)], περιδιαβείτε τα ευρήματα και θαυμάστε το πλήθος και την ποικιλία των καλλιτεχνικών και μη επιτευγμάτων που έχουν κατασκευαστεί/στηριχτεί απάνω της. Είναι περισσότερα από όσα φαντάζεστε.
Θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι εντέλει απολύτως αναμενόμενο μια που η λέξη, στην εξελισσόμενη νεοελληνική, δεν σημαίνει απαραιτήτως ¨βλάκας¨, αλλά (ενίοτε) και ¨δικός μου¨, ¨έμπιστος¨, ¨δικαιολογημένος¨, ¨έντιμος¨, φορολογικώς εν τάξει¨, ¨φιλότιμος¨ και πιθανώς και άλλα, υπό διαμόρφωση. Συμφωνώ. Γι’ αυτό εξ άλλου η περιήγηση στην αυτοκρατορία Του έχει ενδιαφέρον.
Ας σημειώσουμε επίσης ότι μερικά από τα βασισμένα στον περί ου ο λόγος όρο (¨μαλάκας¨) πονήματα διαθέτουν το σωσίβιο του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού, επομένως αξίζουν επισήμανση και αναπροβολή.
Σε αυτό το σημείο οι πιο υποψιασμένοι από τους επισκέπτες του ιστολογοφόρου(**) θα έχουν ήδη ψυλλιαστεί ότι επίκειται η παρουσίαση ακόμη ενός τραγουδιού του Μπρασένς (ενός από τα κάμποσα επί του θέματος). Και έχουν δίκιο. Πρόκειται για το γνωστό ¨Quand on est con¨ (1961), όπου ο όρος ¨con¨ έχει μεν διαφορετική ετυμολογία, αλλά ανάλογο εννοιολογικό περιεχόμενο.
Πρώτα όμως μερικές διευκρινιστικές σημειώσεις
- Ο Μπρασένς έχει μελοποιήσει τμήμα δικού του ποιήματος δημοσιευμένου με τίτλο Le temps ne fait rien à l’affaire Το ποίημα, όπως και το μελοποιημένο απόσπασμα αναφέρεται κυρίως στη βλακεία των ηλικιακών άκρων (νέοι, γέροι), στην αναμεταξύ τους ¨αντιπαράθεση¨ και τη δημιουργία του περιβόητου ¨χάσματος των γενεών¨.
- Το ποίημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον ποιητή Γ. Βαρβέρη (Georges Brassens «Ο Γορίλας και άλλα ποιήματα», εκδόσεις “Ύψιλον”, 1983) και προσαρμοστεί για της ανάγκες της (δικής του) μελοποίησης από τον τραγουδοποιό Θόδωρο Αναστασίου ( δίσκος “Μικρή ζωή”, 1997). Το βιβλίο δεν κατάφερα να το βρω στα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης, το παράγγειλα και ελπίζω να βρεθεί. Το τραγούδι και το κείμενο το παραθέτω όπως το βρήκα στο διαδίκτυο.
(*)Ο αυτόματος διορθωτής του word (κάνει ότι) αγνοεί τη λέξη ¨μαλάκας¨, σου τη βγάζει λάθος και σε προσκαλεί να την προσθέσεις στη λίστα με δική σου πρωτοβουλία και ευθύνη, πράγμα που σημαίνει ή ότι προέρχεται από άλλο πλανήτη (μια που η λέξη προκύπτει παγκοσμίως γνωστή) ή ότι είναι ένας ανεπανορθώτως σεμνότυφος ηλεκτροδιορθωτής.
(**) Χαίρομαι που η λέξη ¨ιστολογοφόρο¨ άρχισε να υιοθετείται και από άλλα ιστολόγια. Η λέξη πλάστηκε για να δηλώνει την προτεραιότητα του λόγου ακόμα κι όταν αυτός συνοδεύεται από εικόνες και ήχους
Ακολουθούν 1. Σε ήχο:
1. Το τραγούδι Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est con) από τον δημιουργό του (1961)
2. Quand on est eletrocon (διασκευή)
3. Σε διασκευή Τζαζ (κουαρτέτο Plein Jazz)
4. Ανάγνωση της απόδοσης των στίχων στα ελληνικά που σας έφτιαξα
5. Το τραγούδι ¨Οι μαλάκες¨ (Brassens, Γ.Βαρβέρης, Θόδωρος Αναστασίου ¨Μικρή Ζωή¨ 1997). (Ο Γ. Βαρβέρης -χάθηκε πρόσφατα- είναι εξαιρετικός ποιητής, και ο Αναστασίου ευαίσθητος τραγουδοποιός, επομένως αργά ή γρήγορα θα επανέλθουμε).
Και σε κείμενο:
- Οι στίχοι του τραγουδιού (δεν βρήκα το συνολικό ποίημα στα γαλλικά)
- Η απόδοση των στίχων στα ελληνικά
- Οι στίχοι (Μπρασένς, Βαρβέρης) προσαρμοσμένοι από τον Αναστασίου.
Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est con)
Quand ils sont tous neufs,
Qu’ils sortent de l’œuf,
du cocon.
Tous les jeunes blancs becs
prennent les vieux mecs
pour des cons.
Quand ils sont venus les têtes chenues,
les grisons.
Tous les vieux fourneaux prennent les jeunots
pour des cons.
Moi qui balance entre deux âges Je leur adresse à tous un message.
Le temps ne fait rien à l’affaire.
Quand on est con, on est con!
Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père
Quand on est con, on est con!
Entre vous plus de controverses,
Cons caduques ou cons débutants.
Petits cons de la dernière averse
Vieux cons des neiges d’antan
Vous les cons naissant, les cons innocents,
les jeunes cons,
Qui, ne le niez pas, prenez les papas pour des cons.
Vous les cons âgés, les cons usagés,
les vieux cons.
Qui, confessez-le, prenez les p’tits bleus pour des cons.
Méditez l’impartial message d’un qui balance entre deux âges.
Le temps ne fait rien à l’affaire.
Quand on est con, on est con!
Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père
Quand on est con, on est con!
Entre vous plus de controverses,
Cons caduques ou cons débutants.
Petits cons de la dernière averse
Vieux cons des neiges d’antan
Όταν είναι κανείς βλαξ (Το χάσμα των γενεών)
Πριν βγουν απ’ τ’ αυγό, το είδα και εγώ,
κάτι μικροί
λεν πως όλοι οι μεγάλοι έχουνε χάλι
κι είναι χαζοί.
Μα σαν θα ωριμάσουν, στάση θα αλλάξουν
κάποια στιγμή
θα λέν’ οι μπουνταλάδες: οι πιτσιρικάδες
πως ειν’ οι χαζοί
Μα εμένα ακούστε με ηρεμία, που είμαι στη μέση ηλικία
Το χάσμα των γενεών δεν φταίει
κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ
είτε ξεκούτες είτε νέοι
ο βλάκας μένει πάντα βλαξ.
Μαλάκες νέας εσοδείας, μαλάκες της παλιάς γενιάς
κάντε μια νέα συμμαχία, γιατί ο καυγάς είναι μπελάς
κάντε μια συμμαχία νέα, κακός μπελάς ειν’ ο καυγάς.
Βλάκες περιωπής, βλάκες της στιγμής
νέοι ζαβοί
που να πουν για πλάκα, τον μπαμπά μαλάκα
ζητούν αφορμή.
Ηλικιωμένοι, ελαφρά φθαρμένοι
γέρο στραβοί
που δεν υποχωρείτε και για όλα θαρρείτε
πως φταιν’ οι μικροί.
Εγώ, της μέσης ηλικίας, σας στέλνω μήνυμα ομονοίας:
Αδέλφια κόψτε τις αηδίες,
βλάκες παλιοί ή του κουτιού,
μαλάκες νέας εσοδείας,
μαλάκες του παλιού καιρού.
Το χάσμα των γενεών δεν φταίει
κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ
είτε ξεκούτες είτε νέοι
ο βλάκας μένει πάντα βλαξ
είτε ξεκούτες είτε νέοι
ο βλάκας παραμένει βλαξ
Οι Μαλάκες
Σαν είναι νέοι και σκάνε μύτη, από τις φάκες, από το σπίτι
βρίζουν, καπνίζουν και βλαστημάνε, στα καφενεία κωλοβαράνε
Φρέσκοι μαλάκες, νέοι κι ωραίοι, ζητάνε δόξα, γυρεύουν κλέη
γέροι μαλάκες, ανοίξτε δρόμο , τώρα οι νέοι, έχουν το λόγο
Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα λίγο σκληρό, που δεν θ’ αρέσει:
Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας είναι μαλάκας
Νέοι αθώοι, γέροι με πείρα, μ’ άδειο κεφάλι, με σκέψη στείρα
μη μου τσακώνεστε, μη μου λυπάστε , όλοι με βούλα, μαλάκες θα ‘στε
Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα πιο θετικό, θα σας αρέσει:
Πάρτε τα πλοία, τ’ αεροπλάνα, διακοπές κάντε για πάντα
τσάμπα κρασί, φαΐ και ξάπλες, τσάμπα γυναίκες που θέλουν βλάκες
Πληρώνω εγώ και κάτι φίλοι, μ’ ό,τι λεφτά μας έχουν μείνει
κι αν δεν μας βγαίνουν τα έξοδά μας , θα δανειστούμε για τη χαρά μας
Μόνοι στην πόλη, δίχως μαλάκες θα είναι ωραία
καλό κρασί, πέντ’-έξι φίλοι και λίγη θέα
Μα η χαρά μας, δεν πιάνει τόπο, γιατί οι μαλάκες έχουν τον τρόπο
Από τη στάχτη ξαναγεννιούνται κι όλους εμάς δεν μας λυπούνται
Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο,
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας, είναι μαλάκας
Λίγο κι εγώ ανησυχώ μήπως τους μοιάσω
αν το τραγούδι μου το συνεχίσω και σας κουράσω
Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι | Με ετικέτα: Bαρβέρης, Brassens, Απόδοση, Αναστασίου, Βλάκες, Ζωή, Λόγια τραγουδιών, Μπρασένς, Μετάφραση, Τραγούδι, Χιούμορ | Leave a Comment »
Στο δάσος της καρδιάς μου, παρέες παλιές
Posted by vnottas στο 11 Αυγούστου, 2011
«Στο δάσος του Clamart υπάρχουν αγριολούλουδα, στο δάσος της καρδιάς μου υπάρχουν οι παλιοί φίλοι». Έτσι τραγουδούσε ο Brassens στην ταινία του René Clair «Porte des Lilas» (1957) στην οποία, εκτός από το ότι είχε γράψει τη μουσική, υποδυόταν έναν αναρχικό πλανόδιο τραγουδιστή. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν οι Pierre Brasseur, Henri Vidal κα. Είναι πιθανό ότι τα τραγούδια του «Porte des Lilas» τον πρωτοέκαναν γνωστό και στην Ελλάδα, όταν η ταινία προβλήθηκε εδώ.
Το «Au Bois De Mon Cœur» έχει μια εξαιρετικά απλή και εύηχη μελωδία και λόγια που μιλούν για νεανικές παρέες και παλιούς φίλους. Η προσπάθεια προσαρμογής των στίχων στα ελληνικά έχει εστιαστεί κυρίως στη θεματολογία (φίλοι, νεανικές παρέες), αλλάζοντας (προσαρμόζοντας) ως και το ευρύτερο σκηνικό: όχι τα περιαστικά δάση του Παρισιού, αλλά τοποθεσίες της μιας κάποιας Αθήνας (de mon cœur).
Έχουμε λοιπόν και λέμε:
Au Bois De Mon Cœur. Σε ήχο:
Ο Georges Brassens:
Τα κείμενα
Au Bois De Mon Cœur
Au bois d’Clamart y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur
Au fond de ma cour j’suis renommé
J’suis renommé
Pour avoir le cœur mal famé
Le cœur mal famé
Au bois d’Vincenn’s y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur
Quand y a plus d’vin dans mon tonneau
Dans mon tonneau
Ils n’ont pas peur de boir’ mon eau
De boire mon eau
Au bois d’Meudon y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur
Ils m’accompagn’nt à la mairie
A la mairie
Chaque fois que je me marie
Que je me marie
Au bois d’Saint-Cloud y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur
Chaqu’ fois qu’je meurs fidèlement
Fidèlement
Ils suivent mon enterrement
Mon enterrement
…des petites fleurs…
Au, au bois d’mon cœur…
Παρέες Παλιές
Στης Πλά/κας τις/ ανη/φοριές,
θύμηση παλιά, θύμηση παλιά
Αγά/πες, ζή/λιες, ζα/βολιές,
με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά
Στης γειτονιάς μου τα στενά
με ξέρουν είμαι ονομαστός,
ονομαστός,
διαβόητος μ’ αγαπητός,
στους φίλους μου πιστός
Στου Φιλοπάππου τις γωνιές,
θύμηση παλιά, θύμηση παλιά
κορίτσια, χάδια, κι αγκαλιές,
με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά
Και στα καλά και στα στραβά,
οι φίλοι μου θα ‘ναι κοντά,
πάντα κοντά,
για γλέντι, για παρηγοριά,
παρέα, συντροφιά
Στο δάσος της Καισαριανής
θύμηση παλιά, θύμηση παλιά,
έρως για πάντα ή της στιγμής,
με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά

Όσες φορές κι αν παντρευτώ
κι όσες κι αν νοικοκυρευτώ,
πάντα πιστοί,
με συνοδεύουνε γαμπρό,
στου γάμου το χορό
Στα ταβερνάκια της ακτής
θύμηση παλιά, θύμηση παλιά
παρέες μιας άλλης εποχής,
με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά
Κάθε φορά που αποδημώ,
που μετοικώ στον ουρανό,
νάτοι, όλοι εδώ,
τον ύστατο χαιρετισμό
μου δίνουν με καημό
…θύμηση παλιά..
Με τ’ άλλα τα παιδιά…
Ο Joël Favreau
Ο Charlelie (ηλεκτρική κιθάρα)
Ο Roland Dyens (κλασική κιθάρα)
Και τέλος μια εκδοχή Plein Jazz
Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι | Με ετικέτα: Brassens, Απόδοση, Λόγια τραγουδιών, Μπρασένς, Μετάφραση, Νοσταλγία, Παλιοί φίλοι, Στίχοι, Τραγούδι | Leave a Comment »
Θερινή συγκομιδή
Posted by vnottas στο 7 Αυγούστου, 2011
Ήμουνα στην Αθήνα, και μετά λίγες μέρες στη Μάνη. Στην Αθήνα είδα κάποιους από τους παλιούς καλούς φίλους, και απόλαυσα την πόλη άδεια, με την λεπτή τριζάτη αττική ατμόσφαιρά να ‘χει για λίγο ξαναγυρίσει, ακόμη πιστή στο καλοκαιριάτικο ραντεβού με το «κλεινόν άστυ».
Στη Μάνη κατεβήκαμε μαζί με τον Νίκο και την Ιωάννα και μείναμε φιλοξενούμενοί τους στο παλιό πατρικό πυργόσπιτο, ξαναφτιαγμένο από τον Νίκο. Μάνη λακωνική, λιτή, απέριττη, ξερή, σε αποχρώσεις του γαλάζιου και του κίτρινου. Άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τον τόπο τους σίγουρα παραπάνω από τον (χαμηλό) μέσο όρο των συνελλήνων. Άνθρωποι που παραμένουν και άνθρωποι που επιστρέφουν. Άνθρωποι που ξέρουν να μαζεύονται, να τα λένε να τα πίνουν. Μέρες όμορφες.
Γυρίζοντας έχω μαζί μου αδημοσίευτα ποιήματα του Νίκου των οποίων σκοπεύω να σας κάνω κοινωνούς. Στο ένα (Το ίχνος) ο Μοσχοβάκος αναστοχάζεται, στο δεύτερο (Το τρίποντο της νίκης) δίνει την αισιόδοξη εκδοχή της ¨βολής¨, ενώ το τρίτο (Χωρίς έμπνευση) είναι ένα αριστοτεχνικό ομοιοκατάληκτο τρίστροφο, μορφή ποιητικής έκφρασης που κατά τη γνώμη μου στις μέρες μας αποκτά και πάλι ευρύτερο ενδιαφέρον.
Ιδού τα πονήματα:
Το Ίχνος
Ένα μεγάλο καρφί
ακριβώς στη μέση του τοίχου
Κάποτε εδώ κρεμάστηκαν
τα στέφανα του γάμου.
Μετά η φωτογραφία
όλης της οικογένειας
Λίγο αργότερα ήρθε φυσιολογικά
η γνωστή φιγούρα του Τσε
Ύστερα ακολούθησε το πτυχίο της νομικής
του μεγαλύτερου γιου.
Πέρασαν τα χρόνια κι έφτασε η ώρα
να κρεμαστεί το καπέλο του παππού.
Πολύς καιρός πάει από τότε.
Σήμερα στο γυμνό τοίχο
ακριβώς στη μέση μια μεγάλη τρύπα υπάρχει
ίχνος του καρφιού που οξειδωμένο
έπεσε και χάθηκε
παρασύροντας μαζί του
μιαν ολόκληρη ζωή.
Το Τρίποντο της Νίκης
Στους φίλους μου της Περικλέους
Το παιχνίδι τελείωνε
όταν η μπάλα έφτασε στα χέρια μου.
Οι αντίπαλοι ανακουφίστηκαν
σχεδόν βέβαιοι πως ήταν ανέφικτο
από τόσο μακριά να ευστοχήσω
ούτε καν με εμπόδισαν να σουτάρω.
Με τη δαμόκλεια σπάθη του χρόνου
που έληγε στη σκέψη
έφυγε η μπάλα από μένα
και διαγράφοντας μία ουρανοπρεπή καμπύλη
κατευθύνθηκε στο αντίπαλο καλάθι.
Από τότε κάθε πανσέληνο
χρόνια τώρα το φεγγάρι
ακολουθώντας την ίδια ακριβώς τροχιά
θυμίζει στους απελπισμένους του κόσμου
πως πρέπει να επιχειρείται
το τρίποντο της νίκης
Χωρίς έμπνευση
Το όμικρον το ύψιλον και το ωμέγα
ξεκίνησαν μια μέρα σαν κι αυτή
αράξανε σ’ ένα κεφάλι μέγα
που στέκοταν σε ώμους ποιητή.
Τριγύριζαν στους δρόμους του μυαλού του
σαν άκουσαν από μακριά ένα ου
φοβήθηκαν και κρύφτηκαν ωσότου
φανερώθηκαν με την μορφή ωού.
Ο νόστος της επιστροφής τα πνίγει
ανάθεμα σ’ αυτήν την κεφαλή
που έμπνευση δεν είχε ούτε λίγη
κι άναρθρα μόνο ξέρει να λαλεί.
Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: Ημερολόγιο, Μάνη, Μοσχοβάκος, Ομοιοκαταληξία, Ποίηση | Leave a Comment »
Οι ερωτευμένοι στα δημόσια παγκάκια
Posted by vnottas στο 30 Ιουλίου, 2011
Ακόμη ένα κλασικό, τρυφερό τραγουδάκι, για τους ερωτευμένους που αγκαλιάζονται στα δημόσια παγκάκια, από το άλμπουμ Les Amoureux Des Bancs Publics (Brassens 1954). Ακούστε επίσης την εξαιρετική διασκευή του Daniele Sepe, μια εκτέλεση στα ρώσικα και την Πατασού. Ακολουθεί η προσαρμογή στην ελληνική γλώσσα που σας έφτιαξα.
Ο Brassens ζωντανά, σε τηλεοπτική εκπομπή, συνοδεία ορχήστρας
Η προσαρμογή/διασκευή του Daniele Sepe (βάζει κι άλλες νότες στη χύτρα)
Επίσης μια ρώσικη εκδοχή
…και η Πατασού
Η απόδοση στα Ελληνικά:
Και τα σχετικά κείμενα:
Les Amoureux Des Bancs Publics
Les gens qui voient de travers
Pensent que les bancs verts
Qu’on voit sur les trottoirs
Sont faits pour les impotents
Ou les ventripotents
Mais c’est une absurdité
Car à la vérité
Ils sont là, c’est notoire
Pour accueillir quelque temps
Les amours débutants
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques
Ils se tiennent par la main
Parlent du lendemain
Du papier bleu d’azur
Que revêtiront les murs
De leur chambre à coucher
Ils se voient déjà, doucement
Elle cousant, lui fumant
Dans un bien-être sûr
Et choisissent les prénoms
De leur premier bébé
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques
Quand la sainte famille machin
Croise sur son chemin
Deux de ces malappris
Elle leur décoche hardiment
Des propos venimeux
N’empêche que toute la famille
Le père, la mère, la fille,
Le fils, le Saint-Esprit
Voudrait bien, de temps en temps
Pouvoir s’conduire comme eux
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques
Quand les mois auront passé
Quand seront apaisés
Leurs beaux rêves flambants
Quand leur ciel se couvrira
De gros nuages lourds
Ils s’apercevront, émus,
Qu’c’est au hasard des rues
Sur un d’ces fameux bancs
Qu’ils ont vécu le meilleur
Morceau de leur amour
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques
Οι ερωτευμένοι στα δημόσια παγκάκια
Τα παγκάκια μερικοί, λένε πως είναι εκεί, σε πάρκα και πρασιές
μόνο για τους κουρασμένους, και καν’ά χοντρό
Μα η αλήθεια είναι αυτή, οι πάγκοι είναι εκεί, στις πόλης τις γωνιές
για να στηρίζουν των ερώτων κάθε νέο ανθό
Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί
που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει
Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί
για αγάπες σα μιλούν παντοτινές, τι φάτσες συμπαθητικές!

Δες πως πιάνονται απ’ το χέρι και με πόση χάρη για τ’ αύριο μιλούν
τι κουρτίνες θα ταιριάξουν, με πουά ή με καρό
κι έτσι τακτοποιημένοι, στ’ όνειρο δεμένοι, στα ψηλά πετούν
κι αποφασίζουν πως θα λεν’ το πρώτο τους μωρό.
Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί
που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει
Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί
για αγάπες σαν μιλούν παντοτινές, τι φάτσες συμπαθητικές!
Κι όλοι εκείνοι οι δίχως πάθος, την αγάπη λάθος, που νομίζουνε
και που στους ερωτευμένους ρίχνουνε χολή
είναι γιατί τους ζηλεύουν κι ίσως κατά βάθος να ελπίζουνε
πως θα ζήσουν κάτι τέτοιο κάποτε κι αυτοί.
Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί
που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει
Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί
για αγάπες σα μιλούν παντοτινές, τι φάτσες συμπαθητικές!
Κι όταν ο καιρός γυρίσει κι έχουν πια ξεφτίσει οι πρώτες προσμονές
και χοντρά και μαύρα νέφη θα ‘χει ο ουρανός
Τότε θα αναπολήσουν κι ίσως ξαναζήσουν ‘κείνες τις στιγμές
Στο παγκάκι να ανάβει πόθος φλογερός
Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί
που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει
Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί
για αγάπες να μιλούν παντοτινές, φατσούλες συμπαθητικές!
Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι | Με ετικέτα: Brassens, Daniele Sepe, Απόδοση, Ερωτευμένοι, Λόγια τραγουδιών, Μπρασένς, Μετάφραση, Πατασού, Στίχοι, Τραγούδι | Leave a Comment »
H jota (λαϊκός ισπανικός χορός) των φοιτητών. Zarzuela 1875
*
[Από τις ¨Ζωγραφιές μου¨ - Λάδι σε χαρτόνι - Άνοιξη 2015]
*













































*



























































































































