Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Ιουλίου 2013

Λευκό τριαντάφυλλο

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2013

Ένα όμορφο λαικό τραγουδάκι της Λουζιτανίας από την έξοχη Μαρίζα, και μια προσπάθεια να το πλησιάσουμε χρησιμοποιώντας την  ελληνική γλώσσα

Τριαντάφυλλο στο στήθος

και μ’ όλους χόρευα με πάθος

Τριαντάφυλλο στο στήθος

M’ όλους χόρευα με πάθος

Τόσες ήταν οι στροφές μου

Πού ‘φυγε μακριά μου τ’ άνθος

Τόσες οι γυροβολιές μου

Πού μακριά έφυγε τ’ άνθος

*

Όποιος αντέχει

Του έρωτα τη ζάλη

Το ρόδο  μου ας βρει

Στο πέτο ας το βάλει

*

Ω ευωδιαστό μου ρόδο

Ω λευκό τριανταφυλλάκι

Ω ευωδιαστό μου ρόδο

Ω λευκό τριανταφυλλάκι

Αν τα ρόδα αγαπάει

Ας αγαπά κι εμέ λιγάκι

Αν τα ρόδα αγαπάει

Ας αγαπά κι εμέ λιγάκι

*

Όποιος αντέχει

Του έρωτα τη ζάλη

Το ρόδο μου ας βρει

Στο στήθος ας το βάλει

.

 

*

811082563

Rosa branca

De rosa ao peito na roda 
Eu bailei com quem calhou
Tantas voltas dei bailando
Que a rosa se desfolhou

Quem tem, quem tem
Amor a seu jeito
Colha a rosa branca
Ponha a rosa ao peito

Ó roseira, roseirinha
Roseira do meu jardim
Se de rosas gostas tanto
Porque não gostas de mim?

images (2)

Rosa biancha

Rosa al petto in cerchio

ballavo con chi capitava,

girai talmente tante volte

e la rosa si sfogliava…

*

Chi sente, chi sente

di esser nato per l’amore

Colga la rosa bianca se la ponga al petto

 *

Oh roseto, rosetino,

roseto del mio giardino

se le rose ti piaccion tanto

perché non ti piaccio anch’io?

ρόντα

Posted in Fados στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Ανακοίνωσις: κατόπιν απαιτήσεως των Αυτών Μεγελοιοτήτων των Αγορών, εις το βασίλειον της Μοχθηρής Βλακείας επικρατεί (όχι μόνον λιτότης, αλλά και) αταλάντευτος σταθερότης,

Posted by vnottas στο 23 Ιουλίου, 2013

(άλλως: Le roi des cons)

images (28)

ΧΟΡΙΚΟΝ

 

Φωνή: Η δυναστεία έχει κτιστεί

Χορός: Η δυναστεία του έχει κτιστεί

Φωνή: Με στούρνους, τούβλα, λάσπη πολλή

Χορός: Με τούβλα, στούρνους, λάσπη πολλή

Όλοι:  Δεν μπορείς να ρίξεις λοιπόν

            τον Βασιλιά των Αρχιδιών

 

Φωνή: Χωρίς άγχος, ναι και μπορεί

Χορός: Χωρίς άγχος, ναι και μπορεί

Φωνή: Στα σεντόνια του να κοιμηθεί

Χορός: Στα μαξιλάρια του να κοιμηθεί

Όλοι: Τύψεις, δεν τον πιάνουν αυτόν

            τον Άνακτα των Καθικιών

 

Φωνή: Κι εγώ κι εσύ κι αυτός και αυτή

Χορός: Κι εγώ κι εσύ κι αυτός και αυτή

Φωνή: Τον ακολουθούμε σκυφτοί

Χορός: Στα αχνάρια του πάμε σκυφτοί

Όλοι: Δύσκολο να τον χάσεις αυτόν

           τον Άρχοντα των Τομαριών

 

Φωνή: Μπορεί ο Καντάφι να ’χει χαθεί

Χορός: Μπορεί ο Καντάφι να ’χει χαθεί

Φωνή: Να ‘ταν κι άλλος κι ο Σαρκοζί

Χορός: Και να ‘ταν κι άλλος κι ο Σαρκοζί

Όλοι:  Μα Αυτός παραμένει παρών

          ο Αυτοκράτωρ των Βλακών

         

Φωνή: Δεν φτουράνε στην Αφρική

Χορός: Στην Αφρική δεν φτουράνε πολύ

Φωνή: Γιατί τους κρύβει τη συνταγή

Χορός: Γιατί τους κρύβει τη συνταγή

Όλοι:  Μύστης όλων των εποχών

           ο Σουλτάνος των Πορδών

 

aladdin-le-portrait-du-roi

Φωνή: Μπορεί ακόμη και οι Ισπανοί

Χορός: Μπορεί ακόμη κι οι Ισπανοί

Φωνή: Τον Χουάν να πείσουν ν’ αποσυρθεί

Χορός: Τον Χουάν να πείσουν ν’ αποσυρθεί

Όλοι:  Μένει όμως αναφανδόν

           ο Μονάρχης των  Ζαβών

 

Φωνή: Και το στέμμα των Βρετανών

Χορός: Ως και το στέμμα των Βρετανών

Φωνή: Kάποια μέρα θα ‘ν’ παρελθόν

Χορός: Kάποια μέρα θα ‘ν’ παρελθόν

Όλοι:  Μα αυτός θ’ αντέχει μπετόν

Ο Πρίγκιπας των Κωθωνιών

arton572

Φωνή: Στη Γαλλία έχει ξανασυμβεί

Χορός: Και στη Γαλλία ακόμη μπορεί

Φωνή: Ως κι η ¨Μαριάνα¨ να ανατραπεί

Χορός: Κι η ¨Μαριάνα¨ ν’ αποδομηθεί

Όλοι:  Μα ουδείς θ’ ανατρέψει αυτόν

          τον Ταγό των Μαλακών

 

Φωνή: Η δυναστεία έχει κτιστεί

Χορός: Η δυναστεία του έχει κτιστεί

Φωνή: Με στούρνους, τούβλα, λάσπη πολλή

Χορός: Με τούβλα, στούρνους, λάσπη πολλή

Όλοι:  Δύσκολο να ρίξεις λοιπόν

            τον Βασιλιά των Αρχιδιών

ω

Εντάξει, πρόκειται για μια παρα-παρωδία, με βάση τον ¨Βασιλέα των Con¨ του Μπρασένς. Είναι καλοκαιράκι, τι να κάνουμε…

Tραγουδά ο Μπρασένς 

Η προσαρμογή

Le Roi

Non certe’,elle n’est pas bâtie,
Non certe’,elle n’est pas bâtie
Sur du sable,sa dynastie,
Sur du sable,sa dynastie.
Il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Il peut dormir,ce souverain,
Il peut dormir,ce souverain,
Sur ses deux oreilles,serein,
Sur ses deux oreilles,serein.
Il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Je,tu,il,elle,nous,vous,ils,
Je,tu,il,elle,nous,vous,ils,
Tout le monde le suit,docil’,
Tout le monde le suit,docil’.
Il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Il est possible,au demeurant,
Il est possible,au demeurant,
Qu’on déloge le shah d’Iran,
Qu’on déloge le shah d’Iran,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Qu’un jour on dise:»C’est fini»,
Qu’un jour on dise:»C’est fini»
Au petit roi de Jordani’,
Au petit roi de Jordani’,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Qu’en Abyssinie on récus’,
Qu’en Abyssinie on récus’,
Le roi des rois,le bon Négus,
Le roi des rois,le bon Négus,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

images (35)

Que,sur un air de fandango,
Que,sur un air de fandango,
On congédi’ le vieux Franco,
On congédi’ le vieux Franco,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons

Que la couronne d’Angleterre,
Que la couronne d’Angleterre,
Ce soir,demain,roule par terre,
Ce soir,demain,roule par terre,
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

Que, ça c’est vu dans le passé,
Que,ça c’est vu dans le passé,
Marianne soit renversé’
Marianne soit renversé’
Mais il y a peu de chances qu’on
Détrône le roi des cons.

images (30)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Αφροδίτη η καλλίπυγος

Posted by vnottas στο 21 Ιουλίου, 2013

Αφρω

Τι να μας πει κι η Τέχνη, η αφαιρετική;

μπρος την έλξη που ασκούν / οι γλυπτοί σας γλουτοί.

Αν οι κώλοι οι φτιαχτοί, / είναι πια οι πιο πολλοί,

σ’ έναν γνήσιο χρωστάμε /εύγε, δόξα, τιμή!

*

 Η πλάτη σας εκεί / καταλήγει με χάρη

κι ένας ποιητής σωστός / όχι δεν θα  αρνηθεί

Να αφιερώσει σ’ αυτό / το γιομάτο φεγγάρι

Λόγο επαινετικό / που δεν θα ξεχαστεί.

*

Δίπλα μου σαν βρεθεί, / πάντα ανατριχιάζω

Λέω τι θα συμβεί / -στραβός ειν’ ο ντουνιάς-

φεγγάρια αλλονών /αν βρεθώ να αγκαλιάζω;

Μα… τα μάτια θα σφαλνώ / και θα σκέπτομαι εσάς!

*

Για να ’χετε, μαντάμ, / τέτοια επιτυχία

παιδέψατε θαρρώ, /εστέτ ένα σωρό

κόφτρες και ράφτρες που, / κομψότατη κυρία

φτιάξαν για σας εικόνα, / περίγραμμα λαμπρό!

*

Ο Δούκας του Μπορντό, / λέει το τραγουδάκι (*)

στον πισινό μου μοιάζει, / γι αυτό και πάει σκυφτός,

μα θα ‘ταν πιο σωστό / αν έμοιαζε λιγάκι

με τον δικό σας, που / ειν’ πιο καμαρωτός!

καλλίπυγος

Στους φθονερούς να μη / δίνετε σημασία

πως βάλατε, που λεν, / σε μέρη χαμηλά

την πρώτη, ίσως και / την μόνη σας αξία…

Μα όρθια σαν σταθείτε / την δείχνετε καλά !

*

…Τι είδανε, ας πουν, / σαν βγαίνατε απ’ τ’ αμάξι

κι ο άνεμος τραβά / τη φούστα ως τα ’δω:

και βέλος και καρδιά / είχατ’ εκεί χαράξει

και δήλωση ρητή: ¨Νώντα για σένα ζω¨!

*

… Κι όταν η ρεβερέντζα / προς βασιλείς βαρβάρους

πίσω σας είχε ρίξει / και τότε ξαπλωτή

είδατε τα μυστήρια / που ‘χει το κέντρο βάρους

γιατ’ η βαρύτης έχει / τους νόμους της κι αυτή!

*

Τη Νάπολη κανείς, προτού αποδημήσει

λένε πρέπει να δει: έδρα  πολιτισμού!

Μα εγώ ο ολιγαρκής, η μοίρα αν το θελήσει

την έδρα σας  ας δω, πριν βάλω μπρος γι αλλού…

*

Τι να μας πει κι η Τέχνη, η αφαιρετική;

μπρος την έλξη που ασκούν / οι γλυπτοί σας γλουτοί.

Αν οι κώλοι οι φτιαχτοί, / είναι πια οι πιο πολλοί,

σ’ έναν γνήσιο χρωστάμε / μνεία, δόξα, τιμή!

images (22)

 (*)Λαϊκό γαλλικό προεπαναστατικό τραγουδάκι:

Le duc de Bordeaux ressemble à son frère, 
Son frère à son père et son père à mon cul ;
De là je conclus qu’ le duc de Bordeaux 
Ressemble à mon cul comme deux gouttes d’eau. 

…που σε πρόχειρη (πλειοδοτούσα)  μετάφραση θα μπορούσε ίσως να είναι κάπως έτσι:

Μοιάζει στον αδελφό του, ο Δούκας του Μπορντό

εκείνος στον πατέρα του, κι αυτός στον πισινό μου

Έτσι μπορώ κι εγώ να  πω και να το παινευτώ

και οι τρεις φτυστοί προκύπτουνε στον κώλο τον δικό μου

130px-Bouguereau_venus_detail

Η ¨καλλίπυγος Αφροδίτη¨ είναι ένα σκωπτικό τραγουδάκι του μπάρμπα Γιώργη (Μπρασένς) γραμμένο το 1964. Η μεταφορά των στίχων στα ελληνικά με παίδεψε κάπως για τους γνωστούς λόγους, δηλαδή βασικά έναν: οι (ωραιότατες) λέξεις της γλώσσας μας απαρτίζονται από πολύ περισσότερες συλλαβές απ’ ότι οι αντίστοιχες λοιπές ευρωπαϊκές. Αν τις χρησιμοποιήσεις, η μελωδίκή επένδυση πάει περίπατο. Εν πάση περιπτώσει, έκοψα, έραψα, και το παραπάνω είναι το μέχρι στιγμής σκαρίφημα.

Η Καλλίπυγος από τον Μπρασένς

Η προσαρμογή

Vénus Callipyge 

Que jamais l’art abstrait, qui sévit maintenant
N’enlève à vos attraits ce volume étonnant
Au temps où les faux culs sont la majorité
Gloire à celui qui dit toute la vérité

Votre dos perd son nom avec si bonne grâce
Qu’on ne peut s’empêcher de lui donner raison
Que ne suis-je, madame, un poète de race
Pour dire à sa louange un immortel blason

En le voyant passer, j’en eus la chair de poule
Enfin, je vins au monde et, depuis, je lui voue
Un culte véritable et, quand je perds aux boules
En embrassant Fanny, je ne pense qu’à vous

Pour obtenir, madame, un galbe de cet ordre
Vous devez torturer les gens de votre entour
Donner aux couturiers bien du fil à retordre
Et vous devez crever votre dame d’atour

C’est le duc de Bordeaux qui s’en va, tête basse
Car il ressemble au mien comme deux gouttes d’eau
S’il ressemblait au vôtre, on dirait, quand il passe
» C’est un joli garçon que le duc de Bordeaux ! «

Ne faites aucun cas des jaloux qui professent
Que vous avez placé votre orgueil un peu bas
Que vous présumez trop, en somme de vos fesses
Et surtout, par faveur, ne vous asseyez pas

Laissez-les raconter qu’en sortant de calèche
La brise a fait voler votre robe et qu’on vit
Ecrite dans un cœur transpercé d’une flèche
Cette expression triviale : «  A Julot pour la vie «

Laissez-les dire encor qu’à la cour d’Angleterre
Faisant la révérence aux souverains anglois
Vous êtes, patatras ! tombée assise à terre
La loi d’la pesanteur est dur’, mais c’est la loi

Nul ne peut aujourd’hui trépasser sans voir Naples
A l’assaut des chefs-d’œuvre ils veulent tous courir
Mes ambitions à moi sont bien plus raisonnables:
Voir votre académie, madame, et puis mourir

Que jamais l’art abstrait, qui sévit maintenant
N’enlève à vos attraits ce volume étonnant
Au temps où les faux culs sont la majorité
Gloire à celui qui dit toute la vérité

Venus-Callipyge

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Υπομονή, στραβάδι…

Posted by vnottas στο 12 Ιουλίου, 2013

 

Scultore

Ένα ακόμη δαιμόνιο βγαίνει από το ντουλάπι για να πάρει μέρος στις αφηγήσεις μας, αυτή τη φορά είναι του Νίκου…

 

 ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

  Το γλυπτό  

 Ο γλύπτης τρεις μέρες προσπαθούσε να σμιλέψει τον αριστερό οφθαλμό της προτομής.  Μ’ επιδέξιες κινήσεις και λεπτά χτυπήματα αγωνιζόταν να δει το αποτέλεσμα που θα ικανοποιούσε τις προσδοκίες του.  Όμως του κάκου, τίποτα δεν του πήγαινε καλά.  Απογοητευμένος έπεσε σε περισυλλογή. 

Φανταζότανε τον δαίμονα της Υπομονής που είχε αναλάβει να χαράξει, μειλίχιο, χαμογελαστό, γεμάτο αυτοπεποίθηση και καρτερία.  Η αλήθεια είναι πως τούχε βγει εύκολα και γρήγορα η όψη του.  Μέχρι που κυριολεκτικά κόλλησε όταν έφθασε στ’ αριστερό μάτι. 

Κουρασμένος, πτοημένος, ανήμπορος άρχισε να σκέφτεται ακόμα και την αποτυχία. 

Πάνω εκεί τον πήρε ο ύπνος.  Ένας ύπνος γλυκός, ευεργετικός, λυτρωτικός.  Του αφαίρεσε το βάρος της αγωνίας.  Αίφνης άρχισε να ονειρεύεται.  Ήρθε λέει στο δωμάτιό του μια μορφή παράξενη που του συστήθηκε σαν ο δαίμονας της Υπομονής που αναζητά.  Στάθηκε μπροστά του κι ήταν πράγματι ολόιδιος με την προτομή του δικού του δαίμονα.  Έκπληκτος κι εκστασιασμένος διαπίστωσε ότι ήταν μονόφθαλμος. 

Πετάχτηκε ξαφνιασμένος.  Είδε αμέσως το έργο που αγωνιζόταν να ολοκληρώσει.  Απίστευτο, αποκαλυπτικό, υπέροχο μονολόγησε.  Η προτομή του μονόφθαλμου δαίμονα της Υπομονής μ’ ένα ελαφρό μειδίαμα στα χείλη, τούγνεφε φιλικά.  Ήρεμος πλησίασε ο γλύπτης προς το μέρος του και με την παλάμη τίναξε την σκόνη από το πρόσωπο του γλυπτού. 

Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει.  Το έργο ήταν ολοκληρωμένο.  Ο αριστερός οφθαλμός δεν ήταν απαραίτητος για την απεικόνιση της πραγματικότητας.  Έτσι χωρίς καμιά αφαίρεση η τέχνη του ήταν αφαιρετική.

(σας το διαβάζω πάνω σε μουσική του Ferdinando Carulli)

images (23)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ίσως…

Posted by vnottas στο 10 Ιουλίου, 2013

 images (22)

Στην υπόκρουση οι » Γίγαντες της τζαζ¨  παίζουν το ¨Πουτάνα εσύ» (με την καλή έννοια) του Μπρασένς

Νίκος Μοσχοβάκος

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ

Η ασάφεια μεταξύ μας μεγάλωσε

όταν στην ερώτησή μου απάντησες

μπορεί και ναι

αλλά μπορεί και όχι.

Συννεφιασμένος μέσα μου νιώθω

όμως κι ουρανός είναι συννεφιασμένος.

Άραγε θα βρέξει να καθαρίσει ;

Μπορεί και ναι

αλλά μπορεί και όχι, σκέφτομαι.

Μέσα σ’ εναλλασσόμενες αμφιβολίες

κυλά βασανιστικά αργά

το ποτάμι του χρόνου

στις όχθες του αραιή βλάστηση υπάρχει

με βεβαιότητα μόνη

την ξηρασία που επέρχεται.

img4e2a7b1228509

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ώρα των ταυρομάχων, ώρα των ποιητών

Posted by vnottas στο 10 Ιουλίου, 2013

torero

Νίκος Μοσχοβάκος
ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΩΡΑ ΠΕΝΤΕ

Η ώρα πέντε τ’ απομεσήμερο.
Είναι η ώρα των ταυρομάχων
είναι η ώρα των ποιητών.
Ακριβώς η ώρα πέντε.
Κόκκινο πανί ξεδιπλώνω στον αέρα
όσο έχω καιρό σας προκαλώ
και περιμένω την επίθεση.

Ακούω το μουγκρητό
βλέπω την επέλαση κατά πάνω μου.
Δεν πανικοβάλλομαι δεν ανησυχώ.
Χαμογελώ ήρεμος
κλείνω το μάτι με νόημα
ξέρω καλά την αρένα αυτή.
Ο αγώνας που μόλις άρχισε
ξεσηκώνει τις κερκίδες σ’ επευφημίες.
Όμως οι δείκτες του ρολογιού κόλλησαν.
Ο χρόνος κυλά
κι αυτοί εξακολουθούν να δείχνουν πέντε.
Πέντε ακριβώς !
Η ώρα των ταυρομάχων
η ώρα των ποιητών.
Έρχεται το μαύρο της νύχτας αργά.
Επιτέλους πότε θα ξεκολλήσει το ρολόι ;

orologio

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η βροχή και το ψιλόβροχο

Posted by vnottas στο 7 Ιουλίου, 2013

DSCN0997

Στην προηγούμενη ανάρτηση χρησιμοποίησα ως μουσική υπόκρουση για τo ¨τραγούδι της Σιγκουάπα¨, ένα όμορφο πορτογαλικό τραγούδι με τίτλο Chuva (Βροχή)

Τώρα λέω να σας το αναρτήσω  (μέσω παραπομπής στο youtube), τραγουδισμένο τόσο από τον συνθέτη και στιχουργό  Jorge Fernando, όσο και από την εκπληκτική Mariza. Επίσης, ψάχνοντας, ανακάλυψα όχι μόνο τους στίχους, αλλά και μια μετάφραση στην ιταλική γλώσσα την οποία σας παραθέτω πιο κάτω μαζί με μια απόπειρα προσαρμογής στα ελληνικά (ως συνήθως). Τέλος, μαζί με την πορτογαλική ¨Βροχή¨ σας θυμίζω ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του Μητσάκη που μιλάει επίσης για  βροχή (Ψιλοβρέχει).

O Jorge Fernando

Jorge_Fernando

Η προσαρμογή στα ελληνικά

Βροχή

Περνούν της ζωής οι ιστορίες / χωρίς ίχνη να αφήνουν

παρά μόνον αυτές που χαράξανε / πόνο ή κάποια χαρά

Ναι, υπάρχουν  εκείνοι που, εν τέλει, / στις ιστορίες θα μείνουν

μα κι άλλοι που μηδέ τ’ όνομά τους / θα ακούσεις ξανά

*

Υπάρχουν καημοί που ζωή / στη ζωή ξαναδίνουν

το νόστο που κρύβω ξυπνούν / και με εσένα με σμίγουν, σαν χτες

Ναι, μέρες υπάρχουνε  που / τη ψυχή μας σφραγίζουν

κι εκείνη που με άφησες μόνο / ήταν μια απ’ αυτές

*

Στους δρόμους της πόλης γυρνώ / έρμoς  κι απελπισμένoς

την όψη μου τώρα χαράζει / η βροχή του Νοτιά

Στην πόλη με δάκρυα φωνάζω / η βροχή πως θα σβήσει

όση του έρωτά μου έχει πια / απομείνει φωτιά

¨

…μ’ ακούει η βροχή, και στην πόλη

το μυστικό μου δεν λέει,

μόνο να, που στα τζάμια χτυπά

νότες νοσταλγικές…

Chuva

As coisas vulgares que há na vida

Não deixam saudade
Só as lembranças que doem
Ou fazem sorrir

Há gente que fica na história
Da história da gente
E outras de quem nem o nome
Lembramos ouvir

São emoções que dão vida
À saudade que trago
Aquelas que tive contigo
E acabei por perder

Há dias que marcam a alma
E a vida da gente
E aquele em que tu me deixaste
Não posso esquecer

A chuva molhava – me o rosto
Gelado e cansado
As ruas que a cidade tinha
Já eu percorrera
Ai, meu choro de moça perdida
Gritava à cidade
Que o fogo do amor sob a chuva
Há instantes morrera

A chuva ouviu e calou
Meu segredo à cidade e eis que ela bate no vidro
Trazendo a saudade

rio_de_janeiro_com_chuva[1]

H μετάφραση στα Ιταλικά εδώ

Pioggia

Le cose ordinarie della vita
non ti lasciano la nostalgia
solo i ricordi che fanno male
o quelli che fanno sorridere

C’è gente che resta nella storia
della nostra storia
e altri di cui neanche il nome
ricordiamo di aver sentito

Sono le emozioni che danno vita
alla nostalgia che sento
quelle che ho vissute con te
e che alla fine ho perduto

Ci sono giorni che segnano l’anima
e la nostra vita
e quello in cui tu mi hai lasciato
non posso dimenticarlo

La pioggia inzuppava il mio viso
infreddolito e stanco
e tutte le strade della città
avevo già percorso

Ahi…il mio pianto di ragazza sperduta
gridava alla città
che il fuoco d’amore sotto la pioggia
si era spento solo un attimo fa

La pioggia ascoltò e tacque
il mio segreto alla città
ed ecco ora batte sul vetro
e mi riporta la nostalgia

images (20)

Ψιλοβρέχει

Στίχοι και μουσική Γιώργος Μητσάκης. Εδώ με τον Μπάμπη Τσέρτο

Απόψε άρχισε και ψιλοβρέχει
κι ο νους μου πάλι σε σένα τρέχει
στην αγκαλιά του, αχ, ποιος να σ’ έχει
αυτό το βράδυ που ψιλοβρέχει;

Η νύχτα σκέπασε όλη τη χώρα.
Σε συλλογιέμαι, πού να ’σαι τώρα
Ποιος σ’ αγκαλιάζει αυτή την ώρα
που ψιλοβρέχει σ’ όλη τη χώρα;

Στο δρόμο δεν περνά διαβάτης άλλος
κι η μοναξιά μου καημός μεγάλος
κι η μοναξιά μου καημός μεγάλος.
Εγώ πονάω, κανένας άλλος.

Αυτό το βράδυ που ψιλοβρέχει
στην αγκαλιά του, αχ, ποιος να σ’ έχει;

IMG_1358

Posted in Fados στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Σιγκουάπα ή ένα σχεδόν αυτοτελές απόσπασμα με τα όλα του…

Posted by vnottas στο 4 Ιουλίου, 2013

images (11)

Να μια μικρή, σχεδόν αυτοτελής, ιστορία, παρμένη κι αυτή από το ΜΠΑ!!!, πέμπτο μέρος (¨Διακόπτουμε για αποδομήσεις, απορυθμίσεις, αποσυνθέσεις και αποσαρθρώσεις¨), δηλαδή εκεί που οι δύο δαιμονικές κλίκες, οι Νεοδαίμονες και οι Παλαιοδαίμονες, χωρίς να αμελήσουν τις μεταξύ τους τρικλοποδιές, (αν έγραφα σήμερα το ΜΠΑ!!! μάλλον θα τους έβαζα να στήσουν συγκυβέρνηση), αγωνίζονται να επιφέρουν, επιτέλους, το Τέλος. 

Συγκεκριμένα βρισκόμαστε στο 6ο κεφάλαιο του 5ου μέρους, όπου ο πράκτορας Σος Μορς  επισκέπτεται την αποσυρμένη δαιμόνισσα Σιγκουάπα και επιχειρεί να την πείσει να ενταχθεί με το μέρος των Νεοδαιμόνων (μεταξύ των οποίων έχει διαπιστωθεί έλλειψη επαρκούς πάθους).

Εδώ μια απόπειρα ανάγνωσης μετά μουσικής και ήχων
Στην υπόκρουση χρησιμοποίησα, μεταξύ άλλων, το Φάντο Chuva τραγουδισμένο από τη Mariza

και το Frenetico-tango-argentino

Porto-01

Μέρη μαγικά, καταραμένα

Στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες στη νότια άκρη του μεγάλου εμπορικού λιμα­νιού σουρουπώνει.

Η ένταση του τροπικού ήλιου έχει ήδη μειωθεί στο ελάχιστο και ο όρμος με το νεκροταφείο των πλοίων σταμάτησε να φλέγεται.

Τώρα, ο ουράνιος προβολέας, τεράστιος, βυσσινής και ανώδυνος κατρακυ­λάει προς του χαμηλούς δασωμένους λόφους στα δυ­τικά.

Οι οδοντωτές στέγες των Φαβέλας  γύρω από τον όρμο μπαίνουν σιγά σιγά στη ζώνη της σκιάς και το ξυσμένο μίνιο στα πλευρά των παροπλισμένων καραβιών αποκτά, για μια φευγαλέα στιγμή, την ευκαιρία να λάμψει με την τελευταία κοκκινωπή ανταύγεια της μέρας.

Απέναντι, στον ουρανό της Ανατολής, μια παράξενη σκοτεινιά με κίτρινες και ερυθρές ραβδώσεις παίρνει να φουσκώνει και ετοιμάζεται να απλωθεί πάνω απ’ τη θάλασσα.

Σηκώνεται αέρας.

Ένας αέρας άλλοτε αδύναμος και παραχωρητικός κι άλλοτε απειλητικός και ζόρικος που αρχίζει να στριφογυρίζει ταρακουνώντας τα ξάρτια και τις σπασμένες αντένες των πλοίων.

Μεταλλικά σφυρίγματα, ραπίσματα χαλαρών σχοινιών και ντενεκεδένιοι ήχοι ανακατεύονται με αποσπάσματα από καθημερινές κραυγές που ο άνεμος αρπάζει από τη λιμανίσια φτωχογειτονιά -ίσως και απ’ το τροπικό δάσος πάρα έξω- φτιάχνοντας μηνύματα παράξενα, σε κώδικες εξωτικούς και δυσεπίλυτους.

Ένα ουρλιαχτό παρατεταμένο, αγωνιώδες,  υψώνεται για λίγο πάνω από τις στέγες με τις λαμαρίνες και ύστερα εξαερώνεται και εξαφανίζεται χωρίς να τραβήξει την προσοχή κανενός. Οι ναύτες και οι καταβροχθιστές δασών που κατηφορίζουν ως εδώ από το γειτονικό εμπο­ρικό λιμάνι και από τη ζούγκλα ψάχνουν για φτηνό ποτό και γι ανήλικα ευκαιρίας (που και τα δυο παράγονται άφθονα στις γύρω παράγκες) και δεν ενδιαφέρονται  για  τα αδέσποτα ουρλιαχτά.

Ούτε οι πόρνες που παίρνουν σιγά σιγά τη θέση τους μπροστά στις πόρτες με τις χρωματιστές κουρτίνες και με τις σήτες για τα κουνούπια, ενδιαφέρονται.

DSCN0716

Ύστερα από λίγο, σε ένα από τα παραπήγματα που είναι αραδιασμένα στην προκυμαία, ανοίγει μια παράπλευρη πόρτα.  Ένα ζευγάρι μικρόσωμων όντων -παιδιά, ίσως νάνοι-, βγαίνει κουβαλώντας έναν τεράστιο σακί. Δυσκολεύονται καθώς προσπαθούν να το μετακινήσουν σέρνοντάς το στο στενό χωμάτινο πέρασμα ανάμεσα στην «Ταβέρνα της Μεθυσμένης Γοργόνας» από όπου βγήκαν και το διπλανό υπόστεγο όπου, εδώ και καιρό, ένα μεγάλο κομμάτι βαπόρι αποσυναρμολογείται σε σιδερένια τεμάχια ανεξακρίβωτης χρησιμότητας και άγνωστου προορισμού.

Οι δύο μικρούληδες κατευθύνονται αγκομαχώντας προς τη θάλασσα, περνούν τον παράλιο τσιμεντένιο δρόμο και  κατεβαίνουν στην αποβάθρα. Τραβώντας και σπρώχνοντας καταφέρνουν να ρίξουν το τσουβάλι σε μια μικρή μαύρη βάρκα που λικνίζεται εκεί μπροστά.

Ύστερα, το ένα από τα δύο  μικροκαμωμένα όντα ψάχνει λίγο τριγύρω και βρίσκει μια μαυριδερή αλυσίδα. Ο άλλος κοντούλης ξετρυπώνει έναν τσιμεντόλιθο.

Τα ρίχνουν κι αυτά στη βάρκα και αποπλέουν γλιστρώντας στη ταραγμένη επιφάνεια των νερών προς την έξοδο του όρμου και τον Ωκεανό.

images (7)

Καθώς προσπερνούν το φάρο που έχει κιόλας αρχίσει τον νυκτερινό του λόξυγκα, ένα άλλο πλεούμενο διαγράφεται απέναντί τους με φόντο την κίτρινο­κόκκινη σκοτεινιά της ανατολής και μεγαλώνει ραγδαία καθώς έρχεται γοργά προς το μέρος τους. Είναι ένα κομψό, μικρό σκάφος που τους φτάνει γρήγορα και τους προσπερνά αγέρωχα κάνοντας τη βαρκούλα να τρικλίσει και σχεδόν να μπατάρει.

Οι δύο μικρούληδες προλαβαίνουν να δουν στο τιμόνι του σκάφους έναν ψηλό άνδρα. Δεν μπορούν, βέβαια, στο ημίφως του δειλινού να προσέξουν ούτε το άψογο βραδινό του κουστούμι που δεν έχει τίποτα το ναυτικό, ούτε το παράξενο κοροϊδευτικό χαμόγελο που κρέμεται από τα λεπτά, σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του, ούτε το παράξενα χλωμό του δέρμα, ούτε τα μάτια του που έτσι κι αλλιώς κρύβονται πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά.

Την ώρα που οι δυο κοντοί πετούν τον σάκο στη θάλασσα, αφού πρώτα τον δέσουν γερά με την αλυσίδα στον τσιμεντόλιθο, έχει πια σκοτεινιάσει για τα καλά και ο άνδρας με το μαύρο γυαλιστερό κουστούμι, το δαντελωτό πουκάμισο και τα μαύρα γυαλιά έχει ήδη αποβιβαστεί στην κεντρική αποβάθρα του Όρμου.

Η παρουσία του καλοντυμένου τύπου κάτω από τα βρώμικα  φανάρια της προκυμαίας δεν φαίνεται να παραξενεύει κανέναν. Στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες έρχονται συχνά  πλούσιοι σικάτοι  τύποι κυνηγώντας απολαύσεις που να είναι ακόμα απαγορευμένες (πράγμα αρκετά δύσκολο την εποχή εκείνη).

Οπωσδήποτε, το να σου τύχει ένα τέ­τοιο φρούτο για ξεζούμισμα είναι μάννα εξ ουρανού για τους προξενητές της Μπαία. Γι αυτό καμιά ντουζίνα απ’ αυτούς τον περιτριγυρίζουν  αμέσως, προσφέροντάς του υποσχέσεις που θα ικανοποιούσαν και τους πιο εξεζητημένους διδάκτορες Περιπεπλεγμένης Διαστροφι­κής. Ο ψηλός όμως τους παραμερίζει και κατευθύνεται με σιγουριά προς τη ¨Μεθυσμένη Γοργόνα¨.

Οι προξενητές δεν επιμένουν. Τον τελευταίο καιρό στην πιάτσα του λιμανιού έχει βγει βρώμα ότι στη «Γοργόνα» συμβαίνουν πράγματα καινούργια, πρωτότυπα, ακατονόμαστα. Λεπτομέρειες δεν κυκλοφόρησαν ακόμη, όμως τα σαΐνια του λιμανιού κάτι ξέρουν. Και αυτό το κάτι είναι ότι ένα πανέμορφο σούπερ θηλυκό πολλών οκτανίων, έχει εγκατασταθεί στο μαγαζί  της προκυμαίας. Και μια έλξη που σχεδόν την μυρίζεις τρα­βάει όλους τους αρσενικούς προς τα ‘κει.

Η γκόμενα όμως φαίνεται πως ξέρει απέξω κι ανακατωτά όλα τα μυστικά και τ’ απόκρυφα της γοητείας και δε δίνεται ούτε με τη πρώτη ούτε σ’ όποιον κι όποιον. Ούτε καν βγαίνει ποτέ από το παράπηγμα της Ταβέρνας.

Το αποτέλεσμα είναι ότι όλοι οι άντρες της Ακτής έχουνε τρελαθεί μαζί της, αλλά κανένας δεν έχει ακόμη μπορέσει να διηγηθεί στη πιάτσα λεπτομέρειες για τις μυστικές χάρες της Όμορφης. Και τώρα -ήτανε να το περιμένουνε οι μάγκες της Προκυμαίας- να που άρχισαν να ενδιαφέρονται και οι Απέξω.

Mauritania2005FOTON.21

Μια ριπή τ’ ανέμου ταρακουνάει το καλώδιο και τα πολύχρωμα λαμπάκια που κρέμονται γύρω από την είσοδο της «Γοργόνας» αναβοσβήνουν για μια στιγμή σπινθηρίζοντας. Ο  άνδρας περ­νάει κάτω από τη χρωματιστή ηλεκτρική γιρλάντα και σπρώχνει το πορτόφυλλο της ταβέρνας.

Μέσα, οι λιγοστοί λαμπτήρες που φωτίζουν την αίθουσα κρέμονται μελαγχολικά από το ταβάνι, γύρω από τον πάγκο του μπαρ. Από τους πελάτες του μαγαζιού διακρίνονται μόνο τα σκοτεινά  περιγράμματα ανάμεσα στους πηχτούς καπνούς που αναβλύζουν από τα τραπέζια και που μαρτυρούν το κάψιμο λογής λογής ουσιών.

Μόνο στο βάθος, πίσω από έναν τραβηγμένο μπερντέ, ένας ασθενικός προβολέας φωτίζει τρεις μουσικούς που με κιθάρες διαφορετικού μεγέθους, μια κανονική μια τεράστια και μια τόση δα μικρούτσικη, παίζουν ένα νοσταλγικό φάντο.

Ο καλοντυμένος άντρας πλησιάζει το πάγκο. Ένα ξυρισμένο κεφάλι με σκουλαρίκι, που προφανώς ανήκει στον μπάρμαν, τέλεια καμουφλαρισμένο ανάμεσα στα μισοάδεια μπουκάλια, αποκτά ξαφνικά αυτοτέλεια και τον ρωτά τι επιθυμεί.

Ο μαυροφορεμένος (για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα) θέλει ρούμι. Ύστερα σκύβει και κάτι λέει στ’ αυτί του γλόμπου.

Τι άλλο θέλει; Δεν είναι μυστήριο. Αυτό που θέλουν όλοι αυτή τη στιγμή στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες και πάρα πέρα σ’ όλη την Ακτή.

Ένα πρασινωπό χαρτονόμισμα μετακομίζει από το κροταλίσιο πορτοφόλι του ψηλού, στην κωλότσεπη του ξυρισμένου.

Ο μπάρμαν απαντάει κι αυτός ψιθυριστά. Ναι, η Γόησσα, αυτή για την οποία όλοι μιλάνε, είναι εδώ. Σε λίγο θα τραγουδήσει. Ναι, είναι καλύτερη από οποιαδήποτε περιγραφή.  Όμως, εκείνος δε μπορεί να υποσχεθεί τίποτα, η Όμορφη αποφασίζει από μόνη της.

Έπειτα, βγαίνει από το κουβούκλιό του και οδηγεί τον ασπριδερό Ψηλό σ’ ένα τραπέζι φυλαγ­μένο για τα δυνατά πουρμπουάρ.

FADO_baixa

Η ώρα ήρθε. Ο μπερντές που το παίζει αυλαία τραβιέται ξανά και από πίσω δε βρίσκονται τώρα μόνο οι τρεις μουζικάντηδες με τις ανισομεγέθεις κιθάρες, αλλά και ένας μικρός μαύρος μ’ ένα τουμπελέκι, καθώς και μια άλλη φιγούρα, ακίνητη, που σιγά σιγά φωτίζεται, καθώς ο προβολέας λες και καρδάμωσε ξαφνικά.

Μια γυναίκα.

Η γυναίκα!

Μέσα στην αίθουσα απλώνεται ξαφνική σιγή.

Ακόμα και οι γυμνόστηθες μελαψές κοπέλες που τριγυρνάν από τραπέζι σε τραπέζι παύουν να φλυαρούν και προσηλώνονται στο πάλκο μαζί με τους αρσενικούς.

Το ταμπούρλο δίνει το ρυθμό και η γυναίκα τραγουδάει. Δίχως να κινείται πολύ, στηριγμένη σε μια ψάθινη καρέκλα, με το κόκκινο φόρεμά της να φτάνει ως κάτω, στο σανίδι της εξέδρας, με τα σκούρα κόκκινα μαλλιά της να κυματίζουν απαλά σε κάθε της κίνηση.

Πίσω απ’ τη βαθιά, ίσως λίγο τραχιά φωνή της οι κιθάρες απλώνουν ένα χαλί  πλεγμένο με αισθησιακές ηδυπαθείς αρμονίες. Και μετά η φωνή εκείνης, παίρνει  τις μουσικές φράσεις και πότε τις πλέκει σε συνδυασμούς γεμάτους υπαινιγμούς άφατων ηδονών, πότε τις ανεβάζει σε ορμητικά, άγρια κρεσέντο που μαγεύουν και φοβίζουν.

Ωστόσο τα τσακάλια της Ακτής που μαζεύτηκαν απόψε στη «Γοργόνα» δεν είναι από τη φωνή της Ωραίας που ακινητοποιούνται και χαζεύουν.

Είναι η εικόνα της που ξυπνάει μέσα τους ό, τι το πιο άγιο και πιο αμαρτωλό. Η εικόνα της, που για τον καθένα είναι διαφορετική.

Οι πιο απίθανες επιθυμίες τους αγκιστρώνονται πάνω της.

Πάθη που ζητούν κορεσμό, ενοχές που θέλουν εξιλέωση, μοναξιές που θέλουν απάντηση. Οι πιο απίθανες φαντασιώσεις θέλουν τη Γυναίκα της ¨Γοργόνας¨ για ηρωίδα τους.

Ο μαυροφορεμένος είναι κι αυτός ακινητοποιημένος ή έτσι θα νόμιζε κανείς βλέποντας το πρόσωπό του, χλωμό στις αντανακλάσεις του προβολέα, με τα σκούρα γυαλιά και τα ίχνη απ’ το ειρωνικό χαμόγελο να εξακολουθεί να κρέμεται απ’ τα σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του.

Η γυναίκα τραγουδώντας μετακινείται αργά προς το μέρος των θαμώνων. Η κίνησή της έχει κάτι το παράξενο, σαν κάτι να την τραβάει προς τη γη (άραγε μια μικρή γυναικεία αδυναμία ώστε να γίνει τέλεια η έλξη της πάνω στους αρσενικούς του λιμανιού; άραγε μια κρυφή σύνδεση με τη γυναικεία υπόσταση της μάνας Γαίας;), αλλά αυτή αντιστέκεται σ’ αυτό το κάτι, το ελέγχει  και, γλιστρώντας περισσότερο παρά περπατώντας, φτάνει στο κέντρο της αίθουσας.

Εκεί το τραγούδι της τελειώνει και πίσω του σβήνουν οι κτύποι του ταμπούρλου και το άρπισμα των χορδών.

Οι μάγκες του λιμανιού μένουν για λίγο άφωνοι, αλλά μετά σηκώνονται όρθιοι, χειροκροτούν, επευφημούν, παραδέχονται, ουρλιάζουν, συναινούν, εγκρίνουν επικροτούν, ποδοκροτούν, καθομολογούν, λένε καλά λόγια, μετανοούν (για ότι κακό έχουν πει μέχρι τότε για τις γυναίκες), επιδοκιμάζουν, δοξάζουν, θέλουν κι άλλο, τα θέλουν όλα, θέλουν εκείνη!

Εκείνη χαμογελάει, αλλά δεν υποκλίνεται, παρά μόνο κάνει να υποχωρήσει, πάντα με το συρτό της βήμα, σα ρωσίδα Πριγκίπισσα- Χορεύτρια, προς το βάθος της αίθουσας. Δεν προλαβαίνει. Καθώς βρίσκεται κοντά στον μαυροφορεμένο, αυτός με μια φιδίσια κίνηση την αρπάζει απ’ το λευκό μπράτσο και την τραβάει προς το μέρος του.

ciguapa (1)

Η Ωραία βρίσκεται τώρα στα γόνατά του.

Τα μάτια της αστράφτουν με μια στιγμιαία λάμψη θανάσιμης έχθρας.

Τα κόκκινα νύχια της στοχεύουν το χλωμό του πρόσωπο, αλλά εκείνος, πιο γρήγορος, την ακινητοποιεί.

Ανάμεσά τους λαμπυρίζουν αστραπές έντασης.

Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στην ένταση που γιγαντώνεται στην αίθουσα.

Ο ξένος είναι απαράδεκτος, εγκληματίας, ιερόσυλος!

Οι θαμώνες θυμώνουν.

Βγάζουν χατζάρια, μασέτες, γιαταγάνια, μαχαίρια, στιλέτα, ο μπάρμαν βγάζει από τα έγκατα του πάγκου του ένα μπαλτά και ο μάγειρας εμφανίζεται στην πόρτα της κουζίνας μ’ ένα εγχειρίδιο (μαγειρικής).

Ο χλωμός άνδρας δεν δείχνει  να πτοείται.

Ανασηκώνεται κρατώντας με το ένα χέρι σφικτά στην αγκαλιά του τη γυναίκα.

Εκείνη σπαρταράει, αλλά αυτός πιέζει το πρόσωπό της στρίβοντάς το προς το στήθος του, έτσι ώστε να μη μπορεί να δει τι θα συμβεί στην αίθουσα.

Μετά κάνει μια κίνηση πολύ απλή, αλλά και άκρως αποτελεσματική -όπως θα αποδειχθεί αμέσως τώρα. Σηκώνει το άλλο ασπριδερό χέρι και βγάζει τα σκούρα γυαλιά.

Οι μάγκες της Μπαία ντε Λος Σερ­πέντες δεν συνηθίζουν να κοιτούν τα μελλοντικά τους θύματα στα μάτια. Τώρα όμως δεν μπορούν να το αποφύγουν.

Το βλέμμα τους μοιραία, αναπόφευκτα, μαγνητίζεται από αυτό που βρίσκεται κάτω από τα μαύρα κρύσταλλα του μαυροφορεμένου τύπου: δυο άδειες κόγχες  που εκπέμπουν κιτρινοκόκκινες γλώσσες φωτιάς.

Από κάποιον στο βάθος, πολύ μεθυσμένο για να καταλάβει τι ακριβώς γίνεται, ξεφεύγει μια κραυγή: «Φάτε τον το Μούργο», αλλά ξαφνικά βρίσκεται να κρατάει στο χέρι, αντί για το σπασμένο μπουκάλι που κράδαινε μια στιγμή πριν, το κεφάλι του, ενώ στην παραδοσιακή θέση του κεφαλιού του βρίσκεται τώρα ένα φιάσκο κρασιού και μάλιστα άδειο.

Ένας άλλος, που από κεκτημένη ταχύτητα ξαπόστελνε στον Χλωμό ένα μαχαίρι, αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι τόσο το μαχαίρι όσο και το χέρι του έχουν μεταβληθεί σε μια πρασινωπή οχιά που τώρα τον κοιτάζει με ύφος όχι και τόσο φιλικό.

Οι θαμώνες ξεθυμώνουν και κατακάθονται στα τραπέζια τους.

"fado"-playing a tradicional portuguese guitar

Ο δαίμονας χαλαρώνει τη λαβή και η γυναίκα γυρίζει προς την αίθουσα για να διαπιστώσει ότι το πλήθος έχει δαμαστεί, έστω κι αν δεν καταλαβαίνει πως ακριβώς έγινε αυτό.

Χαλαρώνει κι αυτή. Χώνει το γό­νατό της ανάμεσα στα σκέλια του μαυροντυμένου και  σφίγγεται πάνω του.

Μετά τον παρασέρνει μαζί της σε μια μικρή πόρτα, στο πίσω μέρος του μαγαζιού.

Στην Ταβέρνα της Γοργόνας φαίνεται ότι οι δαίμονες είτε ξορκίζονται γρήγορα και πάνε γι άλλα αλλού, είτε γίνονται αποδεκτοί κι ενσωματώνονται στον ανθρώπινο παραλογισμό του τόπου.

Το γεγονός είναι πάντως ότι στην αίθουσα όλα μοιάζουν να ‘χουν καταλαγιάσει.

Τα κορίτσια κυκλοφορούν και πάλι ανάμεσα στους μάγκες, δυο τρία παράταιρα σώματα που περίσσεψαν από το επεισόδιο με τον Χλωμό Δαίμονα έχουν ήδη σταλεί να κάνουν παρέα στα μεταλλαγμένα ψάρια του ωκεανού  και, στο πάλκο, οι κιθάρες συνοδεύουν τώρα έναν μυστακοφόρο δεξιοτέχνη ακορντεονίστα που επιδίδεται στην εκτέλεση ενός παθιασμένου ταγκό.

Στο μικρό δωματιάκι στο βάθος, οι ήχοι του ταγκό φτάνουν ανακατεμένοι με το βουητό του ανέμου που έχει σηκωθεί και πάλι σφοδρός και σαρώνει τα μαγαζιά της αποβάθρας.

Αλλά ούτε η γυναίκα ούτε ο δαίμονας προσέχουν τον άνεμο.

Η γυναίκα έχει πια διαλέξει και τώρα έχει πάρει την πρωτοβουλία της συνάντησης. Έχει τραβήξει το κορδόνι που σβήνει τη λάμπα και το δωματιάκι φωτίζεται ελάχιστα από τις χαραμάδες της πόρτας. Το κόκκινο φόρεμα βρίσκεται στο πάτωμα μαζί με τα δαντελένια εσώρουχα και εκείνη στέκεται τώρα γυμνή, όρθια, ακουμπισμένη στην σαραβαλιασμένη πολυθρόνα απέναντι από το κρεβάτι.

Ξέρει τη δύναμή της και ξέρει τη μοίρα της.

Ξέρει ακόμη τη μοίρα αυτού του άνδρα που τόλμησε να την προσβάλει, αλλά συνάμα να τη διεκδικήσει και που είναι τώρα εκεί, μπροστά της, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ακόμη ντυμένος και με το αδιόρατο σαρκαστικό του χαμόγελο να γίνεται αισθητό παρά το ημίφως.

Η γυναίκα τον πλησιάζει και αρχίζει να τον γδύνει με αισθησιακή σοφία που θα έκανε μια βετεράνα γκέισα να αισθανθεί αδέξια γράσο-πρωτάρα (debu­tante).

Κάτω από το σκούρο κουστούμι είναι άσπρος όσο και το νταντελωτό του πουκάμισο. Είναι πιο άσπρος από οποιονδήποτε έχει γνωρίσει ως τότε, αλλά η γυναίκα δεν έχει προκαταλήψεις και ξέρει από πείρα ότι οι άνθρωποι ξεφουρνίζονται σε πλήθος ράτσες και παραλλαγές.

Τα πλευρά του ξένου είναι στενά  και παρακάτω το πέος του, στο άγγιγμά της τινάζεται και ανασηκώνεται σαν ερπετό.

Η γυναίκα για μια στιγμή σταματά έκπληκτη. Δεν της έχει ξανατύχει τέτοια αντίδραση. Το όργανο του χλωμού άντρα είναι στενό και μακρύ και παρά τη σκληράδα του ευλύγιστο.

Η έκπληξή της κρατά ένα τίποτα. Σκέφτεται: ¨Έ, και τι έγινε;¨, και το χέρι της μπαίνει κάτω από το στρώμα και ξαναβγαίνει αμέσως κρατώντας ένα μακρύ ξυράφι μπαρμπέρη.

ββ

Με μια κίνηση γρηγορότερη απ’ όσο χρειάζεται μια βρώμικη φήμη για να διαδοθεί παντού (ακόμη και χωρίς τη βοήθεια του Μουμουεδώνα) το ξυράφι επιτίθεται στο πέος και το κόβει σε δύο ισομεγέθη κομμάτια.

Ένα σιντριβάνι αίμα πλημμυρίζει το μικρό δωμάτιο.

Ή τουλάχιστον αυτή είναι η πρώτη εντύπωση, γιατί, ενώ το σιντριβάνι είναι πραγματικό, έχει δηλαδή τη συμμετρική τελειότητα μιας αναγεννησιακής φοντά­νας, το αίμα δεν είναι ακριβώς αίμα, άλλα ένα αμέτρητο πλήθος κατακόκκινες λαμπερές μύγες που αφού ολοκληρώσουν το ρόλο τους σαν σταγόνες, αρχίζουν να κάθονται παντού κατακοκκινίζοντας το μικρό χώρο.

Η γυναίκα δείχνει ξαφνικά απελπισμένη και άσχημη. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της τραβιούνται σε μια φρικιαστική γκριμάτσα κακίας, ενώ τα νύχια της μακραίνουν και το δεξί της χέρι χώνεται στο αριστερό μέρος του άσπρου στήθους του δαίμονα.

Ψάχνει, κάτι βρίσκει, και τραβιέται ξανά έξω.

Αυτό όμως που πάλλεται στην παλάμη της δεν είναι η καρδιά του άνδρα, αλλά ένα σαραβαλιασμένο μηχανικό ξυπνητήρι που, μάλιστα, αρχίζει ξαφνικά να κουδουνίζει μ’ έναν εξοργιστικά κοροϊδευτικό ήχο.

«Πάκο, Πακίτα», φωνάζει υστερικά η γυναίκα.

Ο Δαίμονας έχει τώρα σηκωθεί και ξαναφοράει το παντελόνι του χώνοντας μέσα και το κομμάτι του πέους που περίσσεψε.

Η φωνή του είναι λεπτή, ένρινη, αλλά ήρεμη.

«Μη φωνάζεις άδικα», της λέει. «Οι δύο κοντοστούπηδες βοηθοί σου, γυρίζοντας από το θέλημα που τους έστειλες, παρασύρθηκαν από μια ριπή απροσδιοριστίας και τώρα υπολογίζω ότι πρέπει να έχουν εξοκείλει σε  κάποια βραχονησίδα στη μέση του ωκεανού».

«Πάκο, Πακίτα, θα σας γδάρω τέρατα», εξακολουθεί να ουρλιάζει η γυναίκα.

«Μη τα βάζεις μαζί τους Σιγκουάπα. Οι κοντοπίθαροι, σου είναι πάντα πιστοί. Μάλιστα, πριν τους τύχει αυτή η μικρή αναποδιά, πρόλαβαν και ξαπόστειλαν  στα βάθη του Ωκεανού το τελευταίο σου θύμα, τον καταβροχθιστή δασών από τη ζούγκλα».

Εκείνη ακινητοποιείται. Γυρίζει, τον παρατηρεί προσεκτικά. «Δεν ξέρω τι μου λες», λέει.

Ο Δαίμονας τραβάει το σκοινάκι και ο λαμπτήρας φωτίζει  και πάλι το δωμάτιο, ενώ οι κόκκινες μύγες εξαφανίζονται. Μετά την κοιτάζει από τη κορυφή ως τα νύχια.

Η γυναίκα είναι πάντα γυμνή και είναι και πάλι εκπληκτικά όμορφη.

Ο λαιμός της, τα στήθη της, η κοιλιά της, οι μηροί της, οι γάμπες της  δεν είναι απλά τέλειες. Τέλειες ανατομίες μπορείς να βρεις κάθε μέρα, σε κάθε φτηνό περιοδικό γεμάτο μοντελάκια των τρεις κι εξήντα.

Είναι κάτι παραπάνω: είναι ελκυστικές κι αυτό είναι που μετράει, για όλους, ακόμα και για το δαίμονα που την παρατηρεί με θαυμασμό.

Μετά τα μάτια του καρφώνονται στα πόδια της.

Εδώ υπάρχει το Σημάδι.

Της το δείχνει για να την κάνει να καταλάβει ότι αυτός ξέρει και ότι οι διαμαρτυρίες της είναι περιττές.

Η Όμορφη έχει δύο πόδια αριστερά, άρα η Όμορφη είναι η Σιγκουάπα.

Η Σιγκουάπα, η Δαιμόνισα που εκδικήθηκε για αιώνες τη θρασύτητα των ανδρών, η ακαταμάχητη Λάμια που μπορούσε να πάρει την όψη και τον ξεχωριστό χαρακτήρα της γυναίκας που ο κάθε άνδρας ονειρεύεται, πριν τον μακελέψει.

Η εκδικήτρα που όμως, μόλις πήραν το πάνω χέρι οι μοντέρνες μάγισσες, εκείνες που πάλευαν τους άντρες με τα δικά τους αρσενικά μέσα, αποσύρθηκε πεισμωμένη στα δάση του Αμαζόνιου.

Όμως δεν στέριωσε ούτε εκεί η Σι­γκουάπα. Πρόσφατα έφτασαν και στα τελευταία παρθένα δάση οι καταβροχθι­στές δασών με τις αδηφάγες μπουλντόζες τους.

Και η Σιγκουάπα κατηφόρισε στη παραλία πιο απελπισμένη κι οργισμένη από πριν.

Αυτήν αναζητούσε ο Σος Μορς, μεταμφιεσμένος σε κοσμοπολίτη μεγαλομέτοχο για να μην τον εντοπίσουν οι παλαι­οδαίμονες.

φγ

Η αποστολή του είναι να της εξηγή­σει την σοβαρότητα της κατάστασης, να  την προσηλυτίσει και να την πείσει να περάσει στο νεοδαιμονικό στρατόπεδο.

Στο γενικό επιτελείο των Νεοδαιμό­νων είχαν καταλήξει ότι οι τελευταίες επιχειρήσεις δεν πήγαιναν και τόσο καλά επειδή, όντως, από τους νεωτεριστές  έλειπε μια επαρκής δόση πάθους. Μετά έψαξαν στα αρχεία για να δουν αν υπήρχε κανένας παθιασμένος δαίμονας που να μην είχε ήδη προσχωρήσει στους αντίπαλους. Εκεί ο Μανατζέριους και ο Ελεκτρόνικους ανακάλυψαν τη Σι­γκου­άπα με τα δυο αριστερά πόδια.

Υπήρξαν βέβαια μερικές μουστακο­φόρες νεοδαιμόνισες, σπονσόρισες του τέταρτου και του πέμπτου φύλου, που είχαν κάποιες αντιρρήσεις και που δήλωσαν ότι θεωρούν τη Σιγκουάπα ξεπερασμένη, αν όχι κάπως ύποπτη για μανι­χαϊκό σεξιστικό αυθορμητισμό. Όμως οι ενστάσεις αυτές τελικά ξεπεράστηκαν, ο Μουμουεδώνας έδωσε τη συγκατάθεσή του, και ο Σος Μορς ξεκίνησε για το νότιο ημισφαίριο.

Νάτος λοιπόν τώρα που (ύστερα από ένα συνηθισμένο δαιμονικό σκέρτσο από εκείνα που συνηθίζονται ανάμεσα στα ξωτικά γιατί τα διασκεδάζουν και τους επιτρέπουν να αλληλοαναγνωρίζονται πέρα από κάθε αμφιβολία), προσπαθεί να εξιστορήσει στη Σιγκουάπα τις τελευταίες εξελίξεις, (σύμφωνα πάντα με τη νεοδαιμονική εκ­δοχή) και να της εξηγήσει γιατί θα έπρεπε να μπει στον αγώνα με το μέρος των Νεωτεριστών.

Ο Μορς επιμένει ιδιαίτερα στα νεώτερα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η Ιστορική Πτώση και το κατρακύλισμα των δαιμόνων στα κάτω πατώματα, δεν οφειλόταν ακριβώς στην περίφημη Μεγάλη Παλαιά Ανταρσία! (ΜΠΑ!), αλλά ήταν το αποτέλεσμα της παρενόχλησης των θνητών γυναικών από τους ερωτύλους παλαιοδαίμονες.

Η κουβέντα ανάμεσα στην Σι­γκουάπα και τον Σος Μορς κράτησε μια ολόκληρη μακριά νύχτα, κατά τη διάρ­κεια της οποίας ο κιτρινοκόκκινος τυφώνας της Ανατολής έφτασε μέχρι την Μπαία και σάρωσε πέρα ως πέρα την Ακτή, μη αφήνοντας τίποτα όρθιο εκτός από το δωματιάκι όπου γινόταν η συνομιλία.

Το πρωί, η Σιγκουάπα ακολού­θησε τον Σος Μορς στις προστατευμένες περιοχές.

Νύχτα έκτη

… Τη νύχτα εκείνη όλες οι δευτερότοκες χελώνες καρέτα- καρέτα βγήκαν από τα αυγά τους και άρχισαν να κολυμπούν σε πελάγη ευτυχίας με το καύκαλό τους διακοσμημένο με φωτεινές διαφημιστικές επιγραφές σε ακατανόητη διάλεκτο…

Ίσως γι αυτό κανένας δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή.

Την ίδια νύχτα, όσοι λέο­ντες επιζούσαν ακόμη, απέκτη­σαν χαίτη με χωρίστρα στη μέση και λαμέ μες, ενώ, χωρίς κανέ­νας να το προσέξει, οι χαμαι­λέοντες ανακηρύχτηκαν βασιλείς της ζούγκλας.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Θέατρο στην Πυλαία – φωτογραφίες – βίντεο

Posted by vnottas στο 2 Ιουλίου, 2013

7870_10201315424716846_2117211174_n

Έχω ξαναπεί ότι ανάμεσα σε επαγγελματίες και ερασιτέχνες προτιμώ τους ερασιτέχνες για τον προφανή λόγο ότι αγαπούν αυτό που κάνουν και, ιδιαίτερα εάν μιλάμε για τέχνη, η έκφραση ¨επαγγελματίας καλλιτέχνης¨ μου φαίνεται οξύμωρη. Εκτός κι αν κάποιος είναι τόσο τυχερός που η αγάπη του για τη τέχνη να μπορεί να του εξασφαλίσει και τα προς το ζην (δεν συμβαίνει συχνά, αλλά που και που συμβαίνει), οπότε, αν επιμένει, ας τον αποκαλέσουμε και επαγγελματία. Κι έπειτα υπάρχουν οι αφοσιωμένοι.  Αγαπούν την Τέχνη  τόσο που, ακόμη κι αν θα ήθελαν, δεν θα μπορούσαν να κάνουν πράγματα πέρα απ’ αυτήν.

Γράφω τα παραπάνω για να ξανα-αναφερθώ σε μια από τις ερασιτεχνικές καλλιτεχνικές προσπάθειες της ευρύτερης πόλης της Θεσσαλονίκης: μιλάω για την Πυλαία και την Θεατρική της Ομάδα, όπου απλοί πολίτες που αγαπούν το θέατρο, κάτω από την καθοδήγηση δύο αφοσιωμένων στη θεατρική τέχνη ανθρώπων, του Κώστα Χαλκιά και της Όλγας Αλεξανδροπούλου και με τη συμπαράσταση ενός Δήμου που ευνοεί την τοπική δημιουργία πολιτισμού, φτιάχνουν, κάθε τόσο όμορφα πράγματα.

970718_10201468124731361_2044400555_n

Εδώ παρακάτω σας έχω (ερασιτεχνικές) φωτογραφίες (Θάνος) από την παράσταση ¨Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται¨ του  Robert Thomas που ανέβηκε στο ¨Πέτρινο¨ στις 21 και 22 Ιουνίου. Το έργο δίδαξε η Όλγα και συμμετείχαν οι εθελοντές και, βεβαίως, ερασιτέχνες Σοφία Κασούρη, Μαρία Καρπούζη, Μάχη Χατζινά, Κέλλυ Κιρμπάση, Κλεοπάτρα Μπαρμπαράτσα, Βάσω Βαφειάδου, Θεοδώρα Καμπόσου και Εύη Αρβανιτίδου

IMG_α6140_1

IMG_α6119_1

IMG_α6177

IMG_α6160

IMG_α6037_1

IMG_α6029_1

α

και το βίντεο (από τον Αντώνιο Τζέλλο)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, VIDEO | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »