Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Μετά αποδείξεως παραλαβής

Posted by vnottas στο 4 Φεβρουαρίου, 2021

Ποιήματα από τον Νίκο Μοσχοβάκο και τον Λευτέρη Μανωλά. Στις αγκύλες λέξεις παρουσίασης.

engine

[Σκηνικό: ΕΝΩ]    Η ΠΟΛΙΣ ΕΚΟΙΜΑΤΟ    (Μανωλάς)

Η μέρα αποσύρθηκε

                    βιαστικά

Σαν τα αποδημητικά

με τις πρώτες δροσούλες

Τα δάκρυα δεν εδίστασαν

                  να παγώσουν

Ο πέπλος της νυκτιάς

                      ασήκωτος

Όλα τα κουκούλωνε

Όλα τα τύφλωνε

Όλα τα κούφαινε

Η νύχτα ξέχασε να υφαίνει

                              όνειρα

Το ξημέρωμα βρήκε την ημέρα

                           στο σκοτάδι

Τις στίβες από λευκές Βεβαιώσεις

Κατ’ Εξαίρεση Μετακίνησης

ο Γαρμπής απρόσμενα

                           σκόρπισε

Στις λεωφόρους, στα σοκάκια

έκοβε βόλτες, μοναχά

                        η σιωπή….

*   

                                               

[ΚΑΙ…] ΦΟΒΟΣ ΑΛΑΛΙΑΣ [έπεσε παντού] (Μοσχοβάκος)

Δε μιλώ τις γλώσσες των αγγέλων

ουδέ καν των ανθρώπων

κι αγάπη έχω στην καρδιά μου

ακόμα και ίχνη ελπίδας

όμως φοβάμαι μήπως

συναντήσω τον άγγελό μου

και δεν θα ‘ναι δυνατό να του πω

τα παράπονά μου από αυτόν τον κόσμο

ή έστω κάποιον άνθρωπο

που δεν θα μπορούσε

να μ’ ακούσει και να με κατανοήσει

αφού όπως είπα

ούτε τις γλώσσες των αγγέλων

ουδέ των ανθρώπων λαλώ

όσο κι αν αγαπώ

όσο κι αν ελπίζω.

*

[…Ένα] ΠΑΡΑΤΟΛΜΟ ΚΟΡΤΕ [έλαβε τότε χώρα καθώς ο αγγελιοφόρος –απρόσμενα- προβληματιζόταν) (ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΑΝΩΛΑΣ σε Μνήμη  Χρήστου Ηλιόπουλου)

Αχ, το φάκελο να μην

έπαιρνε

κι’ ως λευκός που ήταν

Πλάκα, ασήκωτη από

μάρμαρο

ολόμοιο τον αισθανόταν

Στο μέρος του, να τον αφήσει

έπρεπε

ενέχυρο, στη λήθη

Τώρα, μέχρι κι οι λάμπες

φωτισμού

μοιρολόγι σύραν

Οι κατιφέδες, να μαραίνονται

από το ράντισμα της ματιάς του

Χρόνοι απέραστοι, του φάνηκαν

να ισορροπεί σε μονοπάτια

λεωφόρους

να τον βαραίνει η πλάκα

κι η άβυσσος από κάτω

οιμωγές, το κάλεσμα

Τούλειψαν πια, οι

ανάσες

βάθαινε η λαβωματιά

Χλωμός σαν το φλουρί

στην πόρτα μπροστά

ελύγισε

Να μη δώσει, το μαντάτο…

*

[Αλλά όσο κι αν οι χρόνοι προκύπτουν απέραστοι το παρελθόν θολό και το μέλλον αφερέγγυο, να που στο ύστατο σκαλοπάτι στέκεται ύποπτα αδιάφορο]

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΤΩΡΑ (Μοσχοβάκος)

Μόλις βυθίζομαι στου ύπνου τα έγκατα

αρχίζω ν’ ανεβαίνω ακούραστα

την περιστροφική κλίμακά μου.

Από το σκαλί που βρίσκομαι

στρέφω το βλέμμα πίσω μου

μα τίποτε δεν μπορώ να διακρίνω

το παρελθόν μου είναι κρυμμένο καλά

πίσω από τις ελικοειδείς στροφές.

Όμως και μπροστά τίποτα δε φαίνεται

αφού και το μέλλον είναι απρόσιτο

κι απαγορευμένο για τα μάτια μου.

Ζω στο σκαλοπάτι του απόλυτου τώρα

κι έμαθα να περιμένω ως το τέλος

αυτής της αόριστης ανάβασης

χωρίς του χτες την παρηγοριά

ούτε την ελπίδα του αύριο.

Σε πηχτό σκοτάδι πορεύομαι.

images-6

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

 
Αρέσει σε %d bloggers: