Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Νοέμβριος 2015

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, κεφάλαιο πέμπτο. Όπου ο Παλαμήδης εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του.

Posted by vnottas στο 23 Νοέμβριος, 2015

Κεφάλαιο πέμπτο. Κεντρική αγορά των Σούσων: η Πλατεία των Παιγνίων.

Όπου ο Παλαμήδης εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του.

images (7)

Ακούγοντας το όνομα της Θαΐδας ο Παλαμήδης ξαναβάζει το βαλάντιο, που είχε ασυνείδητα ανασύρει καθώς παρακολουθούσε το παιχνίδι των κύβων, στο θυλάκιο κάτω από τον μανδύα του και χαμογελάει.

«Ώστε σας στέλνει η Θαΐδα», λέει φωνάζοντας ώστε να καταφέρει να ακουστεί πάνω από τη βαβούρα του παιχνιδιού. «Τι κάνει αυτή η ψυχή;  Και τι μπορώ να κάνω εγώ γι αυτήν; Μου φαίνεται σαν χτες, κι όμως τώρα που το σκέπτομαι, την τελευταία φορά που την είδα ήμασταν ακόμη στην Αθήνα…

Αλλά, περιμένετε, εδώ έχει πολλή φασαρία. Δε μπορεί να μιλήσει κανείς. Πάμε να καθίσουμε σ’ εκείνο το περιστύλιο, στο βάθος».

Ρίχνει μια περιστροφική ματιά στους τέσσερεις που έχουν μαζευτεί γύρω του. «Μα πόσοι είστε; Είναι και ο παχουλός Πέρσης μαζί σας; Εντάξει, ελάτε όλοι.   Αν δεν μου φέρνετε δυσάρεστα νέα, θα σας κεράσω ένα ποτήρι κρασί».

«Η νεαρή από ‘δω είναι ακόλουθός της Θαΐδας», διευκρινίζει ο Ευρυμέδοντας καθώς προχωρούν προς το περιστύλιο, όπου  κάτω απ’ τον ίσκιο μιας συστάδας φοινικόδεντρων και πάνω σε στενόμακρους πάγκους σερβίρουν ποτά και μεζέδες από ένα παρακείμενο περσικό μαγαζί. «Θα σου εξηγήσει η ίδια περί τίνος πρόκειται».

Κάθονται στα πέτρινα πεζούλια που περιστοιχίζουν τους πάγκους και το Πουλχερίδιον εξηγεί στον απόμαχο τι ακριβώς θέλει η κυρά της απ’ αυτόν. Ύστερα βγάζει από το δισάκι που έχει περασμένο στον ώμο της το μικρό κύλινδρο και του τον δίνει.

«Αυτό είναι όλο;» αναρωτιέται ο Παλαμήδης, παίρνοντας στα χέρια του τον πάπυρο. «Να πεις στην κυρά σου ότι θα εκτελέσω την επιθυμία της μετά χαράς. Και να της μεταφέρεις την αγάπη μου. Πες της ότι η Αθήνα δε θα είναι ίδια χωρίς αυτήν». Ύστερα σηκώνει το χέρι του και ένας αεικίνητος σερβιτόρος εμφανίζεται για να πάρει παραγγελία.

arhaia-ellada-diatrofi

«Εύχομαι οι θεοί να σου χαρίσουν αίσια επιστροφή», λέει ο Ευρυμέδοντας και αφού χύσει μια γουλιά κρασί στο δάπεδο, σηκώνει τον κύλικα ψηλά. Οι άλλοι τον μιμούνται.

«Σας ευχαριστώ» απαντάει ο απόμαχος, υψώνοντας κι αυτός τον κύλικά του με το αριστερό χέρι.

Πίνουν.

«Ποια, άραγε, θα μπορούσε να είναι η ευτυχέστερη στιγμή μιας εκστρατείας παρά η επιστροφή των νικητών στην πατρίδα», παρατηρεί ο Ευρυμέδοντας και νιώθει να τον πλημμυρίζει κάτι σαν απρόβλεπτη συγκίνηση, που ξαφνιάζει και τον ίδιο.

Ο Παλαμήδης τον κοιτάζει προσεκτικότερα.

«Βλέπω ότι δεν είσαι Μακεδόνας, και σίγουρα ούτε Αθηναίος… Σε ποια μονάδα υπηρετείς συμπολεμιστή;»

«Είμαι Θεσσαλός ιππέας από την Φάρσαλο, αλλά μ’ έχουν αποσπάσει στην υπηρεσία των λογογράφων, εννοώ εκείνους που βρίσκονται υπό την ηγεσία του Καλλισθένη του Ολύνθιου και του Ευμένη του Καρδιανού».

Ο απόμαχος κουνάει το κεφάλι του με νόημα. «Οι οποίοι, από ό, τι ξέρουμε όλοι, είναι κάτι παρά πάνω από απλοί καταγραφείς των γεγονότων…».

Ο Ευρυμέδοντας, που έχει ακούσει κι άλλες φορές αυτό το σχόλιο, ειπωμένο άλλοτε με φόβο, άλλοτε με ψόγο, σπάνια με σκωπτική διάθεση, χαμογελάει: «Δεν γίνεται καταγραφή χωρίς πρώτα να συλλεχθούν και να αξιολογηθούν πληροφορίες».

«Έχεις δίκιο» παραδέχεται ο Αθηναίος. «Ούτε πόλεμος. Ούτε καν συντονισμός της εκστρατείας».

αρχείο λήψης (1)

Ο Παλαμήδης μένει για λίγο σιωπηλός κι έπειτα κοιτάζει τον νεαρό Θεσσαλό στα μάτια.

«Κοίτα συμπολεμιστή. Εγώ, καλώς ή κακώς φεύγω. Όχι επειδή το ζήτησα, αλλά επειδή έτσι το θέλησε η ειμαρμένη. Αφού όμως το ‘φεραν οι θεοί πριν φύγω να συναντήσω κάποιον σαν κι εσένα, δηλαδή κάποιον από εκείνους που ανάμεσα στα καθήκοντά τους είναι να ενδιαφέρονται για το τι γίνεται στη βάση του στρατεύματος, για το τι λένε και τι σκέπτονται οι οπλίτες, λέω να σου πω μερικές κουβέντες, κι εσύ καν’ τες ό, τι θέλεις.

Αν θες, κράτα τες για τον εαυτό σου∙ είσαι νέος και μπορεί να σε βοηθήσουν να καταλάβεις καλύτερα τι τρέχει γύρω μας αυτήν τη μπερδεμένη και πυκνή σε γεγονότα εποχή, ή αν θες πάλι ανάφερέ τες στους ανώτερούς σου∙ κανονικά, κι αν δεν έχω εκτιμήσει λάθος τη δουλειά που κάνουν, θα πρέπει, όσα σου πω, να τους ενδιαφέρουν.

Σου μιλάει ένας Αθηναίος πολίτης, από εκείνους που, όταν καλούνται να συναποφασίσουν στην εκκλησία του Δήμου για σημαντικά ζητήματα, θέλουν να γνωρίζουν όσο γίνεται  περισσότερα για τα επίμαχα θέματα. Ένας από εκείνους που εκτιμούν  τις πληροφορίες, και περισσότερο εκείνες που με την κατάλληλη επεξεργασία καταλήγουν σε πολύτιμες γνώσεις».

Ο Ευρυμέδοντας κοιτάζει κι αυτός παρατηρητικά τον απόμαχο.  Προς στιγμήν αναρωτιέται αν τον περιμένει μια ακόμη φλυαρία από εκείνες που συνηθίζουν οι ηλικιωμένοι, αυτοί τέλος πάντων που εγκαταλείπουν την ενεργό δράση, ή εάν αυτός ο συμπαθής ψηλός γκριζομάλλης έχει να του πει κάτι το ενδιαφέρον. Αποφασίζει ότι  ακόμη κι αν ισχύει η πρώτη εκδοχή, είναι ορθό να δείξει τον πρέποντα σεβασμό προς τον τραυματισμένο πολεμιστή. Έπειτα, δεν έχει κανείς κάθε μέρα την ευκαιρία να ακούσει την περίφημη αττική διάλεκτο όπως την μιλάει ένας γνήσιος Αθηναίος.

Ο Θεσσαλός ρίχνει μια ματιά και στους άλλους: Ο Οινοκράτης, πλάι του, δείχνει να ενδιαφέρεται για τη συζήτηση, ενώ στην άλλη του πλευρά το  Πουλχερίδιον έχει κουρνιάσει κάτω από τη στρατιωτική του χλαμύδα, μια που το λεπτό της φόρεμα δεν αρκεί για να την προφυλάξει από την πρωινή ψύχρα. Ο Χοντρόης περιφέρει (κυκλικά) το ανήσυχο βλέμμα του στον δρόμο, έξω από το περιστύλιο.

«Σε ακούω συμπολεμιστή», λέει ο Ευρυμέδων.

zari

«Είμαστε σε αυτή την εκστρατεία εδώ και τέσσερα χρόνια. Νικάμε. Και όχι τον οποιοδήποτε δικό μας, ή κάποια από τις άγριες συνοριακές φυλές του βορρά, αλλά την μεγάλη Περσική Αυτοκρατορία. Οι μισθοί των στρατιωτών φτάνουν πλέον χωρίς καθυστερήσεις. Κι εμείς οι τραυματισμένοι και οι απόμαχοι επιστρέφουμε με τιμές στην Ελλάδα.

Πράγματι έτσι είναι και γι αυτό θα είχες ίσως δίκιο να μου πεις: τι θέλεις Παλαμήδη και γκρινιάζεις; Τι έχεις δει που δεν πάει καλά; Τι βλέπεις εσύ που οι αρχηγοί δεν βλέπουν;

Τι βλέπω… Ας αρχίσουμε από αυτό που μπορείς να δεις και εσύ Θεσσαλέ. Κοίτα εκεί έξω. Τους βλέπεις τους πάγκους με τα παιχνίδια; Εγώ τους γνωρίζω καλά. Δεν πρόκειται, όπως μοιάζει, για τη δίκαια αναψυχή των πολεμιστών που μετά τις πολεμικές συγκρούσεις στριμώχνονται και εκτονώνονται γύρω από τα ζάρια∙ πρόκειται για την αναπάντεχη, οργανωμένη και κρυφή ήττα τους! Ξέρω τι σου λέω.

Στην αρχή, καταφτάνουν γύρω από αυτά τα τραπέζια άμαθοι. Νομίζουν ότι αφού οι θεοί τους γλίτωσαν από τους κινδύνους της μάχης, είναι πλέον άτρωτοι σε οποιαδήποτε διακινδύνευση. Όμως, μετά από μικρό χρονικό διάστημα, έχουν πια εθιστεί στον  τζόγο.

Τι κι αν το ξέρουν πως πρόκειται για απάτη. Τι κι αν ξέρουν ότι εκτός από τους επιτήδειους που στήνουν τα παιχνίδια, είτε τους δικούς μας είτε τους ντόπιους, δεν κερδίζει κανένας άλλος. Παίζουν και χάνουν. Αυτοί, που η Ιστορία θα καταχωρήσει ως τους κατ’ εξοχήν νικητές! Χάνουν κανονικά. Συστηματικά.

Δεν ξέρω αν παίζεις Θεσσαλέ, αλλά σίγουρα θα έχεις ακουστά για εκείνους, είναι πια πολλοί, που έχασαν περιουσίες ολόκληρες σ’ ένα ανόητο στοίχημα.

Και τι έγινε, θα μου πεις. Ας χάσουν και κανένα μισθό. Παθήματα, μαθήματα. Αυτοί δε θα ζήσουν όπως εμείς στις περίκλειστες αυτόνομες πόλεις μας, όπου όλοι εποπτεύουν και προστατεύουν όλους και κυρίως τους νέους. Αυτοί εδώ θα ζήσουν στη νέα μεγάλη ενιαία αυτοκρατορία. Πρέπει να μάθουν να αυτόπροστατεύονται.

Ίσως θα έπρεπε να είναι έτσι. Όμως δεν είναι. Η απομύζηση των οπλιτών δεν γίνεται μόνο με τα τυχερά παιχνίδια. Έχει κι άλλα σαγόνια.

Για κοίτα εκεί παρακάτω, όχι δε λέω για τους μπερντέδες των πορνείων, κοίταξε εκείνα τα πολυτελή τραπέζια πού ‘ναι στημένα στην άκρη του δρόμου, μπροστά από τα μαγαζιά και τις αποθήκες των ντόπιων -οι οποίες, αν πλησιάσεις, θα διαπιστώσεις ότι είναι γεμάτες με λάφυρα πολέμου.

Romanreliefbank

Σε τούτη τη γωνιά της Αγοράς είναι μαζεμένα τα περισσότερα τραπέζια. Πρόσεξε τους τραπεζίτες τους. Δεν είναι μόνον οι γνωστοί συνακολουθούντες, οι νομισμανταλλάκτες και οι αργυραμοιβοί.   Τα διακρίνεις τα σαρίκια και τις πολύχρωμες στολές των ντόπιων τοκογλύφων; Τους βλέπεις, με τους γραφείς και τους δραγουμάνους από κοντά, να διαλαλούν το εμπόρευμά τους; το Χρήμα! Βλέπεις τους δούλους που από τους κουβάδες με την νωπή άργιλο φτιάχνουν τα πλακίδια όπου θα καταγραφούν οι όροι των συναλλαγών;  Το ξέρεις ότι οι περισσότεροι είναι Βαβυλώνιοι που ισχυρίζονται ότι έχουν ειδική άδεια, μετά από την αναίμακτη παράδοση της πόλης τους, να δανείζουν έντοκα τους οπλίτες μας και να αγοράζουν τα λάφυρα;

Μα ναι, τα ξέρεις όλα αυτά. Κυκλοφορείς στη πόλη και τα βλέπεις. Εκείνο που ίσως δε ξέρεις είναι πόσοι από τους στρατιώτες μας είναι ήδη καταχρεωμένοι.

Χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιήσουν, έχουν διανύσει έναν  πλήρη κύκλο από αίμα και χρήμα, χωρίς τελικά να αποκομίσουν παρά χρέη. Μάχες, νίκες, λάφυρα που έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να αποθηκευτούν και  που ανταλλάσσονται με νομίσματα. Χρήματα και τιμαλφή, κερδισμένα χάρη στα ξίφη που όμως θα διασπαθιστούν για να δημιουργηθούν τελικά νέα χρέη.

Όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον ανεξέλεγκτο ή πιθανότατα, λέω εγώ, ελεγμένο από δυσδιάκριτους παράγοντες, που η ηγεσία πρέπει να βρει και να εξουδετερώσει. Έγκαιρα. Εάν Θεσσαλέ, δεν πάρετε μέτρα, σε λίγο καιρό τα προβλήματα που σωρεύονται στο στράτευμα θα οδηγήσουν σε εκτροπές που δε θα μπορείτε πια να ελέγξετε».greekvases-2-640

Καθώς ο Παλαμήδης εκφράζει τις ανησυχίες του για την πορεία της εκστρατείας και ενώ ο νεαρός Ευρυμέδοντας, ο Οινοκράτης, ακόμη και το Πουλχερίδιον, τον παρακολουθούν τώρα με ενδιαφέρον, ο μόνος που μοιάζει να είναι αλλού είναι ο Χοντρόης.  Ο Πέρσης έχει προσηλώσει το βλέμμα του στο βάθος, απέναντι από το περιστύλιο, όπου σε μια πρόχειρα περιφραγμένη αυτοσχέδια αρένα, ετοιμάζεται η διεξαγωγή ενός αγώνα ταχύτητας με πρωταγωνιστές, αν κρίνει κανείς από τις υλακές που φτάνουν ως εδώ, σκύλους-δρομείς.

Δεν είναι η κυνοδρομία που έχει τραβήξει τη προσοχή του Χοντρόη -αυτό το παιχνίδι είναι γνωστό στα Σούσα και δεν εντυπωσιάζει κανένα- αλλά κάποιοι από τους  επισκέπτες που καταφτάνουν για να παρακολουθήσουν τον αγώνα και να στοιχηματίσουν.

Ο Πέρσης περιστρέφει τώρα το στρογγυλό του κεφάλι προς τον Οινοκράτη και προσπαθεί να του κάνει διακριτικά νόημα, αλλά εκείνος είναι προσηλωμένος στην αγόρευση του Παλαμήδη και δεν παίρνει χαμπάρι, έτσι ο Χοντρόης τον τραβάει απ’ το ιμάτιο, και όταν εκείνος σκύβει του λέει.

«Παπαρατήρησε έναντι, Οίνον-Εκράτη. Ανεφάνη Χωλός μετά των αυτού συνοδών».

«Τι λες Χοντρόη; Τι θέλεις τώρα πάλι…» αρχίζει να διαμαρτύρεται ο Οινοκράτης, αλλά μετά διαπιστώνει περί τίνος πρόκειται:   Στο βάθος, ανάμεσα στους κυνόφιλους τζογαδόρους έχει εμφανιστεί η χαρακτηριστική φιγούρα του Άρπαλου καθώς και των σωματοφυλάκων του, του μετρίως γιγαντιαίου Κάνθαρου και του ακουστικώς προικισμένου Σωσίβιου.

Ο Οινοκράτης καταπίνει βιαστικά το υπόλοιπο κρασί του, ζητά ευγενικά την άδεια να εγκαταλείψει την συντροφιά προκειμένου να ασχοληθεί με τις δουλειές της ημέρας και, τραβώντας τον Χοντρόη από το μανίκι, εξαφανίζεται μέσα στο πολύχρωμο πλήθος που έχει γεμίσει το πλάτωμα μπροστά από το περιστύλιο.

αρχείο λήψης (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μάθημα Ανατομίας…

Posted by vnottas στο 16 Νοέμβριος, 2015

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

  The_Anatomy_Lesson

Ο καθηγητής Ιατρικής Διαμαντής Καρλάφτης έχει για τους φοιτητές του το παρατσούκλι ‘ο κόφτης’ γιατί διδάσκει Ανατομία, μάθημα δηλαδή που θα το δώσεις τουλάχιστον δυο φορές και θα είσαι τυχερός αν το περάσεις με 5.

Είναι πέντε το απόγευμα, και στο αμφιθέατρο της Ανατομίας ο καθηγητής βρίσκεται μπροστά στο μακρόστενο τραπέζι επίδειξης, όπου επάνω του κείτεται το πτώμα ενός άντρα 75 περίπου ετών. Με το νυστέρι του, έχει ανοίξει το στέρνο μέχρι το κάτω μέρος της κοιλίας και με τα επιδέξια χέρια του ανασύρει τους δύο πνεύμονες σε σχήμα κώνου, τονίζοντας  στους επτά φοιτητές γύρω του, πως ‘ο δεξιός πνεύμων είναι πιο ογκώδης  του αριστερού’… Ρωτάει με ειρωνικό ύφος, μήπως ξέρει κάποιος απ τους φοιτητές γιατί είναι πιο ογκώδης ο δεξιός πνεύμων, δεν παίρνει απάντηση, οπότε τους λέει με υποκρυπτόμενο σαρκασμό πως…’ ο δεξιός πνεύμων είναι ταυτόσημος με τη πολιτική, άρα εκπροσωπεί τη Δεξιά…’ και γελά πρώτος πριν αρχίσουν να γελούν δειλά οι φοιτητές…

Όλοι φορούν άσπρες μάσκες και μπλε γάντια στα χέρια, ώστε η φαινόλη και η φορμαλδεύδη του πτώματος, να μην ενοχλεί την εκπαιδευτική ομήγυρη, παρά το γεγονός πως το μάθημα Ανατομίας είναι το πλέον σιχαμερό και ανάλογο του πόσο προετοιμασμένος είναι ψυχολογικά ο εκπαιδευόμενος να το αντέξει.

Ο καθηγητής Καρλάφτης συνεχίζει τώρα βγάζοντας το συκώτι, επισημαίνοντας πως το βάρος του είναι σταθερό, γύρω στα 1500 γραμμάρια, διότι όπως γνωρίζετε κύριοι συνάδελφοι, -λέει ειρωνικά πάντα- βρίσκονται άνθρωποι τριγύρω μας να μας πρήξουν το συκώτι, άλλωστε κι εσείς το κάνετε συνεχώς σε εμένα…

άσκα-ος-κουκουβαγιών-μάθημα-ανατομίας-η-με-έτη-του-ανθρώπινου-σκε-44277510

Οι φοιτητές γελούν, βρίσκουν τον ‘κόφτη’ καθηγητή να είναι κεφάτος σήμερα, ο οποίος δείχνοντας τώρα τον σπλήνα, τους επισημαίνει πως θα ήταν ενδιαφέρον ν ανατρέξουν στο πίνακα ‘μάθημα ανατομίας του δόκτορος Τουλπ’ του Ρέμπραντ ‘διότι η ανατομία είναι το ήμισυ της Ιατρικής…’

Το μάθημα διακόπτει με την είσοδό της στο αμφιθέατρο, η γραμματέας του καθηγητή, η οποία κάτι του λέει στο αυτί κι αυτός ανακοινώνει στους φοιτητές ότι θα λείψει για περίπου μισή ώρα στο γραφείο του, πλην όμως αυτοί να περιεργαστούν τα όργανα του πτώματος και με την επάνοδο του, η παράδοση θα συνεχιστεί.

Μόλις φεύγει ο καθηγητής, οι φοιτητές αρχίζουν τη πλάκα με τους υπόλοιπους του αμφιθέατρου, δείχνοντας το όργανα του πτώματος, ενώ ένας απ αυτούς παίρνει τον ένα πνεύμονα  και τον πετά προς τον συναδελφό του, στην άλλη άκρη του τραπεζιού και σε δευτερόλεπτα κι ο άλλος πνεύμονας γίνεται μπάλα του βόλεϊ, ενώ από πάνω άλλοι φωνάζουν ‘δώστε πάσα τον σπλήνα στην εξέδρα ρε μαλάκες’, δηλαδή  επικρατεί στο αμφιθέατρο κάτι το φρικώδες και γελοίο μαζί, ανάμεσα σε χαχανητά και σφυρίγματα κερκίδας και ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα, ο καθηγητής Διαμαντής Καρλάφτης εμφανίζεται κι όλοι μένουν ακίνητοι, σιωπηλοί  υποπτευόμενοι τι θα ακολουθήσει.

Ο καθηγητής προχωρεί μέχρι το τραπέζι της ανατομίας και αρχίζει να επανατοποθετεί τα όργανα στη θέση τους, εντός του πτώματος κι αφού κοιτάξει σοβαρός-σοβαρός έναν-έναν τους φοιτητές και μετά το υπόλοιπο του ακροατηρίου, λέει: ’Φυσικά
πως θα περάσουν πολλά εξάμηνα για να περάσετε το μάθημά μου, μετά απ αυτό το ανοσιούργημα. Επίσης, να σας ενημερώσω, πως το πτώμα αυτό ανήκε  στον ποιητή Ευγένιο Καρακώστα που ήταν δωρητής σώματος και αγαπημένος φίλος του Γιώργου Σεφέρη. Πιστεύω πως το μόνο που θα ήθελε ειδικά σε σας να χαρίσει, θα ήταν τα αρχίδια του. Αντε μου όλοι στο διάολο τώρα ηλίθιοι…’

48fbd39db89eb5519d690a389983af97

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ένα χαμόγελο…

Posted by vnottas στο 15 Νοέμβριος, 2015

Τον Νίκο Μυλόπουλο τον γνώρισα πρόσφατα. Είναι Θεσσαλονικιός, γιατρός (οφθαλμίατρος) και λογοτέχνης. Το ποίημα που αναρτώ είναι από την τελευταία του συλλογή ¨Τέλος Περιπλάνησης¨

471bd07fdaa7b040f7ab8b2a13f8f35b_XL

Ένα χαμόγελο

Μας γνώρισαν φίλοι κοινοί ανοιξιάτικο βράδυ

Δεν είχες όρεξη να ‘ρθεις

Όμως η νύχτα μύριζε ωραία

Με την τριμμένη φορεσιά του κυνηγού περπατούσα αδέξια

Τα λουλούδια του πάρκου γιορτή

Οι ελπίδες γυαλισμένα μαχαίρια

Η φωτιά κι η βροχή ξεχασμένες σκιές

Κι ένας δρόμος φαρδύς μια καινούργια σελίδα

Αγκαλιάζοντας φρούτα του πάθους,

Θημωνιές και κισσό

Το τελευταίο προβάλαμε επεισόδιο στη σειρά των ονείρων.

*

Το χαμόγελό σου αυτοσχέδια έκρηξη στην ανύποπτη γη μου

Κερδισμένη σιωπή

Κερδισμένη ζωή

Χειροκρότημα.

Μυλ2

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος Γ΄κεφάλαιο τρίτο και τέταρτο. Στο ναό του Μαρδούκ – Σισύγαμβρις

Posted by vnottas στο 13 Νοέμβριος, 2015

Μέρος Γ Κεφάλαιο τρίτο.

Πρωί. Στο ναό του Μαρδούκ, στα Σούσα

 

images (1)

Ο Άρπαλος σηκώνει το κεφάλι και περιεργάζεται τις τρομακτικές φιγούρες που μοιάζουν να κρέμονται από την οροφή και να τον απειλούν: Δαιμόνισσες και  δαίμονες σκαλισμένοι σε σκούρες σκληρές πέτρες, με πρόσωπα εξωτικά, σώματα παραμορφωμένα και μέλη δανεισμένα από οξύνυχα αιμοβόρα ζώα. Μετά, κατεβάζει το βλέμμα πιο χαμηλά, όπου κυκλοφορούν μεταλλικοί δράκοι με κέρατα και φολιδωτά κορμιά, Εδώ κι εκεί είναι τοποθετημένα σκυθρωπά αγάλματα θεοτήτων και στο κέντρο κυριαρχεί ένας ογκωδέστερος εξανθρωπισμένος γενειοφόρος Θεός, όμοιος με έναν άλλο, φτερωτό, που απεικονίζεται στο βάθος, σε ένα μεγάλο επιτοιχισμένο ανάγλυφο. Μια βαριά δυσάρεστη μυρωδιά αιωρείται στη σκοτεινή αίθουσα μαζί με τις αναθυμιάσεις των λιγοστών αναμμένων κεριών. «Δε διάλεξα το καλύτερο μέρος για να φιλοξενηθώ», σκέφτεται ο Μακεδόνας.

Ο τέως γενικός θησαυροφύλακας και τέως φυγάς βρίσκεται σ’ ένα κτιριακό συγκρότημα που ανήκει στους ιερείς του θεού Μαρδούκ, του αρχαίου αλλά ακόμη ισχυρού πολιούχου θεού της Βαβυλώνας. Η ισχύς του Μαρδούκ επαληθεύεται και από το ότι, παρά τη φανερή δυσαρέσκεια, τόσο του παλιού ορθόδοξου ιερατείου του Πέρση θεού Αχούρα Μάσδα, όσο και των οπαδών του ανακαινιστή Ζωροάστρη, διαθέτει ακόμη ναούς και σε κάποιες άλλες μεγάλες πόλεις, πλην της Βαβυλώνας, κυρίως στα Νότια και τα Δυτικά της Περσικής Αυτοκρατορίας. Όπως αυτός εδώ, που λειτουργεί στα Σούσα, όχι μόνο ως σημείο αναφοράς για τους πιστούς της παλιάς μεσοποτάμιας θρησκείας, αλλά και σαν βάση εξόρμησης και τραπεζιτικό παράρτημα για τους Βαβυλώνιους που εμπορεύονται στην Σουσιανή επαρχία.   

tiamar

Η αλήθεια είναι ότι ο Μαρδούκ, όπως άλλωστε και ο φοινικικής προέλευσης Βάαλ και άλλοι ελάσσονες θεοί που λατρεύονται από τους ¨Μάγους[1]¨ του βαβυλωνιακού ιερατείου, πάει καιρός που δεν τα πάνε και τόσο καλά με την Ιρανική διοίκηση. Όχι μόνο γιατί αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό των Ζωροαστρών, αλλά και γιατί η δυναστεία των Αχαιμενιδών έχει αρχίσει, ήδη από την εποχή του Ξέρξη, να βάζει χέρι στους θησαυρούς των πλούσιων ναών, μειώνοντας τα αποθεματικά και το κύρος των παλιών Μεσοποτάμιων θεών. Όπως είναι επίσης αλήθεια -σκέφτεται ο Άρπαλος- ότι τώρα τελευταία προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις νέες ισορροπίες που δημιούργησε η προέλαση των Ελλήνων, για να επανακτήσουν ισχύ και κέρδη.

Ο Άρπαλος έχει φροντίσει να πληροφορηθεί για τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της αναίμακτης παράδοσης της Βαβυλώνας. Ξέρει για τις υποσχέσεις των Βαβυλωνίων ¨Μάγων¨ προς τους Μακεδόνες, χάρη στις οποίες ο Αλέξανδρος έχει επιτρέψει την εκ νέου οικοδόμηση των καταστραμμένων ναών και την επαναλειτουργία πολλών άλλων που οι Πέρσες είχαν σφραγίσει εδώ και δεκαετίες. Ξέρει επίσης ότι οι ¨Μάγοι¨ κάθε άλλο παρά έχουν αποσυρθεί οικειοθελώς από τα παιγνίδια του πλούτου και της εξουσίας μόνο και μόνο επειδή ο Δαρείος χάνει, προς το παρόν, ορισμένες μάχες απ’ το παιδαρέλι από το βόρειο Γιουνάν.

Έτσι ο Άρπαλος δεν εξεπλάγη ιδιαίτερα που ο Ανάξαρχος, στο επείγον μήνυμα που του έστειλε με προσωπικό αγγελιοφόρο από την Περσέπολη,  τον συμβούλευσε να διανυκτερεύσει, κατά την παραμονή του στην Πόλη των Κρίνων, στο κτίσμα των βαβυλωνίων ιερέων. Ο Άρπαλος ακολούθησε τη συμβουλή, αν και η βαριά, σκοτεινή ατμόσφαιρα των διαμερισμάτων όπου διανυκτέρευσε και του πρώτου από τους πολλούς ορόφους του ναού όπου τον ξεναγεί τώρα ένας σκυφτός ξερακιανός ιερέας, τον ψυχοπλακώνει και τον δυσαρεστεί.

1411302621_112445_1411321976_noticia_grande

Ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης, επαγγελματίας σοφιστής και επίδοξο μέλος των στενών αυλικών κύκλων, στο μήνυμά του, αφού πρώτα χαιρέτιζε θερμά την επιστροφή του Άρπαλου πίσω στην προελαύνουσα εκστρατεία, αφού  αφιέρωνε αρκετές αράδες εξυμνώντας τις αρετές του γιου του Μαχάτα, (τις οποίες εννοείται ότι ο ίδιος  είχε αμέσως αντιληφθεί, αν και προφανώς είχαν παρεξηγηθεί από τους άλλους) και αφού έκανε ορισμένες νύξεις σχετικά με το θετικό ρόλο που προσωπικά έπαιξε στην απόφαση του Αλέξανδρου να συγχωρήσει τον παιδικό του φίλο, του ζητούσε να συναντηθούν ¨για να αντιμετωπίσουν από κοινού και προς αμοιβαίο όφελος τις ευκαιρίες και τα προβλήματα που καθημερινά παρουσιάζονται¨.  Ευκαιρίες και προβλήματα που έχουν πάρει πλέον επείγοντα χαρακτήρα και που απαιτούν άμεση συσπείρωση των ¨εχεφρόνων¨ Εκείνο που τώρα χρειάζεται είναι μια άμεση παρέμβαση, δεδομένου ότι η εκστρατεία έχει φτάσει πλέον σε κρίσιμη φάση.

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πρόταση που θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν -έγραφε χωρίς να διευκρινίζει περισσότερα. Υπογράμμιζε όμως ότι οι αποφάσεις που θα παρθούν τώρα, θα επηρεάσουν την μελλοντική διαμόρφωση της οικουμένης (- αυτό ήταν ένα επιχείρημα που ο Άρπαλος έχει βαρεθεί να ακούει και, εδώ που τα λέμε, τον ενδιαφέρει ελάχιστα).

Εφόσον ο ίδιος βρισκόταν στην Περσέπολη και ο Άρπαλος στην Βαβυλώνα, ο Ανάξαρχος πρότεινε να μοιραστούν την απόσταση και να συναντηθούν στην -ενδιάμεση- πόλη των Σούσων. Εάν δε ο Άρπαλος δεν έχει αντίρρηση, θα μπορούσε να οργανωθεί στα Σούσα μια άτυπη και, φυσικά, άκρως μυστική σύσκεψη που θα συμπεριλαμβάνει και άλλους παράγοντες που συμμερίζονται τις ανησυχίες για την κρισιμότητα της στιγμής.

Ο Άρπαλος απάντησε με τον ίδιο αγγελιοφόρο ότι δεν είχε αντίρρηση, και ότι θα βρισκόταν στα Σούσα την προτεινόμενη ημερομηνία.

foin

Τελικά ο επιστρέψας τέως φυγάς και ο ξερακιανός ιερέας βγαίνουν από τον ναό περνώντας μια αψιδωτή πλευρική πύλη, κατεβαίνουν την εξωτερική σκάλα και βρίσκονται σε ένα αίθριο που το λούζει ο πρωινός ήλιος. Κάπου κοντά πρέπει να ρέει ο ποταμός Χοάσπης, όχι τόσο ορμητικά ώστε να εμποδίζει τα πλεούμενα να τον ανεβαίνουν μεταφέροντας εμπορεύματα από την πεδιάδα και την ακτή, άλλα ούτε και τόσο ήρεμα ώστε να μην ακούγεται  ως εδώ η υποβλητική βουή των νερών που ρέουν. Στον υπαίθριο αυτόν χώρο βλέπουν επίσης οι αποθήκες και οι στάβλοι του συγκροτήματος. Ο Κάνθαρος και ο Σωσίβιος περιμένουν εκεί έξω τον Άρπαλο.

Ο Μακεδόνας, βγαίνοντας, παίρνει μια βαθιά  ανάσα ανακούφισης και ρωτάει τον σκυφτό συνοδό του αν υπάρχει κίνδυνος η επικείμενη συγκέντρωση των επιφανών καλεσμένων να τραβήξει την προσοχή των αρχών και των περιπόλων που ελέγχουν την κατεχόμενη πόλη. Εκείνος του απαντά ότι οι αποψινοί επισκέπτες έχουν οδηγίες να καταφτάσουν διακριτικά, χωρίς τα εμβλήματα της όποιας εξουσίας τους και να αναμειχτούν με τους προσκυνητές που προβλέπεται ότι θα έρθουν απόψε στο τέμενος κατά εκατοντάδες, από ολόκληρη τη Σουσιανή, για να συμμετάσχουν σε μια μεγάλη και σημαντική τελετή: την επέτειο της νίκης του Μαρδούκ κατά του Χάους. 

Ο Άρπαλος έχει ακόμη μία ερώτηση: πότε ακριβώς θα καταφτάσουν οι άλλοι συμμετέχοντες στην ¨συνάντηση¨. Ο ξερακιανός ιερέας του απαντά ότι ο ναός έχει ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος να φιλοξενήσει τη σύσκεψη των ¨ανώνυμων¨ μεν, πλην όμως επιφανών παραγόντων, την ίδια εκείνη μέρα, με τη δύση του ήλιου.  

Ο Άρπαλος στρέφεται προς του δύο συνοδούς του: «Παίδες, φέρτε τα άλογα∙ έχουμε χρόνο για μια βόλτα στα αξιοθέατα των Σούσων».

priests-of-fish-god

[1] Η αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας συνάντησαν πολλούς ¨Μάγους¨. Η ρίζα της λέξης είναι περσική (ακριβέστερα Μηδική) και αναφέρεται αρχικά σε μια από τις φυλές των Μήδων, η οποία ασκούσε ιερατικά καθήκοντα και εξακολούθησε να τα ασκεί και μετά την επικράτηση των Περσών. Πάντως η λέξη  ¨Μάγοι¨ χρησιμοποιείται συχνά από τους αρχαίους ιστορικούς για να κατονομαστεί το ιερατείο της Βαβυλώνας ή και, γενικότερα, οι Χαλδαίοι της Μεσοποταμίας.  

***

Μέρος Γ Κεφάλαιο τέταρτο.

Όπου ο Εύελπις συναντά την Συσίγαμβρη

upl555d7dd0691af

Οι διάδρομοι μέσα σ’ αυτό το τεράστιο κτίριο είναι κυριολεκτικά ατελείωτοι και λαβυρινθώδεις. Τουλάχιστον για μένα, που δεν συχνάζω σε αυτή την πτέρυγα των ανακτόρων. Ο Νικίας πλάι μου, δείχνει πιο άνετος∙ είναι που συμμετέχει στις παραδόσεις μαθημάτων ελληνικής γλώσσας προς τα μέλη της βασιλικής οικογένειας και κυκλοφορεί σε αυτήν τη διαδρομή καθημερινά. Καθώς προχωρούμε ο λόγιος με ενημερώνει για την συμπεριφορά των υψηλών μαθητών του τις τελευταίες μέρες. Δεν φαίνεται να έχει προκύψει κάτι το ιδιαίτερα αξιοσημείωτο.

Μας συνοδεύουν δύο Μακεδόνες φρουροί οι οποίοι, όταν επιτέλους φτάνουμε στην δίφυλλη πόρτα των διαμερισμάτων της βασιλομήτορος, την ανοίγουν αλλά δεν την προσπερνούν, παρά παίρνουν θέση εκατέρωθεν για να μας περιμένουν. Στην πόρτα εμφανίζεται ένας Πέρσης που αναλαμβάνει να εκφωνήσει την άφιξή μας.

Η Σισύγαμβρη δεν παύει να με εντυπωσιάζει. Σήμερα είναι καθισμένη σε μια πολυτελή πολυθρόνα, σε ένα υπερυψωμένο τμήμα του δαπέδου στο κέντρο της αίθουσας.  Φοράει έναν μαύρο χιτώνα και από πάνω έναν λευκό φαρδύ μανδύα διακοσμημένο με χρωματιστές ταινίες και πολύτιμες πέτρες. Πάνω στην περίτεχνη κόμμωσή της είναι στερεωμένη (ελαφρώς γυρτά προς τα πίσω, γιατί όρθια επιτρέπεται  να την φοράει μόνον ο Πέρσης αυτοκράτορας αυτοπροσώπως) η τιάρα, αυτή η μη πολεμική περικεφαλαία που τόσο αρέσει στους ντόπιους άρχοντες.

Άντε να της πάρεις τον αέρα, σκαρφαλωμένη όπως είναι εκεί πάνω, σκέφτομαι, καθώς γέρνω ελαφρά το κεφάλι και ανυψώνω σε χαιρετισμό το δεξί μου χέρι. Ευτυχώς η Σισύγαμβρη σηκώνεται και κατεβαίνει από την εξέδρα, χωρίς όμως να μας πλησιάσει ιδιαίτερα. Έχω ακόμα μια φορά την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι, ακόμη και εάν δε φορούσε αυτό το πανύψηλο καπέλο, δε θα έπαυε να είναι μία ψηλόκορμη ωραία γυναίκα κάποιας απροσδιόριστης ηλικίας. Εστιάζω στο βλέμμα της: είναι ερωτηματικό ή μήπως κάπως περιπαικτικό;

«Πες της», λέω στον Νικία, «ότι δε θα την ενοχλούσαμε χωρίς να την έχουμε ειδοποιήσει πολύ πιο έγκαιρα, εάν δεν προέκυπταν απρόβλεπτα γεγονότα, σχετικά με τα οποία, πες της, υποθέτω ότι θα έχει ήδη πληροφορηθεί».

Ο Νικίας μεταφράζει και η Σισύγαμβρη συνοφρυώνεται προσπαθώντας, φαντάζομαι, να καταλάβει  το ακριβές νόημα αυτής της σειράς δυσπρόφερτων ήχων που παράγει ο διερμηνέας.   Μετά κουνάει το κεφάλι της με έναν τρόπο που, αν αποκωδικοποιώ σωστά, σημαίνει ότι δεν ξέρει ή εν πάση περιπτώσει ότι δεν ξέρει με σιγουριά τι ακριβώς έχει συμβεί.

«Πες της ότι ο Καλλισθένης έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας μέσα στον ευρύτερο χώρο των ανακτόρων και ότι διεξάγεται έρευνα για να εντοπιστεί η ταυτότητα και τα κίνητρα εκείνων που οργάνωσαν την επίθεση. Πες της ότι την παρακαλώ να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις που θα μας διευκολύνουν να βρούμε τους ενόχους και να αποφύγουμε τη λήψη δυσάρεστων έκτακτων μέτρων γενικότερης κλίμακας».

Ο Νικίας αποδίδει στα περσικά τα λόγια μου και η Ιρανή αυτή την φορά απαντά. Η άκαμπτη αταραξία της έχει τώρα κάπως υποχωρήσει και στη θέση της διακρίνω μια πιο ανθρώπινη αντίδραση∙ θέλει να μάθει σε τι κατάσταση βρίσκεται ο Καλλισθένης. Την καθησυχάζω.

Γίνεται κάπως πιο ομιλητική. Μου λέει ότι όντως κυκλοφόρησε ανάμεσα στο ιρανικό προσωπικό η φήμη ότι κάτι συνέβη στο θησαυροφυλάκιο και ότι από χτες το μεσημέρι υπήρξε ασυνήθιστη παρουσία ελλήνων αξιωματούχων στα ανάκτορα, αλλά ότι μόλις τώρα μαθαίνει για τον τραυματισμό του Καλλισθένη. Ρωτάει αν θα επιθυμούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον προσωπικό της γιατρό.

Της απαντώ ότι προς το παρόν δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο και την ευχαριστώ εκ μέρους της ελληνικής διοίκησης για το ενδιαφέρον της. Ύστερα την ρωτάω αν γνωρίζει την ύπαρξη μυστικών διαδρόμων που να οδηγούν στο θησαυροφυλάκιο ξεκινώντας από άλλα σημεία των ανακτόρων.

Μένει για λίγο σκεπτική και μετά μου λέει ότι τα περσικά ανάκτορα των Σούσων έχουν οικοδομηθεί από τον Μεγάλο Βασιλέα Δαρείο τον πρώτο, δυο εκατοντάδες χρόνια πριν και ότι έχουν επίσης προστεθεί κατασκευές  από άλλους Αχαιμενίδες βασιλείς.  Δεν αποκλείει στα αρχεία να υπάρχουν ακόμη τα σχετικά σχεδιαγράμματα. Όμως για ¨μυστικούς υπόγειους διαδρόμους¨ τα μόνα που έχει ακούσει βρίσκονται  στους περιπετειώδεις διασκεδαστικούς μύθους που διηγούνται οι επαγγελματίες παραμυθάδες στις γιορτές. Αν τους πιστέψει κανείς, υπάρχει ολόκληρο δίκτυο από διαδρόμους στο υπέδαφος της Ακρόπολης.  Η ίδια όμως δεν έχει επισκεφτεί ποτέ κανέναν και έτσι δεν μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια στην ερώτησή μου.

Λέω στον Νικία να την ρωτήσει ευθέως αν θεωρεί ότι ανάμεσα στους Πέρσες που ακόμη διαμένουν στα ανάκτορα, είτε ως ¨υποχρεωτικά¨ φιλοξενούμενοι, είτε επειδή διατήρησαν τις θέσεις τους χάρη στη γενναιοδωρία του Αλέξανδρου, όπως ο Σατράπης Αβουλίτης, υπάρχουν κάποιοι που θα μπορούσαν να έχουν οργανώσει ή απλώς βοηθήσει στην εκτέλεση αυτής της επίθεσης.

Η Σισύγαμβρη μένει σιωπηλή, δείχνοντας ότι η συνεργασιμότητά της έφτασε στα όρια της.

Εντάξει, δεν περίμενα να απαντήσει. Είναι γνωστό ότι επιθυμεί τον συμβιβασμό ανάμεσα στον γιο της και τον Αλέξανδρο, αλλά δε παύει να είναι μια περσίδα βασίλισσα.

Εγώ οφείλω να επιμείνω. «Ρώτησέ την τώρα Νικία αν, κατά τη γνώμη της, υπάρχει κάτι ανάμεσα στα αποθηκευμένα λάφυρα που θα ενδιέφερε τους ιρανούς που αντιστέκονται στην ελληνική επέκταση, έτσι ώστε να οργανώσουν μια επιχείρηση ανάκτησής του. Κάποιο σύμβολο, κάποιο κειμήλιο. Κάτι που ενδεχομένως θα τους ενίσχυε το ηθικό και θα τους συσπείρωνε».

Η Σισύγαμβρη παίρνει πάλι το υπεροπτικό της ύφος. «Οι Πέρσες και οι λαοί που τους ακολουθούν, όσο ζει ο Μεγάλος Βασιλέας, δεν έχουν ανάγκη από σύμβολα για να συσπειρωθούν. Αρκούν τα κελεύσματα και τα εμβλήματα του μονάρχη τους», απαντά.

«Ρώτα την αν είναι το ίδιο σίγουρη ότι δεν υπάρχουν ευγενείς που θα επιθυμούσαν να πάρουν τη θέση του Δαρείου, ίσως επειδή τον θεωρούν εξαιρετικά συμβιβαστικό, και ότι αυτοί δεν θα ήταν ικανοί να πάρουν πρωτοβουλίες, ώστε να δείξουν ότι μπορούν να τα βάλουν με τους Έλληνες».

Εκείνη μένει και πάλι σιωπηλή για λίγο.

«Αυτό δεν το αποκλείω» λέει τελικά και η φωνή της φτάνει στ’ αφτιά μου λιγότερο  σίγουρη.

«Πες της ότι θα είμαι στη διάθεση της, αν θελήσει να μου πει κάτι περισσότερο» λέω στον Νικία. «Και», συνεχίζω με χαμηλότερη φωνή, «μετά αποχαιρέτισέ την. Δεν νομίζω ότι θα εκμαιεύσουμε τίποτα άλλο εδώ. Πάμε να δούμε τον Αβουλίτη, ή μάλλον όχι, αυτόν ας τον αφήσουμε λίγο να περιμένει, πάμε στον Αζάρη».

h garden 2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Casta diva στη Λαχαναγορά

Posted by vnottas στο 11 Νοέμβριος, 2015

[γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος- τραγουδάει η Μαρία Κάλλας ζωντανά, στο Παρίσι, το 1958]

 

 1472319885_4b7b22510c_m

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας δεν έπαιρνε τα γράμματα. Δεν τα έπαιρνε από άποψη γιατί σκεφτόταν πως αυτοί που ήταν καλύτεροί του στο Γυμνάσιο του Περιστερίου που πήγαινε, σκατά πατημένα ήταν αφού στη συνέχεια θα γίνονταν σαν τους πατεράδες τους.

Τον μόνο άντρα που γούσταρε ο Γιαννάκης ο Γκλάβας ήταν ο νονός του, που είχε μια μεγάλη αποθήκη, στη Λαχαναγορά του Ρέντη και προμήθευε πλοία με τα πάντα. Πατάτες, ντομάτες, λάχανα, κι όλα τα ζαρζαβατικά.

Ο νονός του ήταν περίεργος τύπος, πνιγμένος μες στα τιμολόγια και κάτι τεράστιους γκρίζους φακέλους και δίπλα του στο γραφείο,  είχε ένα μεγάλο, το μοναδικό στην αγορά στερεοφωνικό, όπου συνέχεια έπαιζε Μαρία Κάλλας, σαν μια απίστευτη κόντρα με τα σκυλάδικα, που άκουγαν οι νταλικιέρηδες απ’ τις ανοιχτές καμπίνες τους, όταν φόρτωναν  το εμπόρευμα. 

Όταν ο πατέρας του Γιαννάκη κατάλαβε πως ο γιος του με τίποτα δεν θα προχωρούσε στο σχολείο και το κουβέντιασε με το νονό του, ο νονός καλοδέχθηκε τον Γιαννάκη στη τεράστια αποθήκη της  Λαχαναγοράς του Ρέντη, για να βάλει σε μια τάξη στα τιμολόγια, πράγμα, όχι και τόσο δύσκολο…

Στη λαχαναγορά -όπου δεν έβρισκες θηλυκή γάτα- ο Γιαννάκης μάθαινε δίπλα στο νονό  του όλα τα κόλπα, συνήθισε το ωράριο 4 το πρωί με 2 το μεσημέρι και αγάπησε τρελά την Κάλλας που άκουγε ο νονός του, καπνίζοντας αδιάκοπα, με τις ενδιάμεσες ατάκες του… ‘ρε τη καριόλα, τι θεϊκή φωνή είναι αυτή..’ ή ‘πω, πω ρε πούστη μου, τι ήχους βγάζει η θεά ’ κτλ.

Όταν ρώτησε το νονό του ποιος του έμαθε τη κλασική μουσική, αυτός απάντησε πως το έκανε μόνος του, πιτσιρικάς, για να γλυτώσει από τους ήχους του εμφύλιου στην Αθήνα, τα χωνιά που ούρλιαζαν στις γωνίες και απ τον βρυχηθμό των εγγλέζικων τανκς τις νύχτες γύρω απ το Μοναστηράκι.

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας έμαθε όλες τις λεπτομέρειες απ τις άριες, ήξερε πια κάθε νότα απ τη Norma του Μπελίνι, φανταζόταν αυτόν τον παραμυθένιο απίθανο κόσμο της όπερας, μέσα στα τιμολόγια απ’ τις πατάτες και τα λάχανα και τα υπόλοιπα ζαρζαβάτια.

Είχε πάνω από δέκα γύφτους να φορτώνουν  τα φορτηγά από την αποθήκη, γαμούσε -γιατί ήταν και όμορφο παιδί- όλες τις καινούργιες γκαρσόνες απ τις καφετέριες στο Περιστέρι και κυρίως του άρεσε, όταν έμπαινε στη λαχαναγορά, μετά από σκυλάδικο, να βάζει τέρμα τα γούφερ-μεγάφωνα μ’ ανοιχτά  τα παράθυρα του Fiat κι η θεϊκή φωνή της Καλλας στο ‘casta diva’  να σαρώνει το περιβάλλον .

Αυτό όμως που του άρεσε πιο πολύ, ήταν να ακούει το καλωσόρισμα των γύφτων ‘γεια σου κυρ-Γιάννη με τα ωραία και παράξενα τραγούδια σου’ χωρίς να ξέρει ότι ο επικεφαλής των γύφτων, ο Άλκης o παραμυθατζής απ’ τα Λιόσια, είχε ξεκαθαρίσει στους δικούς του ότι… ‘ακούει στο φουλ ο κυρ-Γιάννης γιατί αυτή που τσιρίζει έτσι, είναι  η μάνα του που τον άφησε μικρό κι έφυγε στην Ιταλία να γίνει τραγουδιάρα και γι αυτό να του μιλάτε με σεβασμό και όμορφα…images

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙ’ ΑΓΡΙΟΥΣ… Δεν περιέχουν γλουτένη.

Posted by vnottas στο 10 Νοέμβριος, 2015

Ο Βασίλης Μεταλλινός, φίλος, αρχιτέκτονας και δίτροχος ταξιδευτής, μου έστειλε μερικές αράδες με αποσπάσματα από (πρόσφατες;) περιπέτειές του, που αναρτώ με χαρά.

8 (2)

Επιστρέφοντας απ’ το Σουδάν, η φυγή μου απ’ την Αίγυπτο θα ‘κανε το «εξπρές του μεσονυκτίου» να φαντάζει σαν παιδική ταινία με τον Τάμπο το ελεφαντάκι…
Αλλά …αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Μετά από τρείς αποτυχημένες προσπάθειες να πάρω το μαγικό χαρτάκι «traffic clearence» από την Traffic Policeτης Nuweibaa, απαραίτητο για κάθε ταξιδευτή με όχημα όταν εγκαταλείπει την χώρα, προσπαθώ να λαδώσω ένα τελωνειακό για να «την κάνω».
Ξέρω πολύ καλά ότι μου το ‘χουν μπλοκάρει oι κελεμπιοφόροι Κλουζώ των Σουδανο-Αιγυπτιακών συνόρων, αποτυγχάνοντας για τρίτη συνεχή μέρα, να εντοπίσουν το ονοματεπώνυμό μου σε κάποια λίστα διαπρεπών μορφών της διεθνούς τρομοκρατίας, στους σκληρούς δίσκους της Ασφάλειας του Aswan.

Το να συνταξιδεύεις από το Σουδάν παρέα μ’ ένα ζευγάρι Γερμανών τζιπάδων δεν είναι ούτε παράξενο ούτε επικίνδυνο… Το να έχουν ξαλαφρώσει την μοτοσυκλέτα σου από ένα βαρύ σακ βουαγιάζ είναι ένα ρίσκο μάλλον γι’ αυτόν που το μεταφέρει. Όμως το να βρεθεί το σακ βουαγιάζ κατά τον συνοριακό έλεγχο της Αιγύπτου στο όχημα οδηγού που συλλαμβάνεται με περίστροφο, σε μπλέκει σε περιπέτειες πιο επικίνδυνες κι απ΄ το δελτίο του Μega.

Γνωρίζοντας ότι οι τελωνειακοί στις Αφρικανικές χώρες σε κολλάνε σαν λιγούρικες βδέλλες για μπαξίς, τα «χώνω» ίσα και σταράτα στον ελεγκτή των αναχωρήσεων.
«Να σΕ δώσω 300 δολάρια και γίνομαι ατμός με το επόμενο καράβι για Ιορδανία…»
Με βλέμμα καυλωμένου κερκοπιθηκοειδούς, μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω σ’ ένα μικρό γραφείο όπου ένας τελωνειακός, με φάτσα που «έφερνε» στον μαφιόζο Sam «Momo» Giancana, μασουλούσε μια αλληλουχία από ψαροκροκέτες που τις πασπάλιζε με χούμους…
«Δώσε 500 δολάρια και ίσως μπορέσω να σε απαλλάξω απ’ την ταλαιπωρία να τρέχεις και πάλι στην Traffic Police», μΕ πέταξε συνωμοτικά ο πιθηκοειδής ελεγκτής, κάνοντας το ηθικό μου περντέ πιλάφ…
«Θρη χάντρεντ μπαξ» επέμεινα με προφορά και στιλ καουμπόυ στο Κάνσας…
«350» απάντησε με την αταραξία της πυραμίδας του Χέοπα… ενώ ο συνάδελφος στο βάθος του φώναζε κάτι ακατάληπτα αραβικά σαν να προσπαθούσε να βγάλει ροχάλα…
Η κακούργα η ανάγκη σκέφτηκα, ξαναφέρνοντας στο μυαλό μου σκηνές απ’ το «Εξπρες του μεσονυκτίου».
«Οk» ψιθύρισα μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό αλλά …ικανοποιημένος συγκρίνοντας αντίστοιχη διαπραγμάτευση με κάτι απαιτητικούς υπαλλήλους Πολεοδομικών γραφείων …που βρυχώνταν σαν πεινασμένες ύαινες!
Και οι δύο βγήκαν έξω. Ήρθε κι ένας τρίτος, γαλονάς, άνευ πηλικίου με σβέρκο κητοκαρχαρία . Μιλούσαν για 10 λεπτά.
Με πλησιάζει ο ελεγκτής και με ρωγμώδη λυγμό μΕ λέει «μπαντ νιούζ φορ γιου, αϊ κενότ ντου ένιθινγκ μάι φρεντ. Νο τράφικ κλίρενς νο μποτ. Δις ιζ δε ρουλς!»
Παθαίνω ψαϊκολότζικαλ κολάπσους… Λέω πάει τελείωσε για μένα…
Βάζω μπρος τη μηχανή και ξαναπηγαίνω στην TrafficPolice.
Η κατάσταση στους διαδρόμους ήταν εφιαλτική. Ατέλειωτες ουρές με φωνακλάδες κελεμπιοφόρους να διαγκωνίζονται για τη σειρά και μια μπόχα μεταξύ ληγμένου τραχανά και χημικής τουαλέτας πακιστανικού πλοίου… Ευτυχώς το γραφείο που μ’ ενδιέφερε είχε ένα γκισέ στο προαύλιο του κτιρίου και δεν είχε καθόλου κόσμο.
Δίνω το διαβατήριό μου σε μια στρουμπουλή υπάλληλο με φράντζα μαλλί meche blondeκαι μια μαντήλα με gold νήμα από την παρτίδα που πιθανολογώ ότι ράβεται κι ο Φλωρινιώτης.
Χτυπάει το σαραβαλιασμένο κομπιούτερ. Σε 30 δευτερόλεπτα παίρνει ένα μικρό χαρτάκι, κάτι γράφει, το σφραγίζει και μου το δίνει…
«Υour trafficclearence mister» μου λέει, σηματοδοτώντας το τέλος μιας αγωνιώδους εκκρεμότητας και κάνοντας την καρδιά μου να πετάρει σα να κέρδισα το τζόκερ!
Καβαλάω τη μοτοσυκλέτα και με φουλ γκάζια οδηγώ προς το λιμάνι. Πεντακόσια μέτρα από την πύλη, πατάω πάνω σε βρεγμένα σάπια σκουπίδια και χάνω τον έλεγχο της μηχανής. Με 3-4 ζίγκ ζάγκ και πολύ τύχη, την κρατάω όρθια και γλυτώνω τη μετωπική μ’ ένα σαράβαλο φορτηγό που δεν έκοψε καθόλου ταχύτητα βλέποντάς με να χορεύω «τσάρλεστον» με τη μοτοσυκλέτα…
Φτάνω στην πύλη του τελωνείου. Δίνω το χαρτάκι στον γνωστό ελεγκτή, που με κίνηση εκδοροσφαγέως το αρπάζει και μου κάνει νόημα να περάσω στον επόμενο έλεγχο.
Επτά ώρες αργότερα βρίσκομαι μέσα στο πλοίο, περιμένοντας την αναχώρηση στριμωγμένος σ’ έναν ελεεινό καναπέ, ψόφιος απ΄τη κούραση, ανάμεσα σε κάτι κελεμπιοφόρους με φάτσες …»national geographic»…
Κι εκεί που χαλαρώνουν οι νευρώνες του εγκεφάλου μου από το στρες και την αγωνία, από τα μεγάφωνα του πλοίου ακούω στ’ αγγλικά να καλούν τον οδηγό της μοτοσυκλέτας με αριθμό ΝΕΒ 83 να κατέβει αμέσως στην μπουκαπόρτα του πλοίου!!!
«Το εισιτήριο μου ‘πεσε απ’ το χέρι, είπα δεν γίνεται δεν είναι δυνατόν!» (για να παραφράσουμε και λίγο τους στίχους από «το προσκλητήριο» του Χριστοδουλόπουλου…)
Δραματική αναστροφή φάσης. Μου ‘φυγε η μαγκιά…»Τελειώσαμε» σκέφτηκα σε κατάσταση εξάχνωσης της ταξιδιωτικής μου λίμπιντο.
Κατεβαίνοντας τις σκάλες με τρεμάμενα γόνατα, σαν να εκτελούσα χορογραφία του Σαρμπέλ, και κατευθυνόμενος προς την μπουκαπόρτα, πέρασε όλη μου η ζωή σε φλας μπακ!
Ανεπαισθήτως έριξα και μια πονετική ματιά στη μοτοσυκλέτα μου που ήταν παρκαρισμένη δίπλα σε κάτι κασόνια με φρέσκους χουρμάδες.
Πλησίασα στην έξοδο …κι ενώ περίμενα τη γνωστή σκηνή με τα 3-4 περιπολικά με περιστρεφόμενους φάρους, ανοιχτές πόρτες κι από πίσω αστυνομικούς να με σημαδεύουν με τα πιστόλια τους ουρλιάζοντας, βλέπω μια βλακόφατσα, ένα τελωνειακό ξυπόλυτο με πλαστική παντόφλα να μου κάνει νόημα να πλησιάσω. Δίπλα του ήταν ένα σαραβαλιασμένο Suzuki DR600, μανιβελάτο, με προβιά στη σέλα και βέλγικες πινακίδες.
«Εσύ που ξέρεις από μηχανές, οδήγησέ το μέσα στο πλοίο, για να το στείλουμε ασυνόδευτο στην Ιορδανία» μου ζήτησε με αυτιστικά αγγλικά, κάνοντας τα νεύρα μου χορδές από σαντούρι και τη γλώσσα ναυτικό κόμπο…
Μισή ώρα αργότερα.
Ξαπλωμένος στο βρώμικο κατάστρωμα, εξαντλημένος άκουγα τις αλυσίδες από τις άγκυρες να γρυλίζουν και τις μηχανές του πλοίου να φουλάρουν κάνοντάς το να τρίζει σαν να ‘ναι έτοιμο να διαλυθεί.
Σε λίγα λεπτά αρχίζει να κινείται αργά στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας προς το λιμάνι της Aqaba.
Βλέποντας απέναντί μου μια παρέα φωνακλάδων Ιταλών υπό ακατάσχετη φωτοδιάρροια, να στέλνει κατά ριπάς αδιάφορες εικόνες του λιμανιού στο ιντερνετικό υπερπέραν…
…κι ακούγοντας παραδίπλα ένα βαρεμένο τύπο που προσπαθούσε με ούτι να παίξει το ριφ του «smoke on thewater»…
…έριξα μια τελευταία ματιά στο λιμάνι, έστρωσα το υπόστρωμα στο πάτωμα και…
.
.
…χωρίς καν να θυμηθώ το χρώμα των ματιών της …αποκοιμήθηκα.

Sudan%202010

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Η τρυφερή Μελίσσα

Posted by vnottas στο 8 Νοέμβριος, 2015

 Ο Νίκος «κεντάει» πάνω στον καμβά των παιδικών αναμνήσεων…  

    71237014

     ΜΕΛΙΣΣΑ

 (γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Μελίσσα τη λέγανε.  Ήταν πολύ όμορφη κι είχε μια καλοσύνη ανεπιτήδευτη, πηγαία που δε την βρίσκεις εύκολα.  Το χρώμα της σκούρο μελί, τα μάτια της βαθύ καφέ, ας μη χαμογελούσε απέπνεε μιαν αισιοδοξία μέσα από τη σιγουριά της.  Μέρα τη μέρα με κατάκτησε σε τέτοιο βαθμό που αναζητούσα να τη συναντήσω για να αισθανθώ βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά.  Ήταν ο πρώτος μου έρωτας και να σκεφτεί κανείς ότι δεν είχα συμπληρώσει τα πέντε.  Όταν πήγαινα στο χώρο της, σηκωνόταν με πλησίαζε με επεξεργαζόταν με περιέργεια και συμπάθεια τέτοια που με γέμιζε ευφορία.  Της άρεσε πολύ να χαϊδεύω το θαυμάσιο τρίχωμά της και μου το ανταπέδιδε ακουμπώντας τη πελώρια μουσούδα της πάνω στα ξανθά αχτένιστα μαλλιά μου.  Ακράδαντα πιστεύω μέχρι σήμερα ότι δεν έχει υπάρξει άλλη τέτοια αγελάδα. 

Η σχέση που μ’έδενε με τη Μελίσσα εκτός από ψυχική κι αισθηματική αποτελούσε εγγύηση για μένα, μια κι ο παππούς μου πλάι της έβαζε τη Παγώνα, άλλη αγελάδα, που ήταν χαρακτήρας κακός, επιθετικός, μ’έναν αδικαιολόγητο κυκλοθυμισμό κι άκρως επικίνδυνη σε όποιον την πλησίαζε.  Όχι μόνο δεν την αγαπούσα την κοκκινοτρίχα αυτή, αλλά τη φοβόμουν και την έτρεμα.  Τρεις φορές που χρειάστηκε μεσολάβησε αποφασιστικά η Μελίσσα για να με προστατέψει, απομακρύνοντάς την.  Η αλήθεια είναι ότι φαινόταν να την υπολογίζει η Παγώνα γι αυτό όταν μ’έβλεπε κοντά στην αγαπημένη μου, δεν ασχολιόταν καθόλου μ’εμένα παρ’ότι το βλέμμα της έκρυβε πάντα μιαν αδιευκρίνιστη απειλή.

Πέρασαν έτσι περίπου τέσσερεις μήνες.  Η συντροφιά με τη Μελίσσα πρωί απόγευμα γέμιζε τις παιδικές μου ώρες.  Ένα ανοιξιάτικο ξημέρωμα πολύ νωρίς πριν προβάλλει ο ήλιος, ξύπνησα τρομαγμένος από δυνατά χτυπήματα που ακούστηκαν στην εξώπορτα.  Άγνωστες φωνές έφτασαν στ’αυτιά μου.  Άκουσα τον παππού να τους αποκρίνεται λέγοντας : «Ένα λεπτό να βάλω το παντελόνι μου και θα σας πάω να τις δείτε.»  Ύστερα ακολούθησε παύση για μερικά λεπτά.  Σε λίγο όμως άκουσα μια βραχνή φωνή, δε θα σβήσει ποτέ από το μυαλό μου η χροιά της, να λέει : «Δεν υπάρχει κανένα θέμα διαλέξαμε αυτή που είπαμε, αύριο το πρωί θα έρθουμε με τα χρήματα ο λόγος μας όπως ξέρεις είναι συμβόλαιο.»  Μετά τα βήματά τους απομακρύνθηκαν κι ο ήχος τους στο λιθόστρωτο καθώς αργόσβηνε, ήταν σαν εισαγωγή σε μουσικό μελαγχολικό κομμάτι.   Ένα προαίσθημα λύπης με κυρίευσε.  Η τρελή μου υποψία επιβεβαιώθηκε όταν ο παππούς μου πληροφόρησε την γιαγιά πως οι άγνωστοι απ’το διπλανό χωριό διάλεξαν ν’αγοράσουν τη Μελίσσα.  Μαχαιριά στο στέρνο μου έπεσε το νέο.

Ντύθηκα βιαστικά κι έτρεξα στο στάβλο.  Ανύποπτη η αγαπημένη με περιεργάστηκε με κάποια απροσδιόριστη θλίψη, έτσι μου φάνηκε.  Ενώ τη χάιδεψα ένιωσα ρίγος, μουρχόταν να κλάψω.  Ήταν η πρώτη μου φορά που βίωνα ένα χωρισμό.  Αυτή ήρθε από πάνω μου και με την ανάσα της να μοσχοβολάει βίκο κι αγριόχορτα δρόσιζε το κεφάλι μου.  Θυμάμαι καθαρά τη μέρα εκείνου του μακρινού Απριλίου.  Ο λαμπρός ήλιος ανέβαινε καλπάζοντας στον ουρανό, τα πουλιά τραγουδούσαν ασταμάτητα κι άπειρα ζωύφια πετούσαν ζουζουνίζοντας.  Βράδιασε γρήγορα, πολύ γρήγορα έτσι μου φάνηκε.  Δεν θυμάμαι αν έφαγα, πότε και πως κοιμήθηκα.  Μια μαυρίλα μόνο τύλιγε τη σκέψη μου. 

Όταν το φως της αυγής άρχισε να μπαίνει από τον φεγγίτη και να διαλύει το σκοτάδι στο δωμάτιο, σηκώθηκα από νωρίς κι έτρεξα στη Μελίσσα.  Οι τελευταίες μας στιγμές, σκεφτόμουν μοιρολατρικά.  Περίμενα μ’ένα κόμπο στο στήθος να δω τους ανυπόφορους μισητούς εχθρούς να καταφθάνουν.  Δεν άργησαν.  Ήταν πολύ κεφάτοι.  χαιρέτησαν τον παππού, του μέτρησαν πολλά χαρτονομίσματα λέγοντάς του ταυτόχρονα πως είχαν μεταβάλλει γνώμη.  «Λέμε ν’αγοράσουμε την άλλη την κόκκινη εάν δεν υπάρχει αντίρρηση», κατέληξαν.  Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά, μουρχόταν να φωνάξω ζήτωωω ! …  Ο παππούς  δεν αρνήθηκε και μετά από λίγο η Παγώνα καπιστρωμένη και δεμένη μ’ένα σκοινί που την άκρη του κρατούσε ο ένας από τους αγοραστές, έφευγε μαζί τους.  Με κοίταζε με το απλανές βλέμμα της σαν να μου ζητούσε συγνώμη.  Εγώ ήδη την είχα συγχωρήσει.  Έμεινα για λίγο σκεπτικός μέχρι που χάθηκε απ’το οπτικό μου πεδίο η Παγώνα με τους νέους ιδιοκτήτες της. 

Πολύ αργότερα έμαθα ότι οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν πως «Ους οι θεοί βούλονται σώζεσθαι και εξ αυτών ανασπώσι των βαράθρων.»  Αν το ήξερα τότε θα ταίριαζε απόλυτα με τα όσα έγιναν.  Έτσι απροσδόκητα ξαναβρέθηκα με τη Μελίσσα.  Οι μέρες χάντρες στο κομπολόι του χρόνου συνέχισαν να παρέρχονται η μια μετά την άλλη, η μια μετά την άλλη…

Ένα μεσημέρι θυμάμαι ότι μετά το φαγητό ο παππούς διάβαζε στη γιαγιά δυνατά και πολλές φορές συλλαβιστά μιαν εφημερίδα που τυχαία είχε πέσει στα χέρια του.  Τα λόγια δυσνόητα για μένα τότε, όμως έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου ανεξίτηλα.  «Τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας οδηγήθηκαν και οι δύο καταδικασθέντες στο Γουδί στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων και πριν την ανατολή του ήλιου εθανατώθησαν δια τυφεκισμού.»  Τι πα να πει εθανατώθησαν δια τυφεκισμού  ; τόλμησα να ρωτήσω.  Δεν πρόλαβα να πάρω απάντηση γιατί μπήκε η μαμά μου στη κάμαρα κι ανήγγειλε το νέο που είχε φτάσει στ’αυτιά της.  Την Παγώνα λέει την είχαν σφάξει και το κρέας της πουλήθηκε στα χωριά της περιοχής μέχρι την Αρεόπολη.   Ο παππούς άφησε να του πέσει η εφημερίδα και κάτι σαν να συλλογίστηκε.  Η γιαγιά που πάντα ήταν πιο ψύχραιμη σχολίασε με ρεαλιστική αυθάδεια, αυτός ήταν ο προορισμός της, όπως όλων των αγελάδων.  Εγώ ανατρίχιασα και ταυτόχρονα μούρθε στο μυαλό η Μελίσσα.  Κυριολεκτικά είχε γλιτώσει από του χάρου τα δόντια.  Κατά βάθος είχα συγκλονιστεί από την τύχη της δύστροπης Παγώνας και την σκεφτόμουν χωρίς να μούρχονται οι κακές στιγμές της.

firing-squad-execution

Μετά απ’όλα αυτά μπορώ να πως ότι έγινα ακόμα πιο τρυφερός με τη Μελίσσα.  Χωρίς νάχω συνειδητοποιήσει τι είναι ο θάνατος, ένιωθα ότι είναι κάτι αμετάκλητο, χωρίς επιστροφή.  Όλα γίνονταν κάτω από τη σκιά του σ’ένα οδυνηρό άγνωστο θαμπό τοπίο.  Αυτό μου δημιουργούσε μιαν αναστάτωση στο στήθος.  Η σκέψη μου ταραζότανε ασυνήθιστα όταν προσπαθούσα να φτάσω σε κάποιο ξέφωτο διέξοδο.  Δεν κατάφερνα όμως νάχω κάποιαν εξήγηση.

Στο μεταξύ μπήκαμε στο καλοκαίρι.  Αίθριες διαυγείς μέρες και νύκτες αστρογεμισμένες, με συνέπεια εναλλάσσονταν και διέγραφαν την τροχιά του διανυόμενου χρόνου.  Ένα πρωινό του Ιουλίου, όταν ξύπνησα η μαμά μου ανακοίνωσε ότι θα φεύγαμε γιατί ο πατέρας μου μας περίμενε στην Αθήνα.  Μ’έπλυνε, με χτένισε, μ’έντυσε με τα καλά μου και κατεβήκαμε στο Γερολιμένα για να πάρουμε το πλοίο για Πειραιά.  Επειδή διέκρινε πως στεναχωρήθηκα μου υποσχέθηκε κατηγορηματικά πως σύντομα θα επιστρέφαμε.  Εγώ πάντως με δάκρυα στα μάτια είχα αποχαιρετήσει τη Μελίσσα γιατί κατά βάθος κάτι μου έλεγε ότι δεν πρόκειται να την ξαναδώ.  Αλλά κι εκείνη κάτι είχε ψυχανεμιστεί αφού εκτός από την έκδηλη μελαγχολία στα μάτια της, μουγκανίστηκε, πράγμα που δεν το συνήθιζε, δυο φορές δυνατά και παραπονιάρικα. Σαν το πλοίο προσάραξε στο λιμάνι του Πειραιά είδα έκπληκτος για πρώτη φορά αυτοκίνητα να κινούνται πάνω κάτω στους δρόμους ενώ ένα βυτιοφόρο υδροφόρος του Δήμου κατάβρεχε για να μη σηκώνεται σκόνη.  Εγώ σκεφτόμουν εκείνη.  Α γιατί να μην την έχω κοντά μου ;  Να βλέπουμε μαζί όλα αυτά τα θαύματα. 

Σιγά σιγά μπήκα σ’ένα νέο τρόπο ζωής.  Έμαθα να παίζω με τα παιδιά της γειτονιάς, έκανα τους πρώτους μου φίλους, όμως ποτέ δεν σταμάτησα να συλλογίζομαι τη Μελίσσα.  Οι λιγοστές ελπίδες μου για επιστροφή στο χωριό εξανεμίστηκαν μάλλον ανώδυνα αφού οι νέες συνθήκες διαβίωσης μου αποκάλυψαν ένα νέο κόσμο ωραιοποιημένο ή μπορεί κι ωραίο.   Χωρίς να το επιδιώξω έμαθα μετά από λίγο καιρό ότι ο παππούς που στο μεταξύ αρρώστησε, πούλησε και τη Μελίσσα.  Δεν ρώτησα τι απέγινε, από φόβο μήπως η απάντηση ήταν κάτι που δεν ήθελα ν’ακούσω.   Ποια ήταν η τύχη της άραγε ;  Ναι ήμουν δειλός, δεν θέλησα ποτέ μου να μάθω.  Μερικές φορές όταν την σκεφτόμουνα, χωρίς να το καταλαβαίνω ερχόντουσαν τα λόγια της εφημερίδας που διάβαζε κάποτε ο παππούς :  «Τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας οδηγήθηκαν και οι δύο καταδικασθέντες στο Γουδί στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων και πριν την ανατολή του ήλιου εθανατώθησαν δια τυφεκισμού.» 

Στο μεταξύ είχα μάθει τι πα να πει εθανατώθησαν δια τυφεκισμού κι αναρωτιόμουν χωρίς νάμαι σίγουρος, ποιος τάχα είχε θανατωθεί η Μελίσσα ή εγώ ;  Μια γλυκιά πληγή μέσα μου, μου θύμιζε διαρκώς ότι το μόνο που δεν θανατώθηκε ήταν αυτό που είχα νιώσει για κείνη.  Και μου ήταν αρκετό για να ελπίζω και να πορεύομαι.

Ν.Μ.

images

Επί τη (βουκολική) ευκαιρία σας θυμίζω δύο προσαρμογές στα ελληνικά στίχων του Μπρασένς που σας είχα φτιάξει παλιότερα (Β.Ν.)  Έδώ  και εδώ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο δεύτερο Ο Παλαμήδης

Posted by vnottas στο 1 Νοέμβριος, 2015

ancient greek games1

Κεφάλαιο δεύτερο. Όπου το Πουλχερίδιον και οι συνοδοί του αναζητούν τον Παλαμήδη τον Αθηναίο

Ο Εύελπις έχει ήδη αναχωρήσει για την Ακρόπολη και έτσι τώρα, σύμφωνα με τις εντολές του, ο Οινοκράτης μπορεί να περιποιηθεί το ζευγάρι των προσωρινών φιλοξενούμενων. Τους γνωρίζει, άλλωστε, και τους δύο.

Τον Θεσσαλό, που είναι ένα από τα στρατιωτικά μέλη  της ομάδας του Καλλισθένη, τον ξέρει καλλίτερα, αλλά και η νεαρή προστατευόμενη της Θαΐδας δεν του προκύπτει εντελώς άγνωστη: το οξυδερκές (και κοφτερό) μάτι του την έχει εντοπίσει ήδη παλιότερα, αν και μέχρι σήμερα δεν είχε την ευκαιρία να τη γνωρίσει από κοντά.

 Ετοίμασε λοιπόν, με τη βοήθεια του Χοντρόη, ένα γενναιόδωρο πρωινό, το οποίο τώρα σερβίρει στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι της αίθουσας του μαγειρείου.

«Αν η κυρά μου μάθαινε ότι είμαι εδώ από χτες και δε παράδωσα ακόμη το γράμμα της στον Παλαμήδη τον Αθηναίο, θα με σκότωνε!» δηλώνει το Πουλχερίδιον μ’ ένα  ύφος κάπου ανάμεσα στο τρομαγμένο και το ναζιάρικο, ενώ ταυτόχρονα βουτάει ψωμί στο αχνιστό ζωμό του πινακίου της.

«Ναι, αλλά αν κατάλαβα καλά, αυτό το γράμμα δεν απευθύνεται στον Παλαμήδη τον ίδιο, πρόκειται για μια επιστολή που ο απόστρατος θα μεταφέρει στην Αθήνα, έτσι δε μου ‘πες;» παρατηρεί ο Ευρυμέδοντας.

«Ναι. Είναι μια γραφή που η κυρά μου στέλνει στη φίλη της την κυρά Φρύνη, την Ωραία των Αθηνών∙ είμαι σίγουρη ότι θα την έχεις ακουστά».

Ο Οινοκράτης εκείνη τη στιγμή ακουμπάει στο τραπέζι, ακριβώς μπροστά στο Πουλχερίδιον, με επιδεικτική κίνηση και έκδηλη περηφάνια, ένα σπάνιο έδεσμα: μαύρες ελιές Πελοποννήσου ξιδάτες!

Ο Ευρυμέδοντας του κλείνει το μάτι. «Κάτι ξέρουμε κι εμείς οι καμπίσιοι, απ’ αυτά που γίνονται στα μεγάλα άστεα… Και για τις ωραίες γυναίκες που βασιλεύουν εκεί. Εξ άλλου η Φρύνη είναι πιο διάσημη ακόμη κι απ’ αυτές  εδώ τις ελιές», λέει χαμογελώντας. Ύστερα παίρνει μια ζουμερή ξιδάτη και την δοκιμάζει. «Από τις Καλάμες των Φηρών[1]! Που τις βρήκες αθεόφοβε Οινοκράτη;»

Κι επειδή ο Σικελός το παίζει μυστηριώδης και αντί να απαντήσει ανασηκώνει τους ώμους, ο Ευρυμέδοντας στρέφεται πάλι στη νεαρή:

«Μην ανησυχείς Πουλχερία που δεν καταφέραμε να παραδώσουμε χτες κι αυτή την επιστολή, ο Παλαμήδης δεν πρόκειται να φύγει σύντομα. Στο είπα ήδη: Για να αναχωρήσουν οι απόμαχοι πρέπει πρώτα να καλυτερέψει ο καιρός, έπειτα οι οιωνοσκόποι να αποφανθούν επισήμως ότι  έφτασε η κατάλληλη μέρα και, επί πλέον, πρέπει να προηγηθούν όλες οι απαραίτητες τελετές.  Επομένως το γράμμα δε πρόκειται να καθυστερήσει εξ αιτίας σου».

«Όμως σήμερα θα πάμε, να ξεμπερδεύουμε με την επιστολή, έτσι δεν είναι Ευρυμεδοντάκη μου;»

«Τι μανία με αυτά τα υποκοριστικά, Πουλχερία; Δε μπορείς να με λες Ευρυμέδοντα όπως όλος ο κόσμος; Τι κακό έχει το όνομά μου;  Μου το δώσανε σε ανάμνηση της νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών στον ποταμό Ευρυμέδοντα[2] καμιά εκατοστή και βάλε χρόνια πριν. Οι  θεσσαλικές πόλεις δεν συμμετείχαν επισήμως σ’ εκείνη την εκστρατεία, αλλά κάποιοι πρόγονοί μου ήταν εκεί. Σημαίνει μέδω, εκτείνομαι, ενδιαφέρομαι, κυριαρχώ ευρέως. Δε σ’ αρέσει;  

«Ω, είναι υπέροχο γλυκέ μου. Μόνο να, πώς να στο πω, είναι για ό, τι μου αρέσει, για ό, τι με γοητεύει που φτιάχνω τα δικά μου ονοματάκια», λέει το Πουλχερίδιον με το πιο σαγηνευτικό του χαμόγελο.

«Και το δικό σου; ¨Πουλχερία!¨,  δε το ‘χω ξανακούσει… Μόνη σου το ‘φτιαξες;»

«Μου το έδωσε η κυρά μου, η Θαΐδα. Λέει ότι προέρχεται από τις χώρες της Ιταλίας και σημαίνει όμορφη.  Λοιπόν τι λες, θα πάμε να παραδώσουμε την επιστολή σήμερα;»

Ο Θεσσαλός νεύει καταφατικά και απευθύνεται στον Σικελό.

«Οινοκράτη ξέρεις αν τους επαναπατριζόμενους τους έχουν ακόμη στο κτίριο των καραβανιών, στο κέντρο;» 

«Ο Οινοκράτης, αν και δεν είναι παρά μόλις προχτές που επέστρεψε στην Πόλη των Κρίνων, συμβαίνει να το ξέρει κι αυτό», αποκρίνεται ο ερωτώμενος με το αγαπημένο του ύφος, εκείνο του ειδήμονα επί του παντός (επιστητού και μη).  «Απ’ ότι, λοιπόν, ξέρω, εκεί είναι  και εκεί θα μείνουν μέχρι την αναχώρησή τους.

Όμως τους περισσότερους θα τους βρείτε στο κτίριο μόνο τη νύχτα. Όσοι δεν έχουν σοβαρό πρόβλημα υγείας, όλη μέρα γυρίζουν εδώ κι εκεί. Όπως καταλαβαίνετε, πριν επιστρέψουν στις οικογένειες και στα σόγια, συλλέγουν τις τελευταίες αναμνήσεις από την ασιατική τους περιπέτεια.

Πάντως, οι πιο πολλοί απ’ αυτούς συχνάζουν σε ορισμένα ¨συγκεκριμένα¨ σημεία της Αγοράς, και, βεβαίως, αν θέλετε, μπορώ να σας πάω εγώ ως τα εκεί. Εξ άλλου, έχω να κάνω κι άλλες δουλειές στο κέντρο».

*greekvases-2-640

Ο Παλαμήδης, αν και ψηλός και γεροδεμένος, είναι πια κοντά στα πενήντα και έτσι, ακόμη κι αν δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι και δεν δυσκολευόταν πλέον να χειριστεί τα βαριά όπλα, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι θα είχε, έτσι κι αλλιώς, αρχίσει να σκέπτεται την αποχώρησή του από την  άμεση πολεμική δράση. Και πράγματι, την σκεφτόταν ήδη πριν τραυματιστεί, καθώς μαζί με την ηλικία και τα παρατρεχάμενά της, αυξήθηκε μέσα του και η νοσταλγία για το πατρώο Αθηναϊκό Άστυ.

Όμως αυτό το τελευταίο διάστημα, από τότε που τον καταχώρησαν στον κατάλογο όσων πρόκειται να επαναπατριστούν λόγω ανήκεστου τραυματισμού και τον έστειλαν στα Σούσα σε αναμονή της αναχώρησης, το άλγος του νόστου περιορίστηκε και άρχισε να βλέπει τον κατακτημένο τόπο με κάπως διαφορετικό μάτι, που πάει να πει με λιγότερες προκαταλήψεις και με περισσότερο ενδιαφέρον και περιέργεια.

 Ίσα με τώρα, το άγχος των αλλεπάλληλων μαχών και η αναπόφευκτα τεντωμένη ατμόσφαιρα του στρατοπέδου, του δημιουργούσαν άλλου είδους συναισθήματα απέναντι στους λαούς και τις χώρες που υπέκυπταν καθώς το στράτευμα προήλαυνε. Συναισθήματα όχι απολύτως σαφή, αλλά, βέβαια, ούτε ψύχραιμα ούτε και ιδιαιτέρως φιλικά.

Τώρα όμως ο Παλαμήδης θέλει να μάθει περισσότερα, ό, τι τέλος πάντων προλάβει, για την κοινωνία αυτού του περίεργου τόπου όπου έδωσε τις τελευταίες του μάχες.

Έτσι ο απόμαχος περνάει αυτές τις ύστατες μέρες της παραμονής του εδώ τριγυρίζοντας στα σοκάκια και τις αγορές της Πόλης των Κρίνων και συλλέγοντας κυρίως οπτικές εντυπώσεις∙ εκτός κι αν είναι τυχερός και συναντήσει κανένα ελληνομαθή ντόπιο ή κάποιον Έλληνα που να γνωρίζει την τοπική γλώσσα, οπότε μπορεί να μάθει κάτι περισσότερο ρωτώντας και συζητώντας.

Στις περιηγήσεις του αυτές ο Παλαμήδης προσπαθεί να αποφύγει ορισμένα σημεία της πόλης, τα οποία αντίθετα είναι πολύ δημοφιλή ανάμεσα σε πολλούς συναδέλφους του – είτε υπό αποστρατεία είτε όχι. Πρόκειται για τους χώρους εκείνους που είναι αφιερωμένοι στα παιχνίδια: Παίγνια επιτραπέζια, κυρίως κύβοι και αστράγαλοι, συνήθως γύρω από πολύχρωμους πάγκους που οι επιτήδειοι συνακολουθούντες μεταφέρουν από τους καταυλισμούς τους στις αγορές των νεοκατακτημένων πόλεων, αλλά και παιχνίδια στοιχημάτων, που οργανώνονται  σε αυτοσχέδιες αρένες, όπου κοκόρια και σκύλοι διεκδικούν πρωταθλήματα (ελεύθερης όσο και θανάσιμης) πάλης και ταχύτητας. Καμιά φορά, παρά την σχετική απαγόρευση του φρουραρχείου, τα στοιχήματα στήνονται για αγώνες ανάμεσα σε γεροδεμένους σκλάβους.

Ο Παλαμήδης, υπήρξε θύμα μιας ισχυρής έλξης προς αυτά τα παιχνίδια και το ξέρει, όπως ξέρει και ότι οι δαίμονες-υποκινητές βρίσκονται ακόμη μέσα του.  Έτσι, συχνά, οι φυγόκεντρες δυνάμεις που επιβάλει στον εαυτό του δεν καταφέρνουν να υπερκεράσουν τις παιγνιομόλους που του υποβάλλουν ύπουλα οι δαίμονες και ο Παλαμήδης ύστερα από σπειροειδείς περιπάτους, βρίσκεται παγιδευμένος δίπλα στα τραπέζια του τζόγου, να παρακολουθεί προσπαθώντας να μην παίξει.

Εκεί, στη γειτονιά των παιγνίων, στην άκρη της Αγοράς,  οδηγεί τον Ευρυμέδοντα και την μικρή Πουλχερία ο Οινοκράτης, ο οποίος έχει πάρει μαζί του, μπας και τυχόν χρειαστεί γλωσσική βοήθεια, τον κολλητό του πλέον, Χοντρόη. Αφού λοιπόν έχει ήδη ρωτήσει δυο τρεις από τους περιφερόμενους έλληνες στρατιωτικούς, ο τελευταίος απ’ αυτούς τού έχει υποδείξει μια ομάδα οπλιτών, που αν κρίνει κανείς από τις στολές τους προέρχονται από διαφορετικά σώματα, οι οποίοι φωνασκούν στριμωγμένοι γύρω από ένα υπαίθριο τραπέζι.  Παρά τη βοή της αγοράς και τις φωνές των παικτών, από εκείνη τη μεριά προέρχεται διακριτός ο ήχος των κύβων που κατρακυλάνε στην τάβλα.

Ο Σικελός προκειμένου να ολοκληρώσει αισίως την έρευνα που έχει οικειοθελώς αναλάβει, αρχίζει να φωνάζει: «Παλαμήδης… Παλαμήδης από την Αθήνα… Είναι εδώ ο Παλαμήδης ο Αθηναίος; Μήνυμα από την καλλίπυγο Θαΐδα για τον Παλαμήδη τον εξ Αθηνών»

ancient-gambling

[1] Φηρές ή Φαρές: Αρχαία πόλη, περίπου στη θέση της σημερινής Καλαμάτας. Οι αρχαίες Καλάμαι ήταν γειτονικό χωριό.

[2] Ευρυμέδοντας Ποταμός: Ποταμός της Μικράς Ασίας που εκβάλλει στον κόλπο της Αττάλειας απέναντι απ’ την Κύπρο. Εκεί οι Έλληνες, υπό την ηγεσία του Κίμωνα του Αθηναίου, νίκησαν τους Πέρσες περί το 466 πΧ.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »