Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Μαΐου 2015

O γιος του Χωροφύλακα…

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2015

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 images (57)

Μάτια πρησμένα απ το πιοτό

και βέβαια ευτραφής κοιλιά

αισθάνεται την  κούραση των χρόνων,

από τα παιδικά παιγνίδια που δεν τον έπαιζαν οι άλλοι

-γιατί ήταν ο γιος του Χωροφύλακα-

μέχρι το σήμερα που κάθε μέρα είναι άθλος

σε σχέση με το -υπόλοιπο καυσίμων του προσδόκιμου

με μικροπροδοσίες, συμβιβασμούς και που και που

αναπετάγματα προς το ανώτερο, το κάτι παραπάνω έστω….

Άστα να πάνε-πάντα στο πίσω μέρος

έρχονται βρισιές

και ο πατέρας μες στα όνειρα με τη στολή του

ακόμα και στον άλλο κόσμο

να πιστεύει πως κέρδισε ο βλάκας τον Εμφύλιο

ενώ θα έπρεπε ‘ να πάμε μια εκδρομή

όλοι μαζί στη θάλασσα’ -που έλεγε η Μερκούρη-

 

Βλέπω τον εαυτό μου με κοντό παντελονάκι

να κάθεται ανάμεσα στα στάχια

με τη σφεντόνα του στη τσέπη

και να κοιτάζει μαύρα σύννεφα

προσμένοντας να έρθει αυτή η γαμημένη η μετάθεση

για την πρωτεύουσα

μπας και διαβάζουμε μαθήματα με ηλεκτρικό

κι όχι με λάμπα πετρελαίου…

Φτάνουν τα σύννεφα

με καθυστέρηση 55 χρόνων

χέστηκα

αρκεί  να πέσει μπόρα

μέσα μου να ξεπλύνει τα άπλυτα…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Αχ Θαΐδα!

Posted by vnottas στο 13 Μαΐου, 2015

Αχ Θαΐδα. Δεν είναι μόνο ότι γοητεύεις τους ομόχρονούς σου, δεν είναι μόνο που διεκδικείς πρωταγωνιστικό ρόλο στο υπό εκπόνηση (ιστορικό;) μου μυθιστόρημα, αλλά επιπροσθέτως κατακτάς  το Νικόλαο που δε θέλει πολύ για να σου αφιερώσει τους στίχους του.

Άκουσε ω Θαΐδα και απόλαυσε:

Μεριλιν

[Μοσχοβάκος έφη:]

 

ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΗ ΘΑΪΔΑ

 

Είσαι τόσο πολυδάπανη Θαΐδα

που δεν θ’  αντέξουν για πολύ

τα οικονομικά μου.

Ήδη πούλησα δυο δούλους που είχα

Και το κτήμα μου στο Φάληρο.

Δεν συζητώ για τα χρυσά τάλαντα

που ήταν κληρονομιά μου

αυτά μου τ’ απέσπασες στην αρχή.

Τι να πω όμως

των φιλιών σου η έξαψη

αξίζει να πτωχεύσω

εκατό φορές.

Ξέρω βέβαια Θαΐδα

πως τους πτωχούς τους απεχθάνεσαι

αλλά δεν έχω άλλο τρόπο

να βρίσκομαι κοντά σου.

Αυτές τις μέρες

θα πουλήσω και τ’ άλογό μου

την επιτύμβια πλάκα

του τάφου των γονέων μου

και τους πήλινους αμφορείς

με το κρασί και το λάδι.

Ο ξεπεσμός μου για σένα Θαΐδα

θα μου δώσει εξ άλλου την ευκαιρία

που τόσο αποζητώ

να σου φτιάξω ένα τραγούδι

που θα στάζει το πόνο

της αγάπης που νιώθω για σένα

αξεπέραστη Θαΐδα.

 

 marilyn

Εδώ η Μέριλιν φωτογραφημένη από τον Richard Avedon το 1958.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2015

αρχείο λήψης

Τίποτα για τον Άνθρωπο δεν ειν’ οριστικό:

Αδυναμία, δύναμη, ή καρδιά. Κι όταν ακόμη σ’ αγκαλιά

Τα χέρια ανοίγει, σταυρό θα σχηματίζει η σκιά.

Κι όταν την ευτυχία αγγίζει, την μαδά.

Να ’ναι η ζωή του πονεμένος χωρισμός, το ριζικό.

 [Γι αυτό θα πω]

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει.

 

Μοιάζει η ζωή του στους αφοπλισμένους μαχητές

Που γι άλλο πεπρωμένο είχαν ταχτεί

Τι κι αν ωραίοι ξεκινούν την άγουρη αυγή

Το βράδυ αβέβαιοι θα βρεθούνε, μοναχοί.

Αυτά τα λόγια πες Ζωή  μου και μη κλαις

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει

 

Όμορφη κι ακριβή μου αγάπη, πληγή μου και ουλή

Μαζί μου σ’ έχω σαν πουλί τραυματισμένο

Κι αυτοί τριγύρω να κοιτούν με βλέμμα αλλοπαρμένο

Ψελλίζοντας ξανά   ό, τι έχω  εγώ για σένα υφασμένο

Κι όσοι για των ματιών σου σκοτωθήκαν το μελί

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει

 

Είναι αργά να μάθεις πώς να ζεις χωρίς καημούς

Κι ας κλαίν’ τη νύχτα οι καρδιές μας μ’ αρμονία

Κι ας τραγουδούν μ’ όση τους πρέπει δυστυχία

Και μ’ όση κρύβει ένα ρίγος νοσταλγία

Κι όσους χωράει μια κιθάρα στεναγμούς.

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει.

*

*

Σας έφτιαξα μια ακόμη απόδοση στα ελληνικά ενός τραγουδιού του Μπρασένς, μόνο που αυτή τη φορά οι στίχοι αποτελούν τμήμα ενός ποιήματος του Λουί Αραγκόν. Ακολουθεί το κείμενο του τραγουδιού στα γαλλικά. Περισσότερα προσεχώς.

aragon_image_1

Il n’y a pas d’amour heureux

Rien n’est jamais acquis à l’homme ni sa force
Ni sa faiblesse ni son coeur .Et quand il croit
Ouvrir ses bras son ombre est celle d’une croix
Et quand il croit serrer son bonheur il le broie
Sa vie est un étrange et douloureux divorce

Il n’y a pas d’amour heureux

Sa vie Elle ressemble à ces soldats sans armes
Qu’on avait habillés pour un autre destin
A quoi peut leur servir de se lever matin
Eux qu’on retrouve au soir désoeuvrés incertains
Dites ces mots Ma vie Et retenez vos larmes

Il n’y a pas d’amour heureux

Mon bel amour mon cher amour ma déchirure
Je te porte dans moi comme un oiseau blessé
Et ceux-là sans savoir nous regardent passer
Répétant après moi les mots que j’ai tressés
Et qui pour tes grands yeux tout aussitôt moururent

Il n’y a pas d’amour heureux

Le temps d’apprendre à vivre il est déjà trop tard
Que pleurent dans la nuit nos coeurs à l’unisson
Ce qu’il faut de malheur pour la moindre chanson
Ce qu’il faut de regrets pour payer un frisson
Ce qu’il faut de sanglots pour un air de guitare

Il n’y a pas d’amour heureux

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μια βοσκοπούλα αγάπησα…

Posted by vnottas στο 6 Μαΐου, 2015

γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

ΗΛΙΑΣ-ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ45

Η Φωτεινή που αγάπησα, οδηγούσε τρακτέρ

Ο Χαράλαμπος Κεσμετίδης ήταν κολλητός του πατέρα μου το 1961 και αρχηγός των ΤΕΑ στο χωριό Λεπτή Ορεστιάδος.

Eίχε κρεμάσει μπόλικα κεφάλια των πολεμιστών του ΕΛΑΣ γύρω απ τη μέση του με χοντρό σκοινί το 47 και το 48 στον εμφύλιο και τώρα στην αρχή της δεκαετίας του 60 έκανε κουμάντο τα βράδια στο καφενείο του χωριού και μια φορά είχα ακούσει τον πατέρα μου να τον συμβουλεύει να μη δέρνει τη γυναίκα του στην αυλή, καλύτερα μέσα στο σπίτι για να μη βλέπουν οι γείτονες… Εκείνος-το θυμάμαι σαν τώρα-απάντησε ‘Καπετάνιο, οι γυναίκες θέλουν καμτσίκι και πιρτσίνι. Το καμτσίκι όπου νάναι, το πιρτσίνι στο κρεβάτι..’

Επειδή το είχε μαράζι που δεν έκανε γιο, είχε εκπαιδεύσει τη μοναχοκόρη του τη Φωτεινή σε όλες τις αντρικές δουλειές. Η Φωτεινή ήταν ψηλή ,ξανθιά  και πανέμορφη, δεκαοχτάχρονη. Τάιζε απ το πρώι τα γουρούνια, έβαζε  αποφάγια και πίτουρα στις γελάδες, τακτοποιούσε τις κότες  και μετά έπαιρνε το τρακτέρ και κατέβαινε στα χωράφια για όργωμα.

Όλη η πιτσιρικαρία του χωριού είχε να λέει πως η Φωτεινή θα έπαιρνε τον πιο όμορφο άντρα του κάμπου κι ότι την είχανε ζητήσει απ τον πατέρα της ένα σωρό παλικάρια και από άλλα μεγάλα χωριά που στέλναν προξενιά κι ο πατέρας της τα γύριζε πίσω με τη φράση ‘για πάρει κάποιος τη κόρη πρέπει νάχει 3 οκάδες αρχίδια…’

Εγώ  ήμουν τότε  έντεκα χρόνων κι όσο κι αν έβλεπα τα αρχίδια μου -όπως κι οι συνομήλικοι μου- δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ένα παλικάρι που θα τα έχει 3 οκάδες.

Έβλεπα συχνά στον ύπνο μου τη Φωτεινή που όταν περνούσε μπροστά απ το σπίτι πάνω στο Ζετόρ τρακτέρ, με χαιρετούσε με χαμόγελο γιατί ήμουν το παιδί του Αστυνόμου, του φίλου του πατέρα της κι είχα γεννηθεί στην  Αθήνα -πράγμα μοναδικό σ  όλη τη περιοχή της Ορεστιάδας- κι ακόμα ήμουν ο μόνος πιτσιρικάς που μπορούσε να της στείλει ένα αέρινο φιλί με το χέρι, πράγμα που δεν ήξερε κι αν ήξερε δεν θα τολμούσε κανένας συνομήλικός μου απ το χωριό να το κάνει.

Ήταν Οκτώβρης και μια μέρα παρακάλεσα τον πατέρα μου να με αφήσει να πάω ένα απόγευμα με τη Φωτεινή στο όργωμα και να μ’ έχει πάνω στο τρακτέρ να δω πως το δουλεύει με το άροτρο.

Ο πατέρας μου αφού το σκέφτηκε κι επειδή θεωρούσε πώς να πάει ο γιός του στο όργωμα με τη Φωτεινή θα ήταν κάτι που θα βοηθούσε στο να γίνω αντράκι, μου είπε πως θα το κανονίσει και την άλλη μέρα το μεσημέρι η Φωτεινή σταμάτησε έξω απ τη αυλή μας το τρακτέρ και μου φώναξε ‘έλα Λιακούλη να πάμε στο χωράφι’. Η μητέρα μου της είπε να με προσέχει κι αυτή απάντησε χαμογελώντας ‘σιγά καλέ, στην αγκαλιά μου θα τον έχω, δεν θα πάθει τίποτα’.

hqdefault (1)

Σκαρφάλωσα στο τρακτέρ και κάθισα δίπλα στο κόκκινο φτερό και την παρακολουθούσα σοβαρή-σοβαρή πως άλλαζε τις ταχύτητες και μούλεγε ‘τώρα έβαλα τρίτη αλλά στο χωράφι θα πηγαίνουμε με δεύτερη…’ και το τρακτέρ αναπηδούσε σαν πουλάρι και τα στήθη της όπως τα έβλεπα απ τα πλάγια αναπηδούσαν κι αυτά και θυμάμαι πως μέσα απ το κοντό μου παντελόνι αναπηδούσε και το πουλί μου απ τη τόση ευτυχία  γιατί ήταν κάτι μαγικό αυτή η χωριατοπούλα η μοναδική γυναίκα που οδηγούσε τρακτέρ σ’ όλα τα χωριά τριγύρω.

Όταν φτάσαμε στο χωράφι για το όργωμα έριξε κάτω το μηχανικό άροτρο μ’ ένα μοχλό πού είχε δίπλα στο τιμόνι και μου είπε ‘τώρα ξεκινάμε σιγά-σιγά με πρώτη Λιακούλη, να έτσι μπαίνει η πρώτη και φτιάχνουμε τη πρώτη αυλακιά μέχρι τις λεύκες στην άκρη’ κι εγώ έλεγα ‘ναι, ναι το κατάλαβα…’ και κοιτούσα πλάγια τα μάτια της, τα πανέμορφα μαύρα μάτια της που κοιτούσαν με προσοχή την ευθεία προς τις λεύκες, έβλεπα  το λεπτό ξανθό χνούδι κάτω απ τα πανέμορφο αυτάκι της που το στόλιζε ένα χρυσαφί σκουλαρίκι, τα χέρια της που κρατούσαν με δύναμη το μαύρο τιμόνι και τα πόδια της που ακουμπούσαν με βεβαιότητα πάνω στο αμπραγιάζ και το φρένο κι ένιωθα πως πετούσα πάνω σ ένα κόκκινο πουλί κι η Φωτεινή, μου έμοιαζε πως ήταν η Αρχόντισσα όλου του κάμπου σαν κάτι νεαρές κυρίες του σινεμά που έχουν πύργους κι υπηρέτες.

βοσκοπουλα.JPG6

Όταν φτάσαμε στις λεύκες και πήρε τη στροφή για να ξεκινήσει τη δεύτερη αυλακιά γύρισε ξαφνικά και μου είπε ‘έλα πάνω στα πόδια μου Λιακούλη και θα σε μάθω να οδηγήσεις εσύ το τρακτέρ κι εγώ το θυμάμαι τώρα – μετά 55 χρόνια-κάθησα στα πόδια της, έβαλα τα χέρια μου διστακτικά πάνω στο μαύρο τιμόνι αυτή τα σκέπασε με τα δικά της, μου είπε κοίτα ευθεία και σταθερά μπροστά και μη φοβάσαι εγώ είμαι δω…’ κι η πλάτη μου ακουμπούσα στα μυτερά της στήθη, άκουγα την ανάσα της στ’ αυτιά μου, είχα ιδρώσει και κοιτούσα μπροστά στο χωράφι που όργωνα δίπλα στη πρώτη αυλακιά, νόμιζα ότι ήμουν ο άντρας που είχε διαλέξει, νόμιζα πως μάλλον θα είχα ψηλώσει πάνω από 20 πόντους και το πιο υπέροχο ήταν πως ένιωσα ξαφνικά να φεύγει ένα υγρό απ τα βάθη του μέσα μου και να πετιέται έξω απ το πουλί μου, κάτι σαν να πετάς φωτοβολίδα που είχα δει στο λιμάνι του Πειραιά πρωτοχρονιά, κάτι σαν αυτά που άκουγα να λέει ο πατέρας μου ‘θα σου γαμήσω τη μάνα’ στη μάνα μου συχνά όταν θύμωνε, κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω παρά μόνο πως ήταν θαύμα που καταλάβαινα όμως πως ήταν το θαύμα των θαυμάτων… και μετά αφού έστριψε η Φωτεινή πιάνοντας πάντα σταθερά στα χέρια της τα χέρια μου, οργώσαμε μαζί γύρω στις τριάντα γραμμές κι εγώ είχα σοβαρευτεί πλέον σαν να οδηγούσα καράβι τεράστιο, μέχρι που η Φωτεινή να μου πει ‘ωραία τα πήγες πουλάκι μου, τώρα θα γυρίσουμε πίσω… ’ και γυρίσαμε και τότε είδα το παντελόνι μου πούχε ένα λεκέ, λες και μου έφυγε κάτουρο, κι έβαλα με τρόπο το χέρι μου να τον σκεπάσω μη τον δει η Φωτεινή και μόλις έφτασα σπίτι, της φώναξα ‘ευχαριστώ’ κι έφυγα σφαίρα στο μπάνιο κι έβγαλα το παντελόνι μου, κι έβγαλα το μπλε βρακί μου και είδα πως ο λεκές κάτασπρος κόλλαγε κι άρχισα να του ρίχνω νερό, τα είχα χάσει εντελώς και τότε άκουσα θόρυβο και μπήκε η  μητέρα μου μέσα, με είδε τσίτσιδο απ’ τη μέση και κάτω με τα βρακιά στο χέρι και μένα κατακκόκινο, πήρα στα χέρια της τα βρακιά, τα κοίταξε προσεχτικά και μου άστραψε μια καρπαζιά, λέγοντάς μου ‘σαν δεν ντρέπεσαι σκατό- πράγμα να κάνεις τέτοια πράγματα από τώρα βρωμιάρη’ αλλά εγώ σκέφτηκα πως όλα αυτά τα έκανε η Φωτεινή το πιο ωραίο πλάσμα  του κόσμου που έφτιαξε τη πανέμορφη πρώτη μου ρεύση επάνω στο τρακτέρ με τα μυτερά σφιχτά της στήθη πάνω στη πλάτη μου και δεν με ένοιαξαν καθόλου οι απειλές της μάνας μου.. ’θα δεις τι θα πάθεις όταν έρθει ο πατέρας σου το βράδυ..’

(Κάτι επίσης βουκολικό -και Μπρασενικό- εδώ)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ουρανός της Θεσσαλονίκης (πρωινός)

Posted by vnottas στο 4 Μαΐου, 2015

αDSCN1774

σDSCN1789

αDSCN1787

(Σήμερα το πρωί πρόλαβα το φεγγαράκι πριν βουτήξει στον Θερμαϊκό)

Posted in ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ισχύς εν τη Ενώσει

Posted by vnottas στο 2 Μαΐου, 2015

ea-2-jpg-thumb-large

Από τον επισκέπτη του Ιστολογοφόρου Ελευθέριο Καβαλιέρο έλαβα το παρακάτω ποίημα:

Ισχύς εν τη Ενώσει

Μ’ αρχές και λόγια στολισμέν’ ωραία με σοφία,

Θεωρήσαμε πως η ισχύς εν τη Ενώσει,

Είναι αρχή που ο καθείς μας πρέπει να βιώσει,

Τείχη ενάντια στη δυστυχία και στη βία. 

Ακόμα κι αν ξυπνούσαν τον Αριστοτέλη,

Κι έλεγε, για κοιτάξτε τα παλιά βιβλία,

Να γίνετε σοφότεροι με ευκολία,

Θα του απαντούσαμε: εσένα τι σε μέλλει;

Μπήκαμε στην ΕΟΚ, π(ου)’ απαίτησε, με διαταγές και νόμους,

Υπάκουα, ν’ ακολουθούμε τη ζωή τους,                                                                                                        

Και να μην είμαστε το άτακτο παιδί τους,

Αλλιώς θα θεωρούν εμάς, ληστές και παρανόμους.

Πού είσαι, Θουκυδίδη, έλα πάλι να διδάξεις,

Ότι το δίκαιο δεν είν’ μόνο στο νόμο,

Αλλά στον ισχυρό και κάθε τροχονόμο,

Σόλων, την αδικία θέλω να πατάξεις.

Για την αγάπη πώς να βρουν, δείξαμε την πορεία,

Πρέπει γειτόνους να βοηθάς, να συμπονάς,

Και πώς σε συνανθρώπους να χαμογελάς.

Κι αυτοί σ’ αντάλλαγμα μας κλείνανε τους δρόμους,

Μας βάζανε σε ράγες, σαν σιδηροδρόμους,

Μας φόρτωναν με αγαθά δικά τους,

Κι ό,τι περίσσευε απ’ τα κακά τους,

Μα διδαχτήκαμε σωστά, Ενωτική πορνεία.

Μάθημα πήραμε πικρό, πως είναι ενωμένοι,

Οι ισχυροί, που απομυζούν τους άλλους σαν ακρίδες,

Οι κρίκοι που αποτελούν τις αλυσίδες,

Κι οι σκλάβοι εμείς στην Ένωση· που ζούμε πικραμένοι.

Ελευθέριος Καβαλιέρος

ψψψ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »